summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/32851-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '32851-0.txt')
-rw-r--r--32851-0.txt3378
1 files changed, 3378 insertions, 0 deletions
diff --git a/32851-0.txt b/32851-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..8ee3f42
--- /dev/null
+++ b/32851-0.txt
@@ -0,0 +1,3378 @@
+The Project Gutenberg EBook of Sweet Smells, by Kostas Pasagianis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Sweet Smells
+ Short Stories
+
+Author: Kostas Pasagianis
+
+Release Date: June 17, 2010 [EBook #32851]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SWEET SMELLS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George
+Canonis for his major work in proofreading
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed. Bold words have been included in &. Words in italics have
+been included in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με
+πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _.
+
+
+
+Κ. Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΗ
+
+
+
+Μ ο σ κ ι έ ς
+
+
+
+ΑΘΗΝΑ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
+1898
+
+
+
+Σε ποιον άλλονε παρά &Σε Σένα&, που με ταθώο της ζωής αφρόγαλα μαζί,
+φλέβα σε φλέβα την ψυχή της Μάνης μας της ακριβής μέσα μου έχυσες,
+κόμπο σε κόμπο μ' επότισες τη Ρωμέικη Ψυχή τη Μεγάλη;
+
+Σε ποιον άλλονε, σε ποιον παρά &Σε Σένα&, που με ροδόγαλα και
+μοσκοφιλήματα, — ω ταλησμόνητα φιλάκια σου τα ουράνια, που αιώνια την
+ψυχή μου δροσίζουν, — φιλόστοργα γλυκοζύμωσες την καρδιά μου την
+άπλερη, κατασταλάζοντας μέσα της της Ρωμέικης Ζωής την Αγάπη;
+
+Σε ποιον, σε ποιον άλλονε παρά &Σε Σένα&, της Ζωής μου και της Ψυχής
+άγγελέ μου παρήγορε, που στα γλυκόλαλά σου τα νανουρίσματα, στα
+παραμύθια σου τα πανώρια, — της φαντασίας σου και της Μάνης μας
+ξόμπλια αχτιδοΰφαντα, — ανάθρεψές μου το νου, το αίοθημα ανάστησές
+μου, εφύσηξες μέσα μου, με την τρανή την ψυχή σου μαζί, τον έρωτα τον
+απέραντο στην Αθάνατη τη Λαλιά Σου;
+
+Θάνε μια μέρα λαμπρή, — ω χαρά, χρυσανατέλλει η αβγή της, — και θάνε
+μέρα μεγάλη κι αγνή για την αθάνατή μας Πατρίδα.
+
+Παληκάρι ρωμιόπουλο, θεοφώτιστο κι αντριωμένο, θαφίση τις
+χλωροπράσινες βουνοκορφές του Ολύμπου ή του Μαίναλου.
+
+Αθώρητο κι αγνώριστο, στης Πολιτείας τα πολυτάραχα σπλάχνα
+αεροπατώντας θα κατεβή, ιεροφάντης και μάρτυρας.
+
+ Πώς ήθελα να ζήσω να το ιδώ!
+ Πώς ήθελα να ζούσα να τακούσω!
+
+Φουστανέλα ολόλεφκη σεμνά τη λυγερή του μέση θα συσφίγκη.
+
+Λεβέντικη φλοκάτα τις διάπλατές του πλάτες θα σκεπάζη.
+Θα λαλή.
+
+Χρυσάφια νάματα θα ρέη το μαγικό του στόμα.
+Θα ψάλη.
+
+Δε θάχη συνηθισμένον τόνο το τραγούδι του.
+Κοινόν ήχο η φωνή του δε θάχη.
+Ροδόσταμα πεντάγλυκο το τραγούδι του θα ρέη.
+
+Θα χύνεται αγγέλου μελωδία η φωνή του.
+Θάνε αηδονολάλημα ουράνιο.
+Τρισάγια θάνε μουσική.
+
+ Πώς ήθελα να ζήσω να τακούσω!
+ Πώς ήθελα να ζήσω να το ιδώ!
+
+Από κάθε άκρη Ελληνική θακούσουν τη Λαλιά του την Αθάνατη.
+
+Νεκροσαβανωμένοι τότε θα τρέξουν γύρωθέ του οι Φαρισαίοι κ' οι
+Γραμματικοί.
+
+Αλαφιασμένοι θα τόνε ρωτούνε, μωροθάμαστοι.
+
+Βαμμένοι, μιαροί θενά ζητούν να τον καταπετρώσουν.
+
+Θακούση — ω θακούση στα βάθη της πεντάβαθης ψυχής του — της καρδιάς
+του της απέραντης αντίλαλο· — θακούση, θα τακούση κι ο χρυσός μας ο
+Λαός τ' Αθάνατο Τραγούδι Του.
+
+Θενά ξυπνήση!
+
+Και ξυπνώντας από τόνειρο βαθύ, — που δόλια μας τον αποκοίμησαν οι
+άμωροι, — μες το τρισάγιο απόφωνο του παναρμονίου τραγουδιού
+θαναγνωρίση τη Λαλιά του — την ψυχή του Α θ ά ν α τ η.
+
+Θαγριέψη,
+
+Θα χυμήση,
+
+Θαρπάξη από τα νύχια τους τα βρώμικα,
+Να δοξοστεφανώση τον Τρανόν Τραγουδιστή· Και θα τον πμ : Μ ε σ ί α ή
+Ν τ ά ν τ η Του . . .
+
+ Πώς ήθελα να ζούσα να τα ιδώ!
+ Πώς ήθελα να ζήσω να τακούσω !
+
+
+
+Ο ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΑΣ
+ Κarl Dietrich
+
+
+
+0ι σάλπιγγες βαρύηχες εβάρεσαν από ώρα τόρα προσκλητήριο πρωινό.
+Μερικοί φαντάροι που αργοπόρησαν κάτω στην πόλη, έτρεχαν ένας πίσω
+απ' τον άλλο βιαστικοί, λαχανιασμένοι στον ανήφορο, υπάκοοι στη
+βροντερή φωνή της σάλπιγγας· να μην τους βγάλουν απόν και φάνε καμιά
+οχτάρα. Κάτω στη μεγάλη πύλη του κάστρου, στους στρατώνες μπροστά,
+ήταν αραδιασμένοι στη γραμμή οι πλειότεροι άντρες της φρουράς.
+Έρχονταν να πιάσουν τη θέση τους τρεχάτοι, όσοι έλειπαν, από κάθε
+τάπια και γωνιά του κάστρου μέσα, κ' εκείνοι που απόμειναν στην πόλη
+κάτω έτρεχαν απάνω λαχανιασμένοι, βιαστικοί.
+
+Ήταν μια πρωινή χαρά Θεού.
+
+Γαλάζιος, καταξάστερος ο ουρανός άπλωνε απάνωθε γλυκύτατος. Εξέφεβγε,
+εκατέβαινε κάτω στα διάφανα τα πέλαγα· έσμιγε, αγκάλιαζε μέσα βαθιά
+της θάλασσας τις άκρες, αφάνταστες και μυστικές στα γαλανά και μαγικά
+τους χρώματα. Δριμύς ο ήλιος καφτερός, περίχυνε αρμονικά τις τάπιες
+τις περίψηλες ολόγυρα, που εκρέμονταν ολόχοντρες βαρύτατες απάνω.
+Έχασκαν τα οδοντωτά μπεντένια τους ψηλά, μες τα γαλάζια χρώματα του
+ουρανού καλοζωγραφημένα και ομορφοπελέκητα, σα δόντια πριονιού αριά
+που εκρέμονταν στα ύψη απειλητικά. Ξερολειχήνες και άλλα
+αμωροχόρταρα, αλάθητα σημάδια του παλιού καιρού, της γέρικης ζωής του
+κάστρου, ανάδοναν κ' εβλάστιζαν στερεμένα στους τοίχους ψηλά, ανάμεσα
+στις πέτρες σφηνωμένα. Και μες από κάθε άνοιγμα αριό της τάπιας
+επρόβαναν περήφανα, βαρύκορμα και σοβαρά τα απόμαχα κανόνια,
+δοξοπεριχυμένα κάτω από βροχές ολόχρυσες που έχυνε άφτονες απάνω τους
+ο ήλιος. Άστραφταν λουσμένα μες τις φλογερές αχτίδες του. Εφάνταζαν
+δράκοντες σιδερόφραχτοι σωστοί, που έδειχναν ολάνοιχτα τα φοβερά τους
+στόματα προς τον εχτρό, με όρεξη να τον βυθίσουν, να τον καταπιούν.
+
+Πέρα μπροστά στην πύλη της τάπιας του Αράπη, που ήταν μέσα οι
+φυλακές, παράμερα από τη σκοπιά του τη λιθόχτιστη, βαρύς και
+σκεφτικός επηγαινορχόταν πέρα δώθε ο σκοπός με το όπλο του στον ώμο
+περασμένο, κ' έπαιρνε απόξω το σουλάτσο του. Απάνωθε ψηλά στης τάπιας
+της μεγάλης τα μπεντένια, μες από τα οδοντωτά τα ανοίγματα που
+έχασκαν πάλι τραχιά και φοβερά ταπόμαχα κανόνια, άλλοι σκοποί εκεί
+επρόβαναν κάθε τόσο το κεφάλι τους ψηλά πάνω στους βαρυθέμελους τους
+τοίχους, κ' έπαιρναν ξενιασμένοι το σουλάτσο τους και αφτοί. Κάτω
+στον καλντιριμωμένο δρόμο, μπροστά, στην πύλη του Αράπη, εκυλούσαν
+τους ξεβιδωμένους τροχούς τους, ξεχαρβαλωμένα και αφτά, παράλυτα,
+βαρυφορτωμένα, με κρότους βροντερούς που αντηχούσαν οι τάπιες μες
+τανήλιαστα τα βάθη τους· εξερότριζαν κάτω από το βαρύ τους φόρτωμα,
+ετάραζαν το κάστρο μέσα από το βροντερό τους κατρακύλημα τα κάρα τα
+βαριά, που ανέβαζαν να φέρουν τη στερεμένη κουραμάνα μες τις φυλακές.
+Απόξω στο κατάχλωρο και ολόδροσο κηπαράκι του νοσοκομείου αγγαρεμένοι
+δυο κατάδικοι, έσκαφταν χωμένοι μες τις θηληκωμένες ουρανιές τους
+ποκαμίσες, και δυο φαντάροι άγρυπνοι φρουροί τους φύλαγαν παρέκει.
+Στην άκρη του κήπου, μες τις χλωρασιές σκαρισμένοι, σαν τους
+σαλήγγαρους στα πρωτοβρόχια, κιτρινιάρηδες και χλωμοί, κακοπρόσωποι
+και μισόμποροι, παραλυμένοι από τις καθελογήτικες αρρώστιες τους,
+εκάθονταν απάνω στα ξύλινα παλιόσκαμνα κ' ελιάζονταν στον καφτερόν
+τον ήλιο με αναγάλλιαση πολλή, οι άρρωστοι στρατιώτες.
+
+Στις στρατώνες μπροστά, ακόμα να τελειώσουν προσκλητήριο. Οι άντρες
+όλοι στη γραμμή. Ο Επιλοχίας εδιάταξε και τις φρουρές. Τόσοι να παν
+εκεί και τόσοι εκεί. Ο τάδες πρώτο νούμερο κι ο τάδες δέφτερο κι ο
+τάδες τρίτο νούμερο. Ότι ήθελε να τους πουν να διαλυθούν απ' τη
+γραμμή οι άντρες κ' ετελείωνε πια και το προσκλητήριο, τους
+κατεβαίνει απάνω απ' τη φρουρά της φυλακής κακό μεγάλο κι απάντεχο·
+
+ — Μπαμ! μπαμ! μπαμ! ακούνε μια ξαφνική μπαταριά.
+
+ — Μπαμ! μπαμ! μπαμ! ακούνε στη μέσα τάπια άλλη· και μονομιάς,
+
+ — Στα όπλααα! Στα όοοπλααα ! βραχνές αγριοφωνές άπλωσαν κ' εθόλωσαν
+μέσα του κάστρου τον αέρα.
+
+Όπως όταν στο χλοερόν τον κάμπο κάτω στέκουν το ένα στο πλεβρό του
+άλλου ορθόκορμα και ισοκέφαλα τα τροφαντά ταστάχια, γαληνεμένα και
+ήμερα μέσα στου λιοπυριού τη γλύκα και ησυχία, και άξαφνα δριμό
+σιφουνικό σηκώνεται απάνω απ το βουνό, και χύνεται ανήμερο και φοβερό
+μέσα στον κάμπο, και τανεμίζει μες τη ζηλεφτή την ησυχία τους, και
+πέρα δώθε δειλιασμένα τα τινάζει, και κυματίζει πέρα πρόσπερα ο
+ήσυχος ο κάμπος, ανταρεμένο τόρα πέλαγο μες τις στριγκιές του
+αγριοσίφουνα βοές και μες των ασταχιών το φοβισμένο φύσημα· έτσι και
+οι φαντάροι τόρα, καθώς ήταν κάτω ακόμα στη γραμμή, προσεχτικοί
+νακούσουν και την τελεφταία διαταγή του Επιλοχία, ξιπασμένοι από τις
+βραχνές αγριοφωνές, που εχύθηκαν απάνω από τις τάπιες κάτω στους
+στρατώνες τους, εσυνταράχθηκαν στις τάξες τους, εχάλασαν και τις
+γραμμές, και με τα όπλα όπως έφτασαν μες τη μεγάλη βία τους καθένας
+κρατημένα, εχύθηκαν πάνω κατά της φυλακής τις τάπιες που έβγαιναν
+ακόμη οι βραχνές φωνές, ακολουθώντας πίσωθε το Φρούραρχο και τον
+Επιλοχία, που έτρεξαν μπροστά άγριοι και αλλαξοπρόσωποι κι αφτοί.
+
+Ο λοχίας ο Βλαχογιώργος ήταν αρχιφύλακας στα μπουντρούμνια πάνω της
+φυλακής. Ήταν στρυφτός άνθρωπος·
+ανάποδος. Να κάνη τον αντρειωμένον ήθελε κ' εξέσπαγε την ψέφτικη την
+αντρειά του στους άμοιρους τους φυλακωμένους. Εφερότανε σαν τύραννος
+σωστός. Ν' ατάχτιζε κανείς μες τα δωμάτια, το Βλαχογιώργο θάστελνε ο
+Φρούραρχος για να τον σωφρονίση. Να εμάλωναν πάλι αναμεταξύ τους
+άλλοι, το Βλαχογιώργο θάστελνε για να τους κάμη ζάπι. Έτρεχε αφτός
+αμέσως. Εκορδονότανε· εσειόταν κ' ελυγιόταν. Έμπαινε στο προάβλιο,
+έπαιρνε τα κλειδιά, άνοιγε τα δωμάτια. Έβγαζε όξω όσους ήθελε να
+σωφρονίση· έκλεινε πάλι. Τους έδενε καλά μες το προάβλιο· μπρος στα
+μάτια των άλλων καταδίκων, που έβλεπαν με θυμό πολύ και με αγανάχτηση
+μεγάλη μες από τους φεγγίτες τους πλεχτούς· τους πισταγκώνιαζε καλά.
+Εμούσκεβε ένα χοντρό, διπλό σκοινί μες το νερό· το έστρυφτε καλά, κ'
+επρόσταζε έναν, ένα τους φαντάρους·
+
+ — Πελέκα τουν, ουρέ βλαμ! Όντας αποστάκ'ς, σου βουητάω κ' ιγώ !...
+
+Κ' εκατέβαινε γοργό, βαρύ, αλύπητο το σκοινί πάνω στα σκελεθρωμένα
+των καταδίκων τα κορμιά μες την πείνα και τα ολημερνά βασανιστήρια.
+Οι άλλοι, οι κατάκλειστοι στα δωμάτια, που έβλεπαν μες από τους
+σιδερόφραχτους φεγγίτες, ελύσσαγαν, εμάνιζαν, αστροπελέκια, σπίθες
+φλογερές επετούσαν τα μάτια τους, να τον κάψουν όξω το Βλαχογιώργο,
+τον τύραννο. Εβροντούσαν μέσαθε, εχτύπαγαν τις σιδερόφραχτες πόρτες
+τους, να τις ξερριζώσουν πάλεβαν. Να πηδήσουν μανιασμένοι, ακράτητοι
+όξω, να τον πνίξουν το φοβερό το μπόγια τους. Έβριζαν, έφτυγαν,
+εβλαστημούσαν αδύνατοι να ξεσπάσουν το μανιακό τους το θυμό. Σαν
+έβλεπαν πως άδικα επάσκιζαν και τίποτα δεν έκαναν, με την τύχη τους
+τάβαναν, το Θεό εβλαστημοΰσαν·
+
+ — Δεν υπάρχει, τη πίστη του, Θεός και για μας;!...
+
+ — Γιαβίς-γιαβάς, ουρέ βλαμηδέσιμ! Με του κουλάι, ουρέ τα παληκάρια
+μ', και θανάρθη κ' η γεδική σ' αράδα! έλεγε απόξω να τους σκάζη, να
+τους πλαντάζη ο Βλαχογιώργος. Κ' έπεφτε αλύπητο, εκατέβαινε γοργό και
+γλίγωρο, βαρύ και ολόχοντρο το μουσκεμένο το σκοινί, πάνω στα
+παραλυμένα κορμιά, που εκατάπεφταν οι άμοιροι ξέψυχοι από το πολύ
+τουμπάνισμα, χωρίς ούτε άχνα να μπορούν να βγάλουν.
+
+Ήταν πάλι σήμερα ο Βλαχογιώργος αρχιφύλακας πάνω στα φοβερά
+μπουντρούμια της φυλακής, που λες κ' είνε θαμένα μες τη γη, μόνο ένα
+στεφάνι ουρανό απάνωθε ξανοίγουν. Καιρό τόρα, οι αρχηγοί σε κάθε
+δωμάτιο και σε κάθε μια αχτίνα, βαρυποινήτες αφτοί βαμμένοι μες το
+αίμα που τον πατέρα τους έτρωγαν, επροφωνήθηκαν κ' εκρυφοκουβέντιασαν
+αναμεταξύ τους μεγάλην και φριχτήν απόφαση να λάβουν. Μια πάνω στην
+άλλη έστελναν για το Βλαχογιώργο στα υπουργεία τις αναφορές, και
+καθετόσο εξέσπαγαν στου άμοιρου Νυχόπουλου την πλάτη, του δάσκαλου
+στο _Έξη_ που έγραφε τις αναφορές. Ο Βλαχογιώργος πάντα έμενε στου
+κάστρου τη φρουρά, μπόγιας και τύραννός τους σκληρός και φοβερώτατος.
+Και κάθε φορά πάλι που τα υπουργεία έστελναν τις αναφορές στο
+Φρούραρχο, να κάμη ανάκριση, να τιμωρήση το λοχία, ο Βλαχογιώργος
+έβλεπε τις αναφορές, κατάγραφε τις υπογραφές, του ανέβαινε το αίμα
+στο κεφάλι και δρόμο για τη φυλακή. Στην πρώτη την παραμικρή αφορμή
+που θάδιναν μεταξύ τους οι κατάδικοι, συνάφορμα αφτός πως θα τους
+ησυχάση, έπαιρνε πέντε έξη άντρες με τα όπλα τους κ' επήγαινε μέσα
+στα φοβερά μπουντρούμια. Το σκοινί στη βούτα να μαλακώση. Άνοιγμα
+ένα, ένα τα δωμάτια. Ο τάδε και ο τάδες φυλακισμένοι, αθώοι αφτοί
+στην αναμεταξύ τους ταραχή αλλά για να πληρώσουν την αναφορά που
+υπόγραψαν, να βγουν όξω. Τους έδενε πάλι καλά μες το προάβλιο, μπρος
+στα μάτια, των άλλων καταδίκων, που ελύσσαγαν και εβλαστήμαγαν και
+εφώναζαν μες από τους σιδερόφραχτους φεγγίτες να τον πνίξουν το
+φοβερό το μπόγια τους· τους πισταγκώνιαζε καλά.
+
+ — Να ουρέ, για τις αναφουρές σας! Να ουρέ και για τους υπουργούς
+σας! τους έδερνε, τους επελέκαγε μόνος του ο φοβερός Αρβανίτης. Να
+χύση τη χολή του· έτσι να ξεθυμάνη. Κ' εκατέβαινε χοντρό, βαρύ,
+φουσκωμένο στο νερό, στρυμένο, αλύπητο το φοβερό σκοινί, στις
+ξεσαρκωμένες τις πλάτες τους, στους κόμπους, στους ώμους, στα μεριά,
+στα κωλομέρια, στα χέρια, στα πόδια, σε ξερά και σε χλωρά.
+Εσηκοκυλιόνταν αφτοί, έσκουζαν, εσπάραζαν, την πέτρα ράγιζαν από τους
+σκληρούς τους πόνους. Έπεφταν με δεμένα πίσωθε τα χέρια μπρος στα
+πόδια του· έσκαφταν με τη μούρη τους τα χώματα· έκλαιγαν, ετάραζαν,
+σπαραχτικά εθρηνούσαν·
+
+ — Ήμαρτον! κυρ-λοχία! Έλεος! του εφώναζαν· κ' εκείνος μανιακός, λες
+κ' έπαιρνε νέα δύναμη από τα κλάματά τους, λυσσασμένος, ακράτητος,
+ανέμιζε το σκοινί ψηλά, το εκατέβαζε, τανεβοκατέβαζε, κ' επελέκαγε,
+επελέκαγε αλύπητα, ακατάπαφτα, σκληρά, σωστό ανήμερο θεριό. Όσο που
+εκουραζόταν από το πολύ το δάρσιμο κ' επαράδινε το σκοινί στους
+στρατιώτες. Κι αν τύχαινε και κανένας δύστυχος, πνιγμένος μες το
+περισσό δίκιο του, να βρη μες την απελπισία την τόλμη να πη και κάνα
+λόγον παραπανιστό, «από το Θεό να τόβρης», «Θεός είνε κι ας σε
+κρίνη», ξερωγωτί· αφτός λυσσασμένος τόρα πιο πολύ, τον αλάτιζε πρώτα
+καλά με το σκοινί. Του επερνούσε του κανονιού τις μπάλες τις
+βαρύτατες στα πόδια, να μη μπορή να κινηθή, που και χωρίς το
+μπεδούκλωμα αφτό δε θάπαιρνε τα πόδια του, παραλυμένα από το αλύπητο
+τουμπάνισμα. Τον έσπρωχνε ύστερα να φάη τα μούτρα του μες το φριχτόν
+απόπατο, και τον εκλείδωνε μέσα εκεί ώρες ολόκληρες για τιμωρία.
+
+Ήταν ημέρα της βδομάδας, που εσυνήθιζε η φρουρά κ' έκανε ταχτικήν
+επιθεώρηση στων καταδίκων μέσα τα δωμάτια. Μην έχουν μαχαίρια ή άλλα
+όπλα, που σκοτώνονται καμιά φορά αναμεταξύ τους. Κατά τις οχτώ η ώρα
+την αβγή, που εσήμανε της Επιστασίας το κουδούνι νανοίξουν τα
+δωμάτια, να βγούνε στον περίπατο μες το κατάστενο για τόσον κόσμο
+προάβλιο οι φυλακισμένοι· ο Βλαχογιώργος, αρχιφύλακας και σήμερα
+πάλι, κρατώντας στο χέρι κρεμασμένα μιαν αρμαθιά κλειδιά γιαλιστερά
+κι άσπρα απ το πολύ το τρίψιμο και τ' ολημερινό ανοιγόκλειμα,
+διαβαίνοντας με τον Επιστάτη μαζί μπροστά στις σιδερόφραχτες τις
+πόρτες των κελιών, — που σκοτεινά και ανήλιαστα εφάνταζαν υγρές και
+κρυερές σπηλιές στης τάπιας της ολόχοντρης τα βαρυθέμελα τειχιά
+ανοιγμένες, και έσφιγκαν θανατικά στα βρώμικα τα βάθη τους, ένα
+φουρκί τόπον εκεί, ολόκληρον κόσμον πεθαμένον κι ολοζώντανο· —
+έστρυφτε στα βαριά λουκέτα τα κλειδιά, έσερνε με κρότον πολύ και τους
+βαριούς τους μάνταλους· άνοιγε τις σιδερόφραχτες τις πόρτες που
+έτριζαν στις ρίζες τους χοντρές και βαρυκίνητες, κ' εφώναζε αδιάκοπα
+διαβαίνοντας από πόρτα σε πόρτα, με τον Επιστάτη ξοπίσω·
+
+ — Του _Ένα_! του _Τρία_! του _Πέντ'! του _Ιφτά_! ούλοι όξου! Να
+βγάν'τε και τα πιάτσ'κα σας ουρέ! Να διούμε πάλι τι χαλιέβτε στα
+σκουτάδια!
+
+Άνοιγαν τις πόρτες διάπλατες μέσαθε αφτοί κ' επηδούσαν μες από τις
+βρώμες τους, διψώντες καθαρόν αέρα και πού να τόνε βρουν. Επηδοϋσαν
+όξω στο προάβλιο κατάχλωμα ξεσαρκωμένα σκέλεθρα, που εφάνταζαν
+ισκιώματα στεγνά, θαμένα ολοζώντανα στης πείνας και της γύμνιας τα
+πεντασκότεινα κατάβαθα. Όλοι αρρωστημένοι και χλωμοί, και όλοι
+κιτρινισμένοι, χαλκοπρόσωποι. Όλοι καμπουριασμένοι, αναιμικοί, και
+όλοι χτικιασμένοι, θειαφοχρώματοι. Όλοι με τα μαλλιά μακριά,
+λυγδιάρικα και αξάγκλεγα, που εκρέμαγαν κ' εσκέπαζαν τα μάτια τους
+μπροστά κι άφξαιναν τη φριχτή τους όψη· και όλοι με ένα σβυσμένο
+ανάβλεμμα υγρό, που εχώνεβε σε αφάνταστην αγριότη. Έπαιρναν τις
+παλιοκασέλες πίσω τους, κ' εσήκωναν μπόγους τα ξεφτισμένα βρώμικα
+παλιοκούρελα πάνω στους ώμους τους, που τα μεταχειρίζονταν στρώματα ή
+παπλώματα. Εσυνέπαιρναν βιαστικοί όλα τα χρειαζούμενα μπαγάγια τους
+μες από τα μάβρα τους κελιά και τάπλωναν όξω, ναδιάσουν μέσα τα
+δωμάτια για την επιθεώρηση. Κασέλες, σκαμνάκια ξύλινα, σπασμένες
+στάμνες, μπουζούκια, σκουτιά, παλιοβελέντσες, στρώματα και παπλώματα,
+βρώμικα χαλιά και άπλυτα ποκάμισα, κουρέλια και ξεσκλίδια
+καθελογήτικα, λογιώ λογιών μούχλες και δυσωδίες απλώθηκαν σωροί κ'
+εγέμισαν το προάβλιο περίγυρα.
+
+Ο Βλαχογιώργος με τον Επιστάτη ξοπίσω, διαβαίνοντας βιαστικός από
+δωμάτιο σε δωμάτιο πάντα, άνοιγε τις πόρτες τις βαριές της άλλης
+Αχτίνας τόρα φωνάζοντας·
+
+ — Του &Δύου_! του _Tέchερο_! του _Eκch_! Ούλοι ούξου ουρέ! Να διούμε
+τις μπομπές σας παλιοζιάγαρα!..
+
+Και άνοιγαν αφτοί τις πόρτες διάπλατες απομέσα, κ' έβγαιναν όξω,
+δεκαπέντε και είκοσι από κάθε ποντικότρυπα, που και δύο άνθρωποι
+στενόχωρα θα εζούσαν μέσα στα σκοτεινά και ανήλιαστα τα βάθη της. Κ'
+έμοιαζαν φαντάσματα σωστά, θαμένα ζωντανά στους σιχαμένους τάφους
+τους. Άπλωναν και τα βρώμια τσάβαλά τους στο προάβλιο, καθελογήτικα
+κουρέλια που εδίπλωναν τ' αρρωστημένα μέλη τους, να μην τους τρώνε τα
+σκουλήκια από ζωντανούς.
+
+Ο Βλαχογιώργος εφώναξε πέντε έξη άντρες απόξω από τη φρουρά και
+άρχισε την επιθεώρηση. Έπιαναν τα παλιόσκουτα από σωρό σε σωρό οι
+φαντάροι και τανακάτωναν. Τα ετίναζαν πέρα δώθε, τα εξετύλιγαν μην
+είχαν μαχαίρια διπλωμένα μέσα. Άνοιγαν και τις παλιοκασέλες, τις
+ανάδεβαν έβγαναν μέσαθε κουρέλια των καταδίκων τα παλιοπουκάμισα, μην
+είχαν κ' εκεί στον πάτο μαχαίρια. Έψαχαν και τις σκουροφουφούδες
+μέσα. Έψαχαν και τα παλιοστρώματα, μην τάχαν μέσα στα άχυρα χωμένα.
+Ολούθ' έψαχαν. Όλα τανακύλαγαν κ' εσήκωναν σύγνεφα πυκνά το βρώμιον
+κορνιαχτό ανάγυρα, που ετίκλωνε ολούθε μέσα στο προάβλιο, έκρυβε τους
+φαντάρους, εκαθόταν στα πηλήκια και στα αστραφτερά κομπιά τους,
+άσπριζε τα μουστάκια και τα φρύδια τους κ' εφάνταζαν καταπασπαλημένοι
+μυλωνάδες.
+
+Ο Βλαχογιώργος έψαχε και αφτός. Ανάδεβε ολούθε. Ψάχοντας από σωρό σε
+σωρό, ξεμακρύθηκε από τους φαντάρους του.
+
+Όλοι οι κατάδικοι, απολυμένοι τόρα μέσα στο προάβλιο, επερπατούσαν·
+άνω κάτω νεβρικοί· να χορτάσουν την τόσο ακριβή τους κίνηση, να
+ξεμουδιάσουν. Μερικοί έστεκαν δίπλα στους φαντάρους κ' εδίπλωναν τα
+πράματά τους, όταν πια οι φαντάροι ταπόψαχναν. Τα έκαναν πάλι σωρό
+μπροστά στω δωματίων τους τις πόρτες, να μην τους λείψη τίποτε.
+
+Ξεμακρυσμένος στην άλλη άκρη ο Βλαχογιώργος, είχε ψηλά στα χέρια
+σηκωμένο ένα παλιόσκαμνο και το πασπάτεβε. Κάποιος κόμπος από σπάγκο,
+κολλημένος στο τσακισμένο πόδι του σκαμιού με μαλακό ζυμάρι, του
+εκίνησε την προσοχή· ετράβηξε τον κόμπο. Εσκίστη το σανίδι απάντεχα·
+εδιάνοιξε το ξύλο σε δύο ξαφνικά και φοβερό, μακρύτατο λεπίδι, που
+και μοσκάρι θα ξεκοίλιαζε, εξάστραψε ολόγυμνο στον ήλιο·
+
+ — Α! διαβουλουκούλουκα! εμούγκριξε ο λοχίας λυσσασμένος τόρα,
+παίζοντας μανιακός το φοβερό λεπίδι στον αέρα ξεμανίκωτο. Και ολοένα
+αγριεμένος περισσότερο, ξανάειπε, δείχνοντας με το δάχτυλο το δωμάτιο
+αγνάντια στο σωρό που βρέθη το μαχαίρι·
+
+ — Μέσα του _Τρίου_! Μέσα την Παναγιά σας!..
+
+Του _Τρία_ οι κατάδικοι, δεκαφτά όλοι, βαρυποινίτες, και δύο τρεις
+πλημμελήτες αλαφρόποινοι, απλωμένοι τόρα αμέριμνοι μες το προάβλιο,
+στα πόδια τους μαρμάρωσαν σαν άκουσαν τη μανιακή του Βλαχογιώργου
+διαταγή. Εγύρισαν όλοι· είδαν το φοβερό λεπίδι που τόπαιζε ψηλά στο
+χέρι ξεμανίκωτο, σα να τους εφοβέριζε όλους να τους περάση από την
+κόχη του. Ενόησαν και το φριχτό θυμό του πως θα ξέσπαγε. Σε
+ανοιγοσφάλημα ματιού, σβέλτοι και παμπόνηροι, από στόμα σε στόμα
+προφωνήθηκαν αναμεταξύ τους. Οι βαρυποινήτες προπάντω. Επήραν την
+απόφαση, και δύο δύο, υπάκοοι στου Βλαχογιώργου τη βαριά την
+προσταγή, έτρεξαν απ όλο γύρω το προάβλιο που ήταν απλωμένοι.
+Εμαζέφτηκαν κ' οι δεκαφτά μπροστά στη σιδερόπορτα του τάφου τους. Δύο
+δύο πάντα στη γραμμή, ετρύπωναν μες το δωμάτιό τους, διαβαίνοντας
+κάτω από τ' αστραφτερό λεπίδι, πουτόπαιζε ρομφαία φοβερή απάνωθέ τους
+ο Βλαχογιώργος, στεκόμενος, μπόγιας σωστός, στην πόρτα τους απόξω, με
+τους φαντάρους πλάι του που έτρεξαν και αφτοί στο ξαφνικό του
+πρόσταγμα.
