summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/28658-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '28658-0.txt')
-rw-r--r--28658-0.txt8962
1 files changed, 8962 insertions, 0 deletions
diff --git a/28658-0.txt b/28658-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..828a1ec
--- /dev/null
+++ b/28658-0.txt
@@ -0,0 +1,8962 @@
+Project Gutenberg's Canne al vento (Reeds in the Wind), by Grazia Deledda
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Canne al vento (Reeds in the Wind)
+
+Author: Grazia Deledda
+
+Translator: Christos Alexandridis
+
+Release Date: May 1, 2009 [EBook #28658]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANNE AL VENTO (REEDS IN THE WIND) ***
+
+
+
+
+Produced by Christos Alexandridis
+
+
+
+
+
+
+ΚΑΛΑΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ
+
+
+ΓΚΡΑΤΣΙΑ ΝΤΕΛΕΝΤΑ
+(GRAZIA DELEDDA)
+
+
+
+ΕΙΣΑΓΩΓΗ
+
+Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
+
+Η Γκράτσια Ντελέντα (Grazia Deledda) γεννήθηκε το 1871 στο
+Νούορο της Σαρδηνίας. Αν και καταγόταν από ευκατάστατη
+οικογένεια, οι σπουδές της υπήρξαν πολύ περιορισμένες και δεν
+ξεπέρασαν εκείνες της τέταρτης τάξης της στοιχειώδους
+εκπαίδευσης. Σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό και εχθρικό για την
+ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας, όπως ήταν γενικά η
+ιταλική επαρχία και ειδικότερα η Σαρδηνία στα μέσα του 18ου
+αιώνα, μόνη διέξοδος για τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα
+της νεαρής Ντελέντα ήταν η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων.
+Διάβαζε με πάθος ό, τι της έπεφτε στο χέρι: Μπαλζάκ, Δουμά,
+Ουγκώ, Βύρωνα, Σκοτ κι έτσι άρχισε να εκδηλώνεται νωρίς η
+έφεσή της στα γράμματα.
+
+Τα πρώτα της έργα υπήρξαν ποιήματα, αλλά σύντομα εγκατέλειψε
+την ποίηση για να αφοσιωθεί οριστικά στην πεζογραφία. Το 1886
+δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα σε μια εφημερίδα του Νούορο
+και συνεχίζει να γράφει διηγήματα για τον τοπικό τύπο.
+
+Το 1896 δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Η οδός
+του κακού (La via del male) και δέχεται ευμενείς κριτικές από
+το λογοτέχνη και κριτικό Λουΐτζι Καπουάνα (Luigi Capuana).
+Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστή και έξω από τα στενα πλαίσια
+του νησιού της.
+
+Στο μεταξύ οι αναγνώσεις της λογοτεχνικών έργων γίνονται τώρα
+πιο συστηματικές και είναι πιο εμφανείς στο γράψιμό της οι
+επιδράσεις των βεριστών (ιταλοί ρεαλιστές και νατουραλιστές
+πεζογράφοι) αλλά και του Ντ’ Ανούντσιο, των Γάλλων ρεαλιστών
+και νατουραλιστών καθώς και των Ρώσων Τολστόι και
+Ντοστογιέφσκι.
+
+Το 1899 αφήνει για πρώτη φορά τη γενέθλια πόλη και μεταβαίνει
+στο Καλίαρι, όπου γνωρίζεται με τον μέλλοντα σύζυγό της, τον
+οποίο παντρεύεται τον επόμενο χρόνο και μετακομίζει μαζί του
+οριστικά στη Ρώμη. Εκεί θα ζήσει μέχρι το θάνατό της (το
+1936), αφοσιωμένη στο γράψιμο και στην οικογένειά της (το
+σύζυγο και τα δυο παιδιά της), μακριά από τη δημοσιότητα και
+την κοσμική ζωή της πόλης. Στη Ρώμη εξάλλου θα γράψει και τα
+έργα τής ωριμότητάς της, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι
+τα μυθιστορήματα: Ελίας Πορτούλου (Elias Portulu, 1900),
+Στάχτη (Cenere, 1904), Ο κισσός (L’ edera, 1906), Καλαμιές
+στον άνεμο (Canne al vento, 1913), Μαριάννα Σίρκα (Marianna
+Sirca, 1915), Η πυρκαγιά του ελαιώνα (L’ incendio dell’
+uliveto, 1917), Η μητέρα (La madre, 1919), Η εκκλησία της
+μοναξιάς (La chiesa della solitudine, 1936). Μετά το θάνατό
+της κυκλοφόρησε το σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της
+Κόζιμα (Cosima, 1937). Εκτός από τα παραπάνω έγραψε και
+πληθος διηγημάτων καθώς και μερικά ακόμη μυθιστορήματα.
+
+Η δράση σε όλα σχεδόν τα έργα της τοποθετείται στη Σαρδηνία
+και περιστρέφεται γύρω από την πάλη του νέου με το παλιό, της
+ανερχόμενης αστικής τάξης με την αρχαϊκή, φεουδαρχική σχεδόν,
+κοινωνία του νησιού, αλλά και σε ατομικό επίπεδο τη
+συνειδησιακή πάλη του καλού με το κακό, το διαρκή αγώνα για
+λύτρωση.
+
+Το 1926 έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία.
+
+
+«Καλαμιές στον άνεμο» ή η πορεία προς τη λύτρωση.
+
+Πρόκειται ίσως για το γνωστότερο διεθνώς μυθιστόρημα της
+Ντελέντα. Κι εδώ η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Σαρδηνία. Το
+κύριο πρόσωπο του έργου, ο Έφις, είναι ο ηλικιωμένος υπηρέτης
+στο σπίτι της οικογένειας Πιντόρ. Από την ξεπεσμένη
+οικογένεια ευγενών έχουν απομείνει μόνο τρεις αδελφές: δυο
+γεροντοκόρες και μια νεότερη, ανύπαντρη κι εκείνη. Ο υπηρέτης
+έταξε σκοπό στη ζωή του να υπηρετήσει με πλήρη αφοσίωση τις
+τρεις γυναίκες που απόμειναν μόνες και απροστάτευτες, επειδή
+πιστεύει πως έτσι θα εξιλεωθεί από μια παλιά κρυφή ενοχή που
+τον βαραίνει: σκότωσε άθελά του το αφεντικό του, στην
+προσπάθεια να φυγαδεύσει στη Ρώμη μαζί με τον εραστή της την
+τέταρτη αδελφή, τη Λία, που αγαπούσε κρυφά χωρίς ανταπόκριση.
+
+Μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, όπου η παράδοση και οι
+αρχαϊκές κοινωνικές δομές αντιστέκονται όσο μπορούν στην
+εισβολή των νέων οικονομικών σχέσεων και των αντιλήψεων που
+τις συνοδεύουν
+«Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο»
+«Οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν μέσα στους νέους»
+«Τώρα οι κύριοι είναι ακριβώς οι έμποροι»
+Ο Έφις ζει το προσωπικό του δράμα σαν ντοστογιεφσκικός ήρωας,
+ζητώντας τη λύτρωση μέσα από τον πόνο και την ταπείνωση. Δεν
+καταλαβαίνει τις αλλαγές που συντελούνται γύρω του. Γνωρίζει
+ποια είναι η κοινωνική του θέση και την αποδέχεται
+αδιαμαρτύρητα∙ «είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης», επαναλαμβάνει
+συχνά και δέχεται χωρίς αντίδραση την ξιπασιά της νεαρής
+κυράς του
+«Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το συγχωρείς που
+είμαστε από αρχοντική γενιά…»
+Από αρχοντική γενιά, ναι, αλλά εάν δεν τις φρόντιζε ο γερο-
+υπηρέτης, θα πέθαιναν και οι τρεις από την πείνα.
+Αποκαλυπτικός είναι ο διάλογος μεταξύ του Έφις και του
+Τζατσίντο, γιού της νεκρής πια Λία και ανεψιού των αδελφάδων
+Πιντόρ, που ήρθε στο νησί από τη Ρώμη, άθλιος και
+δυστυχισμένος, για να κάνει την τύχη του και που αποτελεί το
+φορέα των νέων ιδεών και της «τεχνολογίας» (φέρνει μαζί του
+το ποδήλατο, το τέρας της αποκαλύψεως για τους νησιώτες,
+δέχεται να δουλέψει ως εργάτης, αν και είναι ευγενικής
+καταγωγής κ.α.)
+«… ξανάρχισε (ο Τζατσίντο) τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη
+των Στεριανών Κυρίων, για τις κακές τους συνήθειες και τη
+διαφθορά τους.
+- Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι; ρώτησε ο Έφις
+σχεδόν θυμωμένα.
+- Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι;
+- Εγώ ναι, κύριέ μου! είπε ο Έφις.»
+Γιατί όμως είναι ευχαριστημένος; Γιατί ξέρει πως
+«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος και γι’ αυτό
+πρέπει να κλαίμε και να σωπαίνουμε».
+
+Η ευτυχία είναι δώρο του Θεού, είναι η λύτρωση που την
+κερδίζουμε παλεύοντας καθημερινά με το κακό, με τα πάθη μας,
+προσφέροντας τους εαυτούς μας στους άλλους με αυταπάρνηση.
+«Εσύ (Έφις) πού τη βρήκες την πραγματική σωτηρία;»
+τον ρωτάει ο Τζατσίντο και απαντάει ο ίδιος
+«Ζώντας για τους άλλους∙ αυτό θέλω να κάνω κι εγώ».
+
+Τη λύτρωση όμως την κερδίζουμε κυρίως περνώντας μέσα από την
+αμαρτία και τον πόνο, ψυχικό και σωματικό, γιατί έτσι
+αναδεικνύεται το θεϊκό μεγαλείο κι εμείς αγγίζουμε την
+αιωνιότητα
+«Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι
+ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το
+θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την
+απέραντη μεγαλοσύνη σου.»
+προσεύχεται ο Έφις.
+
+Άλλη οδός σωτηρίας δεν υπάρχει, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος
+γιατί
+«- Σαν τις καλαμιές στον άνεμο είμαστε. Εμείς είμαστε τα
+καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος.
+- Γιατί όμως μια τέτοια μοίρα;
+- Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει.
+- Γεννηθήτω, τότε, το θέλημά Του.»
+
+Εξάλλου, όπως λέει και μια από τις κυράδες του,
+«Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά»
+γιατί
+«…μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά. Καρδιά πρέπει να έχουμε,
+τιποτ’ άλλο…»
+
+Έτσι, το υπαρξιακό πρόβλημα του Έφις λύνεται μέσα από τη
+θρησκευτική πίστη. Όλη η ζωή του δεν είναι άλλο παρά η πορεία
+μιας κολασμένης ψυχής που πρέπει να φτάσει στον αιώνιο
+προορισμό της.
+
+Αν και η Ντελέντα επηρεάστηκε από το βερισμό, ο τρόπος γραφής
+της βρίσκεται πιο κοντά στο ρομαντισμό. Από το βερισμό κρατά
+τη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά δεν αποστασιοποιείται
+εντελώς από τα πρόσωπα και τα γεγονότα που περιγράφει.
+
+Το αφηγηματικό της ύφος δίνει έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο
+και τονίζει τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις των
+προσώπων. Ο λυρισμός, οι συχνές, μέχρις υπερβολής,
+παρομοιώσεις και οι μεταφορές τοποθετούν τον αναγνώστη σ’
+έναν χώρο που μοιάζει να είναι κι αυτός ζωντανός και να
+συμμετέχει στα δρώμενα, συμπάσχοντας με τους ανθρώπους. Έτσι,
+τα φυσικά φαινόμενα προσωποποιούνται συχνά, προεκτείνοντας το
+ανθρώπινο δράμα.
+«Περνάει ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν: Έφις
+θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι
+ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και
+άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα, αλλά θα λυγίσει αύριο και
+μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι;»
+
+Οι διάλογοι, από την άλλη, είναι συχνοί και όλο ζωντάνια, με
+κάποιες διαλεκτικές πινελιές εδώ κι εκεί. Ο τρόπος που
+εκφράζονται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αντανακλά πολλές
+φορές την κοινωνική τους θέση, αλλά και τις σχέσεις που έχουν
+αναπτυχθεί μεταξύ τους. Έτσι, ο μεγαλοκτηματίας ευγενής,
+ξάδελφος των αδελφάδων Πιντόρ βλέπει αφ’ υψηλού τους πάντες
+και απευθύνεται με τρόπο περιφρονητικό και σχεδόν υβριστικό
+στους κοινωνικά κατωτέρους του. Το ίδιο και η Νοέμι, η
+νεώτερη αδελφή και θεματοφύλακας της παράδοσης και της τιμής
+και αξιοπρέπειας της ξεπεσμένης της οικογένειας, μιλάει
+πολλές φορές αλαζονικά και ειρωνικά προς τον υπηρέτη, ο
+οποίος, αν και είναι ευγενικός και προσηνής προς τις κυράδες
+του και δουλικός προς τον ξάδελφό τους, χρησιμοποιεί ωστόσο
+σκληρή πολλές φορές γλώσσα προς την τοκογλύφο, που βρίσκεται
+στην ίδια κοινωνική βαθμίδα με αυτόν.
+
+Συχνές είναι τέλος και οι φολκλορικές αναφορές στα ήθη, τα
+έθιμα, στη μουσική και τους χορούς, στις τοπικές φορεσιές των
+κατοίκων του νησιού, ακόμη και στην αρχιτεκτονική των
+κατοικιών.
+
+Χρίστος Αλεξανδρίδης
+
+
+
+
+
+
+ΚΑΛΑΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ
+
+
+
+Κεφάλαιο πρώτο
+
+Όλη τη μέρα ο Έφις, υπηρέτης στις κυρίες Πιντόρ, δούλευε για
+να ενισχύσει το πρωτόγονο ανάχωμα που είχε κατασκευάσει ο
+ίδιος σιγά σιγά με τα χρόνια και με κόπο, κάτω στο βάθος του
+μικρού κτήματος, πλάι στο ποτάμι, και ενώ έπαιρνε να
+βραδιάζει ατένιζε το έργο του από ψηλά, καθισμένος μπροστά
+στην καλύβα, κάτω από το γλαυκό φρύδι που σχημάτιζαν τα
+καλάμια στα μισά της πλαγιάς του λευκού Λόφου των
+Περιστεριών.
+
+Να το ολόκληρο στα πόδια του, σιωπηλό κι εδώ κι εκεί να
+γυαλίζει από τα νερά στο λιόγερμα, το κτηματάκι που ο Έφις
+λογάριαζε περισσότερο δικό του παρά των κυράδων του. Τριάντα
+χρόνια κατοχής και εργασίας το είχαν κάνει δικό του και οι
+αιμασιές από φραγκοσυκιές που το κλείνουν από πάνω προς τα
+κάτω σαν δυο γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε
+πεζούλα, από το λόφο μέχρι το ποτάμι, του φαίνονται να είναι
+τα σύνορα του κόσμου.
+
+Ο υπηρέτης δεν κοίταζε πέρα από το κτηματάκι και για το λόγο
+ότι τα χωράφια που βρίσκονταν από τη μια μεριά και από την
+άλλη ανήκαν κάποτε στις κυράδες του: γιατί να θυμάται τα
+παλιά; Ανώφελη, θλιβερή θύμηση. Καλύτερα να σκέφτεται το
+μέλλον και να ελπίζει στη βοήθεια του Θεού.
+
+Και ο Θεός υποσχόταν μια καλή χρονιά ή τουλάχιστον γέμιζε με
+λουλούδια όλες τις αμυγδαλιές και τις ροδακινιές της κοιλάδας
+που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο σειρές λευκών λόφων, με τα
+αχνογάλαζα βουνά στο βάθος προς τη δύση και με τη θάλασσα
+στην ανατολή. Η κοιλάδα σκεπασμένη με την ανοιξιάτικη
+βλάστηση, με νερά, με θάμνους, με λουλούδια, έδινε την
+εντύπωση μιας κούνιας γεμάτης με πράσινα πέπλα και γαλάζιες
+κορδέλες, με το μονότονο μουρμούρισμα του ποταμού σαν εκείνο
+ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται.
+
+Οι μέρες όμως ήταν κιόλας πολύ ζεστές και ο Έφις σκεφτόταν
+και τις μπόρες που φουσκώνουν το ποτάμι χωρίς αναχώματα και
+το κάνουν να τινάζεται σαν θεριό και να καταστρέφει τα πάντα.
+Να ελπίζει κανείς, ναι, αλλά όχι και να έχει εμπιστοσύνη• ν’
+αγρυπνά σαν τις καλαμιές πάνω στο φρύδι του λόφου που σε κάθε
+φύσημα του ανέμου χτυπά η μια τα φύλλα της άλλης σαν να
+ειδοποιούνται μεταξύ τους για τον κίνδυνο.
+
+Γι’ αυτό είχε δουλέψει όλη τη μέρα και τώρα, περιμένοντας να
+πέσει η νύχτα και για να μη μένει αργός, έπλεκε μια ψάθα από
+βούρλα και παρακαλούσε το Θεό να πιάσει τόπο η δουλειά του.
+Τι αξία έχει ένα μικρό ανάχωμα εάν ο Θεός δεν το κάνει, με τη
+θέλησή του, δυνατό σαν βουνό;
+
+Εφτά βούρλα λοιπόν, πλεγμένα σ' ένα κλαδί λυγαριάς και μαζί
+εφτά προσευχές στον Κύριο και στην Παναγία του Ριμέντιο,
+μεγάλη η χάρη της. Να εκεί κάτω στο γαλάζιο ορίζοντα του
+δειλινού το εκκλησάκι της και ο περίβολος από καλύβες ήρεμος
+σαν προϊστορικό χωριό, εγκαταλειμμένο εκεί από αιώνες. Εκείνη
+την ώρα, ενώ το φεγγάρι ξεπρόβαλε σαν μεγάλο τριαντάφυλλο
+ανάμεσα στους θάμνους του λόφου και οι φλόμοι σκόρπιζαν τη
+μυρωδιά τους στις όχθες του ποταμού, προσεύχονταν και οι
+κυράδες του Έφις: η ντόνα Έστερ, η μεγαλύτερη, ας είναι
+ευλογημένη, θα τον μνημόνευε σίγουρα κι αυτόν τον αμαρτωλό.
+Αρκούσε αυτό για να νοιώθει ικανοποιημένος και αποζημιωμένος
+για τους κόπους του.
+
+Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια.
+Νόμισε πως τα αναγνώρισε: ήταν τα γρήγορα και ελαφριά βήματα
+ενός παιδιού, βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα
+χαρμόσυνα μηνύματα, και τα θλιβερά. Ας γίνει το θέλημα του
+Θεού: εκείνος στέλνει τα καλά και τα κακά μαντάτα. Η καρδιά
+του όμως άρχισε να τρέμει και τα μαύρα και σκασμένα δάχτυλά
+του έτρεμαν κι αυτά με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως
+του φεγγαριού σαν υδάτινες κλωστές.
+
+Τα βήματα δεν ακούγονταν πια. Ο Έφις όμως έμενε ακόμη εκεί
+και περίμενε ακίνητος.
+
+Το φεγγάρι ανέβαινε μπροστά του και οι φωνές του απόβραδου
+ειδοποιούσαν τους ανθρώπους ότι η μέρα τους είχε τελειώσει.
+Ήταν η ρυθμική φωνή του κούκου, το τραγούδι των πρώιμων
+τριζονιών, ο στεναγμός κάποιου πουλιού• ήταν ο αναστεναγμός
+των καλαμιών και η φωνή, όλο και πιο καθάρια, του ποταμού.
+Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μια πνοή, ένα λαχάνιασμα όλο μυστήριο
+που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από την ίδια τη γη. Ναι, η μέρα
+του δουλευτή είχε τελειώσει, άρχιζε όμως η φανταστική ζωή των
+αερικών, των νεράιδων, των περιπλανώμενων ξωτικών. Τα
+φαντάσματα των παλιών Βαρόνων κατέβαιναν από τα χαλάσματα του
+κάστρου πάνω από το χωριό Γκάλτε, ψηλά, στον ορίζοντα στα
+αριστερά του Έφις, και έτρεχαν στην ακροποταμιά κυνηγώντας
+αγριογούρουνα και αλεπούδες. Τα όπλα τους γυάλιζαν ανάμεσα
+στις σκλήθρες της όχθης και το ξεψυχισμένο γαύγισμα των
+σκυλιών από μακριά φανέρωνε το πέρασμά τους.
+
+Ο Έφις άκουγε το θόρυβο που έκαναν πλένοντας τα ρούχα τους
+κάτω στο ποτάμι οι πάνας, γυναίκες που είχαν πεθάνει στη
+γέννα, χτυπώντας τα με τις κοκάλες των πεθαμένων και νόμιζε
+ότι διέκρινε τον αματατόρε, ένα στοιχειό με εφτά σκουφιά που
+μέσα τους έκρυβε έναν θησαυρό, να πηδά εδώ κι εκεί κάτω από
+το δάσος με τις μυγδαλιές και να τρέχουν πίσω του βρικόλακες
+με ατσάλινες ουρές.
+
+Το πέρασμά του έκανε τα κλαδιά και τις πέτρες να λάμπουν κάτω
+από το φεγγάρι και με τα κακά πνεύματα ενώνονταν κι εκείνα
+των αβάπτιστων παιδιών, πνεύματα λευκά που πετούσαν στον αέρα
+και μεταμορφώνονταν σε ασημένια συννεφάκια πίσω από το
+φεγγάρι. Και οι νάνοι και οι γιάνας, μικρές νεράιδες που τη
+μέρα μένουν στο καμωμένο από βράχους σπίτι τους να υφαίνουν
+χρυσό πανί σε χρυσούς αργαλειούς, χόρευαν στον ίσκιο των
+μεγάλων θάμνων της αγριελιάς, ενώ οι γίγαντες πρόβαλαν
+ανάμεσα από τους φεγγαρολουσμένους βράχους των βουνών,
+κρατώντας από τα χαλινάρια τα τεράστια πράσινα άλογά τους που
+μόνο εκείνοι μπορούν να καβαλικέψουν και κατασκόπευαν εάν
+εκεί κάτω, ανάμεσα στις εκτάσεις του βλαβερού φλόμου κρυβόταν
+κανείς δράκος ή εάν το μυθικό φίδι κανανέα, που ζούσε από τα
+χρόνια του Χριστού ακόμη, σερνόταν πάνω στην άμμο γύρω από το
+βάλτο.
+
+Τις νύχτες με φεγγάρι ιδιαίτερα, όλο εκείνο το μυστηριώδες
+πλήθος δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Ο άνθρωπος
+δεν έχει δικαίωμα να το ενοχλήσει με την παρουσία του, έτσι
+όπως τα πνεύματα τον σεβάστηκαν όσο κρατούσε η πορεία του
+ήλιου. Είναι ώρα λοιπόν ν’ αποσυρθεί κανείς και να κλείσει τα
+μάτια κάτω από την προστασία του φύλακα αγγέλου.
+
+Ο Έφις σταυροκοπήθηκε και σηκώθηκε, αλλά περίμενε ακόμη μήπως
+έρθει κανείς. Έσπρωξε όμως τη σανίδα που χρησίμευε για πόρτα
+και ακούμπησε επάνω της ένα μεγάλο σταυρό από καλάμια για να
+εμποδίσει τα αερικά και τους πειρασμούς να μπουν στην καλύβα.
+
+Το φως του φεγγαριού φώτιζε μέσα από τις χαραμάδες το στενό
+δωμάτιο που χαμήλωνε στις γωνίες, ήταν όμως αρκετά μεγάλο γι’
+αυτόν που ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος σαν έφηβος. Από
+την κωνική σκεπή, φτιαγμένη από καλάμια και βούρλα, που
+σκέπαζε τους τοίχους από ξερολιθιά και είχε μια τρύπα στη
+μέση για να βγαίνει ο καπνός, κρέμονταν αρμαθιές κρεμμύδια
+και μάτσα από αποξεραμένα βότανα, σταυροί από φοινικόφυλλα
+και κλαδιά από αγιασμένα βάγια, ένα ζωγραφισμένο κερί, ένα
+δρεπάνι για να διώχνει τους βρικόλακες και ένα σακουλάκι
+κριθάρι ενάντια στις πάνας. Στο φύσημα του ανέμου έτρεμε όλο
+το καλύβι και η αραχνιές γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Καταγής
+αναπαυόταν η στάμνα με τα χερούλια στα πλευρά και η χύτρα
+αναποδογυρισμένη κοιμόταν πλάι της.
+
+Ο Έφις ετοίμασε την ψάθα, αλλά δεν ξάπλωσε. Του φαινόταν
+πάντα ότι άκουγε θόρυβο από παιδικά βήματα. Σίγουρα κάποιος
+ερχότανε∙ και πραγματικά τα σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να
+γαβγίζουν στα κοντινά κτήματα και όλο το τοπίο που λίγο πριν
+έμοιαζε να κοιμάται μέσα στον ψίθυρο της προσευχής των
+βραδινών ήχων, γέμισε από αντίλαλους και βοή, σαν να
+ξυπνούσε απότομα.
+
+Ο Έφις άνοιξε πάλι. Μια μαύρη φιγούρα ανέβαινε τον ανήφορο
+όπου τα χαμηλά κουκιά κυμάτιζαν κιόλας ασημένια στο
+φεγγαρόφωτο, κι εκείνος, που τη νύχτα ακόμη και οι ανθρώπινες
+μορφές του φαίνονταν μυστηριώδεις, ξανάκανε το σταυρό του.
+Τον φώναξε όμως μια γνώριμη φωνή: ήταν η νεανική φωνή, λίγο
+λαχανιασμένη όμως, ενός αγοριού που κατοικούσε πλάι στο σπίτι
+των Πιντόρ.
+«Μπαρμπα- Εφισέ, μπαρμπα- Εφισέ!»
+«Τι τρέχει, Τζουαναντό; Είναι καλά οι κυράδες μου;»
+«Ναι, είναι καλά, μου φαίνεται. Με στέλνουν μόνο για να σας
+πω να γυρίσετε αύριο νωρίς στο χωριό, γιατί θέλουν να σας
+μιλήσουν. Μπορεί να είναι για κάποιο κίτρινο γράμμα που είδα
+στο χέρι της ντόνας Νοέμι. Η ντόνα Νοέμι το διάβαζε και η
+ντόνα Ρουθ με άσπρο μαντίλι στο κεφάλι σαν καλόγρια, που
+σκούπιζε την αυλή, στεκόταν ακίνητη ακουμπώντας στη σκούπα
+και άκουγε».
+«Ένα γράμμα; Δεν ξέρεις από ποιόν είναι;»
+«Όχι, δεν ξέρω να διαβάζω. Η γιαγιά μου όμως λέει ότι μπορεί
+να είναι από τον κυρ Τζατσίντο, τον ανιψιό που έχουν οι
+κυράδες σας».
+
+Ναι, ο Έφις το ένοιωθε• έτσι πρέπει να ήταν. Έξυνε ωστόσο
+σκεφτικός το μάγουλο, με χαμηλωμένο το κεφάλι, και έλπιζε
+αλλά και φοβόταν μήπως κάνει λάθος.
+
+Το αγόρι κάθισε κουρασμένο στην πέτρα μπροστά στο καλύβι και
+έλυνε τα κορδόνια του ενώ ρωτούσε μήπως βρισκόταν τίποτε για
+να φάει.
+«Έτρεξα σαν ελαφάκι επειδή φοβόμουν τ’ αερικά......»
+
+Ο Έφις σήκωσε το χαλκοπράσινο πρόσωπό του, σκληρό σαν
+μπρούντζινη μάσκα, και κοίταξε το αγόρι με τα μικρά γαλαζωπά
+του μάτια, χωμένα μες στις κόγχες και περιτριγυρισμένα από
+ρυτίδες: κι εκείνα τα μάτια, ζωντανά και λαμπερά, φανέρωναν
+μια παιδική αγωνία.
+«Σου είπαν εάν πρέπει να γυρίσω αύριο ή απόψε;»
+«Αύριο, σας είπα! Όσο θα λείπετε στο χωριό εγώ θα είμαι εδώ
+να φυλάω το κτήμα».
+
+Ο υπηρέτης ήταν συνηθισμένος να υπακούει στις κυράδες του και
+δε ζήτησε άλλες εξηγήσει. Τράβηξε ένα κρεμμύδι από την
+αρμαθιά, ένα κομμάτι ψωμί από το δισάκι και ενώ το παιδί
+έτρωγε γελώντας και κλαίγοντας από τη μυρωδιά του καυτερού
+κολατσιού, ξανάρχισαν την κουβέντα. Τα σημαντικότερα πρόσωπα
+του χωριού μπερδεύονταν στην κουβέντα τους. Πρώτος στη σειρά
+ο Ρετόρος [1], μετά η αδελφή του, έπειτα ο Μιλέζος που είχε
+παντρευτεί την κόρη εκείνης και που είχε γίνει, από πλανόδιος
+πωλητής πορτοκαλιών και κανατιών, ο πλουσιότερος έμπορος του
+χωριού. Ακολουθούσε ο ντον Πρέντου, ο Πρόεδρος του χωριού,
+που ήταν ξάδελφος των κυράδων του Έφις. Ο ντον Πρέντου ήταν
+πλούσιος, όχι όμως σαν τον Μιλέζο. Μετά ερχόταν η Καλίνα, η
+τοκογλύφος, πλούσια κι εκείνη, αλλά με μυστηριώδη τρόπο.
+
+«Οι κλέφτες προσπάθησαν ν’ ανοίξουν πέρασμα στον τοίχο της.
+Άδικος κόπος∙ είναι στοιχειωμένος. Κι εκείνη γελούσε, σήμερα
+το πρωί, στην αυλή της και έλεγε ότι κι αν μπουν θα βρουν
+μόνο στάχτες και καρφιά, γιατί είναι φτωχή σαν το Χριστό. Η
+γιαγιά μου όμως λέει ότι η θεια-Καλίνα έχει ένα σακουλάκι
+γεμάτο χρυσάφι, κρυμμένο μες στον τοίχο».
+
+Κατά βάθος όμως λίγο ενδιέφεραν στον Έφις εκείνες οι
+ιστορίες. Ξαπλωμένος πάνω στο ψαθί, με το ένα χέρι κάτω από
+τη μασχάλη και το άλλο κάτω από το μάγουλο, ένοιωθε την
+καρδιά του να χτυπά και το θρόισμα των καλαμιών πάνω στο
+φρύδι του λόφου του φαινόταν να είναι ο αναστεναγμός κάποιου
+κακού πνεύματος.
+
+Το κίτρινο γράμμα! Κίτρινο, άσχημο χρώμα. Ποιος ξέρει τι
+έμελλε ακόμη να συμβεί στις κυράδες του. Εδώ και είκοσι
+χρόνια, όταν κάποιο γεγονός έσπαγε τη μονοτονία της ζωής στο
+σπίτι των Πιντόρ, ήταν πάντα μια συμφορά.
+
+Ξάπλωσε και το παιδί, αλλά δεν είχε όρεξη για ύπνο.
+ «Μπαρμπα-Έφις, και σήμερα η γιαγιά μου έλεγε ότι οι κυράδες
+σας ήταν πλούσιες, όπως ο ντον Πρέντου. Είναι αλήθεια ή όχι;»
+«Αλήθεια είναι,» είπε ο υπηρέτης αναστενάζοντας. «Δεν είναι
+όμως ώρα να θυμόμαστε τέτοια πράγματα. Κοιμήσου».
+
+Το παιδί χασμουρήθηκε.
+«Η γιαγιά μου όμως λέει ότι όταν πέθανε η ντόνα Μαρία
+Κριστίνα, η παλιά, καλή κυρά σας, σαν να έπεσε ανάθεμα στο
+σπίτι σας. Είναι αλήθεια ή όχι;»
+«Κοιμήσου, σου λέω, δεν είναι ώρα .....».
+ «Ε, αφήστε με να μιλήσω! Και γιατί το’ σκασε η ντόνα Λία, η
+μικρή σας κυρά; Η γιαγιά μου λέει ότι εσείς το ξέρετε, ότι
+τη βοηθήσατε να το σκάσει, τη ντόνα Λία. Τη συνοδέψατε μέχρι
+τη γέφυρα, όπου κρύφτηκε, μέχρι που πέρασε ένα κάρο που την
+πήρε και την πήγε μέχρι τη θάλασσα. Εκεί μπαρκάρισε. Και ο
+ντον Τζάμε, ο πατέρας της, το αφεντικό σας, την έψαχνε, την
+έψαχνε, μέχρι που πέθανε. Πέθανε εκεί, πλάι στη γέφυρα. Ποιος
+τον σκότωσε; Η γιαγιά μου λέει ότι το γνωρίζετε......»
+«Η γιαγιά σου είναι μια στρίγκλα! Εκείνη κι εσύ, εσύ κι
+εκείνη αφήστε ήσυχους τους νεκρούς!» φώναξε ο Έφις, αλλά η
+φωνή του ήταν βραχνή και το παιδί γέλασε με αυθάδεια.
+«Μη θυμώνετε, γιατί σας κάνει κακό, μπαρμπα-Έφις! Η γιαγιά
+μου λέει ότι ήταν ένα στοιχειό που σκότωσε τον ντον Τζάμε.
+Είναι αλήθεια ή όχι;»
+
+Ο Έφις δεν απάντησε∙ έκλεισε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι το
+αυτί, αλλά η φωνή του παιδιού βούιζε μες στο σκοτάδι και του
+φαινόταν να είναι εκείνη η ίδια η φωνή των πνευμάτων του
+παρελθόντος.
+
+Και να που σιγά σιγά όλα μαζεύονται τριγύρω, περνούν μέσα από
+τις σχισμές, όπως οι αχτίδες του φεγγαριού: είναι η ντόνα
+Μαρία Κριστίνα, όμορφη και ήρεμη σαν αγία, είναι ο ντον
+Τζάμε, κόκκινος και βίαιος σαν το διάβολο, είναι οι τέσσερις
+θυγατέρες που στο χλωμό τους πρόσωπο έχουν την ηρεμία της
+μητέρας τους και βαθιά μες στα μάτια τους τη φλόγα του
+πατέρα, είναι οι υπηρέτες, οι υπηρέτριες, οι συγγενείς, οι
+φίλοι, όλος εκείνος ο κόσμος που πλημμυρίζει το πλούσιο σπίτι
+των απογόνων των Βαρόνων της περιοχής. Περνάει όμως ο άνεμος
+της δυστυχίας και ο κόσμος σκορπάει, όπως τα σύννεφα στον
+ουρανό γύρω από το φεγγάρι, όταν φυσάει η τραμουντάνα.
+
+Η ντόνα Κριστίνα πέθανε• το χλωμό πρόσωπο των θυγατέρων
+χάνει κάτι από την ηρεμία του και η φλόγα στο βάθος των
+ματιών μεγαλώνει: μεγαλώνει όσο ο ντον Τζάμε, μετά το θάνατο
+της γυναίκας του, παίρνει όλο και περισσότερο το αυταρχικό
+ύφος των προγόνων του Βαρόνων και, όπως εκείνοι, κρατάει
+κλειστά μέσα στο σπίτι, σαν να ήταν σκλάβες, τα τέσσερα
+κορίτσια, περιμένοντας αντάξιούς τους γαμπρούς. Και σαν
+σκλάβες εκείνες έπρεπε να δουλεύουν, να ζυμώνουν, να
+υφαίνουν, να ράβουν, να μαγειρεύουν, να μάθουν να φυλάνε το
+έχει τους και πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να σηκώνουν τα μάτια
+τους στους άντρες, ούτε να επιτρέπουν στον εαυτό τους να
+σκεφτεί κάποιον που δε θα προοριζόταν να γίνει άντρας τους.
+Τα χρόνια όμως περνούσαν και γαμπρός πουθενά. Και όσο
+γερνούσαν τα κορίτσια του, τόσο περισσότερο ο ντον Τζάμε
+απαιτούσε από εκείνες μεγαλύτερη αυστηρότητα στο ήθος.
+Αλίμονο αν τις έβλεπε να προβάλουν στα παράθυρα που έβλεπαν
+στο σοκάκι πίσω από το σπίτι, ή αν έβγαιναν χωρίς την άδειά
+του. Τις χαστούκιζε λούζοντάς τες με βρισιές και απειλούσε με
+θάνατο τους νεαρούς που περνούσαν δυο συνεχόμενες φορές απ’
+το σοκάκι.
+
+Ο ίδιος, ωστόσο, περνούσε τις μέρες του τριγυρνώντας στο
+χωριό ή καθόταν στον πέτρινο πάγκο μπροστά στο μαγαζί της
+αδελφής του Ρετόρου. Οι άνθρωποι έστριβαν τη γωνία μόλις τον
+έβλεπαν, τόσο πολύ φοβόνταν την κακογλωσσιά του. Τσακωνόταν
+με όλους, και ζήλευε τόσο τα καλά των άλλων, που όταν
+περνούσε πλάι από ένα όμορφο κτήμα έλεγε: «που να σας το φάνε
+τα δικαστήρια». Τα δικαστήρια όμως στο τέλος έτρωγαν τα δικά
+του χωράφια και μια πρωτάκουστη συμφορά τον βρήκε ξαφνικά σαν
+θεϊκή τιμωρία για την έπαρση και τις προκαταλήψεις του. Η
+ντόνα Λία , η τρίτη από τις θυγατέρες του, εξαφανίστηκε μια
+νύχτα από το πατρικό σπίτι και για πολύ καιρό δεν ήξερε
+κανείς τίποτε για την τύχη της. Η σκιά του θανάτου έπεσε πάνω
+στο σπίτι. Δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στο χωριό ένα τέτοιο
+σκάνδαλο• ποτέ ένα κορίτσι ευγενικής καταγωγής και με καλή
+ανατροφή, όπως η Λία, δεν το είχε σκάσει μ’ αυτόν τον τρόπο.
+Ο ντον Τζάμπε κόντεψε να τρελαθεί• έτρεξε από εδώ και από
+εκεί, σ’ όλα τα γύρω χωριά και στα παράλια ψάχνοντας τη Λία,
+κανείς όμως δεν ήξερε να του δώσει νέα της. Στο τέλος εκείνη
+έγραψε στις αδελφές της λέγοντάς τες ότι βρισκόταν σε σίγουρο
+μέρος και ότι ήταν ευχαριστημένη που έσπασε τις αλυσίδες της.
+Οι αδελφές της όμως δεν τη συγχώρεσαν, δεν της απάντησαν. Ο
+ντον Τζάμε έγινε πιο τυραννικός μαζί τους. Πουλούσε τα
+απομεινάρια της περιουσίας του, κακομεταχειριζόταν τον
+υπηρέτη, ενοχλούσε όλον τον κόσμο με τους καυγάδες του,
+ταξίδευε πάντα με την ελπίδα να ανταμώσει την κόρη του και να
+την ξαναφέρει στο σπίτι. Η σκιά της ατίμωσης που έπεφτε πάνω
+του και σ’ όλη του την οικογένεια, εξ αιτίας της απόδρασης
+της Λία, τον βάραινε σαν μαρτύριο κατάδικου. Ένα πρωί βρέθηκε
+νεκρός στη δημοσιά, πάνω στη γέφυρα, μετά το χωριό. Πρέπει να
+είχε πεθάνει από συγκοπή, επειδή δεν είχε κανένα ίχνος βίας
+επάνω του, μόνο μια μικρή πράσινη κηλίδα στο λαιμό, κάτω από
+το σβέρκο.
+
+Ο κόσμος είπε πως μπορεί ο ντον Τζάμε να είχε τσακωθεί με
+κάποιον που τον σκότωσε χτυπώντας τον με ξύλο, αλλά με τον
+καιρό αυτή η φήμη έπαψε και υπερίσχυσε η βεβαιότητα ότι
+πέθανε από συγκοπή εξ αιτίας της φυγής της κόρης του.
+
+Η Λία στο μεταξύ, ενώ οι ατιμασμένες από τη φυγή της αδελφές
+της δεν έβρισκαν γαμπρό, έγραψε αναγγέλλοντας το γάμο της. Ο
+γαμπρός ήταν ένας ζωέμπορος που τον είχε συναντήσει τυχαία
+στο ταξίδι της φυγής της. Ζούσαν στην Τσιβιταβέκια, σχετικά
+άνετα και σύντομα θα αποκτούσαν παιδί.
+
+Οι αδελφές της δεν της συγχώρεσαν το καινούργιο της σφάλμα:
+το γάμο της με έναν πληβείο που τον συνάντησε κάτω από
+εκείνες τις θλιβερές συνθήκες, και δεν της απάντησαν.
+
+Λίγο καιρό μετά η Λία ξαναέγραψε αναγγέλλοντας τη γέννηση του
+Τζατσίντο. Εκείνες έστειλαν ένα δωράκι στον μικρό τους
+ανιψιό, αλλά δεν έγραψαν στη μητέρα.
+
+Και τα χρόνια πέρασαν. Ο Τζατσίντο μεγάλωνε και κάθε χρόνο το
+Πάσχα και τα Χριστούγεννα έγραφε στις θείες του και οι θείες
+του έστελναν ένα δώρο. Μια φορά έγραψε ότι σπούδαζε, μια άλλη
+φορά ότι ήθελε να πάει στο ναυτικό, και μια φορά ακόμη ότι
+είχε βρει δουλειά. Μετά ανήγγειλε το θάνατο του πατέρα του,
+μετά το θάνατο της μητέρας του και στο τέλος εξέφρασε την
+επιθυμία να τις επισκεφθεί και να μείνει μαζί τους, εάν
+εύρισκε δουλειά στο χωριό. Η μικροαπασχόλησή του στο Τελωνείο
+δεν του άρεσε• ήταν μια ταπεινή και κοπιαστική δουλειά, του
+έτρωγε τα νιάτα. Εκείνος αγαπούσε τη φιλόπονη ζωή, βέβαια,
+αλλά την απλή ζωή, στον καθαρό αέρα. Όλοι τον συμβούλευαν να
+πάει στο νησί της μητέρας του, για να δοκιμάσει την τύχη του
+με μια τίμια δουλειά.
+
+Οι θείες άρχισαν να το συζητούν και όσο περισσότερο το
+συζητούσαν, τόσο λιγότερο συμφωνούσαν.
+«Να δουλέψει;», έλεγε η ντόνα Ρουθ, η πιο ήρεμη. Αφού το
+χωριουδάκι τους δεν μπορούσε να θρέψει ούτε εκείνους που
+είχαν γεννηθεί εκεί.
+
+Η ντόνα Έστερ, αντίθετα, ευνοούσε τα σχέδια του ανεψιού, ενώ
+η ντόνα Νοέμι, η νεότερη από τις τρεις, χαμογελούσε ψυχρά και
+κοροϊδευτικά.
+«Μπορεί να πιστεύει ότι θα έλθει εδώ να κάνει τον κύριο. Ας
+έλθει, ας έλθει! Θα πάει για ψάρεμα στο ποτάμι......»
+«Ο ίδιος λέει ότι θέλει να δουλέψει, Νοέμι, αδελφούλα μου! Θα
+δουλέψει επομένως: θα κάνει τον έμπορο, όπως ο πατέρας του».
+«Τότε θα έπρεπε να το είχε κάνει προηγουμένως. Οι συγγενείς
+μας δεν αγόρασαν ποτέ βόδια».
+«Άλλοι καιροί, Νοέμι, αδελφούλα μου! Εξ άλλου, τώρα οι κύριοι
+είναι ακριβώς οι έμποροι. Βλέπεις τον Μιλέζο; Λέει: ο Βαρόνος
+του Γκάλτε τώρα είμαι εγώ».
+
+Η Νοέμι γελούσε, με κακία στο βλέμμα των βαθιών της ματιών,
+και το γέλιο της αποθάρρυνε την ντόνα Έστερ περισσότερο απ’
+όλα τα επιχειρήματα της άλλης της αδελφής.
+
+Κάθε μέρα η ίδια ιστορία: το όνομα του Τζατσίντο αντηχούσε σ’
+όλο το σπίτι, και όταν οι τρεις αδελφές σώπαιναν εκείνος
+βρισκόταν ανάμεσά τους, όπως συνέβαινε, εξ άλλου, πάντα από
+την ημέρα της γέννησής του, και η άγνωστη μορφή του γέμιζε
+ζωντάνια το κατεστραμμένο σπίτι.
+
+Ο Έφις δε θυμόταν να είχε ποτέ πάρει άμεσα μέρος στις
+συζητήσεις των κυράδων του. Δεν τολμούσε, κυρίως επειδή δε
+ζητούσαν τη γνώμη του, έπειτα γιατί δεν ήθελε να έχει ενοχές∙
+επιθυμούσε όμως να έλθει το παιδί.
+
+Τον αγαπούσε, τον είχε από την αρχή αγαπήσει σαν μέλος της
+οικογένειας.
+
+Μετά το θάνατο του ντον Τζάμε είχε μείνει με τις τρεις κυρίες
+για να τις βοηθήσει να τα βγάλουν πέρα με τις μπερδεμένες
+τους υποθέσεις. Οι συγγενείς δε νοιάζονταν για εκείνες,
+αντίθετα, τις υποτιμούσαν και τις απέφευγαν. Δεν τα
+κατάφερναν παρά μόνο στις δουλειές του σπιτιού και ούτε που
+γνώριζαν το κτηματάκι, τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας
+τους.
+«Θα μείνω άλλον ένα χρόνο στην υπηρεσία τους», είχε πει ο
+Έφις, παρακινούμενος από συμπόνια για την εγκατάλειψή τους
+από όλους. Και έμεινε είκοσι χρόνια.
+
+Οι τρεις γυναίκες ζούσαν από τα εισοδήματα του κτήματος που
+εκείνος καλλιεργούσε. Τις δύσκολες χρονιές η ντόνα Έστερ
+έλεγε στον υπηρέτη, μόλις έφτανε η ώρα να τον πληρώσει
+(τριάντα σκούδα το χρόνο κι ένα ζευγάρι άρβυλα):
+«Κάνε υπομονή, για το Θεό. Δε θα χάσεις αυτό που δικαιούσαι».
+
+Κι εκείνος έκανε υπομονή, και η πίστωσή του μεγάλωνε χρόνο το
+χρόνο, τόσο που η ντόνα Έστερ, μισοαστεία, μισοσοβαρά, του
+υποσχόταν να τον αφήσει κληρονόμο του κτήματος και του
+σπιτιού, παρ’ όλο που ήταν πιο γέρος από εκείνες.
+
+Γέρος πια και αδύναμος• δεν έπαυε όμως να είναι άντρας και
+αρκούσε η σκιά του για να προστατεύει ακόμη τις τρεις
+γυναίκες.
+
+Τώρα ήταν εκείνος που ονειρευόταν για λόγου τους μια καλή
+τύχη: τουλάχιστον η Νοέμι να εύρισκε σύζυγο! Εάν το κίτρινο
+γράμμα, ύστερα από όλα αυτά, έφερνε μια καλή είδηση; Εάν
+ανήγγειλε κάποια κληρονομιά; Εάν ζητούσαν τη Νοέμι σε γάμο;
+Οι κυρίες Πιντόρ εξακολουθούσαν να έχουν πλούσιους συγγενείς
+στο Σάσαρι και στο Νούορο: γιατί δε θα μπορούσε κάποιος από
+εκείνους να ζητήσει σε γάμο τη Νοέμι; Θα μπορούσε το κίτρινο
+γράμμα να το είχε γράψει και ο ίδιος ο ντον Πρέντου…
+
+Και να που μες στην κουρασμένη φαντασία του υπηρέτη τα
+πράγματα αλλάζουν ξαφνικά όψη, όπως από τη νύχτα στη μέρα.
+Όλα είναι φως, μια γλύκα: οι ευγενικές του κυράδες
+ξανανιώνουν, ξανασηκώνονται και πετούν σαν τους αετούς που
+ξανάβγαλαν φτερά. Το σπίτι τους ξαναγεννιέται από τα ερείπιά
+του και όλα τριγύρω ξανανθίζουν όπως η κοιλάδα την άνοιξη.
+
+Και σ’ εκείνον, τον κακόμοιρο υπηρέτη, δε μένει παρά να
+αποσυρθεί για το υπόλοιπο της ζωής του στο κτηματάκι, ν’
+απλώσει την ψάθα του και ν’ αναπαυθεί με τη βοήθεια του Θεού,
+ενώ μες στη σιγαλιά της νύχτας οι καλαμιές ψιθυρίζουν την
+προσευχή της γης που αποκοιμιέται.
+
+Κεφάλαιο δεύτερο
+
+Την αυγή έφυγε αφήνοντας πίσω του το αγόρι να φυλάει το
+κτήμα.
+
+Η δημοσιά μέχρι το χωριό ήταν ανηφορική κι εκείνος περπατούσε
+αργά επειδή τον προηγούμενο χρόνο τον είχαν εύρει οι θέρμες
+της μαλάριας και τα πόδια του δεν τον βαστούσαν πια. Κάθε
+τόσο σταματούσε και γύριζε να κοιτάξει το κτηματάκι που ήταν
+καταπράσινο ανάμεσα στους δυο τοίχους που σχημάτιζαν οι
+φραγκοσυκιές και το καλύβι εκεί πάνω, μαύρο ανάμεσα στο
+γλαυκό των καλαμιών και στο λευκό του βράχου, του φαινόταν να
+μοιάζει με φωλιά, μια πραγματική φωλιά. Κάθε φορά που έφευγε
+από εκεί το κοίταζε έτσι, τρυφερά και μελαγχολικά, σαν ένα
+πουλί που μεταναστεύει. Ένοιωθε ν’ αφήνει εκεί πάνω το
+καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, τη δύναμη που δίνει η
+μοναξιά, το ξεμονάχιασμα από τον κόσμο, και ανηφορίζοντας τη
+δημοσιά που περνούσε ανάμεσα από ρείκια, βούρλα και χαμηλές
+σκλήθρες στο μήκος του ποταμού, του φαινόταν πως είναι
+προσκυνητής, με το μικρό μάλλινο δισάκι στον ώμο και με ένα
+μπαστούνι από κουφοξυλιά στο χέρι, να κατευθύνεται σ’ έναν
+τόπο μετάνοιας: στον κόσμο.
+
+Ας γίνει όμως το θέλημα του Θεού και ας προχωρήσουμε. Να που
+ανοίγει ξαφνικά η κοιλάδα και στην απότομη κορυφή ενός λόφου,
+όμοιου με έναν τεράστιο σωρό από χαλάσματα, εμφανίζονται τα
+ερείπια του Κάστρου. Από ένα μαύρο τείχος ένα γαλάζιο
+παράθυρο ανοιχτό, όμοιο με το μάτι του παρελθόντος, κοιτάζει
+το μελαγχολικό τριανταφυλλί πανόραμα του ήλιου που ανατέλλει,
+την κυματιστή πεδιάδα με τα γκρίζα στίγματα της άμμου και τα
+κιτρινωπά βουρλοτόπια, την πρασινωπή φλέβα του ποταμού, τα
+λευκά χωριουδάκια με το καμπαναριό στη μέση σαν το στύλο μες
+στο άνθος, τα βουναλάκια πάνω από τα μικρά χωριά και στο
+βάθος το σύννεφο βαμμένο μαβί και χρυσό στα βουνά του Νούορο.
+
+Ο Έφις περπατάει, μικροκαμωμένος και μελαψός, μέσα σ’ αυτό
+το φωτεινό μεγαλείο. Ο ήλιος από το πλάι κάνει ν’ αστράφτει
+όλη η πεδιάδα∙ σε κάθε βούρλο και από μια ασημένια κλωστή,
+από τον θάμνο κάθε φλόμου ξεχύνεται το τιττύβισμα κάποιου
+πουλιού∙ και να ο λευκοπράσινος κώνος του βουνού Γκάλτε με
+λωρίδες σκιάς και φωτός, και στoυς πρόποδές του το χωριό που
+μοιάζει ν’ αποτελείται μόνο από τα ερείπια της αρχαίας
+ρωμαϊκής πόλης.
+
+Μακριοί μαντρότοιχοι κατεστραμμένοι, χαμόσπιτα χωρίς σκεπή,
+τοίχοι γδαρμένοι, απομεινάρια από αυλές και φράχτες, τρώγλες
+άθικτες πιο μελαγχολικές και από τα ίδια τα ερείπια
+συνοδεύουν τους ανηφορικούς δρόμους, στρωμένους καταμεσής με
+μεγάλους λίθους. Σκόρπιες εδώ κι εκεί πέτρες ηφαιστείου
+μαρτυρούν για την καταστροφή που χτύπησε την αρχαία πόλη και
+σκόρπισε τους κατοίκους της. Μερικά καινούργια σπίτια κάνουν
+δειλά την εμφάνισή τους μέσα σε όλη αυτή την κατάπτωση και
+ροδιές, χαρουπιές, συστάδες από φραγκοσυκιές και φοινικιές
+δίνουν μια ποιητική νότα στο θλιβερό τοπίο.
+
+Όσο όμως ο Έφις ανέβαινε, η θλίψη αυτή μεγάλωνε, για να
+φτάσει στο αποκορύφωμά της με τα απομεινάρια του παλιού
+νεκροταφείου και των ερειπίων της εκκλησίας που απλώνονταν
+στην καταραχιά, στη σκιά του Βουνού, ανάμεσα σε βάτα και
+φλόμους. Τα σοκάκια ήταν έρημα και τα κάθετα βράχια του
+Βουνού έμοιαζαν τώρα με μαρμάρινους πύργους.
+
+Ο Έφις σταμάτησε μπροστά σε μιαν εξώπορτα πλάι στην είσοδο
+του παλιού νεκροταφείου. Ήταν σχεδόν ίδιες οι δυο είσοδοι με
+τρία σπασμένα, χορταριασμένα σκαλοπάτια η κάθε μία, ενώ όμως
+η είσοδος του παλιού νεκροταφείου έφερε ένα ξύλινο διαβρωμένο
+υπέρθυρο, εκείνη των τριών γυναικών είχε ένα χτιστό αψιδωτό
+υπέρθυρο και επάνω στη δοκό του υπήρχαν τα ίχνη ενός
+οικόσημου: ένα κεφάλι πολεμιστή με κράνος και ένα χέρι
+οπλισμένο με σπαθί∙ το μότο έγραφε: quis resistit hujas?
+
+Ο Έφις διέσχισε τη μεγάλη τετράγωνη αυλή που ήταν λιθόστρωτη
+στο κέντρο, όπως οι δρόμοι, με ένα αυλάκι για τα νερά της
+βροχής και έβγαλε το δισάκι από τον ώμο κοιτάζοντας μήπως
+πρόβαλε καμία από τις κυράδες του. Το σπίτι, ισόγειο και ένας
+όροφος μόνο, βρισκόταν στο βάθος της αυλής, και αμέσως από
+πίσω υψωνόταν το Βουνό λες και κρεμόταν από πάνω του σαν
+τεράστιος λευκοπράσινος σκούφος.
+
+Τρεις μικρές πόρτες βρίσκονταν κάτω από ένα ξύλινο μπαλκόνι
+που περιέβαλλε όλο το επάνω πάτωμα του σπιτιού και όπου
+ανέβαινε κανείς από μια εξωτερική σκάλα σε κακή κατάσταση.
+Μια μαυρισμένη τριχιά, δεμένη και στερεωμένη σε πασσάλους
+καρφωμένους στις γωνίες των σκαλοπατιών, είχε πάρει τη θέση
+της κατεστραμμένης κουπαστής της σκάλας. Οι πόρτες, τα
+υποστυλώματα και το κάγκελο του μπαλκονιού ήταν φτιαγμένα από
+ξύλο λεπτοσκαλισμένο. Όλα όμως ήταν ετοιμόρροπα και το ξύλο
+σαρακοφαγωμένο, μαυρισμένο, λες και θα γινόταν σκόνη με το
+παραμικρό χτύπημα, σαν να το κομμάτιασε αόρατο τρυπάνι.
+
+Εδώ κι εκεί όμως, στα κάγκελα του μπαλκονιού, εκτός από τα
+κομψά κολονάκια που ήταν άθικτα ακόμη, φαίνονταν τα
+υπολείμματα μιας κορνίζας στολισμένης με ανάγλυφα φύλλα,
+λουλούδια και φρούτα και ο Έφις θυμόταν ότι από μικρό παιδί
+ακόμη εκείνο το μπαλκόνι είχε ξυπνήσει μέσα του έναν
+θρησκευτικό σεβασμό, όπως ο άμβωνας και το κάγκελο του ιερού
+της εκκλησίας.
+
+Μια κοντόχοντρη γυναίκα, μαυροντυμένη, με ένα λευκό μαντίλι
+γύρο από το σκληρό, μαυριδερό πρόσωπο, εμφανίστηκε στο
+μπαλκόνι. Έσκυψε, είδε τον υπηρέτη και τα μαύρα, αμυγδαλωτά
+μάτια της άστραψαν από χαρά.
+«Ντόνα Ρουθ, καλημέρα, κυρά μου!»
+
+Η ντόνα Ρουθ κατέβηκε γρήγορα, αφήνοντας να φανούν οι χοντρές
+της γάμπες με τις τιρκουάζ κάλτσες. Του χαμογελούσε και
+φαίνονταν τα γερά της δόντια κάτω από το σκούρο, τριχωτό
+χείλος της.
+« Και η ντόνα Έστερ; Και η ντόνα Νοέμι;»
+«Η Έστερ πήγε στην εκκλησία, η Νοέμι σηκώνεται τώρα. Καλός ο
+καιρός, Έφις! Πώς πάει εκεί κάτω;»
+«Καλά, καλά, δόξα τω Θεώ, όλα καλά.»
+
+Ακόμη και η κουζίνα ήταν παμπάλαια: ευρύχωρη, χαμηλοτάβανη με
+σταυρωτά δοκάρια στο ταβάνι μαυρισμένα από την καπνιά. Πάγκοι
+από δουλεμένο ξύλο ακουμπούσαν στον τοίχο στις δυο πλευρές
+του μεγάλου τζακιού. Πίσω από τα κάγκελα του παραθυριού
+πρασίνιζε στο βάθος το βουνό. Πάνω στους γυμνούς κοκκινωπούς
+τοίχους φαίνονταν ακόμη τα ίχνη από τις χάλκινες κατσαρόλες
+που δεν υπήρχαν πια και τα λεία και γυαλιστερά κρεμαστάρια
+όπου κάποτε κρεμούσαν τις σέλλες, τα δισάκια, τα όπλα,
+έμοιαζε να είχαν απομείνει εκεί σαν ενθύμια.
+«Λοιπόν, ντόνα Ρουθ;…..», ρώτησε ο Έφις, τη στιγμή που η
+γυναίκα έβαζε στη φωτιά μια μικρή χάλκινη καφετιέρα. Εκείνη
+όμως έστρεψε το πλατύ, μελαχρινό πρόσωπό της, που το
+περιέβαλε η άσπρη μαντήλα, και του έκανε νόημα να έχει
+υπομονή.
+«Πήγαινε να μου φέρεις λίγο νερό, ώσπου να κατέβει η Νοέμι.»
+
+Ο Έφις πήρε τον κουβά κάτω από το κάθισμα και ξεκίνησε, αλλά
+όταν έφτασε στην πόρτα έστρεψε δειλά, κοιτάζοντας τον κουβά
+που κουνιόταν.
+«Το γράμμα είναι από τον ντον Τζατσιντίνο;»
+«Το γράμμα; Τηλεγράφημα είναι……»
+« Χριστέ μου! Δεν πιστεύω να έπαθε τίποτα κακό;»
+«Τίποτα, τίποτα! Πήγαινε…..»
+
+Δεν είχε νόημα να επιμένει πριν κατέβει η ντόνα Νοέμι. Η
+ντόνα Ρουθ, παρ’ όλο που ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις
+αδελφές και κρατούσε τα κλειδιά του σπιτιού (δεν υπήρχε δα
+και τίποτε να ασφαλίσει) δεν έπαιρνε ποτέ καμία πρωτοβουλία
+και καμία ευθύνη.
+
+Πήγε στο πηγάδι που έμοιαζε με νουράγκε [2] σκαμμένο σε μια
+γωνιά της αυλής και ήταν προστατευμένο από έναν πέτρινο
+φράχτη που πάνω του άνθιζαν, μέσα σε παλιά σπασμένα λαγήνια,
+βιόλες και γιασεμιά. Ένα από αυτά σκαρφάλωνε στον τοίχο και
+από εκεί πρόβαλε προς τα έξω, λες και ήθελε να δει τι υπήρχε
+πέρα, στον κόσμο.
+
+Πόσες αναμνήσεις δεν ξυπνούσε στην καρδιά του υπηρέτη αυτή η
+γωνιά της αυλής, θλιβερή με τα μούσκλια της, χαρούμενη με το
+σκούρο χρυσαφί από τις βιόλες και με το ανοιχτοπράσινο των
+γιασεμιών της!
+
+ Σαν να έβλεπε ακόμη την ντόνα Λία, χλωμή και λεπτή σαν
+κυπαρίσσι, να προβάλλει στο μπαλκόνι με το βλέμμα καρφωμένο
+μακριά, να προσπαθεί να διακρίνει κι εκείνη τι υπήρχε πέρα,
+στον κόσμο. Έτσι την είχε δει την μέρα της φυγής, ακίνητη
+εκεί πάνω, όμοια με καπετάνιο που εξερευνά με το βλέμμα το
+μυστήριο της θάλασσας…
+
+Πόσο βαραίνουν αυτές οι αναμνήσεις! Βαραίνουν σαν τον κουβά
+γεμάτο με νερό που τραβάει προς τα κάτω, προς το πηγάδι.
+
+Σηκώνοντας όμως τα μάτια ο Έφις είδε ότι δεν ήταν η Λία
+εκείνη η ψηλή γυναίκα που πρόβαλε ευκίνητη στο μπαλκόνι και
+κούμπωνε τα μανίκια από το μακρύ, μαύρο πανωφόρι της.
+«Ντόνα Νοέμι, καλημέρα, κυρά μου! Δεν θα κατεβείτε;»
+
+Εκείνη έσκυψε λίγο το κεφάλι με τα πυκνά, χρυσόμαυρα μαλλιά,
+που έλαμπαν γύρω από το χλωμό πρόσωπο σαν δυο λωρίδες σατέν.
+Απάντησε στο χαιρετισμό με τα μάτια, μαύρα χρυσαφί κι εκείνα
+κάτω από μακριά ματόκλαδα, αλλά δεν μίλησε και δεν κατέβηκε.
+
+Άνοιξε διάπλατα πόρτες και παράθυρα – δεν υπήρχε κίνδυνος το
+ρεύμα του αέρα να χτυπήσει και να σπάσει τα τζάμια (έλλειπαν
+εδώ και χρόνια!) – και έφερε έξω, να την απλώσει στον ήλιο,
+μια κίτρινη κουβέρτα.
+«Δεν θα κατεβείτε, ντόνα Νοέμι;», ξανάπε ο Έφις με το κεφάλι
+στραμμένο ψηλά, κάτω από το μπαλκόνι.
+«Τώρα, τώρα.»
+
+Συνέχιζε όμως ν’ απλώνει την κουβέρτα και σαν να σταματούσε
+λίγο για να παρατηρήσει το τοπίο στα δεξιά και το τοπίο στα
+αριστερά, και τα δυο μελαγχολικά όμορφα, με την αμμώδη
+πεδιάδα να την διασχίζει το ποτάμι, με σειρές από λεύκες, με
+χαμηλές σκλήθρες, με βουρλοτόπια και φλόμους, με την εκκλησία
+μαυρισμένη από τα βάτα, το παλιό νεκροταφείο χορταριασμένο
+και μέσα στο πράσινο να ασπρίζουν σαν μαργαρίτες τα κόκαλα
+των νεκρών, και στο βάθος ο λόφος με τα ερείπια του Κάστρου.
+
+Χρυσά σύννεφα στεφάνωναν τον λόφο και τα ερείπια και η
+γλυκύτητα και η ησυχία του πρωινού έδιναν σ’ όλο το τοπίο μια
+ηρεμία νεκροταφείου. Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο.
+Τα ίδια τα κόκαλα των νεκρών έμοιαζαν να είναι τα λουλούδια
+του, τα σύννεφα το διάδημά του.
+
+Αυτό δεν έκανε καμία εντύπωση στη Νοέμι. Από κοριτσάκι είχε
+συνηθίσει να βλέπει τα κόκαλα που τον χειμώνα ζεσταίνονταν
+λες στον ήλιο και την άνοιξη άστραφταν με τις δροσοσταλίδες.
+Κανείς δεν σκέφτηκε να τα πάρει από εκεί∙ γιατί να το σκεφτεί
+εκείνη; Η ντόνα Έστερ όμως, κάθε φορά που ανηφορίζει με αργό
+και ήρεμο βήμα το καλντερίμι από την καινούργια εκκλησία του
+χωριού (όταν είναι σπίτι πάντα βιάζεται, έξω όμως τα κάνει
+όλα με ηρεμία, επειδή μια γυναίκα από ευγενική γενιά πρέπει
+να είναι αποφασιστική και ήρεμη) όταν φτάνει μπροστά στο
+παλιό νεκροταφείο σταυροκοπιέται και προσεύχεται για την ψυχή
+των νεκρών....
+
+Η ντόνα Έστερ δεν ξεχνά ποτέ τίποτα και δεν παύει να
+παρατηρεί∙ έτσι, μόλις μπήκε στην αυλή, κατάλαβε ότι κάποιος
+τράβηξε νερό από το πηγάδι. Έβαλε στη θέση του τον κουβά,
+έβγαλε ένα πετραδάκι από μια γλάστρα με βιόλες και μόλις
+μπήκε στην κουζίνα χαιρέτησε τον Έφις και τον ρώτησε εάν του
+είχαν φτιάξει καφέ.
+«Μου έφτιαξαν, μου έφτιαξαν, ντόνα Έστερ, κυρά μου!»
+
+Στο αναμεταξύ η ντόνα Νοέμι είχε κατέβει με το τηλεγράφημα
+στο χέρι, αλλά δεν αποφάσιζε να το διαβάσει, λες και της
+άρεσε να μεγαλώνει την αγωνία και την περιέργεια του υπηρέτη.
+«Έστερ», είπε, ενώ καθόταν στον πάγκο πλάι στο τζάκι, «γιατί
+δεν βγάζεις το σάλι;»
+«Έχει λειτουργία στην εκκλησία σήμερα το πρωί∙ θα ξαναβγώ.
+Διάβασε.»
+
+Κάθισε κι εκείνη στον πάγκο και η ντόνα Ρουθ την μιμήθηκε.
+Καθισμένες έτσι οι τρεις αδελφές έμοιαζαν καταπληκτικά∙ μόνο
+που αντιπροσώπευαν τρεις διαφορετικές ηλικίες: η ντόνα Νοέμι
+ήταν ακόμη νέα, η ντόνα Έστερ ηλικιωμένη και η ντόνα Ρουθ ήδη
+γριά, αλλά κοτσονάτη, ευγενική, γαλήνια. Τα μάτια της ντόνας
+Έστερ, λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από εκείνα των αδερφάδων της, μ’
+ένα χρώμα καστανό χρυσαφί, είχαν μια λάμψη παιδική και πονηρή
+ταυτόχρονα.
+
+Ο υπηρέτης κάθισε απέναντί τους και περίμενε. Η ντόνα Νοέμι
+όμως, αφού ξεδίπλωσε το κίτρινο χαρτί, το κοίταζε με βλέμμα
+προσηλωμένο σαν να μην μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις και
+τελικά το ανέμισε οργισμένη.
+«Λοιπόν, λέει πως φτάνει σε λίγες μέρες. Αυτό είναι όλο!»
+
+Σήκωσε τα μάτια και κοκκίνισε κοιτάζοντας αυστηρά κατά
+πρόσωπο τον Έφις∙ και οι άλλες δυο τον κοίταζαν.
+«Το καταλαβαίνεις; Έτσι, απλά, σαν να έρχεται στο σπίτι του!»
+«Τι λες;», ρώτησε η ντόνα Έστερ, βγάζοντας ένα δάχτυλο μέσα
+από τον κόμπο που έκανε το σάλι.
+
+Ο Έφις είχε μια μακάρια όψη: οι πυκνές ρυτίδες γύρο από τα
+ζωηρά του μάτια έμοιαζαν με ακτίνες, και ο ίδιος δεν
+προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του.
+«Είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης, λέω όμως ότι η Θεία Πρόνοια
+ξέρει τι κάνει!»
+«Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ! Υπάρχει κάποιος τουλάχιστον που
+καταλαβαίνει τον λόγο», είπε η ντόνα Έστερ.
+
+Η Νοέμι όμως χλόμιασε πάλι. Λόγια διαμαρτυρίας της έρχονταν
+στα χείλη και παρ’ όλο που κατόρθωνε πάντα να συγκρατιέται
+μπροστά στον υπηρέτη, που φαίνεται πως δεν του έδινε και πολύ
+σημασία, αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να μην τον αντικρούσει.
+«Δεν έχει καμιά δουλειά εδώ η Θεία Πρόνοια και δεν πρόκειται
+γι’ αυτό. Πρόκειται για......», και πρόσθεσε μετά από μια
+στιγμή δισταγμού, «πρόκειται για μια ξεκάθαρη απάντηση που
+πρέπει να του δώσουμε, ότι στο σπίτι μας δεν υπάρχει θέση για
+εκείνον!»
+
+Τότε ο Έφις άνοιξε τα χέρια και έκλινε λίγο το κεφάλι σαν να
+ήθελε να πει: τότε γιατί θέλετε τη συμβουλή μου; - αλλά η
+ντόνα Έστερ έβαλε τα γέλια και σήκωσε, χτυπώντας τες νευρικά,
+τις δυο μαύρες άκρες από το σάλι της.
+«Και πού θα ’θελες να πάει, λοιπόν; Στο σπίτι του Ρετόρου σαν
+τους ξένους που δεν βρίσκουν πού να μείνουν;»
+«Εγώ δεν θα του έδινα καμία απάντηση», πρότεινε η ντόνα Ρουθ
+παίρνοντας από τα χέρια της Νοέμι το τηλεγράφημα που εκείνη
+δίπλωνε και ξεδίπλωνε νευρικά. «Εάν έλθει, καλώς να ορίσει.
+Θα μπορούσαμε να τον υποδεχτούμε σαν να ήταν ξένος. Καλώς τον
+τον ξένο!», είπε σαν να χαιρετούσε κάποιον που έμπαινε εκείνη
+τη στιγμή από την πόρτα. «Εντάξει. Και εάν συμπεριφερθεί
+άσχημα, θα τα μαζέψει και θα φύγει όσο είναι καιρός.»
+
+Η ντόνα Έστερ όμως χαμογελούσε κοιτάζοντας την αδελφή της που
+ήταν η πιο δειλή και η πιο αναποφάσιστη από τις τρεις και
+σκύβοντας της χτύπησε με το χέρι το γόνατο.
+«Να τον διώξουμε, θέλεις να πεις; Σπουδαία εντύπωση θα
+κάνουμε! Και θα έχεις το θάρρος να το κάνεις εσύ, Ρουθ;»
+
+Ο Έφις σκεφτόταν. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι και ακούμπησε το
+χέρι στο στήθος του.
+«Αυτό θα το αναλάβω εγώ!», υποσχέθηκε με αποφασιστικότητα.
+
+Το βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο της Νοέμι κι εκείνος
+που πάντα φοβόταν τα υγρά και ψυχρά της μάτια σαν θάλασσα
+βαθιά, κατάλαβε πως η νεαρή κυρά του έπαιρνε στα σοβαρά την
+υπόσχεσή του.
+
+Δεν μετάνιωσε όμως που την έδωσε. Πολλές άλλες ευθύνες είχε
+αναλάβει στη ζωή του.
+
+Έμεινε στο χωριό όλη την μέρα.
+
+Ανησυχούσε για το κτήμα – αν και την εποχή εκείνη λίγα
+πράγματα ήταν εκείνα που θα μπορούσε να κλέψει κανείς – αλλά
+του φαινόταν ότι μια κρυφή διχόνοια ταλάνιζε τις κυράδες του
+και δεν ήθελε να φύγει εάν προηγουμένως δεν τις έβλεπε
+φιλιωμένες.
+
+Η ντόνα Έστερ, αφού έβαλε λίγη τάξη, ξαναβγήκε για να πάει
+στην εκκλησία. Ο Έφις της υποσχέθηκε να την συναντήσει στην
+εκκλησία, αλλά την ώρα που η ντόνα Νοέμι ανέβαινε πάλι επάνω,
+εκείνος ξαναμπήκε στην κουζίνα και παρακάλεσε χαμηλόφωνα την
+ντόνα Ρουθ, που είχε γονατίσει στο πάτωμα και ζύμωνε επάνω σε
+μια χαμηλή τάβλα, να του δώσει το τηλεγράφημα. Η γυναίκα
+σήκωσε το κεφάλι και με το χέρι της μέσα στο αλεύρι τράβηξε
+πίσω τη μαντίλα της.
+«Την άκουσες;», είπε χαμηλόφωνα υπονοώντας την Νοέμι. «Πάντα
+η ίδια! Η περηφάνια την κουμαντάρει......»
+«Δίκιο έχει!» είπε ο Έφις σκεφτικός. «Όταν είναι κανείς
+ευγενής είναι ευγενής, ντόνα Ρουθ. Βρίσκεις ένα νόμισμα
+χωμένο μέσα στη γη. Νομίζεις ότι είναι σιδερένιο επειδή είναι
+μαυρισμένο, εάν όμως το καθαρίσεις βλέπεις ότι είναι χρυσό.
+Το χρυσάφι είναι πάντα χρυσάφι.....»
+
+Η ντόνα Ρουθ κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο να δικαιολογήσει στον
+Έφις την αδικαιολόγητη περηφάνια της Νοέμι και, έτοιμη πάντα
+να ακολουθήσει την γνώμη των άλλων, χάρηκε γι’ αυτό.
+«Θυμάσαι πόσο υπεροπτικός ήταν ο πατέρας μου;», είπε,
+χώνοντας μέσα στη χλωμή ζύμη τα κόκκινα χέρια της με τις
+γαλάζιες φλέβες. «Κι εκείνος έτσι μιλούσε. Εκείνος βέβαια δεν
+θα επέτρεπε στον Τζατσιντίνο ούτε καν να ξεμπαρκάρει. Τι λες,
+Έφις;»
+«Εγώ; Εγώ είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης, αλλά λέω πως ο ντον
+Τζατσιντίνο θα ξεμπαρκάριζε οπωσδήποτε.»
+«Γιός της μάνας του, θέλεις να πεις;» αναστέναξε η ντόνα Ρουθ
+και ο υπηρέτης αναστέναξε κι εκείνος. Η σκιά του παρελθόντος
+ήταν πάντα εκεί, γύρω τους.
+
+Ο άντρας όμως έκανε μια χειρονομία σαν να ήθελε να διώξει τη
+σκιά εκείνη και παρατηρώντας τις κινήσεις των κόκκινων χεριών
+που τραβούσαν, δίπλωναν και χτυπούσαν τη λευκή ζύμη, συνέχισε
+ήρεμα.
+«Είναι καλό παιδί και η Θεία Πρόνοια θα το βοηθήσει. Πρέπει
+να προσέξουμε όμως μην το πιάσουν οι πυρετοί της μαλάριας.
+Πρέπει να του αγοράσουμε και ένα άλογο, επειδή οι στεριανοί
+δεν συνηθίζουν να πηγαίνουν με τα πόδια. Θα το φροντίσω εγώ.
+Αυτό που έχει σημασία είναι οι αφεντιές σας να συμφωνήσουν.»
+
+Εκείνη όμως απάντησε αμέσως αγέρωχα.
+«Γιατί; Δεν συμφωνούμε, λες; Μας άκουσες μήπως να μαλώνουμε;
+Δεν θα πας στη εκκλησία, Έφις;»
+
+Κατάλαβε ότι τον έδιωχνε και βγήκε στην αυλή, κοίταξε όμως
+μήπως μπορούσε να μιλήσει και με την ντόνα Νοέμι. Να την που
+βγήκε στο μπαλκόνι να μαζέψει την κουβέρτα. Χαμένος κόπος να
+την παρακαλέσει να κατέβει, έπρεπε ν’ ανέβει εκείνος.
+«Ντόνα Νοέμι, μου επιτρέπετε μια ερώτηση; Είστε
+ευχαριστημένη;»
+
+Η Νοέμι τον κοίταξε έκπληκτη κρατώντας την κουβέρτα στην
+αγκαλιά.
+«Για ποιο πράγμα;»
+«Που θα έρθει ο ντον Τζατσιντίνο. Θα δείτε, είναι καλό
+παιδί.»
+«Εσύ πού τον γνώρισες;»
+«Φαίνεται από το γράψιμο. Μπορεί να κάνει πολλά. Πρέπει όμως
+να του αγοράσουμε ένα άλογο…..»
+«Και σπιρούνια τότε!»
+«…. Σημασία έχει να συμφωνήσουν οι εξοχότητές σας. Αυτό είναι
+το σημαντικό.»
+
+Εκείνη τράβηξε μια κλωστή από την κουβέρτα και την πέταξε
+στην αυλή. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
+«Πότε δεν συμφωνήσαμε; Μέχρι τώρα, πάντα.»
+«Ναι… όμως φαίνεται ότι δεν είστε ευχαριστημένη από τον
+ερχομό του Τζατσίντο.»
+«Πρέπει ν’ αρχίσω να τραγουδάω; Δεν είναι δα και ο Μεσσίας!»,
+είπε μπαίνοντας πλάγια στο πορτάκι απ’ όπου φαινόταν το
+εσωτερικό ενός λευκού δωματίου με ένα παλιό κρεβάτι, μια
+παλιά κασέλα, ένα παραθυράκι χωρίς τζάμια, ανοιχτό με φόντο
+το πράσινο του Βουνού.
+
+Ο Έφις κατέβηκε, έκοψε μια μικρή ροζ βιολέτα και κρατώντας
+την ανάμεσα στα δάχτυλα, που είχε σταυρωμένα πίσω στην πλάτη,
+κατευθύνθηκε προς την εκκλησία.
+
+Η ησυχία και η δροσιά του απότομου Βουνού κυριαρχούσαν
+τριγύρω. Μόνο οι τρίλιες των μελισσοφάγων μέσα στα βάτα
+έδιναν ζωντάνια στον τόπο και συνόδευαν την μονότονη προσευχή
+των γυναικών στην εκκλησία. Ο Έφις μπήκε ακροπατώντας, με τη
+βιολέτα στο χέρι και γονάτισε πίσω από την κολόνα του άμβωνα.
+
+Η εκκλησία ερειπωνόταν. Όλα εκεί μέσα ήταν γκρίζα, υγρά και
+σκονισμένα. Από τις τρύπες της ξύλινης οροφής έμπαιναν λοξά
+φωτεινές ακτίνες ασημί σκόνης που κατέληγαν επάνω στα κεφάλια
+των γονατισμένων καταγής γυναικών, και οι κιτρινισμένες
+φιγούρες που ξεπηδούσαν από το μαυρισμένο φόντο των
+ραγισμένων τοιχογραφιών, που ακόμη κοσμούσαν τους τοίχους,
+έμοιαζαν μ’ αυτές τις γυναίκες, ντυμένες στα μαύρα και τα
+βιολετιά, όλες χλωμές σαν το φίλντισι, ακόμη και οι πιο
+ωραίες, οι πιο λεπτές, με στήθος άσαρκο και την κοιλιά
+πρησμένη από της θέρμες της μαλάριας. Και η προσευχή ηχούσε
+αργόσυρτη και μονότονη και έμοιαζε να πάλλεται μακριά, πέρα
+από τον χρόνο. Η λειτουργία ήταν για τα σαράντα κάποιου και
+ένα μαύρο ύφασμα με χρυσές φράντζες σκέπαζε το κάγκελο του
+ιερού. Ο παπάς ντυμένος στα άσπρα και μαύρα έστρεφε αργά με
+υψωμένα τα χέρια, με δυο ακτίνες φωτός να τον περιβάλλουν,
+που λες και ξεπηδούσαν από το κεφάλι του, όμοιο μ’ εκείνο
+ενός προφήτη. Αν δεν υπήρχε ο ήχος από το καμπανάκι του
+μικρού νεωκόρου που λες και έδιωχνε από τριγύρω τα πνεύματα,
+ο Έφις, παρά το φως και το κελάηδα των πουλιών, θα πίστευε
+ότι παίρνει μέρος σε μια λειτουργία φαντασμάτων. Να, όλοι
+είναι εδώ: ο ντον Τζάμε γονατισμένος στο προσευχητάρι της
+οικογένειας και λίγο πιο πέρα η ντόνα Λία χλωμή μέσα στο
+μαύρο της σάλι, όπως η φιγούρα ψηλά στην παλιά ζωγραφιά που
+όλες οι γυναίκες κοιτάζουν κάθε τόσο και που μοιάζει να
+προβάλλει πράγματι σε ένα μαύρο, ετοιμόρροπο μπαλκόνι. Είναι
+η φιγούρα της Μαγδαληνής που, όπως λένε, έγινε εκ του
+φυσικού: η αγάπη, η θλίψη, οι τύψεις και η ελπίδα γελούν και
+κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο πικραμένο στόμα της…
+
+Ο Έφις την κοιτά και νοιώθει, όπως πάντα μπροστά σ’ αυτή την
+φιγούρα που ξεπροβάλλει απ’ τα σκοτάδια ενός παρελθόντος
+χωρίς όρια, ζάλη σαν να ήταν εκείνος που αιωρείται σ’ ένα
+μαύρο κενό όλο μυστήριο... Σαν να θυμάται μια προηγούμενη
+ζωή, παμπάλαια. Του φαίνεται πως ζωντανεύει το κάθε τι γύρω
+του, με μια ζωή όμως φανταστική, μυθική. Οι νεκροί
+ανασταίνονται, ο Χριστός που βρίσκεται πίσω από το κιτρινωπό
+παραπέτασμα του ιερού και δυο φορές το χρόνο μόνο τον
+δείχνουν στο λαό, κατεβαίνει από την κρυψώνα του και
+περπατάει. Κι Αυτός είναι αδύνατος, χλωμός, σιωπηλός.
+Περπατάει και ο λαός τον ακολουθεί και στη μέση του κόσμου
+είναι αυτός, ο Έφις, που προχωρά, προχωρά, με το λουλούδι στο
+χέρι, με την καρδιά του να σκιρτά από τρυφερότητα… Οι
+γυναίκες ψάλλουν, τα πουλιά κελαηδούν. Η ντόνα Έστερ
+περπατάει πλάι στον υπηρέτη με γρήγορα μικρά βήματα, με το
+δάχτυλο έξω από τον κόμπο που κάνει το σάλι. Η λιτανεία
+βγαίνει από το χωριό και το χωριό είναι ολάνθιστο από τις
+ροδιές και την αγράμπελη. Τα σπίτια είναι καινούργια, η
+εξώπορτα της οικογένειας Πιντόρ είναι καινούργια, από
+καρυδιά, γυαλίζει και το μπαλκόνι είναι ανέπαφο….. Όλα είναι
+καινούργια, όλα είναι όμορφα. Η ντόνα Μαρία Κριστίνα είναι
+ζωντανή και προβάλλει στο μπαλκόνι όπου είναι απλωμένες οι
+κουβέρτες από μετάξι. Η ντόνα Νοέμι είναι κοπελίτσα,
+αρραβωνιασμένη με τον ντον Πρέντου και ο ντον Τζάμε, που
+ακολουθεί κι αυτός την λιτανεία, κάνει, όπως πάντα, τον
+θυμωμένο, αλλά είναι πολύ ευχαριστημένος…..
