diff options
Diffstat (limited to '28658-0.txt')
| -rw-r--r-- | 28658-0.txt | 8962 |
1 files changed, 8962 insertions, 0 deletions
diff --git a/28658-0.txt b/28658-0.txt new file mode 100644 index 0000000..828a1ec --- /dev/null +++ b/28658-0.txt @@ -0,0 +1,8962 @@ +Project Gutenberg's Canne al vento (Reeds in the Wind), by Grazia Deledda + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Canne al vento (Reeds in the Wind) + +Author: Grazia Deledda + +Translator: Christos Alexandridis + +Release Date: May 1, 2009 [EBook #28658] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANNE AL VENTO (REEDS IN THE WIND) *** + + + + +Produced by Christos Alexandridis + + + + + + +ΚΑΛΑΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ + + +ΓΚΡΑΤΣΙΑ ΝΤΕΛΕΝΤΑ +(GRAZIA DELEDDA) + + + +ΕΙΣΑΓΩΓΗ + +Λίγα λόγια για τη συγγραφέα + +Η Γκράτσια Ντελέντα (Grazia Deledda) γεννήθηκε το 1871 στο +Νούορο της Σαρδηνίας. Αν και καταγόταν από ευκατάστατη +οικογένεια, οι σπουδές της υπήρξαν πολύ περιορισμένες και δεν +ξεπέρασαν εκείνες της τέταρτης τάξης της στοιχειώδους +εκπαίδευσης. Σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό και εχθρικό για την +ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας, όπως ήταν γενικά η +ιταλική επαρχία και ειδικότερα η Σαρδηνία στα μέσα του 18ου +αιώνα, μόνη διέξοδος για τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα +της νεαρής Ντελέντα ήταν η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων. +Διάβαζε με πάθος ό, τι της έπεφτε στο χέρι: Μπαλζάκ, Δουμά, +Ουγκώ, Βύρωνα, Σκοτ κι έτσι άρχισε να εκδηλώνεται νωρίς η +έφεσή της στα γράμματα. + +Τα πρώτα της έργα υπήρξαν ποιήματα, αλλά σύντομα εγκατέλειψε +την ποίηση για να αφοσιωθεί οριστικά στην πεζογραφία. Το 1886 +δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα σε μια εφημερίδα του Νούορο +και συνεχίζει να γράφει διηγήματα για τον τοπικό τύπο. + +Το 1896 δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Η οδός +του κακού (La via del male) και δέχεται ευμενείς κριτικές από +το λογοτέχνη και κριτικό Λουΐτζι Καπουάνα (Luigi Capuana). +Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστή και έξω από τα στενα πλαίσια +του νησιού της. + +Στο μεταξύ οι αναγνώσεις της λογοτεχνικών έργων γίνονται τώρα +πιο συστηματικές και είναι πιο εμφανείς στο γράψιμό της οι +επιδράσεις των βεριστών (ιταλοί ρεαλιστές και νατουραλιστές +πεζογράφοι) αλλά και του Ντ’ Ανούντσιο, των Γάλλων ρεαλιστών +και νατουραλιστών καθώς και των Ρώσων Τολστόι και +Ντοστογιέφσκι. + +Το 1899 αφήνει για πρώτη φορά τη γενέθλια πόλη και μεταβαίνει +στο Καλίαρι, όπου γνωρίζεται με τον μέλλοντα σύζυγό της, τον +οποίο παντρεύεται τον επόμενο χρόνο και μετακομίζει μαζί του +οριστικά στη Ρώμη. Εκεί θα ζήσει μέχρι το θάνατό της (το +1936), αφοσιωμένη στο γράψιμο και στην οικογένειά της (το +σύζυγο και τα δυο παιδιά της), μακριά από τη δημοσιότητα και +την κοσμική ζωή της πόλης. Στη Ρώμη εξάλλου θα γράψει και τα +έργα τής ωριμότητάς της, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι +τα μυθιστορήματα: Ελίας Πορτούλου (Elias Portulu, 1900), +Στάχτη (Cenere, 1904), Ο κισσός (L’ edera, 1906), Καλαμιές +στον άνεμο (Canne al vento, 1913), Μαριάννα Σίρκα (Marianna +Sirca, 1915), Η πυρκαγιά του ελαιώνα (L’ incendio dell’ +uliveto, 1917), Η μητέρα (La madre, 1919), Η εκκλησία της +μοναξιάς (La chiesa della solitudine, 1936). Μετά το θάνατό +της κυκλοφόρησε το σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της +Κόζιμα (Cosima, 1937). Εκτός από τα παραπάνω έγραψε και +πληθος διηγημάτων καθώς και μερικά ακόμη μυθιστορήματα. + +Η δράση σε όλα σχεδόν τα έργα της τοποθετείται στη Σαρδηνία +και περιστρέφεται γύρω από την πάλη του νέου με το παλιό, της +ανερχόμενης αστικής τάξης με την αρχαϊκή, φεουδαρχική σχεδόν, +κοινωνία του νησιού, αλλά και σε ατομικό επίπεδο τη +συνειδησιακή πάλη του καλού με το κακό, το διαρκή αγώνα για +λύτρωση. + +Το 1926 έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία. + + +«Καλαμιές στον άνεμο» ή η πορεία προς τη λύτρωση. + +Πρόκειται ίσως για το γνωστότερο διεθνώς μυθιστόρημα της +Ντελέντα. Κι εδώ η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Σαρδηνία. Το +κύριο πρόσωπο του έργου, ο Έφις, είναι ο ηλικιωμένος υπηρέτης +στο σπίτι της οικογένειας Πιντόρ. Από την ξεπεσμένη +οικογένεια ευγενών έχουν απομείνει μόνο τρεις αδελφές: δυο +γεροντοκόρες και μια νεότερη, ανύπαντρη κι εκείνη. Ο υπηρέτης +έταξε σκοπό στη ζωή του να υπηρετήσει με πλήρη αφοσίωση τις +τρεις γυναίκες που απόμειναν μόνες και απροστάτευτες, επειδή +πιστεύει πως έτσι θα εξιλεωθεί από μια παλιά κρυφή ενοχή που +τον βαραίνει: σκότωσε άθελά του το αφεντικό του, στην +προσπάθεια να φυγαδεύσει στη Ρώμη μαζί με τον εραστή της την +τέταρτη αδελφή, τη Λία, που αγαπούσε κρυφά χωρίς ανταπόκριση. + +Μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, όπου η παράδοση και οι +αρχαϊκές κοινωνικές δομές αντιστέκονται όσο μπορούν στην +εισβολή των νέων οικονομικών σχέσεων και των αντιλήψεων που +τις συνοδεύουν +«Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο» +«Οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν μέσα στους νέους» +«Τώρα οι κύριοι είναι ακριβώς οι έμποροι» +Ο Έφις ζει το προσωπικό του δράμα σαν ντοστογιεφσκικός ήρωας, +ζητώντας τη λύτρωση μέσα από τον πόνο και την ταπείνωση. Δεν +καταλαβαίνει τις αλλαγές που συντελούνται γύρω του. Γνωρίζει +ποια είναι η κοινωνική του θέση και την αποδέχεται +αδιαμαρτύρητα∙ «είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης», επαναλαμβάνει +συχνά και δέχεται χωρίς αντίδραση την ξιπασιά της νεαρής +κυράς του +«Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το συγχωρείς που +είμαστε από αρχοντική γενιά…» +Από αρχοντική γενιά, ναι, αλλά εάν δεν τις φρόντιζε ο γερο- +υπηρέτης, θα πέθαιναν και οι τρεις από την πείνα. +Αποκαλυπτικός είναι ο διάλογος μεταξύ του Έφις και του +Τζατσίντο, γιού της νεκρής πια Λία και ανεψιού των αδελφάδων +Πιντόρ, που ήρθε στο νησί από τη Ρώμη, άθλιος και +δυστυχισμένος, για να κάνει την τύχη του και που αποτελεί το +φορέα των νέων ιδεών και της «τεχνολογίας» (φέρνει μαζί του +το ποδήλατο, το τέρας της αποκαλύψεως για τους νησιώτες, +δέχεται να δουλέψει ως εργάτης, αν και είναι ευγενικής +καταγωγής κ.α.) +«… ξανάρχισε (ο Τζατσίντο) τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη +των Στεριανών Κυρίων, για τις κακές τους συνήθειες και τη +διαφθορά τους. +- Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι; ρώτησε ο Έφις +σχεδόν θυμωμένα. +- Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι; +- Εγώ ναι, κύριέ μου! είπε ο Έφις.» +Γιατί όμως είναι ευχαριστημένος; Γιατί ξέρει πως +«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος και γι’ αυτό +πρέπει να κλαίμε και να σωπαίνουμε». + +Η ευτυχία είναι δώρο του Θεού, είναι η λύτρωση που την +κερδίζουμε παλεύοντας καθημερινά με το κακό, με τα πάθη μας, +προσφέροντας τους εαυτούς μας στους άλλους με αυταπάρνηση. +«Εσύ (Έφις) πού τη βρήκες την πραγματική σωτηρία;» +τον ρωτάει ο Τζατσίντο και απαντάει ο ίδιος +«Ζώντας για τους άλλους∙ αυτό θέλω να κάνω κι εγώ». + +Τη λύτρωση όμως την κερδίζουμε κυρίως περνώντας μέσα από την +αμαρτία και τον πόνο, ψυχικό και σωματικό, γιατί έτσι +αναδεικνύεται το θεϊκό μεγαλείο κι εμείς αγγίζουμε την +αιωνιότητα +«Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι +ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το +θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την +απέραντη μεγαλοσύνη σου.» +προσεύχεται ο Έφις. + +Άλλη οδός σωτηρίας δεν υπάρχει, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος +γιατί +«- Σαν τις καλαμιές στον άνεμο είμαστε. Εμείς είμαστε τα +καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος. +- Γιατί όμως μια τέτοια μοίρα; +- Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει. +- Γεννηθήτω, τότε, το θέλημά Του.» + +Εξάλλου, όπως λέει και μια από τις κυράδες του, +«Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά» +γιατί +«…μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά. Καρδιά πρέπει να έχουμε, +τιποτ’ άλλο…» + +Έτσι, το υπαρξιακό πρόβλημα του Έφις λύνεται μέσα από τη +θρησκευτική πίστη. Όλη η ζωή του δεν είναι άλλο παρά η πορεία +μιας κολασμένης ψυχής που πρέπει να φτάσει στον αιώνιο +προορισμό της. + +Αν και η Ντελέντα επηρεάστηκε από το βερισμό, ο τρόπος γραφής +της βρίσκεται πιο κοντά στο ρομαντισμό. Από το βερισμό κρατά +τη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά δεν αποστασιοποιείται +εντελώς από τα πρόσωπα και τα γεγονότα που περιγράφει. + +Το αφηγηματικό της ύφος δίνει έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο +και τονίζει τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις των +προσώπων. Ο λυρισμός, οι συχνές, μέχρις υπερβολής, +παρομοιώσεις και οι μεταφορές τοποθετούν τον αναγνώστη σ’ +έναν χώρο που μοιάζει να είναι κι αυτός ζωντανός και να +συμμετέχει στα δρώμενα, συμπάσχοντας με τους ανθρώπους. Έτσι, +τα φυσικά φαινόμενα προσωποποιούνται συχνά, προεκτείνοντας το +ανθρώπινο δράμα. +«Περνάει ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν: Έφις +θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι +ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και +άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα, αλλά θα λυγίσει αύριο και +μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι;» + +Οι διάλογοι, από την άλλη, είναι συχνοί και όλο ζωντάνια, με +κάποιες διαλεκτικές πινελιές εδώ κι εκεί. Ο τρόπος που +εκφράζονται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αντανακλά πολλές +φορές την κοινωνική τους θέση, αλλά και τις σχέσεις που έχουν +αναπτυχθεί μεταξύ τους. Έτσι, ο μεγαλοκτηματίας ευγενής, +ξάδελφος των αδελφάδων Πιντόρ βλέπει αφ’ υψηλού τους πάντες +και απευθύνεται με τρόπο περιφρονητικό και σχεδόν υβριστικό +στους κοινωνικά κατωτέρους του. Το ίδιο και η Νοέμι, η +νεώτερη αδελφή και θεματοφύλακας της παράδοσης και της τιμής +και αξιοπρέπειας της ξεπεσμένης της οικογένειας, μιλάει +πολλές φορές αλαζονικά και ειρωνικά προς τον υπηρέτη, ο +οποίος, αν και είναι ευγενικός και προσηνής προς τις κυράδες +του και δουλικός προς τον ξάδελφό τους, χρησιμοποιεί ωστόσο +σκληρή πολλές φορές γλώσσα προς την τοκογλύφο, που βρίσκεται +στην ίδια κοινωνική βαθμίδα με αυτόν. + +Συχνές είναι τέλος και οι φολκλορικές αναφορές στα ήθη, τα +έθιμα, στη μουσική και τους χορούς, στις τοπικές φορεσιές των +κατοίκων του νησιού, ακόμη και στην αρχιτεκτονική των +κατοικιών. + +Χρίστος Αλεξανδρίδης + + + + + + +ΚΑΛΑΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ + + + +Κεφάλαιο πρώτο + +Όλη τη μέρα ο Έφις, υπηρέτης στις κυρίες Πιντόρ, δούλευε για +να ενισχύσει το πρωτόγονο ανάχωμα που είχε κατασκευάσει ο +ίδιος σιγά σιγά με τα χρόνια και με κόπο, κάτω στο βάθος του +μικρού κτήματος, πλάι στο ποτάμι, και ενώ έπαιρνε να +βραδιάζει ατένιζε το έργο του από ψηλά, καθισμένος μπροστά +στην καλύβα, κάτω από το γλαυκό φρύδι που σχημάτιζαν τα +καλάμια στα μισά της πλαγιάς του λευκού Λόφου των +Περιστεριών. + +Να το ολόκληρο στα πόδια του, σιωπηλό κι εδώ κι εκεί να +γυαλίζει από τα νερά στο λιόγερμα, το κτηματάκι που ο Έφις +λογάριαζε περισσότερο δικό του παρά των κυράδων του. Τριάντα +χρόνια κατοχής και εργασίας το είχαν κάνει δικό του και οι +αιμασιές από φραγκοσυκιές που το κλείνουν από πάνω προς τα +κάτω σαν δυο γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε +πεζούλα, από το λόφο μέχρι το ποτάμι, του φαίνονται να είναι +τα σύνορα του κόσμου. + +Ο υπηρέτης δεν κοίταζε πέρα από το κτηματάκι και για το λόγο +ότι τα χωράφια που βρίσκονταν από τη μια μεριά και από την +άλλη ανήκαν κάποτε στις κυράδες του: γιατί να θυμάται τα +παλιά; Ανώφελη, θλιβερή θύμηση. Καλύτερα να σκέφτεται το +μέλλον και να ελπίζει στη βοήθεια του Θεού. + +Και ο Θεός υποσχόταν μια καλή χρονιά ή τουλάχιστον γέμιζε με +λουλούδια όλες τις αμυγδαλιές και τις ροδακινιές της κοιλάδας +που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο σειρές λευκών λόφων, με τα +αχνογάλαζα βουνά στο βάθος προς τη δύση και με τη θάλασσα +στην ανατολή. Η κοιλάδα σκεπασμένη με την ανοιξιάτικη +βλάστηση, με νερά, με θάμνους, με λουλούδια, έδινε την +εντύπωση μιας κούνιας γεμάτης με πράσινα πέπλα και γαλάζιες +κορδέλες, με το μονότονο μουρμούρισμα του ποταμού σαν εκείνο +ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται. + +Οι μέρες όμως ήταν κιόλας πολύ ζεστές και ο Έφις σκεφτόταν +και τις μπόρες που φουσκώνουν το ποτάμι χωρίς αναχώματα και +το κάνουν να τινάζεται σαν θεριό και να καταστρέφει τα πάντα. +Να ελπίζει κανείς, ναι, αλλά όχι και να έχει εμπιστοσύνη• ν’ +αγρυπνά σαν τις καλαμιές πάνω στο φρύδι του λόφου που σε κάθε +φύσημα του ανέμου χτυπά η μια τα φύλλα της άλλης σαν να +ειδοποιούνται μεταξύ τους για τον κίνδυνο. + +Γι’ αυτό είχε δουλέψει όλη τη μέρα και τώρα, περιμένοντας να +πέσει η νύχτα και για να μη μένει αργός, έπλεκε μια ψάθα από +βούρλα και παρακαλούσε το Θεό να πιάσει τόπο η δουλειά του. +Τι αξία έχει ένα μικρό ανάχωμα εάν ο Θεός δεν το κάνει, με τη +θέλησή του, δυνατό σαν βουνό; + +Εφτά βούρλα λοιπόν, πλεγμένα σ' ένα κλαδί λυγαριάς και μαζί +εφτά προσευχές στον Κύριο και στην Παναγία του Ριμέντιο, +μεγάλη η χάρη της. Να εκεί κάτω στο γαλάζιο ορίζοντα του +δειλινού το εκκλησάκι της και ο περίβολος από καλύβες ήρεμος +σαν προϊστορικό χωριό, εγκαταλειμμένο εκεί από αιώνες. Εκείνη +την ώρα, ενώ το φεγγάρι ξεπρόβαλε σαν μεγάλο τριαντάφυλλο +ανάμεσα στους θάμνους του λόφου και οι φλόμοι σκόρπιζαν τη +μυρωδιά τους στις όχθες του ποταμού, προσεύχονταν και οι +κυράδες του Έφις: η ντόνα Έστερ, η μεγαλύτερη, ας είναι +ευλογημένη, θα τον μνημόνευε σίγουρα κι αυτόν τον αμαρτωλό. +Αρκούσε αυτό για να νοιώθει ικανοποιημένος και αποζημιωμένος +για τους κόπους του. + +Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια. +Νόμισε πως τα αναγνώρισε: ήταν τα γρήγορα και ελαφριά βήματα +ενός παιδιού, βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα +χαρμόσυνα μηνύματα, και τα θλιβερά. Ας γίνει το θέλημα του +Θεού: εκείνος στέλνει τα καλά και τα κακά μαντάτα. Η καρδιά +του όμως άρχισε να τρέμει και τα μαύρα και σκασμένα δάχτυλά +του έτρεμαν κι αυτά με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως +του φεγγαριού σαν υδάτινες κλωστές. + +Τα βήματα δεν ακούγονταν πια. Ο Έφις όμως έμενε ακόμη εκεί +και περίμενε ακίνητος. + +Το φεγγάρι ανέβαινε μπροστά του και οι φωνές του απόβραδου +ειδοποιούσαν τους ανθρώπους ότι η μέρα τους είχε τελειώσει. +Ήταν η ρυθμική φωνή του κούκου, το τραγούδι των πρώιμων +τριζονιών, ο στεναγμός κάποιου πουλιού• ήταν ο αναστεναγμός +των καλαμιών και η φωνή, όλο και πιο καθάρια, του ποταμού. +Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μια πνοή, ένα λαχάνιασμα όλο μυστήριο +που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από την ίδια τη γη. Ναι, η μέρα +του δουλευτή είχε τελειώσει, άρχιζε όμως η φανταστική ζωή των +αερικών, των νεράιδων, των περιπλανώμενων ξωτικών. Τα +φαντάσματα των παλιών Βαρόνων κατέβαιναν από τα χαλάσματα του +κάστρου πάνω από το χωριό Γκάλτε, ψηλά, στον ορίζοντα στα +αριστερά του Έφις, και έτρεχαν στην ακροποταμιά κυνηγώντας +αγριογούρουνα και αλεπούδες. Τα όπλα τους γυάλιζαν ανάμεσα +στις σκλήθρες της όχθης και το ξεψυχισμένο γαύγισμα των +σκυλιών από μακριά φανέρωνε το πέρασμά τους. + +Ο Έφις άκουγε το θόρυβο που έκαναν πλένοντας τα ρούχα τους +κάτω στο ποτάμι οι πάνας, γυναίκες που είχαν πεθάνει στη +γέννα, χτυπώντας τα με τις κοκάλες των πεθαμένων και νόμιζε +ότι διέκρινε τον αματατόρε, ένα στοιχειό με εφτά σκουφιά που +μέσα τους έκρυβε έναν θησαυρό, να πηδά εδώ κι εκεί κάτω από +το δάσος με τις μυγδαλιές και να τρέχουν πίσω του βρικόλακες +με ατσάλινες ουρές. + +Το πέρασμά του έκανε τα κλαδιά και τις πέτρες να λάμπουν κάτω +από το φεγγάρι και με τα κακά πνεύματα ενώνονταν κι εκείνα +των αβάπτιστων παιδιών, πνεύματα λευκά που πετούσαν στον αέρα +και μεταμορφώνονταν σε ασημένια συννεφάκια πίσω από το +φεγγάρι. Και οι νάνοι και οι γιάνας, μικρές νεράιδες που τη +μέρα μένουν στο καμωμένο από βράχους σπίτι τους να υφαίνουν +χρυσό πανί σε χρυσούς αργαλειούς, χόρευαν στον ίσκιο των +μεγάλων θάμνων της αγριελιάς, ενώ οι γίγαντες πρόβαλαν +ανάμεσα από τους φεγγαρολουσμένους βράχους των βουνών, +κρατώντας από τα χαλινάρια τα τεράστια πράσινα άλογά τους που +μόνο εκείνοι μπορούν να καβαλικέψουν και κατασκόπευαν εάν +εκεί κάτω, ανάμεσα στις εκτάσεις του βλαβερού φλόμου κρυβόταν +κανείς δράκος ή εάν το μυθικό φίδι κανανέα, που ζούσε από τα +χρόνια του Χριστού ακόμη, σερνόταν πάνω στην άμμο γύρω από το +βάλτο. + +Τις νύχτες με φεγγάρι ιδιαίτερα, όλο εκείνο το μυστηριώδες +πλήθος δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Ο άνθρωπος +δεν έχει δικαίωμα να το ενοχλήσει με την παρουσία του, έτσι +όπως τα πνεύματα τον σεβάστηκαν όσο κρατούσε η πορεία του +ήλιου. Είναι ώρα λοιπόν ν’ αποσυρθεί κανείς και να κλείσει τα +μάτια κάτω από την προστασία του φύλακα αγγέλου. + +Ο Έφις σταυροκοπήθηκε και σηκώθηκε, αλλά περίμενε ακόμη μήπως +έρθει κανείς. Έσπρωξε όμως τη σανίδα που χρησίμευε για πόρτα +και ακούμπησε επάνω της ένα μεγάλο σταυρό από καλάμια για να +εμποδίσει τα αερικά και τους πειρασμούς να μπουν στην καλύβα. + +Το φως του φεγγαριού φώτιζε μέσα από τις χαραμάδες το στενό +δωμάτιο που χαμήλωνε στις γωνίες, ήταν όμως αρκετά μεγάλο γι’ +αυτόν που ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος σαν έφηβος. Από +την κωνική σκεπή, φτιαγμένη από καλάμια και βούρλα, που +σκέπαζε τους τοίχους από ξερολιθιά και είχε μια τρύπα στη +μέση για να βγαίνει ο καπνός, κρέμονταν αρμαθιές κρεμμύδια +και μάτσα από αποξεραμένα βότανα, σταυροί από φοινικόφυλλα +και κλαδιά από αγιασμένα βάγια, ένα ζωγραφισμένο κερί, ένα +δρεπάνι για να διώχνει τους βρικόλακες και ένα σακουλάκι +κριθάρι ενάντια στις πάνας. Στο φύσημα του ανέμου έτρεμε όλο +το καλύβι και η αραχνιές γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Καταγής +αναπαυόταν η στάμνα με τα χερούλια στα πλευρά και η χύτρα +αναποδογυρισμένη κοιμόταν πλάι της. + +Ο Έφις ετοίμασε την ψάθα, αλλά δεν ξάπλωσε. Του φαινόταν +πάντα ότι άκουγε θόρυβο από παιδικά βήματα. Σίγουρα κάποιος +ερχότανε∙ και πραγματικά τα σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να +γαβγίζουν στα κοντινά κτήματα και όλο το τοπίο που λίγο πριν +έμοιαζε να κοιμάται μέσα στον ψίθυρο της προσευχής των +βραδινών ήχων, γέμισε από αντίλαλους και βοή, σαν να +ξυπνούσε απότομα. + +Ο Έφις άνοιξε πάλι. Μια μαύρη φιγούρα ανέβαινε τον ανήφορο +όπου τα χαμηλά κουκιά κυμάτιζαν κιόλας ασημένια στο +φεγγαρόφωτο, κι εκείνος, που τη νύχτα ακόμη και οι ανθρώπινες +μορφές του φαίνονταν μυστηριώδεις, ξανάκανε το σταυρό του. +Τον φώναξε όμως μια γνώριμη φωνή: ήταν η νεανική φωνή, λίγο +λαχανιασμένη όμως, ενός αγοριού που κατοικούσε πλάι στο σπίτι +των Πιντόρ. +«Μπαρμπα- Εφισέ, μπαρμπα- Εφισέ!» +«Τι τρέχει, Τζουαναντό; Είναι καλά οι κυράδες μου;» +«Ναι, είναι καλά, μου φαίνεται. Με στέλνουν μόνο για να σας +πω να γυρίσετε αύριο νωρίς στο χωριό, γιατί θέλουν να σας +μιλήσουν. Μπορεί να είναι για κάποιο κίτρινο γράμμα που είδα +στο χέρι της ντόνας Νοέμι. Η ντόνα Νοέμι το διάβαζε και η +ντόνα Ρουθ με άσπρο μαντίλι στο κεφάλι σαν καλόγρια, που +σκούπιζε την αυλή, στεκόταν ακίνητη ακουμπώντας στη σκούπα +και άκουγε». +«Ένα γράμμα; Δεν ξέρεις από ποιόν είναι;» +«Όχι, δεν ξέρω να διαβάζω. Η γιαγιά μου όμως λέει ότι μπορεί +να είναι από τον κυρ Τζατσίντο, τον ανιψιό που έχουν οι +κυράδες σας». + +Ναι, ο Έφις το ένοιωθε• έτσι πρέπει να ήταν. Έξυνε ωστόσο +σκεφτικός το μάγουλο, με χαμηλωμένο το κεφάλι, και έλπιζε +αλλά και φοβόταν μήπως κάνει λάθος. + +Το αγόρι κάθισε κουρασμένο στην πέτρα μπροστά στο καλύβι και +έλυνε τα κορδόνια του ενώ ρωτούσε μήπως βρισκόταν τίποτε για +να φάει. +«Έτρεξα σαν ελαφάκι επειδή φοβόμουν τ’ αερικά......» + +Ο Έφις σήκωσε το χαλκοπράσινο πρόσωπό του, σκληρό σαν +μπρούντζινη μάσκα, και κοίταξε το αγόρι με τα μικρά γαλαζωπά +του μάτια, χωμένα μες στις κόγχες και περιτριγυρισμένα από +ρυτίδες: κι εκείνα τα μάτια, ζωντανά και λαμπερά, φανέρωναν +μια παιδική αγωνία. +«Σου είπαν εάν πρέπει να γυρίσω αύριο ή απόψε;» +«Αύριο, σας είπα! Όσο θα λείπετε στο χωριό εγώ θα είμαι εδώ +να φυλάω το κτήμα». + +Ο υπηρέτης ήταν συνηθισμένος να υπακούει στις κυράδες του και +δε ζήτησε άλλες εξηγήσει. Τράβηξε ένα κρεμμύδι από την +αρμαθιά, ένα κομμάτι ψωμί από το δισάκι και ενώ το παιδί +έτρωγε γελώντας και κλαίγοντας από τη μυρωδιά του καυτερού +κολατσιού, ξανάρχισαν την κουβέντα. Τα σημαντικότερα πρόσωπα +του χωριού μπερδεύονταν στην κουβέντα τους. Πρώτος στη σειρά +ο Ρετόρος [1], μετά η αδελφή του, έπειτα ο Μιλέζος που είχε +παντρευτεί την κόρη εκείνης και που είχε γίνει, από πλανόδιος +πωλητής πορτοκαλιών και κανατιών, ο πλουσιότερος έμπορος του +χωριού. Ακολουθούσε ο ντον Πρέντου, ο Πρόεδρος του χωριού, +που ήταν ξάδελφος των κυράδων του Έφις. Ο ντον Πρέντου ήταν +πλούσιος, όχι όμως σαν τον Μιλέζο. Μετά ερχόταν η Καλίνα, η +τοκογλύφος, πλούσια κι εκείνη, αλλά με μυστηριώδη τρόπο. + +«Οι κλέφτες προσπάθησαν ν’ ανοίξουν πέρασμα στον τοίχο της. +Άδικος κόπος∙ είναι στοιχειωμένος. Κι εκείνη γελούσε, σήμερα +το πρωί, στην αυλή της και έλεγε ότι κι αν μπουν θα βρουν +μόνο στάχτες και καρφιά, γιατί είναι φτωχή σαν το Χριστό. Η +γιαγιά μου όμως λέει ότι η θεια-Καλίνα έχει ένα σακουλάκι +γεμάτο χρυσάφι, κρυμμένο μες στον τοίχο». + +Κατά βάθος όμως λίγο ενδιέφεραν στον Έφις εκείνες οι +ιστορίες. Ξαπλωμένος πάνω στο ψαθί, με το ένα χέρι κάτω από +τη μασχάλη και το άλλο κάτω από το μάγουλο, ένοιωθε την +καρδιά του να χτυπά και το θρόισμα των καλαμιών πάνω στο +φρύδι του λόφου του φαινόταν να είναι ο αναστεναγμός κάποιου +κακού πνεύματος. + +Το κίτρινο γράμμα! Κίτρινο, άσχημο χρώμα. Ποιος ξέρει τι +έμελλε ακόμη να συμβεί στις κυράδες του. Εδώ και είκοσι +χρόνια, όταν κάποιο γεγονός έσπαγε τη μονοτονία της ζωής στο +σπίτι των Πιντόρ, ήταν πάντα μια συμφορά. + +Ξάπλωσε και το παιδί, αλλά δεν είχε όρεξη για ύπνο. + «Μπαρμπα-Έφις, και σήμερα η γιαγιά μου έλεγε ότι οι κυράδες +σας ήταν πλούσιες, όπως ο ντον Πρέντου. Είναι αλήθεια ή όχι;» +«Αλήθεια είναι,» είπε ο υπηρέτης αναστενάζοντας. «Δεν είναι +όμως ώρα να θυμόμαστε τέτοια πράγματα. Κοιμήσου». + +Το παιδί χασμουρήθηκε. +«Η γιαγιά μου όμως λέει ότι όταν πέθανε η ντόνα Μαρία +Κριστίνα, η παλιά, καλή κυρά σας, σαν να έπεσε ανάθεμα στο +σπίτι σας. Είναι αλήθεια ή όχι;» +«Κοιμήσου, σου λέω, δεν είναι ώρα .....». + «Ε, αφήστε με να μιλήσω! Και γιατί το’ σκασε η ντόνα Λία, η +μικρή σας κυρά; Η γιαγιά μου λέει ότι εσείς το ξέρετε, ότι +τη βοηθήσατε να το σκάσει, τη ντόνα Λία. Τη συνοδέψατε μέχρι +τη γέφυρα, όπου κρύφτηκε, μέχρι που πέρασε ένα κάρο που την +πήρε και την πήγε μέχρι τη θάλασσα. Εκεί μπαρκάρισε. Και ο +ντον Τζάμε, ο πατέρας της, το αφεντικό σας, την έψαχνε, την +έψαχνε, μέχρι που πέθανε. Πέθανε εκεί, πλάι στη γέφυρα. Ποιος +τον σκότωσε; Η γιαγιά μου λέει ότι το γνωρίζετε......» +«Η γιαγιά σου είναι μια στρίγκλα! Εκείνη κι εσύ, εσύ κι +εκείνη αφήστε ήσυχους τους νεκρούς!» φώναξε ο Έφις, αλλά η +φωνή του ήταν βραχνή και το παιδί γέλασε με αυθάδεια. +«Μη θυμώνετε, γιατί σας κάνει κακό, μπαρμπα-Έφις! Η γιαγιά +μου λέει ότι ήταν ένα στοιχειό που σκότωσε τον ντον Τζάμε. +Είναι αλήθεια ή όχι;» + +Ο Έφις δεν απάντησε∙ έκλεισε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι το +αυτί, αλλά η φωνή του παιδιού βούιζε μες στο σκοτάδι και του +φαινόταν να είναι εκείνη η ίδια η φωνή των πνευμάτων του +παρελθόντος. + +Και να που σιγά σιγά όλα μαζεύονται τριγύρω, περνούν μέσα από +τις σχισμές, όπως οι αχτίδες του φεγγαριού: είναι η ντόνα +Μαρία Κριστίνα, όμορφη και ήρεμη σαν αγία, είναι ο ντον +Τζάμε, κόκκινος και βίαιος σαν το διάβολο, είναι οι τέσσερις +θυγατέρες που στο χλωμό τους πρόσωπο έχουν την ηρεμία της +μητέρας τους και βαθιά μες στα μάτια τους τη φλόγα του +πατέρα, είναι οι υπηρέτες, οι υπηρέτριες, οι συγγενείς, οι +φίλοι, όλος εκείνος ο κόσμος που πλημμυρίζει το πλούσιο σπίτι +των απογόνων των Βαρόνων της περιοχής. Περνάει όμως ο άνεμος +της δυστυχίας και ο κόσμος σκορπάει, όπως τα σύννεφα στον +ουρανό γύρω από το φεγγάρι, όταν φυσάει η τραμουντάνα. + +Η ντόνα Κριστίνα πέθανε• το χλωμό πρόσωπο των θυγατέρων +χάνει κάτι από την ηρεμία του και η φλόγα στο βάθος των +ματιών μεγαλώνει: μεγαλώνει όσο ο ντον Τζάμε, μετά το θάνατο +της γυναίκας του, παίρνει όλο και περισσότερο το αυταρχικό +ύφος των προγόνων του Βαρόνων και, όπως εκείνοι, κρατάει +κλειστά μέσα στο σπίτι, σαν να ήταν σκλάβες, τα τέσσερα +κορίτσια, περιμένοντας αντάξιούς τους γαμπρούς. Και σαν +σκλάβες εκείνες έπρεπε να δουλεύουν, να ζυμώνουν, να +υφαίνουν, να ράβουν, να μαγειρεύουν, να μάθουν να φυλάνε το +έχει τους και πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να σηκώνουν τα μάτια +τους στους άντρες, ούτε να επιτρέπουν στον εαυτό τους να +σκεφτεί κάποιον που δε θα προοριζόταν να γίνει άντρας τους. +Τα χρόνια όμως περνούσαν και γαμπρός πουθενά. Και όσο +γερνούσαν τα κορίτσια του, τόσο περισσότερο ο ντον Τζάμε +απαιτούσε από εκείνες μεγαλύτερη αυστηρότητα στο ήθος. +Αλίμονο αν τις έβλεπε να προβάλουν στα παράθυρα που έβλεπαν +στο σοκάκι πίσω από το σπίτι, ή αν έβγαιναν χωρίς την άδειά +του. Τις χαστούκιζε λούζοντάς τες με βρισιές και απειλούσε με +θάνατο τους νεαρούς που περνούσαν δυο συνεχόμενες φορές απ’ +το σοκάκι. + +Ο ίδιος, ωστόσο, περνούσε τις μέρες του τριγυρνώντας στο +χωριό ή καθόταν στον πέτρινο πάγκο μπροστά στο μαγαζί της +αδελφής του Ρετόρου. Οι άνθρωποι έστριβαν τη γωνία μόλις τον +έβλεπαν, τόσο πολύ φοβόνταν την κακογλωσσιά του. Τσακωνόταν +με όλους, και ζήλευε τόσο τα καλά των άλλων, που όταν +περνούσε πλάι από ένα όμορφο κτήμα έλεγε: «που να σας το φάνε +τα δικαστήρια». Τα δικαστήρια όμως στο τέλος έτρωγαν τα δικά +του χωράφια και μια πρωτάκουστη συμφορά τον βρήκε ξαφνικά σαν +θεϊκή τιμωρία για την έπαρση και τις προκαταλήψεις του. Η +ντόνα Λία , η τρίτη από τις θυγατέρες του, εξαφανίστηκε μια +νύχτα από το πατρικό σπίτι και για πολύ καιρό δεν ήξερε +κανείς τίποτε για την τύχη της. Η σκιά του θανάτου έπεσε πάνω +στο σπίτι. Δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στο χωριό ένα τέτοιο +σκάνδαλο• ποτέ ένα κορίτσι ευγενικής καταγωγής και με καλή +ανατροφή, όπως η Λία, δεν το είχε σκάσει μ’ αυτόν τον τρόπο. +Ο ντον Τζάμπε κόντεψε να τρελαθεί• έτρεξε από εδώ και από +εκεί, σ’ όλα τα γύρω χωριά και στα παράλια ψάχνοντας τη Λία, +κανείς όμως δεν ήξερε να του δώσει νέα της. Στο τέλος εκείνη +έγραψε στις αδελφές της λέγοντάς τες ότι βρισκόταν σε σίγουρο +μέρος και ότι ήταν ευχαριστημένη που έσπασε τις αλυσίδες της. +Οι αδελφές της όμως δεν τη συγχώρεσαν, δεν της απάντησαν. Ο +ντον Τζάμε έγινε πιο τυραννικός μαζί τους. Πουλούσε τα +απομεινάρια της περιουσίας του, κακομεταχειριζόταν τον +υπηρέτη, ενοχλούσε όλον τον κόσμο με τους καυγάδες του, +ταξίδευε πάντα με την ελπίδα να ανταμώσει την κόρη του και να +την ξαναφέρει στο σπίτι. Η σκιά της ατίμωσης που έπεφτε πάνω +του και σ’ όλη του την οικογένεια, εξ αιτίας της απόδρασης +της Λία, τον βάραινε σαν μαρτύριο κατάδικου. Ένα πρωί βρέθηκε +νεκρός στη δημοσιά, πάνω στη γέφυρα, μετά το χωριό. Πρέπει να +είχε πεθάνει από συγκοπή, επειδή δεν είχε κανένα ίχνος βίας +επάνω του, μόνο μια μικρή πράσινη κηλίδα στο λαιμό, κάτω από +το σβέρκο. + +Ο κόσμος είπε πως μπορεί ο ντον Τζάμε να είχε τσακωθεί με +κάποιον που τον σκότωσε χτυπώντας τον με ξύλο, αλλά με τον +καιρό αυτή η φήμη έπαψε και υπερίσχυσε η βεβαιότητα ότι +πέθανε από συγκοπή εξ αιτίας της φυγής της κόρης του. + +Η Λία στο μεταξύ, ενώ οι ατιμασμένες από τη φυγή της αδελφές +της δεν έβρισκαν γαμπρό, έγραψε αναγγέλλοντας το γάμο της. Ο +γαμπρός ήταν ένας ζωέμπορος που τον είχε συναντήσει τυχαία +στο ταξίδι της φυγής της. Ζούσαν στην Τσιβιταβέκια, σχετικά +άνετα και σύντομα θα αποκτούσαν παιδί. + +Οι αδελφές της δεν της συγχώρεσαν το καινούργιο της σφάλμα: +το γάμο της με έναν πληβείο που τον συνάντησε κάτω από +εκείνες τις θλιβερές συνθήκες, και δεν της απάντησαν. + +Λίγο καιρό μετά η Λία ξαναέγραψε αναγγέλλοντας τη γέννηση του +Τζατσίντο. Εκείνες έστειλαν ένα δωράκι στον μικρό τους +ανιψιό, αλλά δεν έγραψαν στη μητέρα. + +Και τα χρόνια πέρασαν. Ο Τζατσίντο μεγάλωνε και κάθε χρόνο το +Πάσχα και τα Χριστούγεννα έγραφε στις θείες του και οι θείες +του έστελναν ένα δώρο. Μια φορά έγραψε ότι σπούδαζε, μια άλλη +φορά ότι ήθελε να πάει στο ναυτικό, και μια φορά ακόμη ότι +είχε βρει δουλειά. Μετά ανήγγειλε το θάνατο του πατέρα του, +μετά το θάνατο της μητέρας του και στο τέλος εξέφρασε την +επιθυμία να τις επισκεφθεί και να μείνει μαζί τους, εάν +εύρισκε δουλειά στο χωριό. Η μικροαπασχόλησή του στο Τελωνείο +δεν του άρεσε• ήταν μια ταπεινή και κοπιαστική δουλειά, του +έτρωγε τα νιάτα. Εκείνος αγαπούσε τη φιλόπονη ζωή, βέβαια, +αλλά την απλή ζωή, στον καθαρό αέρα. Όλοι τον συμβούλευαν να +πάει στο νησί της μητέρας του, για να δοκιμάσει την τύχη του +με μια τίμια δουλειά. + +Οι θείες άρχισαν να το συζητούν και όσο περισσότερο το +συζητούσαν, τόσο λιγότερο συμφωνούσαν. +«Να δουλέψει;», έλεγε η ντόνα Ρουθ, η πιο ήρεμη. Αφού το +χωριουδάκι τους δεν μπορούσε να θρέψει ούτε εκείνους που +είχαν γεννηθεί εκεί. + +Η ντόνα Έστερ, αντίθετα, ευνοούσε τα σχέδια του ανεψιού, ενώ +η ντόνα Νοέμι, η νεότερη από τις τρεις, χαμογελούσε ψυχρά και +κοροϊδευτικά. +«Μπορεί να πιστεύει ότι θα έλθει εδώ να κάνει τον κύριο. Ας +έλθει, ας έλθει! Θα πάει για ψάρεμα στο ποτάμι......» +«Ο ίδιος λέει ότι θέλει να δουλέψει, Νοέμι, αδελφούλα μου! Θα +δουλέψει επομένως: θα κάνει τον έμπορο, όπως ο πατέρας του». +«Τότε θα έπρεπε να το είχε κάνει προηγουμένως. Οι συγγενείς +μας δεν αγόρασαν ποτέ βόδια». +«Άλλοι καιροί, Νοέμι, αδελφούλα μου! Εξ άλλου, τώρα οι κύριοι +είναι ακριβώς οι έμποροι. Βλέπεις τον Μιλέζο; Λέει: ο Βαρόνος +του Γκάλτε τώρα είμαι εγώ». + +Η Νοέμι γελούσε, με κακία στο βλέμμα των βαθιών της ματιών, +και το γέλιο της αποθάρρυνε την ντόνα Έστερ περισσότερο απ’ +όλα τα επιχειρήματα της άλλης της αδελφής. + +Κάθε μέρα η ίδια ιστορία: το όνομα του Τζατσίντο αντηχούσε σ’ +όλο το σπίτι, και όταν οι τρεις αδελφές σώπαιναν εκείνος +βρισκόταν ανάμεσά τους, όπως συνέβαινε, εξ άλλου, πάντα από +την ημέρα της γέννησής του, και η άγνωστη μορφή του γέμιζε +ζωντάνια το κατεστραμμένο σπίτι. + +Ο Έφις δε θυμόταν να είχε ποτέ πάρει άμεσα μέρος στις +συζητήσεις των κυράδων του. Δεν τολμούσε, κυρίως επειδή δε +ζητούσαν τη γνώμη του, έπειτα γιατί δεν ήθελε να έχει ενοχές∙ +επιθυμούσε όμως να έλθει το παιδί. + +Τον αγαπούσε, τον είχε από την αρχή αγαπήσει σαν μέλος της +οικογένειας. + +Μετά το θάνατο του ντον Τζάμε είχε μείνει με τις τρεις κυρίες +για να τις βοηθήσει να τα βγάλουν πέρα με τις μπερδεμένες +τους υποθέσεις. Οι συγγενείς δε νοιάζονταν για εκείνες, +αντίθετα, τις υποτιμούσαν και τις απέφευγαν. Δεν τα +κατάφερναν παρά μόνο στις δουλειές του σπιτιού και ούτε που +γνώριζαν το κτηματάκι, τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας +τους. +«Θα μείνω άλλον ένα χρόνο στην υπηρεσία τους», είχε πει ο +Έφις, παρακινούμενος από συμπόνια για την εγκατάλειψή τους +από όλους. Και έμεινε είκοσι χρόνια. + +Οι τρεις γυναίκες ζούσαν από τα εισοδήματα του κτήματος που +εκείνος καλλιεργούσε. Τις δύσκολες χρονιές η ντόνα Έστερ +έλεγε στον υπηρέτη, μόλις έφτανε η ώρα να τον πληρώσει +(τριάντα σκούδα το χρόνο κι ένα ζευγάρι άρβυλα): +«Κάνε υπομονή, για το Θεό. Δε θα χάσεις αυτό που δικαιούσαι». + +Κι εκείνος έκανε υπομονή, και η πίστωσή του μεγάλωνε χρόνο το +χρόνο, τόσο που η ντόνα Έστερ, μισοαστεία, μισοσοβαρά, του +υποσχόταν να τον αφήσει κληρονόμο του κτήματος και του +σπιτιού, παρ’ όλο που ήταν πιο γέρος από εκείνες. + +Γέρος πια και αδύναμος• δεν έπαυε όμως να είναι άντρας και +αρκούσε η σκιά του για να προστατεύει ακόμη τις τρεις +γυναίκες. + +Τώρα ήταν εκείνος που ονειρευόταν για λόγου τους μια καλή +τύχη: τουλάχιστον η Νοέμι να εύρισκε σύζυγο! Εάν το κίτρινο +γράμμα, ύστερα από όλα αυτά, έφερνε μια καλή είδηση; Εάν +ανήγγειλε κάποια κληρονομιά; Εάν ζητούσαν τη Νοέμι σε γάμο; +Οι κυρίες Πιντόρ εξακολουθούσαν να έχουν πλούσιους συγγενείς +στο Σάσαρι και στο Νούορο: γιατί δε θα μπορούσε κάποιος από +εκείνους να ζητήσει σε γάμο τη Νοέμι; Θα μπορούσε το κίτρινο +γράμμα να το είχε γράψει και ο ίδιος ο ντον Πρέντου… + +Και να που μες στην κουρασμένη φαντασία του υπηρέτη τα +πράγματα αλλάζουν ξαφνικά όψη, όπως από τη νύχτα στη μέρα. +Όλα είναι φως, μια γλύκα: οι ευγενικές του κυράδες +ξανανιώνουν, ξανασηκώνονται και πετούν σαν τους αετούς που +ξανάβγαλαν φτερά. Το σπίτι τους ξαναγεννιέται από τα ερείπιά +του και όλα τριγύρω ξανανθίζουν όπως η κοιλάδα την άνοιξη. + +Και σ’ εκείνον, τον κακόμοιρο υπηρέτη, δε μένει παρά να +αποσυρθεί για το υπόλοιπο της ζωής του στο κτηματάκι, ν’ +απλώσει την ψάθα του και ν’ αναπαυθεί με τη βοήθεια του Θεού, +ενώ μες στη σιγαλιά της νύχτας οι καλαμιές ψιθυρίζουν την +προσευχή της γης που αποκοιμιέται. + +Κεφάλαιο δεύτερο + +Την αυγή έφυγε αφήνοντας πίσω του το αγόρι να φυλάει το +κτήμα. + +Η δημοσιά μέχρι το χωριό ήταν ανηφορική κι εκείνος περπατούσε +αργά επειδή τον προηγούμενο χρόνο τον είχαν εύρει οι θέρμες +της μαλάριας και τα πόδια του δεν τον βαστούσαν πια. Κάθε +τόσο σταματούσε και γύριζε να κοιτάξει το κτηματάκι που ήταν +καταπράσινο ανάμεσα στους δυο τοίχους που σχημάτιζαν οι +φραγκοσυκιές και το καλύβι εκεί πάνω, μαύρο ανάμεσα στο +γλαυκό των καλαμιών και στο λευκό του βράχου, του φαινόταν να +μοιάζει με φωλιά, μια πραγματική φωλιά. Κάθε φορά που έφευγε +από εκεί το κοίταζε έτσι, τρυφερά και μελαγχολικά, σαν ένα +πουλί που μεταναστεύει. Ένοιωθε ν’ αφήνει εκεί πάνω το +καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, τη δύναμη που δίνει η +μοναξιά, το ξεμονάχιασμα από τον κόσμο, και ανηφορίζοντας τη +δημοσιά που περνούσε ανάμεσα από ρείκια, βούρλα και χαμηλές +σκλήθρες στο μήκος του ποταμού, του φαινόταν πως είναι +προσκυνητής, με το μικρό μάλλινο δισάκι στον ώμο και με ένα +μπαστούνι από κουφοξυλιά στο χέρι, να κατευθύνεται σ’ έναν +τόπο μετάνοιας: στον κόσμο. + +Ας γίνει όμως το θέλημα του Θεού και ας προχωρήσουμε. Να που +ανοίγει ξαφνικά η κοιλάδα και στην απότομη κορυφή ενός λόφου, +όμοιου με έναν τεράστιο σωρό από χαλάσματα, εμφανίζονται τα +ερείπια του Κάστρου. Από ένα μαύρο τείχος ένα γαλάζιο +παράθυρο ανοιχτό, όμοιο με το μάτι του παρελθόντος, κοιτάζει +το μελαγχολικό τριανταφυλλί πανόραμα του ήλιου που ανατέλλει, +την κυματιστή πεδιάδα με τα γκρίζα στίγματα της άμμου και τα +κιτρινωπά βουρλοτόπια, την πρασινωπή φλέβα του ποταμού, τα +λευκά χωριουδάκια με το καμπαναριό στη μέση σαν το στύλο μες +στο άνθος, τα βουναλάκια πάνω από τα μικρά χωριά και στο +βάθος το σύννεφο βαμμένο μαβί και χρυσό στα βουνά του Νούορο. + +Ο Έφις περπατάει, μικροκαμωμένος και μελαψός, μέσα σ’ αυτό +το φωτεινό μεγαλείο. Ο ήλιος από το πλάι κάνει ν’ αστράφτει +όλη η πεδιάδα∙ σε κάθε βούρλο και από μια ασημένια κλωστή, +από τον θάμνο κάθε φλόμου ξεχύνεται το τιττύβισμα κάποιου +πουλιού∙ και να ο λευκοπράσινος κώνος του βουνού Γκάλτε με +λωρίδες σκιάς και φωτός, και στoυς πρόποδές του το χωριό που +μοιάζει ν’ αποτελείται μόνο από τα ερείπια της αρχαίας +ρωμαϊκής πόλης. + +Μακριοί μαντρότοιχοι κατεστραμμένοι, χαμόσπιτα χωρίς σκεπή, +τοίχοι γδαρμένοι, απομεινάρια από αυλές και φράχτες, τρώγλες +άθικτες πιο μελαγχολικές και από τα ίδια τα ερείπια +συνοδεύουν τους ανηφορικούς δρόμους, στρωμένους καταμεσής με +μεγάλους λίθους. Σκόρπιες εδώ κι εκεί πέτρες ηφαιστείου +μαρτυρούν για την καταστροφή που χτύπησε την αρχαία πόλη και +σκόρπισε τους κατοίκους της. Μερικά καινούργια σπίτια κάνουν +δειλά την εμφάνισή τους μέσα σε όλη αυτή την κατάπτωση και +ροδιές, χαρουπιές, συστάδες από φραγκοσυκιές και φοινικιές +δίνουν μια ποιητική νότα στο θλιβερό τοπίο. + +Όσο όμως ο Έφις ανέβαινε, η θλίψη αυτή μεγάλωνε, για να +φτάσει στο αποκορύφωμά της με τα απομεινάρια του παλιού +νεκροταφείου και των ερειπίων της εκκλησίας που απλώνονταν +στην καταραχιά, στη σκιά του Βουνού, ανάμεσα σε βάτα και +φλόμους. Τα σοκάκια ήταν έρημα και τα κάθετα βράχια του +Βουνού έμοιαζαν τώρα με μαρμάρινους πύργους. + +Ο Έφις σταμάτησε μπροστά σε μιαν εξώπορτα πλάι στην είσοδο +του παλιού νεκροταφείου. Ήταν σχεδόν ίδιες οι δυο είσοδοι με +τρία σπασμένα, χορταριασμένα σκαλοπάτια η κάθε μία, ενώ όμως +η είσοδος του παλιού νεκροταφείου έφερε ένα ξύλινο διαβρωμένο +υπέρθυρο, εκείνη των τριών γυναικών είχε ένα χτιστό αψιδωτό +υπέρθυρο και επάνω στη δοκό του υπήρχαν τα ίχνη ενός +οικόσημου: ένα κεφάλι πολεμιστή με κράνος και ένα χέρι +οπλισμένο με σπαθί∙ το μότο έγραφε: quis resistit hujas? + +Ο Έφις διέσχισε τη μεγάλη τετράγωνη αυλή που ήταν λιθόστρωτη +στο κέντρο, όπως οι δρόμοι, με ένα αυλάκι για τα νερά της +βροχής και έβγαλε το δισάκι από τον ώμο κοιτάζοντας μήπως +πρόβαλε καμία από τις κυράδες του. Το σπίτι, ισόγειο και ένας +όροφος μόνο, βρισκόταν στο βάθος της αυλής, και αμέσως από +πίσω υψωνόταν το Βουνό λες και κρεμόταν από πάνω του σαν +τεράστιος λευκοπράσινος σκούφος. + +Τρεις μικρές πόρτες βρίσκονταν κάτω από ένα ξύλινο μπαλκόνι +που περιέβαλλε όλο το επάνω πάτωμα του σπιτιού και όπου +ανέβαινε κανείς από μια εξωτερική σκάλα σε κακή κατάσταση. +Μια μαυρισμένη τριχιά, δεμένη και στερεωμένη σε πασσάλους +καρφωμένους στις γωνίες των σκαλοπατιών, είχε πάρει τη θέση +της κατεστραμμένης κουπαστής της σκάλας. Οι πόρτες, τα +υποστυλώματα και το κάγκελο του μπαλκονιού ήταν φτιαγμένα από +ξύλο λεπτοσκαλισμένο. Όλα όμως ήταν ετοιμόρροπα και το ξύλο +σαρακοφαγωμένο, μαυρισμένο, λες και θα γινόταν σκόνη με το +παραμικρό χτύπημα, σαν να το κομμάτιασε αόρατο τρυπάνι. + +Εδώ κι εκεί όμως, στα κάγκελα του μπαλκονιού, εκτός από τα +κομψά κολονάκια που ήταν άθικτα ακόμη, φαίνονταν τα +υπολείμματα μιας κορνίζας στολισμένης με ανάγλυφα φύλλα, +λουλούδια και φρούτα και ο Έφις θυμόταν ότι από μικρό παιδί +ακόμη εκείνο το μπαλκόνι είχε ξυπνήσει μέσα του έναν +θρησκευτικό σεβασμό, όπως ο άμβωνας και το κάγκελο του ιερού +της εκκλησίας. + +Μια κοντόχοντρη γυναίκα, μαυροντυμένη, με ένα λευκό μαντίλι +γύρο από το σκληρό, μαυριδερό πρόσωπο, εμφανίστηκε στο +μπαλκόνι. Έσκυψε, είδε τον υπηρέτη και τα μαύρα, αμυγδαλωτά +μάτια της άστραψαν από χαρά. +«Ντόνα Ρουθ, καλημέρα, κυρά μου!» + +Η ντόνα Ρουθ κατέβηκε γρήγορα, αφήνοντας να φανούν οι χοντρές +της γάμπες με τις τιρκουάζ κάλτσες. Του χαμογελούσε και +φαίνονταν τα γερά της δόντια κάτω από το σκούρο, τριχωτό +χείλος της. +« Και η ντόνα Έστερ; Και η ντόνα Νοέμι;» +«Η Έστερ πήγε στην εκκλησία, η Νοέμι σηκώνεται τώρα. Καλός ο +καιρός, Έφις! Πώς πάει εκεί κάτω;» +«Καλά, καλά, δόξα τω Θεώ, όλα καλά.» + +Ακόμη και η κουζίνα ήταν παμπάλαια: ευρύχωρη, χαμηλοτάβανη με +σταυρωτά δοκάρια στο ταβάνι μαυρισμένα από την καπνιά. Πάγκοι +από δουλεμένο ξύλο ακουμπούσαν στον τοίχο στις δυο πλευρές +του μεγάλου τζακιού. Πίσω από τα κάγκελα του παραθυριού +πρασίνιζε στο βάθος το βουνό. Πάνω στους γυμνούς κοκκινωπούς +τοίχους φαίνονταν ακόμη τα ίχνη από τις χάλκινες κατσαρόλες +που δεν υπήρχαν πια και τα λεία και γυαλιστερά κρεμαστάρια +όπου κάποτε κρεμούσαν τις σέλλες, τα δισάκια, τα όπλα, +έμοιαζε να είχαν απομείνει εκεί σαν ενθύμια. +«Λοιπόν, ντόνα Ρουθ;…..», ρώτησε ο Έφις, τη στιγμή που η +γυναίκα έβαζε στη φωτιά μια μικρή χάλκινη καφετιέρα. Εκείνη +όμως έστρεψε το πλατύ, μελαχρινό πρόσωπό της, που το +περιέβαλε η άσπρη μαντήλα, και του έκανε νόημα να έχει +υπομονή. +«Πήγαινε να μου φέρεις λίγο νερό, ώσπου να κατέβει η Νοέμι.» + +Ο Έφις πήρε τον κουβά κάτω από το κάθισμα και ξεκίνησε, αλλά +όταν έφτασε στην πόρτα έστρεψε δειλά, κοιτάζοντας τον κουβά +που κουνιόταν. +«Το γράμμα είναι από τον ντον Τζατσιντίνο;» +«Το γράμμα; Τηλεγράφημα είναι……» +« Χριστέ μου! Δεν πιστεύω να έπαθε τίποτα κακό;» +«Τίποτα, τίποτα! Πήγαινε…..» + +Δεν είχε νόημα να επιμένει πριν κατέβει η ντόνα Νοέμι. Η +ντόνα Ρουθ, παρ’ όλο που ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις +αδελφές και κρατούσε τα κλειδιά του σπιτιού (δεν υπήρχε δα +και τίποτε να ασφαλίσει) δεν έπαιρνε ποτέ καμία πρωτοβουλία +και καμία ευθύνη. + +Πήγε στο πηγάδι που έμοιαζε με νουράγκε [2] σκαμμένο σε μια +γωνιά της αυλής και ήταν προστατευμένο από έναν πέτρινο +φράχτη που πάνω του άνθιζαν, μέσα σε παλιά σπασμένα λαγήνια, +βιόλες και γιασεμιά. Ένα από αυτά σκαρφάλωνε στον τοίχο και +από εκεί πρόβαλε προς τα έξω, λες και ήθελε να δει τι υπήρχε +πέρα, στον κόσμο. + +Πόσες αναμνήσεις δεν ξυπνούσε στην καρδιά του υπηρέτη αυτή η +γωνιά της αυλής, θλιβερή με τα μούσκλια της, χαρούμενη με το +σκούρο χρυσαφί από τις βιόλες και με το ανοιχτοπράσινο των +γιασεμιών της! + + Σαν να έβλεπε ακόμη την ντόνα Λία, χλωμή και λεπτή σαν +κυπαρίσσι, να προβάλλει στο μπαλκόνι με το βλέμμα καρφωμένο +μακριά, να προσπαθεί να διακρίνει κι εκείνη τι υπήρχε πέρα, +στον κόσμο. Έτσι την είχε δει την μέρα της φυγής, ακίνητη +εκεί πάνω, όμοια με καπετάνιο που εξερευνά με το βλέμμα το +μυστήριο της θάλασσας… + +Πόσο βαραίνουν αυτές οι αναμνήσεις! Βαραίνουν σαν τον κουβά +γεμάτο με νερό που τραβάει προς τα κάτω, προς το πηγάδι. + +Σηκώνοντας όμως τα μάτια ο Έφις είδε ότι δεν ήταν η Λία +εκείνη η ψηλή γυναίκα που πρόβαλε ευκίνητη στο μπαλκόνι και +κούμπωνε τα μανίκια από το μακρύ, μαύρο πανωφόρι της. +«Ντόνα Νοέμι, καλημέρα, κυρά μου! Δεν θα κατεβείτε;» + +Εκείνη έσκυψε λίγο το κεφάλι με τα πυκνά, χρυσόμαυρα μαλλιά, +που έλαμπαν γύρω από το χλωμό πρόσωπο σαν δυο λωρίδες σατέν. +Απάντησε στο χαιρετισμό με τα μάτια, μαύρα χρυσαφί κι εκείνα +κάτω από μακριά ματόκλαδα, αλλά δεν μίλησε και δεν κατέβηκε. + +Άνοιξε διάπλατα πόρτες και παράθυρα – δεν υπήρχε κίνδυνος το +ρεύμα του αέρα να χτυπήσει και να σπάσει τα τζάμια (έλλειπαν +εδώ και χρόνια!) – και έφερε έξω, να την απλώσει στον ήλιο, +μια κίτρινη κουβέρτα. +«Δεν θα κατεβείτε, ντόνα Νοέμι;», ξανάπε ο Έφις με το κεφάλι +στραμμένο ψηλά, κάτω από το μπαλκόνι. +«Τώρα, τώρα.» + +Συνέχιζε όμως ν’ απλώνει την κουβέρτα και σαν να σταματούσε +λίγο για να παρατηρήσει το τοπίο στα δεξιά και το τοπίο στα +αριστερά, και τα δυο μελαγχολικά όμορφα, με την αμμώδη +πεδιάδα να την διασχίζει το ποτάμι, με σειρές από λεύκες, με +χαμηλές σκλήθρες, με βουρλοτόπια και φλόμους, με την εκκλησία +μαυρισμένη από τα βάτα, το παλιό νεκροταφείο χορταριασμένο +και μέσα στο πράσινο να ασπρίζουν σαν μαργαρίτες τα κόκαλα +των νεκρών, και στο βάθος ο λόφος με τα ερείπια του Κάστρου. + +Χρυσά σύννεφα στεφάνωναν τον λόφο και τα ερείπια και η +γλυκύτητα και η ησυχία του πρωινού έδιναν σ’ όλο το τοπίο μια +ηρεμία νεκροταφείου. Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο. +Τα ίδια τα κόκαλα των νεκρών έμοιαζαν να είναι τα λουλούδια +του, τα σύννεφα το διάδημά του. + +Αυτό δεν έκανε καμία εντύπωση στη Νοέμι. Από κοριτσάκι είχε +συνηθίσει να βλέπει τα κόκαλα που τον χειμώνα ζεσταίνονταν +λες στον ήλιο και την άνοιξη άστραφταν με τις δροσοσταλίδες. +Κανείς δεν σκέφτηκε να τα πάρει από εκεί∙ γιατί να το σκεφτεί +εκείνη; Η ντόνα Έστερ όμως, κάθε φορά που ανηφορίζει με αργό +και ήρεμο βήμα το καλντερίμι από την καινούργια εκκλησία του +χωριού (όταν είναι σπίτι πάντα βιάζεται, έξω όμως τα κάνει +όλα με ηρεμία, επειδή μια γυναίκα από ευγενική γενιά πρέπει +να είναι αποφασιστική και ήρεμη) όταν φτάνει μπροστά στο +παλιό νεκροταφείο σταυροκοπιέται και προσεύχεται για την ψυχή +των νεκρών.... + +Η ντόνα Έστερ δεν ξεχνά ποτέ τίποτα και δεν παύει να +παρατηρεί∙ έτσι, μόλις μπήκε στην αυλή, κατάλαβε ότι κάποιος +τράβηξε νερό από το πηγάδι. Έβαλε στη θέση του τον κουβά, +έβγαλε ένα πετραδάκι από μια γλάστρα με βιόλες και μόλις +μπήκε στην κουζίνα χαιρέτησε τον Έφις και τον ρώτησε εάν του +είχαν φτιάξει καφέ. +«Μου έφτιαξαν, μου έφτιαξαν, ντόνα Έστερ, κυρά μου!» + +Στο αναμεταξύ η ντόνα Νοέμι είχε κατέβει με το τηλεγράφημα +στο χέρι, αλλά δεν αποφάσιζε να το διαβάσει, λες και της +άρεσε να μεγαλώνει την αγωνία και την περιέργεια του υπηρέτη. +«Έστερ», είπε, ενώ καθόταν στον πάγκο πλάι στο τζάκι, «γιατί +δεν βγάζεις το σάλι;» +«Έχει λειτουργία στην εκκλησία σήμερα το πρωί∙ θα ξαναβγώ. +Διάβασε.» + +Κάθισε κι εκείνη στον πάγκο και η ντόνα Ρουθ την μιμήθηκε. +Καθισμένες έτσι οι τρεις αδελφές έμοιαζαν καταπληκτικά∙ μόνο +που αντιπροσώπευαν τρεις διαφορετικές ηλικίες: η ντόνα Νοέμι +ήταν ακόμη νέα, η ντόνα Έστερ ηλικιωμένη και η ντόνα Ρουθ ήδη +γριά, αλλά κοτσονάτη, ευγενική, γαλήνια. Τα μάτια της ντόνας +Έστερ, λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από εκείνα των αδερφάδων της, μ’ +ένα χρώμα καστανό χρυσαφί, είχαν μια λάμψη παιδική και πονηρή +ταυτόχρονα. + +Ο υπηρέτης κάθισε απέναντί τους και περίμενε. Η ντόνα Νοέμι +όμως, αφού ξεδίπλωσε το κίτρινο χαρτί, το κοίταζε με βλέμμα +προσηλωμένο σαν να μην μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις και +τελικά το ανέμισε οργισμένη. +«Λοιπόν, λέει πως φτάνει σε λίγες μέρες. Αυτό είναι όλο!» + +Σήκωσε τα μάτια και κοκκίνισε κοιτάζοντας αυστηρά κατά +πρόσωπο τον Έφις∙ και οι άλλες δυο τον κοίταζαν. +«Το καταλαβαίνεις; Έτσι, απλά, σαν να έρχεται στο σπίτι του!» +«Τι λες;», ρώτησε η ντόνα Έστερ, βγάζοντας ένα δάχτυλο μέσα +από τον κόμπο που έκανε το σάλι. + +Ο Έφις είχε μια μακάρια όψη: οι πυκνές ρυτίδες γύρο από τα +ζωηρά του μάτια έμοιαζαν με ακτίνες, και ο ίδιος δεν +προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του. +«Είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης, λέω όμως ότι η Θεία Πρόνοια +ξέρει τι κάνει!» +«Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ! Υπάρχει κάποιος τουλάχιστον που +καταλαβαίνει τον λόγο», είπε η ντόνα Έστερ. + +Η Νοέμι όμως χλόμιασε πάλι. Λόγια διαμαρτυρίας της έρχονταν +στα χείλη και παρ’ όλο που κατόρθωνε πάντα να συγκρατιέται +μπροστά στον υπηρέτη, που φαίνεται πως δεν του έδινε και πολύ +σημασία, αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να μην τον αντικρούσει. +«Δεν έχει καμιά δουλειά εδώ η Θεία Πρόνοια και δεν πρόκειται +γι’ αυτό. Πρόκειται για......», και πρόσθεσε μετά από μια +στιγμή δισταγμού, «πρόκειται για μια ξεκάθαρη απάντηση που +πρέπει να του δώσουμε, ότι στο σπίτι μας δεν υπάρχει θέση για +εκείνον!» + +Τότε ο Έφις άνοιξε τα χέρια και έκλινε λίγο το κεφάλι σαν να +ήθελε να πει: τότε γιατί θέλετε τη συμβουλή μου; - αλλά η +ντόνα Έστερ έβαλε τα γέλια και σήκωσε, χτυπώντας τες νευρικά, +τις δυο μαύρες άκρες από το σάλι της. +«Και πού θα ’θελες να πάει, λοιπόν; Στο σπίτι του Ρετόρου σαν +τους ξένους που δεν βρίσκουν πού να μείνουν;» +«Εγώ δεν θα του έδινα καμία απάντηση», πρότεινε η ντόνα Ρουθ +παίρνοντας από τα χέρια της Νοέμι το τηλεγράφημα που εκείνη +δίπλωνε και ξεδίπλωνε νευρικά. «Εάν έλθει, καλώς να ορίσει. +Θα μπορούσαμε να τον υποδεχτούμε σαν να ήταν ξένος. Καλώς τον +τον ξένο!», είπε σαν να χαιρετούσε κάποιον που έμπαινε εκείνη +τη στιγμή από την πόρτα. «Εντάξει. Και εάν συμπεριφερθεί +άσχημα, θα τα μαζέψει και θα φύγει όσο είναι καιρός.» + +Η ντόνα Έστερ όμως χαμογελούσε κοιτάζοντας την αδελφή της που +ήταν η πιο δειλή και η πιο αναποφάσιστη από τις τρεις και +σκύβοντας της χτύπησε με το χέρι το γόνατο. +«Να τον διώξουμε, θέλεις να πεις; Σπουδαία εντύπωση θα +κάνουμε! Και θα έχεις το θάρρος να το κάνεις εσύ, Ρουθ;» + +Ο Έφις σκεφτόταν. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι και ακούμπησε το +χέρι στο στήθος του. +«Αυτό θα το αναλάβω εγώ!», υποσχέθηκε με αποφασιστικότητα. + +Το βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο της Νοέμι κι εκείνος +που πάντα φοβόταν τα υγρά και ψυχρά της μάτια σαν θάλασσα +βαθιά, κατάλαβε πως η νεαρή κυρά του έπαιρνε στα σοβαρά την +υπόσχεσή του. + +Δεν μετάνιωσε όμως που την έδωσε. Πολλές άλλες ευθύνες είχε +αναλάβει στη ζωή του. + +Έμεινε στο χωριό όλη την μέρα. + +Ανησυχούσε για το κτήμα – αν και την εποχή εκείνη λίγα +πράγματα ήταν εκείνα που θα μπορούσε να κλέψει κανείς – αλλά +του φαινόταν ότι μια κρυφή διχόνοια ταλάνιζε τις κυράδες του +και δεν ήθελε να φύγει εάν προηγουμένως δεν τις έβλεπε +φιλιωμένες. + +Η ντόνα Έστερ, αφού έβαλε λίγη τάξη, ξαναβγήκε για να πάει +στην εκκλησία. Ο Έφις της υποσχέθηκε να την συναντήσει στην +εκκλησία, αλλά την ώρα που η ντόνα Νοέμι ανέβαινε πάλι επάνω, +εκείνος ξαναμπήκε στην κουζίνα και παρακάλεσε χαμηλόφωνα την +ντόνα Ρουθ, που είχε γονατίσει στο πάτωμα και ζύμωνε επάνω σε +μια χαμηλή τάβλα, να του δώσει το τηλεγράφημα. Η γυναίκα +σήκωσε το κεφάλι και με το χέρι της μέσα στο αλεύρι τράβηξε +πίσω τη μαντίλα της. +«Την άκουσες;», είπε χαμηλόφωνα υπονοώντας την Νοέμι. «Πάντα +η ίδια! Η περηφάνια την κουμαντάρει......» +«Δίκιο έχει!» είπε ο Έφις σκεφτικός. «Όταν είναι κανείς +ευγενής είναι ευγενής, ντόνα Ρουθ. Βρίσκεις ένα νόμισμα +χωμένο μέσα στη γη. Νομίζεις ότι είναι σιδερένιο επειδή είναι +μαυρισμένο, εάν όμως το καθαρίσεις βλέπεις ότι είναι χρυσό. +Το χρυσάφι είναι πάντα χρυσάφι.....» + +Η ντόνα Ρουθ κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο να δικαιολογήσει στον +Έφις την αδικαιολόγητη περηφάνια της Νοέμι και, έτοιμη πάντα +να ακολουθήσει την γνώμη των άλλων, χάρηκε γι’ αυτό. +«Θυμάσαι πόσο υπεροπτικός ήταν ο πατέρας μου;», είπε, +χώνοντας μέσα στη χλωμή ζύμη τα κόκκινα χέρια της με τις +γαλάζιες φλέβες. «Κι εκείνος έτσι μιλούσε. Εκείνος βέβαια δεν +θα επέτρεπε στον Τζατσιντίνο ούτε καν να ξεμπαρκάρει. Τι λες, +Έφις;» +«Εγώ; Εγώ είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης, αλλά λέω πως ο ντον +Τζατσιντίνο θα ξεμπαρκάριζε οπωσδήποτε.» +«Γιός της μάνας του, θέλεις να πεις;» αναστέναξε η ντόνα Ρουθ +και ο υπηρέτης αναστέναξε κι εκείνος. Η σκιά του παρελθόντος +ήταν πάντα εκεί, γύρω τους. + +Ο άντρας όμως έκανε μια χειρονομία σαν να ήθελε να διώξει τη +σκιά εκείνη και παρατηρώντας τις κινήσεις των κόκκινων χεριών +που τραβούσαν, δίπλωναν και χτυπούσαν τη λευκή ζύμη, συνέχισε +ήρεμα. +«Είναι καλό παιδί και η Θεία Πρόνοια θα το βοηθήσει. Πρέπει +να προσέξουμε όμως μην το πιάσουν οι πυρετοί της μαλάριας. +Πρέπει να του αγοράσουμε και ένα άλογο, επειδή οι στεριανοί +δεν συνηθίζουν να πηγαίνουν με τα πόδια. Θα το φροντίσω εγώ. +Αυτό που έχει σημασία είναι οι αφεντιές σας να συμφωνήσουν.» + +Εκείνη όμως απάντησε αμέσως αγέρωχα. +«Γιατί; Δεν συμφωνούμε, λες; Μας άκουσες μήπως να μαλώνουμε; +Δεν θα πας στη εκκλησία, Έφις;» + +Κατάλαβε ότι τον έδιωχνε και βγήκε στην αυλή, κοίταξε όμως +μήπως μπορούσε να μιλήσει και με την ντόνα Νοέμι. Να την που +βγήκε στο μπαλκόνι να μαζέψει την κουβέρτα. Χαμένος κόπος να +την παρακαλέσει να κατέβει, έπρεπε ν’ ανέβει εκείνος. +«Ντόνα Νοέμι, μου επιτρέπετε μια ερώτηση; Είστε +ευχαριστημένη;» + +Η Νοέμι τον κοίταξε έκπληκτη κρατώντας την κουβέρτα στην +αγκαλιά. +«Για ποιο πράγμα;» +«Που θα έρθει ο ντον Τζατσιντίνο. Θα δείτε, είναι καλό +παιδί.» +«Εσύ πού τον γνώρισες;» +«Φαίνεται από το γράψιμο. Μπορεί να κάνει πολλά. Πρέπει όμως +να του αγοράσουμε ένα άλογο…..» +«Και σπιρούνια τότε!» +«…. Σημασία έχει να συμφωνήσουν οι εξοχότητές σας. Αυτό είναι +το σημαντικό.» + +Εκείνη τράβηξε μια κλωστή από την κουβέρτα και την πέταξε +στην αυλή. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε. +«Πότε δεν συμφωνήσαμε; Μέχρι τώρα, πάντα.» +«Ναι… όμως φαίνεται ότι δεν είστε ευχαριστημένη από τον +ερχομό του Τζατσίντο.» +«Πρέπει ν’ αρχίσω να τραγουδάω; Δεν είναι δα και ο Μεσσίας!», +είπε μπαίνοντας πλάγια στο πορτάκι απ’ όπου φαινόταν το +εσωτερικό ενός λευκού δωματίου με ένα παλιό κρεβάτι, μια +παλιά κασέλα, ένα παραθυράκι χωρίς τζάμια, ανοιχτό με φόντο +το πράσινο του Βουνού. + +Ο Έφις κατέβηκε, έκοψε μια μικρή ροζ βιολέτα και κρατώντας +την ανάμεσα στα δάχτυλα, που είχε σταυρωμένα πίσω στην πλάτη, +κατευθύνθηκε προς την εκκλησία. + +Η ησυχία και η δροσιά του απότομου Βουνού κυριαρχούσαν +τριγύρω. Μόνο οι τρίλιες των μελισσοφάγων μέσα στα βάτα +έδιναν ζωντάνια στον τόπο και συνόδευαν την μονότονη προσευχή +των γυναικών στην εκκλησία. Ο Έφις μπήκε ακροπατώντας, με τη +βιολέτα στο χέρι και γονάτισε πίσω από την κολόνα του άμβωνα. + +Η εκκλησία ερειπωνόταν. Όλα εκεί μέσα ήταν γκρίζα, υγρά και +σκονισμένα. Από τις τρύπες της ξύλινης οροφής έμπαιναν λοξά +φωτεινές ακτίνες ασημί σκόνης που κατέληγαν επάνω στα κεφάλια +των γονατισμένων καταγής γυναικών, και οι κιτρινισμένες +φιγούρες που ξεπηδούσαν από το μαυρισμένο φόντο των +ραγισμένων τοιχογραφιών, που ακόμη κοσμούσαν τους τοίχους, +έμοιαζαν μ’ αυτές τις γυναίκες, ντυμένες στα μαύρα και τα +βιολετιά, όλες χλωμές σαν το φίλντισι, ακόμη και οι πιο +ωραίες, οι πιο λεπτές, με στήθος άσαρκο και την κοιλιά +πρησμένη από της θέρμες της μαλάριας. Και η προσευχή ηχούσε +αργόσυρτη και μονότονη και έμοιαζε να πάλλεται μακριά, πέρα +από τον χρόνο. Η λειτουργία ήταν για τα σαράντα κάποιου και +ένα μαύρο ύφασμα με χρυσές φράντζες σκέπαζε το κάγκελο του +ιερού. Ο παπάς ντυμένος στα άσπρα και μαύρα έστρεφε αργά με +υψωμένα τα χέρια, με δυο ακτίνες φωτός να τον περιβάλλουν, +που λες και ξεπηδούσαν από το κεφάλι του, όμοιο μ’ εκείνο +ενός προφήτη. Αν δεν υπήρχε ο ήχος από το καμπανάκι του +μικρού νεωκόρου που λες και έδιωχνε από τριγύρω τα πνεύματα, +ο Έφις, παρά το φως και το κελάηδα των πουλιών, θα πίστευε +ότι παίρνει μέρος σε μια λειτουργία φαντασμάτων. Να, όλοι +είναι εδώ: ο ντον Τζάμε γονατισμένος στο προσευχητάρι της +οικογένειας και λίγο πιο πέρα η ντόνα Λία χλωμή μέσα στο +μαύρο της σάλι, όπως η φιγούρα ψηλά στην παλιά ζωγραφιά που +όλες οι γυναίκες κοιτάζουν κάθε τόσο και που μοιάζει να +προβάλλει πράγματι σε ένα μαύρο, ετοιμόρροπο μπαλκόνι. Είναι +η φιγούρα της Μαγδαληνής που, όπως λένε, έγινε εκ του +φυσικού: η αγάπη, η θλίψη, οι τύψεις και η ελπίδα γελούν και +κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο πικραμένο στόμα της… + +Ο Έφις την κοιτά και νοιώθει, όπως πάντα μπροστά σ’ αυτή την +φιγούρα που ξεπροβάλλει απ’ τα σκοτάδια ενός παρελθόντος +χωρίς όρια, ζάλη σαν να ήταν εκείνος που αιωρείται σ’ ένα +μαύρο κενό όλο μυστήριο... Σαν να θυμάται μια προηγούμενη +ζωή, παμπάλαια. Του φαίνεται πως ζωντανεύει το κάθε τι γύρω +του, με μια ζωή όμως φανταστική, μυθική. Οι νεκροί +ανασταίνονται, ο Χριστός που βρίσκεται πίσω από το κιτρινωπό +παραπέτασμα του ιερού και δυο φορές το χρόνο μόνο τον +δείχνουν στο λαό, κατεβαίνει από την κρυψώνα του και +περπατάει. Κι Αυτός είναι αδύνατος, χλωμός, σιωπηλός. +Περπατάει και ο λαός τον ακολουθεί και στη μέση του κόσμου +είναι αυτός, ο Έφις, που προχωρά, προχωρά, με το λουλούδι στο +χέρι, με την καρδιά του να σκιρτά από τρυφερότητα… Οι +γυναίκες ψάλλουν, τα πουλιά κελαηδούν. Η ντόνα Έστερ +περπατάει πλάι στον υπηρέτη με γρήγορα μικρά βήματα, με το +δάχτυλο έξω από τον κόμπο που κάνει το σάλι. Η λιτανεία +βγαίνει από το χωριό και το χωριό είναι ολάνθιστο από τις +ροδιές και την αγράμπελη. Τα σπίτια είναι καινούργια, η +εξώπορτα της οικογένειας Πιντόρ είναι καινούργια, από +καρυδιά, γυαλίζει και το μπαλκόνι είναι ανέπαφο….. Όλα είναι +καινούργια, όλα είναι όμορφα. Η ντόνα Μαρία Κριστίνα είναι +ζωντανή και προβάλλει στο μπαλκόνι όπου είναι απλωμένες οι +κουβέρτες από μετάξι. Η ντόνα Νοέμι είναι κοπελίτσα, +αρραβωνιασμένη με τον ντον Πρέντου και ο ντον Τζάμε, που +ακολουθεί κι αυτός την λιτανεία, κάνει, όπως πάντα, τον +θυμωμένο, αλλά είναι πολύ ευχαριστημένος….. + +Όμως η ψαλμωδία των γυναικών σταμάτησε και μερικές σηκώθηκαν +για να φύγουν. Ο Έφις, που είχε ακουμπήσει το κεφάλι στην +κολόνα του άμβωνα, τινάχτηκε από τ’ όνειρό του και ακολούθησε +την ντόνα Έστερ που έβγαινε από την εκκλησία για να γυρίσει +σπίτι. + +Ο ήλιος από ψηλά χτυπούσε τώρα αλύπητα το χωριουδάκι που ήταν +περισσότερο από κάθε άλλη φορά έρημο μέσα στο εκτυφλωτικό φως +του ζεστού ήδη πρωινού. Οι γυναίκες μόλις βγήκαν από την +εκκλησία σκόρπισαν εδώ κι εκεί, σιωπηλές σαν φαντάσματα, και +απλώθηκε πάλι η μοναξιά και η σιωπή γύρω από το σπίτι των +Πιντόρ. Η ντόνα Έστερ πλησίασε στο πηγάδι για να στηρίξει μ’ +ένα ξύλο μια γαριφαλιά, ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και +έκλεισε τα πορτοπαράθυρα. Στο πέρασμά της το ξώστεγο έτριζε +και από τον τοίχο και το φθαρμένο ξύλο έπεφτε μια γκρίζα +σκόνη σαν στάχτη. + +Ο Έφις την περίμενε να κατέβει. Καθισμένος στα σκαλοπάτια +κάτω από τον ήλιο, με τον σκούφο του γερμένο για να του κάνει +λίγο ίσκιο στο πρόσωπο, πελεκούσε με το σουγιά του ένα μικρό +κομμάτι ξύλο που η ντόνα Ρουθ ήθελε να βάλει κάτω από την +εξώπορτα, αλλά η ανταύγεια της λάμας στον ήλιο τον ενοχλούσε +στα μάτια και η βιόλα, που είχε κιόλας μαραθεί, έτρεμε πάνω +στο γόνατό του. Μπερδεμένες σκέψεις του περνούσαν από το +μυαλό και σκεφτόταν τις θέρμες της μαλάριας που τον είχαν +ταλαιπωρήσει την προηγούμενη χρονιά. +«Ξαναγυρίζουν οι διαολεμένες;» + +Η ντόνα Έστερ ξανακατέβηκε με ένα βαζάκι από φελλό στο χέρι. +Τραβήχτηκε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει και σήκωσε +το πρόσωπο που το σκίαζε ο σκούφος. +«Κυρά μου, δεν θα ξαναβγείτε;» +«Πού να πάω τέτοια ώρα; Δεν με κάλεσε κανείς για τραπέζι!» +« Θα ’θελα να σας πω κάτι. Είστε ευχαριστημένη;» +«Για ποιο πράγμα, ψυχή μου;» + +Τον συμπεριφερόταν σαν μάνα, χωρίς όμως οικειότητα. Τον +θεωρούσε πάντα απλοϊκό άνθρωπο. +«Που…. που συμφωνείτε όλες για τον ερχομό του Τζατσιντίνο;» +«Ναι, είμαι ευχαριστημένη. Έτσι έπρεπε να γίνει.» +«Είναι καλό παιδί. Θα πλουτίσει. Πρέπει να του αγοράσουμε ένα +άλογο. Όμως…..» +«Όμως;» +«Δεν πρέπει να τον αφήσουμε πολύ ελεύθερο, στην αρχή. Τα +παιδιά είναι πάντα παιδιά… Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί. Εάν +κάποιος μου επέτρεπε να του σφίξω το μικρό του δαχτυλάκι εγώ +του έστριβα όλο το χέρι. Και έπειτα οι άντρες της ράτσας +Πιντόρ, το ξέρετε δα ντόνα Έστερ, είναι υπερήφανοι….» +«Εάν έρθει ο ανεψιός μου, Έφις, θα του πω όπως στους ξένους: +κάθισε, είσαι σαν στο σπίτι σου. Θα καταλάβει όμως πως εδώ θα +είναι φιλοξενούμενος….» + +Τότε ο Έφις σηκώθηκε τινάζοντας από το παντελόνι του τις +σχίζες του ξύλου. Όλα πήγαιναν καλά, και όμως κάποια ανησυχία +τον τυραννούσε∙ κάτι ακόμη ήθελε να πει αλλά δεν τολμούσε. + +Ακολούθησε βήμα βήμα τη γυναίκα, έβγαλε τον σκούφο για να +τοποθετήσει με δύναμη το κομμάτι το ξύλο κάτω από την πόρτα +και περίμενε πάλι με υπομονή να επιστρέψει η ντόνα Έστερ στο +πηγάδι για νερό. +«Δώστε, δώστε σ’ εμένα», είπε παίρνοντάς της τον κουβά από το +χέρι και ενώ ανέβαζε το νερό κοίταζε μέσα στο πηγάδι, για να +μην κοιτάζει κατά πρόσωπο την κυρά του, επειδή ντρεπόταν να +της ζητήσει τα λεφτά που του χρωστούσε. +«Ντόνα Έστερ, δεν βλέπω πια τα δεμάτια με τα καλάμια. Τα +πουλήσατε;» +«Ναι, άλλα πούλησα σε κάποιον από το Νούορο και άλλα τα +χρησιμοποίησα για να επισκευάσω την σκεπή και έτσι πλήρωσα +και τον χτίστη. Ξέρεις ότι την τελευταία μέρα της σαρακοστής +ο αέρας πέταξε τα κεραμίδια.» + +Κι έτσι εκείνος δεν επέμενε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να +διορθώσει κανείς τα πράγματα, χωρίς να ταπεινώνει τους +ανθρώπους που αγαπά! Γι’ αυτό πήγε στην Καλίνα, την +τοκογλύφο, σταματώντας να πει μια καλημέρα στην γιαγιά του +αγοριού που του φύλαγε το κτήμα. Ψηλή και λιπόσαρκη, με +πρόσωπο αρχαίας αιγύπτιας πλαισιωμένο από μια μαύρη μαντίλα +που οι άκρες της ήταν δεμένες πάνω στο κεφάλι, η γριά έγνεθε +καθισμένη στο σκαλάκι του χαμόσπιτού της από μαυρισμένες +πέτρες. Είχε μια σειρά κοραλλιών γύρω από τον μακρύ, +κιτρινωπό και ρυτιδιασμένο λαιμό της. Δυο χρυσά σκουλαρίκια +κρέμονταν στ’ αυτιά της σαν λαμπερές σταγόνες που δεν έλεγαν +να πέσουν. Έμοιαζε να έχει ξεχάσει, γερνώντας, να βγάλει από +πάνω της τα κοσμήματα αυτά της νιότης της. +«Η Παναγιά μαζί σου θεια-Ποτόι. Πώς τα περνάτε; Το αγόρι +έμεινε εκεί πάνω, αλλά απόψε θα γυρίσει.» + +Τον κοίταζε με τα γυάλινα μάτια της. +«Α, είσαι ο Έφις; Ο Θεός μαζί σου. Λοιπόν, από ποιόν ήταν το +γράμμα; Από τον ντον Τζατσιντίνο; Εάν έρθει, να τον +υποδεχτείτε καλά. Στο κάτω κάτω γυρίζει στο σπίτι του. Είναι +η ψυχή του ντον Τζάμε, επειδή οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν +μέσα στους νέους. Κοίτα την Γκριζέντα, την εγγονή μου! +Γεννήθηκε πριν δέκα έξι χρόνια, στη γιορτή του Χριστού, την +ώρα που πέθαινε η μάνα της. Λοιπόν, κοίτα την καλά: δεν είναι +η μάνα της ξαναγεννημένη; Να την….» + +Και πράγματι η Γκριζέντα ανέβαινε από το ποτάμι με ένα πανέρι +ρούχα στο κεφάλι, ψηλή, με το μεσοφόρι σηκωμένο πάνω από τις +γάμπες της που γυάλιζαν και ήταν ίσιες σαν της ελαφίνας. Και +τα μάτια της ήταν σαν της ελαφίνας λοξά και υγρά σ’ ένα χλωμό +πρόσωπο σαν παλιό μετάλλιο. Μια κόκκινη κορδέλα στόλιζε το +στήθος της, από την μια άκρη στην άλλη του μικρού κορσέ που +ήταν ανοιχτός πάνω από το πουκάμισο και υποβάσταζε τα άγουρα +στήθη της. +«Μπαρπα- Έφις!», φώναξε, χαδιάρικα και αυστηρά, βάζοντας το +πανέρι πάνω στο κεφάλι του και ψαχουλεύοντας τις τσέπες του. +«Εγώ πάντα σας σκέφτομαι, καλέ μου, κι εσείς δεν έχετε τίποτε +να μου δώσετε…. Ούτε ένα αμύγδαλο!» + +Ο Έφις την άφηνε να τον ψαχουλεύει και χαιρόταν τη χάρη της. +Η γριά όμως με ανέκφραστο το πρόσωπο και τα μάτια γυάλινα +είπε με γλύκα: +«Ο μακαρίτης ντον Τζάμε γυρίζει πίσω.» + +Η Γκριζέντα κοκάλωσε και το όμορφο πρόσωπο και τα όμορφα +μάτια της πήραν αμυδρά την όψη της γιαγιάς της. +«Γυρίζει πίσω;» +«Αφήστε τα τώρα αυτά!» είπε ο Έφις απιθώνοντας το πανέρι στα +πόδια του κοριτσιού, αλλά εκείνη άκουγε σαν μαγεμένη τα λόγια +της γιαγιάς, και εκείνος κατεβαίνοντας το σοκάκι νόμιζε πως +ξανάβλεπε το παρελθόν σε κάθε γωνιά. Να, εκεί κάτω, +καθισμένος στο πέτρινο παγκάκι που ακουμπά στο γκρίζο σπίτι +του Μιλέζου, ένας μεγαλόσωμος άντρας ντυμένος στα βελούδα. Το +καφέ χρώμα της φορεσιάς του τονίζει το κόκκινο του προσώπου +του και το μαύρο του γενιού του. + +Δεν είναι ο ντον Τζάμε; Σαν κι εκείνον προτάσσει το στήθος +του και έχει τους αντίχειρες μέσα στα τσεπάκια του γιλέκου +του. Τα άλλα δάχτυλά του, κόκκινα, συμπλέκονται με τη χρυσή +αλυσίδα του ρολογιού. Κάθεται εκεί όλη την ημέρα για να +κοιτάζει τους περαστικούς και να τους κοροϊδεύει. Πολλοί +αλλάζουν δρόμο επειδή τον φοβούνται και το ίδιο κάνει και ο +Έφις, για να φτάσει στο σπίτι της τοκογλύφου χωρίς να γίνει +αντιληπτός. + +Μια αιμασιά από φραγκοσυκιές έζωνε σαν τοίχος βαρύς την αυλή +της θεια Καλίνα. Εκείνη έγνεθε επίσης, ήταν μικροκαμωμένη και +φορούσε κεντητές παντόφλες, χωρίς κάλτσες. Το μικρό της +πρόσωπο ήταν πανιασμένο και τα μάτια της, μάτια αρπαχτικού, +χρύσιζαν και γυάλιζαν στη σκιά της μαντίλας που φορούσε στο +κεφάλι. +«Έφις, καρδούλα μου, πώς είσαι; Και οι κυράδες σου πώς είναι; +Πώς και με θυμήθηκες;. Κάτσε, κάτσε, ξεκουράσου.» + +Νωθρές κότες που τσιμπιόντουσαν κάτω από τα φτερά τους, ζωηρά +γατάκια που κυνηγούσαν ροδαλά γουρουνάκια, περιστέρια λευκά +και γλαυκά, ένα γαϊδούρι δεμένο σ’ έναν πάσαλο και τα +χελιδόνια στον αέρα έδιναν στην αυλή την όψη της Κιβωτού του +Νώε. Το σπιτάκι είχε για φόντο το παλιό, ανακαινισμένο σπίτι +του Μιλέζου που ήταν ψηλό, με καινούργια σκεπή, αλλά με τους +τοίχους εδώ κι εκεί φαγωμένους και γδαρμένους λες από τον +χρόνο που πεισματώνει σε όσους θέλουν να του αρπάξουν τη +λεία. +«Το κτήμα;», είπε ο Έφις ακουμπώντας στον τοίχο πλάι στη +γυναίκα. «Καλά πάει. Φέτος θα έχουμε περισσότερα αμύγδαλα +παρά φύλλα. Έτσι θα σε ξεχρεώσω, Καλί! Μην ανησυχείς….» + +Εκείνη ζάρωσε τα άτριχα φρύδια της, ενώ παρακολουθούσε το +νήμα από το αδράχτι. +«Δεν ανησυχώ, ξέρεις! Μακάρι να ’ταν όλοι σαν κι εσένα και τα +εφτά σκούδα που μου χρωστάς να ήταν εκατό!» +«Ο διάολος να σε πάρει», σκαφτόταν ο Έφις. «Μου δάνεισες +τέσσερα σκούδα τα Χριστούγεννα και τώρα τα έκανες κιόλας +εφτά!» +«Λοιπόν, Καλί», πρόσθεσε χαμηλόφωνα με σκυμμένο το κεφάλι σαν +να μιλούσε στα γουρουνάκια που μυρίζονταν με επιμονή τα πόδια +του. «Καλί, δώσε μου άλλο ένα σκούδο! Έτσι θα γίνουν οχτώ, +και τον Ιούλιο, μα την αλήθεια, θα σου τα επιστρέψω μέχρι την +τελευταία δεκάρα…..» + +Η τοκογλύφος δεν απάντησε αλλά τον κοίταξε για πολλή ώρα από +πάνω μέχρι κάτω, σήκωσε το χέρι και τον μούντζωσε. + +Ο Έφις τινάχτηκε και της έπιασε το χέρι, ενώ τα γουρουνάκια +το έσκαγαν τρομαγμένα και από πίσω τους τα γατάκια και μέσα +σ’ αυτή την αναμπουμπούλα οι κότες φτερούγιζαν. +«Καλί, που να σε πάρει ο διάολος, εάν δεν ήταν κάποιοι σαν κι +εμένα, εσύ αντί να κάνεις την τοκογλύφο θα πήγαινες να +μαζέψεις βδέλλες…» +«Καλύτερα να μαζεύω βδέλλες, παρά να μου πίνουν το αίμα +κάποιοι σαν κι εσένα, συφοριασμένε! Ναι, βλάκα, θα σου το +δώσω το σκούδο∙ και δέκα και εκατό θα σου δώσω, εάν θέλεις, +όπως δίνω σε πιο καθωσπρέπει ανθρώπους από σένα, στις κυράδες +σου, στους ευγενείς και τους συγγενείς των Βαρόνων, αλλά τις +μούντζες θα σου τις δίνω πάντα, όσο θα είσαι ηλίθιος, δηλαδή +μέχρι που να πεθάνεις…. Πάντα θα σου τις δίνω….» + +Και πήγε να πάρει πέντε ασημένιες λίρες. + +Ο Έφις έφυγε, με τα λεφτά στο χέρι, ενώ τον ακολουθούσαν οι +ειρωνικοί αποχαιρετισμοί της γυναίκας. +«Πες στις κυράδες σου να φυλάγονται καλά.» + +Εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να υποφέρει τα πάντα, αρκεί +να κάνει καλή εντύπωση στον Τζατσιντίνο όταν φτάσει. Ήθελε ν’ +αγοράσει έναν καινούργιο σκούφο για να τον υποδεχτεί και έτσι +κατέβηκε στο μαγαζί του Μιλέζου, συμβιβασμένος ακόμη και με +την ιδέα να χαιρετήσει τον άνθρωπο που καθόταν στο παγκάκι. +Ήταν ο ντον Πρέντου, ο πλούσιος συγγενής των κυριών του. + +Ο ντον Πρέντου απάντησε με ένα περιφρονητικό νεύμα της +κεφαλής, από κάτω προς τα επάνω, καταδέχτηκε όμως να στήσει +αυτί για ν’ ακούσει τι αγόραζε ο υπηρέτης. +«Δώσε μου ένα σκούφο, Αντόνι Φραντσί, αλλά να είναι μακρύς +και όχι σκοροφαγωμένος….» +«Δεν τον πήρα δα και από το σπίτι των κυράδων σου», απάντησε +ο κακόγλωσσος Μιλέζος. Και απ’ έξω ο ντον Πρέντου ξερόβηξε, +σημάδι επιδοκιμασίας, ενώ ο μαγαζάτορας σκαρφάλωνε πάνω σε +μια ξύλινη μικρή σκάλα. +«Όλα γερνούν και όλα μπορούν να ξανανιώσουν, σαν τον χρόνο», +αντέτεινε ο Έφις, παρακολουθώντας με τα μάτια τη λεπτή +φιγούρα του Μιλέζου που φορούσε ακόμη το μακρύ τριχωτό +πανωφόρι του χωριού του. + +Το μαγαζάκι ήταν μικρό αλλά γεμάτο έως απάνω. Στα ράφια +κοκκίνιζαν τα τόπια με το σκαρλάτο και πλάι έλαμπε το πράσινο +των μπουκαλιών με τη μέντα. Τα σακιά με το αλεύρι πρότασσαν +τις άσπρες τους κοιλιές ενάντια στις μαύρες καμπούρες των +βαρελιών με τις ρέγκες και στη μικρή βιτρίνα οι γυμνές +γυναίκες των εικονογραφημένων καρτών χαμογελούσαν στα βάζα με +τα μπαγιάτικα ζαχαρωτά και στα ρολά με τις ξεθωριασμένες +κορδέλες. + +Ενώ ο Μιλέζος έβγαζε από ένα κουτί τους μακριούς σκούφους από +μαύρο πανί και ο Έφις μετρούσε με ανοιχτή την παλάμη την +περίμετρό τους, κάποιος άνοιξε την μικρή πόρτα που έβγαζε +στην αυλή και στο βάθος, με φόντο γιρλάντες από αμπέλι, +φάνηκε, καθισμένη επάνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα, μια +επιβλητική γυναίκα που έγνεθε ήρεμη σαν βασίλισσα του παλιού +καιρού. +«Να η πεθερά μου∙ ρώτησέ την να σου πει εάν αυτά τα σκουφιά +δεν μου κοστίζουν εννιά πέζα», είπε ο Μιλέζος, ενώ ο Έφις +δοκίμαζε ένα τραβώντας επάνω στο μέτωπό του το άνοιγμα του +σκούφου και διπλώνοντας την κορυφή επάνω στο κεφάλι του. +«Διάλεξες τον καλύτερο, δεν είσαι αφελής, όπως λένε! Δεν +βλέπεις ότι είναι ένας γαμπριάτικος σκούφος;» +«Μου είναι στενός.» +«Επειδή είναι καινούργιος, άνθρωπέ μου, παρ’ τον. Εννιά πέζα∙ +τζάμπα είναι.» + +Ο Έφις τον έβγαλε και τον χάιδεψε σκεφτικός. Στο τέλος έβαλε +πάνω στον πάγκο το νόμισμα που του έδωσε η τοκογλύφος. + +Ο ντον Πρέντου έσκυψε να κοιτάξει από την πόρτα. Το γεγονός +ότι ο Έφις αγόραζε ένα τόσο πολυτελή σκούφο τράβηξε την +προσοχή και της πεθεράς του Μιλέζου. Κάλεσε τον υπηρέτη μ’ +ένα νεύμα της κεφαλής και τον ρώτησε με μεγαλοπρεπές ύφος πώς +ήταν οι κυράδες του. Στο κάτω κάτω ήταν γυναίκες ευγενικής +καταγωγής και άξιζαν τον σεβασμό του καθωσπρέπει κόσμου. Μόνο +οι τυχοδιώκτες νεόπλουτοι, σαν τον Μιλέζο τον γαμπρό της, +μπορούσαν να μην τις έδειχναν τον πρεπούμενο σεβασμό. +«Δώσε τους τα χαιρετίσματά μου και πες στην ντόνα Ρουθ ότι +σύντομα θα πάω να την επισκεφτώ. Ήμασταν πάντα καλές φίλες με +την ντόνα Ρουθ, αν και εγώ δεν είμαι από ευγενική γενιά.» +«Εσείς έχετε την ευγένεια στην ψυχή», απάντησε γαλαντόμος ο +Έφις, εκείνη όμως έστριψε ελαφρά το αδράχτι σαν να ήθελε να +πει «δεν βαριέσαι!» +«Και ο αδελφός μου ο Ρετόρος εκτιμάει πολύ τις κυράδες σου. +Με ρωτάει πάντα: “πότε θα ξαναπάμε μαζί με τις κυρίες στο +πανηγύρι της Παναγίας του Ριμέντιο;” » +«Ναι», συνέχισε με ένα τόνο νοσταλγίας, «στα νιάτα μας +πηγαίναμε όλοι μαζί στο πανηγύρι. Διασκεδάζαμε με το τίποτα. +Τώρα ο κόσμος φαίνεται ότι ντρέπεται να γελάει.» + +Ο Έφις δίπλωνε προσεχτικά τον σκούφο του. +«Πρώτα ο Θεός, φέτος οι κυράδες μου θα πάνε στο πανηγύρι…. +για να προσευχηθούν και όχι για να διασκεδάσουν….» +«Χαίρομαι που τ’ ακούω. Πες μου κάτι, εάν επιτρέπεται: είναι +αλήθεια ότι έρχεται ο γιος της Λία; Το λέγανε σήμερα εδώ, στο +μαγαζί.» + +Καθώς ο Μιλέζος πλησίασε στην πόρτα και γελούσε με κάτι που +ο ντον Πρέντου του έλεγε χαμηλόφωνα, ο Έφις αναφώνησε με +αξιοπρέπεια. +«Αλήθεια είναι! Βρίσκομαι εδώ, στο χωριό, γιατί πρέπει να του +αγοράσω ένα άλογο.» +«Ένα άλογο από καλάμι;» ρώτησε τότε ο ντον Πρέντου, γελώντας +ηλίθια. «Α, να γιατί σε είδα να βγαίνεις από τη φωλιά της +Καλίνα.» +«Κι εσάς τι σας νοιάζει; Από εσάς δεν ζητήσαμε ποτέ τίποτα!» +«Φυσικά, ανόητε! Δεν θα σας έδινα ποτέ τίποτε! Μια καλή +συμβουλή μόνο, αυτή ναι! Αφήστε αυτό το παλικάρι εκεί που +βρίσκεται!» + +Αλλά ο Έφις βγήκε από το μαγαζί με το κεφάλι ψηλά, με το +σκούφο στη μασχάλη, και απομακρυνόταν δίχως να απαντήσει. + +Κεφάλαιο τρίτο + +Άδικα όμως τις μέρες που ακολούθησαν και για εβδομάδες οι +αδελφές Πιντόρ περίμεναν τον ανιψιό. + +Η ντόνα Έστερ ζύμωσε για την περίσταση ψωμί, ένα ψωμί άσπρο +και λεπτό σαν την όστια, όπως συνηθίζεται μόνο στις γιορτές, +και κρυφά από τις αδελφές της αγόρασε και ένα κουτί μπισκότα. +Στο κάτω κάτω ήταν ένας επισκέπτης εκείνος που θα ερχότανε +και η φιλοξενία είναι πράγμα ιερό. Η ντόνα Ρουθ από τη μεριά +της ονειρευόταν κάθε βράδυ τον ερχομό του ανιψιού και κάθε +μέρα κατά τις τρεις, την ώρα που έφτανε η ταχυδρομική άμαξα, +κρυφοκοίταζε από την εξώπορτα. Η ώρα όμως περνούσε και όλα +παρέμεναν ακίνητα τριγύρω. + +Στις αρχές του Μάη η ντόνα Νοέμι έμεινε μόνη στο σπίτι επειδή +οι αδελφές της είχαν πάει στο πανηγύρι της Παναγίας του +Ριμέντιο, όπως συνήθιζαν πάντα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, για +να προσκυνήσουν – όπως έλεγαν – αλλά και για να διασκεδάσουν +λιγάκι. + +Της Νοέμι δεν της άρεσε ούτε το ένα ούτε το άλλο, και όμως, +την ώρα που καθόταν στη ζεστή σκιά του σπιτιού, εκείνο το +μακρόσυρτο, φωτεινό απομεσήμερο, παρακολουθούσε με τη σκέψη +νοσταλγικά το ταξίδι των αδερφάδων της. Ξανάβλεπε την γκρίζα +και στρογγυλή εκκλησούλα όμοια με μεγάλη αναποδογυρισμένη +φωλιά στη μέση της χλόης που σκέπαζε τη μεγάλη αυλή, τις +πέτρινες καλύβες γύρω γύρω όπου στριμωχνόταν ένα πολύχρωμο +και γραφικό πλήθος, σαν τσιγγάνοι, το κακοφτιαγμένο μπαλκόνι +με κολόνες πάνω από την καλύβα του ιερέα και το γαλάζιο βάθος +του τοπίου, τα δέντρα που θρόιζαν και τη θάλασσα που γυάλιζε +εκεί κάτω ανάμεσα στις ασημένιες θίνες. Φέρνοντας στη μνήμη +της όλα αυτά τα ευχάριστα πράγματα της ερχόταν να κλάψει, +αλλά δάγκωνε τα χείλη της γιατί ένοιωθε ντροπή απέναντι στον +εαυτό της για την αδυναμία της. + +Κάθε χρόνο η άνοιξη την αναστάτωνε: τα όνειρα της ζωής +ξανάνθιζαν μέσα της, όπως τα ρόδα ανάμεσα στις πέτρες του +παλιού νεκροταφείου, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν μια περίοδος +κρίσης, μια αδυναμία που θα περνούσε με τις πρώτες ζέστες του +καλοκαιριού και άφηνε τη φαντασία της να ταξιδεύει σπρωγμένη +από τη νυσταλέα ηρεμία που λίμναζε ολόγυρα, στην κόκκινη από +της παπαρούνες αυλή, στο σκιερό από κάποιο περαστικό σύννεφο +Βουνό, σε όλο το χωριό που οι μισοί του κάτοικοι ήταν στο +πανηγύρι. + +Να την λοιπόν με την σκέψη της εκεί κάτω. + +Της φαίνεται πως είναι ακόμη κοριτσάκι, επάνω στο μπαλκόνι +του ιερέα, μια βραδιά του Μάη. Ολόγιομο το χάλκινο φεγγάρι +βγαίνει από τη θάλασσα και όλος ο κόσμος μοιάζει να είναι από +χρυσάφι και μαργαριτάρια. Το ακορντεόν με τους +παραπονιάρικους ήχους του γεμίζει την αυλή που την φωτίζει η +φωτιά από τα κιτρινόξυλα με την κοκκινωπή της λάμψη και +προβάλλει επάνω στο γκρίζο του τοίχου την ευκίνητη και +μελαχρινή φιγούρα του μουζικάντη, τα βιολετί πρόσωπα των +γυναικών και των αγοριών που χορεύουν χορούς της Σαρδηνίας. +Οι σκιές κινούνται αλλόκοτες πάνω στην ποδοπατημένη χλόη και +στους τοίχους της εκκλησίας. Λάμπουν τα χρυσά κουμπιά, τα +ασημένια σιρίτια από τις στολές, τα τάστα του ακορντεόν. Όλα +τα άλλα χάνονται μέσα στο μαργαριταρένιο μισοσκόταδο της +φεγγαρόφωτης νύχτας. Η Νοέμι δεν θυμόταν να είχε πάρει ποτέ +ενεργό μέρος στο πανηγύρι, ενώ οι μεγαλύτερες αδελφές της +γελούσαν και διασκέδαζαν. Όσο για τη Λία, εκείνη καθόταν +μαζεμένη σαν το λαγό σε μια χλοερή γωνιά της αυλής∙ ίσως από +τότε σχεδίαζε τη φυγή της. + +Το πανηγύρι διαρκούσε εννιά μέρες και οι τρεις τελευταίες +ήταν όλο κυκλικούς χορούς με μουσικές και τραγούδια. Η Νοέμι +στεκόταν πάντα στο μπαλκόνι, ανάμεσα στα απομεινάρια από το +φαγοπότι, γύρω της γυάλιζαν τα άδεια μπουΚαλία, τα σπασμένα +πιάτα, κανένα μήλο με το ψυχρό του πράσινο χρώμα, ένας δίσκος +και ένα κουταλάκι ξεχασμένα. Και τ’ αστέρια ακόμα έλαμπαν +πάνω από την αυλή σαν να τα είχε συνεπάρει ο ρυθμός του +χορού. Όχι, εκείνη δε χόρευε, δε γελούσε, της ήταν αρκετό +όμως να βλέπει τους άλλους να διασκεδάζουν επειδή είχε την +ελπίδα ότι θα μπορούσε κι εκείνη να πάρει μέρος στο πανηγύρι +της ζωής. + +Τα χρόνια όμως περνούσαν και το πανηγύρι της ζωής γινόταν +μακριά από το χωριουδάκι, κι έτσι η αδελφή της η Λία, για να +μπορέσει να πάρει μέρος σ’ αυτό, το ’σκασε από το σπίτι... + +Εκείνη, η Νοέμι, είχε απομείνει στο ερειπωμένο μπαλκόνι του +παλιού σπιτιού, όπως κάποτε στο μπαλκόνι του ιερέα. + +Την ώρα που έγερνε ο ήλιος στη δύση κάποιος χτύπησε στην +εξώπορτα που εκείνη την είχε πάντα κλειστή. + +Ήταν η γριά Ποτόι που είχε έρθει να τη ρωτήσει αν χρειαζότανε +τις υπηρεσίες της. Αν και η Νοέμι δεν της ζήτησε να μείνει, +εκείνη κάθισε καταγής, με τους ώμους της στον τοίχο. Έλυσε +την μαντίλα από τον στολισμένο της λαιμό και άρχισε να μιλάει +με νοσταλγία για το πανηγύρι. +«Όλοι είναι εκεί, και τα εγγόνια μου, η Παναγιά μαζί τους. +Όλοι εκεί είναι και δροσίζονται, επειδή βλέπουν τη θάλασσα….» +«Γιατί δεν πήγατε κι εσείς;» +«Και το σπίτι, κυρά μου; Όσο φτωχικό κι αν είναι ένα σπίτι +δεν πρέπει να το αφήνει κανείς μόνο, αλλιώς θα μπει το +στοιχειό. Οι γέροι μένουν, οι νέοι φεύγουν!» + +Αναστέναξε και έσκυψε για να δει και να διορθώσει τα κοράλλια +στο στήθος της. Διηγήθηκε για τον καιρό που κι εκείνη πήγαινε +στο πανηγύρι με τον άντρα της, την κόρη της και τις καλές της +γειτόνισσες. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε προς το +παλιό νεκροταφείο. +«Αυτές τις μέρες μου φαίνεται πως βλέπω αναστημένους όλους +τους πεθαμένους. Όλοι πήγαιναν να διασκεδάσουν εκεί πέρα. Σα +να βλέπω τη μητέρα σας, τη ντόνα Μαρία Κριστίνα, καθισμένη +στον πάγκο στη γωνιά της μεγάλης αυλής. Έμοιαζε βασίλισσα με +την κίτρινη φούστα της και το μαύρο, κεντητό της σάλι. Και οι +γυναίκες από πολλά χωριά κάθονταν γύρω της σαν να ήταν +υπηρέτριές της….. Μου έλεγε: Ποτόι, έλα, δοκίμασε αυτόν τον +καφέ, πώς σου φαίνεται, είναι καλός; - Ναι, τόσο καταδεχτική +ήτανε. Α, γι’ αυτό δεν μ’ αρέσει να ξαναπάω εκεί πέρα. Μου +φαίνεται ότι έχω αφήσει κάτι εκεί και δεν θα το ξαναβρώ +πια….» + +Η Νοέμι επιδοκίμασε ζωηρά, με το κεφάλι σκυμμένο στο +εργόχειρό της. Η φωνή της γριάς της φαινόταν να είναι η ηχώ +από το δικό της παρελθόν. +«Και ο ντον Τζάμε, κυρά μου; Ήταν η ψυχή του πανηγυριού. Όλο +φώναζε, έμοιαζε με θύελλα, αλλά κατά βάθος ήταν καλός. Το +ουράνιο τόξο έρχεται πάντα μετά την καταιγίδα. Α, ναι, αυτές +τις μέρες ακριβώς, όταν κάθομαι να γνέσω, μου φαίνεται ότι +ακούω ποδοβολητά αλόγου… Να τος, είναι εκείνος, που πάει στο +πανηγύρι, καβάλα στο μαύρο του άτι, με τα δισάκια γεμάτα…. +Περνάει και με χαιρετά: Ποτόι, έρχεσαι καβάλα; Εμπρός, +ξελογιάστρα!» + +Συγκινημένη μιμούνταν τη φωνή του ευγενούς νεκρού. Έπειτα, +ξαφνικά, συνεχίζοντας τις σκέψεις της, ρώτησε: +«Και ο ντον Τζατσιντίνο δεν θα έρθει;» + +Η Νοέμι πήρε αυστηρό ύφος, επειδή δεν επέτρεπε σε κανένα να +ανακατεύεται στα πράγματα του σπιτιού της. +«Εάν έρθει, καλώς να ορίσει», απάντησε ψυχρά, αλλά μόλις +έφυγε η γριά ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε +τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια +σχεδόν καθόλου. + +Όσο η ζεστή σκιά του σπιτιού σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά +του φλόμου έφτανε από τον κάμπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την +φυγή της Λία. Να, είναι ένα δειλινό σαν κι αυτό∙ το +λευκοπράσινο Βουνό γέρνει πάνω από το σπίτι, όλος ο ουρανός +χρυσίζει. Η Λία είναι στις επάνω κάμαρες και πηγαινοέρχεται +σιωπηλή. Προβάλλει στο μπαλκόνι χλωμή, μαυροντυμένη με μαύρα +μαλλιά που λες και παίρνουν κάποιες γαλαζόχρυσες ανταύγειες +από τον ουρανό. Κοιτάζει κάτω προς το κάστρο, έπειτα σηκώνει +ξαφνικά τα βαριά βλέφαρα και τινάζεται ολόκληρη κουνώντας τα +χέρια. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει. +Κατεβαίνει, πηγαίνει στο πηγάδι, ποτίζει τα λουλούδια και ενώ +το γλυκό άρωμα από τις βιόλες ανακατεύεται με την αψιά +μυρωδιά του φλόμου, τα πρώτα αστέρια ανεβαίνουν πάνω από το +Βουνό. + +Η Λία πάει να καθίσει ψηλά στη σκάλα, με το χέρι στην τριχιά +και τα μάτια καρφωμένα στο μισοσκόταδο. + +Η Νοέμι την θυμόταν πάντοτε έτσι, όπως την είδε την τελευταία +φορά περνώντας πλάι της για να πάει για ύπνο. Κοιμόντουσαν +μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά το βράδυ εκείνο άδικα την +περίμενε. Αποκοιμήθηκε περιμένοντάς την και ακόμη την +περιμένει... + +Τα υπόλοιπα μπερδεύονταν στη μνήμη της: ώρες και μέρες +αγωνίας και μυστηριώδους τρόμου όπως όταν έχει κανείς υψηλό +πυρετό…. Ξανάβλεπε μόνο το χλωμό και συσταλμένο πρόσωπο του +Έφις που έσκυβε για να κοιτάξει καταγής σαν να έψαχνε κάτι +χαμένο. +« Κυράδες μου, σιωπή, σιωπή!», μουρμούριζε, αλλά ο ίδιος +έτρεχε εδώ κι εκεί στο χωριό και ρωτούσε σε όλους εάν είχαν +δει τη Λία και έσκυβε να κοιτάξει μέσα στα πηγάδια και +κατασκόπευε στις ερημιές. + +Κατόπιν γύρισε ο ντον Τζάμε….. + +Όταν το θυμόταν αυτό μια αντάρα σαν από καταιγίδα αχολογούσε +μες στο μυαλό της Νοέμι και κάθε φορά ένοιωθε την ανάγκη ν’ +αλλάζει θέση, σαν να ήθελε ν’ απαλλαγεί από έναν εφιάλτη. + +Έτσι, σηκώθηκε και ανέβηκε στην κάμαρά της, στην ίδια όπου +κάποτε κοιμόταν με τη Λία. Το ίδιο κρεβάτι από σκουριασμένο +σίδερο στολισμένο με ξεθωριασμένα φύλλα χρυσού, με τσαμπιά +από σταφύλι που κάποια ρόγα εδώ κι εκεί διατηρούσε, όπως στα +αληθινά, άγουρα τσαμπιά, λίγο κόκκινο και βιολετί χρώμα. Οι +ίδιοι τοίχοι ασβεστωμένοι, τα καδράκια με τις μαύρες κορνίζες +και τις παλιές λιθογραφίες που κανείς μες στο σπίτι δεν ήξερε +την αξία τους. Η ίδια σκοροφαγωμένη ντουλάπα που επάνω της +ήταν τοποθετημένα στη σειρά πορτοΚαλία και λεμόνια και +γυάλιζαν με το φως του δειλινού σαν χρυσαφένιοι καρποί. + +Η Νοέμι άνοιξε την ντουλάπα για να ξαναβάλει εκεί το +εργόχειρό της και οι μεντεσέδες έτριξαν μες στη σιωπή σαν +χορδή βιολιού, ενώ ο ήλιος, τώρα πια χωρίς ακτίνες, έριχνε +μια ροζ αναλαμπή στα ασπρόρουχα που ήταν τοποθετημένα επάνω +σε ράφια ντυμένα με χαρτί τιρκουάζ. + +Όλα ήταν σε τάξη εκεί μέσα: επάνω μερικά φθαρμένα παπλώματα, +μεταξωτά χαλιά, μάλλινες κουβέρτες που από την πολλή χρήση +είχαν πάρει το κίτρινο χρώμα του κρόκου, πιο κάτω τα +ασπρόρουχα που μύριζαν κυδώνι και κάνιστρα φτιαγμένα από +ασφόδελο και βούρλα που στο κιτρινωπό τους φόντο διαγράφονταν +σχέδια σε μαύρο χρώμα βάζων, ψαριών και ειδωλίων της +πρωτόγονης τέχνης της Σαρδηνίας. + +Η Νοέμι ξανάβαλε το εργόχειρό της μέσα σε ένα από αυτά τα +κάνιστρα και ανασήκωσε ένα άλλο. Από κάτω ήταν ένα πάκο +χαρτιά, τα χαρτιά της οικογένειας: τα συμβόλαια, οι διαθήκες, +τα πρακτικά μιας δικαστικής διένεξης, όλα δεμένα σφιχτά με +ένα κίτρινο κορδελάκι για το κακό μάτι. Το κίτρινο κορδελάκι, +που δεν εμπόδισε να περάσει η γη τους σε άλλα χέρια και τη +διένεξη να την κερδίσουν οι αντίπαλοι, έδενε με τα άλλα νεκρά +χαρτιά και ένα γράμμα που η Νοέμι, κάθε φορά που σήκωνε το +μικρό πανέρι, το κοίταζε, όπως κοιτάζει κανείς από την ακτή +το πτώμα ενός ναυαγού που το σπρώχνει ελαφρά το κύμα. + +Ήταν το γράμμα της Λία μετά την φυγή της. + +Εκείνη τη μέρα οι αναμνήσεις τής έκαναν κακό. Η απομάκρυνση +των αδερφάδων της και ένας ενστικτώδης φόβος μοναξιάς την +έφερναν πίσω στο παρελθόν. Το πορτοΚαλί φως του δειλινού, το +Βουνό σκεπασμένο με μαβιά πέπλα, η μυρωδιά του απογεύματος, +όλα οδηγούσαν την ψυχή της είκοσι χρόνια πριν. Σιωπηλή, +σκουρόχρωμη φιγούρα μπροστά στο διάχυτο φως ανάμεσα στο +παραθυράκι και στην ντουλάπα, έμοιαζε η ίδια μια μορφή του +παρελθόντος που βγήκε από το παλιό νεκροταφείο για να +επισκεφτεί το εγκαταλειμμένο σπίτι. Έβαλε πάλι σε τάξη τα +παπλώματα και τα πανέρια, έκλεισε, ξανάνοιξε∙ το ντουλάπι +έτριζε και έμοιαζε να είναι το μόνο ζωντανό πράγμα μέσα στο +σπίτι. + +Τελικά το αποφάσισε και τράβηξε το γράμμα από το πάκο των +χαρτιών. Ήταν λευκό ακόμα μέσα στο λευκό φάκελο, σαν να το +είχαν γράψει χθες και να μην το είχε διαβάσει κανείς ακόμη. + +Η Νοέμι κάθισε στο κρεβάτι, αλλά μόλις ξεδίπλωσε το χαρτί και +ακούμπησε το χέρι στην μπρούτζινη σφαίρα του κρεβατιού, +κάποιος χτύπησε στην εξώπορτα: στην αρχή ένα χτύπημα, έπειτα +τρία, και μετά συνεχόμενα. + +Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε προς την αυλή με τρομαγμένα +μάτια. +«Δεν μπορεί να είναι ο ταχυδρόμος∙ πέρασε ήδη….» + +Τα χτυπήματα αντηχούσαν μέσα στη σιωπηλή αυλή. Έτσι χτυπούσε +ο πατέρας της όταν αργούσαν να του ανοίξουν….. + +Άφησε το γράμμα και έτρεξε κάτω, αλλά όταν έφτασε στην +εξώπορτα σταμάτησε για ν’ ακούσει. Η καρδιά της χτυπούσε, σαν +να έπεφταν τα χτυπήματα στο στήθος της. +«Θεέ μου! Θεέ μου! Δεν μπορεί να είναι αυτός….» + +Τελικά ρώτησε λίγο απότομα: +«Ποιος είναι;» +«Φίλος», απάντησε μια ξένη φωνή. + +Η Νοέμι όμως δεν κατάφερνε να ανοίξει, τόσο πολύ έτρεμαν τα +χέρια της. + +Ένας νέος άντρας που έμοιαζε με εργάτη, ψηλός και χλωμός, +ντυμένος στα πράσινα, με κίτρινα σκονισμένα παπούτσια και +μικρό μουστάκι στο χρώμα των παπουτσιών, στεκόταν μπροστά +στην εξώπορτα στηριζόμενος σε ένα ποδήλατο. Μόλις είδε την +Νοέμι έβγαλε το σκούφο του που άφησε τα χνάρια του πάνω στα +πυκνά του μαλλιά που χρύσιζαν και της χαμογέλασε αφήνοντας να +φανούν τα όμορφα δόντια του ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη. + +Εκείνη τον γνώρισε αμέσως από τα μάτια, μάτια μεγάλα, +αμυγδαλωτά με γαλαζοπράσινο χρώμα∙ ήταν τα μάτια των Πιντόρ, +αλλά η αναστάτωσή της μεγάλωσε όταν ο ξένος πήδησε επάνω στα +σκαλιά της εξώπορτας και την έσφιξε στα δυνατά του μπράτσα. +«Θεία Έστερ! Εγώ είμαι…. Οι άλλες θείες;» +«Είμαι η Νοέμι….», είπε λίγο προσβεβλημένη, αλλά αμέσως +σκλήρυνε τη στάση της. «Δεν σε περιμέναμε. Η Έστερ και η Ρουθ +είναι στο πανηγύρι….» +«Έχει πανηγύρι;», είπε σηκώνοντας το ποδήλατο που επάνω του +ήταν δεμένη μια σκονισμένη βαλίτσα. «Α, ναι, θυμάμαι: το +πανηγύρι της Παναγίας του Ριμέντιο. Α, μάλιστα…..» + +Του φαινόταν να αναγνωρίζει το μέρος που βρισκόταν. Να το +υπόστεγο της αυλής που τόσες φορές έφερνε στο νου της η +μητέρα του. Έβαλε εκεί το ποδήλατό του και άρχισε να λύνει +την βαλίτσα χτυπώντας την με ένα μαντήλι για αν διώξει τη +σκόνη. + +Η Νοέμι σκεφτόταν: +«Πρέπει να φωνάξω την θεια-Ποτόι, να την στείλω στον Έφις…. +Πώς να κάνω μόνη μου; Α, εκείνες ήξεραν ότι θα ερχόταν και με +άφησαν μόνη….» + +Το αγΚαλίασμα εκείνου του άγνωστου άντρα που ήρθε ποιος ξέρει +από πού, από τους δρόμους του κόσμου, της προκαλούσε έναν +αόριστο φόβο, γνώριζε όμως καλά τις υποχρεώσεις της +φιλοξενίας και δεν μπορούσε να τις παραβεί. +«Μπες μέσα. Θέλεις να πλυθείς; Θα ανεβάσουμε μετά επάνω την +βαλίτσα. Θα φωνάξω μια γυναίκα που μας υπηρετεί….. Τώρα είμαι +μόνη στο σπίτι….. και δεν σε περίμενα…..» + +Προσπαθούσε να κρύψει την φτώχια τους, αλλά φαίνεται πως +εκείνος γνώριζε και γι’ αυτήν, επειδή χωρίς να περιμένει να +τον εξυπηρετήσουν, αφού κουβάλησε την βαλίτσα στο δωμάτιο που +η θεία Έστερ είχε ήδη προετοιμάσει γι’ αυτόν – το παλιό +δωμάτιο των ξένων, στο βάθος του μπαλκονιού – ξανακατέβηκε +άνετος και πήγε να πλυθεί στο πηγάδι σαν τον υπηρέτη. + +Η Νοέμι τον ακολούθησε με την πετσέτα στο χέρι. +«Ναι, ήρθα από την Τερανόβα. Τι δρόμος! Πετάει κανείς! Ναι, +πρέπει να πέρασα μπροστά από την εκκλησία, αλλά δεν πήρα +είδηση για το πανηγύρι. Ναι, το χωριό μοιάζει ερημικό. Είναι +πολύ ξεπεσμένο, ναι….» + +Απαντούσε ναι σε όλες τις ερωτήσεις της Νοέμι, αλλά έδειχνε +πολύ αφηρημένος. +«Γιατί δεν έγραψα; Μετά το γράμμα της θείας Έστερ ήμουν +αβέβαιος. Έπειτα αρρώστησα κιόλας και…. δεν ήξερα…. Για να +σας πω την αλήθεια το αποφάσισα προχθές∙ ήταν και ένας φίλος +που έφευγε… Χθες, λοιπόν, μιας και η θάλασσα ήταν ήρεμη, +αναχώρησα….» + +Ενώ σκουπιζόταν κατευθυνόταν προς την κουζίνα. Η Νοέμι τον +ακολουθούσε. +«Η Έστερ του έγραψε! Κι αυτός αναχώρησε, έτσι, σα να πάει σε +γιορτή!» + +Εκείνος κάθισε στον παλιό πάγκο, απέναντι από το Βουνό που +έριχνε την βιολετί του σκιά μέσα στην κουζίνα, έβαλε τα +μακριά του πόδια το ένα επάνω στο άλλο, σταύρωσε τα μακριά +του μπράτσα στο στήθος ψαύοντάς τα με τα λευκά του χέρια. Η +Νοέμι παρατήρησε ότι οι κάλτσες του ήταν πράσινες, ένα +πραγματικά περίεργο χρώμα για αντρικές κάλτσες, και άναψε τη +φωτιά μονολογώντας πάλι: +«Ώστε η Έστερ του έγραψε κρυφά; Ας τον περιποιηθεί εκείνη +τώρα!» + +Και ένοιωθε έναν αδιόρατο φόβο να στρέψει, να κοιτάξει εκείνη +την αντρική φιγούρα που ήταν κάπως παράξενη, πράσινη και +κίτρινη, ακίνητη πάνω στον πάγκο απ’ όπου λες και δεν θα +ξανασηκωνόταν πια. + +Εκείνος όμως ξανάρχισε να μιλά για το ταξίδι, για το μοναχικό +δρόμο και ρώτησε πόση ώρα χρειάζεται για να φτάσει στο +Νούορο. Ήθελε να πάει στο Νούορο όπου υπήρχε ένας +διαχειριστής ενός ατμοκίνητου μύλου, φίλος του πατέρα του, +που του είχε υποσχεθεί μια θέση. + +Η Νοέμι σηκώθηκε χαμογελώντας. +«Πόση ώρα; Δεν ξέρω να σου πω πόση ώρα είναι με το ποδήλατο. +Λίγη ώρα. Εγώ πήγα στο Νούορο πριν πολλά χρόνια με το άλογο. +Ο δρόμος είναι όμορφος και η πόλη είναι όμορφη, βέβαια. Ο +αέρας είναι καλός και ο κόσμος είναι καλός. Εκεί δεν έχει +πυρετούς μαλάριας, όπως εδώ, και όλοι μπορούν να δουλεύουν +και να κερδίζουν χρήματα. Όλοι οι ξένοι πλούτισαν εκεί πέρα, +ενώ εδώ λες και είμαστε σε τόπο νεκρών…» +«Ναι, ναι, αυτό είναι αλήθεια!» + +Πήγε να πάρει αυγά για να του κάνει μια ομελέτα. +«Βλέπεις, εδώ ούτε κρέας δεν έχουμε κάθε μέρα. Κρασί δεν +βρίσκει πια κανείς…. Και αυτός ο διαχειριστής του μύλου πώς +ονομάζεται; Τον γνωρίζεις;» + +Όχι, δεν τον γνώριζε, αλλά ήταν σίγουρος πως όταν πήγαινε στο +Νούορο θα την έπαιρνε τη θέση. + +Η Νοέμι χαμογελούσε με μνησικακία και ειρωνεία, σκυμμένη πάνω +από την ομελέτα: έτσι εύκολα βρίσκεται μια θέση! Τόσοι +ψάχνουν μια θέση! +«Μα εσύ εγκατέλειψες την δουλειά που είχες;», ρώτησε βιαστικά +χωρίς να ανασηκώσει τα μάτια. + +Ο Τζατσίντο δεν απάντησε αμέσως. Φαινόταν ν’ ανησυχεί για την +κατάληξη που θα είχε η ομελέτα που εκείνη γύριζε προσεχτικά +μες στο τηγάνι. + +Μερικές σταγόνες λάδι έπεσαν επάνω στην πυροστιά, γεμίζοντας +την κουζίνα με τσίκνα. Έπειτα το τηγάνισμα συνεχίστηκε ήρεμα +και ο Τζατσίντο είπε: +«Ήταν μια παλιοδουλειά! Και δεν ήταν και σίγουρη…. Με τόσες +ευθύνες!.....» + +Δεν είπε τίποτε άλλο και η Νοέμι δεν τον ξαναρώτησε. Η ελπίδα +να φύγει αυτός γρήγορα για το Νούορο την έκανε καλή και +υπομονετική. Έστρωσε το τραπέζι στην τραπεζαρία που ήταν +δίπλα, εγκαταλειμμένη και υγρή σαν καντίνα, και άρχισε να τον +σερβίρει ζητώντας συγνώμη που δεν μπορούσε να του προσφέρει +τίποτα άλλο. +«Σ’ αυτό το χωριό πρέπει να ικανοποιείται κανείς με ό, τι +βρίσκει…..» + +Ο Τζατσίντο έσπαζε τα καρύδια με τα δυνατά του χέρια και +έστηνε το αυτί στα κουδουνίσματα των κοπαδιών που περνούσαν +πίσω από το σπίτι. Είχε σχεδόν νυχτώσει. Το Βουνό σκοτείνιασε +και εκεί, μέσα στο υγρό δωμάτιο με τους πράσινους από την +υγρασία τοίχους, ήταν σαν να βρισκόταν κανείς μέσα σε σπηλιά, +μακριά από τον κόσμο. Η περιγραφή του πανηγυριού που έκανε η +Νοέμι τον εντυπωσίαζε. Την κοίταζε λίγο κουρασμένος και +νυσταγμένος, κι εκείνη, μαύρη φιγούρα με φόντο το λαμπερό +ακόμη παράθυρο, με τα πυκνά μαλλιά και τα μικρά χέρια +ακουμπισμένα στο φτωχικό τραπέζι, πρέπει να του θύμιζε τις +νοσταλγικές διηγήσεις της μητέρας του, επειδή άρχισε να +ρωτάει για πρόσωπα του χωριού που είχαν πεθάνει ή που δεν +ενδιέφεραν καθόλου την Νοέμι. +«Ο θείος Πιέτρο; Πώς είναι αυτός ο θείος Πιέτρο; Είναι ο +πλουσιότερος, ε; Πόσα μπορεί να έχει;» +«Είναι πλούσιος, βέβαια, αλλά είναι ένας στριμμένος! +Ξιπασμένος και τσιγκούνης σαν Εβραίος.» +«Δανείζει λεφτά σαν τοκογλύφος;» + +Η Νοέμι κοκκίνισε επειδή, παρ’ όλο που οι σχέσεις της με τον +εξάδελφο ήταν τεταμένες, της φαινόταν να την βρίζουν +προσωπικά όταν αποκαλούσαν τοκογλύφο έναν ευγενή Πιντόρ. +«Ποιος σου το είπε αυτό; Μην το ξαναπείς ούτε για αστείο….» +«Ο Ρετόρος και η αδελφή του όμως είναι πραγματικοί +τοκογλύφοι. Είναι πλούσιοι; Πόσα έχουν;» +«Ούτε αυτοί, τι κάθεσαι και λες τώρα; Ίσως ο Μιλέζος, αλλά με +δίκαιο διάφορο∙ τριάντα τοις εκατό, όχι παραπάνω….» +«Και αυτό είναι δίκαιο διάφορο; Τότε τι είναι τα άλλα;» + +Τότε η Νοέμι έσκυψε στο τραπέζι και ψιθύρισε: +«Και χίλια τα εκατό… Και καμιά φορά περισσότερο». + +Ο Τζατσίντο όχι μόνο δεν εντυπωσιάστηκε αλλά έβαλε να πιεί +και είπε σκεφτικός: +«Ναι, και σ’ εμάς η τοκογλυφία έχει πάρει μεγάλες +διαστάσεις….. Ο ανιψιός του καρδινάλιου Ραμπόλα έτσι +καταστράφηκε!....» + +Μετά το δείπνο θέλησε να βγει. Ρώτησε πού ήταν το ταχυδρομείο +και η Νοέμι τον οδήγησε μέχρι τον δρόμο και του έδειξε την +μικρή πλατεία στο βάθος προς το σπίτι του Μιλέζου. + +Μόλις εκείνος απομακρύνθηκε, κοίταξε τριγύρω της και κατέβηκε +μέχρι το σπιτάκι της γριάς Ποτόι. Η μικρή πόρτα ήταν ανοιχτή, +αλλά στο εσωτερικό ήταν σκοτάδι και μόνο μετά το δειλό +κάλεσμα της Νοέμι η γριά έκανε την εμφάνισή της μέσα από το +πυκνό σκοτάδι της τρώγλης κρατώντας ένα δαυλί αναμμένο. Το +κοκκινωπό αμυδρό φως έκανε να σπιθοβολούν τα κοσμήματά της. +«Θεια-Ποτόι, εγώ είμαι. Πρέπει να στείλετε εξάπαντος κάποιον +να φωνάξει τον Έφις. Ήρθε ο Τζατσίντο. Μετά να έρθετε να +κοιμηθείτε μαζί μου. Φοβάμαι να μείνω μόνη…. με έναν ξένο…» +«Θα πάω να φωνάξω κάποιον για να τον στείλω στο κτήμα. Εγώ +όμως στο σπίτι σας δεν έρχομαι, όχι. Το σπίτι δεν το αφήνω +στα χέρια του στοιχειού….» + +Και για να μην μπει το στοιχειό όσο θα έλειπε, άφησε αναμμένο +το δαυλί στο κατώφλι της πόρτας. + + +Κεφάλαιο τέταρτο + +Μια μεγάλη φωτιά από αναμμένα σχίνα, όπως την είχε δει μικρή +η Νοέμι, άναβε στην αυλή της Παναγίας του Ριμέντιο, +φωτίζοντας τους μαυρισμένους τοίχους του ναού και των +καλυβιών τριγύρω. + +Ένα αγόρι έπαιζε το ακορντεόν, αλλά οι πιστοί, που μόλις +είχαν βγει από την παράκληση και προετοίμαζαν το δείπνο ή +έτρωγαν ήδη μέσα στις καλύβες, δεν το αποφάσιζαν ν’ αρχίσουν +το χορό. + +Ήταν ακόμη νωρίς∙ στον φωτεινό ουρανό του δειλινού ξεχώριζαν +τα πρώτα αστέρια και πίσω από τον πυργίσκο του μπαλκονιού το +λιόγερμα κοκκίνιζε σβήνοντας λίγο λίγο. + +Γαλήνη βασίλευε στο αυτοσχέδιο χωριό και οι νότες του +ακορντεόν, οι φωνές και τα γέλια μέσα στις καλύβες των +προσκυνητών έμοιαζε να έρχονται από μακριά. + +Εδώ κι εκεί μπροστά σε μικρές φωτιές αναμμένες κατά μήκος των +τοίχων έσκυβε η μαύρη φιγούρα καμιάς γυναίκας που μαγείρευε. + +Οι άντρες, που είχαν έρθει την παραμονή για να μεταφέρουν τις +οικοσκευές, είχαν κιόλας φύγει με τα κάρα και τα άλογά τους. +Έμειναν οι γυναίκες, οι γέροι, τα μικρά και μερικοί έφηβοι +και όλοι αυτοί, παρ’ όλο που πίστευαν πως ήταν εκεί για +μετάνοια, προσπαθούσαν να διασκεδάσουν όσο το δυνατόν +καλύτερα. + +Οι κυρίες Πιντόρ είχαν στη διάθεσή τους δυο καλύβες από τις +παλιότερες (κάθε χρόνο κατασκευάζονταν νέες) που ονομάζονταν +επί τούτου sas muristenes de sas damas, επειδή είχαν γίνει +σχεδόν ιδιοκτησία τους σαν αποτέλεσμα δώρων και δωρεών που +έκαναν στην εκκλησία οι πρόγονοί τους από τον καιρό ακόμα που +οι αρχιεπίσκοποι της Πίζας στη διάρκεια επισκέψεων του +ποιμνίου τους στη Σαρδηνία ξεμπάρκαραν στο πιο κοντινό λιμάνι +και έκαναν λειτουργίες στον ιερό τόπο. + +Να ακόμη, ανάμεσα στις δυο καλύβες, στη γωνία της αυλής το +πέτρινο κάθισμα ακουμπισμένο στον τοίχο όπου η θεια-Ποτόι +είχε δει την ντόνα Μαρία Κριστίνα περιτριγυρισμένη σαν +Βαρόνη από όλες τις γυναίκες των υποταχτικών που πήγαιναν να +προσκυνήσουν στην εκκλησία. + +Τώρα η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρουθ κάθονταν ταπεινές και +ντυμένες στα μαύρα σαν δυο καλόγριες, με τη λευκή μαντίλα στο +κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα κάτω από τις ποδιές τους, +έχοντας στο νου τους τη Νοέμι που βρισκόταν μακριά και τον +Τζατσίντο που κι αυτός ήταν μακριά. + +Το δείπνο τους ήταν λιτό: χυλός από γάλα που δεν φούσκωνε το +στομάχι και άφηνε διαυγή και φωτεινή τη σκέψη σαν το μεγάλο +ανοιξιάτικο ουρανό. Και όμως, πότε πότε την ντόνα Έστερ την +κυρίευαν οι τύψεις και από το μυαλό της περνούσε μια κρυφή, +ένοχη σχεδόν, σκέψη. Ο Τζατσιντίνο….. το γράμμα που του +έγραψε κρυφά…. Πλάι τους, καθισμένη καταγής με την πλάτη στον +τοίχο και τα χέρια γύρω από τα γόνατα, η Γκριζέντα γελούσε +κοιτάζοντας το αγόρι που έπαιζε το ακορντεόν. Στη διπλανή +καλύβα οι συγγένισσές της, μαζί με τις οποίες είχε έρθει στο +πανηγύρι, δειπνούσαν καθισμένες καταγής γύρω από ένα δισάκι +απλωμένο αντί για τραπεζομάντιλο και ενώ μια από αυτές +νανούριζε ένα μωρό που αποκοιμιόταν κουνώντας τα χεράκια του, +η άλλη καλούσε το κορίτσι. +«Γκριζέντα, καλή μου, έλα, πάρε τουλάχιστον ένα κομμάτι +τηγανίτα! Τι θα πει η γιαγιά σου; Ότι σ’ αφήσαμε να πεθάνεις +από την πείνα;» +«Γκριζέντα, δεν ακούς που σε φωνάζουν; Κάνε αυτό που σου +λένε», είπε η ντόνα Έστερ. +«Α, ντόνα Έστερ μου! Πεινάω μόνο… για χορό!» +«Τζουαναντό! Έλα να φας! Δεν βλέπεις πως η μουσική σου είναι +σαν τον άνεμο; Έδιωξε όλον τον κόσμο.» +«Περίμενε να γεμίσουν τ’ ασκιά και θα δεις!», είπε η +τοκογλύφος, βγαίνοντας στο πορτάκι δεξιά από τις κυρίες +Πιντόρ και καθαρίζοντας τα δόντια με το νύχι της. + +Και εκείνη είχε τελειώσει το δείπνο και για να μην χάνει τον +καιρό της άρχισε να γνέθει στο φως της φωτιάς. + +Τότε ανάμεσα σ’ αυτή, στις Πιντόρ, στο κορίτσι και στις +γυναίκες μέσα άρχισε η συνηθισμένη κουβέντα: όπως στο χωριό +όλο το χρόνο μιλούσαν για το πανηγύρι, τώρα που βρίσκονταν +στο πανηγύρι μιλούσαν για το χωριό. +«Δεν καταλαβαίνω πώς αφήσατε μόνο το σπίτι κυρά Καλί, πώς το +αφήσατε μόνο;», είπε ένα ψηλό κορίτσι που κουβαλούσε κάτω από +την ποδιά ένα δοχείο με πηγμένο γάλα, δώρο του παπά στις +κυρίες Πιντόρ. +«Νατόλια, καρδούλα μου! Εγώ δεν άφησα στο σπίτι τους +θησαυρούς που άφησε στο δικό του το αφεντικό σου ο Ρετόρος!» +«Δεν το πιστεύω! Δώστε μου τότε το κλειδί. Θα πάω να ψάξω στο +σπίτι σας και μετά θα το σκάσω για τις μεγάλες πόλεις!» +«Νομίζεις πως στις μεγάλες πόλεις καλοπερνάνε;», ρώτησε η +ντόνα Ρουθ με ύφος σοβαρό και η ντόνα Έστερ, που είχε +αδειάσει στο μεταξύ το γάλα και επέστρεφε το δοχείο στη +Νατόλια με ένα νόμισμα μισής πέζας μέσα για φιλοδώρημα, +σταυροκοπήθηκε: +«Ο Θεός να μας φυλάει!» + +Και οι δυο το ίδιο πράγμα σκεφτόντουσαν, τη φυγή της Λία, τον +ερχομό του Τζατσίντο και έκπληκτες άκουσαν την Γκριζέντα να +ψιθυρίζει: +«Μα αφού εκείνοι που μένουν στις μεγάλες πόλεις θέλουν να +έρθουν εδώ!» + +Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στην αυλή. Στις μικρές πόρτες +πρόβαλαν οι γυναίκες που σκούπιζαν το στόμα με τις ποδιές +τους και έπειτα κυνηγούσαν τα μικρά παιδιά για να τα πιάσουν +και να τα βάλουν για ύπνο. + +Μια από τις συγγένισσες της Γκριζέντα πήγε στον οργανοπαίχτη +και του έδωσε μια τηγανίτα διπλωμένη στα τέσσερα. +«Φάε, αγόρι μου! Τι θα πει η γιαγιά σου; Ότι δεν σε ταΐζω;» + +Το αγόρι πρότεινε το πρόσωπο, δάγκωσε μια μπουκιά από την +τηγανίτα και συνέχισε να παίζει. + +Κανείς όμως δεν αποφάσιζε ν’ αρχίσει το χορό έτσι που η +Γκριζέντα και η Νατόλια, εκνευρισμένες από την αδιαφορία των +γυναικών, είπαν με αυθάδεια: +«Το ξέρουμε δα! Εάν δεν έχει άντρες δεν διασκεδάζετε!» +«Να ’ταν εδώ τουλάχιστον ο Έφις, ο υπηρέτης της ντόνας Ρουθ! +Ακόμη και αυτός θα σας ήταν αρκετός!» +«Είναι γέρος σαν τις πέτρες! Τι να τον κάνω τον Έφις; +Καλύτερα να χορέψω μ’ ένα κλαδί σκίνου!» + +Αλλά ξαφνικά το σκυλί του παπά, αφού γαύγισε επάνω στο +μπαλκόνι, έτρεξε αλυχτώντας έξω από την αυλή και οι γυναίκες +σταμάτησαν να πειράζονται μεταξύ τους και πήγαν να δουν. Δυο +άντρες ανέβαιναν από τη δημοσιά και ενώ ο ένας καθόταν επάνω +σε μια μικρή καμήλα, ο άλλος ήταν σκυμμένος επάνω σε μια +μεγάλη ακρίδα που τα φτερά της έμοιαζε να ανεβοκατεβάζουν τα +μακριά πόδια του καβαλάρη. Η λάμψη της φωτιάς φώτιζε τις +μυστηριώδεις μορφές τους όσο πλησίαζαν ανεβαίνοντας. Η πρώτη +ήταν εκείνη του Έφις επάνω σ’ ένα άλογο φορτωμένο με δισάκια +και μαξιλάρια και η άλλη ήταν ενός ξένου επάνω σε ένα +ποδήλατο που άστραφτε κόκκινο διασχίζοντας σαν βέλος την +αυλή. + +Η Γκριζέντα πετάχτηκε όρθια ακουμπώντας στον τοίχο, τόσο πολύ +είχε ταραχτεί. Και το ακορντεόν σταμάτησε να παίζει. +«Ντόνα Έστερ μου! Ο ανιψιός σας.» + +Οι αδελφές σηκώθηκαν τρέμοντας και η ντόνα Έστερ μίλησε +χαμηλόφωνα με μια φωνή που έμοιαζε το βέλασμα μικρού +κατσικιού. +«Τζατσιντίνο!....... Τζατσιντίνο!........ Ανιψιέ μου….. Δεν +είναι όραμα αυτό; Εσύ είσαι;…..» + +Κατέβηκε από το ποδήλατο μπροστά τους και κοίταζε τριγύρω +σαστισμένος. Ένοιωσε μέσα στα χέρια του τα στεγνά χέρια της +θείας και με φόντο τον μαύρο τοίχο είδε το χλωμό πρόσωπο και +τα μάτια σαν μαργαριτάρια της Γκριζέντα. + +Έπειτα όλες οι γυναίκες τον περικύκλωσαν, τον κοίταζαν, τον +άγγιζαν, τον ρωτούσαν. Η ζεστασιά από τα σώματά τους σαν να +τον διέγειρε∙ χαμογέλασε, του φάνηκε ότι βρισκόταν στο μέσο +μιας μεγάλης οικογένειας και άρχισε να τους αγκαλιάζει όλους. +Κάποιες γυναίκες πετάχτηκαν προς τα πίσω, μερικές έβαλαν τα +γέλια σηκώνοντας το πρόσωπο για να τον δουν. +«Το συνηθίζουν στον τόπο σου; Μας μπέρδεψε με την ντόνα Έστερ +και την ντόνα Ρουθ! Νομίζει πως είμαστε όλες θείες του!»¨ + +Ο Έφις, στο μεταξύ, αφού κατέβασε τα μαξιλάρια, τα κουβάλησε +μέσα στην άδεια καλύβα περνώντας λοξά από το στενό πορτάκι. Η +Γκριζέντα τον βοήθησε να τ’ απλώσει επάνω στο χτιστό πάγκο, +κατά μήκος του τοίχου, και σκούπισε η ίδια το δωματιάκι και +έστρωσε το μικρό κρεβάτι, την ώρα που στο διπλανό καλύβι +ακουγόταν ο Τζατσιντίνο να απαντά με σεβασμό και σχεδόν με +δειλία στις ερωτήσεις που του έκαναν οι θείες του. +«Μάλιστα κυρία, από την Τερανόβα με το ποδήλατο. Σιγά την +απόσταση! Ένα πήδημα είναι! Με έναν δρόμο τόσο επίπεδο και +ήσυχο μπορεί κανείς να γυρίσει τον κόσμο σε μια μέρα. Ναι, η +θεία Νοέμι έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν με είδε. Σίγουρα +δεν με περίμενε και ίσως πίστευε ότι λάθεψα πόρτα!» + +Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της +Γκριζέντα να σκιρτάει. Δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του +νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του +κορμοστασιά και τα πυκνά μαλλιά του που χρύσιζαν σαν τη +φλόγα. Και ένοιωθε ήδη κάτι σαν ζήλια επειδή η Νατόλια, η +υπηρέτρια του παπά, χώθηκε μέσα στο καλύβι των Πιντόρ και +μιλούσε μαζί του. + +Τι ξεδιάντροπη που ήταν η Νατόλια! Για να αρέσει στον ξένο +κορόιδευε ακόμη και τις καλύβες, που στο κάτω κάτω ήταν +ιερές, επειδή τις κατοικούσαν οι πιστοί και ανήκαν στην +εκκλησία. +«Ούτε στη Ρώμη δεν έχει μέγαρα σαν κι αυτά! Κοιτάξτε τι +κουρτίνες! Τις έβαλαν οι αράχνες τζάμπα, με τη θέληση του +Θεού.» +«Και άντε να μετρήσετε τα ποντίκια! Εάν το βράδυ ακούσετε να +σέρνονται πόδια, μην νομίσετε ότι είμαι εγώ, ντον Τζατσί!» + +Η Γκριζέντα δάγκωσε τα χείλη και χτύπησε στον τοίχο για να +σωπάσει η Νατόλια. +«Υπάρχουν και τα πνεύματα. Τα ακούτε;» +«Ω, κάποια γυναίκα χτυπάει!», είπε απλά η ντόνα Ρουθ. +«Πνεύματα, ποντίκια και γυναίκες για μένα είναι το ίδιο +πράγμα», απάντησε ήρεμα ο Τζατσίντο. + +Και η Γκριζέντα από την άλλη μεριά, ακουμπισμένη στη +μεσοτοιχία, άρχισε να γελά δυνατά. Άκουγε τη φωνή του νέου +όπως πριν λίγο άκουγε τον ήχο του ακορντεόν, και γελούσε από +ευχαρίστηση, και όμως κατά βάθος ήθελε να κλάψει. + +Εξ άλλου όλοι ήταν ευτυχισμένοι, αλλά σοβαροί, μέσα στη +φτωχική καλύβα των Πιντόρ. +«Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι», έλεγε η ντόνα Έστερ, +σερβίροντας το δείπνο στον ανιψιό, ενώ η ντόνα Ρουθ τον +κοίταζε επίμονα με μάτια λαμπερά και ο Έφις έβγαζε από το +δισάκι ένα βαρελάκι κρασί και έτσι όπως ήταν σκυμμένος +έστρεφε για να χαμογελάσει στα αφεντικά του. + +Ο Τζατσίντο έτρωγε καθισμένος στο χτιστό πάγκο που είχε +διάφορες χρήσεις: τραπεζιού και κρεβατιού. Και εκείνος επίσης +πίστευε πως ονειρευόταν. + +Μετά την ψυχρή υποδοχή που του έκανε η Νοέμι ένοιωσε εκείνο +που πραγματικά ήταν, ξένος ανάμεσα σε κόσμο διαφορετικό από +εκείνον. Τώρα όμως έβλεπε τις θείες του να τον σερβίρουν όλο +φροντίδα, τον υπηρέτη να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό, τα +κορίτσια να τον κοιτάζουν με τρυφεράδα και λαιμαργία, άκουγε +τη μονότονη μουσική του ακορντεόν, διέκρινε τις σκιές που +χόρευαν μες στη λάμψη της φωτιάς και σκεφτόταν ότι η ζωή του +θα έπρεπε να περνά έτσι πάντα, φανταστική και χαρούμενη. +«Χρειάζεται προσαρμογή», είπε ο Έφις προσφέροντάς του να +πιεί. +«Κοίτα το νερό. Γιατί λένε πως είναι σοφό; Επειδή παίρνει τη +μορφή του δοχείου όπου το χύνουμε.» +«Και το κρασί, μου φαίνεται!» +«Και το κρασί, ναι! Μόνο που το κρασί καμιά φορά αφρίζει και +χύνεται, το νερό όχι.» +«Και το νερό, όταν το βάζουμε στη φωτιά να βράσει», είπε η +Νατόλια. + +Τότε η Γκριζέντα έτρεξε εκεί μέσα, άρπαξε από το χέρι την +υπηρέτρια και την έσυρε έξω. +«Άσε με! Τι έπαθες;» +«Επειδή δε σέβεσαι τον ξένο!» +«Γκριζέ! Μύγα σε τσίμπησε και σου ’στριψε;» +«Ναι, και γι’ αυτό θέλω να χορέψω.» + +Μερικές γυναίκες είχαν κιόλας μαζευτεί γύρω από τον +οργανοπαίχτη, απλώνοντας τα χέρια για ν’ αρχίσουν το χορό. Τα +κουμπιά των κορσέδων τους σπίθιζαν στη λάμψη της φωτιάς, οι +σκιές τους διασταυρώνονταν πάνω στο γκριζωπό έδαφος. Σιγά +σιγά μπήκαν στη σειρά πιασμένες από τα χέρια και σήκωσαν τα +πόδια ξεκινώντας τα πρώτα βήματα του χορού. Ήταν όμως +άκαμπτες και δισταχτικές και έμοιαζε να υποβαστάζουν η μια +την άλλη. +«Είναι φανερό πως λείπει το βαστάγι! Λείπει ο άντρας. Φωνάξτε +τουλάχιστον τον Έφις!», φώναξε η Νατόλια και, μιας και η +Γκριζέντα την τσιμπούσε στο μπράτσο, πρόσθεσε: «Α, που να σε +τσιμπήσει η σφίγγα! Και αυτόν θέλεις να σεβαστώ;» + +Αλλά μόλις άκουσε τις φωνές ο Έφις βγήκε έξω και άρχισε να +προχωράει χτυπώντας τα πόδια στο ρυθμό και κουνώντας τα χέρια +σαν πραγματικός χορευτής. Τραγουδούσε συνοδεύοντας το χορό: + +Στη γιορτή πήγα….. στη γιορτή…. + +Όταν έφτασε κοντά στην Γκριζέντα της έπιασε το μπράτσο, μπήκε +στη σειρά με τις γυναίκες που χόρευαν και φάνηκε να +ζωντανεύει πραγματικά το χορό με την παρουσία του. Τα πόδια +των γυναικών κινιόντουσαν ζωηρότερα, ενώνονταν, σέρνονταν, +σηκώνονταν∙ τα σώματα είχαν γίνει πιο ευκίνητα, τα πρόσωπα +έλαμπαν από χαρά. +«Να το βαστάγι. Εμπρός, κουράγιο!» +«Όπα! Όπα!» + +Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να συνδέει τις γυναίκες +διεγείροντάς τες με τρόπο κόσμιο και φλογερό. Η σειρά των +γυναικών άρχισε να διπλώνεται σχηματίζοντας αργά έναν κύκλο. +Κάθε τόσο μια γυναίκα έμπαινε στο χορό∙ έλυνε τα χέρια από +δυο διπλανές και τα ένωνε με τα δικά της και έτσι μεγάλωνε η +κόκκινη και μαύρη γιρλάντα πίσω από την οποία κινιόταν το +κρόσσι των σκιών. Και τα πόδια σηκώνονταν όλο και πιο +γρήγορα, χτυπούσαν το ένα το άλλο και ταρακουνούσαν τη γη λες +και ήθελαν να την βγάλουν από την ακινησία της. +«Όπα! Όπα!» + +Και το ακορντεόν έπαιζε πιο χαρούμενα και πιο ζωηρά. Φωνές +χαράς αντηχούσαν, άγριες σχεδόν, σαν να ζητούσαν από τη +μουσική του χορού περισσότερη ζωντάνια, περισσότερη ηδονή. +«Ούι! Ούιιι!» + +Όλοι έτρεξαν να δούνε και εκεί στο βάθος, στη γωνία της αυλής +η Γκριζέντα διέκρινε τα χρυσαφένια μαλλιά του Τζατσίντο +ανάμεσα στις δυο λευκές μαντίλες από τις θείες του. +«Μπαρμπα-Έφις κάντε να χορέψει το βαφτιστήρι σας!», είπε η +Νατόλια. +«Αυτός κι αν είναι ένα βαστάγι!» +«Βάλε τον πλάι στην εκκλησία και θα νομίζεις ότι είναι το +καμπαναριό.» +«Πάψε, Νατόλια, γλωσσού.» +«Τα μάτια σου μιλάνε πιο πολύ από τη γλώσσα μου, Γκριζέ.» +«Φωτιά να σε κάψει!» +«Πάψτε γυναίκες και μπείτε στο χορό.» + +Στη γιορτή πήγα….. στη γιορτή…. + +«Ούι! Ούιιι!» + +Η φωνή τρεμούλιαζε σαν χλιμίντρισμα, και οι γάμπες των +γυναικών διαγράφονταν ανάγλυφες κάτω από τις σκουρόχρωμες +φούστες και τα κοντά τους πόδια προεξείχαν από τον κόκκινο +ποδόγυρο που κυμάτιζε και κινούνταν όλο και πιο ζωηρά, +παίρνοντας φωτιά από την ευχαρίστηση του χορού. +«Ντον Τζατσίντο! Ελάτε!» +«Όπα! Όπα!» +«Ελάτε επιτέλους! Ελάτε!» + +Όλες οι γυναίκες κοίταζαν προς τα εκεί χαμογελώντας. Τα +δόντια γυάλιζαν στην άκρη από το στόμα τους. + +Εκείνος σηκώθηκε σαν να δραπέτευε από τη φυλακή των δυο +γηραιών κυριών, αλλά όταν έφτασε στη μέση της αυλής σταμάτησε +αναποφάσιστος. Τότε ο κύκλος των γυναικών ξανάνοιξε, έγινε +πάλι μια σειρά, προχώρησε να συναντήσει τον ξένο, όπως στα +παιδικά παιχνίδια, τον περικύκλωσε, τον πήρε και τον έκλεισε +μέσα του. + +Ανάμεσα στη Γκριζέντα και στη Νατόλια, ψηλός, διαφορετικός +από όλους έμοιαζε να είναι το μαργαριτάρι στο δαχτυλίδι του +χορού και ένοιωθε το χέρι της Γκριζέντα να εγκαταλείπεται +τρέμοντας λιγάκι μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά +δάχτυλα της Νατόλια μπλέκονταν δυνατά με τα δικά του σαν να +ήταν εραστές. + +Και ο παπάς ακόμη βγήκε από την καλύβα του, κοίταξε τριγύρω, +ήρεμος και κόκκινος σαν μωρό φαλακρό ακόμη και στη συνέχεια +πήγε να καθίσει πλάι στις κυρίες Πιντόρ. +«Ωραίο παλικάρι ο ανιψιός σας, ντόνα Ρουθ!» + +Έβγαλε την ασημένια ταμπακιέρα, την κούνησε, την άνοιξε και +την πρόσφερε πρώτα στην ντόνα Έστερ, έπειτα στην ντόνα Ρουθ +και τέλος στην ίδια την Καλίνα. +«Ωραίο παλικάρι, ντόνα Έστερ, αλλά προσοχή.» + +Σήκωσε το ράσο για να ξαναβάλει στην τσέπη την ταμπακιέρα και +ξαναδίπλωσε και έστριψε το τιρκουάζ μαντήλι του χτυπώντας τις +άκρες του στο στήθος. +«Ντόνα Έστερ, προσοχή. Κι εμείς χορέψαμε όταν είχαμε φτερά +στα πόδια. Και τώρα τι κάνετε, κυρά μου;» + +Η ντόνα Έστερ έκλαιγε από χαρά, αλλά προσποιήθηκε ότι +φταρνιζόταν. +«Σαν πιπέρι είναι το ταμπάκο σας, παπα-Πασκά!» + +Ο πιο ευτυχισμένος από όλους ήταν ο Έφις. Ξαπλωμένος πάνω σ’ +ένα σωρό χόρτα, μέσα σε ένα από τα άδεια κελιά, του φαινόταν +ακόμη πως χόρευε και θαύμαζε τον Τζατσίντο. Και του +χαμογελούσε όπως του χαμογελούσαν οι γυναίκες. Να, η φιγούρα +του «παλικαριού» είχε ήδη πάρει μέσα στη ζωή του την καλύτερη +θέση, όπως στον κύκλο του χορού. + +Και με τη σκέψη ξαναγύριζε στη στιγμή που έτρεξε στο σπίτι +των αφεντικών του για να δει το γιο της Λία: τι στιγμή! Ήταν +τόσο μεγάλη η χαρά του που δεν θυμόταν τι είχε πει, τι είχε +κάνει. Ξανάβλεπε μόνο την παγερή αλλά ανήσυχη μορφή της Νοέμι +να τον παρακολουθεί και να του λέει σαν να ήταν μυστικό: +«Πηγαίνετε, άντε, πηγαίνετε στο πανηγύρι…. Πηγαίνετε, σας +περιμένουν». + +Τους έδιωξε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μόνο την ώρα του +αποχαιρετισμού στην εξώπορτα που την έκλεισε μπροστά της. + +Όταν περνούσαν κάτω από το κτηματάκι σταμάτησαν για λίγο και +ο Έφις έδειξε με την τρυφερότητα ενός εραστή τον λόφο του, το +φρύδι του λόφου όπου τα καλάμια τρεμούλιαζαν βαμμένα ροζ από +το ηλιοβασίλεμα, το καλύβι κρυμμένο μέσα στις πρασινάδες να +τον περιμένει. +«Εδώ μένω όλο το χρόνο. Εσείς θα έρθετε όταν θα είναι έτοιμα +τα λαχανικά και τα φρούτα για να τα πάτε στο χωριό… Το άλογό +σας όμως δεν αντέχει το δισάκι!», πρόσθεσε μισοκλείνοντας τα +μάτια μπροστά στη λάμψη του ποδηλάτου. +«Θα φύγω για το Νούορο!», είπε ο Τζατσιντίνο κοιτάζοντας +ωστόσο το κτήμα από κάτω προς τα επάνω, όπως κοιτάζουμε έναν +άνθρωπο. +«Θα έρθετε καμιά φορά! Πριν πιάσουν οι ζέστες, και έπειτα το +φθινόπωρο είναι ωραία στη σκιά εκεί πάνω! Και τη νύχτα; Το +φεγγάρι μας κρατά συντροφιά σαν νύφη και τα καρπούζια εδώ +κάτω στο περιβόλι μοιάζουν τότε σαν κρυστάλλινες φούσκες.» +«Ναι, καμιά φορά θα έρθω», υποσχέθηκε ο Τζατσίντο +κατεβαίνοντας με σβελτάδα από το ποδήλατο σαν πουλί. + +Ήταν εκείνος που πρότεινε να επισκεφτούν το κτηματάκι, +παρασυρμένος σχεδόν από τις περιγραφές του συντρόφου του. + +Και το επισκέφτηκαν αφήνοντας χαμηλά το άλογο για να βοσκήσει +κανένα κλαδί από την αιμασιά του φράχτη. + +Ο Έφις έδειξε στο καινούργιο του νεαρό αφεντικό τα αναχώματα +που κατασκεύασε ο ίδιος με πρωτόγονες μεθόδους και ο νέος +παρατηρούσε με θαυμασμό τις ογκώδεις πέτρες που μάζεψε +εκείνος ο μικροκαμωμένος άνθρωπος και στη συνέχεια κοίταζε +τον ίδιο σαν να ήθελε να υπολογίσει καλύτερα το μεγαλειώδες +της κατασκευής. +«Όλα μόνος; Τι δύναμη! Θα πρέπει να ήσουν δυνατός στα νιάτα +σου!» +«Ναι, ήμουν δυνατός! Και το μονοπάτι, εγώ δεν το ’φτιαξα κι +αυτό;» + +Το μονοπάτι σκαρφάλωνε προς τα επάνω, ενισχυμένο και αυτό από +τοιχία ξερολιθιάς. Με αναχώματα υποστηρίζονταν το φρύδι της +πλαγιάς και τα υψώματα του κτήματος. Ήταν ένα έργο υπομονής, +γερό που θύμιζε εκείνα των αρχαίων προγόνων που έχτισαν τα +νουράγκε. + +Και ανεβαίνοντας ψηλά σταματούσαν σε κάθε πλατύσκαλο και +έστρεφαν για να θαυμάσουν το έργο του μικροκαμωμένου +ανθρώπου, και ο ξένος είχε απορίες μικρού παιδιού που +διασκέδαζαν τον υπηρέτη. +«Το ποτάμι ξεχειλίζει το χειμώνα;» +«Τι είναι αυτό;» ρωτούσε τραβώντας προς το μέρος του κανένα +κλαδί λεύκας. + +Δεν γνώριζε ούτε τα δέντρα ούτε τα χόρτα∙ δεν ήξερε ότι τα +ποτάμια ξεχειλίζουν την άνοιξη! Να η γραμμή σπαρμένη με +ρεβίθια που κιτρίνιζαν ήδη μέσα στον αιχμηρό τους λοβό. Να οι +ντοματιές που σχηματίζουν φράχτη κατά μήκος της υγρής +αυλακιάς, να ένα χωραφάκι από νάρκισσους λες, αλλά είναι από +πατάτες, να τα κρεμμυδάκια που σαλεύουν με το αεράκι σαν να +είναι ασφόδελοι, να και τα λάχανα αυλακωμένα από πράσινες, +φωτεινές κάμπιες. Σύννεφα από άσπρες και κιτρινωπές +πεταλούδες πέταγαν εδώ κι εκεί, κάθονταν και μπερδεύονταν στα +λουλούδια των μπιζελιών, οι ακρίδες πετιόντουσαν και +ξανάπεφταν σαν να τις παρέσερνε ο αγέρας, οι μέλισσες βούιζαν +γύρω από τις ξερολιθιές και έμοιαζαν χρυσές από τη γύρη των +λουλουδιών όπου κάθονταν. Μια σειρά παπαρούνες φλέγονταν +ανάμεσα στο μονότονο πράσινο του χωραφιού με τα κουκιά. + +Και μια βαθιά σιγαλιά όλο μυρωδιές έπεφτε με τις σκιές από +τους φράχτες, και όλα ήταν ζεστά και γεμάτα λησμονιά σ’ +εκείνη τη γωνιά του κόσμου, περιφραγμένη από τις φραγκοσυκιές +σαν από τείχος βλάστησης, τόσο που ο ξένος, μόλις έφτασε +μπροστά στο καλύβι έπεσε πάνω στη χλόη και επιθυμούσε να μη +συνεχίσει το ταξίδι. + +Από το ένα καλάμι στο άλλο επάνω στο λόφο τα σύννεφα του Μάη +περνούσαν λευκά και απαλά σαν γυναικεία πέπλα. Εκείνος +κοίταζε τον καταγάλανο ουρανό και του φαινόταν πως ήταν +ξαπλωμένος σ’ ένα όμορφο κρεβάτι με μεταξωτά σκεπάσματα. + +Έβλεπε τον Έφις ν’ ανοίγει το καλύβι, να στρέφει και να τον +καλεί με μια πονηρή χειρονομία, έπειτα να επιστρέφει +κουβαλώντας κάτι κρυμμένο πίσω από την πλάτη και να γονατίζει +κλείνοντάς του το μάτι. Ονειρευόταν; + +Ανασηκώθηκε και κάθισε αγκαλιάζοντας τα γόνατα με τα μπράτσα +του κάνοντας τον ακατάδεχτο στην αρχή και παίρνοντας στη +συνέχεια τη ζωγραφισμένη νεροκολοκύθα γεμάτη κίτρινο κρασί +που του πρόσφερε ο υπηρέτης. Τελικά ήπιε: ήταν γλυκό κρασί +και αρωματικό όπως το κεχριμπάρι και πίνοντάς το έτσι, από το +στενό στόμιο της νεροκολοκύθας, του έδινε σχεδόν μια αίσθηση +ηδονής. + +Ο Έφις κοίταζε, γονατιστός σαν να προσκυνούσε. Ήπιε κι +εκείνος και του ήρθε να κλάψει. + +Οι μέλισσες κάθισαν επάνω στη νεροκολοκύθα. Ο Τζατσίντο έκοψε +το βλαστό μιας βρώμης που βρισκόταν ανάμεσα στα διπλωμένα του +πόδια και κοιτάζοντας καταγής ρώτησε: +«Πώς ζούνε οι θείες μου;» + +Είχε φτάσει η στιγμή των αποκαλύψεων. Ο Έφις κούνησε τη +νεροκολοκύθα εδώ κι εκεί, δεξιά και αριστερά. +«Κοιτάξτε, κύριε, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι η κοιλάδα +ήταν της οικογένειάς σας. Ήταν άνθρωποι ισχυροί! Τώρα πια +έχει απομείνει μόνο αυτό το κτηματάκι, αλλά είναι σαν την +καρδιά που χτυπά και στο στήθος των ηλικιωμένων. Ζούμε από +αυτό». +«Μα τι αγύριστο κεφάλι ο παππούς μου! Εκείνος κατέστρεψε την +οικογένεια…..» +«Εάν δεν υπήρχε εκείνος, η αφεντιά σας δεν θα είχε γεννηθεί!» + +Ο Τζατσίντο σήκωσε τα μάτια και τα χαμήλωσε πάλι. Μάτια +γεμάτα απελπισία. +«Και γιατί γεννιόμαστε;» +«Καλό και αυτό! Επειδή είναι θέλημα Θεού!» + +Ο Τζατσίντο δεν απάντησε∙ κοίταζε πάντα καταγής και τα +βλέφαρά του ανοιγόκλειναν σαν να ήταν έτοιμος να κλάψει. Ήπιε +όμως πάλι, υποχωρητικός, κλείνοντας τα μάτια, ενώ ο Έφις +κάθισε οκλαδόν κρατώντας ένα από τα πέλματα του στα χέρια. +«Δεν είστε ευχαριστημένος που ήρθατε, ντον Τζατσιντί;» +«Μην με λες έτσι», είπε τότε ο νέος. «Εγώ δεν είμαι ευγενής, +δεν είμαι τίποτε! Να μου μιλάς στον ενικό, όπως κάνω εγώ. Εάν +είμαι ευχαριστημένος; Όχι. Ήρθα εδώ γιατί δεν ήξερα πού να +πάω…. Εκεί υπάρχει πολύς κόσμος… Εκεί πρέπει να είναι κανείς +κακός για να κάνει την τύχη του. Δεν μπορείς να καταλάβεις! +Υπάρχουν πολλοί πλούσιοι….. Υπάρχει όμως και πολύς κόσμος…..» + +Κουνούσε τα δάχτυλα και είχε το χέρι απλωμένο, σαν να έδειχνε +το πλήθος και ο Έφις κοίταζε το πόδι του και ψιθύριζε με +τρυφερότητα και λύπηση: +«Ψυχή μου!» + +Και θα επιθυμούσε να σκύψει επάνω στο απελπισμένο «παλικάρι» +και να του πει: εδώ είμαι εγώ, δεν θα σου λείψει τίποτε! – +αλλά δεν κατάφερε άλλο παρά να του προσφέρει πάλι τη +νεροκολοκύθα όπως η μητέρα προσφέρει το στήθος στο μωρό της +που κλαίει. +«Το ξέρουμε δα τι παλιόκοσμος είναι εκεί! Εδώ όμως είναι +διαφορετικά, μπορεί κανείς να κάνει και την τύχη του ακόμη. +Θα σας διηγηθώ πώς έκαμε ο Μιλέζος….. Ήρθε εδώ μια μέρα σαν +το πουλί που δεν έχει φωλιά….» + +Αλλά ο Τζατσίντο άκουγε απογοητευμένος με χαμηλωμένο το +κεφάλι, στραβώνοντας λίγο το στόμα από αηδία, και ξαφνικά +ανάγειρε με τον αγκώνα να στηρίζεται στη χλόη και το κεφάλι +να ακουμπά στο χέρι του, ενώ μασούσε με θυμό το βλαστό της +βρώμης. +«Εάν ήξερες! Τι μπορείς να ξέρεις όμως εσύ; Στη Ρώμη υπάρχει +ένας πρίγκιπας που έχει εκτάσεις όσο είναι όλη η Σαρδηνία και +ένας άλλος, ένας αυτοδημιούργητος, που όταν συμβαίνουν +εθνικές συμφορές προσφέρει περισσότερα χρήματα και από τον +βασιλιά.» +«Και στη Σαρδηνία υπάρχει ένας καλόγερος που έχει τριακόσια +σκούδα εισόδημα την ημέρα», είπε ο Έφις ταπεινά, αλλά μετά +ύψωσε τη φωνή: «Τριακόσια σκούδα, καταλαβαίνετε, κύριε;» + +Ο κύριος όμως δεν φάνηκε να εκπλήσσεται. Ύστερα από λίγο όμως +ρώτησε. +«Πού βρίσκεται; Μπορώ να τον γνωρίσω;» +«Βρίσκεται στο Καλαντζάνους, στην Γκαλούρα.» + +Πολύ μακριά. Και ο Τζατσίντο, με αφηρημένο βλέμμα, ξανάρχισε +τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη των Στεριανών Κυρίων, για +τις κακές τους συνήθειες και τη διαφθορά τους. +«Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι;» ρώτησε ο Έφις, +σχεδόν θυμωμένα. +«Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι;» +«Εγώ ναι, κύριε μου! Πιείτε, πιείτε και κάντε κουράγιο!» + +Ο Τζατσίντο ήπιε και ο Έφις έχυσε έπειτα τις τελευταίες +σταγόνες καταγής. Οι μέλισσες πλησίασαν και τριγύρω +σχηματίστηκε ένας γλυκός βόμβος. + +Μόλις όμως φτάσανε στο Ριμέντιο το αγόρι φάνηκε να είναι +ευχαριστημένο. Είχε αγκαλιάσει τις θείες του και τις άλλες +γυναίκες, είχε φάει καλά και είχε χορέψει σαν βοσκός στο +πανηγύρι. Τώρα κοιμόταν και ροχάλιζε. Ο Έφις τον είχε δει +λίγο πριν πάνω στο μικρό κρεβάτι κατά μήκος του τοίχου, με τα +βλέφαρα κλειστά, τόσο λεπτά που έμοιαζε να τα διαπερνά το +γαλάζιο των ματιών, με τα πυρόξανθα μαλλιά του πάνω στο λευκό +του μαξιλαριού και τις γροθιές σφιχτές σαν μωρό που +ονειρεύεται. Είχε ξεχάσει καταγής αναμμένο το φως. Ο Έφις +έσκυψε να το σβήσει ενώ σκεφτόταν ότι όλοι οι Πιντόρ τέτοιοι +ήταν: αδιάφοροι για την οικονομία και τον κίνδυνο! + +Μπορεί όμως να είναι καλύτερα έτσι στη ζωή! Γύρισε κι εκείνος +ανάσκελα και έκλεισε τις γροθιές. Μέσα από τις τρύπες της +σκεπής πάλλονταν τ’ αστέρια και το τρεμούλιασμά τους καθώς +και τα ασταμάτητο τρεμούλιασμα των γρύλων έμοιαζε το ίδιο +πράγμα. + +Μύριζαν οι σκλήθρες και οι μέντες. Όλα είχαν πέσει μέσα σε +μια τρεμάμενη σιωπή όπως μέσα σε τρεχούμενο νερό. Και ο Έφις +θυμόταν τα μακρινά βράδια, τον χορό, τα νυχτερινά τραγούδια, +την ντόνα Λία καθισμένη επάνω στην πέτρα στη γωνιά της αυλής, +αναδιπλωμένη σαν νεαρή φυλακισμένη που ροκανίζει τα δεσμά της +και σιγά σιγά προετοιμάζει την δραπέτευσή της. + + +Κεφάλαιο πέμπτο + +Την άλλη μέρα με την αυγή ο Έφις έφερε πάλι το άλογο στο +χωριό και διηγήθηκε στη νεαρή κυρά του πώς είχαν διασκεδάσει +το προηγούμενο βράδυ. Η Νοέμι φαινόταν ήρεμη∙ μόνο, όταν +εκείνος έφευγε πάλι για το κτηματάκι, έτρεξε στην εξώπορτα +και του ζήτησε να γυρίσει σε τρεις μέρες φέρνοντας προμήθειες +στις αδελφές. + +Τρεις μέρες μετά ο Έφις γύρισε και για να μην πληρώσει το +ναύλο για το άλογο φορτώθηκε στην πλάτη το δισάκι και +ξεκίνησε με τα πόδια. + +Ο καιρός είχε δροσίσει: από τα βουνά του Νούορο κατέβαινε το +αεράκι των δασών και έτρεχε έτρεχε πάνω στη χλόη κατά μήκος +του ποταμού και έμοιαζε να θέλει να κατέβει μαζί του στη +θάλασσα. + +Ο Έφις σταμάτησε στο κτηματάκι, κοντά στη σκλήθρα στο αμμώδες +όριο του χωραφιού με τα καρπούζια και κοιτάζοντας τους +σαρκώδεις βλαστούς που απλώνονταν μπλεγμένοι εδώ κι εκεί σαν +φίδια κάτω από τα φύλλα, του φαίνονταν ότι είχαν, όπως εξ +άλλου όλοι οι θάμνοι που θρόιζαν τριγύρω, κάτι το ζωντανό, το +ζωώδες. Και τους μιλούσε, λες και τον καταλάβαιναν, και τους +έλεγε να προσέχουν μην σπάσουν, μην ξεραθούν, να μεγαλώσουν +καλά και να δώσουν πολλά φρούτα, όπως ήταν το χρέος τους, +αλλά κάποιος θόρυβος στο δρόμο τράβηξε την προσοχή του. + +Ο ντον Πρέντου, περήφανος και βαρύς πάνω στο μαύρο, παχύ +άλογό του, περνούσε πίσω από την αιμασιά. Πράγμα ασυνήθιστο, +βλέποντας τον Έφις σταμάτησε.. +«Τι κάνεις φορτωμένος μ’ αυτό το δισάκι; Κουκιά έκλεβες;» + +Ο Έφις σηκώθηκε με σεβασμό. +«Είναι οι προμήθειες για τις κυράδες μου. Κι εσείς πού πάτε;» + +Και ο ντον Πρέντου εκεί κάτω πήγαινε. Από το κεντημένο με +λουλούδια δισάκι του αναδυόταν η μυρωδιά του γκατό [3], που +πήγαινε πεσκέσι στον φίλο του τον Ρέτορα, και πρόβαλε ακόμη ο +βιολετής λαιμός μιας νταμιτζάνας με κρασί. +«Κι εσύ, βλάκα, πας με τα πόδια; Ακόμα και το άλογο σε βάλανε +να κάνεις τώρα; Δώσε μου το δισάκι, θα σου το κουβαλήσω εγώ. +Δεν θα τον σκάσω, μην φοβάσαι! Εάν θέλεις να είσαι πιο +σίγουρος ανέβα στα καπούλια κι εσύ, βλάκα!» + +Έκπληκτος ο Έφις, μετά από κάποια παραΚαλία και απειλές, +φόρτωσε το δισάκι του στο άλογο που έμοιαζε να κοιμάται, +έπειτα σκαρφάλωσε στα καπούλια, πίσω από τον ντον Πρέντου, +προσπαθώντας να μην του γίνεται βάρος. +«Τώρα θα ιδρώσει το άλογό σας!» +«Ο διάολος να με πάρει, είναι το πιο γερό άλογο της περιοχής. +Μπορείς να το φορτώσεις με ένα βουνό και θα το κουβαλήσει. Το +βλέπεις; Πηγαίνει σαν να μην ήταν σελωμένο. Για πες μου τώρα +εσύ, τι ήρθε να σΚαλίσει εδώ πέρα ο αλήτης ο ανεψιός μου;» + +Ο Έφις του έκανε μια γκριμάτσα πίσω από την πλάτη. Α, να +λοιπόν γιατί τον πήρε καβάλα στο άλογο! +«Γιατί αλήτης; Υπάλληλος ήτανε.» +«Τι έκανε; Έξυνε τα νύχια του;» +«Και όμως, είχε μια πολύ καλή δουλειά! Στο Τελωνείο. Για να +ζήσει όμως κανείς σ’ εκείνα τα μέρη του χρειάζονται πολλά +χρήματα. Εκεί υπάρχουν άρχοντες που έχουν κτήματα όση είναι η +Σαρδηνία και κάποιοι δίνουν μεγαλύτερες ελεημοσύνες και από +τον βασιλιά.» + +Ο ντον Πρέντου έσκασε στα γέλια. Ένα σιωπηλό γέλιο, άγριο. +«Α, μάλιστα! Να που έχουν πάρει τα μυαλά σου αέρα!» +«Γιατί μιλάτε έτσι, ντον Πρέντου;» είπε ο Έφις με +αξιοπρέπεια. «Το παλικάρι είναι ντόμπρο και καλό: δεν έχει +ελαττώματα, δεν καπνίζει, δεν πίνει, δεν αγαπά τις γυναίκες. +Θα κάνει περιουσία. Εάν το θελήσει μπορεί να βρει αμέσως +δουλειά στο Νούορο. Έπειτα έχει και λεφτά στην τράπεζα.» +«Τα μέτρησες εσύ, βλάκα; Α, Έφις, μα την πίστη μου σε ταΐζουν +κουτόχορτο, αντί για ψωμί. Πες μου, πόσα σου χρωστάνε τώρα οι +ευγενικές σου κυράδες;» +«Τίποτα δεν μου χρωστάνε. Εγώ χρωστάω τα πάντα σ’ αυτές.» +«Πάψε, γιατί θα σε ρίξω στο ποτάμι. Άκου, τώρα θα συνεχίσετε +να κάνετε χρέη, για να συντηρείτε το νεαρό. Θα πάρετε λεφτά +από την Καλίνα, που να την πάρει ο δαίμονας. Θα πουλήσετε το +κτήμα. Μην ξεχνάς πως το θέλω εγώ. Εάν δεν με ειδοποιήσεις +εγκαίρως, εάν πράξετε όπως τις άλλες φορές που αντί να +πουλήσετε σ’ εμένα στη σωστή τιμή πουλήσατε μισοτιμής σε +άλλους, πρόσεχε, σε προειδοποιώ, Εφισέ, θα σου κόψω το +λαρύγγι. Σε προειδοποίησα.» + +Και εκείνος, καθισμένος πίσω, λαχάνιαζε γιατί τον πλάκωνε ένα +βάρος μεγαλύτερο από το δισάκι από το οποίο ο ντον Πρέντου +ήθελε να τον απαλλάξει. +«Θεέ μου! Γιατί μιλάτε έτσι, ντον Πρέντου, σαν εχθρός των +καημένων των ξαδερφάδων σας;» +«Στο διάβολο να πάνε οι ξαδέρφες που έχουν πάρει τα μυαλά +τους αέρα! Εκείνες είναι που με μεταχειρίστηκαν πάντα σαν +εχθρό. Ας γίνει το θέλημά τους. Εσύ όμως να θυμάσαι, Έφις: το +κτηματάκι το θέλω εγώ….» + +Το μαρτύριο κράτησε σ’ όλο τον δρόμο, μέχρι που ο Έφις, +περισσότερο κουρασμένος από το αν είχε πάει με τα πόδια, +γλίστρησε από τα καπούλια και τράβηξε κάτω το δισάκι. + +Μπαίνοντας στον περίβολο είδε ξανά τη συνηθισμένη σκηνή: οι +κυράδες του κάθονταν στο παγκάκι με τα χέρια σταυρωμένα, η +Καλίνα έγνεθε, με τα πόδια γυμνά μέσα στα πέδιλα∙ μέσα στις +καλύβες οι γυναίκες καθισμένες καταγής έπιναν τον καφέ, +κουνούσαν τα μωρά και πάνω στο μπαλκόνι, με φόντο τον ουρανό +που χρύσιζε, η μαύρη φιγούρα του παπα Πασκάλε χαιρετούσε με +το τιρκουάζ μαντήλι του. +«Διασκεδάζετε;», ρώτησε ο Έφις ακουμπώντας το δισάκι κοντά +στα πόδια των κυράδων του. «Κι εκείνος;» +«Συνέχεια χορεύουμε», είπε η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρουθ +σηκώθηκε για να τακτοποιήσει τα πράγματα. + +Για τον Τζατσίντο μίλησε συγκινημένη η τοκογλύφος. +«Τι καταδεχτικό παλικάρι! Είναι λιγομίλητος, αλλά καλός σαν +το μέλι. Διασκεδάζει σαν παιδάκι και έρχεται εδώ για να φάει +το κριθαρένιο ψωμί μου. Νατος που έρχεται με την Γκριζέντα +από τη βρύση.» + +Τους διέκριναν πράγματι από μακριά, ανάμεσα στο πράσινο των +θάμνων, εκείνος ψηλός και ωχρός, εκείνη μικρόσωμη και +μελαχρινή, και οι δυο να κουβαλάνε τους κουβάδες που +άστραφταν και πότε πότε χτυπούσαν ο ένας στον άλλο και το +νερό ξεχειλίζοντας ανακατευόταν και έσταζε. Φαίνεται πως τους +ευχαριστούσε εκείνη η επαφή επειδή κοίταζαν τους κουβάδες και +γελούσαν. + +Ο Έφις είχε ένα προαίσθημα. Ανέβηκε στο μπαλκόνι για να δώσει +στον ιερέα ένα καλαθάκι με μπισκότα, δώρο από μια χωριάτισσα, +και από εκεί πάνω είδε τον ντον Πρέντου, που είχε σταματήσει +στη βρύση να ποτίσει το άλογό του, να πλησιάζει τον Τζατσίντο +και την Γκριζέντα και να σκύβει να τους πει κάτι. Γελούσαν +και οι τρεις, το κορίτσι με κατεβασμένο το κεφάλι, ο +Τζατσίντο αγγίζοντας το λαιμό του αλόγου. +«Έφις», είπε ο ιερέας, τινάζοντας με το μαντήλι το ταμπάκο +από το στήθος του, «να ο ντον Πρέντου. Καλύτερα, θα έχουμε +και λίγη κακογλωσσιά. Και ο δικός σας ο Τζατσίντο είναι καλό +παιδί∙ έρχεται στη λειτουργία και στις παρακλήσεις. Έχει καλή +ανατροφή και είναι καταδεχτικός. Χρειάζεται προσοχή όμως, +προσοχή!» + +Οι υπηρέτριες του ιερέα έτρεξαν έξω για να βοηθήσουν τον +ντον Πρέντου να ξεφορτώσει τα δισάκια, ενώ οι άλλες γυναίκες +πρόβαλαν τα χλωμά τους πρόσωπα στις πόρτες και το σκυλί, αφού +γάβγισε λιγάκι, πηδούσε ψηλά μπροστά στο άλογο σαν να ήθελε +να το φιλήσει. +«Σιγά, γυναίκες!», είπε ο ντον Πρέντου. «Μέσα στα δισάκια +υπάρχει κάτι που σπάει μόλις το αγγίξεις, όπως εσείς….» +«Η σαϊτιά να σας πάρει, ντον Πρέντου!» τον καταράστηκε η +Νατόλια, με βλέμμα ωστόσο λιγωμένο, προσπαθώντας να τον +κατακτήσει. + +Α, αν τα κατάφερνε! Θα εκδικούνταν έτσι την Γκριζέντα, που +ήθελε τον ξένο όλον για τον εαυτό της. + +Η Γκριζέντα με τη σειρά της φαινόταν αναστατωμένη από την +άφιξη του ντον Πρέντου. +«Αυτός, θα δείτε», είπε χαμηλόφωνα στον Τζατσίντο την ώρα που +διέσχιζαν την αυλή, «αυτός, ο θείος σας, είναι από τους +ανθρώπους που γλεντάνε και ξοδεύουν στα πανηγύρια. Δε +μελαγχολεί όπως εσείς! Εκατό λιρέτες έχει; Τις ξοδεύει και +τις εκατό, για το τίποτα!» + +Έβρεξε τα δάχτυλά της με λίγο νερό και του το πέταξε στο +πρόσωπο, δίχως εκείνος να πάψει να χαμογελάει με τα γλυκά του +μάτια γεμάτα από επιθυμία, αφήνοντας να φανούν ανάμεσα από τα +κόκκινα χείλη τα άσπρα δόντια του λες και ήθελε να τη +δαγκώσει. +«Τι αξία έχουν εκατό λιρέτες; Εγώ ξόδεψα χίλιες μέσα σε μια +νύχτα και όμως δεν διασκέδασα….» + +Η Γκριζέντα ακούμπησε τον κουβά στο κάθισμα και έπεσε επάνω +στο μωρό που της χαμογελούσε από το στρώμα κουνώντας τα +ποδαράκια του στον αέρα και προσπαθώντας να τα πιάσει με +βρώμικα χεράκια του. Του φίλησε τον ποπό, βυθίζοντας τα χείλη +της στην τρυφερή σάρκα στα σημεία όπου οι αυλακιές σχημάτιζαν +ροζ και βιολετί γραμμές. Το σήκωσε ψηλά, το χαμήλωσε ως τη +γη, το ξανασήκωσε, το έκανε να γελάει, το έφερε έξω +σφίγγοντάς το δυνατά στο στήθος της. + +Ο Τζατσίντο κάθισε έξω έχοντας ανοιχτά τα πόδια και +ταλαντεύοντας τα χέρια του ανάμεσά τους, ενώ άκουγε την +Καλίνα που τον προσκαλούσε να φάει μαζί της κουκιά +μαγειρεμένα με γάλα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, σαν να ήταν κάτι +σοβαρό, αλλά η ντόνα Ρουθ εμφανίστηκε στη μικρή πόρτα +κρατώντας στο χέρι ένα αρνίσιο μπούτι λευκό από το λίπος με +την βιολετί νεφραμιά σκεπασμένη από τη μπόλια και διέκοψε τη +συζήτηση. +«Πρέπει να φωνάξουμε τον Έφις για να κάνει μια ξύλινη σούβλα. +Πήγαινε Τζατσίντο!» + +Η Γκριζέντα έτρεξε εκείνη να φωνάξει τον υπηρέτη, τρίφτηκε +επάνω του σαν γατάκι και του έδωσε να φιλήσει το μωρό. +«Πόσο χαρούμενη είμαι, μπαρμπα Έφις! Απόψε θα ξαναχορέψουμε! +Κοιτάξτε όμως το μικρό σας αφεντικό. Λες και κάνει κόρτε στην +Καλίνα!» + +Ο Έφις την κοίταζε τρυφερά. Είδε τον Τζατσίντο να σηκώνει τα +μάτια γεμάτα έρωτα και επιθυμία και μέσα από την καρδιά του +ευλόγησε τους δυο νέους. Ναι, διασκεδάστε, ερωτευτείτε. Γι’ +αυτό είναι τα πανηγύρια και τα πανηγύρια περνάνε γρήγορα…… + +Καθισμένος στη σκιά του τοίχου άρχισε να φτιάχνει τη σούβλα. +Οι γυναίκες γελούσανε γύρω του, ο Τζατσιντίνο όπως πάντα ήταν +σιωπηλός και φαινόταν να προσέχει στον ήχο του ακορντεόν που +γέμιζε με παράπονο και φωνές την αυλή. Ήρθε όμως κουνάμενη η +Νατόλια. +«Το αφεντικό μου και ο ντον Πρέντου προσκαλούν τον ντον +Τζατσιντίνο σε γεύμα.» + +Κι εκείνος σηκώθηκε αφού τίναξε καλά τα μπατζάκια του. Η +ντόνα Έστερ τον ακολούθησε με τα μάτια και έμεινε να κοιτάζει +προς το μπαλκόνι, σαν μαγεμένη από τη λάμψη των ποτηριών και +του ασημένιου δίσκου που η Νατόλια κουνούσε εκεί πάνω σαν να +ήταν καθρέφτης. Η ιδέα ότι ο πλούσιος ξάδελφος έδωσε σημασία +στον φτωχό ξάδελφο ήταν αρκετή για να την κάνει ευτυχισμένη. + +Οι γυναίκες επαινούσαν τον Τζατσίντο και η τοκογλύφος, +τραβώντας το νήμα ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείχτη και +γυρίζοντας το αδράχτι πάνω στο γόνατο, έλεγε με ασυνήθιστη +γλυκύτητα: +«Δεν γνώρισα ποτέ ένα αγόρι τόσο φρόνιμο. Είναι και όμορφο! +Μοιάζει με τον μακαρίτη Βαρόνο….» +«Με ποιόν; Με τον πεθαμένο Βαρόνο που ζει ακόμη μέσα στο +κάστρο;» + +Η ντόνα Ρουθ όμως έφερε το δείχτη στο στόμα: δεν έπρεπε να +μιλούν για πεθαμένους στο πανηγύρι. +«Ποιο φάντασμα! Είναι ζωντανός και τα χέρια του δεν βρίσκουν +ησυχία, έτσι δεν είναι, Γκριζέντα; Ποιος; Μα ο ντον +Τζατσίντο!» + +Η Γκριζέντα όμως, ακουμπισμένη στον τοίχο, με το μωρό να της +βυζαίνει τα κουμπιά της μπλούζας, κοίταζε κι εκείνη το δίσκο +που έλαμπε στο μπαλκόνι και τα μάτια της έμοιαζαν μαγεμένα, +όπως εκείνα της προγιαγιάς της όταν τις νύχτες με φεγγάρι +κατασκόπευαν τα στοιχειά που κατέβαιναν στο ποτάμι. + +Ο Έφις ξαναγύρισε μετά τρεις μέρες. Αυτή τη φορά δεν ήταν +μόνος. Όλοι σχεδόν οι χωριανοί κατέβαιναν στο πανηγύρι και οι +γυναίκες κουβαλούσαν στο κεφάλι δίσκους με γλυκίσματα και +καλάθια γεμάτα με κότες δεμένες με κόκκινες κορδέλες. + +Τα δεντράκια τριγύρω ήταν γεμάτα με άγουρα φρούτα και το +πανηγύρι έμοιαζε να απλώνεται σε όλη την κοιλάδα. + +Όταν έφτασε ο Έφις βρήκε τον φράχτη που περιέβαλε τις καλύβες +γεμάτο από κάρα που έφεραν τέντες από λινάτσα ή σεντόνια και +τους πωλητές γλυκισμάτων και κρασιού να στέκονται πλάι στους +μικρούς πάγκους τους στη σκιά της εκκλησίας. + +Οι ζητιάνοι σε παράταξη στις άκριες του δρόμου. Φιγούρες +καθισμένες ανακούρκουδα, ωχρόφαιες και μαβιές, μερικές με +φοβερά μάτια λευκά, άλλες με κόκκινες πληγές και