+
+Των άλλω δωματίων οι κατάδικοι, λαφιασμένοι από του Βλαχογιώργου την
+απάντεχη ανακάλυψη, προφωνημένοι και αφτοί στη φοβερή απόφαση, άγριοι
+και αλλαξοπρόσωποι και τρομεροί, έκοψαν τον περίπατο. Εστάθηκαν
+ξέμακρα από το _Τρία_, στην πόρτα του αγνάντια απλωμένοι, κ'
+επρόσμεναν το φοβερό το σύνθημα.
+
+Όταν εμπήκαν όλοι οι κατάδικοι του _Τρία_ στο δωμάτιο, ο Βλαχογιώργος
+με κίτρινα τα χείλη από το φόβο του, γιατί ένιωθε πια τόρα πως είχε
+με λιοντάρια ανήμερα να κάμη, εστάθηκε στης πόρτας το διαπύλι.
+
+ — Τούνους ήταν του σκαμνί, ουρέ ζιαγάρια; ρώτησε με θυμό, κ'
+επάσκιζε να συγκρατήση το σαγόνι του που ξέφεβγε κ' επάγαινε να
+ξεκολλήση απ την τρομάρα του.
+
+Σα νάταν όλοι μέσα άφωνοι, κανένας δεν του απολογήθηκε.
+
+Λύσσα τόρα τον έπιασε σωστή.
+
+ — Κουλούκια! Τα καντήλια σας! Για θα μ' τουνε προυδούστε, για θενά
+σας μπρουλιάσ' ούλους στου σουφλί! τη Βαγγελίστρα σας! Κ' εκούναε το
+φοβερό λεπίδι ξεμανίκωτο ψηλά.
+
+Έγυρε τόρα στους φαντάρους.
+
+ — Του σκοινί στη βούτα ουρέ! και μάνι-μάνι!...
+
+Ένας φαντάρος ξέκοψε και πάει για το σκοινί. Οι άλλοι μαραμένοι,
+άφωνοι, βουβοί απόμειναν στο πλάι του λοχία τους.
+
+Ο Βλαχογιώργος έβριζε ολοένα από τη λύσσα του. Έγυρε μπρος στης
+πόρτας το διαπόρι πάλι και μανιακός μούγκριξε καταμέσα·
+
+ — Τζούτζιας! Γκότσης! Ντρούλιας! όξου παλιοκούλουκα!...
+
+Ήταν αφτοί οι τρεις πρώτοι, οι τυχεροί, που θαλατίζονταν με το
+σκοινί.
+
+Όλοι έμειναν μέσα άσειστοι, βουβοί. Κανείς δεν εκινήθηκε. Θα νόμιζες
+πως εκοκκάλωσαν στα πόδια τους.
+
+Ο Βλαχογιώργος μάβρισε από το θυμό. Στην περιφρόνησην αφτή ξέχασε και
+το φόβο του. Το αγριεμένο το στοιχειό δεν εκρατιώταν πια. Έσιαξε
+νάμπη μέσα τόρα ακράτητος, παίζοντας το λεπίδι. Φωνή φριχτή, μια
+βροντερή κραβγή ακούστη κι αντιλάλησαν οι τάπιες μέσα οι βαριές.
+
+ — Κουτούρα, ουρέ παληκαρά, να μπης να τους τραβήξης!.. Δέκα λεπίδια
+φοβερά, μακρύτατα ξάστραψαν απειλητικά πάνω στου Βλαχογιώργου το
+κεφάλι κ' εφώτισαν του _Τρία_ μέσα τα σκοτάδια.
+
+Ο Βλαχογιώργος δειλιασμένος τόρα, ξέψυχος εμπρός στο φοβερόν τον
+κίντυνο, δεν εκουτούρησε να μπη.
+
+Επήδησε πάλι όξω.
+
+Το κακό μεγάλωνε ανεπάντεχα.
+
+Οι φαντάροι ξεσπάθωσαν.
+
+Όπλα δεν είχαν να υπερασπιστούν.
+
+Οι κατάδικοι του _Τρία_ λυσσασμένοι, μανιακοί, σωστοί δαιμόνοι
+κολασμένοι του πήδησαν του Βλαχογιώργου πίσωθε, παίζοντας τα λεπίδια
+στον αέρα ξεμανίκωτα.
+
+Οι φαντάροι με τις λόχες, τους μπήκαν μπροστά, να κόψουνε το φοβερόν
+το δρόμο τους. Λαχανιασμένος, ξέψυχος, με την πνοή στα χείλη ο
+Βλαχογιώργος, στα πόδια τόβαλε. Σαστισμένος φέβγοντας αγνάντια έπεσε
+πάνω στους κατάδικους των άλλω δωματίων.
+
+Μονομιάς χίλια μύρια άλλα λεπίδια αστραφτερά εγλύστρησαν εκεί, πίσω
+από των άλλων καταδίκων τις πλάτες κρυμμένα, κ' εθάμπωσαν τον ήλιο
+ψηλά.
+
+ — Ωσπότε πλια! Ωσπότε!
+
+Λυσσασμένοι, σύσσωμοι ρίχτηκαν ξοπίσω στο λοχία όλοι.
+
+Οι αλαφροποινήτες με φόβο, με κραβγές, με ταραχή πολλή έτρεχαν πέρα
+δώθε να κρυφτούν μες τα δωμάτια.
+
+Οι φαντάροι έριξαν πλάτες σε μια αγκωνή κ' εκρατιώνταν μανιασμένοι με
+τις λόχες τους, παλέβοντας διπλάσιους κατάδικους με ταστραφτερά
+λεπίδια τους.
+
+Ο Βλαχογιώργος αποκλείστηκε μπροστά στη μέσα πύλη, στην άκρη στο
+προάβλιο. Ολούθε βλέποντας τον κίντυνο, εχώθηκε μες τη σκοπιά.
+Ασφάλισε τις πλάτες του κ' εμάχονταν μπροστά, πάνω σε άπειρα λεπίδια
+αστραφτερά, — ανήμερες δεντρογαλιές που εσφύριζαν τριγύρω να τον
+καταπιούν, — με το ολόγυμνο μακρύτατο λεπίδι τους, που σε όλο το
+διάστημα το κράτησε στο χέρι.
+
+Οι σκοποί απάνωθε από τις τάπιες τους ψηλά, κατάσπασαν των καταδίκων
+τα κεφάλια με τις πέτρες. Σαν είδαν που την είχε τόρα ο λοχίας άσκημα
+μες τη στενή σκοπιά που τον απόκλεισαν, τους φώναζε και ο
+Βλαχογιώργος ολοένα, «Τι τους φυλάτε ουρέ! σκυλιά!» έριξαν όλοι στον
+αέρα μονομιάς δυο μπαταριές κ' εφώναξαν &Στα όπλα&!
+
+Ετρόμαξαν οι κατάδικοι στις βροντερές τις μπαταριές, μην τους
+βαρέσουν στα καλά και πάνε σα σκυλιά σταμπέλι. Σαστισμένοι μες τη
+φοβερή την ταραχή, σακατεμένοι από τω σκοπών απάνωθε της τάπιας το
+λιθοβόλημα τ' αδιάκοπο· άλλοι με τα κεφάλια τους σπασμένα, που
+έτρεχαν ζουμιά τα αίματα απάνω τους· άλλοι με τις πλάτες χαλασμένες
+από τις πέτρες τις βαριές, που έπεφταν βροχή απάνωθέ τους·
+τρομαγμένοι όλοι φοβερά, που οι σκοποί έκραζαν όλη του κάστρου τη
+φρουρά. &Στα όπλα& και θενά πλάκωναν φουσάτα τόρα οι φαντάροι να τους
+λυσσάξουνε στο ξύλο λυσσαχτούς, όσους θα ξάνοιγε μες το προάβλιο ο
+Φρούραρχος· άπλωναν πέρα δώθε, σωστοί δαιμόνοι που ξέβρασε πάνω στη
+γη ο Άδης, κ' ετρύπωναν όλοι μες τα δωμάτια.
+
+Με βρόντους βαριούς σιδερικών, με σπαθιών χτύπους, με βουή μεγάλη και
+τρομερή ποδοχαλή πλάκωσε όλος ο λόχος πάνω. Εμπουκάρησε με λόχη στα
+όπλα μες το προάβλιο, που με των καταδίκων τα παλιοτσάβαλα, σωρούς
+ολόγυρα απλωμένα ακόμα, έμοιαζε μέσα εβραιοπάζαρο σωστό.
+
+Δύο φαντάροι ήταν βαριά πληγωμένοι.
+
+Ένας βαρυποινήτης του _Εφτά_ που τάχε πριν ζυγά τα μάτια, το έπαιξε
+το ένα στο φοβερό το σπαθοπόλεμο.
+
+Άλλουνού του άρπαξε κάποια πέτρα ολάκερο καπάκι απ' το κεφάλι, κι
+ούτε να τόνε μεταλάβουν επροκάμανε.
+
+Οι άλλοι πια εχρειάζουνταν βδομάδες το γιατρό από τις φοβερές τις
+πέτρες, που εκατάπεφταν βροχή ασταλαμάτιγη απάνω τους.
+
+Ο Βλαχογιώργος, ένα κομμάτι ώμο μόνον άφησε στον πόλεμο.
+
+[1895].
+
+
+
+Τ Ο Μ Α Κ Ε Λ Ι Ο
+ Γιάννη Καμπύση
+
+
+
+ — Είν' ανθρωπονόητα τα βόιδα! Ακούς;...
+
+—Ουφ, καημένε και συ! Κουταμάρες, του λέω· παλιοκουβέντες!
+
+Εφούσκωσαν τα μάτια του, λες κ' ήθελε πηδήσουν από τις κόχες. Άναψε,
+ξεροκοκκίνησε. Ετίναξε το χέρι του μ' ορμή, σαν άνθρωπος που έχασε
+την υπομονή.
+
+ — Πάμε! μου λέει, γέρνοντας πλάι με μεγάλα βήματα. Συ, παιδί μου,
+σκας Δεσπότη! Πάμε, λοιπόν, να το ιδής με τα μάτια σου...
+
+Ήταν Σαβατόβραδο. Ο ήλιος δυο τριχιές να πέση, αβλάκωνε αποκαρωμένος
+το γαλάζιο θόλο απάνω. Όσο έγερνε, εχρύσωνε με λαμπρά ροδόξαθα
+χρώματα τασημένια πλάτια του γιαλού πέρα, καταπέρα. Εκύλαε απάνωθε
+αργός εμεγάλωνε τους ίσκιους· εχρωμάτιζε περίλαμπρα τις σταχτερές
+βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Έχασκαν κ' οι κάβοι κατακάτω, μες το
+πέλαγο. Όσο έγερνε ολοένα στο βασίλεμα, εζωγράφιζε στα ανοιχτά, πότε
+ένα πανί καϊκιού αρέκαντο κεικάτω βαθιά, πότ' έναν ξυλάρμενον
+καραβιού παπαφίγκο. Εκύλαε ολοένα αποκαρωμένος, αργός· επάγαινε να
+βυθίση κάτω, κεικάτω, στης Μπαρμπαριάς τάγρια τα πέλαγα, που δεν τα
+ίσκιωσε πανί και κουπί, ακούς, δεν ταβλάκωσε.
+
+ — Αμάν και το δικό σου το κακό! μου λέει ο φίλος, τινάζοντας ψηλά
+από το σβέρκο το γιακά.
+
+ — Αι καλά· σώπα πια· θα ιδώ τόρα να πιστέψω· κ' εσταματήσαμε
+παράμερα από τους μακελάρηδες.
+
+Η μεγάλη δίπλα η ξερολιά, — ξερή γιατί ποτίζεται χρόνια τόρα μ' αίμα,
+— με δυο τρεις θηλιές απ αργασμένα βούνεβρα στις χοντρές κλάδες της
+απάνω περασμένες, και το τσιγκέλι στην άκρη καθεμιά τους κάτω, ήταν
+ακέρια τζελαλατίνα τω βοδιών.
+
+Ήταν τρεις οι μακελάρηδες. Άγριοι, λεροί κι αλλαξοπρόσωποι. Οι δύο
+εβάσταγαν τις άκρες της θηλιάς, που είχαν σε ένα μακρύ χοντρό σκοινί
+δεμένη. Ο ένας τη μια άκρη το σκοινί, ακουμπημένο σίγουρα στης μιανής
+ελιάς τη ρίζα. Ο άλλος την άλλη άκρη το σκοινί, στης αλληνής ελιάς τη
+ρίζα ακουμπημένο. Η θηλιά έπεφτε στη μέση χάμου, καταμεσίς στο
+μονοπάτι. Ο τρίτος με τη βαριά στα χέρια. Ήταν η ώρα τους που
+θάγερναν το κοπάδι τα βόιδα στο χωριό, από τα βουκουλιά οι βοϊδολάτες
+κάτω. Κ' επρόσμεναν εκείνοι ανυπόμονα, ρίχνοντας λοξές ματιές, πότ' ο
+ένας πότ' ο άλλος μες από τις ελιές, κατά τον κάμπο, πέρα στα
+λιβάδια.
+
+Όσο έγερνε τόρα αργός, καμαρωτός ο ήλιος ολοένα προς τη δύση του, τα
+τσιντζίρια μες τις ελιές, εδυνάμωναν το τσιριχτό το τραγούδι τους. Τα
+δέντρα, γλαρωμένα γύρω στης ημέρας το βαρύ λιοπύρι, άρχιζαν να
+δροσολογιώνται τόρα στο βραδινό του βουνού το φύσημα. Τα χλοερά
+λιοστάσια περίγυρα ξεθύμαναν μια μυρουδάτην αλαφρήν ανάπνια, ένα
+μεθυστικόν αιθέριο ανασασμό, που θάλεγες κ' η φύση όλη άνοιξε τους
+πόρους της. Ταποσπερινό αβγουστιάτικο δροσοβολιό εβαλσάμωνε τον αέρα
+γύρω με ουράνιους αχνούς, μ' αγγελικές εβωδίες. Εφύσαε στα ζωντανά
+και στα χορταρικά παντού, ζωή και δροσιά και χαρά και νειότη.
+
+ — Νάτα! είπ' ένας μακελάρης ξάφνου.
+
+ — Νάτα! μου λέει κι ο φίλος πλάι, αναπηδώντας δίπλα μου σα λαβωμένος
+λαγός.
+
+Ακούστηκε τόρα φοβερό ποδοβολητό καταπέρα, κ' ετίκλωσε μες τις ελιές
+ο αέρας από σύγνεφα μπουχούς. Κολώνες ουρανοθεμέλιωτες εσηκώθηκαν
+στον κάμπο κάτω ασβόλες και χώματα, σαν από φριχτό σιφουνικό.
+Εξάνοιγαν ξέμακρα οι βοϊδολάτες με τις μακριές τις βουκέντρες, που
+εσαλάχαγαν κουκουνισμένο το κοπάδι. Εροβόλαγαν τα βόιδα με μουκανητά
+και ταραχή, μυρίζοντα με τα ρουθούνια αγριεμένα ψηλά, ανήσυχα τον
+αέρα, σα νάνιωθαν που ζύγωναν στο μακελιό.
+
+Όσο περισσότερο εζύγωναν, άγριεβαν πάντα τα μουκανητά κι αναβοΐσματα.
+Ανακόρδιζαν τα βαριά λαιμοτράχηλα απάνω. Ανακλάνιζαν τα κερατοφόρα
+τους κεφάλια πίσω στους παχύσαρκους σβέρκους τους. Εφούσκωναν
+διάπλατα, φοβερά πέρα δώθε τα ρουθούνια τους εφύσαγαν. Εμύριζαν τον
+αέρα απάνω θυμωμένα. Έτρεχαν όλα μαζωμένα, τριποδιστά κατά το
+μακελιό, μανακύλησην άγρια, με μανιακόν ποδοβολητό. Ανέμιζαν τα
+χώματα στο φοβερό τους δρόμο. Λες κ' εφύσηξε απάνωθε σιφουνικό φριχτό
+κι αναβόρι ακράτητο, ανέβαινε κολώνες ο μπουχός στον αέρα.
+
+ — Χμ! έκαμε ξυώντας ταφτί, πονηρά μισοκλειώντας τα μάτια ο παράξενός
+μου σύντροφος.
+
+Ως κ' εζύγωνε το κοπάδι στο μακελιό, άναφταν άγριοι κ' οι
+μακελάρηδες. Εκρατούσαν τη θηλιά κάργα, κ' είχαν τη βαριά σηκωμένη.
+Άστραφταν διψασμένες, λαίμαργες οι φοβερές οι μαχαίρες τους. Είχαν τα
+μάτια άγρια γουρλωμένα. Ήταν τους οι τρίχες σαν καρφιά φριγμένες, κ'
+ήταν τους πρησμένες οι μαγούλες, κ' ήταν πανιασμένο όλο τους το
+πρόσωπο. Άστραφτε διαβολικό τανάβλεμμά τους, εφύσαε αγριεμένο το
+ρουθούνι τους. Ανάγλυφαν, ξεροδάγκαναν στα ολόμαβρα τα χείλια τους
+ζωγραφισμένη απάνω τη φριχτή και παράξενη δίψα τους.
+
+Μπρος στις ελιές το κοπάδι εκόλωσε. Εσταμάτησαν στον τόπο τους
+συμμαζωμένα. Σα νάνιωθαν βέβαιον τόρα τον κίντυνο, εστάθηκαν άσειστα
+στου στενού μονοπατιού το διάσελο.
+
+ — Το Λιάρο, Κοπρούλα, το δέφτερο· έσκουξε ο φοβερός μακελάρης με τη
+βαριά στον ώμο, στο μπροστινό βοϊδολάτη, τον κοντεινότερο. Οι άλλοι
+βοϊδολάτες, με τις μπλούζες τις σβουνιασμένες, τα στρυμένα κι
+αξάγκλεγα γένια τους, εκράταγαν πλάτες πίσω κι ομπρός με τις μακριές
+τους βουκέντρες. Μην προγκήξη αγριεμένο το κοπάδι καταπίσω, και
+ξεσπάση μέσα τον κάμπο, και τρέχα γύρεβε πια· πόδια μου, ποδαράκια
+μου. Ο πελώριος ο Κοπρούλας με τη μακριά του τριχούσα, που βρωμισμένη
+στα βοϊδοκόπρια έπεφτε σε λερά ξέφτια γύρω του, και τη βουκέντρα τη
+μακριά, που ξέφεβγε πάνω από ταναμαλλιασμένο το κεφάλι του, εχύθηκε
+ταβρομάχος σωστός, άγριος κι ανήμερος και τρομερός στη μέση στο
+κοπάδι. Τα βόιδα εμουκάνιζαν γύρω του φοβερά.
+
+Εμυρίζονταν τον πελώριο τους βοϊδολάτη ανήσυχα. Τον εφύσαγαν άλλα
+απειλητικά με ταφρισμένα, διάπλατα ρουθούνια τους. Λεφτό δεν έδινε
+αφτός· τη δουλιά του. Το κοντό, σβουνιασμένο σκοινί, που αγκάλιαζε
+πριν τη χοντρή μέση του βοϊδολάτη, δεντρογαλιά φαρμακερή ξετυλίχτηκε
+τόρα, να σφίξη άσπλαχνα του άμοιρου Λιάρου τα κέρατα. Λες κ' ένιωσε
+τη συφορά του το μάβρο, ετήραε τον άγριο βοϊδολάτη μ' ένα βουρκωμένο
+στο παράπονο, παιδιακήσιο ανάβλεμμα.
+
+Έδεσε το βόιδι από τα κέρατα καλά. Εσαλάχησαν οι άλλοι βοϊδολάτες με
+τις μακριές τους βουκέντρες καταμπροστά τάλλο κοπάδι. Δεμένος με το
+σκοινί από τα κέρατα ο Λιάρος, έβλεπε με λαχτάρα τα συντρόφια του
+ναραδίζουν ελέφτερα το στενό μονοπάτι. Κλαίγοντας τη μάβρη σκλαβιά
+του, μου-ου-ου! μου-ου-ου! εμουκάνιζε παραπονετικά. Εγέμιζε κλάψες
+και θρηνωδίες γύρω τον αέρα, που σπάραζαν την καρδιά κ' εσήκωναν την
+τρίχα. Ένα, ένα τάλλα τα βόιδα διάβαιναν τόρα το στενό. Πάτησαν τη
+θηλιά κατάστρατα απλωμένη, κ' εξεστράτισαν μες τις ελιές, λαφιασμένα
+στο μακελιό περίγυρα. Ο Λιάρος απόμεινε ολομόναχος, σκλαβωμένος. Ήρθε
+κ' η αράδα του! Μια δίνει ο Κοπρούλας, ο πελώριος ο βοϊδολάτης με τη
+λερή πουκαμίσα και τα κόκκινα γένια τα στρυφτά, τον απόλυσε το Λιάρο.
+Λεφτερωμένος τόρα από τα δεσμά, που τούσφιγκαν πριν τα κέρατα,
+εχύμησε μ' ορμή κατάμπροστα. Επήδησε στις δυο ελιές ανάμεσα, να σμίξη
+πέρα τάλλα του συντρόφια.
+
+ — Φραπ, φραπ! ετινάχτηκε ζερβόδεξα η θηλιά κ' εκαργάρησε στω δυο
+ελιών τις ρίζες.
+
+Έσφιξ' η θηλιά, επεδούκλωσε του βοϊδιού τα πόδια. Επάλεψε αγριεμένο
+να λεφτερωθή. Ανατινάχτηκε, αναπήδησε, έσφιξε πλιότερο η θηλιά,
+πλιότερο επεδουκλώθη, ανακωλώθηκε ξαπλωταριά χάμου στα χώματα.
+Άφριζε, εφρίμαζε, εσηκοκυλιόταν, πασκίζοντας μάταιον αγώνα, να
+ξεφύγει με σπαρταρίσματα και κλωτσιές χάμου, να σπάση τα σκοινιά που
+τούσφιγκαν τα πόδια.
+
+ — Κρακρούκ! ανεβοκατέβηκε ξεροσκαστά η βαριά πάνω στο κάφκαλό του.
+Ελωλώθηκε ο Λιάρος. Εθόλωσαν τα παιδιακήσια του μάτια. Επρομύτισε με
+τη μούρη στα χώματα. Εχτύπησαν δεμένα τα πόδια του τον αέρα.
+Εμουκάνισε με κλάψα πολλή, με πικρό παράπονο. Ο μακελάρης πέταξε τόρα
+με βία τη φοβερή τη βαριά του παράμερα. Εξεφηκάρωσε ένα πλατύ
+χασαπομάχαιρο κοντό, που άστραψε στον ήλιο ασημένιο. Επήδησε μ' ορμή
+πάνω στη φουσκωμένη την κοιλιά του Λιάρου. Ξαπλωταριά χάμου σύξυλο
+εμουκάνιζε το βόιδι με κλάψα. Αγκομαχούσε μ' αγωνιά, κι αναχάραζε σα
+να ψυχοραγούσε. Εφύσαε το σβυσμένο ρουθούνι του φριχτά. Ανέμιζε στο
+φύσημά του κ' εσήκωνε σύγνεφα γύρω τα χώματα. Του μακελάρη το
+γυμνασμένο χέρι έσκισε τον αέρα μ' ορμή. Ταστραφτερό λεπίδι
+λαμποκόπησε ψηλά.
+
+ — Φλι, πιπλίφ! εσουράβλισε τσαμπούνες το μαβρειδερό το αίμα
+καταπέρα. Ετσιλάχρησε περίγυρα τον τόπο. Επιτσίλησε τη ρίζα της
+ξεροελιάς. Επότισε τα διψασμένα γύρω τα χώματα. Τα μανίκι του
+μαχαιριού χάθηκε κι αφτό μες το αίμα. Λαίμαργη κ' η λερή η μανίκα του
+χεριού, ρούφαε κ' εκείνη το αίμα. Εσφάδαζε το βόιδι ξαπλωταριά.
+Εσπαρτάριζε νεκροζώντανο το κορμί του. Ψυχοραγώντας αναχάσκιζε.
+Εξεθύμαινε, ραγισμένο χώνεβε στον κομμένο λαιμό του το τελεφταίο
+μουγκρητό. Εχουρχούριζε σπαραγμένος ο λάρυγγας. Αφρούς κ' αίματα
+εχούχλαζε, κάτω από τάπονο μαχαίρι, ταπονώτερο του μακελάρη χέρι.
+Στρυφτογύρισε τόρα το διάπλατο μαχαίρι στον ανοιγμένο λάρυγγα μ'
+ορμή. Το αίμα ανάβλυσε πλιότερο. Εσπάραξε το βόιδι για τελεφταία
+φορά. Αναχάσκισαν τάσπρα του χείλια. Εξεχύθηκαν ποτάμια αφροί κ'
+αίματα. Εσουράβλισαν στο στόμα, στα ρουθούνια του μ' έναν αχνό, που
+θάλεγες κι αλαφροκάπνιζε του Λιάρου η παιδιακή ψυχή. Τέντωσε τα πόδια
+του δεμένα ακόμα. Ανακόρδισε τάψυχό του κορμί. Ελαχτάρισε μια, κ'
+έμεινε μάρμαρο στον τόπο του, απ το κεφάλι ως την ουρά. Ο μακελάρης
+τόρα μόλις ανάσυρε και χέρι και μαχαίρι, από το λάρυγγα το
+σπαραγμένον του νεκρού. Στο αίμα βουτημένος όπως ήταν, μαγριεμένο
+ανάβλεμμα, με μαλλιά αναφουφουλιασμένα αναπήδησ' ορθός. Εγούρλωσε το
+φοβερό του μάτι· εδάγκασε στα δόντια ματωμένο το μαχαίρι του.
+Ρίχτηκαν, σαν τα κοράκια στο κάρμα, οι άλλοι τόρα οι μακελάρηδες με
+τα κοντά μαχαίρια τα πλατιά. Ο ένας τράβαε το πόδι· άλλος τα κέρατα
+έσερνε· τρίτος να το ξεκοιλιάση επάλεβε, τα κοιλόμπουχά του να χύση.
+
+Τάλλο το κοπάδι τα βόιδα σκόρπησαν πέρα μες τις ελιές, που
+ταπαράτησαν οι βοϊδολάτες κ' εχασομέρησαν πίσω αφτοί, να βοηθήσουν να
+σηκώσουν το Λιάρο οι μακελάρηδες. Εσκρόπησαν μες τις ελιές τα βόιδα
+πέρα, κ' εμαζέφτηκαν όλα κύκλο κει παράμερα, που ήταν ποτισμένο το
+χωράφι μ' αίμα. Ετέντωναν στη γη τους λαιμούς λαφιασμένα, κ'
+εμυρίζονταν χάμου άγρια τα χώματα, ξεροποτισμένα χρόνον καιρό
+στων αθώων αδερφιών τους τα αίματα. Το αίμα το ξερό των αδερφιών
+τους, χρόνον καιρό ζυμωμένο στα χώματα, τάκραζε από τον Κατουκόσμο,
+ακούς. Κι ολοένα, ολοένα εμυρίζονταν. Εφύσαγαν τα ρουθούνια τους
+αγριεμένα. Εχτύπαγαν όλα μαζί με τα μπροστινά. Ανάσκαφταν τα ματωμένα
+τα χώματα. Εσήκοναν κολώνα τον ανήφορο μπουχούς. Επαράτρεχαν γύρω, με
+κλάψα εμουκάνιζαν, με σπαραχτικό παράπονο ερέκαζαν, λες κ'
+εμυρολογούσαν. Ετουμπιώνταν μεταξύ τους, μπλέχοντας τα κέρατα να
+σκοτωθούν. Ανακύλαγαν τον τόπο γύρω μες τα χώματα. Εσειώταν η γη στο
+βαρυπάτημά τους. Ολοένα εμυρίζονταν σκυφτά τα ματωμένα χάμου τα
+χώματα, όλο μαζί το κοπάδι, που δεν αποδίχαζαν στο σωρό βόιδι από
+βόιδι.
+
+Έτσι πάντα όταν διαβαίνουν, ακούς, το μακελιό, γέρνοντας στο χωριό απ
+τα λιβάδια κάτω. Τα κράζει, λέει, τ' αθώο αίμα τω σφαγμένων αδερφιών
+τους, που το πίνει η γη και το ρουφάνε λαίμαργα τα χώματα. Πάνε πάντα
+εκεί και μαζέβονται ολόγυρα. Αρχινάνε να χτυπούν τη γη με τα
+μπροστινά. Ανασκάφτουν, κολώνες σηκώνουν τα ματωμένα γύρω τα χώματα.
+Μουκανίζουν και φριμάζουν και κλαιν, λες και μυρολογούν τα πεθαμένα
+τους. Μπλέχουν τα κέρατά τους άγρια αναμεταξύ τους, ανήμερα
+τουμπιώνται να σκοτωθούν. Ανταρέβουν και παρατρέχουν και βαρυπατούν,
+με φριχτήν ταραχή κι ανακύλησην άγρια, μανιασμένα κι ακράτητα — που
+τα κράζει, λέει, από τον Κατουκόσμο τω σφαγμένων αδερφιών τους το
+αίμα.
+
+ — Είν' ανθρωπονόητα τα βόιδα! Ακούς;...
+[1894]
+
+
+
+Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΦΟΝΙΑ
+
+
+
+
+Τίμια και τιμημένη, που ήταν μες το χωριό η πανώρια η Αριστούλα, ήταν
+των κοριτσιών η ζήλια, για την προκοπή της και την ασύγκριτή της
+ομορφιά. Καμάρι ήταν τω λεβέντηδων ατίμητο, για τη μεγάλη της σεμνότη
+και τη φρονιμάδα της. Από μικρή και από άφαντη παιδούλα, πατέρα δεν
+εγνώρισε η άμοιρη. Απόμεινε ορφανή, εκείνη κι απομόναχη, με τη
+μανούλα της την ακριβή. Μες της μάβρης φτώχιας τα χάδια και της
+ορφάνιας τον πικρό καημό αναστήθηκε. Κρυφή χαρά της είχε να ξεδουλέβη
+το στερεμένο το ψωμάκι της. Να γεροκομάη τη γριά τη μάνα της· — τη
+μόνη αγάπη και ακριβή που είχε η άμοιρη στον κόσμο. Να οικονομάη, να
+υφαίνη τα προικιά της τα καλά, μέσα στα μακρυνά νυχτέρια του χειμώνα·
+— το μόνο όνειρό της το παρθενικό. Έρημη και απροστάτεφτη στον κόσμο
+τον πικρό, που απόμεινε, χωρίς καμιά βοήθεια από κανένα, εδούλεβε για
+δυο ζωές· την εδική της και της γριάς της μάνας της· — της μάνας της
+προπάντω. Επάλεβε με προκοπή μυριόκαλη και αξιάδα ζηλεφτή,
+ναναπληρώση ό,τι της εστέρησε ο κόσμος ο κακός κ' η μοίρα της η
+μάβρη.
+
+Στου χωριού τα σύγυρα αντίπερα, έξω στα Παρακήπια, έχει το φτωχικό
+ξωμάχι της η θεια Χρηστίτσα η καψόχηρα. Χωμένο μες τους βαθιούς τους
+ίσκιους τους πυκνούς τω δεντρικών, κρύβει πιστά στα βάθη του θερμά
+και αγαπημένα της ορφανής την παρθενιά τη λατρεφτή, τα κάλλη τα
+περίσσια, ταπάρθενά της όνειρα, γλυκά αδερφωμένα με της μάνας της
+αγλύκαντης τις άπλαστες γεροντικές ελπίδες. Νέκρα και γύμνια κατοικεί
+στο φτωχικό της μείνεμα της άμοιρης Χρηστίτσας. Μα το στολίζει μέσα
+το σπιτάκι της, αγνή σαν του επιταφίου τα κρίνα, η παρθενιά η
+αγγελική της λατρεφτής της κόρης. Μα τομορφίζει η ζηλεφτή της προκοπή
+και η περίσσια χάρη της. Στης ακριβής της κόρης το ουράνιο χαμόγελο
+ξεχνά τα περασμένα της καλά η άμοιρη Χρηστίτσα. Μες της θερμής αγάπης
+της την αγκαλιά βρίσκει ένα λόγο, μια παρηγοριά, να θάψη, να γλυκάνη
+τις μάβρες, τις πικρές τις στέρησες της τορινής ζωής της. Αφίνει να
+γλυκοχαράζουν μες τον κουρασμένον της το νου, να φτερουγίζουν
+μαγικές, ολόχρυσες ελπίδες, για μια νέα ζωή ονειρεμένη,
+πλουσιοπάροχη, που θενά φέρη με καιρό μέσα στο φτωχικό σπιτάκι τους,
+η μοίρα της καλότυχής της κόρης. Εκεί στο παραγώνι ακουμπησμένη, στα
+πετρωτά πρεβάζια της φωτογωνιάς η γριά, κατά τα μακρυνά νυχτέρια του
+χειμώνα, ξένει καμπουριασμένη πάνω στην ποδιά της τα μαλακά μαλλιά,
+που θα τα υφάνη η προκομμένη θυγατέρα της. Από ώρα σε ώρα
+ξεθαλίζοντας τη θράκα στη γωνιά, λογιάζει μέσα της, σε ξύπνια
+ονείρατα, τη μαγική την τύχη της καλής της. Ονειροθεμελιώνει με αγάπη
+και στοργή μέσα στη γέρική της υπνοφαντασιά παλάτια αρμονικά·
+ασύγκριτα τα χτίζει και περικλεί στα αθώρητα τα βάθη τους μια ζωή
+πανώρια, ονειρεφτή, για την αφρόπλαστην την κόρη της, μέσα σε άφτονα
+αγαθά και πλούτη ανιστόρητα και αφάνταστα. Λογιάζει και ονειρέβεται η
+γριά γλυκά. Και μες από τα μάβρα σύγνεφα της σκοτεινής της
+βαρυχειμωνιάς, που άπονα την πλακώνει, βαθιά ξανοίγει να αργολάμπη,
+σαν ασπερίτης ξάστερο το φέγγος του, πάνω στον καπνισμένον ουρανό της
+φτωχικής της στεγωσιάς, σα δάκρυ υγρό και αναλυτό σαν το μαργαριτάρι,
+της πολυχαδεμένης κόρης της ταστέρι.