+
+Όμως η ψαλμωδία των γυναικών σταμάτησε και μερικές σηκώθηκαν
+για να φύγουν. Ο Έφις, που είχε ακουμπήσει το κεφάλι στην
+κολόνα του άμβωνα, τινάχτηκε από τ’ όνειρό του και ακολούθησε
+την ντόνα Έστερ που έβγαινε από την εκκλησία για να γυρίσει
+σπίτι.
+
+Ο ήλιος από ψηλά χτυπούσε τώρα αλύπητα το χωριουδάκι που ήταν
+περισσότερο από κάθε άλλη φορά έρημο μέσα στο εκτυφλωτικό φως
+του ζεστού ήδη πρωινού. Οι γυναίκες μόλις βγήκαν από την
+εκκλησία σκόρπισαν εδώ κι εκεί, σιωπηλές σαν φαντάσματα, και
+απλώθηκε πάλι η μοναξιά και η σιωπή γύρω από το σπίτι των
+Πιντόρ. Η ντόνα Έστερ πλησίασε στο πηγάδι για να στηρίξει μ’
+ένα ξύλο μια γαριφαλιά, ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και
+έκλεισε τα πορτοπαράθυρα. Στο πέρασμά της το ξώστεγο έτριζε
+και από τον τοίχο και το φθαρμένο ξύλο έπεφτε μια γκρίζα
+σκόνη σαν στάχτη.
+
+Ο Έφις την περίμενε να κατέβει. Καθισμένος στα σκαλοπάτια
+κάτω από τον ήλιο, με τον σκούφο του γερμένο για να του κάνει
+λίγο ίσκιο στο πρόσωπο, πελεκούσε με το σουγιά του ένα μικρό
+κομμάτι ξύλο που η ντόνα Ρουθ ήθελε να βάλει κάτω από την
+εξώπορτα, αλλά η ανταύγεια της λάμας στον ήλιο τον ενοχλούσε
+στα μάτια και η βιόλα, που είχε κιόλας μαραθεί, έτρεμε πάνω
+στο γόνατό του. Μπερδεμένες σκέψεις του περνούσαν από το
+μυαλό και σκεφτόταν τις θέρμες της μαλάριας που τον είχαν
+ταλαιπωρήσει την προηγούμενη χρονιά.
+«Ξαναγυρίζουν οι διαολεμένες;»
+
+Η ντόνα Έστερ ξανακατέβηκε με ένα βαζάκι από φελλό στο χέρι.
+Τραβήχτηκε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει και σήκωσε
+το πρόσωπο που το σκίαζε ο σκούφος.
+«Κυρά μου, δεν θα ξαναβγείτε;»
+«Πού να πάω τέτοια ώρα; Δεν με κάλεσε κανείς για τραπέζι!»
+« Θα ’θελα να σας πω κάτι. Είστε ευχαριστημένη;»
+«Για ποιο πράγμα, ψυχή μου;»
+
+Τον συμπεριφερόταν σαν μάνα, χωρίς όμως οικειότητα. Τον
+θεωρούσε πάντα απλοϊκό άνθρωπο.
+«Που…. που συμφωνείτε όλες για τον ερχομό του Τζατσιντίνο;»
+«Ναι, είμαι ευχαριστημένη. Έτσι έπρεπε να γίνει.»
+«Είναι καλό παιδί. Θα πλουτίσει. Πρέπει να του αγοράσουμε ένα
+άλογο. Όμως…..»
+«Όμως;»
+«Δεν πρέπει να τον αφήσουμε πολύ ελεύθερο, στην αρχή. Τα
+παιδιά είναι πάντα παιδιά… Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί. Εάν
+κάποιος μου επέτρεπε να του σφίξω το μικρό του δαχτυλάκι εγώ
+του έστριβα όλο το χέρι. Και έπειτα οι άντρες της ράτσας
+Πιντόρ, το ξέρετε δα ντόνα Έστερ, είναι υπερήφανοι….»
+«Εάν έρθει ο ανεψιός μου, Έφις, θα του πω όπως στους ξένους:
+κάθισε, είσαι σαν στο σπίτι σου. Θα καταλάβει όμως πως εδώ θα
+είναι φιλοξενούμενος….»
+
+Τότε ο Έφις σηκώθηκε τινάζοντας από το παντελόνι του τις
+σχίζες του ξύλου. Όλα πήγαιναν καλά, και όμως κάποια ανησυχία
+τον τυραννούσε∙ κάτι ακόμη ήθελε να πει αλλά δεν τολμούσε.
+
+Ακολούθησε βήμα βήμα τη γυναίκα, έβγαλε τον σκούφο για να
+τοποθετήσει με δύναμη το κομμάτι το ξύλο κάτω από την πόρτα
+και περίμενε πάλι με υπομονή να επιστρέψει η ντόνα Έστερ στο
+πηγάδι για νερό.
+«Δώστε, δώστε σ’ εμένα», είπε παίρνοντάς της τον κουβά από το
+χέρι και ενώ ανέβαζε το νερό κοίταζε μέσα στο πηγάδι, για να
+μην κοιτάζει κατά πρόσωπο την κυρά του, επειδή ντρεπόταν να
+της ζητήσει τα λεφτά που του χρωστούσε.
+«Ντόνα Έστερ, δεν βλέπω πια τα δεμάτια με τα καλάμια. Τα
+πουλήσατε;»
+«Ναι, άλλα πούλησα σε κάποιον από το Νούορο και άλλα τα
+χρησιμοποίησα για να επισκευάσω την σκεπή και έτσι πλήρωσα
+και τον χτίστη. Ξέρεις ότι την τελευταία μέρα της σαρακοστής
+ο αέρας πέταξε τα κεραμίδια.»
+
+Κι έτσι εκείνος δεν επέμενε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να
+διορθώσει κανείς τα πράγματα, χωρίς να ταπεινώνει τους
+ανθρώπους που αγαπά! Γι’ αυτό πήγε στην Καλίνα, την
+τοκογλύφο, σταματώντας να πει μια καλημέρα στην γιαγιά του
+αγοριού που του φύλαγε το κτήμα. Ψηλή και λιπόσαρκη, με
+πρόσωπο αρχαίας αιγύπτιας πλαισιωμένο από μια μαύρη μαντίλα
+που οι άκρες της ήταν δεμένες πάνω στο κεφάλι, η γριά έγνεθε
+καθισμένη στο σκαλάκι του χαμόσπιτού της από μαυρισμένες
+πέτρες. Είχε μια σειρά κοραλλιών γύρω από τον μακρύ,
+κιτρινωπό και ρυτιδιασμένο λαιμό της. Δυο χρυσά σκουλαρίκια
+κρέμονταν στ’ αυτιά της σαν λαμπερές σταγόνες που δεν έλεγαν
+να πέσουν. Έμοιαζε να έχει ξεχάσει, γερνώντας, να βγάλει από
+πάνω της τα κοσμήματα αυτά της νιότης της.
+«Η Παναγιά μαζί σου θεια-Ποτόι. Πώς τα περνάτε; Το αγόρι
+έμεινε εκεί πάνω, αλλά απόψε θα γυρίσει.»
+
+Τον κοίταζε με τα γυάλινα μάτια της.
+«Α, είσαι ο Έφις; Ο Θεός μαζί σου. Λοιπόν, από ποιόν ήταν το
+γράμμα; Από τον ντον Τζατσιντίνο; Εάν έρθει, να τον
+υποδεχτείτε καλά. Στο κάτω κάτω γυρίζει στο σπίτι του. Είναι
+η ψυχή του ντον Τζάμε, επειδή οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν
+μέσα στους νέους. Κοίτα την Γκριζέντα, την εγγονή μου!
+Γεννήθηκε πριν δέκα έξι χρόνια, στη γιορτή του Χριστού, την
+ώρα που πέθαινε η μάνα της. Λοιπόν, κοίτα την καλά: δεν είναι
+η μάνα της ξαναγεννημένη; Να την….»
+
+Και πράγματι η Γκριζέντα ανέβαινε από το ποτάμι με ένα πανέρι
+ρούχα στο κεφάλι, ψηλή, με το μεσοφόρι σηκωμένο πάνω από τις
+γάμπες της που γυάλιζαν και ήταν ίσιες σαν της ελαφίνας. Και
+τα μάτια της ήταν σαν της ελαφίνας λοξά και υγρά σ’ ένα χλωμό
+πρόσωπο σαν παλιό μετάλλιο. Μια κόκκινη κορδέλα στόλιζε το
+στήθος της, από την μια άκρη στην άλλη του μικρού κορσέ που
+ήταν ανοιχτός πάνω από το πουκάμισο και υποβάσταζε τα άγουρα
+στήθη της.
+«Μπαρπα- Έφις!», φώναξε, χαδιάρικα και αυστηρά, βάζοντας το
+πανέρι πάνω στο κεφάλι του και ψαχουλεύοντας τις τσέπες του.
+«Εγώ πάντα σας σκέφτομαι, καλέ μου, κι εσείς δεν έχετε τίποτε
+να μου δώσετε…. Ούτε ένα αμύγδαλο!»
+
+Ο Έφις την άφηνε να τον ψαχουλεύει και χαιρόταν τη χάρη της.
+Η γριά όμως με ανέκφραστο το πρόσωπο και τα μάτια γυάλινα
+είπε με γλύκα:
+«Ο μακαρίτης ντον Τζάμε γυρίζει πίσω.»
+
+Η Γκριζέντα κοκάλωσε και το όμορφο πρόσωπο και τα όμορφα
+μάτια της πήραν αμυδρά την όψη της γιαγιάς της.
+«Γυρίζει πίσω;»
+«Αφήστε τα τώρα αυτά!» είπε ο Έφις απιθώνοντας το πανέρι στα
+πόδια του κοριτσιού, αλλά εκείνη άκουγε σαν μαγεμένη τα λόγια
+της γιαγιάς, και εκείνος κατεβαίνοντας το σοκάκι νόμιζε πως
+ξανάβλεπε το παρελθόν σε κάθε γωνιά. Να, εκεί κάτω,
+καθισμένος στο πέτρινο παγκάκι που ακουμπά στο γκρίζο σπίτι
+του Μιλέζου, ένας μεγαλόσωμος άντρας ντυμένος στα βελούδα. Το
+καφέ χρώμα της φορεσιάς του τονίζει το κόκκινο του προσώπου
+του και το μαύρο του γενιού του.
+
+Δεν είναι ο ντον Τζάμε; Σαν κι εκείνον προτάσσει το στήθος
+του και έχει τους αντίχειρες μέσα στα τσεπάκια του γιλέκου
+του. Τα άλλα δάχτυλά του, κόκκινα, συμπλέκονται με τη χρυσή
+αλυσίδα του ρολογιού. Κάθεται εκεί όλη την ημέρα για να
+κοιτάζει τους περαστικούς και να τους κοροϊδεύει. Πολλοί
+αλλάζουν δρόμο επειδή τον φοβούνται και το ίδιο κάνει και ο
+Έφις, για να φτάσει στο σπίτι της τοκογλύφου χωρίς να γίνει
+αντιληπτός.
+
+Μια αιμασιά από φραγκοσυκιές έζωνε σαν τοίχος βαρύς την αυλή
+της θεια Καλίνα. Εκείνη έγνεθε επίσης, ήταν μικροκαμωμένη και
+φορούσε κεντητές παντόφλες, χωρίς κάλτσες. Το μικρό της
+πρόσωπο ήταν πανιασμένο και τα μάτια της, μάτια αρπαχτικού,
+χρύσιζαν και γυάλιζαν στη σκιά της μαντίλας που φορούσε στο
+κεφάλι.
+«Έφις, καρδούλα μου, πώς είσαι; Και οι κυράδες σου πώς είναι;
+Πώς και με θυμήθηκες;. Κάτσε, κάτσε, ξεκουράσου.»
+
+Νωθρές κότες που τσιμπιόντουσαν κάτω από τα φτερά τους, ζωηρά
+γατάκια που κυνηγούσαν ροδαλά γουρουνάκια, περιστέρια λευκά
+και γλαυκά, ένα γαϊδούρι δεμένο σ’ έναν πάσαλο και τα
+χελιδόνια στον αέρα έδιναν στην αυλή την όψη της Κιβωτού του
+Νώε. Το σπιτάκι είχε για φόντο το παλιό, ανακαινισμένο σπίτι
+του Μιλέζου που ήταν ψηλό, με καινούργια σκεπή, αλλά με τους
+τοίχους εδώ κι εκεί φαγωμένους και γδαρμένους λες από τον
+χρόνο που πεισματώνει σε όσους θέλουν να του αρπάξουν τη
+λεία.
+«Το κτήμα;», είπε ο Έφις ακουμπώντας στον τοίχο πλάι στη
+γυναίκα. «Καλά πάει. Φέτος θα έχουμε περισσότερα αμύγδαλα
+παρά φύλλα. Έτσι θα σε ξεχρεώσω, Καλί! Μην ανησυχείς….»
+
+Εκείνη ζάρωσε τα άτριχα φρύδια της, ενώ παρακολουθούσε το
+νήμα από το αδράχτι.
+«Δεν ανησυχώ, ξέρεις! Μακάρι να ’ταν όλοι σαν κι εσένα και τα
+εφτά σκούδα που μου χρωστάς να ήταν εκατό!»
+«Ο διάολος να σε πάρει», σκαφτόταν ο Έφις. «Μου δάνεισες
+τέσσερα σκούδα τα Χριστούγεννα και τώρα τα έκανες κιόλας
+εφτά!»
+«Λοιπόν, Καλί», πρόσθεσε χαμηλόφωνα με σκυμμένο το κεφάλι σαν
+να μιλούσε στα γουρουνάκια που μυρίζονταν με επιμονή τα πόδια
+του. «Καλί, δώσε μου άλλο ένα σκούδο! Έτσι θα γίνουν οχτώ,
+και τον Ιούλιο, μα την αλήθεια, θα σου τα επιστρέψω μέχρι την
+τελευταία δεκάρα…..»
+
+Η τοκογλύφος δεν απάντησε αλλά τον κοίταξε για πολλή ώρα από
+πάνω μέχρι κάτω, σήκωσε το χέρι και τον μούντζωσε.
+
+Ο Έφις τινάχτηκε και της έπιασε το χέρι, ενώ τα γουρουνάκια
+το έσκαγαν τρομαγμένα και από πίσω τους τα γατάκια και μέσα
+σ’ αυτή την αναμπουμπούλα οι κότες φτερούγιζαν.
+«Καλί, που να σε πάρει ο διάολος, εάν δεν ήταν κάποιοι σαν κι
+εμένα, εσύ αντί να κάνεις την τοκογλύφο θα πήγαινες να
+μαζέψεις βδέλλες…»
+«Καλύτερα να μαζεύω βδέλλες, παρά να μου πίνουν το αίμα
+κάποιοι σαν κι εσένα, συφοριασμένε! Ναι, βλάκα, θα σου το
+δώσω το σκούδο∙ και δέκα και εκατό θα σου δώσω, εάν θέλεις,
+όπως δίνω σε πιο καθωσπρέπει ανθρώπους από σένα, στις κυράδες
+σου, στους ευγενείς και τους συγγενείς των Βαρόνων, αλλά τις
+μούντζες θα σου τις δίνω πάντα, όσο θα είσαι ηλίθιος, δηλαδή
+μέχρι που να πεθάνεις…. Πάντα θα σου τις δίνω….»
+
+Και πήγε να πάρει πέντε ασημένιες λίρες.
+
+Ο Έφις έφυγε, με τα λεφτά στο χέρι, ενώ τον ακολουθούσαν οι
+ειρωνικοί αποχαιρετισμοί της γυναίκας.
+«Πες στις κυράδες σου να φυλάγονται καλά.»
+
+Εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να υποφέρει τα πάντα, αρκεί
+να κάνει καλή εντύπωση στον Τζατσιντίνο όταν φτάσει. Ήθελε ν’
+αγοράσει έναν καινούργιο σκούφο για να τον υποδεχτεί και έτσι
+κατέβηκε στο μαγαζί του Μιλέζου, συμβιβασμένος ακόμη και με
+την ιδέα να χαιρετήσει τον άνθρωπο που καθόταν στο παγκάκι.
+Ήταν ο ντον Πρέντου, ο πλούσιος συγγενής των κυριών του.
+
+Ο ντον Πρέντου απάντησε με ένα περιφρονητικό νεύμα της
+κεφαλής, από κάτω προς τα επάνω, καταδέχτηκε όμως να στήσει
+αυτί για ν’ ακούσει τι αγόραζε ο υπηρέτης.
+«Δώσε μου ένα σκούφο, Αντόνι Φραντσί, αλλά να είναι μακρύς
+και όχι σκοροφαγωμένος….»
+«Δεν τον πήρα δα και από το σπίτι των κυράδων σου», απάντησε
+ο κακόγλωσσος Μιλέζος. Και απ’ έξω ο ντον Πρέντου ξερόβηξε,
+σημάδι επιδοκιμασίας, ενώ ο μαγαζάτορας σκαρφάλωνε πάνω σε
+μια ξύλινη μικρή σκάλα.
+«Όλα γερνούν και όλα μπορούν να ξανανιώσουν, σαν τον χρόνο»,
+αντέτεινε ο Έφις, παρακολουθώντας με τα μάτια τη λεπτή
+φιγούρα του Μιλέζου που φορούσε ακόμη το μακρύ τριχωτό
+πανωφόρι του χωριού του.
+
+Το μαγαζάκι ήταν μικρό αλλά γεμάτο έως απάνω. Στα ράφια
+κοκκίνιζαν τα τόπια με το σκαρλάτο και πλάι έλαμπε το πράσινο
+των μπουκαλιών με τη μέντα. Τα σακιά με το αλεύρι πρότασσαν
+τις άσπρες τους κοιλιές ενάντια στις μαύρες καμπούρες των
+βαρελιών με τις ρέγκες και στη μικρή βιτρίνα οι γυμνές
+γυναίκες των εικονογραφημένων καρτών χαμογελούσαν στα βάζα με
+τα μπαγιάτικα ζαχαρωτά και στα ρολά με τις ξεθωριασμένες
+κορδέλες.
+
+Ενώ ο Μιλέζος έβγαζε από ένα κουτί τους μακριούς σκούφους από
+μαύρο πανί και ο Έφις μετρούσε με ανοιχτή την παλάμη την
+περίμετρό τους, κάποιος άνοιξε την μικρή πόρτα που έβγαζε
+στην αυλή και στο βάθος, με φόντο γιρλάντες από αμπέλι,
+φάνηκε, καθισμένη επάνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα, μια
+επιβλητική γυναίκα που έγνεθε ήρεμη σαν βασίλισσα του παλιού
+καιρού.
+«Να η πεθερά μου∙ ρώτησέ την να σου πει εάν αυτά τα σκουφιά
+δεν μου κοστίζουν εννιά πέζα», είπε ο Μιλέζος, ενώ ο Έφις
+δοκίμαζε ένα τραβώντας επάνω στο μέτωπό του το άνοιγμα του
+σκούφου και διπλώνοντας την κορυφή επάνω στο κεφάλι του.
+«Διάλεξες τον καλύτερο, δεν είσαι αφελής, όπως λένε! Δεν
+βλέπεις ότι είναι ένας γαμπριάτικος σκούφος;»
+«Μου είναι στενός.»
+«Επειδή είναι καινούργιος, άνθρωπέ μου, παρ’ τον. Εννιά πέζα∙
+τζάμπα είναι.»
+
+Ο Έφις τον έβγαλε και τον χάιδεψε σκεφτικός. Στο τέλος έβαλε
+πάνω στον πάγκο το νόμισμα που του έδωσε η τοκογλύφος.
+
+Ο ντον Πρέντου έσκυψε να κοιτάξει από την πόρτα. Το γεγονός
+ότι ο Έφις αγόραζε ένα τόσο πολυτελή σκούφο τράβηξε την
+προσοχή και της πεθεράς του Μιλέζου. Κάλεσε τον υπηρέτη μ’
+ένα νεύμα της κεφαλής και τον ρώτησε με μεγαλοπρεπές ύφος πώς
+ήταν οι κυράδες του. Στο κάτω κάτω ήταν γυναίκες ευγενικής
+καταγωγής και άξιζαν τον σεβασμό του καθωσπρέπει κόσμου. Μόνο
+οι τυχοδιώκτες νεόπλουτοι, σαν τον Μιλέζο τον γαμπρό της,
+μπορούσαν να μην τις έδειχναν τον πρεπούμενο σεβασμό.
+«Δώσε τους τα χαιρετίσματά μου και πες στην ντόνα Ρουθ ότι
+σύντομα θα πάω να την επισκεφτώ. Ήμασταν πάντα καλές φίλες με
+την ντόνα Ρουθ, αν και εγώ δεν είμαι από ευγενική γενιά.»
+«Εσείς έχετε την ευγένεια στην ψυχή», απάντησε γαλαντόμος ο
+Έφις, εκείνη όμως έστριψε ελαφρά το αδράχτι σαν να ήθελε να
+πει «δεν βαριέσαι!»
+«Και ο αδελφός μου ο Ρετόρος εκτιμάει πολύ τις κυράδες σου.
+Με ρωτάει πάντα: “πότε θα ξαναπάμε μαζί με τις κυρίες στο
+πανηγύρι της Παναγίας του Ριμέντιο;” »
+«Ναι», συνέχισε με ένα τόνο νοσταλγίας, «στα νιάτα μας
+πηγαίναμε όλοι μαζί στο πανηγύρι. Διασκεδάζαμε με το τίποτα.
+Τώρα ο κόσμος φαίνεται ότι ντρέπεται να γελάει.»
+
+Ο Έφις δίπλωνε προσεχτικά τον σκούφο του.
+«Πρώτα ο Θεός, φέτος οι κυράδες μου θα πάνε στο πανηγύρι….
+για να προσευχηθούν και όχι για να διασκεδάσουν….»
+«Χαίρομαι που τ’ ακούω. Πες μου κάτι, εάν επιτρέπεται: είναι
+αλήθεια ότι έρχεται ο γιος της Λία; Το λέγανε σήμερα εδώ, στο
+μαγαζί.»
+
+Καθώς ο Μιλέζος πλησίασε στην πόρτα και γελούσε με κάτι που
+ο ντον Πρέντου του έλεγε χαμηλόφωνα, ο Έφις αναφώνησε με
+αξιοπρέπεια.
+«Αλήθεια είναι! Βρίσκομαι εδώ, στο χωριό, γιατί πρέπει να του
+αγοράσω ένα άλογο.»
+«Ένα άλογο από καλάμι;» ρώτησε τότε ο ντον Πρέντου, γελώντας
+ηλίθια. «Α, να γιατί σε είδα να βγαίνεις από τη φωλιά της
+Καλίνα.»
+«Κι εσάς τι σας νοιάζει; Από εσάς δεν ζητήσαμε ποτέ τίποτα!»
+«Φυσικά, ανόητε! Δεν θα σας έδινα ποτέ τίποτε! Μια καλή
+συμβουλή μόνο, αυτή ναι! Αφήστε αυτό το παλικάρι εκεί που
+βρίσκεται!»
+
+Αλλά ο Έφις βγήκε από το μαγαζί με το κεφάλι ψηλά, με το
+σκούφο στη μασχάλη, και απομακρυνόταν δίχως να απαντήσει.
+
+Κεφάλαιο τρίτο
+
+Άδικα όμως τις μέρες που ακολούθησαν και για εβδομάδες οι
+αδελφές Πιντόρ περίμεναν τον ανιψιό.
+
+Η ντόνα Έστερ ζύμωσε για την περίσταση ψωμί, ένα ψωμί άσπρο
+και λεπτό σαν την όστια, όπως συνηθίζεται μόνο στις γιορτές,
+και κρυφά από τις αδελφές της αγόρασε και ένα κουτί μπισκότα.
+Στο κάτω κάτω ήταν ένας επισκέπτης εκείνος που θα ερχότανε
+και η φιλοξενία είναι πράγμα ιερό. Η ντόνα Ρουθ από τη μεριά
+της ονειρευόταν κάθε βράδυ τον ερχομό του ανιψιού και κάθε
+μέρα κατά τις τρεις, την ώρα που έφτανε η ταχυδρομική άμαξα,
+κρυφοκοίταζε από την εξώπορτα. Η ώρα όμως περνούσε και όλα
+παρέμεναν ακίνητα τριγύρω.
+
+Στις αρχές του Μάη η ντόνα Νοέμι έμεινε μόνη στο σπίτι επειδή
+οι αδελφές της είχαν πάει στο πανηγύρι της Παναγίας του
+Ριμέντιο, όπως συνήθιζαν πάντα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, για
+να προσκυνήσουν – όπως έλεγαν – αλλά και για να διασκεδάσουν
+λιγάκι.
+
+Της Νοέμι δεν της άρεσε ούτε το ένα ούτε το άλλο, και όμως,
+την ώρα που καθόταν στη ζεστή σκιά του σπιτιού, εκείνο το
+μακρόσυρτο, φωτεινό απομεσήμερο, παρακολουθούσε με τη σκέψη
+νοσταλγικά το ταξίδι των αδερφάδων της. Ξανάβλεπε την γκρίζα
+και στρογγυλή εκκλησούλα όμοια με μεγάλη αναποδογυρισμένη
+φωλιά στη μέση της χλόης που σκέπαζε τη μεγάλη αυλή, τις
+πέτρινες καλύβες γύρω γύρω όπου στριμωχνόταν ένα πολύχρωμο
+και γραφικό πλήθος, σαν τσιγγάνοι, το κακοφτιαγμένο μπαλκόνι
+με κολόνες πάνω από την καλύβα του ιερέα και το γαλάζιο βάθος
+του τοπίου, τα δέντρα που θρόιζαν και τη θάλασσα που γυάλιζε
+εκεί κάτω ανάμεσα στις ασημένιες θίνες. Φέρνοντας στη μνήμη
+της όλα αυτά τα ευχάριστα πράγματα της ερχόταν να κλάψει,
+αλλά δάγκωνε τα χείλη της γιατί ένοιωθε ντροπή απέναντι στον
+εαυτό της για την αδυναμία της.
+
+Κάθε χρόνο η άνοιξη την αναστάτωνε: τα όνειρα της ζωής
+ξανάνθιζαν μέσα της, όπως τα ρόδα ανάμεσα στις πέτρες του
+παλιού νεκροταφείου, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν μια περίοδος
+κρίσης, μια αδυναμία που θα περνούσε με τις πρώτες ζέστες του
+καλοκαιριού και άφηνε τη φαντασία της να ταξιδεύει σπρωγμένη
+από τη νυσταλέα ηρεμία που λίμναζε ολόγυρα, στην κόκκινη από
+της παπαρούνες αυλή, στο σκιερό από κάποιο περαστικό σύννεφο
+Βουνό, σε όλο το χωριό που οι μισοί του κάτοικοι ήταν στο
+πανηγύρι.
+
+Να την λοιπόν με την σκέψη της εκεί κάτω.
+
+Της φαίνεται πως είναι ακόμη κοριτσάκι, επάνω στο μπαλκόνι
+του ιερέα, μια βραδιά του Μάη. Ολόγιομο το χάλκινο φεγγάρι
+βγαίνει από τη θάλασσα και όλος ο κόσμος μοιάζει να είναι από
+χρυσάφι και μαργαριτάρια. Το ακορντεόν με τους
+παραπονιάρικους ήχους του γεμίζει την αυλή που την φωτίζει η
+φωτιά από τα κιτρινόξυλα με την κοκκινωπή της λάμψη και
+προβάλλει επάνω στο γκρίζο του τοίχου την ευκίνητη και
+μελαχρινή φιγούρα του μουζικάντη, τα βιολετί πρόσωπα των
+γυναικών και των αγοριών που χορεύουν χορούς της Σαρδηνίας.
+Οι σκιές κινούνται αλλόκοτες πάνω στην ποδοπατημένη χλόη και
+στους τοίχους της εκκλησίας. Λάμπουν τα χρυσά κουμπιά, τα
+ασημένια σιρίτια από τις στολές, τα τάστα του ακορντεόν. Όλα
+τα άλλα χάνονται μέσα στο μαργαριταρένιο μισοσκόταδο της
+φεγγαρόφωτης νύχτας. Η Νοέμι δεν θυμόταν να είχε πάρει ποτέ
+ενεργό μέρος στο πανηγύρι, ενώ οι μεγαλύτερες αδελφές της
+γελούσαν και διασκέδαζαν. Όσο για τη Λία, εκείνη καθόταν
+μαζεμένη σαν το λαγό σε μια χλοερή γωνιά της αυλής∙ ίσως από
+τότε σχεδίαζε τη φυγή της.
+
+Το πανηγύρι διαρκούσε εννιά μέρες και οι τρεις τελευταίες
+ήταν όλο κυκλικούς χορούς με μουσικές και τραγούδια. Η Νοέμι
+στεκόταν πάντα στο μπαλκόνι, ανάμεσα στα απομεινάρια από το
+φαγοπότι, γύρω της γυάλιζαν τα άδεια μπουΚαλία, τα σπασμένα
+πιάτα, κανένα μήλο με το ψυχρό του πράσινο χρώμα, ένας δίσκος
+και ένα κουταλάκι ξεχασμένα. Και τ’ αστέρια ακόμα έλαμπαν
+πάνω από την αυλή σαν να τα είχε συνεπάρει ο ρυθμός του
+χορού. Όχι, εκείνη δε χόρευε, δε γελούσε, της ήταν αρκετό
+όμως να βλέπει τους άλλους να διασκεδάζουν επειδή είχε την
+ελπίδα ότι θα μπορούσε κι εκείνη να πάρει μέρος στο πανηγύρι
+της ζωής.
+
+Τα χρόνια όμως περνούσαν και το πανηγύρι της ζωής γινόταν
+μακριά από το χωριουδάκι, κι έτσι η αδελφή της η Λία, για να
+μπορέσει να πάρει μέρος σ’ αυτό, το ’σκασε από το σπίτι...
+
+Εκείνη, η Νοέμι, είχε απομείνει στο ερειπωμένο μπαλκόνι του
+παλιού σπιτιού, όπως κάποτε στο μπαλκόνι του ιερέα.
+
+Την ώρα που έγερνε ο ήλιος στη δύση κάποιος χτύπησε στην
+εξώπορτα που εκείνη την είχε πάντα κλειστή.
+
+Ήταν η γριά Ποτόι που είχε έρθει να τη ρωτήσει αν χρειαζότανε
+τις υπηρεσίες της. Αν και η Νοέμι δεν της ζήτησε να μείνει,
+εκείνη κάθισε καταγής, με τους ώμους της στον τοίχο. Έλυσε
+την μαντίλα από τον στολισμένο της λαιμό και άρχισε να μιλάει
+με νοσταλγία για το πανηγύρι.
+«Όλοι είναι εκεί, και τα εγγόνια μου, η Παναγιά μαζί τους.
+Όλοι εκεί είναι και δροσίζονται, επειδή βλέπουν τη θάλασσα….»
+«Γιατί δεν πήγατε κι εσείς;»
+«Και το σπίτι, κυρά μου; Όσο φτωχικό κι αν είναι ένα σπίτι
+δεν πρέπει να το αφήνει κανείς μόνο, αλλιώς θα μπει το
+στοιχειό. Οι γέροι μένουν, οι νέοι φεύγουν!»
+
+Αναστέναξε και έσκυψε για να δει και να διορθώσει τα κοράλλια
+στο στήθος της. Διηγήθηκε για τον καιρό που κι εκείνη πήγαινε
+στο πανηγύρι με τον άντρα της, την κόρη της και τις καλές της
+γειτόνισσες. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε προς το
+παλιό νεκροταφείο.
+«Αυτές τις μέρες μου φαίνεται πως βλέπω αναστημένους όλους
+τους πεθαμένους. Όλοι πήγαιναν να διασκεδάσουν εκεί πέρα. Σα
+να βλέπω τη μητέρα σας, τη ντόνα Μαρία Κριστίνα, καθισμένη
+στον πάγκο στη γωνιά της μεγάλης αυλής. Έμοιαζε βασίλισσα με
+την κίτρινη φούστα της και το μαύρο, κεντητό της σάλι. Και οι
+γυναίκες από πολλά χωριά κάθονταν γύρω της σαν να ήταν
+υπηρέτριές της….. Μου έλεγε: Ποτόι, έλα, δοκίμασε αυτόν τον
+καφέ, πώς σου φαίνεται, είναι καλός; - Ναι, τόσο καταδεχτική
+ήτανε. Α, γι’ αυτό δεν μ’ αρέσει να ξαναπάω εκεί πέρα. Μου
+φαίνεται ότι έχω αφήσει κάτι εκεί και δεν θα το ξαναβρώ
+πια….»
+
+Η Νοέμι επιδοκίμασε ζωηρά, με το κεφάλι σκυμμένο στο
+εργόχειρό της. Η φωνή της γριάς της φαινόταν να είναι η ηχώ
+από το δικό της παρελθόν.
+«Και ο ντον Τζάμε, κυρά μου; Ήταν η ψυχή του πανηγυριού. Όλο
+φώναζε, έμοιαζε με θύελλα, αλλά κατά βάθος ήταν καλός. Το
+ουράνιο τόξο έρχεται πάντα μετά την καταιγίδα. Α, ναι, αυτές
+τις μέρες ακριβώς, όταν κάθομαι να γνέσω, μου φαίνεται ότι
+ακούω ποδοβολητά αλόγου… Να τος, είναι εκείνος, που πάει στο
+πανηγύρι, καβάλα στο μαύρο του άτι, με τα δισάκια γεμάτα….
+Περνάει και με χαιρετά: Ποτόι, έρχεσαι καβάλα; Εμπρός,
+ξελογιάστρα!»
+
+Συγκινημένη μιμούνταν τη φωνή του ευγενούς νεκρού. Έπειτα,
+ξαφνικά, συνεχίζοντας τις σκέψεις της, ρώτησε:
+«Και ο ντον Τζατσιντίνο δεν θα έρθει;»
+
+Η Νοέμι πήρε αυστηρό ύφος, επειδή δεν επέτρεπε σε κανένα να
+ανακατεύεται στα πράγματα του σπιτιού της.
+«Εάν έρθει, καλώς να ορίσει», απάντησε ψυχρά, αλλά μόλις
+έφυγε η γριά ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε
+τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια
+σχεδόν καθόλου.
+
+Όσο η ζεστή σκιά του σπιτιού σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά
+του φλόμου έφτανε από τον κάμπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την
+φυγή της Λία. Να, είναι ένα δειλινό σαν κι αυτό∙ το
+λευκοπράσινο Βουνό γέρνει πάνω από το σπίτι, όλος ο ουρανός
+χρυσίζει. Η Λία είναι στις επάνω κάμαρες και πηγαινοέρχεται
+σιωπηλή. Προβάλλει στο μπαλκόνι χλωμή, μαυροντυμένη με μαύρα
+μαλλιά που λες και παίρνουν κάποιες γαλαζόχρυσες ανταύγειες
+από τον ουρανό. Κοιτάζει κάτω προς το κάστρο, έπειτα σηκώνει
+ξαφνικά τα βαριά βλέφαρα και τινάζεται ολόκληρη κουνώντας τα
+χέρια. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει.
+Κατεβαίνει, πηγαίνει στο πηγάδι, ποτίζει τα λουλούδια και ενώ
+το γλυκό άρωμα από τις βιόλες ανακατεύεται με την αψιά
+μυρωδιά του φλόμου, τα πρώτα αστέρια ανεβαίνουν πάνω από το
+Βουνό.
+
+Η Λία πάει να καθίσει ψηλά στη σκάλα, με το χέρι στην τριχιά
+και τα μάτια καρφωμένα στο μισοσκόταδο.
+
+Η Νοέμι την θυμόταν πάντοτε έτσι, όπως την είδε την τελευταία
+φορά περνώντας πλάι της για να πάει για ύπνο. Κοιμόντουσαν
+μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά το βράδυ εκείνο άδικα την
+περίμενε. Αποκοιμήθηκε περιμένοντάς την και ακόμη την
+περιμένει...
+
+Τα υπόλοιπα μπερδεύονταν στη μνήμη της: ώρες και μέρες
+αγωνίας και μυστηριώδους τρόμου όπως όταν έχει κανείς υψηλό
+πυρετό…. Ξανάβλεπε μόνο το χλωμό και συσταλμένο πρόσωπο του
+Έφις που έσκυβε για να κοιτάξει καταγής σαν να έψαχνε κάτι
+χαμένο.
+« Κυράδες μου, σιωπή, σιωπή!», μουρμούριζε, αλλά ο ίδιος
+έτρεχε εδώ κι εκεί στο χωριό και ρωτούσε σε όλους εάν είχαν
+δει τη Λία και έσκυβε να κοιτάξει μέσα στα πηγάδια και
+κατασκόπευε στις ερημιές.
+
+Κατόπιν γύρισε ο ντον Τζάμε…..
+
+Όταν το θυμόταν αυτό μια αντάρα σαν από καταιγίδα αχολογούσε
+μες στο μυαλό της Νοέμι και κάθε φορά ένοιωθε την ανάγκη ν’
+αλλάζει θέση, σαν να ήθελε ν’ απαλλαγεί από έναν εφιάλτη.
+
+Έτσι, σηκώθηκε και ανέβηκε στην κάμαρά της, στην ίδια όπου
+κάποτε κοιμόταν με τη Λία. Το ίδιο κρεβάτι από σκουριασμένο
+σίδερο στολισμένο με ξεθωριασμένα φύλλα χρυσού, με τσαμπιά
+από σταφύλι που κάποια ρόγα εδώ κι εκεί διατηρούσε, όπως στα
+αληθινά, άγουρα τσαμπιά, λίγο κόκκινο και βιολετί χρώμα. Οι
+ίδιοι τοίχοι ασβεστωμένοι, τα καδράκια με τις μαύρες κορνίζες
+και τις παλιές λιθογραφίες που κανείς μες στο σπίτι δεν ήξερε
+την αξία τους. Η ίδια σκοροφαγωμένη ντουλάπα που επάνω της
+ήταν τοποθετημένα στη σειρά πορτοΚαλία και λεμόνια και
+γυάλιζαν με το φως του δειλινού σαν χρυσαφένιοι καρποί.
+
+Η Νοέμι άνοιξε την ντουλάπα για να ξαναβάλει εκεί το
+εργόχειρό της και οι μεντεσέδες έτριξαν μες στη σιωπή σαν
+χορδή βιολιού, ενώ ο ήλιος, τώρα πια χωρίς ακτίνες, έριχνε
+μια ροζ αναλαμπή στα ασπρόρουχα που ήταν τοποθετημένα επάνω
+σε ράφια ντυμένα με χαρτί τιρκουάζ.
+
+Όλα ήταν σε τάξη εκεί μέσα: επάνω μερικά φθαρμένα παπλώματα,
+μεταξωτά χαλιά, μάλλινες κουβέρτες που από την πολλή χρήση
+είχαν πάρει το κίτρινο χρώμα του κρόκου, πιο κάτω τα
+ασπρόρουχα που μύριζαν κυδώνι και κάνιστρα φτιαγμένα από
+ασφόδελο και βούρλα που στο κιτρινωπό τους φόντο διαγράφονταν
+σχέδια σε μαύρο χρώμα βάζων, ψαριών και ειδωλίων της
+πρωτόγονης τέχνης της Σαρδηνίας.
+
+Η Νοέμι ξανάβαλε το εργόχειρό της μέσα σε ένα από αυτά τα
+κάνιστρα και ανασήκωσε ένα άλλο. Από κάτω ήταν ένα πάκο
+χαρτιά, τα χαρτιά της οικογένειας: τα συμβόλαια, οι διαθήκες,
+τα πρακτικά μιας δικαστικής διένεξης, όλα δεμένα σφιχτά με
+ένα κίτρινο κορδελάκι για το κακό μάτι. Το κίτρινο κορδελάκι,
+που δεν εμπόδισε να περάσει η γη τους σε άλλα χέρια και τη
+διένεξη να την κερδίσουν οι αντίπαλοι, έδενε με τα άλλα νεκρά
+χαρτιά και ένα γράμμα που η Νοέμι, κάθε φορά που σήκωνε το
+μικρό πανέρι, το κοίταζε, όπως κοιτάζει κανείς από την ακτή
+το πτώμα ενός ναυαγού που το σπρώχνει ελαφρά το κύμα.
+
+Ήταν το γράμμα της Λία μετά την φυγή της.
+
+Εκείνη τη μέρα οι αναμνήσεις τής έκαναν κακό. Η απομάκρυνση
+των αδερφάδων της και ένας ενστικτώδης φόβος μοναξιάς την
+έφερναν πίσω στο παρελθόν. Το πορτοΚαλί φως του δειλινού, το
+Βουνό σκεπασμένο με μαβιά πέπλα, η μυρωδιά του απογεύματος,
+όλα οδηγούσαν την ψυχή της είκοσι χρόνια πριν. Σιωπηλή,
+σκουρόχρωμη φιγούρα μπροστά στο διάχυτο φως ανάμεσα στο
+παραθυράκι και στην ντουλάπα, έμοιαζε η ίδια μια μορφή του
+παρελθόντος που βγήκε από το παλιό νεκροταφείο για να
+επισκεφτεί το εγκαταλειμμένο σπίτι. Έβαλε πάλι σε τάξη τα
+παπλώματα και τα πανέρια, έκλεισε, ξανάνοιξε∙ το ντουλάπι
+έτριζε και έμοιαζε να είναι το μόνο ζωντανό πράγμα μέσα στο
+σπίτι.
+
+Τελικά το αποφάσισε και τράβηξε το γράμμα από το πάκο των
+χαρτιών. Ήταν λευκό ακόμα μέσα στο λευκό φάκελο, σαν να το
+είχαν γράψει χθες και να μην το είχε διαβάσει κανείς ακόμη.
+
+Η Νοέμι κάθισε στο κρεβάτι, αλλά μόλις ξεδίπλωσε το χαρτί και
+ακούμπησε το χέρι στην μπρούτζινη σφαίρα του κρεβατιού,
+κάποιος χτύπησε στην εξώπορτα: στην αρχή ένα χτύπημα, έπειτα
+τρία, και μετά συνεχόμενα.
+
+Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε προς την αυλή με τρομαγμένα
+μάτια.
+«Δεν μπορεί να είναι ο ταχυδρόμος∙ πέρασε ήδη….»
+
+Τα χτυπήματα αντηχούσαν μέσα στη σιωπηλή αυλή. Έτσι χτυπούσε
+ο πατέρας της όταν αργούσαν να του ανοίξουν…..
+
+Άφησε το γράμμα και έτρεξε κάτω, αλλά όταν έφτασε στην
+εξώπορτα σταμάτησε για ν’ ακούσει. Η καρδιά της χτυπούσε, σαν
+να έπεφταν τα χτυπήματα στο στήθος της.
+«Θεέ μου! Θεέ μου! Δεν μπορεί να είναι αυτός….»
+
+Τελικά ρώτησε λίγο απότομα:
+«Ποιος είναι;»
+«Φίλος», απάντησε μια ξένη φωνή.
+
+Η Νοέμι όμως δεν κατάφερνε να ανοίξει, τόσο πολύ έτρεμαν τα
+χέρια της.
+
+Ένας νέος άντρας που έμοιαζε με εργάτη, ψηλός και χλωμός,
+ντυμένος στα πράσινα, με κίτρινα σκονισμένα παπούτσια και
+μικρό μουστάκι στο χρώμα των παπουτσιών, στεκόταν μπροστά
+στην εξώπορτα στηριζόμενος σε ένα ποδήλατο. Μόλις είδε την
+Νοέμι έβγαλε το σκούφο του που άφησε τα χνάρια του πάνω στα
+πυκνά του μαλλιά που χρύσιζαν και της χαμογέλασε αφήνοντας να
+φανούν τα όμορφα δόντια του ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη.
+
+Εκείνη τον γνώρισε αμέσως από τα μάτια, μάτια μεγάλα,
+αμυγδαλωτά με γαλαζοπράσινο χρώμα∙ ήταν τα μάτια των Πιντόρ,
+αλλά η αναστάτωσή της μεγάλωσε όταν ο ξένος πήδησε επάνω στα
+σκαλιά της εξώπορτας και την έσφιξε στα δυνατά του μπράτσα.
+«Θεία Έστερ! Εγώ είμαι…. Οι άλλες θείες;»
+«Είμαι η Νοέμι….», είπε λίγο προσβεβλημένη, αλλά αμέσως
+σκλήρυνε τη στάση της. «Δεν σε περιμέναμε. Η Έστερ και η Ρουθ
+είναι στο πανηγύρι….»
+«Έχει πανηγύρι;», είπε σηκώνοντας το ποδήλατο που επάνω του
+ήταν δεμένη μια σκονισμένη βαλίτσα. «Α, ναι, θυμάμαι: το
+πανηγύρι της Παναγίας του Ριμέντιο. Α, μάλιστα…..»
+
+Του φαινόταν να αναγνωρίζει το μέρος που βρισκόταν. Να το
+υπόστεγο της αυλής που τόσες φορές έφερνε στο νου της η
+μητέρα του. Έβαλε εκεί το ποδήλατό του και άρχισε να λύνει
+την βαλίτσα χτυπώντας την με ένα μαντήλι για αν διώξει τη
+σκόνη.
+
+Η Νοέμι σκεφτόταν:
+«Πρέπει να φωνάξω την θεια-Ποτόι, να την στείλω στον Έφις….
+Πώς να κάνω μόνη μου; Α, εκείνες ήξεραν ότι θα ερχόταν και με
+άφησαν μόνη….»
+
+Το αγΚαλίασμα εκείνου του άγνωστου άντρα που ήρθε ποιος ξέρει
+από πού, από τους δρόμους του κόσμου, της προκαλούσε έναν
+αόριστο φόβο, γνώριζε όμως καλά τις υποχρεώσεις της
+φιλοξενίας και δεν μπορούσε να τις παραβεί.
+«Μπες μέσα. Θέλεις να πλυθείς; Θα ανεβάσουμε μετά επάνω την
+βαλίτσα. Θα φωνάξω μια γυναίκα που μας υπηρετεί….. Τώρα είμαι
+μόνη στο σπίτι….. και δεν σε περίμενα…..»
+
+Προσπαθούσε να κρύψει την φτώχια τους, αλλά φαίνεται πως
+εκείνος γνώριζε και γι’ αυτήν, επειδή χωρίς να περιμένει να
+τον εξυπηρετήσουν, αφού κουβάλησε την βαλίτσα στο δωμάτιο που
+η θεία Έστερ είχε ήδη προετοιμάσει γι’ αυτόν – το παλιό
+δωμάτιο των ξένων, στο βάθος του μπαλκονιού – ξανακατέβηκε
+άνετος και πήγε να πλυθεί στο πηγάδι σαν τον υπηρέτη.
+
+Η Νοέμι τον ακολούθησε με την πετσέτα στο χέρι.
+«Ναι, ήρθα από την Τερανόβα. Τι δρόμος! Πετάει κανείς! Ναι,
+πρέπει να πέρασα μπροστά από την εκκλησία, αλλά δεν πήρα
+είδηση για το πανηγύρι. Ναι, το χωριό μοιάζει ερημικό. Είναι
+πολύ ξεπεσμένο, ναι….»
+
+Απαντούσε ναι σε όλες τις ερωτήσεις της Νοέμι, αλλά έδειχνε
+πολύ αφηρημένος.
+«Γιατί δεν έγραψα; Μετά το γράμμα της θείας Έστερ ήμουν
+αβέβαιος. Έπειτα αρρώστησα κιόλας και…. δεν ήξερα…. Για να
+σας πω την αλήθεια το αποφάσισα προχθές∙ ήταν και ένας φίλος
+που έφευγε… Χθες, λοιπόν, μιας και η θάλασσα ήταν ήρεμη,
+αναχώρησα….»
+
+Ενώ σκουπιζόταν κατευθυνόταν προς την κουζίνα. Η Νοέμι τον
+ακολουθούσε.
+«Η Έστερ του έγραψε! Κι αυτός αναχώρησε, έτσι, σα να πάει σε
+γιορτή!»
+
+Εκείνος κάθισε στον παλιό πάγκο, απέναντι από το Βουνό που
+έριχνε την βιολετί του σκιά μέσα στην κουζίνα, έβαλε τα
+μακριά του πόδια το ένα επάνω στο άλλο, σταύρωσε τα μακριά
+του μπράτσα στο στήθος ψαύοντάς τα με τα λευκά του χέρια. Η
+Νοέμι παρατήρησε ότι οι κάλτσες του ήταν πράσινες, ένα
+πραγματικά περίεργο χρώμα για αντρικές κάλτσες, και άναψε τη
+φωτιά μονολογώντας πάλι:
+«Ώστε η Έστερ του έγραψε κρυφά; Ας τον περιποιηθεί εκείνη
+τώρα!»
+
+Και ένοιωθε έναν αδιόρατο φόβο να στρέψει, να κοιτάξει εκείνη
+την αντρική φιγούρα που ήταν κάπως παράξενη, πράσινη και
+κίτρινη, ακίνητη πάνω στον πάγκο απ’ όπου λες και δεν θα
+ξανασηκωνόταν πια.
+
+Εκείνος όμως ξανάρχισε να μιλά για το ταξίδι, για το μοναχικό
+δρόμο και ρώτησε πόση ώρα χρειάζεται για να φτάσει στο
+Νούορο. Ήθελε να πάει στο Νούορο όπου υπήρχε ένας
+διαχειριστής ενός ατμοκίνητου μύλου, φίλος του πατέρα του,
+που του είχε υποσχεθεί μια θέση.
+
+Η Νοέμι σηκώθηκε χαμογελώντας.
+«Πόση ώρα; Δεν ξέρω να σου πω πόση ώρα είναι με το ποδήλατο.
+Λίγη ώρα. Εγώ πήγα στο Νούορο πριν πολλά χρόνια με το άλογο.
+Ο δρόμος είναι όμορφος και η πόλη είναι όμορφη, βέβαια. Ο
+αέρας είναι καλός και ο κόσμος είναι καλός. Εκεί δεν έχει
+πυρετούς μαλάριας, όπως εδώ, και όλοι μπορούν να δουλεύουν
+και να κερδίζουν χρήματα. Όλοι οι ξένοι πλούτισαν εκεί πέρα,
+ενώ εδώ λες και είμαστε σε τόπο νεκρών…»
+«Ναι, ναι, αυτό είναι αλήθεια!»
+
+Πήγε να πάρει αυγά για να του κάνει μια ομελέτα.
+«Βλέπεις, εδώ ούτε κρέας δεν έχουμε κάθε μέρα. Κρασί δεν
+βρίσκει πια κανείς…. Και αυτός ο διαχειριστής του μύλου πώς
+ονομάζεται; Τον γνωρίζεις;»
+
+Όχι, δεν τον γνώριζε, αλλά ήταν σίγουρος πως όταν πήγαινε στο
+Νούορο θα την έπαιρνε τη θέση.
+
+Η Νοέμι χαμογελούσε με μνησικακία και ειρωνεία, σκυμμένη πάνω
+από την ομελέτα: έτσι εύκολα βρίσκεται μια θέση! Τόσοι
+ψάχνουν μια θέση!
+«Μα εσύ εγκατέλειψες την δουλειά που είχες;», ρώτησε βιαστικά
+χωρίς να ανασηκώσει τα μάτια.
+
+Ο Τζατσίντο δεν απάντησε αμέσως. Φαινόταν ν’ ανησυχεί για την
+κατάληξη που θα είχε η ομελέτα που εκείνη γύριζε προσεχτικά
+μες στο τηγάνι.
+
+Μερικές σταγόνες λάδι έπεσαν επάνω στην πυροστιά, γεμίζοντας
+την κουζίνα με τσίκνα. Έπειτα το τηγάνισμα συνεχίστηκε ήρεμα
+και ο Τζατσίντο είπε:
+«Ήταν μια παλιοδουλειά! Και δεν ήταν και σίγουρη…. Με τόσες
+ευθύνες!.....»
+
+Δεν είπε τίποτε άλλο και η Νοέμι δεν τον ξαναρώτησε. Η ελπίδα
+να φύγει αυτός γρήγορα για το Νούορο την έκανε καλή και
+υπομονετική. Έστρωσε το τραπέζι στην τραπεζαρία που ήταν
+δίπλα, εγκαταλειμμένη και υγρή σαν καντίνα, και άρχισε να τον
+σερβίρει ζητώντας συγνώμη που δεν μπορούσε να του προσφέρει
+τίποτα άλλο.
+«Σ’ αυτό το χωριό πρέπει να ικανοποιείται κανείς με ό, τι
+βρίσκει…..»
+
+Ο Τζατσίντο έσπαζε τα καρύδια με τα δυνατά του χέρια και
+έστηνε το αυτί στα κουδουνίσματα των κοπαδιών που περνούσαν
+πίσω από το σπίτι. Είχε σχεδόν νυχτώσει. Το Βουνό σκοτείνιασε
+και εκεί, μέσα στο υγρό δωμάτιο με τους πράσινους από την
+υγρασία τοίχους, ήταν σαν να βρισκόταν κανείς μέσα σε σπηλιά,
+μακριά από τον κόσμο. Η περιγραφή του πανηγυριού που έκανε η
+Νοέμι τον εντυπωσίαζε. Την κοίταζε λίγο κουρασμένος και
+νυσταγμένος, κι εκείνη, μαύρη φιγούρα με φόντο το λαμπερό
+ακόμη παράθυρο, με τα πυκνά μαλλιά και τα μικρά χέρια
+ακουμπισμένα στο φτωχικό τραπέζι, πρέπει να του θύμιζε τις
+νοσταλγικές διηγήσεις της μητέρας του, επειδή άρχισε να
+ρωτάει για πρόσωπα του χωριού που είχαν πεθάνει ή που δεν
+ενδιέφεραν καθόλου την Νοέμι.
+«Ο θείος Πιέτρο; Πώς είναι αυτός ο θείος Πιέτρο; Είναι ο
+πλουσιότερος, ε; Πόσα μπορεί να έχει;»
+«Είναι πλούσιος, βέβαια, αλλά είναι ένας στριμμένος!
+Ξιπασμένος και τσιγκούνης σαν Εβραίος.»
+«Δανείζει λεφτά σαν τοκογλύφος;»
+
+Η Νοέμι κοκκίνισε επειδή, παρ’ όλο που οι σχέσεις της με τον
+εξάδελφο ήταν τεταμένες, της φαινόταν να την βρίζουν
+προσωπικά όταν αποκαλούσαν τοκογλύφο έναν ευγενή Πιντόρ.
+«Ποιος σου το είπε αυτό; Μην το ξαναπείς ούτε για αστείο….»
+«Ο Ρετόρος και η αδελφή του όμως είναι πραγματικοί
+τοκογλύφοι. Είναι πλούσιοι; Πόσα έχουν;»
+«Ούτε αυτοί, τι κάθεσαι και λες τώρα; Ίσως ο Μιλέζος, αλλά με
+δίκαιο διάφορο∙ τριάντα τοις εκατό, όχι παραπάνω….»
+«Και αυτό είναι δίκαιο διάφορο; Τότε τι είναι τα άλλα;»
+
+Τότε η Νοέμι έσκυψε στο τραπέζι και ψιθύρισε:
+«Και χίλια τα εκατό… Και καμιά φορά περισσότερο».
+
+Ο Τζατσίντο όχι μόνο δεν εντυπωσιάστηκε αλλά έβαλε να πιεί
+και είπε σκεφτικός:
+«Ναι, και σ’ εμάς η τοκογλυφία έχει πάρει μεγάλες
+διαστάσεις….. Ο ανιψιός του καρδινάλιου Ραμπόλα έτσι
+καταστράφηκε!....»
+
+Μετά το δείπνο θέλησε να βγει. Ρώτησε πού ήταν το ταχυδρομείο
+και η Νοέμι τον οδήγησε μέχρι τον δρόμο και του έδειξε την
+μικρή πλατεία στο βάθος προς το σπίτι του Μιλέζου.
+
+Μόλις εκείνος απομακρύνθηκε, κοίταξε τριγύρω της και κατέβηκε
+μέχρι το σπιτάκι της γριάς Ποτόι. Η μικρή πόρτα ήταν ανοιχτή,
+αλλά στο εσωτερικό ήταν σκοτάδι και μόνο μετά το δειλό
+κάλεσμα της Νοέμι η γριά έκανε την εμφάνισή της μέσα από το
+πυκνό σκοτάδι της τρώγλης κρατώντας ένα δαυλί αναμμένο. Το
+κοκκινωπό αμυδρό φως έκανε να σπιθοβολούν τα κοσμήματά της.
+«Θεια-Ποτόι, εγώ είμαι. Πρέπει να στείλετε εξάπαντος κάποιον
+να φωνάξει τον Έφις. Ήρθε ο Τζατσίντο. Μετά να έρθετε να
+κοιμηθείτε μαζί μου. Φοβάμαι να μείνω μόνη…. με έναν ξένο…»
+«Θα πάω να φωνάξω κάποιον για να τον στείλω στο κτήμα. Εγώ
+όμως στο σπίτι σας δεν έρχομαι, όχι. Το σπίτι δεν το αφήνω
+στα χέρια του στοιχειού….»
+
+Και για να μην μπει το στοιχειό όσο θα έλειπε, άφησε αναμμένο
+το δαυλί στο κατώφλι της πόρτας.
+
+
+Κεφάλαιο τέταρτο
+
+Μια μεγάλη φωτιά από αναμμένα σχίνα, όπως την είχε δει μικρή
+η Νοέμι, άναβε στην αυλή της Παναγίας του Ριμέντιο,
+φωτίζοντας τους μαυρισμένους τοίχους του ναού και των
+καλυβιών τριγύρω.
+
+Ένα αγόρι έπαιζε το ακορντεόν, αλλά οι πιστοί, που μόλις
+είχαν βγει από την παράκληση και προετοίμαζαν το δείπνο ή
+έτρωγαν ήδη μέσα στις καλύβες, δεν το αποφάσιζαν ν’ αρχίσουν
+το χορό.
+
+Ήταν ακόμη νωρίς∙ στον φωτεινό ουρανό του δειλινού ξεχώριζαν
+τα πρώτα αστέρια και πίσω από τον πυργίσκο του μπαλκονιού το
+λιόγερμα κοκκίνιζε σβήνοντας λίγο λίγο.
+
+Γαλήνη βασίλευε στο αυτοσχέδιο χωριό και οι νότες του
+ακορντεόν, οι φωνές και τα γέλια μέσα στις καλύβες των
+προσκυνητών έμοιαζε να έρχονται από μακριά.
+
+Εδώ κι εκεί μπροστά σε μικρές φωτιές αναμμένες κατά μήκος των
+τοίχων έσκυβε η μαύρη φιγούρα καμιάς γυναίκας που μαγείρευε.
+
+Οι άντρες, που είχαν έρθει την παραμονή για να μεταφέρουν τις
+οικοσκευές, είχαν κιόλας φύγει με τα κάρα και τα άλογά τους.
+Έμειναν οι γυναίκες, οι γέροι, τα μικρά και μερικοί έφηβοι
+και όλοι αυτοί, παρ’ όλο που πίστευαν πως ήταν εκεί για
+μετάνοια, προσπαθούσαν να διασκεδάσουν όσο το δυνατόν
+καλύτερα.
+
+Οι κυρίες Πιντόρ είχαν στη διάθεσή τους δυο καλύβες από τις
+παλιότερες (κάθε χρόνο κατασκευάζονταν νέες) που ονομάζονταν
+επί τούτου sas muristenes de sas damas, επειδή είχαν γίνει
+σχεδόν ιδιοκτησία τους σαν αποτέλεσμα δώρων και δωρεών που
+έκαναν στην εκκλησία οι πρόγονοί τους από τον καιρό ακόμα που
+οι αρχιεπίσκοποι της Πίζας στη διάρκεια επισκέψεων του
+ποιμνίου τους στη Σαρδηνία ξεμπάρκαραν στο πιο κοντινό λιμάνι
+και έκαναν λειτουργίες στον ιερό τόπο.
+
+Να ακόμη, ανάμεσα στις δυο καλύβες, στη γωνία της αυλής το
+πέτρινο κάθισμα ακουμπισμένο στον τοίχο όπου η θεια-Ποτόι
+είχε δει την ντόνα Μαρία Κριστίνα περιτριγυρισμένη σαν
+Βαρόνη από όλες τις γυναίκες των υποταχτικών που πήγαιναν να
+προσκυνήσουν στην εκκλησία.
+
+Τώρα η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρουθ κάθονταν ταπεινές και
+ντυμένες στα μαύρα σαν δυο καλόγριες, με τη λευκή μαντίλα στο
+κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα κάτω από τις ποδιές τους,
+έχοντας στο νου τους τη Νοέμι που βρισκόταν μακριά και τον
+Τζατσίντο που κι αυτός ήταν μακριά.
+
+Το δείπνο τους ήταν λιτό: χυλός από γάλα που δεν φούσκωνε το
+στομάχι και άφηνε διαυγή και φωτεινή τη σκέψη σαν το μεγάλο
+ανοιξιάτικο ουρανό. Και όμως, πότε πότε την ντόνα Έστερ την
+κυρίευαν οι τύψεις και από το μυαλό της περνούσε μια κρυφή,
+ένοχη σχεδόν, σκέψη. Ο Τζατσιντίνο….. το γράμμα που του
+έγραψε κρυφά…. Πλάι τους, καθισμένη καταγής με την πλάτη στον
+τοίχο και τα χέρια γύρω από τα γόνατα, η Γκριζέντα γελούσε
+κοιτάζοντας το αγόρι που έπαιζε το ακορντεόν. Στη διπλανή
+καλύβα οι συγγένισσές της, μαζί με τις οποίες είχε έρθει στο
+πανηγύρι, δειπνούσαν καθισμένες καταγής γύρω από ένα δισάκι
+απλωμένο αντί για τραπεζομάντιλο και ενώ μια από αυτές
+νανούριζε ένα μωρό που αποκοιμιόταν κουνώντας τα χεράκια του,
+η άλλη καλούσε το κορίτσι.
+«Γκριζέντα, καλή μου, έλα, πάρε τουλάχιστον ένα κομμάτι
+τηγανίτα! Τι θα πει η γιαγιά σου; Ότι σ’ αφήσαμε να πεθάνεις
+από την πείνα;»
+«Γκριζέντα, δεν ακούς που σε φωνάζουν; Κάνε αυτό που σου
+λένε», είπε η ντόνα Έστερ.
+«Α, ντόνα Έστερ μου! Πεινάω μόνο… για χορό!»
+«Τζουαναντό! Έλα να φας! Δεν βλέπεις πως η μουσική σου είναι
+σαν τον άνεμο; Έδιωξε όλον τον κόσμο.»
+«Περίμενε να γεμίσουν τ’ ασκιά και θα δεις!», είπε η
+τοκογλύφος, βγαίνοντας στο πορτάκι δεξιά από τις κυρίες
+Πιντόρ και καθαρίζοντας τα δόντια με το νύχι της.
+
+Και εκείνη είχε τελειώσει το δείπνο και για να μην χάνει τον
+καιρό της άρχισε να γνέθει στο φως της φωτιάς.
+
+Τότε ανάμεσα σ’ αυτή, στις Πιντόρ, στο κορίτσι και στις
+γυναίκες μέσα άρχισε η συνηθισμένη κουβέντα: όπως στο χωριό
+όλο το χρόνο μιλούσαν για το πανηγύρι, τώρα που βρίσκονταν
+στο πανηγύρι μιλούσαν για το χωριό.
+«Δεν καταλαβαίνω πώς αφήσατε μόνο το σπίτι κυρά Καλί, πώς το
+αφήσατε μόνο;», είπε ένα ψηλό κορίτσι που κουβαλούσε κάτω από
+την ποδιά ένα δοχείο με πηγμένο γάλα, δώρο του παπά στις
+κυρίες Πιντόρ.
+«Νατόλια, καρδούλα μου! Εγώ δεν άφησα στο σπίτι τους
+θησαυρούς που άφησε στο δικό του το αφεντικό σου ο Ρετόρος!»
+«Δεν το πιστεύω! Δώστε μου τότε το κλειδί. Θα πάω να ψάξω στο
+σπίτι σας και μετά θα το σκάσω για τις μεγάλες πόλεις!»
+«Νομίζεις πως στις μεγάλες πόλεις καλοπερνάνε;», ρώτησε η
+ντόνα Ρουθ με ύφος σοβαρό και η ντόνα Έστερ, που είχε
+αδειάσει στο μεταξύ το γάλα και επέστρεφε το δοχείο στη
+Νατόλια με ένα νόμισμα μισής πέζας μέσα για φιλοδώρημα,
+σταυροκοπήθηκε:
+«Ο Θεός να μας φυλάει!»
+
+Και οι δυο το ίδιο πράγμα σκεφτόντουσαν, τη φυγή της Λία, τον
+ερχομό του Τζατσίντο και έκπληκτες άκουσαν την Γκριζέντα να
+ψιθυρίζει:
+«Μα αφού εκείνοι που μένουν στις μεγάλες πόλεις θέλουν να
+έρθουν εδώ!»
+
+Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στην αυλή. Στις μικρές πόρτες
+πρόβαλαν οι γυναίκες που σκούπιζαν το στόμα με τις ποδιές
+τους και έπειτα κυνηγούσαν τα μικρά παιδιά για να τα πιάσουν
+και να τα βάλουν για ύπνο.
+
+Μια από τις συγγένισσες της Γκριζέντα πήγε στον οργανοπαίχτη
+και του έδωσε μια τηγανίτα διπλωμένη στα τέσσερα.
+«Φάε, αγόρι μου! Τι θα πει η γιαγιά σου; Ότι δεν σε ταΐζω;»
+
+Το αγόρι πρότεινε το πρόσωπο, δάγκωσε μια μπουκιά από την
+τηγανίτα και συνέχισε να παίζει.
+
+Κανείς όμως δεν αποφάσιζε ν’ αρχίσει το χορό έτσι που η
+Γκριζέντα και η Νατόλια, εκνευρισμένες από την αδιαφορία των
+γυναικών, είπαν με αυθάδεια:
+«Το ξέρουμε δα! Εάν δεν έχει άντρες δεν διασκεδάζετε!»
+«Να ’ταν εδώ τουλάχιστον ο Έφις, ο υπηρέτης της ντόνας Ρουθ!
+Ακόμη και αυτός θα σας ήταν αρκετός!»
+«Είναι γέρος σαν τις πέτρες! Τι να τον κάνω τον Έφις;
+Καλύτερα να χορέψω μ’ ένα κλαδί σκίνου!»
+
+Αλλά ξαφνικά το σκυλί του παπά, αφού γαύγισε επάνω στο
+μπαλκόνι, έτρεξε αλυχτώντας έξω από την αυλή και οι γυναίκες
+σταμάτησαν να πειράζονται μεταξύ τους και πήγαν να δουν. Δυο
+άντρες ανέβαιναν από τη δημοσιά και ενώ ο ένας καθόταν επάνω
+σε μια μικρή καμήλα, ο άλλος ήταν σκυμμένος επάνω σε μια
+μεγάλη ακρίδα που τα φτερά της έμοιαζε να ανεβοκατεβάζουν τα
+μακριά πόδια του καβαλάρη. Η λάμψη της φωτιάς φώτιζε τις
+μυστηριώδεις μορφές τους όσο πλησίαζαν ανεβαίνοντας. Η πρώτη
+ήταν εκείνη του Έφις επάνω σ’ ένα άλογο φορτωμένο με δισάκια
+και μαξιλάρια και η άλλη ήταν ενός ξένου επάνω σε ένα
+ποδήλατο που άστραφτε κόκκινο διασχίζοντας σαν βέλος την
+αυλή.
+
+Η Γκριζέντα πετάχτηκε όρθια ακουμπώντας στον τοίχο, τόσο πολύ
+είχε ταραχτεί. Και το ακορντεόν σταμάτησε να παίζει.
+«Ντόνα Έστερ μου! Ο ανιψιός σας.»
+
+Οι αδελφές σηκώθηκαν τρέμοντας και η ντόνα Έστερ μίλησε
+χαμηλόφωνα με μια φωνή που έμοιαζε το βέλασμα μικρού
+κατσικιού.
+«Τζατσιντίνο!....... Τζατσιντίνο!........ Ανιψιέ μου….. Δεν
+είναι όραμα αυτό; Εσύ είσαι;…..»
+
+Κατέβηκε από το ποδήλατο μπροστά τους και κοίταζε τριγύρω
+σαστισμένος. Ένοιωσε μέσα στα χέρια του τα στεγνά χέρια της
+θείας και με φόντο τον μαύρο τοίχο είδε το χλωμό πρόσωπο και
+τα μάτια σαν μαργαριτάρια της Γκριζέντα.
+
+Έπειτα όλες οι γυναίκες τον περικύκλωσαν, τον κοίταζαν, τον
+άγγιζαν, τον ρωτούσαν. Η ζεστασιά από τα σώματά τους σαν να
+τον διέγειρε∙ χαμογέλασε, του φάνηκε ότι βρισκόταν στο μέσο
+μιας μεγάλης οικογένειας και άρχισε να τους αγκαλιάζει όλους.
+Κάποιες γυναίκες πετάχτηκαν προς τα πίσω, μερικές έβαλαν τα
+γέλια σηκώνοντας το πρόσωπο για να τον δουν.
+«Το συνηθίζουν στον τόπο σου; Μας μπέρδεψε με την ντόνα Έστερ
+και την ντόνα Ρουθ! Νομίζει πως είμαστε όλες θείες του!»¨
+
+Ο Έφις, στο μεταξύ, αφού κατέβασε τα μαξιλάρια, τα κουβάλησε
+μέσα στην άδεια καλύβα περνώντας λοξά από το στενό πορτάκι. Η
+Γκριζέντα τον βοήθησε να τ’ απλώσει επάνω στο χτιστό πάγκο,
+κατά μήκος του τοίχου, και σκούπισε η ίδια το δωματιάκι και
+έστρωσε το μικρό κρεβάτι, την ώρα που στο διπλανό καλύβι
+ακουγόταν ο Τζατσιντίνο να απαντά με σεβασμό και σχεδόν με
+δειλία στις ερωτήσεις που του έκαναν οι θείες του.
+«Μάλιστα κυρία, από την Τερανόβα με το ποδήλατο. Σιγά την
+απόσταση! Ένα πήδημα είναι! Με έναν δρόμο τόσο επίπεδο και
+ήσυχο μπορεί κανείς να γυρίσει τον κόσμο σε μια μέρα. Ναι, η
+θεία Νοέμι έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν με είδε. Σίγουρα
+δεν με περίμενε και ίσως πίστευε ότι λάθεψα πόρτα!»
+
+Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της
+Γκριζέντα να σκιρτάει. Δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του
+νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του
+κορμοστασιά και τα πυκνά μαλλιά του που χρύσιζαν σαν τη
+φλόγα. Και ένοιωθε ήδη κάτι σαν ζήλια επειδή η Νατόλια, η
+υπηρέτρια του παπά, χώθηκε μέσα στο καλύβι των Πιντόρ και
+μιλούσε μαζί του.
+
+Τι ξεδιάντροπη που ήταν η Νατόλια! Για να αρέσει στον ξένο
+κορόιδευε ακόμη και τις καλύβες, που στο κάτω κάτω ήταν
+ιερές, επειδή τις κατοικούσαν οι πιστοί και ανήκαν στην
+εκκλησία.
+«Ούτε στη Ρώμη δεν έχει μέγαρα σαν κι αυτά! Κοιτάξτε τι
+κουρτίνες! Τις έβαλαν οι αράχνες τζάμπα, με τη θέληση του
+Θεού.»
+«Και άντε να μετρήσετε τα ποντίκια! Εάν το βράδυ ακούσετε να
+σέρνονται πόδια, μην νομίσετε ότι είμαι εγώ, ντον Τζατσί!»
+
+Η Γκριζέντα δάγκωσε τα χείλη και χτύπησε στον τοίχο για να
+σωπάσει η Νατόλια.
+«Υπάρχουν και τα πνεύματα. Τα ακούτε;»
+«Ω, κάποια γυναίκα χτυπάει!», είπε απλά η ντόνα Ρουθ.
+«Πνεύματα, ποντίκια και γυναίκες για μένα είναι το ίδιο
+πράγμα», απάντησε ήρεμα ο Τζατσίντο.
+
+Και η Γκριζέντα από την άλλη μεριά, ακουμπισμένη στη
+μεσοτοιχία, άρχισε να γελά δυνατά. Άκουγε τη φωνή του νέου
+όπως πριν λίγο άκουγε τον ήχο του ακορντεόν, και γελούσε από
+ευχαρίστηση, και όμως κατά βάθος ήθελε να κλάψει.
+
+Εξ άλλου όλοι ήταν ευτυχισμένοι, αλλά σοβαροί, μέσα στη
+φτωχική καλύβα των Πιντόρ.
+«Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι», έλεγε η ντόνα Έστερ,
+σερβίροντας το δείπνο στον ανιψιό, ενώ η ντόνα Ρουθ τον
+κοίταζε επίμονα με μάτια λαμπερά και ο Έφις έβγαζε από το
+δισάκι ένα βαρελάκι κρασί και έτσι όπως ήταν σκυμμένος
+έστρεφε για να χαμογελάσει στα αφεντικά του.
+
+Ο Τζατσίντο έτρωγε καθισμένος στο χτιστό πάγκο που είχε
+διάφορες χρήσεις: τραπεζιού και κρεβατιού. Και εκείνος επίσης
+πίστευε πως ονειρευόταν.
+
+Μετά την ψυχρή υποδοχή που του έκανε η Νοέμι ένοιωσε εκείνο
+που πραγματικά ήταν, ξένος ανάμεσα σε κόσμο διαφορετικό από
+εκείνον. Τώρα όμως έβλεπε τις θείες του να τον σερβίρουν όλο
+φροντίδα, τον υπηρέτη να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό, τα
+κορίτσια να τον κοιτάζουν με τρυφεράδα και λαιμαργία, άκουγε
+τη μονότονη μουσική του ακορντεόν, διέκρινε τις σκιές που
+χόρευαν μες στη λάμψη της φωτιάς και σκεφτόταν ότι η ζωή του
+θα έπρεπε να περνά έτσι πάντα, φανταστική και χαρούμενη.
+«Χρειάζεται προσαρμογή», είπε ο Έφις προσφέροντάς του να
+πιεί.
+«Κοίτα το νερό. Γιατί λένε πως είναι σοφό; Επειδή παίρνει τη
+μορφή του δοχείου όπου το χύνουμε.»
+«Και το κρασί, μου φαίνεται!»
+«Και το κρασί, ναι! Μόνο που το κρασί καμιά φορά αφρίζει και
+χύνεται, το νερό όχι.»
+«Και το νερό, όταν το βάζουμε στη φωτιά να βράσει», είπε η
+Νατόλια.
+
+Τότε η Γκριζέντα έτρεξε εκεί μέσα, άρπαξε από το χέρι την
+υπηρέτρια και την έσυρε έξω.
+«Άσε με! Τι έπαθες;»
+«Επειδή δε σέβεσαι τον ξένο!»
+«Γκριζέ! Μύγα σε τσίμπησε και σου ’στριψε;»
+«Ναι, και γι’ αυτό θέλω να χορέψω.»
+
+Μερικές γυναίκες είχαν κιόλας μαζευτεί γύρω από τον
+οργανοπαίχτη, απλώνοντας τα χέρια για ν’ αρχίσουν το χορό. Τα
+κουμπιά των κορσέδων τους σπίθιζαν στη λάμψη της φωτιάς, οι
+σκιές τους διασταυρώνονταν πάνω στο γκριζωπό έδαφος. Σιγά
+σιγά μπήκαν στη σειρά πιασμένες από τα χέρια και σήκωσαν τα
+πόδια ξεκινώντας τα πρώτα βήματα του χορού. Ήταν όμως
+άκαμπτες και δισταχτικές και έμοιαζε να υποβαστάζουν η μια
+την άλλη.
+«Είναι φανερό πως λείπει το βαστάγι! Λείπει ο άντρας. Φωνάξτε
+τουλάχιστον τον Έφις!», φώναξε η Νατόλια και, μιας και η
+Γκριζέντα την τσιμπούσε στο μπράτσο, πρόσθεσε: «Α, που να σε
+τσιμπήσει η σφίγγα! Και αυτόν θέλεις να σεβαστώ;»
+
+Αλλά μόλις άκουσε τις φωνές ο Έφις βγήκε έξω και άρχισε να
+προχωράει χτυπώντας τα πόδια στο ρυθμό και κουνώντας τα χέρια
+σαν πραγματικός χορευτής. Τραγουδούσε συνοδεύοντας το χορό:
+
+Στη γιορτή πήγα….. στη γιορτή….
+
+Όταν έφτασε κοντά στην Γκριζέντα της έπιασε το μπράτσο, μπήκε
+στη σειρά με τις γυναίκες που χόρευαν και φάνηκε να
+ζωντανεύει πραγματικά το χορό με την παρουσία του. Τα πόδια
+των γυναικών κινιόντουσαν ζωηρότερα, ενώνονταν, σέρνονταν,
+σηκώνονταν∙ τα σώματα είχαν γίνει πιο ευκίνητα, τα πρόσωπα
+έλαμπαν από χαρά.
+«Να το βαστάγι. Εμπρός, κουράγιο!»
+«Όπα! Όπα!»
+
+Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να συνδέει τις γυναίκες
+διεγείροντάς τες με τρόπο κόσμιο και φλογερό. Η σειρά των
+γυναικών άρχισε να διπλώνεται σχηματίζοντας αργά έναν κύκλο.
+Κάθε τόσο μια γυναίκα έμπαινε στο χορό∙ έλυνε τα χέρια από
+δυο διπλανές και τα ένωνε με τα δικά της και έτσι μεγάλωνε η
+κόκκινη και μαύρη γιρλάντα πίσω από την οποία κινιόταν το
+κρόσσι των σκιών. Και τα πόδια σηκώνονταν όλο και πιο
+γρήγορα, χτυπούσαν το ένα το άλλο και ταρακουνούσαν τη γη λες
+και ήθελαν να την βγάλουν από την ακινησία της.
+«Όπα! Όπα!»
+
+Και το ακορντεόν έπαιζε πιο χαρούμενα και πιο ζωηρά. Φωνές
+χαράς αντηχούσαν, άγριες σχεδόν, σαν να ζητούσαν από τη
+μουσική του χορού περισσότερη ζωντάνια, περισσότερη ηδονή.
+«Ούι! Ούιιι!»
+
+Όλοι έτρεξαν να δούνε και εκεί στο βάθος, στη γωνία της αυλής
+η Γκριζέντα διέκρινε τα χρυσαφένια μαλλιά του Τζατσίντο
+ανάμεσα στις δυο λευκές μαντίλες από τις θείες του.
+«Μπαρμπα-Έφις κάντε να χορέψει το βαφτιστήρι σας!», είπε η
+Νατόλια.
+«Αυτός κι αν είναι ένα βαστάγι!»
+«Βάλε τον πλάι στην εκκλησία και θα νομίζεις ότι είναι το
+καμπαναριό.»
+«Πάψε, Νατόλια, γλωσσού.»
+«Τα μάτια σου μιλάνε πιο πολύ από τη γλώσσα μου, Γκριζέ.»
+«Φωτιά να σε κάψει!»
+«Πάψτε γυναίκες και μπείτε στο χορό.»
+
+Στη γιορτή πήγα….. στη γιορτή….
+
+«Ούι! Ούιιι!»
+
+Η φωνή τρεμούλιαζε σαν χλιμίντρισμα, και οι γάμπες των
+γυναικών διαγράφονταν ανάγλυφες κάτω από τις σκουρόχρωμες
+φούστες και τα κοντά τους πόδια προεξείχαν από τον κόκκινο
+ποδόγυρο που κυμάτιζε και κινούνταν όλο και πιο ζωηρά,
+παίρνοντας φωτιά από την ευχαρίστηση του χορού.
+«Ντον Τζατσίντο! Ελάτε!»
+«Όπα! Όπα!»
+«Ελάτε επιτέλους! Ελάτε!»
+
+Όλες οι γυναίκες κοίταζαν προς τα εκεί χαμογελώντας. Τα
+δόντια γυάλιζαν στην άκρη από το στόμα τους.
+
+Εκείνος σηκώθηκε σαν να δραπέτευε από τη φυλακή των δυο
+γηραιών κυριών, αλλά όταν έφτασε στη μέση της αυλής σταμάτησε
+αναποφάσιστος. Τότε ο κύκλος των γυναικών ξανάνοιξε, έγινε
+πάλι μια σειρά, προχώρησε να συναντήσει τον ξένο, όπως στα
+παιδικά παιχνίδια, τον περικύκλωσε, τον πήρε και τον έκλεισε
+μέσα του.
+
+Ανάμεσα στη Γκριζέντα και στη Νατόλια, ψηλός, διαφορετικός
+από όλους έμοιαζε να είναι το μαργαριτάρι στο δαχτυλίδι του
+χορού και ένοιωθε το χέρι της Γκριζέντα να εγκαταλείπεται
+τρέμοντας λιγάκι μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά
+δάχτυλα της Νατόλια μπλέκονταν δυνατά με τα δικά του σαν να
+ήταν εραστές.
+
+Και ο παπάς ακόμη βγήκε από την καλύβα του, κοίταξε τριγύρω,
+ήρεμος και κόκκινος σαν μωρό φαλακρό ακόμη και στη συνέχεια
+πήγε να καθίσει πλάι στις κυρίες Πιντόρ.
+«Ωραίο παλικάρι ο ανιψιός σας, ντόνα Ρουθ!»
+
+Έβγαλε την ασημένια ταμπακιέρα, την κούνησε, την άνοιξε και
+την πρόσφερε πρώτα στην ντόνα Έστερ, έπειτα στην ντόνα Ρουθ
+και τέλος στην ίδια την Καλίνα.
+«Ωραίο παλικάρι, ντόνα Έστερ, αλλά προσοχή.»
+
+Σήκωσε το ράσο για να ξαναβάλει στην τσέπη την ταμπακιέρα και
+ξαναδίπλωσε και έστριψε το τιρκουάζ μαντήλι του χτυπώντας τις
+άκρες του στο στήθος.
+«Ντόνα Έστερ, προσοχή. Κι εμείς χορέψαμε όταν είχαμε φτερά
+στα πόδια. Και τώρα τι κάνετε, κυρά μου;»
+
+Η ντόνα Έστερ έκλαιγε από χαρά, αλλά προσποιήθηκε ότι
+φταρνιζόταν.
+«Σαν πιπέρι είναι το ταμπάκο σας, παπα-Πασκά!»
+
+Ο πιο ευτυχισμένος από όλους ήταν ο Έφις. Ξαπλωμένος πάνω σ’
+ένα σωρό χόρτα, μέσα σε ένα από τα άδεια κελιά, του φαινόταν
+ακόμη πως χόρευε και θαύμαζε τον Τζατσίντο. Και του
+χαμογελούσε όπως του χαμογελούσαν οι γυναίκες. Να, η φιγούρα
+του «παλικαριού» είχε ήδη πάρει μέσα στη ζωή του την καλύτερη
+θέση, όπως στον κύκλο του χορού.
