diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:58:21 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:58:21 -0700 |
| commit | 11645e825613a639b79e2b5084365e3385347e9d (patch) | |
| tree | 4b3ebc95417a50e8b1cf1ea5963adc45f05d88b2 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 32851-0.txt | 3378 | ||||
| -rw-r--r-- | 32851-0.zip | bin | 0 -> 85604 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 3394 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/32851-0.txt b/32851-0.txt new file mode 100644 index 0000000..8ee3f42 --- /dev/null +++ b/32851-0.txt @@ -0,0 +1,3378 @@ +The Project Gutenberg EBook of Sweet Smells, by Kostas Pasagianis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Sweet Smells + Short Stories + +Author: Kostas Pasagianis + +Release Date: June 17, 2010 [EBook #32851] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SWEET SMELLS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George +Canonis for his major work in proofreading + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed. Bold words have been included in &. Words in italics have +been included in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με +πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. + + + +Κ. Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΗ + + + +Μ ο σ κ ι έ ς + + + +ΑΘΗΝΑ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ +1898 + + + +Σε ποιον άλλονε παρά &Σε Σένα&, που με ταθώο της ζωής αφρόγαλα μαζί, +φλέβα σε φλέβα την ψυχή της Μάνης μας της ακριβής μέσα μου έχυσες, +κόμπο σε κόμπο μ' επότισες τη Ρωμέικη Ψυχή τη Μεγάλη; + +Σε ποιον άλλονε, σε ποιον παρά &Σε Σένα&, που με ροδόγαλα και +μοσκοφιλήματα, — ω ταλησμόνητα φιλάκια σου τα ουράνια, που αιώνια την +ψυχή μου δροσίζουν, — φιλόστοργα γλυκοζύμωσες την καρδιά μου την +άπλερη, κατασταλάζοντας μέσα της της Ρωμέικης Ζωής την Αγάπη; + +Σε ποιον, σε ποιον άλλονε παρά &Σε Σένα&, της Ζωής μου και της Ψυχής +άγγελέ μου παρήγορε, που στα γλυκόλαλά σου τα νανουρίσματα, στα +παραμύθια σου τα πανώρια, — της φαντασίας σου και της Μάνης μας +ξόμπλια αχτιδοΰφαντα, — ανάθρεψές μου το νου, το αίοθημα ανάστησές +μου, εφύσηξες μέσα μου, με την τρανή την ψυχή σου μαζί, τον έρωτα τον +απέραντο στην Αθάνατη τη Λαλιά Σου; + +Θάνε μια μέρα λαμπρή, — ω χαρά, χρυσανατέλλει η αβγή της, — και θάνε +μέρα μεγάλη κι αγνή για την αθάνατή μας Πατρίδα. + +Παληκάρι ρωμιόπουλο, θεοφώτιστο κι αντριωμένο, θαφίση τις +χλωροπράσινες βουνοκορφές του Ολύμπου ή του Μαίναλου. + +Αθώρητο κι αγνώριστο, στης Πολιτείας τα πολυτάραχα σπλάχνα +αεροπατώντας θα κατεβή, ιεροφάντης και μάρτυρας. + + Πώς ήθελα να ζήσω να το ιδώ! + Πώς ήθελα να ζούσα να τακούσω! + +Φουστανέλα ολόλεφκη σεμνά τη λυγερή του μέση θα συσφίγκη. + +Λεβέντικη φλοκάτα τις διάπλατές του πλάτες θα σκεπάζη. +Θα λαλή. + +Χρυσάφια νάματα θα ρέη το μαγικό του στόμα. +Θα ψάλη. + +Δε θάχη συνηθισμένον τόνο το τραγούδι του. +Κοινόν ήχο η φωνή του δε θάχη. +Ροδόσταμα πεντάγλυκο το τραγούδι του θα ρέη. + +Θα χύνεται αγγέλου μελωδία η φωνή του. +Θάνε αηδονολάλημα ουράνιο. +Τρισάγια θάνε μουσική. + + Πώς ήθελα να ζήσω να τακούσω! + Πώς ήθελα να ζήσω να το ιδώ! + +Από κάθε άκρη Ελληνική θακούσουν τη Λαλιά του την Αθάνατη. + +Νεκροσαβανωμένοι τότε θα τρέξουν γύρωθέ του οι Φαρισαίοι κ' οι +Γραμματικοί. + +Αλαφιασμένοι θα τόνε ρωτούνε, μωροθάμαστοι. + +Βαμμένοι, μιαροί θενά ζητούν να τον καταπετρώσουν. + +Θακούση — ω θακούση στα βάθη της πεντάβαθης ψυχής του — της καρδιάς +του της απέραντης αντίλαλο· — θακούση, θα τακούση κι ο χρυσός μας ο +Λαός τ' Αθάνατο Τραγούδι Του. + +Θενά ξυπνήση! + +Και ξυπνώντας από τόνειρο βαθύ, — που δόλια μας τον αποκοίμησαν οι +άμωροι, — μες το τρισάγιο απόφωνο του παναρμονίου τραγουδιού +θαναγνωρίση τη Λαλιά του — την ψυχή του Α θ ά ν α τ η. + +Θαγριέψη, + +Θα χυμήση, + +Θαρπάξη από τα νύχια τους τα βρώμικα, +Να δοξοστεφανώση τον Τρανόν Τραγουδιστή· Και θα τον πμ : Μ ε σ ί α ή +Ν τ ά ν τ η Του . . . + + Πώς ήθελα να ζούσα να τα ιδώ! + Πώς ήθελα να ζήσω να τακούσω ! + + + +Ο ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΑΣ + Κarl Dietrich + + + +0ι σάλπιγγες βαρύηχες εβάρεσαν από ώρα τόρα προσκλητήριο πρωινό. +Μερικοί φαντάροι που αργοπόρησαν κάτω στην πόλη, έτρεχαν ένας πίσω +απ' τον άλλο βιαστικοί, λαχανιασμένοι στον ανήφορο, υπάκοοι στη +βροντερή φωνή της σάλπιγγας· να μην τους βγάλουν απόν και φάνε καμιά +οχτάρα. Κάτω στη μεγάλη πύλη του κάστρου, στους στρατώνες μπροστά, +ήταν αραδιασμένοι στη γραμμή οι πλειότεροι άντρες της φρουράς. +Έρχονταν να πιάσουν τη θέση τους τρεχάτοι, όσοι έλειπαν, από κάθε +τάπια και γωνιά του κάστρου μέσα, κ' εκείνοι που απόμειναν στην πόλη +κάτω έτρεχαν απάνω λαχανιασμένοι, βιαστικοί. + +Ήταν μια πρωινή χαρά Θεού. + +Γαλάζιος, καταξάστερος ο ουρανός άπλωνε απάνωθε γλυκύτατος. Εξέφεβγε, +εκατέβαινε κάτω στα διάφανα τα πέλαγα· έσμιγε, αγκάλιαζε μέσα βαθιά +της θάλασσας τις άκρες, αφάνταστες και μυστικές στα γαλανά και μαγικά +τους χρώματα. Δριμύς ο ήλιος καφτερός, περίχυνε αρμονικά τις τάπιες +τις περίψηλες ολόγυρα, που εκρέμονταν ολόχοντρες βαρύτατες απάνω. +Έχασκαν τα οδοντωτά μπεντένια τους ψηλά, μες τα γαλάζια χρώματα του +ουρανού καλοζωγραφημένα και ομορφοπελέκητα, σα δόντια πριονιού αριά +που εκρέμονταν στα ύψη απειλητικά. Ξερολειχήνες και άλλα +αμωροχόρταρα, αλάθητα σημάδια του παλιού καιρού, της γέρικης ζωής του +κάστρου, ανάδοναν κ' εβλάστιζαν στερεμένα στους τοίχους ψηλά, ανάμεσα +στις πέτρες σφηνωμένα. Και μες από κάθε άνοιγμα αριό της τάπιας +επρόβαναν περήφανα, βαρύκορμα και σοβαρά τα απόμαχα κανόνια, +δοξοπεριχυμένα κάτω από βροχές ολόχρυσες που έχυνε άφτονες απάνω τους +ο ήλιος. Άστραφταν λουσμένα μες τις φλογερές αχτίδες του. Εφάνταζαν +δράκοντες σιδερόφραχτοι σωστοί, που έδειχναν ολάνοιχτα τα φοβερά τους +στόματα προς τον εχτρό, με όρεξη να τον βυθίσουν, να τον καταπιούν. + +Πέρα μπροστά στην πύλη της τάπιας του Αράπη, που ήταν μέσα οι +φυλακές, παράμερα από τη σκοπιά του τη λιθόχτιστη, βαρύς και +σκεφτικός επηγαινορχόταν πέρα δώθε ο σκοπός με το όπλο του στον ώμο +περασμένο, κ' έπαιρνε απόξω το σουλάτσο του. Απάνωθε ψηλά στης τάπιας +της μεγάλης τα μπεντένια, μες από τα οδοντωτά τα ανοίγματα που +έχασκαν πάλι τραχιά και φοβερά ταπόμαχα κανόνια, άλλοι σκοποί εκεί +επρόβαναν κάθε τόσο το κεφάλι τους ψηλά πάνω στους βαρυθέμελους τους +τοίχους, κ' έπαιρναν ξενιασμένοι το σουλάτσο τους και αφτοί. Κάτω +στον καλντιριμωμένο δρόμο, μπροστά, στην πύλη του Αράπη, εκυλούσαν +τους ξεβιδωμένους τροχούς τους, ξεχαρβαλωμένα και αφτά, παράλυτα, +βαρυφορτωμένα, με κρότους βροντερούς που αντηχούσαν οι τάπιες μες +τανήλιαστα τα βάθη τους· εξερότριζαν κάτω από το βαρύ τους φόρτωμα, +ετάραζαν το κάστρο μέσα από το βροντερό τους κατρακύλημα τα κάρα τα +βαριά, που ανέβαζαν να φέρουν τη στερεμένη κουραμάνα μες τις φυλακές. +Απόξω στο κατάχλωρο και ολόδροσο κηπαράκι του νοσοκομείου αγγαρεμένοι +δυο κατάδικοι, έσκαφταν χωμένοι μες τις θηληκωμένες ουρανιές τους +ποκαμίσες, και δυο φαντάροι άγρυπνοι φρουροί τους φύλαγαν παρέκει. +Στην άκρη του κήπου, μες τις χλωρασιές σκαρισμένοι, σαν τους +σαλήγγαρους στα πρωτοβρόχια, κιτρινιάρηδες και χλωμοί, κακοπρόσωποι +και μισόμποροι, παραλυμένοι από τις καθελογήτικες αρρώστιες τους, +εκάθονταν απάνω στα ξύλινα παλιόσκαμνα κ' ελιάζονταν στον καφτερόν +τον ήλιο με αναγάλλιαση πολλή, οι άρρωστοι στρατιώτες. + +Στις στρατώνες μπροστά, ακόμα να τελειώσουν προσκλητήριο. Οι άντρες +όλοι στη γραμμή. Ο Επιλοχίας εδιάταξε και τις φρουρές. Τόσοι να παν +εκεί και τόσοι εκεί. Ο τάδες πρώτο νούμερο κι ο τάδες δέφτερο κι ο +τάδες τρίτο νούμερο. Ότι ήθελε να τους πουν να διαλυθούν απ' τη +γραμμή οι άντρες κ' ετελείωνε πια και το προσκλητήριο, τους +κατεβαίνει απάνω απ' τη φρουρά της φυλακής κακό μεγάλο κι απάντεχο· + + — Μπαμ! μπαμ! μπαμ! ακούνε μια ξαφνική μπαταριά. + + — Μπαμ! μπαμ! μπαμ! ακούνε στη μέσα τάπια άλλη· και μονομιάς, + + — Στα όπλααα! Στα όοοπλααα ! βραχνές αγριοφωνές άπλωσαν κ' εθόλωσαν +μέσα του κάστρου τον αέρα. + +Όπως όταν στο χλοερόν τον κάμπο κάτω στέκουν το ένα στο πλεβρό του +άλλου ορθόκορμα και ισοκέφαλα τα τροφαντά ταστάχια, γαληνεμένα και +ήμερα μέσα στου λιοπυριού τη γλύκα και ησυχία, και άξαφνα δριμό +σιφουνικό σηκώνεται απάνω απ το βουνό, και χύνεται ανήμερο και φοβερό +μέσα στον κάμπο, και τανεμίζει μες τη ζηλεφτή την ησυχία τους, και +πέρα δώθε δειλιασμένα τα τινάζει, και κυματίζει πέρα πρόσπερα ο +ήσυχος ο κάμπος, ανταρεμένο τόρα πέλαγο μες τις στριγκιές του +αγριοσίφουνα βοές και μες των ασταχιών το φοβισμένο φύσημα· έτσι και +οι φαντάροι τόρα, καθώς ήταν κάτω ακόμα στη γραμμή, προσεχτικοί +νακούσουν και την τελεφταία διαταγή του Επιλοχία, ξιπασμένοι από τις +βραχνές αγριοφωνές, που εχύθηκαν απάνω από τις τάπιες κάτω στους +στρατώνες τους, εσυνταράχθηκαν στις τάξες τους, εχάλασαν και τις +γραμμές, και με τα όπλα όπως έφτασαν μες τη μεγάλη βία τους καθένας +κρατημένα, εχύθηκαν πάνω κατά της φυλακής τις τάπιες που έβγαιναν +ακόμη οι βραχνές φωνές, ακολουθώντας πίσωθε το Φρούραρχο και τον +Επιλοχία, που έτρεξαν μπροστά άγριοι και αλλαξοπρόσωποι κι αφτοί. + +Ο λοχίας ο Βλαχογιώργος ήταν αρχιφύλακας στα μπουντρούμνια πάνω της +φυλακής. Ήταν στρυφτός άνθρωπος· +ανάποδος. Να κάνη τον αντρειωμένον ήθελε κ' εξέσπαγε την ψέφτικη την +αντρειά του στους άμοιρους τους φυλακωμένους. Εφερότανε σαν τύραννος +σωστός. Ν' ατάχτιζε κανείς μες τα δωμάτια, το Βλαχογιώργο θάστελνε ο +Φρούραρχος για να τον σωφρονίση. Να εμάλωναν πάλι αναμεταξύ τους +άλλοι, το Βλαχογιώργο θάστελνε για να τους κάμη ζάπι. Έτρεχε αφτός +αμέσως. Εκορδονότανε· εσειόταν κ' ελυγιόταν. Έμπαινε στο προάβλιο, +έπαιρνε τα κλειδιά, άνοιγε τα δωμάτια. Έβγαζε όξω όσους ήθελε να +σωφρονίση· έκλεινε πάλι. Τους έδενε καλά μες το προάβλιο· μπρος στα +μάτια των άλλων καταδίκων, που έβλεπαν με θυμό πολύ και με αγανάχτηση +μεγάλη μες από τους φεγγίτες τους πλεχτούς· τους πισταγκώνιαζε καλά. +Εμούσκεβε ένα χοντρό, διπλό σκοινί μες το νερό· το έστρυφτε καλά, κ' +επρόσταζε έναν, ένα τους φαντάρους· + + — Πελέκα τουν, ουρέ βλαμ! Όντας αποστάκ'ς, σου βουητάω κ' ιγώ !... + +Κ' εκατέβαινε γοργό, βαρύ, αλύπητο το σκοινί πάνω στα σκελεθρωμένα +των καταδίκων τα κορμιά μες την πείνα και τα ολημερνά βασανιστήρια. +Οι άλλοι, οι κατάκλειστοι στα δωμάτια, που έβλεπαν μες από τους +σιδερόφραχτους φεγγίτες, ελύσσαγαν, εμάνιζαν, αστροπελέκια, σπίθες +φλογερές επετούσαν τα μάτια τους, να τον κάψουν όξω το Βλαχογιώργο, +τον τύραννο. Εβροντούσαν μέσαθε, εχτύπαγαν τις σιδερόφραχτες πόρτες +τους, να τις ξερριζώσουν πάλεβαν. Να πηδήσουν μανιασμένοι, ακράτητοι +όξω, να τον πνίξουν το φοβερό το μπόγια τους. Έβριζαν, έφτυγαν, +εβλαστημούσαν αδύνατοι να ξεσπάσουν το μανιακό τους το θυμό. Σαν +έβλεπαν πως άδικα επάσκιζαν και τίποτα δεν έκαναν, με την τύχη τους +τάβαναν, το Θεό εβλαστημοΰσαν· + + — Δεν υπάρχει, τη πίστη του, Θεός και για μας;!... + + — Γιαβίς-γιαβάς, ουρέ βλαμηδέσιμ! Με του κουλάι, ουρέ τα παληκάρια +μ', και θανάρθη κ' η γεδική σ' αράδα! έλεγε απόξω να τους σκάζη, να +τους πλαντάζη ο Βλαχογιώργος. Κ' έπεφτε αλύπητο, εκατέβαινε γοργό και +γλίγωρο, βαρύ και ολόχοντρο το μουσκεμένο το σκοινί, πάνω στα +παραλυμένα κορμιά, που εκατάπεφταν οι άμοιροι ξέψυχοι από το πολύ +τουμπάνισμα, χωρίς ούτε άχνα να μπορούν να βγάλουν. + +Ήταν πάλι σήμερα ο Βλαχογιώργος αρχιφύλακας πάνω στα φοβερά +μπουντρούμια της φυλακής, που λες κ' είνε θαμένα μες τη γη, μόνο ένα +στεφάνι ουρανό απάνωθε ξανοίγουν. Καιρό τόρα, οι αρχηγοί σε κάθε +δωμάτιο και σε κάθε μια αχτίνα, βαρυποινήτες αφτοί βαμμένοι μες το +αίμα που τον πατέρα τους έτρωγαν, επροφωνήθηκαν κ' εκρυφοκουβέντιασαν +αναμεταξύ τους μεγάλην και φριχτήν απόφαση να λάβουν. Μια πάνω στην +άλλη έστελναν για το Βλαχογιώργο στα υπουργεία τις αναφορές, και +καθετόσο εξέσπαγαν στου άμοιρου Νυχόπουλου την πλάτη, του δάσκαλου +στο _Έξη_ που έγραφε τις αναφορές. Ο Βλαχογιώργος πάντα έμενε στου +κάστρου τη φρουρά, μπόγιας και τύραννός τους σκληρός και φοβερώτατος. +Και κάθε φορά πάλι που τα υπουργεία έστελναν τις αναφορές στο +Φρούραρχο, να κάμη ανάκριση, να τιμωρήση το λοχία, ο Βλαχογιώργος +έβλεπε τις αναφορές, κατάγραφε τις υπογραφές, του ανέβαινε το αίμα +στο κεφάλι και δρόμο για τη φυλακή. Στην πρώτη την παραμικρή αφορμή +που θάδιναν μεταξύ τους οι κατάδικοι, συνάφορμα αφτός πως θα τους +ησυχάση, έπαιρνε πέντε έξη άντρες με τα όπλα τους κ' επήγαινε μέσα +στα φοβερά μπουντρούμια. Το σκοινί στη βούτα να μαλακώση. Άνοιγμα +ένα, ένα τα δωμάτια. Ο τάδε και ο τάδες φυλακισμένοι, αθώοι αφτοί +στην αναμεταξύ τους ταραχή αλλά για να πληρώσουν την αναφορά που +υπόγραψαν, να βγουν όξω. Τους έδενε πάλι καλά μες το προάβλιο, μπρος +στα μάτια, των άλλων καταδίκων, που ελύσσαγαν και εβλαστήμαγαν και +εφώναζαν μες από τους σιδερόφραχτους φεγγίτες να τον πνίξουν το +φοβερό το μπόγια τους· τους πισταγκώνιαζε καλά. + + — Να ουρέ, για τις αναφουρές σας! Να ουρέ και για τους υπουργούς +σας! τους έδερνε, τους επελέκαγε μόνος του ο φοβερός Αρβανίτης. Να +χύση τη χολή του· έτσι να ξεθυμάνη. Κ' εκατέβαινε χοντρό, βαρύ, +φουσκωμένο στο νερό, στρυμένο, αλύπητο το φοβερό σκοινί, στις +ξεσαρκωμένες τις πλάτες τους, στους κόμπους, στους ώμους, στα μεριά, +στα κωλομέρια, στα χέρια, στα πόδια, σε ξερά και σε χλωρά. +Εσηκοκυλιόνταν αφτοί, έσκουζαν, εσπάραζαν, την πέτρα ράγιζαν από τους +σκληρούς τους πόνους. Έπεφταν με δεμένα πίσωθε τα χέρια μπρος στα +πόδια του· έσκαφταν με τη μούρη τους τα χώματα· έκλαιγαν, ετάραζαν, +σπαραχτικά εθρηνούσαν· + + — Ήμαρτον! κυρ-λοχία! Έλεος! του εφώναζαν· κ' εκείνος μανιακός, λες +κ' έπαιρνε νέα δύναμη από τα κλάματά τους, λυσσασμένος, ακράτητος, +ανέμιζε το σκοινί ψηλά, το εκατέβαζε, τανεβοκατέβαζε, κ' επελέκαγε, +επελέκαγε αλύπητα, ακατάπαφτα, σκληρά, σωστό ανήμερο θεριό. Όσο που +εκουραζόταν από το πολύ το δάρσιμο κ' επαράδινε το σκοινί στους +στρατιώτες. Κι αν τύχαινε και κανένας δύστυχος, πνιγμένος μες το +περισσό δίκιο του, να βρη μες την απελπισία την τόλμη να πη και κάνα +λόγον παραπανιστό, «από το Θεό να τόβρης», «Θεός είνε κι ας σε +κρίνη», ξερωγωτί· αφτός λυσσασμένος τόρα πιο πολύ, τον αλάτιζε πρώτα +καλά με το σκοινί. Του επερνούσε του κανονιού τις μπάλες τις +βαρύτατες στα πόδια, να μη μπορή να κινηθή, που και χωρίς το +μπεδούκλωμα αφτό δε θάπαιρνε τα πόδια του, παραλυμένα από το αλύπητο +τουμπάνισμα. Τον έσπρωχνε ύστερα να φάη τα μούτρα του μες το φριχτόν +απόπατο, και τον εκλείδωνε μέσα εκεί ώρες ολόκληρες για τιμωρία. + +Ήταν ημέρα της βδομάδας, που εσυνήθιζε η φρουρά κ' έκανε ταχτικήν +επιθεώρηση στων καταδίκων μέσα τα δωμάτια. Μην έχουν μαχαίρια ή άλλα +όπλα, που σκοτώνονται καμιά φορά αναμεταξύ τους. Κατά τις οχτώ η ώρα +την αβγή, που εσήμανε της Επιστασίας το κουδούνι νανοίξουν τα +δωμάτια, να βγούνε στον περίπατο μες το κατάστενο για τόσον κόσμο +προάβλιο οι φυλακισμένοι· ο Βλαχογιώργος, αρχιφύλακας και σήμερα +πάλι, κρατώντας στο χέρι κρεμασμένα μιαν αρμαθιά κλειδιά γιαλιστερά +κι άσπρα απ το πολύ το τρίψιμο και τ' ολημερινό ανοιγόκλειμα, +διαβαίνοντας με τον Επιστάτη μαζί μπροστά στις σιδερόφραχτες τις +πόρτες των κελιών, — που σκοτεινά και ανήλιαστα εφάνταζαν υγρές και +κρυερές σπηλιές στης τάπιας της ολόχοντρης τα βαρυθέμελα τειχιά +ανοιγμένες, και έσφιγκαν θανατικά στα βρώμικα τα βάθη τους, ένα +φουρκί τόπον εκεί, ολόκληρον κόσμον πεθαμένον κι ολοζώντανο· — +έστρυφτε στα βαριά λουκέτα τα κλειδιά, έσερνε με κρότον πολύ και τους +βαριούς τους μάνταλους· άνοιγε τις σιδερόφραχτες τις πόρτες που +έτριζαν στις ρίζες τους χοντρές και βαρυκίνητες, κ' εφώναζε αδιάκοπα +διαβαίνοντας από πόρτα σε πόρτα, με τον Επιστάτη ξοπίσω· + + — Του _Ένα_! του _Τρία_! του _Πέντ'! του _Ιφτά_! ούλοι όξου! Να +βγάν'τε και τα πιάτσ'κα σας ουρέ! Να διούμε πάλι τι χαλιέβτε στα +σκουτάδια! + +Άνοιγαν τις πόρτες διάπλατες μέσαθε αφτοί κ' επηδούσαν μες από τις +βρώμες τους, διψώντες καθαρόν αέρα και πού να τόνε βρουν. Επηδοϋσαν +όξω στο προάβλιο κατάχλωμα ξεσαρκωμένα σκέλεθρα, που εφάνταζαν +ισκιώματα στεγνά, θαμένα ολοζώντανα στης πείνας και της γύμνιας τα +πεντασκότεινα κατάβαθα. Όλοι αρρωστημένοι και χλωμοί, και όλοι +κιτρινισμένοι, χαλκοπρόσωποι. Όλοι καμπουριασμένοι, αναιμικοί, και +όλοι χτικιασμένοι, θειαφοχρώματοι. Όλοι με τα μαλλιά μακριά, +λυγδιάρικα και αξάγκλεγα, που εκρέμαγαν κ' εσκέπαζαν τα μάτια τους +μπροστά κι άφξαιναν τη φριχτή τους όψη· και όλοι με ένα σβυσμένο +ανάβλεμμα υγρό, που εχώνεβε σε αφάνταστην αγριότη. Έπαιρναν τις +παλιοκασέλες πίσω τους, κ' εσήκωναν μπόγους τα ξεφτισμένα βρώμικα +παλιοκούρελα πάνω στους ώμους τους, που τα μεταχειρίζονταν στρώματα ή +παπλώματα. Εσυνέπαιρναν βιαστικοί όλα τα χρειαζούμενα μπαγάγια τους +μες από τα μάβρα τους κελιά και τάπλωναν όξω, ναδιάσουν μέσα τα +δωμάτια για την επιθεώρηση. Κασέλες, σκαμνάκια ξύλινα, σπασμένες +στάμνες, μπουζούκια, σκουτιά, παλιοβελέντσες, στρώματα και παπλώματα, +βρώμικα χαλιά και άπλυτα ποκάμισα, κουρέλια και ξεσκλίδια +καθελογήτικα, λογιώ λογιών μούχλες και δυσωδίες απλώθηκαν σωροί κ' +εγέμισαν το προάβλιο περίγυρα. + +Ο Βλαχογιώργος με τον Επιστάτη ξοπίσω, διαβαίνοντας βιαστικός από +δωμάτιο σε δωμάτιο πάντα, άνοιγε τις πόρτες τις βαριές της άλλης +Αχτίνας τόρα φωνάζοντας· + + — Του &Δύου_! του _Tέchερο_! του _Eκch_! Ούλοι ούξου ουρέ! Να διούμε +τις μπομπές σας παλιοζιάγαρα!.. + +Και άνοιγαν αφτοί τις πόρτες διάπλατες απομέσα, κ' έβγαιναν όξω, +δεκαπέντε και είκοσι από κάθε ποντικότρυπα, που και δύο άνθρωποι +στενόχωρα θα εζούσαν μέσα στα σκοτεινά και ανήλιαστα τα βάθη της. Κ' +έμοιαζαν φαντάσματα σωστά, θαμένα ζωντανά στους σιχαμένους τάφους +τους. Άπλωναν και τα βρώμια τσάβαλά τους στο προάβλιο, καθελογήτικα +κουρέλια που εδίπλωναν τ' αρρωστημένα μέλη τους, να μην τους τρώνε τα +σκουλήκια από ζωντανούς. + +Ο Βλαχογιώργος εφώναξε πέντε έξη άντρες απόξω από τη φρουρά και +άρχισε την επιθεώρηση. Έπιαναν τα παλιόσκουτα από σωρό σε σωρό οι +φαντάροι και τανακάτωναν. Τα ετίναζαν πέρα δώθε, τα εξετύλιγαν μην +είχαν μαχαίρια διπλωμένα μέσα. Άνοιγαν και τις παλιοκασέλες, τις +ανάδεβαν έβγαναν μέσαθε κουρέλια των καταδίκων τα παλιοπουκάμισα, μην +είχαν κ' εκεί στον πάτο μαχαίρια. Έψαχαν και τις σκουροφουφούδες +μέσα. Έψαχαν και τα παλιοστρώματα, μην τάχαν μέσα στα άχυρα χωμένα. +Ολούθ' έψαχαν. Όλα τανακύλαγαν κ' εσήκωναν σύγνεφα πυκνά το βρώμιον +κορνιαχτό ανάγυρα, που ετίκλωνε ολούθε μέσα στο προάβλιο, έκρυβε τους +φαντάρους, εκαθόταν στα πηλήκια και στα αστραφτερά κομπιά τους, +άσπριζε τα μουστάκια και τα φρύδια τους κ' εφάνταζαν καταπασπαλημένοι +μυλωνάδες. + +Ο Βλαχογιώργος έψαχε και αφτός. Ανάδεβε ολούθε. Ψάχοντας από σωρό σε +σωρό, ξεμακρύθηκε από τους φαντάρους του. + +Όλοι οι κατάδικοι, απολυμένοι τόρα μέσα στο προάβλιο, επερπατούσαν· +άνω κάτω νεβρικοί· να χορτάσουν την τόσο ακριβή τους κίνηση, να +ξεμουδιάσουν. Μερικοί έστεκαν δίπλα στους φαντάρους κ' εδίπλωναν τα +πράματά τους, όταν πια οι φαντάροι ταπόψαχναν. Τα έκαναν πάλι σωρό +μπροστά στω δωματίων τους τις πόρτες, να μην τους λείψη τίποτε. + +Ξεμακρυσμένος στην άλλη άκρη ο Βλαχογιώργος, είχε ψηλά στα χέρια +σηκωμένο ένα παλιόσκαμνο και το πασπάτεβε. Κάποιος κόμπος από σπάγκο, +κολλημένος στο τσακισμένο πόδι του σκαμιού με μαλακό ζυμάρι, του +εκίνησε την προσοχή· ετράβηξε τον κόμπο. Εσκίστη το σανίδι απάντεχα· +εδιάνοιξε το ξύλο σε δύο ξαφνικά και φοβερό, μακρύτατο λεπίδι, που +και μοσκάρι θα ξεκοίλιαζε, εξάστραψε ολόγυμνο στον ήλιο· + + — Α! διαβουλουκούλουκα! εμούγκριξε ο λοχίας λυσσασμένος τόρα, +παίζοντας μανιακός το φοβερό λεπίδι στον αέρα ξεμανίκωτο. Και ολοένα +αγριεμένος περισσότερο, ξανάειπε, δείχνοντας με το δάχτυλο το δωμάτιο +αγνάντια στο σωρό που βρέθη το μαχαίρι· + + — Μέσα του _Τρίου_! Μέσα την Παναγιά σας!.. + +Του _Τρία_ οι κατάδικοι, δεκαφτά όλοι, βαρυποινίτες, και δύο τρεις +πλημμελήτες αλαφρόποινοι, απλωμένοι τόρα