+
+Ο Τρύφος ο λεβέντης, του Ρουπακιά ο γιος, τ' αξιώτερο παληκάρι του
+χωριού και το καλήτερο νοικοκυρόπουλο, βγήκε φυγόδικος από τα πέρσυ
+τη Λαμπρή. Απάνω στο χορό οι παρέες ενοχλήθηκαν για τα νταβούλια.
+Επιάστηκαν στα χέρια τα παληκάρια μανιωμένα. Έπαιξαν τα καλαματιανά
+μαχαίρια στον αέρα ξεμανίκωτα. Εξάστραψαν ψηλά αναρίθμητα πιστόλια
+στο σωρό. Μαλλιά-κουβάρια έγιναν. Έπεσαν δυο του τόπου από του Τρύφου
+την παρέα. Ο Μποτσονάς ο Βάκης από τους άλλους. Άξιο πανώριο παληκάρι
+του χωριού, του Τρύφου ο γκαρδιακός ο φίλος, που εξεψύχησε κάτω από
+δυο βαριά χτυπήματα της κάμας της αδερφικής του φίλου του ο Βάκης.
+Γιατί ήταν, βλέπεις, με άλλη παρέα ο καθένας τους.
+
+Δυο χρόνια τόρα, από τότε που ντύθηκαν στα μάβρα τρία πανώρια σπίτια
+μέσα στο χωριό, φυγόδικος ο Τρύφος, εκρυβόταν από κάθε μάτι
+προδοτικό. Έτρεχε δω κ' εκεί, μέσα στους ισκιερούς τους λόγκους και
+μέσα σταγριολάγκαδα. Κανείς δεν ήξερε πούθε βράδιαζε και πούθε
+ξημερωνόταν.
+
+Άλλοι έλεγαν ότι τον απαντούσαν μες τα βαθιά μεσάνυχτα τις νύχτες, να
+περιπολέβη κάτω από το μεγάλον πλάτανο στη βρύση του χωριού, ντυμένος
+παπαδίστικα. Άλλοι έλεγαν ότι ελημέριαζε στα αθώρητα και μυστικά
+κελιά της Άγια Πελαγίας, που τόνε κρύβει ο Πάτερ-Παΐσιος ο ηγούμενος
+στα βάθη του μοναστηριού. Και άλλοι ακόμη έλεγαν, πως κάποια τυχερή
+κοπέλα του χωριού η ομορφότερη, τον έμπλεξε στα δίχτυα της.
+Κατεβαίνει από τους λόγκους τους πυκνούς που το σκεπάζουν το χωριό
+ολόγυρα. Μπαίνει πάντα αθώρητος και αγνώριστος ο Τρύφος μες τα βαθιά
+σκοτάδια, κατά τις βροχερές τις νύχτες του χειμώνα. Πάει στο σπίτι
+της άγνωστης καλής του, που τον προσμένει αγάπη ολόθερμη, να τόνε
+ζεστάνη, παγωμένο μέσα στις κρύες βαρυχειμωνιές, που τόνε δέρνουν·
+αφρόπλαστη αγκάλη τον ακαρτερεί, να γύρη να ξεχάση μες το ηδονικό της
+σφίξιμο, κάθε βαριά κούραση του κορμιού, και κάθε σκοτεινόν του νου
+παραδαρμό. Και μες απ όλα του κόσμου αφτά τα λόγια και τις
+καταλαλιές, ο Τρύφος, άγνωρος πάντοτε και αθώρητος, τραναίνει τη
+μεγάλη του παληκαριά και αφξαίνει την αντρειά του την ασύγκριτη, στα
+μυστικά και αφάνταστα λημέρια. Έτσι τον παρασταίνουν πια αληθινά
+αντρειωμένον της κάθε κόρης τα όνειρα τα φτερωτά. Κ' έτσι φαντάζει
+γίγαντας τρανός στου καθενού παιδιού τον άπλερον το νου, που όλα τα
+μεγαλώνει.
+
+Ας έλεγαν εκείνοι πως βγαίνει ο Τρύφος πέρα στη βρύση, τα μεσάνυχτα,
+κάτω από τον πλάτανο, ντυμένος παπαδίστικα. Ας έλεγαν αφτοί πως ο
+Πάτερ-Παΐσιος τον κρύβει μυστικά στα σκοτεινά κελιά της Άγια-
+Πελαγίας. Όσοι έλεγαν πως μες τις κακουχίες τις βαριές, και μες τα
+βιαστικά του τα τρεχάματα, κρυφή αγάπη λατρεφτή τον θέρμαινε και τον
+εδρόσιζε τον Τρύφο, αφτοί είχαν κάποιο δίκιο περισσότερο. Στους
+ίσκιους πέρα τους βαθιούς, μες τα πυκνά τα φύλλα σκεπασμένα, αθώρητα
+και μυστικά, ονειρεφτά και πολυζήλεφτα, είνε τα μαγικά λημέρια της
+αγάπης. Κάθε απόσπερο, που θα καλαψηφόση, προφυλαγμένος από κάθε μάτι
+προδοτικό, μες το βαρύ σκοτάδι τυλιγμένος, γλυστρά πάνω απ το λόγκο,
+περνά μέσα στους σύδεντρους τους κήπους, πηδάει τις ποριές ελαφρός
+σαν ίσκιωμα απονύχτερο.
+
+Έρχεται ο Τρύφος να θερμάνη το παγωμένο του κορμί, τον κουρασμένο νου
+του να δροσίση, μες την αφράτη αγκάλη της καλής του της πεντάμορφης.
+Τρώει, πίνει, καλοθερμαίνεται μαζί της. Πλαγιάζει μαγικά μες την
+ουράνια αγκάλη της και ξημερώνεται στο λόγκο πάλι το ταχύ. Και τρέχει
+ονειρεφτή και αδάκρυτη τρέχει η ζωή.
+
+Πέρα στα σύγυρα του χωριού, όξω στα Παρακήπια, ξέμακρα από τα σπίτια
+τάλλα, το φτωχικό ξωμάχι της θεια-Χρηστίτσας της καψόχηρας, χωμένο
+τόρα μες τα χιονισμένα δεντρικά, κρυμένο τόρα μέσα στα βουβά τα
+χιόνια, τέλεια από τον άλλον κόσμο μυστικό, κατάκλειστο στα αφάνταστα
+τα βάθη του· δεν κρύβει πια της αρφανής πεντάμορφης την παρθενιά τη
+λατρεφτή, τα κάλλη τα περίσσια, ταπάρθενά της όνειρα, γλυκά
+αδερφωμένα με της μάνας της αγλύκαντης τις άπλαστες γεροντικές
+ελπίδες. Δεν το στολίζει μέσα πια το φτωχικό σπιτάκι της άμοιρης
+Χρηστίτσας, αγνή σαν του Επιτάφιου τα κρίνα, η παρθενιά η αγγελική
+της λατρεφτής της κόρης. Δεν τομορφίζει τόρα πια η ζηλεφτή της
+προκοπή και η περίσσια χάρη της.
+
+Καταπεσμένη μάνα τόρα αμαρτωλή, η αφρόπλαστη παρθένα του χωριού, των
+κοριτσιών η ζήλια πριν και το κρυφό καμάρι των λεβέντηδων αρωστημένη
+τόρα και αδύνατη, σούφρα και κατακίτρινη, με το ένα πόδι στον τάφο,
+αγκομαχά και κοίτεται στο φτωχικό τους παραγώνι σύγξυλη, μες τη βαριά
+της λεχωνιά η Αριστούλα η ορφανή· — συντροφεμένη δίπλα της από μιαν
+άλλη αθώα και άπλερη ορφανή, τη νειογέννητη μικρή αμαρτωλή, που
+τυλιγμένη μες την αμαρτία της την έφερε στον κόσμο.
+
+Η θεια Χρηστίτσα στην άλλη άκρη της φωτογωνιάς, στα γέρικά της γόνατα
+γερμένη, χίλιω χρονώνε τόρα γριά ανάμεσα σε μια νυχτιά, κρύβει τα
+σβυσμένα τα ματάκια της μέσα στα χέρια τα ξεραγκιανά, και κλαίει,
+ολοένα κλαίει. Μάβροι και σκοτεινοί οι λογισμοί της περιτριγυρίζουνε
+το νου σπαραχτικά, και τη νυχιάζουνε στα βάθη της ψυχής σκληρά, για
+την αμαρτωλή ζωή της κόρης της της ακριβής. Δε χτίζει πια παλάτια
+αρμονικά και ασύγκριτα η γριά να κλείση μες ταθώρητα τα βάθη τους
+μία ζωή πανώρια, ονειρεφτή, για την αφρόπλαστη την κόρη της, μέσα σε
+άφτονα αγαθά και πλούτη ανιστόρητα και αφάνταστα! Και δε λογιάζει
+τόρα η γριά, δεν ονειρέβεται γλυκά! Και μες από τα μάβρα σύγνεφα της
+σκοτεινής της βαρυχειμωνιάς, που άπονα την πλακώνει, δεν ξανοίγει πια
+να αργολάμπη, σαν ασπερίτης ξάστερο το φέγγος του, πάνω στον
+καπνισμένον ουρανό της φτωχικής της στεγωσιάς, σα δάκριο υγρό και σα
+μαργαριτάρι αναλυτό της πολυχαδεμένης της το αστέρι! Την πνίγουν μέσα
+μάβροι λογισμοί. Κατάμαβρες ιδέες τη σκοτίζουν και καταριέται η Θεια-
+Χρηστίτσα και κολάζεται την ώρα που γεννήθηκε απάνω στον τυραγνημένον
+τούτον κόσμο. Κρυφά παρακαλιέται μέσα της, να κόψη την αμαρτωλή ζωή
+της ο θεός. Να μην ιδή της κόρη της το τέλος...
+
+Απόξω αριό πάντα το χιόνι κ' ήσυχο στοιβάζεται απανωτά. Αριά τα φώτα
+της χιονιάς, θαμπά εκρύφτηκαν πίσω από τις πυκνές τις καταχνιές.
+Απλώθηκε παντού βαθιά και σιγαλή μες τη χιονούρα η νύχτα.
+
+Πέρα προς τα μεσάνυχτα, η πόρτα ξαφνικά ανοίγεται. Αλαφιασμένος και
+αγριωπός, λεφκοχιονισμένος πάνω στα πλούσια τα άρματά του και την
+κάπα του, στο φοβερό θυμό του μανιασμένος, εμπήκε ο Τρύφος ο
+φυγόδικος. Τινάζεται ξεμάλλιαγη η γριά, στα πόδια του να πέση. Να τον
+παρακαλέση για της δύστυχης της κόρης της την τύχη, που κοίτεται
+αναίσθητη εκεί στο παραγώνι.
+
+ — Δεν έχουμε καιρό για τέτια τόρα. Επροδοθήκαμε και κιντυνέβει να με
+πιάσουνε! Πρέπει να κρύψω τα παιδί!
+
+Να μη μας βγουν όλα στη φόρα! Άρπαξε βιαστικά στην αγκαλιά του κ'
+έκρυψε κάτω από τη βαριά και χιονισμένη κάπα του της φοβερής του
+αμαρτίας τον καρπό.
+
+Η Αριστούλα ξερή κοιτάμενη, τίποτε δεν άκουσε απαφτά.
+
+Η Θεια-Χρηστίτσα του αντιλόγησε.
+
+ — Πού θα το πας, Τρύφο μ'; Πού θα το πας γιέμ', στα χιόνια μέσα το
+μωρό;..
+
+Της έβαλε ένα γρούπο χρήματα στο χέρι.
+
+ — Πάρε, της λέει, για το γιατρό... Λεχώνα είνε, προφύλαξη θέλει...
+Να την καλόχης με το παραπάνου, γριά, τόρα μέσα στα κρύα... Ακούς;..
+Εγώ παγαίνω. Για το παιδί ένια σας. Στην παραμάνα θα το βάλω!..
+Άνοιξε πάλι την πόρτα βιαστικός και δρόμο. Αλαφιασμένος πάντα
+φοβερός, με το μωρό διαμάσκαλα κρυμένο, σα νάταν παλιοκούρελο, κάτω
+από τη βαριά του κάπα, εγλύστρησε έξω, μέσα στα χιόνια τα πηχτά, που
+απλώνονταν κάτω από τα βουβά του βήματα. Εχάθη μέσα στα βαθιά
+τρισκόταδα, που τον αγκάλιασαν περίγυρα, κατάμαβρα σαν την κακούργα
+του ψυχή...
+
+Στου χωριού τα σύγυρα, στα παρακήπια πέρα, ξέμακρα από τα σπίτια
+τάλλα, και από της Θειά-Χρηστίτσας το φτωχικό ξωμάχι ξέμακρα,
+ανάπλαγα στο λόγκο τον πυκνό, στη ρίζα μιανής φράχτης· αργό κι
+ανάριο, πουπουλένιο, σπιθωτό αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το
+χιόνι, να στρώση απάνωθέ της πλάκα μαρμαρόχυτη, λεφκή σαν την
+αγγελική καθάρια την ψυχούλα της, που σε μια νύχτα σκοτεινή ήρθε να
+ιδή τον κόσμο, και σε μια νύχτα πάλι σκοτεινή, δίχως να ιδή το φως
+ούτε στιγμή, τον άφησε· — αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι,
+να κρύψη, να ζεστάνη μες τους κόρφους του, θερμότερους απ του πατέρα
+της την άσπλαχνην αγκάλη, τ' αθώο παγωμένο μνηματάκι της μικρούλας
+της νεκρής· — αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι, να χώση μες
+τα τρίσβαθα τα Τάρταρα, αβλόγητον και αβάφτιστον αμαρτωλόν καρπό, της
+αμαρτίας της διπλής, πατέρα δυο φορές αμαρτωλού, που από της
+μαβρομάνας την κοιλιά και την αγκάλη το άρπαξε, για να το βάλη το
+άφταιγο μωρό συζώντανο στη σπλαχνική την παραμάνα όλων μας. [1895].
+
+
+
+Ο Β Ρ Υ Κ Ο Λ Α Κ Α Σ
+
+
+
+ — Βρε τ' ήταν τούτο! βρε τ' ήταν τούτο! Πήγαινε να χάση το μυαλό του
+ο κόσμος.
+
+Όλο το χωριό, αχάραγο ακόμα, ήταν ανάστατο. Παραδέ στην Απάνω Ρούγα
+χάλαε ο κόσμος. Όλοι οι χωριανοί ήταν στο πόδι. Αν ήταν και κανένας
+βάρυπνος, να βαρυκοιμάται ακόμη, ξύπναε κι αφτός, τρομαγμένος από την
+ποδοχαλή που εγινόταν όξω στους δρόμους· από τις σπαραχτικές φωνές τω
+γυναικών, που εθόλωναν τον αέρα κ' εσειώταν ο τόπος.
+
+Βαρύς κι ολόχοντρος εκρεμόταν περακιανά στο ξάγναντο, απάνου στο
+σύνορο του χωριού, της Δραμαλούς ο πύργος. Λες κ' είχε βαρεθή πια κι
+αφτός τη μοναξή κι άδοξη ζωή του, εβάσταε με αγωνιά στους γέρικούς
+του ώμους τα ρειπωμένα τα μπεντένια του, που εφάνταζαν απόμακρα
+ξέθωρα και θαμπά σα γέρικες σαγονιές ξεδοντιασμένες. Τα μαβρισμένα
+στην πολυκαιρία τα τειχιά του έγερναν φουσκωμένα καταόξω, λες κ'
+εκουφαναστέναζαν κάτου από το βάρος τω χρόνων και την παντοτεινή τους
+καταφρόνια. Κάτου στα θεμέλια του πύργου, οπεκρεμώταν χοντρός κ'
+ισοκατέβατος, έκλειναν κάθε μπασιά κ' έφραζαν κάθε πόρο βατουλιώνες
+αδιάβατοι, που άπλωναν πέρα δώθε τους χλαμούς τους αγκαθερούς και
+θρεμένους. Ανέβαιναν απάνου ως την ολόχοντρη ζώνα του πύργου, κι
+αγκάλιαζαν μ' αγάπη τη διάπλατη βάση του κάτου· που να μη μπορή
+αθρωπινό πόδι να τον πατήση· να μη μπορεί αθρωπινό μάτι να διαπεράση
+τους ισκιερούς και πεντάπυκνους βατουλιώνες. Θάλεγε κανείς πως
+εφύτρωσαν εκεί, αντρειώθηκαν κιόλα κάτου από τον παχύν ίσκιο του
+πύργου, κι αγκάλιασαν μαγάπη τρανή και με στοργή περίσσια τα βαριά τα
+τειχιά του, για να κρύψουν πλιότερο το βαθύ μυστήριο που έκλειε στα
+σκοταδερά σωθικά του· να κάμουν πιο φριχτές και πεντασκότιδες τις
+παράξενες ιστορίες και ταερικά, τα ισκιώματα, που τον κάτεχαν. Είχε
+και καρπερό περβόλι η βάρδια, όπου εβλάστιζαν άπειρες συκιές, ήμερες
+στον καιρό τους. Μα τόρα πια ήταν αμελημένες κι ακλάδεφτες. Είχαν
+αγριέψει τα κλαδιά τους, κ' ήταν ξεβλασταριασμένες οι ρίζες τους.
+Πόδι αθρωπινό δεν είχε πατήσει τον παχύν τους ίσκιο· στόμα αθρωπινό
+δεν είχε δοκιμάσει τα χυμερά και κατάγλυκα σύκα τους. Της βάρδιας το
+στοιχειό τις αγριοσύκιζε κάθε τόσο. Αφτό εκαθόταν στον παχύν τους
+ίσκιο αποκάτου το καταμεσήμερο. Αφτό έτρωγε τα καρπερά και κατάγλυκά
+τους σύκα κ' εδροσιζότανε. Για τούτο άφξαιναν κιόλα τα σύκα. Ήταν
+στοιχειωμένα κι αφτά, κ' εμεγάλωναν ως ένα αθρωπινό κεφάλι. Η βάρδια
+της Δραμαλούς, — και τα μαξούμια πια, και τα βυζασταρούδια τόξεραν·
+ήταν στοιχειωμένη. Οι γεροπαλεϊκώτεροι, που την ανέβαζαν στου
+Βενετσάνου τον καιρό, ανατρίχιαζαν κ' εκείνοι ακόμα στάκουσμά της.
+Εξαφηγιώνταν φριχτά πράματα που σου σήκωναν το πετσί. Μάβρες και
+σκοτεινές ιστορίες, για ταερικά που κράταγαν στανήλιαστα υπόγειά
+της. Θαμαστά και παράξενα πράματα, για το φοβερό το στοιχειό που την
+κατείχε.
+
+Όταν εμέθαε ο Λίακας ήταν τ' αξιώτερο παληκάρι που μπορούσε να σταθή
+στον κόσμο. Όλοι οι χωριανοί ανατρίχιαζαν μέρα μεσημέρι, όταν
+εδιάβαιναν μπροστά από το κοιμητήρι του Αγιοταξάρχη. Και ο Λίακας δύο
+φορές έβαλε στοίχημα, να κινήση τα μεσάνυχτα από την Κάτου Χώρα, να
+πάη στον Αγιοταξάρχη απάνου μοναχός, καταμόναχος· νάμπη στο
+κοιμητήρι, να διαβή τα μνήματα, πατώντας τις πλάκες, να πάη στο
+χωνεφτήρι· να πάρη, να γεμίση μια σακούλα αθρωποκέφαλα, να γείρη πάλι
+στην Κάτου Χώρα.
+
+Και τόκαμε πανάθεμά τονε!
+
+Επήγε και τις δύο φορές, κ' εγέμισε μια σακούλα αθρωποκέφαλα, και
+τάφερε και διάνοιξε τη σακούλα και τάδιασε μες του Νικολέτση το
+μαγαζί, ανάμεσα στους άλλους χωριανούς, που ανατρίχιαζαν, κ'
+εσταβροκοπιώνταν μανοιχτό το στόμα. Έτσι εκέρδισε και το 'να
+στοίχημα, εκέρδισε και τ' άλλο.
+
+Τόχε πάρει απάνου του αποτότε ο Λίακας. Εκαφχιώταν πια πως ημπορούσε,
+ακούς, να κατεβή τα μεσάνυχτα στης Τσάτουμας κάτου τον τράφο, όπου
+κρατούν ξωθιές και καλομοίρες. Κ' ημπορούσε να πάη σε κάθε βαλτερόν
+τόπο, και σε κάθε λαγκαδιά, που κρατούν αερικά και κακά ζιζάνια. Να
+τα βγάλη στο σβίδο, να παλέψη άφοβα κι αντρειωμένα μαζί τους. Ακόμα
+εκαφχιώταν πως ημπόραε, με στοίχημα βαρύ, να πάρη μια μέρα, το
+καταμεσήμερο, νανεβή στο ξάγναντο απάνου στης Δραμαλούς τη βάρδια.
+Μια και δυο, να πηδήση την ποριά, να μπη στο περιβόλι. Εκεί θα
+εκαθόταν το στοιχειό, γερμένο από το κυνήγι του, στον παχύν ίσκιο
+καμιάς συκιάς αποκάτου να δροσιστή. Κι ο Λίακας αντρειωμένος, θάβγανε
+στο σβίδο το στοιχειό, θα πάλεβε να το νικήση, θανέβαινε απάνου στη
+συκιά, να κόψη σύκα να φάη, να φέρη και στους χωριανούς. Οι χωριανοί,
+άλλοι εχαμογέλασαν κι άλλοι εμπαιζογελούσαν. Μα οι πλιότεροι τον
+εκαμάρωναν με θαμασμό, κ' εμεγάλωνε στα θαμπωμένα μάτια τους ο
+Λίακας, κ' εφάνταζε αληθινά αντρειωμένος.
+
+Ωστόσο πολλοί εφουρκίστηκαν με τον παλιοκαφχησάρη. Ακούς εκεί ο
+Λίακας, να πάη στο στοιχειωμένον πύργο της Δραμαλούς! Κι ακούς να σου
+λέη, πως θα παλέψη το στοιχειό, νανεβή στη συκιά, να κόψη σύκο να
+φάη, να μας φέρη κ' εμάς!
+
+ — Στοίχημα! του λένε.
+
+ — Στοίχημα; — στοίχημα !
+
+Βάνουνε το στοίχημα. Εφτύς κιόλα διαλαλήθηκε σ' όλο το χωριό· το και
+το: ο Λίακας είν' αντρειωμένος, κ' είν' ήρωας τρανός, και θα πα να
+παλέψη με το στοιχειό της βάρδιας.
+
+Άλλοι εχαμογέλασαν και άλλοι εμπαιζογελούσαν μαζί του.
+
+Ωστόσο ο Λίακας κάθεται για να φάη καλά, να πάρη απάνου του· κάθεται
+για να πιη, να γίνη σκνίπα. Ν' αντρειωθή κιόλα με το κρασάκι το
+βλογημένο. Ναρματωθή κιόλα, να πάη στο ξάγναντο, να πηδήση την ποριά,
+να μπη στο περιβόλι που θα ήταν το στοιχειό, να το βγάλη σε σβίδο. Να
+παλέψη, να του κλέψη σύκα, να φάη, να φέρη και στους χωριανούς, — να
+κερδίση και το βαρύ το στοίχημα...
+
+Και τόκαμε παναθεμά τονε!
+
+Είδαν και απόειδαν δύο τρεις χωριανοί κ' εβαρέθηκαν να τον ακαρτερούν
+παρακάτου από τον πύργο, που τον είχαν συντροφέψει, μη λάχη και τους
+γελάσει. Σαν εσούρπωσε καλά πια και δεν τον έβλεπαν να βγαίνη από τη
+βάρδια, τα χρειάστηκαν. Μια και δυο γέρνουν πάλι στο χωριό, και παν
+στου Παπα-Ξυδέα. Με καρδιοχτύπι και τρομάρα πιάνουν και του μολογούν
+λαχανιασμένοι: το και το, παπά μου!
+
+Παίρνει ο παπάς το θυμιατό και παίρνει το Σταβρωμένο. Περνάει
+βιαστικά το πετραχήλι στο λαιμό, τον παίρνουν και παν κατά το
+ξάγναντο στη βάρδια της Δραμαλούς. Όταν ανέβηκαν, αρχινάει ο παπάς να
+ψέλνη, κι αρχινάει να ξορκίζη και να διαβάζη της Παναγιάς τους ήχους.
+Καμιά φορά έφτασαν στη βάρδια. Μπροστά ο παπάς, πίσω οι χωριανοί,
+ξεφράζουν την ποριά και μπαίνουν με τρόμο φοβερό στου πύργου το
+περβόλι. Κάνουν έτσι, ψάχουν εδώ, ψάχουν εκεί· τηράνε σε μια συκιά
+αποκάτου· τι να ιδούνε! το μαβρο-Λίακα τον άμοιρον, ξαπλωταριά χάμω,
+ξανάστροφα!
+
+Ψέλνει ο παπάς, ξορκίζει· σκύφτουν οι χωριανοί, τηράνε. Ήταν ζεστός
+ακόμα ο δύστυχος. Τον πιάνουν άλλος από τα χέρια και άλλος από τα
+πόδια, γέρνουν πάλι στο χωριό. Γέρνουν στο χωριό, τον παν στο σπίτι
+του. Σαν τον επήγαν σπίτι του, πάει κι ο παπάς απόκοντα, τρέχει κι
+όλο το χωριό να ιδή και να μάθη τι ξαφνικό ήταν τούτο. Πιάνουν και
+τόνε σταίνουν ορθό σε μιαν άκρη το μαβρο-Λίακα. Πιάνει ο παπάς και
+του διαβάζει όλα τα ξόρκια κι όλες τις εφκές να τόνε συνεφέρη. Ναι!
+του κάκου. Όλα χαμένα! Ουδέ που σειώταν καθόλου. Μα έλα, που ήταν
+ζεστός; Τι να του κάμουν! τι να του κάμουν! δεν ήξερε κανείς. Πιάνει
+ο παπάς και τους λέει:
+
+ — Ήταν αμαρτωλός, βλογημένοι μου, φαίνεται, κ' ήταν ανάξιος, και τον
+συνεπήραν ταγερικά με το μέρος τους, και τον εσυνεπήραν τα τελώνια
+τον άμοιρο. Κι ανώφελα τόρα αγωνιούμαστε, και μάταια πολεμάμε να τόνε
+βγάλουμ' από ταγαρινά τα νύχια τους, να τόνε φέρουμε στη ζωή πάλι.
+Μόν' πρέπει να βιαστούμε, βλογημένοι μου, να τόνε βγάλουμ' αποδώ
+μέσα, και αναγκαστά πρέπει να τόνε χώσουμε μη λάχη και βρυκολακιάσει.
+
+Σ αφτά τα λόγια του παπά, κόβουν το αίμα τους οι χωριανοί και πα να
+χάσουν τον νου τους οι καψοχωριανές από τη λαχτάρα. Για να γλυτώσουν
+κιόλα οι άμοιροι από το κακό, και να γλυτώσουν από του μαβρο-Λίακα το
+βρυκολάκιασμα, πιάνουν και τον παίρνουν, και, μπροστά ο παπάς, πάνε
+στο κοιμητήρι νύχτα, κι ανοίγουν βαθύ λαγούμι, κατάβαθο, και τον
+πετάνε μέσα, ζεστόν ακόμα τον άμοιρο!
+
+Τον πετροχωνιάζουν κιόλα, να μη μπορή να κουνηθή. Να μη μπορή να
+ξεβρυκολακιάση και νάβγη πάλι στον Απανωκόσμο, ερημιά του !
+
+Ήρθε καιρός να του κάμη η καψογυναίκα του τις _εννιά_ του. Παίρνει τον
+Παπα-Ξυδέα πάλι και παίρνει σπερνά, που έφτιασε, και παίρνει
+προσφορές και λιβάνια να πα να τόνε διαβάσουν. Πάνε στο κοιμητήρι,
+διαβαίνουν τα μνημούρια, φτάνουν και στου μαβρο-Λίακα τον τάφο.
+Τηράνε, τι να ιδούνε! Βλέπουν να κάθεται απάνου στον τάφο του ένα
+μεγάλο σκυλί σα δαμάλι. Κατακόκκινο, με τρίχα ορθή, φριγμένη, με
+μάτια κάρβουνα αναμένα. Σταβροκοπιώνται με τρομάρα πολλή, αρχινάει τα
+ξόρκια ο παπάς, και το σκυλί, γένεται άνεμος κ' έσβυσε, γένεται
+μπουχός κ' εχάθη...
+
+Αποτότε κ' ύστερα, καθετόσο ο παπάς, που επήγαινε να διαβάση στο
+κοιμητήρι, σαν εδιάβαινε από του Λίακα τον τάφο μπροστά, έβλεπε στην
+ίδια θέση πάντα, το ίδιο σκυλί, κατακόκινο, με τρίχα ορθή, φριγμένη,
+με μάτια κάρβουνα αναμένα. Τήραε τον παπά άγριο, άνοιγε το στόμα του
+να γρούξη, έδειχνε τα φοβερά του δόντια απειλητικά, και γένεται
+άνεμος κ' έσβυνε, γένεται μπουχός κ' εχάθη.
+
+Ο παπάς, μια φορά, δυο φορές, άρχιζε να τα χρειάζεται ο άμοιρος· να
+γίνεται σαν το κερί, να λυώνη. Έπαψε κιόλα να παγαίνη καταμόναχος στο
+κοιμητήρι. Ημέρα νύχτα εκατακλειώταν σπίτι του κ' εδιάβαζε τάγια του,
+κ' εδιάβαζε τα ιερά του.
+
+Στις σαράντα ημέρες απάνου από τη θανή του μαβρο-Λιάκα, έπιασ' η
+καψόχηρά του αποβραδίς κ' έφτιασε σπερνά και προσφορές, να πάη την
+άλλ' ημέρα, να πάρη και τον παπά, να του κάμη τις &σαράντα& του. Σαν
+εσυγύρισε όλες τις δουλιές της, εκυβέρνησε και τα παιδάκια της απ'
+ό,τι φτωχικό είχε και δεν είχε, έκαμε το σταβρό της και έκυψε με τα
+παιδάκια της να κοιμηθή· να σηκωθή σύνταχα, να πα να πάρη και τον
+παπά, να κάνη τις &σαράντα& ταντρός της. Κατά το μεσονύχτι ακούει
+φοβερή ποδοχαλή στην αβλή της· ακούει γογγυτιά βαριά και κούφια
+αναστενάγματα. Ξυπνάει με τρομάρα. Σαν ξύπνησε, αφοκράζεται κι ακούει
+σπαραχτική φωνή σα νάβγαινε απ τον Αδη.
+
+ — Γιατί να με θάφτε ζωντανόοοο! γιατί να με θάφτε ζωντανόοοο!...
+
+Ξαφνικά κι απάντεχα κρι-ι-ίκ! κρα-α-κά! βλέπει την πόρτα της νανοίγη
+διάπλατη απόξω, αφού είχε βαλμένη διπλή την αμπάρα μέσαθε. Ανοίγει η
+πόρτα και τι βλέπει η άμοιρη Λιακού, συφορά της! Τον άντρα της,
+ακούς· τον άντρα της! Διπλωμένο μέσα σε κάτασπρο σεντόνι, αφράτο· με
+το πρόσωπο ξεβαφουλιάρικο, μισοφαγωμένο· να κρεμώνται κολλητσίδες τα
+σκουλήκια από τη μύτη και ταφτιά του γύρω· με τα μάτια βαθουλά μέσα
+ρουφημένα· το κεφάλι του γυμνό, ξεπετσιασμένο· πεσμένα τα μουστάκια
+και τα γένια του...