μελανά +αποστήματα, με γυμνά τα στήθη σαν γδαρμένα, με τα μπράτσα και +τα ψαχουλευτά δάχτυλα μαυρισμένα σαν καμένα κλαδιά, +διαγράφονταν μεταξύ των θάμνων με φόντο τη γαλάζια και λευκή +γραμμή του ορίζοντα. Πέρα όμως, μακριά, το μάτι ξάνοιγε στο +πράσινο και οι ομάδες των αλόγων και των πουλαριών έδιναν +μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια στο τοπίο. + +Ο ήχος του ακορντεόν έφτανε μέχρι εκεί πάνω. Η μουσική, +χαρούμενη και αισθησιακή, καλούσε στο χορό, μερικές φορές +όμως άλλαζε στο παράπονο, σαν να την κούραζε η χαρά, σαν να +ανακαλούσε με νοσταλγία την απόλαυση που περνά και να +θρηνούσε για τη ματαιότητα όλων των πραγμάτων. Τότε και τα +μελαγχολικά μάτια των φοράδων ακόμη έμοιαζε να τα πλημμυρίζει +μια νοσταλγική γλυκύτητα. + +Ο Έφις σταμάτησε για μια στιγμή στο μέσο μιας ομάδας χωρικών +από την περιοχή του Νούορο. Οι γυναίκες κάθονταν στη σειρά +εμπρός από τις καλύβες, περιμένοντας ν’ αρχίσει η λειτουργία +και οι άλικοι κορσέδες τους έδιναν μια κόκκινη απόχρωση στη +σκιά του τοίχου. + Η λειτουργία όμως αργούσε. Πάνω στο μπαλκόνι οι ιερείς +γελούσαν και ο δίσκος της Νατόλια πηγαινοερχόταν λάμποντας +ανάμεσα στο γαλάζιο και το μαύρο. +Ο Έφις βρήκε έρημη την καλύβα. Οι κυράδες του ήταν στην +εκκλησία και πήγε να τις βρει, αλλά βρέθηκε χωρίς να το θέλει +ανάμεσα στον ντον Πρέντου, τον Μιλέζο και τον Τζατσίντο, +μπροστά σε κάποιον που πουλούσε κρασί και ξαφνικά είδε τρία +κίτρινα ποτήρια μπροστά στο πρόσωπό του. +«Πιες, βλάκα!» +«Για μένα είναι νωρίς.» +«Ποτέ δεν είναι νωρίς για έναν άντρα γερό. Ή μήπως είσαι +άρρωστος;» + +Ο ντον Πρέντου τον χτύπησε τόσο δυνατά στην πλάτη που τον +έκανε να τιναχτεί μπροστά και το κρασί από τα ποτήρια χύθηκε +επάνω του. Σε καλό να του βγει! Σκούπισε τα ρούχα του με το +χέρι και ήπιε∙ και με έκπληξη και ικανοποίηση είδε τον +Τζατσίντο να βγάζει το πορτοφόλι και να δίνει στον πωλητή ένα +χαρτονόμισμα των πενήντα λιρετών. Δόξα να’ χει ο Θεός, αυτό +σημαίνει πως το παιδί έχει πράγματι λεφτά. + +Κατά τα άλλα η μέρα κύλησε μες στη χαρά: χαρά αυστηρή και +σχεδόν μελαγχολική για τις γυναίκες προς τις οποίες οι +άντρες, διασκεδάζοντας με θόρυβο μεταξύ τους, έδειχναν κάποια +αδιαφορία. + +Όλη την ημέρα έπαιζε το ακορντεόν συνοδευόμενο από τις φωνές +των μικροπωλητών, από τις κραυγές των παιχτών της μόρα [4], +από τα τραγούδια της παρέας ή από στίχους αυτοσχέδιων +ποιητών. + +Συγκεντρωμένοι μέσα σε μια καλύβα, καθισμένοι καταγής +σταυροπόδι γύρω από μια νταμιτζάνα προς την οποία έστρεφαν +σαν σε είδωλο, οι ποιητές αυτοσχεδίαζαν οκτάστιχα υπέρ ή κατά +του πολέμου στη Λιβύη. Ήταν αρκετοί και έπαιρναν μέρος με τη +σειρά και τριγύρω τους στριμώχνονταν άντρες και παιδιά. Πότε +πότε κάποιος έσκυβε για να πάρει από το έδαφος ένα ποτήρι +κρασί. +«Πιες, διάολε!» +«Γεια μας!» +«Να ζήσουμε εκατό χρόνια και να’ μαστε καλά για να το +θυμόμαστε αυτό το πανηγύρι.» +«Πιες, που να σε πάρει ο διάολος!» + +Ο ποιητής Σεραφίνο Μασάλα από το Μπουλτέι, με ελληνικό προφίλ +και ντυμένος σαν ομηρικός ήρωας, τραγουδούσε: + +Ο Τούρκος δε θέλει να παραδοθεί +Για πόλεμο η καρδιά του φτερουγίζει. +Γενναίος ο άγριος Άραβας σπαθίζει +Έτοιμος να ορμήσει, δε λυποτακτεί…. + +Τα ποτήρια περνούσαν από το ένα χέρι στο άλλο. Πότε πότε +κάποια γυναίκα πρόβαλε δειλά στην πόρτα. +Και ο Γκρεγκόριο Τζορντάνο από το Ντουάλκι, όμορφος νέος +κοκκινομάλλης ντυμένος σαν τροβαδούρος ίσιωνε τα μακριά +μαλλιά του και με τα δυο χέρια, τα τραβούσε πίσω στο σβέρκο +και τραγουδούσε θρηνολογώντας σχεδόν σαν μια μοιρολογίστρα: + +Φτάνει, δεν μπορώ πια να σας ανιστορήσω, +Για ό, τι θυμάμαι θα σας μιλήσω. +Μακάρι οι Ιταλοί πάντα να νικούν, +Και όλη την Αφρική να κατακτούν. +Ήσυχοι και γεροί μακάρι να γυρίσουν, +Βοηθούς τους Αγίους της Νίκης να γνωρίσουν, +Και με καλές αναμνήσεις και αρετή +Να γυρίσουν όλοι σπίτια τους γεροί. + +Χειροκροτήματα και γέλια αντηχούσαν. Όλοι γελούσαν, αλλά ήταν +συγκινημένοι. + +Στην σκιά της εκκλησίας όμως ο Έφις άκουγε άλλες παρέες από +χωριάτες να μιλούν για την Αμερική και τους μετανάστες. +«Η Αμερική; Όποιος δεν την δοκίμασε δεν ξέρει τι πράγμα +είναι. Την βλέπεις από μακριά και νομίζεις ότι είναι αρνί για +κούρεμα. Πας κοντά και σε δαγκώνει σαν σκύλος.» +«Ναι, αδέρφια μου, εγώ πήγα με το δισάκι μου μισογεμάτο και +πίστευα ότι θα το έφερνα πίσω γεμάτο. Το ξανάφερα άδειο!» + +Ένας Μπαρονιέζος λεπτός, ψηλός και μελαχρινός σαν Άραβας, +έβαλε στον Έφις να πιει και του διηγήθηκε επεισόδια του +πολέμου όπου πήρε μέρος. +«Ναι», έλεγε κοιτάζοντας τα χέρια του, «ξερίζωσα τη φούντα +ενός Σιρδούσου, ενός που προσκυνούσε το διάβολο. Ορκίστηκα να +του την πάρω ολόκληρη μαζί με το δέρμα και με όλα τα άλλα. +Και του την πήρα . Να μη σώσω, αν σας λέω ψέματα! Την πήγα +στον αρχηγό μου κρατώντας την σαν ένα τσαμπί. Έσταζε μαύρο +αίμα όπως οι ρόγες από το μαύρο σταφύλι. Ο αρχηγός μού είπε: +μπράβο Κοντσίνου!» + +Ο Έφις άκουγε κρατώντας ένα αγριοτριαντάφυλλο. Σταυροκοπήθηκε +με το κοτσάνι του λουλουδιού και είπε: +«Να εξομολογηθείς, Κοντζί! Σκότωσες άνθρωπο!» +«Στον πόλεμο, αυτό δεν είναι αμαρτία. Μήπως το έκανα κρυφά; +Όχι.» + +Άρχισαν τότε να κουβεντιάζουν και ο Έφις κοίταζε το +αγριοτριαντάφυλλο σαν να μιλούσε μόνο σ’ αυτό. +«Ο Θεός μόνο μπορεί να σκοτώνει.» + +Σταμάτησε όμως την κουβέντα επειδή από μακριά η ντόνα Έστερ +του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ήταν ώρα για φαγητό. Τον +Τζατσίντο τον είχε καλέσει ο παπάς και όλοι, άλλος +περισσότερο, άλλος λιγότερο, έτρωγαν με καλή συντροφιά. Από +τις καλύβες έβγαινε καπνός η τσίκνα. + +Η πιο ήσυχη γωνιά ήταν εκείνη των Πιντόρ. Καθισμένες μέσα +στην καλύβα τους έτρωγαν με τον Έφις ψητό αρνί και μιλούσαν +για τη Νοέμι που βρισκόταν μακριά και για τον Τζατσίντο, για +τον παπά και τον Μιλέζο, χαμογελώντας χωρίς κακία. +«Τις πρώτες μέρες», είπε η ντόνα Ρουθ κόβοντας ένα μικρό +γλύκισμα σε τρία ίσα μέρη, «ο Τζατσίντο έλεγε συνέχεια ότι +ήθελε να φύγει για το Νούορο, όπου τον περίμενε μια θέση στο +μύλο. Τώρα, εδώ και δυο μέρες ούτε που το αναφέρει.» +«Αλλά εδώ και δυο μέρες δεν τον βλέπουμε σχεδόν καθόλου. +Βρίσκεται πάντα με τον Πρέντου και την παρέα.» +«Ας τον αφήσουμε να διασκεδάσει», είπε ο Έφις. + +Έξω από την πόρτα φαινόταν η Καλίνα που καθόταν ασυνήθιστα +άπραγη στην πέτρα της και η Γκριζέντα με το μωρό στην +αγκαλιά, χλωμή και θλιμμένη κοίταζε το μπαλκόνι του παπά. + +Α, ο Τζατσίντο διασκέδαζε εκεί πάνω και την είχε ξεχάσει και +εκείνης της φαινόταν να κάθεται μαζεμένη στην άκρη μιας +ερήμου, μπροστά σε έναν αντικατοπτρισμό. + +Ο Έφις βγήκε και της είπε: +«Γιατί δεν διασκεδάζεις;» + +Εκείνη ταχτοποίησε πάνω στη σκούφια του μωρού την κίτρινη +κορδελίτσα για το μάτι και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. +«Για μένα όλα έχουν τελειώσει!» + +Οι συγγένισσές της την καλούσαν από τις καλύβες: +«Γκριζέντα, έλα! Τι θα πει η γιαγιά σου όταν σε δει τόσο +αδύνατη; Ότι δεν σε ταΐσαμε;» +«Ε, δεν της φτάνουν μόνο οι μπουκιές», είπε η Καλίνα στον +Έφις κλείνοντάς του το μάτι. «Έλα, Έφις, πιες ένα ποτήρι +κρασί. Ξέρεις ποιος μου το χάρησε; Το μικρό σου αφεντικό. +Καλός κι ευγενικός, αλλά άκουσέ με: πρέπει να του πεις πως η +Γκριζέντα δεν του ταιριάζει!» +«Αφήστε τα παιδιά να διασκεδάσουν! Βρισκόμαστε στο πανηγύρι!» +« Εδώ ερχόμαστε για να προσκυνήσουμε και όχι για να +αμαρτήσουμε. Βέβαια οι συγγενείς δίνουν φαΐ στην Γκριζέντα, +αλλά δεν ξέρουν πού ξημεροβραδιάζεται με τον ντον Τζατσίντο.» +«Και οι κυράδες μου; Δεν το πήραν είδηση;» +«Αυτές; Είναι σαν τους ξύλινους αγίους μέσα στις εκκλησίες. +Κοιτάζουν, αλλά δεν βλέπουν. Γι’ αυτές δεν υπάρχει κακό.» +«Αυτό είναι αλήθεια!», παραδέχτηκε ο Έφις. Ήπιε, αλλά ένοιωσε +λυπημένος και πήγε να ξαπλώσει κάτω από ένα σκίνο του +ερεικώνα. + +Από εκεί έβλεπε την ψηλή χλόη να κυματίζει σαν να ακολουθούσε +το μονότονο μοτίβο του ακορντεόν, και τα άλογα ακίνητα στον +ήλιο σαν ζωγραφισμένα επάνω στο γαλάζιο σμάλτο του ορίζοντα. + +Οι φωνές χάνονταν μέσα στη σιωπή, οι μορφές έσβηναν μες στο +φως. Να όμως μια γυναικεία πλάι σ’ ένα θάμνο και μια άλλη, +αντρική, που την πλησιάζει τόσο πολύ που σχηματίζουν μια σκιά +μόνο. + +Ο Έφις ένοιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά, έκοψε όμως μια +μικρή μαργαρίτα, μάσησε το κοτσάνι και είδε χωρίς φθόνο την +Γκριζέντα και τον Τζατσιντίνο να αγκαλιάζονται. Ο Θεός να +τους ευλογεί και να τους περιβάλλει πάντα έτσι, με ήλιο και +με φως. + +Το απόγευμα το πανηγύρι ζωήρεψε περισσότερο. Οι άντρες ήταν +πιο εκδηλωτικοί με τις γυναίκες παρασύροντάς τες στο χορό, +και ο ήλιος που έριχνε λοξά τις ακτίνες του χρωμάτιζε ροζ το +προαύλιο που βούιζε σαν κυψέλη. + +Με το λιόγερμα ο κόσμος συγκεντρώθηκε στην εκκλησία και +χιλιάδες φωνές συγχωνεύθηκαν σε μια, όπως έξω συγχωνευόταν το +άρωμα των θάμνων. Ο Έφις, γονατιστός σε μια γωνιά, είχε +βυθιστεί στη συνηθισμένη πονεμένη έκσταση και πλάι του η +Γκριζέντα, γονατιστή κι αυτή, άκαμπτη σαν ξύλινος άγγελος +έψελνε στενάζοντας από αγάπη. + +Το πορφυρό φως του δειλινού, πιο απαλό προς την Αγία Τράπεζα +εξ αιτίας της λάμψης των κεριών, σκέπαζε τους πιστούς σαν +αιμάτινο πέπλο, αλλά σιγά σιγά το πέπλο έγινε μαύρο, +ξανοίγοντας μόλις από το χρυσάφι των κεριών. Ο κόσμος δεν +έλεγε να βγει, παρόλο που ο παπάς είχε τελειώσει τις +προσευχές του, και συνέχιζε να ψάλει ιερούς ύμνους. Ήταν σαν +το μακρινό μουρμούρισμα της θάλασσας, σαν το θρόισμα του +δάσους το δειλινό. Ήταν ένας λαός αρχαίος που προχωρούσε, +προχωρούσε ψέλνοντας απλοϊκούς ύμνους των πρώτων χριστιανών, +προχωρούσε, προχωρούσε, μεθυσμένος από πόνο και ελπίδα, σε +ένα δρόμο σκοτεινό που έβγαζε σε τόπο φωτεινό αλλά μακρινό, +απλησίαστο. + +Ο Έφις, με το κεφάλι μες στα χέρια έψελνε και έκλαιγε. Η +Γκριζέντα κοίταζε μπροστά της με μάτια υγρά που αντανακλούσαν +τη φλόγα των κεριών∙ έψελνε και έκλαιγε κι εκείνη. Και ο +πόνος τού ενός ήταν όμοιος με τον πόνο της άλλης, ήταν ο +πόνος ενός ολόκληρου λαού που έφερνε στο νου του, σαν τον +υπηρέτη, ένα σκοτεινό παρελθόν και ονειρευόταν, σαν το +κορίτσι, ένα φωτεινό μέλλον με τα βάσανα της αγάπης. + +Έπειτα έπεσε σιγή. + +Ο Τσουαναντόνι, ανυπόμονος να ξαναρχίσει το ακορντεόν, ήταν ο +πρώτος που πετάχτηκε έξω με το σκούφο του στο χέρι. Σταμάτησε +όμως στην είσοδο της εκκλησίας, κοίταξε προς τα επάνω και +έβαλε μια φωνή. Όλοι έτρεξαν να δουν. Ήταν το καινούργιο +φεγγάρι που γλιστρούσε πάνω στον τοίχο της αυλής σαν να ήθελε +να κατέβει εκεί μέσα. + +Μετά το δείπνο ξανάρχισαν τα τραγούδια και οι φωνές γύρω από +τις φωτιές. Ακόμη και ο ντον Πρέντου χόρευε κάνοντας +ευτυχισμένες όλες τις γυναίκες που έλπιζαν να τις διαλέξει. + +Μόνο ο Τζατσίντο δεν χόρευε. Καθισμένος πλάι στην τοκογλύφο +κουνούσε τα χέρια ανάμεσα στα γόνατά του, χλωμός και +κουρασμένος. Ο Έφις στ μεταξύ άκουγε τις γυναίκες να φλυαρούν +για το ποιος ξόδεψε εκείνη την ημέρα περισσότερα χρήματα και +διασκέδασε περισσότερο και κάποια είπε: +«Ο ντον Πρέντου». +«Όχι, ο ντον Τζατσίντο. Ξόδεψε περισσότερες από τριακόσιες +λιρέτες. Είναι πλούσιος. Λένε πως έχει ορυχείο ασημιού. Πόσο +διασκέδασε!» +«Κερνούσε όλους, ακόμη κι εκείνους που δεν γνώριζε.» +«Γιατί το κάνει;» +«Καλή είσαι κι εσύ! Όποιος έχει, ξοδεύει.» + +Ο Έφις ένοιωθε ικανοποίηση, αλλά και ανησυχία. Κάθισε πλάι +στον Τζατσίντο και του μετέφερε τα όσα λέγανε οι γυναίκες. +«Ορυχείο ασημιού; Ναι, αποδίδει, όχι όμως όσο μια +πετρελαιοπηγή. Μια κυρία που γνωρίζω ονειρεύτηκε ότι σε +κάποιο μέρος υπήρχε μια, μέσα στην ιδιοκτησία ενός ξεπεσμένου +κυρίου. Αυτός ήταν τόσο απελπισμένος που αποφάσισε να +αυτοκτονήσει, αλλά έσκαψε εκεί που η κυρία είχε ονειρευτεί +και τώρα είναι τόσο πλούσιος που μπορεί να δίνει είκοσι +χιλιάδες λιρέτες σε μα γυναίκα….» +«Γιατί δεν παντρεύτηκε εκείνη που ονειρεύτηκε την +πετρελαιοπηγή; Μήπως ήταν κιόλας παντρεμένη;», ρώτησε +σκεφτικός ο Έφις. + +Οι γυναίκες χόρευαν και ανάμεσά τους η Γκριζέντα με το +πρόσωπο ξαναμμένο γελούσε σαν να ήταν η τρελή του πανηγυριού +και ο Έφις ψιθύρισε αγγίζοντας το γόνατο του Τζατσίντο: +«Αφεντικό… λέω… κοίταξε εκείνο το κορίτσι… Είναι καλό, αλλά +φτωχό και έπειτα είναι και ορφανό….» +«Θα την παντρευτώ», είπε ο Τζατσίντο, αλλά κοίταζε καταγής +και έμοιαζε να ονειρεύεται. + + +Κεφάλαιο έκτο + +Τον καιρό της έλλειψης, λίγες εβδομάδες δηλαδή πριν το +θερισμό του κριθαριού, ο κόσμος, έχοντας εξαντλήσει και τα +αποθέματα σιταριού, προσφεύγει στην τοκογλυφία, η γριά Ποτόι +πήγαινε τότε να μαζέψει βδέλλες. Το αγαπημένο της μέρος ήταν +ένας κολπίσκος που σχημάτιζε το ποτάμι κάτω από το Λόφο των +Περιστεριών κοντά στο κτηματάκι των Πιντόρ. + +Καθόταν εκεί με τις ώρες ακίνητη στη σκιά ενός σκλήθρου, με +τα πόδια γυμνά μέσα στο διαφανές, πρασινωπό νερό που χρύσιζε +και ενώ με το ένα χέρι κρατούσε σταθερά πάνω στην άμμο μια +μποτίλια, με το άλλο χάιδευε το κολιέ της. + +Πότε πότε έσκυβε λίγο, έβλεπε τα πόδια της, μεγάλα και ωχρά, +να κινούνται μες στο νερό, έβγαζε πότε το ένα και πότε το +άλλο και ξεκολλούσε πάνω από το βρεγμένο πόδι ένα μαύρο, +γυαλιστερό βώλο που είχε κολλήσει εκεί και τον έβαζε μέσα +στην μποτίλια σπρώχνοντάς τον με ένα βούρλο. Ο βώλος +ξεδιπλωνόταν, στένευε, έπαιρνε τη μορφή μαύρου δαχτυλιδιού: +ήταν μια βδέλλα. + +Μια μέρα, στα μέσα Ιουνίου, ανέβηκε μέχρι το καλύβι του Έφις. +Έκανε πολύ ζέστη και η κοιλάδα ήταν όλη κίτρινη κάτω από έναν +ξεθωριασμένο γαλάζιο ουρανό. + +Ο υπηρέτης έπλεκε μια ψάθα στη σκιά των καλαμιών με δάχτυλα +που έτρεμαν από τον πυρετό της μαλάριας. Βλέποντας τη γριά +που καθόταν κοντά στα πόδια του με την μποτίλια στην ποδιά +της, σήκωσε μόλις τα θολά του μάτια και περίμενε με υπομονή, +σαν να ήξερε κιόλας τι ήθελε να του πει. +«Έφις, είσαι άνθρωπος του Θεού και μπορείς να μου μιλήσεις +ειλικρινά. Ποιός είναι ο σκοπός του μικρού σου αφεντικού; +Έρχεται σπίτι μου, στρογγυλοκάθεται, λέει στο μικρό: παίξε το +ακορντεόν (εκείνος του το δώρισε) και έπειτα λέει σ’ εμένα: +θα στείλω τη θεία Έστερ να σας ζητήσει το χέρι της Γκριζέντα. +Η ντόνα Έστερ όμως δεν φαίνεται πουθενά και μια μέρα που πήγα +σπίτι τους η ντόνα Νοέμι μου τα έψαλε για τα καλά∙ άκουσα ένα +σωρό βρισιές. Όταν γύρισα σπίτι μού έβγαλε γλώσσα και η +Γκριζέντα, επειδή δεν θέλει να πηγαίνω στις κυράδες σου. Δεν +ξέρω που να τα πω, Έφις. Δεν είμαστε εμείς που φωνάξαμε το +παλικάρι από το δρόμο∙ ήρθε από μόνος του. Η Καλίνα μου λέει: +διώξτε τον. Εκείνη όμως τον διώχνει όταν πάει σπίτι της;» + +Ο Έφις χαμογέλασε. +«Εκεί βέβαια δεν πάει για ερωτοδουλειές!....» + +Η γριά σήκωσε εκνευρισμένη το κεφάλι και ο λαιμός της, όλο +νεύρα, φάνηκε να μακραίνει περισσότερο από το συνηθισμένο. +«Και μήπως στο σπίτι μου έρχεται για ερωτοδουλειές; Όχι, +είναι τίμιο παλικάρι. Ούτε το χέρι δεν αγγίζει της Γκριζέντα. +Αγαπιούνται σαν καλοί χριστιανοί που περιμένουν να +παντρευτούν. Μίλησέ μου με τη συνείδησή σου, Έφις, τι σκοπό +έχει; Κάνε μου αυτή τη χάρη. Στο ζητώ στην ψυχή του αφεντικού +σου.» + +Ο Έφις έγινε σκεφτικός. +«Ναι, ένα βράδυ, στο πανηγύρι, μου είπε: θα την παντρευτώ…. +Για να σου μιλήσω ευσυνείδητα όμως πιστεύω ότι δεν μπορεί να +το κάνει.» +«Γιατί; Αυτός δεν είναι ευγενής.» +«Επαναλαμβάνω, γυναίκα. Δεν μπορεί!», είπε ο Έφις εντονότερα. +«Όσο για λεφτά, έχει∙ αυτό δα φαίνεται. Ξοδεύει ασυλλόγιστα. +Και το συχωρεμένο το αφεντικό σου έλεγε, θυμάμαι, όταν κι +εκείνος ερχόταν σπίτι μας και ήταν νέος και ζούσε η γιαγιά +μου: ο έρωτας δένει τον άντρα με τη γυναίκα και το χρήμα +δένει τη γυναίκα με τον άντρα.» +«Εκείνος; Έτσι έλεγε; Σε ποιόν;» +«Σ’ εμένα, κουφός είσαι; Ναι, σ’ εμένα. Εγώ όμως τότε ήμουν +δεκαπέντε χρονών και απονήρευτη. Η γιαγιά μου έδιωξε από το +σπίτι μας τον ντον Τζάμε και με πάντρεψε με τον Πριάμου +Πίρας. Και ο Πριάμου μου ήταν ένας λεβέντης. Είχε μια +βουκέντρα μ’ ένα σουβλί στην άκρη και μου έλεγε φέρνοντάς το +μπροστά στα μάτια μου: βλέπεις; θα σου τα βγάλω τα μάτια εάν +κοιτάξεις τον ντον Τζάμε όταν σε κοιτά. Κι έτσι πέρασε ο +καιρός. Οι πεθαμένοι όμως γυρίζουν: νατοι, όταν ο ντον +Τζατσιντίνο κάθεται στο σκαμνί και η Γκριζέντα στο κατώφλι, +μου φαίνεται πως είμαι εγώ και ο συγχωρεμένος….» + +Όταν άρχιζε εκείνες τις περιπλανήσεις στο παρελθόν δεν +τελείωνε ποτέ και ο Έφις, που το ήξερε, την έδιωξε +ενοχλημένος. +«Πηγαίνετε στο καλό! Ψάξτε κι εσείς έναν καλό γαμπρό με +βουκέντρα για την εγγονή σας!» + +Και η γριά, ευχαριστημένη που έμαθε ότι το παλικάρι ένα βράδυ +στο πανηγύρι είπε: «θα την παντρευτώ», έφυγε χωρίς άλλη +κουβέντα. Ο Έφις έμεινε μόνος απέναντι στο κόκκινο φεγγάρι +που ανέβαινε στον ουρανό ανάμεσα στους γκρίζους ατμούς του +απόβραδου, αλλά ήταν ανήσυχος. Μέσα στη χαύνωση που είχε +βυθιστεί όλη η κοιλάδα, ο ψίθυρος του νερού του φαινόταν να +είναι το μουρμουρητό του πυρετού και το τραγούδι των γρύλλων +ένα ατέλειωτο μοιρολόι. + +Όχι, η ζωή που έκανε ο Τζατσίντο δεν ήταν εκείνη που αρμόζει +σε έναν έντιμο άνθρωπο που έχει το φόβο του Θεού. Κάθε μέρα +και περισσότερο οι μεγάλες προσδοκίες που έτρεφε γι’ αυτόν +εξαφανίζονταν και τη θέση τους έπαιρναν σοβαρές ανησυχίες. +Ξόδευε χωρίς να κερδίζει, και από το πιο βαθύ πηγάδι, +σκεφτόταν ο Έφις, όταν τραβάει κανείς πολύ νερό, ξηραίνεται. + +Κάποια απογεύματα ο Τζατσίντο κατέβαινε στο κτηματάκι για να +μεταφέρει στο χωριό φρούτα και λαχανικά που οι θείες τα +πουλούσαν στο σπίτι κρυφά λες και ήταν κλεμμένα, αφού δεν +ταιριάζει σε γυναίκες ευγενικής καταγωγής να κάνουν τις +μανάβισσες, και αυτό ήταν το πιο χρήσιμο πράγμα που έκανε. +Τον υπόλοιπο καιρό τον περνούσε τεμπελιάζοντας εδώ κι εκεί +στο χωριό. Να τος όμως που ανεβαίνει το μονοπάτι σέρνοντας +στο πλάι, σαν να ήταν σκυλί, το σκονισμένο του ποδήλατο. +Φτάνει λαχανιάζοντας λες και έρχεται από την άλλη άκρη του +κόσμου και αφού πέταξε από μακριά μια σακούλα στον υπηρέτη +ξαπλώνει στη γη φαρδύς πλατύς σαν πεθαμένος. + +Και το πρόσωπό του πράγματι ήταν χλωμό σαν πεθαμένου, τα +χείλη του γκρίζα και ένα τρέμουλο συντάραζε τον αριστερό του +ώμο, έτσι που ο Έφις τρομαγμένος έβγαλε από την τσέπη ένα +γυάλινο σωληνάριο, άδειασε στην παλάμη του δυο χάπια κινίνου +και του τα έβαλε στο στόμα. +«Κατάπιε τα. Έχεις μαλάρια!» + +Ο Τζατσίντο κατάπιε τα χάπια και χωρίς να ανασηκωθεί έσφιξε +το κεφάλι με τα χέρια του. +«Πόσο είμαι κουρασμένος, Έφις! Ναι, έχω μαλάρια: την άρπαξα +κι εγώ, ναι! Πώς να μην την αρπάξω σ’ αυτό το κωλοχώρι; Τι +χωριό, Θεέ μου!», πρόσθεσε σαν να μιλούσε στον εαυτό του, +κουρασμένος. «Εδώ παθαίνει κανείς, εδώ παθαίνει….» +«Σήκω», είπε ο Έφις σκυμμένος επάνω του. «Μην μένεις εκεί +ξαπλωμένος. Ο απογευματινός αέρας κάνει κακό.» +«Άσε με να ψοφήσω, Έφις! Άσε με! Τι ζέστη! Δεν ξαναείδα +τέτοια ζέστη. Εκεί που ζούσα τουλάχιστον πηγαίναμε στη +θάλασσα….» + +Τι να του πει κανείς για να τον παρηγορήσει; «Γιατί δεν +έμεινες εκεί;» Ο Έφις ένοιωθε πολλή λύπηση για όλη αυτή τη +μιζέρια και τον εξευτελισμό που αντίκριζε, για να μιλήσει μ’ +αυτόν τον τρόπο. +«Τι έκανες σήμερα;», ρώτησε χαμηλόφωνα. +«Τι ήθελες να κάνω; Δεν έχω τίποτα να κάνω! Έρχομαι εδώ να +σου φέρω ψωμί και γυρίζω πίσω κουβαλώντας τα λαχανικά! Κι +εκείνες που ζουν σαν τρεις μούμιες! Η θεία Νοέμι όμως +ανησύχησε λίγο σήμερα, επειδή η θεία Έστερ μου έλεγε ότι δεν +μπορεί να μαζέψει τα λεφτά για τους φόρους. Έτσι είναι! +Ξοδεύουν για μένα και από μένα δεν θέλουν τίποτα! Εγώ είπα +στη θεία Έστερ: μην ανησυχείτε, θα πάω εγώ στον +φοροεισπράκτορα…- Πόσο θύμωσε η θεία Νοέμι! Τα μάτια ήταν σαν +λυσσασμένης γάτας. Δεν τη φανταζόμουν τόσο ευέξαπτη. Έφτασε +να μου πει: με τα λεφτά σου, εάν έχεις, αγόρασε άλλο ένα +ακορντεόν στην Γκριζέντα. Είναι κακό, Έφις, που πηγαίνω στο +σπίτι εκείνης της κοπέλας; Πού αλλού να πάω; Ο θείος Πιέτρο +με πηγαίνει στο καπηλειό, αλλά εμένα δεν μου αρέσει το κρασί, +το ξέρεις. Ο Μιλέζος θέλει να παίζω (έτσι έκανε περιουσία +εκείνος!) κι εμένα δεν μου αρέσει το παιχνίδι. Πάω εκεί, στο +σπίτι της κοπέλας, επειδή είναι καλή και η γριά λέει +διασκεδαστικά πράγματα. Πού είναι το κακό; Πες μου, πες μου!» + +Τον κοίταζε από κάτω προς τα επάνω, ικετευτικά, με τα γλυκά +του μάτια που γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Ο Έφις πήρε τη +σακούλα με το ψωμί, αλλά δεν μπορούσε να φάει. Ένοιωθε μια +βαθειά αγωνία να του σφίγγει το λαιμό. +«Κανένα κακό! Η κοπέλα όμως, παρ’ όλο που είναι καλή, είναι +φτωχιά και δεν σου αξίζει.» +«Η αγάπη δεν ξέρει από φτώχια και ευγενική καταγωγή. Πόσοι +άρχοντες δεν παντρεύτηκαν φτωχά κορίτσια; Πού να ξέρεις εσύ +από αυτά. Πόσοι λόρδοι εγγλέζοι και πόσοι εκατομμυριούχοι +αμερικάνοι δεν έχουν παντρευτεί υπηρέτριες, δασκάλες, +τραγουδίστριες….. γιατί; Γιατί αγαπούσαν. Κι εκείνοι είναι +πλούσιοι: είναι οι βασιλιάδες του πετρελαίου, του χαλκού, της +κονσέρβας! Ποιος είμαι εγώ σε σύγκριση μαζί τους; Αλλά και οι +γυναίκες; Οι ρωσίδες πριγκίπισσες, οι αμερικάνες, ποιους +παντρεύονται; Δεν ερωτεύονται φτωχούς καλλιτέχνες και ακόμη +τους αμαξάδες ή τους υπηρέτες τους; Εσύ όμως τι μπορεί να +ξέρεις από αυτά;» + +Ο Έφις έσφιγγε στα χέρια του ένα κομμάτι ψωμί και του +φαινόταν πως έσφιγγε την ίδια του την καρδιά ταραγμένη από +τις αναμνήσεις. +«Και λένε πως πιστεύουν στο Θεό, αυτές! Γιατί δεν μ’ αφήνουν +να παντρευτώ την γυναίκα που αγαπώ;» +«Πάψε, Τζατσίντο! Μη μιλάς έτσι γι’ αυτές! Το καλό σου +θέλουν.» +«Να μ’ αφήσουν τότε να κάνω κι εγώ την οικογένειά μου. Εγώ +μπορεί να φέρω την Γκριζέντα στο σπίτι τους κι εκείνη θα τις +βοηθάει. Είναι πλέον γριές. Εγώ θα δουλεύω. Θα πάω στο +Νούορο, θα αγοράσω τυρί, ζώα, μαλλί, κρασί, ακόμη και ξύλα, +ναι, επειδή τώρα, με τον πόλεμο, όλα τα πράγματα έχουν αξία. +Θα πάω στη Ρώμη και θα πουλήσω το εμπόρευμα στο Υπουργείο +Πολέμου. Ξέρεις πόσα θα κερδίσω;» +«Ναι, αλλά το κεφάλαιο;» +«Μην το σκέφτεσαι, το έχω. Αρκεί να μ’ αφήσουν ήσυχο, +εκείνες. Εγώ δεν ήρθα για να τις εκμεταλλευτώ, ούτε να ζήσω +εις βάρος τους. Α, η θεία Νοέμι είναι φοβερή!», αναστέναξε +ξαφνικά κρύβοντας το πρόσωπο μέσα στα χέρια του. «Α, Έφις, +είμαι τόσο πικραμένος! Και έπειτα ντρέπομαι τόσο να τις βλέπω +μες στη μιζέρια, να τις βλέπω να πουλάνε κρυφά τις πατάτες, +τ’ αχλάδια, τα μήλα στα παιδιά που μπαίνουν κρυφά στην αυλή, +με τα χρήματα στο χέρι και ζητούν χαμηλόφωνα να ψωνίσουν, λες +και είναι πράγματα κλεμμένα! Ντρέπομαι, ναι! Αυτά πρέπει να +σταματήσουν. Εκείνες θα ξαναγίνουν εκείνο που ήταν κάποτε, +εάν μ’ αφήσουν να κάνω ό, τι πρέπει. Εάν η θεία Νοέμι ήξερε +πόσο την αγαπώ, δεν θα έκανε έτσι….» +«Τζατσίντο! Δώσε μου το χέρι σου. Είσαι καλό παιδί!», είπε ο +Έφις συγκινημένος. + +Σώπασαν∙ έπειτα ο Τζατσίντο άρχισε πάλι να μιλάει με φωνή +απαλή, γλυκιά που παλλόταν μέσα στη φεγγαρόφωτη ησυχία σαν +παιδική φωνή. +«Έφις, εσύ είσαι καλός. Θέλω να σου διηγηθώ μια ιστορία που +συνέβη σ’ έναν φίλο μου. Ήταν υπάλληλος, όπως εγώ, στο +Τελωνείο. Μια μέρα ένας πλούσιος συνταξιούχος λιμενάρχης, +ένας καλός κύριος, σωματώδης αλλά απλοϊκός σαν παιδί, ήρθε να +πληρώσει κάτι. Ο φίλος μου του είπε: Αφήστε τα χρήματα και +περάστε αργότερα να πάρετε την απόδειξη που πρέπει να +υπογραφεί από τον προϊστάμενο. Ο λιμενάρχης άφησε τα χρήματα, +ο φίλος μου τα πήρε, βγήκε έξω, τα έπαιξε και έχασε. Και όταν +ο λιμενάρχης επέστρεψε, ο φίλος μου είπε πως δεν έλαβε +τίποτα! Εκείνος διαμαρτυρήθηκε, πήγε στους ανωτέρους, αλλά +δεν είχε την απόδειξη και όλοι τον κορόιδευαν. Και όμως τον +φίλο μου τον απέλυσαν… ναι, εδώ και τέσσερεις μήνες…. ναι, +θυμάμαι, ήταν απόκριες. Πήγε στο χορό. Το έριξε έξω, ήπιε∙ +δεν του έμεινε δεκάρα τσακιστή. Βγαίνοντας από την αίθουσα +του χορού άρπαξε μια πνευμονία και έπεσε επάνω σε ένα παγκάκι +της λεωφόρου. Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Όταν βγήκε, αδύνατος +και εξαντλημένος, δεν είχε πού να μείνει ούτε τι να φάει…. +Κοιμόταν κάτω από τις καμάρες του λιμανιού, έβηχε και είχε +εφιάλτες. Ονειρευόταν πάντα τον λιμενάρχη που τον +ακολουθούσε, τον ακολουθούσε….. όπως στις σκηνές του +κινηματογράφου. Και να που ένα βράδυ, αυτός ο ίδιος ο +λιμενάρχης πήγε να τον βρει κάτω στις καμάρες του λιμανιού. Ο +φίλος μου νόμιζε ότι ακόμη ονειρευόταν, ο άλλος όμως του +είπε: ξέρετε, εδώ και καιρό σας ψάχνω. Ξέρω ότι σας απέλυσαν +εξ αιτίας των χρημάτων, εμένα όμως μ’ ενδιαφέρει να μάθουν οι +ανώτεροί σας και όλοι οι άλλοι την αλήθεια. Αυτό θα είναι το +καλύτερο και για εσάς. Πείτε, με το χέρι στην καρδιά, σας τα +έδωσα εκείνα τα χρήματα ή όχι; - Ο φίλος μου απάντησε: ναι. – +Τότε ο λιμενάρχης είπε: - Ας προσπαθήσουμε να διορθώσουμε την +κατάσταση. Εγώ δεν θέλω την καταστροφή σας. Ελάτε σπίτι μου, +να η διεύθυνσή μου. Ελάτε αύριο και μαζί θα πάμε στους +ανωτέρους σας. –Εντάξει! Την άλλη μέρα όμως ο φίλος μου δεν +πήγε. Φοβήθηκε. Φοβήθηκε. Κι έπειτα ο καιρός ήταν φοβερός και +δεν μετακινήθηκε από τον τόπο του. Έβηχε, και ένας χαμάλης +του έφερνε πότε πότε λίγο ζεστό γάλα. Τι καιρός ήταν; Τι +καιρός!» επανέλαβε ο Τζατσίντο και σήκωσε το κεφάλι για να +δει γύρω, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι η νύχτα ήταν όμορφη. + +Ο Έφις άκουγε με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο γόνατο και το +πρόσωπο στην παλάμη, όπως τα μικρά παιδιά όταν ακούνε +παραμύθια. +«Μια μέρα όμως το αποφάσισα και πήγα…» + +Σιωπή. Το πρόσωπο των δυο αντρών το σκέπασε η σκιά και +χαμήλωσαν και οι δυο τα μάτια. Ο ώμος του Τζατσίντο έτρεμε με +σπασμούς, εκείνος όμως τον ανασήκωσε και τον τίναξε, σαν να +ήθελε να απελευθερωθεί από το τρέμουλο και ξανάρχισε με πιο +σκληρή φωνή: +«Ναι, εγώ ήμουν εκείνος, το κατάλαβες. Πήγα στο σπίτι του +λιμενάρχη. Δεν ήταν εκεί, αλλά η υπηρέτρια, ένα χλωμό κορίτσι +που μιλούσε χαμηλόφωνα, μ’ έβαλε νε περιμένω στον προθάλαμο. +Το δωμάτιο ήταν σχεδόν σκοτεινό, αλλά θυμάμαι ότι, μόλις +κάποια πόρτα άνοιγε, το κόκκινο πάτωμα γυάλιζε σαν να το +είχαν πλύνει με αίμα. Περίμενα ώρα πολλή. Επιτέλους ο +λιμενάρχης επέστρεψε. Ήταν με τη σύζυγό του, σωματώδη όπως +εκείνος, καλόκαρδη όπως εκείνος. Έμοιαζαν με δυο τεράστια +μωρά∙ γελούσαν δυνατά. Η κυρία άνοιξε τις πόρτες για να με +δει καλύτερα. Εγώ έβηχα και χασμουριόμουν. Κατάλαβαν ότι +πεινούσα και με κάλεσαν να περάσω στην τραπεζαρία. Εγώ, +θυμάμαι, σηκώθηκα, αλλά ξαναέπεσα στο κάθισμα χτυπώντας το +κεφάλι στη ράχη της πολυθρόνας. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Όταν +συνήλθα ήμουν στο κρεβάτι, στο σπίτι τους. Η υπηρέτρια μου +έφερνε μια κούπα με ζωμό πάνω σε έναν ασημένιο δίσκο και μου +μιλούσε με μεγάλο σεβασμό. Έμεινα εκεί περισσότερο από ένα +μήνα, Έφις, καταλαβαίνεις: σαράντα μέρες. Με γιάτρεψαν, +προσπάθησαν να με ξαναβάλουν στη δουλεία, αλλά ήταν δύσκολο +επειδή όλοι ήξεραν πια την ιστορία μου. Έπειτα κι εγώ ήθελα +να φύγω μακριά, πέρα από τη θάλασσα. Το τι τράβηξα όλον +εκείνο τον καιρό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Πάντα βλέπω +στον ύπνο μου το λιμενάρχη, τη γυναίκα του, την υπηρέτρια, +τους βλέπω και ξύπνιος, ακόμη και τώρα, εκεί, μπροστά μου. +Ήταν καλοί άνθρωποι, αλλά εγώ ήθελα να βυθιστώ για να μην +τους ξαναντικρίσω. Και το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσα να +φύγω από το σπίτι τους. Έμενα εκεί, αποβλακωμένος, καθισμένος +ακίνητος να ακούω την κυρία να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει ή +παρέα με την υπηρέτρια που σιωπούσε. Καθόμουν στο τραπέζι +μαζί τους, τους άκουγα να αστειεύονται, να κάνουν σχέδια για +μένα, σαν να ήμουν γιός τους, και όλη αυτή η κατάσταση που +προξενούσε λύπη, με ταπείνωνε, και όμως δεν μπορούσα να φύγω. +Επιτέλους μια μέρα η κυρία, όταν είδε ότι είχα γίνει τελείως +καλά, με ρώτησε ποιες ήταν οι προθέσεις μου. Της είπα ότι +ήθελα να έρθω εδώ, στις θείες μου τις οποίες είχα παρουσιάσει +σαν ευκατάστατες. Τότε μου αγόρασαν το εισιτήριο για το +ταξίδι και μου χάρισαν και ένα ποδήλατο. Κατάλαβα ότι ήταν +καιρός να φύγω και αναχώρησα. Έτσι ήρθα εδώ. Πόσο ένοιωσα +ελεύθερος στην αρχή! Τώρα όμως, στο σπίτι με τις θείες, είμαι +όπως εκεί…. και δεν ξέρω….» + +Μια φωνή που είχε κάτι το κοροϊδευτικό διέσχισε τη σιωπή της +πλαγιάς, πάνω από τους δυο άντρες, και ο Τζατσίντο πετάχτηκε +επάνω έκπληκτος νομίζοντας ότι κάποιος είχε ακούσει την +ιστορία του και τον περιγελούσε. Είδε όμως μια μικρή φιγούρα, +γκρίζα και μακρουλή, ακολουθούμενη από μια άλλη σκουρότερη +και κοντύτερη να πηδούν, σαν να πετούσαν, από τον ένα θάμνο +στον άλλο γύρω από την καλύβα και να εξαφανίζονται χωρίς να +τους δίνουν το χρόνο ν’ αρπάξουν καμιά πέτρα για να τις +χτυπήσουν. + +Σηκώθηκε και ο Έφις. +«Είναι οι αλεπούδες», είπε χαμηλόφωνα. «Άστες να φύγουν. +Κάνουν έρωτα. Μερικές φορές μοιάζουν με στοιχειά» ξαναείπε, +ενώ ο Τζατσίντο ξάπλωνε πάλι καταγής σιωπηλός. «Είδες τι +μακρουλές που ήταν; Τρώνε τα άγουρα σταφύλια σαν διαβόλοι….» + +Ο Τζατσίντο όμως δεν μιλούσε πια. Και ο Έφις δεν ήξερε τι να +πει: να τον παρακαλέσει να συνεχίσει την εξιστόρηση, να τον +παρηγορήσει, να κάνει καλά ή κακά σχόλια σ’ αυτά που είπε; Να +λοιπόν γιατί ήταν λυπημένος όλη την ημέρα, να πώς έχουν τα +πράγματα της ζωής! Τι να πει όμως; Κατά βάθος ήταν +ικανοποιημένος που το πέρασμα των αλεπούδων έκανε τον +Τζατσίντο να σωπάσει, ωστόσο κάτι έπρεπε να πει. +«Λοιπόν…. εκείνος ο λιμενάρχης; Είναι φανερό πως ήταν +φρόνιμος άνθρωπος. Καταλάβαινε πως τα νιάτα… τα νιάτα….. +κάνουν λάθη…. Όταν μάλιστα είναι κανείς και ορφανός! Εμπρός, +σήκω! Θέλεις να φας;» + +Μπήκε στο καλύβι και βγήκε ξεφλουδίζοντας ένα κρεμμύδι. Ο +Τζατσίντο έμενε ακίνητος, καταβεβλημένος, ίσως μετανοιωμένος +για την εξομολόγησή του, κι εκείνος δεν τόλμησε πλέον να +ξαναμιλήσει. + +Η μυρωδιά του κρεμμυδιού ανακατευόταν με το άρωμα των φυτών +τριγύρω, με του αμπελιού και του σμίλακα. Οι αλεπούδες +ξαναπέρασαν. Ο Έφις δείπνησε, αλλά το ψωμί του φάνηκε πικρό. +Και δυο – τρεις φορές προσπάθησε να πει κάτι, αλλά δεν +μπορούσε, δεν μπορούσε∙ του φαινόταν ένα όνειρο. Τελικά +κούνησε τον Τζατσίντο, προσπάθησε να τον ανασηκώσει, του είπε +γλυκά: +«Άντε, έλα μέσα! Η μαλάρια παραφυλάει….» + +Το σώμα όμως του νεαρού έμοιαζε να είναι από σίδερο, +ξαπλωμένο βαρύ, κολλημένο επάνω στη γη από όπου φαινόταν ότι +δεν ήθελε πια να ξεκολλήσει. + +Ο Έφις ξαναμπήκε στην καλύβα, αλλά άργησε να κλείσει τα +μάτια, και στον ύπνο ακόμη τον βασάνιζε η ιδέα ότι έπρεπε να +σχολιάσει την ιστορία του Τζατσίντο, αλλά δεν ήξερε πώς: καλά +ή άσχημα. +«Πρέπει να του πω: θάρρος, λοιπόν, θα γυρίσεις στο σωστό +δρόμο! Στο κάτω κάτω παιδί ήσουν ακόμη, ένα ορφανό….» + +Ονειρεύτηκε όμως τη Νοέμι που τον κοίταζε με κακία και του +έλεγε ψιθυριστά, μέσα από τα δόντια: +«Τον βλέπεις; Τον βλέπεις τι άνθρωπος είναι;» + +Ξύπνησε με ένα βάρος στην καρδιά. Αν και ήταν ακόμη νύχτα +σηκώθηκε, αλλά ο Τζατσίντο είχε κιόλας φύγει. + +Δεν ξαναφάνηκε για πολλές μέρες και ο Έφις άρχισε ν’ ανησυχεί +και για τον λόγο ότι τα λαχανικά και τα φρούτα στοιβάζονταν +στη σκιά της καλύβας και δεν ερχόταν κανείς να τα πάρει. + +Κάθε απόβραδο ο ντον Πρέντου, που κατείχε μεγάλες εκτάσεις +γης προς τη θάλασσα, περνούσε επιστρέφοντας στο χωριό και +όταν έβλεπε τον υπηρέτη, άπλωνε το δείκτη του χεριού του προς +τη γη των εξαδέλφων του κι έπειτα τον έφερνε στο στήθος του +σαν να ήθελε να πει ότι περίμενε την απαλλοτρίωση και την +κατοχή από αυτόν του μικρού κτήματος, αλλά ο Έφις, +συνηθισμένος σ’ εκείνη τη μιμητική, τον χαιρετούσε και με τη +σειρά του έκανε νόημα με το χέρι και με το κεφάλι πώς «όχι, +όχι». + +Μετά την εξομολόγηση του Τζατσίντο ανησυχούσε όταν έβλεπε τον +ντον Πρέντου∙ του φαινόταν πιο ειρωνικός από το συνηθισμένο. + +Ένα απόβραδο τον περίμενε πλάι στην αιμασιά, και του είπε: +«Ντον Πρέντου, πείτε μου, είδατε το μικρό μου αφεντικό; Ένα +βράδυ ήρθε εδώ και είχε πυρετό και τώρα ανησυχώ για κείνον». + +Ο ντον Πρέντου γέλασε πάνω από το άλογό του, με εκείνο το +βεβιασμένο γέλιο του με το στόμα κλειστό και τα μάγουλα +φουσκωμένα. +«Χθες βράδυ τον είδα να παίζει στου Μιλέζου∙ έχανε μάλιστα!» +«Έχανε!», επανέλαβε ο Έφις χαμένος. +«Όπως το λες! Θέλεις πάντα να κερδίζει;» +«Εμένα μου είπε πως δεν έπαιζε ποτέ….» +«Και τον πιστεύεις; Ακόμη και να τον πυροβολήσεις δεν λέει +την αλήθεια. Δεν είναι όμως κακός: λέει ψέματα, έτσι, επειδή +του φαίνονται αλήθειες, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά.» +«Πράγματι, σαν μικρό παιδί….» +«Ένα μικρό παιδί με όλα του τα δόντια όμως! Και πώς