+
+Και με τη σκέψη ξαναγύριζε στη στιγμή που έτρεξε στο σπίτι
+των αφεντικών του για να δει το γιο της Λία: τι στιγμή! Ήταν
+τόσο μεγάλη η χαρά του που δεν θυμόταν τι είχε πει, τι είχε
+κάνει. Ξανάβλεπε μόνο την παγερή αλλά ανήσυχη μορφή της Νοέμι
+να τον παρακολουθεί και να του λέει σαν να ήταν μυστικό:
+«Πηγαίνετε, άντε, πηγαίνετε στο πανηγύρι…. Πηγαίνετε, σας
+περιμένουν».
+
+Τους έδιωξε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μόνο την ώρα του
+αποχαιρετισμού στην εξώπορτα που την έκλεισε μπροστά της.
+
+Όταν περνούσαν κάτω από το κτηματάκι σταμάτησαν για λίγο και
+ο Έφις έδειξε με την τρυφερότητα ενός εραστή τον λόφο του, το
+φρύδι του λόφου όπου τα καλάμια τρεμούλιαζαν βαμμένα ροζ από
+το ηλιοβασίλεμα, το καλύβι κρυμμένο μέσα στις πρασινάδες να
+τον περιμένει.
+«Εδώ μένω όλο το χρόνο. Εσείς θα έρθετε όταν θα είναι έτοιμα
+τα λαχανικά και τα φρούτα για να τα πάτε στο χωριό… Το άλογό
+σας όμως δεν αντέχει το δισάκι!», πρόσθεσε μισοκλείνοντας τα
+μάτια μπροστά στη λάμψη του ποδηλάτου.
+«Θα φύγω για το Νούορο!», είπε ο Τζατσιντίνο κοιτάζοντας
+ωστόσο το κτήμα από κάτω προς τα επάνω, όπως κοιτάζουμε έναν
+άνθρωπο.
+«Θα έρθετε καμιά φορά! Πριν πιάσουν οι ζέστες, και έπειτα το
+φθινόπωρο είναι ωραία στη σκιά εκεί πάνω! Και τη νύχτα; Το
+φεγγάρι μας κρατά συντροφιά σαν νύφη και τα καρπούζια εδώ
+κάτω στο περιβόλι μοιάζουν τότε σαν κρυστάλλινες φούσκες.»
+«Ναι, καμιά φορά θα έρθω», υποσχέθηκε ο Τζατσίντο
+κατεβαίνοντας με σβελτάδα από το ποδήλατο σαν πουλί.
+
+Ήταν εκείνος που πρότεινε να επισκεφτούν το κτηματάκι,
+παρασυρμένος σχεδόν από τις περιγραφές του συντρόφου του.
+
+Και το επισκέφτηκαν αφήνοντας χαμηλά το άλογο για να βοσκήσει
+κανένα κλαδί από την αιμασιά του φράχτη.
+
+Ο Έφις έδειξε στο καινούργιο του νεαρό αφεντικό τα αναχώματα
+που κατασκεύασε ο ίδιος με πρωτόγονες μεθόδους και ο νέος
+παρατηρούσε με θαυμασμό τις ογκώδεις πέτρες που μάζεψε
+εκείνος ο μικροκαμωμένος άνθρωπος και στη συνέχεια κοίταζε
+τον ίδιο σαν να ήθελε να υπολογίσει καλύτερα το μεγαλειώδες
+της κατασκευής.
+«Όλα μόνος; Τι δύναμη! Θα πρέπει να ήσουν δυνατός στα νιάτα
+σου!»
+«Ναι, ήμουν δυνατός! Και το μονοπάτι, εγώ δεν το ’φτιαξα κι
+αυτό;»
+
+Το μονοπάτι σκαρφάλωνε προς τα επάνω, ενισχυμένο και αυτό από
+τοιχία ξερολιθιάς. Με αναχώματα υποστηρίζονταν το φρύδι της
+πλαγιάς και τα υψώματα του κτήματος. Ήταν ένα έργο υπομονής,
+γερό που θύμιζε εκείνα των αρχαίων προγόνων που έχτισαν τα
+νουράγκε.
+
+Και ανεβαίνοντας ψηλά σταματούσαν σε κάθε πλατύσκαλο και
+έστρεφαν για να θαυμάσουν το έργο του μικροκαμωμένου
+ανθρώπου, και ο ξένος είχε απορίες μικρού παιδιού που
+διασκέδαζαν τον υπηρέτη.
+«Το ποτάμι ξεχειλίζει το χειμώνα;»
+«Τι είναι αυτό;» ρωτούσε τραβώντας προς το μέρος του κανένα
+κλαδί λεύκας.
+
+Δεν γνώριζε ούτε τα δέντρα ούτε τα χόρτα∙ δεν ήξερε ότι τα
+ποτάμια ξεχειλίζουν την άνοιξη! Να η γραμμή σπαρμένη με
+ρεβίθια που κιτρίνιζαν ήδη μέσα στον αιχμηρό τους λοβό. Να οι
+ντοματιές που σχηματίζουν φράχτη κατά μήκος της υγρής
+αυλακιάς, να ένα χωραφάκι από νάρκισσους λες, αλλά είναι από
+πατάτες, να τα κρεμμυδάκια που σαλεύουν με το αεράκι σαν να
+είναι ασφόδελοι, να και τα λάχανα αυλακωμένα από πράσινες,
+φωτεινές κάμπιες. Σύννεφα από άσπρες και κιτρινωπές
+πεταλούδες πέταγαν εδώ κι εκεί, κάθονταν και μπερδεύονταν στα
+λουλούδια των μπιζελιών, οι ακρίδες πετιόντουσαν και
+ξανάπεφταν σαν να τις παρέσερνε ο αγέρας, οι μέλισσες βούιζαν
+γύρω από τις ξερολιθιές και έμοιαζαν χρυσές από τη γύρη των
+λουλουδιών όπου κάθονταν. Μια σειρά παπαρούνες φλέγονταν
+ανάμεσα στο μονότονο πράσινο του χωραφιού με τα κουκιά.
+
+Και μια βαθιά σιγαλιά όλο μυρωδιές έπεφτε με τις σκιές από
+τους φράχτες, και όλα ήταν ζεστά και γεμάτα λησμονιά σ’
+εκείνη τη γωνιά του κόσμου, περιφραγμένη από τις φραγκοσυκιές
+σαν από τείχος βλάστησης, τόσο που ο ξένος, μόλις έφτασε
+μπροστά στο καλύβι έπεσε πάνω στη χλόη και επιθυμούσε να μη
+συνεχίσει το ταξίδι.
+
+Από το ένα καλάμι στο άλλο επάνω στο λόφο τα σύννεφα του Μάη
+περνούσαν λευκά και απαλά σαν γυναικεία πέπλα. Εκείνος
+κοίταζε τον καταγάλανο ουρανό και του φαινόταν πως ήταν
+ξαπλωμένος σ’ ένα όμορφο κρεβάτι με μεταξωτά σκεπάσματα.
+
+Έβλεπε τον Έφις ν’ ανοίγει το καλύβι, να στρέφει και να τον
+καλεί με μια πονηρή χειρονομία, έπειτα να επιστρέφει
+κουβαλώντας κάτι κρυμμένο πίσω από την πλάτη και να γονατίζει
+κλείνοντάς του το μάτι. Ονειρευόταν;
+
+Ανασηκώθηκε και κάθισε αγκαλιάζοντας τα γόνατα με τα μπράτσα
+του κάνοντας τον ακατάδεχτο στην αρχή και παίρνοντας στη
+συνέχεια τη ζωγραφισμένη νεροκολοκύθα γεμάτη κίτρινο κρασί
+που του πρόσφερε ο υπηρέτης. Τελικά ήπιε: ήταν γλυκό κρασί
+και αρωματικό όπως το κεχριμπάρι και πίνοντάς το έτσι, από το
+στενό στόμιο της νεροκολοκύθας, του έδινε σχεδόν μια αίσθηση
+ηδονής.
+
+Ο Έφις κοίταζε, γονατιστός σαν να προσκυνούσε. Ήπιε κι
+εκείνος και του ήρθε να κλάψει.
+
+Οι μέλισσες κάθισαν επάνω στη νεροκολοκύθα. Ο Τζατσίντο έκοψε
+το βλαστό μιας βρώμης που βρισκόταν ανάμεσα στα διπλωμένα του
+πόδια και κοιτάζοντας καταγής ρώτησε:
+«Πώς ζούνε οι θείες μου;»
+
+Είχε φτάσει η στιγμή των αποκαλύψεων. Ο Έφις κούνησε τη
+νεροκολοκύθα εδώ κι εκεί, δεξιά και αριστερά.
+«Κοιτάξτε, κύριε, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι η κοιλάδα
+ήταν της οικογένειάς σας. Ήταν άνθρωποι ισχυροί! Τώρα πια
+έχει απομείνει μόνο αυτό το κτηματάκι, αλλά είναι σαν την
+καρδιά που χτυπά και στο στήθος των ηλικιωμένων. Ζούμε από
+αυτό».
+«Μα τι αγύριστο κεφάλι ο παππούς μου! Εκείνος κατέστρεψε την
+οικογένεια…..»
+«Εάν δεν υπήρχε εκείνος, η αφεντιά σας δεν θα είχε γεννηθεί!»
+
+Ο Τζατσίντο σήκωσε τα μάτια και τα χαμήλωσε πάλι. Μάτια
+γεμάτα απελπισία.
+«Και γιατί γεννιόμαστε;»
+«Καλό και αυτό! Επειδή είναι θέλημα Θεού!»
+
+Ο Τζατσίντο δεν απάντησε∙ κοίταζε πάντα καταγής και τα
+βλέφαρά του ανοιγόκλειναν σαν να ήταν έτοιμος να κλάψει. Ήπιε
+όμως πάλι, υποχωρητικός, κλείνοντας τα μάτια, ενώ ο Έφις
+κάθισε οκλαδόν κρατώντας ένα από τα πέλματα του στα χέρια.
+«Δεν είστε ευχαριστημένος που ήρθατε, ντον Τζατσιντί;»
+«Μην με λες έτσι», είπε τότε ο νέος. «Εγώ δεν είμαι ευγενής,
+δεν είμαι τίποτε! Να μου μιλάς στον ενικό, όπως κάνω εγώ. Εάν
+είμαι ευχαριστημένος; Όχι. Ήρθα εδώ γιατί δεν ήξερα πού να
+πάω…. Εκεί υπάρχει πολύς κόσμος… Εκεί πρέπει να είναι κανείς
+κακός για να κάνει την τύχη του. Δεν μπορείς να καταλάβεις!
+Υπάρχουν πολλοί πλούσιοι….. Υπάρχει όμως και πολύς κόσμος…..»
+
+Κουνούσε τα δάχτυλα και είχε το χέρι απλωμένο, σαν να έδειχνε
+το πλήθος και ο Έφις κοίταζε το πόδι του και ψιθύριζε με
+τρυφερότητα και λύπηση:
+«Ψυχή μου!»
+
+Και θα επιθυμούσε να σκύψει επάνω στο απελπισμένο «παλικάρι»
+και να του πει: εδώ είμαι εγώ, δεν θα σου λείψει τίποτε! –
+αλλά δεν κατάφερε άλλο παρά να του προσφέρει πάλι τη
+νεροκολοκύθα όπως η μητέρα προσφέρει το στήθος στο μωρό της
+που κλαίει.
+«Το ξέρουμε δα τι παλιόκοσμος είναι εκεί! Εδώ όμως είναι
+διαφορετικά, μπορεί κανείς να κάνει και την τύχη του ακόμη.
+Θα σας διηγηθώ πώς έκαμε ο Μιλέζος….. Ήρθε εδώ μια μέρα σαν
+το πουλί που δεν έχει φωλιά….»
+
+Αλλά ο Τζατσίντο άκουγε απογοητευμένος με χαμηλωμένο το
+κεφάλι, στραβώνοντας λίγο το στόμα από αηδία, και ξαφνικά
+ανάγειρε με τον αγκώνα να στηρίζεται στη χλόη και το κεφάλι
+να ακουμπά στο χέρι του, ενώ μασούσε με θυμό το βλαστό της
+βρώμης.
+«Εάν ήξερες! Τι μπορείς να ξέρεις όμως εσύ; Στη Ρώμη υπάρχει
+ένας πρίγκιπας που έχει εκτάσεις όσο είναι όλη η Σαρδηνία και
+ένας άλλος, ένας αυτοδημιούργητος, που όταν συμβαίνουν
+εθνικές συμφορές προσφέρει περισσότερα χρήματα και από τον
+βασιλιά.»
+«Και στη Σαρδηνία υπάρχει ένας καλόγερος που έχει τριακόσια
+σκούδα εισόδημα την ημέρα», είπε ο Έφις ταπεινά, αλλά μετά
+ύψωσε τη φωνή: «Τριακόσια σκούδα, καταλαβαίνετε, κύριε;»
+
+Ο κύριος όμως δεν φάνηκε να εκπλήσσεται. Ύστερα από λίγο όμως
+ρώτησε.
+«Πού βρίσκεται; Μπορώ να τον γνωρίσω;»
+«Βρίσκεται στο Καλαντζάνους, στην Γκαλούρα.»
+
+Πολύ μακριά. Και ο Τζατσίντο, με αφηρημένο βλέμμα, ξανάρχισε
+τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη των Στεριανών Κυρίων, για
+τις κακές τους συνήθειες και τη διαφθορά τους.
+«Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι;» ρώτησε ο Έφις,
+σχεδόν θυμωμένα.
+«Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι;»
+«Εγώ ναι, κύριε μου! Πιείτε, πιείτε και κάντε κουράγιο!»
+
+Ο Τζατσίντο ήπιε και ο Έφις έχυσε έπειτα τις τελευταίες
+σταγόνες καταγής. Οι μέλισσες πλησίασαν και τριγύρω
+σχηματίστηκε ένας γλυκός βόμβος.
+
+Μόλις όμως φτάσανε στο Ριμέντιο το αγόρι φάνηκε να είναι
+ευχαριστημένο. Είχε αγκαλιάσει τις θείες του και τις άλλες
+γυναίκες, είχε φάει καλά και είχε χορέψει σαν βοσκός στο
+πανηγύρι. Τώρα κοιμόταν και ροχάλιζε. Ο Έφις τον είχε δει
+λίγο πριν πάνω στο μικρό κρεβάτι κατά μήκος του τοίχου, με τα
+βλέφαρα κλειστά, τόσο λεπτά που έμοιαζε να τα διαπερνά το
+γαλάζιο των ματιών, με τα πυρόξανθα μαλλιά του πάνω στο λευκό
+του μαξιλαριού και τις γροθιές σφιχτές σαν μωρό που
+ονειρεύεται. Είχε ξεχάσει καταγής αναμμένο το φως. Ο Έφις
+έσκυψε να το σβήσει ενώ σκεφτόταν ότι όλοι οι Πιντόρ τέτοιοι
+ήταν: αδιάφοροι για την οικονομία και τον κίνδυνο!
+
+Μπορεί όμως να είναι καλύτερα έτσι στη ζωή! Γύρισε κι εκείνος
+ανάσκελα και έκλεισε τις γροθιές. Μέσα από τις τρύπες της
+σκεπής πάλλονταν τ’ αστέρια και το τρεμούλιασμά τους καθώς
+και τα ασταμάτητο τρεμούλιασμα των γρύλων έμοιαζε το ίδιο
+πράγμα.
+
+Μύριζαν οι σκλήθρες και οι μέντες. Όλα είχαν πέσει μέσα σε
+μια τρεμάμενη σιωπή όπως μέσα σε τρεχούμενο νερό. Και ο Έφις
+θυμόταν τα μακρινά βράδια, τον χορό, τα νυχτερινά τραγούδια,
+την ντόνα Λία καθισμένη επάνω στην πέτρα στη γωνιά της αυλής,
+αναδιπλωμένη σαν νεαρή φυλακισμένη που ροκανίζει τα δεσμά της
+και σιγά σιγά προετοιμάζει την δραπέτευσή της.
+
+
+Κεφάλαιο πέμπτο
+
+Την άλλη μέρα με την αυγή ο Έφις έφερε πάλι το άλογο στο
+χωριό και διηγήθηκε στη νεαρή κυρά του πώς είχαν διασκεδάσει
+το προηγούμενο βράδυ. Η Νοέμι φαινόταν ήρεμη∙ μόνο, όταν
+εκείνος έφευγε πάλι για το κτηματάκι, έτρεξε στην εξώπορτα
+και του ζήτησε να γυρίσει σε τρεις μέρες φέρνοντας προμήθειες
+στις αδελφές.
+
+Τρεις μέρες μετά ο Έφις γύρισε και για να μην πληρώσει το
+ναύλο για το άλογο φορτώθηκε στην πλάτη το δισάκι και
+ξεκίνησε με τα πόδια.
+
+Ο καιρός είχε δροσίσει: από τα βουνά του Νούορο κατέβαινε το
+αεράκι των δασών και έτρεχε έτρεχε πάνω στη χλόη κατά μήκος
+του ποταμού και έμοιαζε να θέλει να κατέβει μαζί του στη
+θάλασσα.
+
+Ο Έφις σταμάτησε στο κτηματάκι, κοντά στη σκλήθρα στο αμμώδες
+όριο του χωραφιού με τα καρπούζια και κοιτάζοντας τους
+σαρκώδεις βλαστούς που απλώνονταν μπλεγμένοι εδώ κι εκεί σαν
+φίδια κάτω από τα φύλλα, του φαίνονταν ότι είχαν, όπως εξ
+άλλου όλοι οι θάμνοι που θρόιζαν τριγύρω, κάτι το ζωντανό, το
+ζωώδες. Και τους μιλούσε, λες και τον καταλάβαιναν, και τους
+έλεγε να προσέχουν μην σπάσουν, μην ξεραθούν, να μεγαλώσουν
+καλά και να δώσουν πολλά φρούτα, όπως ήταν το χρέος τους,
+αλλά κάποιος θόρυβος στο δρόμο τράβηξε την προσοχή του.
+
+Ο ντον Πρέντου, περήφανος και βαρύς πάνω στο μαύρο, παχύ
+άλογό του, περνούσε πίσω από την αιμασιά. Πράγμα ασυνήθιστο,
+βλέποντας τον Έφις σταμάτησε..
+«Τι κάνεις φορτωμένος μ’ αυτό το δισάκι; Κουκιά έκλεβες;»
+
+Ο Έφις σηκώθηκε με σεβασμό.
+«Είναι οι προμήθειες για τις κυράδες μου. Κι εσείς πού πάτε;»
+
+Και ο ντον Πρέντου εκεί κάτω πήγαινε. Από το κεντημένο με
+λουλούδια δισάκι του αναδυόταν η μυρωδιά του γκατό [3], που
+πήγαινε πεσκέσι στον φίλο του τον Ρέτορα, και πρόβαλε ακόμη ο
+βιολετής λαιμός μιας νταμιτζάνας με κρασί.
+«Κι εσύ, βλάκα, πας με τα πόδια; Ακόμα και το άλογο σε βάλανε
+να κάνεις τώρα; Δώσε μου το δισάκι, θα σου το κουβαλήσω εγώ.
+Δεν θα τον σκάσω, μην φοβάσαι! Εάν θέλεις να είσαι πιο
+σίγουρος ανέβα στα καπούλια κι εσύ, βλάκα!»
+
+Έκπληκτος ο Έφις, μετά από κάποια παραΚαλία και απειλές,
+φόρτωσε το δισάκι του στο άλογο που έμοιαζε να κοιμάται,
+έπειτα σκαρφάλωσε στα καπούλια, πίσω από τον ντον Πρέντου,
+προσπαθώντας να μην του γίνεται βάρος.
+«Τώρα θα ιδρώσει το άλογό σας!»
+«Ο διάολος να με πάρει, είναι το πιο γερό άλογο της περιοχής.
+Μπορείς να το φορτώσεις με ένα βουνό και θα το κουβαλήσει. Το
+βλέπεις; Πηγαίνει σαν να μην ήταν σελωμένο. Για πες μου τώρα
+εσύ, τι ήρθε να σΚαλίσει εδώ πέρα ο αλήτης ο ανεψιός μου;»
+
+Ο Έφις του έκανε μια γκριμάτσα πίσω από την πλάτη. Α, να
+λοιπόν γιατί τον πήρε καβάλα στο άλογο!
+«Γιατί αλήτης; Υπάλληλος ήτανε.»
+«Τι έκανε; Έξυνε τα νύχια του;»
+«Και όμως, είχε μια πολύ καλή δουλειά! Στο Τελωνείο. Για να
+ζήσει όμως κανείς σ’ εκείνα τα μέρη του χρειάζονται πολλά
+χρήματα. Εκεί υπάρχουν άρχοντες που έχουν κτήματα όση είναι η
+Σαρδηνία και κάποιοι δίνουν μεγαλύτερες ελεημοσύνες και από
+τον βασιλιά.»
+
+Ο ντον Πρέντου έσκασε στα γέλια. Ένα σιωπηλό γέλιο, άγριο.
+«Α, μάλιστα! Να που έχουν πάρει τα μυαλά σου αέρα!»
+«Γιατί μιλάτε έτσι, ντον Πρέντου;» είπε ο Έφις με
+αξιοπρέπεια. «Το παλικάρι είναι ντόμπρο και καλό: δεν έχει
+ελαττώματα, δεν καπνίζει, δεν πίνει, δεν αγαπά τις γυναίκες.
+Θα κάνει περιουσία. Εάν το θελήσει μπορεί να βρει αμέσως
+δουλειά στο Νούορο. Έπειτα έχει και λεφτά στην τράπεζα.»
+«Τα μέτρησες εσύ, βλάκα; Α, Έφις, μα την πίστη μου σε ταΐζουν
+κουτόχορτο, αντί για ψωμί. Πες μου, πόσα σου χρωστάνε τώρα οι
+ευγενικές σου κυράδες;»
+«Τίποτα δεν μου χρωστάνε. Εγώ χρωστάω τα πάντα σ’ αυτές.»
+«Πάψε, γιατί θα σε ρίξω στο ποτάμι. Άκου, τώρα θα συνεχίσετε
+να κάνετε χρέη, για να συντηρείτε το νεαρό. Θα πάρετε λεφτά
+από την Καλίνα, που να την πάρει ο δαίμονας. Θα πουλήσετε το
+κτήμα. Μην ξεχνάς πως το θέλω εγώ. Εάν δεν με ειδοποιήσεις
+εγκαίρως, εάν πράξετε όπως τις άλλες φορές που αντί να
+πουλήσετε σ’ εμένα στη σωστή τιμή πουλήσατε μισοτιμής σε
+άλλους, πρόσεχε, σε προειδοποιώ, Εφισέ, θα σου κόψω το
+λαρύγγι. Σε προειδοποίησα.»
+
+Και εκείνος, καθισμένος πίσω, λαχάνιαζε γιατί τον πλάκωνε ένα
+βάρος μεγαλύτερο από το δισάκι από το οποίο ο ντον Πρέντου
+ήθελε να τον απαλλάξει.
+«Θεέ μου! Γιατί μιλάτε έτσι, ντον Πρέντου, σαν εχθρός των
+καημένων των ξαδερφάδων σας;»
+«Στο διάβολο να πάνε οι ξαδέρφες που έχουν πάρει τα μυαλά
+τους αέρα! Εκείνες είναι που με μεταχειρίστηκαν πάντα σαν
+εχθρό. Ας γίνει το θέλημά τους. Εσύ όμως να θυμάσαι, Έφις: το
+κτηματάκι το θέλω εγώ….»
+
+Το μαρτύριο κράτησε σ’ όλο τον δρόμο, μέχρι που ο Έφις,
+περισσότερο κουρασμένος από το αν είχε πάει με τα πόδια,
+γλίστρησε από τα καπούλια και τράβηξε κάτω το δισάκι.
+
+Μπαίνοντας στον περίβολο είδε ξανά τη συνηθισμένη σκηνή: οι
+κυράδες του κάθονταν στο παγκάκι με τα χέρια σταυρωμένα, η
+Καλίνα έγνεθε, με τα πόδια γυμνά μέσα στα πέδιλα∙ μέσα στις
+καλύβες οι γυναίκες καθισμένες καταγής έπιναν τον καφέ,
+κουνούσαν τα μωρά και πάνω στο μπαλκόνι, με φόντο τον ουρανό
+που χρύσιζε, η μαύρη φιγούρα του παπα Πασκάλε χαιρετούσε με
+το τιρκουάζ μαντήλι του.
+«Διασκεδάζετε;», ρώτησε ο Έφις ακουμπώντας το δισάκι κοντά
+στα πόδια των κυράδων του. «Κι εκείνος;»
+«Συνέχεια χορεύουμε», είπε η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρουθ
+σηκώθηκε για να τακτοποιήσει τα πράγματα.
+
+Για τον Τζατσίντο μίλησε συγκινημένη η τοκογλύφος.
+«Τι καταδεχτικό παλικάρι! Είναι λιγομίλητος, αλλά καλός σαν
+το μέλι. Διασκεδάζει σαν παιδάκι και έρχεται εδώ για να φάει
+το κριθαρένιο ψωμί μου. Νατος που έρχεται με την Γκριζέντα
+από τη βρύση.»
+
+Τους διέκριναν πράγματι από μακριά, ανάμεσα στο πράσινο των
+θάμνων, εκείνος ψηλός και ωχρός, εκείνη μικρόσωμη και
+μελαχρινή, και οι δυο να κουβαλάνε τους κουβάδες που
+άστραφταν και πότε πότε χτυπούσαν ο ένας στον άλλο και το
+νερό ξεχειλίζοντας ανακατευόταν και έσταζε. Φαίνεται πως τους
+ευχαριστούσε εκείνη η επαφή επειδή κοίταζαν τους κουβάδες και
+γελούσαν.
+
+Ο Έφις είχε ένα προαίσθημα. Ανέβηκε στο μπαλκόνι για να δώσει
+στον ιερέα ένα καλαθάκι με μπισκότα, δώρο από μια χωριάτισσα,
+και από εκεί πάνω είδε τον ντον Πρέντου, που είχε σταματήσει
+στη βρύση να ποτίσει το άλογό του, να πλησιάζει τον Τζατσίντο
+και την Γκριζέντα και να σκύβει να τους πει κάτι. Γελούσαν
+και οι τρεις, το κορίτσι με κατεβασμένο το κεφάλι, ο
+Τζατσίντο αγγίζοντας το λαιμό του αλόγου.
+«Έφις», είπε ο ιερέας, τινάζοντας με το μαντήλι το ταμπάκο
+από το στήθος του, «να ο ντον Πρέντου. Καλύτερα, θα έχουμε
+και λίγη κακογλωσσιά. Και ο δικός σας ο Τζατσίντο είναι καλό
+παιδί∙ έρχεται στη λειτουργία και στις παρακλήσεις. Έχει καλή
+ανατροφή και είναι καταδεχτικός. Χρειάζεται προσοχή όμως,
+προσοχή!»
+
+Οι υπηρέτριες του ιερέα έτρεξαν έξω για να βοηθήσουν τον
+ντον Πρέντου να ξεφορτώσει τα δισάκια, ενώ οι άλλες γυναίκες
+πρόβαλαν τα χλωμά τους πρόσωπα στις πόρτες και το σκυλί, αφού
+γάβγισε λιγάκι, πηδούσε ψηλά μπροστά στο άλογο σαν να ήθελε
+να το φιλήσει.
+«Σιγά, γυναίκες!», είπε ο ντον Πρέντου. «Μέσα στα δισάκια
+υπάρχει κάτι που σπάει μόλις το αγγίξεις, όπως εσείς….»
+«Η σαϊτιά να σας πάρει, ντον Πρέντου!» τον καταράστηκε η
+Νατόλια, με βλέμμα ωστόσο λιγωμένο, προσπαθώντας να τον
+κατακτήσει.
+
+Α, αν τα κατάφερνε! Θα εκδικούνταν έτσι την Γκριζέντα, που
+ήθελε τον ξένο όλον για τον εαυτό της.
+
+Η Γκριζέντα με τη σειρά της φαινόταν αναστατωμένη από την
+άφιξη του ντον Πρέντου.
+«Αυτός, θα δείτε», είπε χαμηλόφωνα στον Τζατσίντο την ώρα που
+διέσχιζαν την αυλή, «αυτός, ο θείος σας, είναι από τους
+ανθρώπους που γλεντάνε και ξοδεύουν στα πανηγύρια. Δε
+μελαγχολεί όπως εσείς! Εκατό λιρέτες έχει; Τις ξοδεύει και
+τις εκατό, για το τίποτα!»
+
+Έβρεξε τα δάχτυλά της με λίγο νερό και του το πέταξε στο
+πρόσωπο, δίχως εκείνος να πάψει να χαμογελάει με τα γλυκά του
+μάτια γεμάτα από επιθυμία, αφήνοντας να φανούν ανάμεσα από τα
+κόκκινα χείλη τα άσπρα δόντια του λες και ήθελε να τη
+δαγκώσει.
+«Τι αξία έχουν εκατό λιρέτες; Εγώ ξόδεψα χίλιες μέσα σε μια
+νύχτα και όμως δεν διασκέδασα….»
+
+Η Γκριζέντα ακούμπησε τον κουβά στο κάθισμα και έπεσε επάνω
+στο μωρό που της χαμογελούσε από το στρώμα κουνώντας τα
+ποδαράκια του στον αέρα και προσπαθώντας να τα πιάσει με
+βρώμικα χεράκια του. Του φίλησε τον ποπό, βυθίζοντας τα χείλη
+της στην τρυφερή σάρκα στα σημεία όπου οι αυλακιές σχημάτιζαν
+ροζ και βιολετί γραμμές. Το σήκωσε ψηλά, το χαμήλωσε ως τη
+γη, το ξανασήκωσε, το έκανε να γελάει, το έφερε έξω
+σφίγγοντάς το δυνατά στο στήθος της.
+
+Ο Τζατσίντο κάθισε έξω έχοντας ανοιχτά τα πόδια και
+ταλαντεύοντας τα χέρια του ανάμεσά τους, ενώ άκουγε την
+Καλίνα που τον προσκαλούσε να φάει μαζί της κουκιά
+μαγειρεμένα με γάλα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, σαν να ήταν κάτι
+σοβαρό, αλλά η ντόνα Ρουθ εμφανίστηκε στη μικρή πόρτα
+κρατώντας στο χέρι ένα αρνίσιο μπούτι λευκό από το λίπος με
+την βιολετί νεφραμιά σκεπασμένη από τη μπόλια και διέκοψε τη
+συζήτηση.
+«Πρέπει να φωνάξουμε τον Έφις για να κάνει μια ξύλινη σούβλα.
+Πήγαινε Τζατσίντο!»
+
+Η Γκριζέντα έτρεξε εκείνη να φωνάξει τον υπηρέτη, τρίφτηκε
+επάνω του σαν γατάκι και του έδωσε να φιλήσει το μωρό.
+«Πόσο χαρούμενη είμαι, μπαρμπα Έφις! Απόψε θα ξαναχορέψουμε!
+Κοιτάξτε όμως το μικρό σας αφεντικό. Λες και κάνει κόρτε στην
+Καλίνα!»
+
+Ο Έφις την κοίταζε τρυφερά. Είδε τον Τζατσίντο να σηκώνει τα
+μάτια γεμάτα έρωτα και επιθυμία και μέσα από την καρδιά του
+ευλόγησε τους δυο νέους. Ναι, διασκεδάστε, ερωτευτείτε. Γι’
+αυτό είναι τα πανηγύρια και τα πανηγύρια περνάνε γρήγορα……
+
+Καθισμένος στη σκιά του τοίχου άρχισε να φτιάχνει τη σούβλα.
+Οι γυναίκες γελούσανε γύρω του, ο Τζατσιντίνο όπως πάντα ήταν
+σιωπηλός και φαινόταν να προσέχει στον ήχο του ακορντεόν που
+γέμιζε με παράπονο και φωνές την αυλή. Ήρθε όμως κουνάμενη η
+Νατόλια.
+«Το αφεντικό μου και ο ντον Πρέντου προσκαλούν τον ντον
+Τζατσιντίνο σε γεύμα.»
+
+Κι εκείνος σηκώθηκε αφού τίναξε καλά τα μπατζάκια του. Η
+ντόνα Έστερ τον ακολούθησε με τα μάτια και έμεινε να κοιτάζει
+προς το μπαλκόνι, σαν μαγεμένη από τη λάμψη των ποτηριών και
+του ασημένιου δίσκου που η Νατόλια κουνούσε εκεί πάνω σαν να
+ήταν καθρέφτης. Η ιδέα ότι ο πλούσιος ξάδελφος έδωσε σημασία
+στον φτωχό ξάδελφο ήταν αρκετή για να την κάνει ευτυχισμένη.
+
+Οι γυναίκες επαινούσαν τον Τζατσίντο και η τοκογλύφος,
+τραβώντας το νήμα ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείχτη και
+γυρίζοντας το αδράχτι πάνω στο γόνατο, έλεγε με ασυνήθιστη
+γλυκύτητα:
+«Δεν γνώρισα ποτέ ένα αγόρι τόσο φρόνιμο. Είναι και όμορφο!
+Μοιάζει με τον μακαρίτη Βαρόνο….»
+«Με ποιόν; Με τον πεθαμένο Βαρόνο που ζει ακόμη μέσα στο
+κάστρο;»
+
+Η ντόνα Ρουθ όμως έφερε το δείχτη στο στόμα: δεν έπρεπε να
+μιλούν για πεθαμένους στο πανηγύρι.
+«Ποιο φάντασμα! Είναι ζωντανός και τα χέρια του δεν βρίσκουν
+ησυχία, έτσι δεν είναι, Γκριζέντα; Ποιος; Μα ο ντον
+Τζατσίντο!»
+
+Η Γκριζέντα όμως, ακουμπισμένη στον τοίχο, με το μωρό να της
+βυζαίνει τα κουμπιά της μπλούζας, κοίταζε κι εκείνη το δίσκο
+που έλαμπε στο μπαλκόνι και τα μάτια της έμοιαζαν μαγεμένα,
+όπως εκείνα της προγιαγιάς της όταν τις νύχτες με φεγγάρι
+κατασκόπευαν τα στοιχειά που κατέβαιναν στο ποτάμι.
+
+Ο Έφις ξαναγύρισε μετά τρεις μέρες. Αυτή τη φορά δεν ήταν
+μόνος. Όλοι σχεδόν οι χωριανοί κατέβαιναν στο πανηγύρι και οι
+γυναίκες κουβαλούσαν στο κεφάλι δίσκους με γλυκίσματα και
+καλάθια γεμάτα με κότες δεμένες με κόκκινες κορδέλες.
+
+Τα δεντράκια τριγύρω ήταν γεμάτα με άγουρα φρούτα και το
+πανηγύρι έμοιαζε να απλώνεται σε όλη την κοιλάδα.
+
+Όταν έφτασε ο Έφις βρήκε τον φράχτη που περιέβαλε τις καλύβες
+γεμάτο από κάρα που έφεραν τέντες από λινάτσα ή σεντόνια και
+τους πωλητές γλυκισμάτων και κρασιού να στέκονται πλάι στους
+μικρούς πάγκους τους στη σκιά της εκκλησίας.
+
+Οι ζητιάνοι σε παράταξη στις άκριες του δρόμου. Φιγούρες
+καθισμένες ανακούρκουδα, ωχρόφαιες και μαβιές, μερικές με
+φοβερά μάτια λευκά, άλλες με κόκκινες πληγές και μελανά
+αποστήματα, με γυμνά τα στήθη σαν γδαρμένα, με τα μπράτσα και
+τα ψαχουλευτά δάχτυλα μαυρισμένα σαν καμένα κλαδιά,
+διαγράφονταν μεταξύ των θάμνων με φόντο τη γαλάζια και λευκή
+γραμμή του ορίζοντα. Πέρα όμως, μακριά, το μάτι ξάνοιγε στο
+πράσινο και οι ομάδες των αλόγων και των πουλαριών έδιναν
+μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια στο τοπίο.
+
+Ο ήχος του ακορντεόν έφτανε μέχρι εκεί πάνω. Η μουσική,
+χαρούμενη και αισθησιακή, καλούσε στο χορό, μερικές φορές
+όμως άλλαζε στο παράπονο, σαν να την κούραζε η χαρά, σαν να
+ανακαλούσε με νοσταλγία την απόλαυση που περνά και να
+θρηνούσε για τη ματαιότητα όλων των πραγμάτων. Τότε και τα
+μελαγχολικά μάτια των φοράδων ακόμη έμοιαζε να τα πλημμυρίζει
+μια νοσταλγική γλυκύτητα.
+
+Ο Έφις σταμάτησε για μια στιγμή στο μέσο μιας ομάδας χωρικών
+από την περιοχή του Νούορο. Οι γυναίκες κάθονταν στη σειρά
+εμπρός από τις καλύβες, περιμένοντας ν’ αρχίσει η λειτουργία
+και οι άλικοι κορσέδες τους έδιναν μια κόκκινη απόχρωση στη
+σκιά του τοίχου.
+ Η λειτουργία όμως αργούσε. Πάνω στο μπαλκόνι οι ιερείς
+γελούσαν και ο δίσκος της Νατόλια πηγαινοερχόταν λάμποντας
+ανάμεσα στο γαλάζιο και το μαύρο.
+Ο Έφις βρήκε έρημη την καλύβα. Οι κυράδες του ήταν στην
+εκκλησία και πήγε να τις βρει, αλλά βρέθηκε χωρίς να το θέλει
+ανάμεσα στον ντον Πρέντου, τον Μιλέζο και τον Τζατσίντο,
+μπροστά σε κάποιον που πουλούσε κρασί και ξαφνικά είδε τρία
+κίτρινα ποτήρια μπροστά στο πρόσωπό του.
+«Πιες, βλάκα!»
+«Για μένα είναι νωρίς.»
+«Ποτέ δεν είναι νωρίς για έναν άντρα γερό. Ή μήπως είσαι
+άρρωστος;»
+
+Ο ντον Πρέντου τον χτύπησε τόσο δυνατά στην πλάτη που τον
+έκανε να τιναχτεί μπροστά και το κρασί από τα ποτήρια χύθηκε
+επάνω του. Σε καλό να του βγει! Σκούπισε τα ρούχα του με το
+χέρι και ήπιε∙ και με έκπληξη και ικανοποίηση είδε τον
+Τζατσίντο να βγάζει το πορτοφόλι και να δίνει στον πωλητή ένα
+χαρτονόμισμα των πενήντα λιρετών. Δόξα να’ χει ο Θεός, αυτό
+σημαίνει πως το παιδί έχει πράγματι λεφτά.
+
+Κατά τα άλλα η μέρα κύλησε μες στη χαρά: χαρά αυστηρή και
+σχεδόν μελαγχολική για τις γυναίκες προς τις οποίες οι
+άντρες, διασκεδάζοντας με θόρυβο μεταξύ τους, έδειχναν κάποια
+αδιαφορία.
+
+Όλη την ημέρα έπαιζε το ακορντεόν συνοδευόμενο από τις φωνές
+των μικροπωλητών, από τις κραυγές των παιχτών της μόρα [4],
+από τα τραγούδια της παρέας ή από στίχους αυτοσχέδιων
+ποιητών.
+
+Συγκεντρωμένοι μέσα σε μια καλύβα, καθισμένοι καταγής
+σταυροπόδι γύρω από μια νταμιτζάνα προς την οποία έστρεφαν
+σαν σε είδωλο, οι ποιητές αυτοσχεδίαζαν οκτάστιχα υπέρ ή κατά
+του πολέμου στη Λιβύη. Ήταν αρκετοί και έπαιρναν μέρος με τη
+σειρά και τριγύρω τους στριμώχνονταν άντρες και παιδιά. Πότε
+πότε κάποιος έσκυβε για να πάρει από το έδαφος ένα ποτήρι
+κρασί.
+«Πιες, διάολε!»
+«Γεια μας!»
+«Να ζήσουμε εκατό χρόνια και να’ μαστε καλά για να το
+θυμόμαστε αυτό το πανηγύρι.»
+«Πιες, που να σε πάρει ο διάολος!»
+
+Ο ποιητής Σεραφίνο Μασάλα από το Μπουλτέι, με ελληνικό προφίλ
+και ντυμένος σαν ομηρικός ήρωας, τραγουδούσε:
+
+Ο Τούρκος δε θέλει να παραδοθεί
+Για πόλεμο η καρδιά του φτερουγίζει.
+Γενναίος ο άγριος Άραβας σπαθίζει
+Έτοιμος να ορμήσει, δε λυποτακτεί….
+
+Τα ποτήρια περνούσαν από το ένα χέρι στο άλλο. Πότε πότε
+κάποια γυναίκα πρόβαλε δειλά στην πόρτα.
+Και ο Γκρεγκόριο Τζορντάνο από το Ντουάλκι, όμορφος νέος
+κοκκινομάλλης ντυμένος σαν τροβαδούρος ίσιωνε τα μακριά
+μαλλιά του και με τα δυο χέρια, τα τραβούσε πίσω στο σβέρκο
+και τραγουδούσε θρηνολογώντας σχεδόν σαν μια μοιρολογίστρα:
+
+Φτάνει, δεν μπορώ πια να σας ανιστορήσω,
+Για ό, τι θυμάμαι θα σας μιλήσω.
+Μακάρι οι Ιταλοί πάντα να νικούν,
+Και όλη την Αφρική να κατακτούν.
+Ήσυχοι και γεροί μακάρι να γυρίσουν,
+Βοηθούς τους Αγίους της Νίκης να γνωρίσουν,
+Και με καλές αναμνήσεις και αρετή
+Να γυρίσουν όλοι σπίτια τους γεροί.
+
+Χειροκροτήματα και γέλια αντηχούσαν. Όλοι γελούσαν, αλλά ήταν
+συγκινημένοι.
+
+Στην σκιά της εκκλησίας όμως ο Έφις άκουγε άλλες παρέες από
+χωριάτες να μιλούν για την Αμερική και τους μετανάστες.
+«Η Αμερική; Όποιος δεν την δοκίμασε δεν ξέρει τι πράγμα
+είναι. Την βλέπεις από μακριά και νομίζεις ότι είναι αρνί για
+κούρεμα. Πας κοντά και σε δαγκώνει σαν σκύλος.»
+«Ναι, αδέρφια μου, εγώ πήγα με το δισάκι μου μισογεμάτο και
+πίστευα ότι θα το έφερνα πίσω γεμάτο. Το ξανάφερα άδειο!»
+
+Ένας Μπαρονιέζος λεπτός, ψηλός και μελαχρινός σαν Άραβας,
+έβαλε στον Έφις να πιει και του διηγήθηκε επεισόδια του
+πολέμου όπου πήρε μέρος.
+«Ναι», έλεγε κοιτάζοντας τα χέρια του, «ξερίζωσα τη φούντα
+ενός Σιρδούσου, ενός που προσκυνούσε το διάβολο. Ορκίστηκα να
+του την πάρω ολόκληρη μαζί με το δέρμα και με όλα τα άλλα.
+Και του την πήρα . Να μη σώσω, αν σας λέω ψέματα! Την πήγα
+στον αρχηγό μου κρατώντας την σαν ένα τσαμπί. Έσταζε μαύρο
+αίμα όπως οι ρόγες από το μαύρο σταφύλι. Ο αρχηγός μού είπε:
+μπράβο Κοντσίνου!»
+
+Ο Έφις άκουγε κρατώντας ένα αγριοτριαντάφυλλο. Σταυροκοπήθηκε
+με το κοτσάνι του λουλουδιού και είπε:
+«Να εξομολογηθείς, Κοντζί! Σκότωσες άνθρωπο!»
+«Στον πόλεμο, αυτό δεν είναι αμαρτία. Μήπως το έκανα κρυφά;
+Όχι.»
+
+Άρχισαν τότε να κουβεντιάζουν και ο Έφις κοίταζε το
+αγριοτριαντάφυλλο σαν να μιλούσε μόνο σ’ αυτό.
+«Ο Θεός μόνο μπορεί να σκοτώνει.»
+
+Σταμάτησε όμως την κουβέντα επειδή από μακριά η ντόνα Έστερ
+του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ήταν ώρα για φαγητό. Τον
+Τζατσίντο τον είχε καλέσει ο παπάς και όλοι, άλλος
+περισσότερο, άλλος λιγότερο, έτρωγαν με καλή συντροφιά. Από
+τις καλύβες έβγαινε καπνός η τσίκνα.
+
+Η πιο ήσυχη γωνιά ήταν εκείνη των Πιντόρ. Καθισμένες μέσα
+στην καλύβα τους έτρωγαν με τον Έφις ψητό αρνί και μιλούσαν
+για τη Νοέμι που βρισκόταν μακριά και για τον Τζατσίντο, για
+τον παπά και τον Μιλέζο, χαμογελώντας χωρίς κακία.
+«Τις πρώτες μέρες», είπε η ντόνα Ρουθ κόβοντας ένα μικρό
+γλύκισμα σε τρία ίσα μέρη, «ο Τζατσίντο έλεγε συνέχεια ότι
+ήθελε να φύγει για το Νούορο, όπου τον περίμενε μια θέση στο
+μύλο. Τώρα, εδώ και δυο μέρες ούτε που το αναφέρει.»
+«Αλλά εδώ και δυο μέρες δεν τον βλέπουμε σχεδόν καθόλου.
+Βρίσκεται πάντα με τον Πρέντου και την παρέα.»
+«Ας τον αφήσουμε να διασκεδάσει», είπε ο Έφις.
+
+Έξω από την πόρτα φαινόταν η Καλίνα που καθόταν ασυνήθιστα
+άπραγη στην πέτρα της και η Γκριζέντα με το μωρό στην
+αγκαλιά, χλωμή και θλιμμένη κοίταζε το μπαλκόνι του παπά.
+
+Α, ο Τζατσίντο διασκέδαζε εκεί πάνω και την είχε ξεχάσει και
+εκείνης της φαινόταν να κάθεται μαζεμένη στην άκρη μιας
+ερήμου, μπροστά σε έναν αντικατοπτρισμό.
+
+Ο Έφις βγήκε και της είπε:
+«Γιατί δεν διασκεδάζεις;»
+
+Εκείνη ταχτοποίησε πάνω στη σκούφια του μωρού την κίτρινη
+κορδελίτσα για το μάτι και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
+«Για μένα όλα έχουν τελειώσει!»
+
+Οι συγγένισσές της την καλούσαν από τις καλύβες:
+«Γκριζέντα, έλα! Τι θα πει η γιαγιά σου όταν σε δει τόσο
+αδύνατη; Ότι δεν σε ταΐσαμε;»
+«Ε, δεν της φτάνουν μόνο οι μπουκιές», είπε η Καλίνα στον
+Έφις κλείνοντάς του το μάτι. «Έλα, Έφις, πιες ένα ποτήρι
+κρασί. Ξέρεις ποιος μου το χάρησε; Το μικρό σου αφεντικό.
+Καλός κι ευγενικός, αλλά άκουσέ με: πρέπει να του πεις πως η
+Γκριζέντα δεν του ταιριάζει!»
+«Αφήστε τα παιδιά να διασκεδάσουν! Βρισκόμαστε στο πανηγύρι!»
+« Εδώ ερχόμαστε για να προσκυνήσουμε και όχι για να
+αμαρτήσουμε. Βέβαια οι συγγενείς δίνουν φαΐ στην Γκριζέντα,
+αλλά δεν ξέρουν πού ξημεροβραδιάζεται με τον ντον Τζατσίντο.»
+«Και οι κυράδες μου; Δεν το πήραν είδηση;»
+«Αυτές; Είναι σαν τους ξύλινους αγίους μέσα στις εκκλησίες.
+Κοιτάζουν, αλλά δεν βλέπουν. Γι’ αυτές δεν υπάρχει κακό.»
+«Αυτό είναι αλήθεια!», παραδέχτηκε ο Έφις. Ήπιε, αλλά ένοιωσε
+λυπημένος και πήγε να ξαπλώσει κάτω από ένα σκίνο του
+ερεικώνα.
+
+Από εκεί έβλεπε την ψηλή χλόη να κυματίζει σαν να ακολουθούσε
+το μονότονο μοτίβο του ακορντεόν, και τα άλογα ακίνητα στον
+ήλιο σαν ζωγραφισμένα επάνω στο γαλάζιο σμάλτο του ορίζοντα.
+
+Οι φωνές χάνονταν μέσα στη σιωπή, οι μορφές έσβηναν μες στο
+φως. Να όμως μια γυναικεία πλάι σ’ ένα θάμνο και μια άλλη,
+αντρική, που την πλησιάζει τόσο πολύ που σχηματίζουν μια σκιά
+μόνο.
+
+Ο Έφις ένοιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά, έκοψε όμως μια
+μικρή μαργαρίτα, μάσησε το κοτσάνι και είδε χωρίς φθόνο την
+Γκριζέντα και τον Τζατσιντίνο να αγκαλιάζονται. Ο Θεός να
+τους ευλογεί και να τους περιβάλλει πάντα έτσι, με ήλιο και
+με φως.
+
+Το απόγευμα το πανηγύρι ζωήρεψε περισσότερο. Οι άντρες ήταν
+πιο εκδηλωτικοί με τις γυναίκες παρασύροντάς τες στο χορό,
+και ο ήλιος που έριχνε λοξά τις ακτίνες του χρωμάτιζε ροζ το
+προαύλιο που βούιζε σαν κυψέλη.
+
+Με το λιόγερμα ο κόσμος συγκεντρώθηκε στην εκκλησία και
+χιλιάδες φωνές συγχωνεύθηκαν σε μια, όπως έξω συγχωνευόταν το
+άρωμα των θάμνων. Ο Έφις, γονατιστός σε μια γωνιά, είχε
+βυθιστεί στη συνηθισμένη πονεμένη έκσταση και πλάι του η
+Γκριζέντα, γονατιστή κι αυτή, άκαμπτη σαν ξύλινος άγγελος
+έψελνε στενάζοντας από αγάπη.
+
+Το πορφυρό φως του δειλινού, πιο απαλό προς την Αγία Τράπεζα
+εξ αιτίας της λάμψης των κεριών, σκέπαζε τους πιστούς σαν
+αιμάτινο πέπλο, αλλά σιγά σιγά το πέπλο έγινε μαύρο,
+ξανοίγοντας μόλις από το χρυσάφι των κεριών. Ο κόσμος δεν
+έλεγε να βγει, παρόλο που ο παπάς είχε τελειώσει τις
+προσευχές του, και συνέχιζε να ψάλει ιερούς ύμνους. Ήταν σαν
+το μακρινό μουρμούρισμα της θάλασσας, σαν το θρόισμα του
+δάσους το δειλινό. Ήταν ένας λαός αρχαίος που προχωρούσε,
+προχωρούσε ψέλνοντας απλοϊκούς ύμνους των πρώτων χριστιανών,
+προχωρούσε, προχωρούσε, μεθυσμένος από πόνο και ελπίδα, σε
+ένα δρόμο σκοτεινό που έβγαζε σε τόπο φωτεινό αλλά μακρινό,
+απλησίαστο.
+
+Ο Έφις, με το κεφάλι μες στα χέρια έψελνε και έκλαιγε. Η
+Γκριζέντα κοίταζε μπροστά της με μάτια υγρά που αντανακλούσαν
+τη φλόγα των κεριών∙ έψελνε και έκλαιγε κι εκείνη. Και ο
+πόνος τού ενός ήταν όμοιος με τον πόνο της άλλης, ήταν ο
+πόνος ενός ολόκληρου λαού που έφερνε στο νου του, σαν τον
+υπηρέτη, ένα σκοτεινό παρελθόν και ονειρευόταν, σαν το
+κορίτσι, ένα φωτεινό μέλλον με τα βάσανα της αγάπης.
+
+Έπειτα έπεσε σιγή.
+
+Ο Τσουαναντόνι, ανυπόμονος να ξαναρχίσει το ακορντεόν, ήταν ο
+πρώτος που πετάχτηκε έξω με το σκούφο του στο χέρι. Σταμάτησε
+όμως στην είσοδο της εκκλησίας, κοίταξε προς τα επάνω και
+έβαλε μια φωνή. Όλοι έτρεξαν να δουν. Ήταν το καινούργιο
+φεγγάρι που γλιστρούσε πάνω στον τοίχο της αυλής σαν να ήθελε
+να κατέβει εκεί μέσα.
+
+Μετά το δείπνο ξανάρχισαν τα τραγούδια και οι φωνές γύρω από
+τις φωτιές. Ακόμη και ο ντον Πρέντου χόρευε κάνοντας
+ευτυχισμένες όλες τις γυναίκες που έλπιζαν να τις διαλέξει.
+
+Μόνο ο Τζατσίντο δεν χόρευε. Καθισμένος πλάι στην τοκογλύφο
+κουνούσε τα χέρια ανάμεσα στα γόνατά του, χλωμός και
+κουρασμένος. Ο Έφις στ μεταξύ άκουγε τις γυναίκες να φλυαρούν
+για το ποιος ξόδεψε εκείνη την ημέρα περισσότερα χρήματα και
+διασκέδασε περισσότερο και κάποια είπε:
+«Ο ντον Πρέντου».
+«Όχι, ο ντον Τζατσίντο. Ξόδεψε περισσότερες από τριακόσιες
+λιρέτες. Είναι πλούσιος. Λένε πως έχει ορυχείο ασημιού. Πόσο
+διασκέδασε!»
+«Κερνούσε όλους, ακόμη κι εκείνους που δεν γνώριζε.»
+«Γιατί το κάνει;»
+«Καλή είσαι κι εσύ! Όποιος έχει, ξοδεύει.»
+
+Ο Έφις ένοιωθε ικανοποίηση, αλλά και ανησυχία. Κάθισε πλάι
+στον Τζατσίντο και του μετέφερε τα όσα λέγανε οι γυναίκες.
+«Ορυχείο ασημιού; Ναι, αποδίδει, όχι όμως όσο μια
+πετρελαιοπηγή. Μια κυρία που γνωρίζω ονειρεύτηκε ότι σε
+κάποιο μέρος υπήρχε μια, μέσα στην ιδιοκτησία ενός ξεπεσμένου
+κυρίου. Αυτός ήταν τόσο απελπισμένος που αποφάσισε να
+αυτοκτονήσει, αλλά έσκαψε εκεί που η κυρία είχε ονειρευτεί
+και τώρα είναι τόσο πλούσιος που μπορεί να δίνει είκοσι
+χιλιάδες λιρέτες σε μα γυναίκα….»
+«Γιατί δεν παντρεύτηκε εκείνη που ονειρεύτηκε την
+πετρελαιοπηγή; Μήπως ήταν κιόλας παντρεμένη;», ρώτησε
+σκεφτικός ο Έφις.
+
+Οι γυναίκες χόρευαν και ανάμεσά τους η Γκριζέντα με το
+πρόσωπο ξαναμμένο γελούσε σαν να ήταν η τρελή του πανηγυριού
+και ο Έφις ψιθύρισε αγγίζοντας το γόνατο του Τζατσίντο:
+«Αφεντικό… λέω… κοίταξε εκείνο το κορίτσι… Είναι καλό, αλλά
+φτωχό και έπειτα είναι και ορφανό….»
+«Θα την παντρευτώ», είπε ο Τζατσίντο, αλλά κοίταζε καταγής
+και έμοιαζε να ονειρεύεται.
+
+
+Κεφάλαιο έκτο
+
+Τον καιρό της έλλειψης, λίγες εβδομάδες δηλαδή πριν το
+θερισμό του κριθαριού, ο κόσμος, έχοντας εξαντλήσει και τα
+αποθέματα σιταριού, προσφεύγει στην τοκογλυφία, η γριά Ποτόι
+πήγαινε τότε να μαζέψει βδέλλες. Το αγαπημένο της μέρος ήταν
+ένας κολπίσκος που σχημάτιζε το ποτάμι κάτω από το Λόφο των
+Περιστεριών κοντά στο κτηματάκι των Πιντόρ.
+
+Καθόταν εκεί με τις ώρες ακίνητη στη σκιά ενός σκλήθρου, με
+τα πόδια γυμνά μέσα στο διαφανές, πρασινωπό νερό που χρύσιζε
+και ενώ με το ένα χέρι κρατούσε σταθερά πάνω στην άμμο μια
+μποτίλια, με το άλλο χάιδευε το κολιέ της.
+
+Πότε πότε έσκυβε λίγο, έβλεπε τα πόδια της, μεγάλα και ωχρά,
+να κινούνται μες στο νερό, έβγαζε πότε το ένα και πότε το
+άλλο και ξεκολλούσε πάνω από το βρεγμένο πόδι ένα μαύρο,
+γυαλιστερό βώλο που είχε κολλήσει εκεί και τον έβαζε μέσα
+στην μποτίλια σπρώχνοντάς τον με ένα βούρλο. Ο βώλος
+ξεδιπλωνόταν, στένευε, έπαιρνε τη μορφή μαύρου δαχτυλιδιού:
+ήταν μια βδέλλα.
+
+Μια μέρα, στα μέσα Ιουνίου, ανέβηκε μέχρι το καλύβι του Έφις.
+Έκανε πολύ ζέστη και η κοιλάδα ήταν όλη κίτρινη κάτω από έναν
+ξεθωριασμένο γαλάζιο ουρανό.
+
+Ο υπηρέτης έπλεκε μια ψάθα στη σκιά των καλαμιών με δάχτυλα
+που έτρεμαν από τον πυρετό της μαλάριας. Βλέποντας τη γριά
+που καθόταν κοντά στα πόδια του με την μποτίλια στην ποδιά
+της, σήκωσε μόλις τα θολά του μάτια και περίμενε με υπομονή,
+σαν να ήξερε κιόλας τι ήθελε να του πει.
+«Έφις, είσαι άνθρωπος του Θεού και μπορείς να μου μιλήσεις
+ειλικρινά. Ποιός είναι ο σκοπός του μικρού σου αφεντικού;
+Έρχεται σπίτι μου, στρογγυλοκάθεται, λέει στο μικρό: παίξε το
+ακορντεόν (εκείνος του το δώρισε) και έπειτα λέει σ’ εμένα:
+θα στείλω τη θεία Έστερ να σας ζητήσει το χέρι της Γκριζέντα.
+Η ντόνα Έστερ όμως δεν φαίνεται πουθενά και μια μέρα που πήγα
+σπίτι τους η ντόνα Νοέμι μου τα έψαλε για τα καλά∙ άκουσα ένα
+σωρό βρισιές. Όταν γύρισα σπίτι μού έβγαλε γλώσσα και η
+Γκριζέντα, επειδή δεν θέλει να πηγαίνω στις κυράδες σου. Δεν
+ξέρω που να τα πω, Έφις. Δεν είμαστε εμείς που φωνάξαμε το
+παλικάρι από το δρόμο∙ ήρθε από μόνος του. Η Καλίνα μου λέει:
+διώξτε τον. Εκείνη όμως τον διώχνει όταν πάει σπίτι της;»
+
+Ο Έφις χαμογέλασε.
+«Εκεί βέβαια δεν πάει για ερωτοδουλειές!....»
+
+Η γριά σήκωσε εκνευρισμένη το κεφάλι και ο λαιμός της, όλο
+νεύρα, φάνηκε να μακραίνει περισσότερο από το συνηθισμένο.
+«Και μήπως στο σπίτι μου έρχεται για ερωτοδουλειές; Όχι,
+είναι τίμιο παλικάρι. Ούτε το χέρι δεν αγγίζει της Γκριζέντα.
+Αγαπιούνται σαν καλοί χριστιανοί που περιμένουν να
+παντρευτούν. Μίλησέ μου με τη συνείδησή σου, Έφις, τι σκοπό
+έχει; Κάνε μου αυτή τη χάρη. Στο ζητώ στην ψυχή του αφεντικού
+σου.»
+
+Ο Έφις έγινε σκεφτικός.
+«Ναι, ένα βράδυ, στο πανηγύρι, μου είπε: θα την παντρευτώ….
+Για να σου μιλήσω ευσυνείδητα όμως πιστεύω ότι δεν μπορεί να
+το κάνει.»
+«Γιατί; Αυτός δεν είναι ευγενής.»
+«Επαναλαμβάνω, γυναίκα. Δεν μπορεί!», είπε ο Έφις εντονότερα.
+«Όσο για λεφτά, έχει∙ αυτό δα φαίνεται. Ξοδεύει ασυλλόγιστα.
+Και το συχωρεμένο το αφεντικό σου έλεγε, θυμάμαι, όταν κι
+εκείνος ερχόταν σπίτι μας και ήταν νέος και ζούσε η γιαγιά
+μου: ο έρωτας δένει τον άντρα με τη γυναίκα και το χρήμα
+δένει τη γυναίκα με τον άντρα.»
+«Εκείνος; Έτσι έλεγε; Σε ποιόν;»
+«Σ’ εμένα, κουφός είσαι; Ναι, σ’ εμένα. Εγώ όμως τότε ήμουν
+δεκαπέντε χρονών και απονήρευτη. Η γιαγιά μου έδιωξε από το
+σπίτι μας τον ντον Τζάμε και με πάντρεψε με τον Πριάμου
+Πίρας. Και ο Πριάμου μου ήταν ένας λεβέντης. Είχε μια
+βουκέντρα μ’ ένα σουβλί στην άκρη και μου έλεγε φέρνοντάς το
+μπροστά στα μάτια μου: βλέπεις; θα σου τα βγάλω τα μάτια εάν
+κοιτάξεις τον ντον Τζάμε όταν σε κοιτά. Κι έτσι πέρασε ο
+καιρός. Οι πεθαμένοι όμως γυρίζουν: νατοι, όταν ο ντον
+Τζατσιντίνο κάθεται στο σκαμνί και η Γκριζέντα στο κατώφλι,
+μου φαίνεται πως είμαι εγώ και ο συγχωρεμένος….»
+
+Όταν άρχιζε εκείνες τις περιπλανήσεις στο παρελθόν δεν
+τελείωνε ποτέ και ο Έφις, που το ήξερε, την έδιωξε
+ενοχλημένος.
+«Πηγαίνετε στο καλό! Ψάξτε κι εσείς έναν καλό γαμπρό με
+βουκέντρα για την εγγονή σας!»
+
+Και η γριά, ευχαριστημένη που έμαθε ότι το παλικάρι ένα βράδυ
+στο πανηγύρι είπε: «θα την παντρευτώ», έφυγε χωρίς άλλη
+κουβέντα. Ο Έφις έμεινε μόνος απέναντι στο κόκκινο φεγγάρι
+που ανέβαινε στον ουρανό ανάμεσα στους γκρίζους ατμούς του
+απόβραδου, αλλά ήταν ανήσυχος. Μέσα στη χαύνωση που είχε
+βυθιστεί όλη η κοιλάδα, ο ψίθυρος του νερού του φαινόταν να
+είναι το μουρμουρητό του πυρετού και το τραγούδι των γρύλλων
+ένα ατέλειωτο μοιρολόι.
+
+Όχι, η ζωή που έκανε ο Τζατσίντο δεν ήταν εκείνη που αρμόζει
+σε έναν έντιμο άνθρωπο που έχει το φόβο του Θεού. Κάθε μέρα
+και περισσότερο οι μεγάλες προσδοκίες που έτρεφε γι’ αυτόν
+εξαφανίζονταν και τη θέση τους έπαιρναν σοβαρές ανησυχίες.
+Ξόδευε χωρίς να κερδίζει, και από το πιο βαθύ πηγάδι,
+σκεφτόταν ο Έφις, όταν τραβάει κανείς πολύ νερό, ξηραίνεται.
+
+Κάποια απογεύματα ο Τζατσίντο κατέβαινε στο κτηματάκι για να
+μεταφέρει στο χωριό φρούτα και λαχανικά που οι θείες τα
+πουλούσαν στο σπίτι κρυφά λες και ήταν κλεμμένα, αφού δεν
+ταιριάζει σε γυναίκες ευγενικής καταγωγής να κάνουν τις
+μανάβισσες, και αυτό ήταν το πιο χρήσιμο πράγμα που έκανε.
+Τον υπόλοιπο καιρό τον περνούσε τεμπελιάζοντας εδώ κι εκεί
+στο χωριό. Να τος όμως που ανεβαίνει το μονοπάτι σέρνοντας
+στο πλάι, σαν να ήταν σκυλί, το σκονισμένο του ποδήλατο.
+Φτάνει λαχανιάζοντας λες και έρχεται από την άλλη άκρη του
+κόσμου και αφού πέταξε από μακριά μια σακούλα στον υπηρέτη
+ξαπλώνει στη γη φαρδύς πλατύς σαν πεθαμένος.
+
+Και το πρόσωπό του πράγματι ήταν χλωμό σαν πεθαμένου, τα
+χείλη του γκρίζα και ένα τρέμουλο συντάραζε τον αριστερό του
+ώμο, έτσι που ο Έφις τρομαγμένος έβγαλε από την τσέπη ένα
+γυάλινο σωληνάριο, άδειασε στην παλάμη του δυο χάπια κινίνου
+και του τα έβαλε στο στόμα.
+«Κατάπιε τα. Έχεις μαλάρια!»
+
+Ο Τζατσίντο κατάπιε τα χάπια και χωρίς να ανασηκωθεί έσφιξε
+το κεφάλι με τα χέρια του.
+«Πόσο είμαι κουρασμένος, Έφις! Ναι, έχω μαλάρια: την άρπαξα
+κι εγώ, ναι! Πώς να μην την αρπάξω σ’ αυτό το κωλοχώρι; Τι
+χωριό, Θεέ μου!», πρόσθεσε σαν να μιλούσε στον εαυτό του,
+κουρασμένος. «Εδώ παθαίνει κανείς, εδώ παθαίνει….»
+«Σήκω», είπε ο Έφις σκυμμένος επάνω του. «Μην μένεις εκεί
+ξαπλωμένος. Ο απογευματινός αέρας κάνει κακό.»
+«Άσε με να ψοφήσω, Έφις! Άσε με! Τι ζέστη! Δεν ξαναείδα
+τέτοια ζέστη. Εκεί που ζούσα τουλάχιστον πηγαίναμε στη
+θάλασσα….»
+
+Τι να του πει κανείς για να τον παρηγορήσει; «Γιατί δεν
+έμεινες εκεί;» Ο Έφις ένοιωθε πολλή λύπηση για όλη αυτή τη
+μιζέρια και τον εξευτελισμό που αντίκριζε, για να μιλήσει μ’
+αυτόν τον τρόπο.
+«Τι έκανες σήμερα;», ρώτησε χαμηλόφωνα.
+«Τι ήθελες να κάνω; Δεν έχω τίποτα να κάνω! Έρχομαι εδώ να
+σου φέρω ψωμί και γυρίζω πίσω κουβαλώντας τα λαχανικά! Κι
+εκείνες που ζουν σαν τρεις μούμιες! Η θεία Νοέμι όμως
+ανησύχησε λίγο σήμερα, επειδή η θεία Έστερ μου έλεγε ότι δεν
+μπορεί να μαζέψει τα λεφτά για τους φόρους. Έτσι είναι!
+Ξοδεύουν για μένα και από μένα δεν θέλουν τίποτα! Εγώ είπα
+στη θεία Έστερ: μην ανησυχείτε, θα πάω εγώ στον
+φοροεισπράκτορα…- Πόσο θύμωσε η θεία Νοέμι! Τα μάτια ήταν σαν
+λυσσασμένης γάτας. Δεν τη φανταζόμουν τόσο ευέξαπτη. Έφτασε
+να μου πει: με τα λεφτά σου, εάν έχεις, αγόρασε άλλο ένα
+ακορντεόν στην Γκριζέντα. Είναι κακό, Έφις, που πηγαίνω στο
+σπίτι εκείνης της κοπέλας; Πού αλλού να πάω; Ο θείος Πιέτρο
+με πηγαίνει στο καπηλειό, αλλά εμένα δεν μου αρέσει το κρασί,
+το ξέρεις. Ο Μιλέζος θέλει να παίζω (έτσι έκανε περιουσία
+εκείνος!) κι εμένα δεν μου αρέσει το παιχνίδι. Πάω εκεί, στο
+σπίτι της κοπέλας, επειδή είναι καλή και η γριά λέει
+διασκεδαστικά πράγματα. Πού είναι το κακό; Πες μου, πες μου!»
+
+Τον κοίταζε από κάτω προς τα επάνω, ικετευτικά, με τα γλυκά
+του μάτια που γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Ο Έφις πήρε τη
+σακούλα με το ψωμί, αλλά δεν μπορούσε να φάει. Ένοιωθε μια
+βαθειά αγωνία να του σφίγγει το λαιμό.
+«Κανένα κακό! Η κοπέλα όμως, παρ’ όλο που είναι καλή, είναι
+φτωχιά και δεν σου αξίζει.»
+«Η αγάπη δεν ξέρει από φτώχια και ευγενική καταγωγή. Πόσοι
+άρχοντες δεν παντρεύτηκαν φτωχά κορίτσια; Πού να ξέρεις εσύ
+από αυτά. Πόσοι λόρδοι εγγλέζοι και πόσοι εκατομμυριούχοι
+αμερικάνοι δεν έχουν παντρευτεί υπηρέτριες, δασκάλες,
+τραγουδίστριες….. γιατί; Γιατί αγαπούσαν. Κι εκείνοι είναι
+πλούσιοι: είναι οι βασιλιάδες του πετρελαίου, του χαλκού, της
+κονσέρβας! Ποιος είμαι εγώ σε σύγκριση μαζί τους; Αλλά και οι
+γυναίκες; Οι ρωσίδες πριγκίπισσες, οι αμερικάνες, ποιους
+παντρεύονται; Δεν ερωτεύονται φτωχούς καλλιτέχνες και ακόμη
+τους αμαξάδες ή τους υπηρέτες τους; Εσύ όμως τι μπορεί να
+ξέρεις από αυτά;»
+
+Ο Έφις έσφιγγε στα χέρια του ένα κομμάτι ψωμί και του
+φαινόταν πως έσφιγγε την ίδια του την καρδιά ταραγμένη από
+τις αναμνήσεις.
+«Και λένε πως πιστεύουν στο Θεό, αυτές! Γιατί δεν μ’ αφήνουν
+να παντρευτώ την γυναίκα που αγαπώ;»
+«Πάψε, Τζατσίντο! Μη μιλάς έτσι γι’ αυτές! Το καλό σου
+θέλουν.»
+«Να μ’ αφήσουν τότε να κάνω κι εγώ την οικογένειά μου. Εγώ
+μπορεί να φέρω την Γκριζέντα στο σπίτι τους κι εκείνη θα τις
+βοηθάει. Είναι πλέον γριές. Εγώ θα δουλεύω. Θα πάω στο
+Νούορο, θα αγοράσω τυρί, ζώα, μαλλί, κρασί, ακόμη και ξύλα,
+ναι, επειδή τώρα, με τον πόλεμο, όλα τα πράγματα έχουν αξία.
+Θα πάω στη Ρώμη και θα πουλήσω το εμπόρευμα στο Υπουργείο
+Πολέμου. Ξέρεις πόσα θα κερδίσω;»
+«Ναι, αλλά το κεφάλαιο;»
+«Μην το σκέφτεσαι, το έχω. Αρκεί να μ’ αφήσουν ήσυχο,
+εκείνες. Εγώ δεν ήρθα για να τις εκμεταλλευτώ, ούτε να ζήσω
+εις βάρος τους. Α, η θεία Νοέμι είναι φοβερή!», αναστέναξε
+ξαφνικά κρύβοντας το πρόσωπο μέσα στα χέρια του. «Α, Έφις,
+είμαι τόσο πικραμένος! Και έπειτα ντρέπομαι τόσο να τις βλέπω
+μες στη μιζέρια, να τις βλέπω να πουλάνε κρυφά τις πατάτες,
+τ’ αχλάδια, τα μήλα στα παιδιά που μπαίνουν κρυφά στην αυλή,
+με τα χρήματα στο χέρι και ζητούν χαμηλόφωνα να ψωνίσουν, λες
+και είναι πράγματα κλεμμένα! Ντρέπομαι, ναι! Αυτά πρέπει να
+σταματήσουν. Εκείνες θα ξαναγίνουν εκείνο που ήταν κάποτε,
+εάν μ’ αφήσουν να κάνω ό, τι πρέπει. Εάν η θεία Νοέμι ήξερε
+πόσο την αγαπώ, δεν θα έκανε έτσι….»
+«Τζατσίντο! Δώσε μου το χέρι σου. Είσαι καλό παιδί!», είπε ο
+Έφις συγκινημένος.
+
+Σώπασαν∙ έπειτα ο Τζατσίντο άρχισε πάλι να μιλάει με φωνή
+απαλή, γλυκιά που παλλόταν μέσα στη φεγγαρόφωτη ησυχία σαν
+παιδική φωνή.
+«Έφις, εσύ είσαι καλός. Θέλω να σου διηγηθώ μια ιστορία που
+συνέβη σ’ έναν φίλο μου. Ήταν υπάλληλος, όπως εγώ, στο
+Τελωνείο. Μια μέρα ένας πλούσιος συνταξιούχος λιμενάρχης,
+ένας καλός κύριος, σωματώδης αλλά απλοϊκός σαν παιδί, ήρθε να
+πληρώσει κάτι. Ο φίλος μου του είπε: Αφήστε τα χρήματα και
+περάστε αργότερα να πάρετε την απόδειξη που πρέπει να
+υπογραφεί από τον προϊστάμενο. Ο λιμενάρχης άφησε τα χρήματα,
+ο φίλος μου τα πήρε, βγήκε έξω, τα έπαιξε και έχασε. Και όταν
+ο λιμενάρχης επέστρεψε, ο φίλος μου είπε πως δεν έλαβε
+τίποτα! Εκείνος διαμαρτυρήθηκε, πήγε στους ανωτέρους, αλλά
+δεν είχε την απόδειξη και όλοι τον κορόιδευαν. Και όμως τον
+φίλο μου τον απέλυσαν… ναι, εδώ και τέσσερεις μήνες…. ναι,
+θυμάμαι, ήταν απόκριες. Πήγε στο χορό. Το έριξε έξω, ήπιε∙
+δεν του έμεινε δεκάρα τσακιστή. Βγαίνοντας από την αίθουσα
+του χορού άρπαξε μια πνευμονία και έπεσε επάνω σε ένα παγκάκι
+της λεωφόρου. Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Όταν βγήκε, αδύνατος
+και εξαντλημένος, δεν είχε πού να μείνει ούτε τι να φάει….
+Κοιμόταν κάτω από τις καμάρες του λιμανιού, έβηχε και είχε
+εφιάλτες. Ονειρευόταν πάντα τον λιμενάρχη που τον
+ακολουθούσε, τον ακολουθούσε….. όπως στις σκηνές του
+κινηματογράφου. Και να που ένα βράδυ, αυτός ο ίδιος ο
+λιμενάρχης πήγε να τον βρει κάτω στις καμάρες του λιμανιού. Ο
+φίλος μου νόμιζε ότι ακόμη ονειρευόταν, ο άλλος όμως του
+είπε: ξέρετε, εδώ και καιρό σας ψάχνω. Ξέρω ότι σας απέλυσαν
+εξ αιτίας των χρημάτων, εμένα όμως μ’ ενδιαφέρει να μάθουν οι
+ανώτεροί σας και όλοι οι άλλοι την αλήθεια. Αυτό θα είναι το
+καλύτερο και για εσάς. Πείτε, με το χέρι στην καρδιά, σας τα
+έδωσα εκείνα τα χρήματα ή όχι; - Ο φίλος μου απάντησε: ναι. –
+Τότε ο λιμενάρχης είπε: - Ας προσπαθήσουμε να διορθώσουμε την
+κατάσταση. Εγώ δεν θέλω την καταστροφή σας. Ελάτε σπίτι μου,
+να η διεύθυνσή μου. Ελάτε αύριο και μαζί θα πάμε στους
+ανωτέρους σας. –Εντάξει! Την άλλη μέρα όμως ο φίλος μου δεν
+πήγε. Φοβήθηκε. Φοβήθηκε. Κι έπειτα ο καιρός ήταν φοβερός και
+δεν μετακινήθηκε από τον τόπο του. Έβηχε, και ένας χαμάλης
+του έφερνε πότε πότε λίγο ζεστό γάλα. Τι καιρός ήταν; Τι
+καιρός!» επανέλαβε ο Τζατσίντο και σήκωσε το κεφάλι για να
+δει γύρω, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι η νύχτα ήταν όμορφη.
+
+Ο Έφις άκουγε με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο γόνατο και το
+πρόσωπο στην παλάμη, όπως τα μικρά παιδιά όταν ακούνε
+παραμύθια.
+«Μια μέρα όμως το αποφάσισα και πήγα…»
+
+Σιωπή. Το πρόσωπο των δυο αντρών το σκέπασε η σκιά και
+χαμήλωσαν και οι δυο τα μάτια. Ο ώμος του Τζατσίντο έτρεμε με
+σπασμούς, εκείνος όμως τον ανασήκωσε και τον τίναξε, σαν να
+ήθελε να απελευθερωθεί από το τρέμουλο και ξανάρχισε με πιο
+σκληρή φωνή:
+«Ναι, εγώ ήμουν εκείνος, το κατάλαβες. Πήγα στο σπίτι του
+λιμενάρχη. Δεν ήταν εκεί, αλλά η υπηρέτρια, ένα χλωμό κορίτσι
+που μιλούσε χαμηλόφωνα, μ’ έβαλε νε περιμένω στον προθάλαμο.
+Το δωμάτιο ήταν σχεδόν σκοτεινό, αλλά θυμάμαι ότι, μόλις
+κάποια πόρτα άνοιγε, το κόκκινο πάτωμα γυάλιζε σαν να το
+είχαν πλύνει με αίμα. Περίμενα ώρα πολλή. Επιτέλους ο
+λιμενάρχης επέστρεψε. Ήταν με τη σύζυγό του, σωματώδη όπως
+εκείνος, καλόκαρδη όπως εκείνος. Έμοιαζαν με δυο τεράστια
+μωρά∙ γελούσαν δυνατά. Η κυρία άνοιξε τις πόρτες για να με
+δει καλύτερα. Εγώ έβηχα και χασμουριόμουν. Κατάλαβαν ότι
+πεινούσα και με κάλεσαν να περάσω στην τραπεζαρία. Εγώ,
+θυμάμαι, σηκώθηκα, αλλά ξαναέπεσα στο κάθισμα χτυπώντας το
+κεφάλι στη ράχη της πολυθρόνας. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Όταν
+συνήλθα ήμουν στο κρεβάτι, στο σπίτι τους. Η υπηρέτρια μου
+έφερνε μια κούπα με ζωμό πάνω σε έναν ασημένιο δίσκο και μου
+μιλούσε με μεγάλο σεβασμό. Έμεινα εκεί περισσότερο από ένα
+μήνα, Έφις, καταλαβαίνεις: σαράντα μέρες. Με γιάτρεψαν,
+προσπάθησαν να με ξαναβάλουν στη δουλεία, αλλά ήταν δύσκολο
+επειδή όλοι ήξεραν πια την ιστορία μου. Έπειτα κι εγώ ήθελα
+να φύγω μακριά, πέρα από τη θάλασσα. Το τι τράβηξα όλον
+εκείνο τον καιρό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Πάντα βλέπω
+στον ύπνο μου το λιμενάρχη, τη γυναίκα του, την υπηρέτρια,
+τους βλέπω και ξύπνιος, ακόμη και τώρα, εκεί, μπροστά μου.
+Ήταν καλοί άνθρωποι, αλλά εγώ ήθελα να βυθιστώ για να μην
+τους ξαναντικρίσω. Και το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσα να
+φύγω από το σπίτι τους. Έμενα εκεί, αποβλακωμένος, καθισμένος
+ακίνητος να ακούω την κυρία να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει ή
+παρέα με την υπηρέτρια που σιωπούσε. Καθόμουν στο τραπέζι
+μαζί τους, τους άκουγα να αστειεύονται, να κάνουν σχέδια για
+μένα, σαν να ήμουν γιός τους, και όλη αυτή η κατάσταση που
+προξενούσε λύπη, με ταπείνωνε, και όμως δεν μπορούσα να φύγω.
+Επιτέλους μια μέρα η κυρία, όταν είδε ότι είχα γίνει τελείως
+καλά, με ρώτησε ποιες ήταν οι προθέσεις μου. Της είπα ότι
+ήθελα να έρθω εδώ, στις θείες μου τις οποίες είχα παρουσιάσει
+σαν ευκατάστατες. Τότε μου αγόρασαν το εισιτήριο για το
+ταξίδι και μου χάρισαν και ένα ποδήλατο. Κατάλαβα ότι ήταν
+καιρός να φύγω και αναχώρησα. Έτσι ήρθα εδώ. Πόσο ένοιωσα
+ελεύθερος στην αρχή! Τώρα όμως, στο σπίτι με τις θείες, είμαι
+όπως εκεί…. και δεν ξέρω….»
+
+Μια φωνή που είχε κάτι το κοροϊδευτικό διέσχισε τη σιωπή της
+πλαγιάς, πάνω από τους δυο άντρες, και ο Τζατσίντο πετάχτηκε
+επάνω έκπληκτος νομίζοντας ότι κάποιος είχε ακούσει την
+ιστορία του και τον περιγελούσε. Είδε όμως μια μικρή φιγούρα,
+γκρίζα και μακρουλή, ακολουθούμενη από μια άλλη σκουρότερη
+και κοντύτερη να πηδούν, σαν να πετούσαν, από τον ένα θάμνο
+στον άλλο γύρω από την καλύβα και να εξαφανίζονται χωρίς να
+τους δίνουν το χρόνο ν’ αρπάξουν καμιά πέτρα για να τις
+χτυπήσουν.
+
+Σηκώθηκε και ο Έφις.
+«Είναι οι αλεπούδες», είπε χαμηλόφωνα. «Άστες να φύγουν.
+Κάνουν έρωτα. Μερικές φορές μοιάζουν με στοιχειά» ξαναείπε,
+ενώ ο Τζατσίντο ξάπλωνε πάλι καταγής σιωπηλός. «Είδες τι
+μακρουλές που ήταν; Τρώνε τα άγουρα σταφύλια σαν διαβόλοι….»
+
+Ο Τζατσίντο όμως δεν μιλούσε πια. Και ο Έφις δεν ήξερε τι να
+πει: να τον παρακαλέσει να συνεχίσει την εξιστόρηση, να τον
+παρηγορήσει, να κάνει καλά ή κακά σχόλια σ’ αυτά που είπε; Να
+λοιπόν γιατί ήταν λυπημένος όλη την ημέρα, να πώς έχουν τα
+πράγματα της ζωής! Τι να πει όμως; Κατά βάθος ήταν
+ικανοποιημένος που το πέρασμα των αλεπούδων έκανε τον
+Τζατσίντο να σωπάσει, ωστόσο κάτι έπρεπε να πει.
+«Λοιπόν…. εκείνος ο λιμενάρχης; Είναι φανερό πως ήταν
+φρόνιμος άνθρωπος. Καταλάβαινε πως τα νιάτα… τα νιάτα…..
+κάνουν λάθη…. Όταν μάλιστα είναι κανείς και ορφανός! Εμπρός,
+σήκω! Θέλεις να φας;»
+
+Μπήκε στο καλύβι και βγήκε ξεφλουδίζοντας ένα κρεμμύδι. Ο
+Τζατσίντο έμενε ακίνητος, καταβεβλημένος, ίσως μετανοιωμένος
+για την εξομολόγησή του, κι εκείνος δεν τόλμησε πλέον να
+ξαναμιλήσει.