+
+Εστάθηκε λίγο στην πόρτα ολόρθος. Ύστερα με βήματα αριά, κομμένα,
+επήγε κ' εστάθη απάνου στα παιδιά του. Τα ξεσκέπασε ένα ένα, τα
+τήραξε, τα καμάρωσε· εχαμογέλασε μες τις γυμνόσαρκες σαγονιές του. Τα
+ξανατήραξε πάλι, τα ξανασκέπασε, και μια και δυο, έγειρε στη γωνιά,
+που ήταν η στάμνα με τα λουκάνικα. Εκοντοστάθηκε εκεί πάλι. Εγονάτισε
+απόδιπλα στη στάμνα. Έστρωσε χάμω στο πάτωμα μια κούδα από το σάβανό
+του· έπιασε κι άδιασε τα μισά λουκάνικα απάνου. Εβούλωσε πάλι τη
+στάμνα· την απίθωσε στην αγκωνή. Εδίπλωσε καλά τα λουκάνικα στην άκρη
+το σάβανό του, τάκρυψε διαμάσκαλα στον κόρφο του, και δώθε παν οι
+άλλοι.
+
+Εχάθη!
+
+Όλο το χωριό, αχάραγο ακόμα, ήσαν ανάστατο. Αν τύχαινε και κανένας
+βάρυπνος να βαρυκοιμάται ακόμη, εξύπναε κι αφτός τρομαγμένος από την
+ποδοχαλή, που εγινόταν στους δρόμους έξω και τις σπαραχτικές φωνές τω
+γυναικών, που εθόλωναν τον αέρα κ' εσειώταν ο τόπος.
+
+ — Βρε τ' ήταν τούτο κακό! βρε τ' ήταν τούτο κακό! έτρεχε καθένας
+τρομαγμένος να μάθη.
+
+ — Την απερασμένη βραδιά, ακούς, έγινε ξαφνικό μεγάλο. Βρήκαν τον
+Παπα-Ξυδέα ξερόν κοιτάμενο· με τα μάτια γουρλωμένα, άγριον κι
+αλλαξοπρόσωπο· με τη γλώσσα μια πιθαμή έξω πεταγμένη. Είχε στο λαιμό
+πλατιά ζουνάρια μελανάδες, σα δαχτυλιές. Είχε την απαλάμη του
+διανοιγμένη στο πρόσωπό του απάνου, σα να φασκελωνόταν μοναχός του!..
+
+ — Ξαφνικό μεγάλο!..
+
+ — Η καψο-Λιακού επαραλόησε, ακούς. Επήρε τα βουνά ζουρλή η μάβρη,
+και τρέχει πίσωθέ της το χωριό, να την πιάσουν μην πέση πουθενά και
+γκρεμιστή, κι ακόμα να την πιάσουν, συφορά της!..
+
+ — Και λένε, τάχα — Χριστός κοντά μας! — ο μαβρο-Λιάκας
+ξεβρυκολάκιασε, ακούς, γιατί τον είχαν ζωντανό θαμένον. Κι αφτός,
+λέει, εβγήκε από την Κατουγής στον Απανωκόσμο, κ' επήγε κ' έπνιξε
+στον ύπνο τον παπά. Κι αφτός εσήκωσε το νου της άμοιρης γυναίκας του,
+που επήρε τα βουνά, και τρέχει το χωριό τόρα ανάστατο πίσω της, να
+την πιάσουν, μην πέση πουθενά και γκρεμιστή και γίνη το κακό
+μεγάλο...
+
+Χρόνια πολλά τόρα ξακλήρισε σύσπιτη η γενιά του βρυκόλακα.
+
+Μια ράτα, κάμποσον καιρό μπροστά, ανέβηκα για κυνήγι στο χωριό. Επήρα
+την κυρούλα μου, κ' επέρασα στου βρυκόλακα το σπίτι·
+
+ — Να, μου λέει η κυρούλα μου, δείχνοντας μιαν αγκωνή χάμω λαδωμένη·
+
+ — Να, μου λέει· εδώ ήταν οπάδιασε τα λουκάνικα στο σάβανό του ο
+βρυκόλακας. Απόμειν' αποτότε η λαδιά και δε βγαίνει!..
+[1894 ].
+
+
+
+Η Π Ε Ρ Μ Α Ν Τ Ο Ν Α
+ Μιχαήλ Μητσάκη
+
+
+
+Ενωρίς ακόμα ο Βλογιάρης ο κήρυκας το διαλάλησε διπλές φορές. Άναψε
+και το μεγάλο φανάρι κάτω από τις θολωτές καμάρες απέξω κρεμαστό. Δυο
+φαντάροι, κορδωμένοι σαν ιδιάνοι, ήρθαν κ' έπιασαν την ανοιχτή πόρτα
+απομέσα. Ο Γιάνης, όταν τους είδε που εμπήκαν, έσυρε ένα σκαμνί,
+επήρε κ' ένα δίσκο απ το τεζάκι. Εστήλωσε το σκαμνί στην πόρτα
+παράμερα. Εκύλησε στο δίσκο δυο τρεις γαζέτες, για μαγιά, και τον
+απίθωσε στο σκαμνί απάνω. Άρχισε μέσα νανακατώνη τις ξεβιδωμένες
+καρέκλες. Εταίριαξε στους τοίχους ολόγυρα τους σάπικους πάγκους, που
+του προμήθεψαν οι φτωχοταβέρνες του χωριού, για την «έχταχτη και
+πρωτοφανή περίσταση, είπ' ο Βλογιάρης». Επήρε μια πετρούλα κ'
+εσφίνωσε κάτω από μια παλιοσανίδα του πάλκου, που έχασκε από τις
+άλλες πάνω στα σαποτρίποδα του κρεβατιού. Εκορδοπάτησε απάνω ο
+Γιάνης, να δη αν στεριώθηκε καλά. Να μην πατούν τώνα τάλλο τα σανίδια
+και τρίζουν. Ανέβασε τόρα στο πάλκο κ' έστησε σύριζα στην αγκωνή ένα
+τραπέζι. Έφερε από το μπουφέ μέσα κρυμένα, με μεγάλην προφύλαξη τα
+όργανα. Απίθωσε στο τραπέζι απάνω το σαντούρι, μετρώντας με το στόμα
+ανοιχτό τις μυριόδιπλες αστραφτερές χορδές του. Εκρέμασε στη μιαν
+άκρη το βιολί, στην άλλη το λαγούτο. Στον καθρέφτη αποκάτω εκρέμασε
+τόμορφο κομψό ντερφάκι. Αράδιασε τέσερες καρέκλες στον τοίχο, στο
+τραπέζι κοντά. Επήδησε αλαφρά από το πάλκο κάτω. Ήρθε δυο τρία βήματα
+μπροστά. Εξαναγύρισε, και το καμάρωσε.
+
+Όξω τάλλα μαγαζιά κατάκλειστα. Όλοι εμαζέφτηκαν ενωρίς στα σπίτια
+τους, να δειπνήσουν για νάρθουν. Μην τύχη και χάσουν την «έχταχτη και
+πρωτοφανή περίσταση, — είπ' ο Βλογιάρης». Μόνο από τη χαραμίδα της
+κλεισμένης πόρτας του Θύμιου του μάγερα αγνάντια, ξέφεβγε κι άπλωνε
+πάνω στου κήπου τη φράχτη, ένα κοκινόξαθο φωτεινό ζουνάρι. Πέρα
+ελαμποκοπούσε του Δήμαρχου το σπίτι από το άφτονο φως, που πλημυρούσε
+μέσα η σάλα του. Εξεχυνόταν χείμαρος ολόφωτος από τα διάπλατα ανοιχτά
+παράθυρα. Άπλωνε κάτω στις κληματαριές, πέρα ως τη βρύση. Σκρόπαε κ'
+έπαιζε το ζωηρό το φώς, ανάμεσα στα πυκνόφυλλα κλαδιά του πλάτανου
+της βρύσης απάνω. Εφάνταζε στης νύχτας το βαθύ σκοτάδι, αληθινό
+στοιχειό της βρύσης ο πλάτανος, παλάτι ονειρεφτό του Δήμαρχου το
+σπίτι.
+
+Κάτω στο σπίτι, που κατάκλειστη από την ημέρα, να μην την ιδή μάτι,
+θα ξεκινούσε τόρα, σωστή διαδήλωση. Του κόσμου το παιδομάζωμα.
+Ποδοχαλή, φωνές, σούσουρο, σφυριξιές, κακό. Χλαλοή μεγάλη, ανυπομόνια
+ακράτητη. Πότε να βγη, και πότε να ξεκινήση. Να την ιδούν για πρώτη
+φορά· να την καμαρώσουν, που μόνο ακουστά είχαν για τέτια πράματα, τα
+χωριατόπουλα. Όσο αργούσε να φανή να βγη, τόσο άφξαινε και δεν
+εκρατιώταν η στενοχώρια τους. Ετάραζαν την απαλή σιγαλεριά της
+νύχτας οι αγριοφωνές τους. Έσκιζαν τον ήσυχον αέρα σκληρές οι
+σφυριξιές τους. Έσερναν ανυπόμονα τα πόδια τους χάμου, κ' εσήκωναν
+νέφαλα τα χώματα στο σκοτάδι. Λίγο νάκανε πως έγερνε την πόρτα απάνω
+αέρας, κ' εγλυστρούσε λίγο φως στο χαγιάτι όξω, δαιμονικό κάτω
+τάπιανε.
+
+ — Νάτη, ρε!
+
+ — Νάτη! νάτη!
+
+ — Άνοιξ' η πόρτα!...
+
+ — Θα βγη, ρε;
+
+ — Βγαίνει, ρε· να, δε βλέπεις;...
+
+Άφξαινε η ποδοχαλή. Άφξαινε το σούσουρο. Οι φωνές εδυνάμωναν ψιλές,
+δυνατές. Εσκλήρεναν οι σφυριξιές, διαπεραστικές, στρίγκλικες.
+
+Ήρθε τόρα ο Βιολιντζής, κοντόχοντρος σα ρουμοβάρελο. Ήρθε κι ο
+Λαγουτιέρης, με τη μεταξωτή μεσήνα στο λαιμό. Ανέβηκαν στο πάλκο κ'
+έπιασαν τη θέση τους. Εξεκρέμασαν και τα όργανα. Έπιασαν να τα
+κουρδίσουν. Άρχισε κι ο κόσμος νάρχεται τόρα. Έμπαιναν ολοένα.
+Εγέμιζε δεκάρες ο δίσκος, κι όλο και τους ξεντρόπιαζε ο Γιάνης, που
+πήγε κ' εστάθη απάνω στο σκαμνί·
+
+ — Δυο δεκάρες να πλερώνη καθένας να μπαίνη! Να βγάλουμε κ' εμείς το
+πετρέλαιο! Δυο δεκάρες μονάχα!..
+
+Ήρθαν οι παρέες πρώτα κ' οι συντροφιές τω λεβέντηδων. Ήρθαν και
+λιμοκοντόροι καμπόσοι. Φρεσκοξυρισμένοι, πουδραρισμένοι. Ο δικολάβος
+ο Κυρ-Δημητράκης, με το φανελένιο ποκάμισο με τις διπλές φούντες στο
+λαιμό, και το σακάκι το ξεβαμένο. Ο Διαμαντής ο μοναχογιός της Κυρά-
+Πάβλαινας της χήρας, με την πελώρια στραβοφορεμένη ψάθα στο κεφάλι,
+να μην τον κάψη βραδυνάτα ο ήλιος. Ο Κυρ-Βαγγελάκης ο Εργοδηγός, με
+την άσπρη του ρεμπούπλικα ομορφοτσακισμένη στην πάντα. Ήρθε ο Αργύρης
+ο Λοχίας, με τον Κυρ-Σταρό το γραματικό του Ειρνοδικείου, και τον
+Κυρ-Κωστάκη τον αδερφό της Κυρά-Δασκάλας, παρέα. Έμπαιναν, έμπαιναν
+ολοένα. Ολοένα εγέμιζε, εβάρενε ο δίσκος στο σκαμνί απάνω. Έσκουζε
+ολόχαρος, γελαστός, αστόμωτος ο Γιάνης·
+
+ — Δυο δεκάρες να πλερώνη καθένας να μπαίνη, παιδιά! Να βγάλουμε κ'
+εμείς το πετρέλαιο!...
+
+Οι βιολιτζήδες, βλέποντας τον κόσμο νάρχεται ακατάπαφτα, έκαμαν να
+παίξουν. Να δόσουν και το σύνθημα στο Σαντουριέρη απόξω. Ήταν πια
+καιρός να πα να κατεβάση, την Κυρά, — που τόσοι εκεί ακαρτερούσαν
+ανυπόμονα, να τήνε καμαρώσουν, — μάτια μου! Έπαιξαν ένα κομάτι.
+Ύστερ' άλλο ένα. Γοργοί, πεταχτοί, ολόχαροι ξαπλώθηκαν οι πρώτοι
+ήχοι. Εκυμάτισαν από τον έναν τοίχο στον άλλο, σφιχτοκλεισμένοι,
+ασφυχτικοί. Εζητούσαν τρόπο να βγουν μες από τα σπασμένα τζάμια, από
+καμιά τρύπα, από την ανταβάνωτη στέγωση. Ναπλώσουν γοργόφτεροι όξω
+στον καθαρόν αέρα, προκλητικοί να φτάσουν στον κρυψώνα της Ηρωίνας
+της τρανής, — που τόσος δα κοσμάκης μέσα κ' έξω καρτερούσαν
+ανυπόμονα.
+
+Τα χωριατόπουλα έσκουξαν, εσφύριξαν, εποδοβρόντηξαν. Αλάλαξαν τόρα
+από χαρά στο σπίτι της κάτω. Η πόρτα άνοιξε διάπλατη απάνω στο
+χαγιάτη. Χείμαρος φωτεινός εξεχύθηκε κάτω ορμητικά. Έλουσε, επερίχυσε
+ταμέτρητο όξω παιδολάσι, που με τόση υπομονή ακαρτερούσε τη θριαμβική
+παράτα της.
+
+ — Νάτη τόρα' νάτη!...
+
+ — Νάτη! νάτη!...
+
+ — Άνοιξ' η πόρτα!...
+
+ — Βγαίνει πια!...
+
+ — Βγαίνει τόρα! Βγαίνει!...
+
+Εχάρηκαν τόρα κ' έσκουξαν κ' εσφύριξαν. Εσυγκινήθηκαν κ' εφρικίασαν
+απ άκρη σ' άκρη της παιδικής αχόρταγης περιέργειας τα τρελά τα
+φουσάτα. Εβγήκε ο Σαντουριέρης μπροστά, κρατώντας τη λάμπα ψηλά στα
+χέρια. Το χαγιάτι εφωτίστηκε πλούσια στο ξάστερο φως της λάμπας.
+Έλαμψαν οι τοίχοι του σπιτιού την καθάρια απάνω την ασπράδα τους.
+Επρόβαλε τόρα αγέρωχη, ναζού, γοργοκίνητη, θριαμβεφτική μες τα
+σούσουρο που ανακάτωσε, τζόγια μου, όλο το χωριό· με τα πλούσια
+μαλλιά της καλοχτενισμένα, ξαμολυτά στις πλάτες χυμένα· με το
+χρυσοκέντητο καλπάκι της, ίσα που να στέκεται απάνω στην κορφή της·
+με το πολυκέντιστο από πούλιες ολόχρυσες, τούρκικο μεϊτανογέλεκό της,
+και τα κοντοκομένα ως το γόνα πάνω φουστανάκια· επρόβαλε τόρα στο
+πλουσιοφωτισμένο το χαγιάτι απάνω, φανταστική τουρκοπούλα, χανούμισα
+ονειρεφτή, ζωγραφημένη ταιριαστά μέσα σε πλούσια φωτισμένη,
+ολόλαμπρην εικόνα. Ο Σαντουριέρης πάντα μπροστά, με τη λάμπα ψηλά στα
+χέρια. Ξοπίσω πάντα αφτή ορθόκορμη, βεργολύγερη, τσακίστρα πρώτης,
+του διαβόλου ναζού. Ωχ, βασίλισσα για μια νυχτιά, — ψυχή μου! — του
+μικρού του χωριού, που τόσο ακριβά θενά πωλούσε την ξέθωρη αλλού τη
+μπογιά της. Εκατέβηκαν τη σκάλα. Ετραβούσαν αργά, μη σκοντάψουν.
+Ανέβηκαν τον όχτο, να ροβολήσουν εκείθε. Να διαβούν στο χασάπικο
+δίπλα, να βγουν στη μικρή πλατεία.
+
+Μια κάποια χάβνωση, μια αποκορωμάρα από το θέαμα που ξετυλίχτηκε
+μπροστά τους· η ανάγκη να στομώσουν την αχόρταστή τους περιέργεια,
+ταποσβόλωσε τόρα τα χωριατόπουλα. Δίχως να βγάνουν τσιμουδιά, δίχως
+άχνα ναφίνουν την πήραν ξοπίσω. Πάπαλα, χαζά, ζεβιδωμένα, παράλυτα.
+Απλώθηκαν γύρω της· την περικύκλωσαν. Μερικά μπροστά· άλλα στώνα της
+πλάι· στάλλο της άλλα· ξοπίσω της άλλα. Την πολιόρκησαν στενά, σφιχτά
+την απόκλεισαν. Αχόρταγα την εκυτούσαν, εκπληχτικά την εθάμαζαν. Την
+εκαμάρωναν βλακίστικα, λαίμαργα την έβλεπαν.
+
+Όσο αφτή προχωρούσε στης λάμπας το φως αποκάτω, που την περίχυνε και
+την ελάμπρενε φανταχτερά, εκείνα πιο περίεργα τόρα, πιο χαζά και
+ξεχαημένα, ολοένα εζύγωναν. Να θαμάζουν και να μη χορταίνουν. Να
+βλέπουν και να μη στομώνουνται. Να την ιδούν πιο κοντά. Να χορτάσουν
+την αλλόκοτη φορεσιά της. Να καμαρώσουν τα χρυσά γαζιά και τα
+σειρήτια της, — του καλπακιού της τα φλουράκια γύρω, — κι ο κόσμος να
+χαλάση.
+
+Η λάμπα όσο επήγαιναν εμπρός άπλωνε γύρω το πλούσιο φως της. Εφώτιζε
+του Σωκράτη του Καλόγερου το χασάπικο δίπλα με την πυκνόφυλλη,
+κατάχλωρη μουριά μπροστά. Εφώτιζε τα χαμόσπιτα δώθε και κείθε· στις
+στέγωσες απάνω, στους ξεβαμένους τοίχους, στα μικρούτσικα παραθυράκια
+τους, στις φράχτες τις ξερές, στις στοιβανιές τα ξύλα. Επερίχυνε και
+τη φανταχτερή νυχτερινή συντροφιά της Μαρουσώς. Τα ξέσκουφα και
+ξεμανίκωτα, τα ξυπόλυτα και ξεμαλιασμένα, τα ξεβιδωμένα και
+λιγδιάρικα χωριατόπουλα, που τόσο πανηγυρικά την εσυντρόφεβαν.
+
+Μες από το λόγκο τόρα, κατωκεί, χαμηλά, μια κοκινάδα σκοτωμένη, κάτι
+σκιές αιματόχρωμες, κεικάτω χαμηλά, πίσω απ το βουνό κι από τη
+θάλασσα, άνοιγαν του φεγγαριού το μαγεμένο δρόμο στους άπειρους απάνω
+θόλους. Λίγο ακόμα, θα ξέβγαινε μες απ του λόγκου πέρα τα πυκνά
+φυλλώματα, στο μελαχολικό νυχτοπερπάτημά του.
+
+Ανοιξιάτικη, γλυκύτατη βραδιά.
+
+Ελαφρή, απαλότατη, χαδεφτική εφυσούσε κάτω απ τα κοιμάμενα ακρογιάλια
+μοσκομυρισμένη, δροσερή νυχτομπασιά. Εδιάβαινε απ το λόγκο αγνάντια·
+έγερνε στους αγρούς τους ολόδροσους· άπλωνε στα καρπερά περβόλια·
+στις νυχτονοτισμένες χλωρασιές, στις πλούσιες πρασινάδες. Έκλεβε στα
+ονειρεμένα τα φτερά της τα ουράνια της ζωής αρώματα, της υγείας τα
+μεθυστικά και πλούσια μύρα. Τάμπωχνε απαλή, γλυκύτατη ανάπνια του
+γιαλού. Τανέβαζε και τάπλωνε στο χωριδάκι το φτωχό, που κρέμεται στο
+βουναράκι πάνω.
+
+Ωστόσο στο μικρό το καφενεδάκι μέσα πήχτρα ο κόσμος. Όλο το χωριό
+ήρθε κ' εκλείστηκε να τη χορτάση. Βελόνι νάριχτες τόπο δε θάβρισκε
+στο πάτωμα να πέση. Ως κ' οι κακογεράματοι γέροι, που τις μύξες τους
+έτρωγαν, τα πόδια τους να πάρουν δε μπορούσαν, κ' εκείνοι ακόμα
+εξεκίνησαν ναρθούν.
+
+Πανηγύρι, γλέντι, κοσμοχαλασμός μέσα κ' έξω.
+
+Ο πάγκος με τα μπουκάλια ταδιανά και τους ξεθωριασμένους
+&Αριστοφάνηδες& γύρω στολισμένος, έκανε τόρα χρέη θεωρείου.
+Ντροπαλές, μισοκρυμένες είχαν τρυπώσει από νωρίς όλες οι γειτόνισσες
+κ' οι καλές γειτονοπούλες του Γιάνη. Ο μπουφές παραμέσα το ίδιο.
+Ντροπαλούτσικα, ζωηρούτσικα, πονηρούτσικα, σμουλωχτά πρόβαναν μέσαθε
+άλλα εδώ όμορφα κεφαλάκια· άλλες εκεί χυμερές χωριατοπούλες, αφράτες.
+Τα τζαμόφυλλα γύρω των παραθυριών κ' οι πόρτες, όλα κλεισμένα μέσαθε,
+κατάκλειστα. Δυο κρεμαστές λάμπες, η μια στο πάλκο μπρος, η άλλη στη
+μεσιανή κόρδα της στέγης, έριχταν μισοκοιμισμένες, ανόρεξες το
+νυσταγμένο φως τους, ασυνήθιστες κι αφτές σε τέτια ξεφαντώματα
+απονύχτερα. Ανέβαιναν πυκνοί οι καπνοί από τα τσιγάρα γύρω.
+Ανεβοκατέβαιναν πνιγερότεροι από τις λάμπες τις αξεφτίλιγες.
+Εζητούσαν άνοιγμα να βρουν και δεν έβρισκαν. Επυκνώνονταν, ολοένα
+επυκνώνονταν ανάμεσα στους τέσερους τοίχους. Ο κόσμος ο περίεργος
+υπομονετικός μέσα, εκατάπινε καπνούς από τσιγάρα και από βρώμικα
+πετρέλαια καπνούς. Εφούσκωναν τα μάτια γυαλιστερά, φλογισμένα.
+Εξεραίνονταν οι λάρυγκες από την πνιγερή, ασφυχτική δύσπνια. Ανάδοναν
+ανασασμοί βιαστικοί, στενόχωροι· χνώτα βρώμικα και ίδρωτες μούχλιοι,
+ξυνισμένοι από το βαρύ της εργατιάς ημεροκάματo· ανάδονε ποδαρίλα από
+μακρυπερπάτητους δρόμους, ξυνίλα από μεγάλη κούραση, που να σηκώνη τη
+μύτη και στο μυαλό να σε χτυπά. Βόχες και βρώμες και άχνες και
+πνιγεροί καπνοί και σαπισμένοι ίδρωτες και ποδαρίλες βαρύτατες από
+ξυγκωμένα τσαρούχια εσυναπατιώνταν μες το χώρο το στενό και τον
+κατάκλειστο. Εσπρώχνονταν κ' εσωριάζονταν κατά την ανταβάνωτη στέγωση
+απάνω. Εκατέβαιναν κάτω πάλι ολοένα. Ολοένα ανεβοκατέβαιναν. Πυκνά
+πεντάπυκνα στρώματα θολής άχνας, καπνού βρωμερού, συμπυκνώθησαν σε
+σύγνεφα βαριά. Ετίκλωσαν κ' εθόλωσαν όλο το καφενείο μέσα.
+Ετρεμόφεγγαν σαν καντηλάκια μες τους θολούς καπνούς οι λάμπες πάνω,
+και δεν καλοξεχώριζαν ένας από τον άλλον κάτω.
+
+Φανταστική, σκεπασμένη κάτω απ τα παράξενα λιβάνια, τυλιγμένη μες τα
+θολά κι αλλόκοτα θυμιάματα, που τόσο πλούσια εκαίγονταν στο βωμό της·
+έξαλλη, μεθυσμένη από των περιέργων θαμαστών της τον ακράτητο
+ενθουσιασμό, εχόρεβε τόρα η τουρκοπούλα στο πάλκο πάνω.
+
+Εχόρεβε χασάπικο.
+
+Εμινίριζε το βιολί ψιλά. Εκλάγκαζε πολύχορδο το σαντούρι.
+Εκουφοηχούσε το βαθύ λαγούτο. Εκροτάλιζαν &κρικ-κρι-κρίκ, κρι-κρι-
+κρίκ&, τατσαλένια ζίλια στα δάχτυλά της ανάμεσα. &Ε-ε-ε-έ, έεεεέ,
+έεεεεεεέ&, εβοηθούσε παράτονα, κακόφωνα, να τη σιγοντάρη ο
+Σαντουριέρης. Κάτω από τους παράχορδους, αταίριαστους,
+γροθοκοπημένους ήχους· κάτω από τα κακόηχα ξελαρυγκιαστικά _ε-ε-ε-έ_
+του Σαντουριέρη· κάτω από τους ατσαλένιους κροταλισμούς τω ζιλιών
+της, που εσούβλιζαν κ' εσπάραζαν ταφτί· έξαλλη, θεότρελη,
+δαιμονισμένη, μανιακή εχόρεβε. Εχόρεβε γοργόστροφη, εσφάδαζε
+σπαρταριστή, ετράνταζε άσεμνη, εταρνάριζε προκλητική. Ελύγιζε τη μέση
+της. Ετρεμούλιαζε τα χυμερά της μαστάρια. Ανοιγόκλειε υγρά τα
+ματόκλαδά της, χάβνα, ηδονικά, λάγνα, λιγωμένα.
+
+Εχόρεβε, εχόρεβε, εχόρεβε.
+
+Έπαιρνε το πάλκο απάνω από τη μιαν άκρη στην άλλη. Με μικρά, κοντά,
+γοργά, ρυθμικά, χτυπητά στο πάτωμα πηδηματάκια. Έφτανε στην άκρη·
+απαντούσε τον τοίχο. Μια έδινε, ξαναμένη πάντα, βεργολυγερή πάντα,
+γοργή. Εσήκωνε ψηλά, πάνω απ το βελουδένιο καλπάκι της το χέρι το
+δεξί. Έδιωχνε πίσω στη μέση της ανάζερβα το άλλο. Εχαμήλωνε το
+κεφάλι. Ελύγιζε λίγο κάτω τα γόνατα. Ετσάκιζε τη μέση.
+
+Εχόρεβε, εχόρεβε, εχόρεβε.
+
+Εστριφογύριζε κάτω απ το ψηλά σηκωμένο χέρι που εκροτάλιζε απάνουθε
+τα ζίλια. Εστριφογύριζε με το κεφάλι χαμηλωμένο, τη μέση τσακισμένη,
+τα γόνατα λυγισμένα. Εστροβίλιζε μια καρτέλα· άλλη καρτέλα· άλλη,
+άλλη. Εφούσκωναν, ανέμιζαν, εκλωθογύριζαν δώθε, κείθε, ψηλά, χαμηλά,
+πέρα τα κοντά φουστανάκια της. Εξέφεβγαν πάνω από τα γόνατα λίγο·
+απάνω, παραπάνω. Εξεσκέπαζαν τις σαρκωμένες τις άντζες της πίσω·
+πάνω, παραπάνω τις αντζακλείδες της. Εξεσκέπαζαν την κατακόκινη
+καλτσοδέτα πάνω, παραπάνω, ψηλότερ' ακόμη· λιγάκι· τόσο δα.
+Εγλυστρούσαν στρογγυλές, γεμάτες, κανονικές οι γάμπες. Με το δεξί
+χέρι πάνω απ το κεφάλι, στη μέση πίσω διωγμένο τάλλο, εγύριζε,
+εγύριζε. Εστριφογύριζε μια καρτέλα, άλλη καρτέλα· άλλη, άλλη. Έξαλλη,
+ξελιγωμένη, σπαρταριστή, συναρπασμένη, προκλητική, δαιμονισμένη,
+μανιακή.
+
+Εμινίριζε το βιολί ψιλά. Εκλάγκαζε το σαντούρι πολύχορδο.
+Εκουφοηχούσε το βαθύ λαγούτο. Εκροτάλιζαν &κρι-κρι-κρίκ, κρι-κρι-
+κρίκ&, τατσαλένια ζίλια στα δάχτυλά της ανάμεσα. Εβοηθούσε _ε-ε-έ, ε-
+ε-έ_, να τη σιγοντάρη ο Σαντουριέρης παράτονα, κακόηχα, δυσαρμονικά.
+
+Άλλαξε τόρα ο χαβάς. Άλλαξε κι αφτή το χορό της. Στρωτόν τόρα,
+αργοκίνητον τόρα, ήσυχον. Εστεκόταν στη μέση καταμεσίς στο πάλκο. Με
+τα όργανα σύφωνα, εχόρεβε στον τόπο της τόρα. Λες κ' ήταν λυμένη,
+ξεβιδωμένη από τους αρμούς της. Άλλη κίνηση έδινε στο κεφάλι. Μπροστά
+πίσω, πέρα, δώθε. Σαν νάταν ξεκολλημένο απάνω από το ραχοκόκαλο. Άλλη
+έδινε στα μεστωμένα και χυμερά της στήθια, στα αφράτα και φουσκωμένα
+μαστάρια της. Καταμπροστά, καταπίσω, δεξιά, αριστερά. Τρεμουλιαστή,
+άσεμνη, νεβρική, ξελιγωμένη, υστερική. Σα νάταν ξεβιδωμένο
+ταπανωκόρμι της, από τη λαιμαριά της απάνω, ως κάτω στη μέση της·
+ξεκολλημένη κ' η μέση της πίσω στα απάκια. Άλλη κίνηση έδινε πάλι στα
+κάτω μέλη της· από τα λαγαρά της τα καλοθρεμένα και κάτω. Εσειόταν κ'
+ελυγιόταν, κ' εταρνάριζε, κ' έτρεμε. Με διαφορετικά αντίθετα
+κουνήματα πάνω ως το λαιμό. Με άλλα κάτω ως τα λαγαρά. Με άλλα κάτω,
+κάτω. Σε τρία, σε τέσσερα ξεβιδωμένο το κορμί της. Λυμένη όλη· όλη
+ξεκλειδωμένη. Σαν κούκλα, που της σφίγκουν τάψυχα στηθάκια της, και
+λυέται όλη, και κουνιέται όλη, και παίζουν χαρωπά τα παιδάκια.
+
+Έπαβε τόρα να τραντάζη νεβρικά, να κουνιέται άσεμνα. Εστριφογύριζε
+στον τόπο της μια καρτέλα. Έπαιρνε στριφογυρίζοντας με ψιλή,
+γαργαλιστική φωνή του σκοπού που εχόρεβε το γοργογύρισμα·
+
+ &Έτσι-ντο, τσι-ντο, τσι-ντο,
+ Το βελεσάκι σου κοντό...&
+
+Εστεκόταν πάλι στον τόπο της. Έδινε μια, επηδούσε σύφωνα με του
+τραγουδιού το γύρισμα. Έριχτε όλο το κορμί της στα πόδια κάτω. Μια
+πάλι, αναπηδούσε απάνω. Εκροτάλιζε τα ζίλια. Εστριφογύριζε μια
+καρτέλα. Έπαιρνε πάλι στριφογυρίζοντας, με ψιλούτσικη, γαργαλιστική
+φωνή το γοργογύρισμα·
+
+ &Κι αποπίσω σου μακραίνει,
+ Να μην ήσαι γγαστρωμένη;..&
+
+Επηδούσε πάλι. Έριχτε το κορμί της ολόβολο στα πόδια κάτω. Πάλι
+αναπηδούσε. Εστριφογύριζε άλλη καρτέλα. Έπαιρνε πάλι στριφογυρίζοντας
+το γαργαλιστικό το γοργογύρισμα,
+
+ &Έτσι-ντο, τσι-ντό, τσι-ντό,
+ Το παντελόνι σου κοντό,
+ Κι αποπίσω κάνει ζάρες,
+ Του κορμιού σου νοστιμάδες...&
+
+Εκόπηκε τόσην ώρα τόρα κ' εκάθισε να ξεκουραστή, δίπλα στο
+Σαντουριέρη.
+
+Η πρώτη εντύπωση επέρασε κάθε λογαριασμό, κάθε προσδοκία.