αμέριμνοι μες το προάβλιο, +στα πόδια τους μαρμάρωσαν σαν άκουσαν τη μανιακή του Βλαχογιώργου +διαταγή. Εγύρισαν όλοι· είδαν το φοβερό λεπίδι που τόπαιζε ψηλά στο +χέρι ξεμανίκωτο, σα να τους εφοβέριζε όλους να τους περάση από την +κόχη του. Ενόησαν και το φριχτό θυμό του πως θα ξέσπαγε. Σε +ανοιγοσφάλημα ματιού, σβέλτοι και παμπόνηροι, από στόμα σε στόμα +προφωνήθηκαν αναμεταξύ τους. Οι βαρυποινήτες προπάντω. Επήραν την +απόφαση, και δύο δύο, υπάκοοι στου Βλαχογιώργου τη βαριά την +προσταγή, έτρεξαν απ όλο γύρω το προάβλιο που ήταν απλωμένοι. +Εμαζέφτηκαν κ' οι δεκαφτά μπροστά στη σιδερόπορτα του τάφου τους. Δύο +δύο πάντα στη γραμμή, ετρύπωναν μες το δωμάτιό τους, διαβαίνοντας +κάτω από τ' αστραφτερό λεπίδι, πουτόπαιζε ρομφαία φοβερή απάνωθέ τους +ο Βλαχογιώργος, στεκόμενος, μπόγιας σωστός, στην πόρτα τους απόξω, με +τους φαντάρους πλάι του που έτρεξαν και αφτοί στο ξαφνικό του +πρόσταγμα. + +Των άλλω δωματίων οι κατάδικοι, λαφιασμένοι από του Βλαχογιώργου την +απάντεχη ανακάλυψη, προφωνημένοι και αφτοί στη φοβερή απόφαση, άγριοι +και αλλαξοπρόσωποι και τρομεροί, έκοψαν τον περίπατο. Εστάθηκαν +ξέμακρα από το _Τρία_, στην πόρτα του αγνάντια απλωμένοι, κ' +επρόσμεναν το φοβερό το σύνθημα. + +Όταν εμπήκαν όλοι οι κατάδικοι του _Τρία_ στο δωμάτιο, ο Βλαχογιώργος +με κίτρινα τα χείλη από το φόβο του, γιατί ένιωθε πια τόρα πως είχε +με λιοντάρια ανήμερα να κάμη, εστάθηκε στης πόρτας το διαπύλι. + + — Τούνους ήταν του σκαμνί, ουρέ ζιαγάρια; ρώτησε με θυμό, κ' +επάσκιζε να συγκρατήση το σαγόνι του που ξέφεβγε κ' επάγαινε να +ξεκολλήση απ την τρομάρα του. + +Σα νάταν όλοι μέσα άφωνοι, κανένας δεν του απολογήθηκε. + +Λύσσα τόρα τον έπιασε σωστή. + + — Κουλούκια! Τα καντήλια σας! Για θα μ' τουνε προυδούστε, για θενά +σας μπρουλιάσ' ούλους στου σουφλί! τη Βαγγελίστρα σας! Κ' εκούναε το +φοβερό λεπίδι ξεμανίκωτο ψηλά. + +Έγυρε τόρα στους φαντάρους. + + — Του σκοινί στη βούτα ουρέ! και μάνι-μάνι!... + +Ένας φαντάρος ξέκοψε και πάει για το σκοινί. Οι άλλοι μαραμένοι, +άφωνοι, βουβοί απόμειναν στο πλάι του λοχία τους. + +Ο Βλαχογιώργος έβριζε ολοένα από τη λύσσα του. Έγυρε μπρος στης +πόρτας το διαπόρι πάλι και μανιακός μούγκριξε καταμέσα· + + — Τζούτζιας! Γκότσης! Ντρούλιας! όξου παλιοκούλουκα!... + +Ήταν αφτοί οι τρεις πρώτοι, οι τυχεροί, που θαλατίζονταν με το +σκοινί. + +Όλοι έμειναν μέσα άσειστοι, βουβοί. Κανείς δεν εκινήθηκε. Θα νόμιζες +πως εκοκκάλωσαν στα πόδια τους. + +Ο Βλαχογιώργος μάβρισε από το θυμό. Στην περιφρόνησην αφτή ξέχασε και +το φόβο του. Το αγριεμένο το στοιχειό δεν εκρατιώταν πια. Έσιαξε +νάμπη μέσα τόρα ακράτητος, παίζοντας το λεπίδι. Φωνή φριχτή, μια +βροντερή κραβγή ακούστη κι αντιλάλησαν οι τάπιες μέσα οι βαριές. + + — Κουτούρα, ουρέ παληκαρά, να μπης να τους τραβήξης!.. Δέκα λεπίδια +φοβερά, μακρύτατα ξάστραψαν απειλητικά πάνω στου Βλαχογιώργου το +κεφάλι κ' εφώτισαν του _Τρία_ μέσα τα σκοτάδια. + +Ο Βλαχογιώργος δειλιασμένος τόρα, ξέψυχος εμπρός στο φοβερόν τον +κίντυνο, δεν εκουτούρησε να μπη. + +Επήδησε πάλι όξω. + +Το κακό μεγάλωνε ανεπάντεχα. + +Οι φαντάροι ξεσπάθωσαν. + +Όπλα δεν είχαν να υπερασπιστούν. + +Οι κατάδικοι του _Τρία_ λυσσασμένοι, μανιακοί, σωστοί δαιμόνοι +κολασμένοι του πήδησαν του Βλαχογιώργου πίσωθε, παίζοντας τα λεπίδια +στον αέρα ξεμανίκωτα. + +Οι φαντάροι με τις λόχες, τους μπήκαν μπροστά, να κόψουνε το φοβερόν +το δρόμο τους. Λαχανιασμένος, ξέψυχος, με την πνοή στα χείλη ο +Βλαχογιώργος, στα πόδια τόβαλε. Σαστισμένος φέβγοντας αγνάντια έπεσε +πάνω στους κατάδικους των άλλω δωματίων. + +Μονομιάς χίλια μύρια άλλα λεπίδια αστραφτερά εγλύστρησαν εκεί, πίσω +από των άλλων καταδίκων τις πλάτες κρυμμένα, κ' εθάμπωσαν τον ήλιο +ψηλά. + + — Ωσπότε πλια! Ωσπότε! + +Λυσσασμένοι, σύσσωμοι ρίχτηκαν ξοπίσω στο λοχία όλοι. + +Οι αλαφροποινήτες με φόβο, με κραβγές, με ταραχή πολλή έτρεχαν πέρα +δώθε να κρυφτούν μες τα δωμάτια. + +Οι φαντάροι έριξαν πλάτες σε μια αγκωνή κ' εκρατιώνταν μανιασμένοι με +τις λόχες τους, παλέβοντας διπλάσιους κατάδικους με ταστραφτερά +λεπίδια τους. + +Ο Βλαχογιώργος αποκλείστηκε μπροστά στη μέσα πύλη, στην άκρη στο +προάβλιο. Ολούθε βλέποντας τον κίντυνο, εχώθηκε μες τη σκοπιά. +Ασφάλισε τις πλάτες του κ' εμάχονταν μπροστά, πάνω σε άπειρα λεπίδια +αστραφτερά, — ανήμερες δεντρογαλιές που εσφύριζαν τριγύρω να τον +καταπιούν, — με το ολόγυμνο μακρύτατο λεπίδι τους, που σε όλο το +διάστημα το κράτησε στο χέρι. + +Οι σκοποί απάνωθε από τις τάπιες τους ψηλά, κατάσπασαν των καταδίκων +τα κεφάλια με τις πέτρες. Σαν είδαν που την είχε τόρα ο λοχίας άσκημα +μες τη στενή σκοπιά που τον απόκλεισαν, τους φώναζε και ο +Βλαχογιώργος ολοένα, «Τι τους φυλάτε ουρέ! σκυλιά!» έριξαν όλοι στον +αέρα μονομιάς δυο μπαταριές κ' εφώναξαν &Στα όπλα&! + +Ετρόμαξαν οι κατάδικοι στις βροντερές τις μπαταριές, μην τους +βαρέσουν στα καλά και πάνε σα σκυλιά σταμπέλι. Σαστισμένοι μες τη +φοβερή την ταραχή, σακατεμένοι από τω σκοπών απάνωθε της τάπιας το +λιθοβόλημα τ' αδιάκοπο· άλλοι με τα κεφάλια τους σπασμένα, που +έτρεχαν ζουμιά τα αίματα απάνω τους· άλλοι με τις πλάτες χαλασμένες +από τις πέτρες τις βαριές, που έπεφταν βροχή απάνωθέ τους· +τρομαγμένοι όλοι φοβερά, που οι σκοποί έκραζαν όλη του κάστρου τη +φρουρά. &Στα όπλα& και θενά πλάκωναν φουσάτα τόρα οι φαντάροι να τους +λυσσάξουνε στο ξύλο λυσσαχτούς, όσους θα ξάνοιγε μες το προάβλιο ο +Φρούραρχος· άπλωναν πέρα δώθε, σωστοί δαιμόνοι που ξέβρασε πάνω στη +γη ο Άδης, κ' ετρύπωναν όλοι μες τα δωμάτια. + +Με βρόντους βαριούς σιδερικών, με σπαθιών χτύπους, με βουή μεγάλη και +τρομερή ποδοχαλή πλάκωσε όλος ο λόχος πάνω. Εμπουκάρησε με λόχη στα +όπλα μες το προάβλιο, που με των καταδίκων τα παλιοτσάβαλα, σωρούς +ολόγυρα απλωμένα ακόμα, έμοιαζε μέσα εβραιοπάζαρο σωστό. + +Δύο φαντάροι ήταν βαριά πληγωμένοι. + +Ένας βαρυποινήτης του _Εφτά_ που τάχε πριν ζυγά τα μάτια, το έπαιξε +το ένα στο φοβερό το σπαθοπόλεμο. + +Άλλουνού του άρπαξε κάποια πέτρα ολάκερο καπάκι απ' το κεφάλι, κι +ούτε να τόνε μεταλάβουν επροκάμανε. + +Οι άλλοι πια εχρειάζουνταν βδομάδες το γιατρό από τις φοβερές τις +πέτρες, που εκατάπεφταν βροχή ασταλαμάτιγη απάνω τους. + +Ο Βλαχογιώργος, ένα κομμάτι ώμο μόνον άφησε στον πόλεμο. + +[1895]. + + + +Τ Ο Μ Α Κ Ε Λ Ι Ο + Γιάννη Καμπύση + + + + — Είν' ανθρωπονόητα τα βόιδα! Ακούς;... + +—Ουφ, καημένε και συ! Κουταμάρες, του λέω· παλιοκουβέντες! + +Εφούσκωσαν τα μάτια του, λες κ' ήθελε πηδήσουν από τις κόχες. Άναψε, +ξεροκοκκίνησε. Ετίναξε το χέρι του μ' ορμή, σαν άνθρωπος που έχασε +την υπομονή. + + — Πάμε! μου λέει, γέρνοντας πλάι με μεγάλα βήματα. Συ, παιδί μου, +σκας Δεσπότη! Πάμε, λοιπόν, να το ιδής με τα μάτια σου... + +Ήταν Σαβατόβραδο. Ο ήλιος δυο τριχιές να πέση, αβλάκωνε αποκαρωμένος +το γαλάζιο θόλο απάνω. Όσο έγερνε, εχρύσωνε με λαμπρά ροδόξαθα +χρώματα τασημένια πλάτια του γιαλού πέρα, καταπέρα. Εκύλαε απάνωθε +αργός εμεγάλωνε τους ίσκιους· εχρωμάτιζε περίλαμπρα τις σταχτερές +βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Έχασκαν κ' οι κάβοι κατακάτω, μες το +πέλαγο. Όσο έγερνε ολοένα στο βασίλεμα, εζωγράφιζε στα ανοιχτά, πότε +ένα πανί καϊκιού αρέκαντο κεικάτω βαθιά, πότ' έναν ξυλάρμενον +καραβιού παπαφίγκο. Εκύλαε ολοένα αποκαρωμένος, αργός· επάγαινε να +βυθίση κάτω, κεικάτω, στης Μπαρμπαριάς τάγρια τα πέλαγα, που δεν τα +ίσκιωσε πανί και κουπί, ακούς, δεν ταβλάκωσε. + + — Αμάν και το δικό σου το κακό! μου λέει ο φίλος, τινάζοντας ψηλά +από το σβέρκο το γιακά. + + — Αι καλά· σώπα πια· θα ιδώ τόρα να πιστέψω· κ' εσταματήσαμε +παράμερα από τους μακελάρηδες. + +Η μεγάλη δίπλα η ξερολιά, — ξερή γιατί ποτίζεται χρόνια τόρα μ' αίμα, +— με δυο τρεις θηλιές απ αργασμένα βούνεβρα στις χοντρές κλάδες της +απάνω περασμένες, και το τσιγκέλι στην άκρη καθεμιά τους κάτω, ήταν +ακέρια τζελαλατίνα τω βοδιών. + +Ήταν τρεις οι μακελάρηδες. Άγριοι, λεροί κι αλλαξοπρόσωποι. Οι δύο +εβάσταγαν τις άκρες της θηλιάς, που είχαν σε ένα μακρύ χοντρό σκοινί +δεμένη. Ο ένας τη μια άκρη το σκοινί, ακουμπημένο σίγουρα στης μιανής +ελιάς τη ρίζα. Ο άλλος την άλλη άκρη το σκοινί, στης αλληνής ελιάς τη +ρίζα ακουμπημένο. Η θηλιά έπεφτε στη μέση χάμου, καταμεσίς στο +μονοπάτι. Ο τρίτος με τη βαριά στα χέρια. Ήταν η ώρα τους που +θάγερναν το κοπάδι τα βόιδα στο χωριό, από τα βουκουλιά οι βοϊδολάτες +κάτω. Κ' επρόσμεναν εκείνοι ανυπόμονα, ρίχνοντας λοξές ματιές, πότ' ο +ένας πότ' ο άλλος μες από τις ελιές, κατά τον κάμπο, πέρα στα +λιβάδια. + +Όσο έγερνε τόρα αργός, καμαρωτός ο ήλιος ολοένα προς τη δύση του, τα +τσιντζίρια μες τις ελιές, εδυνάμωναν το τσιριχτό το τραγούδι τους. Τα +δέντρα, γλαρωμένα γύρω στης ημέρας το βαρύ λιοπύρι, άρχιζαν να +δροσολογιώνται τόρα στο βραδινό του βουνού το φύσημα. Τα χλοερά +λιοστάσια περίγυρα ξεθύμαναν μια μυρουδάτην αλαφρήν ανάπνια, ένα +μεθυστικόν αιθέριο ανασασμό, που θάλεγες κ' η φύση όλη άνοιξε τους +πόρους της. Ταποσπερινό αβγουστιάτικο δροσοβολιό εβαλσάμωνε τον αέρα +γύρω με ουράνιους αχνούς, μ' αγγελικές εβωδίες. Εφύσαε στα ζωντανά +και στα χορταρικά παντού, ζωή και δροσιά και χαρά και νειότη. + + — Νάτα! είπ' ένας μακελάρης ξάφνου. + + — Νάτα! μου λέει κι ο φίλος πλάι, αναπηδώντας δίπλα μου σα λαβωμένος +λαγός. + +Ακούστηκε τόρα φοβερό ποδοβολητό καταπέρα, κ' ετίκλωσε μες τις ελιές +ο αέρας από σύγνεφα μπουχούς. Κολώνες ουρανοθεμέλιωτες εσηκώθηκαν +στον κάμπο κάτω ασβόλες και χώματα, σαν από φριχτό σιφουνικό. +Εξάνοιγαν ξέμακρα οι βοϊδολάτες με τις μακριές τις βουκέντρες, που +εσαλάχαγαν κουκουνισμένο το κοπάδι. Εροβόλαγαν τα βόιδα με μουκανητά +και ταραχή, μυρίζοντα με τα ρουθούνια αγριεμένα ψηλά, ανήσυχα τον +αέρα, σα νάνιωθαν που ζύγωναν στο μακελιό. + +Όσο περισσότερο εζύγωναν, άγριεβαν πάντα τα μουκανητά κι αναβοΐσματα. +Ανακόρδιζαν τα βαριά λαιμοτράχηλα απάνω. Ανακλάνιζαν τα κερατοφόρα +τους κεφάλια πίσω στους παχύσαρκους σβέρκους τους. Εφούσκωναν +διάπλατα, φοβερά πέρα δώθε τα ρουθούνια τους εφύσαγαν. Εμύριζαν τον +αέρα απάνω θυμωμένα. Έτρεχαν όλα μαζωμένα, τριποδιστά κατά το +μακελιό, μανακύλησην άγρια, με μανιακόν ποδοβολητό. Ανέμιζαν τα +χώματα στο φοβερό τους δρόμο. Λες κ' εφύσηξε απάνωθε σιφουνικό φριχτό +κι αναβόρι ακράτητο, ανέβαινε κολώνες ο μπουχός στον αέρα. + + — Χμ! έκαμε ξυώντας ταφτί, πονηρά μισοκλειώντας τα μάτια ο παράξενός +μου σύντροφος. + +Ως κ' εζύγωνε το κοπάδι στο μακελιό, άναφταν άγριοι κ' οι +μακελάρηδες. Εκρατούσαν τη θηλιά κάργα, κ' είχαν τη βαριά σηκωμένη. +Άστραφταν διψασμένες, λαίμαργες οι φοβερές οι μαχαίρες τους. Είχαν τα +μάτια άγρια γουρλωμένα. Ήταν τους οι τρίχες σαν καρφιά φριγμένες, κ' +ήταν τους πρησμένες οι μαγούλες, κ' ήταν πανιασμένο όλο τους το +πρόσωπο. Άστραφτε διαβολικό τανάβλεμμά τους, εφύσαε αγριεμένο το +ρουθούνι τους. Ανάγλυφαν, ξεροδάγκαναν στα ολόμαβρα τα χείλια τους +ζωγραφισμένη απάνω τη φριχτή και παράξενη δίψα τους. + +Μπρος στις ελιές το κοπάδι εκόλωσε. Εσταμάτησαν στον τόπο τους +συμμαζωμένα. Σα νάνιωθαν βέβαιον τόρα τον κίντυνο, εστάθηκαν άσειστα +στου στενού μονοπατιού το διάσελο. + + — Το Λιάρο, Κοπρούλα, το δέφτερο· έσκουξε ο φοβερός μακελάρης με τη +βαριά στον ώμο, στο μπροστινό βοϊδολάτη, τον κοντεινότερο. Οι άλλοι +βοϊδολάτες, με τις μπλούζες τις σβουνιασμένες, τα στρυμένα κι +αξάγκλεγα γένια τους, εκράταγαν πλάτες πίσω κι ομπρός με τις μακριές +τους βουκέντρες. Μην προγκήξη αγριεμένο το κοπάδι καταπίσω, και +ξεσπάση μέσα τον κάμπο, και τρέχα γύρεβε πια· πόδια μου, ποδαράκια +μου. Ο πελώριος ο Κοπρούλας με τη μακριά του τριχούσα, που βρωμισμένη +στα βοϊδοκόπρια έπεφτε σε λερά ξέφτια γύρω του, και τη βουκέντρα τη +μακριά, που ξέφεβγε πάνω από ταναμαλλιασμένο το κεφάλι του, εχύθηκε +ταβρομάχος σωστός, άγριος κι ανήμερος και τρομερός στη μέση στο +κοπάδι. Τα βόιδα εμουκάνιζαν γύρω του φοβερά. + +Εμυρίζονταν τον πελώριο τους βοϊδολάτη ανήσυχα. Τον εφύσαγαν άλλα +απειλητικά με ταφρισμένα, διάπλατα ρουθούνια τους. Λεφτό δεν έδινε +αφτός· τη δουλιά του. Το κοντό, σβουνιασμένο σκοινί, που αγκάλιαζε +πριν τη χοντρή μέση του βοϊδολάτη, δεντρογαλιά φαρμακερή ξετυλίχτηκε +τόρα, να σφίξη άσπλαχνα του άμοιρου Λιάρου τα κέρατα. Λες κ' ένιωσε +τη συφορά του το μάβρο, ετήραε τον άγριο βοϊδολάτη μ' ένα βουρκωμένο +στο παράπονο, παιδιακήσιο ανάβλεμμα. + +Έδεσε το βόιδι από τα κέρατα καλά. Εσαλάχησαν οι άλλοι βοϊδολάτες με +τις μακριές τους βουκέντρες καταμπροστά τάλλο κοπάδι. Δεμένος με το +σκοινί από τα κέρατα ο Λιάρος, έβλεπε με λαχτάρα τα συντρόφια του +ναραδίζουν ελέφτερα το στενό μονοπάτι. Κλαίγοντας τη μάβρη σκλαβιά +του, μου-ου-ου! μου-ου-ου! εμουκάνιζε παραπονετικά. Εγέμιζε κλάψες +και θρηνωδίες γύρω τον αέρα, που σπάραζαν την καρδιά κ' εσήκωναν την +τρίχα. Ένα, ένα τάλλα τα βόιδα διάβαιναν τόρα το στενό. Πάτησαν τη +θηλιά κατάστρατα απλωμένη, κ' εξεστράτισαν μες τις ελιές, λαφιασμένα +στο μακελιό περίγυρα. Ο Λιάρος απόμεινε ολομόναχος, σκλαβωμένος. Ήρθε +κ' η αράδα του! Μια δίνει ο Κοπρούλας, ο πελώριος ο βοϊδολάτης με τη +λερή πουκαμίσα και τα κόκκινα γένια τα στρυφτά, τον απόλυσε το Λιάρο. +Λεφτερωμένος τόρα από τα δεσμά, που τούσφιγκαν πριν τα κέρατα, +εχύμησε μ' ορμή κατάμπροστα. Επήδησε στις δυο ελιές ανάμεσα, να σμίξη +πέρα τάλλα του συντρόφια. + + — Φραπ, φραπ! ετινάχτηκε ζερβόδεξα η θηλιά κ' εκαργάρησε στω δυο +ελιών τις ρίζες. + +Έσφιξ' η θηλιά, επεδούκλωσε του βοϊδιού τα πόδια. Επάλεψε αγριεμένο +να λεφτερωθή. Ανατινάχτηκε, αναπήδησε, έσφιξε πλιότερο η θηλιά, +πλιότερο επεδουκλώθη, ανακωλώθηκε ξαπλωταριά χάμου στα χώματα. +Άφριζε, εφρίμαζε, εσηκοκυλιόταν, πασκίζοντας μάταιον αγώνα, να +ξεφύγει με σπαρταρίσματα και κλωτσιές χάμου, να σπάση τα σκοινιά που +τούσφιγκαν τα πόδια. + + — Κρακρούκ! ανεβοκατέβηκε ξεροσκαστά η βαριά πάνω στο κάφκαλό του. +Ελωλώθηκε ο Λιάρος. Εθόλωσαν τα παιδιακήσια του μάτια. Επρομύτισε με +τη μούρη στα χώματα. Εχτύπησαν δεμένα τα πόδια του τον αέρα. +Εμουκάνισε με κλάψα πολλή, με πικρό παράπονο. Ο μακελάρης πέταξε τόρα +με βία τη φοβερή τη βαριά του παράμερα. Εξεφηκάρωσε ένα πλατύ +χασαπομάχαιρο κοντό, που άστραψε στον ήλιο ασημένιο. Επήδησε μ' ορμή +πάνω στη φουσκωμένη την κοιλιά του Λιάρου. Ξαπλωταριά χάμου σύξυλο +εμουκάνιζε το βόιδι με κλάψα. Αγκομαχούσε μ' αγωνιά, κι αναχάραζε σα +να ψυχοραγούσε. Εφύσαε το σβυσμένο ρουθούνι του φριχτά. Ανέμιζε στο +φύσημά του κ' εσήκωνε σύγνεφα γύρω τα χώματα. Του μακελάρη το +γυμνασμένο χέρι έσκισε τον αέρα μ' ορμή. Ταστραφτερό λεπίδι +λαμποκόπησε ψηλά. + + — Φλι, πιπλίφ! εσουράβλισε τσαμπούνες το μαβρειδερό το αίμα +καταπέρα. Ετσιλάχρησε περίγυρα τον τόπο. Επιτσίλησε τη ρίζα της +ξεροελιάς. Επότισε τα διψασμένα γύρω τα χώματα. Τα μανίκι του +μαχαιριού χάθηκε κι αφτό μες το αίμα. Λαίμαργη κ' η λερή η μανίκα του +χεριού, ρούφαε κ' εκείνη το αίμα. Εσφάδαζε το βόιδι ξαπλωταριά. +Εσπαρτάριζε νεκροζώντανο το κορμί του. Ψυχοραγώντας αναχάσκιζε. +Εξεθύμαινε, ραγισμένο χώνεβε στον κομμένο λαιμό του το τελεφταίο +μουγκρητό. Εχουρχούριζε σπαραγμένος ο λάρυγγας. Αφρούς κ' αίματα +εχούχλαζε, κάτω από τάπονο μαχαίρι, ταπονώτερο του μακελάρη χέρι. +Στρυφτογύρισε τόρα το διάπλατο μαχαίρι στον ανοιγμένο λάρυγγα μ' +ορμή. Το αίμα ανάβλυσε πλιότερο. Εσπάραξε το βόιδι για τελεφταία +φορά. Αναχάσκισαν τάσπρα του χείλια. Εξεχύθηκαν ποτάμια αφροί κ' +αίματα. Εσουράβλισαν στο στόμα, στα ρουθούνια του μ' έναν αχνό, που +θάλεγες κι αλαφροκάπνιζε του Λιάρου η παιδιακή ψυχή. Τέντωσε τα πόδια +του δεμένα ακόμα. Ανακόρδισε τάψυχό του κορμί. Ελαχτάρισε μια, κ' +έμεινε μάρμαρο στον τόπο του, απ το κεφάλι ως την ουρά. Ο μακελάρης +τόρα μόλις ανάσυρε και χέρι και μαχαίρι, από το λάρυγγα το +σπαραγμένον του νεκρού. Στο αίμα βουτημένος όπως ήταν, μαγριεμένο +ανάβλεμμα, με μαλλιά αναφουφουλιασμένα αναπήδησ' ορθός. Εγούρλωσε το +φοβερό του μάτι· εδάγκασε στα δόντια ματωμένο το μαχαίρι του. +Ρίχτηκαν, σαν τα κοράκια στο κάρμα, οι άλλοι τόρα οι μακελάρηδες με +τα κοντά μαχαίρια τα πλατιά. Ο ένας τράβαε το πόδι· άλλος τα κέρατα +έσερνε· τρίτος να το ξεκοιλιάση επάλεβε, τα κοιλόμπουχά του να χύση. + +Τάλλο το κοπάδι τα βόιδα σκόρπησαν πέρα μες τις ελιές, που +ταπαράτησαν οι βοϊδολάτες κ' εχασομέρησαν πίσω αφτοί, να βοηθήσουν να +σηκώσουν το Λιάρο οι μακελάρηδες. Εσκρόπησαν μες τις ελιές τα βόιδα +πέρα, κ' εμαζέφτηκαν όλα κύκλο κει παράμερα, που ήταν ποτισμένο το +χωράφι μ' αίμα. Ετέντωναν στη γη τους λαιμούς λαφιασμένα, κ' +εμυρίζονταν χάμου άγρια τα χώματα, ξεροποτισμένα χρόνον καιρό +στων αθώων αδερφιών τους τα αίματα. Το αίμα το ξερό των αδερφιών +τους, χρόνον καιρό ζυμωμένο στα χώματα, τάκραζε από τον Κατουκόσμο, +ακούς. Κι ολοένα, ολοένα εμυρίζονταν. Εφύσαγαν τα ρουθούνια τους +αγριεμένα. Εχτύπαγαν όλα μαζί με τα μπροστινά. Ανάσκαφταν τα ματωμένα +τα χώματα. Εσήκοναν κολώνα τον ανήφορο μπουχούς. Επαράτρεχαν γύρω, με +κλάψα εμουκάνιζαν, με σπαραχτικό παράπονο ερέκαζαν, λες κ' +εμυρολογούσαν. Ετουμπιώνταν μεταξύ τους, μπλέχοντας τα κέρατα να +σκοτωθούν. Ανακύλαγαν τον τόπο γύρω μες τα χώματα. Εσειώταν η γη στο +βαρυπάτημά τους. Ολοένα εμυρίζονταν σκυφτά τα ματωμένα χάμου τα +χώματα, όλο μαζί το κοπάδι, που δεν αποδίχαζαν στο σωρό βόιδι από +βόιδι. + +Έτσι πάντα όταν διαβαίνουν, ακούς, το μακελιό, γέρνοντας στο χωριό απ +τα λιβάδια κάτω. Τα κράζει, λέει, τ' αθώο αίμα τω σφαγμένων αδερφιών +τους, που το πίνει η γη και το ρουφάνε λαίμαργα τα χώματα. Πάνε πάντα +εκεί και μαζέβονται ολόγυρα. Αρχινάνε να χτυπούν τη γη με τα +μπροστινά. Ανασκάφτουν, κολώνες σηκώνουν τα ματωμένα γύρω τα χώματα. +Μουκανίζουν και φριμάζουν και κλαιν, λες και μυρολογούν τα πεθαμένα +τους. Μπλέχουν τα κέρατά τους άγρια αναμεταξύ τους, ανήμερα +τουμπιώνται να σκοτωθούν. Ανταρέβουν και παρατρέχουν και βαρυπατούν, +με φριχτήν ταραχή κι ανακύλησην άγρια, μανιασμένα κι ακράτητα — που +τα κράζει, λέει, από τον Κατουκόσμο τω σφαγμένων αδερφιών τους το +αίμα. + + — Είν' ανθρωπονόητα τα βόιδα! Ακούς;... +[1894] + + + +Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΦΟΝΙΑ + + + + +Τίμια και τιμημένη, που ήταν μες το χωριό η πανώρια η Αριστούλα, ήταν +των κοριτσιών η ζήλια, για την προκοπή της και την ασύγκριτή της +ομορφιά. Καμάρι ήταν τω λεβέντηδων ατίμητο, για τη μεγάλη της σεμνότη +και τη φρονιμάδα της. Από μικρή και από άφαντη παιδούλα, πατέρα δεν +εγνώρισε η άμοιρη. Απόμεινε ορφανή, εκείνη κι απομόναχη, με τη +μανούλα της την ακριβή. Μες της μάβρης φτώχιας τα χάδια και της +ορφάνιας τον πικρό καημό αναστήθηκε. Κρυφή χαρά της είχε να ξεδουλέβη +το στερεμένο το ψωμάκι της. Να γεροκομάη τη γριά τη μάνα της· — τη +μόνη αγάπη και ακριβή που είχε η άμοιρη στον κόσμο. Να οικονομάη, να +υφαίνη τα προικιά της τα καλά, μέσα στα μακρυνά νυχτέρια του χειμώνα· +— το μόνο όνειρό της το παρθενικό. Έρημη και απροστάτεφτη στον κόσμο +τον πικρό, που απόμεινε, χωρίς καμιά βοήθεια από κανένα, εδούλεβε για +δυο ζωές· την εδική της και της γριάς της μάνας της· — της μάνας της +προπάντω. Επάλεβε με προκοπή μυριόκαλη και αξιάδα ζηλεφτή, +ναναπληρώση ό,τι της εστέρησε ο κόσμος ο κακός κ' η μοίρα της η +μάβρη. + +Στου χωριού τα σύγυρα αντίπερα, έξω στα Παρακήπια, έχει το φτωχικό +ξωμάχι της η θεια Χρηστίτσα η καψόχηρα. Χωμένο μες τους βαθιούς τους +ίσκιους τους πυκνούς τω δεντρικών, κρύβει πιστά στα βάθη του θερμά +και αγαπημένα της ορφανής την παρθενιά τη λατρεφτή, τα κάλλη τα +περίσσια, ταπάρθενά της όνειρα, γλυκά αδερφωμένα με της μάνας της +αγλύκαντης τις άπλαστες γεροντικές ελπίδες. Νέκρα και γύμνια κατοικεί +στο φτωχικό της μείνεμα της άμοιρης Χρηστίτσας. Μα το στολίζει μέσα +το σπιτάκι της, αγνή σαν του επιταφίου τα κρίνα, η παρθενιά η +αγγελική της λατρεφτής της κόρης. Μα τομορφίζει η ζηλεφτή της προκοπή +και η περίσσια χάρη της. Στης ακριβής της κόρης το ουράνιο χαμόγελο +ξεχνά τα περασμένα της καλά η άμοιρη Χρηστίτσα. Μες της θερμής αγάπης +της την αγκαλιά βρίσκει ένα λόγο, μια παρηγοριά, να θάψη, να γλυκάνη +τις μάβρες, τις πικρές τις στέρησες της τορινής ζωής της. Αφίνει