μασάει! +Θα σας φάει και το κτηματάκι. Έφις, θυμήσου: εδώ είμαι εγώ! +Διαφορετικά, θα τις φας….» + +Ο Έφις τον κοίταζε από κάτω, φοβισμένος κι εκείνος ο ογκώδης +καβαλάρης του φαινόταν, μέσα στο πορφυρό δειλινό, σαν ένα +πουλί της συμφοράς, ένα από τα τόσα νυχτερινά τέρατα που τον +φόβιζαν. +«Χριστέ μου, σώσε μας. Παναγιά μου του Ριμέντιο, φύλαξέ μας…» + +Ο ντον Πρέντου είχε κιόλας απομακρυνθεί όταν ο Έφις τον +πρόφτασε στη μεγάλη στράτα προσφέροντάς του με τα δυο του +χέρια ένα καλάθι γεμάτο φρούτα και λαχανικά. +«Ντον Πρέντου, στείλτε αυτό με την υπηρέτριά σας στις κυράδες +μου. Εγώ δεν μπορώ να εγκαταλείψω το κτηματάκι…. και ο ντον +Τζατσίντο δεν έρχεται…» + +Στην αρχή εκείνος τον κοίταξε έκπληκτος, έπειτα ένα +καλοσυνάτο χαμόγελο χάραξε στα σαρκώδη του χείλη. Ανασήκωσε +το ένα του πόδι και είπε: +«Κοίτα εκεί, έχει τόπο.» + +Ο Έφις έβαλε το καλάθι μέσα στο δισάκι και ενώ ο ντον Πρέντου +απομακρυνόταν χωρίς να πει τίποτε άλλο, επέστρεψε επάνω, στην +καλύβα του. Φοβόταν μήπως οι κυράδες του τού βάλουν τις +φωνές. ΄Ηξερε ότι αυτό που έκανε ήταν σοβαρό, ίσως λάθος, +αλλά δεν μετάνιωνε. Ένα μυστηριώδες χέρι λες και τον έσπρωξε +κι εκείνος ήξερε πως όλα όσα γίνονταν έτσι, κάτω από μια +υπερφυσική δύναμη, ήταν πράξεις καλές. + +Περίμενε τον Τζατσίντο μέχρι αργά. Τ’ ολόγιομο φεγγάρι +φώτιζε την κοιλάδα και η νύχτα ήταν τόσο φωτεινή που ξεχώριζε +η σκιά κάθε βλαστού. Ακόμη και τα φαντάσματα εκείνη τη νύχτα +δεν τολμούσαν να βγούνε, τόσο φως υπήρχε τριγύρω. Και το νερό +μουρμούριζε μοναχικό, χωρίς να το συντροφεύουν τα χτυπήματα +από το πλύσιμο των ρούχων των πάνας. Και τα φαντάσματα ήταν +γαλήνια εκείνη τη νύχτα. Ο υπηρέτης μόνο δεν μπορούσε να +κοιμηθεί. Σκεφτόταν την ιστορία του Τζατσίντο και του +λιμενάρχη και δοκίμαζε μιαν ατέλειωτη γλύκα, μιαν ατέλειωτη +θλίψη. + +Όλοι σ’ αυτόν τον κόσμο σφάλλουμε, άλλος πιο πολύ, άλλος πιο +λίγο, σήμερα ή αργά ή γρήγορα: τι πάει να πει αυτό; Μήπως ο +λιμενάρχης δεν είχε συγχωρήσει; Γιατί δε θα έπρεπε να +συγχωρήσουν και οι άλλοι; Α, εάν όλοι συγχωρούσαμε ο ένας τον +άλλο! Ειρήνη θα βασίλευε στον κόσμο: όλα θα ήταν καθαρά και +ήρεμα, όπως εκείνη τη φεγγαρόφωτη νύχτα. + +Σηκώθηκε και πήγε να κάνει μια βόλτα στο κτηματάκι. Ναι, στο +φωτεινό μονοπάτι διαγραφόταν ακόμη και η σκιά των λουλουδιών. +Τα φύλλα από τις φραγκοσυκιές είχαν τ’ αγκάθια τους στη σκιά, +και όπου το νερό ήταν στάσιμο, κάτω στο ποτάμι, +αντικαθρεφτίζονταν τ’ αστέρια. + +Να όμως μια σκιά που κινείται πίσω από την αιμασιά, ανάμεσα +στα σκλήθρα. Είναι ένα ασουλούπωτο ζώο, μαύρο, με ασημένια +πόδια: τρίζει επάνω στην άμμο, σταματά. + +Ο Έφις έτρεξε κάτω∙ νόμιζε ότι πετούσε. +«Είσαι εσύ! Είσαι εσύ; Με τρόμαξες.» + +Ο Τζατσίντο έφερε στο πλάι του το ποδήλατο και τον ακολούθησε +σιωπηλός. Για άλλη μια φορά όμως, μόλις φτάσανε μπροστά στην +καλύβα, έπεσε καταγής αναστενάζοντας. +«Έφις, Έφις, δεν αντέχω άλλο…. Τι έκανες! Τι έκανες!» +«Τι έκανα;» +«Ούτε εγώ ξέρω καλά καλά. Ήρθε η υπηρέτρια του θείου Πιέτρο +και έφερε ένα καλάθι. Είπε ότι το έδωσες εσύ στο αφεντικό +της. Στο σπίτι ήταν η θεία Ρουθ και η θεία Νοέμι, ενώ η θεία +Έστερ είχε πάει στις παρακλήσεις. Πήραν το καλάθι, +ευχαρίστησαν την υπηρέτρια και της έδωσαν και φιλοδώρημα. +Μετά όμως η θεία Νοέμι λιποθύμησε. Η θεία Ρουθ όμως την +πέρασε για νεκρή και έβαλε φωνή. Τρέξανε να φωνάξουν την θεία +Έστερ που ήρθε τρομαγμένη και για πρώτη φορά κι εκείνη με +κοίταξε άγρια και μου είπε ότι ήρθα για να τις ξεκάνω. Θεέ +μου, Θεέ μου! Εγώ έβρεχα το πρόσωπο της θείας Νοέμι με ξύδι +και έκλαιγα, σου το ορκίζομαι στη μάνα μου, έκλαιγα χωρίς να +ξέρω το γιατί. Τελικά η θεία Νοέμι συνήλθε και με απομάκρυνε +με το χέρι της, ενώ έλεγε: καλύτερα να είχα πεθάνει πριν +έρθει αυτή η μέρα. Εγώ τη ρωτούσα: γιατί; γιατί; θεία Νοέμι, +γιατί; Κι εκείνη με το ένα χέρι με απομάκρυνε και με το άλλο +έκρυβε τα μάτια. Τι βάσανο! Γιατί ήρθα, Έφις; Γιατί;» + +Ο υπηρέτης δεν ήξερε τι να πει. Τώρα έβλεπε, ναι, το λάθος +που έκανε δίνοντας το καλάθι στον ντον Πρέντου και σκεφτόταν +πώς να επανορθώσει, αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο, δεν ήξερε +γιατί και για άλλη μια φορά αισθανόταν όλο το βάρος των +συμφορών των αφεντικών του να πέφτει επάνω του. +«Ησύχασε», είπε τελικά. «Θα πάω εγώ αύριο στο χωριό και θα τα +ταχτοποιήσω όλα.» + +Τότε ο Τζατσίντο ξαναπήρε κουράγιο. +«Πρέπει να πεις στις θείες ότι δεν ήμουν εγώ εκείνος που σε +συμβούλεψε να αναθέσεις στο θείο Πιέτρο να παραδώσει το +καλάθι με τις προμήθειες. Εκείνες αυτό πιστεύουν. Πιστεύουν, +και κυρίως η θεία Νοέμι, ότι εγώ γυρεύω τη φιλία του θείου +Πιέτρο για να τις πάω κόντρα. Εγώ είμαι φίλος με όλους, γιατί +να μην είμαι και με το θείο Πιέτρο; Οι θείες όμως ξέρουν ότι +εκείνος θέλει ν’ αγοράσει το κτηματάκι. Τι φταίω εγώ; Μήπως +εγώ θέλω να το πουλήσω;» +«Κανείς δεν θέλει να το πουλήσει. Γιατί να μιλάμε γι’ αυτά τα +πράγματα; Εσύ όμως, ψυχή μου, εσύ…. εσύ προχθές το βράδυ +έλεγες το ένα, έλεγες το άλλο: έταζες τον ουρανό με τ’ άστρα, +για να κάνεις ευτυχισμένες τις θείες σου. Χθες βράδυ όμως +πήγες να παίξεις….» +«Με το πολύ παιχνίδι κερδίζει κανείς. Θέλω να κερδίσω για +εκείνες, ακριβώς. Όχι, δεν θέλω πια να τους γίνομαι βάρος. +Θέλω να πεθάνω… Βλέπεις,» πρόσθεσε χαμηλόφωνα «τώρα, μετά τη +σημερινή σκηνή, μου φαίνεται πως είμαι ακόμη στο σπίτι του +λιμενάρχη…. Ο Θεός να με βοηθήσει, Έφις!» + +Ο Έφις άκουγε με τρόμο: ένοιωθε να βρίσκεται πάλι μπροστά στο +τραγικό πεπρωμένο της οικογένειας με την οποία βρισκόταν +δεμένος όπως είναι κολλημένο το βρύο στην πέτρα, και δεν +ήξερε τι να πει, δεν ήξερε τι να κάνει. +«Ωχ», αναστέναξε βαθειά ο Τζατσίντο. «Σίγουρα όμως θα φύγω +από δω. Δε θα περιμένω να με διώξουν! Δεν έχουν έλεος οι +θείες μου, και κυρίως η θεία Νοέμι. Δε με νοιάζει όμως. Αυτή +δε συγχώρεσε τη μητέρα μου, πώς μπορεί να συγχωρέσει εμένα; +Εγώ όμως, εγώ όμως….» + +Χαμήλωσε το κεφάλι και έβγαλε από την τσέπη ένα γράμμα. +«Βλέπεις, Έφις; Τα ξέρω όλα. Εάν η θεία Νοέμι δεν συγχώρεσε +τη μητέρα μου ύστερα απ’ αυτό το γράμμα, πώς μπορεί να έχει +καλή ψυχή; Ξέρεις τι γράφει αυτό το γράμμα, εσύ το έφερες στη +θεία Νοέμι. Κι εγώ της το πήρα: ήταν πάνω στο κρεβάτι την +μέρα που έφτασα. Διάβασα μερικές αράδες, μετά το πήρα από το +ντουλάπι, σήμερα…. Είναι δικό μου, είναι της μητέρας μου, +είναι δικό μου… Δεν αξίζει σ’ αυτό το γράμμα να βρίσκεται +εκεί…» +«Τζατσίντο! Δώστο μου!» είπε ο Έφις απλώνοντας τα χέρια. «Δεν +είναι δικό σου! Δώστο μου: θα το επιστρέψω εγώ στις κυράδες +μου.» + +Ο Τζατσίντο όμως έσφιγγε το γράμμα μέσα στα χέρια του και +κουνούσε το κεφάλι. Ο Έφις προσπάθησε να του το πάρει. +Παρακαλούσε, λες και ζητιάνευε. +«Τζατσίντο, δώστο μου. Θα το επιστρέψω εγώ, θα το ξαναβάλω +στο ντουλάπι. Εγώ θα μιλήσω μαζί τους, θα τις ηρεμήσω. Εσύ +περίμενέ με εδώ, αλλά δώσε μου το γράμμα.» + +Ο Τζατσίντο τον κοίταξε. Ο ώμος του έτρεμε, αλλά τα μάτια του +ήταν ψυχρά, σχεδόν άσπλαχνα. Τότε ο Έφις πετάχτηκε επάνω, τον +έπιασε από τους ώμους και του ψιθύρισε στο αυτί: +«Κλέφτη!» + +Ο Τζατσίντο είχε την αίσθηση ότι τον άρπαξε ένα όρνιο∙ άνοιξε +τα χέρια και το γράμμα έπεσε καταγής. + + +Κεφάλαιο έβδομο + +Με το ξημέρωμα ο Έφις ξεκίνησε για το χωριό. + +Τα αηδόνια τραγουδούσαν και όλη η κοιλάδα είχε πάρει ένα +χρυσαφί χρώμα – ένα γαλάζιο χρυσαφί από την αντανάκλαση του +φωτεινού ουρανού. Κάποια φιγούρα ψαρά διαγραφόταν ακίνητη σαν +να ήταν διπλή ζωγραφιά: μια επάνω στο πράσινο της όχθης και +μια άλλη επάνω στο πράσινο του νερού που λίμναζε ανάμεσα στις +άσπρες κροκάλες. + +Αν και ήταν νωρίς όταν έφτασε στο χωριό, ο Έφις είδε την +τοκογλύφο να γνέθει στην αυλή της, ανάμεσα στα παχιά +γουρουνάκια και στα ερωτευμένα περιστέρια και τη χαιρέτησε +κάνοντας της νόημα ότι θα περνούσε αργότερα. Εκείνη απάντησε +κουνώντας το αδράχτι: μπορούσε να περιμένει, δεν βιαζόταν. + +Πιο πάνω, να η θεια-Ποτόι, με μια γαβάθα γάλα για τα παιδιά. +Ο Έφις προσπάθησε να την προσπεράσει, αλλά η γριά άρχισε να +μιλάει δυνατά και αναγκάστηκε να σταματήσει για να την +ακούσει. +«Λοιπόν, τι σου έκανα; Επειδή τα παιδιά αγαπιούνται, εμείς +οι γέροι πρέπει να μισούμε ο ένας τον άλλο;» +«Βιάζομαι, κυρά Ποτόι.» +«Το ξέρω, έχετε φασαρίες στο σπίτι. Δεν φταίω όμως εγώ. Εγώ +είμαι η χαμένη σ’ αυτή την περίπτωση. Το μικρό σου αφεντικό +θέλει να μένει η Γκριζέντα στο σπίτι, να μην περπατάει πια +ξυπόλητη, να μην πάει πια στο ποτάμι να πλένει. Εγώ πρέπει να +κάνω την υπηρέτρια, αλλά το κάνω με ευχαρίστηση επειδή είναι +για την ευτυχία των παιδιών….» +«Κύριε ελέησον!» αναστέναξε ο Έφις. «Αφήστε με κυρά Ποτόι. +Προσευχηθείτε στο Χριστό, προσευχηθείτε στην Παναγιά μας του +Ριμέντιο…» +«Μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά» αποφάνθηκε η γριά. «Καρδιά +πρέπει να έχουμε, τίποτ’ άλλο….» +«Καρδιά πρέπει να έχουμε», μονολογούσε ο Έφις μπαίνοντας στο +σπίτι των κυράδων του. + +Στην αυλή ησυχία παντού και ήλιος. Άνθιζαν τα γιασεμιά πάνω +από το πηγάδι και τα κόκαλα των πεθαμένων ανάμεσα στη χρυσή +χλόη του παλιού νεκροταφείου. Το Βουνό περικύκλωνε με τη +λευκοπράσινη κορυφή του το σπίτι. Ένα σκαλιστό κολονάκι είχε +πέσει από το μπαλκόνι και βρισκόταν ανάμεσα στα χαλίκια σαν +το απομεινάρι ενός βλήματος. Παντού ησυχία. + +Ο Έφις μπήκε και είδε ότι το καλάθι που είχε στείλει με τον +ντον Πρέντου ήταν σχεδόν άδειο επάνω στο κάθισμα, σημάδι πως +τα κηπευτικά είχαν κιόλας πουληθεί. Είχαν απομείνει μόνο τα +μικρά κίτρινα μήλα του Σαν Τζοβάνι. Του φάνηκε πως +ονειρεύεται. Κάθισε και ρώτησε: +«Πού είναι οι άλλες; Τι έγινε;» +«Η Έστερ είναι στην εκκλησία, η Νοέμι είναι επάνω», είπε η +ντόνα Ρουθ, σκυμμένη επάνω από τον καφέ. + +Και δεν είπε τίποτε άλλο μέχρι να έρθουν οι αδελφές της, η +ντόνα Έστερ με το δάχτυλο έξω από τον κόμπο που έκανε το +σάλι, η Νοέμι χλωμή και σιωπηλή με τα μενεξεδιά της βλέφαρα +χαμηλωμένα. + +Ο Έφις δεν είχε το θάρρος να τις κοιτάξει. Σηκώθηκε με +σεβασμό μπροστά τους την ώρα που κάθονταν στον πάγκο και μόνο +όταν η ντόνα Έστερ ρώτησε: +«Έφις, ξέρεις τι συμβαίνει;» εκείνος σήκωσε τα μάτια και είδε +την Νοέμι να τον καρφώνει με το βλέμμα, όπως ο δικαστής τον +κατηγορούμενο. +«Ξέρω. Εγώ φταίω. Για καλό όμως το έκανα.» +«Όλα για καλό τα κάνεις εσύ! Φαντάσου να τα έκανες και για +κακό! Στο μεταξύ όμως….» +«Δεν είναι δα και εχθρός! Συγγενής είναι, στο κάτω κάτω!» +«Από συγγενή θα το’βρεις, Έφις!» +«Λοιπόν, δεν θα ξαναγίνει πια!» +«Έφυγε;» ρώτησε τότε η ντόνα Έστερ, ανήσυχη. +«Έφυγε; Ο ντον Πρέντου; Πού πήγε;» +«Ποιος μιλάει για τον Πρέντου; Εγώ μιλούσα για εκείνο τον +άθλιο.» + +Ο Έφις κοίταξε το καλάθι. +«Εγώ εννοούσα τον ντον Πρέντου…. για εκείνο που έκανα χθες.» + +Η Νοέμι χαμογέλασε με ένα χαμόγελο όμως στραβό που έφερε το +στόμα και το μάτι της προς το αριστερό της αυτί. +«Έφις», είπε με ύφος αυστηρό, «μιλάμε για τον Τζατσίντο. Εσύ, +όταν ήταν να έρθει, είπες: «Εάν η συμπεριφορά του είναι +άσχημη, εγώ θα τον ξαποστείλω». Το είπες ή όχι;» +«Το είπα.» +«Τότε να κρατήσεις τον λόγο σου. Ο Τζατσίντο είναι η +καταστροφή μας.» + +Ο Έφις χαμήλωσε για μια στιγμή το κεφάλι. Κοκκίνισε και +ντρεπόταν που κοκκίνιζε, αλλά αμέσως πήρε θάρρος και ρώτησε. +«Μπορώ να πω κάτι; Εάν είναι λάθος, σαν να μην το είπα.» +«Μίλησε.» +«Το παιδί δεν μου φαίνεται κακό. Ανατράφηκε άσχημα μέχρι +τώρα. Έχασε τους γονείς του τη χειρότερη στιγμή γι’ αυτόν και +απόμεινε σαν ένα ολομόναχο παιδί μέσα στους πέντε δρόμους και +έτσι χάθηκε. Πρέπει να τον ξαναφέρουμε στο σωστό δρόμο. Εδώ +τώρα, στο χωριό, δεν ξέρει τι να κάνει. Έχει μαλάρια, πλήττει +και γι’ αυτό πάει να παίξει και να ερωτευτεί. Έχει όμως καλές +ιδέες, είναι ευγενικό. Έδειξε ποτέ να μην σας σέβεται;… » +«Όχι, αυτό όχι…», βιάστηκε ν’ απαντήσει η ντόνα Έστερ, αλλά +και η ντόνα Ρουθ ένευσε αρνητικά. Η Νοέμι όμως είπε με πίκρα, +σφίγγοντας λίγο τις γροθιές και απλώνοντάς τες προς τον Έφις: +«Από τη στιγμή που ήρθε δεν κάνει άλλο από το να μην μας +σέβεται. Μάλιστα, ήρθε χωρίς να μας πει τίποτα… Μόλις έφτασε +άνοιξε παρτίδες με όλους εκείνους που μας περιφρονούν. Έπειτα +άρχισε τους έρωτες με ένα κορίτσι από το χειρότερο σόι του +χωριού. Μια που πάει ξυπόλυτη στο ποτάμι! Είναι και τεμπέλης +και έχει και κακές συνήθειες, εσύ ο ίδιος το είπες. Εάν όλα +αυτά δεν είναι έλλειψη σεβασμού προς εμάς, προς το σπίτι μας, +τότε τι είναι; Πες μου εσύ, με το χέρι στην καρδιά….» +«Είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Έφις. «Είναι όμως ακόμη παιδί, +το ξαναλέω. Θα πρέπει να τον βοηθήσουμε, να του βρούμε μια +δουλειά. Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο….» +«Μίλησε λοιπόν!», είπε η Νοέμι, αλλά με τέτοια περιφρόνηση +που εκείνος πάγωσε. Παρ’ όλα αυτά τόλμησε: +«Πιστεύω ότι θα του έκανε καλό εάν είχε δική του οικογένεια. +Εάν αγαπάει πραγματικά εκείνο το κορίτσι….. γιατί να μην τον +αφήσετε να την πάρει;….» + +Η Νοέμι πετάχτηκε επάνω, ακουμπώντας τα πόδια της που έτρεμαν +στον πάγκο. +«Σε πλήρωσε για να τα λες αυτά;» + +Τότε εκείνος πήρε το θάρρος να την κοιτάξει μέσα στα μάτια +και μια απάντηση μόνο: «δεν είμαι από εκείνους που +πληρώνονται» γέμισε το στόμα του με πικρό σάλιο, αλλά κατάπιε +τις λέξεις και το σάλιο, επειδή είδε την ντόνα Έστερ να +τραβάει το πανωφόρι της Νοέμι και την ντόνα Ρουθ, χλωμή, να +τον κοιτάζει ικετευτικά και κατάλαβε ότι όλες μάντεψαν την +απάντησή του επειδή ήξεραν ότι δεν ήταν ένας υπηρέτης εκείνος +που μπορούσε να χρηματισθεί ή καλύτερα ήταν, ναι, ένας +υπηρέτης που τίποτε στον κόσμο δεν μπορούσε να τον +ανταμείψει. +«Ντόνα Νοέμι! Λέτε πράγματα χωρίς να σκέφτεστε, ντόνα Νοέμι! +Ο ανιψιός σας δεν έχει χρήματα για να μπορέσει να με +πληρώσει, αλλά και αν ακόμη είχε, δε θα του έφταναν!», είπε +ωστόσο, τρέμοντας από μνησικακία, και η Νοέμι ξανακάθισε +ακουμπώντας τα χέρια επάνω στα γόνατα για να κρύψει το +τρέμουλο. +«Όσο για λεφτά, έχει! Όχι δικά του, αλλά έχει.» +«Και ποιος του τα δίνει;» + +Έξι μάτια τον κοίταζαν έκπληκτα. Η Νοέμι ξανάρχισε να +ειρωνεύεται, αλλά η ντόνα Έστερ ακούμπησε το χέρι της στο +χέρι εκείνης και είπε με ήπιο τόνο. +«Του δίνει λεφτά η Καλίνα. Νομίζαμε ότι το ξέρεις, Έφις! +Παίρνει από την Καλίνα με τόκο και ο Πρέντου του υπόγραψε +κάποιες συναλλαγματικές, επειδή ελπίζει έτσι να μας πάρει το +κτηματάκι. Καταλαβαίνεις!» + +Καταλάβαινε. Με σκυμμένο το κεφάλι, με τα μάτια κλειστά, +χλωμός, ανοιγόκλεινε τις γροθιές τρομαγμένος και δεν +κατάφερνε να απαντήσει. +«Κι εσείς πιστεύατε ότι εγώ το ήξερα; Πώς και γιατί;», +διερωτόταν. +«Ναι», είπε η Νοέμι σκληρά. «Πιστεύαμε ότι το ήξερες, και όχι +μόνο, αλλά ακόμη ότι εγγυήθηκες γι’ αυτόν στη φίλη σου +Καλίνα….» +«Φίλη μου;», φώναξε με ορθάνοιχτα τα μάτια από τον φόβο. Και +θόλωσε το μυαλό του. Φώναξε ακόμη μερικές λέξεις, χωρίς να +ξέρει τι λέει και έφυγε τρεχάτος ανεμίζοντας το σκούφο του, +σαν να πήγαινε να σβήσει πυρκαγιά. + +Βρέθηκε μέσα στην στη μικρή αυλή της τοκογλύφου. + +Ηρεμία επικρατούσε εκεί μέσα, όπως στην Κιβωτό του Νώε. Τα +άσπρα περιστέρια γουργούριζαν, με τα κοραλλένια πόδια τους να +ακουμπούν στο υπέρθυρο της μικρής πόρτας, κάτω από μια +κληματίδα που σχημάτιζε μια χρυσή γιρλάντα πάνω από το +σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας. Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό η +τοκογλύφος έγνεθε, με τα μικρά, γυμνά της πόδια μέσα στις +κεντητές παντόφλες και τη μαντίλα διπλωμένη στο κεφάλι. + +Η οργή του Έφις τάραξε την ηρεμία του τόπου. +«Πες μου αμέσως πώς πάνε τα πράγματα με τον ντον Τζατσίντο.» + +Η τοκογλύφος ανασήκωσε τα άτριχα φρύδια της και τον κοίταξε +ήρεμα. +«Εκείνος σε στέλνει;» +«Ο δήμιος που θα σε κρεμάσει με στέλνει! Μίλα, και γρήγορα +μάλιστα.» + +Με μια απειλητική χειρονομία της σταμάτησε το αδράχτι κι +εκείνη φοβήθηκε, αλλά δεν το έδειξε. +«Οι κυράδες σου σε στέλνουν τότε; Να τους πεις, λοιπόν, να +μην ανησυχούν. Υπάρχει καιρός για την πληρωμή, δεν βιάζομαι. +Συνολικά έδωσα τετρακόσια σκούδα στο παλικάρι. Άρχισε να μου +ζητάει λεφτά όταν ήμασταν στο πανηγύρι. Ήθελε να κάνει +εντύπωση. Έλεγε πως περίμενε λεφτά από τη Ρώμη. Μου έδωσε μια +συναλλαγματική υπογραμμένη από τον ντον Πρέντου. Πώς μπορούσα +να πω όχι; Έπειτα γύρισε εδώ. Μου είπε ότι τα λεφτά από τη +Ρώμη τα έπαιξε με τον Μιλέζο και έχασε. Εγώ του είπα ότι θα +πήγαινα την συναλλαγματική στον ντον Πρέντου. Τότε φοβήθηκε +και μου έφερε μιαν άλλη με την υπογραφή της ντόνας Έστερ. Κι +έτσι του έδωσα και άλλα χρήματα. Πώς μπορούσα να πω όχι; Εσύ +δεν ήξερες τίποτα;» κατέληξε ξαναρχίζοντας το γνέσιμο. + +Ο Έφις ένοιωσε ταπεινωμένος. Θυμόταν ότι η ντόνα Έστερ είχε +γράψει κρυφά στον Τζατσίντο να έρθει∙ κρυφά μπορούσε να +υπογράψει και τη συναλλαγματική. Πώς θα πλήρωναν; Του +φαινόταν ότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, ότι τα πόδια του +ήταν πρησμένα, βαριά από το αίμα που κατέβαινε προς τα κάτω +αφήνοντας άδεια την καρδιά και το κεφάλι του και τα χέρια του +άπραγα. Πώς θα πλήρωναν; + +Και η τοκογλύφος έγνεθε και τα περιστέρια γουργούριζαν και οι +κότες τσιμπούσαν τις μύγες που κάθονταν επάνω στη ροδαλή +κοιλιά από τα γουρουνάκια ξαπλωμένα στον ήλιο: ο κόσμος όλος +ήταν ήρεμος. Εκείνος μόνο αγωνιούσε. +«Α, ώστε δεν το ήξερες; Πίστευα πως ένα μέρος από τα χρήματα +το κράτησαν οι κυράδες σου για να σε πληρώσουν. Ήθελα να +προτείνω στον ντον Τζατσίντο να βγάλει και να μου δώσει τα +δέκα σκούδα που μου χρωστάς, αλλά, μα την πίστη μου, σκέφτηκα +μετά πως δεν ήταν σωστό. Εάν όμως, όταν ανανεώσουμε τη +συναλλαγματική, κάνουμε το λογαριασμό…..» + +Ο Έφις κατέβαλε προσπάθεια για να μετακινηθεί. Ξανατράβηξε το +σκούφο από το κεφάλι του και άρχισε να τον χτυπάει στο +πρόσωπό της, τρελός από απελπισία. +«Α, καταραμένη να ’σαι….. α, που να σε δω κρεμασμένη…. α, τι +έκανες;» + +Στη μικρή αυλή όλα γίνανε άνω κάτω: τα περιστέρια πέταξαν στη +στέγη, οι γάτες σκαρφάλωσαν στους τοίχους, μόνο η γυναίκα +σιωπούσε για να μην τραβήξει την προσοχή του κόσμου και +έσκυβε για ν’ αποφύγει τα χτυπήματα προστατεύοντας τον εαυτό +της με το αδράχτι. Πετάχτηκε επάνω, έκανε μερικά βήματα πίσω +και όταν βρέθηκε μέσα στην κουζίνα πήγε στη γωνιά πίσω από +την πόρτα, άρπαξε με τα δυο της χέρια ένα σιδερένιο λοστό και +ορθώθηκε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, τρομερή σαν +Νέμεση με το ρόπαλο. + +Και ήταν εκείνη τώρα πού έκανε τον άντρα να υποχωρήσει, +λέγοντάς του χαμηλόφωνα, με ύφος απειλητικό: +«Φύγε, φονιά! Φύγε….» + +Εκείνος υποχωρούσε. +«Φύγε! Τι γυρεύεις από μένα, εσύ; Μήπως έρχομαι εγώ να σε +βρω; Όλοι εσείς σ’ εμένα έρχεστε, όταν η πείνα ή το βίτσιο +σας σπρώχνουν. Ήρθε ο ντον Τζάμε, ήρθαν οι κόρες του, ήρθε ο +εγγονός του. Ήρθες κι εσύ, φονιά! Και όταν έχετε ανάγκη είστε +καλοί, μετά όμως γίνεστε άγριοι σαν λυσσασμένοι λύκοι. +Φύγε….» + +Ο Έφις στεκόταν στην πόρτα∙ εκείνη συνέχιζε να τον διώχνει. +«Πρέπει να σου πω ότι δεν μπορώ να κάνω πια υπομονή, έτσι που +με μεταχειρίζεστε. Ή θα με πληρώσετε μόλις λήξη η +συναλλαγματική, τον Σεπτέμβρη, ή θα τη διαμαρτυρήσω. Και εάν +η υπογραφή είναι ψεύτικη, θα το βάλω στη φυλακή το παλικάρι. +Φύγε!» + +Έφυγε. Δεν επέστρεψε όμως στο σπίτι, περιπλανιόταν στο έρημο +χωριουδάκι κάτω από τον ήλιο. Σκόνταφτε στις ηφαιστειακές +πέτρες, σκόρπιες εδώ κι εκεί, και του φαινόταν πως ο σεισμός +που ανέφερε η παράδοση έγινε εκείνο το πρωί. + +Γυρόφερνε ανάμεσα στα χαλάσματα και είχε την εντύπωση ότι +χρέος του ήταν να σκάψει, να βγάλει τα πτώματα κάτω από τα +ερείπια, τους θησαυρούς του υπεδάφους, αλλά να μην μπορεί, +έτσι μόνος που ήταν, τόσο αδύναμος, τόσο αβέβαιος από το πού +ν’ αρχίσει. + +Περνώντας εμπρός από την εκκλησία είδε ότι ήταν ανοιχτή και +μπήκε. Δεν είχε λειτουργία, αλλά η νεωκόρισσα καθάριζε την +εκκλησία και ακουγόταν το θρόισμα της σκούπας στη σιωπή του +μισοσκόταδου, λες και οι αρχαίες πυργοδέσποινες περνούσαν από +εκεί με τα φορέματά τους από μπροκάρ να σέρνονται στο πάτωμα. + +Ο Έφις γονάτισε στο συνηθισμένο μέρος κάτω από τον άμβωνα, +ακούμπησε το κεφάλι στην κολώνα και προσευχήθηκε. Το αίμα +άρχισε πάλι να κυκλοφορεί στις φλέβες του, αλλά ζεστό και +βαρύ σαν τη λάβα. Ο πυρετός τον κατάτρωγε, οι λοξές ακτίνες +από ασημί λεπτή σκόνη που έπεφταν από την κατεστραμμένη στέγη +του φαίνονταν να σχηματίζουν άσπρες τρύπες επάνω στο μαύρο +πάτωμα και οι χλωμές φιγούρες των εικόνων κοίταζαν όλες προς +τα κάτω, έσκυβαν, ήταν έτοιμες να ξεκολλήσουν και να πέσουν. + +Η Μαγδαληνή προχωράει εμπρός, προβάλλει από το μαύρο της +κάδρο στα όρια του άγνωστου. Η αγάπη, η θλίψη, η τύψη και η +ελπίδα γελούν και κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο +πικρό της στόμα. + +Ο Έφις την κοιτά, την κοιτά και σαν να θυμάται μια +προηγούμενη ζωή, πολύ παλιά και του φαίνεται ότι τον καλεί να +πλησιάσει, να την βοηθήσει να κατέβει, να την ακολουθήσει….. + +Έκλεισε τα μάτια. Το κεφάλι του έτρεμε. Του φαινόταν πως +περπατούσε μαζί της επάνω στην άμμο κατά μήκος του ποταμού, +κάτω από το φεγγάρι: πήγαιναν, πήγαιναν σιωπηλοί, φρόνιμοι. +Έφτασαν στη δημοσιά πλάι στο γεφύρι. Εκεί κάτω το όραμα +μπερδευόταν. Υπήρχε ένα κάρο και επάνω του καθόταν η Λία, +κρυμμένη ανάμεσα σε σάκους. Το κάρο εξαφανιζόταν μέσα στη +νύχτα, αλλά επάνω στη γέφυρα, κάτω από το φεγγάρι, έμενε ο +ντον Τζάμε νεκρός, ξαπλωμένος στη σκόνη, με ένα μελανό +εξόγκωμα σαν ρώγα σταφυλιού στο σβέρκο. Ο Έφις γονάτιζε πλάι +στο νεκρό και τον ταρακουνούσε. +«Ντον Τζάμε, αφέντη μου, έλα, έλα! Οι κόρες σου σε +περιμένουν.» + +Ο ντον Τζάμε έμενε ακίνητος. + +Και ο λυγμός του ήταν τόσο δυνατός που η νεωκόρισσα τον +πλησίασε με τη σκούπα. +«Έφις, τι έχεις; Είσαι άρρωστος;» + +Γούρλωσε τα τρομαγμένα του μάτια και νόμισε ότι βλέπει ακόμη +την Καλίνα με το λοστό να του φωνάζει: «Φονιά!». +«Έχω πυρετό….. Μου φαίνεται θα πεθάνω. Θα ήθελα να +εξομολογηθώ…» +«Κι εδώ στην κολώνα βρήκες να το κάνεις; Στο Χριστό να +εξομολογηθείς!», ψιθύρισε η νεωκόρισσα χαμογελώντας ειρωνικά, +αλλά ο Έφις ακούμπησε πάλι το κεφάλι στην κολώνα του άμβωνα +και με τα μάτια στραμμένα προς την Αγία Τράπεζα άρχισε να +ψελλίζει μπερδεμένα λόγια. Χοντρά δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό +του, κατέβαιναν στο πηγούνι του που έτρεμε και σταγόνα +σταγόνα έπεφταν στη γη. + +Ο Τζατσίντο τον περίμενε ξαπλωμένος μπροστά στην καλύβα. + +Μόλις τον είδε να ανεβαίνει με το καλάθι στο χέρι που +φαινόταν να τον τραβάει προς τα κάτω παρόλο που ήταν άδειο, +κατάλαβε πως τα ήξερε όλα. Τόσο το καλύτερο! Έτσι μπορούσε να +απελευθερωθεί από το πιο αισχρό μέρος του βάρους που τον +πλάκωνε: από τη σιωπή. +«Λέγε μου», είπε, ενώ ο Έφις πήγαινε να καθίσει στη +συνηθισμένη θέση χωρίς ν’ αφήσει το καλάθι από το χέρι του. +«Λέγε!», επανέλαβε δυνατότερα όταν είδε τον άλλο να σιωπά. +«Τώρα;» ο Έφις αναστέναξε. +«Και τώρα; Οι κυράδες μου ηρέμησαν κάπως επειδή τους +υποσχέθηκα να σε διώξω, καταλαβαίνεις; Πιστεύουν ότι τις +συναλλαγματικές τις υπόγραψε πράγματι ο ντον Πρέντου κι εγώ +δεν είχα το θάρρος να τους πω την αλήθεια επειδή οι υπογραφές +είναι ψεύτικες, έτσι δεν είναι; Λοιπόν, έτσι δεν είναι; Α, +Τζατσίντο, ψυχή μου, τι έκανες! Και τώρα; Θα πας στο Νούορο; +Θα δουλέψεις; Θα ξεχρεώσεις;» +«Πολλά… είναι πολλά τα λεφτά, Έφις… Πώς θα τα καταφέρω;» + +Αλλά ο Έφις του μιλούσε χαμηλόφωνα, σκυμμένος επάνω του, +παραληρώντας: +«Φύγε, άνθρωπε του Θεού, φύγε! Θα ήθελα να μη φύγεις, αλλά +εάν εγώ ο ίδιος σου το λέω είναι γιατί δεν υπάρχει άλλη +σωτηρία. Θυμήσου τα ωραία λόγια που έλεγες εκείνο το βράδυ. +Έλεγες: θέλω να είναι καλά οι θείες μου, θέλω ν’ αναστηθεί το +σπίτι… Αυτά σκεφτόμουν κι εγώ, όταν ήταν να έρθεις. Και όμως! +Εάν δεν πληρώσεις, η τοκογλύφος θα βγάλει στο σφυρί το +κτηματάκι ή θα σε κλείσει φυλακή για τις ψεύτικες υπογραφές +κι εκείνες θα πρέπει να βγουν στη ζητιανιά. Αυτά είναι τα +κατορθώματά σου, αυτά! Ξέρω ότι δεν το έκανες από κακία. Εσύ, +που εκείνο το βράδυ υποσχόσουν τόσα ωραία πράγματα, εσύ, +άνθρωπε του Θεού….» + +Ο ώμος του Τζατσίντο άρχισε πάλι να τρέμει. Ανασήκωσε το +πρόσωπο κάτω από το σκυμμένο πρόσωπο του Έφις και κοιτάζονταν +απελπισμένα. +«Δεν το έκανα για κακό. Ήθελα να κερδίσω χρήματα. Πώς γίνεται +όμως σ’ αυτό το χωριό να κερδίζει κανείς; Εσύ το ξέρεις, εσύ +που απόμεινες έτσι… έτσι… φουκαράς….» +«Οι θείες δεν θα δώσουν ούτε μια δεκάρα», συνέχισε ύστερα από +μια μικρή παύση όλο αγωνία. «Υπάρχει βέβαια και η υπογραφή +της θείας Έστερ. Αναγκάστηκα να την πλαστογραφήσω επειδή… η +τοκογλύφος δεν με δάνειζε. Θα πληρώσω όμως, θα δεις∙ και αν +δεν τα καταφέρω θα πάω φυλακή. Δεν πειράζει.» +«Φυλακή; Όχι, αυτό δε θα το επιτρέψω, όχι.» +«Εσύ, λοιπόν, Έφις, έχεις λεφτά;» +«Εάν είχα δεν θα ήμουν τώρα εδώ έτσι τσακισμένος! Θα είχα +κιόλας εξοφλήσει τις συναλλαγματικές….». +«Τι κάνουμε τότε, Έφις; Τι κάνουμε;» +«Άκου λοιπόν. Θα πας πάλι στην τοκογλύφο και θα της ζητήσεις +να σου δανείσει εκατό λιρέτες για να πας στο Νούορο. Εκεί θα +ψάξεις δουλειά. Αυτό που έχει σημασία είναι ν’ αλλάξεις +πορεία, τώρα. Να σταθείς στα πόδια σου επιτέλους. +Καταλαβαίνεις;» + +Ο Τζατσίντο όμως, που μέχρι την τελευταία στιγμή ήλπιζε στη +βοήθεια του υπηρέτη, δεν απάντησε, δεν ξαναμίλησε. +Κουβαριασμένος σαν άρρωστο ζώο, άκουγε τις ακρίδες να πετούν +θροΐζοντας ανάμεσα στα ξερά φύλλα και παρακολουθούσε με +ηλίθιο βλέμμα το χτύπημα των φτερών τους που ιρίδιζαν. Δυο +ενωμένες έπεσαν στο χέρι του, πράσινες και σκληρές σαν από +μέταλλο. Ανατρίχιασε. Το μυαλό του πήγε στην Γκριζέντα: +σκέφτηκε ότι θα έφευγε χωρίς να την ξαναδεί, έτσι φτωχός που +ήταν θα έπρεπε να απαρνηθεί ακόμη και ένα κορίτσι φτωχό σαν +κι εκείνον. Και έχωσε το πρόσωπο μέσα στη χλόη με αναφιλητά +χωρίς να κλαίει ενώ οι ώμοι του ταράσσονταν από ένα έντονο +τρέμουλο. + + +Κεφάλαιο όγδοο + +Ήταν μια Πέμπτη βράδυ και η τοκογλύφος δεν έγνεθε από το φόβο +της Τζομπιάνα, της γυναίκας της Πέμπτης, που εμφανίζεται σε +όσες γνέθουν το βράδυ και μπορεί να τις βλάψει. + +Προσευχόταν όμως, καθισμένη στο σκαλάκι της πόρτας κάτω από +την ασημί και μαύρη γιρλάντα της κληματαριάς στο φεγγαρόφωτο +και κάθε φορά που κοίταζε γύρω τής φαινόταν ακόμη σαν να +έβλεπε, εδώ κι εκεί επάνω στο φράχτη από τις φραγκοσυκιές, τα +μάτια του Έφις πράσινα να πετάνε σπίθες από οργή. Ήταν οι +πυγολαμπίδες. + +Ήταν οι πυγολαμπίδες, κι εκείνη όμως πίστευε στα αερικά, στην +υπερφυσική ζωή των νυχτερινών πλασμάτων και θυμόταν τα +παιδικά της χρόνια, όταν ήταν φτωχή και πήγαινε να ζητιανέψει +και να μαζέψει ξερόκλαδα κάτω από τα ερείπια του κάστρου, ενώ +την κυνηγούσαν σαν λυσσασμένα σκυλιά η πείνα και ο πυρετός +της μαλάριας. Μια φορά, την ώρα που κατέβαινε ανάμεσα από τις +πέτρες, κοφτερές σαν μαχαίρια, έχοντας απέναντί της έναν ήλιο +κρεμεζί καρφωμένο πάνω από τα βιολετιά βουνά του ΝτοργΚαλί, +ένας κύριος την έφτασε, σιωπηλός, αγγίζοντάς τη στον ώμο. +Ήταν ντυμένος στα χρώματα του ήλιου και των βουνών και στην +όψη έμοιαζε με έναν γιό του ντον Τζάμε Πιντόρ που πέθανε +νέος. + +Τον αναγνώρισε αμέσως: ήταν ο Βαρόνος, ένας από τους τόσους +αρχαίους Βαρόνους που τα φαντάσματά τους ζούσαν ακόμη ανάμεσα +στα χαλάσματα του Κάστρου, μέσα στα υπόγεια που ήταν σκαμμένα +κάτω από τον λόφο και κατέληγαν στη θάλασσα. +«Κορίτσι μου», της είπε με ξενική προφορά, «τρέξε στην Κυρία +της γέννας και παρακάλεσέ την ν’ ανέβει απόψε το βράδυ στο +Κάστρο, επειδή η γυναίκα μου, η Βαρόνη, κοιλοπονά. Τρέξε, +σώσε μια ψυχή. Κράτα το μυστικό. Πάρε αυτό.» + +Η Καλίνα όμως έτρεμε στηριζόμενη στο δεμάτι της από ξύλα που +απέναντι από τον κρεμεζί ήλιο της φαινόταν μαύρο σύννεφο. Δεν +μπόρεσε έτσι ν’ απλώσει το χεράκι της και τα χρυσά νομίσματα +που της έδινε εκείνη τη στιγμή ο Βαρόνος έπεσαν καταγής. + +Εκείνος εξαφανίστηκε. Εκείνη πέταξε το δεμάτι, μάζεψε τα +χρήματα τρομαγμένη σαν το πουλάκι που τσιμπάει τα ψίχουλα και +το ’σκασε πηδώντας ευκίνητη. Αλλά η Κυρία της γέννας, αν και +είδε τα ζεστά, υγρά νομίσματα μέσα στη χούφτα του κοριτσιού +που έκαιγε, την έφτυσε στο πρόσωπο για να της φύγει ο φόβος +και της είπε γελώντας: +«Πήγαινε, γιατί έχεις πυρετό και παραισθήσεις. Τα νομίσματα +θα πρέπει να τα βρήκες. Ακόμα βρίσκει κανείς εδώ κι εκεί κάτω +από το Κάστρο. Δώστα μου κι εγώ θα σου τα κάνω ν’ +αυγατίσουν». + +Η Καλίνα της τα έδωσε. Κράτησε μόνο ένα με μια τρύπα και το +κρέμασε στο λαιμό της περασμένο σ’ ένα δερμάτινο κορδόνι, +κόκκινο. +«Πηγαίνετε», είπε στη γυναίκα. «Σώστε μια ψυχή. Κάνετε πως +δεν με πιστεύετε για να κρατήσω το μυστικό. Εγώ όμως θα το +κρατήσω έτσι κι αλλιώς.» + +Και έπεσε καταγής σαν νεκρή. + +Η μαμή επέμενε όσο ζούσε ότι ήταν παραίσθηση του πυρετού∙ +όπως είναι γνωστό όμως, τα έλεγε όλα αυτά για να κρατήσει η +Καλίνα το μυστικό. + +Τα νομίσματα στο μεταξύ αυγάτιζαν: αυγάτιζαν κάθε χρόνο και +περισσότερο όπως τα ρόδια που έβλεπε εκείνη πράσινα και +κόκκινα εκεί κάτω, τριγύρω στην αυλή του ντον Πρέντου Πιντόρ. + +Έπειτα ένα βράδυ είχε δοκιμάσει, όταν ήταν γριά πλέον, το +ίδιο συναίσθημα χαράς και τρόμου ταυτόχρονα, όπως την πρώτη +φορά. Φάνηκε μπροστά της ένας νεαρός κύριος, ίδιος ο Βαρόνος. +Ήταν ο Τζατσίντο. + +Και κάθε φορά που τον έβλεπε, ξαναγεννιόταν μέσα της εκείνη η +αίσθηση σκοτοδίνης, η θολή ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής, +αρχαίας και υπόγειας όπως εκείνη των Βαρόνων στο Κάστρο. + +Να τος που έρχεται. Ψηλός, μελαχρινός, με το πρόσωπο χλωμό +στο φεγγαρόφωτο, μπαίνει και κάθεται πλάι της στο κατώφλι. +«Θεια-Καλίνα», είπε με ξενική προφορά, «γιατί μιλήσατε για +τις υποθέσεις μου στον υπηρέτη;» +«Εκείνος το θέλησε. Μου επιτέθηκε και ήθελε να με σκοτώσει.» +«Να σας σκοτώσει; Για το τίποτα; Αχ, αυτός ο άνθρωπος και οι +θείες μου κάνουν τόση φασαρία για μικροπράγματα, ενώ εκεί +πέρα υπάρχει κόσμος που κάνει χρέη εκατομμυρίων και κανείς +δεν το ξέρει!» + +Τη γριά όμως δεν την ένοιαζε καθόλου ο κόσμος εκεί πέρα. +«Αναγκάστηκα να πάρω το λοστό για να τον εμποδίσω! +Καταλαβαίνετε, κύριέ μου; Ο υπηρέτης είναι άγριος, μην του +έχετε εμπιστοσύνη!» + +Ο Τζατσίντο έμεινε για μια στιγμή ακίνητος κοιτάζοντας τα +χέρια του που επάνω τους τρεμόπαιζε η σκιά μιας κληματίδας. +Έπειτα ανασκίρτησε. +«Δεν θα του έχω εμπιστοσύνη. Θέλω μάλιστα να φύγω. Δεν μπορώ +πια να ζήσω, εδώ….. Θα κερδίσω όμως χρήματα και σε σαράντα +μέρες θα σας τα επιστρέψω όλα, μέχρι την τελευταία δεκάρα. +Τώρα όμως πρέπει να μου δώσετε τα χρήματα για το ταξίδι. Θα +σας δώσω μια άλλη συναλλαγματική.» +«Ποιος την υπογράφει;» +«Εγώ!», είπε με θάρρος. «Εγώ! Έχετέ μου εμπιστοσύνη. Σώστε +μια ψυχή. Ελάτε, γρήγορα! Και φυλάξτε το μυστικό.» + +Της έπιασε τον ώμο, όπως ο Βαρόνος, κι εκείνη σηκώθηκε και +πήγε να πάρει τα χρήματα από το σεντούκι: δυο χαρτονομίσματα +των πενήντα λιρετών που τα ψηλάφισε για πολύ, κοιτάζοντάς τα +στο φεγγαρόφωτο, ενώ σκεφτόταν ότι για το ταξίδι του +Τζατσίντο αρκούσε το ένα. Έτσι το άλλο το έβαλε στη θέση του. +Το φεγγάρι ψηλά από το μικρό παράθυρο πάνω από το σεντούκι +έριχνε μια ασημένια λωρίδα φωτός που έφτανε μέχρι το +ξερακιανό της στήθος και από το άνοιγμα του πουκαμίσου +φαινόταν το χρυσό νόμισμα περασμένο στο δερμάτινο κορδόνι που +είχε πια μαυρίσει. + +Ο Τζατσίντο όμως δεν έμεινε ικανοποιημένος. Τι ήταν εκείνο το +λεπτό φύλλο χαρτιού σε σύγκριση με τους θησαυρούς των μεγάλων +της Ρώμης; Καθώς όμως η τοκογλύφος του έλεγε ότι δεν ήθελε τη +συναλλαγματική, κατάλαβε ότι εκείνη του έκανε ελεημοσύνη και +τον κυρίεψε ένα αβάσταχτο άγχος. Του φάνηκε ότι βρισκόταν +ακόμη στον προθάλαμο του σπιτιού του λιμενάρχη, ακίνητος, να +περιμένει. +«Λοιπόν, θα σας τα επιστρέψω το αργότερο αύριο», υποσχέθηκε +ενώ σηκωνόταν. + +Και πήγε στου Μιλέζου να του πει ότι την επόμενη μέρα θα +έφευγε. + +Κι εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας φαινόταν η αυλή: λευκή, όπου +την έλουζε το φεγγαρόφωτο, και σκοτεινή, όπου την σκίαζε η +πέργολα. Η πεθερά του Μιλέζου, καθισμένη στην ψηλή της +καρέκλα σαν πρωτόγονη βασίλισσα, δεν έγνεθε από το φόβο της +Τζομπιάνα, φλυαρώντας με την κόρη της που είχε πυρετό και με +τις χλωμές υπηρέτριες που κάθονταν καταγής ακουμπώντας στον +τοίχο. +«Ο γαμπρός μου βγήκε πριν λίγο. Πρέπει να πήγε στον ντον +Πρέντου», είπε στον Τζατσίντο. «Οι θείες σας είναι καλά; Να +τους δώσετε πολλά χαιρετίσματα και να τις ευχαριστήσετε για +το δώρο που έστειλαν στον αδελφό μου το Ρετόρο.» +«Τα μαύρα