+
+Τα λεβεντόπαιδα ενθουσιάστηκαν. Άναψαν κ' εκάηκαν μαζί της. Να τη
+βλέπουν να ταρναρίζη ορθοβύζα τα στήθια, να τρεμουλιάζη τα μαστάρια
+πλαδαρά· να σιγοκλή ηδονικά, φλογισμένα τα βλέφαρα· να λυγίζη τη
+μέση, να κολπώνη την κοιλιά, να προβάλη με λύσα τα λαγαρά· να προκαλή
+τον καημό, λάδι να ρίχνη στη φωτιά· νανάβη τους γλυκούς τους πόθους,
+με τα ολοζώντανα, σπαρταριστά, ξετσίπωτά της κουνήματα. Άναβαν,
+έκαιαν, σπίθες ολόθερμης επιθυμίας επετούσαν τα μάτια τους. Γλαρά,
+φλογισμένα, γυαλιστερά ελαμποκοπούσαν στης ξυπνισμένης σάρκες την
+καφτερή τη λάβρα, στου ξαναμένου πόθου το πύρινο καμίνι. Οι
+λιμοκοντόροι ξετρελάθηκαν μαζί της. Τα γεροντοπαλήκαρα όλους στη λύσα
+ξαπερνούσαν. Μανιασμένοι γερόλυκοι! Έτρεμαν τα χείλια τους. Έτρεμαν
+τα χέρια τους. Έτρεμαν τα ποδάρια τους. Έτρεμαν τα πηγούνια τους.
+Ίδρωνε και ξίδρωνε το σουφρωμένο μέτωπό τους. Έφριξαν οι ψαρές τους
+τρίχες αγριεμένες. Ολόσωμοι έτρεμαν. Και όλο και στο μουστάκι το
+χέρι. Όχι λόγια! Ο Κυρ-Σταρός ο γερογραματικός μάλιστα, χήρος ο
+καημένος ξερομαχημένος, βλέπεις, γερολιχουδιάρης πιο πολύ από τους
+άλλους, επήγαινε να λυώση σαν τάδολο κερί. Άρχισε κιόλα να τα φέρνη
+βόλτα. Έστειλε το Γιάνη, να τη ρωτήση τι θα πάρη, «με τη παρέα της».
+«Από ένα λουκουμάκι και κονιάκ μαζί». — Είχε πια και κονιάκ ο Γιάνης.
+Πρώτη σαγονιά την πήρε ο γραματικός. Με το δίκιο του βλέπεις.
+
+Μόν' ο κυρ Δημητράκης, ο δικολάβος, με το φανελένιο ποκάμισο, με τις
+διπλές φούντες στο λαιμό, και το σακάκι, το ξεβαμένο, εγύριζε στην
+καρέκλα του απάνω νεβρικός. Έβλεπε, κ' εχαμογελούσε ειρωνικά τάχα
+μου, με τους χαζούς τους χωριανούς του.
+
+ — Πφ! τι λες εκεί! — αφτός από τέτια!..
+
+Όξω από το καφενεδάκι πάλι κόσμος και κοσμάκης. Όλα τα κοπελούδια του
+χωριού κι όλα τα παλιοπαίδια, που δεν είχαν δεκάρες να μπουν. Έπιαναν
+τις κλεισμένες πόρτες, να ιδούν από καμιά τρυπούλα. Έπιαναν και τα
+παράθυρα να ιδούν από τα τζάμια τα κλεισμένα απόξω. Μερικά επήγαν κ'
+έκλεψαν μια σκάλα απ του Γερο-Θοδόση τη μάντρα παράμερα. Την έφεραν
+και την εστήριξαν μπρος τα τζάμια τ' ακρινού παραθυριού. Εμαζέφτηκαν
+όλα κ' έπεσαν κουβάρι πάνω στη σκάλα. Ποιο να πρωτανεβή να πιάση
+θέση. Εσφίχτηκαν, εσκαρφάλωσαν, εκρεμάστηκαν συμαζωμένα, τσουπωτά σα
+σταφύλια. Όσα εκρεμάστηκαν χαμηλά κάτω να βλέπουν, ετρωγόνταν,
+εμαλλοτραβιώνταν με τάλλα που δεν έβρισκαν θέση. Ποιο να νικήση να
+πάρη τη θέση ταλλονού. Από τα τραβήγματα, από τον πολύ σαματά, από το
+μεγάλο βάρος, κρακ! κάνει απάνουθε και σπα η σκάλα. Γκρεμίζονται τώνα
+πάνω στάλλο κουβάρι, μες τη γούβα του υπογείου. Φωνές, βουή, κλάματα,
+κακό. Αχ! αχ! ωχ! ωχ! Το χεράκι μου, το ποδαράκι μου! Εσκοτώθηκα,
+ετσακίστηκα! Χλαλοή μεγάλη, σαματάς τρανός. Κοσμοχαλασιά. Εταράχτη ο
+κόσμος μέσα. Έτρεξαν όξω οι φαντάροι. Έπαψαν τα τραγούδια και τα
+όργανα. Βγήκαν ξοπίσω στους φαντάρους οι πιο περίεργοι, να μάθουν. Ο
+Γιάνης μέσα, φοβισμένος μη λάχη και κοπή και χαλάση στη μέση η
+διασκέδαση για το τίποτα, και «δε βγάλουμε και μεις το πετρέλαιο»,
+καθησύχαζε τον ταραγμένον τον κόσμο·
+
+ — Τίποτ' αδερφέ! Μπιτ τίποτε! Εκουβάλησαν μια σκάλα, ακούς, να μου
+σπάσουν τα τζάμια. Βέβαια! Έχομε τα μπόλικα καπτάλια, βλέπεις! Να
+ιδούν μαθές, κι ο κόσμος να χαλάση! Ακούς; Διαστρεμένα! Έπεσαν στη
+γούβα να τσακιστούν. Έτσι ντε! να! Μπομπιεμένα!.. Ίχιτας!
+
+Εγύρισε με το δίσκο τόρα και τους εφλόγισε και τους κατάκαψε όλους με
+τα νάζια της και τα γλυκόλογά της. Ο Διαμαντής, ο γιος της Κυρά-
+Πάβλαινας της χήρας, που έκαν' αέρα με την πελώριά του σαν ανεμόμυλου
+φτερό ψαθοβουρλιά και δεν εδροσιζόταν· ο Κυρ-Λοχίας στην άκρη, (είπαν
+πως την τσίμπησε τάχα ο Λοχίας, τόσο δα, λιγάκι· ποιος τα πιστέβει;)
+με τον Κωστάκη, τον αδερφό της Κυρά-Δασκάλας και τον Εργοδηγό το
+Βαγγελάκη, είπαν και την παρακάλεσαν να ειπή το &Μέμο&.
+
+Ανέβηκε πάλι στο πάλκο απάνω. Άδιασε το διάφορο του δίσκου στο
+τραπέζι. Εκάθισε στην καρέκλα της, ανάμεσα στο Βιολιντζή και το
+Σαντουριέρη. Εσφούγκισε τα φλογισμένα χείλη της με το μαντήλι.
+Ακούμπησε το δεξή της άγκωνα πίσω στο ξύλο της καρέκλας. Εστήλωσε το
+κεφάλι της στην απαλάμη απάνω. Εξερόβηξε. Τα όργανα άρχισαν το &Μέμο&
+τόρα. Άπλωσε μια ματιά κάτω. Εσήκωσε ολάνοιχτα τα μεγάλα της
+ψιχαλιστά μάτια στη στέγη απάνω, σα να ζητούσε κάτι κει ψηλά. Έκλεισε
+μεμιάς ηδονικά, εκφραστικά τα βλέφαρα. Σιγά, απαλά, μυστικά,
+νανουριστά, άρχισε. Άρχισε να σκορπίζη γύρω θλιβερούς, πικρούς,
+σπαραχτικούς στεναγμούς·
+
+ — Αχ! Μεεέμο! Με-ε-έ-μο! Μέμο! Μέμο !
+
+Όμορφο παληκάρι, του ήλιου ζηλεφτό βλαστάρι ήταν ο Μέμος. Χρυσόμαλος,
+σαν τον ουράνιον πατέρα του, φλογερός, ολόξαθος. Ανάμεσα από την
+πυκνή μαντήλα της, μια μέρα, πεντάμορφη Σουλτάνα τον είδε. Κρυφή
+σαΐτα η ματιά του, πούχε το χρώμα του γιαλού, στη μαλακή καρδιά την
+κέντησε. Καλήτερα να μην ταπαντούσες μπροστά σου, καλή Σουλτάνα, το
+ξαθό παληκάρι· να μην τόβλεπες ποτέ καλήτερα...
+
+ — Αχ! Μέμο ! Μεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . .
+
+Μια βραδιά που ταστέρια ετρεμοφέγγαν ψηλά στα ουράνια, κ' η νύχτα
+πλάκωνε της γης τα στήθια βαριά, — μυστική θύρα άνοιξε, — ελαφρή
+τρυγόνα επήδησε, — στη θερμήν αγκάλη του μάγισα έπεσε· — εμυροκόπησε
+η νυχτερινή δροσούλα όξω τα φιλιά τους. . .
+
+ — Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . .
+
+Άλλη μια, ξανάρθε η πέρδικα του Ξαθού της το φλογερό χειλάκι να
+πιπιλίση. Μάβρος σαν την πίσα, δεν εξεχώριζε απ το βαθύ της νύχτας το
+σκοτάδι ο εβνούχος. Δεν τον είδε. . .
+
+ — Αχ ! Μέμο ! Μέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . .
+
+Την τρίτη δεν ήρθε να χαδέψη με ταπαλό της χεράκι, σαν το μετάξι
+μαλακά τα ολόξαθα μαλιά του. Δεν ήρθε να γλυκαθή στα ζαχαρένια χείλη
+του. Ήρθε να κλάψη τόρα· — να θρηνήση ήρθε. Τα κοψίδια, που τόνε
+μοίρασε ο φριχτός του Σουλτάνου δήμιος, να μετρήση ήρθε! . .
+
+ — Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . .
+
+Θεριά δακρύζουν στο κλάμα της ορφανής τρυγόνας. Πέτρες σπαράζουν στου
+πικρού χωρισμού της το θλιβερό στεναγμό. . .
+
+ — Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! καημένε Μέμο ! . . .
+
+Πάνω απ το λόγκο τόρα ψηλά, ήρεμο, αργοκίνητο, μαγεμένο το φεγγάρι,
+έπαιρνε το νυχτερινό του δρόμο στους ουράνιους απάνω θόλους. Έστελνε
+συμπαθητικές τις ασημένιες ματιές του να φώτιση τα ερωτικά ζεβγάρια.
+Επερίχυνε και το μικρό το χωριδάκι με πλούσιους, ολόφωτους
+καταράχτες· με ολάργυρες γάζες νεραϊδοΰφαντες το σκέπαζε. Εφώτιζε
+αρμονικά τη μικρή πλατεία. Εφώτιζε σκοτεινό τόρα, κοιμάμενο του
+Δήμαρχου το σπίτι. Έπεφταν σε φανταστικά, παράξενα σχήματα οι ίσκιοι
+του πλάτανου στη βρύση αποκάτω. Αντανακλούσαν μαλακές, χλωμές
+αντιφεγγίδες του καφενείου τα γιαλιά απόξω. Όλο το χωριδάκι,
+κουρασμένο φαίνεται, από την «έχταχτη και πρωτοφανή περίσταση, είπ' ο
+Βλογιάρης», έπεσε τόρα σε βαθύν ύπνο.
+
+Άχνα δε φύσαε. Φύλλο δε σειόταν. Μόνο στο πέτρινο γεφύρι, περακεί που
+ελίμναζαν στις γούρνες της βρύσης τάφτονα νερά, απόλυτοι κυρίαρχοι
+της νυχτερινής σιγαλιάς τόρα ξελαρυγκιάζονταν οι βάτραχοι. Μόνο το
+κρεμαστό φαναράκι του κλειστού τόρα καφενείου κεικάτω, νυσταγμένο
+στην άχαρη ερημιά του, θαμπό μέσα στα πλούσια γύρω σεληνόφωτα, έριχτε
+τις τελεφταίες αναλαμπές του, κάτω απ τις ισκιερές καμάρες
+λησμονημένο κ' ετρεμόσβυνε. Και πέρα ακόμα, ακόμα πέρα, μες απ του
+λόγκου τα σκοταδερά τρίσβαθα που ίσκιοι βαριοί τα πλάκωναν και
+φεγγάρι δεν τα διαπερνούσε, άπλωνε ολόγυρα, στους κρύους της νύχτας
+κόρφους βαθυηχούσε θλιβερό, νανουριστό, πένθιμο, κλαψερό το μυστικό
+παράπονο του Γκιώνη·
+
+ — Γκιω! Γκιωώ! Γκιωωώ !
+[1895].
+
+
+
+Τ Ο Σ Φ Α Χ Τ Ο
+
+
+
+ — Μια τουφεκιά ξανάμακρα από τη ράχη που βλέπεις κεικάτω· είπ' ο
+Γέρο-Σειστής, δείχνοντας με της βίτσας του την άκρη μιαν από τις
+προσηλιακές γυμνόραχες του Πενταδάχτυλου, όπου άρχιζε να ξεδιπλώνεται
+κήπος μαγικός της Σπάρτης ο καταπράσινος κάμπος.
+
+Τη μια φορά στο ρέμα της σπηλιάς το νερό μαζί με τους αφρούς, έλεγαν,
+εκύλησε κάτω νωπά αγριολούλουδα. Άλλοτε εξέβρασε ολόλεφκα κόκαλα,
+ξασπρισμένα. Την τρίτη φορά δε γλυκογεράνιζε η νεροσυρμή. Δεν έπεφταν
+κάτασπροι οι αφροί, χιονάτοι σαν πρώτα. Εξέρναε αίμα η σπηλιά.
+Εροδοκοκίνιζαν βαμένοι στο αίμα οι αφροί. Έπεφταν ρόδινοι κ' έπεφταν
+φλωμάτοι. Κοντοζύγωσε με δίψα η αγελάδα να πιη. Είδε ματωμένον τον
+ίσκιο της στην νεροσυρμή. Ελαχτάρισε κ' έφυγε. Αντήχησε βαθύ το
+παραπονετικό μουκάνημά της στην ακροποταμιά τον κατήφορο. Χαμήλωσε
+διψασμένο και το πουλάκι να δροσιστή. Είδε ματωμένα τα φτερά του
+στους ροδοκόκινους αφρούς. Τάνοιξε φοβισμένο κ' επέταξε. Εχτύπησαν
+τον αέρα ψηλά τα τινάγματα της τρομαγμένης του φτερούγας.
+
+ — Είνε μια ακέρια ιστορία που θα σου ειπώ τόρα. Μα πρέπει νάχης το
+νου σου καλά, και πρέπει να κάμης κ' υπομονή να μακούσης. Γιατ' είνε,
+οπού λες, θαμαστή ιστορία ετούτη· κ' είν' αληθινή ξεστόρηση, που δεν
+τη βρίσκεις στα χαρτιά και δεν τη γράφουν τα βιβλία. Κ' είνε οπού τη
+λέμε μεις ιστορία, και τη λέει παραμύθι ο κοσμάκης. Μα είνε ένα πράμα
+που γυρίζει ο νους ναν τακούση, και στέκεται το μυαλό ταθρώπου. Κ'
+εγώ σου λέω πως δεν είνε παραμύθι και δεν είνε ξεστόρηση. Θάνε πράμα
+αληθινό, που δε σου βγαίνει από το νου σαν τακούσης, πως δε γίνηκε
+τάχαμου κείνα τα χρόνια. Εγώ το πίστεψα σαν τάκουσα· και το πιστέβω
+όπως σε βλέπω. Θα πιστέψης και λόγου σου, για δε μπορεί τέτιος λόγος
+νάβγη του κουτουρού. Δε μπορεί να ειπωθή παραμύθι, και να ειπωθή
+ψέφτικη ξεστόρηση, που δεν έχει τον τόπο της, και δεν έχει το γιατί
+της. Ή πώς λες και του λόγου σου;...
+
+ — Ντε Ψαρή μ' ντεεεέ!
+
+ — Τουρκιάς καιρός, οπού λες, του Νάκο-Μήτρα το σπίτι στο χωριό, ήταν
+βοήθεια του κάθε φτωχού κ' ήταν του κάθε καψοραγιά καταφύγι. Εκεί
+ήταν οπώβρισκε ο κάθε χριστιανός σπλαχνικό αφτί να ειπή τον πόνο του,
+το Νάκο-Μήτρα. Κ' έβρισκε χέρι αγαπημένο τη Νάκο-Μήτραινα να τον
+πορέψη με κάθε βοήθεια και με κάθε γλυκόλογο το χρυσό της χείλι να
+τον παρηγορήση. Μα τουρκιάς καιρός τότε, σου λέει ο άλλος. Δεν ήταν
+τρόπος νάβρη ο ραγιάς καταφύγι. Και δεν ήταν πρεπειό για τον Τούρκο,
+να τα βολέψη ο μαβρο-χριστιανός, και νάβρη σύντρεξη και νάβρη
+παρηγοριά και παραθάρι· να καψογύρη ναλαφρώση τον πικρόν πόνο του. Οι
+καταδότες δεν απολείπουν πάντα από τον κοσμάκη, οπού λες. Κι από τα
+πολλά κάποιο ρεμένο στόμα πάει και το προδόνει! Πάει στου Πασά του
+Μιστρώς ταφτί, πως ο Νάκο-Μήτρας, τως και τως· σήκωσε κεφάλι με τα
+καλά του και σήκωσε κεφάλι, ακούς, με την πλουτοσύνη του. Μαζώνει
+τάχα μου εκεί τους ραγιάδες γύρω και ξεφαντώνει. Και τους συβάνει να
+το σηκώσουν μιαν αβγινή ξαφνικά, να βαρέσουν τον Τούρκο. Δε χάνει
+καιρό, οπού λες, ο καλός σου Πασάς και βάνει μια νύχτα κρυφά και
+σκοτώνει το Νάκο-Μήτρα, το χρυσόν άθρωπο. Κ' εχάθηκ' έτσι πάσα
+βοήθεια του κάθε φτωχού. Κ' εχάθηκ' έτσι κάθε παραθάρι...
+
+ — Χααά! Ψαρή μ', κ' εξεχαστήκαμε...
+
+ — Έτσι πια, ακούς του λόγου σου. απόμεινε καψόχηρα η Νάκο-Μήτραινα,
+η Ζαχαρούλα. Ζαχαρούλα τη λέγανε, κ' ήταν ζάχαρη κ' ήταν μέλι η
+καψούλα. Μα πάντα ο μεγαλοδύναμος, — δοξασμένο τόνομά του — , δεν
+αφίνει τον κόσμο να χαθή. Της έδοσε μια παρηγοριά της δύστυχης και
+την είπ' Αργύρη την παρηγοριά της. Τον τάγιζε φιλιά, οπού λες, και
+τον πότιζε μόσχο να μεγαλώση. Με καιρό εμεγάλωσε ο Αργύρης. Έπαιρνε
+τη φλογέρα του κάθε αβγή κ' επάγαινε κ' ελουζόταν αγνάντια στο
+Βαθυλάκωμα που το λέμε. Ελουζόταν κ' ερόδιζε το νερό από τα
+ροδομάγουλά του, κ' έλαμπε η σπηλιά από το καμάρι του, κ' εζήλεβαν οι
+Νεράιδες το λεβέντικό του αντρόσταμα. Σκάλωνε ύστερα στο βράχο
+απάνου, έγερν' εκεί, και στην πρώτη αντήλια οπάστραφτε κάτου στη
+νεροσυρμή, έσμιγαν τ' Αργύρη τα χείλη τη φλογέρα. Εγέλαε όλος ο
+κάμπος πέρα το τραγούδι του, κ' εζήλεβαν τα πουλάκια, κ' εφτεράκαε
+ζηλόφτονο ταηδόνι. Πάγαιναν τα βοσκαρούδια να ποτήσουν τα ζωντανά,
+πάγαιναν κ' οι κοπελιές να λεφκάνουν. Αγνάντεβαν τον Αργύρη ψηλά στο
+βράχο κ' εγλυκολάλειε η φλογέρα του. Εζήλεβαν τα βοσκαρούδια,
+επλάνταξαν από κεντέρι οι κοπελιές. Κ' εχαιρόταν τον Αργύρη της η
+Ζαχαρούλα...
+
+ — Χάι! Ψαρή μ', χάιιι, αγιάτικο!...
+
+ — Τον είπαν Αργύρη-Μήτρα τόρα, οπού λες. Κ' εμεγάλων' ο γιός του
+Νάκο-Μήτρα και της Ζαχαρούλας η παρηγοριά. Ήταν πια δεκαπέντε χρονώ
+λεβέντης· Μιαν αβγινή, το λοιπόν, ήταν γερμένος ο Αργύρης στο
+Βαθυλάκωμα απάνου κι αλαφρά απάλαφρα φύσαε τη γλυκειά τη φλογέρα του.
+Έπαιρνε του βουνού το πρωινό τ' αγεράκι τον τρελόν αχό, το
+γλυκολάλημα της φλογέρας, και τάπλωνε ολούθε στο κάμπο και τόφερνε
+στη δεμοσιά δωκάτου. Καληώρα όπως εμείς τόρα, έτυχε να διαβαίνη κείνη
+την ώρα τη δεμοσιά ο Μπέης της Αρκαδίας, ερχάμενος από το Μαραθονήσι
+και πηγαινάμενος στην Τριπολιτσά. Μες την ώρα, εγλυκολάλειε η φλογέρα
+τ' Αργύρη στο Βαθυλάκωμα απάνου κι άκουσε ο Τουρκάλας διαβαίνοντας το
+γλυκολάλημα της φλογέρας δωκάτου, που απαλό, τρυφερό στην πρωινή
+σιγαλεριά μέσα, ακουότανε στη δεμοσιά το βαθιό του ταντίφωνο.
+Παραστρατίζει ο καλός σου ο Μπέης από τη δεμοσιά, και πάει απάνου στο
+Βαθυλάκομα. Σαν πήγε απάνου στο Βαθυλάκωμα, κεντάει τάλογό του,
+βυθίζει τα σπερούνια σταλόγου την κοιλιά. Φρενιάζει τάλογο, σαλτάρει,
+κολλάει απάνου στο βράχο πούταν ο Αργύρης γερμένος. Μια κι ανέβη το
+βράχο, καλημερίζει το παιδί και του λέει:
+
+«Άξιο μου παληκάρι· αλήθεια αξίζει η γλυκειά σου φλογέρα να ξυπνάη
+από βαθύν ύπνο τις Νεράιδες της λίμνας μου. Κι αλήθεια αξίζει να
+συντροφέβη της γλυκειάς μου Χανούμ το τραγούδι στην οχθιά. Κι αξίζει
+να συντροφέβη τάπειρά μου κοπάδια στις βοσκές. Έλα κοντάμου,
+παληκάρι, στης Αρκαδιάς τα δάση απάνου, έλα!» Ο Αργύρης θυμώνει,
+βρίζει, σκούζει, μα ήταν αδύνατο πράμα, και δεν έτυχε νάχη αρματωσιά
+στο σεχαχλίκι του, για να μπορέση ναντισταθή. Έδοσε μια ο Μπέης, τον
+άρπαξε στην αγκαλιά του· τον κάθησε πισωκάπουλα στ' αράπικο τάτι του.
+Εκάρφωσε τα σπερούνια στα πλεβρά ταλόγου, έκαμε τάτι φτερά και δώθε
+παν οι άλλοι. Χάθηκε μέσα τον κάμπο, συνεπαίρνοντας του χωριού το
+καμάρι, της καψο-Ζαχαρούλας την παρηγοριά...
+
+ — Χάι! χάι! Ψαρή μ'...
+
+ — Οπού λες. Απάνου στης Αρκαδιάς τα πυκνά τα δάσα εκ' ήταν οπέβοσκε
+τις άπειρες κοπές του Μπέη, του Νάκο-Μήτρα ταρφανό. Κ' εκ' ήταν
+οπούχε τα μαντριά του. Ήταν κοντά μια λίμνα απόδιπλα. Σαλάχαε ο
+Αργύρης τα πρόβατα στη λίμνα, να τα ποτίση. Έγερνε εκεί στην οχθιά κ'
+έσμιγε με τα φαρμακωμένα τα χείλη του τη φλογέρα κ' εξύπναε από βαθύν
+ύπνο τις Νεράιδες της λίμνας, που αναπάβονταν στα γιάλινα τα παλάτια
+τους. Κ' ήταν πικρό και παραπονιάρικο το τραγούδι του άμοιρου Αργύρη.
+Έβλεπε πολλές φορές μαπορία και τρόμο, να σουρώνη η λίμνα στη μέση
+και νανοίγη αφαλό στα βάθη της. Να ρουφάη αποκεί κλαριά ολάκερα από
+έλατα και χορτάρια. Έβλεπε να καταπίνη ξύλα κι ό,τι ετύχαινε στο ρέμα
+της· να χάνωνται μαφρούς τα νερά, να βυθίζουν στη μέση της. Ρώτησε ο
+Αργύρης μαπορία και τρόμο κι άλλους Αρκαδινούς τσοπάνηδες και καθένας
+τους τούλεγε και μιαν άλλη ιστορία. Τούπαν πως τα νερά της λίμνας τα
+σουρώνει ή καταβόθρα και βρίσκει άλλες καταβόθρες κάτου, κι άλλες
+παρακάτου, κ' ετρούπησαν τα σωθικά του Ταΰγετου τα νερά, κ' εξέσπασαν
+δωκάτου στο Βαθυλάκωμα που το λέμε. Αφογκράζεται ο Αργύρης μανοιχτό
+το στόμα. Μια νυχτιά παίρνει κι απαρατάει του Μπέη τα πρόβατα στο
+μαντρί, και κατεβαίνει στη λίμνα. Πάει στη λίμνα ολόχαρος, και
+γελαστός πάει στην οχθιά, και ζυγώνει αποκεί την καταβόθρα. Βγάνει τη
+φλογέρα απ το σελάχι του και τη φιλεί, τη φιλεί. Δακρύζει και την
+πετάει στην καταβόθρα. Και φέβγει, φέβγει, αφίνει πίσω του του Μπέη
+τις άπειρες κοπές και τα πυκνά της Αρκαδίας τα δάσα....
+
+ — Χάι! Ψαρή μ', χάι ! μαγκουφίτη μ'....
+
+ — Οπού λες. Η καψο-Ζαχαρούλα η μαβρόχηρα, σα να της το είπε ο
+άγγελός της, σηκώνεται μιαν αβγινή κι απαρατάει το χωριό και πάει
+δωκάτου στο Βαθυλάκωμα να λεφκάνη. Πάει στο Βαθυλάκωμα, χτυπάει με
+τον κόπανο το πανί, χτυπιέται κι απομοναχή της. Κάθεται και
+μοιρολογάει τον άντρα της το Νάκο-Μήτρα, και κλαίει τον Αργύρη της,
+την παρηγοριά της. Κ' εκεί οπέκλαιε κ' εμοιρολογούσε, κάνει να
+ξεδιπλώση το πανί και βλέπει στο νερό ξαφνικό μεγάλο. Βλέπει να
+κατεβάζη το νερό τ' Αργύρη της τη φλογέρα. Βουτάει, χώνεται στα νερά
+σαν πάπια ως τη μέση, την αρπάζει με δάκρυα στα μάτια, την κολλάει
+στα χείλη της και τη φιλεί, τη φιλεί, τη φιλεί. Μα δεν ήξερε τι να
+στοχαστή κιόλα, και βάνει με νου της χίλιες δυο συφορές και κακά.
+Πιάνει και κλαίει και λιγάν τα πόδια της και λιγοθυμάει. Και πιάνει
+και παίρνει αλέφκαντο το πανί, και κρύβει στον κόρφο της τη φλογέρα.
+Γέρνει μάτα στο χωριό. Γέρνει στο χωριό και πάει στο ρημάδι της. Πάει
+στο σπιτικό της κι ανοίγει, κλαίοντας την πόρτα. Τηράει, και τι να
+ιδή! Τον Αργύρη της μέσα....
+
+ — Χάι! Ψαρή μ' περπάτα· χάι! οκνιάρη, ντέεεε!...
+
+ — Την άλλη αβγή, οπού λες, σαν ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα, τηράει ο
+Αργύρης και βλέπει τη φλογέρα του. — Πού τη βρήκες μάνα; ρωτάει τη
+μάνα τάχα με χαρά. — Ελέφκαινα, Αργύρη μου, στο Βαθυλάκωμα και την
+κατέβασε της σπηλιάς το νερό· του λέει εκείνη και τόνε φιλεί, τόνε
+φιλεί, λες κ' ήθελε τόνε χάσει. — Μάνα, της ξαναλέει ο Αργύρης, τόρα
+ήρθα και με είδες και σε είδα· μον πρέπει τόρα να γύρω μάτα στις
+κοπές του Μπέη για το καλό μας, και μάτα να πάω στην Αρκαδιά. Κείνη
+τον εφκήθηκε, τον εφίλησε, τον ξαναφίλησε και πάει στην εφκή της.
+Έγυρε πάλι στην Αρκαδιά. Πήγε στην Αρκαδιά ολόχαρος και πήγε στη
+στάνη γελαστός. Ο Μπέης δεν ήξερε πως έλειψε ο Αργύρης, και δεν
+ένιωσε πως κατέβηκε στο χωριό του. Αποκεί κ' ύστερα, κάθε αβγή ο
+Αργύρης, νυχτούλια ακόμα, σαλάχαε τα πρόβατα στα βοσκοτόπια. Τα
+κατέβαζε και στη λίμνα. Πάγαινε στη λίμνα τα πρόβατα κάθε αβγή, και
+πάγαινε να στείλη την καλημέρα στη καλή του τη μάνα. Έπιαν' εκεί το
+παχύτερο αρνί του Μπέη· τόσφαζε, τόγδερνε, το ξεκοίλιαζε κρυμένος μες
+το λόγκο. Το λιάνιζε καλά, τα τύλιγε μες το τομάρι του, τόδενε με
+βούρλα καλά στο τομάρι και τόριχνε στην καταβόθρα της λίμνας. Η μάνα
+του δωκάτου, πάγαινε κάθε αβγινή να λεφκάνη τάχα στο Βαθυλάκωμα κ'
+εδεχότανε ολόχαρη και γελαστή του Αργύρη της την καλημέρα, που την
+κατέβαζε της σπηλιάς το δροσάτο νερό. Έγερνε μάτα στο χωριό η
+Ζαχαρούλα, κ' εμέρναε με τη φτωχολογιά την γλυκειάν καλημέρα τ'
+Αργύρη της, κ' έπαιρν' εφκές κ' εφλογίες από τόσα στόματα πεινασμένα
+του Νάκο-Μήτρα τάξιο παληκάρι. Επάγαινε έτσι κάμποσον καιρό η
+δουλειά. Εκύλαε τον κατήφορο της σπηλιάς το νερό του Μπέη ταρνιά, κ'
+εχαιρόταν η χαροκαμένη τ' Αργύρη η μάνα, κ' εξεφάντωναν τόρα οι
+χωριανοί όλοι, κι όλοι οι γειτόνοι του Νάκο-Μήτρα του συχωρεμένου. Μα
+κ' οι κοπές του Μπέη λιγόστεβαν από μέρα σε ημέρα. Κι αφτό ήταν
+πούκαμε τον Μπέη να υποψιαστή και να παραμονέψη τον Αργύρη. Καμιά
+φορά, το λοιπόν, πάει ο Μπέης κρυφά και χώνεται ανάπλαγα μες το
+λόγκο, οπαράδιζε ο Αργύρης κάθε αβγή με τα πρόβατα. Πάει εκεί και
+χώνεται, και λουμώνει και παραμονέβει τον Αργύρη. Αγναντέβει το πώς
+τάβοσκε και τα διαφέντεβε τα πρόβατά του το βοσκαρούδι. Χαμογέλασε ο
+τούρκος πίσω από τα κλαδιά. Παίρνει και φέβγει και γέρνει στον πύργο
+του. Αφίνει ήσυχο το βοσκαρούδι, να κάνη τη δουλιά του· να στέλνη την
+καλημέρα της άμοιρης μάνας του...
+
+ — Ντε! Ψαρή μ' ντεεεέ! πάρ τα ξερά σου!..
+
+ — Με καιρό ύστερα, οπού λες, θάταν φαίνεται Μεγάλη Σαρακοστή, που
+νηστέβουμε εμείς στα χωριά, γιατ' είχε καιρό πια να κυλήση αρνί της
+σπηλιάς το νερό για τη χήρα του Νάκο-Μήτρα, κ' είχε καιρό να κυλήση
+την καλημέρα στην καλή τη Ζαχαρούλα. Ημέρα την ημέρα καμιά φορά μπήκε
+Μεγαλοβδόμαδο. Τ' Αργύρη η μάνα πρόσμενε μαγωνιά μεγάλη και χαρά
+τρανή, νάρθη η Μεγάλη Λαμπρή, για να δεχτή το χαιρετισμό του γιου
+της· να λάβη κ' είδηση για τον Αργύρη της τον ακριβό. Του Νάκο-Μήτρα
+το χωριό εσήκονε τόρα μεγάλη Ανάσταση. Οι καμπάνες της μικρής του
+εκλησούλας έστελναν τον αχό τους πέρα περιανά κι αντιλάλαε ο κάμπος.