+
+Η μυρωδιά του κρεμμυδιού ανακατευόταν με το άρωμα των φυτών
+τριγύρω, με του αμπελιού και του σμίλακα. Οι αλεπούδες
+ξαναπέρασαν. Ο Έφις δείπνησε, αλλά το ψωμί του φάνηκε πικρό.
+Και δυο – τρεις φορές προσπάθησε να πει κάτι, αλλά δεν
+μπορούσε, δεν μπορούσε∙ του φαινόταν ένα όνειρο. Τελικά
+κούνησε τον Τζατσίντο, προσπάθησε να τον ανασηκώσει, του είπε
+γλυκά:
+«Άντε, έλα μέσα! Η μαλάρια παραφυλάει….»
+
+Το σώμα όμως του νεαρού έμοιαζε να είναι από σίδερο,
+ξαπλωμένο βαρύ, κολλημένο επάνω στη γη από όπου φαινόταν ότι
+δεν ήθελε πια να ξεκολλήσει.
+
+Ο Έφις ξαναμπήκε στην καλύβα, αλλά άργησε να κλείσει τα
+μάτια, και στον ύπνο ακόμη τον βασάνιζε η ιδέα ότι έπρεπε να
+σχολιάσει την ιστορία του Τζατσίντο, αλλά δεν ήξερε πώς: καλά
+ή άσχημα.
+«Πρέπει να του πω: θάρρος, λοιπόν, θα γυρίσεις στο σωστό
+δρόμο! Στο κάτω κάτω παιδί ήσουν ακόμη, ένα ορφανό….»
+
+Ονειρεύτηκε όμως τη Νοέμι που τον κοίταζε με κακία και του
+έλεγε ψιθυριστά, μέσα από τα δόντια:
+«Τον βλέπεις; Τον βλέπεις τι άνθρωπος είναι;»
+
+Ξύπνησε με ένα βάρος στην καρδιά. Αν και ήταν ακόμη νύχτα
+σηκώθηκε, αλλά ο Τζατσίντο είχε κιόλας φύγει.
+
+Δεν ξαναφάνηκε για πολλές μέρες και ο Έφις άρχισε ν’ ανησυχεί
+και για τον λόγο ότι τα λαχανικά και τα φρούτα στοιβάζονταν
+στη σκιά της καλύβας και δεν ερχόταν κανείς να τα πάρει.
+
+Κάθε απόβραδο ο ντον Πρέντου, που κατείχε μεγάλες εκτάσεις
+γης προς τη θάλασσα, περνούσε επιστρέφοντας στο χωριό και
+όταν έβλεπε τον υπηρέτη, άπλωνε το δείκτη του χεριού του προς
+τη γη των εξαδέλφων του κι έπειτα τον έφερνε στο στήθος του
+σαν να ήθελε να πει ότι περίμενε την απαλλοτρίωση και την
+κατοχή από αυτόν του μικρού κτήματος, αλλά ο Έφις,
+συνηθισμένος σ’ εκείνη τη μιμητική, τον χαιρετούσε και με τη
+σειρά του έκανε νόημα με το χέρι και με το κεφάλι πώς «όχι,
+όχι».
+
+Μετά την εξομολόγηση του Τζατσίντο ανησυχούσε όταν έβλεπε τον
+ντον Πρέντου∙ του φαινόταν πιο ειρωνικός από το συνηθισμένο.
+
+Ένα απόβραδο τον περίμενε πλάι στην αιμασιά, και του είπε:
+«Ντον Πρέντου, πείτε μου, είδατε το μικρό μου αφεντικό; Ένα
+βράδυ ήρθε εδώ και είχε πυρετό και τώρα ανησυχώ για κείνον».
+
+Ο ντον Πρέντου γέλασε πάνω από το άλογό του, με εκείνο το
+βεβιασμένο γέλιο του με το στόμα κλειστό και τα μάγουλα
+φουσκωμένα.
+«Χθες βράδυ τον είδα να παίζει στου Μιλέζου∙ έχανε μάλιστα!»
+«Έχανε!», επανέλαβε ο Έφις χαμένος.
+«Όπως το λες! Θέλεις πάντα να κερδίζει;»
+«Εμένα μου είπε πως δεν έπαιζε ποτέ….»
+«Και τον πιστεύεις; Ακόμη και να τον πυροβολήσεις δεν λέει
+την αλήθεια. Δεν είναι όμως κακός: λέει ψέματα, έτσι, επειδή
+του φαίνονται αλήθειες, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά.»
+«Πράγματι, σαν μικρό παιδί….»
+«Ένα μικρό παιδί με όλα του τα δόντια όμως! Και πώς μασάει!
+Θα σας φάει και το κτηματάκι. Έφις, θυμήσου: εδώ είμαι εγώ!
+Διαφορετικά, θα τις φας….»
+
+Ο Έφις τον κοίταζε από κάτω, φοβισμένος κι εκείνος ο ογκώδης
+καβαλάρης του φαινόταν, μέσα στο πορφυρό δειλινό, σαν ένα
+πουλί της συμφοράς, ένα από τα τόσα νυχτερινά τέρατα που τον
+φόβιζαν.
+«Χριστέ μου, σώσε μας. Παναγιά μου του Ριμέντιο, φύλαξέ μας…»
+
+Ο ντον Πρέντου είχε κιόλας απομακρυνθεί όταν ο Έφις τον
+πρόφτασε στη μεγάλη στράτα προσφέροντάς του με τα δυο του
+χέρια ένα καλάθι γεμάτο φρούτα και λαχανικά.
+«Ντον Πρέντου, στείλτε αυτό με την υπηρέτριά σας στις κυράδες
+μου. Εγώ δεν μπορώ να εγκαταλείψω το κτηματάκι…. και ο ντον
+Τζατσίντο δεν έρχεται…»
+
+Στην αρχή εκείνος τον κοίταξε έκπληκτος, έπειτα ένα
+καλοσυνάτο χαμόγελο χάραξε στα σαρκώδη του χείλη. Ανασήκωσε
+το ένα του πόδι και είπε:
+«Κοίτα εκεί, έχει τόπο.»
+
+Ο Έφις έβαλε το καλάθι μέσα στο δισάκι και ενώ ο ντον Πρέντου
+απομακρυνόταν χωρίς να πει τίποτε άλλο, επέστρεψε επάνω, στην
+καλύβα του. Φοβόταν μήπως οι κυράδες του τού βάλουν τις
+φωνές. ΄Ηξερε ότι αυτό που έκανε ήταν σοβαρό, ίσως λάθος,
+αλλά δεν μετάνιωνε. Ένα μυστηριώδες χέρι λες και τον έσπρωξε
+κι εκείνος ήξερε πως όλα όσα γίνονταν έτσι, κάτω από μια
+υπερφυσική δύναμη, ήταν πράξεις καλές.
+
+Περίμενε τον Τζατσίντο μέχρι αργά. Τ’ ολόγιομο φεγγάρι
+φώτιζε την κοιλάδα και η νύχτα ήταν τόσο φωτεινή που ξεχώριζε
+η σκιά κάθε βλαστού. Ακόμη και τα φαντάσματα εκείνη τη νύχτα
+δεν τολμούσαν να βγούνε, τόσο φως υπήρχε τριγύρω. Και το νερό
+μουρμούριζε μοναχικό, χωρίς να το συντροφεύουν τα χτυπήματα
+από το πλύσιμο των ρούχων των πάνας. Και τα φαντάσματα ήταν
+γαλήνια εκείνη τη νύχτα. Ο υπηρέτης μόνο δεν μπορούσε να
+κοιμηθεί. Σκεφτόταν την ιστορία του Τζατσίντο και του
+λιμενάρχη και δοκίμαζε μιαν ατέλειωτη γλύκα, μιαν ατέλειωτη
+θλίψη.
+
+Όλοι σ’ αυτόν τον κόσμο σφάλλουμε, άλλος πιο πολύ, άλλος πιο
+λίγο, σήμερα ή αργά ή γρήγορα: τι πάει να πει αυτό; Μήπως ο
+λιμενάρχης δεν είχε συγχωρήσει; Γιατί δε θα έπρεπε να
+συγχωρήσουν και οι άλλοι; Α, εάν όλοι συγχωρούσαμε ο ένας τον
+άλλο! Ειρήνη θα βασίλευε στον κόσμο: όλα θα ήταν καθαρά και
+ήρεμα, όπως εκείνη τη φεγγαρόφωτη νύχτα.
+
+Σηκώθηκε και πήγε να κάνει μια βόλτα στο κτηματάκι. Ναι, στο
+φωτεινό μονοπάτι διαγραφόταν ακόμη και η σκιά των λουλουδιών.
+Τα φύλλα από τις φραγκοσυκιές είχαν τ’ αγκάθια τους στη σκιά,
+και όπου το νερό ήταν στάσιμο, κάτω στο ποτάμι,
+αντικαθρεφτίζονταν τ’ αστέρια.
+
+Να όμως μια σκιά που κινείται πίσω από την αιμασιά, ανάμεσα
+στα σκλήθρα. Είναι ένα ασουλούπωτο ζώο, μαύρο, με ασημένια
+πόδια: τρίζει επάνω στην άμμο, σταματά.
+
+Ο Έφις έτρεξε κάτω∙ νόμιζε ότι πετούσε.
+«Είσαι εσύ! Είσαι εσύ; Με τρόμαξες.»
+
+Ο Τζατσίντο έφερε στο πλάι του το ποδήλατο και τον ακολούθησε
+σιωπηλός. Για άλλη μια φορά όμως, μόλις φτάσανε μπροστά στην
+καλύβα, έπεσε καταγής αναστενάζοντας.
+«Έφις, Έφις, δεν αντέχω άλλο…. Τι έκανες! Τι έκανες!»
+«Τι έκανα;»
+«Ούτε εγώ ξέρω καλά καλά. Ήρθε η υπηρέτρια του θείου Πιέτρο
+και έφερε ένα καλάθι. Είπε ότι το έδωσες εσύ στο αφεντικό
+της. Στο σπίτι ήταν η θεία Ρουθ και η θεία Νοέμι, ενώ η θεία
+Έστερ είχε πάει στις παρακλήσεις. Πήραν το καλάθι,
+ευχαρίστησαν την υπηρέτρια και της έδωσαν και φιλοδώρημα.
+Μετά όμως η θεία Νοέμι λιποθύμησε. Η θεία Ρουθ όμως την
+πέρασε για νεκρή και έβαλε φωνή. Τρέξανε να φωνάξουν την θεία
+Έστερ που ήρθε τρομαγμένη και για πρώτη φορά κι εκείνη με
+κοίταξε άγρια και μου είπε ότι ήρθα για να τις ξεκάνω. Θεέ
+μου, Θεέ μου! Εγώ έβρεχα το πρόσωπο της θείας Νοέμι με ξύδι
+και έκλαιγα, σου το ορκίζομαι στη μάνα μου, έκλαιγα χωρίς να
+ξέρω το γιατί. Τελικά η θεία Νοέμι συνήλθε και με απομάκρυνε
+με το χέρι της, ενώ έλεγε: καλύτερα να είχα πεθάνει πριν
+έρθει αυτή η μέρα. Εγώ τη ρωτούσα: γιατί; γιατί; θεία Νοέμι,
+γιατί; Κι εκείνη με το ένα χέρι με απομάκρυνε και με το άλλο
+έκρυβε τα μάτια. Τι βάσανο! Γιατί ήρθα, Έφις; Γιατί;»
+
+Ο υπηρέτης δεν ήξερε τι να πει. Τώρα έβλεπε, ναι, το λάθος
+που έκανε δίνοντας το καλάθι στον ντον Πρέντου και σκεφτόταν
+πώς να επανορθώσει, αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο, δεν ήξερε
+γιατί και για άλλη μια φορά αισθανόταν όλο το βάρος των
+συμφορών των αφεντικών του να πέφτει επάνω του.
+«Ησύχασε», είπε τελικά. «Θα πάω εγώ αύριο στο χωριό και θα τα
+ταχτοποιήσω όλα.»
+
+Τότε ο Τζατσίντο ξαναπήρε κουράγιο.
+«Πρέπει να πεις στις θείες ότι δεν ήμουν εγώ εκείνος που σε
+συμβούλεψε να αναθέσεις στο θείο Πιέτρο να παραδώσει το
+καλάθι με τις προμήθειες. Εκείνες αυτό πιστεύουν. Πιστεύουν,
+και κυρίως η θεία Νοέμι, ότι εγώ γυρεύω τη φιλία του θείου
+Πιέτρο για να τις πάω κόντρα. Εγώ είμαι φίλος με όλους, γιατί
+να μην είμαι και με το θείο Πιέτρο; Οι θείες όμως ξέρουν ότι
+εκείνος θέλει ν’ αγοράσει το κτηματάκι. Τι φταίω εγώ; Μήπως
+εγώ θέλω να το πουλήσω;»
+«Κανείς δεν θέλει να το πουλήσει. Γιατί να μιλάμε γι’ αυτά τα
+πράγματα; Εσύ όμως, ψυχή μου, εσύ…. εσύ προχθές το βράδυ
+έλεγες το ένα, έλεγες το άλλο: έταζες τον ουρανό με τ’ άστρα,
+για να κάνεις ευτυχισμένες τις θείες σου. Χθες βράδυ όμως
+πήγες να παίξεις….»
+«Με το πολύ παιχνίδι κερδίζει κανείς. Θέλω να κερδίσω για
+εκείνες, ακριβώς. Όχι, δεν θέλω πια να τους γίνομαι βάρος.
+Θέλω να πεθάνω… Βλέπεις,» πρόσθεσε χαμηλόφωνα «τώρα, μετά τη
+σημερινή σκηνή, μου φαίνεται πως είμαι ακόμη στο σπίτι του
+λιμενάρχη…. Ο Θεός να με βοηθήσει, Έφις!»
+
+Ο Έφις άκουγε με τρόμο: ένοιωθε να βρίσκεται πάλι μπροστά στο
+τραγικό πεπρωμένο της οικογένειας με την οποία βρισκόταν
+δεμένος όπως είναι κολλημένο το βρύο στην πέτρα, και δεν
+ήξερε τι να πει, δεν ήξερε τι να κάνει.
+«Ωχ», αναστέναξε βαθειά ο Τζατσίντο. «Σίγουρα όμως θα φύγω
+από δω. Δε θα περιμένω να με διώξουν! Δεν έχουν έλεος οι
+θείες μου, και κυρίως η θεία Νοέμι. Δε με νοιάζει όμως. Αυτή
+δε συγχώρεσε τη μητέρα μου, πώς μπορεί να συγχωρέσει εμένα;
+Εγώ όμως, εγώ όμως….»
+
+Χαμήλωσε το κεφάλι και έβγαλε από την τσέπη ένα γράμμα.
+«Βλέπεις, Έφις; Τα ξέρω όλα. Εάν η θεία Νοέμι δεν συγχώρεσε
+τη μητέρα μου ύστερα απ’ αυτό το γράμμα, πώς μπορεί να έχει
+καλή ψυχή; Ξέρεις τι γράφει αυτό το γράμμα, εσύ το έφερες στη
+θεία Νοέμι. Κι εγώ της το πήρα: ήταν πάνω στο κρεβάτι την
+μέρα που έφτασα. Διάβασα μερικές αράδες, μετά το πήρα από το
+ντουλάπι, σήμερα…. Είναι δικό μου, είναι της μητέρας μου,
+είναι δικό μου… Δεν αξίζει σ’ αυτό το γράμμα να βρίσκεται
+εκεί…»
+«Τζατσίντο! Δώστο μου!» είπε ο Έφις απλώνοντας τα χέρια. «Δεν
+είναι δικό σου! Δώστο μου: θα το επιστρέψω εγώ στις κυράδες
+μου.»
+
+Ο Τζατσίντο όμως έσφιγγε το γράμμα μέσα στα χέρια του και
+κουνούσε το κεφάλι. Ο Έφις προσπάθησε να του το πάρει.
+Παρακαλούσε, λες και ζητιάνευε.
+«Τζατσίντο, δώστο μου. Θα το επιστρέψω εγώ, θα το ξαναβάλω
+στο ντουλάπι. Εγώ θα μιλήσω μαζί τους, θα τις ηρεμήσω. Εσύ
+περίμενέ με εδώ, αλλά δώσε μου το γράμμα.»
+
+Ο Τζατσίντο τον κοίταξε. Ο ώμος του έτρεμε, αλλά τα μάτια του
+ήταν ψυχρά, σχεδόν άσπλαχνα. Τότε ο Έφις πετάχτηκε επάνω, τον
+έπιασε από τους ώμους και του ψιθύρισε στο αυτί:
+«Κλέφτη!»
+
+Ο Τζατσίντο είχε την αίσθηση ότι τον άρπαξε ένα όρνιο∙ άνοιξε
+τα χέρια και το γράμμα έπεσε καταγής.
+
+
+Κεφάλαιο έβδομο
+
+Με το ξημέρωμα ο Έφις ξεκίνησε για το χωριό.
+
+Τα αηδόνια τραγουδούσαν και όλη η κοιλάδα είχε πάρει ένα
+χρυσαφί χρώμα – ένα γαλάζιο χρυσαφί από την αντανάκλαση του
+φωτεινού ουρανού. Κάποια φιγούρα ψαρά διαγραφόταν ακίνητη σαν
+να ήταν διπλή ζωγραφιά: μια επάνω στο πράσινο της όχθης και
+μια άλλη επάνω στο πράσινο του νερού που λίμναζε ανάμεσα στις
+άσπρες κροκάλες.
+
+Αν και ήταν νωρίς όταν έφτασε στο χωριό, ο Έφις είδε την
+τοκογλύφο να γνέθει στην αυλή της, ανάμεσα στα παχιά
+γουρουνάκια και στα ερωτευμένα περιστέρια και τη χαιρέτησε
+κάνοντας της νόημα ότι θα περνούσε αργότερα. Εκείνη απάντησε
+κουνώντας το αδράχτι: μπορούσε να περιμένει, δεν βιαζόταν.
+
+Πιο πάνω, να η θεια-Ποτόι, με μια γαβάθα γάλα για τα παιδιά.
+Ο Έφις προσπάθησε να την προσπεράσει, αλλά η γριά άρχισε να
+μιλάει δυνατά και αναγκάστηκε να σταματήσει για να την
+ακούσει.
+«Λοιπόν, τι σου έκανα; Επειδή τα παιδιά αγαπιούνται, εμείς
+οι γέροι πρέπει να μισούμε ο ένας τον άλλο;»
+«Βιάζομαι, κυρά Ποτόι.»
+«Το ξέρω, έχετε φασαρίες στο σπίτι. Δεν φταίω όμως εγώ. Εγώ
+είμαι η χαμένη σ’ αυτή την περίπτωση. Το μικρό σου αφεντικό
+θέλει να μένει η Γκριζέντα στο σπίτι, να μην περπατάει πια
+ξυπόλητη, να μην πάει πια στο ποτάμι να πλένει. Εγώ πρέπει να
+κάνω την υπηρέτρια, αλλά το κάνω με ευχαρίστηση επειδή είναι
+για την ευτυχία των παιδιών….»
+«Κύριε ελέησον!» αναστέναξε ο Έφις. «Αφήστε με κυρά Ποτόι.
+Προσευχηθείτε στο Χριστό, προσευχηθείτε στην Παναγιά μας του
+Ριμέντιο…»
+«Μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά» αποφάνθηκε η γριά. «Καρδιά
+πρέπει να έχουμε, τίποτ’ άλλο….»
+«Καρδιά πρέπει να έχουμε», μονολογούσε ο Έφις μπαίνοντας στο
+σπίτι των κυράδων του.
+
+Στην αυλή ησυχία παντού και ήλιος. Άνθιζαν τα γιασεμιά πάνω
+από το πηγάδι και τα κόκαλα των πεθαμένων ανάμεσα στη χρυσή
+χλόη του παλιού νεκροταφείου. Το Βουνό περικύκλωνε με τη
+λευκοπράσινη κορυφή του το σπίτι. Ένα σκαλιστό κολονάκι είχε
+πέσει από το μπαλκόνι και βρισκόταν ανάμεσα στα χαλίκια σαν
+το απομεινάρι ενός βλήματος. Παντού ησυχία.
+
+Ο Έφις μπήκε και είδε ότι το καλάθι που είχε στείλει με τον
+ντον Πρέντου ήταν σχεδόν άδειο επάνω στο κάθισμα, σημάδι πως
+τα κηπευτικά είχαν κιόλας πουληθεί. Είχαν απομείνει μόνο τα
+μικρά κίτρινα μήλα του Σαν Τζοβάνι. Του φάνηκε πως
+ονειρεύεται. Κάθισε και ρώτησε:
+«Πού είναι οι άλλες; Τι έγινε;»
+«Η Έστερ είναι στην εκκλησία, η Νοέμι είναι επάνω», είπε η
+ντόνα Ρουθ, σκυμμένη επάνω από τον καφέ.
+
+Και δεν είπε τίποτε άλλο μέχρι να έρθουν οι αδελφές της, η
+ντόνα Έστερ με το δάχτυλο έξω από τον κόμπο που έκανε το
+σάλι, η Νοέμι χλωμή και σιωπηλή με τα μενεξεδιά της βλέφαρα
+χαμηλωμένα.
+
+Ο Έφις δεν είχε το θάρρος να τις κοιτάξει. Σηκώθηκε με
+σεβασμό μπροστά τους την ώρα που κάθονταν στον πάγκο και μόνο
+όταν η ντόνα Έστερ ρώτησε:
+«Έφις, ξέρεις τι συμβαίνει;» εκείνος σήκωσε τα μάτια και είδε
+την Νοέμι να τον καρφώνει με το βλέμμα, όπως ο δικαστής τον
+κατηγορούμενο.
+«Ξέρω. Εγώ φταίω. Για καλό όμως το έκανα.»
+«Όλα για καλό τα κάνεις εσύ! Φαντάσου να τα έκανες και για
+κακό! Στο μεταξύ όμως….»
+«Δεν είναι δα και εχθρός! Συγγενής είναι, στο κάτω κάτω!»
+«Από συγγενή θα το’βρεις, Έφις!»
+«Λοιπόν, δεν θα ξαναγίνει πια!»
+«Έφυγε;» ρώτησε τότε η ντόνα Έστερ, ανήσυχη.
+«Έφυγε; Ο ντον Πρέντου; Πού πήγε;»
+«Ποιος μιλάει για τον Πρέντου; Εγώ μιλούσα για εκείνο τον
+άθλιο.»
+
+Ο Έφις κοίταξε το καλάθι.
+«Εγώ εννοούσα τον ντον Πρέντου…. για εκείνο που έκανα χθες.»
+
+Η Νοέμι χαμογέλασε με ένα χαμόγελο όμως στραβό που έφερε το
+στόμα και το μάτι της προς το αριστερό της αυτί.
+«Έφις», είπε με ύφος αυστηρό, «μιλάμε για τον Τζατσίντο. Εσύ,
+όταν ήταν να έρθει, είπες: «Εάν η συμπεριφορά του είναι
+άσχημη, εγώ θα τον ξαποστείλω». Το είπες ή όχι;»
+«Το είπα.»
+«Τότε να κρατήσεις τον λόγο σου. Ο Τζατσίντο είναι η
+καταστροφή μας.»
+
+Ο Έφις χαμήλωσε για μια στιγμή το κεφάλι. Κοκκίνισε και
+ντρεπόταν που κοκκίνιζε, αλλά αμέσως πήρε θάρρος και ρώτησε.
+«Μπορώ να πω κάτι; Εάν είναι λάθος, σαν να μην το είπα.»
+«Μίλησε.»
+«Το παιδί δεν μου φαίνεται κακό. Ανατράφηκε άσχημα μέχρι
+τώρα. Έχασε τους γονείς του τη χειρότερη στιγμή γι’ αυτόν και
+απόμεινε σαν ένα ολομόναχο παιδί μέσα στους πέντε δρόμους και
+έτσι χάθηκε. Πρέπει να τον ξαναφέρουμε στο σωστό δρόμο. Εδώ
+τώρα, στο χωριό, δεν ξέρει τι να κάνει. Έχει μαλάρια, πλήττει
+και γι’ αυτό πάει να παίξει και να ερωτευτεί. Έχει όμως καλές
+ιδέες, είναι ευγενικό. Έδειξε ποτέ να μην σας σέβεται;… »
+«Όχι, αυτό όχι…», βιάστηκε ν’ απαντήσει η ντόνα Έστερ, αλλά
+και η ντόνα Ρουθ ένευσε αρνητικά. Η Νοέμι όμως είπε με πίκρα,
+σφίγγοντας λίγο τις γροθιές και απλώνοντάς τες προς τον Έφις:
+«Από τη στιγμή που ήρθε δεν κάνει άλλο από το να μην μας
+σέβεται. Μάλιστα, ήρθε χωρίς να μας πει τίποτα… Μόλις έφτασε
+άνοιξε παρτίδες με όλους εκείνους που μας περιφρονούν. Έπειτα
+άρχισε τους έρωτες με ένα κορίτσι από το χειρότερο σόι του
+χωριού. Μια που πάει ξυπόλυτη στο ποτάμι! Είναι και τεμπέλης
+και έχει και κακές συνήθειες, εσύ ο ίδιος το είπες. Εάν όλα
+αυτά δεν είναι έλλειψη σεβασμού προς εμάς, προς το σπίτι μας,
+τότε τι είναι; Πες μου εσύ, με το χέρι στην καρδιά….»
+«Είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Έφις. «Είναι όμως ακόμη παιδί,
+το ξαναλέω. Θα πρέπει να τον βοηθήσουμε, να του βρούμε μια
+δουλειά. Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο….»
+«Μίλησε λοιπόν!», είπε η Νοέμι, αλλά με τέτοια περιφρόνηση
+που εκείνος πάγωσε. Παρ’ όλα αυτά τόλμησε:
+«Πιστεύω ότι θα του έκανε καλό εάν είχε δική του οικογένεια.
+Εάν αγαπάει πραγματικά εκείνο το κορίτσι….. γιατί να μην τον
+αφήσετε να την πάρει;….»
+
+Η Νοέμι πετάχτηκε επάνω, ακουμπώντας τα πόδια της που έτρεμαν
+στον πάγκο.
+«Σε πλήρωσε για να τα λες αυτά;»
+
+Τότε εκείνος πήρε το θάρρος να την κοιτάξει μέσα στα μάτια
+και μια απάντηση μόνο: «δεν είμαι από εκείνους που
+πληρώνονται» γέμισε το στόμα του με πικρό σάλιο, αλλά κατάπιε
+τις λέξεις και το σάλιο, επειδή είδε την ντόνα Έστερ να
+τραβάει το πανωφόρι της Νοέμι και την ντόνα Ρουθ, χλωμή, να
+τον κοιτάζει ικετευτικά και κατάλαβε ότι όλες μάντεψαν την
+απάντησή του επειδή ήξεραν ότι δεν ήταν ένας υπηρέτης εκείνος
+που μπορούσε να χρηματισθεί ή καλύτερα ήταν, ναι, ένας
+υπηρέτης που τίποτε στον κόσμο δεν μπορούσε να τον
+ανταμείψει.
+«Ντόνα Νοέμι! Λέτε πράγματα χωρίς να σκέφτεστε, ντόνα Νοέμι!
+Ο ανιψιός σας δεν έχει χρήματα για να μπορέσει να με
+πληρώσει, αλλά και αν ακόμη είχε, δε θα του έφταναν!», είπε
+ωστόσο, τρέμοντας από μνησικακία, και η Νοέμι ξανακάθισε
+ακουμπώντας τα χέρια επάνω στα γόνατα για να κρύψει το
+τρέμουλο.
+«Όσο για λεφτά, έχει! Όχι δικά του, αλλά έχει.»
+«Και ποιος του τα δίνει;»
+
+Έξι μάτια τον κοίταζαν έκπληκτα. Η Νοέμι ξανάρχισε να
+ειρωνεύεται, αλλά η ντόνα Έστερ ακούμπησε το χέρι της στο
+χέρι εκείνης και είπε με ήπιο τόνο.
+«Του δίνει λεφτά η Καλίνα. Νομίζαμε ότι το ξέρεις, Έφις!
+Παίρνει από την Καλίνα με τόκο και ο Πρέντου του υπόγραψε
+κάποιες συναλλαγματικές, επειδή ελπίζει έτσι να μας πάρει το
+κτηματάκι. Καταλαβαίνεις!»
+
+Καταλάβαινε. Με σκυμμένο το κεφάλι, με τα μάτια κλειστά,
+χλωμός, ανοιγόκλεινε τις γροθιές τρομαγμένος και δεν
+κατάφερνε να απαντήσει.
+«Κι εσείς πιστεύατε ότι εγώ το ήξερα; Πώς και γιατί;»,
+διερωτόταν.
+«Ναι», είπε η Νοέμι σκληρά. «Πιστεύαμε ότι το ήξερες, και όχι
+μόνο, αλλά ακόμη ότι εγγυήθηκες γι’ αυτόν στη φίλη σου
+Καλίνα….»
+«Φίλη μου;», φώναξε με ορθάνοιχτα τα μάτια από τον φόβο. Και
+θόλωσε το μυαλό του. Φώναξε ακόμη μερικές λέξεις, χωρίς να
+ξέρει τι λέει και έφυγε τρεχάτος ανεμίζοντας το σκούφο του,
+σαν να πήγαινε να σβήσει πυρκαγιά.
+
+Βρέθηκε μέσα στην στη μικρή αυλή της τοκογλύφου.
+
+Ηρεμία επικρατούσε εκεί μέσα, όπως στην Κιβωτό του Νώε. Τα
+άσπρα περιστέρια γουργούριζαν, με τα κοραλλένια πόδια τους να
+ακουμπούν στο υπέρθυρο της μικρής πόρτας, κάτω από μια
+κληματίδα που σχημάτιζε μια χρυσή γιρλάντα πάνω από το
+σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας. Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό η
+τοκογλύφος έγνεθε, με τα μικρά, γυμνά της πόδια μέσα στις
+κεντητές παντόφλες και τη μαντίλα διπλωμένη στο κεφάλι.
+
+Η οργή του Έφις τάραξε την ηρεμία του τόπου.
+«Πες μου αμέσως πώς πάνε τα πράγματα με τον ντον Τζατσίντο.»
+
+Η τοκογλύφος ανασήκωσε τα άτριχα φρύδια της και τον κοίταξε
+ήρεμα.
+«Εκείνος σε στέλνει;»
+«Ο δήμιος που θα σε κρεμάσει με στέλνει! Μίλα, και γρήγορα
+μάλιστα.»
+
+Με μια απειλητική χειρονομία της σταμάτησε το αδράχτι κι
+εκείνη φοβήθηκε, αλλά δεν το έδειξε.
+«Οι κυράδες σου σε στέλνουν τότε; Να τους πεις, λοιπόν, να
+μην ανησυχούν. Υπάρχει καιρός για την πληρωμή, δεν βιάζομαι.
+Συνολικά έδωσα τετρακόσια σκούδα στο παλικάρι. Άρχισε να μου
+ζητάει λεφτά όταν ήμασταν στο πανηγύρι. Ήθελε να κάνει
+εντύπωση. Έλεγε πως περίμενε λεφτά από τη Ρώμη. Μου έδωσε μια
+συναλλαγματική υπογραμμένη από τον ντον Πρέντου. Πώς μπορούσα
+να πω όχι; Έπειτα γύρισε εδώ. Μου είπε ότι τα λεφτά από τη
+Ρώμη τα έπαιξε με τον Μιλέζο και έχασε. Εγώ του είπα ότι θα
+πήγαινα την συναλλαγματική στον ντον Πρέντου. Τότε φοβήθηκε
+και μου έφερε μιαν άλλη με την υπογραφή της ντόνας Έστερ. Κι
+έτσι του έδωσα και άλλα χρήματα. Πώς μπορούσα να πω όχι; Εσύ
+δεν ήξερες τίποτα;» κατέληξε ξαναρχίζοντας το γνέσιμο.
+
+Ο Έφις ένοιωσε ταπεινωμένος. Θυμόταν ότι η ντόνα Έστερ είχε
+γράψει κρυφά στον Τζατσίντο να έρθει∙ κρυφά μπορούσε να
+υπογράψει και τη συναλλαγματική. Πώς θα πλήρωναν; Του
+φαινόταν ότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, ότι τα πόδια του
+ήταν πρησμένα, βαριά από το αίμα που κατέβαινε προς τα κάτω
+αφήνοντας άδεια την καρδιά και το κεφάλι του και τα χέρια του
+άπραγα. Πώς θα πλήρωναν;
+
+Και η τοκογλύφος έγνεθε και τα περιστέρια γουργούριζαν και οι
+κότες τσιμπούσαν τις μύγες που κάθονταν επάνω στη ροδαλή
+κοιλιά από τα γουρουνάκια ξαπλωμένα στον ήλιο: ο κόσμος όλος
+ήταν ήρεμος. Εκείνος μόνο αγωνιούσε.
+«Α, ώστε δεν το ήξερες; Πίστευα πως ένα μέρος από τα χρήματα
+το κράτησαν οι κυράδες σου για να σε πληρώσουν. Ήθελα να
+προτείνω στον ντον Τζατσίντο να βγάλει και να μου δώσει τα
+δέκα σκούδα που μου χρωστάς, αλλά, μα την πίστη μου, σκέφτηκα
+μετά πως δεν ήταν σωστό. Εάν όμως, όταν ανανεώσουμε τη
+συναλλαγματική, κάνουμε το λογαριασμό…..»
+
+Ο Έφις κατέβαλε προσπάθεια για να μετακινηθεί. Ξανατράβηξε το
+σκούφο από το κεφάλι του και άρχισε να τον χτυπάει στο
+πρόσωπό της, τρελός από απελπισία.
+«Α, καταραμένη να ’σαι….. α, που να σε δω κρεμασμένη…. α, τι
+έκανες;»
+
+Στη μικρή αυλή όλα γίνανε άνω κάτω: τα περιστέρια πέταξαν στη
+στέγη, οι γάτες σκαρφάλωσαν στους τοίχους, μόνο η γυναίκα
+σιωπούσε για να μην τραβήξει την προσοχή του κόσμου και
+έσκυβε για ν’ αποφύγει τα χτυπήματα προστατεύοντας τον εαυτό
+της με το αδράχτι. Πετάχτηκε επάνω, έκανε μερικά βήματα πίσω
+και όταν βρέθηκε μέσα στην κουζίνα πήγε στη γωνιά πίσω από
+την πόρτα, άρπαξε με τα δυο της χέρια ένα σιδερένιο λοστό και
+ορθώθηκε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, τρομερή σαν
+Νέμεση με το ρόπαλο.
+
+Και ήταν εκείνη τώρα πού έκανε τον άντρα να υποχωρήσει,
+λέγοντάς του χαμηλόφωνα, με ύφος απειλητικό:
+«Φύγε, φονιά! Φύγε….»
+
+Εκείνος υποχωρούσε.
+«Φύγε! Τι γυρεύεις από μένα, εσύ; Μήπως έρχομαι εγώ να σε
+βρω; Όλοι εσείς σ’ εμένα έρχεστε, όταν η πείνα ή το βίτσιο
+σας σπρώχνουν. Ήρθε ο ντον Τζάμε, ήρθαν οι κόρες του, ήρθε ο
+εγγονός του. Ήρθες κι εσύ, φονιά! Και όταν έχετε ανάγκη είστε
+καλοί, μετά όμως γίνεστε άγριοι σαν λυσσασμένοι λύκοι.
+Φύγε….»
+
+Ο Έφις στεκόταν στην πόρτα∙ εκείνη συνέχιζε να τον διώχνει.
+«Πρέπει να σου πω ότι δεν μπορώ να κάνω πια υπομονή, έτσι που
+με μεταχειρίζεστε. Ή θα με πληρώσετε μόλις λήξη η
+συναλλαγματική, τον Σεπτέμβρη, ή θα τη διαμαρτυρήσω. Και εάν
+η υπογραφή είναι ψεύτικη, θα το βάλω στη φυλακή το παλικάρι.
+Φύγε!»
+
+Έφυγε. Δεν επέστρεψε όμως στο σπίτι, περιπλανιόταν στο έρημο
+χωριουδάκι κάτω από τον ήλιο. Σκόνταφτε στις ηφαιστειακές
+πέτρες, σκόρπιες εδώ κι εκεί, και του φαινόταν πως ο σεισμός
+που ανέφερε η παράδοση έγινε εκείνο το πρωί.
+
+Γυρόφερνε ανάμεσα στα χαλάσματα και είχε την εντύπωση ότι
+χρέος του ήταν να σκάψει, να βγάλει τα πτώματα κάτω από τα
+ερείπια, τους θησαυρούς του υπεδάφους, αλλά να μην μπορεί,
+έτσι μόνος που ήταν, τόσο αδύναμος, τόσο αβέβαιος από το πού
+ν’ αρχίσει.
+
+Περνώντας εμπρός από την εκκλησία είδε ότι ήταν ανοιχτή και
+μπήκε. Δεν είχε λειτουργία, αλλά η νεωκόρισσα καθάριζε την
+εκκλησία και ακουγόταν το θρόισμα της σκούπας στη σιωπή του
+μισοσκόταδου, λες και οι αρχαίες πυργοδέσποινες περνούσαν από
+εκεί με τα φορέματά τους από μπροκάρ να σέρνονται στο πάτωμα.
+
+Ο Έφις γονάτισε στο συνηθισμένο μέρος κάτω από τον άμβωνα,
+ακούμπησε το κεφάλι στην κολώνα και προσευχήθηκε. Το αίμα
+άρχισε πάλι να κυκλοφορεί στις φλέβες του, αλλά ζεστό και
+βαρύ σαν τη λάβα. Ο πυρετός τον κατάτρωγε, οι λοξές ακτίνες
+από ασημί λεπτή σκόνη που έπεφταν από την κατεστραμμένη στέγη
+του φαίνονταν να σχηματίζουν άσπρες τρύπες επάνω στο μαύρο
+πάτωμα και οι χλωμές φιγούρες των εικόνων κοίταζαν όλες προς
+τα κάτω, έσκυβαν, ήταν έτοιμες να ξεκολλήσουν και να πέσουν.
+
+Η Μαγδαληνή προχωράει εμπρός, προβάλλει από το μαύρο της
+κάδρο στα όρια του άγνωστου. Η αγάπη, η θλίψη, η τύψη και η
+ελπίδα γελούν και κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο
+πικρό της στόμα.
+
+Ο Έφις την κοιτά, την κοιτά και σαν να θυμάται μια
+προηγούμενη ζωή, πολύ παλιά και του φαίνεται ότι τον καλεί να
+πλησιάσει, να την βοηθήσει να κατέβει, να την ακολουθήσει…..
+
+Έκλεισε τα μάτια. Το κεφάλι του έτρεμε. Του φαινόταν πως
+περπατούσε μαζί της επάνω στην άμμο κατά μήκος του ποταμού,
+κάτω από το φεγγάρι: πήγαιναν, πήγαιναν σιωπηλοί, φρόνιμοι.
+Έφτασαν στη δημοσιά πλάι στο γεφύρι. Εκεί κάτω το όραμα
+μπερδευόταν. Υπήρχε ένα κάρο και επάνω του καθόταν η Λία,
+κρυμμένη ανάμεσα σε σάκους. Το κάρο εξαφανιζόταν μέσα στη
+νύχτα, αλλά επάνω στη γέφυρα, κάτω από το φεγγάρι, έμενε ο
+ντον Τζάμε νεκρός, ξαπλωμένος στη σκόνη, με ένα μελανό
+εξόγκωμα σαν ρώγα σταφυλιού στο σβέρκο. Ο Έφις γονάτιζε πλάι
+στο νεκρό και τον ταρακουνούσε.
+«Ντον Τζάμε, αφέντη μου, έλα, έλα! Οι κόρες σου σε
+περιμένουν.»
+
+Ο ντον Τζάμε έμενε ακίνητος.
+
+Και ο λυγμός του ήταν τόσο δυνατός που η νεωκόρισσα τον
+πλησίασε με τη σκούπα.
+«Έφις, τι έχεις; Είσαι άρρωστος;»
+
+Γούρλωσε τα τρομαγμένα του μάτια και νόμισε ότι βλέπει ακόμη
+την Καλίνα με το λοστό να του φωνάζει: «Φονιά!».
+«Έχω πυρετό….. Μου φαίνεται θα πεθάνω. Θα ήθελα να
+εξομολογηθώ…»
+«Κι εδώ στην κολώνα βρήκες να το κάνεις; Στο Χριστό να
+εξομολογηθείς!», ψιθύρισε η νεωκόρισσα χαμογελώντας ειρωνικά,
+αλλά ο Έφις ακούμπησε πάλι το κεφάλι στην κολώνα του άμβωνα
+και με τα μάτια στραμμένα προς την Αγία Τράπεζα άρχισε να
+ψελλίζει μπερδεμένα λόγια. Χοντρά δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό
+του, κατέβαιναν στο πηγούνι του που έτρεμε και σταγόνα
+σταγόνα έπεφταν στη γη.
+
+Ο Τζατσίντο τον περίμενε ξαπλωμένος μπροστά στην καλύβα.
+
+Μόλις τον είδε να ανεβαίνει με το καλάθι στο χέρι που
+φαινόταν να τον τραβάει προς τα κάτω παρόλο που ήταν άδειο,
+κατάλαβε πως τα ήξερε όλα. Τόσο το καλύτερο! Έτσι μπορούσε να
+απελευθερωθεί από το πιο αισχρό μέρος του βάρους που τον
+πλάκωνε: από τη σιωπή.
+«Λέγε μου», είπε, ενώ ο Έφις πήγαινε να καθίσει στη
+συνηθισμένη θέση χωρίς ν’ αφήσει το καλάθι από το χέρι του.
+«Λέγε!», επανέλαβε δυνατότερα όταν είδε τον άλλο να σιωπά.
+«Τώρα;» ο Έφις αναστέναξε.
+«Και τώρα; Οι κυράδες μου ηρέμησαν κάπως επειδή τους
+υποσχέθηκα να σε διώξω, καταλαβαίνεις; Πιστεύουν ότι τις
+συναλλαγματικές τις υπόγραψε πράγματι ο ντον Πρέντου κι εγώ
+δεν είχα το θάρρος να τους πω την αλήθεια επειδή οι υπογραφές
+είναι ψεύτικες, έτσι δεν είναι; Λοιπόν, έτσι δεν είναι; Α,
+Τζατσίντο, ψυχή μου, τι έκανες! Και τώρα; Θα πας στο Νούορο;
+Θα δουλέψεις; Θα ξεχρεώσεις;»
+«Πολλά… είναι πολλά τα λεφτά, Έφις… Πώς θα τα καταφέρω;»
+
+Αλλά ο Έφις του μιλούσε χαμηλόφωνα, σκυμμένος επάνω του,
+παραληρώντας:
+«Φύγε, άνθρωπε του Θεού, φύγε! Θα ήθελα να μη φύγεις, αλλά
+εάν εγώ ο ίδιος σου το λέω είναι γιατί δεν υπάρχει άλλη
+σωτηρία. Θυμήσου τα ωραία λόγια που έλεγες εκείνο το βράδυ.
+Έλεγες: θέλω να είναι καλά οι θείες μου, θέλω ν’ αναστηθεί το
+σπίτι… Αυτά σκεφτόμουν κι εγώ, όταν ήταν να έρθεις. Και όμως!
+Εάν δεν πληρώσεις, η τοκογλύφος θα βγάλει στο σφυρί το
+κτηματάκι ή θα σε κλείσει φυλακή για τις ψεύτικες υπογραφές
+κι εκείνες θα πρέπει να βγουν στη ζητιανιά. Αυτά είναι τα
+κατορθώματά σου, αυτά! Ξέρω ότι δεν το έκανες από κακία. Εσύ,
+που εκείνο το βράδυ υποσχόσουν τόσα ωραία πράγματα, εσύ,
+άνθρωπε του Θεού….»
+
+Ο ώμος του Τζατσίντο άρχισε πάλι να τρέμει. Ανασήκωσε το
+πρόσωπο κάτω από το σκυμμένο πρόσωπο του Έφις και κοιτάζονταν
+απελπισμένα.
+«Δεν το έκανα για κακό. Ήθελα να κερδίσω χρήματα. Πώς γίνεται
+όμως σ’ αυτό το χωριό να κερδίζει κανείς; Εσύ το ξέρεις, εσύ
+που απόμεινες έτσι… έτσι… φουκαράς….»
+«Οι θείες δεν θα δώσουν ούτε μια δεκάρα», συνέχισε ύστερα από
+μια μικρή παύση όλο αγωνία. «Υπάρχει βέβαια και η υπογραφή
+της θείας Έστερ. Αναγκάστηκα να την πλαστογραφήσω επειδή… η
+τοκογλύφος δεν με δάνειζε. Θα πληρώσω όμως, θα δεις∙ και αν
+δεν τα καταφέρω θα πάω φυλακή. Δεν πειράζει.»
+«Φυλακή; Όχι, αυτό δε θα το επιτρέψω, όχι.»
+«Εσύ, λοιπόν, Έφις, έχεις λεφτά;»
+«Εάν είχα δεν θα ήμουν τώρα εδώ έτσι τσακισμένος! Θα είχα
+κιόλας εξοφλήσει τις συναλλαγματικές….».
+«Τι κάνουμε τότε, Έφις; Τι κάνουμε;»
+«Άκου λοιπόν. Θα πας πάλι στην τοκογλύφο και θα της ζητήσεις
+να σου δανείσει εκατό λιρέτες για να πας στο Νούορο. Εκεί θα
+ψάξεις δουλειά. Αυτό που έχει σημασία είναι ν’ αλλάξεις
+πορεία, τώρα. Να σταθείς στα πόδια σου επιτέλους.
+Καταλαβαίνεις;»
+
+Ο Τζατσίντο όμως, που μέχρι την τελευταία στιγμή ήλπιζε στη
+βοήθεια του υπηρέτη, δεν απάντησε, δεν ξαναμίλησε.
+Κουβαριασμένος σαν άρρωστο ζώο, άκουγε τις ακρίδες να πετούν
+θροΐζοντας ανάμεσα στα ξερά φύλλα και παρακολουθούσε με
+ηλίθιο βλέμμα το χτύπημα των φτερών τους που ιρίδιζαν. Δυο
+ενωμένες έπεσαν στο χέρι του, πράσινες και σκληρές σαν από
+μέταλλο. Ανατρίχιασε. Το μυαλό του πήγε στην Γκριζέντα:
+σκέφτηκε ότι θα έφευγε χωρίς να την ξαναδεί, έτσι φτωχός που
+ήταν θα έπρεπε να απαρνηθεί ακόμη και ένα κορίτσι φτωχό σαν
+κι εκείνον. Και έχωσε το πρόσωπο μέσα στη χλόη με αναφιλητά
+χωρίς να κλαίει ενώ οι ώμοι του ταράσσονταν από ένα έντονο
+τρέμουλο.
+
+
+Κεφάλαιο όγδοο
+
+Ήταν μια Πέμπτη βράδυ και η τοκογλύφος δεν έγνεθε από το φόβο
+της Τζομπιάνα, της γυναίκας της Πέμπτης, που εμφανίζεται σε
+όσες γνέθουν το βράδυ και μπορεί να τις βλάψει.
+
+Προσευχόταν όμως, καθισμένη στο σκαλάκι της πόρτας κάτω από
+την ασημί και μαύρη γιρλάντα της κληματαριάς στο φεγγαρόφωτο
+και κάθε φορά που κοίταζε γύρω τής φαινόταν ακόμη σαν να
+έβλεπε, εδώ κι εκεί επάνω στο φράχτη από τις φραγκοσυκιές, τα
+μάτια του Έφις πράσινα να πετάνε σπίθες από οργή. Ήταν οι
+πυγολαμπίδες.
+
+Ήταν οι πυγολαμπίδες, κι εκείνη όμως πίστευε στα αερικά, στην
+υπερφυσική ζωή των νυχτερινών πλασμάτων και θυμόταν τα
+παιδικά της χρόνια, όταν ήταν φτωχή και πήγαινε να ζητιανέψει
+και να μαζέψει ξερόκλαδα κάτω από τα ερείπια του κάστρου, ενώ
+την κυνηγούσαν σαν λυσσασμένα σκυλιά η πείνα και ο πυρετός
+της μαλάριας. Μια φορά, την ώρα που κατέβαινε ανάμεσα από τις
+πέτρες, κοφτερές σαν μαχαίρια, έχοντας απέναντί της έναν ήλιο
+κρεμεζί καρφωμένο πάνω από τα βιολετιά βουνά του ΝτοργΚαλί,
+ένας κύριος την έφτασε, σιωπηλός, αγγίζοντάς τη στον ώμο.
+Ήταν ντυμένος στα χρώματα του ήλιου και των βουνών και στην
+όψη έμοιαζε με έναν γιό του ντον Τζάμε Πιντόρ που πέθανε
+νέος.
+
+Τον αναγνώρισε αμέσως: ήταν ο Βαρόνος, ένας από τους τόσους
+αρχαίους Βαρόνους που τα φαντάσματά τους ζούσαν ακόμη ανάμεσα
+στα χαλάσματα του Κάστρου, μέσα στα υπόγεια που ήταν σκαμμένα
+κάτω από τον λόφο και κατέληγαν στη θάλασσα.
+«Κορίτσι μου», της είπε με ξενική προφορά, «τρέξε στην Κυρία
+της γέννας και παρακάλεσέ την ν’ ανέβει απόψε το βράδυ στο
+Κάστρο, επειδή η γυναίκα μου, η Βαρόνη, κοιλοπονά. Τρέξε,
+σώσε μια ψυχή. Κράτα το μυστικό. Πάρε αυτό.»
+
+Η Καλίνα όμως έτρεμε στηριζόμενη στο δεμάτι της από ξύλα που
+απέναντι από τον κρεμεζί ήλιο της φαινόταν μαύρο σύννεφο. Δεν
+μπόρεσε έτσι ν’ απλώσει το χεράκι της και τα χρυσά νομίσματα
+που της έδινε εκείνη τη στιγμή ο Βαρόνος έπεσαν καταγής.
+
+Εκείνος εξαφανίστηκε. Εκείνη πέταξε το δεμάτι, μάζεψε τα
+χρήματα τρομαγμένη σαν το πουλάκι που τσιμπάει τα ψίχουλα και
+το ’σκασε πηδώντας ευκίνητη. Αλλά η Κυρία της γέννας, αν και
+είδε τα ζεστά, υγρά νομίσματα μέσα στη χούφτα του κοριτσιού
+που έκαιγε, την έφτυσε στο πρόσωπο για να της φύγει ο φόβος
+και της είπε γελώντας:
+«Πήγαινε, γιατί έχεις πυρετό και παραισθήσεις. Τα νομίσματα
+θα πρέπει να τα βρήκες. Ακόμα βρίσκει κανείς εδώ κι εκεί κάτω
+από το Κάστρο. Δώστα μου κι εγώ θα σου τα κάνω ν’
+αυγατίσουν».
+
+Η Καλίνα της τα έδωσε. Κράτησε μόνο ένα με μια τρύπα και το
+κρέμασε στο λαιμό της περασμένο σ’ ένα δερμάτινο κορδόνι,
+κόκκινο.
+«Πηγαίνετε», είπε στη γυναίκα. «Σώστε μια ψυχή. Κάνετε πως
+δεν με πιστεύετε για να κρατήσω το μυστικό. Εγώ όμως θα το
+κρατήσω έτσι κι αλλιώς.»
+
+Και έπεσε καταγής σαν νεκρή.
+
+Η μαμή επέμενε όσο ζούσε ότι ήταν παραίσθηση του πυρετού∙
+όπως είναι γνωστό όμως, τα έλεγε όλα αυτά για να κρατήσει η
+Καλίνα το μυστικό.
+
+Τα νομίσματα στο μεταξύ αυγάτιζαν: αυγάτιζαν κάθε χρόνο και
+περισσότερο όπως τα ρόδια που έβλεπε εκείνη πράσινα και
+κόκκινα εκεί κάτω, τριγύρω στην αυλή του ντον Πρέντου Πιντόρ.
+
+Έπειτα ένα βράδυ είχε δοκιμάσει, όταν ήταν γριά πλέον, το
+ίδιο συναίσθημα χαράς και τρόμου ταυτόχρονα, όπως την πρώτη
+φορά. Φάνηκε μπροστά της ένας νεαρός κύριος, ίδιος ο Βαρόνος.
+Ήταν ο Τζατσίντο.
+
+Και κάθε φορά που τον έβλεπε, ξαναγεννιόταν μέσα της εκείνη η
+αίσθηση σκοτοδίνης, η θολή ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής,
+αρχαίας και υπόγειας όπως εκείνη των Βαρόνων στο Κάστρο.
+
+Να τος που έρχεται. Ψηλός, μελαχρινός, με το πρόσωπο χλωμό
+στο φεγγαρόφωτο, μπαίνει και κάθεται πλάι της στο κατώφλι.
+«Θεια-Καλίνα», είπε με ξενική προφορά, «γιατί μιλήσατε για
+τις υποθέσεις μου στον υπηρέτη;»
+«Εκείνος το θέλησε. Μου επιτέθηκε και ήθελε να με σκοτώσει.»
+«Να σας σκοτώσει; Για το τίποτα; Αχ, αυτός ο άνθρωπος και οι
+θείες μου κάνουν τόση φασαρία για μικροπράγματα, ενώ εκεί
+πέρα υπάρχει κόσμος που κάνει χρέη εκατομμυρίων και κανείς
+δεν το ξέρει!»
+
+Τη γριά όμως δεν την ένοιαζε καθόλου ο κόσμος εκεί πέρα.
+«Αναγκάστηκα να πάρω το λοστό για να τον εμποδίσω!
+Καταλαβαίνετε, κύριέ μου; Ο υπηρέτης είναι άγριος, μην του
+έχετε εμπιστοσύνη!»
+
+Ο Τζατσίντο έμεινε για μια στιγμή ακίνητος κοιτάζοντας τα
+χέρια του που επάνω τους τρεμόπαιζε η σκιά μιας κληματίδας.
+Έπειτα ανασκίρτησε.
+«Δεν θα του έχω εμπιστοσύνη. Θέλω μάλιστα να φύγω. Δεν μπορώ
+πια να ζήσω, εδώ….. Θα κερδίσω όμως χρήματα και σε σαράντα
+μέρες θα σας τα επιστρέψω όλα, μέχρι την τελευταία δεκάρα.
+Τώρα όμως πρέπει να μου δώσετε τα χρήματα για το ταξίδι. Θα
+σας δώσω μια άλλη συναλλαγματική.»
+«Ποιος την υπογράφει;»
+«Εγώ!», είπε με θάρρος. «Εγώ! Έχετέ μου εμπιστοσύνη. Σώστε
+μια ψυχή. Ελάτε, γρήγορα! Και φυλάξτε το μυστικό.»
+
+Της έπιασε τον ώμο, όπως ο Βαρόνος, κι εκείνη σηκώθηκε και
+πήγε να πάρει τα χρήματα από το σεντούκι: δυο χαρτονομίσματα
+των πενήντα λιρετών που τα ψηλάφισε για πολύ, κοιτάζοντάς τα
+στο φεγγαρόφωτο, ενώ σκεφτόταν ότι για το ταξίδι του
+Τζατσίντο αρκούσε το ένα. Έτσι το άλλο το έβαλε στη θέση του.
+Το φεγγάρι ψηλά από το μικρό παράθυρο πάνω από το σεντούκι
+έριχνε μια ασημένια λωρίδα φωτός που έφτανε μέχρι το
+ξερακιανό της στήθος και από το άνοιγμα του πουκαμίσου
+φαινόταν το χρυσό νόμισμα περασμένο στο δερμάτινο κορδόνι που
+είχε πια μαυρίσει.
+
+Ο Τζατσίντο όμως δεν έμεινε ικανοποιημένος. Τι ήταν εκείνο το
+λεπτό φύλλο χαρτιού σε σύγκριση με τους θησαυρούς των μεγάλων
+της Ρώμης; Καθώς όμως η τοκογλύφος του έλεγε ότι δεν ήθελε τη
+συναλλαγματική, κατάλαβε ότι εκείνη του έκανε ελεημοσύνη και
+τον κυρίεψε ένα αβάσταχτο άγχος. Του φάνηκε ότι βρισκόταν
+ακόμη στον προθάλαμο του σπιτιού του λιμενάρχη, ακίνητος, να
+περιμένει.
+«Λοιπόν, θα σας τα επιστρέψω το αργότερο αύριο», υποσχέθηκε
+ενώ σηκωνόταν.
+
+Και πήγε στου Μιλέζου να του πει ότι την επόμενη μέρα θα
+έφευγε.
+
+Κι εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας φαινόταν η αυλή: λευκή, όπου
+την έλουζε το φεγγαρόφωτο, και σκοτεινή, όπου την σκίαζε η
+πέργολα. Η πεθερά του Μιλέζου, καθισμένη στην ψηλή της
+καρέκλα σαν πρωτόγονη βασίλισσα, δεν έγνεθε από το φόβο της
+Τζομπιάνα, φλυαρώντας με την κόρη της που είχε πυρετό και με
+τις χλωμές υπηρέτριες που κάθονταν καταγής ακουμπώντας στον
+τοίχο.
+«Ο γαμπρός μου βγήκε πριν λίγο. Πρέπει να πήγε στον ντον
+Πρέντου», είπε στον Τζατσίντο. «Οι θείες σας είναι καλά; Να
+τους δώσετε πολλά χαιρετίσματα και να τις ευχαριστήσετε για
+το δώρο που έστειλαν στον αδελφό μου το Ρετόρο.»
+«Τα μαύρα δαμάσκηνα!», είπε μια λαίμαργη υπηρέτρια. «Η
+Νατόλια, ξύλο που της χρειάζεται, τα έφαγε όλα κρυφά.»
+«Εάν μου δώσετε και άλλα, ντον Τζατσί, θα κατέβω μαζί σας στο
+κτήμα» είπε η Νατόλια προκλητικά.
+«Και δεν έρχεσαι….», απάντησε εκείνος, η φωνή του όμως ήταν
+λυπημένη και, παρ’ όλο που η ηλικιωμένη κυρά νουθετούσε:
+«Καθένας με τους όμοιούς του πρέπει να κάνει συντροφιά,
+Νατόλια!», όταν βγήκε στο δρόμο άκουσε τις γυναίκες να γελούν
+μιλώντας γι’ αυτόν και την Γκριζέντα.
+
+Ναι, έπρεπε να φύγει, να πάει να βρει την τύχη του.
+
+Για να μην ξαναπεράσει μπροστά από το σπίτι της καλής του,
+κατέβηκε ένα στενό, έπειτα ένα άλλο, μέχρι που έφτασε σ’ ένα
+πλάτωμα όπου πρόβαλαν τα ερείπια μιας εκκλησίας.
+
+Ο φλόμος μύριζε τριγύρω, το γαλαζωπό φεγγάρι έλαμπε πάνω στα
+ερείπια του πύργου σαν φλόγα σε μαύρο κηροπήγιο και έμοιαζε
+να μη θέλει να προβάλει ξανά η μέρα σ’ εκείνη τη νεκρή γωνιά
+του κόσμου. Αμέσως όμως μετά το πλάτωμα άσπριζε ανάμεσα στις
+ροδιές και τους φοίνικες το σπίτι του ντον Πρέντου, όμοιο με
+κατοικία Βερβερίνων: με τις αψιδωτές του πόρτες, τις χτιστές
+του στοές, τα παράθυρά του σε σχήμα μισοφέγγαρου.
+
+Διασχίζοντας τη μεγάλη αυλή, όπου έλαμπαν κάτω από το φεγγάρι
+φαρδιές κρεβατίνες από καλάμια πάνω στις οποίες την ημέρα
+ξέραιναν τα όσπρια και τώρα ήταν σκεπασμένες από ψάθες
+καμωμένες με βούρλα, ο Τζατσίντο διέκρινε την ογκώδη φιγούρα
+του θείου του και την λεπτή του Μιλέζου, ακίνητες εμπρός στο
+χρυσαφί φόντο μιας πόρτας με στοά μπροστά. Έπιναν, καθισμένοι
+στο ήσυχο δωμάτιο του ισογείου, με τα πόδια σταυρωμένα και
+τον αγκώνα στην άκρη του τραπεζιού. Και οι δυο, ο χοντρός και
+ο λεπτός, έμοιαζαν ικανοποιημένοι από τη ζωή.
+«Πιες, πιες!», είπαν και οι δυο προσφέροντας στον Τζατσίντο
+το κρασί τους, αλλά εκείνος αποποιήθηκε και τα δυο ποτήρια.
+«Άρρωστος είσαι; Γιατί δεν πίνεις;»
+«Άρρωστος είμαι, ναι»
+
+Δεν είπε όμως από τι υπέφερε, έτσι κι αλλιώς δεν θα τον
+καταλάβαιναν.
+«Σου τις έβρεξε η θεία σου Νοέμι;»
+«Δε σε φίλησε αρκετά η Γκριζέντα; Ξύλο που της χρειάζεται!»,
+είπε ο Μιλέζος, επαναλαμβάνοντας την κακογλωσσιά της
+λαίμαργης υπηρέτριας.
+«Ουφ!» ξεφύσησε ο Τζατσίντο ακουμπώντας τους αγκώνες στο
+τραπέζι για να κρατήσει το κεφάλι με τα δυο του χέρια και
+καθώς ο ώμος του έτρεμε ο ντον Πρέντου το πρόσεξε και
+χλόμιασε ελαφρά. Εκείνο το τρέμουλο φαίνεται ότι τον ενόχλησε
+τόσο που σηκώθηκε, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο λέγοντας:
+«Ας βγούμε, πάμε να πάρουμε λίγη δροσιά.»
+
+Πήγαν να δροσιστούν∙ τα βήματά τους αντηχούσαν μέσα στη σιωπή
+όπως εκείνα της νυχτερινής περιπόλου. Με τη βόλτα, η κάπως
+πικρή ευθυμία των συντρόφων του πέρασε και στον Τζατσίντο.
+«Πάμε στο θέατρο, θείε Πιέτρο; Αυτή την ώρα στις πόλεις της
+Ιταλίας αρχίζει η ζωή και η διασκέδαση. Μπροστά από τα θέατρα
+περνούν πολλές άμαξες, σαν μαύρο ποτάμι. Βλέπει κανείς ακόμη
+και κυρίες να κάνουν βόλτα με τα σκυλάκια τους….»
+
+Ο Μιλέζος γέλασε τόσο που τον έπιασε λόξιγκας. Ο ντον Πρέντου
+ήταν πιο συγκρατημένος, αλλά το χαμόγελό του, αν το πρόσεχε
+κανείς, έκοβε σαν το μαχαίρι.
+«Γύρνα τότε εκεί! Και να κουβαλήσεις μαζί σου και την
+Γκριζέντα σαν να ήταν σκυλάκι.»
+«Ουφ! Τι ανόητοι που είστε σ’ αυτό το χωριό.»
+«Όχι όμως τόσο, όσο στο δικό σου.»
+
+Εκείνος έπαψε, αλλά ύστερα συνέχισε:
+«Γιατί με λέτε ανόητο; Επειδή είμαι καλόκαρδος; Επειδή θέλω
+να γλεντήσω τα νιάτα μου; Κι εσείς τι κάνετε; Ζωή είναι αυτή,
+η δική σας; Τη ζωή κάνεις εσύ; Δεν αγαπάς ούτε τη γυναίκα σου
+την άρρωστη. Κι εσείς, θείε Πιέτρο; Τι ζωή είναι η δική σας;
+Μαζεύετε χρήματα, όπως τα κουκιά πάνω στην ψάθα, για να τα
+δώσετε έπειτα στα γουρούνια. Δεν αγαπάτε κανένα, ούτε τον
+ίδιο σας τον εαυτό.»
+
+Οι δυο φίλοι σκουντούσαν ο ένας τον άλλο χαμογελώντας.
+«Είσαι πραγματικά άρρωστος απόψε∙ άδειο το πουγγί, βλέπεις.»
+«Το δικό μου το πουγγί είναι πιο γεμάτο από το δικό σας! Πάμε
+στο καπηλειό και θα δείτε», είπε κοκκινίζοντας μες στο
+σκοτάδι.
+«Δεν θέλησες να πιείς μαζί μας! Και πεθαμένο να σε δω, δε
+δέχομαι το κρασί σου!»
+
+Κατέληξαν, ωστόσο, στο καπηλειό που ήταν σχεδόν έρημο. Δυο
+άντρες μόνο έπαιζαν σιωπηλοί και ένας τρίτος κοίταζε τη μια
+τα χαρτιά του ενός, την άλλη του άλλου, όμως με ένα νεύμα τού
+ντον Πρέντου πλησίασε τους νεοφερμένους και κάθισαν και οι
+τέσσερεις γύρω από ένα άλλο τραπέζι.
+
+Ο κάπελας, ένας μικρόσωμος χωριάτης που έμοιαζε με Εβραίο της
+Βίβλου, με τη μαρσίνα του ξεκούμπωτη πάνω από τις βράκες,
+έφερε κρασί μέσα σ’ ένα μπουΚαλί ανατολίτικο και ακούμπησε
+ένα μαύρο σιδερένιο λυχνάρι στο μέσο του τραπεζιού. Ο Μιλέζος
+με το κεφάλι γερμένο δεξιά ανακάτεψε σκεφτικός τα χαρτιά
+κοιτάζοντας πότε τον ένα πότε τον άλλο από τους συντρόφους
+του.
+«Στα πόσα η μίζα;»
+«Πενήντα λιρέτες», απάντησε ο Τζατσίντο.
+
+Έβγαλε το χαρτονόμισμα της τοκογλύφου.
+
+ Έχασε.
+
+Πάνω στο μαύρο λυχνάρι η μικρή γαλαζωπή φλόγα, ακίνητη
+έμοιαζε με το φεγγάρι πάνω από τα ερείπια του πύργου.
+
+
+Κεφάλαιο ένατο
+
+Ένα βράδυ, τον Ιούλιο, η Νοέμι καθόταν στο συνηθισμένο μέρος
+στην αυλή και έραβε. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή και ο ουρανός, με
+ένα γκριζωπό γαλάζιο, έμοιαζε να είναι ακόμη σκεπασμένος από
+τη στάχτη μιας πυρκαγιάς της οποίας οι τελευταίες φλόγες
+έσβηναν στη δύση. Οι φραγκοσυκιές, ανθισμένες τώρα, έδιναν
+μια χρυσή νότα στο γκρίζο των περιβολιών και εκεί κάτω, πίσω
+από τον πύργο της ερειπωμένης εκκλησίας, οι ροδιές του ντον
+Πρέντου έμοιαζαν λεκιασμένες με αίμα.
+
+Η Νοέμι ένοιωθε μέσα της όλο εκείνο το γκρίζο και το κόκκινο.
+Η ανοιξιάτικη αναστάτωσή της κάθε χρόνο δεν έπαυε με τον
+ερχομό του καλοκαιριού, αντίθετα κάθε μέρα και περισσότερο
+μια έντονη ανάγκη μοναξιάς την έσπρωχνε να κρύβεται για να
+παραδίνεται καλύτερα στο βάσανό της, όπως ένας άρρωστος που
+δεν ελπίζει πια να θεραπευθεί.
+
+Εκείνη την ημέρα ήταν μόνη. Η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρούθ
+είχαν αποδεχθεί την πρόσκληση του Ρέτορα να πάρουν μέρος στην
+επιτροπή μιας γιορτής και ο Τζατσίντο είχε πάει στην Ολιένα
+για ν’ αγοράσει κρασί για λογαριασμό του Μιλέζου. Μάλιστα,
+εκεί κατέληξε: να κάνει τον υπηρέτη ενός που ήταν πλανόδιος
+έμπορος. Η Νοέμι τον περιφρονούσε, δεν του απηύθυνε το λόγο,
+όταν όμως ήταν μόνη τον ξανάβλεπε, σκυμμένο επάνω της, να της
+βρέχει το πρόσωπο με το ξύδι και τα δάκρυά του, και ξανάκουγε
+την τρεμάμενη φωνή του και τα λόγια του.
+«Θεία Νοέμι, θεία μου, θεία μου! Γιατί, γιατί έγινε αυτό;»,
+και τα μάτια του, θλιμμένα και φλογερά όπως εκείνος ο
+καλοκαιρινός ουρανός, δεν έφευγαν από το μυαλό της.
+
+Νόμιζε πως ένοιωθε επάνω στα χείλη της τη γεύση από τα δάκριά
+του – και ήταν η γεύση όλης της θλίψης, όλης της ανθρώπινης
+αδυναμίας. Τέτοιες στιγμές η συνηθισμένη εικόνα του με τις
+διάφορες καθημερινές της όψεις, εικόνα ενός νέου
+βαριεστημένου, απροσάρμοστου, αποθαρρυμένου με τον οποίο δεν
+μπορούσε να τα βάλει κανείς επειδή έδινε την εντύπωση ενός
+βράχου που έπεσε από το βουνό για να καταστρέψει το σπίτι
+τους, εξαφανιζόταν για να πάρει τη θέση της η εικόνα ενός
+νέου καλού, μετανιωμένου, παθιασμένου.
+
+Αυτήν την εικόνα, μάλιστα, η Νοέμι την αγαπούσε και μερικές
+φορές την αισθανόταν τόσο ζωντανή και αληθινή πλάι της που
+κοκκίνιζε και έκλαιγε λες και δέχτηκε την επίθεση ενός εραστή
+που είχε τρυπώσει κρυφά μες στην αυλή της.
+
+Τότε η ψυχή της έπαλλε ολόκληρη από πάθος∙ ένας στρόβιλος
+επιθυμίας την κυρίευε διώχνοντας όλες τις θλιβερές της
+σκέψεις, όπως ο άνεμος περνά και γυμνώνει το δέντρο από όλα
+τα νεκρά φύλλα του.
+
+Της φαινόταν σαν να λιγοθυμούσε, όπως εκείνη την ημέρα, και
+πως τα δάκρυά της ήταν εκείνα του Τζατσίντο και τα ρουφούσε,
+σαν το χυμό ενός ξινού φρούτου, με τα τρεμάμενα χείλη της,
+διψασμένα από όλα εκείνα τα φιλιά που δεν έδωσαν ούτε πήραν.
+Τα νιάτα, το πάθος, ο πόνος του Τζατσίντο μεταγγίζονταν σ’
+εκείνη. Ξεχνούσε την ηλικία της, τη μορφή της, την ουσία της∙
+της φαινόταν πως ήταν ξαπλωμένη κάτω από καθάρια νερά σ’ ένα
+πυκνό δάσος και πως έβλεπε μια φιγούρα να σκύβει για να πιει,
+να πιεί πάνω από το στόμα της: ήταν ο Τζατσίντο, αλλά ήταν κι
+εκείνη, η Νοέμι ζωντανή, διψασμένη για αγάπη: ήταν ένα
+μυστηριώδες πνεύμα που ρουφούσε όλο το νερό της πηγής, όλη τη
+ζωή από το στόμα της, τόσο άσβεστη ήταν η δίψα του∙ και
+ύστερα ξάπλωνε στην κοιλότητα της κρήνης, μες στο πυκνό
+δάσος, και σχημάτιζε μαζί της ένα ενιαίο ον.
+
+Ένα χτύπημα στην εξώπορτα την επανέφερε στην πραγματικότητα.
+Πήγε να ανοίξει πιστεύοντας ότι ήταν οι αδελφές της ή ο ίδιος
+ο Τζατσίντο, που η παρουσία του δεν τη φόβιζε γιατί ήταν
+αρκετή για να διώξει τη μαγεία, αντίκρισε όμως τη θεια-Ποτόι
+και ξαναέκλεισε ενστικτωδώς την εξώπορτα για να την
+απομακρύνει. Η γριά έσπρωχνε κι εκείνη από έξω.
+«Θέλετε να με λιώσετε σαν αράχνη, ντόνα Νοέ! Δεν έρχομαι για
+να σας κάνω κακό.»
+
+Η Νοέμι αποτραβήχτηκε ψυχρή και με περιφρόνηση, κοιτάζοντας
+το πανί που κρατούσε στα χέρια της.
+«Τι θέλετε;»
+«Θέλω να μιλήσω με την αφεντιά σας, αλλά ήρεμα, όπως μια
+χριστιανή σε άλλη», είπε η γριά ταχτοποιώντας τα κοράλλια
+στον ηλιοκαμένο της λαιμό και έτρεμε, λιπόσαρκη και θλιμμένη
+σαν σκελετός.
+«Ντόνα Νοέμι, κοιτάξτε με! Μη χαμηλώνετε τα μάτια. Ήρθα να
+ζητήσω βοήθεια από σας.»
+«Από μένα;»
+«Ναι, από σας, από την αφεντιά σας. Τρεις μήνες τώρα οι
+αφεντιές σας δεν μ’ αφήνουν να πατήσω το πόδι μου εδώ. Έχετε
+δίκιο. Σήμερα το βράδυ, όμως, ονειρεύτηκα την ντόνα Μαρία
+Κριστίνα. Την είδα πλάι στο κρεβάτι μου, όπως τότε που είχε
+έρθει όταν ήμουν άρρωστη και έλαβα το άγιο μύρο. Ήταν όμορφη
+η ντόνα Μαρία Κριστίνα, φορούσε μια μαντίλα άσπρη σαν το
+κρίνο. Πήγαινε στη Νοέμι – μου είπε – η Νοέμι έχει την καρδιά
+τη δική μου, επειδή η καρδιά των νεκρών μένει στους
+ζωντανούς. Πήγαινε, Ποτόι, - μου είπε – θα δεις που η Νοέμι
+θα σε βοηθήσει. Αυτά τα λόγια μου είπε.»
+
+Ακίνητη πλάι στην εξώπορτα, η Νοέμι προσπαθούσε πάντα να
+ράψει, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το πανί που
+αντανακλούσε το κόκκινο του ουρανού πάνω από το βουνό.
+«Τι θέλετε, λοιπόν;»
+«Θα σας πω. Εσείς τα ξέρετε όλα. Τα παιδιά αγαπιούνται. Εγώ
+λέω: εάν αγαπιούνται, γιατί να τα εμποδίσουμε; Μήπως δεν
+αγαπήσαμε κι εμείς όταν ήμασταν νέες; Ο καιρός όμως περνά,
+κυρά μου, και το παλικάρι παραξενεύει. Η Γκριζέντα μου έχει
+ρέψει. Εκείνος δεν την θέλει να βγαίνει από το σπίτι, να πάει
+να δουλέψει, και αν την δει να κάθεται στο κατώφλι της λέει
+να μπει μέσα, και όταν η Γκριζέντα παραπονιέται της λέει:
+«Για χάρη σου θα κάνω να πεθάνουν οι θείες μου από λύπη και
+κυρίως η θεία Νοέμι». Δεν λέει τίποτε άλλο επειδή είναι καλός
+και έχει καλή ανατροφή, αλλά τα λόγια αυτά είναι σαν το
+φαρμάκι που τρώει τα σωθικά αθόρυβα.»
+
+Αναστέναξε βαθιά και πήρε την άκρη της ποδιάς της Νοέμι
+τυλίγοντας το στρίφωμα με τα σκουρόχρωμα δάχτυλά της.
+«Ντόνα Νοέμι, κυρά μου, έχετε την καρδιά της μητέρας σας. Σ’
+εσάς μπορώ να το πω. Όταν ο πατέρας μου με προειδοποίησε: εάν
+ξανασηκώσεις τα μάτια σου στον ντον Τζάμε θα σου τα βγάλω με
+τη βουκέντρα, εγώ τα έκλεισα και ο ντον Τζάμε από εκείνη τη
+στιγμή και έπειτα ήταν νεκρός για μένα. Με την Γκριζέντα όμως
+δεν είναι το ίδιο. Η Γκριζέντα δεν μπορεί να κλείσει τα
+μάτια.»
+
+Η Νοέμι παρά τη θέλησή της αισθανόταν αναστατωμένη. Λυπόταν
+πολύ τη γριά, που τύλιγε, λες και ήταν μωρό, την άκρη από την
+ποδιά της.
+«Εσείς φταίτε», είπε σοβαρά. «Ξέρατε, σαν ηλικιωμένη γυναίκα
+που είστε, πώς καταλήγουν αυτά τα πράγματα.»
+«Ξέρουμε, ξέρουμε…. και ποτέ δεν ξέρουμε τίποτε, κυρά μου! Η
+καρδιά δε γερνάει ποτέ.»
+«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η Νοέμι, αλλά με μια φωνή
+που έμοιαζε να βγαίνει άθελά της από το στόμα, αλλά αμέσως
+συνοφρυώθηκε και ανασήκωσε τα ψυχρά, ειρωνικά της μάτια και
+τα κάρφωσε σε εκείνα της γριάς.
+«Τι θέλετε λοιπόν από εμένα;»
+«Να μιλήσετε στον ντον Τζατσίντο. Ναι, πείτε του: άφησε ήσυχη
+την Γκριζέντα ή παντρέψου την.»
+«Εγώ πρέπει να του το πω; Και γιατί εγώ ειδικά;», ρώτησε η
+Νοέμι και αφού η άλλη με τη σειρά της την κάρφωνε με το
+βλέμμα χωρίς να απαντά, της δημιουργήθηκε μια οδυνηρή
+εντύπωση: της φάνηκε ότι η γριά ήξερε. Χαμήλωσε το βλέμμα και
+συνέχισε με ύφος ψυχρό και απότομο: «Δεν θα του πω τίποτα!
+Βάλτε το καλά στο μυαλό σας: ξέρατε ποιος ήταν και
+αποδειχτήκατε κακή γιαγιά γιατί επιτρέψατε στην Γκριζέντα να
+στρέψει την προσοχή της σε κάποιον που δεν της ταιριάζει.»
+«Και γιατί δεν της ταιριάζει; Ένας ελεύθερος άντρας ταιριάζει
+πάντα σε μια ελεύθερη γυναίκα, αρκεί να υπάρχει αγάπη. Κι
+εσείς, κυρά μου, ναι, θα μου κάνετε αυτή τη χάρη να του
+μιλήσετε. Δε σας ζητώ ψωμί∙ εδώ είναι κάτι παραπάνω από το
+ψωμί: είναι η σωτηρία μιας γυναίκας. Και το παλικάρι θα σας
+ακούσει, επειδή είναι καλό και λέει: δεν με στενοχωρεί τίποτε
+άλλο παρά μόνο η θεία Νοέμι που υποφέρει για μένα…. Λοιπόν,
+θα σας το πω: εκείνος μιλάει πάντα για την αφεντιά σας, και
+σας αγαπά. Η Γκριζέντα έφτασε στο σημείο να σας ζηλεύει.»
+
+Τότε η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά αισθάνθηκε να της τρέμουν
+τα γόνατα και μες στην καρδιά ένοιωσε τη φωτεινή ομορφιά του
+δειλινού: ήταν μια θάλασσα από φως διάσπαρτη με χρυσά νησιά,
+με έναν αντικατοπτρισμό στο βάθος. Δεν είχε ξαναδοκιμάσει
+ποτέ μια παρόμοια στιγμή μέθης.
+
+Για μια στιγμή μονάχα ο κόσμος είχε αλλάξει όψη. Η γριά την
+κοίταζε και μέσα στα γυάλινα μάτια της η μοχθηρία έλαμπε όπως
+το νεανικό της κολιέ γύρω από τον σκελετωμένο της λαιμό.
+«Λοιπό, τι λέτε ντόνα Νοέμι; Να φύγω ήσυχη κάπως; Θα με
+βοηθήσετε, έτσι δεν είναι;»
+«Πηγαίνετε», είπε η Νοέμι με ύφος αλλαγμένο, αλλά η γριά δεν
+έφευγε γιατί το είχε ρίξει ταπεινά σε ευχαριστίες.
+«Το φτωχικό μας ήταν πάντα πλάι στο σπίτι σας, όπως η δούλα
+πλάι στην κυρά. Δεν μπορούσε να κρατήσει η έχθρα μας! Ο
+Τσουαναντόνι μου κλαίει κάθε φορά που γυρίζω από το κτήμα,
+κλαίει και λέει: γιατί οι κυρίες με έδιωξαν; Και παίρνει το
+ακορντεόν και έρχεται να παίξει εδώ, πίσω από τον τοίχο. Λέει
+πως κάνει σερενάτα στην ντόνα Νοέμι. Τον άκουσε η αφεντιά
+σας; Τώρα όλα θα πάνε καλά.»
+«Ας το ελπίσουμε∙ όλα θα πάνε καλά», είπε η Νοέμι, αλλά δεν
+ήξερε και η ίδια τι θα πήγανε καλά. Αισθανόταν μια ξαφνική
+αγάπη για όλους. «Πείτε στον Τσουαναντόνι να έρθει απόψε. Θα
+του δώσω κόκκινα αχλάδια.»
+
+Η γριά της άρπαξε το χέρι, το φίλησε και έφυγε κλαίγοντας. Η
+Νοέμι γύρισε στη θέση της. Ο ξεθωριασμένος ουρανός στην
+ανατολή, πάνω από το βουνό, φλεγόταν ακόμη, λες και όλη η
+λάμψη της ημέρας είχε συγκεντρωθεί εκεί πάνω. Επέμενε να
+ράβει, αλλά δεν έβλεπε ούτε το πανί , ούτε το βελόνι, μόνο
+εκείνη την μεγάλη αναλαμπή, εκείνο τον αντικατοπτρισμό χωρίς
+όρια, βαθύ, απέραντο. Νόμιζε ότι ακούει τη σερενάτα του
+αγοριού και τραγούδια αγάπης πετούσαν μες στη φλεγόμενη
+ατμόσφαιρα του δειλινού. Έβλεπε πάλι τον εαυτό της επάνω στο
+χοντροκαμωμένο μπαλκόνι του παπά, εκεί κάτω στην εκκλησία του
+Ριμέντιο. Στην αυλή θέριευε η φλόγα και το πανηγύρι οργίαζε.
+Κάποια στιγμή όμως κατέβαινε κι εκείνη για να μπει στο χορό
+μαζί με τις άλλες γυναίκες, κι εκείνη έπαιρνε μέρος στη
+γιορτή και ήταν η πιο τρελή απ’ όλες, σαν την Γκριζέντα και
+σαν τη Νατόλια, και αισθανόταν στην καρδιά της τη φλόγα, τη
+γλύκα, το πάθος όλων εκείνων των γυναικών μαζί. Ο Τζατσίντο
+της έσφιγγε το χέρι και το πανηγύρι τριγύρω, μες στην αυλή,
+στον κόσμο ολόκληρο, ήταν γι’ αυτούς….
+
+Σιγά σιγά όμως γύρισε στην πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι
+έσβησε η φλόγα και το αίμα σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα
+στις φλέβες της. Ντράπηκε για την ονειροφαντασιά της.
+Θυμήθηκε την υπόσχεση που έδωσε στη γριά: «όλα θα πάνε καλά».