να +γλυκοχαράζουν μες τον κουρασμένον της το νου, να φτερουγίζουν +μαγικές, ολόχρυσες ελπίδες, για μια νέα ζωή ονειρεμένη, +πλουσιοπάροχη, που θενά φέρη με καιρό μέσα στο φτωχικό σπιτάκι τους, +η μοίρα της καλότυχής της κόρης. Εκεί στο παραγώνι ακουμπησμένη, στα +πετρωτά πρεβάζια της φωτογωνιάς η γριά, κατά τα μακρυνά νυχτέρια του +χειμώνα, ξένει καμπουριασμένη πάνω στην ποδιά της τα μαλακά μαλλιά, +που θα τα υφάνη η προκομμένη θυγατέρα της. Από ώρα σε ώρα +ξεθαλίζοντας τη θράκα στη γωνιά, λογιάζει μέσα της, σε ξύπνια +ονείρατα, τη μαγική την τύχη της καλής της. Ονειροθεμελιώνει με αγάπη +και στοργή μέσα στη γέρική της υπνοφαντασιά παλάτια αρμονικά· +ασύγκριτα τα χτίζει και περικλεί στα αθώρητα τα βάθη τους μια ζωή +πανώρια, ονειρεφτή, για την αφρόπλαστην την κόρη της, μέσα σε άφτονα +αγαθά και πλούτη ανιστόρητα και αφάνταστα. Λογιάζει και ονειρέβεται η +γριά γλυκά. Και μες από τα μάβρα σύγνεφα της σκοτεινής της +βαρυχειμωνιάς, που άπονα την πλακώνει, βαθιά ξανοίγει να αργολάμπη, +σαν ασπερίτης ξάστερο το φέγγος του, πάνω στον καπνισμένον ουρανό της +φτωχικής της στεγωσιάς, σα δάκρυ υγρό και αναλυτό σαν το μαργαριτάρι, +της πολυχαδεμένης κόρης της ταστέρι. + +Ο Τρύφος ο λεβέντης, του Ρουπακιά ο γιος, τ' αξιώτερο παληκάρι του +χωριού και το καλήτερο νοικοκυρόπουλο, βγήκε φυγόδικος από τα πέρσυ +τη Λαμπρή. Απάνω στο χορό οι παρέες ενοχλήθηκαν για τα νταβούλια. +Επιάστηκαν στα χέρια τα παληκάρια μανιωμένα. Έπαιξαν τα καλαματιανά +μαχαίρια στον αέρα ξεμανίκωτα. Εξάστραψαν ψηλά αναρίθμητα πιστόλια +στο σωρό. Μαλλιά-κουβάρια έγιναν. Έπεσαν δυο του τόπου από του Τρύφου +την παρέα. Ο Μποτσονάς ο Βάκης από τους άλλους. Άξιο πανώριο παληκάρι +του χωριού, του Τρύφου ο γκαρδιακός ο φίλος, που εξεψύχησε κάτω από +δυο βαριά χτυπήματα της κάμας της αδερφικής του φίλου του ο Βάκης. +Γιατί ήταν, βλέπεις, με άλλη παρέα ο καθένας τους. + +Δυο χρόνια τόρα, από τότε που ντύθηκαν στα μάβρα τρία πανώρια σπίτια +μέσα στο χωριό, φυγόδικος ο Τρύφος, εκρυβόταν από κάθε μάτι +προδοτικό. Έτρεχε δω κ' εκεί, μέσα στους ισκιερούς τους λόγκους και +μέσα σταγριολάγκαδα. Κανείς δεν ήξερε πούθε βράδιαζε και πούθε +ξημερωνόταν. + +Άλλοι έλεγαν ότι τον απαντούσαν μες τα βαθιά μεσάνυχτα τις νύχτες, να +περιπολέβη κάτω από το μεγάλον πλάτανο στη βρύση του χωριού, ντυμένος +παπαδίστικα. Άλλοι έλεγαν ότι ελημέριαζε στα αθώρητα και μυστικά +κελιά της Άγια Πελαγίας, που τόνε κρύβει ο Πάτερ-Παΐσιος ο ηγούμενος +στα βάθη του μοναστηριού. Και άλλοι ακόμη έλεγαν, πως κάποια τυχερή +κοπέλα του χωριού η ομορφότερη, τον έμπλεξε στα δίχτυα της. +Κατεβαίνει από τους λόγκους τους πυκνούς που το σκεπάζουν το χωριό +ολόγυρα. Μπαίνει πάντα αθώρητος και αγνώριστος ο Τρύφος μες τα βαθιά +σκοτάδια, κατά τις βροχερές τις νύχτες του χειμώνα. Πάει στο σπίτι +της άγνωστης καλής του, που τον προσμένει αγάπη ολόθερμη, να τόνε +ζεστάνη, παγωμένο μέσα στις κρύες βαρυχειμωνιές, που τόνε δέρνουν· +αφρόπλαστη αγκάλη τον ακαρτερεί, να γύρη να ξεχάση μες το ηδονικό της +σφίξιμο, κάθε βαριά κούραση του κορμιού, και κάθε σκοτεινόν του νου +παραδαρμό. Και μες απ όλα του κόσμου αφτά τα λόγια και τις +καταλαλιές, ο Τρύφος, άγνωρος πάντοτε και αθώρητος, τραναίνει τη +μεγάλη του παληκαριά και αφξαίνει την αντρειά του την ασύγκριτη, στα +μυστικά και αφάνταστα λημέρια. Έτσι τον παρασταίνουν πια αληθινά +αντρειωμένον της κάθε κόρης τα όνειρα τα φτερωτά. Κ' έτσι φαντάζει +γίγαντας τρανός στου καθενού παιδιού τον άπλερον το νου, που όλα τα +μεγαλώνει. + +Ας έλεγαν εκείνοι πως βγαίνει ο Τρύφος πέρα στη βρύση, τα μεσάνυχτα, +κάτω από τον πλάτανο, ντυμένος παπαδίστικα. Ας έλεγαν αφτοί πως ο +Πάτερ-Παΐσιος τον κρύβει μυστικά στα σκοτεινά κελιά της Άγια- +Πελαγίας. Όσοι έλεγαν πως μες τις κακουχίες τις βαριές, και μες τα +βιαστικά του τα τρεχάματα, κρυφή αγάπη λατρεφτή τον θέρμαινε και τον +εδρόσιζε τον Τρύφο, αφτοί είχαν κάποιο δίκιο περισσότερο. Στους +ίσκιους πέρα τους βαθιούς, μες τα πυκνά τα φύλλα σκεπασμένα, αθώρητα +και μυστικά, ονειρεφτά και πολυζήλεφτα, είνε τα μαγικά λημέρια της +αγάπης. Κάθε απόσπερο, που θα καλαψηφόση, προφυλαγμένος από κάθε μάτι +προδοτικό, μες το βαρύ σκοτάδι τυλιγμένος, γλυστρά πάνω απ το λόγκο, +περνά μέσα στους σύδεντρους τους κήπους, πηδάει τις ποριές ελαφρός +σαν ίσκιωμα απονύχτερο. + +Έρχεται ο Τρύφος να θερμάνη το παγωμένο του κορμί, τον κουρασμένο νου +του να δροσίση, μες την αφράτη αγκάλη της καλής του της πεντάμορφης. +Τρώει, πίνει, καλοθερμαίνεται μαζί της. Πλαγιάζει μαγικά μες την +ουράνια αγκάλη της και ξημερώνεται στο λόγκο πάλι το ταχύ. Και τρέχει +ονειρεφτή και αδάκρυτη τρέχει η ζωή. + +Πέρα στα σύγυρα του χωριού, όξω στα Παρακήπια, ξέμακρα από τα σπίτια +τάλλα, το φτωχικό ξωμάχι της θεια-Χρηστίτσας της καψόχηρας, χωμένο +τόρα μες τα χιονισμένα δεντρικά, κρυμένο τόρα μέσα στα βουβά τα +χιόνια, τέλεια από τον άλλον κόσμο μυστικό, κατάκλειστο στα αφάνταστα +τα βάθη του· δεν κρύβει πια της αρφανής πεντάμορφης την παρθενιά τη +λατρεφτή, τα κάλλη τα περίσσια, ταπάρθενά της όνειρα, γλυκά +αδερφωμένα με της μάνας της αγλύκαντης τις άπλαστες γεροντικές +ελπίδες. Δεν το στολίζει μέσα πια το φτωχικό σπιτάκι της άμοιρης +Χρηστίτσας, αγνή σαν του Επιτάφιου τα κρίνα, η παρθενιά η αγγελική +της λατρεφτής της κόρης. Δεν τομορφίζει τόρα πια η ζηλεφτή της +προκοπή και η περίσσια χάρη της. + +Καταπεσμένη μάνα τόρα αμαρτωλή, η αφρόπλαστη παρθένα του χωριού, των +κοριτσιών η ζήλια πριν και το κρυφό καμάρι των λεβέντηδων αρωστημένη +τόρα και αδύνατη, σούφρα και κατακίτρινη, με το ένα πόδι στον τάφο, +αγκομαχά και κοίτεται στο φτωχικό τους παραγώνι σύγξυλη, μες τη βαριά +της λεχωνιά η Αριστούλα η ορφανή· — συντροφεμένη δίπλα της από μιαν +άλλη αθώα και άπλερη ορφανή, τη νειογέννητη μικρή αμαρτωλή, που +τυλιγμένη μες την αμαρτία της την έφερε στον κόσμο. + +Η θεια Χρηστίτσα στην άλλη άκρη της φωτογωνιάς, στα γέρικά της γόνατα +γερμένη, χίλιω χρονώνε τόρα γριά ανάμεσα σε μια νυχτιά, κρύβει τα +σβυσμένα τα ματάκια της μέσα στα χέρια τα ξεραγκιανά, και κλαίει, +ολοένα κλαίει. Μάβροι και σκοτεινοί οι λογισμοί της περιτριγυρίζουνε +το νου σπαραχτικά, και τη νυχιάζουνε στα βάθη της ψυχής σκληρά, για +την αμαρτωλή ζωή της κόρης της της ακριβής. Δε χτίζει πια παλάτια +αρμονικά και ασύγκριτα η γριά να κλείση μες ταθώρητα τα βάθη τους +μία ζωή πανώρια, ονειρεφτή, για την αφρόπλαστη την κόρη της, μέσα σε +άφτονα αγαθά και πλούτη ανιστόρητα και αφάνταστα! Και δε λογιάζει +τόρα η γριά, δεν ονειρέβεται γλυκά! Και μες από τα μάβρα σύγνεφα της +σκοτεινής της βαρυχειμωνιάς, που άπονα την πλακώνει, δεν ξανοίγει πια +να αργολάμπη, σαν ασπερίτης ξάστερο το φέγγος του, πάνω στον +καπνισμένον ουρανό της φτωχικής της στεγωσιάς, σα δάκριο υγρό και σα +μαργαριτάρι αναλυτό της πολυχαδεμένης της το αστέρι! Την πνίγουν μέσα +μάβροι λογισμοί. Κατάμαβρες ιδέες τη σκοτίζουν και καταριέται η Θεια- +Χρηστίτσα και κολάζεται την ώρα που γεννήθηκε απάνω στον τυραγνημένον +τούτον κόσμο. Κρυφά παρακαλιέται μέσα της, να κόψη την αμαρτωλή ζωή +της ο θεός. Να μην ιδή της κόρη της το τέλος... + +Απόξω αριό πάντα το χιόνι κ' ήσυχο στοιβάζεται απανωτά. Αριά τα φώτα +της χιονιάς, θαμπά εκρύφτηκαν πίσω από τις πυκνές τις καταχνιές. +Απλώθηκε παντού βαθιά και σιγαλή μες τη χιονούρα η νύχτα. + +Πέρα προς τα μεσάνυχτα, η πόρτα ξαφνικά ανοίγεται. Αλαφιασμένος και +αγριωπός, λεφκοχιονισμένος πάνω στα πλούσια τα άρματά του και την +κάπα του, στο φοβερό θυμό του μανιασμένος, εμπήκε ο Τρύφος ο +φυγόδικος. Τινάζεται ξεμάλλιαγη η γριά, στα πόδια του να πέση. Να τον +παρακαλέση για της δύστυχης της κόρης της την τύχη, που κοίτεται +αναίσθητη εκεί στο παραγώνι. + + — Δεν έχουμε καιρό για τέτια τόρα. Επροδοθήκαμε και κιντυνέβει να με +πιάσουνε! Πρέπει να κρύψω τα παιδί! + +Να μη μας βγουν όλα στη φόρα! Άρπαξε βιαστικά στην αγκαλιά του κ' +έκρυψε κάτω από τη βαριά και χιονισμένη κάπα του της φοβερής του +αμαρτίας τον καρπό. + +Η Αριστούλα ξερή κοιτάμενη, τίποτε δεν άκουσε απαφτά. + +Η Θεια-Χρηστίτσα του αντιλόγησε. + + — Πού θα το πας, Τρύφο μ'; Πού θα το πας γιέμ', στα χιόνια μέσα το +μωρό;.. + +Της έβαλε ένα γρούπο χρήματα στο χέρι. + + — Πάρε, της λέει, για το γιατρό... Λεχώνα είνε, προφύλαξη θέλει... +Να την καλόχης με το παραπάνου, γριά, τόρα μέσα στα κρύα... Ακούς;.. +Εγώ παγαίνω. Για το παιδί ένια σας. Στην παραμάνα θα το βάλω!.. +Άνοιξε πάλι την πόρτα βιαστικός και δρόμο. Αλαφιασμένος πάντα +φοβερός, με το μωρό διαμάσκαλα κρυμένο, σα νάταν παλιοκούρελο, κάτω +από τη βαριά του κάπα, εγλύστρησε έξω, μέσα στα χιόνια τα πηχτά, που +απλώνονταν κάτω από τα βουβά του βήματα. Εχάθη μέσα στα βαθιά +τρισκόταδα, που τον αγκάλιασαν περίγυρα, κατάμαβρα σαν την κακούργα +του ψυχή... + +Στου χωριού τα σύγυρα, στα παρακήπια πέρα, ξέμακρα από τα σπίτια +τάλλα, και από της Θειά-Χρηστίτσας το φτωχικό ξωμάχι ξέμακρα, +ανάπλαγα στο λόγκο τον πυκνό, στη ρίζα μιανής φράχτης· αργό κι +ανάριο, πουπουλένιο, σπιθωτό αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το +χιόνι, να στρώση απάνωθέ της πλάκα μαρμαρόχυτη, λεφκή σαν την +αγγελική καθάρια την ψυχούλα της, που σε μια νύχτα σκοτεινή ήρθε να +ιδή τον κόσμο, και σε μια νύχτα πάλι σκοτεινή, δίχως να ιδή το φως +ούτε στιγμή, τον άφησε· — αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι, +να κρύψη, να ζεστάνη μες τους κόρφους του, θερμότερους απ του πατέρα +της την άσπλαχνην αγκάλη, τ' αθώο παγωμένο μνηματάκι της μικρούλας +της νεκρής· — αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι, να χώση μες +τα τρίσβαθα τα Τάρταρα, αβλόγητον και αβάφτιστον αμαρτωλόν καρπό, της +αμαρτίας της διπλής, πατέρα δυο φορές αμαρτωλού, που από της +μαβρομάνας την κοιλιά και την αγκάλη το άρπαξε, για να το βάλη το +άφταιγο μωρό συζώντανο στη σπλαχνική την παραμάνα όλων μας. [1895]. + + + +Ο Β Ρ Υ Κ Ο Λ Α Κ Α Σ + + + + — Βρε τ' ήταν τούτο! βρε τ' ήταν τούτο! Πήγαινε να χάση το μυαλό του +ο κόσμος. + +Όλο το χωριό, αχάραγο ακόμα, ήταν ανάστατο. Παραδέ στην Απάνω Ρούγα +χάλαε ο κόσμος. Όλοι οι χωριανοί ήταν στο πόδι. Αν ήταν και κανένας +βάρυπνος, να βαρυκοιμάται ακόμη, ξύπναε κι αφτός, τρομαγμένος από την +ποδοχαλή που εγινόταν όξω στους δρόμους· από τις σπαραχτικές φωνές τω +γυναικών, που εθόλωναν τον αέρα κ' εσειώταν ο τόπος. + +Βαρύς κι ολόχοντρος εκρεμόταν περακιανά στο ξάγναντο, απάνου στο +σύνορο του χωριού, της Δραμαλούς ο πύργος. Λες κ' είχε βαρεθή πια κι +αφτός τη μοναξή κι άδοξη ζωή του, εβάσταε με αγωνιά στους γέρικούς +του ώμους τα ρειπωμένα τα μπεντένια του, που εφάνταζαν απόμακρα +ξέθωρα και θαμπά σα γέρικες σαγονιές ξεδοντιασμένες. Τα μαβρισμένα +στην πολυκαιρία τα τειχιά του έγερναν φουσκωμένα καταόξω, λες κ' +εκουφαναστέναζαν κάτου από το βάρος τω χρόνων και την παντοτεινή τους +καταφρόνια. Κάτου στα θεμέλια του πύργου, οπεκρεμώταν χοντρός κ' +ισοκατέβατος, έκλειναν κάθε μπασιά κ' έφραζαν κάθε πόρο βατουλιώνες +αδιάβατοι, που άπλωναν πέρα δώθε τους χλαμούς τους αγκαθερούς και +θρεμένους. Ανέβαιναν απάνου ως την ολόχοντρη ζώνα του πύργου, κι +αγκάλιαζαν μ' αγάπη τη διάπλατη βάση του κάτου· που να μη μπορή +αθρωπινό πόδι να τον πατήση· να μη μπορεί αθρωπινό μάτι να διαπεράση +τους ισκιερούς και πεντάπυκνους βατουλιώνες. Θάλεγε κανείς πως +εφύτρωσαν εκεί, αντρειώθηκαν κιόλα κάτου από τον παχύν ίσκιο του +πύργου, κι αγκάλιασαν μαγάπη τρανή και με στοργή περίσσια τα βαριά τα +τειχιά του, για να κρύψουν πλιότερο το βαθύ μυστήριο που έκλειε στα +σκοταδερά σωθικά του· να κάμουν πιο φριχτές και πεντασκότιδες τις +παράξενες ιστορίες και ταερικά, τα ισκιώματα, που τον κάτεχαν. Είχε +και καρπερό περβόλι η βάρδια, όπου εβλάστιζαν άπειρες συκιές, ήμερες +στον καιρό τους. Μα τόρα πια ήταν αμελημένες κι ακλάδεφτες. Είχαν +αγριέψει τα κλαδιά τους, κ' ήταν ξεβλασταριασμένες οι ρίζες τους. +Πόδι αθρωπινό δεν είχε πατήσει τον παχύν τους ίσκιο· στόμα αθρωπινό +δεν είχε δοκιμάσει τα χυμερά και κατάγλυκα σύκα τους. Της βάρδιας το +στοιχειό τις αγριοσύκιζε κάθε τόσο. Αφτό εκαθόταν στον παχύν τους +ίσκιο αποκάτου το καταμεσήμερο. Αφτό έτρωγε τα καρπερά και κατάγλυκά +τους σύκα κ' εδροσιζότανε. Για τούτο άφξαιναν κιόλα τα σύκα. Ήταν +στοιχειωμένα κι αφτά, κ' εμεγάλωναν ως ένα αθρωπινό κεφάλι. Η βάρδια +της Δραμαλούς, — και τα μαξούμια πια, και τα βυζασταρούδια τόξεραν· +ήταν στοιχειωμένη. Οι γεροπαλεϊκώτεροι, που την ανέβαζαν στου +Βενετσάνου τον καιρό, ανατρίχιαζαν κ' εκείνοι ακόμα στάκουσμά της. +Εξαφηγιώνταν φριχτά πράματα που σου σήκωναν το πετσί. Μάβρες και +σκοτεινές ιστορίες, για ταερικά που κράταγαν στανήλιαστα υπόγειά +της. Θαμαστά και παράξενα πράματα, για το φοβερό το στοιχειό που την +κατείχε. + +Όταν εμέθαε ο Λίακας ήταν τ' αξιώτερο παληκάρι που μπορούσε να σταθή +στον κόσμο. Όλοι οι χωριανοί ανατρίχιαζαν μέρα μεσημέρι, όταν +εδιάβαιναν μπροστά από το κοιμητήρι του Αγιοταξάρχη. Και ο Λίακας δύο +φορές έβαλε στοίχημα, να κινήση τα μεσάνυχτα από την Κάτου Χώρα, να +πάη στον Αγιοταξάρχη απάνου μοναχός, καταμόναχος· νάμπη στο +κοιμητήρι, να διαβή τα μνήματα, πατώντας τις πλάκες, να πάη στο +χωνεφτήρι· να πάρη, να γεμίση μια σακούλα αθρωποκέφαλα, να γείρη πάλι +στην Κάτου Χώρα. + +Και τόκαμε πανάθεμά τονε! + +Επήγε και τις δύο φορές, κ' εγέμισε μια σακούλα αθρωποκέφαλα, και +τάφερε και διάνοιξε τη σακούλα και τάδιασε μες του Νικολέτση το +μαγαζί, ανάμεσα στους άλλους χωριανούς, που ανατρίχιαζαν, κ' +εσταβροκοπιώνταν μανοιχτό το στόμα. Έτσι εκέρδισε και το 'να +στοίχημα, εκέρδισε και τ' άλλο. + +Τόχε πάρει απάνου του αποτότε ο Λίακας. Εκαφχιώταν πια πως ημπορούσε, +ακούς, να κατεβή τα μεσάνυχτα στης Τσάτουμας κάτου τον τράφο, όπου +κρατούν ξωθιές και καλομοίρες. Κ' ημπορούσε να πάη σε κάθε βαλτερόν +τόπο, και σε κάθε λαγκαδιά, που κρατούν αερικά και κακά ζιζάνια. Να +τα βγάλη στο σβίδο, να παλέψη άφοβα κι αντρειωμένα μαζί τους. Ακόμα +εκαφχιώταν πως ημπόραε, με στοίχημα βαρύ, να πάρη μια μέρα, το +καταμεσήμερο, νανεβή στο ξάγναντο απάνου στης Δραμαλούς τη βάρδια. +Μια και δυο, να πηδήση την ποριά, να μπη στο περιβόλι. Εκεί θα +εκαθόταν το στοιχειό, γερμένο από το κυνήγι του, στον παχύν ίσκιο +καμιάς συκιάς αποκάτου να δροσιστή. Κι ο Λίακας αντρειωμένος, θάβγανε +στο σβίδο το στοιχειό, θα πάλεβε να το νικήση, θανέβαινε απάνου στη +συκιά, να κόψη σύκα να φάη, να φέρη και στους χωριανούς. Οι χωριανοί, +άλλοι εχαμογέλασαν κι άλλοι εμπαιζογελούσαν. Μα οι πλιότεροι τον +εκαμάρωναν με θαμασμό, κ' εμεγάλωνε στα θαμπωμένα μάτια τους ο +Λίακας, κ' εφάνταζε αληθινά αντρειωμένος. + +Ωστόσο πολλοί εφουρκίστηκαν με τον παλιοκαφχησάρη. Ακούς εκεί ο +Λίακας, να πάη στο στοιχειωμένον πύργο της Δραμαλούς! Κι ακούς να σου +λέη, πως θα παλέψη το στοιχειό, νανεβή στη συκιά, να κόψη σύκο να +φάη, να μας φέρη κ' εμάς! + + — Στοίχημα! του λένε. + + — Στοίχημα; — στοίχημα ! + +Βάνουνε το στοίχημα. Εφτύς κιόλα διαλαλήθηκε σ' όλο το χωριό· το και +το: ο Λίακας είν' αντρειωμένος, κ' είν' ήρωας τρανός, και θα πα να +παλέψη με το στοιχειό της βάρδιας. + +Άλλοι εχαμογέλασαν και άλλοι εμπαιζογελούσαν μαζί του. + +Ωστόσο ο Λίακας κάθεται για να φάη καλά, να πάρη απάνου του· κάθεται +για να πιη, να γίνη σκνίπα. Ν' αντρειωθή κιόλα με το κρασάκι το +βλογημένο. Ναρματωθή κιόλα, να πάη στο ξάγναντο, να πηδήση την ποριά, +να μπη στο περιβόλι που θα ήταν το στοιχειό, να το βγάλη σε σβίδο. Να +παλέψη, να του κλέψη σύκα, να φάη, να φέρη και στους χωριανούς, — να +κερδίση και το βαρύ το στοίχημα... + +Και τόκαμε παναθεμά τονε! + +Είδαν και απόειδαν δύο τρεις χωριανοί κ' εβαρέθηκαν να τον ακαρτερούν +παρακάτου από τον πύργο, που τον είχαν συντροφέψει, μη λάχη και τους +γελάσει. Σαν εσούρπωσε καλά πια και δεν τον έβλεπαν να βγαίνη από τη +βάρδια, τα χρειάστηκαν. Μια και δυο γέρνουν πάλι στο χωριό, και παν +στου Παπα-Ξυδέα. Με καρδιοχτύπι και τρομάρα πιάνουν και του μολογούν +λαχανιασμένοι: το και το, παπά μου! + +Παίρνει ο παπάς το θυμιατό και παίρνει το Σταβρωμένο. Περνάει +βιαστικά το πετραχήλι στο λαιμό, τον παίρνουν και παν κατά το +ξάγναντο στη βάρδια της Δραμαλούς. Όταν ανέβηκαν, αρχινάει ο παπάς να +ψέλνη, κι αρχινάει να ξορκίζη και να διαβάζη της Παναγιάς τους ήχους. +Καμιά φορά έφτασαν στη βάρδια. Μπροστά ο παπάς, πίσω οι χωριανοί, +ξεφράζουν την ποριά και μπαίνουν με τρόμο φοβερό στου πύργου το +περβόλι. Κάνουν έτσι, ψάχουν εδώ, ψάχουν εκεί· τηράνε σε μια συκιά +αποκάτου· τι να ιδούνε! το μαβρο-Λίακα τον άμοιρον, ξαπλωταριά χάμω, +ξανάστροφα! + +Ψέλνει ο παπάς, ξορκίζει· σκύφτουν οι χωριανοί, τηράνε. Ήταν ζεστός +ακόμα ο δύστυχος. Τον πιάνουν άλλος από τα χέρια και άλλος από τα +πόδια, γέρνουν πάλι στο χωριό. Γέρνουν στο χωριό, τον παν στο σπίτι +του. Σαν τον επήγαν σπίτι του, πάει κι ο παπάς απόκοντα, τρέχει κι +όλο το χωριό να ιδή και να μάθη τι ξαφνικό ήταν τούτο. Πιάνουν και +τόνε σταίνουν ορθό σε μιαν άκρη το μαβρο-Λίακα. Πιάνει ο παπάς και +του διαβάζει όλα τα ξόρκια κι όλες τις εφκές να τόνε συνεφέρη. Ναι! +του κάκου. Όλα χαμένα! Ουδέ που σειώταν καθόλου. Μα έλα, που ήταν +ζεστός; Τι να του κάμουν! τι να του κάμουν! δεν ήξερε κανείς. Πιάνει +ο παπάς και τους λέει: + + — Ήταν αμαρτωλός, βλογημένοι μου, φαίνεται, κ' ήταν ανάξιος, και τον +συνεπήραν ταγερικά με το μέρος τους, και τον εσυνεπήραν τα τελώνια +τον άμοιρο. Κι ανώφελα τόρα αγωνιούμαστε, και μάταια πολεμάμε να τόνε +βγάλουμ' από ταγαρινά τα νύχια τους, να τόνε φέρουμε στη ζωή πάλι. +Μόν' πρέπει να βιαστούμε, βλογημένοι μου, να τόνε βγάλουμ' αποδώ +μέσα, και αναγκαστά πρέπει να τόνε χώσουμε μη λάχη και βρυκολακιάσει. + +Σ αφτά τα λόγια του παπά, κόβουν το αίμα τους οι χωριανοί και πα να +χάσουν τον νου τους οι καψοχωριανές από τη λαχτάρα. Για να γλυτώσουν +κιόλα οι άμοιροι από το κακό, και να γλυτώσουν από του μαβρο-Λίακα το +βρυκολάκιασμα, πιάνουν και τον παίρνουν, και, μπροστά ο παπάς, πάνε +στο κοιμητήρι νύχτα, κι ανοίγουν βαθύ λαγούμι, κατάβαθο, και τον +πετάνε μέσα, ζεστόν ακόμα τον άμοιρο! + +Τον πετροχωνιάζουν κιόλα, να μη μπορή να κουνηθή. Να μη μπορή να +ξεβρυκολακιάση και νάβγη πάλι στον Απανωκόσμο, ερημιά του ! + +Ήρθε καιρός να του κάμη η καψογυναίκα του τις _εννιά_ του. Παίρνει τον +Παπα-Ξυδέα πάλι και παίρνει σπερνά, που έφτιασε, και παίρνει +προσφορές και λιβάνια να πα να τόνε διαβάσουν. Πάνε στο κοιμητήρι, +διαβαίνουν τα μνημούρια, φτάνουν και στου μαβρο-Λίακα τον τάφο. +Τηράνε, τι να ιδούνε! Βλέπουν να κάθεται απάνου στον τάφο του ένα +μεγάλο σκυλί σα δαμάλι. Κατακόκκινο, με τρίχα ορθή, φριγμένη, με +μάτια κάρβουνα αναμένα. Σταβροκοπιώνται με τρομάρα πολλή, αρχινάει τα +ξόρκια ο παπάς, και το σκυλί, γένεται άνεμος κ' έσβυσε, γένεται +μπουχός κ' εχάθη... + +Αποτότε κ' ύστερα, καθετόσο ο παπάς, που επήγαινε να διαβάση στο +κοιμητήρι, σαν εδιάβαινε από του Λίακα τον τάφο μπροστά, έβλεπε στην +ίδια θέση πάντα, το ίδιο σκυλί, κατακόκινο, με τρίχα ορθή, φριγμένη, +με μάτια κάρβουνα αναμένα. Τήραε τον παπά άγριο, άνοιγε το στόμα του +να γρούξη, έδειχνε τα φοβερά του δόντια απειλητικά, και γένεται +άνεμος κ' έσβυνε, γένεται μπουχός κ' εχάθη. + +Ο παπάς, μια φορά, δυο φορές, άρχιζε να τα χρειάζεται ο άμοιρος· να +γίνεται σαν το κερί, να λυώνη. Έπαψε κιόλα να παγαίνη καταμόναχος στο +κοιμητήρι. Ημέρα νύχτα εκατακλειώταν σπίτι του κ' εδιάβαζε τάγια του, +κ' εδιάβαζε τα ιερά του. + +Στις σαράντα ημέρες απάνου από τη θανή του μαβρο-Λιάκα, έπιασ' η +καψόχηρά του αποβραδίς κ' έφτιασε σπερνά και προσφορές, να πάη την +άλλ' ημέρα, να πάρη και τον παπά, να του κάμη τις &σαράντα& του. Σαν +εσυγύρισε όλες τις δουλιές της, εκυβέρνησε και τα παιδάκια της απ' +ό,τι φτωχικό είχε και δεν είχε, έκαμε το σταβρό της και έκυψε με τα +παιδάκια της να κοιμηθή· να σηκωθή σύνταχα, να πα να πάρη και τον +παπά, να κάνη τις &σαράντα& ταντρός της. Κατά το μεσονύχτι ακούει +φοβερή ποδοχαλή στην αβλή της· ακούει γογγυτιά βαριά και κούφια +αναστενάγματα. Ξυπνάει με τρομάρα. Σαν ξύπνησε, αφοκράζεται κι ακούει +σπαραχτική