+Οι χωριανοί κ' οι χωριατοπούλες έτρεχαν λαμπροφορεμένοι στο χαρμόσυνο
+το κράξιμο, κι όλο το χωριδάκι εφώταε από τα πασκαλιάτικα τα φωτερά.
+Εξημέρωνε, — βοήθεια μας! — Μεγάλη Λαμπρή και το αγνό το χωριδάκι
+εσήκωνε Μεγάλη Ανάσταση. Όλοι οι χωριανοί ξύπνησαν νυχτούλια, ποιος
+να πρωτοπάη στην εκλησιά να ειπή και να κάμη &Χριστοσανέστη&. Επήγε
+κ' η καψο-Ζαχαρούλα η Νάκο-Μήτραινα, έρημη αφτή κι απομόναχη, με δυο
+λαμπάδες η άμοιρη, τη μια για τον Αργύρη της πια τον ακριβό της.
+Σήκωσαν οι χωριανοί Μεγάλη Ανάσταση κι απόλυκε η εκλησιά αχάραγο
+ακόμα. Εσκόρπησαν οι χωριανοί μέσα στο χωριό ολόχαροι, να μαζεφτούν
+στις αβλές τους, που τους καρτέραε θράκα ολάναφτη κι ακαρτέραε ταρνί
+στο σουβλί περασμένο. Να κάτσουν να ψήσουν ταρνί το λαμπριάτικο πια,
+να στρωθούν να ξεφαντώσουν. — Ας πάω κ' εγώ να πάρω η άμοιρη το
+λαμπριάτικο ταρνί μου· είπε κ' η κάψο-Ζαχαρούλα σα βγήκε από την
+εκλησιά, κ' εροβόλησε τον κατήφορο. Βγήκε από το χωριό και κατέβηκε
+στο Βαθυλάκωμα με το χάραμα. Την πήραν γλυκοχαράματα που έσκυβε
+απάνου στο νερό κι ακαρτέραε το λαμπριάτικο ταρνί της. Καμιά φορά
+εκουφογόγκηξ' η σπηλιά μέσαθε. Το νερό εκύλαε με πλειότερη βουή τόρα.
+Σε λίγο πλαφ! πλαφ! κάνει και πέφτει κάτου μαφρούς ένα τραγήσιο
+τομάρι φουσκωμένο. Βουτάει μες τα νερά τ' Αργύρη η μάνα κι αρπάζει με
+χαρά του γιου της το λαμπριάτικο δώρο. Το σήκωσε στην αγκαλιά της και
+τόσφιγκε τόσφιγκε, λες κ' ήταν ο Αργύρης της μέσα. Ήταν βαριό τόρα το
+δώρο, γιατ' ήταν λαμπριάτικο πια. Τόσφιγκε τόσφιγκε ανηφορίζοντας τη
+ραχούλα-ανάπλαγα κατά το χωριό. Τόσφιγκε, εφίλειε τις τραγότριχες του
+τομαριού, και της φαινονταν μαλακές, απαλότατες, σα νάσμιγαν τα
+μαραμένα της χείλη τ' Αργύρη το χνουδωτό στοματάκι· &Χριστοσανέστη&
+με τον ίδιον τον Αργύρη της λες κ' έκανε. Πάει με χαρές στο σπιτικό
+της η μαβρόχηρα. Πάει τρεχάτη νανάψη φωτιά, να γίνη θράκα· να ψήση το
+κρέας να φάη, να ξεφαντώση στην υγειά τ' Αργύρη της· να πορέψη και
+την άμοιρη φτωχολογιά, οπακαρτέραε το χρυσό της χεράκι. Φτάνει στο
+σπιτικό της η άμοιρη κι απιθώνει το σφαχτό. Παίρνει ένα μαχαίρι να
+σκίση το τομάρι. Σκίζει το τομάρι, τηράει· τι να ήδη! Τον Αργύρη της
+μέσα, λιανισμένον, κοψοκέφαλο...
+
+ .............
+
+Αποτότε, οπού λες, μια φορά το χρόνο, τη Λαμπρή, κοντά, η σπηλιά
+ξερνάει κόκαλα ξασπρισμένα και κυλάει ματωμένους αφρούς...
+
+ — Ντε! Ψαρή μ', τόρα, να παγαίνουμ' αναγκαστά...
+[1894].
+
+
+
+Α Ν Τ Ρ Ο Γ Υ Ν Ο Χ Ω Ρ Ι Σ Τ Ρ Α
+Γιάννη Ψυχάρη
+
+
+
+Με τα πρόσωπα χλωμά ξεραγκιανά, με τα μάτια βαθουλά σβυσμένα, τα
+μαλλιά τους λερά κι αξάγκλεγα έβλεπαν μες από τα σιδερένια δίχτυα των
+παραθυριών. Όλοι
+βουβοί κι αμίλητοι. Όλοι με την απόκρυφη φωτιά του πόθου μέσα τους.
+Όλοι με την ακόλαστη μανία πολυκαιρινοϋ στερεμού στη ματιά τους.
+
+Τα παραθύρια του _Ένα_ εκρέμονταν πάνω από την καγκελωτή της αβλής
+σιδερόπορτα κ' έβλεπαν τα πεζούλια αποκάτω. Εκαθόνταν κι ακαρτέραγαν
+οι επισκέφτες κάτω στα πεζούλια αραδαριά. Έβλεπαν και δε χόρταιναν
+πάνω από τα παράθυρα, με τα κεφάλια στα χοντρά σίδερα κολλημένα, όλοι
+του _Ένα_ οι κατάδικοι απανωτά στοιβαγμένοι.
+
+Έτσι βουβοί κι αμίλητοι, άγριοι και χαλκοπρόσωποι, χαβνομερακωμένοι
+στου πόθου τον καημό τον πικρόχολο, ένας πάνω στον άλλον καβαλωτά
+διασκελωμένοι δεν έβγαναν μιλιά. Άχνα δεν έβγαινε από τόσα στόματα
+εκεί, στεγνωμένα στο σύφλογο της διψασμένης σάρκας κρυφαναπύρωμα·
+άχνα από τόσα χείλη χλιαροφριγμένα στων ξαναμένων νέβρων
+τανακόρδισμα, αφροστεφανωμένα στων αγριεμένων δοντιών το σύσφιγκο
+συγκλείδωμα. Να βλέπουν, να χορταίνουν, — μάβρο χορτασμό! — τις
+γυναικούλες όπου εκαθόνταν στα πεζούλια κάτω, με τα κοφίνια και τα
+σακούλια τους πλάι. Τόση φωτιά μέσα τους άναβε, άσβεστη φλόγα τόση
+στα ολάναφτα νέβρα τους γλυκόχυνε· εμέθαε τους ποθοπλανταγμένους
+λογισμούς τους η μυρουδιά του κυδωνιού η χνουδάτη. Να βλέπουν. Μόνο
+να βλέπουν. Να οσφραίνουνται μόνο, μες από τα ολόχοντρα σίδερα των
+παραθυριών. Έτσι δα με ξελιγωμένα τα μάτια, να ξαχαρώνουν μονάχα.
+Τόσο μόνο!
+
+Μες την ώρα να κι ο Γέρο-Ντούντουνας, ο καθαριστής. Επρόβαλε με τη
+μακριά του σκούπα στα χέρια, αγνάντια στης Επιστασίας την ολάνοιχτην
+πόρτα. Ακούμπησε τα χέρια λερά και ξεμανίκωτα στο μακρύ του
+σκουπόξυλο, να ξεκουραστή. Εσήκωσε τα μάτια κατά τα παραθύρια του
+_Ένα_ απάνω. Εχαμογέλασε πονηρά ο Γέρο-Ντούντουνας κ' εχαμήλωσε τη
+λοξή τη ματιά του κάτω στα πεζούλια. Εξάνοιξε τις ομορφοστολισμένες
+Σουλημοχωρίτισες, όλες αφράτες, κι όλες μια κοψιά, όπου εκαθόνταν
+αραδαριά νάβρουν αράδα. Εκούνησε ταχτένιστο κεφάλι του, χαμογελώντας
+πάντα πονηρά, κ' εστήλωσε τα μάτια του ψηλά στα παραθύρια·
+
+ — Φάτε μάτια ψάρια, ωρέ ταδέρφι! έσκουξε μια κ' εχώθηκε πάλι,
+γελώντας, μες την Επιστασία να σκουπίση.
+
+Όταν άλλαζε η φρουρά το πρωί, τότε άφιναν και τους επισκέφτες να
+μπαίνουν, από δύο κι από τρεις μες το προάβλιο. Άφιναν πρώτους τους
+αλαργινούς, για να προφτάσουν στα χωριά τους πάλι ως το βράδι. Κάθε
+Κυριακή έρχονταν πλιότεροι από κάθ' άλλη μέρα. Ήταν και παζάρι στη
+χώρα την Κυριακή. Καθένας εκίναε από το χωριό του με κάνα αρνί, κάνα
+ζεβγάρι πουλακίδες, άλλος με λαχανικά και τέτια, κάθε λογής
+φαγουλάρικα. Να τα ξεκάμη στο παζάρι, να πάρη, ναφίση και κάνα λιανό
+στον εδικό του φυλακισμένον.
+
+Είχαν κατεβή πλιότεροι από κάθε άλλη Κυριακή σήμερα, απ όλα τα χωριά
+της Αρκαδίας γύρω. Παραδέ γυναίκες. Ήταν όλες πια στολισμένες τα
+καλήτερά τους στολίδια, λες κ' επήγαιναν σε χαρές και σ' αραβώνες.
+Εκίναγαν μέρες μακριά, νάρθουν να ιδούν τους εδικούς τους οι άμοιρες.
+Άλλη να ιδή τον άντρα της, κι άλλη να παρηγορήση το γεροπατέρα της,
+κι άλλη να ειπή ένα γλυκό λόγο στον αδερφό της, κι άλλη με τον καλό
+της, πιστή στα λόγια της αγάπης, να χαμογελάση. Εκαθόνταν αραδαριά
+στα πεζούλια απόξω, μπρος στη μεγάλη ξώπορτα· άλλες χαρωπές, κι άλλες
+θλιμένες, κι άλλες πολύλογες γαλιάντρες η γλώσα τους, κι άλλες άφωνες
+και βουβές, κι ακαρτέραγαν νάβρουν αράδα. Όταν ερχόταν η ώρα τους,
+άνοιγε την καγκελωτήν ξώπορτα ο Σκοπός. Έμπαιναν από δύο κι από
+τρεις, κ' έκλεινε πάλι με κρότον η βαριά σιδερόπορτα πίσωθέ τους. Ο
+Αρχιφύλακας απομέσα, τάχα πως θα ψάξη μην έχουν μαχαίρια, άνοιγε
+αγριωπός τα σακούλια τους. Άνοιγε τα κοφίνια με τα σταφύλια, κ'
+έπαιρνε για λόγου του δυο τρία από καθεμιά τους.
+
+Καμιά φορά πρόβαλε κ' η νειόνυφη του Βεργή, πεταχτούλα και περδικωτή,
+η ομορφότερη αφτή στις χάρες και στα στολίδια. Άνοιξε διάπλατη την
+πόρτα ο Σκοπός, κι
+αλαφρή σαν πέρδικα, πήδησε μέσα. Ζύγωσε ο Κυρ-Λοχίας να την ψάξη. Την
+καλόειδε τόρα από κοντά κ' εγαργαλίστηκε πιο πολύ ο μάβρος.
+Καμαρώνοντας τα στρογγυλά σφιχτοδεμένα στήθια της, εζύγωσε πιο πολύ
+χαμογελώντας, κι απλώνοντας το ρεμένο του ανάλαφρα στη χνουδωτή
+τραχηλιά της, τη ρώτησε χαϊδεφτά, ξελιγωμένα·
+
+ — Μη λάχη κ' έχης στελέτα στον κόρφο, κυρά μου;..
+
+Εχαμογέλασε ντροπαλά. Εχαμήλωσε τα γραμένα της ματάκια με νάζι, που
+θα το ξήλεβε κ' η καλήτερη αρχοντοπούλα.
+
+ — Ψάξε με, Καπτάνιο μ', ψάξε με!..
+
+Ο Κυρ-Λοχίας άναψε κ' εψήθηκε ο δόλιος. Εκόλλησε η γλώσα του στον
+ουρανίσκο, κ' εστέγνωσε η φωνή στον καταπίτη του. Δεν έβρισκε λόγια
+να ειπή.
+
+Πού να την ψάξη!
+
+Ας είχε και κανόνια απάνω της...
+
+ — Φάτε, μάτια, ψάρια, Κυρ-Λοχία μ'! ακούστη ξαφνικά μες από της
+Επιστασίας την πόρτα.
+
+Του Γέρο-Ντούντουνα η γελαστή φωνή, λες και τους ξύπνησ' από βαθύν
+ύπνο. Όλα εκείνα ταγριόμαλα κεφάλια που κολλημένα στα σιδερένια
+δίχτυα των παραθυριών, ξελιγωμένα εκαμάρωναν τη βεργολυγερή τη
+Σουλημοχωρήτισα αποκάτω κι άναφταν στου Κυρ-Λοχία τα καμώματα· όλα
+ανατινάχτηκαν στου Γέρο-Ντούντουνα το πείραγμα·
+
+ — Φάτε, μάτια, ψάρια, Κυρ-Λοχία μ'!
+
+Εξέσπασαν μες από τα ολόχοντρα σίδερα σε τρανταχτό, ακόλαστο γέλιο,
+κ' οι ρείπιοι θόλοι της φυλακής αντιλάλησαν την ξαφνική τη χαρά τους.
+Τα μάτια τους γιάλισαν φουσκωμένα στου πόθου τη λύσα· τα μαλλιά τους
+έφριξαν σαν της γάτας που ξάφνου βλέπει σκύλο νάρχεται καταπάνω της,
+και σ' όλων τα κατάχλωμα πρόσωπα ξωγραφήθηκε ο πόθος ο μανιακός της
+πιο ακόλαστης κι άγριας αγάπης. Λες και τους άναβε μέσα τους λάγνη
+μέθη. Λες και τους λάβριζε τα σωθικά, τα νέβρα τους έκαιγε ο
+ανυπόφορος πολυκαιρινός στερεμός του υλικού έρωτα· του έρωτα του
+σαρκικού, που δε συγκρατιέται με σίδερα, μ' αλυσίδες δε δένεται.
+
+Ο Γιάρανος, ο Κατσικερός κι ο Χλιβέρης, οπού εκαθόνταν στο ακρινό το
+παράθυρο, ήταν νειογάμπροι αφτοί κ' ήταν καρδιομαραμένοι πιο πολύ από
+τους άλλους μες το _Ένα_. Απόκρυφος ο πόνος τους ελίγωνε. Θάλεγες πως
+τα κορμιά τους ήταν εκεί, κι ο λογισμός του έτρεχε μακριούς,
+μακριοπερπάτητους, τραχιούς κι ανάντιους δρόμους. Σιγά, δίχως κι
+αφτοί να το νιώθουν γιατί, μπορεί για ναλαφρώσουν το φαρμακερόν τους
+τον καημό, τόσκουξαν λιγάκι το πικρό το τραγούδι τους· κατάπικρο σαν
+τους μάβρους τους λογισμούς, που παραδέρνουν του κουρασμένου νου τους
+θλιβερούς τους πόνους.
+
+ Η φυλακή έχει σίδερα κι όξω Σκοποί φυλάνε,
+ Θέλω για νάρθω να σε ιδώ και τους Σκοπούς φοβάμαι.
+
+Έβγαινε κλαψάρικο, κ' έρεε συρτό των πονεμένων καταδίκων το τραγούδι.
+Ήταν πικρός, κ' ήταν παραπονιάρικος ο αχός του. Έμοιαζε αρώστου
+αγγελόκρουσμα γλαρό, κ' ήταν του πόνου ακράτητο ξεχείλισμα, μαράζι
+ήταν κ' εξεθύμαινε και της απελπισιάς λυγμός και ρόγχος,
+
+ Η φυλακ' είναι μια φωτιά, η φυλακ' είνε λάβρα,
+ Η φυλακή μού τάβαψε τα σωθικά μου μάβρα...
+
+Μόνο ο Βεργής, απ όλους μες το _Ένα_, ήταν τυχερός. Ήρθε η γυναίκα
+του από το χωριό, να τον ιδή, να του φέρη και καθελοής δώρα, πούχε
+στο φτωχικό τους. Βρήκε αράδα, κ' εμπήκε στην αβλή, κι ο Κυρ-Λοχίας
+άναψε από τη λιμπιστή την ομορφάδα της. Της άγκιξε τη χνουδωτήν
+τραχηλιά, και της είπε χαδεφτά «μη λάχη κ' έχεις στελέτα στον κόρφο,
+κυρά μου;», και τούπε ο Γέρο-Ντούντουνας «φάτε μάτια, ψάρια, Κυρ-
+Λοχία μ'». Ανέβηκε πεταχτή, σαν πέρδικα, τη σαπισμένη σκάλα του _Ένα_
+και του _Τέσερα_, κ' ήρθε κ' εκόλλησε το ροδοκόκινο προσωπάκι της
+όξω, στο σιδερό — πλεχτο φεγγίτη του _Ένα_, που καρτερούσε με λαχτάρα
+ο άμοιρος ο Βεργής απομέσα. Επέρασε μες από το φεγγίτη της πόρτας τα
+δώρα πούχε φέρει του καλού της ένα ένα. Έστησαν ύστερα ολόθερμην
+κουβέντα οι δυο τους, αγαπημένο αντρόγυνο· εκείνος μες από τα σίδερα
+χλωμός, κ' εκείνη ροδοκόκινη απόξω. Τούπε ότι εγένησε διπλάρια, «να
+της ζήσουνε!» η Βασίλενα· ο Τόλιας επαντρέφτη, ακούς· «μας άφησε πια
+χρόνους κ' η Θεια-Σίγουρη!» Χιλιαδυό καινούρια άλλα, που διαφερόταν ο
+Βεργής.
+
+ — Αααλαή! μες τη θέρμη της ομιλίας τους, έσκουξε ο Σκοπός
+σπαραχτικά.
+
+Τους την έκοψε την καρδιά των αμοιρώνε.
+
+ — Όξω οι πισκέφτες! Όξω οι πισκέφτες! Ήταν περασμένη η ώρα, πούταν
+ωρισμένη για τους ξένους. Οι εβζώνοι επεριδιάβαζαν την αβλή κάτου,
+από πόρτα σε πόρτα, κι από δωμάτιο σε δωμάτιο. Εβλαστημούσαν κ
+εφώναζαν, να διώξουν τους επισκέφτες, κ' έσκουζαν να βγαίνουν όξω
+αναγκαστά·
+
+ — Όξω οι πισκέφτες! όξω!..
+
+Ο Βεργής πήγε να λιγοθυμήση που τάκουσε.
+
+Πώς ήθελε ο άμοιρος, νάταν αιώνας η στιγμή, να χορτάση την ακριβή του
+γυναικούλα!
+
+ — Όξω οι πισκέφτες! όξω! όξω! ακούστηκε άγρια τόρα του φύλακα η
+φωνή.
+
+Ο Βεργής εχλώμιασε πλιότερο. Δάκρυ πικρό θόλωσε υγρά τα ματόκλαδά του
+κ' εκύλησε κάτω. Επέρασε το χέρι του τάσαρκο μες από το δίχτυ του
+φεγγίτη, κ' έπιασε της γυναίκας του το παχουλό χεράκι απόξω. Της
+τράβηξε τα χέρι καταμέσα τόσο, που ακούμπησαν στα βαριά σίδερα της
+πόρτας τα χυμερά κι αφράτα της στήθια· το ροδοκόκινο προσωπάκι της,
+ξαναμένο, εκόλλησε πάνω στα δίχτυ του φεγγίτη. Με κατάθολα τα μάτια
+τόρα, έγυρε τα κουρασμένο το κεφάλι του· έσιαξε ξεροφριγμένα τα χείλη
+του, μες από το δίχτυ του φεγγίτη· τα κόλλησε πάνω στα φλογερά
+χειλαράκια της γυναίκας του. Έσμιξαν σε γλυκό, πεντάγλυκο, αχ! μα και
+πόσο στερεμένο φιλί!
+
+ — Έχε γεια, Γιώργο μ'!...
+
+ — Στο καλό, Λενιώ μου, στο καλό!..
+
+Ο Βεργής απόμεινε δακρυσμένος πίσω απ' το φεγγίτη, να την καμαρώση
+την άμοιρή του γυναικούλα, που με κομένα γόνατα κατέβαινε τη
+σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_, σφογκίζοντας με της
+άσπρης της τσεμπέρας την άκρη τα μάτια.
+
+Σαν είδε πια που εχώνεψε αγνάντια σταγκωνάρι, βάρεσε τη γροθιά του μ'
+ορμή στην πόρτα πίσω· μανιασμένος, άγριος τη βλαστήμησε, — σα νάχε
+ψυχή αφτή, κ' ένιωθε τον πικρόν καημό του·
+
+ — Αχ! αντρογυνοχωρίστρα!
+
+Κ' εμπήκε καταλυπημένος στο δωμάτιο.
+
+Αποτότε κ' ύστερα τη βαριά σιδεροκάρφωτην πόρτα του _Ένα_, τη λέγαμ'
+_Αντρογυνοχωρίστρα_.
+
+Πώς της άξιζε, αλήθεια, τόνομα!
+
+[1894].
+
+
+
+
+Χ Ι Ο Ν Ο Π Ο Λ Ε Μ ΟΣ
+
+
+
+Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και
+σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και
+πουπουλένιο, τόρα κατεβατό και ήσυχο, τόρα χυτό κι ομαλό, βουβό και
+κούφιο, και πάλι πλαγιαστό και ανεμισμένο έπεφτε· ολοένα έπεφτε το
+χιόνι απάνωθε, κι ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην αρμονική χιονιά
+που εσκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν, χωρισμένα σε δυο
+ανυπόταχτα στρατόπαιδα, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη
+Απανωρούγα.
+
+Ήταν παραμονή μεγάλη, και την άλλη μέρα θα ξημέρωναν Χριστούγενα, —
+βοήθεια μας! Από την πρώτη μέρα της βδομάδας βροχές ασταλαμάτιγες,
+νεροποντές ακράτητες και βαρυχειμωνιές επάτησαν τον τόπον όλον. Τόρα
+εξέσπαε από χτεβράδυ στη χιονούρα. Ντυμένο μες τους αθογαλερούς
+αφρούς, χωμένο μες τ' αμάλαγα μπαμπάκια το χωριό, εφάνταξε πανώρια
+ζωγραφιά, θεόγραφτη, κρεμάμενη στου χιονισμένου του βουνού τον
+κάτασπρον το ρόβολο. Τα δέντρα τα πυκνά του λόγκου ανάγυρα, οι
+λεμονιές κ' οι βυσινιές στους κήπους μέσα, κρατώντας πάνω στ' άπειρα
+κλωνιά τους και στα παγωμένα φύλλα τους γρούπους πυκνούς τα χιόνια τα
+στεγνά, εφάνταζαν πελώρια μπουκέτα με ονειρεμένους, σαν τα κρίνα
+κάτασπρους ανθούς, που χέρι θεϊκό αόρατο τα σκόρπισε κάτω στη γη· για
+να στολίση τους αμαρτωλούς τους κόρφους της, και να δεχτή την άγια
+και λεφκότερη από τα χιονάτα κρίνα αλήθεια του Θεού, που σε τέτοια
+βραδιά μέσα μαγικήν κι ονειροφάνταστη γενήθηκε στον κόσμον κάτω. Οι
+ξύλινες οι φράχτες γύρω, πλεγμένες από λυγαριές μες τα κηπάρια,
+έδειχναν τόρα, κάτω από το χιόνι το πυκνό που τις εσκέπαζεν ολόπηχτο,
+πανώριες μάντρες μαρμαρόχυτες, φανταχτερές, χτισμένες μαγικά από το
+πιο άδολο κι ασπρήτερο μάρμαρο, που μες τα πέτρινα τ' αβάθητα τα
+σπλάχνα της βουτώντας, ανέβασε στη γη ο άνθρωπος, να βαρυθεμελιώση
+παλάτια ονειρεμένα, μυριοπέτυχα.
+
+Όξω στους δρόμους τα παιδιά, εγιόρταζαν κ' εχαιρετούσαν, με τον πιο
+χαρούμενον τρόπο, την άγια μέρα που ξημέρωνε. Εδιαμεράστηκαν οι
+συντροφιές· εχωρίστηκαν. Έπιασαν άλλα τις φράχτες στους κήπους μέσα.
+Νάχουν ταμπούρια να φυλάγωνται· νάχουν και τα πολεμοφόδια άφτονα και
+πρόχειρα, που ήταν γεμάτες χιόνια, γόνα πάνω από τη γη, οι πρασιές.
+Έπιασαν άλλα τω σπιτιών τις απόγωνες γωνιές περίγυρα, που όταν
+ξεφυσούσε ανάλαφρος ο άνεμος, το ρίπιζε πάνω στους τοίχους τους το
+χιόνι και τόσπρωχνε, το σώριαζε στω σπιτιών κάτω τις απάνεμες γωνιές.
+Να βρίσκουν άφτονα και πρόχειρα κι αφτά πολεμοφόδια· να κρύβωνται κι
+αφτά πίσω από ταγκωνάρια· να φυλάγωνται κιόλα τα φοβερά τα βόλια του
+εχτρού. Άλλα πάλι έπιασαν ταμπούρια ασύγκριτα τις μεγάλες τις
+αβλόπορτες, να μάχωνται όξω στ' ανοιχτά· να τρυπώνουν και στις αβλές
+μέσα, αν θα τους τσάκιζε ο εχτρός καμιά φορά· να του κλειούν και τα
+θυρόφυλλα μπροστά· να μην τους ξανοίγουν καθόλου μέσα τα βόλια. Άλλα
+πάλι έπιασαν τις χιονισμένες καμάρες, και τους φούρνους τους
+καπνισμένους στους τοίχους τους και χιονισμένους απάνω, ταγκωνάρια τα
+λαδωμένα τω λιτριβειών, τις χτιστές κολώνες, τα μεγάλα και κυκλόβολα
+δεντρικά· όλα ασπροντυμένα, αφρόχυτα και μαγικά μες την κρινόλεφκη,
+παρθένα φορεσιά τους, και τάβαλαν μπαστούνες στον εχτρό,
+καλοπροφυλαγμένες κι απολέμητες.
+
+Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και
+σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και
+πουπουλένιο, τόρα κατεβατό, χυτό κ' ήσυχο, και τόρα ομαλό βουβό και
+κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτε, έπεφτε, ολοένα
+έπεφτε απάνωθε το χιόνι· και ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην
+ονειρεφτή χιονιά που σκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν
+χωρισμένα σε δυο ανυπόταχτα στρατόπεδα, — η Κατωρούγα η φοβερή, με
+την αντρειωμένη Απανωρούγα.
+
+Έκαναν πρώτα σωρούς, να τάχουν άφτονα και πρόχειρα στον πόλεμο τα
+πύρινα πολεμοφόδια. Να μην τους βρίσκη ο εχτρός ανέτοιμους, και τους
+τσακίζη κιόλα. Εφούχτιαζαν, μες τα κοκινισμένα, ψημένα από την
+παγουνιά τα χέρια τους, γρούπους χοντρούς τα χιόνια, πάνω απ τους
+σωρούς. Τα έσφιγκαν ανάμεσα στις φούχτες τους. Τα αζύμωναν, τα
+ετσούπωναν, τα έκαναν μπάλες στεγνές σαν πέτρες, και σαν τα
+πορτοκάλια ολοστρόγγυλες. Και όλα σβέλτα φτερωτά, κι όλα γοργά
+χαρούμενα, εκυνηγιώνταν ακράτητα, κ' εχτυπιώνταν λυσάρικα, μανιακά
+αναμεταξύ τους, κ' εμάχονταν ηρωικά, αντρειωμένα. Εσφύριζαν οι άσπρες
+μπάλες φλογερές, μέσα στη θολωμένην τη χιονιά. Έσκιζαν τον πυκνόν
+αέρα φτερωτές· ολόδρομες εδιάβαιναν απάνω· εδιασταβρώνονταν από τη
+μιαν άκρη του δρόμου στην άλλη. Εχτυπούσαν στις χιονισμένες στέγωσες,
+στ' άσπρα κεραμίδια πάνω· κάτω σταγκωνάρια, στους κήπους μέσα τους
+αφρόστρωτους· στις ξύλινες φράχτες τις μαρμαρόχυτες απάνω.
+Εβροντούσαν στις ισκιερές καμάρες κάτω, και πάνω στις κλειστές
+αβλόπορτες, και τους κουκουλωμένους φούρνους· στις στοιβανιές τα
+ξύλα, στα δέντρα, στα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εσπόριζαν οβούζια
+αστραφτερά, ολάναφτα, που άπλωναν τις φλογερές τις σπίθες τους
+ολούθε, συνέπαιρναν κ' εσκόρπιζαν κι ανέμιζαν ολούθε τα χιόνια
+σύγνεφα πυκνά. Άχνιζε ο τόπος, εθόλωναν τα φώτα της ημέρας στην πυκνή
+χιονιά. Κι αφτοί γοργοί κι ακούραστοι, φτερωτοί κι ολόχαροι έτρεχαν
+ολοένα. Εμάχονταν οι φοβεροί αρματωλοί, κ' εχτυπιώνταν με τις φοβερές
+τους μπάλες αναμεταξύ τους, με φωνές και σφυριξιές κι αλαλητόν και
+τάραχο μεγάλο, οι τρανοί οι ήρωες, που ετίκλωναν τον κούφιον και
+βουβόν αγέρα της πηχτής χιονιάς. Ολοένα κι ο ουρανός απάνω, χωμένος
+μες τη χειμωνιάτικην τη γούνα του, λες κ' εχαιρότανε κι αφτός με τον
+τρελό τους πόλεμο, έστελν' έστελνε ολοένα, άπλωνε, σώριαζε άφτονα
+πυκνά πολεμοφόδια, στους αντρειωμένους του πολεμιστάδες κάτω.
+
+Ολοένα το χιόνι κάτω αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα
+αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε
+αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό χυτό και ήσυχο, και τόρα ομαλό
+βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτ' έπεφτε,
+ολοένα έπεφτ' απάνωθε· ολοένα κ' οι πολεμιστάδες οι τρανοί, χωμένοι
+μέσα στην αρμονική χιονιά, καλοπροφυλαγμένοι πίσω στ' απολέμητα
+ταμπούρια τους, εμάχονταν αγριεμένοι, τρομεροί, σε δυο ανυπόταχτα
+στρατόπεδα χωρισμένοι, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη
+Απανωρούγα.
+[1895].
+
+
+
+Θ Α Λ Α Σ Ι Ν Ε Σ Γ Ρ Α Φ Ε Σ
+ Από την Τίκλα μου.
+ Κωστή Παλαμά
+
+ ........
+
+...Το ξέρεις πια πως ξετρελαίνομαι με τη θάλασα. Χρόνον καιρό να
+μείνω ξέμακρα από την Τίκλα μου, μαραζώνω, μα την αγάπη μας. Το
+ξέρεις, που και στην πιο απόκοσμην άκρη να βρεθώ, ναρχίσουν να
+χλιαίνουν οι καιροί, να γλυκαίνουν και τα λιοπύρια, στα δεσμά να με
+βάλης, στα κάστρα να με κλείσης, θάβρω τρόπο, στην Τίκλα μου να τρέξω
+ακράτητος. Γεια νάχουμε, και μια φορά, θα σε πάρω να περάσουμε το
+καλοκαίρι μαζί. Να θαμάσης και συ με την πανώρια την Τίκλα μου. Να
+ξετρελαθής και συ. Να μη μαδικάς κιόλα, που όλες του κόσμου τις
+θάλασες δεν τις αλλάζω με ταμουδερά της Τίκλας μου κυμοθάλασα· με τις
+απόγκρεμνές της ακροπελαγιές. Όπως, δε θα σου χάριζα μια τρυφερή
+γραμούλα του ξακουσμένου μου Ταΰγετου, πάνω στον καθάριον ουρανό,
+μπρος σ' όλες σου του κόσμου τις βουνοκορφές.
+
+... Χτες πάλι, αχάραγο ακόμα, ήρθε να με ξυπνήση ο Γερο-Γουργάρος.