+Προσπάθησε να βρει τις λέξεις που έπρεπε να πει στον ανιψιό
+της για να τον πείσει να μπει στο σωστό δρόμο και να
+παντρευτεί την Γκριζέντα. Μακάρι να ζήσουν ευτυχισμένοι! Τώρα
+τους αγαπούσε και τους δυο, τη γυναίκα επειδή με την αγάπη
+της αποτελούσε ένα κομμάτι του άντρα. Μακάρι να ζήσουν
+ευτυχισμένοι μες στη φτώχια και στην αγάπη τους, στο ταξίδι
+τους προς τη γη της επαγγελίας. Τους αγαπούσε , γιατί ένοιωθε
+τον εαυτό της ανάμεσά τους, κομμάτι δικό τους, ενωμένη με τον
+άντρα μέσα από την αγάπης της, ενωμένη με τη γυναίκα μέσα από
+τον πόνο της. Τους ευλογούσε, σαν μια γριά μάνα, αλλά
+αισθανόταν να την παρασέρνουν μαζί τους, μέσα στη ζωή όλο
+μυστήριο, όπως ο Ιησούς ανάμεσα στους γονείς του κατά τη φυγή
+προς την Αίγυπτο…..
+
+Και όπως τα μικρά παιδιά και οι γέροι άρχισε να κλαίει χωρίς
+να ξέρει το γιατί - από πόνο που ήταν χαρά, και από χαρά που
+ήταν πόνος.
+
+Κάποιος όμως χτύπησε πάλι στην εξώπορτα κι εκείνη σκούπισε τα
+μάτια της με το πανί και πήγε ν’ ανοίξει. Ένας άντρας μπήκε
+κλείνοντας ξωπίσω του την εξώπορτα.
+
+Ήταν ο δικαστικός κλητήρας, ένας αστός αδύνατος με μαυριδερό
+πρόσωπο από τα γένια του που δεν τα είχε ξυρίσει εδώ και οχτώ
+μέρες. Κρατούσε ένα μακρύ χαρτί διπλωμένο στα δυο. Ανασήκωσε
+το πρασινωπό σκληρό καπέλο του από το φαλακρό του κεφάλι,
+κοίταξε τη Νοέμι και είπε διστακτικά:
+«Δεν είναι εδώ η ντόνα Έστερ;»
+«Όχι»
+«Θα ήθελα…. θα ήθελα να της εγχειρίσω αυτό. Μπορώ όμως να το
+δώσω σ’ εσάς», πρόσθεσε γρήγορα, γράφοντας κάτι με το μολύβι
+του στο κάτω μέρος του χαρτιού και συλλαβίζοντας τις λέξεις
+που έγραφε.
+«Εγ-χει-ρι- εγχειρίζεται εις χει- εις χείρας της αξιοτίμου
+αδελφής ντόνας, ντόνας Νο-έ-μι Νοέμι Πιντόρ.»
+
+Εκείνη κοίταξε ψυχρά, τρέμοντας μέσα της. Ένα σωρό ερωτήσεις
+έφταναν ως τα χείλη της, αλλά δεν ήθελε να φανεί περίεργη και
+αδύναμη μπροστά σ’ εκείνο τον άνθρωπο που όλοι στο χωριό τον
+φοβόντουσαν και τον περιφρονούσαν.
+
+Ο κλητήρας με τη σειρά του δίσταζε να της δώσει το χαρτί,
+τελικά πήρε την απόφαση να της το δώσει και έφυγε γρήγορα.
+
+Άρχισε να το διαβάζει, με το πανί κρεμασμένο στο μπράτσο και
+τα μάτια ακόμη υγρά από τα δάκρια της αγάπης.
+«Εν ονόματι της Μεγαλειότητός του Βασιλέως ….» Το χαρτί είχε
+κάτι το μυστηριώδες και φοβερό: έμοιαζε να προέρχεται από
+κάποια δύναμη του κακού.
+
+Σιγά σιγά, όσο διάβαζε και καταλάβαινε, η Νοέμι νόμιζε ότι
+ονειρεύεται. Πήγε πάλι να καθίσει και ξαναδιάβασε καλύτερα. Η
+Κατερίνα Κάρτα, επάγγελμα οικιακά, ζητούσε από την ευγένειά
+της την Έστερ Πιντόρ, μέσα σε πέντε μέρες από την κοινοποίηση
+της πράξης της διαμαρτύρησης της συναλλαγματικής
+υπογεγραμμένης υπό της ιδίας, την επιστροφή δυο χιλιάδων
+εξακοσίων λιρετών συμπεριλαμβανομένων των εξόδων.
+
+Στην αρχή και η Νοέμι πίστεψε, όπως ο Έφις, σε κάποια
+απερίσκεπτη ενέργεια της Έστερ. Κοκκίνισε φευγαλέα το μέτωπό
+της∙ σαν μια φλόγα που λάμπει για μια στιγμή μονάχα κι έπειτα
+σβήνει μακριά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ανέβηκε από τα
+βάθη της συνείδησής της η βεβαιότητα ότι κι αυτή θα έκανε,
+λίγα λεπτά πριν, οποιαδήποτε τρέλα για τον Τζατσίντο. Έπειτα
+σιωπή, σκοτάδι. Εκείνη ναι, λίγα λεπτά πριν, αλλά η Έστερ; Η
+Έστερ δεν μπορούσε να είχε νοιώσει την ίδια τρέλα μ’ εκείνη,
+η Έστερ δεν μπορούσε να καταστρέψει την οικογένεια από αγάπη
+για εκείνον τον τυχοδιώκτη.
+
+Η αλήθεια πέρασε τότε σαν αστραπή από το μυαλό της, την έκανε
+να πεταχτεί επάνω, να τρέξει εδώ κι εκεί σκοντάφτοντας,
+τρεκλίζοντας, σαν να την είχε χτυπήσει ένας σωματικός πόνος.
+
+Οι αδελφές της την βρήκαν σ’ αυτή την κατάσταση.
+
+Η ντόνα Έστερ πήρε το χαρτί, με το χέρι έξω από το σάλι∙ η
+ντόνα Ρουθ άναψε το λυχνάρι επειδή είχε κιόλας νυχτώσει.
+
+Κάθισαν και οι τρεις στον πάγκο και η Νοέμι, ήρεμη και ψυχρή,
+ξαναδιάβασε με δυνατή φωνή το χαρτί. Τα πρόσωπα των
+αδελφάδων, σκυμμένα επάνω στο χαρτί, γυάλιζαν από τον ιδρώτα
+της αγωνίας, αλλά η Νοέμι σήκωσε το βλέμμα και είπε:
+«Εάν εσύ Έστερ, δεν έχεις υπογράψει τίποτε, δεν οφείλουμε να
+πληρώσουμε τίποτε. Είναι σαφές, γιατί να απελπιζόμαστε;»
+«Εκείνος θα πάει φυλακή.»
+«Τόσο το χειρότερο για εκείνον!»
+«Εσύ, Νοέμι, εσύ μιλάς έτσι; Μπορούμε να στείλουμε στη φυλακή
+έναν άνθρωπο του Θεού;»
+«Τι λες να κάνεις τότε;»
+«Να πληρώσουμε.»
+«Και μετά να πάμε να ζητάμε ελεημοσύνη;»
+«Και ο Χριστός ζήτησε ελεημοσύνη.»
+«Ο Χριστός, όμως, τιμωρεί κιόλας, τιμωρεί τους αμαρτωλούς,
+τους δόλιους, τους πλαστογράφους….»
+«Στον άλλο κόσμο, Νοέμι!»
+
+Η ντόνα Ρουθ σιωπούσε την ώρα που κουβέντιαζαν οι αδελφές
+της, ίδρωνε όμως ακουμπισμένη στη ράχη της καρέκλας. με τα
+χέρια να κρέμονται σαν νεκρά στα πλευρά της. Πρώτη φορά στη
+ζωή της δοκίμαζε ένα παράξενο συναίσθημα: την ανάγκη να
+κινηθεί, να κάνει κάτι για να βοηθήσει την οικογένεια.
+«Α!» είπε η ντόνα Έστερ και σηκώθηκε, διπλώνοντας το σάλι
+επάνω στο στήθος της, «πρέπει να έχουμε υπομονή και φρόνηση.
+Θα πάω στης Καλίνα και θα την παρακαλέσω να κάνει υπομονή.»
+«Εσύ, αδελφή μου; Εσύ στο σπίτι της τοκογλύφου; Εσύ, η ντόνα
+Έστερ Πιντόρ;»
+
+Η Νοέμι την τραβούσε από το σάλι, αλλά η ντόνα Έστερ, παρ’
+όλο που συμβούλευε υπομονή και φρόνηση, ξέσπασε.
+«Ντόνα Έστερ και κουραφέξαλα! Η ανάγκη, το ξέρεις δα αδελφή
+μου, μας κάνει όλους ίσους.»
+
+Και έφυγε.
+
+Τότε ένα έντονο αίσθημα ταπείνωσης και αγανάκτησης κατέλαβε
+πάλι τη Νοέμι. Η μορφή του Έφις ξεπήδησε μπροστά της σαν
+πρόβατο επί σφαγήν και έτρεξε στην αυλή και βγήκε στην
+εξώπορτα περιμένοντας να περάσει κάποιος για να τον
+παρακαλέσει να πάει να φωνάξει τον υπηρέτη.
+«Εκείνος, εκείνος φταίει για όλα! Εκείνος είχε υποσχεθεί να
+προσέχει τον Τζατσίντο και να μας προστατέψει από αυτόν…»
+
+Δεν περνούσε κανείς∙ τριγύρω βασίλευε σιωπή και μέσα στο
+σπίτι η ντόνα Ρουθ ήταν σαν νεκρή. Η Νοέμι δεν ξέχασε ποτέ
+εκείνη τη στιγμή της αναμονής την ώρα του δειλινού που της
+φαινόταν να είναι το δειλινό της ίδιας της της ζωής. Όρθια
+επάνω στις σπασμένες πέτρες του κατωφλιού πρόβαλε προς τα έξω
+και νόμιζε πως περίμενε ένα μυστηριώδες ον, σωτήρα και τιμωρό
+ταυτόχρονα.
+
+Ακούστηκαν βήματα, κάπως αργόσυρτα, κάπως βαριά. Μια μορφή
+εμφανίστηκε κάτω στο δρόμο. Ανέβαινε και μεγάλωνε, πρόβαλε
+γιγαντιαία στο άχρωμο φόντο του ορίζοντα. Ήταν μαύρη, αλλά
+μια φλόγινη κλωστή άστραφτε στο στήθος του, στο μέρος της
+καρδιάς.
+
+Έφτασε μπροστά στη Νοέμι και βλέποντάς την αναστατωμένη
+σταμάτησε, ενώ εκείνη ακουμπούσε βαριά με το ανοιχτό της χέρι
+στον τοίχο για να μην πέσει, τόσο πολύ την είχαν ταράξει η
+επιθυμία και ο τρόμος να μιλήσει στον διαβάτη.
+
+Εκείνος όμως ρώτησε.
+«Τι συμβαίνει, Νοέμι;»
+
+Κι εκείνη ένιωσε να λιγοψυχά, να θέλει να φωνάξει βοήθεια.
+«Πρέντου, κάνε μου μια χάρη. Βρες κάποιον που να μπορεί να
+πάει να φωνάξει τον Έφις στο κτήμα.»
+«Θα πάω εγώ, Νοέμι»
+«Εσύ; Εσύ; Εσύ… όχι.»
+«Γιατί όχι;», γρύλλισε. «Φοβάσαι μήπως σου κλέψω τα
+καρπούζια;»
+
+Εκείνη συνέχισε να τραυλίζει ασυνείδητα: «Εσύ όχι… εσύ όχι…
+εσύ όχι…»
+
+Ο ντον Πρέντου μάντευε το δράμα που παιζόταν εκεί μέσα.
+
+Δεν ήξερε γιατί, εδώ και λίγο καιρό, από το βράδυ εκείνο που
+είχε κουβαλήσει το καλάθι, από τότε που ο Τζατσίντο του είπε:
+«εσύ μαζεύεις λεφτά σαν να είναι κουκιά που θα τα δώσεις στα
+γουρούνια», ένοιωθε μέσα του ένα κενό, έναν περίεργο πόνο,
+σαν να του μετέδωσε ο ξένος το δικό του και όταν σκεφτόταν
+τις ξαδέλφες του αισθανόταν μια λύπηση ασυνήθιστη. Είδε τη
+Νοέμι που έτρεμε και ακούμπησε κι εκείνος το χέρι του στον
+τοίχο, πλάι στο δικό της. Τα πρόσωπά τους πλησίασαν, το δικό
+του είχε μιαν αρσενικιά μυρωδιά από ιδρώτα, από επιδερμίδα
+καμένη από τον ήλιο, από κρασί και ταμπάκο, το δικό της ένα
+άρωμα κλεισούρας, λεβάντας και δακρύων.
+«Νοέμι», είπε δειλά κα με τρόπο τραχύ, βγάζοντας το καπέλο
+και ξαναφορώντας το, «εάν με χρειάζεστε να μου το πείτε. Τι
+έγινε;»
+
+Η Νοέμι δεν απάντησε, δεν μπορούσε να μιλήσει.
+«Τι έγινε;», επανέλαβε δυνατά.
+«Καταστραφήκαμε, Πρέντου…», είπε τελικά και της φάνηκε ότι
+μιλούσε παρά τη θέλησή της.
+«Ξοφλήσαμε. Ο Τζατσίντο πλαστογράφησε την υπογραφή της
+Έστερ….. Και η τοκογλύφος διαμαρτύρησε τη συναλλαγματική…»
+«Α, να πάρει ο διάολος!», φώναξε ο ντον Πρέντου, δίνοντας μια
+γροθιά στον τοίχο.
+
+Η Νοέμι φοβήθηκε εκείνη τη φωνή και το αίσθημα αξιοπρέπειας
+την επανέφερε στην τάξη. Της φάνηκε ότι οι γείτονες βγήκαν
+για ν’ ακούσουν το χάλι της.
+«Έλα μέσα, Πρέντου. Θα σου τα πω όλα.»
+
+Κι εκείνος μπήκε στο σπίτι που το κατώφλι του είχε να το
+περάσει είκοσι χρόνια.
+
+Το λυχνάρι άναβε επάνω στο παλιό κάθισμα και έμοιαζε η μικρή
+του φλόγα να κρατά θλιμμένη συντροφιά στην ντόνα Ρουθ που
+καθόταν ακόμη ακίνητη με το κεφάλι ακουμπισμένο στη ράχη της
+καρέκλας και τα χέρια εγκαταλειμμένα, το ένα από εδώ και το
+άλλο από εκεί, και τις αρθρώσεις τους επάνω στο ξύλο. Το μισό
+της πρόσωπο ήταν φωτισμένο, χλωμό και το άλλο μισό ήταν στη
+σκιά, σκοτεινό. Τα μισόκλειστα μάτια κοίταζαν, ωστόσο, προς
+τα επάνω, αλλήθωρα, όπως συμβαίνει στην προσπάθεια να
+συγκεντρωθούν σε ένα μόνο μακρινό σημείο.
+
+Μόλις την είδε ο ντον Πρέντου, αναρίγησε και κοντοστάθηκε.
+Από την κίνησή του η Νοέμι κατάλαβε την αλήθεια. Τον κοίταξε
+τρομαγμένη, έπειτα κοίταξε την αδελφή της και έτρεξε κοντά
+της.
+«Ρουθ, Ρουθ;», την φώναξε χαμηλόφωνα, σκυμμένη επάνω της και
+σφίγγοντάς της τα μπράτσα.
+
+Το κεφάλι της ντόνας Ρούθ έγειρε πρώτα από τη μια μεριά,
+ύστερα από την άλλη, έπειτα όλο το σώμα της φάνηκε να
+προβάλλει προς τα εμπρός και να σκύβει για ν’ ακούσει τη φωνή
+της γης, που την καλούσε κοντά της.
+
+Το παράπονο από το ακορντεόν του Τσουαναντόνι έφτασε βαθειά
+στο χάος του πόνου της Νοέμι, σαν ένα μακρινό φως.
+
+Το αγόρι τραγουδούσε, συνοδεύοντας τη μουσική του, και η φωνή
+του θλιμμένη από μια ανέκφραστη μελαγχολία γέμιζε τη νύχτα με
+γλυκύτητα και λάμψη. Η Νοέμι, γονατιστή ακόμη κοντά στο
+κάθισμα όπου βρισκόταν το ξόδι της ντόνας Ρουθ, ανασήκωσε το
+βλέμμα και κοίταξε τριγύρω. Ήταν μόνη. Ο ντον Πρέντου έτρεξε
+να φωνάξει την ντόνα Έστερ. Θυμήθηκε τα λόγια της γριάς: «ο
+Τσουαναντόνι θα έρθει να σας κάνει σερενάτα» και ένα πονεμένο
+ουρλιαχτό βγήκε από τα χλωμά της χείλη: ήταν φωνές, βογγητά,
+θρήνος που ανακατεύονταν με τις νότες του ακορντεόν και με το
+τραγούδι του αγοριού, όπως το αγκομαχητό ενός λαβωμένου στο
+δάσος ανακατεμένο με τις τρίλιες ενός αηδονιού.
+
+Ξαφνικά όμως όλα έπαψαν. Έπειτα ακούστηκαν βήματα, φωνές. Η
+αυλή γέμισε κόσμο. Η Νοέμι είδε πλάι της το αγόρι με το
+πρόσωπό του χλωμό και ορθάνοιχτα τα μεγάλα του μάτια. Έσφιγγε
+στο στήθος το ακορντεόν σαν να ήθελε να προφυλαχτεί από
+κάποια επίθεση και του είπε στο αυτί:
+«Τρέξε. Πήγαινε να φωνάξεις τον Έφις».
+
+
+Κεφάλαιο δέκατο
+
+Η ντόνα Ρούθ έφυγε και σκιές και σιωπή τύλιξαν πάλι το σπίτι.
+
+Ο Έφις, καθισμένος στο σκαλάκι, με ένα γιασεμί στο χέρι και
+το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο, περίμενε να γυρίσει ο
+Τζατσίντο με ένα ακαθόριστο αίσθημα φόβου.
+
+Ο Τζατσίντο δεν γύριζε. Είχε μάθει, το δίχως άλλο, τη συμφορά
+και δίσταζε να γυρίσει. Πού ήταν; Ακόμη στην Ολιένα ή στο
+Νούορο ή πιο μακριά;
+
+Ο Έφις προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, τις
+αναμνήσεις του, τις εντυπώσεις του από εκείνες τις τρεις
+τρομαχτικές μέρες. Να, του φαινόταν ότι καθόταν ακόμη μπροστά
+στο καλύβι του και άκουγε το αηδόνι που τραγουδούσε εκεί
+κάτω, ανάμεσα στα σκλήθρα: ήταν λες η φωνή του ποταμού εκείνο
+το κύμα αρμονίας που ξεχύνονταν για να δροσίσει τη νύχτα, και
+ήταν τόσο μελωδικό και σπαραξικάρδιο που και τα πνεύματα της
+νύχτας ακόμη μαζεύτηκαν στο φρύδι του λόφου και ξεπρόβαλαν
+ακίνητα για να το ακούσουν. Ο Έφις ένοιωθε να τον παίρνει
+μακριά κάτι που έμοιαζε με ορμή του ανέμου: αναμνήσεις και
+ελπίδες τον ανύψωναν. Περίμενε τον Τζατσίντο, και ο Τζατσίντο
+ερχόταν τάχα να του φέρει φανταστικά νέα: ότι βρήκε δουλειά,
+ότι κράτησε την υπόσχεσή του να είναι η παρηγοριά για τις
+ηλικιωμένες θείες του. Και ότι τάχα ο ντον Πρέντου είχε
+ζητήσει τη Νοέμι να γίνει γυναίκα του…
+
+Αντί για τον Τζατσίντο όμως ήρθε ο Τσουαναντόνι με κάτι που
+μαύριζε επάνω στο στήθος του, σαν ψόφιο όρνιο. Από εκείνη τη
+στιγμή ο Έφις είχε την εντύπωση ότι έπεσε σ’ ένα παραλήρημα
+πυρετού. Τι εφιάλτης, η δημοσιά ν’ ασπρίζει μέσα στη νύχτα
+και ο ήχος του ακορντεόν να κατεβαίνει από το λόφο και να
+κάνει να πάψει το αηδόνι! Όλα τα στοιχειά και τα τέρατα
+τινάχτηκαν από τον ύπνο και χόρευαν μες στο σκοτάδι,
+παίρνοντάς τον στο κατόπι και περιτριγυρίζοντάς τον.
+
+Και να τον πάλι να περιμένει, αλλά ο Τζατσίντο είχε κι
+εκείνος πάρει τη μορφή ενός τέρατος, λες και τα πνεύματα της
+νύχτας τον είχαν πάρει μαζί τους στο μυστηριώδες βασίλειό
+τους κι εκείνος γύριζε από εκεί φρικτά παραμορφωμένος.
+
+Καλύτερα να μη γύριζε ποτέ.
+
+Απ’ την κουζίνα έβγαινε λίγο αμυδρό φως που φώτιζε ένα μέρος
+της αυλής. Μέσα ακουγόταν ένας ανεπαίσθητος θόρυβος: η Νοέμι
+και η ντόνα Έστερ μετακινιόντουσαν , αλλά φαινόταν να
+φοβούνται κι εκείνες, να φοβούνται μην γίνουν αντιληπτές ότι
+ζούσαν.
+
+Κάποιος όμως έσπρωξε την πόρτα, και οι τρεις, οι γυναίκες και
+ο υπηρέτης, πετάχτηκαν σαν να ξυπνούσαν από έναν ύπνο του
+θανάτου.
+
+Ήταν πάλι η γριά Ποτόι που ερχόταν να μάθει νέα του
+Τζατσίντο. Προχώρησε σαν σκιά, αλλά θα πρέπει να είχε αφήσει
+κάποιον έξω επειδή έστρεψε να κοιτάξει, ενώ οι κυρίες
+αποσύρονταν αγανακτισμένες.
+«Εδώ και πέντε μέρες το παλικάρι λείπει και κανείς δεν ξέρει
+πού βρίσκεται! Πες μου, ψυχούλα μου Έφις, πού είναι.»
+«Πώς μπορώ να σας το πω, αφού ούτε εγώ το ξέρω;»
+«Πες το μου, πες το μου», επέμενε, σκύβοντας επάνω από το
+Έφις, ενώ έπιανε τα κολιέ της λες και ήθελε να τα βγάλει και
+να του τα προσφέρει. «Τον διώξατε; Τον έδιωξε η ντόνα
+Νοέμι;….. Πες το μου, εσύ το ξέρεις. Η Γκριζέντα μου θα
+πεθάνει….»
+
+Έσκυβε, έσκυβε κι επάνω στο μαύρο της προφίλ, όπως σ΄ εκείνο
+ενός βουνού, ο Έφις έβλεπε να λάμπει ένα αστέρι.
+«Τι μπορώ να σου πω, ψυχούλα μου;»
+«Τίποτε, γριά!» της είπε φωναχτά. «Σας ορκίζομαι ότι δεν
+ξέρω! Όταν όμως έρθει, θα σας ειδοποιήσω…..»
+«Εσύ είσαι καλός, Έφις! Ο Θεός θα σε ανταμείψει. Έλα εδώ,
+έξω…. Παρηγόρησέ την…»
+
+Του άρπαξε τα χέρια και τον τράβηξε έξω. Η Γκριζέντα
+ακουμπούσε στον τοίχο και έκλαιγε, λες και ήταν έξω από μια
+φυλακή που περιέκλειε όλα της τα καλά και όπου εκείνη δεν
+μπορούσε να μπει.
+«Λοιπόν, τι έχεις; Θα γυρίσει, σίγουρα.»
+«Το άκουσες, ψυχή μου;» είπε η γριά τραβώντας το κορίτσι από
+τον τοίχο. «Θα γυρίσει! Δεν έφυγε για πάντα, όχι!»
+«Θα γυρίσει, ναι, κορίτσι μου!»
+
+Η Γκριζέντα του πήρε το χέρι και το φίλησε με αναφιλητά.
+Ένοιωσε επάνω στα δάχτυλά του τα χείλη της βρεγμένα από
+δάκρυα σαν να ήταν ένα λουλούδι υγρό από τις σταγόνες της
+δροσιάς και ανατρίχιασε. Του φάνηκε ν’ απομακρύνεται ο
+εφιάλτης που τον τυραννούσε τρεις μέρες.
+«Θα γυρίσει», είπε δυνατά. «Και όλα θα πάνε καλά. Θα βάλει
+μυαλό, θα μετανιώσει, θα είστε ευχαριστημένοι και όλα θα πάνε
+καλά….»
+
+Οι δυο γυναίκες έφυγαν καθησυχασμένες. Ξαναμπήκε στο σπίτι
+και είδε τη Νοέμι να ορθώνεται μπροστά του σαν μια ακίνητη,
+μαύρη σκιά, απτή.
+«Έφις, τα άκουσα όλα. Έφις, μην σου περνάει από το μυαλό ότι
+θα μας πεθάνεις κι εμάς. Ο Τζατσίντο δεν πρέπει να ξαναμπεί
+σ’ αυτό εδώ το σπίτι.»
+
+Ο Έφις κρατούσε ακόμη το γιασεμί στο χέρι και το λουλουδάκι
+τρεμούλιασε μες στο σκοτάδι, σαν να ένοιωσε το ίδιο πόνο.
+«Να σας πεθάνω… εγώ! Και γιατί;»
+«Έφις, άκουσα!», επανέλαβε με μονότονη φωνή, αλλά ξαφνικά η
+φιγούρα της τινάχτηκε, η σκιά ψήλωσε λες, έγινε τεράστια. Ο
+Έφις την αισθάνθηκε επάνω του σαν τίγρη.
+«Έφις, κατάλαβες; Εκείνος δεν πρέπει να ξαναπατήσει το πόδι
+του εδώ, ούτε στο χωριό! Εσύ, εσύ φταις για όλα. Εσύ τον
+άφησες να έρθει, εσύ είπες ότι θα μας προστάτευες από
+εκείνον… Εσύ….»
+
+Έβγαλε το σκούφο του όπως κάνει ο μετανοών.
+«Ντόνα Νοέμι, συγχωρείστε με! Πίστευα ότι έκανα το καλό…
+σκεφτόμουν: όταν δεν θα υπάρχω εγώ, εκείνες θα έχουν
+τουλάχιστον κάποιον να τις υποστηρίζει….»
+«Εσύ; Εσύ; Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το
+συγχωρείς που είμαστε από αρχοντική γενιά και θέλεις να μας
+δεις να ζητιανεύουμε με το δισάκι σου. Να ξέρεις όμως πως τα
+κοράκια θα σου βγάλουν πρώτα τα μάτια. Δυο από εμάς τις είδες
+να φεύγουν από εδώ….. τις άλλες όμως δεν θα τις δεις. Κι εσύ
+θα είσαι πάντα ο υπηρέτης κι εμείς τ’ αφεντικά σου….»
+
+Εκείνος σταυροκοπήθηκε σαν να βρισκόταν μπροστά σε μια
+δαιμονισμένη και πήγε να πάρει το δισάκι του για να το βάλει
+στα πόδια, να πάει στην άκρη του κόσμου. Η ντόνα Έστερ όμως
+τον άρπαξε από το χέρι και η Νοέμι, που πήγαινε από πίσω του,
+έπεσε βαριά επάνω στον πάγκο, όπως η ντόνα Ρουθ, με τα μάτια
+κλειστά και το πρόσωπο μελανό.
+
+Εκείνος πήγε έξω, κάθισε στο σκαλοπάτι και έμεινε όλη τη
+νύχτα ακίνητος με το κεφάλι μέσα στα χέρια.
+
+Πριν την αυγή έφυγε για να πάει να βρει τον Τζατσίντο. Και
+ανέβαινε και ανέβαινε τη δημοσιά, γκρίζα στην αρχή, έπειτα
+λευκή, έπειτα ρόδινη. Η αυγή έμοιαζε να αναδύεται από την
+κοιλάδα σαν ένας κόκκινος καπνός που σκέπαζε τις φανταστικές
+βουνοκορφές στον ορίζοντα. Το βουνό Κοράσι, το βουνό Ουντέ, η
+Μπέλα Βίστα, η Σα Μπαρντία, ο Σάντου Γιουάνε Μόντε Νου
+υψώνονταν με τις κορυφές τους φωτεινές σαν να ήταν πέταλα
+ενός τεράστιου λουλουδιού ανοιχτού στο πρωινό και ο ουρανός ο
+ίδιος φαινόταν να σκύβει χλωμός και συγκινημένος επάνω σε
+τόση ομορφιά.
+
+Μόλις πρόβαλε ο ήλιος όμως η μαγεία χάθηκε. Τα γεράκια, με τα
+αστραφτερά σαν το μαχαίρι φτερά τους, περνούσαν κρώζοντας, η
+Ορτομπένε, πόλη χτισμένη από νουράγκι, απλωνόταν απέναντι από
+τις λευκές επάλξεις της Ολιένα κι ανάμεσα στη μια και στην
+άλλη έκανε την εμφάνισή του στον ορίζοντα ο καθεδρικός ναός
+του Νούορο.
+
+Ο Έφις περπατούσε και ο πυρετός του θόλωνε τα μάτια. Του
+φαινόταν πως ήταν νεκρός και πήγαινε, πήγαινε σαν μια
+κολασμένη ψυχή που πρέπει να φτάσει στην αιώνια μοίρα της.
+Στιγμές στιγμές όμως μια αίσθηση ανταρσίας τον ανάγκαζε να
+σταματά, να κάθεται στην άκρη του δρόμου και να κοιτάει
+μακριά. Ο δρόμος ανηφορικός ανάμεσα στην κοιλάδα και το
+βουνό, ανάμεσα σε βράχους, ελαιόδεντρα και φραγκοσυκιές, όλα
+ένα γκρίζο, του φαινόταν, ναι, ότι ήταν ο Γολγοθάς του αλλά
+ταυτόχρονα και ένας δρόμος που μπορούσε να τον οδηγήσει σε
+έναν τόπο ελευθερίας. Να, σκεφτόταν κοιτάζοντας την
+Ορτομπένε, εκεί πάνω είναι μια πόλη από γρανίτη με δυνατά,
+σιωπηλά κάστρα. Γιατί να μην βρω καταφύγιο εκεί επάνω μόνος
+και να τρέφομαι με χόρτα , με κλεμμένο κρέας, ελεύθερος σαν
+τους ληστές;
+
+Αλλά από ένα άνοιγμα της κοιλάδας είδε το Λυτρωτή επάνω στο
+βράχο με έναν μεγάλο σταυρό που ένωνε το γαλάζιο ουρανό με τη
+γκρίζα γη και γονάτισε με κατεβασμένο το κεφάλι, όλος ντροπή
+για τις φαντασιώσεις του.
+
+
+Ο Τζατσίντο ήταν στην Ολιένα. Ήξερε για τη συμφορά και για το
+θάνατο της θείας Ρουθ και γι’ αυτό φοβόταν να γυρίσει στο
+χωριό. Ζούσε με τις λίγες λιρέτες που είχε κερδίσει από τη
+μεσιτεία της αγοράς του κρασιού για λογαριασμό του Μιλέζου,
+δεν ήξερε όμως τι θα έκανε μετά. Κι εκείνος ατένιζε μακριά,
+από το παραθυράκι του μικρού του δωματίου, πάνω από μια
+κατηφορική αυλίτσα που στο βάθος της, σαν μέσα από μια τρύπα,
+φαινόταν η μεγάλη κοιλάδα της Ισποροσίλε με τον καθεδρικό ναό
+του Νούορο να προβάλλει ανάμεσα σε δυο βουνά, ψηλά, στον
+τριανταφυλλί ουρανό.
+
+Ούτε στο Νούορο όμως αποφάσιζε να πάει. Σαν κάτι να περίμενε,
+κάτι που έμελε να γίνει και στο αναμεταξύ γυρόφερνε στο
+χωριό, μεθούσε από τον ήλιο μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας.
+Το χωριό, λευκό κάτω από τα γαλάζια βουνά τα ολοκάθαρα σαν
+φτιαγμένα από μάρμαρο και αέρα, φλέγονταν σαν να ήταν
+ασβεσταριά. Κάθε τόσο όμως ένα ρεύμα αέρα το δρόσιζε και οι
+καρυδιές και ο ροδακινιές μέσα στα περιβόλια ψιθύριζαν
+ανάμεσα στο κελάρυσμα του νερού και στο κελάιδισμα των
+πουλιών.
+
+Ο Τζατσίντο κοίταζε τις γυναίκες που πήγαιναν στη λειτουργία,
+αυστηρές, αλύγιστες, με τετράγωνα, χλωμά πρόσωπα πλαισιωμένα
+από γυαλιστερά μαλλιά σαν μαύρο σατέν, με τα σφυρά γυμνά σαν
+της ελαφίνας, με όμορφα πασούμια στολισμένα με άνθη.
+Καθισμένες στο πάτωμα της εκκλησίας, με τους κόκκινους
+κορσέδες τους, σκεπασμένους με κεντημένα μαντήλια, έδιναν την
+εντύπωση ενός ανθισμένου κάμπου. Όλη η εκκλησία ήταν γεμάτη
+με κορδέλες και είδωλα∙ άγιοι μικροί και μαυριδεροί με μάτια
+μαργαριταρένια, άγιοι μεγάλοι και ασουλούπωτοι που έμοιαζαν
+περισσότερο με τέρατα παρά με είδωλα.
+
+Μετά τη λειτουργία ο κόσμος πήγαινε σπίτι και ο Τζατσίντο
+επέστρεφε στο καταφύγιό του περνώντας μπροστά από μια
+ερειπωμένη εκκλησία που του θύμιζε εκεί κάτω το σπίτι από τις
+θείες του. Σκεφτόταν περισσότερο τη θεία του Νοέμι παρά την
+Γκριζέντα και του ερχόταν να κλάψει, να γυρίσει εκεί κάτω, να
+καθίσει πλάι της την ώρα που έραβε μες στην αυλή και ν’
+ακουμπήσει το κεφάλι του στα γόνατά της, κάτω από το πανί που
+έραβε. Έπειτα όμως ντρεπόταν για το όνειρό του, και γύριζε
+στο παραθυράκι της μικρής, μοναχικής του κάμαρης για να δει
+τη μητρόπολη του Νούορο. Εκεί πέρα βρισκόταν ίσως η σωτηρία
+του.
+
+Χελιδονοφωλιές, που με τον καιρό είχαν πάρει το χρώμα της
+πέτρας, βρίσκονταν σε παράταξη, σαν διακόσμηση, ανάμεσα στη
+σκεπή και στα παραθυράκια του μικρού σπιτιού. Σε κάθε φωλιά
+και μερικά πουλάκια∙ κάθε τόσο ένα γυαλιστερό και σφαιρικό
+κεφαλάκι σαν πίνα πρόβαλε έξω, ξεγλιστρούσε ένα χελιδόνι,
+έπειτα ένα άλλο, δέκα, είκοσι και ο ουρανός γύρω από το
+παραθυράκι του Τζατσίντο γέμιζε από το πέταγμα μικρών μαύρων
+σταυρών και από ένα μελαγχολικό τετέρισμα.
+
+Έκανε να πιάσει κανένα, τόσο κοντά πετούσαν στο πρόσωπό του,
+και έμενε ακίνητος παραφυλώντας∙ έτσι περνούσε η ώρα. Μια
+μέρα όμως είδε ν’ ανεβαίνει, διασχίζοντας την μικρή αυλή, η
+κουρασμένη φιγούρα του Έφις και τότε κατάλαβε ότι εκείνον
+περίμενε.
+
+Μόλις έφτασε κάτω από το παραθυράκι ο υπηρέτης κοίταξε προς
+τα επάνω χωρίς να μιλήσει. Δεν μπορούσε σχεδόν ν’ ανοίξει το
+στόμα του, αλλά με το κεφάλι έδειξε το δρόμο, κάνοντας νεύμα
+στον Τζατσίντο να τον ακολουθήσει και ο Τζατσίντο τον
+ακολούθησε.
+
+Πήγαν πίσω από την εκκλησία, ακούμπησαν στον ερειπωμένο
+τοίχο, μπροστά στο μεγάλο τοπίο πλημμυρισμένο από φως.
+«Λοιπόν;» ρώτησε ο Έφις με φωνή που έτρεμε.
+
+Η λέξη αυτή έκανε τον Τζατσίντο να γελάσει. Δεν ήξερε το
+γιατί, αλλά μπροστά στη μιζέρια του υπηρέτη ένοιωσε ξαφνικά
+δυνατός και μοχθηρός.
+«Σ’ εμένα ρωτάς το «λοιπόν;». Εγώ σου το ρωτάω. Τι καινούργιο
+υπάρχει που σε σπρώχνει να με ακολουθήσεις; Ήρθες ν’
+αγοράσεις κρασί για το γάμο της θείας Νοέμι;»
+«Να σέβεσαι τις θείες σου! Δε θα τις ξαναδείς πια. Η ντόνα
+Ρουθ πέθανε.»
+
+Ο Τζατσίντο τότε κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια του.
+«Βλέπεις; Βλέπεις; Ούτε μια λέξη πόνου δεν βγάζεις από το
+στόμα σου! Ούτε ένα δάκρυ! Και να σκεφτείς ότι πέθανε για
+σένα, άθλιε! Πέθανε από τον πόνο της για σένα.»
+
+Ο ώμος του Τζατσίντο άρχισε να τρέμει. Έτρεμε και το κάτω
+χείλος του, αλλά το δάγκωσε με λύσσα, και έσφιξε τις γροθιές
+του κι έπειτα τις άνοιξε, σαν να ήθελε να αρπάξει κάτι και να
+το πετάξει.
+«Τι έκανα;» ρώτησε με αναίδεια.
+
+Τότε ο Έφις τον κοίταξε από κάτω προς τα επάνω με πόνο και
+περιφρόνηση.
+«Έχεις μούτρα και το ρωτάς; Και γιατί βρίσκεσαι τότε ακόμη
+εδώ εάν δεν ξέρεις τι έχεις κάνει; Εγώ δεν θα σου πω τίποτα,
+δεν θα σου ζητήσω τίποτα γιατί δεν έχεις τίποτα. Ούτε καρδιά
+δεν έχεις! Ήρθα μόνο να σου πω ότι δεν πρέπει να ξαναπατήσεις
+το πόδι σου στο σπίτι τους!»
+«Δεν χρειαζόταν να κάνεις τον κόπο! Ποιος σου είπε ότι
+σκέφτομαι να ξαναγυρίσω εκεί;»
+«Έτσι απαντάς; Πες μου τουλάχιστον τι σκοπεύεις να κάνεις.
+Τις έχεις φέρει στο σημείο να ζητούν ελεημοσύνη, τις
+κακομοίρες τις θείες σου. Τι σκοπεύεις να κάνεις, λοιπόν;»
+«Θα τα πληρώσω όλα εγώ»
+«Εσύ; Πώς; Με υποσχέσεις! Α, φτάνει πια, για το Θεό! Τώρα δεν
+μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν, ξέρεις! Είναι καιρός να
+σταματήσεις. Και πάψε να υποκρίνεσαι, γιατί δεν έχουμε πια
+τίποτα να σου δώσουμε. Κατάλαβες, άθλιε;»
+
+Τότε ο Τζατσίντο τον κοίταξε κι αυτός με τη σειρά του από
+κάτω προς τα επάνω, με κακία και έκπληξη συνάμα, σήκωσε πάλι
+τα χέρια και φάνηκε σαν να ανυψώνεται από τη γη ορμώντας
+ολόκληρος κατά του Έφις, σαν τον αετό στη λεία του. Τα μάτια
+του και τα δόντια του άστραφταν στο φως του δειλινού και το
+πρόσωπό του έγινε άγριο.
+«Πες μου, δεν ντρέπεσαι;», ρώτησε χαμηλόφωνα, αρπάζοντάς του
+τα μπράτσα και καρφώνοντάς τον μες στα μάτια.
+
+Και ο Έφις ένοιωσε εκείνο το βλέμμα να του καίει τις κόρες
+των ματιών. Ένας βρόντος ήχησε μέσα στ’ αυτιά του.
+«Δεν ντρέπεσαι; Άθλιε, εσύ! Εγώ μπορεί να έχω σφάλει, αλλά
+είμαι νέος και μπορώ να διδαχτώ από αυτό. Γιατί έρχεσαι να με
+βασανίσεις; Το ήξερα πως θα’ ρθεις και σε περίμενα. Εσύ, εσύ
+τουλάχιστον πρέπει να καταλάβεις και να μη με καταδικάζεις.
+Κατάλαβες; Δεν απαντάς τώρα; Α, τρέμεις τώρα, φονιά; Φύγε,
+γιατί ντρέπομαι που σε άγγιξα.»
+
+Τον έσπρωξε βίαια και ξεκίνησε να φύγει. Ο Έφις έτρεξε ξωπίσω
+του και του άρπαξε το χέρι.
+«Περίμενε!»
+
+Έμειναν μια στιγμή σιωπηλοί, σαν ν’ άκουγαν μια μακρινή φωνή.
+«Τζατσίντο! Ένα πράγμα μόνο πρέπει να μου πεις. Τζατσίντο!
+Σου μιλάω σαν ετοιμοθάνατος. Τζατσί! Πες το μου, στην ψυχή
+της μάνας σου! Πώς το έμαθες;»
+«Τι σε μέλει;»
+«Πες το μου, πες το μου, Τζατσί! Στην ψυχή της μάνας σου.»
+
+Ο Τζατσίντο δεν ξέχασε ποτέ τα μάτια του Έφις εκείνη τη
+στιγμή: μάτια που έμοιαζαν να ικετεύουν από το βάθος μιας
+αβύσσου, ενώ το χέρι που έσφιγγε το δικό του τον τραβούσε
+προς τα κάτω, προς τη γη, και το σώμα του υπηρέτη διπλωνόταν
+και σιγά σιγά κατέρρεε.
+
+Εκείνος όμως σιωπούσε.
+
+Ο Έφις του άφησε το χέρι, διπλώθηκε και έπεσε. Ψαχούλευε τη
+γη και άρχισε να βήχει και να ξερνάει αίμα∙ το πρόσωπό του
+ήταν μπλάβο, αλλοιωμένο. Ο Τζατσίντο νόμισε ότι πέθαινε. Τον
+ανασήκωσε, τον ακούμπησε με τις πλάτες στον τοίχο, στάθηκε
+από πάνω του και τον κοίταζε.
+«Πες το μου! Πες το μου!», ρέγχαζε ο Έφις ανασηκώνοντας τις
+ματωμένες του παλάμες. «Η μάνα σου σου το είπε; Πες μου
+τουλάχιστον ότι δεν ήταν εκείνη.»
+
+Ο Τζατσίντο ένευσε όχι.
+
+Τότε ο Έφις φάνηκε να ηρεμεί.
+«Αλήθεια είναι», είπε χαμηλόφωνα. «Εγώ σκότωσα τον παππού
+σου, ναι. Χίλιες φορές θα το είχα φωνάξει στο δρόμο, στην
+εκκλησία, δεν το έκανα όμως, για χάρη τους. Εάν έλειπα εγώ,
+ποιος θα τις φρόντιζε; Η κακιά ώρα όμως το’ φερε, Τζατσί! Σου
+τ’ ορκίζομαι. Ήξερα ότι η μάνα σου ήθελε να το σκάσει και εγώ
+την συμπονούσα, γιατί την αγαπούσα. Αυτό ήταν το πρώτο μου
+έγκλημα. Σήκωσα τα μάτια επάνω της, εγώ το σκουλήκι, εγώ ο
+υπηρέτης. Εκείνη τότε εκμεταλλεύτηκε την συμπάθια που της
+είχα, με χρησιμοποίησε για να το σκάσει…. Κι εκείνος, ο
+πατέρας, τα μάντεψε όλα. Κι ένα βράδυ θέλησε να με σκοτώσει.
+Αντιστάθηκα και με μια πέτρα τον χτύπησα στο κεφάλι.
+Στριφογύρισε λίγο σαν σβούρα με το χέρι στο σβέρκο και έπεσε
+μακριά από το μέρος όπου μου είχε επιτεθεί…. Πίστεψα πως το
+έκανε επίτηδες…. Περίμενα…. περίμενα… να σηκωθεί…. Έπειτα μ’
+έλουσε κρύος ιδρώτας….. αλλά δεν μπορούσα να το κουνήσω από
+τη θέση μου…. Νόμιζα πάντα πως το έκανε στα ψέματα….. Και
+κοίταζα… κοίταζα… Έτσι πέρασε πολλή ώρα. Στο τέλος τον
+πλησίασα… Τζατσί; Τζατσί;» επανέλαβε δυο φορές ο Έφις
+ασθμαίνοντας και με βαριά φωνή, σαν να καλούσε ακόμη το θύμα
+του «τον φώναξα….. Δεν απαντούσε. Και δεν άντεξα να τον
+αγγίξω…. Και το έσκασα, και μετά γύρισα πίσω…. Τρεις φορές το
+έκανα∙ δεν άντεχα όμως να τον αγγίξω. Φοβόμουν…»
+
+Ο Τζατσίντο άκουγε προβάλλοντας ψηλός και μελαψός στον
+πορφυρό ουρανό∙ ο ώμος του έτρεμε και ο Έφις, από κάτω,
+θαρρούσε πως έβλεπε να τρέμει όλος ο ορίζοντας.
+
+Ξαφνικά όμως ο Τζατσίντο έφυγε χωρίς να πει τίποτα και ο Έφις
+είδε μπροστά του το χώρο ελεύθερο, την κοιλάδα τριανταφυλλί
+αυλακωμένη από σκιές, ψηλά, ψηλά, μέχρι τους λόφους του
+Νούορο που διαγράφονταν μαύροι μέσα στο ηλιοβασίλεμα.
+
+Απέραντη σιωπή βασίλευε. Μόνο το τετέρισμα κάποιου χελιδονιού
+έμοιαζε να βγαίνει μέσα από τα ερείπια των τοίχων και ο
+καλπασμός ενός αλόγου αντήχησε μακριά, όλο κι πιο μακριά.
+«Είναι ο Τζατσίντο», σκέφτηκε ο Έφις, «πήρε ένα άλογο και
+γυρίζει εκεί κάτω, θα τα πει όλα στις θείες του και θα τις
+βασανίζει.»
+
+Έστησε αυτί. Του φάνηκε πως το βήμα του αλόγου αντηχούσε
+επάνω στον τοίχο, από πάνω του, κι έπειτα χαμηλότερα, επάνω
+στο κορμί του, επάνω στην καρδιά του.
+«Έφυγε χωρίς να μου πει τίποτε! Εγώ όμως, όταν μου είπε την
+ιστορία του με το λιμενάρχη, δεν έκανα το ίδιο!»
+
+Ξαφνικά πετάχτηκε επάνω, σαν κάτι να τον τσίμπησε. Τίναξε τη
+σκόνη από τα ρούχα του και έφυγε τρέχοντας πίσω από την
+εκκλησία, κάτω στη δημοσιά με την σκέψη να τον καταδιώκει ότι
+ο Τζατσίντο θα γύριζε στο σπίτι και θα βασάνιζε τις θείες
+του.
+
+Όταν όμως έφτασε στο χωριό, βρήκε στο σπίτι να βασιλεύει πάλι
+η ηρεμία του θανάτου.
+
+Η ντόνα Έστερ έπλενε το στάρι πριν το στείλει στη μυλόπετρα.
+Το έβαζε στο κόσκινο κι έπειτα το βύθιζε στο νερό ενός
+καζανιού∙ οι πετρούλες μαζεύονταν όλες σε μιαν άκρη κι εκείνη
+τίναζε το κόσκινο για να τις απομακρύνει. Το στάρι ήταν όλο
+σκόνες και πετραδάκια, ήταν το κατακάθι στο σακί που τους
+είχε απομείνει.
+
+Αυτό όμως που έκανε εντύπωση στον Έφις ήταν η ντόνα Νοέμι που
+φορούσε το άσπρο μαντήλι της ντόνας Ρουθ, σε ένδειξη πένθους.
+
+Είχε γεράσει ξαφνικά και ήταν άσπρο το πρόσωπό της σαν το
+μπαλωμένο σεντόνι που το μπάλωνε ακόμη.
+
+Κάθισε στον πάγκο απέναντί τους. Φαίνονταν και οι τρεις
+ήρεμοι, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
+«Θα φύγει ή όχι;», ρώτησε η Νοέμι.
+«Θα φύγει.»
+
+Τον κοίταξε έντονα. Τον είδε τόσο μελαγχολικό και αδύνατο που
+τον λυπήθηκε και δεν ξαναμίλησε.
+
+Και επί οχτώ μέρες ζούσαν και οι τρεις με την αγωνιώδη ελπίδα
+να γυρίσει ο Τζατσίντο και να επανορθώσει κι έπειτα να φύγει
+χωρίς να ξαναδώσει σημεία ζωής!
+
+
+Κεφάλαιο ενδέκατο
+
+Μια μέρα το φθινόπωρο ο Έφις πήγε στο σπίτι του ντον Πρέντου.
+
+Βρήκε μόνο τις υπηρέτριες: μια χοντρή και ηλικιωμένη που
+παρίστανε την σπουδαία, όπως η αδελφή του Ρετόρου, η άλλη νέα
+και σβέλτη, παρ’ όλο που την παίδευαν οι πυρετοί της
+μαλάριας. Χρειάστηκε να περιμένει στο ισόγειο. Χάζευε
+κοιτώντας μες στην μεγάλη αυλή τις καλαμένιες σχάρες γεμάτες
+με πράσινα και μαύρα σύκα, μαύρα σταφύλια και ντομάτες
+κομμένες και πασπαλισμένες με αλάτι. Σ’ όλο το σπίτι
+βασίλευαν η γαλήνη και η ευημερία. Πάνω στους ανοιχτόχρωμους
+τοίχους τρεμόπαιζαν ο σκιές των φοινικόδεντρων και ανάμεσα
+στα φυλλώματα από τις ροδιές που χρύσιζαν τα κόκκινα φρούτα
+ανοιγμένα έδειχναν τους μαργαριταρένιους σπόρους τους όμοιους
+με δόντια μικρού παιδιού. Ο Έφις σκεφτόταν το θλιβερό σπίτι
+των κυράδων του, τη Νοέμι που μαραινόταν εκεί μέσα σαν το
+λουλούδι στο σκοτάδι….
+«Πώς αδυνάτισες», του είπε η ηλικιωμένη υπηρέτρια, που έγνεθε
+καθισμένη κοντά στην πόρτα, «σε βασανίζουν οι πυρετοί;»
+«Μου ροκανίζουν τα κόκαλα, μ’ έχουν κάνει πετσί και κόκαλο.
+Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού!» αναστέναξε,
+κοιτάζοντας τα χέρια του που ήταν μαυρισμένα και έτρεμαν.
+«Οι κυράδες σου είναι καλά; Δεν τις βλέπουμε πια, ούτε στην
+εκκλησία.»
+«Δεν πηγαίνουν ούτε στην εκκλησία, μετά τη συμφορά που τις
+βρήκε.»
+«Και ο ντον Τζατσίντο δε θα γυρίσει;»
+«Δε θα γυρίσει. Βρήκε δουλειά στο Νούορο»
+«Ναι, το αφεντικό μου τον είδε τώρα τελευταία. Φαίνεται όμως
+πως η δουλειά του δεν είναι και πολύ της προκοπής.»
+«Αρκεί να τα βγάζει πέρα, Στεφάνα!» αποφάνθηκε ο Έφις, χωρίς
+να σηκώσει το κεφάλι. «Αρκεί να τα βγάζει πέρα χωρίς ν’
+αμαρταίνει.»
+«Αυτό είναι το δύσκολο, ψυχή μου! Πώς να περάσει κανείς το
+ποτάμι χωρίς να βραχεί;»
+«Περνώντας πάνω από τη γέφυρα», είπε η άλλη υπηρέτρια από την
+αυλή, σκυμμένη επάνω σ’ ένα σωρό από αμύγδαλα που έσπαγε.
+Έπειτα ρώτησε: «Αλλά και η Γκριζέντα τι κάνει; Πενθεί κι
+εκείνη και δεν βγαίνει έξω πια.»
+
+Ο Έφις δεν απάντησε.
+«Και ο ντον Πρέντου, τώρα, σας επισκέπτεται;»
+«Δεν ξέρω. Εγώ βρίσκομαι πάντα εκεί πάνω, στο κτηματάκι.»
+
+Οι γυναίκες φλέγονταν από περιέργεια, επειδή εδώ και λίγο
+καιρό το αφεντικό τους έστελνε δώρα στις ξαδέλφες του και,
+παρ’ όλο που τις κορόιδευε, δεν επέτρεπε σε άλλους να τις
+κακολογούν παρουσία του. Ο Έφις όμως δεν ήταν διατεθειμένος
+να προχωρήσει σε αποκαλύψεις. Ο ντον Πρέντου έστειλε να τον
+φωνάξουν κι εκείνος ήταν εκεί για να τον περιμένει και όχι
+για να φλυαρεί. Ο πυρετός και η εξάντληση έκαναν τ’ αυτιά του
+να βουίζουν∙ σαν να άκουγε το μουρμούρισμα του ποταμού μέσα
+στη νύχτα και μακρινές φωνές και είχε μέσα στο κεφάλι του
+έναν κόσμο εντελώς δικό του όπου ζούσε αποτραβηγμένος από τον
+πραγματικό κόσμο.
+
+Δεν τον ενδιέφερε πια ο Τζατσίντο, ούτε η Γκριζέντα, ακόμη
+καλά καλά ούτε και οι κυράδες του. Όλα του φαίνονταν μακρινά,
+όλο και πιο μακρινά, σαν να είχε μπαρκάρει και μέσα από την
+γκρίζα και τρικυμισμένη θάλασσα να έβλεπε να χάνεται η ξηρά
+στο ορίζοντα.
+
+Να όμως ο ντον Πρέντου που γυρίζει σπίτι. Είναι λιγότερο
+παχύς από πριν, σαν να είχε αδειάσει κάπως. Η χρυσή του
+καδένα κρέμεται λίγο επάνω στο στήθος του που ασθμαίνει.
+
+Ο Έφις σηκώθηκε και δεν θέλησε να ξανακαθίσει.
+« Πρέπει να πηγαίνω», είπε δείχνοντας προς τα έξω, σαν
+κάποιον που έχει να κάνει δρόμο, να πάει μακριά.
+«Έχεις τόση δουλειά ή μήπως θα πας σε κανένα πανηγύρι;»
+
+Η ειρωνεία του ντον Πρέντου δεν τον κέντριζε πια. Η αναφορά
+όμως στο πανηγύρι τον συντάραξε.
+«Ναι, πρέπει να πάω στο πανηγύρι των Αγίων Κοσμά και
+Δαμιανού.»
+«Λοιπόν, θα πας. Υποθέτω ότι δεν θα φύγεις αμέσως. Κάθισε,
+θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Στεφάνα, κρασί!»
+
+Ο Έφις όμως απομάκρυνε το ποτήρι με μια χειρονομία
+αποστροφής. Τέρμα το κρασί, τέρμα οι κακές συνήθειες. Εδώ και
+δυο μήνες νήστευε και καμιά φορά, όταν διψούσε, δεν έπινε για
+εξιλασμό. Κάθισε με εγκαρτέρηση και έστρεψε πάλι το βλέμμα
+στα χέρια του και ο ντον Πρέντου, ενώ είχε στραμμένη την
+προσοχή του προς την αυλή μήπως και στήσουν αυτί οι
+υπηρέτριες, τον ρώτησε χαμηλόφωνα:
+«Πες μου, πώς πάνε οι δουλειές των ξαδελφάδων μου.»
+
+Ο Έφις ανασήκωσε το βλέμμα κι έπειτα το ξαναχαμήλωσε αμέσως.
+Μια θαμπή κοκκινίλα έβαψε το πρόσωπό του που έμοιαζε να
+φλέγεται λιπόσαρκο, με το δέρμα να είναι κολλημένο στο
+κρανίο του.
+«Οι κυράδες μου δεν με εμπιστεύονται πια και δεν μου μιλούν
+για τις υποθέσεις τους. Και καλά κάνουν. Γιατί να μου τα λένε
+άλλωστε; Εγώ είμαι μόνο ένας υπηρέτης.»
+«Να πάρει η οργή! Να σε πληρώσουν όμως ούτε κουβέντα! Γι’
+αυτή την υπόθεση τουλάχιστον θα έπρεπε να σου είχαν μιλήσει.
+Πόσα σου χρωστάνε;»
+«Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, ντον Πρέντου! Μη με πληγώνετε.»
+«Εσύ πληγώνεις τον εαυτό σου, βλάκα! Άκου λοιπόν. Κι εγώ
+πηγαίνω πότε πότε σ’ εκείνες αλλά δεν είναι δυνατόν να τους
+αποσπάσω κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί η Έστερ να μιλούσε, αλλά
+υπάρχει και η Νοέμι σκληρή σαν πέτρα. Το πρώτο βράδυ, όταν
+έπεσε η συμφορά με τη Ρουθ κι εγώ περνούσα κατά τύχη από
+εκεί, μόνο τότε μου ξανοίχτηκε. Φυσικά, ήταν μια στιγμή
+απελπισίας. Έπειτα όμως μου ξανάγινε εχθρική. Όταν πηγαίνω
+εκεί με υποδέχεται καλά, αλλά στιγμές στιγμές με
+λοξοκοιτάζει, σαν να ήμουν εγώ η αιτία των συμφορών τους. Και
+εάν η Έστερ ανοίξει το στόμα της να πει κάτι, εκείνη την
+κοιτάζει με τέτοιο φοβερό βλέμμα, που της κόβεται η μιλιά.»
+«Το ίδιο και μ’ εμένα», είπε ο Έφις. «Ακριβώς το ίδιο.»
+
+Και ένοιωσε σχεδόν ανακούφιση, επειδή η ανάμνηση των ματιών
+της Νοέμι τον καταδίωκε χειρότερα απ’ ό, τι η παλιά του τύψη.
+«Άκουσέ με τώρα. Αφού από εκείνες δεν μπορούμε να μάθουμε
+τίποτα, πήγα και ρώτησα την Καλίνα. Αλλά κι εκείνη, κακό
+χρόνο να’ χει, σωπαίνει. Ξέρει να κάνει τη δουλειά της, η
+συφοριασμένη. Κάνει τάχα πως πιστεύει ότι η Έστερ έχει
+πραγματικά υπογράψει τη συναλλαγματική του Τζατσίντο και λέει
+πως ζητάει μόνο ό, τι της ανήκει. Ξέρω ότι εσύ και η Έστερ
+την επισκεφτήκατε προσπαθώντας να ταχτοποιήσετε το πράγμα και
+ότι η Καλίνα έδωσε τρίμηνη παράταση επιβαρυμένη με όλα τα
+έξοδα διαμαρτύρησης και τους μεγαλύτερους τόκους. Ξέρω ακόμη
+ότι πήρε σαν υποθήκη το κτηματάκι και το σπίτι, που κακό ψόφο
+να’ χει. Ναι, εντάξει, τώρα όμως, τον Οκτώβρη, πώς θα
+περάσετε;»
+«Δεν ξέρω, δε μου λένε τίποτε.»
+«Ξέρω ότι η Έστερ γυρίζει ψάχνοντας λεφτά. Θα γυρίζει για
+πολύ ακόμη, θα της πέσουν και τα τελευταία δόντια και δεν θα
+έχει βρει. Ξέρω ότι θα ήταν διατεθειμένη ακόμη και να
+πουλήσει, αλλά όχι σ’ εμένα.»
+
+Ο Έφις κοίταζε τα χέρια του και σώπαινε, αλλά ο ντον Πρέντου
+εξοργισμένος από αυτή την αδιαφορία, του χτύπησε τα χέρια στα
+γόνατα.
+«Τι σκέφτεσαι, ξόανο; Πες μου!»
+«Εντάξει, θα σας πω την αλήθεια. Εγώ πιστεύω πως ο Τζατσίντο
+θα τα καταφέρει να πληρώσει.»
+
+Τότε ο ντον Πρέντου απλώθηκε στο κάθισμα γελώντας, με
+φουσκωμένο το στήθος του, με τα δόντια ν’ αστράφτουν ανάμεσα
+στα σαρκώδη χείλη του. Ακόμη και τα δάχτυλά του, που ήταν
+τυλιγμένα με τη χρυσή καδένα επάνω στο στήθος του, έμοιαζε να
+γελάνε.
+
+Ο Έφις τον κοίταζε τρομαγμένος, με τα μάτια όλο αγωνία, σαν
+τραυματισμένο ζώο.
+«Μα εκείνος πεθαίνει από την πείνα! Τον είδα προχθές. Έμοιαζε
+με ζητιάνο με τρύπια παπούτσια. Ακόμη και το ποδήλατό του
+πούλησε, δε σου λέω τίποτε άλλο!»
+«Όχι, πείτε μου! Έκλεψε;»
+«Έκλεψε; Τρελός είσαι; Τώρα το κακολογείς κιόλας εκείνο το
+λουλούδι, εκείνο το ζωγραφιστό αγγελούδι. Τι να κλέψει; Δεν
+είναι ικανός ακόμη και αυτό να κάνει.»
+«Και… τι λέει; Θα γυρίσει;»
+«Εάν του έρθει καμία τέτοια ιδέα στο μυαλό θα του κόψω τα
+πόδια» είπε ο ντον Πρέντου και σκοτείνιασε το πρόσωπό του.
+Και ο Έφις σχημάτισε ξαφνικά την εντύπωση ότι οι δύστυχες
+κυράδες του είχαν βρει επιτέλους ένα στήριγμα, έναν προστάτη
+πιο ικανό από εκείνον. Α, δοξασμένο το όνομα του Θεού! Δεν
+εγκαταλείπει τα πλάσματά του. Τότε ξαναζωντάνεψαν οι παλιές
+του ελπίδες ξαφνικά: να παντρευόταν ο ντον Πρέντου τη Νοέμι,
+να ανασταινόταν από τα ερείπια το σπίτι των Πιντόρ. Η χαρά
+του όμως έσβησε αμέσως, ξαφνικά, όπως είχε ανάψει και
+ξαναβρέθηκε στην έρημό του, στη θάλασσά του, στο μυστηριώδες
+και τρομερό ταξίδι του προς τη θεία τιμωρία. Όλα τα μεγαλεία
+της γης, και αν ακόμη ήταν δικά του, και αν ακόμη γινόταν
+βασιλιάς, και αν ακόμη είχε τη δύναμη να κάνει ευτυχισμένους
+όλους τους ανθρώπους στον κόσμο, δεν αρκούσαν για να σβήσουν
+το έγκλημά του, να τον απελευθερώσουν από την κόλαση. Πώς να
+χαρεί, λοιπόν; Και πάλι από την αρχή να κοιτάζει τα χέρια
+του, για να κρύψει την έμμονη ιδέα του βαθειά μέσα στα μάτια
+του. Ο ντον Πρέντου συνέχισε:
+«Ο Τζατσίντο δε θα γυρίσει, ούτε και θα πληρώσει, σου το
+εγγυώμαι εγώ. Να θυμάσαι όμως τι σου είπα χίλιες φορές: το
+κτηματάκι το θέλω εγώ. Θα τα πληρώσω όλα εγώ, έτσι θα σας
+μείνει το σπίτι. Προσπάθησε εσύ να τις πείσεις, τις
+ξεροκέφαλες. Εγώ θα σε πάρω στην υπηρεσία μου.»
+«Γιατί δεν μιλά η εξοχότητά σας μαζί τους; Εμένα δε μ’
+ακούνε.»
+«Μήπως εμένα μ’ ακούνε; Προσπάθησα να τους μιλήσω, αλλά σα να
+τα έλεγα σε ντουβάρι. Εσύ πρέπει να τις πείσεις, εσύ», είπε
+δυνατά ο άντρας, χτυπώντας τον πάλι με το χέρι στο γόνατο.
+«Εάν θέλεις πραγματικά το καλό τους, η μόνη διέξοδος είναι
+αυτή. Εσύ πρέπει, είναι καθήκον σου να τους ανοίξεις τα
+μάτια, αφού αυτές είναι τυφλές. Εσύ πρέπει, το καταλαβαίνεις
+ή όχι; Έχεις κουφαθεί;»
+
+Πράγματι, ο Έφις είχε κλειστεί στον εαυτό του, σαν κουφός.
+Εσύ πρέπει;
+
+Τον απειλούσε ο ντον Πρέντου; Ήξερε κάτι ο ντον Πρέντου; Δεν
+τον ενδιέφερε τίποτε, εκείνος μόνο την κόλαση φοβόταν.
+Σκεφτόταν, ωστόσο, ότι ο ντον Πρέντου είχε δίκιο.
+«Τι πρέπει να κάνω;»
+«Πρέπει να δείξεις ότι είσαι άντρας, έστω και μια φορά.
+Πρέπει να τους πεις ότι, εάν δεν θέλουν να σε ανταμείψουν σε
+χρήμα, να αναγνωρίσουν τουλάχιστον τις υπηρεσίες σου. Εάν το
+κτηματάκι περάσει στα χέρια ενός άλλου αφέντη, εσένα θα σε
+πετάξει έξω σαν το σκυλί. Και τότε, μάρτυς μου Θεός, σίγουρα
+θα πας στα πανηγύρια, αλλά με τους ζητιάνους!»
+
+Ο Έφις ανατρίχιασε∙ αυτό ακριβώς ήταν το όνειρό του για
+εξιλασμό. Σηκώθηκε και είπε:
+«Θα κάνω τα πάντα. Με την προϋπόθεση όμως ….»
+«Με την προϋπόθεση;» τον ρώτησε ο άλλος πιάνοντάς τον από το
+μανίκι. «Κάθισε λοιπόν, διάολε, και πιες. Με την προϋπόθεση;»
+
+Ο Έφις αφέθηκε πάλι να πέσει στην καρέκλα. Έτρεμε και ίδρωνε
+και του φαινόταν πως θα λιγοθυμήσει.
+«Με την προϋπόθεση ότι η εξοχότητά σας θα παντρευτεί την
+ντόνα Νοέμι.»
+
+Και ο ντον Πρέντου έσκασε πάλι στα γέλια. Γελούσε, αλλά
+κρατούσε ακίνητο τον Έφις, σαν να ήθελε να τον εμποδίσει να
+φύγει.
+«Πόσο διασκεδαστικός είσαι, διάολε! Θα σ’ έχω μαζί μου για
+όλη μου τη ζωή, έτσι θα με διασκεδάζεις όταν είμαι άκεφος! Θα
+σε παντρέψω με τη Στεφάνα. Λίγο χοντρούλα για σένα ίσως, αλλά
+δεν είναι επικίνδυνη, επειδή πέρασε τα τριάντα εδώ και
+καιρό….»
+«Στεφάνα, Στεφάνα», φώναξε κρατώντας τον πάντα ακίνητο και
+στρέφοντας το γελαστό του πρόσωπο προς την πόρτα, «άκου, εδώ
+έχουμε ένα μνηστήρα.»
+
+Η γυναίκα πρόβαλε, στα μαύρα, με πρησμένη την κοιλιά,
+πρησμένο το στήθος και το πρόσωπο αυστηρό όπως εκείνο μιας
+κυρίας. Ο Έφις την κοίταξε μια στιγμή ικετευτικά.
+«Ο ντον Πρέντου θέλει ν’ αστειευθεί.»
+«Κακό σημάδι. Όταν αυτός θέλει ν’ αστειευθεί, κάποιοι θα
+κλάψουν», είπε η γυναίκα, αψηφώντας το βλέμμα του αφεντικού
+της και πίσω της χαμογελούσε, χλωμή και αινιγματική, με το
+μακρύ της στόμα κλειστό και με δυο λακκάκια στις άκρες, η
+Πατσάνα, η άλλη υπηρέτρια.
+«Λέω να παντρευτείς τον Έφις, Στεφάνα. Τώρα λες όχι, αργότερα
+όμως θα πεις το ναι. Είναι για γέλια;»
+«Σαρδόνια γέλια!» ειρωνεύτηκε από πίσω η Πατσάνα, χαμηλόφωνα
+και έσπρωξε την Στεφάνα για να την κάνει ν’ απαντήσει άσχημα
+στο αφεντικό. Η γυναίκα όμως ήταν πολύ αξιοπρεπής και δεν
+καταδέχτηκε να συνεχίσει το αστείο. Έτσι δεν άνοιξε το στόμα
+της μέχρι που το αφεντικό με τον Έφις βγήκαν μαζί.
+
+Τότε οι δυο υπηρέτριες άρχισαν να κακολογούν τις ξαδέλφες του
+αφεντικού τους.
+«Όταν πηγαίνω σπίτι τους, με το δώρο μες στο καλάθι, με
+υποδέχονται λες και πηγαίνω να τους ζητήσω ελεημοσύνη, ενώ
+εγώ είμαι εκείνη που τους την πηγαίνω! Δεν βλέπεις τι πρόσωπο
+πεινασμένου έχει ο Έφις; Είκοσι χρόνια τώρα δεν τον πληρώνουν
+και τώρα ούτε να φάει δεν του δίνουν. Και όμως, είδες πώς
+εξάπτεται το αφεντικό όταν μιλήσει κανείς γα τις ξαδέλφες
+του;»
+«Οι καιροί αλλάζουν: ακόμη και τα πουλαράκια γερνούν»,
+αποφάνθηκε η Στεφάνα, αλλά και οι δυο ένοιωθαν πως κάτι το
+καινούργιο, κάτι το σημαντικό κρεμόταν πάνω από τη μοίρα
+τους, σαν υπηρέτριες χωρίς κυρά.
+
+Στο μεταξύ ο ντον Πρέντου συνόδευε τον Έφις που ανηφόριζε
+ψηλά στο σοκάκι που το είχαν πλύνει οι τελευταίες βροχές.
+
+Το χορτάρι φύτρωνε κατά μήκος των τοίχων των έρημων σπιτιών.
+Μια γλυκιά, βαθιά σιωπή τύλιγε τα πάντα τριγύρω. Κίτρινα
+σύννεφα πρόβαλαν ξαφνιασμένα πάνω από το υγρό Βουνό και από
+τα ψηλά του χωριού, εμπρός από την εξώπορτα των Πιντόρ,
+φαινόταν ο κάμπος σκεπασμένος με χρυσαφί βούρλα και το
+πράσινο ποτάμι ανάμεσα σε νησάκια άσπρης άμμου. Η σιωπή ήταν
+τόση που ακούγονταν οι γυναίκες να κοπανάνε τα ρούχα στο
+ποτάμι, κάτω από το μοναχικό πεύκο της όχθης. Η γριά Ποτόι,
+όρθια στο κατώφλι του σπιτιού της, κοίταζε ακουμπισμένη με το
+ένα χέρι στον τοίχο και το άλλο πάνω από τα μάτια. Έμοιαζε με
+χούφταλο, μικροκαμωμένη, με τα κοσμήματά της ακόμη πιο
+φανταχτερά και πένθιμα επάνω στο σκελετωμένο σώμα της.
+«Τι κάνετε;», χαιρέτησε ο ντον Πρέντου.
+«Περιμένω την Γκριζέντα μου που πήγε στο ποτάμι. Για να πω
+την αλήθεια, εγώ δεν ήθελα, επειδή το παλικάρι, ο ανιψιός της
+εξοχότητάς σας, της το απαγόρεψε και αν το μάθει θα
+παρεξηγηθεί∙ η Γκριζέντα μου όμως κάνει πάντα του κεφαλιού
+της.»
+«Τι, σας έγραψε ο Τζατσίντο;»
+«Σε ποιόν να γράψει; Δεν έγραψε ποτέ. Δεν ξέρουμε τίποτε γι’
+αυτόν, αλλά σίγουρα πρέπει να γυρίσει γιατί το έταξε.»
+«Βέβαια, και οι νεκροί γυρίζουν, όπως λέτε κι εσείς!»
+
+Η γριά όμως στράφηκε στον Έφις που στεκόταν παράμερα με το
+κεφάλι κατεβασμένο και κοίταζε το λιθόστρωτο.
+«Δεν το είπε σ’ εσένα ότι θα την παντρευτεί; Εμπρός, πες το,
+το είπε ή όχι;»
+
+Ο Έφις τη κοίταξε μια στιγμή, όπως είχε κοιτάξει τη Στεφάνα,
+και δεν απάντησε.
+«Αυτό που με στενοχωρεί είναι που οι κυρίες Πιντόρ μας
+κρατάνε κακία», είπε η γριά, κοιτάζοντας πάλι εκεί πάνω.
+«Εμάς μας έχουν διώξει και μόνο ο Τσουαναντόνι μπορεί καμιά
+φορά να μπει στο σπίτι τους που είναι πιο κλειστό και από το
+Κάστρο στα χρόνια των Βαρόνων. Συγχώρεσαν την Καλίνα, που
+κακό ψόφο να’ χει, και εμάς όχι. Η Παναγία του Ριμέντιο να
+τις προστατεύει. Όταν όμως γυρίσει το παλικάρι όλα θα
+διορθωθούν: το είπε και η ντόνα Νοέμι.»
+
+Οι δυο άντρες απομακρύνθηκαν, αλλά η γριά φώναξε πίσω τον
+ντον Πρέντου και του είπε χαμηλόφωνα:
+«Θα μπορούσατε να μου κάνετε μια χάρη; Να πείτε εσείς στην
+Γκριζέντα να μην πηγαίνει στο ποτάμι; Δεν είναι σωστό γι’
+αυτήν, που θα παντρευτεί έναν άρχοντα.»
+
+Ο ντον Πρέντου άνοιξε τα χοντρά του χείλη για να γελάσει και
+να πει μια από τις συνηθισμένες του χοντράδες, αλλά χαμήλωσε
+το βλέμμα επάνω στην γριά που έτρεμε, κοίταξε το κολιέ και τα
+σκουλαρίκια που ταλαντεύονταν, και άγγιξε κι εκείνος την
+χρυσή του καδένα και το πρόσωπό του συννέφιασε, όπως εκείνο
+το βράδυ που είδε να τρέμει ο ώμος του ανιψιού του.
+
+Πλησίασε τον Έφις και στάθηκαν μπροστά στην κλειστή εξώπορτα
+των Πιντόρ. Πάνω στα σκαλοπάτια φύτρωναν τσουκνίδες. Ο ντον
+Πρέντου θυμόταν πάντα τη Νοέμι να στέκετε εκεί και να
+περιμένει στη σκιά.
+«Ωραία. Συνεννοηθήκαμε; Πρέπει να κάνεις όπως σου λέω,
+κατάλαβες;»
+«Κατάλαβα. Θα κάνω τα πάντα», είπε ο Έφις.
+
+Χτύπησε, αλλά κανείς δεν άνοιγε. Και ο ντον Πρέντου στεκόταν
+εκεί, να χαϊδεύει την καδένα του και να κοιτάζει κάτω, προς
+το ποτάμι, σαν να περίμενε κι εκείνος κάποιον.
+«Τι στο καλό. Μήπως πέθαναν κι αυτές;»
+«Η ντόνα Έστερ θα είναι στην εκκλησία και η ντόνα Νοέμι ίσως
+έχει ξαπλώσει.»
+«Γιατί, άρρωστη είναι;»
+«Τι να πω! Τώρα τελευταία, όταν γυρίζω, τη βρίσκω στο
+κρεβάτι. Έχει πονοκέφαλο.»
+«Α, πρέπει να την πείσουμε να βγαίνει, να πάρει λίγο αέρα.»
+«Αυτό σκέφτομαι κι εγώ, αλλά πού να πάει;»
+
+Ο ντον Πρέντου κοίταζε κάτω, προς το ποτάμι. Το πρόσωπό του
+φαινόταν διαφορετικό, έμοιαζε σχεδόν όμορφο, θλιμμένο και
+αφηρημένο, όπως εκείνο του ανεψιού του.
+«Μπορεί να πάει, λέω, κάπου∙ στο Μπάντε Σάλικε, στο κτήμα μου
+κοντά στη θάλασσα. Υπάρχουν εκεί ακόμη άσπρα σταφύλια….»
+
+Η όψη του Έφις άστραψε. Κάτι θέλησε να πει κι εκείνος, αλλά
+ακούστηκε ν’ ανοίγουν από μέσα την εξώπορτα και ο ντον
+Πρέντου απομακρύνθηκε χωρίς να στρέψει, προσπαθώντας να
+κρυφτεί στον τοίχο.
+
+
+Κεφάλαιο δωδέκατο
+
+Προς μεγάλη έκπληξη του Έφις η ντόνα Έστερ συναίνεσε στις
+προτάσεις του ξαδέλφου της. Έτσι, το κτηματάκι πουλήθηκε και
+η συναλλαγματική πληρώθηκε. Συνέβηκε όμως κάτι που ξεσήκωσε
+κουτσομπολιά σ’ όλο το χωριό. Ο Έφις, αν και συνέχιζε να
+είναι στην υπηρεσία της ντόνας Έστερ και της ντόνας Νοέμι,
+κατόρθωσε να μείνει σέμπρος στο κτηματάκι, έτσι έφερνε στο
+σπίτι, στις κυράδες του, το μέρος εκείνο από την παραγωγή που
+τους αναλογούσε. Τελικά, λέγανε οι κακές γλώσσες, από
+υπηρέτης που ήταν ανέβηκε στην κατηγορία του συγγενή, ή
+καλύτερα του προστάτη των κυριών Πιντόρ.
+
+Αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η συναίνεση του
+ντον Πρέντου, ο οποίος εδώ και λίγο καιρό έμοιαζε
+διαφορετικός, μέχρι που είχε αδυνατίσει κιόλας και μια
+παράξενη φήμη κυκλοφορούσε ότι τον μάγεψε κάποια μάγισσα με
+τα ιερά βιβλία.
+
+Ποιος είχε συμφέρον γι’ αυτό;
+
+Κανείς δεν ήξερε. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται ποτέ
+επακριβώς γνωστά, και εάν κάποιοι τα ήξεραν δεν θα ήταν πλέον
+σημαντικά και μυστηριώδη. Γεγονός είναι πάντως ότι ο ντον
+Πρέντου αδυνάτιζε, δεν πρόσβαλε πια τον πλησίον του και
+τελικά έκανε τη βλακεία ν’ αγοράσει ένα κτήμα χωρίς αξία και
+μαζί μ’ αυτό και τον υπηρέτη, που του έδινε την ελευθερία
+του.
+
+Η Στεφάνα και η Πατσάνα έλεγαν:
+«Είναι που θέλει να κάνει ελεημοσύνη στις δύστυχες ξαδέλφες
+του.»
+
+Αυτές οι δύο όμως μεταξύ τους, στα κρυφά, παραδέχονταν ότι
+φαινόταν να τον είχαν μαγέψει, αφού συνέχιζε να στέλνει πολλά
+δώρα στις κυρίες Πιντόρ, και σχολίαζαν χαμηλόφωνα τον Έφις:
+όλα είναι πιθανά σ’ αυτόν τον κόσμο, και ο Έφις αγαπούσε τις
+κυράδες του τόσο, που θα μπορούσε για χάρη τους ακόμη και
+μάγια να κάνει. Τα πήγαινε-έλα του με τον ντον Πρέντου έβαζαν
+κυρίως σε υποψίες τις υπηρέτριες. Η Στεφάνα έψαξε μήπως κάτω
+από το κατώφλι υπήρχε κρυμμένο κάποιο μαγικό αντικείμενο και
+η Πατσάνα βρήκε μια μέρα μια μαύρη καρφίτσα στο κρεβάτι του
+αφεντικού….. Ασυνήθιστα πράγματα θα πρέπει να συμβούν.
+
+Το χειμώνα οι κυρίες Πιντόρ δεν βγήκαν από το σπίτι και ούτε
+έκαναν κουβέντα για το αν θα πάνε στο Πανηγύρι του Ριμέντιο,
+αλλά όσο μεγάλωναν οι μέρες και το χορτάρι θέριευε στο παλιό
+νεκροταφείο, τη ντόνα Έστερ έμοιαζε να την κατέχει μια
+αίσθηση κούρασης, μια ατονία, όμοια με εκείνη που κάθε χρόνο
+την άνοιξη έκανε χλωμή τη Νοέμι. Σχεδόν δεν πήγαινε πλέον
+στην εκκλησία, σερνόταν μέσα στο σπίτι, καθόταν κάθε τόσο με
+τα χέρια άψυχα επάνω στους μηρούς και παραπονιόταν ότι της
+πονούσαν τα πόδια. Η φτώχεια στο σπίτι δεν ήταν μεγαλύτερη
+από τις άλλες χρονιές, αφού ο Έφις φρόντιζε για τα πλέον
+απαραίτητα, αλλά η ατμόσφαιρα εκεί έμοιαζε να είναι φορτωμένη
+με θλίψη.
+
+Τη σαρακοστή οι δυο αδελφές πήγαν να ξομολογηθούν. Ήταν ένα
+ωραίο, καθάριο πρωινό, γεμάτο ήχους. Ακούγονταν φωνές παιδιών
+και κουδουνίσματα κοπαδιών κάτω, χαμηλά, ανάμεσα στα
+βουρλοτόπια της πεδιάδας, και η φωνή του ποταμού δυνατή, όλο
+και πιο δυνατή, που λες και απειλούσε, αλλά στα αστεία. Στον
+καταγάλανο ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι και η
+ατμόσφαιρα ήταν τόσο διαυγής που επάνω στα βράχια του Κάστρου
+φαίνονταν οι πέτρες που γυάλιζαν και ένα κενό παράθυρο στα
+ερείπια, που άνοιγε στο γαλάζιο του ουρανού ανάμεσα στον
+κισσό που το περιέβαλε σαν γιρλάντα.
+
+Ο παπα-Πασκάλε ήταν μέσα στο εξομολογητήριό του και δεν είχε
+σκοπό να βγει από εκεί, παρ’ όλο που η Νατόλια τον περίμενε
+με καφέ και βουτήματα μέσα σ’ ένα κάνιστρο στο σκευοφυλάκιο.
+
+Βλέποντας να καταφθάνουν οι δυο αδελφές για να εξομολογηθούν,
+η υπηρέτρια έκανε μια χειρονομία απογοήτευσης και σκέφτηκε
+ότι θα ήταν καλύτερα να πάει να ζεστάνει τον καφέ στης φίλης
+της, της Γκριζέντα. Να την λοιπόν που βγαίνει πίσω από το
+ιερό, με το κάνιστρο στο κεφάλι και κατεβαίνει το σοκάκι
+ανάμεσα σε συστάδες από βάτα που λάμπουν από τις σταγόνες της
+δροσιάς.
+
+Από την πόρτα της γριάς Ποτόι φαινόταν η Γκριζέντα σκυμμένη
+πάνω στη φωτιά της εστίας να ετοιμάζει τον καφέ της γιαγιάς
+που ήταν άρρωστη στο κρεβάτι.
+«Αδυνατίζεις κάθε μέρα και πιο πολύ», είπε η Νατόλια
+μπαίνοντας.
+
+Η Γκριζέντα πράγματι ήταν αδύνατη και χλωμή, άγουρη ακόμα,
+αλλά κάπως μαραμένη. Κάποιες κινήσεις του άσαρκου λαιμού της
+και του κιτρινισμένου προσώπου της θύμιζαν εκείνες της
+γιαγιάς της. Τα μάτια της μόνο έλαμπαν μεγάλα και καθάρια,
+γεμάτα μ’ ένα φως μελαγχολικό και συνάμα δόλιο, όπως το νερό
+κάτω στους βάλτους, ανάμεσα στα βούρλα της πεδιάδας.