φωνή σα νάβγαινε απ τον Αδη. + + — Γιατί να με θάφτε ζωντανόοοο! γιατί να με θάφτε ζωντανόοοο!... + +Ξαφνικά κι απάντεχα κρι-ι-ίκ! κρα-α-κά! βλέπει την πόρτα της νανοίγη +διάπλατη απόξω, αφού είχε βαλμένη διπλή την αμπάρα μέσαθε. Ανοίγει η +πόρτα και τι βλέπει η άμοιρη Λιακού, συφορά της! Τον άντρα της, +ακούς· τον άντρα της! Διπλωμένο μέσα σε κάτασπρο σεντόνι, αφράτο· με +το πρόσωπο ξεβαφουλιάρικο, μισοφαγωμένο· να κρεμώνται κολλητσίδες τα +σκουλήκια από τη μύτη και ταφτιά του γύρω· με τα μάτια βαθουλά μέσα +ρουφημένα· το κεφάλι του γυμνό, ξεπετσιασμένο· πεσμένα τα μουστάκια +και τα γένια του... + +Εστάθηκε λίγο στην πόρτα ολόρθος. Ύστερα με βήματα αριά, κομμένα, +επήγε κ' εστάθη απάνου στα παιδιά του. Τα ξεσκέπασε ένα ένα, τα +τήραξε, τα καμάρωσε· εχαμογέλασε μες τις γυμνόσαρκες σαγονιές του. Τα +ξανατήραξε πάλι, τα ξανασκέπασε, και μια και δυο, έγειρε στη γωνιά, +που ήταν η στάμνα με τα λουκάνικα. Εκοντοστάθηκε εκεί πάλι. Εγονάτισε +απόδιπλα στη στάμνα. Έστρωσε χάμω στο πάτωμα μια κούδα από το σάβανό +του· έπιασε κι άδιασε τα μισά λουκάνικα απάνου. Εβούλωσε πάλι τη +στάμνα· την απίθωσε στην αγκωνή. Εδίπλωσε καλά τα λουκάνικα στην άκρη +το σάβανό του, τάκρυψε διαμάσκαλα στον κόρφο του, και δώθε παν οι +άλλοι. + +Εχάθη! + +Όλο το χωριό, αχάραγο ακόμα, ήσαν ανάστατο. Αν τύχαινε και κανένας +βάρυπνος να βαρυκοιμάται ακόμη, εξύπναε κι αφτός τρομαγμένος από την +ποδοχαλή, που εγινόταν στους δρόμους έξω και τις σπαραχτικές φωνές τω +γυναικών, που εθόλωναν τον αέρα κ' εσειώταν ο τόπος. + + — Βρε τ' ήταν τούτο κακό! βρε τ' ήταν τούτο κακό! έτρεχε καθένας +τρομαγμένος να μάθη. + + — Την απερασμένη βραδιά, ακούς, έγινε ξαφνικό μεγάλο. Βρήκαν τον +Παπα-Ξυδέα ξερόν κοιτάμενο· με τα μάτια γουρλωμένα, άγριον κι +αλλαξοπρόσωπο· με τη γλώσσα μια πιθαμή έξω πεταγμένη. Είχε στο λαιμό +πλατιά ζουνάρια μελανάδες, σα δαχτυλιές. Είχε την απαλάμη του +διανοιγμένη στο πρόσωπό του απάνου, σα να φασκελωνόταν μοναχός του!.. + + — Ξαφνικό μεγάλο!.. + + — Η καψο-Λιακού επαραλόησε, ακούς. Επήρε τα βουνά ζουρλή η μάβρη, +και τρέχει πίσωθέ της το χωριό, να την πιάσουν μην πέση πουθενά και +γκρεμιστή, κι ακόμα να την πιάσουν, συφορά της!.. + + — Και λένε, τάχα — Χριστός κοντά μας! — ο μαβρο-Λιάκας +ξεβρυκολάκιασε, ακούς, γιατί τον είχαν ζωντανό θαμένον. Κι αφτός, +λέει, εβγήκε από την Κατουγής στον Απανωκόσμο, κ' επήγε κ' έπνιξε +στον ύπνο τον παπά. Κι αφτός εσήκωσε το νου της άμοιρης γυναίκας του, +που επήρε τα βουνά, και τρέχει το χωριό τόρα ανάστατο πίσω της, να +την πιάσουν, μην πέση πουθενά και γκρεμιστή και γίνη το κακό +μεγάλο... + +Χρόνια πολλά τόρα ξακλήρισε σύσπιτη η γενιά του βρυκόλακα. + +Μια ράτα, κάμποσον καιρό μπροστά, ανέβηκα για κυνήγι στο χωριό. Επήρα +την κυρούλα μου, κ' επέρασα στου βρυκόλακα το σπίτι· + + — Να, μου λέει η κυρούλα μου, δείχνοντας μιαν αγκωνή χάμω λαδωμένη· + + — Να, μου λέει· εδώ ήταν οπάδιασε τα λουκάνικα στο σάβανό του ο +βρυκόλακας. Απόμειν' αποτότε η λαδιά και δε βγαίνει!.. +[1894 ]. + + + +Η Π Ε Ρ Μ Α Ν Τ Ο Ν Α + Μιχαήλ Μητσάκη + + + +Ενωρίς ακόμα ο Βλογιάρης ο κήρυκας το διαλάλησε διπλές φορές. Άναψε +και το μεγάλο φανάρι κάτω από τις θολωτές καμάρες απέξω κρεμαστό. Δυο +φαντάροι, κορδωμένοι σαν ιδιάνοι, ήρθαν κ' έπιασαν την ανοιχτή πόρτα +απομέσα. Ο Γιάνης, όταν τους είδε που εμπήκαν, έσυρε ένα σκαμνί, +επήρε κ' ένα δίσκο απ το τεζάκι. Εστήλωσε το σκαμνί στην πόρτα +παράμερα. Εκύλησε στο δίσκο δυο τρεις γαζέτες, για μαγιά, και τον +απίθωσε στο σκαμνί απάνω. Άρχισε μέσα νανακατώνη τις ξεβιδωμένες +καρέκλες. Εταίριαξε στους τοίχους ολόγυρα τους σάπικους πάγκους, που +του προμήθεψαν οι φτωχοταβέρνες του χωριού, για την «έχταχτη και +πρωτοφανή περίσταση, είπ' ο Βλογιάρης». Επήρε μια πετρούλα κ' +εσφίνωσε κάτω από μια παλιοσανίδα του πάλκου, που έχασκε από τις +άλλες πάνω στα σαποτρίποδα του κρεβατιού. Εκορδοπάτησε απάνω ο +Γιάνης, να δη αν στεριώθηκε καλά. Να μην πατούν τώνα τάλλο τα σανίδια +και τρίζουν. Ανέβασε τόρα στο πάλκο κ' έστησε σύριζα στην αγκωνή ένα +τραπέζι. Έφερε από το μπουφέ μέσα κρυμένα, με μεγάλην προφύλαξη τα +όργανα. Απίθωσε στο τραπέζι απάνω το σαντούρι, μετρώντας με το στόμα +ανοιχτό τις μυριόδιπλες αστραφτερές χορδές του. Εκρέμασε στη μιαν +άκρη το βιολί, στην άλλη το λαγούτο. Στον καθρέφτη αποκάτω εκρέμασε +τόμορφο κομψό ντερφάκι. Αράδιασε τέσερες καρέκλες στον τοίχο, στο +τραπέζι κοντά. Επήδησε αλαφρά από το πάλκο κάτω. Ήρθε δυο τρία βήματα +μπροστά. Εξαναγύρισε, και το καμάρωσε. + +Όξω τάλλα μαγαζιά κατάκλειστα. Όλοι εμαζέφτηκαν ενωρίς στα σπίτια +τους, να δειπνήσουν για νάρθουν. Μην τύχη και χάσουν την «έχταχτη και +πρωτοφανή περίσταση, — είπ' ο Βλογιάρης». Μόνο από τη χαραμίδα της +κλεισμένης πόρτας του Θύμιου του μάγερα αγνάντια, ξέφεβγε κι άπλωνε +πάνω στου κήπου τη φράχτη, ένα κοκινόξαθο φωτεινό ζουνάρι. Πέρα +ελαμποκοπούσε του Δήμαρχου το σπίτι από το άφτονο φως, που πλημυρούσε +μέσα η σάλα του. Εξεχυνόταν χείμαρος ολόφωτος από τα διάπλατα ανοιχτά +παράθυρα. Άπλωνε κάτω στις κληματαριές, πέρα ως τη βρύση. Σκρόπαε κ' +έπαιζε το ζωηρό το φώς, ανάμεσα στα πυκνόφυλλα κλαδιά του πλάτανου +της βρύσης απάνω. Εφάνταζε στης νύχτας το βαθύ σκοτάδι, αληθινό +στοιχειό της βρύσης ο πλάτανος, παλάτι ονειρεφτό του Δήμαρχου το +σπίτι. + +Κάτω στο σπίτι, που κατάκλειστη από την ημέρα, να μην την ιδή μάτι, +θα ξεκινούσε τόρα, σωστή διαδήλωση. Του κόσμου το παιδομάζωμα. +Ποδοχαλή, φωνές, σούσουρο, σφυριξιές, κακό. Χλαλοή μεγάλη, ανυπομόνια +ακράτητη. Πότε να βγη, και πότε να ξεκινήση. Να την ιδούν για πρώτη +φορά· να την καμαρώσουν, που μόνο ακουστά είχαν για τέτια πράματα, τα +χωριατόπουλα. Όσο αργούσε να φανή να βγη, τόσο άφξαινε και δεν +εκρατιώταν η στενοχώρια τους. Ετάραζαν την απαλή σιγαλεριά της +νύχτας οι αγριοφωνές τους. Έσκιζαν τον ήσυχον αέρα σκληρές οι +σφυριξιές τους. Έσερναν ανυπόμονα τα πόδια τους χάμου, κ' εσήκωναν +νέφαλα τα χώματα στο σκοτάδι. Λίγο νάκανε πως έγερνε την πόρτα απάνω +αέρας, κ' εγλυστρούσε λίγο φως στο χαγιάτι όξω, δαιμονικό κάτω +τάπιανε. + + — Νάτη, ρε! + + — Νάτη! νάτη! + + — Άνοιξ' η πόρτα!... + + — Θα βγη, ρε; + + — Βγαίνει, ρε· να, δε βλέπεις;... + +Άφξαινε η ποδοχαλή. Άφξαινε το σούσουρο. Οι φωνές εδυνάμωναν ψιλές, +δυνατές. Εσκλήρεναν οι σφυριξιές, διαπεραστικές, στρίγκλικες. + +Ήρθε τόρα ο Βιολιντζής, κοντόχοντρος σα ρουμοβάρελο. Ήρθε κι ο +Λαγουτιέρης, με τη μεταξωτή μεσήνα στο λαιμό. Ανέβηκαν στο πάλκο κ' +έπιασαν τη θέση τους. Εξεκρέμασαν και τα όργανα. Έπιασαν να τα +κουρδίσουν. Άρχισε κι ο κόσμος νάρχεται τόρα. Έμπαιναν ολοένα. +Εγέμιζε δεκάρες ο δίσκος, κι όλο και τους ξεντρόπιαζε ο Γιάνης, που +πήγε κ' εστάθη απάνω στο σκαμνί· + + — Δυο δεκάρες να πλερώνη καθένας να μπαίνη! Να βγάλουμε κ' εμείς το +πετρέλαιο! Δυο δεκάρες μονάχα!.. + +Ήρθαν οι παρέες πρώτα κ' οι συντροφιές τω λεβέντηδων. Ήρθαν και +λιμοκοντόροι καμπόσοι. Φρεσκοξυρισμένοι, πουδραρισμένοι. Ο δικολάβος +ο Κυρ-Δημητράκης, με το φανελένιο ποκάμισο με τις διπλές φούντες στο +λαιμό, και το σακάκι το ξεβαμένο. Ο Διαμαντής ο μοναχογιός της Κυρά- +Πάβλαινας της χήρας, με την πελώρια στραβοφορεμένη ψάθα στο κεφάλι, +να μην τον κάψη βραδυνάτα ο ήλιος. Ο Κυρ-Βαγγελάκης ο Εργοδηγός, με +την άσπρη του ρεμπούπλικα ομορφοτσακισμένη στην πάντα. Ήρθε ο Αργύρης +ο Λοχίας, με τον Κυρ-Σταρό το γραματικό του Ειρνοδικείου, και τον +Κυρ-Κωστάκη τον αδερφό της Κυρά-Δασκάλας, παρέα. Έμπαιναν, έμπαιναν +ολοένα. Ολοένα εγέμιζε, εβάρενε ο δίσκος στο σκαμνί απάνω. Έσκουζε +ολόχαρος, γελαστός, αστόμωτος ο Γιάνης· + + — Δυο δεκάρες να πλερώνη καθένας να μπαίνη, παιδιά! Να βγάλουμε κ' +εμείς το πετρέλαιο!... + +Οι βιολιτζήδες, βλέποντας τον κόσμο νάρχεται ακατάπαφτα, έκαμαν να +παίξουν. Να δόσουν και το σύνθημα στο Σαντουριέρη απόξω. Ήταν πια +καιρός να πα να κατεβάση, την Κυρά, — που τόσοι εκεί ακαρτερούσαν +ανυπόμονα, να τήνε καμαρώσουν, — μάτια μου! Έπαιξαν ένα κομάτι. +Ύστερ' άλλο ένα. Γοργοί, πεταχτοί, ολόχαροι ξαπλώθηκαν οι πρώτοι +ήχοι. Εκυμάτισαν από τον έναν τοίχο στον άλλο, σφιχτοκλεισμένοι, +ασφυχτικοί. Εζητούσαν τρόπο να βγουν μες από τα σπασμένα τζάμια, από +καμιά τρύπα, από την ανταβάνωτη στέγωση. Ναπλώσουν γοργόφτεροι όξω +στον καθαρόν αέρα, προκλητικοί να φτάσουν στον κρυψώνα της Ηρωίνας +της τρανής, — που τόσος δα κοσμάκης μέσα κ' έξω καρτερούσαν +ανυπόμονα. + +Τα χωριατόπουλα έσκουξαν, εσφύριξαν, εποδοβρόντηξαν. Αλάλαξαν τόρα +από χαρά στο σπίτι της κάτω. Η πόρτα άνοιξε διάπλατη απάνω στο +χαγιάτη. Χείμαρος φωτεινός εξεχύθηκε κάτω ορμητικά. Έλουσε, επερίχυσε +ταμέτρητο όξω παιδολάσι, που με τόση υπομονή ακαρτερούσε τη θριαμβική +παράτα της. + + — Νάτη τόρα' νάτη!... + + — Νάτη! νάτη!... + + — Άνοιξ' η πόρτα!... + + — Βγαίνει πια!... + + — Βγαίνει τόρα! Βγαίνει!... + +Εχάρηκαν τόρα κ' έσκουξαν κ' εσφύριξαν. Εσυγκινήθηκαν κ' εφρικίασαν +απ άκρη σ' άκρη της παιδικής αχόρταγης περιέργειας τα τρελά τα +φουσάτα. Εβγήκε ο Σαντουριέρης μπροστά, κρατώντας τη λάμπα ψηλά στα +χέρια. Το χαγιάτι εφωτίστηκε πλούσια στο ξάστερο φως της λάμπας. +Έλαμψαν οι τοίχοι του σπιτιού την καθάρια απάνω την ασπράδα τους. +Επρόβαλε τόρα αγέρωχη, ναζού, γοργοκίνητη, θριαμβεφτική μες τα +σούσουρο που ανακάτωσε, τζόγια μου, όλο το χωριό· με τα πλούσια +μαλλιά της καλοχτενισμένα, ξαμολυτά στις πλάτες χυμένα· με το +χρυσοκέντητο καλπάκι της, ίσα που να στέκεται απάνω στην κορφή της· +με το πολυκέντιστο από πούλιες ολόχρυσες, τούρκικο μεϊτανογέλεκό της, +και τα κοντοκομένα ως το γόνα πάνω φουστανάκια· επρόβαλε τόρα στο +πλουσιοφωτισμένο το χαγιάτι απάνω, φανταστική τουρκοπούλα, χανούμισα +ονειρεφτή, ζωγραφημένη ταιριαστά μέσα σε πλούσια φωτισμένη, +ολόλαμπρην εικόνα. Ο Σαντουριέρης πάντα μπροστά, με τη λάμπα ψηλά στα +χέρια. Ξοπίσω πάντα αφτή ορθόκορμη, βεργολύγερη, τσακίστρα πρώτης, +του διαβόλου ναζού. Ωχ, βασίλισσα για μια νυχτιά, — ψυχή μου! — του +μικρού του χωριού, που τόσο ακριβά θενά πωλούσε την ξέθωρη αλλού τη +μπογιά της. Εκατέβηκαν τη σκάλα. Ετραβούσαν αργά, μη σκοντάψουν. +Ανέβηκαν τον όχτο, να ροβολήσουν εκείθε. Να διαβούν στο χασάπικο +δίπλα, να βγουν στη μικρή πλατεία. + +Μια κάποια χάβνωση, μια αποκορωμάρα από το θέαμα που ξετυλίχτηκε +μπροστά τους· η ανάγκη να στομώσουν την αχόρταστή τους περιέργεια, +ταποσβόλωσε τόρα τα χωριατόπουλα. Δίχως να βγάνουν τσιμουδιά, δίχως +άχνα ναφίνουν την πήραν ξοπίσω. Πάπαλα, χαζά, ζεβιδωμένα, παράλυτα. +Απλώθηκαν γύρω της· την περικύκλωσαν. Μερικά μπροστά· άλλα στώνα της +πλάι· στάλλο της άλλα· ξοπίσω της άλλα. Την πολιόρκησαν στενά, σφιχτά +την απόκλεισαν. Αχόρταγα την εκυτούσαν, εκπληχτικά την εθάμαζαν. Την +εκαμάρωναν βλακίστικα, λαίμαργα την έβλεπαν. + +Όσο αφτή προχωρούσε στης λάμπας το φως αποκάτω, που την περίχυνε και +την ελάμπρενε φανταχτερά, εκείνα πιο περίεργα τόρα, πιο χαζά και +ξεχαημένα, ολοένα εζύγωναν. Να θαμάζουν και να μη χορταίνουν. Να +βλέπουν και να μη στομώνουνται. Να την ιδούν πιο κοντά. Να χορτάσουν +την αλλόκοτη φορεσιά της. Να καμαρώσουν τα χρυσά γαζιά και τα +σειρήτια της, — του καλπακιού της τα φλουράκια γύρω, — κι ο κόσμος να +χαλάση. + +Η λάμπα όσο επήγαιναν εμπρός άπλωνε γύρω το πλούσιο φως της. Εφώτιζε +του Σωκράτη του Καλόγερου το χασάπικο δίπλα με την πυκνόφυλλη, +κατάχλωρη μουριά μπροστά. Εφώτιζε τα χαμόσπιτα δώθε και κείθε· στις +στέγωσες απάνω, στους ξεβαμένους τοίχους, στα μικρούτσικα παραθυράκια +τους, στις φράχτες τις ξερές, στις στοιβανιές τα ξύλα. Επερίχυνε και +τη φανταχτερή νυχτερινή συντροφιά της Μαρουσώς. Τα ξέσκουφα και +ξεμανίκωτα, τα ξυπόλυτα και ξεμαλιασμένα, τα ξεβιδωμένα και +λιγδιάρικα χωριατόπουλα, που τόσο πανηγυρικά την εσυντρόφεβαν. + +Μες από το λόγκο τόρα, κατωκεί, χαμηλά, μια κοκινάδα σκοτωμένη, κάτι +σκιές αιματόχρωμες, κεικάτω χαμηλά, πίσω απ το βουνό κι από τη +θάλασσα, άνοιγαν του φεγγαριού το μαγεμένο δρόμο στους άπειρους απάνω +θόλους. Λίγο ακόμα, θα ξέβγαινε μες απ του λόγκου πέρα τα πυκνά +φυλλώματα, στο μελαχολικό νυχτοπερπάτημά του. + +Ανοιξιάτικη, γλυκύτατη βραδιά. + +Ελαφρή, απαλότατη, χαδεφτική εφυσούσε κάτω απ τα κοιμάμενα ακρογιάλια +μοσκομυρισμένη, δροσερή νυχτομπασιά. Εδιάβαινε απ το λόγκο αγνάντια· +έγερνε στους αγρούς τους ολόδροσους· άπλωνε στα καρπερά περβόλια· +στις νυχτονοτισμένες χλωρασιές, στις πλούσιες πρασινάδες. Έκλεβε στα +ονειρεμένα τα φτερά της τα ουράνια της ζωής αρώματα, της υγείας τα +μεθυστικά και πλούσια μύρα. Τάμπωχνε απαλή, γλυκύτατη ανάπνια του +γιαλού. Τανέβαζε και τάπλωνε στο χωριδάκι το φτωχό, που κρέμεται στο +βουναράκι πάνω. + +Ωστόσο στο μικρό το καφενεδάκι μέσα πήχτρα ο κόσμος. Όλο το χωριό +ήρθε κ' εκλείστηκε να τη χορτάση. Βελόνι νάριχτες τόπο δε θάβρισκε +στο πάτωμα να πέση. Ως κ' οι κακογεράματοι γέροι, που τις μύξες τους +έτρωγαν, τα πόδια τους να πάρουν δε μπορούσαν, κ' εκείνοι ακόμα +εξεκίνησαν ναρθούν. + +Πανηγύρι, γλέντι, κοσμοχαλασμός μέσα κ' έξω. + +Ο πάγκος με τα μπουκάλια ταδιανά και τους ξεθωριασμένους +&Αριστοφάνηδες& γύρω στολισμένος, έκανε τόρα χρέη θεωρείου. +Ντροπαλές, μισοκρυμένες είχαν τρυπώσει από νωρίς όλες οι γειτόνισσες +κ' οι καλές γειτονοπούλες του Γιάνη. Ο μπουφές παραμέσα το ίδιο. +Ντροπαλούτσικα, ζωηρούτσικα, πονηρούτσικα, σμουλωχτά πρόβαναν μέσαθε +άλλα εδώ όμορφα κεφαλάκια· άλλες εκεί χυμερές χωριατοπούλες, αφράτες. +Τα τζαμόφυλλα γύρω των παραθυριών κ' οι πόρτες, όλα κλεισμένα μέσαθε, +κατάκλειστα. Δυο κρεμαστές λάμπες, η μια στο πάλκο μπρος, η άλλη στη +μεσιανή κόρδα της στέγης, έριχταν μισοκοιμισμένες, ανόρεξες το +νυσταγμένο φως τους, ασυνήθιστες κι αφτές σε τέτια ξεφαντώματα +απονύχτερα. Ανέβαιναν πυκνοί οι καπνοί από τα τσιγάρα γύρω. +Ανεβοκατέβαιναν πνιγερότεροι από τις λάμπες τις αξεφτίλιγες. +Εζητούσαν άνοιγμα να βρουν και δεν έβρισκαν. Επυκνώνονταν, ολοένα +επυκνώνονταν ανάμεσα στους τέσερους τοίχους. Ο κόσμος ο περίεργος +υπομονετικός μέσα, εκατάπινε καπνούς από τσιγάρα και από βρώμικα +πετρέλαια καπνούς. Εφούσκωναν τα μάτια γυαλιστερά, φλογισμένα. +Εξεραίνονταν οι λάρυγκες από την πνιγερή, ασφυχτική δύσπνια. Ανάδοναν +ανασασμοί βιαστικοί, στενόχωροι· χνώτα βρώμικα και ίδρωτες μούχλιοι, +ξυνισμένοι από το βαρύ της εργατιάς ημεροκάματo· ανάδονε ποδαρίλα από +μακρυπερπάτητους δρόμους, ξυνίλα από μεγάλη κούραση, που να σηκώνη τη +μύτη και στο μυαλό να σε χτυπά. Βόχες και βρώμες και άχνες και +πνιγεροί καπνοί και σαπισμένοι ίδρωτες και ποδαρίλες βαρύτατες από +ξυγκωμένα τσαρούχια εσυναπατιώνταν μες το χώρο το στενό και τον +κατάκλειστο. Εσπρώχνονταν κ' εσωριάζονταν κατά την ανταβάνωτη στέγωση +απάνω. Εκατέβαιναν κάτω πάλι ολοένα. Ολοένα ανεβοκατέβαιναν. Πυκνά +πεντάπυκνα στρώματα θολής άχνας, καπνού βρωμερού, συμπυκνώθησαν σε +σύγνεφα βαριά. Ετίκλωσαν κ' εθόλωσαν όλο το καφενείο μέσα. +Ετρεμόφεγγαν σαν καντηλάκια μες τους θολούς καπνούς οι λάμπες πάνω, +και δεν καλοξεχώριζαν ένας από τον άλλον κάτω. + +Φανταστική, σκεπασμένη κάτω απ τα παράξενα λιβάνια, τυλιγμένη μες τα +θολά κι αλλόκοτα θυμιάματα, που τόσο πλούσια εκαίγονταν στο βωμό της· +έξαλλη, μεθυσμένη από των περιέργων θαμαστών της τον ακράτητο +ενθουσιασμό, εχόρεβε τόρα η τουρκοπούλα στο πάλκο πάνω. + +Εχόρεβε χασάπικο. + +Εμινίριζε το βιολί ψιλά. Εκλάγκαζε πολύχορδο το σαντούρι. +Εκουφοηχούσε το βαθύ λαγούτο. Εκροτάλιζαν &κρικ-κρι-κρίκ, κρι-κρι- +κρίκ&, τατσαλένια ζίλια στα δάχτυλά της ανάμεσα. &Ε-ε-ε-έ, έεεεέ, +έεεεεεεέ&, εβοηθούσε παράτονα, κακόφωνα, να τη σιγοντάρη ο +Σαντουριέρης. Κάτω από τους παράχορδους, αταίριαστους, +γροθοκοπημένους ήχους· κάτω από τα κακόηχα ξελαρυγκιαστικά _ε-ε-ε-έ_ +του Σαντουριέρη· κάτω από τους ατσαλένιους κροταλισμούς τω ζιλιών +της, που εσούβλιζαν κ' εσπάραζαν ταφτί· έξαλλη, θεότρελη, +δαιμονισμένη, μανιακή εχόρεβε. Εχόρεβε γοργόστροφη, εσφάδαζε +σπαρταριστή, ετράνταζε άσεμνη, εταρνάριζε προκλητική. Ελύγιζε τη μέση +της. Ετρεμούλιαζε τα χυμερά της μαστάρια. Ανοιγόκλειε υγρά τα +ματόκλαδά της, χάβνα, ηδονικά, λάγνα, λιγωμένα. + +Εχόρεβε, εχόρεβε, εχόρεβε. + +Έπαιρνε το πάλκο απάνω από τη μιαν άκρη στην άλλη. Με μικρά, κοντά, +γοργά, ρυθμικά, χτυπητά στο πάτωμα πηδηματάκια. Έφτανε στην άκρη· +απαντούσε τον τοίχο. Μια έδινε, ξαναμένη πάντα, βεργολυγερή πάντα, +γοργή. Εσήκωνε ψηλά, πάνω απ το βελουδένιο καλπάκι της το χέρι το +δεξί. Έδιωχνε πίσω στη μέση της ανάζερβα το άλλο. Εχαμήλωνε το +κεφάλι. Ελύγιζε λίγο κάτω τα γόνατα. Ετσάκιζε τη μέση. + +Εχόρεβε, εχόρεβε, εχόρεβε. + +Εστριφογύριζε κάτω απ το ψηλά σηκωμένο χέρι που εκροτάλιζε απάνουθε +τα ζίλια. Εστριφογύριζε με το κεφάλι χαμηλωμένο, τη μέση τσακισμένη, +τα γόνατα λυγισμένα. Εστροβίλιζε μια καρτέλα· άλλη καρτέλα· άλλη, +άλλη. Εφούσκωναν, ανέμιζαν, εκλωθογύριζαν δώθε, κείθε, ψηλά, χαμηλά, +πέρα τα κοντά φουστανάκια της. Εξέφεβγαν πάνω από τα γόνατα λίγο· +απάνω, παραπάνω. Εξεσκέπαζαν τις σαρκωμένες τις άντζες της πίσω· +πάνω, παραπάνω τις αντζακλείδες της. Εξεσκέπαζαν την κατακόκινη +καλτσοδέτα πάνω, παραπάνω, ψηλότερ' ακόμη· λιγάκι· τόσο δα. +Εγλυστρούσαν στρογγυλές, γεμάτες, κανονικές οι γάμπες. Με το δεξί +χέρι πάνω απ το κεφάλι, στη μέση πίσω διωγμένο τάλλο, εγύριζε, +εγύριζε. Εστριφογύριζε μια καρτέλα, άλλη καρτέλα· άλλη, άλλη. Έξαλλη, +ξελιγωμένη, σπαρταριστή, συναρπασμένη, προκλητική, δαιμονισμένη, +μανιακή. + +Εμινίριζε το βιολί ψιλά. Εκλάγκαζε το σαντούρι πολύχορδο. +Εκουφοηχούσε το βαθύ λαγούτο. Εκροτάλιζαν &κρι-κρι-κρίκ, κρι-κρι- +κρίκ&, τατσαλένια ζίλια στα δάχτυλά της ανάμεσα. Εβοηθούσε _ε-ε-έ, ε- +ε-έ_, να τη σιγοντάρη ο Σαντουριέρης παράτονα, κακόηχα, δυσαρμονικά. + +Άλλαξε τόρα ο χαβάς. Άλλαξε κι αφτή το χορό της. Στρωτόν τόρα, +αργοκίνητον τόρα, ήσυχον. Εστεκόταν στη μέση καταμεσίς στο πάλκο. Με +τα όργανα σύφωνα, εχόρεβε στον τόπο της τόρα. Λες κ' ήταν λυμένη, +ξεβιδωμένη από τους αρμούς της. Άλλη κίνηση έδινε στο κεφάλι. Μπροστά +πίσω, πέρα, δώθε. Σαν νάταν ξεκολλημένο απάνω από το ραχοκόκαλο. Άλλη +έδινε στα μεστωμένα και χυμερά της στήθια, στα αφράτα και φουσκωμένα +μαστάρια της. Καταμπροστά, καταπίσω, δεξιά, αριστερά. Τρεμουλιαστή, +άσεμνη, νεβρική, ξελιγωμένη, υστερική. Σα νάταν ξεβιδωμένο +ταπανωκόρμι της, από τη λαιμαριά της απάνω, ως κάτω στη μέση της· +ξεκολλημένη κ' η μέση της πίσω στα απάκια. Άλλη κίνηση έδινε πάλι στα +κάτω μέλη της· από τα λαγαρά της τα καλοθρεμένα και κάτω. Εσειόταν κ' +ελυγιόταν, κ' εταρνάριζε, κ' έτρεμε. Με διαφορετικά αντίθετα +κουνήματα πάνω ως το λαιμό. Με άλλα κάτω ως τα λαγαρά. Με άλλα κάτω, +κάτω. Σε τρία, σε τέσσερα ξεβιδωμένο το κορμί της. Λυμένη όλη· όλη +ξεκλειδωμένη. Σαν κούκλα, που της σφίγκουν τάψυχα στηθάκια της, και +λυέται όλη, και κουνιέται όλη, και παίζουν χαρωπά τα παιδάκια. + +Έπαβε τόρα να τραντάζη νεβρικά, να κουνιέται άσεμνα. Εστριφογύριζε +στον τόπο της μια καρτέλα. Έπαιρνε στριφογυρίζοντας με ψιλή, +γαργαλιστική φωνή του σκοπού που εχόρεβε το γοργογύρισμα· + + &Έτσι-ντο, τσι-ντο, τσι-ντο, + Το βελεσάκι σου κοντό...& + +Εστεκόταν πάλι στον τόπο της. Έδινε μια, επηδούσε σύφωνα με του +τραγουδιού το γύρισμα. Έριχτε όλο το κορμί της στα πόδια κάτω. Μια +πάλι, αναπηδούσε απάνω. Εκροτάλιζε τα ζίλια. Εστριφογύριζε μια +καρτέλα. Έπαιρνε πάλι στριφογυρίζοντας, με ψιλούτσικη, γαργαλιστική +φωνή το γοργογύρισμα· + + &Κι αποπίσω σου μακραίνει, + Να μην ήσαι γγαστρωμένη;..& + +Επηδούσε πάλι. Έριχτε το κορμί της ολόβολο στα πόδια κάτω. Πάλι +αναπηδούσε. Εστριφογύριζε άλλη καρτέλα. Έπαιρνε πάλι στριφογυρίζοντας +το γαργαλιστικό το γοργογύρισμα, + + &Έτσι-ντο, τσι-ντό, τσι-ντό, + Το παντελόνι σου κοντό, + Κι αποπίσω κάνει ζάρες, + Του κορμιού σου νοστιμάδες...