δαμάσκηνα!», είπε μια λαίμαργη υπηρέτρια. «Η +Νατόλια, ξύλο που της χρειάζεται, τα έφαγε όλα κρυφά.» +«Εάν μου δώσετε και άλλα, ντον Τζατσί, θα κατέβω μαζί σας στο +κτήμα» είπε η Νατόλια προκλητικά. +«Και δεν έρχεσαι….», απάντησε εκείνος, η φωνή του όμως ήταν +λυπημένη και, παρ’ όλο που η ηλικιωμένη κυρά νουθετούσε: +«Καθένας με τους όμοιούς του πρέπει να κάνει συντροφιά, +Νατόλια!», όταν βγήκε στο δρόμο άκουσε τις γυναίκες να γελούν +μιλώντας γι’ αυτόν και την Γκριζέντα. + +Ναι, έπρεπε να φύγει, να πάει να βρει την τύχη του. + +Για να μην ξαναπεράσει μπροστά από το σπίτι της καλής του, +κατέβηκε ένα στενό, έπειτα ένα άλλο, μέχρι που έφτασε σ’ ένα +πλάτωμα όπου πρόβαλαν τα ερείπια μιας εκκλησίας. + +Ο φλόμος μύριζε τριγύρω, το γαλαζωπό φεγγάρι έλαμπε πάνω στα +ερείπια του πύργου σαν φλόγα σε μαύρο κηροπήγιο και έμοιαζε +να μη θέλει να προβάλει ξανά η μέρα σ’ εκείνη τη νεκρή γωνιά +του κόσμου. Αμέσως όμως μετά το πλάτωμα άσπριζε ανάμεσα στις +ροδιές και τους φοίνικες το σπίτι του ντον Πρέντου, όμοιο με +κατοικία Βερβερίνων: με τις αψιδωτές του πόρτες, τις χτιστές +του στοές, τα παράθυρά του σε σχήμα μισοφέγγαρου. + +Διασχίζοντας τη μεγάλη αυλή, όπου έλαμπαν κάτω από το φεγγάρι +φαρδιές κρεβατίνες από καλάμια πάνω στις οποίες την ημέρα +ξέραιναν τα όσπρια και τώρα ήταν σκεπασμένες από ψάθες +καμωμένες με βούρλα, ο Τζατσίντο διέκρινε την ογκώδη φιγούρα +του θείου του και την λεπτή του Μιλέζου, ακίνητες εμπρός στο +χρυσαφί φόντο μιας πόρτας με στοά μπροστά. Έπιναν, καθισμένοι +στο ήσυχο δωμάτιο του ισογείου, με τα πόδια σταυρωμένα και +τον αγκώνα στην άκρη του τραπεζιού. Και οι δυο, ο χοντρός και +ο λεπτός, έμοιαζαν ικανοποιημένοι από τη ζωή. +«Πιες, πιες!», είπαν και οι δυο προσφέροντας στον Τζατσίντο +το κρασί τους, αλλά εκείνος αποποιήθηκε και τα δυο ποτήρια. +«Άρρωστος είσαι; Γιατί δεν πίνεις;» +«Άρρωστος είμαι, ναι» + +Δεν είπε όμως από τι υπέφερε, έτσι κι αλλιώς δεν θα τον +καταλάβαιναν. +«Σου τις έβρεξε η θεία σου Νοέμι;» +«Δε σε φίλησε αρκετά η Γκριζέντα; Ξύλο που της χρειάζεται!», +είπε ο Μιλέζος, επαναλαμβάνοντας την κακογλωσσιά της +λαίμαργης υπηρέτριας. +«Ουφ!» ξεφύσησε ο Τζατσίντο ακουμπώντας τους αγκώνες στο +τραπέζι για να κρατήσει το κεφάλι με τα δυο του χέρια και +καθώς ο ώμος του έτρεμε ο ντον Πρέντου το πρόσεξε και +χλόμιασε ελαφρά. Εκείνο το τρέμουλο φαίνεται ότι τον ενόχλησε +τόσο που σηκώθηκε, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο λέγοντας: +«Ας βγούμε, πάμε να πάρουμε λίγη δροσιά.» + +Πήγαν να δροσιστούν∙ τα βήματά τους αντηχούσαν μέσα στη σιωπή +όπως εκείνα της νυχτερινής περιπόλου. Με τη βόλτα, η κάπως +πικρή ευθυμία των συντρόφων του πέρασε και στον Τζατσίντο. +«Πάμε στο θέατρο, θείε Πιέτρο; Αυτή την ώρα στις πόλεις της +Ιταλίας αρχίζει η ζωή και η διασκέδαση. Μπροστά από τα θέατρα +περνούν πολλές άμαξες, σαν μαύρο ποτάμι. Βλέπει κανείς ακόμη +και κυρίες να κάνουν βόλτα με τα σκυλάκια τους….» + +Ο Μιλέζος γέλασε τόσο που τον έπιασε λόξιγκας. Ο ντον Πρέντου +ήταν πιο συγκρατημένος, αλλά το χαμόγελό του, αν το πρόσεχε +κανείς, έκοβε σαν το μαχαίρι. +«Γύρνα τότε εκεί! Και να κουβαλήσεις μαζί σου και την +Γκριζέντα σαν να ήταν σκυλάκι.» +«Ουφ! Τι ανόητοι που είστε σ’ αυτό το χωριό.» +«Όχι όμως τόσο, όσο στο δικό σου.» + +Εκείνος έπαψε, αλλά ύστερα συνέχισε: +«Γιατί με λέτε ανόητο; Επειδή είμαι καλόκαρδος; Επειδή θέλω +να γλεντήσω τα νιάτα μου; Κι εσείς τι κάνετε; Ζωή είναι αυτή, +η δική σας; Τη ζωή κάνεις εσύ; Δεν αγαπάς ούτε τη γυναίκα σου +την άρρωστη. Κι εσείς, θείε Πιέτρο; Τι ζωή είναι η δική σας; +Μαζεύετε χρήματα, όπως τα κουκιά πάνω στην ψάθα, για να τα +δώσετε έπειτα στα γουρούνια. Δεν αγαπάτε κανένα, ούτε τον +ίδιο σας τον εαυτό.» + +Οι δυο φίλοι σκουντούσαν ο ένας τον άλλο χαμογελώντας. +«Είσαι πραγματικά άρρωστος απόψε∙ άδειο το πουγγί, βλέπεις.» +«Το δικό μου το πουγγί είναι πιο γεμάτο από το δικό σας! Πάμε +στο καπηλειό και θα δείτε», είπε κοκκινίζοντας μες στο +σκοτάδι. +«Δεν θέλησες να πιείς μαζί μας! Και πεθαμένο να σε δω, δε +δέχομαι το κρασί σου!» + +Κατέληξαν, ωστόσο, στο καπηλειό που ήταν σχεδόν έρημο. Δυο +άντρες μόνο έπαιζαν σιωπηλοί και ένας τρίτος κοίταζε τη μια +τα χαρτιά του ενός, την άλλη του άλλου, όμως με ένα νεύμα τού +ντον Πρέντου πλησίασε τους νεοφερμένους και κάθισαν και οι +τέσσερεις γύρω από ένα άλλο τραπέζι. + +Ο κάπελας, ένας μικρόσωμος χωριάτης που έμοιαζε με Εβραίο της +Βίβλου, με τη μαρσίνα του ξεκούμπωτη πάνω από τις βράκες, +έφερε κρασί μέσα σ’ ένα μπουΚαλί ανατολίτικο και ακούμπησε +ένα μαύρο σιδερένιο λυχνάρι στο μέσο του τραπεζιού. Ο Μιλέζος +με το κεφάλι γερμένο δεξιά ανακάτεψε σκεφτικός τα χαρτιά +κοιτάζοντας πότε τον ένα πότε τον άλλο από τους συντρόφους +του. +«Στα πόσα η μίζα;» +«Πενήντα λιρέτες», απάντησε ο Τζατσίντο. + +Έβγαλε το χαρτονόμισμα της τοκογλύφου. + + Έχασε. + +Πάνω στο μαύρο λυχνάρι η μικρή γαλαζωπή φλόγα, ακίνητη +έμοιαζε με το φεγγάρι πάνω από τα ερείπια του πύργου. + + +Κεφάλαιο ένατο + +Ένα βράδυ, τον Ιούλιο, η Νοέμι καθόταν στο συνηθισμένο μέρος +στην αυλή και έραβε. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή και ο ουρανός, με +ένα γκριζωπό γαλάζιο, έμοιαζε να είναι ακόμη σκεπασμένος από +τη στάχτη μιας πυρκαγιάς της οποίας οι τελευταίες φλόγες +έσβηναν στη δύση. Οι φραγκοσυκιές, ανθισμένες τώρα, έδιναν +μια χρυσή νότα στο γκρίζο των περιβολιών και εκεί κάτω, πίσω +από τον πύργο της ερειπωμένης εκκλησίας, οι ροδιές του ντον +Πρέντου έμοιαζαν λεκιασμένες με αίμα. + +Η Νοέμι ένοιωθε μέσα της όλο εκείνο το γκρίζο και το κόκκινο. +Η ανοιξιάτικη αναστάτωσή της κάθε χρόνο δεν έπαυε με τον +ερχομό του καλοκαιριού, αντίθετα κάθε μέρα και περισσότερο +μια έντονη ανάγκη μοναξιάς την έσπρωχνε να κρύβεται για να +παραδίνεται καλύτερα στο βάσανό της, όπως ένας άρρωστος που +δεν ελπίζει πια να θεραπευθεί. + +Εκείνη την ημέρα ήταν μόνη. Η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρούθ +είχαν αποδεχθεί την πρόσκληση του Ρέτορα να πάρουν μέρος στην +επιτροπή μιας γιορτής και ο Τζατσίντο είχε πάει στην Ολιένα +για ν’ αγοράσει κρασί για λογαριασμό του Μιλέζου. Μάλιστα, +εκεί κατέληξε: να κάνει τον υπηρέτη ενός που ήταν πλανόδιος +έμπορος. Η Νοέμι τον περιφρονούσε, δεν του απηύθυνε το λόγο, +όταν όμως ήταν μόνη τον ξανάβλεπε, σκυμμένο επάνω της, να της +βρέχει το πρόσωπο με το ξύδι και τα δάκρυά του, και ξανάκουγε +την τρεμάμενη φωνή του και τα λόγια του. +«Θεία Νοέμι, θεία μου, θεία μου! Γιατί, γιατί έγινε αυτό;», +και τα μάτια του, θλιμμένα και φλογερά όπως εκείνος ο +καλοκαιρινός ουρανός, δεν έφευγαν από το μυαλό της. + +Νόμιζε πως ένοιωθε επάνω στα χείλη της τη γεύση από τα δάκριά +του – και ήταν η γεύση όλης της θλίψης, όλης της ανθρώπινης +αδυναμίας. Τέτοιες στιγμές η συνηθισμένη εικόνα του με τις +διάφορες καθημερινές της όψεις, εικόνα ενός νέου +βαριεστημένου, απροσάρμοστου, αποθαρρυμένου με τον οποίο δεν +μπορούσε να τα βάλει κανείς επειδή έδινε την εντύπωση ενός +βράχου που έπεσε από το βουνό για να καταστρέψει το σπίτι +τους, εξαφανιζόταν για να πάρει τη θέση της η εικόνα ενός +νέου καλού, μετανιωμένου, παθιασμένου. + +Αυτήν την εικόνα, μάλιστα, η Νοέμι την αγαπούσε και μερικές +φορές την αισθανόταν τόσο ζωντανή και αληθινή πλάι της που +κοκκίνιζε και έκλαιγε λες και δέχτηκε την επίθεση ενός εραστή +που είχε τρυπώσει κρυφά μες στην αυλή της. + +Τότε η ψυχή της έπαλλε ολόκληρη από πάθος∙ ένας στρόβιλος +επιθυμίας την κυρίευε διώχνοντας όλες τις θλιβερές της +σκέψεις, όπως ο άνεμος περνά και γυμνώνει το δέντρο από όλα +τα νεκρά φύλλα του. + +Της φαινόταν σαν να λιγοθυμούσε, όπως εκείνη την ημέρα, και +πως τα δάκρυά της ήταν εκείνα του Τζατσίντο και τα ρουφούσε, +σαν το χυμό ενός ξινού φρούτου, με τα τρεμάμενα χείλη της, +διψασμένα από όλα εκείνα τα φιλιά που δεν έδωσαν ούτε πήραν. +Τα νιάτα, το πάθος, ο πόνος του Τζατσίντο μεταγγίζονταν σ’ +εκείνη. Ξεχνούσε την ηλικία της, τη μορφή της, την ουσία της∙ +της φαινόταν πως ήταν ξαπλωμένη κάτω από καθάρια νερά σ’ ένα +πυκνό δάσος και πως έβλεπε μια φιγούρα να σκύβει για να πιει, +να πιεί πάνω από το στόμα της: ήταν ο Τζατσίντο, αλλά ήταν κι +εκείνη, η Νοέμι ζωντανή, διψασμένη για αγάπη: ήταν ένα +μυστηριώδες πνεύμα που ρουφούσε όλο το νερό της πηγής, όλη τη +ζωή από το στόμα της, τόσο άσβεστη ήταν η δίψα του∙ και +ύστερα ξάπλωνε στην κοιλότητα της κρήνης, μες στο πυκνό +δάσος, και σχημάτιζε μαζί της ένα ενιαίο ον. + +Ένα χτύπημα στην εξώπορτα την επανέφερε στην πραγματικότητα. +Πήγε να ανοίξει πιστεύοντας ότι ήταν οι αδελφές της ή ο ίδιος +ο Τζατσίντο, που η παρουσία του δεν τη φόβιζε γιατί ήταν +αρκετή για να διώξει τη μαγεία, αντίκρισε όμως τη θεια-Ποτόι +και ξαναέκλεισε ενστικτωδώς την εξώπορτα για να την +απομακρύνει. Η γριά έσπρωχνε κι εκείνη από έξω. +«Θέλετε να με λιώσετε σαν αράχνη, ντόνα Νοέ! Δεν έρχομαι για +να σας κάνω κακό.» + +Η Νοέμι αποτραβήχτηκε ψυχρή και με περιφρόνηση, κοιτάζοντας +το πανί που κρατούσε στα χέρια της. +«Τι θέλετε;» +«Θέλω να μιλήσω με την αφεντιά σας, αλλά ήρεμα, όπως μια +χριστιανή σε άλλη», είπε η γριά ταχτοποιώντας τα κοράλλια +στον ηλιοκαμένο της λαιμό και έτρεμε, λιπόσαρκη και θλιμμένη +σαν σκελετός. +«Ντόνα Νοέμι, κοιτάξτε με! Μη χαμηλώνετε τα μάτια. Ήρθα να +ζητήσω βοήθεια από σας.» +«Από μένα;» +«Ναι, από σας, από την αφεντιά σας. Τρεις μήνες τώρα οι +αφεντιές σας δεν μ’ αφήνουν να πατήσω το πόδι μου εδώ. Έχετε +δίκιο. Σήμερα το βράδυ, όμως, ονειρεύτηκα την ντόνα Μαρία +Κριστίνα. Την είδα πλάι στο κρεβάτι μου, όπως τότε που είχε +έρθει όταν ήμουν άρρωστη και έλαβα το άγιο μύρο. Ήταν όμορφη +η ντόνα Μαρία Κριστίνα, φορούσε μια μαντίλα άσπρη σαν το +κρίνο. Πήγαινε στη Νοέμι – μου είπε – η Νοέμι έχει την καρδιά +τη δική μου, επειδή η καρδιά των νεκρών μένει στους +ζωντανούς. Πήγαινε, Ποτόι, - μου είπε – θα δεις που η Νοέμι +θα σε βοηθήσει. Αυτά τα λόγια μου είπε.» + +Ακίνητη πλάι στην εξώπορτα, η Νοέμι προσπαθούσε πάντα να +ράψει, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το πανί που +αντανακλούσε το κόκκινο του ουρανού πάνω από το βουνό. +«Τι θέλετε, λοιπόν;» +«Θα σας πω. Εσείς τα ξέρετε όλα. Τα παιδιά αγαπιούνται. Εγώ +λέω: εάν αγαπιούνται, γιατί να τα εμποδίσουμε; Μήπως δεν +αγαπήσαμε κι εμείς όταν ήμασταν νέες; Ο καιρός όμως περνά, +κυρά μου, και το παλικάρι παραξενεύει. Η Γκριζέντα μου έχει +ρέψει. Εκείνος δεν την θέλει να βγαίνει από το σπίτι, να πάει +να δουλέψει, και αν την δει να κάθεται στο κατώφλι της λέει +να μπει μέσα, και όταν η Γκριζέντα παραπονιέται της λέει: +«Για χάρη σου θα κάνω να πεθάνουν οι θείες μου από λύπη και +κυρίως η θεία Νοέμι». Δεν λέει τίποτε άλλο επειδή είναι καλός +και έχει καλή ανατροφή, αλλά τα λόγια αυτά είναι σαν το +φαρμάκι που τρώει τα σωθικά αθόρυβα.» + +Αναστέναξε βαθιά και πήρε την άκρη της ποδιάς της Νοέμι +τυλίγοντας το στρίφωμα με τα σκουρόχρωμα δάχτυλά της. +«Ντόνα Νοέμι, κυρά μου, έχετε την καρδιά της μητέρας σας. Σ’ +εσάς μπορώ να το πω. Όταν ο πατέρας μου με προειδοποίησε: εάν +ξανασηκώσεις τα μάτια σου στον ντον Τζάμε θα σου τα βγάλω με +τη βουκέντρα, εγώ τα έκλεισα και ο ντον Τζάμε από εκείνη τη +στιγμή και έπειτα ήταν νεκρός για μένα. Με την Γκριζέντα όμως +δεν είναι το ίδιο. Η Γκριζέντα δεν μπορεί να κλείσει τα +μάτια.» + +Η Νοέμι παρά τη θέλησή της αισθανόταν αναστατωμένη. Λυπόταν +πολύ τη γριά, που τύλιγε, λες και ήταν μωρό, την άκρη από την +ποδιά της. +«Εσείς φταίτε», είπε σοβαρά. «Ξέρατε, σαν ηλικιωμένη γυναίκα +που είστε, πώς καταλήγουν αυτά τα πράγματα.» +«Ξέρουμε, ξέρουμε…. και ποτέ δεν ξέρουμε τίποτε, κυρά μου! Η +καρδιά δε γερνάει ποτέ.» +«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η Νοέμι, αλλά με μια φωνή +που έμοιαζε να βγαίνει άθελά της από το στόμα, αλλά αμέσως +συνοφρυώθηκε και ανασήκωσε τα ψυχρά, ειρωνικά της μάτια και +τα κάρφωσε σε εκείνα της γριάς. +«Τι θέλετε λοιπόν από εμένα;» +«Να μιλήσετε στον ντον Τζατσίντο. Ναι, πείτε του: άφησε ήσυχη +την Γκριζέντα ή παντρέψου την.» +«Εγώ πρέπει να του το πω; Και γιατί εγώ ειδικά;», ρώτησε η +Νοέμι και αφού η άλλη με τη σειρά της την κάρφωνε με το +βλέμμα χωρίς να απαντά, της δημιουργήθηκε μια οδυνηρή +εντύπωση: της φάνηκε ότι η γριά ήξερε. Χαμήλωσε το βλέμμα και +συνέχισε με ύφος ψυχρό και απότομο: «Δεν θα του πω τίποτα! +Βάλτε το καλά στο μυαλό σας: ξέρατε ποιος ήταν και +αποδειχτήκατε κακή γιαγιά γιατί επιτρέψατε στην Γκριζέντα να +στρέψει την προσοχή της σε κάποιον που δεν της ταιριάζει.» +«Και γιατί δεν της ταιριάζει; Ένας ελεύθερος άντρας ταιριάζει +πάντα σε μια ελεύθερη γυναίκα, αρκεί να υπάρχει αγάπη. Κι +εσείς, κυρά μου, ναι, θα μου κάνετε αυτή τη χάρη να του +μιλήσετε. Δε σας ζητώ ψωμί∙ εδώ είναι κάτι παραπάνω από το +ψωμί: είναι η σωτηρία μιας γυναίκας. Και το παλικάρι θα σας +ακούσει, επειδή είναι καλό και λέει: δεν με στενοχωρεί τίποτε +άλλο παρά μόνο η θεία Νοέμι που υποφέρει για μένα…. Λοιπόν, +θα σας το πω: εκείνος μιλάει πάντα για την αφεντιά σας, και +σας αγαπά. Η Γκριζέντα έφτασε στο σημείο να σας ζηλεύει.» + +Τότε η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά αισθάνθηκε να της τρέμουν +τα γόνατα και μες στην καρδιά ένοιωσε τη φωτεινή ομορφιά του +δειλινού: ήταν μια θάλασσα από φως διάσπαρτη με χρυσά νησιά, +με έναν αντικατοπτρισμό στο βάθος. Δεν είχε ξαναδοκιμάσει +ποτέ μια παρόμοια στιγμή μέθης. + +Για μια στιγμή μονάχα ο κόσμος είχε αλλάξει όψη. Η γριά την +κοίταζε και μέσα στα γυάλινα μάτια της η μοχθηρία έλαμπε όπως +το νεανικό της κολιέ γύρω από τον σκελετωμένο της λαιμό. +«Λοιπό, τι λέτε ντόνα Νοέμι; Να φύγω ήσυχη κάπως; Θα με +βοηθήσετε, έτσι δεν είναι;» +«Πηγαίνετε», είπε η Νοέμι με ύφος αλλαγμένο, αλλά η γριά δεν +έφευγε γιατί το είχε ρίξει ταπεινά σε ευχαριστίες. +«Το φτωχικό μας ήταν πάντα πλάι στο σπίτι σας, όπως η δούλα +πλάι στην κυρά. Δεν μπορούσε να κρατήσει η έχθρα μας! Ο +Τσουαναντόνι μου κλαίει κάθε φορά που γυρίζω από το κτήμα, +κλαίει και λέει: γιατί οι κυρίες με έδιωξαν; Και παίρνει το +ακορντεόν και έρχεται να παίξει εδώ, πίσω από τον τοίχο. Λέει +πως κάνει σερενάτα στην ντόνα Νοέμι. Τον άκουσε η αφεντιά +σας; Τώρα όλα θα πάνε καλά.» +«Ας το ελπίσουμε∙ όλα θα πάνε καλά», είπε η Νοέμι, αλλά δεν +ήξερε και η ίδια τι θα πήγανε καλά. Αισθανόταν μια ξαφνική +αγάπη για όλους. «Πείτε στον Τσουαναντόνι να έρθει απόψε. Θα +του δώσω κόκκινα αχλάδια.» + +Η γριά της άρπαξε το χέρι, το φίλησε και έφυγε κλαίγοντας. Η +Νοέμι γύρισε στη θέση της. Ο ξεθωριασμένος ουρανός στην +ανατολή, πάνω από το βουνό, φλεγόταν ακόμη, λες και όλη η +λάμψη της ημέρας είχε συγκεντρωθεί εκεί πάνω. Επέμενε να +ράβει, αλλά δεν έβλεπε ούτε το πανί , ούτε το βελόνι, μόνο +εκείνη την μεγάλη αναλαμπή, εκείνο τον αντικατοπτρισμό χωρίς +όρια, βαθύ, απέραντο. Νόμιζε ότι ακούει τη σερενάτα του +αγοριού και τραγούδια αγάπης πετούσαν μες στη φλεγόμενη +ατμόσφαιρα του δειλινού. Έβλεπε πάλι τον εαυτό της επάνω στο +χοντροκαμωμένο μπαλκόνι του παπά, εκεί κάτω στην εκκλησία του +Ριμέντιο. Στην αυλή θέριευε η φλόγα και το πανηγύρι οργίαζε. +Κάποια στιγμή όμως κατέβαινε κι εκείνη για να μπει στο χορό +μαζί με τις άλλες γυναίκες, κι εκείνη έπαιρνε μέρος στη +γιορτή και ήταν η πιο τρελή απ’ όλες, σαν την Γκριζέντα και +σαν τη Νατόλια, και αισθανόταν στην καρδιά της τη φλόγα, τη +γλύκα, το πάθος όλων εκείνων των γυναικών μαζί. Ο Τζατσίντο +της έσφιγγε το χέρι και το πανηγύρι τριγύρω, μες στην αυλή, +στον κόσμο ολόκληρο, ήταν γι’ αυτούς…. + +Σιγά σιγά όμως γύρισε στην πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι +έσβησε η φλόγα και το αίμα σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα +στις φλέβες της. Ντράπηκε για την ονειροφαντασιά της. +Θυμήθηκε την υπόσχεση που έδωσε στη γριά: «όλα θα πάνε καλά». +Προσπάθησε να βρει τις λέξεις που έπρεπε να πει στον ανιψιό +της για να τον πείσει να μπει στο σωστό δρόμο και να +παντρευτεί την Γκριζέντα. Μακάρι να ζήσουν ευτυχισμένοι! Τώρα +τους αγαπούσε και τους δυο, τη γυναίκα επειδή με την αγάπη +της αποτελούσε ένα κομμάτι του άντρα. Μακάρι να ζήσουν +ευτυχισμένοι μες στη φτώχια και στην αγάπη τους, στο ταξίδι +τους προς τη γη της επαγγελίας. Τους αγαπούσε , γιατί ένοιωθε +τον εαυτό της ανάμεσά τους, κομμάτι δικό τους, ενωμένη με τον +άντρα μέσα από την αγάπης της, ενωμένη με τη γυναίκα μέσα από +τον πόνο της. Τους ευλογούσε, σαν μια γριά μάνα, αλλά +αισθανόταν να την παρασέρνουν μαζί τους, μέσα στη ζωή όλο +μυστήριο, όπως ο Ιησούς ανάμεσα στους γονείς του κατά τη φυγή +προς την Αίγυπτο….. + +Και όπως τα μικρά παιδιά και οι γέροι άρχισε να κλαίει χωρίς +να ξέρει το γιατί - από πόνο που ήταν χαρά, και από χαρά που +ήταν πόνος. + +Κάποιος όμως χτύπησε πάλι στην εξώπορτα κι εκείνη σκούπισε τα +μάτια της με το πανί και πήγε ν’ ανοίξει. Ένας άντρας μπήκε +κλείνοντας ξωπίσω του την εξώπορτα. + +Ήταν ο δικαστικός κλητήρας, ένας αστός αδύνατος με μαυριδερό +πρόσωπο από τα γένια του που δεν τα είχε ξυρίσει εδώ και οχτώ +μέρες. Κρατούσε ένα μακρύ χαρτί διπλωμένο στα δυο. Ανασήκωσε +το πρασινωπό σκληρό καπέλο του από το φαλακρό του κεφάλι, +κοίταξε τη Νοέμι και είπε διστακτικά: +«Δεν είναι εδώ η ντόνα Έστερ;» +«Όχι» +«Θα ήθελα…. θα ήθελα να της εγχειρίσω αυτό. Μπορώ όμως να το +δώσω σ’ εσάς», πρόσθεσε γρήγορα, γράφοντας κάτι με το μολύβι +του στο κάτω μέρος του χαρτιού και συλλαβίζοντας τις λέξεις +που έγραφε. +«Εγ-χει-ρι- εγχειρίζεται εις χει- εις χείρας της αξιοτίμου +αδελφής ντόνας, ντόνας Νο-έ-μι Νοέμι Πιντόρ.» + +Εκείνη κοίταξε ψυχρά, τρέμοντας μέσα της. Ένα σωρό ερωτήσεις +έφταναν ως τα χείλη της, αλλά δεν ήθελε να φανεί περίεργη και +αδύναμη μπροστά σ’ εκείνο τον άνθρωπο που όλοι στο χωριό τον +φοβόντουσαν και τον περιφρονούσαν. + +Ο κλητήρας με τη σειρά του δίσταζε να της δώσει το χαρτί, +τελικά πήρε την απόφαση να της το δώσει και έφυγε γρήγορα. + +Άρχισε να το διαβάζει, με το πανί κρεμασμένο στο μπράτσο και +τα μάτια ακόμη υγρά από τα δάκρια της αγάπης. +«Εν ονόματι της Μεγαλειότητός του Βασιλέως ….» Το χαρτί είχε +κάτι το μυστηριώδες και φοβερό: έμοιαζε να προέρχεται από +κάποια δύναμη του κακού. + +Σιγά σιγά, όσο διάβαζε και καταλάβαινε, η Νοέμι νόμιζε ότι +ονειρεύεται. Πήγε πάλι να καθίσει και ξαναδιάβασε καλύτερα. Η +Κατερίνα Κάρτα, επάγγελμα οικιακά, ζητούσε από την ευγένειά +της την Έστερ Πιντόρ, μέσα σε πέντε μέρες από την κοινοποίηση +της πράξης της διαμαρτύρησης της συναλλαγματικής +υπογεγραμμένης υπό της ιδίας, την επιστροφή δυο χιλιάδων +εξακοσίων λιρετών συμπεριλαμβανομένων των εξόδων. + +Στην αρχή και η Νοέμι πίστεψε, όπως ο Έφις, σε κάποια +απερίσκεπτη ενέργεια της Έστερ. Κοκκίνισε φευγαλέα το μέτωπό +της∙ σαν μια φλόγα που λάμπει για μια στιγμή μονάχα κι έπειτα +σβήνει μακριά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ανέβηκε από τα +βάθη της συνείδησής της η βεβαιότητα ότι κι αυτή θα έκανε, +λίγα λεπτά πριν, οποιαδήποτε τρέλα για τον Τζατσίντο. Έπειτα +σιωπή, σκοτάδι. Εκείνη ναι, λίγα λεπτά πριν, αλλά η Έστερ; Η +Έστερ δεν μπορούσε να είχε νοιώσει την ίδια τρέλα μ’ εκείνη, +η Έστερ δεν μπορούσε να καταστρέψει την οικογένεια από αγάπη +για εκείνον τον τυχοδιώκτη. + +Η αλήθεια πέρασε τότε σαν αστραπή από το μυαλό της, την έκανε +να πεταχτεί επάνω, να τρέξει εδώ κι εκεί σκοντάφτοντας, +τρεκλίζοντας, σαν να την είχε χτυπήσει ένας σωματικός πόνος. + +Οι αδελφές της την βρήκαν σ’ αυτή την κατάσταση. + +Η ντόνα Έστερ πήρε το χαρτί, με το χέρι έξω από το σάλι∙ η +ντόνα Ρουθ άναψε το λυχνάρι επειδή είχε κιόλας νυχτώσει. + +Κάθισαν και οι τρεις στον πάγκο και η Νοέμι, ήρεμη και ψυχρή, +ξαναδιάβασε με δυνατή φωνή το χαρτί. Τα πρόσωπα των +αδελφάδων, σκυμμένα επάνω στο χαρτί, γυάλιζαν από τον ιδρώτα +της αγωνίας, αλλά η Νοέμι σήκωσε το βλέμμα και είπε: +«Εάν εσύ Έστερ, δεν έχεις υπογράψει τίποτε, δεν οφείλουμε να +πληρώσουμε τίποτε. Είναι σαφές, γιατί να απελπιζόμαστε;» +«Εκείνος θα πάει φυλακή.» +«Τόσο το χειρότερο για εκείνον!» +«Εσύ, Νοέμι, εσύ μιλάς έτσι; Μπορούμε να στείλουμε στη φυλακή +έναν άνθρωπο του Θεού;» +«Τι λες να κάνεις τότε;» +«Να πληρώσουμε.» +«Και μετά να πάμε να ζητάμε ελεημοσύνη;» +«Και ο Χριστός ζήτησε ελεημοσύνη.» +«Ο Χριστός, όμως, τιμωρεί κιόλας, τιμωρεί τους αμαρτωλούς, +τους δόλιους, τους πλαστογράφους….» +«Στον άλλο κόσμο, Νοέμι!» + +Η ντόνα Ρουθ σιωπούσε την ώρα που κουβέντιαζαν οι αδελφές +της, ίδρωνε όμως ακουμπισμένη στη ράχη της καρέκλας. με τα +χέρια να κρέμονται σαν νεκρά στα πλευρά της. Πρώτη φορά στη +ζωή της δοκίμαζε ένα παράξενο συναίσθημα: την ανάγκη να +κινηθεί, να κάνει κάτι για να βοηθήσει την οικογένεια. +«Α!» είπε η ντόνα Έστερ και σηκώθηκε, διπλώνοντας το σάλι +επάνω στο στήθος της, «πρέπει να έχουμε υπομονή και φρόνηση. +Θα πάω στης Καλίνα και θα την παρακαλέσω να κάνει υπομονή.» +«Εσύ, αδελφή μου; Εσύ στο σπίτι της τοκογλύφου; Εσύ, η ντόνα +Έστερ Πιντόρ;» + +Η Νοέμι την τραβούσε από το σάλι, αλλά η ντόνα Έστερ, παρ’ +όλο που συμβούλευε υπομονή και φρόνηση, ξέσπασε. +«Ντόνα Έστερ και κουραφέξαλα! Η ανάγκη, το ξέρεις δα αδελφή +μου, μας κάνει όλους ίσους.» + +Και έφυγε. + +Τότε ένα έντονο αίσθημα ταπείνωσης και αγανάκτησης κατέλαβε +πάλι τη Νοέμι. Η μορφή του Έφις ξεπήδησε μπροστά της σαν +πρόβατο επί σφαγήν και έτρεξε στην αυλή και βγήκε στην +εξώπορτα περιμένοντας να περάσει κάποιος για να τον +παρακαλέσει να πάει να φωνάξει τον υπηρέτη. +«Εκείνος, εκείνος φταίει για όλα! Εκείνος είχε υποσχεθεί να +προσέχει τον Τζατσίντο και να μας προστατέψει από αυτόν…» + +Δεν περνούσε κανείς∙ τριγύρω βασίλευε σιωπή και μέσα στο +σπίτι η ντόνα Ρουθ ήταν σαν νεκρή. Η Νοέμι δεν ξέχασε ποτέ +εκείνη τη στιγμή της αναμονής την ώρα του δειλινού που της +φαινόταν να είναι το δειλινό της ίδιας της της ζωής. Όρθια +επάνω στις σπασμένες πέτρες του κατωφλιού πρόβαλε προς τα έξω +και νόμιζε πως περίμενε ένα μυστηριώδες ον, σωτήρα και τιμωρό +ταυτόχρονα. + +Ακούστηκαν βήματα, κάπως αργόσυρτα, κάπως βαριά. Μια μορφή +εμφανίστηκε κάτω στο δρόμο. Ανέβαινε και μεγάλωνε, πρόβαλε +γιγαντιαία στο άχρωμο φόντο του ορίζοντα. Ήταν μαύρη, αλλά +μια φλόγινη κλωστή άστραφτε στο στήθος του, στο μέρος της +καρδιάς. + +Έφτασε μπροστά στη Νοέμι και βλέποντάς την αναστατωμένη +σταμάτησε, ενώ εκείνη ακουμπούσε βαριά με το ανοιχτό της χέρι +στον τοίχο για να μην πέσει, τόσο πολύ την είχαν ταράξει η +επιθυμία και ο τρόμος να μιλήσει στον διαβάτη. + +Εκείνος όμως ρώτησε. +«Τι συμβαίνει, Νοέμι;» + +Κι εκείνη ένιωσε να λιγοψυχά, να θέλει να φωνάξει βοήθεια. +«Πρέντου, κάνε μου μια χάρη. Βρες κάποιον που να μπορεί να +πάει να φωνάξει τον Έφις στο κτήμα.» +«Θα πάω εγώ, Νοέμι» +«Εσύ; Εσύ; Εσύ… όχι.» +«Γιατί όχι;», γρύλλισε. «Φοβάσαι μήπως σου κλέψω τα +καρπούζια;» + +Εκείνη συνέχισε να τραυλίζει ασυνείδητα: «Εσύ όχι… εσύ όχι… +εσύ όχι…» + +Ο ντον Πρέντου μάντευε το δράμα που παιζόταν εκεί μέσα. + +Δεν ήξερε γιατί, εδώ και λίγο καιρό, από το βράδυ εκείνο που +είχε κουβαλήσει το καλάθι, από τότε που ο Τζατσίντο του είπε: +«εσύ μαζεύεις λεφτά σαν να είναι κουκιά που θα τα δώσεις στα +γουρούνια», ένοιωθε μέσα του ένα κενό, έναν περίεργο πόνο, +σαν να του μετέδωσε ο ξένος το δικό του και όταν σκεφτόταν +τις ξαδέλφες του αισθανόταν μια λύπηση ασυνήθιστη. Είδε τη +Νοέμι που έτρεμε και ακούμπησε κι εκείνος το χέρι του στον +τοίχο, πλάι στο δικό της. Τα πρόσωπά τους πλησίασαν, το δικό +του είχε μιαν αρσενικιά μυρωδιά από ιδρώτα, από επιδερμίδα +καμένη από τον ήλιο, από κρασί και ταμπάκο, το δικό της ένα +άρωμα κλεισούρας, λεβάντας και δακρύων. +«Νοέμι», είπε δειλά κα με τρόπο τραχύ, βγάζοντας το καπέλο +και ξαναφορώντας το, «εάν με χρειάζεστε να μου το πείτε. Τι +έγινε;» + +Η Νοέμι δεν απάντησε, δεν μπορούσε να μιλήσει. +«Τι έγινε;», επανέλαβε δυνατά. +«Καταστραφήκαμε, Πρέντου…», είπε τελικά και της φάνηκε ότι +μιλούσε παρά τη θέλησή της. +«Ξοφλήσαμε. Ο Τζατσίντο πλαστογράφησε την υπογραφή της +Έστερ….. Και η τοκογλύφος διαμαρτύρησε τη συναλλαγματική…» +«Α, να πάρει ο διάολος!», φώναξε ο ντον Πρέντου, δίνοντας μια +γροθιά στον τοίχο. + +Η Νοέμι φοβήθηκε εκείνη τη φωνή και το αίσθημα αξιοπρέπειας +την επανέφερε στην τάξη. Της φάνηκε ότι οι γείτονες βγήκαν +για ν’ ακούσουν το χάλι της. +«Έλα μέσα, Πρέντου. Θα σου τα πω όλα.» + +Κι εκείνος μπήκε στο σπίτι που το κατώφλι του είχε να το +περάσει είκοσι χρόνια. + +Το λυχνάρι άναβε επάνω στο παλιό κάθισμα και έμοιαζε η μικρή +του φλόγα να κρατά θλιμμένη συντροφιά στην ντόνα Ρουθ που +καθόταν ακόμη ακίνητη με το κεφάλι ακουμπισμένο στη ράχη της +καρέκλας και τα χέρια εγκαταλειμμένα, το ένα από εδώ και το +άλλο από εκεί, και τις αρθρώσεις τους επάνω στο ξύλο. Το μισό +της πρόσωπο ήταν φωτισμένο, χλωμό και το άλλο μισό ήταν στη +σκιά, σκοτεινό. Τα μισόκλειστα μάτια κοίταζαν, ωστόσο, προς +τα επάνω, αλλήθωρα, όπως συμβαίνει στην προσπάθεια να +συγκεντρωθούν σε ένα μόνο μακρινό σημείο. + +Μόλις την είδε ο ντον Πρέντου, αναρίγησε και κοντοστάθηκε. +Από την κίνησή του η Νοέμι κατάλαβε την αλήθεια. Τον κοίταξε +τρομαγμένη, έπειτα κοίταξε την αδελφή της και έτρεξε κοντά +της. +«Ρουθ, Ρουθ;», την φώναξε χαμηλόφωνα, σκυμμένη επάνω της και +σφίγγοντάς της τα μπράτσα. + +Το κεφάλι της ντόνας Ρούθ έγειρε πρώτα από τη μια μεριά, +ύστερα από την άλλη, έπειτα όλο το σώμα της φάνηκε να +προβάλλει προς τα εμπρός και να σκύβει για ν’ ακούσει τη φωνή +της γης, που την καλούσε κοντά της. + +Το παράπονο από το ακορντεόν του Τσουαναντόνι έφτασε βαθειά +στο χάος του πόνου της Νοέμι, σαν ένα μακρινό φως. + +Το αγόρι τραγουδούσε, συνοδεύοντας τη μουσική του, και η φωνή +του θλιμμένη από μια ανέκφραστη μελαγχολία γέμιζε τη νύχτα με +γλυκύτητα και λάμψη. Η Νοέμι, γονατιστή ακόμη κοντά στο +κάθισμα όπου βρισκόταν το ξόδι της ντόνας Ρουθ, ανασήκωσε το +βλέμμα και κοίταξε τριγύρω. Ήταν μόνη. Ο ντον Πρέντου έτρεξε +να φωνάξει την ντόνα Έστερ. Θυμήθηκε τα λόγια της γριάς: «ο +Τσουαναντόνι θα έρθει να σας κάνει σερενάτα» και ένα πονεμένο +ουρλιαχτό βγήκε από τα χλωμά της χείλη: ήταν φωνές, βογγητά, +θρήνος που ανακατεύονταν με τις νότες του ακορντεόν και με το +τραγούδι του αγοριού, όπως το αγκομαχητό ενός λαβωμένου στο +δάσος ανακατεμένο με τις τρίλιες ενός αηδονιού. + +Ξαφνικά όμως όλα έπαψαν. Έπειτα ακούστηκαν βήματα, φωνές. Η +αυλή γέμισε κόσμο. Η Νοέμι είδε πλάι της το αγόρι με το +πρόσωπό του χλωμό και ορθάνοιχτα τα μεγάλα του μάτια. Έσφιγγε +στο στήθος το ακορντεόν σαν να ήθελε να προφυλαχτεί από +κάποια επίθεση και του είπε στο αυτί: +«Τρέξε. Πήγαινε να φωνάξεις τον Έφις». + + +Κεφάλαιο δέκατο + +Η ντόνα Ρούθ έφυγε και σκιές και σιωπή τύλιξαν πάλι το σπίτι. + +Ο Έφις, καθισμένος στο σκαλάκι, με ένα γιασεμί στο χέρι και +το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο, περίμενε να γυρίσει ο +Τζατσίντο με ένα ακαθόριστο αίσθημα φόβου. + +Ο Τζατσίντο δεν γύριζε. Είχε μάθει, το δίχως άλλο, τη συμφορά +και δίσταζε να γυρίσει. Πού ήταν; Ακόμη στην Ολιένα ή στο +Νούορο ή πιο μακριά; + +Ο Έφις προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, τις +αναμνήσεις του, τις εντυπώσεις του από εκείνες τις τρεις +τρομαχτικές μέρες. Να, του φαινόταν ότι καθόταν ακόμη μπροστά +στο καλύβι του και άκουγε το αηδόνι που τραγουδούσε εκεί +κάτω, ανάμεσα στα σκλήθρα: ήταν λες η φωνή του ποταμού εκείνο +το κύμα αρμονίας που ξεχύνονταν για να δροσίσει τη νύχτα, και +ήταν τόσο μελωδικό και σπαραξικάρδιο που και τα πνεύματα της +νύχτας ακόμη μαζεύτηκαν στο φρύδι του λόφου και ξεπρόβαλαν +ακίνητα για να το ακούσουν. Ο Έφις ένοιωθε να τον παίρνει +μακριά κάτι που έμοιαζε με ορμή του ανέμου: αναμνήσεις και +ελπίδες τον ανύψωναν. Περίμενε τον Τζατσίντο, και ο Τζατσίντο +ερχόταν τάχα να του φέρει φανταστικά νέα: ότι βρήκε δουλειά, +ότι κράτησε την υπόσχεσή του να είναι η παρηγοριά για τις +ηλικιωμένες θείες του. Και ότι τάχα ο ντον Πρέντου είχε +ζητήσει τη Νοέμι να γίνει γυναίκα του… + +Αντί για τον Τζατσίντο όμως ήρθε ο Τσουαναντόνι με κάτι που +μαύριζε επάνω στο στήθος του, σαν ψόφιο όρνιο. Από εκείνη τη +στιγμή ο Έφις είχε την εντύπωση ότι έπεσε σ’ ένα παραλήρημα +πυρετού. Τι εφιάλτης, η δημοσιά ν’ ασπρίζει μέσα στη νύχτα +και ο ήχος του ακορντεόν να κατεβαίνει από το λόφο και να +κάνει να πάψει το αηδόνι! Όλα τα στοιχειά και τα τέρατα +τινάχτηκαν από τον ύπνο και χόρευαν μες στο σκοτάδι, +παίρνοντάς τον στο κατόπι και περιτριγυρίζοντάς τον. + +Και να τον πάλι να περιμένει, αλλά ο Τζατσίντο είχε κι +εκείνος πάρει τη μορφή ενός τέρατος, λες και τα πνεύματα της +νύχτας τον είχαν πάρει μαζί τους στο μυστηριώδες βασίλειό +τους κι εκείνος γύριζε από εκεί φρικτά παραμορφωμένος. + +Καλύτερα να μη γύριζε ποτέ. + +Απ’ την κουζίνα έβγαινε λίγο αμυδρό φως που φώτιζε ένα μέρος +της αυλής. Μέσα ακουγόταν ένας ανεπαίσθητος θόρυβος: η Νοέμι +και η ντόνα Έστερ μετακινιόντουσαν , αλλά φαινόταν να +φοβούνται κι εκείνες, να φοβούνται μην γίνουν αντιληπτές ότι +ζούσαν. + +Κάποιος όμως έσπρωξε την πόρτα, και οι τρεις, οι γυναίκες και +ο υπηρέτης, πετάχτηκαν σαν να ξυπνούσαν από έναν ύπνο του +θανάτου. + +Ήταν πάλι η γριά Ποτόι που ερχόταν να μάθει νέα του +Τζατσίντο. Προχώρησε σαν σκιά, αλλά θα πρέπει να είχε αφήσει +κάποιον έξω επειδή έστρεψε να κοιτάξει, ενώ οι κυρίες +αποσύρονταν αγανακτισμένες. +«Εδώ και πέντε μέρες το παλικάρι λείπει και κανείς δεν ξέρει +πού βρίσκεται! Πες μου, ψυχούλα μου Έφις, πού είναι.» +«Πώς μπορώ να σας το πω, αφού ούτε εγώ το ξέρω;» +«Πες το μου, πες το μου», επέμενε, σκύβοντας επάνω από το +Έφις, ενώ έπιανε τα κολιέ της λες και ήθελε να τα βγάλει και +να του τα προσφέρει. «Τον διώξατε; Τον έδιωξε η ντόνα +Νοέμι;….. Πες το μου, εσύ το ξέρεις. Η Γκριζέντα μου θα +πεθάνει….» + +Έσκυβε, έσκυβε κι επάνω στο μαύρο της προφίλ, όπως σ΄ εκείνο +ενός βουνού, ο Έφις έβλεπε να λάμπει ένα αστέρι. +«Τι μπορώ να σου πω, ψυχούλα μου;» +«Τίποτε, γριά!» της είπε φωναχτά. «Σας ορκίζομαι ότι δεν +ξέρω! Όταν όμως έρθει, θα σας ειδοποιήσω…..» +«Εσύ είσαι καλός, Έφις! Ο Θεός θα σε ανταμείψει. Έλα εδώ, +έξω…. Παρηγόρησέ την…» + +Του άρπαξε τα χέρια και τον τράβηξε έξω. Η Γκριζέντα +ακουμπούσε στον τοίχο και έκλαιγε, λες και ήταν έξω από μια +φυλακή που περιέκλειε όλα της τα καλά και όπου εκείνη δεν +μπορούσε να μπει. +«Λοιπόν, τι έχεις; Θα γυρίσει, σίγουρα.» +«Το άκουσες, ψυχή μου;» είπε η γριά τραβώντας το κορίτσι από +τον τοίχο. «Θα γυρίσει! Δεν έφυγε για πάντα, όχι!» +«Θα γυρίσει, ναι, κορίτσι μου!» + +Η Γκριζέντα του πήρε το χέρι και το φίλησε με αναφιλητά. +Ένοιωσε επάνω στα δάχτυλά του τα χείλη της βρεγμένα από +δάκρυα σαν να ήταν ένα λουλούδι υγρό από τις σταγόνες της +δροσιάς και ανατρίχιασε. Του φάνηκε ν’ απομακρύνεται ο +εφιάλτης που τον τυραννούσε τρεις μέρες. +«Θα γυρίσει», είπε δυνατά. «Και όλα θα πάνε καλά. Θα βάλει +μυαλό, θα μετανιώσει, θα είστε ευχαριστημένοι και όλα θα πάνε +καλά….» + +Οι δυο γυναίκες έφυγαν καθησυχασμένες. Ξαναμπήκε στο σπίτι +και είδε τη Νοέμι να ορθώνεται μπροστά του σαν μια ακίνητη, +μαύρη σκιά, απτή. +«Έφις, τα άκουσα όλα. Έφις, μην σου περνάει από το μυαλό ότι +θα μας πεθάνεις κι εμάς. Ο Τζατσίντο δεν πρέπει να ξαναμπεί +σ’ αυτό εδώ το σπίτι.» + +Ο Έφις κρατούσε ακόμη το γιασεμί στο χέρι και το λουλουδάκι +τρεμούλιασε μες στο σκοτάδι, σαν να ένοιωσε το ίδιο πόνο. +«Να σας πεθάνω… εγώ! Και γιατί;» +«Έφις, άκουσα!», επανέλαβε με μονότονη φωνή, αλλά ξαφνικά η +φιγούρα της τινάχτηκε, η σκιά ψήλωσε λες, έγινε τεράστια. Ο +Έφις την αισθάνθηκε επάνω του σαν τίγρη. +«Έφις, κατάλαβες; Εκείνος δεν πρέπει να ξαναπατήσει το πόδι +του εδώ, ούτε στο χωριό! Εσύ, εσύ φταις για όλα. Εσύ τον +άφησες να έρθει, εσύ είπες ότι θα μας προστάτευες από +εκείνον… Εσύ….» + +Έβγαλε το σκούφο του όπως κάνει ο μετανοών. +«Ντόνα Νοέμι, συγχωρείστε με! Πίστευα ότι έκανα το καλό… +σκεφτόμουν: όταν δεν θα υπάρχω εγώ, εκείνες θα έχουν +τουλάχιστον κάποιον να τις υποστηρίζει….» +«Εσύ; Εσύ; Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το +συγχωρείς που είμαστε από αρχοντική γενιά και θέλεις να μας +δεις να ζητιανεύουμε με το δισάκι σου. Να ξέρεις όμως πως τα +κοράκια θα σου βγάλουν πρώτα τα μάτια. Δυο από εμάς τις είδες +να φεύγουν από εδώ….. τις άλλες όμως δεν θα τις δεις. Κι εσύ +θα είσαι πάντα ο υπηρέτης κι εμείς τ’ αφεντικά σου….» + +Εκείνος σταυροκοπήθηκε σαν να βρισκόταν μπροστά σε μια +δαιμονισμένη και πήγε να πάρει το δισάκι του για να το βάλει +στα πόδια, να πάει στην άκρη του κόσμου. Η