+«Ο καφές μου κρύωσε. Τώρα που ήρθαν και οι θείες σου, θα
+παγώσει», είπε η Νατόλια, παίρνοντας την καφετιέρα από το
+κάνιστρο. «Έτσι, θα πιω κι εγώ λίγο.»
+«Οι θείες μου! Ξύλο που τους χρειάζεται! Κι σ’ εσένα μαζί μ’
+αυτές! Εάν αδειάσουν όλο το σακούλι με τις αμαρτίες τους,
+σίγουρα θα βρεις νεκρό το αφεντικό σου από συγκοπή μέσα στο
+εξομολογητήριο….»
+«Τι γλώσσα! Φαίνεται πως σ’ έχει δαγκώσει η οχιά. Πάρε ένα
+μπισκότο, να, σου το προσφέρω σαν λουλούδι για να σου γλυκάνω
+την καρδιά….»
+
+Η καρδιά της Γκριζέντα όμως έσταζε δηλητήριο και δεν δεχόταν
+αστεία.
+«Εάν ήρθες για να με τσιγκλήσεις, είσαι γελασμένη, Νατόλια.
+Δεν έχεις αγκάθια εσύ, γιατί είσαι ένας φλόμος και όχι ένα
+τριαντάφυλλο. Εγώ δεν πονάω, ούτε λυπάμαι. Είμαι δυνατή σαν
+το πεύκο στην όχθη του ποταμού. Και θα έρθει μια μέρα που θα
+μου στείλεις ανθρώπους και θα ζητάς να γίνεις δούλα μου.»
+«Μπα! και ποιόν θα παντρευτείς; Τον Βαρόνο του Κάστρου;»
+«Θα παντρευτώ ζωντανό εγώ και όχι πεθαμένο. Επάνω σου να
+πέσουν οι πεθαμένοι!»
+«Μου φαίνεται πως εσύ είσαι εκείνη που έκανε μάγια στον ντον
+Πρέντου.»
+«Εάν το θελήσω, παντρεύομαι ακόμη και τον ντον Πρέντου», είπε
+η Γκριζέντα, ανασηκώνοντας με έπαρση το τραγικό και παιδικό
+συνάμα πρόσωπό της, «όμως έχω άλλα στο μυαλό μου εγώ!»
+
+Η Νατόλια την κοίταζε και την λυπόταν. Της φαινόταν σαν να τα
+έχει λίγο χάσει, η δύστυχη, κι έτσι έπαψε να την βασανίζει.
+Πήρε ένα άλλο μπισκότο και πήγε να το προσφέρει στη θεια-
+Ποτόι, στη γωνιά της. Μια φωτεινή γραμμή έπεφτε από τη σκεπή
+του μικρού, ισόγειου δωματίου, φωτίζοντας το κρεβάτι όπου
+κειτόταν η γριά ντυμένη και με το κολιέ και τα σκουλαρίκια
+της, άκαμπτη σαν ξύλο, όμοια με λείψανο έτοιμο για θάψιμο.
+
+Νομίζοντας ότι κοιμάται η Νατόλια της άγγιξε το χέρι που
+έκαιγε, αλλά η γριά το τράβηξε και της είπε χαμηλόφωνα:
+«Άκου Νατόλια, κάνε μου μια χάρη. Πήγαινε στον Έφις Μαρόντσου
+και πες του ότι πρέπει να του μιλήσω. Μην το μάθει όμως η
+Γκριζέντα. Πήγαινε, τρυγόνα μου, πήγαινε!»
+«Πού να τον εύρω εγώ τον Έφις; Είναι στο χωριό;»
+«Ανεβαίνει από κτηματάκι, τον βλέπω που ανεβαίνει», είπε η
+γριά, βάζοντας το δάχτυλο στα χείλη, επειδή έμπαινε η
+Γκριζέντα με τον καφέ.
+«Βλέπεις Νατόλια; Θέλησε να σηκωθεί σήμερα το πρωί, παρόλο
+που έχει υψηλό πυρετό. Γιαγιά, γιαγιά, γύρνα γρήγορα κάτω από
+τις κουβέρτες!»
+«Θα γυρίσω, θα γυρίσω. Όλοι κάτω από την κουβέρτα θα
+γυρίσουμε», είπε η γριά, και η Νατόλια έφυγε μ’ ένα βάρος
+στην καρδιά.
+
+Πράγμα παράξενο∙ ξαναπερνώντας εμπρός από το σπίτι των Πιντόρ
+είδε τον Έφις να ανηφορίζει στον έρημο δρόμο. Προχωρούσε
+σκυφτός κάτω από το βάρος του δισακιού, τόσο σκυφτός που
+έμοιαζε να ψάχνει κάτι καταγής.
+«Η γριά θα πεθάνει και γι’ αυτό βλέπει κιόλας», σκέφτηκε η
+Νατόλια.
+
+Εκείνος την κοίταξε με τα αδιάφορα μάτια του, όπως ενός ζώου,
+και δεν είπε αν θα πήγαινε ή όχι στη γριά. Καθώς γνώριζε ότι
+οι κυράδες του εκείνη την ώρα εξομολογούνταν, ξεφορτώθηκε το
+δισάκι, το απόθεσε στο σκαλοπατάκι και κάθισε να τις
+περιμένει. Οι τσουκνίδες του τρύπησαν τα χέρια.
+
+Η υπηρέτρια γύρισε στην εκκλησία και κοίταξε μήπως μπορούσε
+να πει στις κυρίες ότι ο υπηρέτης είχε έρθει, - έτσι θα
+άφηναν ελεύθερο τον παπά Από τη μια μεριά του
+εξομολογητηρίου όμως στεκόταν η ντόνα Έστερ της οποίας
+φαινόταν η άκρη από το σάλι να προβάλει σαν μαύρη φτερούγα,
+και από την άλλη η ντόνα Νοέμι, με την πλάτη πού και πού να
+τρέμει ελαφρά κάτω από το μαύρο θαμπό ύφασμα και το πόδι της
+μακρύ και νευρώδες να προεξέχει από το ανασηκωμένο μεσοφόρι.
+
+Οι άλλες εξομολογούμενες προσεύχονταν εδώ κι εκεί μέσα στην
+εκκλησία, γονατισμένες επάνω στο πρασινωπό πάτωμα. Μια βαθειά
+σιωπή, ένα γαλάζιο φως, μια μυρωδιά χλόης πλημμύριζαν την
+εκκλησία που ήταν υγρή και θλιβερή σαν σπηλιά. Η Μαγδαληνή,
+προβάλλοντας μέσα από την κορνίζα της, έμοιαζε να έχει
+στραμμένη την προσοχή της στις φωνές της άνοιξης που έρχονταν
+με τον αρωματισμένο αέρα, και η Νοέμι αισθανόταν κι εκείνη,
+ακόμη και εκεί μέσα, ακόμη και πίσω από το δικτυωτό του
+εξομολογητηρίου, που ανάδινε μια μυρωδιά σκουριάς και
+ανθρώπινης αναπνοής, ένα τρέμουλο ζωής, μια επιθυμία θανάτου,
+μια αγωνία πάθους, μια λαχτάρα ταπείνωσης, όλα τα βάσανα, τις
+πίκρες, τη μνησικακία και το αγκομαχητό της αμαρτωλής από
+έρωτα.
+
+
+Επιστρέφοντας είδαν τον Έφις να σηκώνεται με κόπο ακουμπώντας
+το χέρι στο σκαλοπατάκι. Τότε η Νοέμι, κάτω από την επίδραση
+ακόμα του ελέους και της αγάπης του Θεού, πήρε είδηση για
+πρώτη φορά ότι ο υπηρέτης είχε το κακό του χάλι: γέρος,
+θλιβερός, με ρούχα που έπλεαν επάνω του, και άπλωσε το χέρι
+για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Εκείνος όμως είχε κιόλας
+σηκωθεί και δεν έδωσε σημασία στη χειρονομία της.
+
+Και όταν μπήκαν μέσα και η ντόνα Έστερ ζήτησε να μάθει νέα
+για το κτηματάκι σαν να ήταν ακόμη δικό της, εκείνος απάντησε
+σηκώνοντας τους ώμους με ασυνήθιστη αγένεια και πήγε να
+πλυθεί στο πηγάδι.
+
+Ο Απρίλης έκανε χαρούμενη ακόμη και τη θλιβερή αυλή. Τα
+χελιδόνια πρόβαλαν το μαύρο κεφαλάκι τους από τις φωλιές στο
+χαγιάτι κοιτάζοντας τους συντρόφους τους που πετούσαν χαμηλά
+σαν ν’ ακολουθούσαν τη σκιά τους πάνω στο πυκνό χορτάρι του
+παλιού νεκροταφείου.
+«Έφις, μου φαίνεται πως δεν είσαι πολύ καλά. Πρέπει να πάρεις
+κάτι, ή να ξεκουραστείς για μερικές μέρες», είπε η Νοέμι.
+«Α, ναι, ντόνα Νοέμι; Εγώ όμως σκέφτομαι να περπατήσω!»
+«Δεν είσαι καλά σου λέω. Μην αστειεύεσαι. Τι έχεις;»
+
+Την κοίταζε με ζωηρό βλέμμα, λαμπερό, και ήταν τόση η ξαφνική
+χαρά του που οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του έμοιαζαν
+ακτίνες από φως.
+«Γερνάω», είπε, χτυπώντας τα χέρια και η χαρά του χάθηκε
+ξαφνικά, όπως είχε έρθει.
+
+Γύρισε στο χωριό επειδή ο ντον Πρέντου είχε στείλει να τον
+φωνάξουν, διαφορετικά δεν θα το είχε κουνήσει πια από
+κτηματάκι. Τι μπορούσε να κάνει η λύπηση της ντόνας Νοέμι
+ενάντια στο κακό που τον βασάνιζε; Το μόνο που κατάφερνε ήταν
+να του το μεγαλώνει.
+
+Πήγε λοιπόν στο καινούργιο του αφεντικό και το βρήκε
+σκαρφαλωμένο επάνω σε μια σκάλα να κλαδεύει την κληματαριά
+κάτω από το δίχτυ που σχημάτιζαν τα κλαδιά της ροδιάς,
+κεντημένο με χρυσά φυλλαράκια.
+
+Κι εδώ τα χελιδόνια διασταυρώνονταν με ταχύτητα, αλλά
+ψηλότερα, με φόντο το γαλακτερό ουρανό. Μέσα στο σπίτι
+άκουγες τις γυναίκες, που καθάριζαν τα δωμάτια και
+τακτοποιούσαν τα πράγματα για το Πάσχα. Μεγάλη ηρεμία
+βασίλευε τριγύρω.
+
+Ο Έφις δεν ξέχασε ποτέ εκείνες τις στιγμές. Είχε φύγει από το
+κτηματάκι με η βεβαιότητα ότι κάτι εξαιρετικό θα συνέβαινε,
+κοιτάζοντας όμως προς τα επάνω τη σκάλα του φάνηκε ότι και ο
+ντον Πρέντου ήταν λυπημένος, σχεδόν άρρωστος, και ότι δίσταζε
+να κατέβει, κρατώντας στο ένα χέρι το κλαδευτήρι που γυάλιζε
+και στο άλλο μια κληματίδα, η βιολετιά άκρη της οποίας
+έσταζε, όπως από ένα δάχτυλο κομμένο σταγόνες αίμα.
+«Περίμενε να τελειώσω ή μήπως βιάζεσαι να φύγεις;», είπε ο
+ντον Πρέντου, αλλά αμέσως συνήλθε, κάτι θυμήθηκε, και
+κατέβηκε βαρύς, αφήνοντας τον Έφις να τραβήξει στην άκρη τη
+σκάλα.
+«Να», άρχισε, όταν βρέθηκαν στο ισόγειο δωμάτιο που ήταν
+γεμάτο ήλιο και σκιές από χελιδόνια, «να, πρέπει να σου πω
+κάτι…», και δίσταζε κοιτάζοντας τα χέρια του, «να, θέλω να
+παντρευτώ τη Νοέμι.»
+
+Ο Έφις άρχισε να τρέμει τόσο δυνατά που το χέρι του επάνω στο
+τραπέζι έμοιαζε να χοροπηδά. Τότε ο ντον Πρέντου άρχισε να
+γελά με εκείνο το άχαρο και όλο κακία γέλιο του αλλοτινών
+καιρών.
+«Δεν πιστεύω να θέλεις να την παντρευτείς εσύ! Για σένα έχω
+τη Στεφάνα, το ξέρεις!»
+
+Ο Έφις σώπαινε∙ σώπαινε και τον κοίταζε και τα μάτια του ήταν
+τόσο γεμάτα από πάθος, από τρόμο, από χαρά που ο ντον Πρέντου
+σοβάρεψε. Προσπάθησε όμως πάλι να αστειευτεί.
+«Γιατί αναστατώνεσαι τόσο; Πιστεύεις ότι θα σου πληρώσω όσα
+σου χρωστάνε; Όχι, βέβαια. Εσύ θα τα βρεις με την Έστερ. Εγώ
+μένω απ’ έξω. Έπειτα είναι και κάτι άλλο…»
+
+Έξυσε με το νύχι έναν λεκέ στο γιλέκο του, παρατηρώντας τον
+με προσοχή.
+«Άραγε με θέλει;»
+«Μα τι λέτε!» ψέλλισε ο Έφις.
+«Μην είσαι τόσο σίγουρος! Ας μιλήσουμε όμως σοβαρά τώρα. Το
+σκέφτηκα καλά πριν το αποφασίσω. Αν θέλεις πίστεψέ με, το
+κάνω περισσότερο από χρέος παρά από καπρίτσιο. Τι περιμένω;
+Πού πάω; Στην ηλικία μου δεν ταιριάζει μια γυναίκα πολύ νέα.
+Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Τέλος πάντων, αποφάσισα. Εντάξει,
+δεν το αρνιέμαι: η Νοέμι είναι ωραία και μου αρέσει, πάντα
+μου άρεσε, για να σου πω την αλήθεια. Τι τα θέλεις όμως; Η
+ζωή περνάει κι εμείς την αφήνουμε να τρέχει σαν το νερό στο
+ποτάμι, και μόνο όταν την χάνουμε καταλαβαίνουμε ότι μας
+λείπει. Ας το αφήσουμε όμως» πρόσθεσε, χτυπώντας τις παλάμες
+του στα γόνατα και σηκώθηκε για να ξανακαθίσει. «Αυτό που
+ενδιαφέρει τώρα είναι να μάθουμε εάν η Νοέμι δέχεται. Εγώ θα
+τη ζητήσω όπως πρέπει. Θα της στείλω τον παπα-Πασκάλε ή τον
+γιατρό ή όποιον δεχτεί να το κάνει. Δεν θέλω όμως να εισπράξω
+μιαν άρνηση, ε, Θεός φυλάξοι, αυτό όχι, να πάρει η οργή!
+Καταλαβαίνεις Έφις;»
+
+Ο Έφις καταλάβαινε πολύ καλά και ένευε καταφατικά με το
+κεφάλι και με τα μάτια του που άστραφταν.
+«Να μιλήσω εγώ με την ντόνα Νοέμι;»
+
+Ο ντον Πρέντου του χτύπησε το γόνατο.
+«Μπράβο! Αυτό είναι. Και όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα, Έφις!
+Αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα αφήνουμε να μπαγιατεύουν.
+Θα της πεις: «Ποιον πρέπει να στείλουν να σε ζητήσει; Τον
+παπα-Πασκάλε, την αδελφή του ή κάποιον άλλο;». Εάν πει να μη
+στείλουν κανένα, τόσο το καλύτερο, μα την πίστη μου, τόσο το
+καλύτερο! Έπειτα θα ενεργήσουμε γρήγορα και αθόρυβα. Δεν
+είμαστε πια παιδιά. Τι λες; Τον Σεπτέμβρη κλείνω τα σαράντα
+οχτώ κι εκείνη πρέπει να είναι τριάντα πέντε περίπου, τι λες;
+Εσύ ξέρεις ακριβώς πόσο χρονών είναι; Έπειτα θα της πεις ότι
+δεν έχει να βάλει έγνοια στο μυαλό της: το σπίτι είναι
+έτοιμο, υπηρέτριες υπάρχουν, κουτσομπόλες, ναι, αλλά υπάρχουν
+και μάλιστα καλοπληρωμένες. Ασπρόρουχα υπάρχουν, τα πάντα
+υπάρχουν. Οι προμήθειες δεν λείπουν, δόξα τω Θεώ! Αρκετά, γι’
+αυτά θα μιλήσουμε κατόπιν με την Έστερ. Το μόνο που με
+στενοχωρεί είναι ότι…. Λοιπόν, θα σου το πω: ότι η Ρουθ
+πέθανε έτσι ξαφνικά. Μπορεί και εκείνη να ήταν
+ευχαριστημένη….»
+
+Ο Έφις σηκώθηκε. Ένοιωθε κάτι να τον τσιγκλάει σε όλο του το
+είναι και έπρεπε να φύγει, να κάνει το πεπρωμένο να βιαστεί.
+«Περίμενε λίγο ακόμη, διάολε! Θα σου δώσω να πιείς: λίγη ρακή
+ή ούζο; Στεφάνα, που να σε πάρει η οργή, εδώ είναι ο
+μνηστήρας σου, Στεφάνα!»
+
+Ακούγονταν οι γυναίκες, που χτυπούσαν τα έπιπλα με δύναμη.
+Τελικά εμφανίστηκε η ηλικιωμένη υπηρέτρια, με μια πετσέτα του
+φαγητού στο κεφάλι και μια άλλη στο χέρι, σοβαρή και
+επιβλητική, ωστόσο, με τα μάτια όλο εγκαρτέρηση στις
+επιθυμίες του αφεντικού της. Άνοιξε το ντουλάπι, έβαλε ούζο
+στα ποτήρια και κοίταξε τον Έφις με μια φευγαλέα αίσθηση
+τρόμου, αλλά και εξεταστικά συνάμα για να δει εάν εκείνος
+έπαιρνε στα σοβαρά τα αστεία του αφεντικού. Ο Έφις όμως ήταν
+τόσο ταπεινός και σαστισμένος που την έκανε να ξανανέβει
+επάνω και να πει στη νεαρή συντρόφισσά της:
+«Εάν αυτός έκανε τα μάγια, τα έκανε καλά. Η τύχη σα σαΐτα
+πέφτει επάνω τους. Καθάρισε καλά για να μην έχουμε πολλή
+δουλειά στο γάμο».
+«Το δικό σου με τον Έφις;», είπε η Πατσάνα. «Όσο για τον ντον
+Πρέντου πρέπει να περιμένουμε πρώτα τη ντόνα Νοέμι να πει το
+ναι!»
+
+Η Στεφάνα όμως τη μούντζωσε, έτσι και αλλιώς τα λόγια αυτά
+της φαίνονταν παράλογα.
+
+Όταν βρέθηκε στο δρόμο, αφού προηγουμένως ο ντον Πρέντου τον
+συνόδευσε μέχρι την εξώπορτα σαν φίλο, ο Έφις κοίταξε τριγύρω
+του και αναστέναξε.
+
+Όλα είχαν αλλάξει. Ο κόσμος πλάταινε, όπως η κοιλάδα μετά την
+καταιγίδα όταν η ομίχλη ανεβαίνει και εξαφανίζεται: το Κάστρο
+με φόντο το γαλανό ουρανό, τα χαλάσματα που πάνω τους η χλόη
+τρεμόπαιζε γεμάτη μαργαριτάρια, η πεδιάδα εκεί κάτω με τις
+συστάδες των βούρλων σε χρώμα σκουριάς, όλα είχαν μια
+γλυκύτητα παιδικών αναμνήσεων, πραγμάτων που χάθηκαν εδώ και
+πολύ καιρό, που θρηνήθηκαν, που αγαπήθηκαν κι έπειτα
+ξεχάστηκαν και τελικά ξαναβρέθηκαν όταν κανείς δεν τα θυμόταν
+και δεν τα νοσταλγούσε πια.
+
+Όλα είναι γλυκά, καλά, αγαπημένα: να τα βάτα της εκκλησίας
+μπλεγμένα με τις κλωστές από αράχνες πράσινες και βιολετιές
+της δροσιάς, να ο γκρίζος φράχτης, η σκουριασμένη πόρτα, το
+παλιό νεκροταφείο με τα κόκαλα σαν άσπρα λουλούδια ανάμεσα
+στην αγριοβρώμη και στις τσουκνίδες, να το δρομάκι και η
+αιμασιά με τις μοβ πεταλουδίτσες και τις κόκκινες πασχαλίτσες
+που μοιάζουν με λουλουδάκια και χάντρες. Όλα είναι φρέσκα,
+αθώα και όμορφα όπως όταν είμαστε μικρά παιδιά και το σκάμε
+από το σπίτι για να τρέξουμε μέσα στον υπέροχο κόσμο.
+
+Η εκκλησία ήταν ανοιχτή, εκείνες τις μέρες της σαρακοστής,
+και ο Έφις πήγε να γονατίσει στη θέση του, κάτω από τον
+άμβωνα.
+
+Η Μαγδαληνή κοίταζε, χαρούμενη κι αυτή, σαν ισπανίδα κυρία,
+φιλοξενούμενη των Βαρόνων, που έχει βγει στο μπαλκόνι του
+Κάστρου. Ένοιωθε κι εκείνη την άνοιξη και ήταν ευτυχισμένη
+παρ’ όλο που οι μέρες εκείνες ήταν του θείου πάθους. Κάποιος
+πλούσιος φεουδάρχης θα πρέπει να την είχε ζητήσει για σύζυγο,
+κι εκείνη χαμογελούσε στους περαστικούς από το μπαλκόνι της,
+και χαμογελούσε και στον Έφις που ήταν γονατισμένος κάτω από
+τον άμβωνα.
+«Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι
+ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το
+θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την
+απέραντη μεγαλοσύνη σου. Πάρε την ψυχή μου, όπως το πουλί
+παίρνει το σπόρο του σιταριού. Κύριε, σκόρπισέ με στους
+τέσσερεις ανέμους, εγώ θα σε δοξάζω επειδή εισάκουσες την
+καρδιά μου…»
+
+Την ώρα όμως που με κόπο σηκωνόταν, με τα γόνατά του να τον
+πονούν, ένοιωσε θλίψη, σαν να πέρασε η σκιά ενός σύννεφου
+μέσα από την εκκλησία, σκεπάζοντας το πρόσωπο της Μαγδαληνής.
+
+Και το πρόσωπο της ντόνας Νοέμι το σκέπαζε σκιά, ενώ σκυμμένη
+έραβε μέσα στην αυλή.
+
+Ο Έφις έκοψε έναν πανσέ από την άκρη του πηγαδιού και της τον
+προσέφερε. Εκείνη σήκωσε με έκπληξη τα μάτια και δεν πήρε το
+λουλούδι.
+«Μαντεύετε ποιος σας το στέλνει; Πάρτε το.»
+«Εσύ το έκοψες, εσύ να το κρατήσεις.»
+«Όχι, σοβαρά, πάρτε το ντόνα Νοέμι.»
+
+Κάθισε μπροστά της, καταγής, με σταυρωμένα τα πόδια σαν
+σκλάβος, κρατώντας τις πατούσες. Δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει,
+ήξερε όμως πως η κυρά μάντευε. Η Νοέμι, πράγματι, είχε αφήσει
+τον πανσέ να πέσει σε μια λευκή πτυχή του υφάσματος. Η καρδιά
+της χτυπούσε∙ ναι, μάντευε.
+«Πού είναι η ντόνα Έστερ;» είπε ο Έφις σκύβοντας επάνω στα
+πόδια του. «Πόσο θα ευχαριστηθεί όταν το μάθει! Ο ντον
+Πρέντου μου ζήτησε να γυρίσω στο χωριό γι’ αυτόν το λόγο…»
+«Μα τι λες, άθλιε;»
+«Όχι, μη με λέτε άθλιο! Είμαι ευχαριστημένος σαν να έχω
+πεθάνει τώρα μες στη χάρη του Θεού και να βλέπω τον ουρανό
+ανοιχτό. Πέρασα από την εκκλησία πριν έρθω εδώ, για να
+ευχαριστήσω τον Κύριο. Στη συνείδησή μου, είναι έτσι …….»
+«Μα γιατί Έφις;», είπε εκείνη με φωνή άχρωμη, τρυπώντας με τη
+βελόνα τον πανσέ. «Δεν σε καταλαβαίνω.»
+
+Εκείνος σήκωσε το βλέμμα. Την είδε χλωμή, τα χείλη της να
+τρέμουν, τα βλέφαρα χλομά σαν εκείνα μιας πεθαμένης. Είναι η
+χαρά, σίγουρα, που την έχει κάνει να χλομιάσει τόσο, κι
+εκείνος νοιώθει ένα τρέμουλο, μια επιθυμία να γονατίσει
+μπροστά της και να της πει: ναι, ναι, είναι μεγάλη χαρά,
+ντόνα Νοέμι, ας κλάψουμε μαζί.
+«Δέχεστε, ντόνα Νοέμι, κυρά μου; Είστε ευχαριστημένη, ε; Να
+του πω να έρθει;»
+
+Εκείνη βίασε τον εαυτό της∙ δάγκωσε τα χείλη, ξανάνοιξε τα
+μάτια και το αίμα ξαναγύρισε για να της βάψει το πρόσωπο,
+αλλά απαλά, μια ιδέα γύρω από τα βλέφαρα και στα χείλη.
+Κοίταξε τον Έφις κι εκείνος ξαναντίκρισε τα μάτια της όπως
+τις τρομερές μέρες, γεμάτα μνησικακία και υπεροψία. Η σκιά
+ξανάπεσε επάνω του.
+«Μην παρεξηγείτε που σας μιλάω πρώτος εγώ γι’ αυτό, ντόνα
+Νοέμι! Είμαι ένας φτωχός υπηρέτης, ναι, αλλά είμαι τάφος. Εάν
+δεχτείτε, ο ντον Πρέντου θα στείλει τον παπά να κάνει την
+πρόταση, ή όποιον θέλετε εσείς…»
+
+Η Νοέμι πέταξε κάτω τον κακοποιημένο πανσέ και έπιασε ξανά το
+ράψιμο. Έμοιαζε ήρεμη.
+«Εάν ο Πρέντου θέλει να γελάσει, ας γελάσει∙ δε μ’
+ενδιαφέρει.»
+«Ντόνα Νοέμι!»
+«Ναι, ναι! Δεν λέω ότι δεν είναι σοβαρή η πρόταση, βέβαια,
+αλλιώς δεν θα ήσουν εδώ. Τώρα όμως κάνε μου τη χάρη, σήκω και
+φύγε.»
+«Ντόνα Νοέμι;»
+«Λοιπόν, τι τρέχει πάλι; Σήκω, μην κάθεσαι γονατιστός εκεί
+πέρα, με σταυρωμένα τα χέρια! Είσαι ηλίθιος!»¨
+«Μα ντόνα Νοέμι, τι έχετε πάθει; Αρνείστε;»
+«Αρνούμαι.»
+«Αρνείστε; Μα γιατί, ντόνα Νοέμι μου;»
+«Γιατί; Το ξέχασες; Είμαι γριά, Έφις, και οι γριές δεν
+αστειεύονται με τη θέλησή τους. Μη μου ξαναμιλήσεις γι’
+αυτό.»
+«Μόνο αυτό έχετε να μου πείτε;»
+«Μόνο αυτό έχω να σου πω.»
+
+Σώπασαν. Εκείνη έραβε, εκείνος είχε σηκώσει τα γόνατα και τα
+έσφιγγε με τα χέρια. Του φαινόταν ότι ονειρεύεται, δεν
+καταλάβαινε. Τελικά σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω. Όχι,
+δεν ονειρευόταν, όλα ήταν αληθινά: η αυλή ήταν γεμάτη ήλιο
+και σκιά, κάποιες σχίζες έπεφταν από το μπαλκόνι όπως πέφτουν
+οι πευκοβελόνες το φθινόπωρο και πέρα από τον τοίχο φαινόταν
+το Βουνό άσπρο σαν ζάχαρη και όλα ήταν γλυκά και τρυφερά όπως
+το πρωί, όταν είχε βγει από το σπίτι του ντον Πρέντου. Του
+φαινόταν πως άκουγε ακόμη τις γυναίκες να ξεσκονίζουν
+χτυπώντας τα έπιπλα, αλλά λες και χτυπούσαν τον ίδιο. Ναι,
+κάτι τον διαπερνούσε, στη ράχη, στους ώμους, στα πλευρά και
+στους αγκώνες, στα γόνατα και στις αρθρώσεις των δακτύλων.
+Και η ντόνα Νοέμι ήταν εκεί, χλωμή, και έραβε, έραβε και με
+τη βελόνα της του τρυπούσε την ψυχή. Τα χελιδόνια περνούσαν
+ασταμάτητα τριγύρω, πάνω από τα κεφάλια τους, σαν κινητή
+γιρλάντα από μαύρα λουλούδια, από μικρούς μαύρους σταυρούς.
+Οι σκιές τους έτρεχαν στο έδαφος σαν φύλλα που τα παίρνει ο
+άνεμος, κι εκείνος θυμήθηκε τον πόνο που δοκίμασε όταν
+σηκώθηκε κάτω από τον άμβωνα, και τη σκιά στο πρόσωπο της
+Μαγδαληνής. Αναστέναξε βαθειά. Καταλάβαινε. Ήταν η τιμωρία
+του Θεού που βάραινε επάνω του.
+
+Τότε άρχισε αργά αργά να μιλάει , πιάνοντας τον ποδόγυρο της
+φούστας της Νοέμι και δεν καταλάβαινε καλά καλά τι έλεγε, θα
+πρέπει όμως να μην ήταν και πολύ πειστικός επειδή η γυναίκα
+συνέχιζε το ράψιμο και δεν απαντούσε, ήρεμη πάλι με ένα
+διφορούμενο χαμόγελο στα χείλη.
+
+Και όταν φάνηκε να τα έχει πει όλα, όλη την περασμένη
+δυστυχία, όλη τη λάμψη που υποσχόταν το μέλλον, τότε μίλησε
+κι εκείνη, αλλά σιγά, ανασηκώνοντας μόλις τα μάτια, σαν να
+μιλούσε μόνο με αυτά.
+«Μην το σκέφτεσαι τόσο Έφις, μην ανακατεύεσαι περισσότερο
+στις δικές μας υποθέσεις. Κι έπειτα ξέρεις: έχουμε ζήσει
+μέχρι τώρα, καλά δεν ήμασταν μέχρι τώρα; Τι μας έλειψε; Και
+θα συνεχίσουμε με τη βοήθεια του Θεού. Δε θα μας λείψει το
+ψωμί. Το σπίτι του Πρέντου είναι γεμάτο πράγματα που ούτε να
+τα φυλάξω δε θα μπορούσα.»
+
+Ο Έφις σκεφτόταν απογοητευμένος. Τι να κάνει, εάν δεν
+καταφύγει στο ψέμα;
+
+Ξανάρχισε να ψηλαφίζει το ρούχο.
+«Πρέπει όμως να σας πω κάτι σοβαρό, ντόνα Νοέμι. Δεν θα το
+ήθελα, αλλά εσείς με το πείσμα σας με αναγκάζετε. Ο ντον
+Πρέντου το έχει πάρει τόσο στα σοβαρά που εάν εσείς δεν τον
+θελήσετε θα πεθάνει. Ναι, σαν να του έχουν κάνει μάγια, δεν
+κοιμάται πια. Εσείς δεν ξέρετε τι είναι αγάπη, ντόνα Νοέμι∙
+σκοτώνει. Πρέπει να έχει κανείς λειψή συνείδηση για να αφήνει
+να πεθαίνει ένας άνθρωπος….»
+
+Τότε η Νοέμι γέλασε και τα γερά της δόντια έλαμψαν έως μέσα,
+όπως εκείνα ενός μικρού κοριτσιού που είναι πολύ χαρούμενο.
+Εκείνο το γέλιο τον πείραξε τον Έφις, τον θύμωσε, τον έκανε
+κακό και ψεύτη.
+«Κάτι ακόμη πιο σοβαρό, ντόνα Νοέμι! Ναι, με αναγκάζετε να
+σας το πω. Ο ντον Τζατσίντο απειλεί να γυρίσει εδώ….
+Καταλαβαίνετε;»
+
+Σταμάτησε να ράβει, τέντωσε τη μέση της, έριξε πίσω το κεφάλι
+για να αναπνεύσει καλύτερα, τα χέρια της έσφιξαν το ύφασμα.
+
+Και ο Έφις πετάχτηκε επάνω τρομαγμένος, νομίζοντας ότι ήταν
+έτοιμη να λιγοθυμήσει.
+
+Κράτησε όμως μια στιγμή μόνο. Τον ξανακοίταξε με τα μάτια της
+όλο κακία και είπε ήρεμα:
+«Και αν ακόμη γυρίσει, δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Και δεν
+χρειαζόμαστε κανέναν για να μας προστατεύει».
+
+Εκείνος μάζεψε από χάμου τον πανσέ και πήγε να κάτσει στη
+σκάλα, όπως τη νύχτα μετά το θάνατο της ντόνας Ρουθ. Δεν
+αναρωτιόταν πλέον γιατί η Νοέμι απαρνιόταν τη ζωή∙ νόμιζε πως
+καταλάβαινε. Ήταν η τιμωρία του Θεού που έπεφτε επάνω του, η
+τιμωρία που βάραινε επάνω σ’ όλο το σπίτι. Κι εκείνος ήταν το
+σκουλήκι μέσα στο φρούτο, ήταν το σαράκι που έτρωγε το
+πεπρωμένο της οικογένειας. Ακριβώς σαν το σαράκι, όλα τα
+έκανε εκείνος κρυφά. Ροκάνισε, ροκάνισε, ροκάνισε και τώρα
+γιατί απορούσε που όλα γύρω του έγιναν κομμάτια; Έπρεπε να
+φύγει∙ αυτό μόνο καταλάβαινε. Μια μικρή ελπίδα μόνο τον
+στήριζε ακόμη, όπως το κοτσάνι, χλωρό ακόμη, στήριζε το χλωμό
+πανσέ που εκείνος κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα. Ο Θεός δεν θα
+εγκατέλειπε τις δυστυχισμένες γυναίκες. Όταν θα έφευγε
+εκείνος, η ντόνα Νοέμι, που μπορεί να την είχε προσβάλει ο
+τρόπος που της έκανε την πρόταση, θα υποχωρούσε. Εξ άλλου δυο
+γυναίκες μόνες δεν μπορούν να ζήσουν.
+
+Έπρεπε να φύγει. Πώς δεν το είχε καταλάβει μέχρι τώρα; Του
+φαινόταν να τον καλεί κάποια φωνή, και πράγματι μια φωνή τον
+κάλεσε, πέρα από τον τοίχο, μέσα από τη σιωπή του δρόμου.
+
+Σηκώθηκε και ξεκίνησε, έπειτα γύρισε πίσω για να πάρει το
+δισάκι που κρεμόταν σ’ ένα κρεμαστάρι κάτω από το χαγιάτι. Το
+κρεμαστάρι, καρφωμένο εκεί από αιώνες, ξεκαρφώθηκε και
+αναπήδησε ανάμεσα στα βότσαλα της αυλής σαν ένα μεγάλο, μαύρο
+δάχτυλο. Εκείνος ανασκίρτησε. Ναι, έπρεπε να φύγει∙ ακόμη και
+το κρεμαστάρι ξεκαρφώθηκε για να μην δεχτεί πια το δισάκι
+του.
+
+Και παρ’ όλη την έκπληξη της Νοιέμι, που παρακολουθούσε με
+την κόγχη του ματιού όλες τις κινήσεις του, εκείνος δεν
+ξαναέβαλε το κρεμαστάρι στη θέση του και κίνησε να φύγει.
+«Έφις; Φεύγεις;»
+
+Σταμάτησε με χαμηλωμένο το κεφάλι.
+«Δεν θα περιμένεις την Έστερ; Θα γυρίσεις για το Πάσχα;»
+
+Ένευσε πως όχι.
+«Έφις, σ’ έχω προσβάλει μήπως; Σου είπα κάτι κακό;»
+«Κανένα κακό, κυρά μου. Μόνο να, πρέπει να φύγω∙ έφτασε η
+ώρα.»
+«Πήγαινε τότε στο καλό.»
+
+Εκείνος έμεινε για μια στιγμή σκεφτικός: του φάνηκε πως κάτι
+ξέχασε, όπως όταν είναι να ταξιδέψουμε και διερωτόμαστε εάν
+τα έχουμε πάρει όλα.
+«Ντόνα Νοέμι, έχετε κάτι να με διατάξετε;»
+«Όχι, τίποτε. Μου φαίνεται μόνο πως δεν είσαι καλά∙ είσαι
+άρρωστος; Μείνε εδώ, θα καλέσουμε το γιατρό. Τρέμουν τα πόδια
+σου.»
+«Πρέπει να πηγαίνω.»
+«Έφις, άκουσέ με. Μην σου κακοφαίνεται για ό, τι σου είπα.
+Έτσι είναι, δεν μπορώ, πίστεψέ με. Ξέρω ότι αυτό σε
+δυσαρεστεί, αλλά δεν μπορώ. Μην πεις τίποτε στην Έστερ και
+πήγαινε, αφού θέλεις να φύγεις. Εάν όμως νοιώσεις άσχημα,
+γύρισε. Να θυμάσαι ότι αυτό είναι το σπίτι σου.»
+
+Έριξε το δισάκι επάνω στους ώμους του και βγήκε. Στα
+σκαλοπάτια της εξώπορτας τίναξε τα πόδια του, το ένα μετά το
+άλλο, για να μην πάρει μαζί του ούτε τη σκόνη από το σπίτι
+που εγκατέλειπε.
+
+
+Κεφάλαιο δέκατο τρίτο
+
+Έξω τον περίμενε ο Τσουαναντόνι.
+«Σας φώναξα τρεις φορές. Πάμε, η γιαγιά μου δεν είναι καλά
+και θέλει να σας μιλήσει. Γιατί δεν έρχεστε; Μη φοβάστε, δε
+θα σας πάρουμε το ψωμί απ’ το δισάκι.»
+
+Η γριά ήταν ακόμη ντυμένη στο κρεβάτι, με τους καρπούς των
+χεριών της γυμνούς, κόκκινους και φλογάτους σαν αναμμένα
+δαυλιά. Έμοιαζε ναρκωμένη, αλλά όταν ο Έφις έσκυψε επάνω της
+του είπε με σβησμένη φωνή:
+«Βλέπεις; Πήγε πάλι στο ποτάμι για να πλύνει, επειδή πρέπει
+να δουλέψει. Κι εσύ μου είπες πως θα την παντρευόταν!»
+«Θεια-Ποτόι! Πρέπει να κάνουμε υπομονή. Γεννηθήκαμε για να
+υποφέρουμε.»
+
+Η γριά σήκωσε το χέρι της και τον τράβηξε με δύναμη επάνω
+της. Μια οσμή σήψης και τάφου αναδυόταν από το μικρό κρεβάτι,
+εκείνος όμως δεν τραβήχτηκε παρόλο που ένιωθε το κολιέ της
+θειας-Ποτόι να του αγγίζει το πρόσωπο, ζεστό σαν να ήταν
+επάνω στη φωτιά, και την αναπνοή της να περνάει πάνω στα
+μαλλιά του σαν αράχνη.
+«Άκουσέ με Έφις, είμαστε μπροστά στο Θεό. Εγώ είμαι έτοιμη να
+φύγω. Ο ίδιος ο ντον Τζάμε θα έρθει να με πάρει, όπως το
+είχαμε συμφωνήσει όταν ήμασταν παιδιά. Ήρθε η ώρα να φύγουμε
+μαζί. Και στο δρόμο θα του πω να μη σταματήσει εκεί που
+έπεσε, εκεί που τον σκότωσες, και να σε συγχωρήσει για την
+αγάπη που έδειξες για τις κόρες του. Θα σε συγχωρήσει. Έφις∙
+αρκετά σήκωσες το βάρος. Κι εσύ όμως Έφις, σώσε την Γκριζέντα
+μου. Θα χαθεί. Το θάνατό μου μόνο περιμένει για να το σκάσει
+και γι’ αυτό δεν μπορώ να κλείσω ήσυχη τα μάτια. Πήγαινε στο
+παλικάρι και πες του να μην την χάσει, να μην ξεχάσει ότι
+υποσχέθηκε να την παντρευτεί. Να την παντρευτεί, ναι, κι έτσι
+η ντόνα Νοέμι θα πάψει να τον σκέφτεται. Πήγαινε.»
+
+Τον έσπρωξε κι εκείνος γούρλωσε τα μάτια, αλλά του φάνηκε να
+τον καίνε, να είναι σκεπασμένα με στάχτη, σαν να γύριζε από
+την κόλαση. Η γριά δεν ξανάνοιξε τα δικά της. Τα χέρια της
+είχαν κοκαλώσει, τα δάχτυλα ήταν άκαμπτα και ανοιχτά,
+κουνούσε ακόμη τα χείλη της που είχαν γίνει βιολετιά και γύρω
+γύρω μαύρα, αλλά δε μιλούσε πια.
+
+Δεν ξαναμίλησε.
+
+Από την τρύπα της στέγης έπεφτε, σαν μέσα από ένα
+αναποδογυρισμένο χωνί, μια χρυσαφένια ηλιαχτίδα που φώτιζε
+επάνω στο μικρό κρεβάτι το μαύρο της κορμί και τα κολιέ της,
+αφήνοντας στην σκιά την υπόλοιπη έρμη κάμαρα.
+
+Ο Έφις κοίταζε σαν μέσα από τον πάτο ενός πηγαδιού εκείνο το
+σημείο, ψηλό και μακρινό. Ξαφνικά όμως του φάνηκε ότι η
+ηλιαχτίδα παρεξέκλινε, έπεφτε απάνω του και τον φώτιζε. Έτσι
+όλα ήταν ξεκάθαρα. Τα μάτια του τώρα πια διέκριναν τα πάντα:
+τριγύρω η σκιά από τα λάθη του, το κέντρο φωτισμένο, που ήταν
+η τιμωρία του Θεού επάνω του.
+
+Ξαναπήρε το δισάκι, χωρίς να πει κουβέντα, και έφυγε.
+
+Περνώντας μπροστά από το σπίτι του ντον Πρέντου φώναξε τη
+Στεφάνα και της είπε ότι έπρεπε να φύγει για δικές του
+δουλειές και ότι δεν ήξερε πότε θα γυρίσει.
+«Πες μου τουλάχιστον πού πας.»
+«Στο Νούορο.»
+
+Δυο μέρες του πήρε μέχρι που να φτάσει στο Νούορο. Ανηφόριζε
+σιγά σιγά, με σύντομα διαλείμματα, πέφτοντας στην άκρη του
+δρόμου όταν κουραζόταν. Έκλεινε τα μάτια, αλλά δεν κοιμόταν.
+Όταν τα ξανάνοιγε έβλεπε την κιτρινωπή δημοσιά να χάνεται
+ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο του ορίζοντα, επάνω προς
+τα βουνά του Νούορο και κάτω προς τη θάλασσα της Μπαρονία,
+και του φαινόταν πως έτσι ζούσε πάντα, στην άκρη ενός δρόμου
+που είχε διανύσει τον μισό και τον άλλο μισό τον είχε μπροστά
+του. Κάτω στο βάθος είχε αφήσει τον τόπο όπου έκανε το
+έγκλημα, επάνω, προς τα βουνά, ήταν ο τόπος της μετάνοιας.
+
+Ο καιρός ήταν καλός∙ οι κοιλάδες είχαν κιόλας χορταριάσει και
+οι βίγκες άνθιζαν σαν μάτια χαμογελαστών παιδιών.
+
+Ένα δίχτυ από ρυάκια γυάλιζε ανάμεσα στο πράσινο στις
+κατηφοριές και το ποτάμι μουρμούριζε ανάμεσα στα σκλήθρα.
+Κανένα κάρο περνούσε που και που από τη δημοσιά και στον Έφις
+ερχόταν η επιθυμία να ζητήσει να τον μεταφέρουν, αλλά αμέσως
+λυπόταν γι’ αυτό.
+
+Όχι, έπρεπε να περπατήσει για την εξιλέωσή του, να φτάσει
+χωρίς τη βοήθεια κανενός.
+
+Αυτό το πρώτο του ταξίδι είχε ένα σκοπό, γι’ αυτό και τον
+απασχολούσαν ακόμη τα εγκόσμια, να φτάσει σύντομα, να
+βιαστεί. Μετά νόμιζε ότι θα ήταν ελεύθερος, θα κουβαλούσε
+μόνο το δικό του φορτίο με υπομονή, μέχρι το θάνατό του.
+
+Το πρώτο βράδυ διανυκτέρευσε σ’ ένα οδικό φυλάκιο της
+κοιλάδας, αλλά δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Η νύχτα ήταν διαυγής
+και γλυκιά. Στον λευκό ουρανό πάνω από την κοιλάδα, που την
+έκλειναν στήλες από βράχια, κρεμόταν το φεγγάρι σαν χρυσή
+λάμπα από το θόλο ενός ναού. Κάποιος άρρωστος όμως βογκούσε
+μέσα στο θλιβερό σαν στάβλο φυλάκιο και ο ανθρώπινος πόνος
+τάραζε την ερημιά.
+
+Ο Έφις ξεκίνησε πάλι πριν την αυγή, πιο κουρασμένος από πριν.
+Και να τα βουνά της Ολιένα να ξεπετιούνται μέσα από τα λευκά
+πυκνά σύννεφα σαν μια μάζα από λιβάνι μπροστά στο τραχύ
+θυσιαστήριο από γρανίτη της Ορτομπένε. Όλο το τοπίο έχει μιαν
+ιερή όψη και ο Λυτρωτής σταματάει το πέταγμα επάνω στον πιο
+ψηλό βράχο, με το σταυρό να τινάζει τους μαύρους βραχίονές
+του στο χρυσαφένιο θόλο του ουρανού.
+
+Και ο Έφις γονατίζει αλλά δεν προσεύχεται, δεν μπορεί να
+προσευχηθεί, ξέχασε τα λόγια. Τα μάτια του όμως, τα χέρια του
+που τρέμουν, όλο του το σώμα που αναταράζεται από τον πυρετό,
+όλα είναι μία προσευχή.
+
+Όσο ανέβαινε προς το Νούορο άκουγε κάποιους χτύπους, λες και
+μια μεγάλη καρδιά, κρεμασμένη πάνω από την κοιλάδα, να
+χτυπούσε δυνατά, όλο και πιο δυνατά.
+«Είναι ο Μύλος και ο Τζατσίντο βρίσκεται εκεί», σκέφτηκε με
+χαρά.
+
+Ήταν ο τελευταίος σταθμός του ταξιδιού του στον κόσμο, ο
+τελευταίος ανήφορος του Γολγοθά του, εκείνο το ανηφορικό
+σοκάκι, βρώμικο, όλο λίγδα, με ένα γατάκι ψόφιο μέσα στα
+σκουπίδια και τον ουρανό πορφυρό πάνω από τους ψηλούς τοίχους
+σκεπασμένους με αγριάδα.
+
+Στα μισά του δρόμου γύρισε να κοιτάξει. Η σκιά ανέβαινε από
+την κοιλάδα διαγράφοντας έναν σκούρο κύκλο επάνω στις
+τριανταφυλλί πλαγιές της Ορτομπένε και έφτανε μέχρι τον ίδιο
+στο σοκάκι. Ψηλά ακουγόταν το αγκομαχητό του Μύλου, ένα
+αρσενικό καρδιοχτύπι σε αντίθεση προς το θηλυκό κάλεσμα μιας
+καμπάνας που χτυπούσε τον εσπερινό και στο βάθος του δρόμου
+περνούσαν χωριάτες με τα ζεμένα βόδια τους, επιβλητικοί αστοί
+όπως ο ντον Πρέντου, γυναίκες με κανάτια στο κεφάλι. Άλλες
+γυναίκες, χλωμές, κάθονταν να ξεκουραστούν επάνω στις πέτρες
+από τους χαμηλούς φράχτες που περικύκλωναν μια εξωτερική
+αυλή.
+
+Ο Έφις κοντοστάθηκε κουρασμένος, με το δισάκι να του γλιστρά
+από τους ώμους, και ξεκίνησε την κουβέντα μαζί τους.
+«Πού βρίσκεται ο ντον Τζατσίντο;»
+«Ποιος; Εκείνος από το Μύλο; Εδώ, πιο πάνω. Τι του κουβαλάς
+μες στο δισάκι; Είσαι ο υπηρέτης του;»
+«Ναι. Και τι κάνει ο ντον Τζατσίντο;»
+«Ε, δουλεύει και διασκεδάζει. Είναι εύθυμος, χρυσό παιδί.
+Όλες οι γυναίκες τρέχουν από πίσω του…. τσακώνονται για χάρη
+του λες και είναι γλυκό από μέλι…»
+
+Τότε ο Έφις θυμήθηκε το πανηγύρι στο Ριμέντιο, τη Νατόλια και
+την Γκριζέντα που χόρευαν έχοντας στριμώξει ανάμεσά τους τον
+ξένο και ένας δυνατός πόνος τον διαπέρασε, αλλά ο πόνος αυτός
+του δημιούργησε μια έντονη επιθυμία μα κάνει κάτι ενάντια στη
+μοίρα.
+«Πού μπορώ να τον βρω; Να είναι στο Μύλο τώρα;»
+«Κατά φωνή….»
+
+Και να τος πράγματι ο Τζατσίντο που έρχεται βιαστικός,
+ξεσκούφωτος, με τα μαλλιά του και τα ρούχα άσπρα από το
+αλεύρι. Κάποιος είχε πάει να τον ειδοποιήσει για τον ερχομό
+του υπηρέτη.
+«Τι γυρεύεις εδώ πάνω;», τον ρώτησε, πιάνοντας τον από τα
+μπράτσα και ταρακουνώντας τον.
+
+Ο Έφις τον κοίταζε χωρίς να απαντά και τον άφησε να τον σύρει
+μες στο σοκάκι μέχρι επάνω, μέχρι μια μικρή αυλή κλεισμένη
+ανάμεσα σε δυο σπίτια πάνω από την κοιλάδα. Ένας άντρας, ένας
+αστός κοντός, σχεδόν νάνος, με μεγάλα μελαγχολικά μάτια και
+χλωμό πρόσωπο, έβγαζε νερό από το πηγάδι και ο Τζατσίντο τον
+σύστησε σαν τον σπιτονοικοκύρη του.
+«Πρέπει να σου μιλήσω», είπε ο Έφις.
+«Σ’ ακούω, μίλησε.»
+
+Κάθισαν στην κουζίνα αλλά ο αστός ετοίμαζε το δείπνο και ο
+Έφις δεν ήθελε να μιλήσει μπροστά του. Όσο για τον Τζατσίντο,
+εκείνος αστειευόταν και γελούσε και δεν ενθάρρυνε τη
+συζήτηση.
+
+Μέσα από το παραθυράκι φαινόταν πάνω στους βράχους της
+Ορτομπένε ο Λυτρωτής μικρός σαν χελιδόνι, και από το περιβόλι
+ανέβαινε μια μυρωδιά από βιόλες που θύμιζε την αυλή εκεί κάτω
+των Πιντόρ.
+
+Ο Έφις ένοιωσε πόνο στην καρδιά αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει.
+Είπε μόνο:
+«Τζατσιντί, το ’χεις ρίξει έξω, μου φαίνεται!»
+«Τι να κάνω; Να πάω να κρεμαστώ;»
+
+Το ανθρωπάκι όμως, που μαγείρευε σκυμμένο μακαρόνια, σήκωσε
+τα θλιμμένα του μάτια και ο Τζατσίντο γέλασε και κοίταξε τα
+δοκάρια της στέγης.
+«Ξέρεις Έφις, τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ, ενοικιαστής
+αυτού εδώ του καλού άνθρωπο του Θεού, προσπάθησα στ’ αλήθεια
+να κρεμαστώ. Το θυμώσατε Μικέλι;», το ανθρωπάκι ένευσε πως
+ναι, αλλά κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Και αυτός με
+έσωσε, μ’ έβαλε στο κρεβάτι σαν να ήμουν μωρό. Με έδενε όταν
+έβγαινε. Είχα υψηλό πυρετό, αλλά έπειτα πέρασαν όλα και τώρα
+είμαι χαρούμενος και ευχαριστημένος. Έτσι δεν είναι Μικέλι;
+Δεν είμαι χαρούμενος και ευχαριστημένος; Έλα Έφις, μίλησε.
+Σίγουρα έχεις έρθει για να ταράξεις τη χαρά μου.»
+ «Η γριά Ποτόι πέθανε», είπε επιτέλους ο Έφις και ο Τζατσίντο
+του πλησίασε το πιρούνι στο πρόσωπο σαν να ήθελε να τον
+τρυπήσει.
+«Φύγε, πουλί της συμφοράς! Το ήξερα ότι θα έφερνες την είδηση
+κάποιου θανάτου! Τι άλλο;»
+«Και η Γκριζέντα ετοιμάζεται να μας αφήσει. Θα την δεις να
+φτάνει εδώ σε μερικές μέρες. Αυτά ήρθα να σου πω.»
+
+Ο Τζατσίντο ξαναπήρε το παιδικό του ύφος, όπως κάποτε,
+θλιμμένο και τρομαγμένο.
+«Α, όχι, όχι! Δε θέλω να έρθει!»
+«Δε θέλεις; Και πώς θα της το απαγορέψεις; Στο κάτω κάτω
+είναι η αρραβωνιαστικιά σου, υποσχέθηκες πως θα την
+παντρευτείς.»
+«Δεν μπορώ να την παντρευτώ. Αλήθεια δεν είναι ότι δεν μπορώ,
+Μικέλι; Δεν μπορώ και δε θέλω! Δεν είμαι σε θέση να
+παντρευτώ: είμαι ένας κουρελής, έχω άλλες υποχρεώσεις εγώ και
+το ξέρεις. Κοίταξε λοιπόν, μπορώ να μιλήσω μπροστά σ’ αυτόν
+τον άνθρωπο που ξέρει τα πάντα για μένα, όπως εσύ, και με
+συμπονά. Εγώ πρέπει να πληρώσω το χρέος από τις θείες μου.
+Γι’ αυτό ήθελα να πεθάνω, επειδή η απελπισία ξεχείλισε την
+καρδιά μου. Αυτός ο άνθρωπος όμως μου είπε: θα σε κρατήσω
+τζάμπα στο σπίτι μου, θα σου δώσω στέγη και τροφή όταν θα
+έχω, εσύ όμως θα πρέπει να στρωθείς στη δουλειά για να
+πληρώσεις το χρέος σου.»
+
+Ο Έφις κοίταζε το ανθρωπάκι μεταξύ θαυμασμού και καχυποψίας
+και έμοιαζε να τον ρωτά με τα μάτια: «γιατί τόση
+γενναιοδωρία;». Κι εκείνος, που έτρωγε με το πρόσωπο σκυμμένο
+επάνω στο πιάτο του, σήκωσε τα μάτια και είπε:
+«Επειδή είμαστε χριστιανοί!»
+
+Τότε ο Έφις επανήλθε στον εαυτό του, σαν μέσα στο σπίτι της
+ψυχής του, και θυμήθηκε γιατί είχε έρθει.
+«Και όμως, Τζατσίντο, πρέπει να παντρευτείς την Γκριζέντα. Θα
+έρθει εδώ σε μερικές μέρες∙ μην την διώξεις, μην την χάσεις!»
+«Μα καλέ μου άνθρωπε! Δεν έχεις αυτιά για ν’ ακούσεις; Σου
+λέω πως δε μπορώ να την κρατήσω, δε μπορώ να την παντρευτώ.
+Πρέπει να πληρώσω το χρέος από τις θείες μου!»
+«Θα το πληρώσεις με το να την παντρευτείς.»
+«Τόσα πολλά κληρονόμησε;» είπε ο Τζατσίντο γελώντας, αλλά ο
+Έφις τον κοίταζε σοβαρός και επανέλαβε δυο φορές:
+« Ήρθα να σου μιλήσω γι’ αυτό».
+
+Ο σπιτονοικοκύρης κατάλαβε ότι η παρουσία του ενοχλούσε και
+βγήκε έξω σιωπηλός, παρόλο που ο Τζατσίντο διαμαρτυρόταν και
+του φώναζε να γυρίσει πίσω.
+«Άσ’ τον», είπε ο Έφις. «Αυτό που έχω να σου πω δεν πρέπει να
+το μάθει κανείς.»
+
+Και όμως, όταν έμειναν μόνοι, ένοιωσαν και οι δυο αμηχανία.
+Το φως έμοιαζε να στέκει εμπόδιο ανάμεσά τους. Βγήκαν στη
+μικρή αυλή, κάθισαν στο σκαλοπάτι και ο Τζατσίντο έκλεισε την
+πορτούλα πίσω του, σαν να ήθελε να εμποδίσει το φως και τη
+φωτιά να ακούσουν. Ο Έφις έψαχνε τις λέξεις για να βγάλει από
+μέσα από την καρδιά του το θλιβερό μυστικό. Α, του φαινόταν
+τόσο μεγάλο και βαρύ που δεν μπορούσε να το εξωτερικεύσει
+όλο: κομμάτι κομμάτι, ίσως, ναι, ματώνοντας. Έσκυψε μέσα του:
+έσκαβε, σιωπηλός, τραβούσε, τραβούσε, όπως την πέτρα από ένα
+πηγάδι. Τελικά ανασηκώθηκε αναστενάζοντας, κουρασμένος και
+αδύναμος.
+«Τζατσίντο, άκου τι έχω να σου πω. Έτσι είναι ο κόσμος. Ο
+ντον Πρέντου θέλει να παντρευτεί τη ντόνα Νοέμι και η ντόνα
+Νοέμι δεν θέλει. Εσύ φταις γι’ αυτό!»
+
+Ο Τζατσίντο δεν απάντησε, αλλά του άρπαξε δυνατά το μπράτσο
+λες και ήθελε να του το τσακίσει, έπειτα το άφησε.
+
+Ο Έφις τον άκουσε να λαχανιάζει ελαφρά, σαν να τον έπιασε
+ταραχή, και ο ίδιος με τη σειρά του, την ώρα που του έσφιγγε
+το μπράτσο και έκαιγε από το σφίξιμο, ανάσαινε με αγωνία.
+«Ναι, εσύ φταις, εσύ φταις», ξανάρχισε σχεδόν επιθετικά. «Δεν
+το ήξερες; Τόσο το καλύτερο! Η γριά, αυτό τουλάχιστον δεν σου
+το είπε. Τώρα όμως πρέπει να το σκεφτείς σοβαρά. Πρέπει να το
+βγάλεις από το μυαλό της θείας σου αυτό το σαράκι,
+καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις;»
+«Τι μπορώ να κάνω εγώ;» είπε τελικά το Τζατσίντο και σαν να
+τον ξανακυρίεψε η παλιά του θλίψη.
+
+Σκυφτός μες στη σκιά κοίταζε τη γη στα πόδια του και έβλεπε
+μια μαύρη άβυσσο.
+«Τι μπορείς να κάνεις; Το ξέρεις, σου το είπα. Ξεκίνα εσύ να
+κάνεις το καθήκον σου κι έπειτα εκείνη θα κάνει το δικό της…»
+«Τι μπορώ να κάνω, τι περνάει από το χέρι μου; Πιστεύεις ότι
+εμείς κανονίζουμε τη μοίρα μας; Θυμήσου τι λέγαμε εκεί κάτω,
+στο κτηματάκι∙ το θυμάσαι; Κι εσύ, εσύ ο ίδιος κανόνισες τη
+μοίρα σου;»
+
+Έσκυψε και ο Έφις κι έμειναν έτσι, κοντά κοντά, τόσο που ο
+ένας ένοιωθε τη ζεστασιά από το πλευρό του άλλου. Οι κρόταφοί
+τους είχαν πλησιάσει, σαν να άκουγαν μια υπόγεια φωνή.
+« Είναι αλήθεια! Δεν μπορούμε να κανονίσουμε τη μοίρα μας»,
+παραδέχτηκε ο Έφις.
+«Νομίζεις ότι θα είναι ευτυχισμένη εάν παντρευτεί το θείο
+Πιέτρο; Δεν φτάνει το ψωμί για να μας κάνει ευτυχισμένους,
+τώρα το καταλαβαίνω κι εγώ…. Χρειάζονται και άλλα!»
+«Εσύ όμως, πες μου, εσύ…»
+«Εγώ;»
+«Ναι, εσύ, το ήξερες;»
+«Τι να σου πω; Ένας άντρας τα καταλαβαίνει πάντα αυτά τα
+πράγματα. Σου ορκίζομαι όμως στην ψυχή της μάνας μου πως εγώ
+την σεβάστηκα πάντα τη Νοέμι, σαν να ήταν κάτι το ιερό…. Και
+όμως, ναι, σου το λέω, επειδή ξέρω πως μπορώ να σου το πω,
+μόνο μια φορά, όταν εκείνη λιγοθύμησε κι εγώ έκλαψα επάνω από
+τα μάτια της, ναι, μπορώ να σου το πω, όπως θα μπορούσα να το
+πω και στη μάνα μου, με την ίδια αθωότητα , ναι,
+κοιταχτήκαμε… μέσα από τα δάκρυα, και ίσως τότε… ίσως τότε…
+Δεν ξέρω, να, δεν σου λέω άλλα. Ίσως γι’ αυτό έφυγα,
+περισσότερο γι’ αυτό παρά για το κακό που έκανα.»
+«Να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Όταν ήρθες στο κτηματάκι, την
+τελευταία φορά, το ήξερες κιόλας;»
+«Το ήξερα.»
+«Λοιπόν», είπε ο Έφις ενώ σηκωνόταν, «είσαι ένας πραγματικός
+άντρας!»
+«Τι τα θέλεις;» απάντησε αμέσως ο Τζατσίντο κολακευμένος.
+«Γνωρίζω λίγο τη ζωή, τίποτε άλλο. Μαθαίνει κανείς γρήγορα τη
+ζωή, όταν γεννιέται εκεί που γεννήθηκα εγώ. Κι εσύ όμως
+γνωρίζεις τη ζωή, με τον τρόπο σου, και γι’ αυτό καταλάβαμε ο
+ένας τον άλλο παρόλο που μιλάμε διαφορετική γλώσσα. Θυμήσου
+όταν κατέβαινα στο κτηματάκι…. Έπαιζα και έβαλα ψεύτικη
+υπογραφή επειδή ήθελα να πληρώσω τον Λιμενάρχη και να του
+κάνω καλή εντύπωση επιστρέφοντας. Θα έλεγε: ο δυστυχισμένος,
+ορθοπόδησε. Εγώ όμως, αντίθετα, έπεσα ακόμη πιο χαμηλά, πιο
+χαμηλά… Με έπιασε όμως κάτι σαν τρέλα. Τώρα όμως άνοιξα τα
+μάτια και βλέπω πού βρίσκεται η πραγματική σωτηρία. Εσύ, πού
+τη βρήκες την πραγματική σωτηρία; Ζώντας για τους άλλους∙
+αυτό θέλω να κάνω κι εγώ, Έφις», πρόσθεσε, μιλώντας του κοντά
+στο πρόσωπο. «Εσύ είσαι που με έσωσες∙ σαν κι εσένα θέλω να
+είμαι… Απάντησε, έχω δίκιο; Σ’ έριξα καταγής, στην Ολιένα,
+αλλά και τους αγίους τους κακομεταχειριστήκαν, δεν έπαψαν
+όμως να είναι άγιοι. Απάντησε, έχω δίκιο;», επανέλαβε
+ταρακουνώντας τον από τους ώμους. «Θυμάσαι τι λέγαμε στο
+κτηματάκι; Εγώ το θυμάμαι πάνα και γι’ αυτό λέω στον εαυτό
+μου: ο Έφις κι εγώ είμαστε δυο δυστυχισμένοι, αλλά είμαστε
+πραγματικοί άντρες και οι δυο, περισσότερο και από τον θείο
+Πιέτρο και από τον Μιλέζο, βέβαια! Ο θείος Πιέτρο; Τι είναι ο
+θείος Πιέτρο; Άφησε τις θείες να υποφέρουν τόσα χρόνια μόνες,
+μέσα στη φτώχεια και στην καταφρόνια όλου του χωριού, και
+τώρα κι αυτός πιστεύει πως κάνει καλό επειδή θέλει να
+παντρευτεί τη Νοέμι! Το κάνει επειδή η γυναίκα τού αρέσει
+σαν γυναίκα, όπως σ΄ εμένα αρέσει η Γκριζέντα, και τίποτε
+περισσότερο. Αγάπη είναι αυτή, συμπόνια; Κι εκείνη καλά κάνει
+που δεν τον θέλει. Καλά κάνει! Τη συμμερίζομαι! Η πραγματική
+αγάπη ήταν η δική σου για εκείνες και αν είναι κάποιος που θα
+έπρεπε να αγαπούν και να παντρευτούν, ναι, το λέω, είσαι εσύ
+και όχι ο θείος Πιέτρο…. Κι όμως σε πέταξαν έξω σαν ένα
+γέρικο σκυλί, τώρα που δεν μπορείς να τους προσφέρεις τίποτε.
+Και όμως εσύ τις αγαπάς περισσότερο γι’ αυτό, επειδή η καρδιά
+σου είναι η καρδιά ενός πραγματικού ανθρώπου. Λοιπόν, τι
+κάνεις τώρα; Έι, άνθρωπέ μου!.... Ντροπή! Αρκετά δεν έκλαψες;
+Εμπρός, κουράγιο! Περπάτα.»
+
+Τον ταρακούνησε πάλι πιάνοντάς τον από πίσω, από τα μπράτσα,
+αλλά ο Έφις έκλαιγε διπλωμένος στα δυο, με το κεφάλι ανάμεσα
+στα γόνατα, και ενώ οι λυγμοί του γέμιζαν τη σιωπή της
+νύχτας, θυμόταν το αίμα που είχε φτύσει μπροστά στην παλιά
+εκκλησία της Ολιένα, μετά το άλλο επεισόδιο με τον Τζατσίντο.
+Και τώρα του φαινόταν πως όλο το αίμα του έτρεχε από τα
+μάτια, όλο το κακό αίμα, το αίμα της αμαρτίας. Το σώμα του
+ήταν εξουθενωμένο και η ψυχή του χτυπιόταν μέσα του, σ’ ένα
+χώρο κενό και μαύρο σαν τη νύχτα. Τα λόγια αγάπης όμως του
+Τζατσίντο έλαμπαν φωτεινά στο σκοτεινό φόντο και τα ίδια του
+τα δάκρυά τον φώτιζαν, άστραφταν τριγύρω του σαν αστέρια.
+
+Έμεινε μια εβδομάδα στο Νούορο.
+
+Τόσο ο ίδιος όσο και ο Τζατσίντο περίμεναν να δούνε από τη
+μια στιγμή στην άλλη να φτάνει η Γκριζέντα, αλλά οι μέρες
+περνούσαν κι εκείνη δεν ερχόταν.
+
+Ο Τζατσίντο δεν είχε πάρει ακόμη καμία απόφαση για την
+περίσταση, φαινόταν όμως ήρεμος, δούλευε, γύριζε στο σπίτι
+μόνο όταν ήταν η ώρα για φαγητό και αστειευόταν με το
+σπιτονοικοκύρη του ζητώντας του συμβολές πώς να υποδεχτεί το
+κορίτσι.
+«Δεν θέλω βέβαια να την χάσω, την καημένη την ορφανή! Εάν την
+παντρευόμασταν μαζί; Μια γυναίκα στο σπίτι χρειάζεται.»
+
+Το ανθρωπάκι τον κοίταζε με αποδοκιμασία, αλλά δεν μιλούσε,
+τουλάχιστον όταν ήταν μπροστά ο Έφις. Αυτός πάλι δεν ήθελε,
+με τη σειρά του, να εκβιάσει τη μοίρα, και σκεφτόταν ότι ήταν
+αμαρτία να προσπαθήσει ν’ αντισταθεί στη θέληση της Θείας
+Πρόνοιας. Σ’ αυτήν έπρεπε να αφεθούνε, όπως ο σπόρος στον
+άνεμο. Ο Θεός ξέρει τι γίνεται.
+
+Ωστόσο δεν αποφάσιζε να φύγει, περιμένοντας την Γκριζέντα και
+όταν δεν ήταν στο σπίτι ο Τζατσίντο κατέβαινε το σοκάκι,
+καθόταν στο φρύδι της κοιλάδας και κατασκόπευε το λευκό δρόμο
+στους πρόποδες του Βουνού. Ο ρυθμικός χτύπος του Μύλου τον
+συγκινούσε, σχεδόν τον τρόμαζε. Του φαινόταν σαν χτύπος
+καρδιάς, μιας καινούργιας καρδιάς που έκανε να ξανανιώσει η
+άγρια, η αρχαία γη. Μέσα σ’ εκείνους τους χτύπους παλλόταν
+και η καρδιά του Τζατσίντο και του Έφις του ερχόταν να κλάψει
+όταν τον σκεφτόταν. Να τος, του φαινόταν ότι τον είχε πάντα
+μπροστά στα μάτια του, ψηλό, ήρεμο, άσπρο από το αλεύρι, σαν
+νεαρό φυτό που το σκεπάζει η πάχνη, εξαγνισμένο από την
+εργασία και από την πρόθεσή του να κάνει το καλό. Όλοι τον
+αγαπούν κι εκείνος είναι ευγενικός με όλους. Οι γυναίκες που
+φέρνουν το σιτάρι στο Μύλο μαζεύονται γύρω του ενώ είναι
+σκυμμένος και ζυγίζει το αλεύρι και τον κοιτάζουν με μητρικό
+βλέμμα, με ερωτικό βλέμμα. Ο Έφις πήγε μια μέρα να τον δει
+και ανάμεσα στο θόρυβο της μηχανής και στις κινήσεις των
+χλωμών μορφών μπροστά σ’ ένα φλεγόμενο φόντο, ανάμεσα στο
+μπλέξιμο των σκιών και στο τρίξιμο των βαρών, του φάνηκε πως
+διέκρινε μια μικρογραφία του Καθαρτηρίου και τον Τζατσίντο να
+βασανίζεται ανάμεσα στους κολασμένους, περιμένοντας ωστόσο
+στο τέλος την εξιλέωση.
+
+Την Κυριακή μετά το Πάσχα πήγε σε μια μικρή αγροτική γιορτή
+στο ξωκλήσι της Βαλβέρντε.
+
+Ήταν ένα κρύο απόγευμα και στην κοιλάδα του Ιζάλε φαινόταν να
+κυριαρχεί ακόμη ο χειμώνας αφού την έδερνε ο βοριάς και το
+Μόντε Άλμπο κάτω, στο βάθος, ανάμεσα στα σύννεφα έμοιαζε με
+καράβι που είχε εξοκείλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ο
+Έφις ακολουθούσε μια σειρά από χωριάτισσες τυλιγμένες στις
+βαριές τους κάπες και με τον άνεμο να τον χτυπά το στήθος
+ένοιωθε κάτι καινούργιο, κάτι δυνατό να μπαίνει μες στην
+καρδιά του. Ο κόσμος περπατούσε θλιμμένος, αλλά ήρεμος, σαν
+σε λιτανεία, λες και δεν πήγαινε σ’ έναν τόπο γιορτής, αλλά
+προσευχής. Ακόμη και ένα ακορντεόν από μακριά επαναλάμβανε το
+θρησκευτικό μοτίβο των δοξασιών κι εκείνος αισθανόταν ότι η
+πορεία του προς την εξιλέωση είχε αρχίσει.
+
+Μόλις έφτασε στο ξωκλήσι, ψηλά στη βραχώδη πλαγιά, κάθισε
+κοντά στην είσοδο και άρχισε να προσεύχεται. Του φαινόταν πως
+η μικρή Παναγία κοίταζε λίγο τρομαγμένη από την υγρή της
+κόγχη τον κόσμο που είχε έρθει να ταράξει τη μοναξιά της, πως
+ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά και ο ήλιος χαμήλωνε
+γρήγορα στην κοιλάδα για να αναγκάσουν τους ενοχλητικούς
+προσκυνητές να φύγουν. Πράγματι, οι γυναίκες τυλίγονταν
+καλύτερα μέσα στις κάπες τους και, αφού έλεγαν τις προσευχές
+στο κομποσκοίνι, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής.
+
+Έμεινε μόνο κάποια που πουλούσε μαντολάτα και ζαχαρωτά από
+μαύρο αλεύρι, και δυο άντρες που κάθονταν ο έναν στη μια και
+ο άλλος στην άλλη πλευρά της εισόδου της εκκλησίας κάτω από
+τον γκρεμισμένο πρόδομο.
+
+Ο Έφις καθόταν σε μικρή απόσταση από αυτούς και τους κοίταζε
+σοβαρός. Τους αναγνώρισε, τους είχε ξαναδεί στο πανηγύρι του
+Ριμέντιο: ήταν δυο ζητιάνοι ντυμένοι κόσμια σαν αστοί, με
+τιρκουάζ παντελόνια και σακάκια βελουτέ. Ο ένας ήταν ακόμη
+νέος, ψηλός και σκυφτός, με πρόσωπο ωχρό και αποστεωμένο, λες
+και είχε απομείνει μόνο το δέρμα επάνω στα κόκαλα, με τα
+μαυρισμένα του βλέφαρα χαμηλωμένα, ζητιάνευε, ζητιάνευε
+κουνώντας μόλις τα μελαγχολικά του χείλη που σκέπαζαν τα
+μεγάλα προεξέχοντα δόντια του. Έμοιαζε να κοιμάται και να
+μιλά στον ύπνο του, αδιάφορος για τον εξωτερικό κόσμο. Ο
+άλλος, γέρος μα δυνατός, με πρόσωπο κατακόκκινο και όλο του
+το κορμί συνεπαρμένο από ένα τρέμουλο που έμοιαζε ψεύτικο ,
+είχε τοποθετήσει ένα καπέλο ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του και
+πότε πότε έσκυβε για να δει μέσα τα κέρματα.
+
+Το βράδυ όμως έπεφτε γρήγορα, φορτωμένο με σύννεφα, και ο
+κόσμος έφευγε. Ακόμη και η γυναίκα με τα γλυκά έκλεισε τα
+κουτιά της που απόμειναν γεμάτα και αγανακτισμένη άρχισε να
+μιλά με τους ζητιάνους.
+«Δεν άξιζε τον κόπο που κάναμε τόσο δρόμο! Γιορτή της
+συμφοράς, αδέλφια μου!»
+«Δεν τα βγάζουμε πια πέρα», είπε ο γέρος, άδειασε τα κέρματα
+σ’ ένα μαντήλι και ξαναέβαλε το καπέλο στο κεφάλι. Μόλις όμως
+έκανε να σηκωθεί ξανάπεσε, σαν να γλίστρησαν τα πόδια του στο
+λιθόστρωτο της εισόδου, και χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο και
+τα χέρια στο έδαφος.
+
+Μόλις άκουσε να κουδουνίζουν τα κέρματα επάνω στην πέτρα, ο
+άλλος ζητιάνος ανασήκωσε το ωχρό του πρόσωπο και άνοιξε
+διάπλατα τα ανέκφραστα μάτια του σαν να άκουγε έναν
+απειλητικό θόρυβο.
+
+
+Ο γέρος βογκούσε. Η γυναίκα και ο Έφις έτρεξαν κοντά του,
+αλλά δεν μπόρεσαν να τον κάνουν να κρατήσει όρθιο το κεφάλι.
+«Πρέπει να τον ξαπλώσουμε», είπε η γυναίκα, «θα του δώσω τώρα
+λίγο ποτό να πιεί. Βάλ’ τον κάτω, βοήθησέ με.»
+
+Τον έβαλαν κάτω, αλλά οι σταγόνες από ένα πράσινο υγρό που
+εκείνη προσπάθησε να του χύσει στο στόμα επάνω στα κλειστά
+δόντια, του χύθηκαν στο σαγόνι.
+«Μοιάζει πεθαμένος. Κι εσύ δεν κουνιέσαι;», εκείνη είπε στον
+άλλο ζητιάνο. «Ήταν άρρωστος; Δεν απαντάς;»
+
+Ο άλλος προσπάθησε ν’ απαντήσει, αλλά από το στόμα του βγήκε
+μόνο ένα τρεμάμενο ούρλιασμα∙ έπειτα ξέσπασε σε λυγμούς.
+«Άντε, κουνήσου, πήγαινε να φωνάξεις τους βοσκούς που είναι
+εκεί πάνω, στο δάσος…»
+«Πού τον στέλνεις, αφού είναι τυφλός;» είπε ο Έφις ενώ έσκυβε
+και έβαζε το ένα του χέρι επάνω στην καρδιά του γέρου. Η
+καρδιά σκιρτούσε, σαν να προσπαθούσε κάθε φορά να ανυψωθεί κι
+έπειτα έπεφτε αμέσως κάτω.
+
+Και το σκοτάδι πύκνωνε ολοένα. Κάθε σύννεφο, περνώντας από
+τον κοντινό ορίζοντα, άφηνε ένα πέπλο, ο άνεμος λυσσομανούσε
+πίσω από την εκκλησία και όλοι οι θάμνοι, μ’ ένα χρώμα
+μεταλλικό πράσινο, σείονταν προεξέχοντας πάνω από την
+κοιλάδα, σαν να ήθελαν να φύγουν, κυριευμένοι από μια έκρηξη
+θλίψης και τρόμου.
+
+Ακόμη και η γυναίκα φοβήθηκε από την ερημιά και τον ξαφνικό
+θάνατο. Έβαλε τα κουτιά επάνω στο κεφάλι της και είπε:
+«Πρέπει να φύγω. Θα ειδοποιήσω το γιατρό στο Νούορο.»
+
+Κι έτσι ο Έφις απόμεινε μόνος, ανάμεσα στον ετοιμοθάνατο και
+στον τυφλό.
+«Ο σύντροφός μου υπόφερε από καρδιά», έλεγε ο ζητιάνος. «Τις
+τελευταίες ημέρες ήταν άρρωστος, αλλά κανείς δεν το πίστευε.
+Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ποτέ…»
+«Ήταν συγγενής σου;»
+«Όχι. Συναντηθήκαμε πριν δέκα χρόνια, στο πανηγύρι του
+Μιράκολο. Εγώ τότε είχα έναν σύντροφο, τον Ζουάν Μαρία, που
+με κακομεταχειριζόταν. Με είχε σαν σκυλί. Τότε αυτός ο
+φουκαράς ο γέρος με πήρε μαζί του. Με είχε σαν παιδί του, δεν
+μου άφηνε ποτέ το χέρι πριν καθίσω σε σίγουρο μέρος. Τώρα όλα
+τελείωσαν…»
+«Τι θα κάνεις τώρα;»
+«Τι θες να κάνω; Θα μείνω εδώ περιμένοντας το θάνατο. Τα έχω
+μαζί μου όλα, η ψυχή μου να σωθεί.»
+«Μπορώ να σε πάω μέχρι το Νούορο», είπε ο Έφις, και ξαφνικά
+άρχισε να κλαίει.
+
+Σκυμμένος επάνω στον ετοιμοθάνατο προσπαθούσε να τον
+ξαναζωντανέψει βρέχοντας τα χείλη του με το ποτό που άφησε η
+γυναίκα και το μέτωπό του με ένα κουρέλι βουτηγμένο στο
+κρασί. Αλλά το τραγικό του πρόσωπο είχε πάρει χρώμα βιολετί
+και πράσινο, όλο και πιο σκληρό και ακίνητο στο αβέβαιο φως
+του δειλινού. Και η καρδιά του έπαψε να χτυπά. Ο Έφις
+ξαναζούσε την πιο τρομερή στιγμή της ζωής του: θυμόταν το
+γεφύρι, εκεί κάτω, ανάμεσα στον κυματισμό των βούρλων κάτω
+από το φεγγάρι, κι εκείνος σκυμμένος να αφουγκράζεται την
+καρδιά του πεθαμένου αφεντικού του….
+
+Και παρ’ όλα αυτά αισθανόταν ξαλαφρωμένος, όπως κάποιος που,
+ύστερα από μακρά περιπλάνηση σε απρόσιτα μέρη, ξαναβρίσκει το
+χαμένο δρόμο του, το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε.
+«Εσύ δεν θα φύγεις;» ρώτησε ο τυφλός, ακίνητος πάντα στο
+πόστο του.
+«Θα φύγω όταν το θελήσει ο Θεός. Τώρα θ’ ανάψω φωτιά γιατί
+πρέπει να περάσουμε εδώ τη νύχτα.»
+
+Πήγε να βρει ξύλα. Ο άνεμος λυσσομανούσε όλο και περισσότερο
+και τα σύννεφα ανεβοκατέβαιναν από την Ορτομπένε, πάνω κάτω
+σαν χείμαρροι λάβας, σαν στήλες καπνού, σκορπίζοντας επάνω σ’
+όλη την κοιλάδα. Στα υψώματα όμως του Νούορο μια λωρίδα
+ουρανού παρέμενε βαμμένη μ’ ένα μελαγχολικό γαλάζιο χρώμα
+λαζουρίτη και το καινούργιο φεγγάρι έδυε τριανταφυλλί ανάμεσα
+σε δυο γκρεμούς.
+
+Πηγαίνοντας προς το υπόστεγο ο Έφις είδε τον τυφλό που
+μετακινήθηκε και ήταν τώρα σκυμμένος επάνω από το σύντροφό
+του καλώντας τον με τ’ όνομά του. Έκλαιγε και έψαχνε το
+κομπόδεμα με τα κέρματα. Μόλις το βρήκε το έριξε μέσα στον
+κόρφο του και συνέχισε να κλαίει.
+
+Έτσι πέρασαν τη νύχτα. Ο τυφλός διηγούταν τα δικά του,
+ανακατεύοντάς τα με ιστορίες από τη Βίβλο και ο πόνος τού
+περνούσε γρήγορα, σαν ένα βίαιο κακό που περνάει σύντομα.
+«Τι νομίζεις, αδερφέ μου; Εγώ γεννήθηκα πλούσιος, ο πατέρας
+μου ήταν σαν τον Ιακώβ, αλλά χωρίς τόσα πολλά παιδιά, και
+έλεγε: δεν πειράζει που το παιδί μου είναι τυφλό, τα μάτια
+του είναι από χρυσάφι (εννοούσε τα πλούτη του) και θα δει
+έτσι κι αλλιώς. Και η μητέρα μου, που η φωνή της ήταν γλυκιά
+σαν φρούτο, θυμάμαι, έλεγε: αρκεί ο Ιστένε μου να μείνει
+αθώος, τίποτε άλλο δεν ενδιαφέρει. Κι έτσι, που λες, αδελφέ
+μου, μου έφαγαν την περιουσία όταν πέθαναν ο πατέρας και η
+μητέρα μου, με τσιμπολόγησαν σαν να’ μουνα ένα τσαμπί
+σταφύλι, όλοι τους, συγγενείς και γνωστοί∙ ο Θεός να τους
+συχωρέσει. Μ’ ανάγκασαν να βγω στη ζητιανιά, εγώ όμως, πρέπει
+να σου πω, κράτησα την αθωότητά μου: δεν έκανα ποτέ κακό σε
+κανένα. Ο Κύριος όμως με βοήθησε πάντα. Πρώτα ο Ζουάν Μαρία,
+ο Θεός ν’ αναπάψει την ψυχή του, κι έπειτα αυτός υπήρξαν οι
+σύντροφοί μου, τ’ αδέλφια μου, όπως οι άγγελοι που
+συντρόφευαν τον Τωβία. Τώρα …..»