& + +Εκόπηκε τόσην ώρα τόρα κ' εκάθισε να ξεκουραστή, δίπλα στο +Σαντουριέρη. + +Η πρώτη εντύπωση επέρασε κάθε λογαριασμό, κάθε προσδοκία. + +Τα λεβεντόπαιδα ενθουσιάστηκαν. Άναψαν κ' εκάηκαν μαζί της. Να τη +βλέπουν να ταρναρίζη ορθοβύζα τα στήθια, να τρεμουλιάζη τα μαστάρια +πλαδαρά· να σιγοκλή ηδονικά, φλογισμένα τα βλέφαρα· να λυγίζη τη +μέση, να κολπώνη την κοιλιά, να προβάλη με λύσα τα λαγαρά· να προκαλή +τον καημό, λάδι να ρίχνη στη φωτιά· νανάβη τους γλυκούς τους πόθους, +με τα ολοζώντανα, σπαρταριστά, ξετσίπωτά της κουνήματα. Άναβαν, +έκαιαν, σπίθες ολόθερμης επιθυμίας επετούσαν τα μάτια τους. Γλαρά, +φλογισμένα, γυαλιστερά ελαμποκοπούσαν στης ξυπνισμένης σάρκες την +καφτερή τη λάβρα, στου ξαναμένου πόθου το πύρινο καμίνι. Οι +λιμοκοντόροι ξετρελάθηκαν μαζί της. Τα γεροντοπαλήκαρα όλους στη λύσα +ξαπερνούσαν. Μανιασμένοι γερόλυκοι! Έτρεμαν τα χείλια τους. Έτρεμαν +τα χέρια τους. Έτρεμαν τα ποδάρια τους. Έτρεμαν τα πηγούνια τους. +Ίδρωνε και ξίδρωνε το σουφρωμένο μέτωπό τους. Έφριξαν οι ψαρές τους +τρίχες αγριεμένες. Ολόσωμοι έτρεμαν. Και όλο και στο μουστάκι το +χέρι. Όχι λόγια! Ο Κυρ-Σταρός ο γερογραματικός μάλιστα, χήρος ο +καημένος ξερομαχημένος, βλέπεις, γερολιχουδιάρης πιο πολύ από τους +άλλους, επήγαινε να λυώση σαν τάδολο κερί. Άρχισε κιόλα να τα φέρνη +βόλτα. Έστειλε το Γιάνη, να τη ρωτήση τι θα πάρη, «με τη παρέα της». +«Από ένα λουκουμάκι και κονιάκ μαζί». — Είχε πια και κονιάκ ο Γιάνης. +Πρώτη σαγονιά την πήρε ο γραματικός. Με το δίκιο του βλέπεις. + +Μόν' ο κυρ Δημητράκης, ο δικολάβος, με το φανελένιο ποκάμισο, με τις +διπλές φούντες στο λαιμό, και το σακάκι, το ξεβαμένο, εγύριζε στην +καρέκλα του απάνω νεβρικός. Έβλεπε, κ' εχαμογελούσε ειρωνικά τάχα +μου, με τους χαζούς τους χωριανούς του. + + — Πφ! τι λες εκεί! — αφτός από τέτια!.. + +Όξω από το καφενεδάκι πάλι κόσμος και κοσμάκης. Όλα τα κοπελούδια του +χωριού κι όλα τα παλιοπαίδια, που δεν είχαν δεκάρες να μπουν. Έπιαναν +τις κλεισμένες πόρτες, να ιδούν από καμιά τρυπούλα. Έπιαναν και τα +παράθυρα να ιδούν από τα τζάμια τα κλεισμένα απόξω. Μερικά επήγαν κ' +έκλεψαν μια σκάλα απ του Γερο-Θοδόση τη μάντρα παράμερα. Την έφεραν +και την εστήριξαν μπρος τα τζάμια τ' ακρινού παραθυριού. Εμαζέφτηκαν +όλα κ' έπεσαν κουβάρι πάνω στη σκάλα. Ποιο να πρωτανεβή να πιάση +θέση. Εσφίχτηκαν, εσκαρφάλωσαν, εκρεμάστηκαν συμαζωμένα, τσουπωτά σα +σταφύλια. Όσα εκρεμάστηκαν χαμηλά κάτω να βλέπουν, ετρωγόνταν, +εμαλλοτραβιώνταν με τάλλα που δεν έβρισκαν θέση. Ποιο να νικήση να +πάρη τη θέση ταλλονού. Από τα τραβήγματα, από τον πολύ σαματά, από το +μεγάλο βάρος, κρακ! κάνει απάνουθε και σπα η σκάλα. Γκρεμίζονται τώνα +πάνω στάλλο κουβάρι, μες τη γούβα του υπογείου. Φωνές, βουή, κλάματα, +κακό. Αχ! αχ! ωχ! ωχ! Το χεράκι μου, το ποδαράκι μου! Εσκοτώθηκα, +ετσακίστηκα! Χλαλοή μεγάλη, σαματάς τρανός. Κοσμοχαλασιά. Εταράχτη ο +κόσμος μέσα. Έτρεξαν όξω οι φαντάροι. Έπαψαν τα τραγούδια και τα +όργανα. Βγήκαν ξοπίσω στους φαντάρους οι πιο περίεργοι, να μάθουν. Ο +Γιάνης μέσα, φοβισμένος μη λάχη και κοπή και χαλάση στη μέση η +διασκέδαση για το τίποτα, και «δε βγάλουμε και μεις το πετρέλαιο», +καθησύχαζε τον ταραγμένον τον κόσμο· + + — Τίποτ' αδερφέ! Μπιτ τίποτε! Εκουβάλησαν μια σκάλα, ακούς, να μου +σπάσουν τα τζάμια. Βέβαια! Έχομε τα μπόλικα καπτάλια, βλέπεις! Να +ιδούν μαθές, κι ο κόσμος να χαλάση! Ακούς; Διαστρεμένα! Έπεσαν στη +γούβα να τσακιστούν. Έτσι ντε! να! Μπομπιεμένα!.. Ίχιτας! + +Εγύρισε με το δίσκο τόρα και τους εφλόγισε και τους κατάκαψε όλους με +τα νάζια της και τα γλυκόλογά της. Ο Διαμαντής, ο γιος της Κυρά- +Πάβλαινας της χήρας, που έκαν' αέρα με την πελώριά του σαν ανεμόμυλου +φτερό ψαθοβουρλιά και δεν εδροσιζόταν· ο Κυρ-Λοχίας στην άκρη, (είπαν +πως την τσίμπησε τάχα ο Λοχίας, τόσο δα, λιγάκι· ποιος τα πιστέβει;) +με τον Κωστάκη, τον αδερφό της Κυρά-Δασκάλας και τον Εργοδηγό το +Βαγγελάκη, είπαν και την παρακάλεσαν να ειπή το &Μέμο&. + +Ανέβηκε πάλι στο πάλκο απάνω. Άδιασε το διάφορο του δίσκου στο +τραπέζι. Εκάθισε στην καρέκλα της, ανάμεσα στο Βιολιντζή και το +Σαντουριέρη. Εσφούγκισε τα φλογισμένα χείλη της με το μαντήλι. +Ακούμπησε το δεξή της άγκωνα πίσω στο ξύλο της καρέκλας. Εστήλωσε το +κεφάλι της στην απαλάμη απάνω. Εξερόβηξε. Τα όργανα άρχισαν το &Μέμο& +τόρα. Άπλωσε μια ματιά κάτω. Εσήκωσε ολάνοιχτα τα μεγάλα της +ψιχαλιστά μάτια στη στέγη απάνω, σα να ζητούσε κάτι κει ψηλά. Έκλεισε +μεμιάς ηδονικά, εκφραστικά τα βλέφαρα. Σιγά, απαλά, μυστικά, +νανουριστά, άρχισε. Άρχισε να σκορπίζη γύρω θλιβερούς, πικρούς, +σπαραχτικούς στεναγμούς· + + — Αχ! Μεεέμο! Με-ε-έ-μο! Μέμο! Μέμο ! + +Όμορφο παληκάρι, του ήλιου ζηλεφτό βλαστάρι ήταν ο Μέμος. Χρυσόμαλος, +σαν τον ουράνιον πατέρα του, φλογερός, ολόξαθος. Ανάμεσα από την +πυκνή μαντήλα της, μια μέρα, πεντάμορφη Σουλτάνα τον είδε. Κρυφή +σαΐτα η ματιά του, πούχε το χρώμα του γιαλού, στη μαλακή καρδιά την +κέντησε. Καλήτερα να μην ταπαντούσες μπροστά σου, καλή Σουλτάνα, το +ξαθό παληκάρι· να μην τόβλεπες ποτέ καλήτερα... + + — Αχ! Μέμο ! Μεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . + +Μια βραδιά που ταστέρια ετρεμοφέγγαν ψηλά στα ουράνια, κ' η νύχτα +πλάκωνε της γης τα στήθια βαριά, — μυστική θύρα άνοιξε, — ελαφρή +τρυγόνα επήδησε, — στη θερμήν αγκάλη του μάγισα έπεσε· — εμυροκόπησε +η νυχτερινή δροσούλα όξω τα φιλιά τους. . . + + — Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . . + +Άλλη μια, ξανάρθε η πέρδικα του Ξαθού της το φλογερό χειλάκι να +πιπιλίση. Μάβρος σαν την πίσα, δεν εξεχώριζε απ το βαθύ της νύχτας το +σκοτάδι ο εβνούχος. Δεν τον είδε. . . + + — Αχ ! Μέμο ! Μέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . . + +Την τρίτη δεν ήρθε να χαδέψη με ταπαλό της χεράκι, σαν το μετάξι +μαλακά τα ολόξαθα μαλιά του. Δεν ήρθε να γλυκαθή στα ζαχαρένια χείλη +του. Ήρθε να κλάψη τόρα· — να θρηνήση ήρθε. Τα κοψίδια, που τόνε +μοίρασε ο φριχτός του Σουλτάνου δήμιος, να μετρήση ήρθε! . . + + — Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . . + +Θεριά δακρύζουν στο κλάμα της ορφανής τρυγόνας. Πέτρες σπαράζουν στου +πικρού χωρισμού της το θλιβερό στεναγμό. . . + + — Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! καημένε Μέμο ! . . . + +Πάνω απ το λόγκο τόρα ψηλά, ήρεμο, αργοκίνητο, μαγεμένο το φεγγάρι, +έπαιρνε το νυχτερινό του δρόμο στους ουράνιους απάνω θόλους. Έστελνε +συμπαθητικές τις ασημένιες ματιές του να φώτιση τα ερωτικά ζεβγάρια. +Επερίχυνε και το μικρό το χωριδάκι με πλούσιους, ολόφωτους +καταράχτες· με ολάργυρες γάζες νεραϊδοΰφαντες το σκέπαζε. Εφώτιζε +αρμονικά τη μικρή πλατεία. Εφώτιζε σκοτεινό τόρα, κοιμάμενο του +Δήμαρχου το σπίτι. Έπεφταν σε φανταστικά, παράξενα σχήματα οι ίσκιοι +του πλάτανου στη βρύση αποκάτω. Αντανακλούσαν μαλακές, χλωμές +αντιφεγγίδες του καφενείου τα γιαλιά απόξω. Όλο το χωριδάκι, +κουρασμένο φαίνεται, από την «έχταχτη και πρωτοφανή περίσταση, είπ' ο +Βλογιάρης», έπεσε τόρα σε βαθύν ύπνο. + +Άχνα δε φύσαε. Φύλλο δε σειόταν. Μόνο στο πέτρινο γεφύρι, περακεί που +ελίμναζαν στις γούρνες της βρύσης τάφτονα νερά, απόλυτοι κυρίαρχοι +της νυχτερινής σιγαλιάς τόρα ξελαρυγκιάζονταν οι βάτραχοι. Μόνο το +κρεμαστό φαναράκι του κλειστού τόρα καφενείου κεικάτω, νυσταγμένο +στην άχαρη ερημιά του, θαμπό μέσα στα πλούσια γύρω σεληνόφωτα, έριχτε +τις τελεφταίες αναλαμπές του, κάτω απ τις ισκιερές καμάρες +λησμονημένο κ' ετρεμόσβυνε. Και πέρα ακόμα, ακόμα πέρα, μες απ του +λόγκου τα σκοταδερά τρίσβαθα που ίσκιοι βαριοί τα πλάκωναν και +φεγγάρι δεν τα διαπερνούσε, άπλωνε ολόγυρα, στους κρύους της νύχτας +κόρφους βαθυηχούσε θλιβερό, νανουριστό, πένθιμο, κλαψερό το μυστικό +παράπονο του Γκιώνη· + + — Γκιω! Γκιωώ! Γκιωωώ ! +[1895]. + + + +Τ Ο Σ Φ Α Χ Τ Ο + + + + — Μια τουφεκιά ξανάμακρα από τη ράχη που βλέπεις κεικάτω· είπ' ο +Γέρο-Σειστής, δείχνοντας με της βίτσας του την άκρη μιαν από τις +προσηλιακές γυμνόραχες του Πενταδάχτυλου, όπου άρχιζε να ξεδιπλώνεται +κήπος μαγικός της Σπάρτης ο καταπράσινος κάμπος. + +Τη μια φορά στο ρέμα της σπηλιάς το νερό μαζί με τους αφρούς, έλεγαν, +εκύλησε κάτω νωπά αγριολούλουδα. Άλλοτε εξέβρασε ολόλεφκα κόκαλα, +ξασπρισμένα. Την τρίτη φορά δε γλυκογεράνιζε η νεροσυρμή. Δεν έπεφταν +κάτασπροι οι αφροί, χιονάτοι σαν πρώτα. Εξέρναε αίμα η σπηλιά. +Εροδοκοκίνιζαν βαμένοι στο αίμα οι αφροί. Έπεφταν ρόδινοι κ' έπεφταν +φλωμάτοι. Κοντοζύγωσε με δίψα η αγελάδα να πιη. Είδε ματωμένον τον +ίσκιο της στην νεροσυρμή. Ελαχτάρισε κ' έφυγε. Αντήχησε βαθύ το +παραπονετικό μουκάνημά της στην ακροποταμιά τον κατήφορο. Χαμήλωσε +διψασμένο και το πουλάκι να δροσιστή. Είδε ματωμένα τα φτερά του +στους ροδοκόκινους αφρούς. Τάνοιξε φοβισμένο κ' επέταξε. Εχτύπησαν +τον αέρα ψηλά τα τινάγματα της τρομαγμένης του φτερούγας. + + — Είνε μια ακέρια ιστορία που θα σου ειπώ τόρα. Μα πρέπει νάχης το +νου σου καλά, και πρέπει να κάμης κ' υπομονή να μακούσης. Γιατ' είνε, +οπού λες, θαμαστή ιστορία ετούτη· κ' είν' αληθινή ξεστόρηση, που δεν +τη βρίσκεις στα χαρτιά και δεν τη γράφουν τα βιβλία. Κ' είνε οπού τη +λέμε μεις ιστορία, και τη λέει παραμύθι ο κοσμάκης. Μα είνε ένα πράμα +που γυρίζει ο νους ναν τακούση, και στέκεται το μυαλό ταθρώπου. Κ' +εγώ σου λέω πως δεν είνε παραμύθι και δεν είνε ξεστόρηση. Θάνε πράμα +αληθινό, που δε σου βγαίνει από το νου σαν τακούσης, πως δε γίνηκε +τάχαμου κείνα τα χρόνια. Εγώ το πίστεψα σαν τάκουσα· και το πιστέβω +όπως σε βλέπω. Θα πιστέψης και λόγου σου, για δε μπορεί τέτιος λόγος +νάβγη του κουτουρού. Δε μπορεί να ειπωθή παραμύθι, και να ειπωθή +ψέφτικη ξεστόρηση, που δεν έχει τον τόπο της, και δεν έχει το γιατί +της. Ή πώς λες και του λόγου σου;... + + — Ντε Ψαρή μ' ντεεεέ! + + — Τουρκιάς καιρός, οπού λες, του Νάκο-Μήτρα το σπίτι στο χωριό, ήταν +βοήθεια του κάθε φτωχού κ' ήταν του κάθε καψοραγιά καταφύγι. Εκεί +ήταν οπώβρισκε ο κάθε χριστιανός σπλαχνικό αφτί να ειπή τον πόνο του, +το Νάκο-Μήτρα. Κ' έβρισκε χέρι αγαπημένο τη Νάκο-Μήτραινα να τον +πορέψη με κάθε βοήθεια και με κάθε γλυκόλογο το χρυσό της χείλι να +τον παρηγορήση. Μα τουρκιάς καιρός τότε, σου λέει ο άλλος. Δεν ήταν +τρόπος νάβρη ο ραγιάς καταφύγι. Και δεν ήταν πρεπειό για τον Τούρκο, +να τα βολέψη ο μαβρο-χριστιανός, και νάβρη σύντρεξη και νάβρη +παρηγοριά και παραθάρι· να καψογύρη ναλαφρώση τον πικρόν πόνο του. Οι +καταδότες δεν απολείπουν πάντα από τον κοσμάκη, οπού λες. Κι από τα +πολλά κάποιο ρεμένο στόμα πάει και το προδόνει! Πάει στου Πασά του +Μιστρώς ταφτί, πως ο Νάκο-Μήτρας, τως και τως· σήκωσε κεφάλι με τα +καλά του και σήκωσε κεφάλι, ακούς, με την πλουτοσύνη του. Μαζώνει +τάχα μου εκεί τους ραγιάδες γύρω και ξεφαντώνει. Και τους συβάνει να +το σηκώσουν μιαν αβγινή ξαφνικά, να βαρέσουν τον Τούρκο. Δε χάνει +καιρό, οπού λες, ο καλός σου Πασάς και βάνει μια νύχτα κρυφά και +σκοτώνει το Νάκο-Μήτρα, το χρυσόν άθρωπο. Κ' εχάθηκ' έτσι πάσα +βοήθεια του κάθε φτωχού. Κ' εχάθηκ' έτσι κάθε παραθάρι... + + — Χααά! Ψαρή μ', κ' εξεχαστήκαμε... + + — Έτσι πια, ακούς του λόγου σου. απόμεινε καψόχηρα η Νάκο-Μήτραινα, +η Ζαχαρούλα. Ζαχαρούλα τη λέγανε, κ' ήταν ζάχαρη κ' ήταν μέλι η +καψούλα. Μα πάντα ο μεγαλοδύναμος, — δοξασμένο τόνομά του — , δεν +αφίνει τον κόσμο να χαθή. Της έδοσε μια παρηγοριά της δύστυχης και +την είπ' Αργύρη την παρηγοριά της. Τον τάγιζε φιλιά, οπού λες, και +τον πότιζε μόσχο να μεγαλώση. Με καιρό εμεγάλωσε ο Αργύρης. Έπαιρνε +τη φλογέρα του κάθε αβγή κ' επάγαινε κ' ελουζόταν αγνάντια στο +Βαθυλάκωμα που το λέμε. Ελουζόταν κ' ερόδιζε το νερό από τα +ροδομάγουλά του, κ' έλαμπε η σπηλιά από το καμάρι του, κ' εζήλεβαν οι +Νεράιδες το λεβέντικό του αντρόσταμα. Σκάλωνε ύστερα στο βράχο +απάνου, έγερν' εκεί, και στην πρώτη αντήλια οπάστραφτε κάτου στη +νεροσυρμή, έσμιγαν τ' Αργύρη τα χείλη τη φλογέρα. Εγέλαε όλος ο +κάμπος πέρα το τραγούδι του, κ' εζήλεβαν τα πουλάκια, κ' εφτεράκαε +ζηλόφτονο ταηδόνι. Πάγαιναν τα βοσκαρούδια να ποτήσουν τα ζωντανά, +πάγαιναν κ' οι κοπελιές να λεφκάνουν. Αγνάντεβαν τον Αργύρη ψηλά στο +βράχο κ' εγλυκολάλειε η φλογέρα του. Εζήλεβαν τα βοσκαρούδια, +επλάνταξαν από κεντέρι οι κοπελιές. Κ' εχαιρόταν τον Αργύρη της η +Ζαχαρούλα... + + — Χάι! Ψαρή μ', χάιιι, αγιάτικο!... + + — Τον είπαν Αργύρη-Μήτρα τόρα, οπού λες. Κ' εμεγάλων' ο γιός του +Νάκο-Μήτρα και της Ζαχαρούλας η παρηγοριά. Ήταν πια δεκαπέντε χρονώ +λεβέντης· Μιαν αβγινή, το λοιπόν, ήταν γερμένος ο Αργύρης στο +Βαθυλάκωμα απάνου κι αλαφρά απάλαφρα φύσαε τη γλυκειά τη φλογέρα του. +Έπαιρνε του βουνού το πρωινό τ' αγεράκι τον τρελόν αχό, το +γλυκολάλημα της φλογέρας, και τάπλωνε ολούθε στο κάμπο και τόφερνε +στη δεμοσιά δωκάτου. Καληώρα όπως εμείς τόρα, έτυχε να διαβαίνη κείνη +την ώρα τη δεμοσιά ο Μπέης της Αρκαδίας, ερχάμενος από το Μαραθονήσι +και πηγαινάμενος στην Τριπολιτσά. Μες την ώρα, εγλυκολάλειε η φλογέρα +τ' Αργύρη στο Βαθυλάκωμα απάνου κι άκουσε ο Τουρκάλας διαβαίνοντας το +γλυκολάλημα της φλογέρας δωκάτου, που απαλό, τρυφερό στην πρωινή +σιγαλεριά μέσα, ακουότανε στη δεμοσιά το βαθιό του ταντίφωνο. +Παραστρατίζει ο καλός σου ο Μπέης από τη δεμοσιά, και πάει απάνου στο +Βαθυλάκομα. Σαν πήγε απάνου στο Βαθυλάκωμα, κεντάει τάλογό του, +βυθίζει τα σπερούνια σταλόγου την κοιλιά. Φρενιάζει τάλογο, σαλτάρει, +κολλάει απάνου στο βράχο πούταν ο Αργύρης γερμένος. Μια κι ανέβη το +βράχο, καλημερίζει το παιδί και του λέει: + +«Άξιο μου παληκάρι· αλήθεια αξίζει η γλυκειά σου φλογέρα να ξυπνάη +από βαθύν ύπνο τις Νεράιδες της λίμνας μου. Κι αλήθεια αξίζει να +συντροφέβη της γλυκειάς μου Χανούμ το τραγούδι στην οχθιά. Κι αξίζει +να συντροφέβη τάπειρά μου κοπάδια στις βοσκές. Έλα κοντάμου, +παληκάρι, στης Αρκαδιάς τα δάση απάνου, έλα!» Ο Αργύρης θυμώνει, +βρίζει, σκούζει, μα ήταν αδύνατο πράμα, και δεν έτυχε νάχη αρματωσιά +στο σεχαχλίκι του, για να μπορέση ναντισταθή. Έδοσε μια ο Μπέης, τον +άρπαξε στην αγκαλιά του· τον κάθησε πισωκάπουλα στ' αράπικο τάτι του. +Εκάρφωσε τα σπερούνια στα πλεβρά ταλόγου, έκαμε τάτι φτερά και δώθε +παν οι άλλοι. Χάθηκε μέσα τον κάμπο, συνεπαίρνοντας του χωριού το +καμάρι, της καψο-Ζαχαρούλας την παρηγοριά... + + — Χάι! χάι! Ψαρή μ'... + + — Οπού λες. Απάνου στης Αρκαδιάς τα πυκνά τα δάσα εκ' ήταν οπέβοσκε +τις άπειρες κοπές του Μπέη, του Νάκο-Μήτρα ταρφανό. Κ' εκ' ήταν +οπούχε τα μαντριά του. Ήταν κοντά μια λίμνα απόδιπλα. Σαλάχαε ο +Αργύρης τα πρόβατα στη λίμνα, να τα ποτίση. Έγερνε εκεί στην οχθιά κ' +έσμιγε με τα φαρμακωμένα τα χείλη του τη φλογέρα κ' εξύπναε από βαθύν +ύπνο τις Νεράιδες της λίμνας, που αναπάβονταν στα γιάλινα τα παλάτια +τους. Κ' ήταν πικρό και παραπονιάρικο το τραγούδι του άμοιρου Αργύρη. +Έβλεπε πολλές φορές μαπορία και τρόμο, να σουρώνη η λίμνα στη μέση +και νανοίγη αφαλό στα βάθη της. Να ρουφάη αποκεί κλαριά ολάκερα από +έλατα και χορτάρια. Έβλεπε να καταπίνη ξύλα κι ό,τι ετύχαινε στο ρέμα +της· να χάνωνται μαφρούς τα νερά, να βυθίζουν στη μέση της. Ρώτησε ο +Αργύρης μαπορία και τρόμο κι άλλους Αρκαδινούς τσοπάνηδες και καθένας +τους τούλεγε και μιαν άλλη ιστορία. Τούπαν πως τα νερά της λίμνας τα +σουρώνει ή καταβόθρα και βρίσκει άλλες καταβόθρες κάτου, κι άλλες +παρακάτου, κ' ετρούπησαν τα σωθικά του Ταΰγετου τα νερά, κ' εξέσπασαν +δωκάτου στο Βαθυλάκωμα που το λέμε. Αφογκράζεται ο Αργύρης μανοιχτό +το στόμα. Μια νυχτιά παίρνει κι απαρατάει του Μπέη τα πρόβατα στο +μαντρί, και κατεβαίνει στη λίμνα. Πάει στη λίμνα ολόχαρος, και +γελαστός πάει στην οχθιά, και ζυγώνει αποκεί την καταβόθρα. Βγάνει τη +φλογέρα απ το σελάχι του και τη φιλεί, τη φιλεί. Δακρύζει και την +πετάει στην καταβόθρα. Και φέβγει, φέβγει, αφίνει πίσω του του Μπέη +τις άπειρες κοπές και τα πυκνά της Αρκαδίας τα δάσα.... + + — Χάι! Ψαρή μ', χάι ! μαγκουφίτη μ'.... + + — Οπού λες. Η καψο-Ζαχαρούλα η μαβρόχηρα, σα να της το είπε ο +άγγελός της, σηκώνεται μιαν αβγινή κι απαρατάει το χωριό και πάει +δωκάτου στο Βαθυλάκωμα να λεφκάνη. Πάει στο Βαθυλάκωμα, χτυπάει με +τον κόπανο το πανί, χτυπιέται κι απομοναχή της. Κάθεται και +μοιρολογάει τον άντρα της το Νάκο-Μήτρα, και κλαίει τον Αργύρη της, +την παρηγοριά της. Κ' εκεί οπέκλαιε κ' εμοιρολογούσε, κάνει να +ξεδιπλώση το πανί και βλέπει στο νερό ξαφνικό μεγάλο. Βλέπει να +κατεβάζη το νερό τ' Αργύρη της τη φλογέρα. Βουτάει, χώνεται στα νερά +σαν πάπια ως τη μέση, την αρπάζει με δάκρυα στα μάτια, την κολλάει +στα χείλη της και τη φιλεί, τη φιλεί, τη φιλεί. Μα δεν ήξερε τι να +στοχαστή κιόλα, και βάνει με νου της χίλιες δυο συφορές και κακά. +Πιάνει και κλαίει και λιγάν τα πόδια της και λιγοθυμάει. Και πιάνει +και παίρνει αλέφκαντο το πανί, και κρύβει στον κόρφο της τη φλογέρα. +Γέρνει μάτα στο χωριό. Γέρνει στο χωριό και πάει στο ρημάδι της. Πάει +στο σπιτικό της κι ανοίγει, κλαίοντας την πόρτα. Τηράει, και τι να +ιδή! Τον Αργύρη της μέσα.... + + — Χάι! Ψαρή μ' περπάτα· χάι! οκνιάρη, ντέεεε!... + + — Την άλλη αβγή, οπού λες, σαν ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα, τηράει ο +Αργύρης και βλέπει τη φλογέρα του. — Πού τη βρήκες μάνα; ρωτάει τη +μάνα τάχα με χαρά. — Ελέφκαινα, Αργύρη μου, στο Βαθυλάκωμα και την +κατέβασε της σπηλιάς το νερό· του λέει εκείνη και τόνε φιλεί, τόνε +φιλεί, λες κ' ήθελε τόνε χάσει. — Μάνα, της ξαναλέει ο Αργύρης, τόρα +ήρθα και με είδες και σε είδα· μον πρέπει τόρα να γύρω μάτα στις +κοπές του Μπέη για το καλό μας, και μάτα να πάω στην Αρκαδιά. Κείνη +τον εφκήθηκε, τον εφίλησε, τον ξαναφίλησε και πάει στην εφκή της. +Έγυρε πάλι στην Αρκαδιά. Πήγε στην Αρκαδιά ολόχαρος και πήγε στη +στάνη γελαστός. Ο Μπέης δεν ήξερε πως έλειψε ο Αργύρης, και δεν +ένιωσε πως κατέβηκε στο χωριό του. Αποκεί κ' ύστερα, κάθε αβγή ο +Αργύρης, νυχτούλια ακόμα, σαλάχαε τα πρόβατα στα βοσκοτόπια. Τα +κατέβαζε και στη λίμνα. Πάγαινε στη λίμνα τα πρόβατα κάθε αβγή, και +πάγαινε να στείλη την καλημέρα στη καλή του τη μάνα. Έπιαν' εκεί το +παχύτερο αρνί του Μπέη· τόσφαζε, τόγδερνε, το ξεκοίλιαζε κρυμένος μες +το λόγκο. Το λιάνιζε καλά, τα τύλιγε μες το τομάρι του, τόδενε με +βούρλα καλά στο τομάρι και τόριχνε στην καταβόθρα της λίμνας. Η μάνα +του δωκάτου, πάγαινε κάθε αβγινή να λεφκάνη τάχα στο Βαθυλάκωμα κ' +εδεχότανε ολόχαρη και γελαστή του Αργύρη της την καλημέρα, που την +κατέβαζε της σπηλιάς το δροσάτο νερό. Έγερνε μάτα στο χωριό η +Ζαχαρούλα, κ' εμέρναε με τη φτωχολογιά την γλυκειάν καλημέρα τ' +Αργύρη της, κ' έπαιρν' εφκές κ' εφλογίες από τόσα στόματα πεινασμένα +του Νάκο-Μήτρα τάξιο παληκάρι. Επάγαινε έτσι κάμποσον καιρό η +δουλειά. Εκύλαε τον κατήφορο της σπηλιάς το νερό του Μπέη ταρνιά, κ' +εχαιρόταν η χαροκαμένη τ' Αργύρη η μάνα, κ' εξεφάντωναν τόρα οι +χωριανοί όλοι, κι όλοι οι γειτόνοι του Νάκο-Μήτρα του συχωρεμένου. Μα +κ' οι κοπές του Μπέη λιγόστεβαν από μέρα σε ημέρα. Κι αφτό ήταν +πούκαμε τον Μπέη να υποψιαστή και να παραμονέψη τον Αργύρη. Καμιά +φορά, το λοιπόν, πάει ο Μπέης κρυφά και χώνεται ανάπλαγα μες το +λόγκο, οπαράδιζε ο Αργύρης κάθε αβγή με τα πρόβατα. Πάει εκεί και +χώνεται, και λουμώνει και παραμονέβει τον Αργύρη. Αγναντέβει το πώς +τάβοσκε και τα διαφέντεβε τα πρόβατά του το βοσκαρούδι. Χαμογέλασε ο +τούρκος πίσω από τα κλαδιά. Παίρνει και φέβγει και γέρνει στον πύργο +του. Αφίνει ήσυχο το βοσκαρούδι, να κάνη τη δουλιά του· να στέλνη την +καλημέρα της άμοιρης μάνας του... + + — Ντε! Ψαρή μ' ντεεεέ! πάρ τα ξερά σου!.. + + — Με καιρό ύστερα, οπού λες, θάταν φαίνεται Μεγάλη Σαρακοστή, που +νηστέβουμε εμείς στα χωριά, γιατ' είχε καιρό πια να κυλήση αρνί της +σπηλιάς το νερό για τη χήρα του Νάκο-Μήτρα, κ' είχε καιρό να κυλήση +την καλημέρα στην καλή τη Ζαχαρούλα. Ημέρα την ημέρα καμιά φορά μπήκε +Μεγαλοβδόμαδο. Τ' Αργύρη η μάνα πρόσμενε μαγωνιά μεγάλη και χαρά +τρανή, νάρθη η Μεγάλη Λαμπρή, για να δεχτή το χαιρετισμό του γιου +της· να λάβη κ' είδηση για τον Αργύρη της τον ακριβό. Του Νάκο-Μήτρα +το χωριό εσήκονε τόρα μεγάλη Ανάσταση. Οι καμπάνες της μικρής του +εκλησούλας έστελναν τον αχό τους πέρα περιανά κι αντιλάλαε ο κάμπος. +Οι χωριανοί κ' οι χωριατοπούλες έτρεχαν λαμπροφορεμένοι στο χαρμόσυνο +το κράξιμο, κι όλο το χωριδάκι εφώταε από τα πασκαλιάτικα τα φωτερά. +Εξημέρωνε, — βοήθεια μας! — Μεγάλη Λαμπρή και το αγνό το χωριδάκι +εσήκωνε Μεγάλη Ανάσταση. Όλοι οι χωριανοί ξύπνησαν νυχτούλια, ποιος +να πρωτοπάη στην εκλησιά να ειπή και να κάμη &Χριστοσανέστη&. Επήγε +κ' η καψο-Ζαχαρούλα η Νάκο-Μήτραινα, έρημη αφτή κι απομόναχη, με δυο +λαμπάδες η άμοιρη, τη μια για τον Αργύρη της πια τον ακριβό της. +Σήκωσαν οι χωριανοί Μεγάλη Ανάσταση κι απόλυκε η εκλησιά αχάραγο +ακόμα. Εσκόρπησαν οι χωριανοί μέσα στο χωριό ολόχαροι, να μαζεφτούν +στις αβλές τους, που τους καρτέραε θράκα ολάναφτη κι ακαρτέραε ταρνί +στο σουβλί περασμένο. Να κάτσουν να ψήσουν ταρνί το λαμπριάτικο πια, +να στρωθούν να ξεφαντώσουν. — Ας πάω κ' εγώ να πάρω η άμοιρη το +λαμπριάτικο ταρνί μου· είπε κ' η κάψο-Ζαχαρούλα σα βγήκε από την +εκλησιά, κ' εροβόλησε τον κατήφορο. Βγήκε από το χωριό και κατέβηκε +στο Βαθυλάκωμα με το χάραμα. Την πήραν γλυκοχαράματα που έσκυβε +απάνου στο νερό κι ακαρτέραε το λαμπριάτικο ταρνί της. Καμιά φορά +εκουφογόγκηξ' η σπηλιά μέσαθε. Το νερό εκύλαε με πλειότερη βουή τόρα. +Σε λίγο πλαφ! πλαφ! κάνει και πέφτει κάτου μαφρούς ένα τραγήσιο +τομάρι φουσκωμένο. Βουτάει μες τα νερά τ' Αργύρη η μάνα κι αρπάζει με +χαρά του γιου της το λαμπριάτικο δώρο. Το σήκωσε στην αγκαλιά της και +τόσφιγκε τόσφιγκε, λες κ' ήταν ο Αργύρης της μέσα. Ήταν βαριό τόρα το +δώρο, γιατ' ήταν λαμπριάτικο πια. Τόσφιγκε τόσφιγκε ανηφορίζοντας τη +ραχούλα-ανάπλαγα κατά το χωριό. Τόσφιγκε, εφίλειε τις τραγότριχες του +τομαριού, και της φαινονταν μαλακές, απαλότατες, σα νάσμιγαν τα +μαραμένα της χείλη τ' Αργύρη το χνουδωτό στοματάκι· &Χριστοσανέστη& +με τον ίδιον τον Αργύρη της λες κ' έκανε. Πάει με χαρές στο σπιτικό +της η μαβρόχηρα. Πάει τρεχάτη νανάψη φωτιά, να γίνη θράκα· να ψήση το +κρέας να φάη, να ξεφαντώση στην υγειά τ' Αργύρη της· να πορέψη και +την άμοιρη φτωχολογιά, οπακαρτέραε το χρυσό της χεράκι. Φτάνει στο +σπιτικό της η άμοιρη κι απιθώνει το σφαχτό. Παίρνει ένα μαχαίρι να +σκίση το τομάρι. Σκίζει το τομάρι, τηράει· τι να ήδη! Τον Αργύρη της +μέσα, λιανισμένον, κοψοκέφαλο... + + ............. + +Αποτότε, οπού λες, μια φορά το χρόνο, τη Λαμπρή, κοντά, η σπηλιά +ξερνάει κόκαλα ξασπρισμένα και κυλάει ματωμένους αφρούς... + + — Ντε! Ψαρή μ', τόρα, να παγαίνουμ' αναγκαστά... +[1894]. + + + +Α Ν Τ Ρ Ο Γ Υ Ν Ο Χ Ω Ρ Ι Σ Τ Ρ Α +Γιάννη Ψυχάρη + + + +Με τα πρόσωπα χλωμά ξεραγκιανά, με τα μάτια βαθουλά σβυσμένα, τα +μαλλιά τους λερά κι αξάγκλεγα έβλεπαν μες από τα σιδερένια δίχτυα των +παραθυριών. Όλοι +βουβοί κι αμίλητοι. Όλοι με την απόκρυφη φωτιά του πόθου μέσα τους. +Όλοι με την ακόλαστη μανία πολυκαιρινοϋ στερεμού στη ματιά τους. + +Τα παραθύρια του _Ένα_ εκρέμονταν πάνω από την καγκελωτή της αβλής +σιδερόπορτα κ' έβλεπαν τα πεζούλια αποκάτω. Εκαθόνταν κι ακαρτέραγαν +οι επισκέφτες κάτω στα πεζούλια αραδαριά. Έβλεπαν και δε χόρταιναν +πάνω από τα παράθυρα, με τα κεφάλια στα χοντρά σίδερα κολλημένα, όλοι +του _Ένα_ οι κατάδικοι απανωτά στοιβαγμένοι. + +Έτσι βουβοί κι αμίλητοι, άγριοι και χαλκοπρόσωποι, χαβνομερακωμένοι +στου πόθου τον καημό τον πικρόχολο, ένας πάνω στον άλλον καβαλωτά +διασκελωμένοι δεν έβγαναν μιλιά. Άχνα δεν έβγαινε από τόσα στόματα +εκεί, στεγνωμένα στο σύφλογο της διψασμένης σάρκας κρυφαναπύρωμα· +άχνα από τόσα χείλη χλιαροφριγμένα στων ξαναμένων νέβρων +τανακόρδισμα, αφροστεφανωμένα στων αγριεμένων δοντιών το σύσφιγκο +συγκλείδωμα. Να βλέπουν, να χορταίνουν, — μάβρο χορτασμό! — τις +γυναικούλες όπου εκαθόνταν στα πεζούλια κάτω, με τα κοφίνια και τα +σακούλια τους πλάι. Τόση φωτιά μέσα τους άναβε, άσβεστη φλόγα τόση +στα ολάναφτα νέβρα τους γλυκόχυνε· εμέθαε τους ποθοπλανταγμένους +λογισμούς τους η μυρουδιά του κυδωνιού η χνουδάτη. Να βλέπουν. Μόνο +να βλέπουν. Να οσφραίνουνται μόνο, μες από τα ολόχοντρα σίδερα των +παραθυριών. Έτσι δα με ξελιγωμένα τα μάτια, να ξαχαρώνουν μονάχα. +Τόσο μόνο! + +Μες την ώρα να κι ο Γέρο-Ντούντουνας, ο καθαριστής. Επρόβαλε με τη +μακριά του σκούπα στα χέρια, αγνάντια στης Επιστασίας την ολάνοιχτην +πόρτα. Ακούμπησε τα χέρια λερά και ξεμανίκωτα στο μακρύ του +σκουπόξυλο, να ξεκουραστή. Εσήκωσε τα μάτια κατά τα παραθύρια του +_Ένα_ απάνω. Εχαμογέλασε πονηρά ο Γέρο-Ντούντουνας κ' εχαμήλωσε τη +λοξή τη ματιά του κάτω στα πεζούλια. Εξάνοιξε τις ομορφοστολισμένες +Σουλημοχωρίτισες, όλες αφράτες, κι όλες μια κοψιά, όπου εκαθόνταν +αραδαριά νάβρουν αράδα. Εκούνησε ταχτένιστο κεφάλι του, χαμογελώντας +πάντα πονηρά, κ' εστήλωσε τα μάτια του ψηλά στα παραθύρια· + + — Φάτε μάτια ψάρια, ωρέ ταδέρφι! έσκουξε μια κ' εχώθηκε πάλι, +γελώντας, μες την Επιστασία να σκουπίση. + +Όταν άλλαζε η φρουρά το πρωί, τότε άφιναν και τους επισκέφτες να +μπαίνουν, από δύο κι από τρεις μες το προάβλιο. Άφιναν πρώτους τους +αλαργινούς, για να προφτάσουν στα χωριά τους πάλι ως το βράδι. Κάθε +Κυριακή έρχονταν πλιότεροι από κάθ' άλλη μέρα. Ήταν και παζάρι στη +χώρα την Κυριακή. Καθένας εκίναε από το χωριό του με κάνα αρνί, κάνα +ζεβγάρι πουλακίδες, άλλος με λαχανικά και τέτια, κάθε λογής +φαγουλάρικα. Να τα ξεκάμη στο παζάρι, να πάρη, ναφίση και κάνα λιανό +στον εδικό του φυλακισμένον. + +Είχαν κατεβή πλιότεροι από κάθε άλλη Κυριακή σήμερα, απ όλα τα χωριά +της Αρκαδίας γύρω. Παραδέ γυναίκες. Ήταν όλες πια στολισμένες τα +καλήτερά τους στολίδια, λες κ' επήγαιναν σε χαρές και σ' αραβώνες. +Εκίναγαν μέρες μακριά, νάρθουν να ιδούν τους εδικούς τους οι άμοιρες. +Άλλη να ιδή τον άντρα της, κι άλλη να παρηγορήση το γεροπατέρα της, +κι άλλη να ειπή ένα γλυκό λόγο στον αδερφό της, κι άλλη με τον καλό +της, πιστή στα λόγια της αγάπης, να χαμογελάση. Εκαθόνταν αραδαριά +στα πεζούλια απόξω, μπρος στη μεγάλη ξώπορτα· άλλες χαρωπές, κι άλλες +θλιμένες, κι άλλες πολύλογες γαλιάντρες η γλώσα τους, κι άλλες άφωνες +και βουβές, κι ακαρτέραγαν νάβρουν αράδα. Όταν ερχόταν η ώρα τους, +άνοιγε την καγκελωτήν ξώπορτα ο Σκοπός. Έμπαιναν από δύο κι από +τρεις, κ' έκλεινε πάλι με κρότον η βαριά σιδερόπορτα πίσωθέ τους. Ο +Αρχιφύλακας απομέσα, τάχα πως θα ψάξη μην έχουν μαχαίρια, άνοιγε +αγριωπός τα σακούλια τους. Άνοιγε τα κοφίνια με τα σταφύλια, κ' +έπαιρνε για λόγου του δυο τρία από καθεμιά τους. + +Καμιά φορά πρόβαλε κ' η νειόνυφη του Βεργή, πεταχτούλα και περδικωτή, +η ομορφότερη αφτή στις χάρες και στα στολίδια. Άνοιξε διάπλατη την +πόρτα ο Σκοπός, κι +αλαφρή σαν πέρδικα, πήδησε μέσα. Ζύγωσε ο Κυρ-Λοχίας να την ψάξη. Την +καλόειδε τόρα από κοντά κ' εγαργαλίστηκε πιο πολύ ο μάβρος. +Καμαρώνοντας τα στρογγυλά σφιχτοδεμένα στήθια της, εζύγωσε πιο πολύ +χαμογελώντας, κι απλώνοντας το ρεμένο του ανάλαφρα στη χνουδωτή +τραχηλιά της, τη ρώτησε χαϊδεφτά, ξελιγωμένα· + + — Μη λάχη κ' έχης στελέτα στον κόρφο, κυρά μου;.. + +Εχαμογέλασε ντροπαλά. Εχαμήλωσε τα γραμένα της ματάκια με νάζι, που +θα το ξήλεβε κ' η καλήτερη αρχοντοπούλα. + + — Ψάξε με, Καπτάνιο μ', ψάξε με!.. + +Ο Κυρ-Λοχίας άναψε κ' εψήθηκε ο δόλιος. Εκόλλησε η γλώσα του στον +ουρανίσκο, κ' εστέγνωσε η φωνή στον καταπίτη του. Δεν έβρισκε λόγια +να ειπή. + +Πού να την ψάξη! + +Ας είχε και κανόνια απάνω της... + + — Φάτε, μάτια, ψάρια, Κυρ-Λοχία μ'! ακούστη ξαφνικά μες από της +Επιστασίας την πόρτα. + +Του Γέρο-Ντούντουνα η γελαστή φωνή, λες και τους ξύπνησ' από βαθύν +ύπνο. Όλα εκείνα ταγριόμαλα κεφάλια που κολλημένα στα σιδερένια +δίχτυα των παραθυριών, ξελιγωμένα εκαμάρωναν τη βεργολυγερή τη +Σουλημοχωρήτισα αποκάτω κι άναφταν στου Κυρ-Λοχία τα καμώματα· όλα +ανατινάχτηκαν στου Γέρο-Ντούντουνα το πείραγμα· + + — Φάτε, μάτια, ψάρια, Κυρ-Λοχία μ'! + +Εξέσπασαν μες από τα ολόχοντρα σίδερα σε τρανταχτό, ακόλαστο γέλιο, +κ' οι ρείπιοι θόλοι της φυλακής αντιλάλησαν την ξαφνική τη χαρά τους. +Τα μάτια τους γιάλισαν φουσκωμένα στου πόθου τη λύσα· τα μαλλιά τους +έφριξαν σαν της γάτας που ξάφνου βλέπει σκύλο νάρχεται καταπάνω της, +και σ' όλων τα κατάχλωμα πρόσωπα ξωγραφήθηκε ο πόθος ο μανιακός της +πιο ακόλαστης κι άγριας αγάπης. Λες και τους άναβε μέσα τους λάγνη +μέθη. Λες και τους λάβριζε τα σωθικά, τα νέβρα τους έκαιγε ο +ανυπόφορος πολυκαιρινός στερεμός του υλικού έρωτα· του έρωτα του +σαρκικού, που δε συγκρατιέται με σίδερα, μ' αλυσίδες δε δένεται. + +Ο Γιάρανος, ο Κατσικερός κι ο Χλιβέρης, οπού εκαθόνταν στο ακρινό το +παράθυρο, ήταν νειογάμπροι αφτοί κ' ήταν καρδιομαραμένοι πιο πολύ από +τους άλλους μες το _Ένα_. Απόκρυφος ο πόνος τους ελίγωνε. Θάλεγες πως +τα κορμιά τους ήταν εκεί, κι ο λογισμός του έτρεχε μακριούς, +μακριοπερπάτητους, τραχιούς κι ανάντιους δρόμους. Σιγά, δίχως κι +αφτοί να το νιώθουν γιατί, μπορεί για ναλαφρώσουν το φαρμακερόν τους +τον καημό, τόσκουξαν λιγάκι το πικρό το τραγούδι τους· κατάπικρο σαν +τους μάβρους τους λογισμούς, που παραδέρνουν του κουρασμένου νου τους +θλιβερούς τους πόνους. + + Η φυλακή έχει σίδερα κι όξω Σκοποί φυλάνε, + Θέλω για νάρθω να σε ιδώ και τους Σκοπούς φοβάμαι. + +Έβγαινε κλαψάρικο, κ' έρεε συρτό των πονεμένων καταδίκων το τραγούδι. +Ήταν πικρός, κ' ήταν παραπονιάρικος ο αχός του. Έμοιαζε αρώστου +αγγελόκρουσμα γλαρό, κ' ήταν του πόνου ακράτητο ξεχείλισμα, μαράζι +ήταν κ' εξεθύμαινε και της απελπισιάς λυγμός και ρόγχος, + + Η φυλακ' είναι μια φωτιά, η φυλακ' είνε λάβρα, + Η φυλακή μού τάβαψε τα σωθικά μου μάβρα... + +Μόνο ο Βεργής, απ όλους μες το _Ένα_, ήταν τυχερός. Ήρθε η γυναίκα +του από το χωριό, να τον ιδή, να του φέρη και καθελοής δώρα, πούχε +στο φτωχικό τους. Βρήκε αράδα, κ' εμπήκε στην αβλή, κι ο Κυρ-Λοχίας +άναψε από τη λιμπιστή την ομορφάδα της. Της άγκιξε τη χνουδωτήν +τραχηλιά, και της είπε χαδεφτά «μη λάχη κ' έχεις στελέτα στον κόρφο, +κυρά μου;», και τούπε ο Γέρο-Ντούντουνας «φάτε μάτια, ψάρια, Κυρ- +Λοχία μ'». Ανέβηκε πεταχτή, σαν πέρδικα, τη σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ +και του _Τέσερα_, κ' ήρθε κ' εκόλλησε το ροδοκόκινο προσωπάκι της +όξω, στο σιδερό — πλεχτο φεγγίτη του _Ένα_, που καρτερούσε με λαχτάρα +ο άμοιρος ο Βεργής απομέσα. Επέρασε μες από το φεγγίτη της πόρτας τα +δώρα πούχε φέρει του καλού της ένα ένα. Έστησαν ύστερα ολόθερμην +κουβέντα οι δυο τους, αγαπημένο αντρόγυνο· εκείνος μες από τα σίδερα +χλωμός, κ' εκείνη ροδοκόκινη απόξω. Τούπε ότι εγένησε διπλάρια, «να +της ζήσουνε!» η Βασίλενα· ο Τόλιας επαντρέφτη, ακούς· «μας άφησε πια +χρόνους κ' η Θεια-Σίγουρη!» Χιλιαδυό καινούρια άλλα, που διαφερόταν ο +Βεργής. + + — Αααλαή! μες τη θέρμη της ομιλίας τους, έσκουξε ο Σκοπός +σπαραχτικά. + +Τους την έκοψε την καρδιά των αμοιρώνε. + + — Όξω οι πισκέφτες! Όξω οι πισκέφτες! Ήταν περασμένη η ώρα, πούταν +ωρισμένη για τους ξένους. Οι εβζώνοι επεριδιάβαζαν την αβλή κάτου, +από πόρτα σε πόρτα, κι από δωμάτιο σε δωμάτιο. Εβλαστημούσαν κ +εφώναζαν, να διώξουν τους επισκέφτες, κ' έσκουζαν να βγαίνουν όξω +αναγκαστά· + + — Όξω οι πισκέφτες! όξω!.. + +Ο Βεργής πήγε να λιγοθυμήση που τάκουσε. + +Πώς ήθελε ο άμοιρος, νάταν αιώνας η στιγμή, να χορτάση την ακριβή του +γυναικούλα! + + — Όξω οι πισκέφτες! όξω! όξω! ακούστηκε άγρια τόρα του φύλακα η +φωνή. + +Ο Βεργής εχλώμιασε πλιότερο. Δάκρυ πικρό θόλωσε υγρά τα ματόκλαδά του +κ' εκύλησε κάτω. Επέρασε το χέρι του τάσαρκο μες από το δίχτυ του +φεγγίτη, κ' έπιασε της γυναίκας του το παχουλό χεράκι απόξω. Της +τράβηξε τα χέρι καταμέσα τόσο, που ακούμπησαν στα βαριά σίδερα της +πόρτας τα χυμερά κι αφράτα της στήθια· το ροδοκόκινο προσωπάκι της, +ξαναμένο, εκόλλησε πάνω στα δίχτυ του φεγγίτη. Με κατάθολα τα μάτια +τόρα, έγυρε τα κουρασμένο το κεφάλι του· έσιαξε ξεροφριγμένα τα χείλη +του, μες από το δίχτυ του φεγγίτη· τα κόλλησε πάνω στα φλογερά +χειλαράκια της γυναίκας του. Έσμιξαν σε γλυκό, πεντάγλυκο, αχ! μα και +πόσο στερεμένο φιλί! + + — Έχε γεια, Γιώργο μ'!... + + — Στο καλό, Λενιώ μου, στο καλό!.. + +Ο Βεργής απόμεινε δακρυσμένος πίσω απ' το φεγγίτη, να την καμαρώση +την άμοιρή του γυναικούλα, που με κομένα γόνατα κατέβαινε τη +σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_, σφογκίζοντας με της +άσπρης της τσεμπέρας την άκρη τα μάτια. + +Σαν είδε πια που εχώνεψε αγνάντια σταγκωνάρι, βάρεσε τη γροθιά του μ' +ορμή στην πόρτα πίσω· μανιασμένος, άγριος τη βλαστήμησε, — σα νάχε +ψυχή αφτή, κ' ένιωθε τον πικρόν καημό του· + + — Αχ! αντρογυνοχωρίστρα! + +Κ' εμπήκε καταλυπημένος στο δωμάτιο. + +Αποτότε κ' ύστερα τη βαριά σιδεροκάρφωτην πόρτα του _Ένα_, τη λέγαμ' +_Αντρογυνοχωρίστρα_. + +Πώς της άξιζε, αλήθεια, τόνομα! + +[1894]. + + + + +Χ Ι Ο Ν Ο Π Ο Λ Ε Μ ΟΣ + + + +Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και +σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και +πουπουλένιο, τόρα κατεβατό και ήσυχο, τόρα χυτό κι ομαλό, βουβό και +κούφιο, και πάλι πλαγιαστό και ανεμισμένο έπεφτε· ολοένα έπεφτε το +χιόνι απάνωθε, κι ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην αρμονική χιονιά +που εσκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν, χωρισμένα σε δυο +ανυπόταχτα στρατόπαιδα, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη +Απανωρούγα. + +Ήταν παραμονή μεγάλη, και την άλλη μέρα θα ξημέρωναν Χριστούγενα, — +βοήθεια μας! Από την πρώτη μέρα της βδομάδας βροχές ασταλαμάτιγες, +νεροποντές ακράτητες και βαρυχειμωνιές επάτησαν τον τόπον όλον. Τόρα +εξέσπαε από χτεβράδυ στη χιονούρα. Ντυμένο μες τους αθογαλερούς +αφρούς, χωμένο μες τ' αμάλαγα μπαμπάκια το χωριό, εφάνταξε πανώρια +ζωγραφιά, θεόγραφτη, κρεμάμενη στου χιονισμένου του βουνού τον +κάτασπρον το ρόβολο. Τα δέντρα τα πυκνά του λόγκου ανάγυρα, οι +λεμονιές κ' οι βυσινιές στους κήπους μέσα, κρατώντας πάνω στ' άπειρα +κλωνιά τους και στα παγωμένα φύλλα τους γρούπους πυκνούς τα χιόνια τα +στεγνά, εφάνταζαν πελώρια μπουκέτα με ονειρεμένους, σαν τα κρίνα +κάτασπρους ανθούς, που χέρι θεϊκό αόρατο τα σκόρπισε κάτω στη γη· για +να στολίση τους αμαρτωλούς τους κόρφους της, και να δεχτή την άγια +και λεφκότερη από τα χιονάτα κρίνα αλήθεια του Θεού, που σε τέτοια +βραδιά μέσα μαγικήν κι ονειροφάνταστη γενήθηκε στον κόσμον κάτω. Οι +ξύλινες οι φράχτες γύρω, πλεγμένες από λυγαριές μες τα κηπάρια, +έδειχναν τόρα, κάτω από το χιόνι το πυκνό που τις εσκέπαζεν ολόπηχτο, +πανώριες μάντρες μαρμαρόχυτες, φανταχτερές, χτισμένες μαγικά από το +πιο άδολο κι ασπρήτερο μάρμαρο, που μες τα πέτρινα τ' αβάθητα τα +σπλάχνα της βουτώντας, ανέβασε στη γη ο άνθρωπος, να βαρυθεμελιώση +παλάτια ονειρεμένα, μυριοπέτυχα. + +Όξω στους δρόμους τα παιδιά, εγιόρταζαν κ' εχαιρετούσαν, με τον πιο +χαρούμενον τρόπο, την άγια μέρα που ξημέρωνε. Εδιαμεράστηκαν οι +συντροφιές· εχωρίστηκαν. Έπιασαν άλλα τις φράχτες στους κήπους μέσα. +Νάχουν ταμπούρια να φυλάγωνται· νάχουν και τα πολεμοφόδια άφτονα και +πρόχειρα, που ήταν γεμάτες χιόνια, γόνα πάνω από τη γη, οι πρασιές. +Έπιασαν άλλα τω σπιτιών τις απόγωνες γωνιές περίγυρα, που όταν +ξεφυσούσε ανάλαφρος ο άνεμος, το ρίπιζε πάνω στους τοίχους τους το +χιόνι και τόσπρωχνε, το σώριαζε στω σπιτιών κάτω τις απάνεμες γωνιές. +Να βρίσκουν άφτονα και πρόχειρα κι αφτά πολεμοφόδια· να κρύβωνται κι +αφτά πίσω από ταγκωνάρια· να φυλάγωνται κιόλα τα φοβερά τα βόλια του +εχτρού. Άλλα πάλι έπιασαν ταμπούρια ασύγκριτα τις μεγάλες τις +αβλόπορτες, να μάχωνται όξω στ' ανοιχτά· να τρυπώνουν και στις αβλές +μέσα, αν θα τους τσάκιζε ο εχτρός καμιά φορά· να του κλειούν και τα +θυρόφυλλα μπροστά· να μην τους ξανοίγουν καθόλου μέσα τα βόλια. Άλλα +πάλι έπιασαν τις χιονισμένες καμάρες, και τους φούρνους τους +καπνισμένους στους τοίχους τους και χιονισμένους απάνω, ταγκωνάρια τα +λαδωμένα τω λιτριβειών, τις χτιστές κολώνες, τα μεγάλα και κυκλόβολα +δεντρικά· όλα ασπροντυμένα, αφρόχυτα και μαγικά μες την κρινόλεφκη, +παρθένα φορεσιά τους, και τάβαλαν μπαστούνες στον εχτρό, +καλοπροφυλαγμένες κι απολέμητες. + +Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και +σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και +πουπουλένιο, τόρα κατεβατό, χυτό κ' ήσυχο, και τόρα ομαλό βουβό και +κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτε, έπεφτε, ολοένα +έπεφτε απάνωθε το χιόνι· και ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην +ονειρεφτή χιονιά που σκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν +χωρισμένα σε δυο ανυπόταχτα στρατόπεδα, — η Κατωρούγα η φοβερή, με +την αντρειωμένη Απανωρούγα. + +Έκαναν πρώτα σωρούς, να τάχουν άφτονα και πρόχειρα στον πόλεμο τα +πύρινα πολεμοφόδια. Να μην τους βρίσκη ο εχτρός ανέτοιμους, και τους +τσακίζη κιόλα. Εφούχτιαζαν, μες τα κοκινισμένα, ψημένα από την +παγουνιά τα χέρια τους, γρούπους χοντρούς τα χιόνια, πάνω απ τους +σωρούς. Τα έσφιγκαν ανάμεσα στις φούχτες τους. Τα αζύμωναν, τα +ετσούπωναν, τα έκαναν μπάλες στεγνές σαν πέτρες, και σαν τα +πορτοκάλια ολοστρόγγυλες. Και όλα σβέλτα φτερωτά, κι όλα γοργά +χαρούμενα, εκυνηγιώνταν ακράτητα, κ' εχτυπιώνταν λυσάρικα, μανιακά +αναμεταξύ τους, κ' εμάχονταν ηρωικά, αντρειωμένα. Εσφύριζαν οι άσπρες +μπάλες φλογερές, μέσα στη θολωμένην τη χιονιά. Έσκιζαν τον πυκνόν +αέρα φτερωτές· ολόδρομες εδιάβαιναν απάνω· εδιασταβρώνονταν από τη +μιαν άκρη του δρόμου στην άλλη. Εχτυπούσαν στις χιονισμένες στέγωσες, +στ' άσπρα κεραμίδια πάνω· κάτω σταγκωνάρια, στους κήπους μέσα τους +αφρόστρωτους· στις ξύλινες φράχτες τις μαρμαρόχυτες απάνω. +Εβροντούσαν στις ισκιερές καμάρες κάτω, και πάνω στις κλειστές +αβλόπορτες, και τους κουκουλωμένους φούρνους· στις στοιβανιές τα +ξύλα, στα δέντρα, στα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εσπόριζαν οβούζια +αστραφτερά, ολάναφτα, που άπλωναν τις φλογερές τις σπίθες τους +ολούθε, συνέπαιρναν κ' εσκόρπιζαν κι ανέμιζαν ολούθε τα χιόνια +σύγνεφα πυκνά. Άχνιζε ο τόπος, εθόλωναν τα φώτα της ημέρας στην πυκνή +χιονιά. Κι αφτοί γοργοί κι ακούραστοι, φτερωτοί κι ολόχαροι έτρεχαν +ολοένα. Εμάχονταν οι φοβεροί αρματωλοί, κ' εχτυπιώνταν με τις φοβερές +τους μπάλες αναμεταξύ τους, με φωνές και σφυριξιές κι αλαλητόν και +τάραχο μεγάλο, οι τρανοί οι ήρωες, που ετίκλωναν τον κούφιον και +βουβόν αγέρα της πηχτής χιονιάς. Ολοένα κι ο ουρανός απάνω, χωμένος +μες τη χειμωνιάτικην τη γούνα του, λες κ' εχαιρότανε κι αφτός με τον +τρελό τους πόλεμο, έστελν' έστελνε ολοένα, άπλωνε, σώριαζε άφτονα +πυκνά πολεμοφόδια, στους αντρειωμένους του πολεμιστάδες κάτω. + +Ολοένα το χιόνι κάτω αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα +αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε +αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό χυτό και ήσυχο, και τόρα ομαλό +βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτ' έπεφτε, +ολοένα έπεφτ' απάνωθε· ολοένα κ' οι πολεμιστάδες οι τρανοί, χωμένοι +μέσα στην αρμονική χιονιά, καλοπροφυλαγμένοι πίσω στ' απολέμητα +ταμπούρια τους, εμάχονταν αγριεμένοι, τρομεροί, σε δυο ανυπόταχτα +στρατόπεδα χωρισμένοι, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη +Απανωρούγα. +[1895]. + + + +Θ Α Λ Α Σ Ι Ν Ε Σ Γ Ρ Α Φ Ε Σ + Από την Τίκλα μου. + Κωστή Παλαμά + + ........ + +...