+Χρυσός άνθρωπος αλήθεια. Μα δεν ξέρεις
+πόσο τον αγαπώ. Την καρδιά μου νανοίξης, μέσα θα τη βρης την αγαθή
+την εικόνα του. Με τις βρύχωρες τις βρακούλες του· με τα ξεγυμνωμένα
+πάνω ως το γόνα, στραγκημένα, ξεραγκιανά καλαμόπουδά του· με το
+σουλουπιάρικο, τόσο δα, κατάξαρο, σουφρωμένο προσωπάκι του· με τα
+ψαρά γενάκια του, μαδημένα σαν του τσόλου τα φτερούγια, σπαρμένα δώθε
+κείθε στο αλατοψημένο το πετσί του, πάνω στάσαρκα ριζάφτια του
+κολλημένα· με δυο ματάκια, ρουφημένα μέσα, γουβωμένα, μικρούτσικα κ'
+έξυπνα, σπίθες στο γιαλό, γεμάτα αγάπη και χαρά, γεμάτα καλοσύνη και
+γλύκα. Στην καρδιά μου τον έχω, που λες. Μα να τόνε γνωρίσης σαν
+έρθης. Θαφήσης το θάμα σου, να σε χαρώ. Όχι πως τον αγαπώ. Την έχει
+μέσα του την καλοσύνη ο Καπτάν-Μιχάλης. Μαζί του νάσαι, χίλιες
+καρδιές αλλάζεις. Κομάτι μάλαμα, μα το ναι.
+
+... Αποβραδίς είχαμε πη, να βγούμε με την καθετή σύνταχα. Ως που να
+ζεστάνη καλά, όσο νάχη, μια τηγανιά καλή πάντα θα την πάρουμε,
+ελόγιαζε ο Καπτάν-Μιχάλης. Αχάραγο ακόμα, ήρθε και μαγουροξύπνησε
+απάνω, που ως τα μεσάνυχτα τόχαμε ρίξει έξω, κάτω στακρογιάλι, με τον
+Κυρ-Λιάκο τον τηλεγραφητή.
+
+ — Όσο να ντυθής συ, μου κάνει, να πάρης και τον καφέ σου, γέρνω γω
+στο Λιμιονάκι για δόλους.
+
+Τούπα να καθήση, να τον πιούμε μαζί·
+
+ — Μουντζουριές μου λέει, γελώντας· μαβρίζει τάντερο. Κ' εκατέβηκε,
+ανεμίζοντας τις βρακούλες του πίσω, με την απόχη στον ώμο, να πα για
+γαρίδες στο Λιμιονάκι κάτω. Όσο να ντυθώ, αλήθεια, να πιω και τον
+καφέ μου, τόνε ξάνοιξα, απ το παράθυρο, στο μουράγιο κάτω. Με την
+απόχη πάντα στον ώμο, ανασκομπωμένη τόρα τη σέλα της βρακούλας του
+πίσω, επάγαινε να σύρη το παλαμάρι. Εβιάστηκα κ' εγώ τόρα. Επέρασα
+την ψαθοβουρλιά στο κεφάλι· άρπαξα από το τραπέζι μου και το
+φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του φίλου μας, πούχε την καλοσύνη να μου το
+στείλη δωκάτω. Εροβόλησα στο μουράγιο. Είχε παρμένο το σίδερο τόρα ο
+Καπτάν-Μιχάλης. Εκαλόστρωσε πίσω τη βάρκα, πούταν ολόποντες οι
+κουπαστές απ τη νυχτερινή δροσιά· εδιπλάρωσε στη σκάλα και
+μακαρτερούσε. Ανοιχτήκαμε.
+
+...Οι στεριές, θολωμένες ακόμα μες το αιθέριο διάφωτο της χαραβγής,
+εδροσοβολούσαν μαλακό, απαλό το πρωινό αγεράκι. Αγκριθερά,
+θειαφόχρωμα, βαρύκορμα τακρογιάλια, εκρέμαγαν στηθάτες κ' ισοκέφαλες
+τις λαιμαριές τους, στις διάπλατες κάτω ακροπελαγιές. Ψηλότερ' απάνω
+οι βουνοκορφές του Ταΰγετου, μισοφωτισμένες, θαμπές ακόμα, βυθισμένες
+κι αφτές μες ταβγινό πούσι, μόλις εχαράκωναν ανάλαφρα τον ουράνιο
+θόλο ψηλά, ωχρογάλαζο μες της αβγής τα διάφανα χρώματα,
+απαλοφωτισμένον, σαν την αλήθεια κατακάθαρον. Εξέσερναν απάνουθε
+ψηλά, εχαμήλωναν λίγο κατακάτω. Εξετύλιγαν φειδωτές, παιγνιδιάρικες,
+αρμονικές τις γραμές τους πάνω στον ουρανό. Εχαμήλωναν, ολοένα
+εχαμήλωναν, κ' έσβυναν απαλά, εχώνεβαν μαλακά κάτω στα μαγεμένα
+κοιμάμενα ακρογιάλια. Περακεί, κάτω, βαθιά, στου διάπλατου κόρφου το
+απέραντο ξετύλιγμα, αναπηδούσαν μες από τα ονειρεμένα βάθη του
+γιαλού, εμαντέβονταν πάνω σταπόμακρα βουνά, τα μαγικά τα κάστρα της
+Κορώνης. Κάτω ακόμα, βαθύτερα ακόμα, εγλυκοφώταε λίγο μες ταδύνατα
+χρώματα της χαραβγής, εξεχώριζε μες το νυχτονοτισμένον του πελάγου
+ανασασμό, καθισμένο πάνω στα διάπλατα κοιμάμενα νερά, ολοστρόγγυλο,
+καμαρωτό το Πινακούλι. Βόσκουν μέσα του τα τόσα αγριόγιδα, ακούς που
+άνθρωπος δεν τα ζυγώνει. Έχει άπειρες σπηλιές ανήλιαστες κι άπατες
+καταβόθρες το νησί. Ροβολούν μέσα ταγριόγιδα και κρύβονται, και
+βόσκουν μέσα κει αθώρητα στα βάθη του γιαλού. Πάνω στον Αγιανάκη
+πάλι, καταδώ, του Μούρτζινου οι βάρδιες οι ολόχοντρες, άπλωναν κ'
+εκαθρέφτιζαν τους βαρυθέμελους τους πύργους, στα πηγμένα κάτουθε
+ακρογιάλια. Φαρδιοί και βαριοΐσκιωτοι εκαθρεφτίζονταν οι μακρουλοί
+και πολεμόχαροι πύργοι, πάνω απ το καταράχι, μέσα στο γιαλό.
+Εφάνταζαν ονειρεμένα παλάτια μυστικά, νεροθεμελιωμένα μαγικά στης
+θάλασας τα ποντισμένα βάθη. Δώθε πάλι έσβυναν, εχάνονταν στα πλάτια
+του πελάγου, μέσα βαθιά, του Καβογρόσου οι βραχωμένες πλέβρες, που
+μόλις αξεχώριζαν μες το άπειρο διάστημα του ανοιγμένου κόρφου. Οι
+αψηλότερες κορφάδες του Ταΰγετου, φωτοπεριχυμένες μες της ανατολής τα
+ουράνια αφρόροδα, εγλυκοφωτούσαν τόρα χίλια μύρια χρώματα, πορφυρωτά
+και κατατρύφερα. Ερόδιζε η ανατολή περίλαμπρα, πίσω απ τις δασωμένες
+ράχες, πέρα περιανά· επερίχυνε με πλούσια, ονειρεμένα χρώματα, τις
+ανατολικές βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Εχαμογελούσε ο ουρανός απάνω
+όλος μαγικά, κι αγκάλιαζε, εκαθρέφτιζε μέσα ο γιαλός, πάνω στα
+αθογαλερά του και ασημένια χρώματα, τις πλούσιες ροδαριές της
+χαραβγής και τουρανού τα ερωτάρικα χρυσόγελα. Στεριές και περιγιάλια
+και βουνά και πέλαγα, η φύση όλη ερόδιζε κι ασπρολογούσε τόρα,
+γλυκοβαμένη μες τα ουράνια διάφωτα της κονταβγής, φωτολουσμένη μες τα
+μαγικά, ροδόχρυσα ηλιοβαρέματα. Ο ήλιος θα πρόβανε σε λίγο πίσω απ τα
+βουνά, και περακεί, πάνω απ το πέλαγο, πάνω απ της Κούρσας
+ταπόγκρεμνα και κρεμαστά κεφάλια, πάνω στους πλουσιοφωτισμένους
+θόλους, ξέθωρο βλέφαρο, μάτι σβυσμένο εξεχάστηκε στον ουρανό ψηλά,
+εκρέμαγε ακόμα, ξέχρωμο τόρα, ξεβαμένο, άδοξο το φεγγάρι.
+
+...Φτερωτή, ολόχαρη, πατημένη κάτω απ τα κουπιά του Καπτάν-Μιχάλη η
+μικρούτσικη η βαρκούλα μας, έσκιζε πεταχτή τα γαλανά νερά.
+Εγλυστρούσε ολόδρομη πάνω στα κοιμισμένα πέλαγα, εδιάνοιγε το δρόμο
+χαροπή. Μια εχύμαε την πλώρη στο νερό, και μια αναπηδούσε πάνω
+ελαφρή. Εζάρωναν, εσούφρωναν σε φειδωτά, αφροστεφανωμένα κυματάκια τα
+τρομαγμένα τα νερά· εξετυλίγονταν ολοένα, μυριόπτυχες, συδίπλωτες οι
+ζάρες, πίσω απ την καθισμένη πρύμη μας, σαν άπειρες ραφές στου γιαλού
+πάνω τα κοιμισμένα πλάτια. Καθισμένος κι αφτός στο μεσιανό παγκάρι ο
+καλός μας ο ψαράς, ολόχαρος πάντα και γελαστός, χωμένος μες την
+καταβρεγμένη τη βρακούλα του, έλαμνε ολοένα με τάξη και ρυθμό τα
+ελαφρά κουπάκια. Εγλυκόφεβγαν γαληνεμένα, πήχτρα τα νερά.
+Εκαθρέφτιζαν της αβγής τα τρυφερά τα χρώματα και τουρανού τα γαλανά
+τα φωτά· ερόδιζαν μες ταργυρόχλωμα τα πλάτια τους. Εγλυκογεράνιζαν
+κάτω από της αβγής τα μαλακά και διάφανα ροδόφωτα· εγιάλιζαν απαλά,
+εξάστραφταν κι αγκάλιαζαν μέσα στους διάπλατους τους κόρφους τους,
+μυριόχρωμους τους ίσκιους από τις βαριές πέρα ακροπελαγιές, κι από
+ταμουδερά δώθε τα κυμοθάλασα. Εφέβγαμε κ' εμείς, γλυστρούσαμε,
+ετρέχαμ' ολοένα.
+
+...Στο πανώριο νησάκι της Τίκλας μας απόξω, θα ψαρέβαμε. Επήραμε τον
+κάβο του νησιού. Παράτησε τόρα τα κουπιά ο ψαράς, ο γέρος μου·
+εφούνταρε το σίδερο στανοιχτά. Αρμάτωσε πρώτα την εδική μου καθετή·
+τη δόλωσε και μου την έδοσε. Αρμάτωσε και τη δική του τόρα, τη δόλωσε
+κι αφτή. Στα παγκάρι αφτός γερμένος, πίσωθε καθισμένος εγώ, τις
+εβουλιάξαμε από την κουπαστή κ' εψαρέβαμε. Εδιάβαζα εγώ και το βιβλίο
+του φίλου μας. Έκαμε και το θάμα του ο Καπτάν-Μιχάλης ο καημένος,
+συνηθισμένος νακούη και να μη νιώθη τω δασκάλων τις φυλλάδες. Πώς
+τάχα ημπορούσα και του τα ξηγούσα, τόσο απλά και ταιριαστά, ακούς,
+που να δοκιέται όπως κουβεντιάζαμε. Είδα κ' έπαθα να τον πείσω, πως
+ήταν έτσι τυπωμένα στο χαρτί, όπως του τα διάβαζα, κι ακόμα να
+πιστέψη. Φτωχολαέ μας, πόσο σε ζημιώνουν οι δάσκαλοί σου!..
+
+... Δίπλα μας κει κοντά, πάνω απ το κεφάλι μας, στις χλωρασιές
+ντυμένο, καταπράσινο εκρεμόταν το πανώριο το νησάκι μας. Πάνω στα
+κρεμαστά τα βράχια του, έχασκαν οι ρειπωμένες τάπιες του χαλασμένου
+κάστρου, ντυμένες κι αφτές στην καρπερή την κάπαρη, που βλάστιζε
+άφτονη στους τοίχους, με τους πεντάπυκνους κισούς. Κάτω απ τα
+ρειπωμένα τα τειχιά, στα φρύδια γύρωθε του βράχου, πυκνές οι
+αγριαμυγδαλίτσες, εκρέμαγαν τα φουντωτά κλωνάρια τους πάνω στο γιαλό,
+κ' εκαθρεφτίζονταν με χάρη. Ασπρουδερά κι ολόχαρα τα κουνελάκια, που
+βόσκουν άφτονα μες το νησί, εξέβγαιναν βόσκοντας πάνω στου βράχου το
+στεφάνι. Επρόβαναν τα κεφαλάκια τους κατάνακρα στο βράχο έπαιζαν
+ταφτιά τους τσουλωμένα· μας εκυτούσαν περίεργα, και χοπ χοπ,
+αλαφροπηδούσαν κ' ετρύπωναν, άλλο στα χαλάσματα, κι άλλο μες τα
+σκοίνα, ξιπασμένα.
+
+...Ο Καπτάν-Μιχάλης τις εσακάτεψε τις πέρκες. Μια με την άλλη, είχε
+πέντε έξη τόρα πιασμένες. Κ' η καθετή ανεβοκατέβαινε ολοένα. Εγώ, μια
+στα χαροπά κουνελάκια πάνω ξεχασμένος, πότε θα τρυπώση το ένα μες τα
+σκοίνα, και πότε θα ξεβγή τ' άλλο από τα χαλάσματα· και μια πάλι στο
+βιβλίο του φίλου μας βυθισμένος, ούτε που το λάβωσα καθόλου. Μου
+τρώγαν το δόλον ολοένα, τα παμπόνηρα. Είχα και του γέρου μου τις
+κοροϊδίες·
+
+ — Α δε σου σχωρούν ταπεθαμένα, μου λεγε, ανάθεμά τα! Τους την
+ετίλωσες την κοιλιά. Και να πης κιόλα! Όλο και διαλεχτή γαρίδα! Και
+φραπ, φραπ, ανέβαζε ολοένα λαχταριστές τις πέρκες τις πολύχρωμες,
+τους γαζωμένους ζήλους, τις λάπενες τις πρασινοπές, τους καλούς τους
+γάϊτανους, τασημένια σπαράκια, χιλιωδυό λογιών. Το κοφινάκι μας
+εγέμιζε ολοένα.
+
+...Επρόβαλε ο ήλιος τόρα πίσω απ τα βουνά. Έλουσε, επερίχυσε,
+εχρύσωσε τον κόσμον όλον. Εσβύστηκαν, εχώνεψαν τα πούσια της αβγής
+μεμιάς. Εφάνηκε καθάριο τόρα, ολόφωτο το Πινακούλι μέσα εκεί, βαθιά.
+Εφάνηκαν τα κάστρα της Κορώνης, πάνω στα βουνά τα πόμακρα. Έλαμψε ο
+κόρφος όλος μέσα, καταξάστερος. Εφώτισαν τα περιγιάλια γύρω κ' οι
+στεριές. Εξάναψαν οι στοιχειωμένοι πύργοι στον Αγιανάκη πάνω
+χρυσοφώτιστοι. Και μόνο εξάπλωνε πέρα ως το πέλαγο μέσα, φαρδύν τον
+ίσκιο του ο γίγαντας Ταΰγετος. σηκώνοντας ψηλά στους γέρικούς του
+ώμους τολόξανθο το μάτι της ημέρας.
+
+...Τόρα που άρχιζε να μας πυρώνη τις πλάτες ο ήλιος, να μας ανάβη τα
+κορμιά μας φλογερός, έδεσε στο σκαρμό την καθετή του ο Καπτάν-
+Μιχάλης· εσήκωσε κι άπλωσε απανουθέ μας την τέντα μας την ισκιερή.
+Σκεπασμένοι έτσι κάτω απ τον παχιόν της ίσκιο, δροσισμένοι τόρα από
+τον πρωινόν το μπάτη, που άρχιζαν μέσα να ξανασένουν τα πέλαγα,
+εψαρέβαμε τις πέρκες τις πολύχρωμες, τους γαζωμένους ζήλους, τις
+πράσινες τις λάπενες, τους γάιτανους, τα ολάργυρα σπαράκια,
+διαβάζοντας και το φρεσκοτυπωμένο το βιβλίο, που ο Καπτάν-Μιχάλης
+έκανε τα θάμα του, πώς στον άνεμο έκανα, και ταξηγούσα τόσο απλά και
+ταιριαστά, ακούς, να ταπεικάζη όπως κουβεντιάζαμε.
+
+...Ανέβαινε ολοένα πυρωμένος ο ήλιος, φλογερός. Εζέστενε όξω τις
+στεριές, εξάστραφτε μέσα στα πέλαγα, έσβυνε και τον φαρδύν τον ίσκιο
+του Ταΰγετου. Εξύπνησε και τους τζιτζικάδες μέσα στο νησάκι, δίπλα
+μας, που καθισμένοι πάνω στις αμυγδαλιές μας εγλεντούσαν με τα
+τρυφερά τραγούδια τους. Εψαρέβαμ' εμείς ολοένα, ολοένα εδιαβάζαμ'
+εμείς, σκεπασμένοι κάτω από της τέντας τον ίσκιο τον παχύ,
+δροσισμένοι από το μπάτη τον ανάλαφρον, αψηφώντας τα βαριά τα
+λιοπύρια έξω, που έψηναν κ' ελάβριζαν τις ξέρες.
+
+...Θα σου το πω κι αφτό, για να ζηλέψης πλιότερο την τύχη μου. Άβριο
+τα βράδυ, είπαμε με το γέρο μου, θα πάρουμε τον τελωνοφύλακα και τον
+τηλεγραφητή, να βγούμε όλη τη νύχτα, με τα παραγάδια και τις
+πετονιές. Θα σου τα γράψω που λες όλα. Όλα θα σου ταραδιάσω. Έτσι να
+σκάσης απ τη ζήλεια σου...
+
+
+Β'
+ ........
+
+... Επήγαμε χτεβράδι με τα παραγάδια και τις πετονιές, όπως σου
+τόγραφα. Ήταν κι ο Κυρ-Λιάκος ο τηλεγραφητής, παιδί της Αθήνας, που
+μου τον έριξε η τύχη δωθεκάτου στο ερημικό τακρογιάλι μου. Ήτανε κι ο
+Γερασιμάκης ο τελωνοφύλακας, — ο Θυμιάτος, από τα Περατάτα τση
+Κεφαλονιάς, καλέ. Εγώ κι ο γέρος μου· ο χρυσός μου γέρος. Τέσεροι
+όλοι.
+
+...Τάχε όλα έτοιμα αποβραδίς ο Καπτάν-Μιχάλης. Εκατέβασε τις κόφες με
+τα παραγάδια. Εκατέβασε τις κολοκύθες με τις πετονιές. Εκατέβασε κι
+άφτονα χράμια και παπλώματα, να καλοσκεπαστούμε τη νύχτα που βγάζουν
+κρυανά αναβόρια οι στεριές και νοτίζουνε μέσα τα πέλαγα μην
+κρυώσουμε. Επήρε και το μαντολίνο του Κυρ-Λιάκου απ το τηλεγραφείο.
+Επήρε κ' έναν πότη κοκινέλι· να μας κόβη λίγο τη δίψα μες
+ταλατοποτισμένα πέλαγα. Επήρε και μια στάμνα δροσερό νεράκι. Όλα τα
+πήρε. Όλα τα ετοίμασε ο καλός μου γέρος. Κι ακαρτερούσε στη βάρκα
+κάτω. Να δειπνήσουμε κ' εμείς έξω· να βγη και το φεγγάρι πάνω στα
+βουνά· να κατέβουμε ενωρίς, να ξεβγούμε όπου ήξερε ο Καπτάν-Μιχάλης.
+
+... Γιαλό, γιαλό το περιγιάλι εγλυστρούσαμε πάνω στο μαγεμένον του
+φεγγαριού καθρέφτη, κατά την ακροπελαγιά. Αργή, καμαρωμένη εκατέβαινε
+η βάρκα μας μες την ονειρεμένη σιγαλιά της νύχτας. Γεμάτο τόρα το
+φεγγάρι έχυνε τους ασημένιους ποταμούς του μες το πέλαγο. Εσπίθιζε
+μπρος την πλώρη της καμαρωτής βαρκούλας μας, χαριτωμένα έπαιζε μες τα
+αργυρά ταβλάκια που άφινε πίσω η πρύμη μας. Εφώτιζε, εστεφάνωνε
+ταιριαστά και τα ψαρά μαλιά ταχτένιστα, τα μαδημένα γένια του Καπτάν-
+Μιχάλη μας, που ανεμίζονταν στης νύχτας την ανάλαφρη φρεσκάδα. Έξω οι
+στεριές στης νύχτας τη φεγγαροφώτιστη χλωμάδα βυθισμένες εθόλωναν
+φανταχτερά. Τα ριζοβούνια πάνω του Ταΰγετου εκάπνιζαν χωμένα μες τους
+διάφανους ατμούς, που ανάσεναν οι ρεματιές του μέσα οι
+πεντασκότεινες. Ψηλότερ' ακόμα εφλώμωναν κι ασπρολογούσαν οι
+βουνοκορφές φωτολουσμένες. Εξέφεβγαν, ξεμάκρεναν πάνω στον άπειρο
+ουρανό φανταστικές στης νύχτας το βαθύ μυστήριο. Δίπλα μας
+τακρογιάλια, βαθύτερα απάνω τα χωράφια και τα λιοτόπια εκοιμώνταν
+μαγικά κι ονειρεμένα, χωμένα κι αφτά μες στους βαθιούς τους ίσκιους
+τους. Εδιαβαίναμε τόρα ανάμεσα τους κάβους του Αγιανιού και στο
+νησάκι. Ακίνητος εδώ, διάπλατος ποταμός απλωνόταν το στένωμα.
+Ορθόκορμο από τη μια μεριά το χλοερό νησάκι, έκοβε της ξεπνοϊσμένης
+νυχτομπασιάς το δροσερό το φύσημα, μες απ τα πέλαγα ταπέραντα. Ούτε
+φύλλο εσάλεβε στο νησάκι πάνω, ούτε πνοή εφυσούσε μέσα στο στένωμα.
+Αζάρωτο ποτάμι μαγικό, εγλυκοκοιμώταν μες τ' αθώρητα τα βάθη του τα
+μυστικά, περικλεισμένο γύρωθε ανάμεσα στα βράχια του νησιού και της
+στεριάς τις ξέρες. Γερμένα τα δέντρα πάνω στο νησί, φωτολουσμένα κι
+αφτά κάτω από τα λαμπρό φεγγάρι, εκρέμαγαν φανταχτερές πλεξούδες τα
+κλωνάρια τους απάνου στου γιαλού τακίνητα τα πλάτια, κ' εμάκρεναν
+τους πυκνωμένους ίσκιους τους κάτω στην ασημένια πλάκα. Εχάιδεβαν τα
+ολόγλυκα αργυρόφωτα τις ρειπωμένες τάπιες του Χαλασμένου κάστρου πάνω
+στο νησί· εξέκοβαν, εξέσερναν κάτω μαλακά, στα σωριασμένα πάνω τα
+χαλάσματα. Έτρεχε η βάρκα μας αργή· εδιάνοιγε η καρίνα μας
+ταφροστεφανωμένα αβλάκια πίσωθε· να παίζη, να κυλιέται, να χορέβη το
+φεγγάρι μέσα τους. Βουβός ο γέρος ο ψαράς έλαμνε τα κουπιά μας. Και
+ξαπλωμένοι πίσω εμείς, εξεχαστήκαμε στο άπειρο μεγαλείο του μαγεμένου
+πάνω τουρανού, που βυθισμένος μέσα στα ανοιχτά γαλάζια του αγκάλιαζε
+τον κόσμον όλον κάτω τον αρμονικό, χωμένος μες τη μυστική
+νυχτοσιγαλεριά και την ονειρεφτή μεγαλοπρέπεια.
+
+...Με το φεγγάρι ψάρια δεν ψαρέβονται, έλεγε ο Καπτάν-Μιχάλης. Θα
+επαγαίναμε ναράξουμε πέρα στο Καλαμίτσι απόξω στη Σπηλιά. Να
+κοιμηθούμε λίγο· να μας πάρουν τα μεσάνυχτα. Να ξεφεγγαρώση κιόλα· να
+σβύση τέλεια το φεγγάρι μες τη θάλασσα, και τότε θα ψαρέβαμε. Η
+μπουκάλα μας είχε μεσιάσει τόρα. Ο γέρος μας σε κάθε ποτηριά που
+εστράγκιζε, εσούφρωνε τα ζαρωμένα χείλη, εσούρωνε τη γλώσα πάνω στον
+ουρανίσκο μ' εφχαρίστηση, έλαμνε ξαναγενημένος τόρα τα κουπιά, κ'
+έλεγε, ολοένα έλεγε ακράτητος. Ο Γερασιμάκης ο τελωνοφύλακας, — ο
+Θυμιάτος, καλέ, από τα Περατάτα — εχρειάστηκε ένα δυο ποτηριές ακόμα,
+για νάρθη στο ντουζένι. Ο Κυρ-Λιάκος πια, — στην Πλάκα τόχουνε,
+ακούς, το σπίτι, — πιθαμές την κατέβαζε τη μπουκάλα. Ε, κ' εγώ πίσω
+πίσω τόκανα, που λες, το μέρος μου. Όταν εκουρδίστηκε ο Κεφαλωνίτης
+στα καλά, επήρε κι ο τηλεγραφητής το μαντολίνο. Κιθάρα δεν είχαμε,
+βλέπεις, που «την έπαιζε τόσο καλά» ο Γερα-σιμάκης, — έλεε. «Του την
+έσπασε μια μέρα, διάολ' έμπα μέσα του, το παιδάκι του», — έλεε. «Από
+τολότελα, καλή κ' η Παναγιώτενα», — έλεε.
+
+... Ετραγουδούσε ο Μεμάς, τον εβοηθούσε ο Κυρ-Λιας, εκομπανιάριζε και
+με το μαντολίνο. Έφεβγε η βάρκα μας αργή, έφεβγαν δίπλα τα νερά,
+έφεβγε το νησάκι πίσω μας, βαθιά. Έφεβγαν οι στεριές στο πλάι μας,
+έφεβγε απάνουθέ μας το φεγγάρι. Όλα έφεβγαν χόρεβαν ισκιωμένα πάνω
+στη στεριά, ξεμάκρεναν φανταχτερά μέσα στα πέλαγα. Άπλωναν πάνω στα
+γαληνεμένα τα νερά νανουριστοί του μαντολίνου οι τόνοι. Έσμιγαν
+τολόγλυκο τραγούδι του τελωνοφύλακα· έσμιγαν το βαθύ της νύχτας το
+μυστήριο· έσμιγαν τη γαλήνη γύρω τη φεγγαροφώτιστη. Εγλυκοηχούσαν
+πάνω στο μαγεμένο πέλαγο, έξω στις ισκιωμένες γύρω τις στεριές, σε
+μια αρμονία ξωτική κι ονειροφάνταστη, που σου συνέπαιρνε το νου, σ'
+έφερνε σ' άλλους κόσμους μυστικούς κι απόκοσμους. Ξαφνισμένα μες την
+αρμονία, που την άφξαιναν, όχι τόσο τω μουσικών η τέχνη, όσο της ώρας
+η βαθιά σιγή, κ' η μαγική της νύχτας η γαλήνη, επρογκούσαν στα
+βραχωτά ακρογιάλια γύρω, μες από τις σπηλιές τους τις αθώρητες, τα
+ολόλαμπρα κ' ερημικά θαλασοπούλια. Άφιναν στρίγλικα άγρια τσιριχτά,
+πάνω στις ακροπελαγιάς τα βράχια· άστραφταν την ολόχρυση φτερούγα
+τους μες τα γαληνεμένα τα νερά, κ' εχάνονταν στα πλάτια του γιαλού
+κεικάτω τρομαγμένα.
+
+... Αλήθεια, εκοιμήθηκες καμιά φορά στη βάρκα μέσα; Συ κιόλα,
+πολυχαϊδεμένε μου! Συ κιόλα, που θες να μη σου λείψη μες τα
+πνιγερότερα λιοπύρια η πιο μαλακή φανέλα της Τριπολιτσάς, και τη
+διπλιάζεις το χειμώνα; Συ κιόλα, που λίγο να κρυαδίζη η καλοκαιρινή
+βραδιά, δεν ξεκολάς διπλά ταπανωφόρια απάνωθέ σου; Χα! χα! Στη βάρκα
+εσύ να κοιμηθής! Αν είχες μέσα και την κουνουπιέρα σου και την καλή
+μαμά σου δίπλα, να ξαγρυπνά την νύχτα κάθε λίγο στο πλεβρό, να σε
+αλαφροσκεπάζη, το πιστέβω.
+
+...Ξεπνοϊσμένη, ελαφρή νυχτερινή φρεσκάδα του γιαλού, ανέβαινε απ τα
+πέλαγα βαθιά. Πάνω από τις ράχες δροσερό το στεριανό αγεράκι
+εκατέβαινε. Συναπαντιώνταν μες την αραγμένη τη βαρκούλα μας, έξω από
+της Μορτσίλιας τη σπηλιά· την αργοσάλεβαν ανάλαφρα μες του γιαλού τον
+μαγικό τον κόρφο κοιμισμένη. Μας εγλυκονανούριζαν κ' εμάς μες τον
+ουράνιον ύπνο μας, σταμπάρι κάτω πλαγιασμένους.
+
+...Ο γέρος μου ο χρυσός, απ ώρα ξύπνιος φαίνεται, εδόλωνε τα
+παραγάδια τόρα και τις πετονιές, στην πρύμη καθισμένος. Θάχαν πάρει
+μεσάνυχτα. Όλος ο κόσμος είχε αλλάξει όψη γύρω μας. Το φεγγαράκι
+εβύθισε και πάει μέσα στα αθώρητα τα βάθη του γιαλού. Έσβυσαν πάνω,
+μες τη σκοτεινιά, και οι βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Εμούντωσαν τα
+πέλαγα στα πλάτη τους τρομαχτικά. Εμάβρισαν τα περιγιάλια γύρω μας.
+Δίπλα μας της Μορτσίλιας η νεραϊδοκατοικημένη η σπηλιά, εφάνταξε μες
+τη φριχτήν ανατριχίλα της νύχτας της τρισκόταδης, ωσάν πελώριο στο
+βράχο στόμα σκιαχτερό, που εχτυπούσαν τα φτερά τους οι νυχτερίδες μες
+τους βαριοΐσκιωτους τους θόλους της, κ' έσκουζαν θλιβερά τα μάβρα
+νυχτοπούλια. Γύρωθ' από τη βάρκα μας, των πετονιών οι κολοκύθες μες
+το πέλαγο απλωμένες, αργοσαλέβαν ολοζώντανα κεφάλια πάνω στο γιαλό.
+Και μες της ώρας την τρομαχτική σιγαλεριά, εφάνταζαν τόσα
+ανθρωποκέφαλα Ουγολίνικα, πνιγμένα μες τη μάβρη κόλαση του Ντάντη,
+που μας έκραζαν σπαραχτικά, βοήθεια!
+
+...Αργά πολύ, ύστερα από τα μεσάνυχτα, εσηκώσαμε τα παραγάδια.
+Επήραμε και τις πετονιές. Ψάρι άφτονο. Και τι δεν είχαμε! Ως και
+σαλάχια εσήκωσε το παραγάδι μας. Ένα δεν το κατάφερε καλά ο Καπτάν-
+Μιχάλης στο ξαγγύστρωμα. Του την κάρφωσε στο χέρι τη φαρμακερή του
+ουρά, και τον πονούσε ύστερα δυο μέρες.
+
+...Αχάραγο ακόμα, κάτω από την πρωινή δροσούλα, με την πρωινή
+μαντολινάτα μας, εψάλαμε της κονταβγής τη χάρη. Εγυρίζαμε ολόχαροι,
+εφτυχισμένοι απ το κυνήγι στην πανώρια Τίκλα μας. Αποβραδίς
+εστράγκιξε τη μπουκάλα ο Καπτάν-Μιχάλης και τόρα στα χαράματα εμέθυσε
+από χαρά κι αφτός. Και λάμνοντας σιγόκλαιε·
+
+ Να ήταν η θάλασα κρασί,
+ Ω, τύχη και ζωή χρυσή!
+ Να ήταν η βάρκα κούπα...
+[ 1895 ].
+
+
+
+Τ Ο Σ Ε Λ Α Χ Ι
+
+
+
+Η σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_ ακούσαμε που
+κουφογόγκηξε, σα να την ανέβαιναν τρεις τέσεροι απανωτά. Μερικοί
+κατάχαμα διπλοπόδι στρωμένοι, που τάκοβαν στην πασέτα, κι άλλοι γύρω,
+που εκαμάρωναν με ζήλιαν ολοφάνερη τον τζόγο, όταν αγρήκησαν τα βαριά
+πατήματα όξω, έκρυψαν με βία τα τραπουλόχαρτα, κ' εσκόρπησαν
+φοβισμένοι, άλλος εδώ κι άλλος εκεί μες το δωμάτιο. Δυο τρεις έτρεξαν
+στην πόρτα κ' εκόλλησαν τα μάτια τους περίεργα στο σιδερόφραχτο
+φεγγίτη. Άλλοι έτρεξαν κ' εστήλωσαν τα κεφάλια τους στα χοντρά
+κάγκελα του παραθυριού κατά τη σκάλα, να ιδούν όξω τι τρέχει. Όταν
+έπαψαν τα πατήματα απόξω, εφάνηκε ανάμεσα από το σιδερόφραχτο φεγγίτη
+της πόρτας του Αρχιφύλακα η λιοκαημένη μορφή, κάτου από το
+βυσινοκόκινο φέσι του.