+«Και τώρα ακόμη δεν θα σου λείψει η συντροφιά», είπε ο Έφις
+σοβαρά. «Τι εννοείς όμως όταν λες πως είσαι αθώος;»
+«Ότι βαδίζω προς την αιωνιότητα», είπε ο τυφλός χαμηλόφωνα.
+«Πηγαίνω προς μια πύλη που θα με υποδεχτεί ορθάνοιχτη, και
+δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο. Εάν έχω λίγο ψωμί, θα το φάω, εάν
+δεν έχω, δεν θα πω κουβέντα. Δεν άγγιξα ποτέ τα πράγματα των
+άλλων, δεν γνώρισα ποτέ γυναίκα. Ο Ζουάν Μαρία μου έφερε
+κάποτε μια. Ένοιωσα ότι είχε τη μυρωδιά του κακού και έπεσα
+καταγής σαν να πέρασε άνεμος. Τι πρέπει να κάνω, ψυχή μου;
+Εάν δε σώσω την ψυχή μου, τι άλλο έχω αδελφέ μου;»
+«Τα λεφτά όμως του πεθαμένου τα πήρες, μπαγαμπόντη!» είπε ο
+Έφις.
+«Δικά μου ήταν. Τι τα θέλει τα λεφτά ένας πεθαμένος; Ένα σου
+λέω: δεν έκλεψα ούτε έχυσα ποτέ αίμα. Ούτε τ’ αδέλφια του
+Ιωσήφ έχυσαν αίμα. Ο Ιούδας τους είπε: καλύτερα να τον
+πουλήσουμε στους Ισμαηλίτες παρά να τον σκοτώσουμε. Έτσι και
+έκαναν. Την ξέρεις την ιστορία του εβραίου Ιωσήφ; Λυπάμαι που
+φεύγεις, αλλιώς θα σου την έλεγα.»
+«Όχι, δεν φεύγω», είπε ο Έφις, «θα σε συνοδεύω από τώρα και
+στο εξής. Θα οδηγούμε από το χέρι ο ένας τον άλλο.»
+
+Ο τυφλός χαμήλωσε μια στιγμή το κεφάλι, ψαύοντας το κομπόδεμα
+με τα κέρματα: δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται από την απόφαση
+του αγνώστου. Τον ρώτησε μόνο:
+«Κι εσύ ζητιάνος είσαι;»
+«Ναι», είπε ο Έφις, «δεν το κατάλαβες;»
+«Εντάξει τότε, πάρ’ το, κράτα το εσύ.»
+
+Και του έδωσε το κομπόδεμα με τα χρήματα.
+
+
+Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο
+
+Από εκεί πήγαν στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος. Ο τυφλός
+γνώριζε καλά πότε γίνεται κάθε πανηγύρι και ποιόν δρόμο
+έπρεπε να πάρουν και ήταν εκείνος που οδηγούσε το σύντροφό
+του.
+
+Περνώντας από το Νούορο ο Έφις τον οδήγησε προς το Μύλο, τον
+άφησε ακουμπισμένο σ’ ένα τοίχο και πήγε να χαιρετήσει τον
+Τζατσίντο.
+«Φεύγω για τόπους μακρινούς. Αντίο. Να θυμάσαι την υπόσχεσή
+σου.»
+
+Ο Τζατσίντο ζύγιζε ένα σακί αλεσμένο κριθάρι. Ανασήκωσε τα
+μάτια του με τα λευκά από το αλεύρι βλέφαρα και χαμογέλασε.
+«Ποια υπόσχεση;»
+«Ότι θα ζυγίζεις καλά», είπε ο Έφις και έφυγε.
+
+Μόλις ζύγισε το σακί, ο Τζατσίντο πετάχτηκε έξω και είδε τους
+δυο ζητιάνους ν’ απομακρύνονται πιασμένοι από το χέρι, χλωμοί
+και τρεμάμενοι και οι δυο, σαν άρρωστοι. Τον φώναξε, αλλά ο
+Έφις του έκανε με το χέρι αντίο χωρίς να στρέψει.
+
+Μόλις βγήκαν από το χωριό άρχισαν οι ερωτήσεις, επειδή ο
+τυφλός, παρ’ όλο που είχε το δισάκι του γεμάτο, ήθελε να
+ζητάει ελεημοσύνη από τους διαβάτες, ενώ ο Έφις παρατηρούσε:
+«Γιατί να ζητάμε, αφού έχουμε;»
+«Και αύριο; Δεν σκέφτεσαι το αύριο; Τι ζητιάνος είσαι εσύ;
+Φαίνεται πως είσαι καινούργιος.»
+
+Τότε ο Έφις κατάλαβε πως δεν ήθελε να ζητάει επειδή
+ντρεπόταν, και κοκκίνισε γι’ αυτό.
+
+Ο καιρός χειροτέρευε. Προς το βράδυ άρχισε να βρέχει και οι
+δυο σύντροφοι πλησίασαν σε μια καλύβα βοσκών, αλλά δεν τους
+έβαλαν μέσα κι έτσι υποχρεώθηκαν να βρουν καταφύγιο κάτω από
+ένα υπόστεγο φτιαγμένο από κλαδιά, πλάι στη στάνη. Τα σκυλιά
+γαύγιζαν, ένας πέπλος μελαγχολίας περιέβαλε όλη την υγρή
+πεδιάδα και η βροχή και ο άνεμος έσβηναν τη μικρή φωτιά που ο
+Έφις προσπαθούσε ν’ ανάψει.
+
+Ο τυφλός έμενε απαθής, ακίνητος πίσω από το πονεμένο του
+προσωπείο. Καθισμένος – δεν ξάπλωνε ποτέ – με τα χέρια γύρω
+από τα γόνατα, με τα μεγάλα κίτρινα δόντια του να λάμπουν
+στην ανταύγεια της φωτιάς, με τα σκούρα του βλέφαρα
+χαμηλωμένα, συνέχιζε να διηγείται τις ιστορίες του.
+«Πρέπει να ξέρεις πως χρειάστηκαν δεκατρία ολόκληρα χρόνια
+για να χτιστεί το σπίτι του Βασιλιά Σολομώντα. Βρισκόταν σ’
+ένα δάσος που το έλεγαν Λίβανο εξ αιτίας των ψηλών κέδρων που
+φύτρωναν εκεί. Μέρος δροσερό. Και όλο το σπίτι ήταν φτιαγμένο
+από χρυσές και ασημένιες κολώνες, με τις τραβέρσες από γερό
+ξύλο, δουλεμένο, και το πάτωμα από μάρμαρο, όπως στις
+εκκλησίες. Στη μέση του σπιτιού ήταν μια αυλή με μια βρύση
+που έτρεχε νερό μέρα-νύχτα, και οι τοίχοι ήταν όλοι από
+πολύτιμες πέτρες, κομμένες στο ίδιο μέγεθος, όπως τα τούβλα.
+Ο πλούτος που βρισκόταν εκεί μέσα ήταν ανυπολόγιστος: τα
+πιάτα ήτα χρυσά, τα δοχεία χρυσά κι εκείνα, και όλο το σπίτι
+ήταν στολισμένο με ρόδια και κρίνα από χρυσάφι, ακόμη και τα
+κολάρα των σκύλων ήταν χρυσά και οι ιπποσκευές των αλόγων
+ασημένιες και τα καλύμματά άλικα. Και ήρθε η βασίλισσα του
+Σαβά, που είχε ακούσει να τα εξιστορούν όλα αυτά μέχρι την
+άλλη άκρη του κόσμου, και ζήλευε, επειδή κι εκείνη ήταν
+πλούσια και ήθελε να δει ποιος ήταν πλουσιότερος. Οι γυναίκες
+έχουν περιέργεια….»
+
+Ένας από τους βοσκούς, που τον είχαν ελκύσει οι ιστορίες του
+τυφλού, πλησίασε στο υπόστεγο τρέχοντας σκυφτός για να μην
+βραχεί. Οι σύντροφοί του τον μιμήθηκαν.
+
+Συνεπαρμένος από την επιτυχία του ο τυφλός ζωήρεψε, σηκώθηκε,
+διηγήθηκε την ιστορία της Θάμαρ με τις πίτες.
+
+Οι βοσκοί γελούσαν δίνοντας μεταξύ τους και καμιά αγκωνιά.
+Έφεραν γάλα, ψωμί και έδωσαν και μερικά κέρματα στον τυφλό.
+
+Ο Έφις όμως ήταν λυπημένος και μόλις μείνανε μόνοι έβαλε τις
+φωνές στο σύντροφό του για τη δολιότητά του και το κακό
+παράδειγμα.
+«Μιλάς όπως μιλούσε η μητέρα μου», είπε ο τυφλός, και
+αποκοιμήθηκε κάτω από τη βροχή.
+
+Στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος υπήρχε λίγος κόσμος αλλά
+εκλεκτός. Ήταν τσέλιγκες με τις χοντρές γυναίκες τους και τα
+όμορφα, σβέλτα κορίτσια τους. Έρχονταν καβάλα στα άλογα,
+αγέρωχοι και μελαχρινοί οι άντρες, ζωσμένοι με τα μακριά τους
+μαχαίρια σε δερμάτινες στολισμένες θήκες∙ οι νέοι ψηλοί, με
+τα δόντια και το ασπράδι των ματιών τους που έλαμπαν,
+ευκίνητοι σαν βεδουίνοι∙ τα κορίτσια ευλύγιστα και ευχάριστα
+όπως οι βιβλικές μορφές που ανέφερε ο τυφλός.
+
+Ο καιρός εξακολουθούσε να είναι βροχερός και γύρω από το
+εκκλησάκι, σκουρόχρωμο ανάμεσα στις πέτρες και στους θάμνους
+της πεδιάδας, βασίλευε μια απέραντη σιωπή, μια έντονη μυρωδιά
+από δάση. Τα σύννεφα που τρέχανε στον γκρίζο ουρανό έδιναν
+στον τόπο μια όψη ακόμη πιο φανταστική.
+
+Όλο το πρωί ξεφύτρωναν καβαλάρηδες μέσα από το ομιχλώδες
+μονοπάτι. Ξεπέζευαν σιωπηλοί λες και είχαν μυστική συνάντηση
+σ’ εκείνο το μακρινό σημείο του κόσμου. Ο Έφις καθόταν με τον
+τυφλό στην είσοδο της εκκλησίας και του φαινόταν να
+ονειρεύεται.
+
+Εδώ επίσης δεν υπήρχαν άλλοι ζητιάνοι κι εκείνος ένοιωθε έναν
+αόριστο φόβο όταν οι ισχυροί και υπεροπτικοί άντρες, που από
+το στόμα και τα ρουθούνια τους έβγαινε μια άχνα ζωής,
+περνούσαν μπροστά του. Ένοιωθε φόβο και ντροπή αλλά και
+ζήλια. Εκείνοι ήταν άντρες! Τα χέρια τους έμοιαζαν νύχια
+αρπακτικού έτοιμα ν’ αρπάξουν την τύχη στο πέρασμά της.
+Έμοιαζαν όλοι ληστές, άνθρωποι πάνω από το νόμο: δεν
+μετάνιωναν βέβαια για τις αμαρτίες τους, εάν είχαν, δεν τους
+βασάνιζε η συνείδηση, εάν είχαν πάρει το νόμο στα χέρια τους,
+στη διάρκεια της ζωής τους. Νόμιζε ότι τον κοιτούσαν με
+περιφρόνηση, πετώντας του το νόμισμα, ότι ντρέπονταν γι’
+αυτόν σαν άνθρωπο και ότι ήταν έτοιμοι να τον κλωτσήσουν στο
+πέρασμά τους, σαν να ήταν ένα βρόμικο κουρέλι.
+
+Αλλά έπειτα κοίταζε μακριά: πέρα από την ομίχλη του φαινόταν
+πως άρχιζε ένας άλλος κόσμος και πως άνοιγε η πύλη για την
+οποία μιλούσε ο τυφλός, η μεγάλη πύλη της αιωνιότητας. Και
+μετάνιωνε για την ντροπή του.
+
+Στο πλάι του ο σύντροφός του συνέχιζε να ζητά ελεημοσύνη
+απαγγέλλοντας ή απευθυνόταν σ’ εκείνον για να τον ακούνε οι
+περαστικοί:
+«Τι κάνουμε εμείς σ’ αυτή τη ζωή, που είμαστε βάρος στους
+σπλαχνικούς ανθρώπους που μας δίνουν ελεημοσύνη;»
+«Τι κάνουμε, αδελφέ μου;»
+«Λοιπόν, σύντροφέ μου, όλα γίνονται με τη θέληση του Κυρίου:
+εμείς είμαστε όργανα κι Εκείνος μας χρησιμοποιεί για να
+δοκιμάσει την καρδιά των ανθρώπων, όπως ο χωρικός
+χρησιμοποιεί την τσάπα για να σκάψει τη γη και να δει αν
+είναι γόνιμη. Χριστιανοί, μη βλέπετε στο πρόσωπό μας δυο
+φτωχές υπάρξεις, πιο θλιβερές και από τα φύλλα που πέφτουν,
+πιο βρώμικες και από τους λεπρούς. Να δείτε στο πρόσωπό μας
+τα όργανα του Κυρίου που θέλει να συγκινήσει τις καρδιές
+σας!»
+
+Τα χάλκινα νομίσματα έπεφταν μπροστά τους σαν σκληρά, ηχηρά
+άνθη. Ήταν δυο ωραιότατοι νέοι από το Νούορο που για να
+προσελκύσουν την προσοχή των κοριτσιών άρχισαν να ρίχνουν
+χρήματα στον τυφλό, βάζοντας στόχο το στήθος του και γελώντας
+κάθε φορά που το πετύχαιναν. Έπειτα πλησίασαν και βάζοντας
+τώρα στόχο τον Έφις, το διασκέδαζαν. Ο Έφις τιναζόταν σε κάθε
+χτύπημα και του φαινόταν πως τον λιθοβολούσαν, αλλά μάζευε τα
+κέρματα με κάποια απληστία, και η κατάληξη ήταν, μόλις
+τελείωσε το παιχνίδι, να μετανιώσει πάλι και να ντρέπεται.
+
+Στο μεταξύ οι γυναίκες προετοίμαζαν το γεύμα. Είχαν ανάψει
+φωτιά κάτω από ένα απομονωμένο δέντρο και ο καπνός
+ανακατευόταν με την ομίχλη. Η κηλίδα των κόκκινων κορσέδων
+τους ξεχώριζε, μέσα στο γκρίζο, πιο ζωηρή και από τη φλόγα.
+Δεν είχε τραγούδια ούτε μουσική σ’ αυτό το μικρό πανηγύρι που
+στον Έφις φαινόταν να είναι μια συμμάζωξη ληστών και βοσκών
+που συγκεντρώθηκαν εκεί από την επιθυμία να ξαναδούν τις
+γυναίκες τους και να πάρουν μέρος στη λειτουργία.
+
+Το μεσημέρι όλοι μαζεύτηκαν κάτω από το δέντρο, γύρω από τη
+φωτιά, και ο παπάς κάθισε στη μέση. Ο καιρός ξάνοιγε, μια
+χρυσή ηλιαχτίδα από το ζενίθ περνούσε μέσα από τα σύννεφα και
+έπεφτε κατ’ ευθείαν επάνω στο δέντρο όπου γινόταν το
+φαγοπότι. Κάτω από το δέντρο, οι βοσκοί καθισμένοι καταγής,
+οι γυναίκες με τα κάνιστρα στο χέρι, ο παπάς με ένα δισάκι
+ριγμένο στους ώμους σαν σάλι για να προφυλαχτεί από την
+υγρασία, τα παιδιά που γελούσαν, τα σκυλιά που κουνούσαν την
+ουρά και κοίταζαν τ’ αφεντικά τους μες στα μάτια περιμένοντας
+να γλείψουν το κόκαλο, όλα θύμιζαν τη γλυκιά γαλήνη μιας
+βιβλικής σκηνής.
+
+Οι γυναίκες, σπλαχνικές, έφερναν μεγάλα πιάτα με κρέας και
+ψωμί στους δυο ζητιάνους και μόλις ο τυφλός άκουγε το σύρσιμο
+των βημάτων τους επάνω στη χλόη ανέβαζε τη φωνή και άρχιζε
+τις ιστορίες του.
+«Μάλιστα, υπήρχε ένας βασιλιάς που έβαζε να λατρεύουν τα
+δέντρα και τα ζώα, ακόμη και τη φωτιά. Τότε ο Θεός,
+προσβεβλημένος, έκανε τους υπηρέτες αυτού του βασιλιά τόσο
+κακούς που άρχισαν να συνωμοτούν για να σκοτώσουν τον αφέντη
+τους. Αυτό και έκαναν. Μάλιστα, αυτός έβαζε να λατρεύουν ένα
+Θεό όλον από χρυσάφι, γι’ αυτό στο κόσμο έμεινε η συνήθεια ν’
+αγαπά τόσο το χρήμα, έτσι που ακόμη και ο συγγενής σκοτώνει
+το συγγενή για το χρήμα. Έτσι έγινε και μ’ εμένα, οι
+συγγενείς μου, αφού είδαν ότι δεν έχω το φως μου, μ’ έγδυσαν
+όπως ο άνεμος γδύνει ένα δέντρο το φθινόπωρο.»
+
+Ο κόσμος έφυγε γρήγορα και οι δυο άντρες έμειναν πάλι μόνοι
+μέσα στη θλίψη του έρημου τόπου.
+
+Η ομίχλη αραίωνε, σκουρόχρωμα δάση έκαναν την εμφάνισή τους
+με φόντο το ξεθωριασμένο γαλάζιο του ορίζοντα∙ έπειτα παντού
+γαλήνη, λες και αόρατα χέρια τράβηξαν απ’ όλες τις μεριές τα
+πέπλα της κακοκαιρίας και ένα μεγάλο ουράνιο τόξο με εφτά
+ζωηρά χρώματα, και ένα μικρότερο πιο ξεθωριασμένο, καμπύλωσαν
+πάνω από το τοπίο. Η άνοιξη του Νούορο χαμογέλασε τότε στον
+κακόμοιρο τον Έφις, καθισμένο στην είσοδο της εκκλησίας.
+Μεγάλες κίτρινες νεραγκούλες, υγρές σαν καμωμένες από δροσιά,
+έλαμπαν στα ασημένια λιβάδια και τα πρώτα αστέρια που
+εμφανίστηκαν με το πέσιμο της νύχτας χαμογελούσαν στα
+λουλούδια. Ο ουρανός και η γη έμοιαζαν με δυο καθρέφτες που
+αντανακλούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
+
+Ένα αηδόνι τραγουδούσε στο μοναχικό δέντρο που επάνω του
+παρέμενε ακόμη διάχυτος ο καπνός. Όλη η δροσιά της βραδιάς,
+όλη η αρμονία των μακρινών, ήρεμων τοπίων, και το χαμόγελο
+των αστεριών προς τα λουλούδια και το χαμόγελο των λουλουδιών
+προς τ’ άστρα, και η περήφανη ευθυμία των νεαρών βοσκών και ο
+πόθος των γυναικών κρυμμένος μέσα στους κόκκινους κορσέδες,
+και όλη η μελαγχολία των φτωχών που ζουν περιμένοντας τ’
+αποφάγια από το τραπέζι των πλουσίων, και οι μακρινοί πόνοι
+και οι ελπίδες του επέκεινα, και το παρελθόν, η χαμένη
+πατρίδα, η αγάπη, το έγκλημα, η τύψη, η προσευχή, ο ψαλμός
+του προσκυνητή που πηγαίνει, πηγαίνει και δεν ξέρει πού θα
+περάσει τη νύχτα αλλά νιώθει πως τον οδηγεί ο Θεός, και η
+μοναξιά του πράσινου στο κτηματάκι εκεί πάνω, ο ήχος του
+ποταμού και των σκλήθρων εκεί κάτω, η μυρωδιά από τους
+φλόμους, το γέλιο και το κλάμα της Γκριζέντα, το γέλιο και το
+κλάμα της Νοέμι, το γέλιο και το κλάμα τα δικά του, του Έφις,
+το γέλιο και το κλάμα όλου του κόσμου, τρεμόπαιζαν και
+πάλλονταν μέσα στις νότες του αηδονιού επάνω στο μοναχικό
+δέντρο που έμοιαζε ψηλότερο από τα βουνά, με την κορυφή του
+ν’ αγγίζει τον ουρανό και την άκρη του τελευταίου φύλλου
+χωμένη μέσα σ’ ένα αστέρι.
+
+Και ο Έφις ξανάρχισε να κλαίει. Δεν ήξερε το γιατί, αλλά
+έκλαιγε. Του φαινόταν πως ήταν μόνος στον κόσμο, με σύντροφο
+το αηδόνι.
+
+Ένιωθε ακόμη τα κέρματα των νεαρών από το Νούορο να του
+χτυπούν το στήθος και ανασκιρτούσε ολόκληρος σαν να τον
+λιθοβολούσαν∙ ήταν όμως μια ανατριχίλα χαράς, ήταν η ηδονή
+του μαρτυρίου.
+
+Ο σύντροφός του, με τον ώμο ακουμπισμένο στην κλειστή είσοδο
+και τα χέρια γύρω από τα γόνατα, κοιμόταν και ροχάλιζε.
+
+Από εκεί έφυγαν για το Φόνι, για το πανηγύρι των Αγίων
+Μαρτύρων. Περπατούσαν πάντα με μικρά διαλείμματα, σταματώντας
+στις στάνες, όπου ο τυφλός κατάφερνε να τον ακούνε οι βοσκοί,
+που φαίνεται ότι τους αναγνώριζε «από τη μυρωδιά», όπως
+έλεγε, διηγούμενος τα πιο συγκινητικά επεισόδια από την
+Παλαιά Διαθήκη στους απλοϊκούς και τους θεοφοβούμενους, καθώς
+και εκείνα που η κακή τους ερμηνεία τους έδινε μια γεύση
+σκανδάλου για τους νέους και τους ακόλαστους.
+
+Αυτή η συμπεριφορά του συντρόφου του έθλιβε τον Έφις. Μερικές
+φορές ένοιωθε τέτοια αηδία που σχεδίαζε να τον εγκαταλείψει,
+αλλά όταν το ξανασκεφτόταν του φαινόταν ότι η πορεία του προς
+την εξιλέωση θα ήταν έτσι πληρέστερη και έλεγε στον εαυτό
+του:
+«Είναι σαν να οδηγώ έναν άρρωστο, ένα λεπρό. Ο Θεός θα δώσει
+έτσι μεγαλύτερη προσοχή στην αγαθοεργία μου».
+
+Στο δρόμο συνάντησαν και άλλους ζητιάνους που πήγαιναν στο
+πανηγύρι. Όλοι χαιρετούσαν τον τυφλό σαν παλιό γνώριμο, αλλά
+κοίταζαν με καχυποψία τον Έφις.
+ «Εσύ είσαι ακόμη δυνατός και καλοστεκούμενος», του είπε
+ένας νεαρός σακάτης, «πώς και ζητάς ελεημοσύνη;»
+«Έχω μια κρυφή αρρώστια που με τρώει και μ’ εμποδίζει να
+δουλέψω», απάντησε ο Έφις, αλλά ντράπηκε για το ψέμα του.
+«Ο Θεός λέει να δουλεύουμε όσο μπορούμε∙ μακάρι να μπορούσα
+κι εγώ. Πόσο είναι ευτυχισμένοι εκείνοι που μπορούν να
+δουλεύουν!»
+
+Ο Έφις σκεφτόταν τον Τζατσίντο που έγινε χαρούμενος και καλός
+μόλις βρήκε δουλειά, και διερωτήθηκε με πίκρα εάν δεν έκανε
+πάλι λάθος που εγκατέλειψε τις καημένες τις κυράδες του.
+
+Κι έτσι πήγαινε και πήγαινε και ησυχία δεν εύρισκε. Η σκέψη
+του ήταν πάντα εκεί κάτω, ανάμεσα στις καλαμιές και στα
+σκλήθρα του μικρού κτήματος. Κυρίως το βράδυ, εάν κάποιο
+αηδόνι κελαηδούσε, η νοσταλγία τον βασάνιζε.
+«Τι να σκέφτεται άραγε ο ντον Πρέντου που με περιμένει με την
+απάντηση της Νοέμι; Ο Θεός όμως θα φροντίσει και θα φροντίσει
+καλά, τώρα που εγώ, με το θανάσιμο αμάρτημά μου και τον
+αφορισμό μου είμαι μακριά από αυτές.»
+
+Και πήγαινε, πήγαινε, στη σειρά με τους ζητιάνους, επάνω ,
+επάνω, μέσα από την πράσινη κοιλάδα της Μαμογιάντα, επάνω,
+επάνω, προς το Φόνι, μέσα από μονοπάτια πάνω από τα οποία,
+μες το συννεφιασμένο βράδυ, κρέμονταν τα βουνά του
+Τζεναρτζέντου παίρνοντας φανταστικές μορφές από τείχη,
+κάστρα, κυκλώπειους τάφους, ασημένιες πολιτείες, γλαυκά δάση
+σκεπασμένα με ομίχλη. Του φαινόταν όμως πως το σώμα του ήταν
+ένας άδειος σάκος που τον έδερνε ο άνεμος, σχισμένος,
+βρώμικος, για πέταμα στα κουρέλια.
+
+ Και οι σύντροφοί του δεν ήταν καλύτεροι από αυτόν.
+Περπατούσαν, περπατούσαν, χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν,
+χωρίς να ξέρουν το γιατί. Τα μέρη διασκέδασης όπου πήγαιναν
+τους ήταν αδιάφορα∙ δεν τα εύρισκαν πιο χαρούμενα ή πιο
+θλιβερά από τα μοναχικά μέρη όπου στάθμευαν για ανάπαυση ή
+για φαγητό.
+
+Καυγάδιζαν ωστόσο μεταξύ τους, φώναζαν αισχρόλογα, μιλούσαν
+άσχημα για το Θεό, ζήλευαν ο ένας τον άλλο: είχαν όλα τα πάθη
+των τυχερών ανθρώπων. Ο Έφις, ψόφιος από την κούραση, με τον
+πυρετό να του τρώει τα σωθικά, δεν προσπαθούσε να τους
+συνεφέρει, ούτε τους λυπόταν∙ του φαινόταν όμως ότι βάδιζε
+μέσα σ’ ένα όνειρο, όπου τον παρέσερνε μια συντροφιά
+φαντασμάτων, όπως τόσες φορές συνέβαινε τις νύχτες εκεί κάτω,
+στο κτηματάκι∙ ήταν κιόλας νεκρός και περιφερόταν ακόμη σε
+τούτον εδώ τον κόσμο, διωγμένος από τα βασίλεια του άλλου.
+
+Στο Φόνι, όπου οι ζητιάνοι βολεύτηκαν στη μικρή αυλή γύρω από
+την εκκλησία που ήταν γεμάτη κόσμο από μακρινά χωριά, ο Έφις
+άρχισε να δοκιμάζει ένα νέο μαρτύριο. Φοβόταν μήπως τον
+αναγνωρίσουν και προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το σύντροφό
+του.
+
+Πλάι τους ήταν άλλοι δυο ζητιάνοι: ένας γέρος τυφλός και ένας
+νέος, ο οποίος πριν έρθει, τρύπησε το στήθος του κάτω από τη
+δεξιά θηλή και έτριψε επάνω το γάλα ενός δηλητηριώδους φυτού
+για να δημιουργηθεί έτσι ένα πρήξιμο, που το παρίστανε τάχα
+σαν κακοήθη όγκο.
+
+Ο Έφις ένοιωθε οργή γι’ αυτή την απάτη και, όταν τα νομίσματα
+έπεφταν στο καπέλο του συντρόφου του, κοκκίνιζε γιατί του
+φαινόταν ότι κορόιδευε κι εκείνος τους σπλαχνικούς.
+
+Και τα κέρματα έπεφταν, έπεφταν. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι
+υπήρχαν τόσοι φιλεύσπλαχνοι άνθρωποι στον κόσμο. Οι γυναίκες
+κυρίως ήταν γενναιόδωρες και μια γλυκιά σκιά σκέπαζε τα μάτια
+τους κάθε φορά που ο ψεύτικος όγκος του νεαρού ζητιάνου έκανε
+την εμφάνισή του πρησμένος και μπλάβος σαν σύκο, ανάμεσα στις
+πτυχές του ανοιχτού πουκάμισου.
+
+Όλες σχεδόν σταματούσαν, έσκυβαν το πρόσωπο και ρωτούσαν.
+Μερικές ήταν ψηλές, λεπτές, τυλιγμένες με ορμπάτσε [5],
+φορούσαν ποδιές κεντημένες με κίτρινα και πράσινα
+ιερογλυφικά και σκουφιά σκαρλάτα και έμοιαζε να έρχονταν από
+μακριά, από την αρχαία Αίγυπτο. Άλλες πάλι είχαν γερά
+λαγόνια, πρόσωπο πλατύ με δυο μάγουλα σαν ώριμα μήλα, στόμα
+σαρκώδες, φλογερό και υγρό, όπως τα χείλη ενός βάζου με μέλι.
+
+Ο Έφις απαντούσε με χαμηλωμένα τα μάτια στις ερωτήσεις τους
+και έπαιρνε με λύπη την ελεημοσύνη.
+
+Αλλά και μερικοί άντρες σταματούσαν γύρω από τον τυφλό γέρο
+και τον ψεύτικο άρρωστο, ένας μάλιστα έσκυψε για να δει καλά
+τον όγκο.
+«Ναι, ο Θεός να βάλει το χέρι του», είπε, «ήταν ακριβώς έτσι
+και έζησε μόνο ένα χρόνο.»
+«Μόνο ένα χρόνο;» φώναξε ένας άλλος. «Α, δεν θα μου έφτανε να
+τελειώσω ούτε τρεις από τις χίλιες δουλειές που έχω στο μυαλό
+μου. Έλα, πάρε!»
+
+Και έριξε στον άρρωστο ένα ασημένιο νόμισμα. Τότε άρχισε ένας
+συναγωνισμός ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα στον
+καταδικασμένο να πεθάνει σύντομα. Τα νομίσματα έπεφταν βροχή
+πάνω στο δισάκι του έτσι που ο σύντροφος του ΄Εφις κιτρίνισε
+από το κακό του και η φωνή του έτρεμε από ζήλια. Το μεσημέρι
+αρνήθηκε να φάει, έπειτα σώπασε και φάνηκε να μελετάει κάτι
+σκοτεινό. Πράγματι, όταν ο κόσμος μαζεύτηκε πάλι στην αυλή
+και οι γυναίκες περνώντας έψαχναν στις τσέπες τους να βρουν
+κάτι για να δώσουν ελεημοσύνη στον ψεύτικο άρρωστο, εκείνος
+άρχισε να φωνάζει:
+«Μα κοιτάξτε τον καλά! Είναι πιο γερός από εσάς. Τρυπήθηκε με
+μια δηλητηριασμένη βελόνα».
+
+Τότε κάποιος έσκυψε για να δει καλύτερα τον ψεύτικο όγκο και
+ο ζητιάνος, χλωμός, ακίνητος, δεν αντέδρασε, δε μίλησε. Ο
+γέρος σύντροφός του όμως σηκώθηκε ξαφνικά, ψηλός,
+ταλαντευόμενος σαν βλαστός δέντρου που τον σείει ο άνεμος,
+έκανε μερικά βήματα και έπεσε επάνω στον Ιστένε ρίχνοντάς του
+γροθιές στο κεφάλι σαν να’ τανε σφυριά.
+
+Στην αρχή ο Ιστένε έσκυψε το κεφάλι μέχρι που το έβαλε σχεδόν
+ανάμεσα στα γόνατα, έπειτα ανασηκώθηκε, άρπαξε τα πόδια του
+επιτιθέμενου και τον τράνταξε ολόκληρο, μη μπορώντας όμως να
+τον ρίξει κάτω του δάγκωσε το γόνατο. Δε μιλούσαν και η σιωπή
+τους έκανε τραγικότερη τη σκηνή. Την επόμενη στιγμή όμως
+πέσανε μερικοί επάνω τους και οι στριγκλιές των γυναικών
+ενώθηκαν με τα γέλια των αντρών.
+«Εγώ πάντως θα ήθελα να ξέρω πώς τα κατάφερε να τον δει!»
+«Αφού δεν είναι τυφλός! Ο διάολος να τους πάρει,
+προσποιούνται όλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο.»
+«Κι εγώ που του έδωσα τρεις φορές από εννέα ρεάλια! Πώς τον
+έκανες τον όγκο; … Πες μου, θα σου δώσω άλλα εννέα ρεάλια:
+έτσι θα κάνω κι εγώ για να μην πάω στο στρατό.»
+«Πρόσεχε γιατί έρχονται οι καραμπινιέροι.»
+«Πάψτε. Δεν τρέχει τίποτε.»
+
+Ο κόσμος μέριασε για να περάσουν οι καραμπινιέροι: ψηλοί, με
+κόκκινο και γαλάζιο λοφίο να ανεμίζει σαν φανταστικό πουλί,
+στάθηκαν επάνω από τους δυο ζητιάνους που βρίσκονταν
+κουβαριασμένοι καταγής.
+
+Ο γέρος έτρεμε από οργή, αλλά δεν άνοιγε το στόμα του∙ ο
+άλλος είχε ξαναπάρει τη θέση του και είπε λυπημένα ότι δεν
+ήξερε τίποτε, ότι δεν κουνήθηκε από τη θέση του, ότι ένοιωσε
+κάποιον να πέφτει επάνω του σαν τοίχος που καταρρέει.
+
+Τους σήκωσαν και τους απομάκρυναν. Ο κόσμος τους ακλούθησε
+σαν σε λιτανεία. Ο Έφις ακολουθούσε κι αυτός, αλλά έτρεμαν τα
+πόδια του, ένας πέπλος κάλυπτε τα μάτια του.
+«Τώρα θα συλλάβουν κι εμένα και θα μάθουν ποιος είμαι, θα τα
+μάθουν όλα για μένα κα θα με καταδικάσουν.»
+
+Κανείς όμως δεν του έδινε σημασία και αφού έκλεισαν τους δυο
+τυφλούς στην καζάρμα ο κόσμος διαλύθηκε κι εκείνος απόμεινε
+μόνος, σε απόσταση, καθισμένος επάνω σε μια πέτρα να
+περιμένει.
+
+Φοβόταν, αλλά για τίποτε στον κόσμο δεν θα εγκατέλειπε τον
+τυφλό. Έμεινε εκεί μια ώρα, δυο, τρεις. Ο τόπος ήταν έρημος:
+ο κόσμος ήταν κάτω, στο πανηγύρι, και το χωριό σ’ εκείνη τη
+γωνιά έμοιαζε ακατοίκητο. Ο ήλιος έπεφτε επάνω στις στέγες
+από σχίζες των μικρών, χαμηλών και φτωχικών σπιτιών που
+έμοιαζαν με καλύβες. Ο αέρας του απομεσήμερου μετέφερε
+μυρωδιές από αρωματικά φυτά και πού και πού κάποια φωνή,
+κάποιον ήχο μακρινό.
+
+Η γαλήνη εκείνη μεγάλωνε την ανησυχία του Έφις. Για πρώτη
+φορά του φανερωνόταν καθαρά, όπως εκείνος εκεί ο βράχος στο
+βουνό μέσα στο διάφανο αέρα, το λάθος της πορείας του προς
+την εξιλέωση. Όχι, δεν ήταν εκείνο που είχε ονειρευτεί.
+
+Και οι κακόμοιρες οι κυράδες του που υπέφεραν εκεί κάτω
+μόνες, εγκαταλειμμένες; Για πρώτη φορά σκέφτηκε να
+επιστρέψει, να τελειώσει τις μέρες του στα πόδια τους, σαν
+ένα πιστό σκυλί. Να επιστρέψει, να καταδικάσει έτσι την ψυχή
+του, αλλά να μην τις κάνει να υποφέρουν: αυτή ήταν η
+πραγματική εξιλέωση. Δεν μπορούσε όμως να εγκαταλείψει και το
+σύντροφό του. Και να που ανοίγει η πόρτα της καζάρμας και
+βγαίνουν οι δυο τυφλοί κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου σαν
+δυο αδέλφια.
+
+Ο Έφις πήγε κοντά τους και πήρε από το χέρι το σύντροφό του.
+Έτσι, μπαίνοντας στη σειρά γύρισαν στην αυλή της εκκλησίας
+κι εκεί έκαναν ένα γύρο ψάχνοντας τον ψεύτικο άρρωστο. Ο
+κόσμος χόρευε και έπαιζε μουσική, το ηλιοβασίλεμα έβαφε
+τριανταφυλλί το καμπαναριό, τις στέγες, τα δέντρα τριγύρω.
+Από την εκκλησία έβγαιναν ψαλμωδίες δοξολογίας που συνόδευαν
+τη χορευτική μουσική, και μια μοσχοβολιά από λιβάνι που
+μπερδευόταν με τις μυρωδιές των περιβολιών.
+
+Όσο όμως και αν έψαξαν, δεν βρήκαν τον ψεύτικο άρρωστο στην
+αυλή, ούτε στην εκκλησία ή στους δρόμους τριγύρω. Κάποιοι
+είπαν πως το ’σκασε από το φόβο των καραμπινιέρων. Έτσι ο
+Έφις απόμεινε με τους δυο τυφλούς.
+
+
+Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο
+
+Τους έσερνε πίσω του για πολύ καιρό.
+
+Πήγαιναν από πανηγύρι σε πανηγύρι μόνοι ή στη σειρά με άλλους
+ζητιάνους, σαν καταδικασμένοι που κατευθύνονται σε έναν
+απλησίαστο χώρο μαρτυρίου.
+
+Τα πανηγύρια έμοιαζαν μεταξύ τους: τα σημαντικότερα γίνονταν
+τη άνοιξη και το φθινόπωρο γύρω από ξωκλήσια, επάνω στα
+βουνά, στα οροπέδια, στο χείλος κοιλάδων. Τότε, τα μέρη που
+ήταν έρημα όλο το χρόνο, τα ακαλλιέργητα χωράφια και τα
+ρουμάνια, σαν να άνθιζαν πάλι, σαν να συνέβαινε ένα ξέσπασμα
+ζωής και χαράς. Τα ζωηρά χρώματα της φορεσιάς των χωρικών, το
+κόκκινο του σκαρλάτου, το κίτρινο των τσεμπεριών, το φλογερό
+κρεμιζί από τις ποδιές, έλαμπαν σα λουλουδένιες κηλίδες
+ανάμεσα στο πράσινο των σχίνων και στο φίλντισι των καλαμιών
+που είχαν μείνει στα θερισμένα χωράφια.
+
+Και παντού έπιναν, τραγουδούσαν, χόρευαν, τσακώνονταν.
+
+Ο Έφις, ντυμένος κι εκείνος όπως οι άλλοι ζητιάνοι, έσερνε
+πίσω του τους δυο τυφλούς και του φαινόταν πως ήταν η μοίρα
+του η ίδια: το έγκλημα και η τιμωρία του.
+
+Δεν τους αγαπούσε, αλλά τους ανεχόταν με άπειρη υπομονή.
+
+Κι εκείνοι δεν τον αγαπούσαν, αλλά ζήλευαν ο ένας τον άλλο
+για την προσοχή που τους έδειχνε, και καυγάδιζαν συνέχεια.
+
+Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο ήταν σε διαρκή κίνηση,
+λαχάνιαζαν από το τρεχαλητό. Στην αρχή ανέβηκαν στο βουνό
+Ορτομπένε για το πανηγύρι του Σωτήρος.
+
+Ήταν τον Αύγουστο∙ το φεγγάρι μεγάλο, κόκκινο, έβγαινε από τη
+θάλασσα και φώτιζε τα δάση. Από εκεί πάνω, ναι, ο Έφις έβλεπε
+το Βουνό του μακριά και πέρασε τη νύχτα με προσευχές, κάτω
+από το μαύρο σταυρό που έμοιαζε να ενώνει το γαλανό ουρανό με
+την γκρίζα γη. Την αυγή ακούστηκε μια μακρινή ψαλμωδία. Μια
+λιτανεία ανέβαινε από την κοιλάδα και σε λίγο οι βράχοι
+καλύφθηκαν με άσπρο και κόκκινο, ανάμεσα στους θάμνους
+γελαστά ξεφύτρωναν τα πρόσωπα των παιδιών και κάτω από τα
+πουρνάρια οι γέροι βοσκοί γονάτιζαν σαν Δρυΐδες προσήλυτοι.
+
+Επάνω στην αγία τράπεζα, που ήταν φτιαγμένη από ακατέργαστη
+πέτρα, το δισκοπότηρο άστραψε στον ήλιο και ο Λυτρωτής φάνηκε
+να διστάζει πριν ξεκολλήσει από το βράχο και αρχίσει να
+πετάει, εγκαταλείποντας το σταυρό ανάμεσα στη γκρίζα γη και
+το γαλάζιο ουρανό. Ακούστηκε κάποιος να κλαίει γοερά∙ ήταν
+ένας ζητιάνος ανάμεσα σε δυο τυφλούς, πίσω από ένα θάμνο.
+Ήταν ο Έφις.
+
+Το Σεπτέμβρη ανέβηκαν στο βουνό Γκονάρε. Ο καιρός ήταν πάλι
+κακός, με βίαιες καταιγίδες. Ρυάκια με θολά νερά χάραζαν τις
+πλαγιές, κάτω απλώνονταν τα παραμορφωμένα από τον άνεμο δάση,
+και όλο το βουνό σκιρτούσε από τις βροντές. Οι πιστοί όμως
+δεν το έβαζαν κάτω. Ανέβαιναν από τα ελικοειδή μονοπάτια, από
+τους φιδωτούς δρόμους και πλημμύριζαν το ξωκλήσι, όπως το
+αίμα που από τις φλέβες ανεβαίνει στην καρδιά.
+
+Από μια κόγχη, που σχημάτιζαν οι πέτρες και όπου είχε
+καταφύγει ο Έφις με τους συντρόφους του, έβλεπε να περνούν οι
+φιγούρες μέσα από την ομίχλη σαν να ήταν επάνω στα σύννεφα
+και η ιστορία του Κατακλυσμού, που ο νεαρός τυφλός
+εξιστορούσε, του φαινόταν πως ήταν η δική τους ιστορία. Να,
+μερικοί πατριάρχες είχαν σωθεί και κατέφευγαν στο Βουνό.
+Ανέβαιναν με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και ήταν
+λυπημένοι, αλλά ταυτόχρονα και χαρούμενοι, επειδή τα είχαν
+χάσει όλα και τα είχαν διασώσει όλα.
+
+Οι γυναίκες ειδικά κοίταζαν επάνω από τ’ άλογα μέσα από την
+κορνίζα που σχημάτιζε το σάλι τους, με μεγάλα αφηρημένα μάτια
+τους, που στιγμές στιγμές σπιθοβολούσαν από χαρά. Κάτι τις
+τρόμαζε, κάτι τις χαροποιούσε, ίσως ο ίδιος τους ο φόβος. Και
+μακρινές φωνές αντηχούσαν μες στην ομίχλη σαν χλιμίντρισμα
+άγριων αλόγων που τρέχανε στον άνεμο.
+
+Ο Έφις πάντα φοβόταν μήπως τον αναγνωρίσουν παρόλο που ήταν
+ντυμένος με αστική φορεσιά και είχε γκρίζα και ανακατεμένα
+γένια σα να φορούσε μάσκα φτιαγμένη από γαϊδουρότριχες.
+Κοίταζε τις φιγούρες που περνούσαν στο μονοπάτι μπροστά του,
+μήπως καμιά τού ήταν γνωστή, και πράγματι, ξαφνικά έσκυψε
+κλείνοντας τα μάτια όπως τα μικρά παιδιά, όταν θέλουν να
+κρυφτούν.
+
+΄Ενας άντρας κάπως ατημέλητος, καβάλα σ’ ένα μαύρο άλογο,
+ανέβαινε αργά, καλυμμένος ολόκληρος με ένα καπότο από
+ορμπάτσε με φόδρα από σκαρλάτο. Ο άνεμος ανασήκωνε τις άκρες
+αυτού του είδους του ισπανικού πανωφοριού και άφηνε να φανεί
+το κεντημένο δισάκι και τα χοντρά πόδια του καβαλάρη πάνω στα
+αστραφτερά σαν από ασήμι σπιρούνια. Η κουκούλα σκίαζε ένα
+πρόσωπο καλοσυνάτο και σαρκαστικό, που στράφηκε προς τους
+ζητιάνους μ’ ένα ελαφρά ειρωνικό χαμόγελο ενώ με το χέρι τούς
+πετούσε λίγα κέρματα.
+
+Ο Έφις ξανάνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε σιγά σιγά.
+«Ξέρεις ποιος είναι εκείνος;», είπε στο νεαρό τυφλό. «Είναι
+το αφεντικό μου!»
+
+Μόλις σταμάτησε η βροχή οι τρεις σύντροφοι πήραν πάλι τον
+ανήφορο, σιωπηλοί, σκυφτοί, σαν να έψαχναν στο μονοπάτι κάτι
+που είχαν χάσει. Τα σύννεφα έτρεχαν επάνω στους βράχους και
+οι θάμνοι και τα δέντρα λύγιζαν από τον άνεμο, τρελά από την
+επιθυμία να ξεκολλήσουν από τη γη και να τ’ ακολουθήσουν.
+Βροντούσε ακόμα και όλα είχαν ένα μεγαλείο αναταραχής και
+αγωνίας. Ο Έφις αισθανόταν να τον παίρνει η δίνη σαν να ήταν
+ξερό φύλλο.
+
+Στάθηκαν πλάι σ’ έναν από τους σταυρούς που σημαδεύουν το
+δρόμο.
+
+Ο άνεμος περνούσε ορμητικός, αλλά αργά το απόγευμα ο ήλιος
+έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα στα σύννεφα σκίζοντάς τα και
+σπρώχνοντάς τα μέχρι τον ορίζοντα και όλα έλαμψαν τριγύρω στα
+βουνά και στις κοιλάδες όπου η ομίχλη συγκεντρώθηκε σε
+ασημένιες φωτεινές λίμνες.
+
+Οι ζητιάνοι ζεσταίνονταν στον ήλιο και ο ΄Εφις μάζευε την
+ελεημοσύνη τρέμοντας σε κάθε θόρυβο βημάτων από φόβο μήπως
+ξαναδεί τον ντον Πρέντου. Πότε πότε ωστόσο ανασήκωνε το
+κεφάλι σαν να άκουγε κάποια μακρινή φωνή.
+
+Του φαινόταν ότι καθόταν ακόμη μπροστά στην καλύβα του στο
+κτηματάκι και άκουγε το θρόισμα των καλαμιών, και ήταν η φωνή
+της καρδιάς του που του έλεγε:
+«Έφις, εάν βρίσκεσαι εδώ για πραγματική εξιλέωση, γιατί
+φοβάσαι μην σ’ αναγνωρίσουν; Να σηκωθείς, όταν περάσει το
+αφεντικό σου, και να τον χαιρετήσεις».
+
+Και ξαφνικά μια αίσθηση χαράς τον έκανε να πεταχτεί επάνω,
+τον διαπέρασε ολόκληρο, όπως ο ήλιος, που του στέγνωνε τα
+ρούχα και του ζέσταινε τα ξυλιασμένα μέλη. Και να, άρχισε
+πάλι να σκέφτεται τις κυράδες του, τις αγαπούσε πάντα και
+περίμενε τον ντον Πρέντου για να μάθει νέα τους.
+
+Αλλά ο ντον Πρέντου δεν κατηφόριζε.
+
+Κατέβαινε, μετά τη λειτουργία, μια σειρά από χωριατοπούλες,
+όμορφες σαν τα τριαντάφυλλα, η μια κολλητά στην άλλη, όλο
+γέλια.
+«Είδες εκείνο το χοντρό που μετάλαβε;» , είπε μια. «Είναι
+ένας ευγενής, πολύ πλούσιος, που του έχουν κάνει μάγια.»
+«Ναι, το ξέρω. Του έκανε μάγια μια φτωχή κοπέλα που έπρεπε να
+την παντρευτεί και δεν την παντρεύτηκε.»
+«Τι λες, καλέ Μαρία; Εάν του έχει κάνει μάγια, του τα έκανε
+για να την παντρευτεί….»
+«Μη με σπρώχνεις γι’ αυτό! Άντε πνίξου, Φραντσίσκα Μπε!»
+
+Με δόντια που άστραφταν στο όμορφο στόμα, γεμάτο με
+βρομόλογα, περνούσαν μπροστά από τον Έφις. Κάποια
+κοντοστεκόταν για να πετάξει ένα μικρό νόμισμα στους
+ζητιάνους και ο αέρας ανέμιζε τις άκρες από το κεντημένο
+μαντήλι της.
+
+Ο Έφις περίμενε τον ντον Πρέντου. Κατέβαιναν οι γέροντες
+πατριάρχες, οι σιωπηλές γυναίκες, οι νέοι με τα ευκίνητα
+πόδια, οι μικροί βοσκοί με θλιμμένα από τη μοναξιά μάτια∙ ο
+ντον Πρέντου όμως δεν φαινόταν πουθενά.
+
+Ο Έφις περίμενε. Μετά το μεσημέρι όμως όλος ο κόσμος είχε
+γυρίσει στις καλύβες, κάτω στο ξέφωτο και ο ντον Πρέντου δεν
+είχε περάσει ακόμη.
+
+Τότε ο Έφις ανέβασε τους συντρόφους του μέχρι το ξωκλήσι,
+όπου λίγοι μόνο νέοι ήταν μαζεμένοι σ’ έναν βράχο για να δουν
+τα βερβέρικα άλογα που τρέχανε στα μισά της πλαγιάς του
+βουνού. Ο άνεμος έμοιαζε να παρασέρνει μαζί του στο μονοπάτι
+τα άλογα που τα καβαλούσαν χωριάτες κουκουλοφόροι.
+
+Ο Έφις έβαλε τους τυφλούς να καθίσουν με την πλάτη στον τοίχο
+και μπήκε στο ξωκλήσι βαδίζοντας στις άκρες των ποδιών μέχρι
+που έφτασε στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας όπου ο ντον
+Πρέντου, γονατιστός και ακίνητος, προσευχόταν με το πρόσωπο
+ανασηκωμένο, με τα μαλλιά του γαλαζωπά στο χρυσαφί
+μισοσκόταδο των κεριών, με τη φόδρα από την άκρη του καπότου
+του να προβάλλει κόκκινη, με το σπιρούνι στο πόδι, όμοιος σε
+όλα με τους Βαρόνους σε προσκύνημα, όπως τους είχε δει ο
+υπηρέτης ζωγραφισμένους σε μια παλιά εικόνα της εκκλησίας.
+
+Προσευχόταν απορροφημένος, αλλά, όταν ο Έφις του άγγιξε
+ελαφρά το καπότο έστρεψε έκπληκτος στην αρχή, έπειτα βίαιος,
+χωρίς να αναγνωρίσει το ζητιάνο.
+«Στο διάολο! Ούτε εδώ δεν μας αφήνετε ήσυχους;»
+«Ντον Πρέντου, αφεντικό! Είμαι ο Έφις, δεν με αναγνωρίζετε;»
+
+Ο ντον Πρέντου πετάχτηκε επάνω ανασηκώνοντας τις άκρες από το
+καπότο του σαν να ήθελε ν’ αγκαλιάσει τον υπηρέτη του, και
+κοιτάχτηκαν σαν δυο παλιοί φίλοι.
+«Λοιπόν; Λοιπόν;»
+«Λοιπόν;»
+«Ναι», είπε ο ντον Πρέντου παίρνοντας πάλι το λόγο πρώτος, «ο
+Τζατσίντο μου διηγήθηκε τα κατορθώματά σου, βλάκα. Βάλθηκες
+να κάνεις μια εύκολη δουλειά, ακαμάτη! Καλή δουλειά, βέβαια!
+Έλα, πάρε!»
+
+Του άπλωσε ένα νόμισμα, αλλά ο Έφις τον κοίταζε στα μάτια με
+τη ματιά ενός πιστού σκύλου και αναστέναζε χωρίς να
+προσβάλλεται.
+«Ντον Πρέντου, αφεντικό, πείτε μου νέα για τις κυράδες μου.»
+«Τις κυράδες σου; Μήπως τις βλέπει κανείς; Είναι κλεισμένες
+στη φωλιά τους σαν κουνάβια.»
+«Και ο Τζατσίντο;»
+«Τον είδα στο Νούορο, τον πειναλέο. Γιατί δεν τον πήρες μαζί
+σου να ζητά ελεημοσύνη; Ξέρεις τι κάνει τώρα; Παντρεύεται την
+άλλη πειναλέα, την Γκριζέντα, μάλιστα, ο ηλίθιος!»
+«Καλά κάνει∙ το είχε υποσχεθεί», είπε ο Έφις και ένοιωσε πάλι
+να τον κυριεύει η χαρά. «Να η χάρη του Θεού που ζητούσες,
+αφεντικό», σκεφτόταν και χαμογελούσε μπροστά στα προσβλητικά
+λόγια που ο ντον Πρέντου, μετανιωμένος για το πρώτο του
+ξέσπασμα καλοσύνης, του απηύθυνε αντιμετωπίζοντάς τον σαν
+ζητιάνο που ήταν.
+
+Μετά το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων της Μαμογιάντα ο Έφις
+και οι τυφλοί πήγαν στο Μπίτι για τη Θαυματουργή Παναγία.
+Πριν φτάσουν εκεί έκαναν στάση στο Ορούνε, αλλά, παρόλο που
+ήταν κουρασμένος, ο Έφις δεν κοιμήθηκε φοβούμενος μην του
+κλέψουν το δισάκι με το κομπόδεμα που είχε μαζέψει στα
+τελευταία πανηγύρια. Προσευχόταν, ήρεμος, μισανοίγοντας κάθε
+τόσο τα μάτια για να δει τους συντρόφους του που κοιμόνταν
+κάτω από μια βελανιδιά.
+
+Ήταν νύχτα ακόμη αλλά αχνόφεγγε το φως στην Ανατολή ανάμεσα
+στα βουνά που άνοιγαν προς τη θάλασσα: εκεί ξυπνούσε η αυγή.
+Και να ο Έφις, νικημένος από τον ύπνο, νομίζει ότι
+ονειρεύεται μη μπορώντας ν’ ανοίξει τα βλέφαρα: βλέπει τον
+γέρο τυφλό να ανακάθεται, να στήνει αυτί, ν’ ακουμπά το χέρι
+στον κορμό της βελανιδιάς, να σηκώνεται και μετά από μια
+στιγμή δισταγμού να τον πλησιάζει και με το γαμψό του χέρι να
+τραβάει το δισάκι σαν να το ψαρεύει μες στο σκοτάδι.
+
+Εκείνος δεν κινείται, δε μιλά και ο γέρος το σκάει σιγά σιγά
+προς τα επάνω, ανάμεσα στους θάμνους και στις πέτρες, χωρίς
+να στρέψει πίσω, μεγαλόσωμος και μαύρος στο γαλάζιο φόντο του
+βουνού.
+
+Μόνο όταν δεν τον έβλεπε πια κατάλαβε ότι δεν ονειρευόταν και
+πετάχτηκε όρθιος, αλλά του φάνηκε ότι ένα χέρι τον τραβούσε
+προς τα κάτω αναγκάζοντάς τον να ξανακαθίσει, να μείνει
+ακίνητος. Και σιγά σιγά τη θέση της έκπληξης την πήρε ένα
+κύμα χαράς, μια επιθυμία να γελάσει: και γέλασε, και όλος ο
+ουρανός τριγύρω γέμισε χρώματα, γαλάζιο και τριανταφυλλί, και
+οι παπαδίτσες τραγουδούσαν ανάμεσα στους θάμνους.
+«Να», σκεφτόταν. «Ο Θεός με ξαλάφρωσε από τον ένα σύντροφό
+μου. Τι βάρος μου πήρε!»
+
+Ξύπνησε τον άλλο και του είπε τι είχε συμβεί.
+«Βλέπεις, Έφις; Πείστηκες τώρα; Το ήξερα ότι προσποιείται.
+Δεν το είπα αμέσως; Κι εσύ τον κουβάλησες ξωπίσω σου. Νύχτα
+και μέρα με βασάνιζες μ’ αυτόν. Τώρα θα πάμε να τον
+καταγγείλουμε∙ θα τον ψάξουμε, θα του λιανίσουμε τα κόκαλα.»
+
+Ο Έφις χαμογελούσε. Στο πανηγύρι ήταν σχεδόν ευτυχισμένος.
+Ένα πλήθος, όπως δεν το είχε ξαναδεί, γέμιζε την εκκλησία, το
+χώρο γύρω, το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό. Μια λιτανεία
+γύριζε συνέχεια γύρω από το ναό, σαν ερπετό κόκκινο και
+άσπρο, κίτρινο και μαύρο. Τα λάβαρα ανέμιζαν όμοια με μεγάλες
+πεταλούδες, και με τη μονότονη ψαλμωδία των προσκυνητών
+ενώνονταν άσματα της χορωδίας, κουδουνίσματα αλόγων σελωμένων
+για αγώνες, φωνές χαράς. Περνούσαν γυναίκες με ξέπλεκα τα
+μαύρα μαλλιά στους ώμους σαν πλερέζες∙ ακολουθούσαν άντρες
+ξεσκούφωτοι με ένα κερί στο χέρι, ξυπόλητοι, σκονισμένοι, σαν
+να έρχονταν από την άλλη άκρη του κόσμου. Τα μάτια όλων ήταν
+γεμάτα ερωτηματικά και ελπίδα.
+
+Και τα υπομονετικά άλογα ανέβαιναν στο δρόμο γεμάτα χαρά ή
+πόνο. Τα καβαλούσαν νέοι με φλογάτα πρόσωπα, όλο αίμα,
+κοπέλες χλωμές που έκρυβαν το πάθος όπως τ’ αναμμένα κάρβουνα
+στη χόβολη, και ανάπηροι, τρελοί, δαιμονισμένοι, όλοι με
+μάτια γεμάτα ζωή και θάνατο.
+
+Ο Έφις είχε αποτραβηχτεί λίγο από την εκκλησία, σ’ ένα μέρος
+που δεν περνούσε πολύς κόσμος. Ο τυφλός δε σταματούσε,
+ανάμεσα στο ένα παράπονο και στ’ άλλο, να μουρμουρίζει
+συνεχώς και είχε ένα πρόσωπο σκοτεινό, απειλητικό.
+
+Προς το βράδυ - η συγκομιδή ήταν πενιχρή – άφησε να ξεσπάσει
+η οργή του, κατηγορώντας τον Έφις ότι είχε σκοτώσει τον άλλο
+σύντροφο για να τον ξεφορτωθεί και να κρατήσει για τον εαυτό
+του τα χρήματα.
+
+Ο Έφις χαμογελούσε.
+«Έλα», του είπε, πιάνοντάς τον από το χέρι, και αφού
+περπάτησαν λίγο: «ακούς;»
+
+Ο τυφλός άκουγε τη φωνή του άλλου συντρόφου που εκεί, μπροστά
+τους, ζητούσε ελεημοσύνη.
+«Τώρα δεν θα κάνετε όπως την άλλη φορά», είπε ο Έφις. «Εάν
+τσακωθείτε και σας συλλάβουν, εγώ νίπτω τας χείρας.»
+
+Τότε ο πραγματικός τυφλός έσκυψε επάνω στον ψεύτικο και τον
+ρώτησε μέσα από τα δόντια, χαμηλόφωνα:
+«Γιατί το έκανες αυτό, φαρισαίε;»
+«Επειδή έτσι μου άρεσε.»
+
+Ο Έφις χαμογελούσε. Ο τυφλός έβλεπε αυτό το χαμόγελο και
+εξοργιζόταν. Όλη η οργή του προς τον σύντροφό του τον κλέφτη
+στράφηκε προς τον καλό σύντροφο.
+«Δεν θέλω πια να πηγαίνω μαζί σου∙ καλύτερα να πέσω καταγής
+και να περιμένω το θάνατο. Είσαι ένας ηλίθιος, ένας άχρηστος.
+Έρχεσαι μαζί μου για να διασκεδάσεις και να με τυραννάς. Άντε
+πνίξου, στο διάολο.»
+«Τα λες αυτά γιατί ξέρεις πως δεν θα σ’ εγκαταλείψω», είπε ο
+Έφις. «Παρόλο που είσαι τυφλός με γνωρίζεις, εγώ όμως δε σε
+γνωρίζω παρόλο που βλέπω. Εάν όμως πιστεύεις ότι μπορείς να
+βρεις έναν άλλο σύντροφο, να το πράξεις. Θα σε βοηθήσω.»
+
+Ο ψεύτικος τυφλός άκουγε και κρατούσε σφιχτά επάνω του το
+κλεμμένο δισάκι. Άρπαξε το χέρι του Ιστένε και του είπε:
+«Μείνε μαζί μου, διάολε!»
+
+Έμειναν έτσι με τα χέρια ενωμένα, όπως τους είχε δει ο Έφις
+να βγαίνουν από την καζάρμα του Φόνι, και έμοιαζε να τον
+περιμένουν κάπως προκλητικά να μιλήσει. Εκείνος τράβηξε
+λοιπόν το κομπόδεμα με τα νομίσματα που είχαν συγκεντρωθεί
+εκείνη την ημέρα και αφού το κούνησε λίγο μπροστά τους,
+κοιτάζοντάς τους και χαμογελώντας, το άφησε να πέσει στο χέρι
+του πραγματικού τυφλού και έφυγε.
+
+Ελεύθερος! Είχε όμως ακόμη την εντύπωση ότι σέρνει από πίσω
+τους συντρόφους του και ανησυχούσε γι’ αυτούς.
+
+Περπάτησε όλη τη νύχτα και όλη την επόμενη μέρα, κάτω κατά
+μήκος της κοιλάδας του Ισάλε, μέχρι που έφτασε στη θάλασσα.
+Εκεί έπεσε στο χώμα, ανάμεσα σε δυο θάμνους φιλλυρέας, και
+του φάνηκε πως γύρισε στο χωριό του αφού έκανε το γύρο του
+κόσμου.
+
+Στον ύπνο του όμως ξανάβλεπε τον τυφλό, σκυφτό, με τα χείλη
+ωχρά, μισάνοιχτα επάνω σε δόντια αγριμιού, και του φαινόταν
+ότι τον περιγελούσε και τον συμπονούσε.
+«Νομίζεις ότι γύρισες και αναπαύεσαι. Θα δεις, Έφις∙ τώρα
+αρχίζει πραγματικά η οδοιπορία σου.»
+
+Όσο πλησίαζε στο κτηματάκι, ανηφορίζοντας τη δημοσιά, άκουγε
+το παράπονο ενός ακορντεόν και νόμιζε ότι τον γελούσαν τ’
+αυτιά του συνηθισμένα στους ήχους των πανηγυριών.
+
+Τόσα μακρινά πράγματα του έρχονταν στο νου και όλα τα φύλλα
+θρόιζαν τριγύρω για να τον χαιρετήσουν. Να η αιμασιά, να το
+ποτάμι, ο λόφος, το καλύβι. Δεν ένοιωθε συγκίνηση, αλλά
+εκείνο το γλυκό, απροσδιόριστο παράπονο, που φαινόταν ν’
+ανεβαίνει από την ηρεμία του πρασινωπού νερού, τον τραβούσε
+σαν δέλεαρ.
+
+Μπήκε, σήκωσε το βλέμμα και αμέσως κατάλαβε ότι το κτηματάκι
+ήταν κακοκαλλιεργημένο. Έμοιαζε με τόπο που δεν έχει
+νοικοκύρη: τα δέντρα ήταν κιόλας γυμνά από καρπούς κι εδώ κι
+εκεί κρεμόταν κανένα σπασμένο κλαδί.
+
+Ο Τσουαναντόνι, καθισμένος κάτω από την πέργολα μπροστά στην
+καλύβα, έπαιζε το ακορντεόν και ολοτρόγυρα το μονότονο μοτίβο
+απλωνόταν σαν ένα πέπλο ύπνου πάνω από τον ερημωμένο τόπο.
+
+Βλέποντας τον άγνωστο άντρα να προχωράει σκυμμένος για να
+ρίξει μια ματι μέσα στο καλύβι, το αγόρι σταμάτησε να παίζει
+το ακορντεόν και το γλυκό βλέμμα του έγινε απειλητικό.
+«Τι θέλετε;»
+
+Ο άντρας έβγαλε το σκούφο.
+«Μπαρμπα-Έφις!», φώναξε το αγόρι και ξανάρχισε να παίζει,
+μιλώντας και γελώντας ταυτόχρονα. «Μα εσείς δεν πεθάνατε;
+Κάποιοι έλεγαν πως πήγατε στην Αμερική και γίνατε πλούσιος
+και πως στέλνατε πολλά λεφτά στις κυράδες σας. Τώρα ο φύλακας
+εδώ είμαι εγώ. Εάν θέλω να σας διώξω σαν κλέφτη, μπορώ να το
+κάνω. Δε θα το κάνω όμως. Θέλετε σταφύλια; Πάρτε. Το αφεντικό
+μου, ο ντον Πρέντου, αδιαφορεί γι’ αυτό το κομμάτι γης: έχει
+τόσα άλλα κτήματα. Το μεγάλο, στο Μπάντε Σάλικε, εκείνο
+μάλιστα, δίνει παραγωγή. Τα φρούτα από ’δω το αφεντικό μου τα
+στέλνει πεσκέσι στις ξαδέλφες του, τις κυράδες σας, εκείνες
+όμως μένουν πάντα κλεισμένες μέσα όπως ο σκαντζόχοιρος στ’
+αγκάθια του. Μπαρμπα-Έφις, πρέπει να σας πω κάτι: προχθές το
+βράδυ – το βράδυ μένω κλεισμένος μέσα στο καλύβι, επειδή
+φοβάμαι τα φαντάσματα, και πάντα ακούω τη γιαγιά μου να ξύνει
+την πόρτα – προχθές το βράδυ λοιπόν, πόσο τρόμαξα! Ένιωσα
+κάτι μαλακό να κουνιέται στα πόδια μου. Φώναξα, μ’ έκοψε
+κρύος ιδρώτας, αλλά την αυγή είδα ότι ήταν ένας
+τραυματισμένος λαγός. Μάλιστα, έπεσε στο δόκανο αλλά κατάφερε
+να ξεφύγει και βρισκόταν εκεί με σπασμένο πόδι και με κοίταζε
+με δυο μάτια σαν άνθρωπος. Του έδεσα το πόδι, αλλά μετά έκανε
+πυρετό. Έκαιγε μέσα στα χέρια μου σαν να ήταν ένα κουβάρι
+φωτιά και μετά μελάνιασε για τα καλά και ψόφησε.»
+
+Ο Έφις κάθισε μπροστά στο καλύβι κοιτάζοντας μακριά.
+«Τι λες» ρώτησε σοβαρά, «ο ντον Πρέντου θα με ξαναπάρει στη
+δούλεψή του;»
+
+Το αγόρι έγινε επιθετικό.
+«Τότε θα πρέπει να διώξει εμένα; Τι θα κάνω τότε εγώ; Η
+Γκριζέντα θα παντρευτεί και θα φύγει. Εγώ όμως τι θ’ απογίνω;
+Θα ζητιανεύω; Όχι, να πάτε εσείς που είστε και γέρος.»
+«Έχεις δίκιο», είπε ο Έφις, και έσκυψε το κεφάλι. Η
+υποχωρητικότητά του έκανε πάλι φιλικό απέναντί του το μικρό
+υπηρέτη.
+«Ο ντον Πρέντου είναι τόσο πλούσιος που μπορεί έτσι και
+αλλιώς να σας πάρει. Μπορεί να σας στείλει στα άλλα κτήματά
+του, επειδή εμένα μου αρέσει εδώ. Εδώ είναι καλό μέρος∙ το
+λέει και η Γκριζέντα.»
+«Τι κάνει η Γκριζέντα;»
+«Ράβει το νυφικό της.»
+«Πες μου, Τσουαναντόνι, ο ντον Τζατσίντο ήρθε στο χωριό;»
+«Ο γαμπρός μου», είπε το αγόρι με περηφάνια, «ήρθε, ναι, τον
+περασμένο Ιούλιο. Η Γκριζέντα ήταν συνέχεια άρρωστη, παραλίγο
+να τη βρει νεκρή. Ναι, ήρθε…»
+
+Έπαψε, με το πρόσωπο γερμένο πάνω στο ακορντεόν και το βλέμμα
+σοβαρό από την ανάμνηση.
+«Πες τα μου όλα. Μπορείς να τα πεις σ’ εμένα, Τσουαναντό.
+Είμαι κι εγώ της οικογένειας σχεδόν.»
+«Ναι, θα σας τα πω. Λοιπόν, η Γκριζέντα ήταν άρρωστη, έλιωνε
+σαν το κερί. Τη νύχτα είχε πυρετό. Σηκωνόταν σαν τρελή και
+έλεγε: θέλω να πάω στο Νούορο. Όταν όμως ήταν ν’ ανοίξει την
+πόρτα, δεν μπορούσε. Καταλαβαίνετε: έξω ήταν η γιαγιά που
+έσπρωχνε την πόρτα και την εμπόδιζε να φύγει. Τότε, μια φορά,
+πήγα εγώ στο Νούορο. Βρήκα το γαμπρό μου σ’ ένα μέρος που
+έμοιαζε με την κόλαση: στο Μύλο. Του τα είπα όλα. Τότε
+εκείνος ζήτησε τρεις μέρες άδεια και ήρθε μαζί μου. Νοίκιασε
+ένα άλογο, επειδή κοστίζει λιγότερο από το αμάξι, και μ’
+έβαλε στα καπούλια. Ήταν ωραία που πηγαίναμε έτσι, σαν να
+ήμασταν γίγαντες. Έτσι ζήτησε σε γάμο τη Γκριζέντα κι έτσι,
+με τη βοήθεια του Θεού, θα παντρευτούνε.»
+«Από ποιόν τη ζήτησε σε γάμο;»
+«Δεν ξέρω∙ από την ίδια!»
+«Πες μου Τσουαναντόνι, ο ντον Τζατσίντο πήγε στις θείες του,
+στις κυράδες μου;»
+
+Το αγόρι δίστασε πάλι.
+«Ναι», είπε έπειτα, «πήγε. Νομίζω ότι μάλωσαν, γιατί όταν
+βγήκε από εκεί τα μάτια του ήταν κόκκινα, σαν να είχε κλάψει.
+Η Γκριζέντα τον κοίταζε και γελούσε, αλλά έσφιγγε τα δόντια.
+Εκείνος είπε: είναι η τελευταία φορά που με βλέπουν.»
+
+Ο Έφις δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Πέρασε τη νύχτα στην καλύβα
+και καθώς είχε αρχίσει να φυσάει δυνατός αέρας και τα καλάμια
+στο φρύδι της πλαγιάς θρηνούσαν σαν ψυχές κολασμένων,
+προκαλώντας φόβο στο μικρό φύλακα, άρχισε να του διηγείται
+ιστορίες από τη Βίβλο, μιμούμενος την προφορά του τυφλού.
+«Ναι, ήταν ένας βασιλιάς που έβαζε να λατρεύουν τα δέντρα, με
+τη δικαιολογία ότι είναι πνεύματα, καθώς και τα ζώα, ακόμη
+και τη φωτιά. Τότε ο αληθινός Θεός προσβλήθηκε και έκανε τους
+υπηρέτες αυτού του βασιλιά τόσο κακούς, που συνωμότησαν για
+να σκοτώσουν τον αφέντη τους. Ναι, έβαζε να λατρεύουν ένα
+Θεό, όλον από χρυσάφι: γι’ αυτό έμεινε στον κόσμο τόση αγάπη
+για το χρήμα και οι συγγενείς, ακόμα, σκοτώνουν τους
+συγγενείς για το χρήμα. Ακόμη και τα αθώα πλάσματα λατρεύουν
+το χρήμα.»
+
+Έπειτα άρχισε να περιγράφει το ναό και τα ανάκτορα του
+Βασιλιά Σολομώντα. Ο Τσουανατόνι αποκοιμήθηκε κι εκείνος
+ανιστορούσε ακόμη. Έξω τα καλάμια θρόιζαν τόσο βίαια που
+έμοιαζε να δίνουν μάχη.
+
+Την αυγή, βγαίνοντας από την καλύβα ο Έφις είδε πράγματι
+εκατοντάδες από αυτά να κρέμονται σπασμένα, με τα μακριά
+φύλλα τους σκορπισμένα καταγής σαν σπασμένα σπαθιά. Και όσα
+είχαν γλιτώσει, λίγο μαδημένα, έμοιαζε να σκύβουν για να δουν
+τους νεκρούς συντρόφους τους, χαϊδεύοντάς τους με τα
+τραυματισμένα φύλλα τους.
+«Πάρτε λίγα σταφύλια, μπαρμπα-Έφις», του είπε το αγόρι,
+αποχαιρετώντας τον σκεφτικό: «εάν ο ντον Πρέντου σας
+ξαναστείλει εδώ θα είμαι ευχαριστημένος. Θα περνάμε τον καιρό
+λέγοντας ιστορίες. Πηγαίνετε στην Γκριζέντα να της πείτε
+χαιρετίσματα.»
+
+Και να ο Έφις, που ανηφορίζει το δρόμο προς το χωριό. Η αυγή
+είναι σχεδόν κρύα και οι λευκοί λόφοι μοιάζουν σκεπασμένοι με
+χιόνι. Τα μικρά βουνά, πάνω από τα χωριουδάκια τα σκορπισμένα
+στην πεδιάδα, μετά το Κάστρο, καπνίζουν σαν σκεπασμένα
+καμίνια από κάρβουνο και όλα είναι σιωπηλά και νεκρά στο
+ρόδινο πρωινό. Ο Έφις όμως ξανάβρισκε την ψυχή του και του
+φαινόταν ότι γύριζε στο σπίτι του πόνου του σαν τον άσωτο
+υιό, αφού προηγουμένως είχε σκορπίσει όλες τις ελπίδες του.
+
+Πήγε κατ’ ευθείαν στην τοκογλύφο και γέλασε όταν κατάλαβε πως
+εκείνη δε τον αναγνώρισε αμέσως και τον υποδέχτηκε καλοσυνάτα
+νομίζοντας πως είναι ξένος, ένας υπηρέτης που τον έστειλε
+κάποιος κτηματίας για να ζητήσει λεφτά.
+«Καλίνα, γριά καρακάξα, δε με αναγνωρίζεις; Κι εσύ όμως
+αδυνάτισες.»
+
+Κρατούσε στο χέρι τα παπούτσια∙ άφησε να της πέσουν το ένα
+μετά το άλλο, έπειτα έσκυψε να τα μαζέψει.
+«Έφις, βλέπεις; Η κατάρα που σου έδωσα έπιασε! Ακόμη και τα
+ρούχα σου άλλαξες. Θυμήσου που ήθελες να με σκοτώσεις.»
+«Είμαι πάντα έτοιμος, εάν δεν πάψεις! Πες μου, πως είσαι;»
+«Όχι πολύ καλά. Εδώ και λίγο καιρό έχω συνέχεια πονοκέφαλο
+και ο πόνος και η αγρύπνια με κατάντησαν έτσι, χούφταλο,
+καμπούρα, λες και με ρούφηξε ο βρικόλακας.»
+«Είναι δίκαιο!», σκέφτηκε ο Έφις, αλλά δεν το είπε.
+«Είναι ένας διαολεμένος πόνος, ο πονοκέφαλος, Έφις μου. Μέχρι
+που έταξα να πάω για προσκύνημα στον Άγιο Φραγκίσκο, τώρα,
+τον Οκτώβρη….»
+«Άκουσε», είπε ο Έφις, που κάθισε μπροστά στην παραστιά κι
+δεν έλεγε να φύγει, «δεν χρειάζεται να πας για προσκύνημα.
+Εάν θέλεις να κάνεις μετάνοια, κάνε την εδώ, στο σπίτι σου.»
+«Εγώ δεν έχω ανάγκη να κάνω μετάνοια! Εάν θα πάω, θα πάω από
+ευλάβεια. Η ψυχή μου είναι μπροστά στο Θεό, όχι μπροστά σε
+κάποιον αμαρτωλό σαν κι εσένα.»
+
+Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι.
+«Άκου», ξανάρχισε, «χρειάζομαι ρούχα και χρήματα. Πρέπει να
+με βοηθήσεις, Καλίνα. Εάν θέλεις, μπορείς να το κάνεις. Είμαι
+σαν τον στρατιώτη που πήγε στον πόλεμο: επιστρέφω, αλλά δεν
+μπορώ να φοράω αυτά τα ρούχα.»
+«Πες μου τουλάχιστον, πού πήγες;»
+«Τίποτε το σπουδαίο, θέλησα να γυρίσω λίγο τον κόσμο. Πήγα
+μέχρι την Ανατολή όπου υπήρχε ο ναός και το σπίτι του Βασιλιά
+Σολομώντα…. Το σπίτι αυτό ήταν όλο από χρυσάφι, με πόρτες που
+είχαν πόμολα χρυσά σε σχήμα ροδιού… και τα πιάτα και οι
+κανάτες ήτανε χρυσά, ακόμη και τα κλειδιά και οι αμπάρες που
+κλείνανε τις πόρτες ήταν χρυσά…»
+
+Η γυναίκα τον λοξοκοίταζε, ενώ περνούσε τα καινούργια
+κορδόνια στα παπούτσια της, χωρίς να πετάξει τα παλιά, που
+μπορούσαν ακόμη να χρησιμέψουν στο δέσιμο κάποιου πράγματος.
+Γιατί όμως εκείνος μιλούσε έτσι, με τόνο παρακαλεστικό σαν
+ζητιάνος; Την κορόιδευε ή είχε πυρετό;
+«Έφις, ψυχή μου, γύρισες τον κόσμο και έλιωσαν τα παπούτσια
+σου και το μυαλό σου!»
+
+Παρόλα αυτά του δάνεισε τα χρήματα.
+
+Ο Έφις, ωστόσο, δεν έφυγε.
+«Δεν μπορώ να βγω έτσι και να παρουσιαστώ στις αναγελάστρες
+υπηρέτριες του ντον Πρέντου. Πρέπει να μου βρεις ρούχα. Άντε:
+τι σκέφτεσαι όταν δεν κοιμάσαι; Άντε, άντε: χριστιανή μου.»
+«Τι, δεν είμαι χριστιανή εγώ; Πιο χριστιανή από εσένα, ψυχή
+μου. Εγώ δεν άφησα ποτέ το σπίτι μου να τρέχω στον κόσμο,
+γριά γυναίκα….»
+«Εάν δεν σταματήσεις, θ’ αρπάξω το στειλιάρι, Καλί, πρόσεξε!»
+
+Όλη τη μέρα συνέχιζαν να τρώγονται, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα
+σοβαρά, αλλά το απόγευμα εκείνη βγήκε και αγόρασε ένα
+κουστούμι σχεδόν καινούργιο από μια γυναίκα που ο άντρας της
+είχε πάει στην Αμερική.
+
+Κατά το βραδάκι ο Έφις επέστρεψε στις κυράδες του. Ναι, κατά
+το βραδάκι, όπως μετά από μια μέρα ελευθερίας που την περνά
+κανείς περιπλανώμενος, χασομέρης και ανικανοποίητος. Όλα ήταν
+ήσυχα και θλιβερά εκεί πέρα. Το Βουνό πρόβαλε πάνω στο μαύρο
+σπίτι, στον ανοιχτοπράσινο ουρανό του δειλινού, το καινούργιο
+φεγγάρι έπεφτε επάνω στο Βουνό και ο αποσπερίτης τρεμόπαιζε
+πάνω από το φεγγάρι.
+
+Η εξώπορτα ήταν κλειστή, το χορτάρι φύτρωνε κατά μήκος του
+τοίχου και στα σκαλοπάτια, όπως σ’ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι∙
+κι ο Έφις φοβήθηκε να χτυπήσει.
+
+Είδε το πορτάκι της Γκριζέντα που έλαμπε σαν χρυσό ορθογώνιο
+επάνω στο μαύρο τοίχο, και θυμήθηκε τι του ζήτησε ο
+Τσουανατόνι.
+
+Η Γκριζέντα στεκόταν μπροστά στη φωτιά για να στεγνώσει τα
+βρεγμένα της εσώρουχα. Ήταν ξυπόλυτη και οι τορνευτές της
+γάμπες έλαμπαν σαν να ήταν από μπρούντζο. Βλέποντας τον άντρα
+άφησε να πέσουν τα εσώρουχά της και γέλασε, ξεφωνίζοντας από
+χαρά μόλις τον γνώρισε.
+«Μπα, Γκριζέντα! Πας ακόμη στο ποτάμι; Ο άντρας σου το
+επιτρέπει;»
+«Γιατί, εκείνος δεν δουλεύει; Μήπως είναι άρχοντας; Εάν ήταν
+άρχοντας, εγώ θα ήμουν πεθαμένη τώρα. Λοιπόν, δεν θα μπείτε;
+Καθίστε. Σας βαραίνει το δισάκι; Είναι γεμάτο χρυσάφι; Κάνατε
+περιουσία στα κρυφά∙ πονηρός που είστε!»
+
+Κάθισε και ακούμπησε το δισάκι καταγής, και κοίταζε την
+Γκριζέντα, και η Γκριζέντα τον κοίταζε πονηρά δίνοντάς του να
+καταλάβει ότι ήξερε την αλήθεια.
+«Όμως κι εμείς, μπαρμπα-Έφις, κι εμείς, εγώ και ο Τζατσίντο,
+κάτι θα κάνουμε. Μπορούμε ακόμη και πλούσιοι να γίνουμε,
+μπαρμπα-Έφις, ποιος ξέρει; Όλα μπορούν να γίνουν σ’ αυτόν τον
+κόσμο∙ πιστεύω πως όλα μπορούν να γίνουν.»
+«Μήπως δεν είσαστε κιόλας πλούσιοι; Ποιοι είναι πλουσιότεροι
+από εσάς;»
+
+Έσκυψε επάνω του, χαριτωμένη και παιδούλα, όπως ήταν κάποτε.
+«Αυτό έλεγα κι εγώ πάντα! Όταν οι κυράδες σας δεν θέλανε εγώ
+κι ο Τζατσίντο να παντρευτούμε, επειδή εγώ είμαι φτωχιά,
+έλεγα: δεν είμαι νέα; δεν τον αγαπώ; Μήπως η ντόνα Νοέμι και
+ο ντον Πρέντου, με όλα τα καλά τους, είναι πλουσιότεροι από
+εμάς; Από ηλικία, ναι, εάν το θέλουν, από τίποτε άλλο όμως!»
+
+Ο Έφις ανασκίρτησε.