Το ξέρεις πια πως ξετρελαίνομαι με τη θάλασα. Χρόνον καιρό να +μείνω ξέμακρα από την Τίκλα μου, μαραζώνω, μα την αγάπη μας. Το +ξέρεις, που και στην πιο απόκοσμην άκρη να βρεθώ, ναρχίσουν να +χλιαίνουν οι καιροί, να γλυκαίνουν και τα λιοπύρια, στα δεσμά να με +βάλης, στα κάστρα να με κλείσης, θάβρω τρόπο, στην Τίκλα μου να τρέξω +ακράτητος. Γεια νάχουμε, και μια φορά, θα σε πάρω να περάσουμε το +καλοκαίρι μαζί. Να θαμάσης και συ με την πανώρια την Τίκλα μου. Να +ξετρελαθής και συ. Να μη μαδικάς κιόλα, που όλες του κόσμου τις +θάλασες δεν τις αλλάζω με ταμουδερά της Τίκλας μου κυμοθάλασα· με τις +απόγκρεμνές της ακροπελαγιές. Όπως, δε θα σου χάριζα μια τρυφερή +γραμούλα του ξακουσμένου μου Ταΰγετου, πάνω στον καθάριον ουρανό, +μπρος σ' όλες σου του κόσμου τις βουνοκορφές. + +... Χτες πάλι, αχάραγο ακόμα, ήρθε να με ξυπνήση ο Γερο-Γουργάρος. +Χρυσός άνθρωπος αλήθεια. Μα δεν ξέρεις +πόσο τον αγαπώ. Την καρδιά μου νανοίξης, μέσα θα τη βρης την αγαθή +την εικόνα του. Με τις βρύχωρες τις βρακούλες του· με τα ξεγυμνωμένα +πάνω ως το γόνα, στραγκημένα, ξεραγκιανά καλαμόπουδά του· με το +σουλουπιάρικο, τόσο δα, κατάξαρο, σουφρωμένο προσωπάκι του· με τα +ψαρά γενάκια του, μαδημένα σαν του τσόλου τα φτερούγια, σπαρμένα δώθε +κείθε στο αλατοψημένο το πετσί του, πάνω στάσαρκα ριζάφτια του +κολλημένα· με δυο ματάκια, ρουφημένα μέσα, γουβωμένα, μικρούτσικα κ' +έξυπνα, σπίθες στο γιαλό, γεμάτα αγάπη και χαρά, γεμάτα καλοσύνη και +γλύκα. Στην καρδιά μου τον έχω, που λες. Μα να τόνε γνωρίσης σαν +έρθης. Θαφήσης το θάμα σου, να σε χαρώ. Όχι πως τον αγαπώ. Την έχει +μέσα του την καλοσύνη ο Καπτάν-Μιχάλης. Μαζί του νάσαι, χίλιες +καρδιές αλλάζεις. Κομάτι μάλαμα, μα το ναι. + +... Αποβραδίς είχαμε πη, να βγούμε με την καθετή σύνταχα. Ως που να +ζεστάνη καλά, όσο νάχη, μια τηγανιά καλή πάντα θα την πάρουμε, +ελόγιαζε ο Καπτάν-Μιχάλης. Αχάραγο ακόμα, ήρθε και μαγουροξύπνησε +απάνω, που ως τα μεσάνυχτα τόχαμε ρίξει έξω, κάτω στακρογιάλι, με τον +Κυρ-Λιάκο τον τηλεγραφητή. + + — Όσο να ντυθής συ, μου κάνει, να πάρης και τον καφέ σου, γέρνω γω +στο Λιμιονάκι για δόλους. + +Τούπα να καθήση, να τον πιούμε μαζί· + + — Μουντζουριές μου λέει, γελώντας· μαβρίζει τάντερο. Κ' εκατέβηκε, +ανεμίζοντας τις βρακούλες του πίσω, με την απόχη στον ώμο, να πα για +γαρίδες στο Λιμιονάκι κάτω. Όσο να ντυθώ, αλήθεια, να πιω και τον +καφέ μου, τόνε ξάνοιξα, απ το παράθυρο, στο μουράγιο κάτω. Με την +απόχη πάντα στον ώμο, ανασκομπωμένη τόρα τη σέλα της βρακούλας του +πίσω, επάγαινε να σύρη το παλαμάρι. Εβιάστηκα κ' εγώ τόρα. Επέρασα +την ψαθοβουρλιά στο κεφάλι· άρπαξα από το τραπέζι μου και το +φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του φίλου μας, πούχε την καλοσύνη να μου το +στείλη δωκάτω. Εροβόλησα στο μουράγιο. Είχε παρμένο το σίδερο τόρα ο +Καπτάν-Μιχάλης. Εκαλόστρωσε πίσω τη βάρκα, πούταν ολόποντες οι +κουπαστές απ τη νυχτερινή δροσιά· εδιπλάρωσε στη σκάλα και +μακαρτερούσε. Ανοιχτήκαμε. + +...Οι στεριές, θολωμένες ακόμα μες το αιθέριο διάφωτο της χαραβγής, +εδροσοβολούσαν μαλακό, απαλό το πρωινό αγεράκι. Αγκριθερά, +θειαφόχρωμα, βαρύκορμα τακρογιάλια, εκρέμαγαν στηθάτες κ' ισοκέφαλες +τις λαιμαριές τους, στις διάπλατες κάτω ακροπελαγιές. Ψηλότερ' απάνω +οι βουνοκορφές του Ταΰγετου, μισοφωτισμένες, θαμπές ακόμα, βυθισμένες +κι αφτές μες ταβγινό πούσι, μόλις εχαράκωναν ανάλαφρα τον ουράνιο +θόλο ψηλά, ωχρογάλαζο μες της αβγής τα διάφανα χρώματα, +απαλοφωτισμένον, σαν την αλήθεια κατακάθαρον. Εξέσερναν απάνουθε +ψηλά, εχαμήλωναν λίγο κατακάτω. Εξετύλιγαν φειδωτές, παιγνιδιάρικες, +αρμονικές τις γραμές τους πάνω στον ουρανό. Εχαμήλωναν, ολοένα +εχαμήλωναν, κ' έσβυναν απαλά, εχώνεβαν μαλακά κάτω στα μαγεμένα +κοιμάμενα ακρογιάλια. Περακεί, κάτω, βαθιά, στου διάπλατου κόρφου το +απέραντο ξετύλιγμα, αναπηδούσαν μες από τα ονειρεμένα βάθη του +γιαλού, εμαντέβονταν πάνω σταπόμακρα βουνά, τα μαγικά τα κάστρα της +Κορώνης. Κάτω ακόμα, βαθύτερα ακόμα, εγλυκοφώταε λίγο μες ταδύνατα +χρώματα της χαραβγής, εξεχώριζε μες το νυχτονοτισμένον του πελάγου +ανασασμό, καθισμένο πάνω στα διάπλατα κοιμάμενα νερά, ολοστρόγγυλο, +καμαρωτό το Πινακούλι. Βόσκουν μέσα του τα τόσα αγριόγιδα, ακούς που +άνθρωπος δεν τα ζυγώνει. Έχει άπειρες σπηλιές ανήλιαστες κι άπατες +καταβόθρες το νησί. Ροβολούν μέσα ταγριόγιδα και κρύβονται, και +βόσκουν μέσα κει αθώρητα στα βάθη του γιαλού. Πάνω στον Αγιανάκη +πάλι, καταδώ, του Μούρτζινου οι βάρδιες οι ολόχοντρες, άπλωναν κ' +εκαθρέφτιζαν τους βαρυθέμελους τους πύργους, στα πηγμένα κάτουθε +ακρογιάλια. Φαρδιοί και βαριοΐσκιωτοι εκαθρεφτίζονταν οι μακρουλοί +και πολεμόχαροι πύργοι, πάνω απ το καταράχι, μέσα στο γιαλό. +Εφάνταζαν ονειρεμένα παλάτια μυστικά, νεροθεμελιωμένα μαγικά στης +θάλασας τα ποντισμένα βάθη. Δώθε πάλι έσβυναν, εχάνονταν στα πλάτια +του πελάγου, μέσα βαθιά, του Καβογρόσου οι βραχωμένες πλέβρες, που +μόλις αξεχώριζαν μες το άπειρο διάστημα του ανοιγμένου κόρφου. Οι +αψηλότερες κορφάδες του Ταΰγετου, φωτοπεριχυμένες μες της ανατολής τα +ουράνια αφρόροδα, εγλυκοφωτούσαν τόρα χίλια μύρια χρώματα, πορφυρωτά +και κατατρύφερα. Ερόδιζε η ανατολή περίλαμπρα, πίσω απ τις δασωμένες +ράχες, πέρα περιανά· επερίχυνε με πλούσια, ονειρεμένα χρώματα, τις +ανατολικές βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Εχαμογελούσε ο ουρανός απάνω +όλος μαγικά, κι αγκάλιαζε, εκαθρέφτιζε μέσα ο γιαλός, πάνω στα +αθογαλερά του και ασημένια χρώματα, τις πλούσιες ροδαριές της +χαραβγής και τουρανού τα ερωτάρικα χρυσόγελα. Στεριές και περιγιάλια +και βουνά και πέλαγα, η φύση όλη ερόδιζε κι ασπρολογούσε τόρα, +γλυκοβαμένη μες τα ουράνια διάφωτα της κονταβγής, φωτολουσμένη μες τα +μαγικά, ροδόχρυσα ηλιοβαρέματα. Ο ήλιος θα πρόβανε σε λίγο πίσω απ τα +βουνά, και περακεί, πάνω απ το πέλαγο, πάνω απ της Κούρσας +ταπόγκρεμνα και κρεμαστά κεφάλια, πάνω στους πλουσιοφωτισμένους +θόλους, ξέθωρο βλέφαρο, μάτι σβυσμένο εξεχάστηκε στον ουρανό ψηλά, +εκρέμαγε ακόμα, ξέχρωμο τόρα, ξεβαμένο, άδοξο το φεγγάρι. + +...Φτερωτή, ολόχαρη, πατημένη κάτω απ τα κουπιά του Καπτάν-Μιχάλη η +μικρούτσικη η βαρκούλα μας, έσκιζε πεταχτή τα γαλανά νερά. +Εγλυστρούσε ολόδρομη πάνω στα κοιμισμένα πέλαγα, εδιάνοιγε το δρόμο +χαροπή. Μια εχύμαε την πλώρη στο νερό, και μια αναπηδούσε πάνω +ελαφρή. Εζάρωναν, εσούφρωναν σε φειδωτά, αφροστεφανωμένα κυματάκια τα +τρομαγμένα τα νερά· εξετυλίγονταν ολοένα, μυριόπτυχες, συδίπλωτες οι +ζάρες, πίσω απ την καθισμένη πρύμη μας, σαν άπειρες ραφές στου γιαλού +πάνω τα κοιμισμένα πλάτια. Καθισμένος κι αφτός στο μεσιανό παγκάρι ο +καλός μας ο ψαράς, ολόχαρος πάντα και γελαστός, χωμένος μες την +καταβρεγμένη τη βρακούλα του, έλαμνε ολοένα με τάξη και ρυθμό τα +ελαφρά κουπάκια. Εγλυκόφεβγαν γαληνεμένα, πήχτρα τα νερά. +Εκαθρέφτιζαν της αβγής τα τρυφερά τα χρώματα και τουρανού τα γαλανά +τα φωτά· ερόδιζαν μες ταργυρόχλωμα τα πλάτια τους. Εγλυκογεράνιζαν +κάτω από της αβγής τα μαλακά και διάφανα ροδόφωτα· εγιάλιζαν απαλά, +εξάστραφταν κι αγκάλιαζαν μέσα στους διάπλατους τους κόρφους τους, +μυριόχρωμους τους ίσκιους από τις βαριές πέρα ακροπελαγιές, κι από +ταμουδερά δώθε τα κυμοθάλασα. Εφέβγαμε κ' εμείς, γλυστρούσαμε, +ετρέχαμ' ολοένα. + +...Στο πανώριο νησάκι της Τίκλας μας απόξω, θα ψαρέβαμε. Επήραμε τον +κάβο του νησιού. Παράτησε τόρα τα κουπιά ο ψαράς, ο γέρος μου· +εφούνταρε το σίδερο στανοιχτά. Αρμάτωσε πρώτα την εδική μου καθετή· +τη δόλωσε και μου την έδοσε. Αρμάτωσε και τη δική του τόρα, τη δόλωσε +κι αφτή. Στα παγκάρι αφτός γερμένος, πίσωθε καθισμένος εγώ, τις +εβουλιάξαμε από την κουπαστή κ' εψαρέβαμε. Εδιάβαζα εγώ και το βιβλίο +του φίλου μας. Έκαμε και το θάμα του ο Καπτάν-Μιχάλης ο καημένος, +συνηθισμένος νακούη και να μη νιώθη τω δασκάλων τις φυλλάδες. Πώς +τάχα ημπορούσα και του τα ξηγούσα, τόσο απλά και ταιριαστά, ακούς, +που να δοκιέται όπως κουβεντιάζαμε. Είδα κ' έπαθα να τον πείσω, πως +ήταν έτσι τυπωμένα στο χαρτί, όπως του τα διάβαζα, κι ακόμα να +πιστέψη. Φτωχολαέ μας, πόσο σε ζημιώνουν οι δάσκαλοί σου!.. + +... Δίπλα μας κει κοντά, πάνω απ το κεφάλι μας, στις χλωρασιές +ντυμένο, καταπράσινο εκρεμόταν το πανώριο το νησάκι μας. Πάνω στα +κρεμαστά τα βράχια του, έχασκαν οι ρειπωμένες τάπιες του χαλασμένου +κάστρου, ντυμένες κι αφτές στην καρπερή την κάπαρη, που βλάστιζε +άφτονη στους τοίχους, με τους πεντάπυκνους κισούς. Κάτω απ τα +ρειπωμένα τα τειχιά, στα φρύδια γύρωθε του βράχου, πυκνές οι +αγριαμυγδαλίτσες, εκρέμαγαν τα φουντωτά κλωνάρια τους πάνω στο γιαλό, +κ' εκαθρεφτίζονταν με χάρη. Ασπρουδερά κι ολόχαρα τα κουνελάκια, που +βόσκουν άφτονα μες το νησί, εξέβγαιναν βόσκοντας πάνω στου βράχου το +στεφάνι. Επρόβαναν τα κεφαλάκια τους κατάνακρα στο βράχο έπαιζαν +ταφτιά τους τσουλωμένα· μας εκυτούσαν περίεργα, και χοπ χοπ, +αλαφροπηδούσαν κ' ετρύπωναν, άλλο στα χαλάσματα, κι άλλο μες τα +σκοίνα, ξιπασμένα. + +...Ο Καπτάν-Μιχάλης τις εσακάτεψε τις πέρκες. Μια με την άλλη, είχε +πέντε έξη τόρα πιασμένες. Κ' η καθετή ανεβοκατέβαινε ολοένα. Εγώ, μια +στα χαροπά κουνελάκια πάνω ξεχασμένος, πότε θα τρυπώση το ένα μες τα +σκοίνα, και πότε θα ξεβγή τ' άλλο από τα χαλάσματα· και μια πάλι στο +βιβλίο του φίλου μας βυθισμένος, ούτε που το λάβωσα καθόλου. Μου +τρώγαν το δόλον ολοένα, τα παμπόνηρα. Είχα και του γέρου μου τις +κοροϊδίες· + + — Α δε σου σχωρούν ταπεθαμένα, μου λεγε, ανάθεμά τα! Τους την +ετίλωσες την κοιλιά. Και να πης κιόλα! Όλο και διαλεχτή γαρίδα! Και +φραπ, φραπ, ανέβαζε ολοένα λαχταριστές τις πέρκες τις πολύχρωμες, +τους γαζωμένους ζήλους, τις λάπενες τις πρασινοπές, τους καλούς τους +γάϊτανους, τασημένια σπαράκια, χιλιωδυό λογιών. Το κοφινάκι μας +εγέμιζε ολοένα. + +...Επρόβαλε ο ήλιος τόρα πίσω απ τα βουνά. Έλουσε, επερίχυσε, +εχρύσωσε τον κόσμον όλον. Εσβύστηκαν, εχώνεψαν τα πούσια της αβγής +μεμιάς. Εφάνηκε καθάριο τόρα, ολόφωτο το Πινακούλι μέσα εκεί, βαθιά. +Εφάνηκαν τα κάστρα της Κορώνης, πάνω στα βουνά τα πόμακρα. Έλαμψε ο +κόρφος όλος μέσα, καταξάστερος. Εφώτισαν τα περιγιάλια γύρω κ' οι +στεριές. Εξάναψαν οι στοιχειωμένοι πύργοι στον Αγιανάκη πάνω +χρυσοφώτιστοι. Και μόνο εξάπλωνε πέρα ως το πέλαγο μέσα, φαρδύν τον +ίσκιο του ο γίγαντας Ταΰγετος. σηκώνοντας ψηλά στους γέρικούς του +ώμους τολόξανθο το μάτι της ημέρας. + +...Τόρα που άρχιζε να μας πυρώνη τις πλάτες ο ήλιος, να μας ανάβη τα +κορμιά μας φλογερός, έδεσε στο σκαρμό την καθετή του ο Καπτάν- +Μιχάλης· εσήκωσε κι άπλωσε απανουθέ μας την τέντα μας την ισκιερή. +Σκεπασμένοι έτσι κάτω απ τον παχιόν της ίσκιο, δροσισμένοι τόρα από +τον πρωινόν το μπάτη, που άρχιζαν μέσα να ξανασένουν τα πέλαγα, +εψαρέβαμε τις πέρκες τις πολύχρωμες, τους γαζωμένους ζήλους, τις +πράσινες τις λάπενες, τους γάιτανους, τα ολάργυρα σπαράκια, +διαβάζοντας και το φρεσκοτυπωμένο το βιβλίο, που ο Καπτάν-Μιχάλης +έκανε τα θάμα του, πώς στον άνεμο έκανα, και ταξηγούσα τόσο απλά και +ταιριαστά, ακούς, να ταπεικάζη όπως κουβεντιάζαμε. + +...Ανέβαινε ολοένα πυρωμένος ο ήλιος, φλογερός. Εζέστενε όξω τις +στεριές, εξάστραφτε μέσα στα πέλαγα, έσβυνε και τον φαρδύν τον ίσκιο +του Ταΰγετου. Εξύπνησε και τους τζιτζικάδες μέσα στο νησάκι, δίπλα +μας, που καθισμένοι πάνω στις αμυγδαλιές μας εγλεντούσαν με τα +τρυφερά τραγούδια τους. Εψαρέβαμ' εμείς ολοένα, ολοένα εδιαβάζαμ' +εμείς, σκεπασμένοι κάτω από της τέντας τον ίσκιο τον παχύ, +δροσισμένοι από το μπάτη τον ανάλαφρον, αψηφώντας τα βαριά τα +λιοπύρια έξω, που έψηναν κ' ελάβριζαν τις ξέρες. + +...Θα σου το πω κι αφτό, για να ζηλέψης πλιότερο την τύχη μου. Άβριο +τα βράδυ, είπαμε με το γέρο μου, θα πάρουμε τον τελωνοφύλακα και τον +τηλεγραφητή, να βγούμε όλη τη νύχτα, με τα παραγάδια και τις +πετονιές. Θα σου τα γράψω που λες όλα. Όλα θα σου ταραδιάσω. Έτσι να +σκάσης απ τη ζήλεια σου... + + +Β' + ........ + +... Επήγαμε χτεβράδι με τα παραγάδια και τις πετονιές, όπως σου +τόγραφα. Ήταν κι ο Κυρ-Λιάκος ο τηλεγραφητής, παιδί της Αθήνας, που +μου τον έριξε η τύχη δωθεκάτου στο ερημικό τακρογιάλι μου. Ήτανε κι ο +Γερασιμάκης ο τελωνοφύλακας, — ο Θυμιάτος, από τα Περατάτα τση +Κεφαλονιάς, καλέ. Εγώ κι ο γέρος μου· ο χρυσός μου γέρος. Τέσεροι +όλοι. + +...Τάχε όλα έτοιμα αποβραδίς ο Καπτάν-Μιχάλης. Εκατέβασε τις κόφες με +τα παραγάδια. Εκατέβασε τις κολοκύθες με τις πετονιές. Εκατέβασε κι +άφτονα χράμια και παπλώματα, να καλοσκεπαστούμε τη νύχτα που βγάζουν +κρυανά αναβόρια οι στεριές και νοτίζουνε μέσα τα πέλαγα μην +κρυώσουμε. Επήρε και το μαντολίνο του Κυρ-Λιάκου απ το τηλεγραφείο. +Επήρε κ' έναν πότη κοκινέλι· να μας κόβη λίγο τη δίψα μες +ταλατοποτισμένα πέλαγα. Επήρε και μια στάμνα δροσερό νεράκι. Όλα τα +πήρε. Όλα τα ετοίμασε ο καλός μου γέρος. Κι ακαρτερούσε στη βάρκα +κάτω. Να δειπνήσουμε κ' εμείς έξω· να βγη και το φεγγάρι πάνω στα +βουνά· να κατέβουμε ενωρίς, να ξεβγούμε όπου ήξερε ο Καπτάν-Μιχάλης. + +... Γιαλό, γιαλό το περιγιάλι εγλυστρούσαμε πάνω στο μαγεμένον του +φεγγαριού καθρέφτη, κατά την ακροπελαγιά. Αργή, καμαρωμένη εκατέβαινε +η βάρκα μας μες την ονειρεμένη σιγαλιά της νύχτας. Γεμάτο τόρα το +φεγγάρι έχυνε τους ασημένιους ποταμούς του μες το πέλαγο. Εσπίθιζε +μπρος την πλώρη της καμαρωτής βαρκούλας μας, χαριτωμένα έπαιζε μες τα +αργυρά ταβλάκια που άφινε πίσω η πρύμη μας. Εφώτιζε, εστεφάνωνε +ταιριαστά και τα ψαρά μαλιά ταχτένιστα, τα μαδημένα γένια του Καπτάν- +Μιχάλη μας, που ανεμίζονταν στης νύχτας την ανάλαφρη φρεσκάδα. Έξω οι +στεριές στης νύχτας τη φεγγαροφώτιστη χλωμάδα βυθισμένες εθόλωναν +φανταχτερά. Τα ριζοβούνια πάνω του Ταΰγετου εκάπνιζαν χωμένα μες τους +διάφανους ατμούς, που ανάσεναν οι ρεματιές του μέσα οι +πεντασκότεινες. Ψηλότερ' ακόμα εφλώμωναν κι ασπρολογούσαν οι +βουνοκορφές φωτολουσμένες. Εξέφεβγαν, ξεμάκρεναν πάνω στον άπειρο +ουρανό φανταστικές στης νύχτας το βαθύ μυστήριο. Δίπλα μας +τακρογιάλια, βαθύτερα απάνω τα χωράφια και τα λιοτόπια εκοιμώνταν +μαγικά κι ονειρεμένα, χωμένα κι αφτά μες στους βαθιούς τους ίσκιους +τους. Εδιαβαίναμε τόρα ανάμεσα τους κάβους του Αγιανιού και στο +νησάκι. Ακίνητος εδώ, διάπλατος ποταμός απλωνόταν το στένωμα. +Ορθόκορμο από τη μια μεριά το χλοερό νησάκι, έκοβε της ξεπνοϊσμένης +νυχτομπασιάς το δροσερό το φύσημα, μες απ τα πέλαγα ταπέραντα. Ούτε +φύλλο εσάλεβε στο νησάκι πάνω, ούτε πνοή εφυσούσε μέσα στο στένωμα. +Αζάρωτο ποτάμι μαγικό, εγλυκοκοιμώταν μες τ' αθώρητα τα βάθη του τα +μυστικά, περικλεισμένο γύρωθε ανάμεσα στα βράχια του νησιού και της +στεριάς τις ξέρες. Γερμένα τα δέντρα πάνω στο νησί, φωτολουσμένα κι +αφτά κάτω από τα λαμπρό φεγγάρι, εκρέμαγαν φανταχτερές πλεξούδες τα +κλωνάρια τους απάνου στου γιαλού τακίνητα τα πλάτια, κ' εμάκρεναν +τους πυκνωμένους ίσκιους τους κάτω στην ασημένια πλάκα. Εχάιδεβαν τα +ολόγλυκα αργυρόφωτα τις ρειπωμένες τάπιες του Χαλασμένου κάστρου πάνω +στο νησί· εξέκοβαν, εξέσερναν κάτω μαλακά, στα σωριασμένα πάνω τα +χαλάσματα. Έτρεχε η βάρκα μας αργή· εδιάνοιγε η καρίνα μας +ταφροστεφανωμένα αβλάκια πίσωθε· να παίζη, να κυλιέται, να χορέβη το +φεγγάρι μέσα τους. Βουβός ο γέρος ο ψαράς έλαμνε τα κουπιά μας. Και +ξαπλωμένοι πίσω εμείς, εξεχαστήκαμε στο άπειρο μεγαλείο του μαγεμένου +πάνω τουρανού, που βυθισμένος μέσα στα ανοιχτά γαλάζια του αγκάλιαζε +τον κόσμον όλον κάτω τον αρμονικό, χωμένος μες τη μυστική +νυχτοσιγαλεριά και την ονειρεφτή μεγαλοπρέπεια. + +...Με το φεγγάρι ψάρια δεν ψαρέβονται, έλεγε ο Καπτάν-Μιχάλης. Θα +επαγαίναμε ναράξουμε πέρα στο Καλαμίτσι απόξω στη Σπηλιά. Να +κοιμηθούμε λίγο· να μας πάρουν τα μεσάνυχτα. Να ξεφεγγαρώση κιόλα· να +σβύση τέλεια το φεγγάρι μες τη θάλασσα, και τότε θα ψαρέβαμε. Η +μπουκάλα μας είχε μεσιάσει τόρα. Ο γέρος μας σε κάθε ποτηριά που +εστράγκιζε, εσούφρωνε τα ζαρωμένα χείλη, εσούρωνε τη γλώσα πάνω στον +ουρανίσκο μ' εφχαρίστηση, έλαμνε ξαναγενημένος τόρα τα κουπιά, κ' +έλεγε, ολοένα έλεγε ακράτητος. Ο Γερασιμάκης ο τελωνοφύλακας, — ο +Θυμιάτος, καλέ, από τα Περατάτα — εχρειάστηκε ένα δυο ποτηριές ακόμα, +για νάρθη στο ντουζένι. Ο Κυρ-Λιάκος πια, — στην Πλάκα τόχουνε, +ακούς, το σπίτι, — πιθαμές την κατέβαζε τη μπουκάλα. Ε, κ' εγώ πίσω +πίσω τόκανα, που λες, το μέρος μου. Όταν εκουρδίστηκε ο Κεφαλωνίτης +στα καλά, επήρε κι ο τηλεγραφητής το μαντολίνο. Κιθάρα δεν είχαμε, +βλέπεις, που «την έπαιζε τόσο καλά» ο Γερα-σιμάκης, — έλεε. «Του την +έσπασε μια μέρα, διάολ' έμπα μέσα του, το παιδάκι του», — έλεε. «Από +τολότελα, καλή κ' η Παναγιώτενα», — έλεε. + +... Ετραγουδούσε ο Μεμάς, τον εβοηθούσε ο Κυρ-Λιας, εκομπανιάριζε και +με το μαντολίνο. Έφεβγε η βάρκα μας αργή, έφεβγαν δίπλα τα νερά, +έφεβγε το νησάκι πίσω μας, βαθιά. Έφεβγαν οι στεριές στο πλάι μας, +έφεβγε απάνουθέ μας το φεγγάρι. Όλα έφεβγαν χόρεβαν ισκιωμένα πάνω +στη στεριά, ξεμάκρεναν φανταχτερά μέσα στα πέλαγα. Άπλωναν πάνω στα +γαληνεμένα τα νερά νανουριστοί του μαντολίνου οι τόνοι. Έσμιγαν +τολόγλυκο τραγούδι του τελωνοφύλακα· έσμιγαν το βαθύ της νύχτας το +μυστήριο· έσμιγαν τη γαλήνη γύρω τη φεγγαροφώτιστη. Εγλυκοηχούσαν +πάνω στο μαγεμένο πέλαγο, έξω στις ισκιωμένες γύρω τις στεριές, σε +μια αρμονία ξωτική κι ονειροφάνταστη, που σου συνέπαιρνε το νου, σ' +έφερνε σ' άλλους κόσμους μυστικούς κι απόκοσμους. Ξαφνισμένα μες την +αρμονία, που την άφξαιναν, όχι τόσο τω μουσικών η τέχνη, όσο της ώρας +η βαθιά σιγή, κ' η μαγική της νύχτας η γαλήνη, επρογκούσαν στα +βραχωτά ακρογιάλια γύρω, μες από τις σπηλιές τους τις αθώρητες, τα +ολόλαμπρα κ' ερημικά θαλασοπούλια. Άφιναν στρίγλικα άγρια τσιριχτά, +πάνω στις ακροπελαγιάς τα βράχια· άστραφταν την ολόχρυση φτερούγα +τους μες τα γαληνεμένα τα νερά, κ' εχάνονταν στα πλάτια του γιαλού +κεικάτω τρομαγμένα. + +... Αλήθεια, εκοιμήθηκες καμιά φορά στη βάρκα μέσα; Συ κιόλα, +πολυχαϊδεμένε μου! Συ κιόλα, που θες να μη σου λείψη μες τα +πνιγερότερα λιοπύρια η πιο μαλακή φανέλα της Τριπολιτσάς, και τη +διπλιάζεις το χειμώνα; Συ κιόλα, που λίγο να κρυαδίζη η καλοκαιρινή +βραδιά, δεν ξεκολάς διπλά ταπανωφόρια απάνωθέ σου; Χα! χα! Στη βάρκα +εσύ να κοιμηθής! Αν είχες μέσα και την κουνουπιέρα σου και την καλή +μαμά σου δίπλα, να ξαγρυπνά την νύχτα κάθε λίγο στο πλεβρό, να σε +αλαφροσκεπάζη, το πιστέβω. + +...Ξεπνοϊσμένη, ελαφρή νυχτερινή φρεσκάδα του γιαλού, ανέβαινε απ τα +πέλαγα βαθιά. Πάνω από τις ράχες δροσερό το στεριανό αγεράκι +εκατέβαινε. Συναπαντιώνταν μες την αραγμένη τη βαρκούλα μας, έξω από +της Μορτσίλιας τη σπηλιά· την αργοσάλεβαν ανάλαφρα μες του γιαλού τον +μαγικό τον κόρφο κοιμισμένη. Μας εγλυκονανούριζαν κ' εμάς μες τον +ουράνιον ύπνο μας, σταμπάρι κάτω πλαγιασμένους. + +...Ο γέρος μου ο χρυσός, απ ώρα ξύπνιος φαίνεται, εδόλωνε τα +παραγάδια τόρα και τις πετονιές, στην πρύμη καθισμένος. Θάχαν πάρει +μεσάνυχτα. Όλος ο κόσμος είχε αλλάξει όψη γύρω μας. Το φεγγαράκι +εβύθισε και πάει μέσα στα αθώρητα τα βάθη του γιαλού. Έσβυσαν πάνω, +μες τη σκοτεινιά, και οι βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Εμούντωσαν τα +πέλαγα στα πλάτη τους τρομαχτικά. Εμάβρισαν τα περιγιάλια γύρω μας. +Δίπλα μας της Μορτσίλιας η νεραϊδοκατοικημένη η σπηλιά, εφάνταξε μες +τη φριχτήν ανατριχίλα της νύχτας της τρισκόταδης, ωσάν πελώριο στο +βράχο στόμα σκιαχτερό, που εχτυπούσαν τα φτερά τους οι νυχτερίδες μες +τους βαριοΐσκιωτους τους θόλους της, κ' έσκουζαν θλιβερά τα μάβρα +νυχτοπούλια. Γύρωθ' από τη βάρκα μας, των πετονιών οι κολοκύθες μες +το πέλαγο απλωμένες, αργοσαλέβαν ολοζώντανα κεφάλια πάνω στο γιαλό. +Και μες της ώρας την τρομαχτική σιγαλεριά, εφάνταζαν τόσα +ανθρωποκέφαλα Ουγολίνικα, πνιγμένα μες τη μάβρη κόλαση του Ντάντη, +που μας έκραζαν σπαραχτικά, βοήθεια! + +...Αργά πολύ, ύστερα από τα μεσάνυχτα, εσηκώσαμε τα παραγάδια. +Επήραμε και τις πετονιές. Ψάρι άφτονο. Και τι δεν είχαμε! Ως και +σαλάχια εσήκωσε το παραγάδι μας. Ένα δεν το κατάφερε καλά ο Καπτάν- +Μιχάλης στο ξαγγύστρωμα. Του την κάρφωσε στο χέρι τη φαρμακερή του +ουρά, και τον πονούσε ύστερα δυο μέρες. + +...