+
+ — Εδώ, Σκοπέ! έκαμε βροντερή κι άγρια του Κυρ-Λοχία η φωνή, μπρος
+την πόρτα. Εχτύπησε στα πλάγια του γκρα κι άφησε μεταλικόν ήχο η
+σουβλερή ξιφοθήκη, ανεμίζοντας πέρα δώθε τη λερή φουστανέλα του
+Σκοπού. Ο γκρας με βιασύνη σηκώθηκε κι αφτός πάνου στον πλατύν ώμο
+του έβζωνα, από τη γη χάμου, οπαναπαβόταν ακουμπισμένος
+
+Νέα πατήματα βαριά και γοργοκίνητα τόρα ακούστηκαν πάλι πάνου στη
+σαπισμένη σκαλωσιά από της σκοπιάς το μέρος, και νέος χτύπος βαρύς
+του γκρα, που τον κατέβασε ο έβζωνας μπρος την πόρτα μας, έσεισαν όλη
+την ξεχαρβάλωτην ταράτσα απόξω. Η μορφή του Σκοπού εζωγραφήθηκε κι
+αφτή τόρα στην πόρτα μας μπροστά, ανάμεσα από το δίχτι του
+σιδερόπλεχτου φεγγίτη, κάτου από την ανεμισμένη φούντα του φεσιού
+του.
+
+Ο Επιστάτης με μιαν αρμαθαριά κλειδιά γιαλιστερά κι άσπρα από την
+αδιάκοπη χρήση, μπήκε μπροστά στον Αρχιφύλακα. Επέρασε ένα κλειδί·
+ύστερ' άλλο ένα. Τα στρυφογύρισε μ' ορμή στις κλειδαριές· άνοιξε το
+βαρύ λουκέτο· έσυρε τον ολόχοντρο μάνταλο έσπρωξε τη σιδεροκάρφωτην
+πόρτα με τον ώμο του. Μπήκε μπροστά ο Επιστάτης με τα χαρτιά στο
+χέρι. Μπήκε ξοπίσω ξιπασμένος κι ο Αρχιφύλακας.
+
+ — Όλοι στη γραμή! είπ' ο Κυρ-Λοχίας· κ' εμπήκαμε στη γραμή.
+
+Ύστερα έναν ένα διάβαινε μπροστά μας και μας μέτραε, δείχνοντας με το
+δάχτυλο·
+
+ — Ένας!.. δύο!.. τρεις!.. πέντε!.. δέκα!.. είκοσι!.. εικοσιδύο!..
+
+ — Πλήρεις, πανοπλήρεις! είπ' ο Επιστάτης, χαμογελώντας μέσα στο
+ξανθό του μουστάκι και ξεδιπλώνοντας τα χαρτιά στα χέρια.
+
+Εμείς στεκόμαστε άλαλοι, βουβοί· σαν κούτσουρα αραδαριά.
+
+Ο Επιστάτης άρχισε να διαβάζη·
+
+ — &Δήμος Καναβιός&! ήρθ' από τ' Ανάπλι το βούλεμά του αθωτικό.
+Νάβγη, λέει, τέλεια ελέφτερος· σήμερα εικοσιτρείς, Σετέμπρης μήνας,
+έτος χιλιοστό οχτακόσια ενενήντα, και με γεια και το πράτιγο!..
+
+ — Με γεια και το πράτιγο! εσκούξαμε κ' εμείς οι άλλοι κατάδικοι,
+όλοι μ' ένα στόμα.
+
+ — Δόξα σ' ο Θεός, Χριστούλη μου! δοξασμένο τόνομά σου, Παναγίτσα
+μου! είπ' ο άμοιρος ο Καναβιός ολόχαρος, κ' εσταβροκοπιόταν.
+
+Εμείς οι άλλοι αναστενάξαμε βαθιά.
+
+Πώς τον εζηλέβαμε τον Καναβιό!
+
+ — Έλα τόρα, του κάνει ο Κυρ-Λοχίας· έλα τόρα, του λέει, παράτα τα
+σταβροκοπήμια· τα τσάβαλά σου, άραχνε, και δρόμο!
+
+Ο Καναβιός πασίχαρος, δεν εκαρτέραε άλλο. Άρχισε να ξεκρεμάη από τον
+τοίχο την παλιοκασέλα του· να ξεκαρφώνη το πρόσθετό της σουρτάρι
+αποκάτου. Εμάζεψε μια παλιοβελέντζα πούχε ψιριάρικη ο μάβρος·
+εδίπλωσε μέσα της μισό φύλλο φουστανέλα λιγδερή, πούχε απομείνει
+κουρελιασμένη· επέρασε το μουχλιασμένο του σελάχι, εσυγυρίστηκε καλά,
+κ' ήταν έτοιμος.
+
+Εμείς οι άλλοι, όσο εσυγυριόταν βιαστικά πότε να βγη, τον εκαμαρώναμε
+με κάποιο πικρό παράπονο, και τον καλοτυχίζαμε που θάβλεπε τη
+λεφτεριά του ο μάβρος.
+
+Το καταλάβενε ο άμοιρος, που εζηλέβαμε την τύχη του·
+
+ — Σωπάτε, ωρές παιδιά, κ' έχει ο Θεός και γιατ' εσάς! Καλή απομονή,
+και θανάρθη κ' η εδική σας αράδα! Τι να κάνης για ταδέρφι! Καλή
+απομονή το λοιπόν!...
+
+ — Μάβρ' υπομονή! είπ' ένας βαρυποινίτης, σειώντας πάνου κάτου με
+πικρό παράπονο ταχτένιστό του κεφάλι.
+
+ — Μάβρη κι αράχνη! είπ' ένας άλλος.
+
+Μας έδινε ενού ενού το χέρι, μας εφίλειε δακρυσμένος από μεγάλη του
+συγκίνηση. Να πάρη να φύγη, που τον έβιαζε κι ο Αρχιφύλακας να κάνη
+αναγκαστά.
+
+Έδοσε το χέρι και στον Ψυχομάνη. Αφτός κάτι του ψιψίρισε σταφτί και
+τον αποτράβηξε παράμερα στην αγκωνή.
+
+Ο Ψυχομάνης ήταν μάγεράς μας μέσα στο _Ένα_. Ήταν και καφεντζής. Ήταν
+ο πιο βαρυποινίτης κι ο πιο άγριος κι αχόρταγος μέσα στο _Ένα_. Στη
+φυλακή, όπως κι όξω στην κοινωνία, ο πιο δυνατός βάνει κάτου όλους
+τους άλλους, που δε βρίσκουν λόγια να φωνάξουν το δίκιο τους. Για
+τούτο κι ο Ψυχομάνης, ο πιο βαρυποινίτης αφτός κι ο πιο άγριος κι
+αχόρταγος αναμεταξύ μας, είχε τη _φουβού_ και το _τεζάκι_ στο _Ένα_.
+Ωφελιόταν σημαντικά από μας τους άλλους, που μας ρούφαε σα γιδοβύζι
+το αίμα, δίχως να βγάνουμ' άχνα από το φόβο μας.
+
+Σαν τον αποτράβηξε στην αγκωνή παράμερα, κάτι του είπε ο Ψυχομάνης
+σιγά. Ο Καναβιός λαφιασμένος, επάσκιζε να τον πείση με θερμά
+παρακάλια, όπως έδειχναν οι ζωηρές του χειρονομίες, πως δεν ήταν
+βολετό να γίνη κείνο που του ζήταε του άμοιρου. Εκείνος, αγρίμι καθώς
+ήταν πάντα, δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι εφιλονίκαγαν στην άκρη
+κάμποσο, για μεγάλη στενοχώρια του Επιστάτη και του Αρχιφύλακα
+οπακαρτέραγαν ανυπόμονοι.
+
+Καμιά φορά, ξαφνικά ο Ψυχομάνης αγριέβει· ρίχνει το χέρι μορμή, του
+κόβει το σελάχι από τη μέση του άμοιρου Καναβιού. Απόμεινε αφτός στην
+άκρη αποσβολωμένος απ τη ντροπή του.
+
+ — Να, του λέει, κ' εγώ σα δεν έχης!
+
+Αποτραβήχθη με το σελάχι στα χέρι αλλαξοπρόσωπος.
+
+ — Μα κει που θα μου πάρης την ψυχή, αδερφούλη μου, κάλλια το σελάχι!
+ξεφώνησε ντροπαλά ο δύστυχος Καναβιός, κ' εγύρισε κατά μας,
+συχνοσηκώνοντας με μεγάλη στενοχώρια τους ώμους.
+
+Ο Κυρ-Λοχίας τόρα οπού εκατάλαβε τι τρέχει άναψε. Γύρισε κατά τον
+Ψυχομάνη στην άλλην άκρη.
+
+ — Τ' είν', ωρέ, παλιόσκυλο; του λέει· τ' έχς για, ωρέ, και κάνς
+έτσι;
+
+Ο Ψυχομάνης τάχασε.
+
+ — Ωρέ, γω σ' κρένω, τι χαλιέβς εκεί;...
+
+Ο Ψυχομάνης τάχασε πλιότερο. Εκούναε του Καναβιού το σελάχι στα χέρια
+κ' εγύρεβε λόγια.
+
+ε μασιέται, Κυρ-Λοχία μου! Δεν τρώεται πλιο!
+Μου χρωστάει δυόμιση δραμές από φαΐ και καφέδες. Του λέω να μου τις
+δώκη· δεν έχει, λέει σα βγη όξω, λέει. Και που θα τόνε ξαναϊδώ γω,
+Κυρ-Λοχία μου; Του πήρα γιά το σελάχι, να μου τις φέρη. Και μεις
+φτωχοί λεγόμαστε, Κυρ-Λοχία μου· μα δεν το φκιάνουμ' έτσι μάτα, Κυρ-
+Λοχία μου...
+
+ — Κι αφού και δεν έχει, ωρέ παλιόλιγδα, τι τον παλιέβς, ωρέ, να σου
+δόνη τόρανες; α; Έτσ' για, το λοιπόν, τς πνιουν τς ανθρώπους;.. α;..
+
+Όσο τούλεγε, τόσο άναβε κ' εφούντωνε πλιότερο ο Κυρ-Λοχίας. Μπραφ!
+τον έχει του κόβει κ' έναν κατακέφαλο στο τέλος. Του παίρνει και το
+σελάχι από τα χέρια και τόδοσε πάλι στον άμοιρον Καναβιό, οπεστεκόταν
+στην άκρη αποσβολωμένος.
+
+Ο Κυρ-Λοχίας, — Μπαλατσό τόνε λέγαν, αλήθεια, — έσπρωξε τον Καναβιό
+με τα παλιοτσάβαλά του καταόξω. Βγήκε κι αφτός. Βγήκε κι ο Επιστάτης
+αποπίσω. Σαν βγήκαν κ' οι τρεις, ξανάτριξαν τα βαριά κλειδιά,
+ξανάκλεισε η πόρτα. Πήγε κι ο Σκοπός στη σκοπιά του.
+
+Ο Ψυχομάνης δαιμονισμένος δάγκανε τα μελανιασμένα του χείλη από θυμό.
+Εταπεινώθηκε στα μάτια κείνων, που τους είχε συνηθισμένους να
+ζαρώνουν πάντα μπροστά του. Δεν ήταν λίγο το κακό! Έτριξε τα δόντια
+όπως συνήθαε και πήγαινε να φρενιάση.
+
+Ο Καναβιός ελέφτερος τόρα απόξω, ξαναγύρισε πάλι σα νάθελε ο άμοιρος
+να συχωρέση τον Ψυχομάνη για το κακό που τούκαμε. Εκόλλησε το χλωμό
+πρόσωπό του στο σιδερόφραχτο φεγγίτη μπροστά, και μας άφισε τον
+υστερνό χαιρετισμό·
+
+ — Έχετε γεια, ωρ' αδέρφια! Καλή κοινωνία, ωρές παιδιά! είπε κ'
+εροβόλησε περίχαρος τη σάπικη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_.
+
+Του Ψυχομάνη τάγρια μάτια αστραποβόλησαν στη φωνή, κατά την πόρτα,
+πούχε χαθή πίσωθέ της του Καναβιού η ολόχαρη μορφή. Ξανάτριξε τόρα τα
+δόντια με λύσα, από μέσα. Έσφιξε τη γροθιά του μανιασμένος κατά το
+φεγγίτη. Σαν είδε που δεν ήταν απόξω ο Καναβιός, εμούγκριξε σα
+δαμάλι·
+
+ — Κατ' ανέμου, παλιόλεπρα! κ' εχώθηκε στο βάθος του δωματίου
+ντροπιασμένος.
+[1894].
+
+
+
+Ο Τ Ε Μ Π Ε Λ Η Σ
+
+
+
+ — Ήταν, οπού λέτε, τεμπέλης ο άμοιρος. Οκνιάρης φοβερός, που δεν
+είχε το ταίρι του. Να τρώη, να τρώη ήθελε. Να περιδρομιάζη αδούλεφτο.
+Σαν εφούσκωνε καλά την παραδαρμένη του, εξεζωνόταν τη φουστανέλα του,
+κ' έγερνε σε καμιά λάκα ανάσκελα. Άνοιγε το στόμα στον ήλιο σα
+λουρίτης, κι αγκομάχαε από το πολύ πρήσιμο. Μα όσο να τον τρέφουν,
+παιδιά μου, οι γονήδες του τον καθένανε, έρχεται, καιρός που τους
+χάνει. Κ' είνε πια πρεπειό του κι ανάγκη του, να ξεδουλέψη κι ατός
+του το ψωμάκι του. Μην ψοφήση από την πείνα, σα μολεμένο κουτάβι.
+Έτσι ήρθε καιρός, που κι ο δικός μας ο φιλαράκος έχασε από τον κόσμο
+τους γονήδες του. Έχασε από το ράφι το καρβέλι· κι απ τη λαγήνα τα
+λουκάνικα· κι από τ' ασκάκι τα τυροψίχαλα. Όλα τάχασε. Αν ήταν
+τεμπέλης, ήταν ξυπνητός όμως, να ειπούμε τη μάβρη αλήθεια. Τι να
+κάμη, τι να κάμη· συλλογιζότανε. Τούρχεται μια σοφή ιδέα: Δουλεφτής
+να είμαι, δεν είμαι· νοικοκύρης να είμαι, δεν είμαι· άμαθος καθώς
+είμαι στη δουλιά, — τεμπέλης νάλεγε, δεν τόλεγε· είχε μεγάλη ιδέα για
+λόγου του· — τι να κάμω; τι να κάμω; Παπάς να γίνω! Παπάς να γίνη,
+καλό τόβρισκε. Μα έπρεπε να βρη και τον τρόπο. Ας πάω, έβαλε με νου
+του· ας πάρω το στρατί στρατί, και ρωτώντα ρωτώντα κανείς πάει στην
+Πόλη, κάποιο χωριό θα βρω που να μην έχη Παπά. Μια και δυο, το
+σακούλι στον ώμο, δώθε παν οι άλλοι. Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις
+ημέρες, ρωτώντα τον ένα και τον άλλο διαβάτη, μαθαίνει πως το τάδε
+χωριό δεν έχει Παπά. Μια και δυο, πάει στο χωριό· στο Νιοχώρι να
+ειπούμε.
+
+ — Γεια σας, χωριανοί μου. — Καλώς κοπιάζεις. — Παπά δεν έχετε, Παπά
+γυρέβετε. Μου δίνετε υπογραφάδες στο Δεσπότη, να με κάνετε Παπά, όπου
+έχω από προσπάπου μου, να μιλώ με το Θεό, όποτε θέλω να βρέχη κι
+όποτε θέλω να μη βρέχη; Ήταν και μεγάλη ανεβροχιά κείνον τον καιρό·
+είχαν έλλειψη κι από Παπά οι χωριανοί. — Σε κάνουμε, του λένε, Παπά.
+Του δίνουν και υπογραφάδες, γίνεται Παπάς. Ήρθε η μια Κυριακή να
+λειτουργήση· ελειτούργησε. Απολείτουργα βγαίνει στην Ωραία Πύλη.
+Βγήκε στην Ωραία Πύλη, και πιάνει και τους λέει. — Ε, βλογημένοι μου,
+θα εφκηθώ τόρα στο Θεό, να βρέξη ή να μη βρέξη. Μα θέλω να μου πήτε
+πρώτα· να βρέξη θέτε, ή να μη βρέξη;... Ήταν καιρός, που άλλοι είχαν
+ταραποσίτια στις λιάστρες· άλλοι τις ελιές τους στο φούσκωμα· άλλ'
+ήθελαν να οργώσουν, να σπείρουν, και τέτοια. Άρχισαν, το λοιπόν, μες
+την εκλησιά φωνές, κακό. Οι μισοί να βρέξη, κ' οι μισοί να μη βρέξη.
+Άλλοι ναι, κι άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι τρανό. Τι να κάμη κι
+ο βλογημένος ο Παπάς! Έκλεισε τη λειτουργία και δώθε παν οι άλλοι. —
+Ε, παιδιά μου, τους λέει, την άλλην Κυριακή. Ήρθε κ' η άλλη Κυριακή.
+Απολείτουργα βγήκε πάλι ο Παπάς και τους ρώτησε το ίδιο πάλι· να
+βρέξη, ή να μη βρέξη; Κείνοι άρχισαν τα ίδια πάλι. Άλλοι να βρέξη, κι
+άλλοι να μη βρέξη. Άλλοι ναι, κι άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι
+τρανό. Τι να κάμη κι ο βλογημένος ο Παπάς! Κλει τη λειτουργία πάλι,
+και δώθε παν οι άλλοι. — Ε, παιδιά μου, τους κάνει, την πιριάλλην
+Κυριακή. Έρχεται κ' η πιριάλλη Κυριακή. Απολείτουργα βγαίνει ο Παπάς,
+και τους ρωτάει το ίδιο πάλι· να βρέξη ή να μη βρέξη; Κείνοι τα ίδια
+και τα ίδια. Άλλοι να βρέξη, άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι
+τρανό. Τι να κάμη να τους οικονομήση κι ο βλογημένος ο Παπάς. — Ε,
+βλογημένοι μου, τους λέει· σα δε μπορείτε να συφωνήστε, ή το 'να, ή
+τ' άλλο, ή να βρέξη, ή να μη βρέξη να ταφήσουμε, λέγω γω, στου
+Μεγαλοδύναμου το θέλημα. Ό,τι θέλει, ας κάμη, δόξα νάχη! Θέλει ας
+βρέξη, θέλει ας μη βρέξη!..
+[1894]
+
+
+
+Τ Α Λ Α Λ Α Γ Κ Ι Α
+
+
+
+ — Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Την καρδιά μου σπάραξε!
+
+Η μάνα με την ψυχοπαίδα, δεν είχαν πάρει μεσάνυχτα ακόμη, κ' ήταν
+ξύπνιες. Εσηκώθηκαν, έβαλαν φωτιά, κι άρχισαν να ψήνουν τα λαλάγκια.
+Μας πήρε η τσίκνα του λαδιού, που τίκλωσε μέσα το σπίτι. Ακούσαμε και
+το τσιτσίρισμα του τηγανιού στη φωτογωνιά. Επεταχτήκαμ' από τα
+στρώματα κ' εμείς τα παιδιά. Ετριγυρίσαμε τη φωτογωνιά γύρω ολόχαρα.
+Ακαρτερούσαμε λαίμαργα, να ψήση η μάνα τα λαλάγκια, να μας ρίξη
+κανένα.
+
+ — Δεν κάνει, μας έλεγε η μάνα, να κάμετε αρχή, πριν αποψηθούν όλα.
+Δεν το θέλει κι ο Χριστούλης μας!
+
+Οι ξερές οι λιοπυρίνες ελαμπάδωναν τόρα στη φωτογωνιά, που καθετόσο
+επαραγέμιζε το τζάκι η ψυχοπαίδα. Εξερότριζαν τα σπασμένα
+λιοκούκουτσα κάτουθε στη σιδεροστιά. Εψιψίριζε, εχόχλαζε μες το
+βαθουλό τηγάνι το φρέσκο ταγουρόλαδο, ξεροψήνοντας ταφράτα φειδωτά
+λαλάγκια. Εξερογλυφόμαστε εμείς, τρίβοντας με τα δυο χέρια τα μάτια.
+Όχι τόσο από τον πυκνό τον καπνό, όσο από την παιδιακήσια μας
+λιχουδιά. Η μάνα ανακάτεβε το τηγάνι με ταδράχτι. Μας εξάνοιγε
+καθετόσο μες απ τον καπνό, κ' εχαμογελούσε. Γύριζε πάλι και μας έλεγε
+χαϊδεφτά,
+
+ — Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης μας;
+
+Χαλασμός κόσμου έξω. Εμούγκριζε κάτω δαιμονισμένη η θάλασα. Εκύλαε με
+διαβολική βουή βουνά θεώρατα τα κύματά της, κ' επάλεβε με τις Τίκλας
+τα σιδερένια καταγιάλια. Τα θυμωμένα κύματα, όπως πάντα σε τέτιες
+θαλασοταραχές, εμούγκριζαν κ' εξεθύμαιναν τον οργισμένον τον αφρό
+τους κάτω στου σπιτιού τα θεμέλια. Φορές φορές, ύστερα από τη βουή
+που εκύλαε σπορίζοντας το κάθε κύμα, ενιώθαμε να τραντάζη ολόβολο το
+σπίτι κάτου από τα πόδια μας.
+
+Απάνουθε πάλι ο Ταΰγετος εκατέβαζε κύματα τ' ανεμόχολο. Ετάραζαν τα
+γιαλιά στα παράθυρα. Εκουφοσφύριζε ο άνεμος στα κλαδιά της μεγάλης
+μουριάς. Εβογκούσε κ' εγύρεβε να ξεριζώση τις τζαμόπορτες της
+μπασιάς. Δυο τρία κεραμίδια ξεκόλησαν απάνουθε, κ' επλατάγησαν κάτου
+στο δρόμο. Μια γλάστρα από την ταράτσα ετινάχτηκε στης αβλής τις
+πλάκες. Η στέγη απάνου εχοροπηδούσε σαν τρελή. Η καπνοδόχη εκατέβαζε
+ολοένα τον άνεμο. Έπεφτε κάτου, εσκόρπιζε τις στάχτες, ανέμιζε τον
+καπνό, τον εστρυφογύριζε μέσα τις κάμαρες, τον ελίχνιζε κ' ετίκλωνε
+όλο το σπίτι. Οι φλόγες του λυχναριού ελύγιζαν πέρα δώθε, κ'
+εξεχώριζαν σε διπλές γλώσες γλυκοπράσινες.
+
+Η μάνα περίχαρη και γελαστή, — τι μέρα ξημέρωνε αλήθεια! — ανακάτωνε
+τα λαλάγκια με ταδράχτι, να ξεροψηθούν. Κόκινη κόκινη, φουντωμένη, με
+ροδισμένο το πρόσωπο από τη φωτιά, μας ξάνοιγε μες απ τον καπνό που
+σήκωναν οι λιοπυρίνες κ' εχαμογελούσε. Έγερνε, μας έβλεπε με μάτια
+πλημυρισμέν' αγάπη· μας εξανάλεγε χαϊδεφτά,
+
+ — Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης;
+
+ — Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Μου τήνε σπάραξε την καρδιά!
+
+Το μικρό ταδερφάκι ήταν ξεπεταμένο λίγο· μα ήταν και μωρουδάκι ακόμα.
+Ήθελε να χαζέβη δώθε κείθε μέσα το σπίτι, και ταφίναμ' ελέφτερο. Σαν
+είδε που ξυπνήσαμ' εμείς, του είπε ο άγγελός του εξύπνησε κι αφτό.
+Είδε που λείπαμ' εμείς από το στρώμα. Άκουσε και το κακό που γινόταν
+έξω. Έβαλε τις φωνές. — Μάνα μάνα· πού &είσατε& μάνα; Επήγε η
+ψυχοπαίδα μας, που νάκοβε το πόδι της κάλλιο· τόφερε κι αφτό. Το πήρε
+η μάνα, τόσφιξε στην αγκαλιά· «πουλάκι μου!», το φίλησε, τόβαλε στην
+ποδιά της. Άρχισε πάλι νανακατώνη με ταδράχτι τα λαλάγκια, να
+ξεροψήνωνται. Η ψυχοπαίδα ξεμπρατσαλωμένη ως τον άγκωνα, έπλαθε
+μασούρια το ζυμάρι στην πινακωτή. Ύστερα έπιανε τις άκρες, τα
+δίπλωνε, τους έδινε διάφορα σχήματα, τα βύθιζε μες τ' αναβραστό το
+λάδι. Το μικρό την έβλεπε μανοιχτά μάτια την ψυχοπαίδα, να βυθίζη στο
+τηγάνι τα ωμά τα λαλάγκια, σα φείδια κουλουριασμένα κι άλλα σα
+σταβρουλάκια διπλά. Κάτι του φαινόταν ποιος ξέρει.
+
+Η μάνα προσηλωμένη στ' ανακάτωμα, ούτε που τόβλεπε το παιδί στην
+ποδιά της. Άξαφνα φωνές, κακό· Παναγιά μου! τρομάρα μου! Χριστούλη
+μου! ξεφωνητά, ανακατοσούρα. Τα χάσαμ' εμείς τα παιδιά. Τρόμαξε κι ο
+πατέρας, πήδησε από το κρεβάτι· έτρεξε στη φωτογωνιά λαφιασμένος,
+δίχως παντούφλες.
+
+Το μικρό ταδερφάκι, εκατάλαβες, ήθελε να δοκιμάση το μωρό γιατί τάχα
+η ψυχοπαίδα εβύθιζε τα χέρια στο τηγάνι. Έδοσε μια, πριν το προφτάση
+η μάνα· άπλωσε απ την ποδιά της, εβύθισε το κατατρυφερό χεράκι του
+στ' ολόκαφτο το λάδι, που σίδερο νάταν θα τόψηνε.
+
+Για τούτο κάθε χρόνο αποτότε, τη νύχτα της παραμονής, μέσα στη μεγάλη
+μας χαρά που τέτια μέρα ξημερώνει, θυμόμαστε κ' εκείνη τη βραδιά. Κι
+αν την ξεχάσουμε κανείς, μα της μανούλας η καρδιά δε λησμονά, τέτιες
+λαχτάρες. Χαδέβει ταλαφρά σημάδια της φωτιάς σταγαπημένο χέρι του
+λεβέντη της, και μας θυμίζει πάντα·
+
+ — Τι βραδιά κ' εκείνη, Χριστούλη μου! Μου την έσκισε την καρδιά!
+Δόξα νάχης που μου το φύλαξες!..
+[1894].
+
+
+
+Ο Ν Α Ο Σ Τ Η Σ Γ Ι Α Ν Ο Υ Λ Α Σ
+
+
+
+
+Ανάμεσα στο λόγκο, πέρ' από το ρέμα, αγνάντια στο βουναράκι, ξέμακρ'
+από το χωριό, διωγμένη από την πικρήν καταφρόνια, του κόσμου,
+κυνηγημένη από τω χωριανών της τη μάβρη κατακραγή, έρημη κι
+απομόναχη, ανάφεντη κι απροστάτεφτη, δίχως παρηγοριά κ' ελπίδα, δίχως
+κανένα παραθάρι και συμπάθεια παραμικρή, λησμονημένη από τους εδικούς
+της, ξεγραμένη από της ζωής το βιβλίο, — αφού εξεγράφτηκε κι απ το
+βιβλίο της τιμής. — σέρνει στο μοναξό της καταφύγι τη μισητή ζωή της
+η Γιανούλα.
+
+Πυκνές πεντάπυκνες βλάστησες γύρω στο λογκαράκι, και δροσερές
+ολόδροσες πρασινάδες και χλωρασιές, κρύβουν με ένοχην προσπάθεια και
+φροντίδα στα χλοερά βάθη τους το εκλησιδάκι το αλειτούργητο· που
+πνίγει μέσα του τα τρελά παιγνίδια και ταγκαλιάσματα τακόλαστα, τα
+καφτερά φιλιά και ταναστενάγματα τα παράφορα, τα ερωτικά ορχητά και
+τα σαρκικά ξεφαντώματα της νέας χωριανής Αφροδίτης. Αφροδίτης στη
+λύσα μόνο του ολόθερμου φιλιού, στη μανία του φλογερού, του ολόκαφτου
+της σάρκας έρωτα· στης λαγνείας τη φλόγα, στα ολόγυμνα όργια, στον
+ακράτητον του πόθου αγώνα, στην κούρασην τη νεβροκαταλύτρα και την
+ηδονική αποκάρωση. Όχι στην ομορφιά· στα πλαστικά κάλλη όχι. Όχι στο
+εβγενικό φέρσιμο· στους τρόπους τους γλυκούς ούτε. Όχι με ναούς
+λατρείας σε κάθε άκρη και γωνιά· με πλούσια θυμιάματα ούτε. Ούτε μ'
+αξετίμητα δώρα, με σκλάβους της ομορφιάς της αναρίθμητους,
+μαγαπητικούς διαλεχτούς, με χρυσοποίκιλτες κι αργυροκέντητες
+παστάδες, με αρώματα μεθυστικά μες τα φανταχτερά δώματα. Με ένα μόνο
+φτωχοκλησιδάκι μες το λόγκο ρείπιο κι ανεβλόγητο, που τόχε τάμα
+κάποιος χριστιανός και τόχτισε, μα δεν εδιάβηκε Δεσπότης να ταγιάση·
+με λίγα ψιλά από τη δεκαμερία του Κόλια του χωροφύλακα σήμερα· με το
+διάφορο μιας λαγίνας του Βασίλη του καμιναρά από την Κορώνη άβριο·
+ξερωγωποιού μεθάβριο· με μια ποντικοφαγωμένη βρώμικη παλιόψαθα στην
+άκρη στο ρημοκλησάκι εκεί, στρωμένη σε μιαν αγκωνή μπροστά στο ιερό,
+απάνω στα χαλίκια· με του αγνού στις συνήθιες και τα αισθήματα χωριού
+της τη φριχτήν κατακραγή και τάφτονα πυκνά μαλιά της τα τετράξανθα,
+που χύνονται ανεμιστά κι αξάγκλεγα στις πλάτες πίσω τις σφιχτές, κι
+ορμούν ολόχρυσες δεντρογαλιές στις αντζακλείδες κάτω, μοναδικό
+στολίδι και καμάρι της, και μια φορά, έχουν να ειπούν οι τίμιες
+χωριανές, θενά τα δέση πλεχταριάν ολόχοντρη, γερή, να σφίξη τον
+αμαρτωλό λαιμό της.
+
+Και σέρνει έτσι τη ζωή της η Γιανούλα την ακόλαστη και μισητή,
+διωγμένη από την πικρήν καταφρόνια του κόσμου, κυνηγημένη από τω
+χωριανών της τη μάβρη κατακραγή, έρημη κι απομόναχη, ανάφεντη κι
+απροστάτεφτη, δίχως παρηγοριά κ' ελπίδα, δίχως καμιά συμπάθεια και
+παραθάρι παραμικρό, λησμονημένη από τους εδικούς της, ξεγραμένη απ το
+βιβλίο της ζωής, — αφού εξεγράφτηκε κι απ της τιμής το βιβλίο, — πέρ'
+από το ρέμα, στο βουναράκι αγνάντια, ανάμεσα στο λόγκο, στο
+εκλησιδάκι μέσα, ξέμακρ' απ το χωριό.
+[1894].
+
+
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
+
+
+ Σελ.
+Ο Αρχιφύλακας 7
+Το Μακελιό 23
+Η αγάπη του φονιά 31
+Ο Βρυκόλακας 39
+Η Περμαντόνα 49
+Το Σφαχτό 66
+Αντρογυνοχωρίστρα 76
+Χιονοπόλεμος 84
+Θαλασινές γραφές 89
+Το Σελάχι 103
+Ο Τεμπέλης 109
+Τα Λαλάγκια 112
+Ο Ναός της Γιανούλας 116
+
+
+
+ΑΡΓΟΤΕΡΑ:
+
+ΦΡΕΣΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
+ΤΙΜΗ
+Εσωτερικού δραχ. 2.50
+Εξωτερικού φρ. χρ. 2.50
+
+Τυπογραφείο της Εστίας, Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη — 1790
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Sweet Smells, by Kostas Pasagianis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SWEET SMELLS ***
+
+***** This file should be named 32851-0.txt or 32851-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/2/8/5/32851/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George
+Canonis for his major work in proofreading
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+