+«Θα παντρευτούν;»
+«Θα παντρευτούν, ναι! Εκείνος έλιωνε, όπως έλιωνα κι εγώ την
+περασμένη άνοιξη. Λέγανε πως του είχαν κάνει μάγια. Τον είχαν
+μαγέψει, ναι! Μάγια αγάπης. Μέχρι που πήγε στην Ολιένα να
+συμβουλευτεί μια μάγισσα. Τελευταία, την περασμένη εβδομάδα,
+πήγε προσκύνημα στην Παναγία στο Γκονάρε και έκανε τάμα τρία
+σκούδα για να κάνει το θαύμα της. Αυτά λένε οι κακές
+γλώσσες!»
+
+Ο Έφις κοίταζε σκεφτικός καταγής, ανάμεσα στα γόνατά του.
+«Πρέπει να επιστρέψω;», αναρωτιόταν. «Λες να πιστέψουν ότι με
+φέρνει ο καλός άνεμος;»
+
+Και άξαφνα, για μια στιγμή, στενοχωρήθηκε που η ντον Νοέμι
+είπε το ναι πριν εκείνος γυρίσει. Αμέσως όμως σηκώθηκε
+μετανοιωμένος, ταπεινωμένος. Α, πόσο αμαρτωλός ήταν ακόμη!
+«Νομίζεις ότι ο ντον Πρέντου είναι εκεί;», ρώτησε στρέφοντας
+πριν βγει.
+«Εγώ είμαι εδώ, δεν είμαι εκεί, μπαρμπα-Έφις!» είπε η
+Γκριζέντα τρέχοντας γελαστή προς το μέρος του «και δεν μπορώ
+καν να πω: πάω να δω, γιατί οι κυράδες σου διπλομανταλώνουν
+την εξώπορτα όταν με βλέπουν!»
+
+Εκείνος έφυγε, αλλά για άλλη μια φορά ακόμη η καρδιά του
+χτυπούσε δυνατά και του φάνηκε πως τα χτυπήματα στην εξώπορτα
+αντηχούσαν μέσα στα σωθικά του.
+
+
+Κεφάλαιο δέκατο έκτο
+
+Ήταν η Νοέμι που του άνοιξε. Ο Έφις την είδε να εμφανίζεται
+μπροστά του, στο γλαυκό φόντο της αυλής, ψηλή ψηλή, λεπτή, με
+το πρόσωπο χλωμό: η Λία κοριτσάκι, η Λία αναστημένη.
+
+Τον κοίταξε καλά πριν τον αφήσει να μπει, όπως κοιτάζει
+κανείς έναν ξένο, έπειτα είπε μόνο: «α, εσύ είσαι;». Ήταν
+αρκετή όμως αυτή η έκφραση δύσπιστης και κάπως ειρωνικής
+έκπληξης για να τον ταπεινώσει και να τον ταράξει
+περισσότερο.
+«Γύρισα, λοιπόν, ντόνα Νοέμι μου», είπε μπαίνοντας και
+ακολουθώντας την μέσα στην αυλή. «Ο περιπλανώμενος γύρισε.
+Και η ντόνα Έστερ πώς είναι; Μου επιτρέπετε να την
+επισκεφτώ;»
+
+Και να, στο γλαυκό μισοσκόταδο τα πράγματα βρίσκονταν ακίνητα
+στον τόπο τους: το μπαλκόνι επάνω, μαύρο στο γκρι φόντο του
+τοίχου, το πηγάδι με τα κόκκινα λουλούδια, η τριχιά στη
+σκάλα.
+
+Στην κουζίνα είχε φως, όχι όμως το λαμπρό φως όπως στο σπίτι
+της Γκριζέντα, αλλά ένα πένθιμο λυχνάρι πάνω από τον αρχαίο
+πάγκο, στη μέση ενός πυκνού σκοταδιού.
+
+Όχι, τίποτε δεν είχε αλλάξει: όλα ήταν νεκρά ακόμη. Και ο
+Έφις σκέφτηκε με πόνο:
+«Δεν πρέπει να είναι αλήθεια ότι η ντόνα Νοέμι είπε το ναι.»
+
+Ενστικτωδώς προσπάθησε να κρεμάσει το δισάκι στο κρεμαστάρι,
+αλλά το κρεμαστάρι δεν υπήρχε. Κανείς δεν το ξαναέβαλε στη
+θέση του κι έτσι εκείνος κράτησε κοντά του το δισάκι σαν τον
+επισκέπτη που πρέπει γρήγορα να φύγει.
+
+Η ντόνα Έστερ διάβαζε ήσυχα καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι μπροστά
+στον αρχαίο πάγκο, αλλά ξαφνικά ο γάτος, που ήταν ξαπλωμένος
+στη σκιά της πλάι στο λυχνάρι και με τα μάτια παρακολουθούσε
+τις κινήσεις των χεριών της, πήδηξε στην ποδιά της σαν να
+ήθελε να κρυφτεί και από εκεί τρύπωσε κάτω από τον πάγκο.
+Εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι, είδε τον άγνωστο και άρχισε να
+τον παρατηρεί με μάτια που πετούσαν σπίθες και το βιβλίο
+έτρεμε στα χέρια της.
+«Λοιπόν, ναι, εγώ είμαι, κυρά μου! Γύρισα. Ο περιπλανώμενος
+γύρισε. Τι έχετε να πείτε, ντόνα Έστερ; Πώς πάει η υγεία;»
+«Έφις! Έφις! Έφις!», ψέλλιζε εκείνη.
+«Εγώ είμαι, ο Έφις! Δεν βλέπετε καλά, ντόνα Έστερ, και φοράτε
+γυαλιά;»
+«Εσύ είσαι, Έφις! Κάθισε. Ναι, δεν βλέπω καλά από το πολύ το
+κλάμα.»
+
+Η Νοέμι όμως τους κοίταζε και τους δυο με κακία και έμοιαζε
+να διασκεδάζει με το θέαμα.
+«Ναι, Έστερ! Φοράς γυαλιά επειδή γέρασες πια.»
+«Κάθισε», είπε και σ΄ εκείνη, χτυπώντας το χέρι της επάνω
+στον πάγκο, και ο Έφις κάθισε πλάι στη γριά κυρά του πού
+έτρεμε ολόκληρη από την έκπληξη. Στην αρχή δεν ήξεραν τι να
+πούνε. Εκείνος έσφιγγε επάνω του το δισάκι και έσκυβε το
+κεφάλι ντροπαλός, εκείνη έβγαλε τα γυαλιά, τα έκλεισε ανάμεσα
+στις σελίδες του βιβλίου και φάνηκε να θέλει ν’ ακουμπήσει
+στο πλάι του υπηρέτη.
+
+Τελικά έστρεψαν και οι δυο το βλέμμα και κοιτάζονταν κι
+εκείνη έκανε με το κεφάλι ένα νεύμα επίπληξης.
+«Μπράβο! Γύρισες εδώ κι εκεί και τελικά επέστρεψες! Γιατί
+όμως δεν έγραψες δυο λέξεις, δεν έστειλες χαιρετίσματα; Κι
+όμως τόσοι ήρθαν από την Αμερική!»
+
+Ο Έφις έκανε ν’ απαντήσει, αλλά είδε τη Νοέμι να γελά σαν να
+ήξερε κι εκείνη την αλήθεια, και έπαψε ακόμη πιο
+ταπεινωμένος.
+«Κι έφυγες έτσι, Έφις! Σαν να σ’ είχαμε προσβάλει, χωρίς να
+πεις μια λέξη, Έφις! Και σκέψου, σκέψου, εγώ έλεγα πάντα στον
+εαυτό μου: γιατί το έκανε αυτό ο Έφις; Μπορούμε τελικά να
+μάθουμε το γιατί;»
+«Συμβαίνουν αυτά! Γερνάει κανείς και ξαναμωραίνεται»,
+απάντησε εκείνος με μια αόριστη κίνηση. «Τώρα είμαι εδώ… Ας
+μη μιλάμε πια γι’ αυτό.»
+«Και τώρα, τι λογαριάζεις να κάνεις; Θα γυρίσεις στον Πρέντου
+ή μήμπως, όπως λέει ο κόσμος, είναι αλήθεια ότι έγινες
+πλούσιος; Γιατί δεν αφήνεις κάτω αυτό το δισάκι; Θα πάρεις
+κάτι εδώ, μια μπουκιά έστω.»
+«Πρέπει να φύγω, ντόνα Έστερ μου… Ήρθα μόνο για να σας
+χαιρετήσω.»
+«Θα μείνεις εδώ μέχρι αύριο», είπε η Νοέμι και με μια
+αιλουροειδή σχεδόν κίνηση του πήρε το δισάκι και το
+τοποθέτησε πιο πέρα επάνω στον πάγκο.
+
+Κοιτάχτηκαν, κι εκείνος κατάλαβε ότι κάτι είχαν να πουν
+εκείνοι οι δυο, να ξαναπιάσουν μια κουβέντα που άφησαν στη
+μέση.
+«Έφις, άκουσε, θα μας εξιστορήσεις τουλάχιστον τις
+περιπέτειές σου, αφού δεν μας έγραψες ποτέ. Πόσα πράγματα θα
+έχεις να μας πεις τώρα! Αχ, Έφις, Έφις, ποιος θα το πίστευε
+ποτέ ότι όταν θα γερνούσες θα γύριζες τον κόσμο!»
+«Κάλιο αργά παρά ποτέ, ντόνα Έστερ μου! Λίγα πράγματα όμως
+έχω να εξιστορήσω.»
+«Εξιστόρησε αυτά τα λίγα…»
+«Ωραία, ναι, θα σας πω…»
+
+Η Νοέμι έστρωνε σιωπηλή το τραπέζι. Να, το ίδιο κάνιστρο
+μαυρισμένο από τον καιρό, λειασμένο από τη χρήση∙ να το ίδιο
+ψωμί και το ίδιο προσφάγι. Ο Έφις έτρωγε κι εξιστορούσε, με
+λόγια μπερδεμένα, που τα σκέπαζε το δειλό ψέμα. Όταν όμως
+έριξε τα ψίχουλα και την τελευταία γουλιά στο πάτωμα – αφού η
+γη θέλει πάντα το μικρό της μερίδιο από την τροφή του
+ανθρώπου – τέντωσε λίγο την πλάτη του και τα μάτια του τα
+κύκλωσαν λαμπερές ρυτίδες.
+«Λοιπόν, στο ταξίδι ήμασταν όλοι φτωχοδιάβολοι. Πηγαίναμε και
+πηγαίναμε χωρίς να ξέρουμε πού θα καταλήγαμε, πάντα όμως με
+την ελπίδα του κέρδους. Πηγαίναμε στη σειρά, όπως οι
+καταδικασμένοι…»
+«Μα δεν ήσασταν στη θάλασσα;»
+«Στη θάλασσα, ναι, τι λέω; Στη θάλασσα και με φουρτούνα
+μάλιστα. Βράχηκα πολλές φορές. Από πείνα δεν υποφέραμε, όχι.
+Έπειτα, ποιος πεινούσε; Εγώ, όχι. Καμιά φορά αισθανόμουν σαν
+ένα χέρι να μου σφίγγει δυνατά το στομάχι και ήταν σαν να
+ήθελε να μου το ξεριζώσει, τότε έτρωγα και ηρεμούσα. Μόλις
+φτάσαμε εκεί αρχίσαμε να δουλεύουμε.»
+«Τι δουλειά ήταν;»
+«Α, ήταν μια εύκολη δουλειά. Κάναμε το εξής: μαζεύαμε το χώμα
+από το ένα μέρος και το στοιβάζαμε στο άλλο…»
+«Είναι αλήθεια ότι σκάβουν ένα κανάλι για να περάσει η
+θάλασσα; Το νερό όμως δεν ακολουθεί το σκάψιμο;»
+«Ναι, έμπαινε μες στα σκαμμένα, αλλά υπάρχουν μηχανήματα που
+το τραβούσαν έξω. Είναι κάτι σαν αντλίες… τέλος πάντων, δεν
+μπορώ να τις περιγράψω!»
+
+Η Νοέμι άκουγε σιωπηλή, χαϊδεύοντας τη ράχη του γάτου που
+γουργούριζε στην ποδιά της ηδονικά. Άκουγε, αλλά η σκέψη της
+έτρεχε μακριά.
+«Ήσασταν στην ύπαιθρο; Λένε πως εκεί όλα είναι ακριβά.
+Θυμάσαι τις ιστορίες που έλεγαν οι μετανάστες, εκεί στο
+Ριμέντιο; Έπειτα λένε ότι είναι μια χώρα όπου δε γλεντά
+κανείς.»
+«Όσο γι’ αυτό, γλεντούνε κι εκεί! Όποιος θέλει να
+διασκεδάσει, εννοείται! Άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι
+χορεύουν, άλλοι προσεύχονται, άλλοι μεθούν, κι ύστερα όλοι
+φεύγουν…»
+«Φεύγουν; Και πού πάνε;»
+«Εννοώ … στις παράγκες τους, για να ξεκουραστούν.»
+«Και τι γλώσσα μιλάνε;»
+«Γλώσσα; Όλες τις γλώσσες. Εγώ μιλούσα τη γλώσσα της
+Σαρδηνίας με τους συντρόφους μου…»
+«Α, ώστε είχες συντρόφους από τη Σαρδηνία;»
+«Είχα μερικούς συντρόφους από τη Σαρδηνία: ένα γέρο κι ένα
+νέο. Μου φαίνεται πως τους έχω ακόμη κολλημένους επάνω μου,
+με το συμπάθιο.»
+
+Τα μάτια της Νοέμι άστραψαν χαιρέκακα.
+«Ελπίζω εμείς να είμαστε πιο καθαρές!» είπε, σφίγγοντάς του
+το μπράτσο.
+«Ναι, ένα γέρο κι ένα νέο. Τσακώνονταν συνέχεια: ήταν κακοί,
+φθονεροί, ζηλιάρηδες, κατά βάθος όμως ήταν και καλοί. Έτσι
+είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος: καλός και κακός συνάμα. Στο κάτω
+κάτω είμαστε πάντα δυστυχισμένοι∙ ακόμη και οι πλούσιοι είναι
+συχνά δυστυχισμένοι. Α, να!»
+
+Να, το σφίξιμο του χεριού της Νοέμι του θύμιζε το σφίξιμο του
+Τζατσίντο, εκεί μες στη μικρή αυλή του Νούορο, και το μυστικό
+που εμπόδιζε τη γυναίκα να δεχτεί την πρόταση του ντον
+Πρέντου.
+«Ο ντον Πρέντου, για παράδειγμα», είπε σχεδόν άθελα και
+πρόσθεσε κοιτάζοντας τη νεαρή κυρά του, «μήπως δεν είναι
+πλούσιος και δυστυχισμένος;»
+
+Η κυρά του όμως γελούσε πάλι κι εκείνος εξοργίστηκε παρά τη
+θέλησή του.
+«Πού είναι το αστείο; Μήπως δεν είναι δυστυχισμένος ο ντον
+Πρέντου; Μέχρις ότου τον λυπηθείτε, ντόνα Νοέμι…. Κι όμως,
+είναι καλός.»
+
+Τότε η ντόνα Έστερ σηκώθηκε ακουμπώντας το χέρι στη ράχη του
+πάγκου και στάθηκε παρατηρώντας τους σοβαρή.
+«Τι καλός μου λες;», είπε η Νοέμι, χωρίς να γελά πια. «Είναι
+γέρος τώρα και δεν μπορεί πια να κοροϊδεύει τον κόσμο∙ αυτό
+είναι όλο! Ας μη μιλάμε γι’ αυτόν.»
+«Κι όμως, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν», είπε η ντόνα Έστερ έντονα.
+«Έφις, εξήγησέ μου τις κουβέντες σου.»
+«Τι να σας εξηγήσω, ντόνα Έστερ; Ότι ο ντον Πρέντου θέλει να
+παντρευτεί τη ντόνα Νοέμι;»
+«Α, ώστε κι εσύ το ξέρεις; Πώς το ξέρεις;»
+«Εγώ ήμουν ο πρώτος προξενητής.»
+«Ο πρώτος κι ο τελευταίος», φώναξε η Νοέμι πετώντας κάτω το
+γάτο σαν να ήταν κουβάρι. «Αρκετά. Δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε
+γι’ αυτό.»
+
+Ο Έφις όμως εναντιώθηκε.
+«Γιατί εγώ δεν του πήγα ποτέ την απάντηση, ντόνα Νοέμι! Πώς
+μπορούσα να του την πάω; Δεν τολμούσα και γι’ αυτό έφυγα.»
+
+Η ντόνα Έστερ ξανακάθισε πλάι του κι εκείνος την αισθάνθηκε
+που έτρεμε ολόκληρη.
+«Α, Έφις», μουρμούριζε. «Εκείνος είχε τη ιδέα από τότε κι εσύ
+δεν έλεγες τίποτε; Και έφυγες; Γιατί όμως; Για να πω την
+αλήθεια, όλα αυτά μου φαίνονται σαν όνειρο. Εγώ ποτέ δεν
+έμαθα τίποτε: μόνο οι ξένοι έρχονταν να μου το πουν, μόνο οι
+ξένοι. Κι εσύ, αδελφή μου, κι εσύ… κι εσύ…»
+«Τι να σου πω, Έστερ; Μήπως με ζήτησε ο ίδιος; Πότε
+εξηγήθηκε; Στέλνει δώρα, έρχεται πότε πότε, κάθεται, φλυαρεί
+μαζί σου και σ’ εμένα σχεδόν δεν λέει κουβέντα. Τον έδιωξα
+ποτέ εγώ;»
+«Δεν τον διώχνεις, αλλά κάνεις κάτι χειρότερο. Γελάς όταν
+έρχεται, τον κοροϊδεύεις.»
+«Έτσι πρέπει! Ό, τι σπέρνει κανείς θερίζει.»
+«Νοέμι, γιατί μιλάς έτσι; Σαν να τρελάθηκες, εδώ και κάμποσο
+καιρό! Δεν σκέφτεσαι πια λογικά. Γιατί λες πως σε κοροϊδεύει,
+αφού έστειλε μαντάτα πως σ’ αγαπά;»
+«Ένα υπηρέτη έστειλε να μου το πει!»
+
+Η ντόνα Έστερ κοίταξε τον Έφις, αλλά ο Έφις σιωπούσε με
+κατεβασμένο το κεφάλι, όπως έκανε κάποτε, όταν οι αδελφές
+φιλονικούσαν. Περίμενε, εξάλλου, βέβαιος ότι η Νοέμι, παρά
+την περιφρόνησή της, θα γύριζε σ’ αυτόν για να συνεχίσουν τη
+συζήτηση οι δυο τους μόνοι.
+«Έφις, την ακούς πώς μιλάει; Κι όμως, σου λέω πως δεν είσαι ο
+μόνος που της το έχει πει. Και ο Τζατσίντο…»
+
+Το όνομα αυτό όμως δημιούργησε ένα τρομαχτικό κενό τριγύρω
+και ο Έφις είδε τη Νοέμι να πετιέται όρθια αναστατωμένη∙ ωχρή
+από θυμό και μίσος.
+«Έστερ!», είπε με τραχιά φωνή. «Είχες ορκιστεί να μην
+ξαναπροφέρεις το όνομά του.»
+
+Και βγήκε, σαν να την έπνιγε η οργή.
+
+«Ναι», μουρμούρισε η ντόνα Έστερ, σκύβοντας στο αυτί του
+Έφις. «Τόσο τον μισεί που μ’ έβαλε να ορκιστώ ότι δεν θα
+ξαναπώ το όνομά του. Όταν ήρθε την τελευταία φορά να μας πει
+πως παντρεύεται την Γκριζέντα και να συμβουλεύσει τη Νοέμι να
+δεχτεί τον Πρέντου, τον έδιωξε και ήταν τρομερή, όπως την
+είδες τώρα. Κι εκείνος έφυγε κλαίγοντας. Πες μου, όμως, πες
+μου Έφις», συνέχισε θλιμμένη, «δεν είμαστε πολύ άτυχες εμείς;
+Ο Τζατσίντο που μας έχει καταστρέψει και παντρεύεται εκείνη
+την ξεβράκωτη και η Νοέμι, αντίθετα, που πετάει ένα τέτοιο
+τυχερό. Γιατί γίνεται αυτό, Έφις, πες μου, εσύ που έχεις
+γυρίσει τον κόσμο: παντού έτσι είναι; Γιατί η μοίρα μάς
+τσακίζει έτσι, σαν να είμαστε καλάμια;»
+«Ναι», της απάντησε τότε εκείνος, «ακριβώς σαν τις καλαμιές
+στον άνεμο είμαστε, ντόνα Έστερ μου. Να γιατί! Εμείς είμαστε
+τα καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος.»
+«Ναι, εντάξει∙ γιατί όμως μια τέτοια μοίρα;»
+«Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει.»
+«Γενηθήτω, τότε, το θέλημά Του», είπε εκείνη σκύβοντας το
+κεφάλι στο στήθος και βλέποντάς την έτσι σκυμμένη, τόσο γριά
+και θλιμμένη, ο Έφις ένοιωσε σχεδόν δυνατός. Και για να την
+παρηγορήσει σκέφτηκε να της διηγηθεί μια από τις τόσες
+ιστορίες του τυφλού.
+«Άλλωστε δεν είμαστε ποτέ ευχαριστημένοι. Ξέρετε την ιστορία
+της Βασίλισσας του Σαβά; Ήταν όμορφη και είχε ένα μακρινό
+βασίλειο με πολλούς κήπους από συκιές και ροδιές και ένα
+παλάτι ολόχρυσο. Άκουσε, λοιπόν, να λένε ότι ο Βασιλιάς
+Σολομών ήταν πλουσιότερος από εκείνη κι έχασε τον ύπνο της. Η
+ζήλεια την έτρωγε τόσο που αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι,
+παρόλο που θα έπρεπε να διασχίσει τη μισή γη, για να πάει να
+δει η ίδια…»
+
+Η ντόνα Έστερ έσκυψε λίγο από την άλλη μεριά και πήρε το
+βιβλίο μέσα στο οποίο είχε βάλει τα γυαλιά της.
+«Αυτές οι ιστορίες βρίσκονται εδώ, στην Αγία Γραφή.»
+
+Ο Έφις κοίταξε ταπεινωμένος το βιβλίο και δε συνέχισε.
+
+Όταν έμεινε μόνος ξάπλωσε στην ψάθα, αλλά, παρά τη μεγάλη του
+κούραση, δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Είχε την εντύπωση ότι οι
+τυφλοί είχαν ξαπλώσει εκεί δίπλα του και ότι τριγύρω και έξω,
+μέσα στα σκοτάδια, απλωνόταν ένα άγνωστο χωριό. Οι κυράδες
+του όμως βρίσκονταν εκεί, στον πάγκο και τον κοίταζαν: η
+ντόνα Έστερ γριά και με βλέμμα σχεδόν ικετευτικό, η ντόνα
+Νοέμι χαμογελαστή, αλλά πιο τρομερή απ’ ότι όταν ήταν
+αυστηρή.
+
+Και, πράγμα περίεργο, δεν ένοιωθε πια υποταγή στη ντόνα Έστερ
+ούτε φόβο στη ντόνα Νοέμι, ήταν σαν τον απελευθερωμένο δούλο
+που έγινε πλούσιος σε σύγκριση με τα φτωχά του αφεντικά.
+«Μπορώ να τις βοηθήσω, μπορώ ακόμη να τις βοηθήσω και ακόμη
+δεν το θέλουν…. Αύριο…»
+
+Περίμενε με αγωνία το αύριο∙ να γιατί δεν μπορούσε να
+κοιμηθεί. Αύριο θα μιλήσει με τη Νοέμι. Θα ξαναπιάσουν τη
+συζήτηση που είχε διακοπεί τόσους μήνες πριν και ίσως
+μπορέσει να φέρει την καλή είδηση στον ντον Πρέντου.
+
+Τότε άρχισε να προσεύχεται, σιγά σιγά, έπειτα όλο και πιο
+δυνατά, μέχρι που του φάνηκε ότι είχε αρχίσει να ψέλνει όπως
+έκαναν οι προσκυνητές εκεί πάνω, στη Θαυματουργή Παναγία.
+
+Αύριο… Όλα θα πάνε καλά αύριο∙ όλα θα τελειώσουν, όλα θα
+ξεκαθαρίσουν. Του φαινόταν πως καταλάβαινε τελικά γιατί ο
+Θεός τον έσπρωξε να εγκαταλείψει το σπίτι των κυράδων του και
+να φύγει περιπλανώμενος: ήταν για να δοθεί χρόνος στο
+Τζατσίντο να σκαλίσει βαθειά μες στη συνείδησή του και στη
+Νοέμι για να γιατρευτεί από το πάθος της.
+«Εάν έδινα αμέσως τη απάντηση στον ντον Πρέντου, όλα θα είχαν
+τελειώσει», σκεφτόταν με αίσθημα ανακούφισης και ονειρευόταν
+ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος. Να, ένα ακαθόριστο διάχυτο φως
+φωτίζει τριγύρω την πεδιάδα∙ είναι ένα λευκό δαχτυλίδι επάνω
+από έναν μαύρο κύκλο. Είναι η αυγή. Οι τυφλοί σηκώνονται,
+μπλέκουν τα δάχτυλά τους, σκύβουν μπροστά του και τον
+αναγκάζουν να καθίσει επάνω στα χέρια τους και να βάλει τα
+μπράτσα του γύρω από το λαιμό τους. Έτσι τον ανασηκώνουν, τον
+παίρνουν μακριά, τραγουδώντας, όπως κάνουν τα παιδιά όταν
+παίζουν.
+
+Γελούσε: δεν ήταν ποτέ τόσο ευτυχισμένος. Στο βάθος όμως, στη
+σκοτεινή κουζίνα, η ντόνα Έστερ και η ντόνα Νοέμι δε
+μετακινήθηκαν από τον πάγκο. Και να, εκείνος αισθανόταν
+υποταγή στη μια και φόβο για τη άλλη. Έκλεισε τότε τα μάτια
+και προσποιήθηκε ότι ήταν κι εκείνος τυφλός. Και πήγαιναν
+έτσι και οι τρεις, εδώ κι εκεί, επάνω σ’ ένα μαλακό έδαφος,
+ψέλνοντας δοξαστικούς ύμνους για το Άγιο Πνεύμα. Ένα χέρι
+όμως άρπαξε από πίσω το καπότο του και σταμάτησε την ομάδα.
+«Κοιμόσουν κιόλας, Έφις; Κάνε υπομονή. Η Έστερ μου είπε ότι
+θα φύγεις αύριο το πρωί νωρίς και κατέβηκα.»
+
+Πετάχτηκε επάνω και ανακάθισε στην ψάθα, στα πόδια της, που
+στεκόταν όρθια, ακίνητη, μεγαλόσωμη με το φως στο χέρι. Ένας
+σκοτεινός κύκλος με ένα δαχτυλίδι φωτός τριγύρω, όπως το είχε
+ονειρευτεί, τους περιέβαλε.
+«Έπειτα, εγώ ήθελα να σου μιλήσω όταν θα ήσουν μόνος, Έφις. Η
+Έστερ μερικά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Κι εσύ έπραξες
+άσχημα να φλυαρήσεις μαζί της: ούτε εσύ καταλαβαίνεις.»
+
+Εκείνος σιωπούσε. Καταλάβαινε, σίγουρα, αλλά έπρεπε να σιωπά
+και να προσποιείται όπως ένας σκλάβος.
+«Δεν καταλαβαίνεις και γι’ αυτό μιλάς πάρα πολύ, Έφις! Εάν
+εσύ εκείνη την ημέρα μου έφερνες μόνο τα προξενιά, χωρίς να
+μου δώσεις συμβουλές, θα ήταν καλύτερα. Αντί γι’ αυτό είπες
+ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Τώρα θέλω μόνο να μάθω εάν είναι
+αλήθεια ότι εσύ δεν είπες τίποτε από αυτά που κουβεντιάσαμε
+στον ντον Πρέντου.»
+«Τίποτα, ντόνα Νοέμι μου!»
+«Κάτι ακόμη θέλω να σε ρωτήσω, Έφις, αλλά πρέπει να μου πεις
+την αλήθεια. Εσύ…» δίστασε για λίγο, έπειτα ανέβασε τη φωνή,
+«μίλησες γι’ αυτό με τον Τζατσίντο; Πες μου την αλήθεια.»
+«Όχι», είπε ψέματα με σταθερή φωνή: «σας ορκίζομαι, δεν
+μίλησα γι’ αυτό».
+«Πιστεύεις τότε πως του το είπε ο ντον Πρέντου;»
+«Έτσι πιστεύω, ντόνα Νοέμι μου.»
+«Κάτι ακόμη. Πες μου, γιατί έφυγες;»
+«Δεν ξέρω. Αυτό σκεφτόμουν την ώρα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος.
+Σκεφτόμουν ότι ο Κύριος ήταν εκείνος που μ’ έκανε να φύγω.
+Φοβόμουν και ντρεπόμουν να παρουσιαστώ στον ντον Πρέντου μ’
+εκείνη την απάντηση. Ναι, ντόνα Νοέμι, επειδή ο ντον Πρέντου
+με είχε πάρει στην υπηρεσία του μόνο και μόνο γι’ αυτό το
+σκοπό, το ξέρω. Σας αγαπούσε και ήθελε να είμαι εγώ ο
+ενδιάμεσος. Όταν, λοιπόν, εσείς είπατε όχι, όχι, εγώ έφυγα…»
+
+Η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά με ένα γέλιο ελαφρύ, τελείως
+διαφορετικό από το προηγούμενο μοχθηρό γέλιο. Φανέρωνε
+συμπόνια για τον Έφις, συμπόνια για τον ντον Πρέντου, αλλά
+και ικανοποίηση και γλυκύτητα. Ποτέ, ποτέ ο Έφις δεν την είχε
+ακούσει να γελά έτσι. Κι όμως, θυμόταν εκείνο το γέλιο,
+εκείνο το πρόσωπο σκυμμένο επάνω του, εκείνη τη σκιά κι
+εκείνο το τρεμάμενο φως τριγύρω, και η καρδιά του χτυπούσε,
+χτυπούσε και πήγαινε να σπάσει.
+
+Η Λία, όπως ήταν τη νύχτα της φυγής, στεκόταν μπροστά του.
+«Κάτι ακόμη και τελειώσαμε. Άκου, πιστεύεις πραγματικά ότι ο
+Τζατσίντο θα παντρευτεί την Γκριζέντα;»
+«Ναι, είναι σίγουρο»
+«Πότε θα παντρευτούν;»
+«Πριν από τα Χριστούγεννα.»
+
+Εκείνη χαμήλωσε το φως, σαν να ήθελε να δει καλύτερα το
+πρόσωπό του κι έτσι φώτισε καλά το δικό της. Πόσο χλωμή ήταν
+και πόσο νεανικό και ταυτόχρονα γερασμένο ήταν το πρόσωπο
+της!
+
+Η περηφάνια, το πάθος, η επιθυμία να γκρεμίσει την παλιά,
+άθλια ζωή της και με τα συντρίμμια να ξαναχτίσει μια άλλη,
+καινούργια και δυνατή, όλα αυτά έλαμπαν φλογερά μέσα στα
+μάτια της.
+«Άκουσέ με, Έφις», είπε τραβώντας πάλι το φως, «να πεις,
+λοιπόν, στον Πρέντου ότι τον θέλω, αλλά ότι πρέπει να
+παντρευτούμε γρήγορα, πριν από εκείνους τους δυο.»
+
+
+Κεφάλαιο δέκατο έβδομο
+
+Ο Έφις βρισκόταν πάλι εκεί πάνω, στο κτηματάκι. Αφού είχε
+τελειώσει ο καιρός της παραγωγής και είχε γίνει και η
+συγκομιδή των καρπών, ο Τσουαναντόνι, στον οποίο το αφεντικό
+είχε αναθέσει τη βόσκηση ενός κοπαδιού προβάτων στα
+βουρλοτόπια γύρω από το χωριό, έφυγε ικανοποιημένος.
+
+Να τος λοιπόν πάλι ο Έφις καθισμένος στη συνηθισμένη του θέση
+μπροστά στο καλύβι, κάτω από το γλαυκό φρύδι του καλαμιώνα. Ο
+ουρανός είναι κόκκινος, ψηλά επάνω από το λευκό λόφο. Περνάει
+ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν.
+«Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι
+ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και
+άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα αλλά θα λυγίσει αύριο και
+μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι;»
+
+Εκείνος έπλεκε μια ψάθα και προσευχόταν. Κάθε τόσο ένας
+δυνατός πόνος στο πλευρό τον έκανε να πετιέται με το κορμί
+ίσιο και άκαμπτο σαν κάποιος να του έχωνε ένα σιδερένιο
+πάσαλο στα νεφρά∙ διπλωνόταν πάλι, ωχρός και τρέμοντας,
+ακριβώς σαν ένα καλάμι στον άνεμο∙ αλλά μετά τον σπασμό
+ένοιωθε μεγάλη αδυναμία, έντονη ευφορία, επειδή ήλπιζε να
+πεθάνει γρήγορα. Η μέρα του είχε τελειώσει.
+
+Όσο μπορούσε ν’ αντέξει έμενε εκεί πάνω, κολλημένος στη γη
+που του είχε ρουφήξει όλη την ικμάδα και όλα του τα δάκρια.
+
+Το φθινόπωρο προχωρούσε με τις γλυκές μέρες του Οκτώβρη, με
+τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη. Τα βουνά απέναντι και στο βάθος
+της κοιλάδας έμοιαζαν με ηφαίστεια: σύννεφα καπνού αυλακωμένα
+από ωχρές φλόγες κι έπειτα πίδακες γαλαζωπής λάβας και στήλες
+φωτιάς ανέβαιναν πέρα μακριά, από τη θάλασσα.
+
+Προς το βράδυ ο ουρανός ξεκαθάριζε, όλο το ασήμι των ορυχείων
+του κόσμου μαζευόταν σε μπλοκ και σε σωρούς στον ορίζοντα∙
+αόρατοι εργάτες το δούλευαν, έχτιζαν σπίτια, κτίρια,
+ολόκληρες πολιτείες, κι αμέσως μετά τα χαλούσαν και ερείπια,
+ερείπια άσπριζαν τότε μες στο δειλινό, σκεπασμένα με χρυσή
+βλάστηση, με ροδόχρωμους θάμνους∙ περνούσαν κοπάδια από
+γκρίζα και μαύρα άλογα, ένα σημάδι κίτρινο έλαμπε πίσω από
+ένα διαλυμένο κάστρο και έμοιαζε να είναι η φωτιά κάποιου
+ερημίτη ή κάποιου ληστή που είχε καταφύγει εκεί πάνω: ήταν το
+φεγγάρι που έβγαινε.
+
+Σιγά σιγά το φως του φώτιζε όλο το μυστηριώδες τοπίο και όπως
+στο άγγιγμα ενός μαγικού δακτύλου, εξαφανίζονταν όλα. Μια
+γαλάζια λίμνη πλημμύριζε τον ορίζοντα και η καθάρια και κρύα
+φθινοπωρινή νύχτα, με τα μεγάλα αστέρια της στον ουρανό και
+με τις μακρινές φωτιές στη γη, απλωνόταν από τα βουνά προς τη
+θάλασσα. Μες στη σιγαλιά ο χείμαρρος έρεε, σαν να ήταν το
+αίμα της αποκοιμισμένης κοιλάδας. Και ο Έφις ένιωθε να τον
+πλησιάζει ο θάνατος, σιγά σιγά, σαν ν’ ανέβαινε σιωπηλός το
+μονοπάτι συνοδευόμενος από μια ακολουθία περιπλανώμενων
+πνευμάτων, από τον ήχο του κόπανου κάτω στο ποτάμι των πάνας,
+από το ελαφρό φτερούγισμα των αθώων ψυχών που είχαν
+μεταβληθεί σε φύλλα, σε λουλούδια…
+
+Μια νύχτα βρισκόταν σε νάρκη μέσα στην καλύβα όταν ξύπνησε
+απότομα σαν να τον τράνταξε κάποιος.
+
+Του φάνηκε πως μια μυστηριώδης ύπαρξη έπεσε απάνω του,
+ψαχουλεύοντας τα σωθικά του μ’ ένα μαχαίρι, και πως όλο το
+αίμα ανάβλυσε από το κατακρεουργημένο σώμα του,
+πλημμυρίζοντας την ψάθα, βρέχοντάς του τα μαλλιά, το πρόσωπο,
+τα χέρια.
+
+Άρχισε να φωνάζει σα να τον σκότωναν στ’ αλήθεια, αλλά μέσα
+στη νύχτα μόνο ο ψίθυρος του νερού απαντούσε.
+
+Τότε φοβήθηκε και σκέφτηκε να γυρίσει στο χωριό, αλλά για
+πολλή ώρα τη νύχτα δεν μπορούσε να κινηθεί, αδύναμος, σαν να
+είχε χάσει αίμα. Κρύος ιδρώτας του έλουζε όλο το κορμί.
+
+Την αυγή ξεκίνησε. Αντίο, αυτή τη φορά έφευγε στ’ αλήθεια και
+τακτοποίησε όλα τα πράγματα μέσα στην καλύβα: τα αγροτικά
+εργαλεία στο βάθος, την ψάθα τυλιγμένη στο πλάι, τη χύτρα
+αναποδογυρισμένη επάνω στη σανίδα, το δεμάτι με τα βούρλα στη
+γωνία, την εστία σκουπισμένη: όλα σε τάξη, όπως αρμόζει σ’
+έναν καλό υπηρέτη που φεύγει και λογαριάζει την καλή γνώμη
+που θα σχηματίσει ο αντικαταστάτης του.
+
+Πήρε μαζί του το δισάκι, έκοψε ένα γιασεμί από την αιμασιά
+και έφερε ένα γύρο για να ρίξει μια ματιά. Όλη η κοιλάδα του
+φάνηκε λευκή και γλυκιά σαν το γιασεμί.
+
+Όλα ήταν σιωπηλά: τα φαντάσματα είχαν αποτραβηχτεί πίσω από
+τα πέπλο της αυγής, ακόμη και το νερό μουρμούριζε πιο σιγαλά
+σαν να ήθελε ν’ αφήσει ν’ αντηχήσει καλύτερα το βήμα του Έφις
+στο μονοπάτι. Μόνο τα φύλλα από τα καλάμια κουνιόντουσαν πάνω
+στο φρύδι, ίσια, δύσκαμπτα σαν σπαθιά που ακονίζονταν πάνω
+στο μέταλλο του ουρανού.
+«Έφις αντίο, Έφις αντίο».
+
+Επέστρεψε στις κυράδες του και ξάπλωσε στην ψάθα.
+«Έκανες καλά που ήρθες εδώ», είπε η ντόνα Έστερ σκεπάζοντάς
+τον με ένα χράμι και η Νοέμι έσκυψε κι εκείνη, του πήρε το
+σφυγμό, του έπιασε το μπράτσο προσπαθώντας να τον πείσει να
+μπει στο κρεβάτι.
+«Αφήστε με εδώ, ντόνα Νοέμι μου», βογκούσε χαμογελώντας, αλλά
+τα μάτια του ήταν απλανή σαν εκείνα ενός τυφλού, σκεπασμένα
+ήδη με τον πέπλο του θανάτου. «Εδώ είναι η θέση μου.»
+
+Αργότερα ένας νέος παροξυσμός του πόνου τον έκανε να διπλωθεί
+στα δυο και να μελανιάσει και ενώ οι κυράδες του έστελναν να
+φωνάξουν το γιατρό εκείνος άρχισε να παραληρεί.
+
+Η κουζίνα γέμιζε με φαντάσματα και το τρομερό ον, που δεν
+έπαυε να τον χτυπά, του φώναξε στο αυτί:
+«Εξομολογήσου! Εξομολογήσου!»
+
+Η ντόνα Έστερ γονάτισε κι αυτή μπροστά στην ψάθα
+ψιθυρίζοντας:
+«Έφις, ψυχή μου, θέλεις να φωνάξουμε τον παπα-Πασκάλε; Θα σου
+διαβάσει το Ευαγγέλιο κι αυτό θα σε ανακουφίσει…»
+
+Ο Έφις όμως την κοίταζε με ακίνητο το βλέμμα, με τα μάτια
+ανέκφραστα στο μελανό του πρόσωπο που γυάλιζε από σταγόνες
+ιδρώτα. Ο τρόμος του τέλους τον έπνιγε, φοβόταν μήπως η ψυχή
+του εγκαταλείψει ξαφνικά το σώμα, όπως είχε κι εκείνος
+εγκαταλείψει το σπίτι των κυράδων του, και εξορισμένη από τον
+κόσμο των μακάρων αρχίσει να περιπλανιέται, ανήσυχη και
+κολασμένη, με τα φαντάσματα της κοιλάδας. Ωστόσο απάντησε
+όχι, όχι. Δεν ήθελε τον παπά: περισσότερο και από τον θάνατο
+και τη θεία καταδίκη, φοβόταν ν’ αποκαλύψει το μυστικό του.
+
+Να, έρχεται και ο ντον Πρέντου, κάθεται κοντά στην ψάθα και
+αρχίζει τα αστεία. Είναι χαρούμενος, ο ντον Πρέντου∙
+ξαναπάχυνε και η χρυσή αλυσίδα δεν κρέμεται πια τόσο στο
+μαύρο του γιλέκο.
+«Γιατί γύρισες εδώ, βλάκα; Εάν ερχόσουν στο σπίτι μου θα σου
+έπεφτε άσχημα; Είσαι σαν το γάτο που επιστρέφει και αν ακόμη
+τον απομακρύνουν κλεισμένο μέσα σ’ ένα σάκο. Άντε, πάμε∙ θα
+σε βάλω στο κρεβάτι της Στεφάνα.»
+
+Και η Νοέμι, σκυμμένη με μια γαβάθα που αχνίζει στο χέρι, ενώ
+του σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο, προσπαθεί να
+μιμηθεί το χοντρό αρραβωνιαστικό της.
+«Έλα πιες. Τι, θέλεις να πεθάνεις μαγκούφης;»
+«Λοιπόν», είπε ο Έφις ανασηκώνοντας το κεφάλι, αρνούμενος
+όμως το ζωμό, «φεύγουμε…»
+«Μα τι λες; Θέλεις να ξαναφύγεις; Τι σουρτούκης!»
+«Ε, τι κάνεις; Πάμε στη Στεφάνα, που σου έχει φυλάξει ένα
+ρόδι… Άντε, αγόρι μου!»
+
+Ο Έφις όμως ακούμπησε πάλι το κεφάλι κάτω κι έκλεισε τα
+μάτια, όχι γιατί τον πρόσβαλαν τ’ αστεία των αφεντικών του,
+αλλά γιατί αισθανόταν πολύ μακριά από εκείνους, από όλους.
+Μακριά, όλο και πιο μακριά, αλλά μ’ ένα βάρος να τον
+πλακώνει, μ’ ένα φορτίο που δεν του επέτρεπε να πάει παραπέρα
+ή να γυρίσει πίσω. Ήταν χειρότερα από τότε που έσερνε μαζί
+του τους τυφλούς.
+
+Τελικά ήρθε και ο γιατρός. Τον ψηλάφισε ολόκληρο, χτύπησε τα
+δάχτυλά επάνω στην κοιλιά του που ήταν σκληρή σαν τύμπανο,
+τον γύρισε, τον ξαναγύρισε και έριξε επάνω του το χράμι σαν
+σε ζύμη που ανεβαίνει.
+«Το συκώτι μάς κάνει άσχημα αστεία. Πρέπει να πας στο
+κρεβάτι, Έφις.»
+
+Ο άρρωστος σήκωσε το δείχτη νεύοντας όχι.
+«Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω, αφήστε με να πεθάνω σαν υπηρέτης.»
+«Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά»,
+είπε η ντόνα Έστερ και ο ντον Πρέντου έσκυψε και έκανε να τον
+σηκώσει στην αγκαλιά του.
+«Πάψε, χαζέ. Πάψε!»
+
+Ο Έφις όμως άρχισε να βογκάει και τρανταζόταν αδύναμα σαν ένα
+λαβωμένο πουλί που προσπαθεί ακόμη να πετάξει.
+«Θέλετε να με πεθάνετε πριν την ώρα μου…»
+
+Τότε ο γιατρός έκανε νόημα με το χέρι και το κεφάλι
+σηκώνοντας τα μάτια στον ουρανό και ο ντον Πρέντου ακούμπησε
+πάλι κάτω τον άρρωστο, τον ξανασκέπασε και δεν αστειεύτηκε
+πια.
+
+Κι έτσι τον άφησαν. Και οι ώρες και οι μέρες περνούσαν και ο
+Έφις μέσα στις παραισθήσεις του ονειρευόταν ότι περπατούσε,
+περπατούσε με τους τυφλούς μέσα από τις κοιλάδες και τα
+βοσκοτόπια του οροπεδίου, και ονειρευόταν τα πανηγύρια, τα
+χρήματα που έπεφταν μπροστά του, τις φιλάνθρωπες γυναίκες, τα
+όμορφα παλικάρια επάνω στα ατίθασα άλογα που έτρεχαν στην
+πλαγιά του Βουνού και που από μακριά του έριχναν νομίσματα
+και προσβολές.
+
+Ψηλοί όμως τοίχοι, καπνισμένοι, με κόκκινες κηλίδες από
+χαλκό, με έναν πάγκο στο βάθος, περιέβαλαν πάντα τον
+ορίζοντα. Δεν μπορούσε κανείς να περάσει από την άλλη μεριά,
+εκείνος όμως ήταν ανάγκη να περάσει από την άλλη, για να
+ελευθερωθεί από το βάρος του, για να γιατρευτεί από τον πόνο
+του.
+
+Δυο φορές η Νοέμι τον βρήκε όρθιο, να προσπαθεί να βγει έξω
+από την αυλή. Πήραν το κλειδί από την εξώπορτα.
+
+Η ντόνα Έστερ έσκυβε επάνω του, τακτοποιούσε το μαξιλάρι του,
+την κουβέρτα επάνω του, του έλεγχε το σφυγμό του.
+«Έφις, ο Ρετόρος θα έρθει να σ’ επισκεφθεί.»
+
+Εκείνος σήκωνε το δείχτη, κάνοντας νόημα πως όχι, με τα μάτια
+κλειστά.
+
+Τις πρώτες μέρες κάποιοι ζήτησαν να τον επισκεφθούν, αλλά η
+Νοέμι μισάνοιγε την εξώπορτα και τους έδιωχνε όλους. Εκείνος,
+μέσα, άκουγε. Το ότι ο κόσμος τον θυμόταν, ενώ εκείνος
+βρισκόταν τόσο μακριά, στην άκρη του κόσμου, τον εξέπληττε
+και τον αναστάτωνε.
+«Ποιος με γύρευε πριν από λίγο;», ρώτησε ένα πρωί την ντόνα
+Έστερ.
+«Θα πρέπει να ήταν ο Τσουαναντόνι.»
+«Εάν ξαναέρθει, ντόνα Έστερ μου, κάντε μου την χάρη να τον
+αφήστε να μπει… Καλά είναι ν’ αρχίσουν οι αποχαιρετισμοί….»
+«Μα τι λες, Έφις! Γιατί σου έχει καρφωθεί αυτή η ιδέα στο
+μυαλό; Γιατί δεν θέλεις να έρθει ο Ρετόρος; Θα σου διάβαζε το
+Ευαγγέλιο και δεν θα φοβόσουν πια μην πεθάνεις…»
+
+Εκείνος δεν απάντησε. Όχι, δεν μπορούσαν να τον κοροϊδέψουν.
+Η ώρα όμως δεν είχε φτάσει ακόμη κι εκείνος γαντζωνόταν από
+τη ζωή μόνο και μόνο επειδή φοβόταν μην αφήσει το κουφάρι του
+στο σπίτι των κυράδων του.
+
+Γύρω του η ζωή έπαιρνε μια νέα όψη: ένα κύμα χαράς έμοιαζε να
+πλημμυρίζει το σπίτι όταν ερχόταν ο ντον Πρέντου: ήταν τα
+δειλά γέλια της ντόνα Έστερ, οι κουβέντες των
+αρραβωνιασμένων, τα σχέδια, οι φλυαρίες, οι ξαφνικές σιωπές
+από σεβασμό προς τον άρρωστο.
+
+Τότε εκείνος ένιωθε πως τους ήταν εμπόδιο και επιθυμούσε να
+φύγει.
+
+Ένα πρωί η ντόνα Έστερ, που κοιμόταν στο δωμάτιο του ισογείου
+για να τον προσέχει, σηκώθηκε νωρίς, τακτοποίησε τα πράγματα
+παραμιλώντας χαμηλόφωνα, και σκύβοντας για να του δώσει να
+πιεί μια μικρή κούπα γάλα του είπε:
+«Άντε, Έφις, να είσαι χαρούμενος! Σήμερα ο Πρέντου θα ορίσει
+τη μέρα του γάμου. Είσαι ευχαριστημένος;»
+
+Εκείνος έκανε νόημα πως ναι, έπειτα σκέπασε το κεφάλι με το
+χράμι και εκεί κάτω του φαινόταν πως ήταν κιόλας νεκρός,
+αλλά, παρόλα αυτά, χαρούμενος για την καλή τύχη των κυράδων
+του.
+
+Και η Νοέμι σηκώθηκε νωρίς. Κουβέντιαζε με την αδελφή της και
+έλεγε με καμάρι:
+«Γιατί τη μέρα πρέπει να την ορίσει εκείνος κι όχι εγώ; Εγώ
+δεν είμαι καμιά χωριάτισσα για ν’ ακολουθώ τα έθιμα».
+«Τι ανυπομονησία σ’ έχει πιάσει; Η αγγελία έγινε και σήμερα
+θα συζητήσουμε για τα υπόλοιπα.»
+
+Η Νοέμι ήταν ταραγμένη και ο Έφις την άκουγε που
+πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι, ελαφροπατώντας αλλά ανήσυχη.
+Τελικά κάθισε πλάι στην είσοδο για να ράψει σιωπηλή και όταν
+ήρθε ο ντον Πρέντου μετακίνησε το κάθισμα και παραμέρισε το
+πανί της για να του ελευθερώσει το πέρασμα, αλλά σήκωσε μόλις
+το πρόσωπο για να τον κοιτάξει και απάντησε με ένα ελαφρό
+νεύμα του κεφαλιού στο χαιρετισμό του. Αμέσως η ντόνα Έστερ
+κατέβηκε τις σκάλες δένοντας το μαντήλι της, έτοιμη να κάνει
+το διερμηνέα στους δυο αρραβωνιασμένους, ανάμεσα στους
+οποίους συχνά δημιουργούνταν παρεξηγήσεις επειδή η Νοέμι
+προσβαλλόταν με το παραμικρό και τα έπαιρνε όλα στραβά παρά
+την καλή θέληση του ντον Πρέντου.
+
+Στην αρχή, μόλις μπήκε ο ντον Πρέντου, πλησίασε τον Έφις και
+τον κοίταξε από ψηλά.
+«Πώς πάει; Καλά, μου φαίνεται. Έλα να σηκωθούμε, άντε!»
+
+Ο Έφις σήκωσε τα αδιάφορα, βαθουλωμένα μάτια του και, μόλις ο
+ντον Πρέντου έσκυψε να τον αγγίξει, άπλωσε το χέρι σαν να
+ήθελε να σπρώξει το δυνατό κορμί που άγγιζε το δικό του που
+βρισκόταν σε διάλυση.
+«Φύγετε, φύγετε…»
+
+Και ο ντον Πρέντου πήγε να καθίσει κοντά στην αρραβωνιαστικιά
+του.
+«Πώς είναι η διάθεσή μας σήμερα;»
+«Σταμάτα, Πρέντου, μην τραβάς το πανί, με τρυπάει η βελόνα….»
+«Αυτό θέλω κι εγώ!»
+«Πρέντου άσε με∙ κάνεις σαν μικρό παιδί!»
+«Εσύ φταις που μου έκανες μάγια για να ξεμωραθώ…»
+«Πρέντου! Σταμάτα!»
+«Ξέρεις τι λέει η φιλοσοφίνα η Στεφάνα; Λέει πως τώρα έκανες
+ανάποδα τα μάγια: πρώτα για να αδυνατίσω, τώρα για να
+παχύνω…»
+«Αστειεύεσαι Πρέντου, οι υπηρέτριές σου όμως είναι
+γλωσσούδες.»
+«Μα είναι φανερό ότι παχαίνω. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να
+λυθούν τα μάγια…»
+
+Η ντόνα Έστερ ακούμπησε στο κάθισμα της Νοέμι και κοίταξε τον
+ξάδελφο χωρίς να μιλά, περιμένοντας. Εκείνος σήκωσε πράγματι
+το βλέμμα επάνω της, χτύπησε με τα χέρια τα γόνατά του και
+είπε:
+«Λοιπόν, πότε λέτε να τη σπάσουμε αυτή την αλυσίδα;»
+«Από εσένα εξαρτάται, Πρέντου, ν’ αποφασίσεις.»
+
+Η Νοέμι έραβε∙ σήκωσε κι εκείνη το πρόσωπο, τα μάτια της
+έλαμπαν, αλλά αμέσως τα χαμήλωσε και δεν είπε λέξη.
+«Έστερ, εγώ λέω ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα.»
+«Ωραία, ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα.»
+«Νομίζεις ότι θα είναι όλα έτοιμα στα μισά του μήνα;»
+
+‘Όλα θα είναι έτοιμα, Πρέντου»
+«Εντάξει τότε.»
+
+Σιωπή: η Νοέμι έραβε, η ντόνα Έστερ την κοίταζε επάνω από τον
+ώμο. Τελικά ο ντον Πρέντου ρώτησε σχεδόν δειλά:
+«Κι εσύ τι λες;»
+«Για τι πράγμα μιλάτε;»
+«Νοέμι!», διαμαρτυρήθηκε η ντόνα Έστερ, αλλά ο
+αρραβωνιαστικός τής έκανε νόημα να σωπάσει και ξανάρχισε να
+τραβά το ύφασμα από τα γόνατα της μνηστής του.
+«Για τα μάγια μιλάμε! Να τα διαλύσουμε πριν παχύνω
+υπερβολικά. Πώς θα τα διαλύσουμε, λες εσύ; Έτσι, να έτσι!
+Στην υγειά εκείνου που μας βλέπει.»
+
+Και ανάμεσα στα κάπως βεβιασμένα γέλια της ντόνα Έστερ και
+τις διαμαρτυρίες της Νοέμι, που εκείνος την κρατούσε ακίνητη
+από τους ώμους, ακούστηκε ένα ηχηρό φιλί.
+«Πόσο είμαι ευχαριστημένος! Τώρα μπορώ να πεθάνω», σκαφτόταν
+ο Έφις κάτω από το χράμι, είχε όμως την εντύπωση ότι δεν
+μπορούσε να φύγει, ότι δεν μπορούσε να βγει από εκείνο τον
+κύκλο των τοίχων που τον περιέβαλε.
+
+Ο ντον Πρέντου έμεινε εκεί όλη την ημέρα, καλεσμένος σε γεύμα
+από τις ξαδέλφες του. Μιλούσε, γελούσε, κορόιδευε πάλι τους
+άλλους∙ κάθε τόσο όμως σιωπούσε και για τον λόγο ότι η Νοέμι
+ασχολιόταν λίγο μαζί του. Μια βαριά σιωπή πλάκωνε τότε τον
+Έφις, κι εκείνος καταλάβαινε ότι τους ήταν εμπόδιο, ότι
+γινόταν βάρος και έδινε στενοχώρια στις γυναίκες αλλά και
+στον ίδιο τον ντον Πρέντου.
+
+Έπρεπε να φύγει, ν’ αφήσει ελεύθερους τους αρραβωνιασμένους
+ν’ αγαπηθούν, ν’ αστειευτούν, χωρίς να έχουν μπροστά τους την
+εικόνα του θανάτου.
+
+Και ξαφνικά, εκεί μες στο σκοτάδι, κάτω από το χράμι, του
+φάνηκε πως κατάλαβε γιατί δεν μπορούσε να φύγει. Υπήρχε κάτι
+που τον κρατούσε ακόμη μέσα στο σπίτι των αφεντικών του, σαν
+ένας ανεξόφλητος λογαριασμός, που έπρεπε να ξεχρεωθεί.
+
+Και όταν η ντόνα Έστερ έσκυψε απάνω του, πιστεύοντας πως
+αποκοιμήθηκε και σήκωσε ελαφρά τη άκρη από το χράμι, τον είδε
+να έχει ορθάνοιχτα τα μάτια, το πρόσωπο του να είναι κόκκινο
+και τα χείλη του να τρέμουν.
+« Έφις, τι έχεις;»
+
+Της έκανε νόημα με τα βλέφαρα να πλησιάσει περισσότερο και
+της ψιθύρισε με αδύνατη φωνή:
+«Ντόνα Έστερ μου, παρακαλώ, φωνάξτε, εάν θέλετε, τον παπα-
+Πασκάλε.»
+
+Μετά την εξομολόγηση δεν ξαναμίλησε, δεν ξαναπαραπονέθηκε.
+
+Έμενε με σκεπασμένο το κεφάλι, αλλά η ντόνα Έστερ κάθε φορά
+που ανασήκωνε το χράμι έβλεπε το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο
+όλο και πιο μικρό, μελανό, ζαρωμένο σαν ξερό δαμάσκηνο. Ένα
+βράδυ άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε με εκείνο το έντρομο
+βλέμμα του που της προκαλούσε τόση λύπη και ψιθύρισε σχεδόν
+χωρίς φωνή πια:
+«Είναι μακρύς, ντόνα Έστερ μου! Πρέπει να κάνουμε υπομονή.»
+«Ποιος είναι μακρύς, Έφις;»
+«Ο δρόμος… Πού να φτάσουμε στο τέρμα!»
+
+Του φαινόταν πράγματι ότι περπατούσε συνέχεια. Ανέβαινε ένα
+βουνό, διέσχιζε ένα βοσκοτόπι, αλλά φτάνοντας στην άκρη του
+να σου ένα άλλο βουνό, μια άλλη πεδιάδα και στο βάθος η
+θάλασσα. Τώρα όμως περπατούσε ήρεμος και το μόνο που τον
+στενοχωρούσε ήταν το ότι δεν έφτανε στο τέρμα για να
+απαλλάξει από την παρουσία του σώματός του το σπίτι των
+κυράδων του. Μια μέρα όμως, ή μήπως ήταν νύχτα – δεν είχε πια
+την αίσθηση του χρόνου – του φάνηκε πως είχε φτάσει στο
+τοιχάκι του φράχτη στο μικρό κτήμα, ψηλά στο φρύδι με τα
+καλάμια και πως είχε ξαπλώσει βαρύς επάνω στις πέτρες. Τα
+καλάμια θρόιζαν σκύβοντας μέχρις αυτόν για να τον αγγίξουν,
+για να τον γλείψουν με τα φύλλα τους που είχαν κάτι το
+ζωντανό, σα δάχτυλα, σα γλώσσες. Και του μιλούσαν, και ένα
+του τσιμπούσε το αφτί για ν’ ακούει καλύτερα: ήταν ένα
+μυστηριώδες μουρμούρισμα που επαναλάμβανε τον ψίθυρο των
+φαντασμάτων της κοιλάδας, τη φωνή του ποταμού, την ψαλμωδία
+των προσκυνητών, τον χτύπο του Μύλου, τους αναστεναγμούς του
+ακορντεόν του Τσουαναντόνι. Εκείνος άκουγε, γαντζωμένος
+μπρούμυτα στο τοιχάκι και από τη μια μεριά έβλεπε την κουζίνα
+των κυράδων του και από την άλλη μια ομιχλώδη έκταση, όπως
+επάνω από το Βουνό Γκονάρε.
+
+Η ντόνα Έστερ ανέβαινε από την κοιλάδα με το πρόσωπο
+σκεπασμένο από μια μαύρη φτερούγα. Ανασήκωνε τη φτερούγα,
+έδειχνε το μελαχρινό πρόσωπό της, πονεμένο, στα μάτια της
+ζωγραφισμένη η λύπη, αλλά αποτραβιόταν από το τοιχάκι σαν να
+φοβόταν μην πέσει. Και να άλλες φιγούρες που ανέβαιναν κι
+αυτές, όλες με το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από μια μαύρη
+φτερούγα, και όλες πλησίαζαν, αλλά αμέσως οπισθοχωρούσαν
+τρομαγμένες από τον κίνδυνο μην γκρεμοτσακιστούν από την άλλη
+μεριά.
+
+Ο Έφις τις αναγνώριζε όλες αυτές τις φιγούρες, τις άκουγε που
+μιλούσαν, καταλάβαινε ότι ήταν ζωντανές και πραγματικές∙ και
+όμως είχε την εντύπωση ότι ονειρευόταν : ήταν φιγούρες του
+ονείρου της ζωής.
+
+Ήταν ο παπάς, ήταν ο Μιλέζος, ήταν ο Τσουαναντόνι, ήταν οι
+υπηρέτριες του ντον Πρέντου και ο ίδιος ο ντον Πρέντου και η
+Νοέμι. Μερικές φορές κάποιος από αυτούς έπαιρνε το θάρρος και
+προσπαθούσε να τον βοηθήσει, να τον κατεβάσει από το τοιχάκι,
+χωρίς να τα καταφέρνει.
+
+Και άρχισε να αισθάνεται άσχημα από την παρουσία τους.
+Έστρεψε το πρόσωπο προς τα πέρα και κοίταξε από την άλλη
+μεριά την ομιχλώδη κοιλάδα. Και να που άρχισε η ομίχλη να
+διαλύεται∙ κηλίδες χρυσαφένιων δασών έκαναν την εμφάνισή τους
+ανάμεσα σε γαλάζια ανοίγματα, και στο φρύδι της απότομης
+πλαγιάς, επάνω του μια ροδιά, σαν εκείνες που εξιστορούσε ο
+τυφλός, έγερνε τα κλαδιά της βαριά από τα κόκκινα φρούτα,
+ανοιγμένα, που άφηναν να πέφτουν οι μαργαριταρένιοι σπόροι
+τους.
+
+Αυτοί όμως που βρίσκονταν δώθε από το τοιχάκι δεν τον άφηναν
+ήσυχο να ατενίζει μια τέτοια ομορφιά. Εκείνος δεν έστρεφε
+πλέον το πρόσωπο προς αυτούς∙ μόνο μια μέρα ένα χέρι που
+ακούμπησε στον ώμο του και μια φωνή που τον καλούσε σιγά σιγά
+στο αυτί τον έκαναν να τιναχτεί. «Έφις! Έφις!»
+
+Το πρόσωπο του Τζατσίντο, τα γλυκά του μάτια, υγρά από
+συμπόνια ήταν καρφωμένα επάνω του. Ανάμεσα στις τόσες νεκρές
+φιγούρες εκείνη του φάνηκε η μόνη ζωντανή ακόμη, τόσο ζωντανή
+που τα ζεστά του χέρια είχαν τη δύναμη να τον ανασηκώσουν, να
+τον ξαναφέρουν κατ’ ευθείαν στον κόσμο των ζωντανών.
+
+Αυτό κράτησε όμως μια στιγμή μόνο, και να που την κάλυπτε και
+αυτή ένα πέπλο, έχανε τη δύναμή της, ξαναγινόταν φάντασμα και
+ο Έφις ένοιωσε πόνο, λες και ήταν ο Τζατσίντο που πέθαινε και
+όχι εκείνος.
+«Έφις, έλα, έλα! Τι κάνεις; Δε μου μιλάς; Για σένα έχω έρθει,
+ξέρεις. Είμαι εδώ. Δεν θέλανε να μ’ αφήσουν να μπω κι εγώ
+πήδησα τον τοίχο. Έλα, κοίταξέ με!»
+
+Εκείνος τον κοίταζε, αλλά δεν έβλεπε πια τα μάτια του.
+«Η θεία Νοέμι το ’σκασε αμέσως μόλις με είδε! Δε θα με
+συγχωρήσει ποτέ! Τι σου είπε; Πες μου. Ότι δε θέλει πια να με
+δει, ότι ορκίστηκε να μην ξαναπροφέρει το όνομα μου; Το ξέρω,
+αλλά δεν πειράζει. Είμαι ευχαριστημένος που παντρεύεται.
+Ξέρεις τι έγινε την τελευταία φορά που ήρθα; Εγώ της έλεγα:
+«Παντρευτείτε, θεία Νοέμι∙ ο θείος Πιέτρο είναι πλούσιος, σας
+αγαπά, θα σας κάνει ευτυχισμένη». Εκείνη με κοίταζε με
+περιφρόνηση κι εγώ καταλάβαινα καλά πως δεν θα το αποφάσιζε
+ποτέ. Λοιπόν Έφις, άκου – να μιλάμε χαμηλόφωνα, να μην μας
+ακούει – θυμήθηκα τη συμβουλή σου. Την κοίταξα καλά μέσα στα
+μάτια και της είπα: «Θεία Νοέμι, εγώ θα παντρευτώ την
+Γκριζέντα, επειδή μόνο η Γκριζέντα, φτωχή σαν κι εμένα, νέα
+και μόνη σαν κι εμένα, μπορεί να είναι η σύντροφός μου». Τότε
+η Νοέμι χλόμιασε σαν να ήταν νεκρή∙ φοβήθηκα και έφυγα.
+Έκλαιγα∙ σου το είπε; Έλα, Έφις, δεν με ακούς. Έλα! Να η θεία
+Έστερ. Δεν είναι αλήθεια, θεία Έστερ, ότι ο Έφις προσποιείται
+τον άρρωστο για να μην έρθει στο γάμο μου και στο γάμο της
+θείας Νοέμι και μας φέρει δώρα; Κι όμως, λένε πως έφερες
+χρήματα, όταν γύρισες από το ταξίδι σου…»
+
+Ο Έφις άκουγε τα λόγια και τα καταλάβαινε μάλιστα, αλλά ήταν
+χωρίς ήχο, σαν να ήταν λόγια γραμμένα.
+«Έλα, πες μου τουλάχιστον τι έχεις. Ούτε που πήγες δεν μου
+λες. Θυμάσαι τότε που ήρθες στο Μύλο και σε ρώτησα πού
+πήγαινες; Κι εσύ απάντησες: σ’ ένα ωραίο μέρος. Δεν το
+θυμάσαι; Άνοιξε τα μάτια, κοίταξέ με. Πού πήγες;…»
+
+Ο Έφις άρχισε πάλι να αισθάνεται άσχημα. Άνοιξε για μια
+στιγμή τα μάτια, τα ξανάκλεισε∙ ήταν κιόλας βαριά τα βλέφαρά
+του από τον ύπνο του θανάτου. Και τα λόγια του Τζατσίντο
+μπερδεύονταν, από την άλλη μεριά του μικρού τοίχου, με το
+θρόισμα των καλαμιών, με το μουρμούρισμα του αγέρα που περνά.
+
+Κι όμως, ξαφνικά φάνηκε να ανακτά τις δυνάμεις του και να
+ξαναζωντανεύει. Το βράδυ ένας βίαιος παροξυσμός της αρρώστιας
+του τον εξουθένωσε: ο πόνος τού πήρε τη μιλιά και την ακοή,
+είδε όμως τον ντον Πρέντου να κοιτάζει τη Νοέμι με
+δυσαρέσκεια, επειδή ο γάμος είχε οριστεί για την άλλη μέρα
+και εάν εκείνος πέθαινε θα έφερνε γρουσουζιά στους
+παντρεμένους ή θα τους ανάγκαζε να αναβάλουν για μιαν άλλη
+μέρα το γάμο. Τότε, μέσα στα σκοτάδια που τον τύλιγαν σαν να
+άναψε ένα μακρινό φως: η θέληση να παλέψει με το θάνατο.
+
+Ξεσκέπασε το πρόσωπό του και μίλησε.
+«Ντόνα Έστερ, είμαι καλύτερα. Δώστε μου να πιώ.»
+
+Έτρεξαν και οι δυο αδελφές και η Νοέμι η ίδια του ανασήκωσε
+το κεφάλι και του έδωσε να πιεί.
+«Μπράβο Έφις! Έτσι είναι καλά. Ξέρεις τι θα γίνει σήμερα;»
+
+Εκείνος ένευσε καταφατικά πίνοντας.
+«Είσαι ευχαριστημένος, έτσι δεν είναι Έφις; Πόσες φορές τη
+σκέφτηκες αυτή τη μέρα; Θα σου φαίνεται σαν όνειρο.»
+
+Εκείνος ένευε πως ναι, ναι: όλα ήταν, όλα είναι ένα όνειρο
+.
+Έπειτα τον άφησαν μόνο, επειδή η Νοέμι έπρεπε να ντυθεί∙ κι
+εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι και σαν να κρυφοκοίταξε τριγύρω
+συνεχίζοντας να κάνει νοήματα επιδοκιμασίας. Όλα πήγαιναν
+καλά∙ η γαμήλια τελετή θα γινόταν στο σπίτι του γαμπρού κι
+εδώ τίποτα δεν τάραζε την παλιά γαλήνη. Για αν μην ενοχλήσει
+η Νοέμι τον άρρωστο δεν καθάρισε ούτε την κουζίνα, όπως
+συνηθίζεται στους γάμους. Το σπίτι και η αυλή ήταν σιωπηλά, ο
+γάτος ήταν ακίνητος επάνω στον πάγκο, μαύρος με πράσινα μάτια
+σαν να ήταν η προσωποποίηση της μοναξιάς. Μέσα στην σιωπή
+ακουγόταν να τρίζει το σκοροφαγωμένο ξύλο του μπαλκονιού. Ο
+Έφις σηκώνοντας λίγο περισσότερο το κεφάλι ξαναείδε για
+τελευταία φορά το παλιό νεκροταφείο με τον κατεστραμμένο του
+τοίχο, τα χόρτα του και τα κόκαλα που ήταν σα λουλούδια
+
+Έξαφνα όμως μια φιγούρα φάνηκε στην πόρτα: ψιλή, λεπτή,
+φορώντας στενά ρούχα γκρενά με μαύρα λουλούδια, είχε ένα
+στεφάνι από τριαντάφυλλα στο κεφάλι κι εδώ κι εκεί στο
+πρόσωπο, στο σώμα, στα πόδια κάτι που έλαμπε: τα μάτια, τα
+κοσμήματα, τα παπούτσια…
+
+Κοίταξε με ορθάνοιχτα τα μάτια και αναγνώρισε τη Νοέμι, αλλά
+πίσω της, ταχτοποιώντας της τα τριαντάφυλλα στο καπέλο και
+τις πτυχές στο φόρεμα, στεκόταν η ντόνα Έστερ, που με τις
+άκριες από το σάλι της σαν μαύρες φτερούγες ριγμένες στους
+ώμους, του φάνηκε σαν να ήταν η σκιά της νύφης.
+«Καλά δεν είμαι έτσι;», ρώτησε η Νοέμι όρθια μπροστά του,
+διορθώνοντας τις μανσέτες της. «Δε νομίζεις πως είναι στενό
+αυτό το φόρεμα; Είναι της μόδας. Κοίτα τι όμορφο που είναι
+αυτό: είναι το δώρο του Πρέντου.»
+
+Έσκυψε, παρόλο που το φόρεμα ήταν στενό, και του έδειξε ένα
+σεντεφένιο ροζάριο με ένα μεγάλο χρυσό σταυρό.
+«Βλέπεις; Ήταν ο σταυρός ενός παλιού επισκόπου. Τον είχε η
+γιαγιά του Πρέντου που ήταν και δική μας γιαγιά κι έτσι θα
+μείνει στην οικογένεια. Ωραίος δεν είναι, ε; Κοίτα το Χριστό,
+λες και χαμογελάει, ενώ κυλούν τα δάκρια και το αίμα του….
+Και πίσω, κοίτα…»
+
+Ο Έφις κοίταζε σιωπηλός, ακίνητος, με τα μελανά και στεγνά
+του χέρια γαντζωμένα στην άκρη από το χράμι που τον σκέπαζε
+και έμοιαζε να ξεπροβάλει, νεκρός ήδη, από τον άλλο κόσμο για
+ν’ ατενίσει, για μια τελευταία φορά, την ευτυχία της κυράς
+του. Εκείνη όμως είπε, σκύβοντας ακόμη περισσότερο, με
+διπλωμένα τα γόνατα έτσι που το πρόσωπο της ν’ αγγίζει το
+δικό του πρόσωπο:
+«Βλέπεις τι δώρο, Έφις!»
+
+Και ήταν χλωμή μέσα στο γκρενά της φόρεμα, με τα μοχθηρά της
+μάτια γεμάτα δάκρια.
+
+Αλλά ο Έφις δεν ένοιωσε πόνο γι’ αυτό.
+«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος. Πρέπει να
+κλαίμε και να σωπαίνουμε…», είπε με μιαν ανάσα.
+
+Και αυτή ήταν η ευχή του.
+
+Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα δεν ξαναμίλησε. Του φαινόταν
+πως είχε γαντζωθεί στην άκρη από το χράμι για να μην πέσει
+από την άλλη μεριά και πως έβλεπε από πάνω από το τοιχάκι το
+θέαμα του κόσμου.
+
+Και να που έρχονται ο ντον Πρέντου με τους συγγενείς για να
+πάρουν τη νύφη. Μπαίνουν, κάθονται γύρω γύρω μες στην κουζίνα
+σαν φιγούρες ενός ονείρου, συγκεχυμένες, αλλά με τονισμένες
+κατά περίεργο τρόπο κάποιες λεπτομέρειές τους.
+
+Ο ντον Πρέντου ντυμένος στα μαύρα με μια καινούργια, στενή
+φορεσιά που τον αναγκάζει να βαριανασαίνει, αλλά ο Έφις δεν
+ξεχωρίζει το πρόσωπό του, ενώ βλέπει το σαρκαστικό στόμα του
+Μιλέζου, μακρύ, στενό, γεμάτο λες από συγκρατημένο γέλιο, και
+την εξογκωμένη κοιλιά μιας συγγένισσας των αδερφάδων Πιντόρ,
+εκείνης που θα συνοδεύσει τη νύφη, και δυο κεριά με ροζ
+κορδέλες που τα κρατούν δυο χλωμά χεράκια.
+
+Και όλοι τους είναι σοβαροί σαν να ήρθαν να πάρουν εκείνον,
+νεκρό, και όχι την κυρά, νύφη, και περπατούν σιγά για να μην
+τον ενοχλήσουν.
+
+Η ντόνα Έστερ, με λυμένο το σάλι ν’ ανεμίζει λίγο επάνω στους
+ώμους της, βάζει σε τάξη την πομπή: πρώτα τα μικρά παιδιά με
+τα μεγάλα κεριά στα χέρια, έπειτα η νύφη με τη συγγένισσά
+της, έπειτα ο γαμπρός με τους συγγενείς του, στο τέλος οι
+λίγοι καλεσμένοι με το Μιλέζο τελευταίο που έμοιαζε να
+περιγελά σιωπηλά όλους.
+«Τώρα θα μ’ αφήσουν μόνο», σκέφτεται ο Έφις με κάποια πίκρα.
+«Μόνο. Και είμαι εγώ εκείνος που τα σκάρωσε όλα!»
+
+Στην πόρτα η Νοέμι έστρεψε για να του κάνει αντίο με το χρυσό
+σταυρό. Αντίο. Κι εκείνος, όπως συνέβη και με τον Τζατσίντο,
+σχημάτισε την εντύπωση πως εκείνη ήταν που πέθαινε.
+
+Έβγαιναν όλοι, έφευγαν. Η ντόνα Έστερ έσκυψε απάνω του, σαν
+να ήθελε να τον σκεπάσει με τις μαύρες φτερούγες της.
+«Θα γυρίσω σύντομα, εγώ, μόλις τους συνοδεύσω. Πρέπει να
+πηγαίνω τώρα∙ να είσαι φρόνιμος και να μην το κουνήσεις από
+εδώ.»
+
+Ναι, έμενε ακίνητος στη θέση του, ακίνητος και μόνος.
+Ακουγόταν το ακορντεόν που έπαιζε ο Τσουαναντόνι προς τιμήν
+των νεόνυμφων κι εκείνος ξανάρχισε να θυμάται ένα σωρό
+πράγματα: το θόρυβο του Μύλου, επάνω στο Νούορο, τα σύννεφα
+επάνω από το Βουνό Γκονάρε, το θρόισμα των καλαμιών στο φρύδι
+του λόφου….
+«Έφις, θυμάσαι; Έφις, θυμάσαι;»
+
+Τι μεγάλη που έγινε η κουζίνα! Σκοτεινή και χλιαρή, με τους
+τοίχους της απομακρυσμένους, μ’ ένα φόντο μυστηριώδες σαν
+βοσκοτόπι τη νύχτα. Το αηδόνι τραγουδούσε, ο τυφλός έλεγε την
+ιστορία του χρυσού παλατιού του Βασιλιά Σολόμωντα.
+«…. όλα ήταν χρυσά, όπως στον κόσμο της αλήθειας∙ όλα ήταν
+καθαρά, αστραφτερά. Χρυσά ρόδια, χρυσά δοχεία, χρυσές ψάθες…»
+
+Κι εκείνος έβλεπε το σπίτι του ντον Πρέντου, με τις ροδιές
+γεμάτες φρούτα, τους φοίνικες, στα ψαθιά απλωμένα τσαμπιά
+σταφύλια και χρυσές κολοκύθες.
+«Η Νοέμι θα περάσει καλά… εκεί… θα τρώει καλά, θα παχύνει, θα
+δώσει λεφτά στην ντόνα Έστερ για να διορθώσει εδώ το
+μπαλκόνι. Θα περάσει καλά… Θα είναι σαν τη Βασίλισσα του
+Σαβά. Αλλά κι εκείνη, η Βασίλισσα του Σαβά, δεν ήταν
+ευχαριστημένη… Η Νοέμι θα τον βαρεθεί κι εκείνη το χρυσό
+σταυρό της και θα θελήσει να φύγει μακριά, όπως η Λία, όπως η
+Βασίλισσα του Σαβά, όπως όλοι…»
+
+Αυτό όμως δεν του έκανε καμία έκπληξη πια∙ να πάει κανείς
+μακριά, πρέπει να πάει κανείς μακριά, σε άλλα μέρη, όπου
+υπάρχουν πράγματα σπουδαιότερα από τα δικά μας.
+
+Κι εκείνος ετοιμαζότανε για εκεί.
+
+Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε το χράμι επάνω στο κεφάλι του.
+Και να που ξαναβρέθηκε επάνω στο τοιχάκι του μικρού κτήματος.
+Τα καλάμια μουρμούριζαν, η Λία και ο Τζατσίντο κάθονταν
+σιωπηλοί μπροστά στην καλύβα και κοίταζαν προς τη θάλασσα.
+
+Του φάνηκε πως αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά όμως τινάχτηκε, είχε την
+αίσθηση ότι γκρεμιζόταν από το τοιχάκι.
+
+Είχε πέσει από την άλλη μεριά, στην κοιλάδα του θανάτου.
+
+Η ντόνα Έστερ τον βρήκε έτσι, ήρεμο, ακίνητο, κάτω από το
+χράμι, άκαμπτο.
+
+Τον κούνησε, τον φώναξε και μόλις κατάλαβε ότι ήταν νεκρός
+και ότι τον άφησαν να πεθάνει μόνος, άρχισε να κλαίει γοερά,
+με ένα βραχνό βογγητό που την τρόμαξε. Προσπάθησε να
+ηρεμήσει, αλλά δεν μπορούσε∙ λες και μια ψυχή θρηνούσε μέσα
+της ενάντια στη θέλησή της. Τότε πήγε και έκλεισε την
+εξώπορτα για να μην έρθει κανείς ξαφνικά και τη δει να
+οδύρεται μ’ αυτόν τον τρόπο για το νεκρό υπηρέτη και μάθει ο
+κόσμος ότι τον άφησαν να πεθάνει μοναχό, ενώ για την
+οικογένεια εκείνη ήταν μια μεγάλη μέρα γιορτής.
+
+Περιμένοντας να περάσει η ώρα σήκωσε το κουφάρι, που ήταν
+ξερακιανό και ελαφρύ σαν εκείνο μικρού παιδιού, το έπλυνε, το
+έντυσε, μιλώντας του χαμηλόφωνα, ανάμεσα στις προσευχές της,
+για να του διηγηθεί πώς έγινε η γαμήλια τελετή, πως η Νοέμι
+έκλαιγε την ώρα που έμπαινε στο καινούργιο, το πλούσιο σπίτι
+της – έκλαιγε από ευτυχία, εννοείται – πως το σπίτι ήταν
+γεμάτο δώρα, πως ο κόσμος τους έραινε με ρύζι και λουλούδια
+μέχρι μέσα στην αυλή των νεόνυμφων, για να τους ευχηθεί καλή
+τύχη, πως όλοι, με λίγα λόγια, ήταν ευχαριστημένοι.
+«Κι εσύ έκανες τέτοιο πράγμα… να φύγεις έτσι, στα κρυφά…
+χωρίς να πεις τίποτα… σαν την άλλη φορά… Α, Έφις, δεν έπρεπε
+να το κάνεις αυτό… σήμερα, σήμερα ακριβώς!...»
+
+Εκείνος έμοιαζε ν’ ακούει, με τα γυάλινα μάτια του
+μισόκλειστα, ήρεμος αλλά αποφασισμένος να μην απαντήσει σαν
+καλός υπηρέτης, γεμάτος σεβασμό.
+
+Η ντόνα Έστερ θυμήθηκε ότι του άρεσαν τα λουλούδια, έκοψε ένα
+γεράνι από το πηγάδι και του το έβαλε ανάμεσα στα δάχτυλα,
+επάνω στο σταυρό. Στο τέλος σκέπασε το νεκρό με ένα ύφασμα
+από πράσινο μετάξι που το είχαν βγάλει για το γάμο. Το ύφασμα
+όμως ήταν κοντό και τα πόδια έμειναν ακάλυπτα, στραμμένα,
+όπως συνηθίζεται, προς την πόρτα και έμοιαζε ο υπηρέτης να
+κοιμάται για τελευταία φορά στο αρχοντικό σπίτι, να
+αναπαύεται, πριν ξεκινήσει το ταξίδι προς την αιωνιότητα.
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+[1] Rettore: στους καθολικούς ο ιερωμένος που διευθύνει ένα
+εκκλησιαστικό ίδρυμα, μια μη ενοριακή εκκλησία, μια ιερατική
+σχολή (σεμινάριο) (σ.τ.μ.)
+
+[2} Χαρακτηριστικό κτίσμα της Σαρδηνίας σε σχήμα κόλουρου
+κώνου, κατασκευασμένο από μεγάλες πέτρες σε μορφή
+ξερολιθιάς, που χρησίμευε ως οχυρωμένη κατοικία. (σ.τ.μ.)
+
+[3] Τυπικό γλυκό της Σαρδηνίας αποτελούμενο από αμύγδαλα,
+ζάχαρη ή μέλι και φλούδα πορτοκαλιού (σ.τ.μ.)
+
+[4] Morra: Παλιό, λαϊκό παιχνίδι μεταξύ δύο παιχτών που
+παίζεται με τα δάχτυλα του ενός χεριού (σ.τ.μ.)
+
+[5] Ύφασμα της Σαρδηνίας από ακατέργαστο μαλλί, ανθεκτικό και
+σχεδόν αδιάβροχο (σ.τ.μ.)
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Canne al vento (Reeds in the Wind), by
+Grazia Deledda
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANNE AL VENTO (REEDS IN THE WIND) ***
+
+***** This file should be named 28658-0.txt or 28658-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/2/8/6/5/28658/
+
+Produced by Christos Alexandridis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.