Αχάραγο ακόμα, κάτω από την πρωινή δροσούλα, με την πρωινή +μαντολινάτα μας, εψάλαμε της κονταβγής τη χάρη. Εγυρίζαμε ολόχαροι, +εφτυχισμένοι απ το κυνήγι στην πανώρια Τίκλα μας. Αποβραδίς +εστράγκιξε τη μπουκάλα ο Καπτάν-Μιχάλης και τόρα στα χαράματα εμέθυσε +από χαρά κι αφτός. Και λάμνοντας σιγόκλαιε· + + Να ήταν η θάλασα κρασί, + Ω, τύχη και ζωή χρυσή! + Να ήταν η βάρκα κούπα... +[ 1895 ]. + + + +Τ Ο Σ Ε Λ Α Χ Ι + + + +Η σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_ ακούσαμε που +κουφογόγκηξε, σα να την ανέβαιναν τρεις τέσεροι απανωτά. Μερικοί +κατάχαμα διπλοπόδι στρωμένοι, που τάκοβαν στην πασέτα, κι άλλοι γύρω, +που εκαμάρωναν με ζήλιαν ολοφάνερη τον τζόγο, όταν αγρήκησαν τα βαριά +πατήματα όξω, έκρυψαν με βία τα τραπουλόχαρτα, κ' εσκόρπησαν +φοβισμένοι, άλλος εδώ κι άλλος εκεί μες το δωμάτιο. Δυο τρεις έτρεξαν +στην πόρτα κ' εκόλλησαν τα μάτια τους περίεργα στο σιδερόφραχτο +φεγγίτη. Άλλοι έτρεξαν κ' εστήλωσαν τα κεφάλια τους στα χοντρά +κάγκελα του παραθυριού κατά τη σκάλα, να ιδούν όξω τι τρέχει. Όταν +έπαψαν τα πατήματα απόξω, εφάνηκε ανάμεσα από το σιδερόφραχτο φεγγίτη +της πόρτας του Αρχιφύλακα η λιοκαημένη μορφή, κάτου από το +βυσινοκόκινο φέσι του. + + — Εδώ, Σκοπέ! έκαμε βροντερή κι άγρια του Κυρ-Λοχία η φωνή, μπρος +την πόρτα. Εχτύπησε στα πλάγια του γκρα κι άφησε μεταλικόν ήχο η +σουβλερή ξιφοθήκη, ανεμίζοντας πέρα δώθε τη λερή φουστανέλα του +Σκοπού. Ο γκρας με βιασύνη σηκώθηκε κι αφτός πάνου στον πλατύν ώμο +του έβζωνα, από τη γη χάμου, οπαναπαβόταν ακουμπισμένος + +Νέα πατήματα βαριά και γοργοκίνητα τόρα ακούστηκαν πάλι πάνου στη +σαπισμένη σκαλωσιά από της σκοπιάς το μέρος, και νέος χτύπος βαρύς +του γκρα, που τον κατέβασε ο έβζωνας μπρος την πόρτα μας, έσεισαν όλη +την ξεχαρβάλωτην ταράτσα απόξω. Η μορφή του Σκοπού εζωγραφήθηκε κι +αφτή τόρα στην πόρτα μας μπροστά, ανάμεσα από το δίχτι του +σιδερόπλεχτου φεγγίτη, κάτου από την ανεμισμένη φούντα του φεσιού +του. + +Ο Επιστάτης με μιαν αρμαθαριά κλειδιά γιαλιστερά κι άσπρα από την +αδιάκοπη χρήση, μπήκε μπροστά στον Αρχιφύλακα. Επέρασε ένα κλειδί· +ύστερ' άλλο ένα. Τα στρυφογύρισε μ' ορμή στις κλειδαριές· άνοιξε το +βαρύ λουκέτο· έσυρε τον ολόχοντρο μάνταλο έσπρωξε τη σιδεροκάρφωτην +πόρτα με τον ώμο του. Μπήκε μπροστά ο Επιστάτης με τα χαρτιά στο +χέρι. Μπήκε ξοπίσω ξιπασμένος κι ο Αρχιφύλακας. + + — Όλοι στη γραμή! είπ' ο Κυρ-Λοχίας· κ' εμπήκαμε στη γραμή. + +Ύστερα έναν ένα διάβαινε μπροστά μας και μας μέτραε, δείχνοντας με το +δάχτυλο· + + — Ένας!.. δύο!.. τρεις!.. πέντε!.. δέκα!.. είκοσι!.. εικοσιδύο!.. + + — Πλήρεις, πανοπλήρεις! είπ' ο Επιστάτης, χαμογελώντας μέσα στο +ξανθό του μουστάκι και ξεδιπλώνοντας τα χαρτιά στα χέρια. + +Εμείς στεκόμαστε άλαλοι, βουβοί· σαν κούτσουρα αραδαριά. + +Ο Επιστάτης άρχισε να διαβάζη· + + — &Δήμος Καναβιός&! ήρθ' από τ' Ανάπλι το βούλεμά του αθωτικό. +Νάβγη, λέει, τέλεια ελέφτερος· σήμερα εικοσιτρείς, Σετέμπρης μήνας, +έτος χιλιοστό οχτακόσια ενενήντα, και με γεια και το πράτιγο!.. + + — Με γεια και το πράτιγο! εσκούξαμε κ' εμείς οι άλλοι κατάδικοι, +όλοι μ' ένα στόμα. + + — Δόξα σ' ο Θεός, Χριστούλη μου! δοξασμένο τόνομά σου, Παναγίτσα +μου! είπ' ο άμοιρος ο Καναβιός ολόχαρος, κ' εσταβροκοπιόταν. + +Εμείς οι άλλοι αναστενάξαμε βαθιά. + +Πώς τον εζηλέβαμε τον Καναβιό! + + — Έλα τόρα, του κάνει ο Κυρ-Λοχίας· έλα τόρα, του λέει, παράτα τα +σταβροκοπήμια· τα τσάβαλά σου, άραχνε, και δρόμο! + +Ο Καναβιός πασίχαρος, δεν εκαρτέραε άλλο. Άρχισε να ξεκρεμάη από τον +τοίχο την παλιοκασέλα του· να ξεκαρφώνη το πρόσθετό της σουρτάρι +αποκάτου. Εμάζεψε μια παλιοβελέντζα πούχε ψιριάρικη ο μάβρος· +εδίπλωσε μέσα της μισό φύλλο φουστανέλα λιγδερή, πούχε απομείνει +κουρελιασμένη· επέρασε το μουχλιασμένο του σελάχι, εσυγυρίστηκε καλά, +κ' ήταν έτοιμος. + +Εμείς οι άλλοι, όσο εσυγυριόταν βιαστικά πότε να βγη, τον εκαμαρώναμε +με κάποιο πικρό παράπονο, και τον καλοτυχίζαμε που θάβλεπε τη +λεφτεριά του ο μάβρος. + +Το καταλάβενε ο άμοιρος, που εζηλέβαμε την τύχη του· + + — Σωπάτε, ωρές παιδιά, κ' έχει ο Θεός και γιατ' εσάς! Καλή απομονή, +και θανάρθη κ' η εδική σας αράδα! Τι να κάνης για ταδέρφι! Καλή +απομονή το λοιπόν!... + + — Μάβρ' υπομονή! είπ' ένας βαρυποινίτης, σειώντας πάνου κάτου με +πικρό παράπονο ταχτένιστό του κεφάλι. + + — Μάβρη κι αράχνη! είπ' ένας άλλος. + +Μας έδινε ενού ενού το χέρι, μας εφίλειε δακρυσμένος από μεγάλη του +συγκίνηση. Να πάρη να φύγη, που τον έβιαζε κι ο Αρχιφύλακας να κάνη +αναγκαστά. + +Έδοσε το χέρι και στον Ψυχομάνη. Αφτός κάτι του ψιψίρισε σταφτί και +τον αποτράβηξε παράμερα στην αγκωνή. + +Ο Ψυχομάνης ήταν μάγεράς μας μέσα στο _Ένα_. Ήταν και καφεντζής. Ήταν +ο πιο βαρυποινίτης κι ο πιο άγριος κι αχόρταγος μέσα στο _Ένα_. Στη +φυλακή, όπως κι όξω στην κοινωνία, ο πιο δυνατός βάνει κάτου όλους +τους άλλους, που δε βρίσκουν λόγια να φωνάξουν το δίκιο τους. Για +τούτο κι ο Ψυχομάνης, ο πιο βαρυποινίτης αφτός κι ο πιο άγριος κι +αχόρταγος αναμεταξύ μας, είχε τη _φουβού_ και το _τεζάκι_ στο _Ένα_. +Ωφελιόταν σημαντικά από μας τους άλλους, που μας ρούφαε σα γιδοβύζι +το αίμα, δίχως να βγάνουμ' άχνα από το φόβο μας. + +Σαν τον αποτράβηξε στην αγκωνή παράμερα, κάτι του είπε ο Ψυχομάνης +σιγά. Ο Καναβιός λαφιασμένος, επάσκιζε να τον πείση με θερμά +παρακάλια, όπως έδειχναν οι ζωηρές του χειρονομίες, πως δεν ήταν +βολετό να γίνη κείνο που του ζήταε του άμοιρου. Εκείνος, αγρίμι καθώς +ήταν πάντα, δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι εφιλονίκαγαν στην άκρη +κάμποσο, για μεγάλη στενοχώρια του Επιστάτη και του Αρχιφύλακα +οπακαρτέραγαν ανυπόμονοι. + +Καμιά φορά, ξαφνικά ο Ψυχομάνης αγριέβει· ρίχνει το χέρι μορμή, του +κόβει το σελάχι από τη μέση του άμοιρου Καναβιού. Απόμεινε αφτός στην +άκρη αποσβολωμένος απ τη ντροπή του. + + — Να, του λέει, κ' εγώ σα δεν έχης! + +Αποτραβήχθη με το σελάχι στα χέρι αλλαξοπρόσωπος. + + — Μα κει που θα μου πάρης την ψυχή, αδερφούλη μου, κάλλια το σελάχι! +ξεφώνησε ντροπαλά ο δύστυχος Καναβιός, κ' εγύρισε κατά μας, +συχνοσηκώνοντας με μεγάλη στενοχώρια τους ώμους. + +Ο Κυρ-Λοχίας τόρα οπού εκατάλαβε τι τρέχει άναψε. Γύρισε κατά τον +Ψυχομάνη στην άλλην άκρη. + + — Τ' είν', ωρέ, παλιόσκυλο; του λέει· τ' έχς για, ωρέ, και κάνς +έτσι; + +Ο Ψυχομάνης τάχασε. + + — Ωρέ, γω σ' κρένω, τι χαλιέβς εκεί;... + +Ο Ψυχομάνης τάχασε πλιότερο. Εκούναε του Καναβιού το σελάχι στα χέρια +κ' εγύρεβε λόγια. + +ε μασιέται, Κυρ-Λοχία μου! Δεν τρώεται πλιο! +Μου χρωστάει δυόμιση δραμές από φαΐ και καφέδες. Του λέω να μου τις +δώκη· δεν έχει, λέει σα βγη όξω, λέει. Και που θα τόνε ξαναϊδώ γω, +Κυρ-Λοχία μου; Του πήρα γιά το σελάχι, να μου τις φέρη. Και μεις +φτωχοί λεγόμαστε, Κυρ-Λοχία μου· μα δεν το φκιάνουμ' έτσι μάτα, Κυρ- +Λοχία μου... + + — Κι αφού και δεν έχει, ωρέ παλιόλιγδα, τι τον παλιέβς, ωρέ, να σου +δόνη τόρανες; α; Έτσ' για, το λοιπόν, τς πνιουν τς ανθρώπους;.. α;.. + +Όσο τούλεγε, τόσο άναβε κ' εφούντωνε πλιότερο ο Κυρ-Λοχίας. Μπραφ! +τον έχει του κόβει κ' έναν κατακέφαλο στο τέλος. Του παίρνει και το +σελάχι από τα χέρια και τόδοσε πάλι στον άμοιρον Καναβιό, οπεστεκόταν +στην άκρη αποσβολωμένος. + +Ο Κυρ-Λοχίας, — Μπαλατσό τόνε λέγαν, αλήθεια, — έσπρωξε τον Καναβιό +με τα παλιοτσάβαλά του καταόξω. Βγήκε κι αφτός. Βγήκε κι ο Επιστάτης +αποπίσω. Σαν βγήκαν κ' οι τρεις, ξανάτριξαν τα βαριά κλειδιά, +ξανάκλεισε η πόρτα. Πήγε κι ο Σκοπός στη σκοπιά του. + +Ο Ψυχομάνης δαιμονισμένος δάγκανε τα μελανιασμένα του χείλη από θυμό. +Εταπεινώθηκε στα μάτια κείνων, που τους είχε συνηθισμένους να +ζαρώνουν πάντα μπροστά του. Δεν ήταν λίγο το κακό! Έτριξε τα δόντια +όπως συνήθαε και πήγαινε να φρενιάση. + +Ο Καναβιός ελέφτερος τόρα απόξω, ξαναγύρισε πάλι σα νάθελε ο άμοιρος +να συχωρέση τον Ψυχομάνη για το κακό που τούκαμε. Εκόλλησε το χλωμό +πρόσωπό του στο σιδερόφραχτο φεγγίτη μπροστά, και μας άφισε τον +υστερνό χαιρετισμό· + + — Έχετε γεια, ωρ' αδέρφια! Καλή κοινωνία, ωρές παιδιά! είπε κ' +εροβόλησε περίχαρος τη σάπικη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_. + +Του Ψυχομάνη τάγρια μάτια αστραποβόλησαν στη φωνή, κατά την πόρτα, +πούχε χαθή πίσωθέ της του Καναβιού η ολόχαρη μορφή. Ξανάτριξε τόρα τα +δόντια με λύσα, από μέσα. Έσφιξε τη γροθιά του μανιασμένος κατά το +φεγγίτη. Σαν είδε που δεν ήταν απόξω ο Καναβιός, εμούγκριξε σα +δαμάλι· + + — Κατ' ανέμου, παλιόλεπρα! κ' εχώθηκε στο βάθος του δωματίου +ντροπιασμένος. +[1894]. + + + +Ο Τ Ε Μ Π Ε Λ Η Σ + + + + — Ήταν, οπού λέτε, τεμπέλης ο άμοιρος. Οκνιάρης φοβερός, που δεν +είχε το ταίρι του. Να τρώη, να τρώη ήθελε. Να περιδρομιάζη αδούλεφτο. +Σαν εφούσκωνε καλά την παραδαρμένη του, εξεζωνόταν τη φουστανέλα του, +κ' έγερνε σε καμιά λάκα ανάσκελα. Άνοιγε το στόμα στον ήλιο σα +λουρίτης, κι αγκομάχαε από το πολύ πρήσιμο. Μα όσο να τον τρέφουν, +παιδιά μου, οι γονήδες του τον καθένανε, έρχεται, καιρός που τους +χάνει. Κ' είνε πια πρεπειό του κι ανάγκη του, να ξεδουλέψη κι ατός +του το ψωμάκι του. Μην ψοφήση από την πείνα, σα μολεμένο κουτάβι. +Έτσι ήρθε καιρός, που κι ο δικός μας ο φιλαράκος έχασε από τον κόσμο +τους γονήδες του. Έχασε από το ράφι το καρβέλι· κι απ τη λαγήνα τα +λουκάνικα· κι από τ' ασκάκι τα τυροψίχαλα. Όλα τάχασε. Αν ήταν +τεμπέλης, ήταν ξυπνητός όμως, να ειπούμε τη μάβρη αλήθεια. Τι να +κάμη, τι να κάμη· συλλογιζότανε. Τούρχεται μια σοφή ιδέα: Δουλεφτής +να είμαι, δεν είμαι· νοικοκύρης να είμαι, δεν είμαι· άμαθος καθώς +είμαι στη δουλιά, — τεμπέλης νάλεγε, δεν τόλεγε· είχε μεγάλη ιδέα για +λόγου του· — τι να κάμω; τι να κάμω; Παπάς να γίνω! Παπάς να γίνη, +καλό τόβρισκε. Μα έπρεπε να βρη και τον τρόπο. Ας πάω, έβαλε με νου +του· ας πάρω το στρατί στρατί, και ρωτώντα ρωτώντα κανείς πάει στην +Πόλη, κάποιο χωριό θα βρω που να μην έχη Παπά. Μια και δυο, το +σακούλι στον ώμο, δώθε παν οι άλλοι. Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις +ημέρες, ρωτώντα τον ένα και τον άλλο διαβάτη, μαθαίνει πως το τάδε +χωριό δεν έχει Παπά. Μια και δυο, πάει στο χωριό· στο Νιοχώρι να +ειπούμε. + + — Γεια σας, χωριανοί μου. — Καλώς κοπιάζεις. — Παπά δεν έχετε, Παπά +γυρέβετε. Μου δίνετε υπογραφάδες στο Δεσπότη, να με κάνετε Παπά, όπου +έχω από προσπάπου μου, να μιλώ με το Θεό, όποτε θέλω να βρέχη κι +όποτε θέλω να μη βρέχη; Ήταν και μεγάλη ανεβροχιά κείνον τον καιρό· +είχαν έλλειψη κι από Παπά οι χωριανοί. — Σε κάνουμε, του λένε, Παπά. +Του δίνουν και υπογραφάδες, γίνεται Παπάς. Ήρθε η μια Κυριακή να +λειτουργήση· ελειτούργησε. Απολείτουργα βγαίνει στην Ωραία Πύλη. +Βγήκε στην Ωραία Πύλη, και πιάνει και τους λέει. — Ε, βλογημένοι μου, +θα εφκηθώ τόρα στο Θεό, να βρέξη ή να μη βρέξη. Μα θέλω να μου πήτε +πρώτα· να βρέξη θέτε, ή να μη βρέξη;... Ήταν καιρός, που άλλοι είχαν +ταραποσίτια στις λιάστρες· άλλοι τις ελιές τους στο φούσκωμα· άλλ' +ήθελαν να οργώσουν, να σπείρουν, και τέτοια. Άρχισαν, το λοιπόν, μες +την εκλησιά φωνές, κακό. Οι μισοί να βρέξη, κ' οι μισοί να μη βρέξη. +Άλλοι ναι, κι άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι τρανό. Τι να κάμη κι +ο βλογημένος ο Παπάς! Έκλεισε τη λειτουργία και δώθε παν οι άλλοι. — +Ε, παιδιά μου, τους λέει, την άλλην Κυριακή. Ήρθε κ' η άλλη Κυριακή. +Απολείτουργα βγήκε πάλι ο Παπάς και τους ρώτησε το ίδιο πάλι· να +βρέξη, ή να μη βρέξη; Κείνοι άρχισαν τα ίδια πάλι. Άλλοι να βρέξη, κι +άλλοι να μη βρέξη. Άλλοι ναι, κι άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι +τρανό. Τι να κάμη κι ο βλογημένος ο Παπάς! Κλει τη λειτουργία πάλι, +και δώθε παν οι άλλοι. — Ε, παιδιά μου, τους κάνει, την πιριάλλην +Κυριακή. Έρχεται κ' η πιριάλλη Κυριακή. Απολείτουργα βγαίνει ο Παπάς, +και τους ρωτάει το ίδιο πάλι· να βρέξη ή να μη βρέξη; Κείνοι τα ίδια +και τα ίδια. Άλλοι να βρέξη, άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι +τρανό. Τι να κάμη να τους οικονομήση κι ο βλογημένος ο Παπάς. — Ε, +βλογημένοι μου, τους λέει· σα δε μπορείτε να συφωνήστε, ή το 'να, ή +τ' άλλο, ή να βρέξη, ή να μη βρέξη να ταφήσουμε, λέγω γω, στου +Μεγαλοδύναμου το θέλημα. Ό,τι θέλει, ας κάμη, δόξα νάχη! Θέλει ας +βρέξη, θέλει ας μη βρέξη!.. +[1894] + + + +Τ Α Λ Α Λ Α Γ Κ Ι Α + + + + — Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Την καρδιά μου σπάραξε! + +Η μάνα με την ψυχοπαίδα, δεν είχαν πάρει μεσάνυχτα ακόμη, κ' ήταν +ξύπνιες. Εσηκώθηκαν, έβαλαν φωτιά, κι άρχισαν να ψήνουν τα λαλάγκια. +Μας πήρε η τσίκνα του λαδιού, που τίκλωσε μέσα το σπίτι. Ακούσαμε και +το τσιτσίρισμα του τηγανιού στη φωτογωνιά. Επεταχτήκαμ' από τα +στρώματα κ' εμείς τα παιδιά. Ετριγυρίσαμε τη φωτογωνιά γύρω ολόχαρα. +Ακαρτερούσαμε λαίμαργα, να ψήση η μάνα τα λαλάγκια, να μας ρίξη +κανένα. + + — Δεν κάνει, μας έλεγε η μάνα, να κάμετε αρχή, πριν αποψηθούν όλα. +Δεν το θέλει κι ο Χριστούλης μας! + +Οι ξερές οι λιοπυρίνες ελαμπάδωναν τόρα στη φωτογωνιά, που καθετόσο +επαραγέμιζε το τζάκι η ψυχοπαίδα. Εξερότριζαν τα σπασμένα +λιοκούκουτσα κάτουθε στη σιδεροστιά. Εψιψίριζε, εχόχλαζε μες το +βαθουλό τηγάνι το φρέσκο ταγουρόλαδο, ξεροψήνοντας ταφράτα φειδωτά +λαλάγκια. Εξερογλυφόμαστε εμείς, τρίβοντας με τα δυο χέρια τα μάτια. +Όχι τόσο από τον πυκνό τον καπνό, όσο από την παιδιακήσια μας +λιχουδιά. Η μάνα ανακάτεβε το τηγάνι με ταδράχτι. Μας εξάνοιγε +καθετόσο μες απ τον καπνό, κ' εχαμογελούσε. Γύριζε πάλι και μας έλεγε +χαϊδεφτά, + + — Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης μας; + +Χαλασμός κόσμου έξω. Εμούγκριζε κάτω δαιμονισμένη η θάλασα. Εκύλαε με +διαβολική βουή βουνά θεώρατα τα κύματά της, κ' επάλεβε με τις Τίκλας +τα σιδερένια καταγιάλια. Τα θυμωμένα κύματα, όπως πάντα σε τέτιες +θαλασοταραχές, εμούγκριζαν κ' εξεθύμαιναν τον οργισμένον τον αφρό +τους κάτω στου σπιτιού τα θεμέλια. Φορές φορές, ύστερα από τη βουή +που εκύλαε σπορίζοντας το κάθε κύμα, ενιώθαμε να τραντάζη ολόβολο το +σπίτι κάτου από τα πόδια μας. + +Απάνουθε πάλι ο Ταΰγετος εκατέβαζε κύματα τ' ανεμόχολο. Ετάραζαν τα +γιαλιά στα παράθυρα. Εκουφοσφύριζε ο άνεμος στα κλαδιά της μεγάλης +μουριάς. Εβογκούσε κ' εγύρεβε να ξεριζώση τις τζαμόπορτες της +μπασιάς. Δυο τρία κεραμίδια ξεκόλησαν απάνουθε, κ' επλατάγησαν κάτου +στο δρόμο. Μια γλάστρα από την ταράτσα ετινάχτηκε στης αβλής τις +πλάκες. Η στέγη απάνου εχοροπηδούσε σαν τρελή. Η καπνοδόχη εκατέβαζε +ολοένα τον άνεμο. Έπεφτε κάτου, εσκόρπιζε τις στάχτες, ανέμιζε τον +καπνό, τον εστρυφογύριζε μέσα τις κάμαρες, τον ελίχνιζε κ' ετίκλωνε +όλο το σπίτι. Οι φλόγες του λυχναριού ελύγιζαν πέρα δώθε, κ' +εξεχώριζαν σε διπλές γλώσες γλυκοπράσινες. + +Η μάνα περίχαρη και γελαστή, — τι μέρα ξημέρωνε αλήθεια! — ανακάτωνε +τα λαλάγκια με ταδράχτι, να ξεροψηθούν. Κόκινη κόκινη, φουντωμένη, με +ροδισμένο το πρόσωπο από τη φωτιά, μας ξάνοιγε μες απ τον καπνό που +σήκωναν οι λιοπυρίνες κ' εχαμογελούσε. Έγερνε, μας έβλεπε με μάτια +πλημυρισμέν' αγάπη· μας εξανάλεγε χαϊδεφτά, + + — Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης; + + — Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Μου τήνε σπάραξε την καρδιά! + +Το μικρό ταδερφάκι ήταν ξεπεταμένο λίγο· μα ήταν και μωρουδάκι ακόμα. +Ήθελε να χαζέβη δώθε κείθε μέσα το σπίτι, και ταφίναμ' ελέφτερο. Σαν +είδε που ξυπνήσαμ' εμείς, του είπε ο άγγελός του εξύπνησε κι αφτό. +Είδε που λείπαμ' εμείς από το στρώμα. Άκουσε και το κακό που γινόταν +έξω. Έβαλε τις φωνές. — Μάνα μάνα· πού &είσατε& μάνα; Επήγε η +ψυχοπαίδα μας, που νάκοβε το πόδι της κάλλιο· τόφερε κι αφτό. Το πήρε +η μάνα, τόσφιξε στην αγκαλιά· «πουλάκι μου!», το φίλησε, τόβαλε στην +ποδιά της. Άρχισε πάλι νανακατώνη με ταδράχτι τα λαλάγκια, να +ξεροψήνωνται. Η ψυχοπαίδα ξεμπρατσαλωμένη ως τον άγκωνα, έπλαθε +μασούρια το ζυμάρι στην πινακωτή. Ύστερα έπιανε τις άκρες, τα +δίπλωνε, τους έδινε διάφορα σχήματα, τα βύθιζε μες τ' αναβραστό το +λάδι. Το μικρό την έβλεπε μανοιχτά μάτια την ψυχοπαίδα, να βυθίζη στο +τηγάνι τα ωμά τα λαλάγκια, σα φείδια κουλουριασμένα κι άλλα σα +σταβρουλάκια διπλά. Κάτι του φαινόταν ποιος ξέρει. + +Η μάνα προσηλωμένη στ' ανακάτωμα, ούτε που τόβλεπε το παιδί στην +ποδιά της. Άξαφνα φωνές, κακό· Παναγιά μου! τρομάρα μου! Χριστούλη +μου! ξεφωνητά, ανακατοσούρα. Τα χάσαμ' εμείς τα παιδιά. Τρόμαξε κι ο +πατέρας, πήδησε από το κρεβάτι· έτρεξε στη φωτογωνιά λαφιασμένος, +δίχως παντούφλες. + +Το μικρό ταδερφάκι, εκατάλαβες, ήθελε να δοκιμάση το μωρό γιατί τάχα +η ψυχοπαίδα εβύθιζε τα χέρια στο τηγάνι. Έδοσε μια, πριν το προφτάση +η μάνα· άπλωσε απ την ποδιά της, εβύθισε το κατατρυφερό χεράκι του +στ' ολόκαφτο το λάδι, που σίδερο νάταν θα τόψηνε. + +Για τούτο κάθε χρόνο αποτότε, τη νύχτα της παραμονής, μέσα στη μεγάλη +μας χαρά που τέτια μέρα ξημερώνει, θυμόμαστε κ' εκείνη τη βραδιά. Κι +αν την ξεχάσουμε κανείς, μα της μανούλας η καρδιά δε λησμονά, τέτιες +λαχτάρες. Χαδέβει ταλαφρά σημάδια της φωτιάς σταγαπημένο χέρι του +λεβέντη της, και μας θυμίζει πάντα· + + — Τι βραδιά κ' εκείνη, Χριστούλη μου! Μου την έσκισε την καρδιά! +Δόξα νάχης που μου το φύλαξες!.. +[1894]. + + + +Ο Ν Α Ο Σ Τ Η Σ Γ Ι Α Ν Ο Υ Λ Α Σ + + + + +Ανάμεσα στο λόγκο, πέρ' από το ρέμα, αγνάντια στο βουναράκι, ξέμακρ' +από το χωριό, διωγμένη από την πικρήν καταφρόνια, του κόσμου, +κυνηγημένη από τω χωριανών της τη μάβρη κατακραγή, έρημη κι +απομόναχη, ανάφεντη κι απροστάτεφτη, δίχως παρηγοριά κ' ελπίδα, δίχως +κανένα παραθάρι και συμπάθεια παραμικρή, λησμονημένη από τους εδικούς +της, ξεγραμένη από της ζωής το βιβλίο, — αφού εξεγράφτηκε κι απ το +βιβλίο της τιμής. — σέρνει στο μοναξό της καταφύγι τη μισητή ζωή της +η Γιανούλα. + +Πυκνές πεντάπυκνες βλάστησες γύρω στο λογκαράκι, και δροσερές +ολόδροσες πρασινάδες και χλωρασιές, κρύβουν με ένοχην προσπάθεια και +φροντίδα στα χλοερά βάθη τους το εκλησιδάκι το αλειτούργητο· που +πνίγει μέσα του τα τρελά παιγνίδια και ταγκαλιάσματα τακόλαστα, τα +καφτερά φιλιά και ταναστενάγματα τα παράφορα, τα ερωτικά ορχητά και +τα σαρκικά ξεφαντώματα της νέας χωριανής Αφροδίτης. Αφροδίτης στη +λύσα μόνο του ολόθερμου φιλιού, στη μανία του φλογερού, του ολόκαφτου +της σάρκας έρωτα· στης λαγνείας τη φλόγα, στα ολόγυμνα όργια, στον +ακράτητον του πόθου αγώνα, στην κούρασην τη νεβροκαταλύτρα και την +ηδονική αποκάρωση. Όχι στην ομορφιά· στα πλαστικά κάλλη όχι. Όχι στο +εβγενικό φέρσιμο· στους τρόπους τους γλυκούς ούτε. Όχι με ναούς +λατρείας σε κάθε άκρη και γωνιά· με πλούσια θυμιάματα ούτε. Ούτε μ' +αξετίμητα δώρα, με σκλάβους της ομορφιάς της αναρίθμητους, +μαγαπητικούς διαλεχτούς, με χρυσοποίκιλτες κι αργυροκέντητες +παστάδες, με αρώματα μεθυστικά μες τα φανταχτερά δώματα. Με ένα μόνο +φτωχοκλησιδάκι μες το λόγκο ρείπιο κι ανεβλόγητο, που τόχε τάμα +κάποιος χριστιανός και τόχτισε, μα δεν εδιάβηκε Δεσπότης να ταγιάση· +με λίγα ψιλά από τη δεκαμερία του Κόλια του χωροφύλακα σήμερα· με το +διάφορο μιας λαγίνας του Βασίλη του καμιναρά από την Κορώνη άβριο· +ξερωγωποιού μεθάβριο· με μια ποντικοφαγωμένη βρώμικη παλιόψαθα στην +άκρη στο ρημοκλησάκι εκεί, στρωμένη σε μιαν αγκωνή μπροστά στο ιερό, +απάνω στα χαλίκια· με του αγνού στις συνήθιες και τα αισθήματα χωριού +της τη φριχτήν κατακραγή και τάφτονα πυκνά μαλιά της τα τετράξανθα, +που χύνονται ανεμιστά κι αξάγκλεγα στις πλάτες πίσω τις σφιχτές, κι +ορμούν ολόχρυσες δεντρογαλιές στις αντζακλείδες κάτω, μοναδικό +στολίδι και καμάρι της, και μια φορά, έχουν να ειπούν οι τίμιες +χωριανές, θενά τα δέση πλεχταριάν ολόχοντρη, γερή, να σφίξη τον +αμαρτωλό λαιμό της. + +Και σέρνει έτσι τη ζωή της η Γιανούλα την ακόλαστη και μισητή, +διωγμένη από την πικρήν καταφρόνια του κόσμου, κυνηγημένη από τω +χωριανών της τη μάβρη κατακραγή, έρημη κι απομόναχη, ανάφεντη κι +απροστάτεφτη, δίχως παρηγοριά κ' ελπίδα, δίχως καμιά συμπάθεια και +παραθάρι παραμικρό, λησμονημένη από τους εδικούς της, ξεγραμένη απ το +βιβλίο της ζωής, — αφού εξεγράφτηκε κι απ της τιμής το βιβλίο, — πέρ' +από το ρέμα, στο βουναράκι αγνάντια, ανάμεσα στο λόγκο, στο +εκλησιδάκι μέσα, ξέμακρ' απ το χωριό. +[1894]. + + + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ + + + Σελ. +Ο Αρχιφύλακας 7 +Το Μακελιό 23 +Η αγάπη του φονιά 31 +Ο Βρυκόλακας 39 +Η Περμαντόνα 49 +Το Σφαχτό 66 +Αντρογυνοχωρίστρα 76 +Χιονοπόλεμος 84 +Θαλασινές γραφές 89 +Το Σελάχι 103 +Ο Τεμπέλης 109 +Τα Λαλάγκια 112 +Ο Ναός της Γιανούλας 116 + + + +ΑΡΓΟΤΕΡΑ: + +ΦΡΕΣΚΑ ΧΡΟΝΙΑ +ΤΙΜΗ +Εσωτερικού δραχ. 2.50 +Εξωτερικού φρ. χρ. 2.50 + +Τυπογραφείο της Εστίας, Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη — 1790 + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Sweet Smells, by Kostas Pasagianis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SWEET SMELLS *** + +***** This file should be named 32851-0.txt or 32851-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/2/8/5/32851/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George +Canonis for his major work in proofreading + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + diff --git a/32851-0.zip b/32851-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..2c94c57 --- /dev/null +++ b/32851-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..05dc979 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #32851 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32851) |