ντόνα Έστερ όμως +τον άρπαξε από το χέρι και η Νοέμι, που πήγαινε από πίσω του, +έπεσε βαριά επάνω στον πάγκο, όπως η ντόνα Ρουθ, με τα μάτια +κλειστά και το πρόσωπο μελανό. + +Εκείνος πήγε έξω, κάθισε στο σκαλοπάτι και έμεινε όλη τη +νύχτα ακίνητος με το κεφάλι μέσα στα χέρια. + +Πριν την αυγή έφυγε για να πάει να βρει τον Τζατσίντο. Και +ανέβαινε και ανέβαινε τη δημοσιά, γκρίζα στην αρχή, έπειτα +λευκή, έπειτα ρόδινη. Η αυγή έμοιαζε να αναδύεται από την +κοιλάδα σαν ένας κόκκινος καπνός που σκέπαζε τις φανταστικές +βουνοκορφές στον ορίζοντα. Το βουνό Κοράσι, το βουνό Ουντέ, η +Μπέλα Βίστα, η Σα Μπαρντία, ο Σάντου Γιουάνε Μόντε Νου +υψώνονταν με τις κορυφές τους φωτεινές σαν να ήταν πέταλα +ενός τεράστιου λουλουδιού ανοιχτού στο πρωινό και ο ουρανός ο +ίδιος φαινόταν να σκύβει χλωμός και συγκινημένος επάνω σε +τόση ομορφιά. + +Μόλις πρόβαλε ο ήλιος όμως η μαγεία χάθηκε. Τα γεράκια, με τα +αστραφτερά σαν το μαχαίρι φτερά τους, περνούσαν κρώζοντας, η +Ορτομπένε, πόλη χτισμένη από νουράγκι, απλωνόταν απέναντι από +τις λευκές επάλξεις της Ολιένα κι ανάμεσα στη μια και στην +άλλη έκανε την εμφάνισή του στον ορίζοντα ο καθεδρικός ναός +του Νούορο. + +Ο Έφις περπατούσε και ο πυρετός του θόλωνε τα μάτια. Του +φαινόταν πως ήταν νεκρός και πήγαινε, πήγαινε σαν μια +κολασμένη ψυχή που πρέπει να φτάσει στην αιώνια μοίρα της. +Στιγμές στιγμές όμως μια αίσθηση ανταρσίας τον ανάγκαζε να +σταματά, να κάθεται στην άκρη του δρόμου και να κοιτάει +μακριά. Ο δρόμος ανηφορικός ανάμεσα στην κοιλάδα και το +βουνό, ανάμεσα σε βράχους, ελαιόδεντρα και φραγκοσυκιές, όλα +ένα γκρίζο, του φαινόταν, ναι, ότι ήταν ο Γολγοθάς του αλλά +ταυτόχρονα και ένας δρόμος που μπορούσε να τον οδηγήσει σε +έναν τόπο ελευθερίας. Να, σκεφτόταν κοιτάζοντας την +Ορτομπένε, εκεί πάνω είναι μια πόλη από γρανίτη με δυνατά, +σιωπηλά κάστρα. Γιατί να μην βρω καταφύγιο εκεί επάνω μόνος +και να τρέφομαι με χόρτα , με κλεμμένο κρέας, ελεύθερος σαν +τους ληστές; + +Αλλά από ένα άνοιγμα της κοιλάδας είδε το Λυτρωτή επάνω στο +βράχο με έναν μεγάλο σταυρό που ένωνε το γαλάζιο ουρανό με τη +γκρίζα γη και γονάτισε με κατεβασμένο το κεφάλι, όλος ντροπή +για τις φαντασιώσεις του. + + +Ο Τζατσίντο ήταν στην Ολιένα. Ήξερε για τη συμφορά και για το +θάνατο της θείας Ρουθ και γι’ αυτό φοβόταν να γυρίσει στο +χωριό. Ζούσε με τις λίγες λιρέτες που είχε κερδίσει από τη +μεσιτεία της αγοράς του κρασιού για λογαριασμό του Μιλέζου, +δεν ήξερε όμως τι θα έκανε μετά. Κι εκείνος ατένιζε μακριά, +από το παραθυράκι του μικρού του δωματίου, πάνω από μια +κατηφορική αυλίτσα που στο βάθος της, σαν μέσα από μια τρύπα, +φαινόταν η μεγάλη κοιλάδα της Ισποροσίλε με τον καθεδρικό ναό +του Νούορο να προβάλλει ανάμεσα σε δυο βουνά, ψηλά, στον +τριανταφυλλί ουρανό. + +Ούτε στο Νούορο όμως αποφάσιζε να πάει. Σαν κάτι να περίμενε, +κάτι που έμελε να γίνει και στο αναμεταξύ γυρόφερνε στο +χωριό, μεθούσε από τον ήλιο μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας. +Το χωριό, λευκό κάτω από τα γαλάζια βουνά τα ολοκάθαρα σαν +φτιαγμένα από μάρμαρο και αέρα, φλέγονταν σαν να ήταν +ασβεσταριά. Κάθε τόσο όμως ένα ρεύμα αέρα το δρόσιζε και οι +καρυδιές και ο ροδακινιές μέσα στα περιβόλια ψιθύριζαν +ανάμεσα στο κελάρυσμα του νερού και στο κελάιδισμα των +πουλιών. + +Ο Τζατσίντο κοίταζε τις γυναίκες που πήγαιναν στη λειτουργία, +αυστηρές, αλύγιστες, με τετράγωνα, χλωμά πρόσωπα πλαισιωμένα +από γυαλιστερά μαλλιά σαν μαύρο σατέν, με τα σφυρά γυμνά σαν +της ελαφίνας, με όμορφα πασούμια στολισμένα με άνθη. +Καθισμένες στο πάτωμα της εκκλησίας, με τους κόκκινους +κορσέδες τους, σκεπασμένους με κεντημένα μαντήλια, έδιναν την +εντύπωση ενός ανθισμένου κάμπου. Όλη η εκκλησία ήταν γεμάτη +με κορδέλες και είδωλα∙ άγιοι μικροί και μαυριδεροί με μάτια +μαργαριταρένια, άγιοι μεγάλοι και ασουλούπωτοι που έμοιαζαν +περισσότερο με τέρατα παρά με είδωλα. + +Μετά τη λειτουργία ο κόσμος πήγαινε σπίτι και ο Τζατσίντο +επέστρεφε στο καταφύγιό του περνώντας μπροστά από μια +ερειπωμένη εκκλησία που του θύμιζε εκεί κάτω το σπίτι από τις +θείες του. Σκεφτόταν περισσότερο τη θεία του Νοέμι παρά την +Γκριζέντα και του ερχόταν να κλάψει, να γυρίσει εκεί κάτω, να +καθίσει πλάι της την ώρα που έραβε μες στην αυλή και ν’ +ακουμπήσει το κεφάλι του στα γόνατά της, κάτω από το πανί που +έραβε. Έπειτα όμως ντρεπόταν για το όνειρό του, και γύριζε +στο παραθυράκι της μικρής, μοναχικής του κάμαρης για να δει +τη μητρόπολη του Νούορο. Εκεί πέρα βρισκόταν ίσως η σωτηρία +του. + +Χελιδονοφωλιές, που με τον καιρό είχαν πάρει το χρώμα της +πέτρας, βρίσκονταν σε παράταξη, σαν διακόσμηση, ανάμεσα στη +σκεπή και στα παραθυράκια του μικρού σπιτιού. Σε κάθε φωλιά +και μερικά πουλάκια∙ κάθε τόσο ένα γυαλιστερό και σφαιρικό +κεφαλάκι σαν πίνα πρόβαλε έξω, ξεγλιστρούσε ένα χελιδόνι, +έπειτα ένα άλλο, δέκα, είκοσι και ο ουρανός γύρω από το +παραθυράκι του Τζατσίντο γέμιζε από το πέταγμα μικρών μαύρων +σταυρών και από ένα μελαγχολικό τετέρισμα. + +Έκανε να πιάσει κανένα, τόσο κοντά πετούσαν στο πρόσωπό του, +και έμενε ακίνητος παραφυλώντας∙ έτσι περνούσε η ώρα. Μια +μέρα όμως είδε ν’ ανεβαίνει, διασχίζοντας την μικρή αυλή, η +κουρασμένη φιγούρα του Έφις και τότε κατάλαβε ότι εκείνον +περίμενε. + +Μόλις έφτασε κάτω από το παραθυράκι ο υπηρέτης κοίταξε προς +τα επάνω χωρίς να μιλήσει. Δεν μπορούσε σχεδόν ν’ ανοίξει το +στόμα του, αλλά με το κεφάλι έδειξε το δρόμο, κάνοντας νεύμα +στον Τζατσίντο να τον ακολουθήσει και ο Τζατσίντο τον +ακολούθησε. + +Πήγαν πίσω από την εκκλησία, ακούμπησαν στον ερειπωμένο +τοίχο, μπροστά στο μεγάλο τοπίο πλημμυρισμένο από φως. +«Λοιπόν;» ρώτησε ο Έφις με φωνή που έτρεμε. + +Η λέξη αυτή έκανε τον Τζατσίντο να γελάσει. Δεν ήξερε το +γιατί, αλλά μπροστά στη μιζέρια του υπηρέτη ένοιωσε ξαφνικά +δυνατός και μοχθηρός. +«Σ’ εμένα ρωτάς το «λοιπόν;». Εγώ σου το ρωτάω. Τι καινούργιο +υπάρχει που σε σπρώχνει να με ακολουθήσεις; Ήρθες ν’ +αγοράσεις κρασί για το γάμο της θείας Νοέμι;» +«Να σέβεσαι τις θείες σου! Δε θα τις ξαναδείς πια. Η ντόνα +Ρουθ πέθανε.» + +Ο Τζατσίντο τότε κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια του. +«Βλέπεις; Βλέπεις; Ούτε μια λέξη πόνου δεν βγάζεις από το +στόμα σου! Ούτε ένα δάκρυ! Και να σκεφτείς ότι πέθανε για +σένα, άθλιε! Πέθανε από τον πόνο της για σένα.» + +Ο ώμος του Τζατσίντο άρχισε να τρέμει. Έτρεμε και το κάτω +χείλος του, αλλά το δάγκωσε με λύσσα, και έσφιξε τις γροθιές +του κι έπειτα τις άνοιξε, σαν να ήθελε να αρπάξει κάτι και να +το πετάξει. +«Τι έκανα;» ρώτησε με αναίδεια. + +Τότε ο Έφις τον κοίταξε από κάτω προς τα επάνω με πόνο και +περιφρόνηση. +«Έχεις μούτρα και το ρωτάς; Και γιατί βρίσκεσαι τότε ακόμη +εδώ εάν δεν ξέρεις τι έχεις κάνει; Εγώ δεν θα σου πω τίποτα, +δεν θα σου ζητήσω τίποτα γιατί δεν έχεις τίποτα. Ούτε καρδιά +δεν έχεις! Ήρθα μόνο να σου πω ότι δεν πρέπει να ξαναπατήσεις +το πόδι σου στο σπίτι τους!» +«Δεν χρειαζόταν να κάνεις τον κόπο! Ποιος σου είπε ότι +σκέφτομαι να ξαναγυρίσω εκεί;» +«Έτσι απαντάς; Πες μου τουλάχιστον τι σκοπεύεις να κάνεις. +Τις έχεις φέρει στο σημείο να ζητούν ελεημοσύνη, τις +κακομοίρες τις θείες σου. Τι σκοπεύεις να κάνεις, λοιπόν;» +«Θα τα πληρώσω όλα εγώ» +«Εσύ; Πώς; Με υποσχέσεις! Α, φτάνει πια, για το Θεό! Τώρα δεν +μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν, ξέρεις! Είναι καιρός να +σταματήσεις. Και πάψε να υποκρίνεσαι, γιατί δεν έχουμε πια +τίποτα να σου δώσουμε. Κατάλαβες, άθλιε;» + +Τότε ο Τζατσίντο τον κοίταξε κι αυτός με τη σειρά του από +κάτω προς τα επάνω, με κακία και έκπληξη συνάμα, σήκωσε πάλι +τα χέρια και φάνηκε σαν να ανυψώνεται από τη γη ορμώντας +ολόκληρος κατά του Έφις, σαν τον αετό στη λεία του. Τα μάτια +του και τα δόντια του άστραφταν στο φως του δειλινού και το +πρόσωπό του έγινε άγριο. +«Πες μου, δεν ντρέπεσαι;», ρώτησε χαμηλόφωνα, αρπάζοντάς του +τα μπράτσα και καρφώνοντάς τον μες στα μάτια. + +Και ο Έφις ένοιωσε εκείνο το βλέμμα να του καίει τις κόρες +των ματιών. Ένας βρόντος ήχησε μέσα στ’ αυτιά του. +«Δεν ντρέπεσαι; Άθλιε, εσύ! Εγώ μπορεί να έχω σφάλει, αλλά +είμαι νέος και μπορώ να διδαχτώ από αυτό. Γιατί έρχεσαι να με +βασανίσεις; Το ήξερα πως θα’ ρθεις και σε περίμενα. Εσύ, εσύ +τουλάχιστον πρέπει να καταλάβεις και να μη με καταδικάζεις. +Κατάλαβες; Δεν απαντάς τώρα; Α, τρέμεις τώρα, φονιά; Φύγε, +γιατί ντρέπομαι που σε άγγιξα.» + +Τον έσπρωξε βίαια και ξεκίνησε να φύγει. Ο Έφις έτρεξε ξωπίσω +του και του άρπαξε το χέρι. +«Περίμενε!» + +Έμειναν μια στιγμή σιωπηλοί, σαν ν’ άκουγαν μια μακρινή φωνή. +«Τζατσίντο! Ένα πράγμα μόνο πρέπει να μου πεις. Τζατσίντο! +Σου μιλάω σαν ετοιμοθάνατος. Τζατσί! Πες το μου, στην ψυχή +της μάνας σου! Πώς το έμαθες;» +«Τι σε μέλει;» +«Πες το μου, πες το μου, Τζατσί! Στην ψυχή της μάνας σου.» + +Ο Τζατσίντο δεν ξέχασε ποτέ τα μάτια του Έφις εκείνη τη +στιγμή: μάτια που έμοιαζαν να ικετεύουν από το βάθος μιας +αβύσσου, ενώ το χέρι που έσφιγγε το δικό του τον τραβούσε +προς τα κάτω, προς τη γη, και το σώμα του υπηρέτη διπλωνόταν +και σιγά σιγά κατέρρεε. + +Εκείνος όμως σιωπούσε. + +Ο Έφις του άφησε το χέρι, διπλώθηκε και έπεσε. Ψαχούλευε τη +γη και άρχισε να βήχει και να ξερνάει αίμα∙ το πρόσωπό του +ήταν μπλάβο, αλλοιωμένο. Ο Τζατσίντο νόμισε ότι πέθαινε. Τον +ανασήκωσε, τον ακούμπησε με τις πλάτες στον τοίχο, στάθηκε +από πάνω του και τον κοίταζε. +«Πες το μου! Πες το μου!», ρέγχαζε ο Έφις ανασηκώνοντας τις +ματωμένες του παλάμες. «Η μάνα σου σου το είπε; Πες μου +τουλάχιστον ότι δεν ήταν εκείνη.» + +Ο Τζατσίντο ένευσε όχι. + +Τότε ο Έφις φάνηκε να ηρεμεί. +«Αλήθεια είναι», είπε χαμηλόφωνα. «Εγώ σκότωσα τον παππού +σου, ναι. Χίλιες φορές θα το είχα φωνάξει στο δρόμο, στην +εκκλησία, δεν το έκανα όμως, για χάρη τους. Εάν έλειπα εγώ, +ποιος θα τις φρόντιζε; Η κακιά ώρα όμως το’ φερε, Τζατσί! Σου +τ’ ορκίζομαι. Ήξερα ότι η μάνα σου ήθελε να το σκάσει και εγώ +την συμπονούσα, γιατί την αγαπούσα. Αυτό ήταν το πρώτο μου +έγκλημα. Σήκωσα τα μάτια επάνω της, εγώ το σκουλήκι, εγώ ο +υπηρέτης. Εκείνη τότε εκμεταλλεύτηκε την συμπάθια που της +είχα, με χρησιμοποίησε για να το σκάσει…. Κι εκείνος, ο +πατέρας, τα μάντεψε όλα. Κι ένα βράδυ θέλησε να με σκοτώσει. +Αντιστάθηκα και με μια πέτρα τον χτύπησα στο κεφάλι. +Στριφογύρισε λίγο σαν σβούρα με το χέρι στο σβέρκο και έπεσε +μακριά από το μέρος όπου μου είχε επιτεθεί…. Πίστεψα πως το +έκανε επίτηδες…. Περίμενα…. περίμενα… να σηκωθεί…. Έπειτα μ’ +έλουσε κρύος ιδρώτας….. αλλά δεν μπορούσα να το κουνήσω από +τη θέση μου…. Νόμιζα πάντα πως το έκανε στα ψέματα….. Και +κοίταζα… κοίταζα… Έτσι πέρασε πολλή ώρα. Στο τέλος τον +πλησίασα… Τζατσί; Τζατσί;» επανέλαβε δυο φορές ο Έφις +ασθμαίνοντας και με βαριά φωνή, σαν να καλούσε ακόμη το θύμα +του «τον φώναξα….. Δεν απαντούσε. Και δεν άντεξα να τον +αγγίξω…. Και το έσκασα, και μετά γύρισα πίσω…. Τρεις φορές το +έκανα∙ δεν άντεχα όμως να τον αγγίξω. Φοβόμουν…» + +Ο Τζατσίντο άκουγε προβάλλοντας ψηλός και μελαψός στον +πορφυρό ουρανό∙ ο ώμος του έτρεμε και ο Έφις, από κάτω, +θαρρούσε πως έβλεπε να τρέμει όλος ο ορίζοντας. + +Ξαφνικά όμως ο Τζατσίντο έφυγε χωρίς να πει τίποτα και ο Έφις +είδε μπροστά του το χώρο ελεύθερο, την κοιλάδα τριανταφυλλί +αυλακωμένη από σκιές, ψηλά, ψηλά, μέχρι τους λόφους του +Νούορο που διαγράφονταν μαύροι μέσα στο ηλιοβασίλεμα. + +Απέραντη σιωπή βασίλευε. Μόνο το τετέρισμα κάποιου χελιδονιού +έμοιαζε να βγαίνει μέσα από τα ερείπια των τοίχων και ο +καλπασμός ενός αλόγου αντήχησε μακριά, όλο κι πιο μακριά. +«Είναι ο Τζατσίντο», σκέφτηκε ο Έφις, «πήρε ένα άλογο και +γυρίζει εκεί κάτω, θα τα πει όλα στις θείες του και θα τις +βασανίζει.» + +Έστησε αυτί. Του φάνηκε πως το βήμα του αλόγου αντηχούσε +επάνω στον τοίχο, από πάνω του, κι έπειτα χαμηλότερα, επάνω +στο κορμί του, επάνω στην καρδιά του. +«Έφυγε χωρίς να μου πει τίποτε! Εγώ όμως, όταν μου είπε την +ιστορία του με το λιμενάρχη, δεν έκανα το ίδιο!» + +Ξαφνικά πετάχτηκε επάνω, σαν κάτι να τον τσίμπησε. Τίναξε τη +σκόνη από τα ρούχα του και έφυγε τρέχοντας πίσω από την +εκκλησία, κάτω στη δημοσιά με την σκέψη να τον καταδιώκει ότι +ο Τζατσίντο θα γύριζε στο σπίτι και θα βασάνιζε τις θείες +του. + +Όταν όμως έφτασε στο χωριό, βρήκε στο σπίτι να βασιλεύει πάλι +η ηρεμία του θανάτου. + +Η ντόνα Έστερ έπλενε το στάρι πριν το στείλει στη μυλόπετρα. +Το έβαζε στο κόσκινο κι έπειτα το βύθιζε στο νερό ενός +καζανιού∙ οι πετρούλες μαζεύονταν όλες σε μιαν άκρη κι εκείνη +τίναζε το κόσκινο για να τις απομακρύνει. Το στάρι ήταν όλο +σκόνες και πετραδάκια, ήταν το κατακάθι στο σακί που τους +είχε απομείνει. + +Αυτό όμως που έκανε εντύπωση στον Έφις ήταν η ντόνα Νοέμι που +φορούσε το άσπρο μαντήλι της ντόνας Ρουθ, σε ένδειξη πένθους. + +Είχε γεράσει ξαφνικά και ήταν άσπρο το πρόσωπό της σαν το +μπαλωμένο σεντόνι που το μπάλωνε ακόμη. + +Κάθισε στον πάγκο απέναντί τους. Φαίνονταν και οι τρεις +ήρεμοι, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. +«Θα φύγει ή όχι;», ρώτησε η Νοέμι. +«Θα φύγει.» + +Τον κοίταξε έντονα. Τον είδε τόσο μελαγχολικό και αδύνατο που +τον λυπήθηκε και δεν ξαναμίλησε. + +Και επί οχτώ μέρες ζούσαν και οι τρεις με την αγωνιώδη ελπίδα +να γυρίσει ο Τζατσίντο και να επανορθώσει κι έπειτα να φύγει +χωρίς να ξαναδώσει σημεία ζωής! + + +Κεφάλαιο ενδέκατο + +Μια μέρα το φθινόπωρο ο Έφις πήγε στο σπίτι του ντον Πρέντου. + +Βρήκε μόνο τις υπηρέτριες: μια χοντρή και ηλικιωμένη που +παρίστανε την σπουδαία, όπως η αδελφή του Ρετόρου, η άλλη νέα +και σβέλτη, παρ’ όλο που την παίδευαν οι πυρετοί της +μαλάριας. Χρειάστηκε να περιμένει στο ισόγειο. Χάζευε +κοιτώντας μες στην μεγάλη αυλή τις καλαμένιες σχάρες γεμάτες +με πράσινα και μαύρα σύκα, μαύρα σταφύλια και ντομάτες +κομμένες και πασπαλισμένες με αλάτι. Σ’ όλο το σπίτι +βασίλευαν η γαλήνη και η ευημερία. Πάνω στους ανοιχτόχρωμους +τοίχους τρεμόπαιζαν ο σκιές των φοινικόδεντρων και ανάμεσα +στα φυλλώματα από τις ροδιές που χρύσιζαν τα κόκκινα φρούτα +ανοιγμένα έδειχναν τους μαργαριταρένιους σπόρους τους όμοιους +με δόντια μικρού παιδιού. Ο Έφις σκεφτόταν το θλιβερό σπίτι +των κυράδων του, τη Νοέμι που μαραινόταν εκεί μέσα σαν το +λουλούδι στο σκοτάδι…. +«Πώς αδυνάτισες», του είπε η ηλικιωμένη υπηρέτρια, που έγνεθε +καθισμένη κοντά στην πόρτα, «σε βασανίζουν οι πυρετοί;» +«Μου ροκανίζουν τα κόκαλα, μ’ έχουν κάνει πετσί και κόκαλο. +Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού!» αναστέναξε, +κοιτάζοντας τα χέρια του που ήταν μαυρισμένα και έτρεμαν. +«Οι κυράδες σου είναι καλά; Δεν τις βλέπουμε πια, ούτε στην +εκκλησία.» +«Δεν πηγαίνουν ούτε στην εκκλησία, μετά τη συμφορά που τις +βρήκε.» +«Και ο ντον Τζατσίντο δε θα γυρίσει;» +«Δε θα γυρίσει. Βρήκε δουλειά στο Νούορο» +«Ναι, το αφεντικό μου τον είδε τώρα τελευταία. Φαίνεται όμως +πως η δουλειά του δεν είναι και πολύ της προκοπής.» +«Αρκεί να τα βγάζει πέρα, Στεφάνα!» αποφάνθηκε ο Έφις, χωρίς +να σηκώσει το κεφάλι. «Αρκεί να τα βγάζει πέρα χωρίς ν’ +αμαρταίνει.» +«Αυτό είναι το δύσκολο, ψυχή μου! Πώς να περάσει κανείς το +ποτάμι χωρίς να βραχεί;» +«Περνώντας πάνω από τη γέφυρα», είπε η άλλη υπηρέτρια από την +αυλή, σκυμμένη επάνω σ’ ένα σωρό από αμύγδαλα που έσπαγε. +Έπειτα ρώτησε: «Αλλά και η Γκριζέντα τι κάνει; Πενθεί κι +εκείνη και δεν βγαίνει έξω πια.» + +Ο Έφις δεν απάντησε. +«Και ο ντον Πρέντου, τώρα, σας επισκέπτεται;» +«Δεν ξέρω. Εγώ βρίσκομαι πάντα εκεί πάνω, στο κτηματάκι.» + +Οι γυναίκες φλέγονταν από περιέργεια, επειδή εδώ και λίγο +καιρό το αφεντικό τους έστελνε δώρα στις ξαδέλφες του και, +παρ’ όλο που τις κορόιδευε, δεν επέτρεπε σε άλλους να τις +κακολογούν παρουσία του. Ο Έφις όμως δεν ήταν διατεθειμένος +να προχωρήσει σε αποκαλύψεις. Ο ντον Πρέντου έστειλε να τον +φωνάξουν κι εκείνος ήταν εκεί για να τον περιμένει και όχι +για να φλυαρεί. Ο πυρετός και η εξάντληση έκαναν τ’ αυτιά του +να βουίζουν∙ σαν να άκουγε το μουρμούρισμα του ποταμού μέσα +στη νύχτα και μακρινές φωνές και είχε μέσα στο κεφάλι του +έναν κόσμο εντελώς δικό του όπου ζούσε αποτραβηγμένος από τον +πραγματικό κόσμο. + +Δεν τον ενδιέφερε πια ο Τζατσίντο, ούτε η Γκριζέντα, ακόμη +καλά καλά ούτε και οι κυράδες του. Όλα του φαίνονταν μακρινά, +όλο και πιο μακρινά, σαν να είχε μπαρκάρει και μέσα από την +γκρίζα και τρικυμισμένη θάλασσα να έβλεπε να χάνεται η ξηρά +στο ορίζοντα. + +Να όμως ο ντον Πρέντου που γυρίζει σπίτι. Είναι λιγότερο +παχύς από πριν, σαν να είχε αδειάσει κάπως. Η χρυσή του +καδένα κρέμεται λίγο επάνω στο στήθος του που ασθμαίνει. + +Ο Έφις σηκώθηκε και δεν θέλησε να ξανακαθίσει. +« Πρέπει να πηγαίνω», είπε δείχνοντας προς τα έξω, σαν +κάποιον που έχει να κάνει δρόμο, να πάει μακριά. +«Έχεις τόση δουλειά ή μήπως θα πας σε κανένα πανηγύρι;» + +Η ειρωνεία του ντον Πρέντου δεν τον κέντριζε πια. Η αναφορά +όμως στο πανηγύρι τον συντάραξε. +«Ναι, πρέπει να πάω στο πανηγύρι των Αγίων Κοσμά και +Δαμιανού.» +«Λοιπόν, θα πας. Υποθέτω ότι δεν θα φύγεις αμέσως. Κάθισε, +θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Στεφάνα, κρασί!» + +Ο Έφις όμως απομάκρυνε το ποτήρι με μια χειρονομία +αποστροφής. Τέρμα το κρασί, τέρμα οι κακές συνήθειες. Εδώ και +δυο μήνες νήστευε και καμιά φορά, όταν διψούσε, δεν έπινε για +εξιλασμό. Κάθισε με εγκαρτέρηση και έστρεψε πάλι το βλέμμα +στα χέρια του και ο ντον Πρέντου, ενώ είχε στραμμένη την +προσοχή του προς την αυλή μήπως και στήσουν αυτί οι +υπηρέτριες, τον ρώτησε χαμηλόφωνα: +«Πες μου, πώς πάνε οι δουλειές των ξαδελφάδων μου.» + +Ο Έφις ανασήκωσε το βλέμμα κι έπειτα το ξαναχαμήλωσε αμέσως. +Μια θαμπή κοκκινίλα έβαψε το πρόσωπό του που έμοιαζε να +φλέγεται λιπόσαρκο, με το δέρμα να είναι κολλημένο στο +κρανίο του. +«Οι κυράδες μου δεν με εμπιστεύονται πια και δεν μου μιλούν +για τις υποθέσεις τους. Και καλά κάνουν. Γιατί να μου τα λένε +άλλωστε; Εγώ είμαι μόνο ένας υπηρέτης.» +«Να πάρει η οργή! Να σε πληρώσουν όμως ούτε κουβέντα! Γι’ +αυτή την υπόθεση τουλάχιστον θα έπρεπε να σου είχαν μιλήσει. +Πόσα σου χρωστάνε;» +«Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, ντον Πρέντου! Μη με πληγώνετε.» +«Εσύ πληγώνεις τον εαυτό σου, βλάκα! Άκου λοιπόν. Κι εγώ +πηγαίνω πότε πότε σ’ εκείνες αλλά δεν είναι δυνατόν να τους +αποσπάσω κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί η Έστερ να μιλούσε, αλλά +υπάρχει και η Νοέμι σκληρή σαν πέτρα. Το πρώτο βράδυ, όταν +έπεσε η συμφορά με τη Ρουθ κι εγώ περνούσα κατά τύχη από +εκεί, μόνο τότε μου ξανοίχτηκε. Φυσικά, ήταν μια στιγμή +απελπισίας. Έπειτα όμως μου ξανάγινε εχθρική. Όταν πηγαίνω +εκεί με υποδέχεται καλά, αλλά στιγμές στιγμές με +λοξοκοιτάζει, σαν να ήμουν εγώ η αιτία των συμφορών τους. Και +εάν η Έστερ ανοίξει το στόμα της να πει κάτι, εκείνη την +κοιτάζει με τέτοιο φοβερό βλέμμα, που της κόβεται η μιλιά.» +«Το ίδιο και μ’ εμένα», είπε ο Έφις. «Ακριβώς το ίδιο.» + +Και ένοιωσε σχεδόν ανακούφιση, επειδή η ανάμνηση των ματιών +της Νοέμι τον καταδίωκε χειρότερα απ’ ό, τι η παλιά του τύψη. +«Άκουσέ με τώρα. Αφού από εκείνες δεν μπορούμε να μάθουμε +τίποτα, πήγα και ρώτησα την Καλίνα. Αλλά κι εκείνη, κακό +χρόνο να’ χει, σωπαίνει. Ξέρει να κάνει τη δουλειά της, η +συφοριασμένη. Κάνει τάχα πως πιστεύει ότι η Έστερ έχει +πραγματικά υπογράψει τη συναλλαγματική του Τζατσίντο και λέει +πως ζητάει μόνο ό, τι της ανήκει. Ξέρω ότι εσύ και η Έστερ +την επισκεφτήκατε προσπαθώντας να ταχτοποιήσετε το πράγμα και +ότι η Καλίνα έδωσε τρίμηνη παράταση επιβαρυμένη με όλα τα +έξοδα διαμαρτύρησης και τους μεγαλύτερους τόκους. Ξέρω ακόμη +ότι πήρε σαν υποθήκη το κτηματάκι και το σπίτι, που κακό ψόφο +να’ χει. Ναι, εντάξει, τώρα όμως, τον Οκτώβρη, πώς θα +περάσετε;» +«Δεν ξέρω, δε μου λένε τίποτε.» +«Ξέρω ότι η Έστερ γυρίζει ψάχνοντας λεφτά. Θα γυρίζει για +πολύ ακόμη, θα της πέσουν και τα τελευταία δόντια και δεν θα +έχει βρει. Ξέρω ότι θα ήταν διατεθειμένη ακόμη και να +πουλήσει, αλλά όχι σ’ εμένα.» + +Ο Έφις κοίταζε τα χέρια του και σώπαινε, αλλά ο ντον Πρέντου +εξοργισμένος από αυτή την αδιαφορία, του χτύπησε τα χέρια στα +γόνατα. +«Τι σκέφτεσαι, ξόανο; Πες μου!» +«Εντάξει, θα σας πω την αλήθεια. Εγώ πιστεύω πως ο Τζατσίντο +θα τα καταφέρει να πληρώσει.» + +Τότε ο ντον Πρέντου απλώθηκε στο κάθισμα γελώντας, με +φουσκωμένο το στήθος του, με τα δόντια ν’ αστράφτουν ανάμεσα +στα σαρκώδη χείλη του. Ακόμη και τα δάχτυλά του, που ήταν +τυλιγμένα με τη χρυσή καδένα επάνω στο στήθος του, έμοιαζε να +γελάνε. + +Ο Έφις τον κοίταζε τρομαγμένος, με τα μάτια όλο αγωνία, σαν +τραυματισμένο ζώο. +«Μα εκείνος πεθαίνει από την πείνα! Τον είδα προχθές. Έμοιαζε +με ζητιάνο με τρύπια παπούτσια. Ακόμη και το ποδήλατό του +πούλησε, δε σου λέω τίποτε άλλο!» +«Όχι, πείτε μου! Έκλεψε;» +«Έκλεψε; Τρελός είσαι; Τώρα το κακολογείς κιόλας εκείνο το +λουλούδι, εκείνο το ζωγραφιστό αγγελούδι. Τι να κλέψει; Δεν +είναι ικανός ακόμη και αυτό να κάνει.» +«Και… τι λέει; Θα γυρίσει;» +«Εάν του έρθει καμία τέτοια ιδέα στο μυαλό θα του κόψω τα +πόδια» είπε ο ντον Πρέντου και σκοτείνιασε το πρόσωπό του. +Και ο Έφις σχημάτισε ξαφνικά την εντύπωση ότι οι δύστυχες +κυράδες του είχαν βρει επιτέλους ένα στήριγμα, έναν προστάτη +πιο ικανό από εκείνον. Α, δοξασμένο το όνομα του Θεού! Δεν +εγκαταλείπει τα πλάσματά του. Τότε ξαναζωντάνεψαν οι παλιές +του ελπίδες ξαφνικά: να παντρευόταν ο ντον Πρέντου τη Νοέμι, +να ανασταινόταν από τα ερείπια το σπίτι των Πιντόρ. Η χαρά +του όμως έσβησε αμέσως, ξαφνικά, όπως είχε ανάψει και +ξαναβρέθηκε στην έρημό του, στη θάλασσά του, στο μυστηριώδες +και τρομερό ταξίδι του προς τη θεία τιμωρία. Όλα τα μεγαλεία +της γης, και αν ακόμη ήταν δικά του, και αν ακόμη γινόταν +βασιλιάς, και αν ακόμη είχε τη δύναμη να κάνει ευτυχισμένους +όλους τους ανθρώπους στον κόσμο, δεν αρκούσαν για να σβήσουν +το έγκλημά του, να τον απελευθερώσουν από την κόλαση. Πώς να +χαρεί, λοιπόν; Και πάλι από την αρχή να κοιτάζει τα χέρια +του, για να κρύψει την έμμονη ιδέα του βαθειά μέσα στα μάτια +του. Ο ντον Πρέντου συνέχισε: +«Ο Τζατσίντο δε θα γυρίσει, ούτε και θα πληρώσει, σου το +εγγυώμαι εγώ. Να θυμάσαι όμως τι σου είπα χίλιες φορές: το +κτηματάκι το θέλω εγώ. Θα τα πληρώσω όλα εγώ, έτσι θα σας +μείνει το σπίτι. Προσπάθησε εσύ να τις πείσεις, τις +ξεροκέφαλες. Εγώ θα σε πάρω στην υπηρεσία μου.» +«Γιατί δεν μιλά η εξοχότητά σας μαζί τους; Εμένα δε μ’ +ακούνε.» +«Μήπως εμένα μ’ ακούνε; Προσπάθησα να τους μιλήσω, αλλά σα να +τα έλεγα σε ντουβάρι. Εσύ πρέπει να τις πείσεις, εσύ», είπε +δυνατά ο άντρας, χτυπώντας τον πάλι με το χέρι στο γόνατο. +«Εάν θέλεις πραγματικά το καλό τους, η μόνη διέξοδος είναι +αυτή. Εσύ πρέπει, είναι καθήκον σου να τους ανοίξεις τα +μάτια, αφού αυτές είναι τυφλές. Εσύ πρέπει, το καταλαβαίνεις +ή όχι; Έχεις κουφαθεί;» + +Πράγματι, ο Έφις είχε κλειστεί στον εαυτό του, σαν κουφός. +Εσύ πρέπει; + +Τον απειλούσε ο ντον Πρέντου; Ήξερε κάτι ο ντον Πρέντου; Δεν +τον ενδιέφερε τίποτε, εκείνος μόνο την κόλαση φοβόταν. +Σκεφτόταν, ωστόσο, ότι ο ντον Πρέντου είχε δίκιο. +«Τι πρέπει να κάνω;» +«Πρέπει να δείξεις ότι είσαι άντρας, έστω και μια φορά. +Πρέπει να τους πεις ότι, εάν δεν θέλουν να σε ανταμείψουν σε +χρήμα, να αναγνωρίσουν τουλάχιστον τις υπηρεσίες σου. Εάν το +κτηματάκι περάσει στα χέρια ενός άλλου αφέντη, εσένα θα σε +πετάξει έξω σαν το σκυλί. Και τότε, μάρτυς μου Θεός, σίγουρα +θα πας στα πανηγύρια, αλλά με τους ζητιάνους!» + +Ο Έφις ανατρίχιασε∙ αυτό ακριβώς ήταν το όνειρό του για +εξιλασμό. Σηκώθηκε και είπε: +«Θα κάνω τα πάντα. Με την προϋπόθεση όμως ….» +«Με την προϋπόθεση;» τον ρώτησε ο άλλος πιάνοντάς τον από το +μανίκι. «Κάθισε λοιπόν, διάολε, και πιες. Με την προϋπόθεση;» + +Ο Έφις αφέθηκε πάλι να πέσει στην καρέκλα. Έτρεμε και ίδρωνε +και του φαινόταν πως θα λιγοθυμήσει. +«Με την προϋπόθεση ότι η εξοχότητά σας θα παντρευτεί την +ντόνα Νοέμι.» + +Και ο ντον Πρέντου έσκασε πάλι στα γέλια. Γελούσε, αλλά +κρατούσε ακίνητο τον Έφις, σαν να ήθελε να τον εμποδίσει να +φύγει. +«Πόσο διασκεδαστικός είσαι, διάολε! Θα σ’ έχω μαζί μου για +όλη μου τη ζωή, έτσι θα με διασκεδάζεις όταν είμαι άκεφος! Θα +σε παντρέψω με τη Στεφάνα. Λίγο χοντρούλα για σένα ίσως, αλλά +δεν είναι επικίνδυνη, επειδή πέρασε τα τριάντα εδώ και +καιρό….» +«Στεφάνα, Στεφάνα», φώναξε κρατώντας τον πάντα ακίνητο και +στρέφοντας το γελαστό του πρόσωπο προς την πόρτα, «άκου, εδώ +έχουμε ένα μνηστήρα.» + +Η γυναίκα πρόβαλε, στα μαύρα, με πρησμένη την κοιλιά, +πρησμένο το στήθος και το πρόσωπο αυστηρό όπως εκείνο μιας +κυρίας. Ο Έφις την κοίταξε μια στιγμή ικετευτικά. +«Ο ντον Πρέντου θέλει ν’ αστειευθεί.» +«Κακό σημάδι. Όταν αυτός θέλει ν’ αστειευθεί, κάποιοι θα +κλάψουν», είπε η γυναίκα, αψηφώντας το βλέμμα του αφεντικού +της και πίσω της χαμογελούσε, χλωμή και αινιγματική, με το +μακρύ της στόμα κλειστό και με δυο λακκάκια στις άκρες, η +Πατσάνα, η άλλη υπηρέτρια. +«Λέω να παντρευτείς τον Έφις, Στεφάνα. Τώρα λες όχι, αργότερα +όμως θα πεις το ναι. Είναι για γέλια;» +«Σαρδόνια γέλια!» ειρωνεύτηκε από πίσω η Πατσάνα, χαμηλόφωνα +και έσπρωξε την Στεφάνα για να την κάνει ν’ απαντήσει άσχημα +στο αφεντικό. Η γυναίκα όμως ήταν πολύ αξιοπρεπής και δεν +καταδέχτηκε να συνεχίσει το αστείο. Έτσι δεν άνοιξε το στόμα +της μέχρι που το αφεντικό με τον Έφις βγήκαν μαζί. + +Τότε οι δυο υπηρέτριες άρχισαν να κακολογούν τις ξαδέλφες του +αφεντικού τους. +«Όταν πηγαίνω σπίτι τους, με το δώρο μες στο καλάθι, με +υποδέχονται λες και πηγαίνω να τους ζητήσω ελεημοσύνη, ενώ +εγώ είμαι εκείνη που τους την πηγαίνω! Δεν βλέπεις τι πρόσωπο +πεινασμένου έχει ο Έφις; Είκοσι χρόνια τώρα δεν τον πληρώνουν +και τώρα ούτε να φάει δεν του δίνουν. Και όμως, είδες πώς +εξάπτεται το αφεντικό όταν μιλήσει κανείς γα τις ξαδέλφες +του;» +«Οι καιροί αλλάζουν: ακόμη και τα πουλαράκια γερνούν», +αποφάνθηκε η Στεφάνα, αλλά και οι δυο ένοιωθαν πως κάτι το +καινούργιο, κάτι το σημαντικό κρεμόταν πάνω από τη μοίρα +τους, σαν υπηρέτριες χωρίς κυρά. + +Στο μεταξύ ο ντον Πρέντου συνόδευε τον Έφις που ανηφόριζε +ψηλά στο σοκάκι που το είχαν πλύνει οι τελευταίες βροχές. + +Το χορτάρι φύτρωνε κατά μήκος των τοίχων των έρημων σπιτιών. +Μια γλυκιά, βαθιά σιωπή τύλιγε τα πάντα τριγύρω. Κίτρινα +σύννεφα πρόβαλαν ξαφνιασμένα πάνω από το υγρό Βουνό και από +τα ψηλά του χωριού, εμπρός από την εξώπορτα των Πιντόρ, +φαινόταν ο κάμπος σκεπασμένος με χρυσαφί βούρλα και το +πράσινο ποτάμι ανάμεσα σε νησάκια άσπρης άμμου. Η σιωπή ήταν +τόση που ακούγονταν οι γυναίκες να κοπανάνε τα ρούχα στο +ποτάμι, κάτω από το μοναχικό πεύκο της όχθης. Η γριά Ποτόι, +όρθια στο κατώφλι του σπιτιού της, κοίταζε ακουμπισμένη με το +ένα χέρι στον τοίχο και το άλλο πάνω από τα μάτια. Έμοιαζε με +χούφταλο, μικροκαμωμένη, με τα κοσμήματά της ακόμη πιο +φανταχτερά και πένθιμα επάνω στο σκελετωμένο σώμα της. +«Τι κάνετε;», χαιρέτησε ο ντον Πρέντου. +«Περιμένω την Γκριζέντα μου που πήγε στο ποτάμι. Για να πω +την αλήθεια, εγώ δεν ήθελα, επειδή το παλικάρι, ο ανιψιός της +εξοχότητάς σας, της το απαγόρεψε και αν το μάθει θα +παρεξηγηθεί∙ η Γκριζέντα μου όμως κάνει πάντα του κεφαλιού +της.» +«Τι, σας έγραψε ο Τζατσίντο;» +«Σε ποιόν να γράψει; Δεν έγραψε ποτέ. Δεν ξέρουμε τίποτε γι’ +αυτόν, αλλά σίγουρα πρέπει να γυρίσει γιατί το έταξε.» +«Βέβαια, και οι νεκροί γυρίζουν, όπως λέτε κι εσείς!» + +Η γριά όμως στράφηκε στον Έφις που στεκόταν παράμερα με το +κεφάλι κατεβασμένο και κοίταζε το λιθόστρωτο. +«Δεν το είπε σ’ εσένα ότι θα την παντρευτεί; Εμπρός, πες το, +το είπε ή όχι;» + +Ο Έφις τη κοίταξε μια στιγμή, όπως είχε κοιτάξει τη Στεφάνα, +και δεν απάντησε. +«Αυτό που με στενοχωρεί είναι που οι κυρίες Πιντόρ μας +κρατάνε κακία», είπε η γριά, κοιτάζοντας πάλι εκεί πάνω. +«Εμάς μας έχουν διώξει και μόνο ο Τσουαναντόνι μπορεί καμιά +φορά να μπει στο σπίτι τους που είναι πιο κλειστό και από το +Κάστρο στα χρόνια των Βαρόνων. Συγχώρεσαν την Καλίνα, που +κακό ψόφο να’ χει, και εμάς όχι. Η Παναγία του Ριμέντιο να +τις προστατεύει. Όταν όμως γυρίσει το παλικάρι όλα θα +διορθωθούν: το είπε και η ντόνα Νοέμι.» + +Οι δυο άντρες απομακρύνθηκαν, αλλά η γριά φώναξε πίσω τον +ντον Πρέντου και του είπε χαμηλόφωνα: +«Θα μπορούσατε να μου κάνετε μια χάρη; Να πείτε εσείς στην +Γκριζέντα να μην πηγαίνει στο ποτάμι; Δεν είναι σωστό γι’ +αυτήν, που θα παντρευτεί έναν άρχοντα.» + +Ο ντον Πρέντου άνοιξε τα χοντρά του χείλη για να γελάσει και +να πει μια από τις συνηθισμένες του χοντράδες, αλλά χαμήλωσε +το βλέμμα επάνω στην γριά που έτρεμε, κοίταξε το κολιέ και τα +σκουλαρίκια που ταλαντεύονταν, και άγγιξε κι εκείνος την +χρυσή του καδένα και το πρόσωπό του συννέφιασε, όπως εκείνο +το βράδυ που είδε να τρέμει ο ώμος του ανιψιού του. + +Πλησίασε τον Έφις και στάθηκαν μπροστά στην κλειστή εξώπορτα +των Πιντόρ. Πάνω στα σκαλοπάτια φύτρωναν τσουκνίδες. Ο ντον +Πρέντου θυμόταν πάντα τη Νοέμι να στέκετε εκεί και να +περιμένει στη σκιά. +«Ωραία. Συνεννοηθήκαμε; Πρέπει να κάνεις όπως σου λέω, +κατάλαβες;» +«Κατάλαβα. Θα κάνω τα πάντα», είπε ο Έφις. + +Χτύπησε, αλλά κανείς δεν άνοιγε. Και ο ντον Πρέντου στεκόταν +εκεί, να χαϊδεύει την καδένα του και να κοιτάζει κάτω, προς +το ποτάμι, σαν να περίμενε κι εκείνος κάποιον. +«Τι στο καλό. Μήπως πέθαναν κι αυτές;» +«Η ντόνα Έστερ θα είναι στην εκκλησία και η ντόνα Νοέμι ίσως +έχει ξαπλώσει.» +«Γιατί, άρρωστη είναι;» +«Τι να πω! Τώρα τελευταία, όταν γυρίζω, τη βρίσκω στο +κρεβάτι. Έχει πονοκέφαλο.» +«Α, πρέπει να την πείσουμε να βγαίνει, να πάρει λίγο αέρα.» +«Αυτό σκέφτομαι κι εγώ, αλλά πού να πάει;» + +Ο ντον Πρέντου κοίταζε κάτω, προς το ποτάμι. Το πρόσωπό του +φαινόταν διαφορετικό, έμοιαζε σχεδόν όμορφο, θλιμμένο και +αφηρημένο, όπως εκείνο του ανεψιού του. +«Μπορεί να πάει, λέω, κάπου∙ στο Μπάντε Σάλικε, στο κτήμα μου +κοντά στη θάλασσα. Υπάρχουν εκεί ακόμη άσπρα σταφύλια….» + +Η όψη του Έφις άστραψε. Κάτι θέλησε να πει κι εκείνος, αλλά +ακούστηκε ν’ ανοίγουν από μέσα την εξώπορτα και ο ντον +Πρέντου απομακρύνθηκε χωρίς να στρέψει, προσπαθώντας να +κρυφτεί στον τοίχο. + + +Κεφάλαιο δωδέκατο + +Προς μεγάλη έκπληξη του Έφις η ντόνα Έστερ συναίνεσε στις +προτάσεις του ξαδέλφου της. Έτσι, το κτηματάκι πουλήθηκε και +η συναλλαγματική πληρώθηκε. Συνέβηκε όμως κάτι που ξεσήκωσε +κουτσομπολιά σ’ όλο το χωριό. Ο Έφις, αν και συνέχιζε να +είναι στην υπηρεσία της ντόνας Έστερ και της ντόνας Νοέμι, +κατόρθωσε να μείνει σέμπρος στο κτηματάκι, έτσι έφερνε στο +σπίτι, στις κυράδες του, το μέρος εκείνο από την παραγωγή που +τους αναλογούσε. Τελικά, λέγανε οι κακές γλώσσες, από +υπηρέτης που ήταν ανέβηκε στην κατηγορία του συγγενή, ή +καλύτερα του προστάτη των κυριών Πιντόρ. + +Αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η συναίνεση του +ντον Πρέντου, ο οποίος εδώ και λίγο καιρό έμοιαζε +διαφορετικός, μέχρι που είχε αδυνατίσει κιόλας και μια +παράξενη φήμη κυκλοφορούσε ότι τον μάγεψε κάποια μάγισσα με +τα ιερά βιβλία. + +Ποιος είχε συμφέρον γι’ αυτό; + +Κανείς δεν ήξερε. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται ποτέ +επακριβώς γνωστά, και εάν κάποιοι τα ήξεραν δεν θα ήταν πλέον +σημαντικά και μυστηριώδη. Γεγονός είναι πάντως ότι ο ντον +Πρέντου αδυνάτιζε, δεν πρόσβαλε πια τον πλησίον του και +τελικά έκανε τη βλακεία ν’ αγοράσει ένα κτήμα χωρίς αξία και +μαζί μ’ αυτό και τον υπηρέτη, που του έδινε την ελευθερία +του. + +Η Στεφάνα και η Πατσάνα έλεγαν: +«Είναι που θέλει να κάνει ελεημοσύνη στις δύστυχες ξαδέλφες +του.» + +Αυτές οι δύο όμως μεταξύ τους, στα κρυφά, παραδέχονταν ότι +φαινόταν να τον είχαν μαγέψει, αφού συνέχιζε να στέλνει πολλά +δώρα στις κυρίες Πιντόρ, και σχολίαζαν χαμηλόφωνα τον Έφις: +όλα είναι πιθανά σ’ αυτόν τον κόσμο, και ο Έφις αγαπούσε τις +κυράδες του τόσο, που θα μπορούσε για χάρη τους ακόμη και +μάγια να κάνει. Τα πήγαινε-έλα του με τον ντον Πρέντου έβαζαν +κυρίως σε υποψίες τις υπηρέτριες. Η Στεφάνα έψαξε μήπως κάτω +από το κατώφλι υπήρχε κρυμμένο κάποιο μαγικό αντικείμενο και +η Πατσάνα βρήκε μια μέρα μια μαύρη καρφίτσα στο κρεβάτι του +αφεντικού….. Ασυνήθιστα πράγματα θα πρέπει να συμβούν. + +Το χειμώνα οι κυρίες Πιντόρ δεν βγήκαν από το σπίτι και ούτε +έκαναν κουβέντα για το αν θα πάνε στο Πανηγύρι του Ριμέντιο, +αλλά όσο μεγάλωναν οι μέρες και το χορτάρι θέριευε στο παλιό +νεκροταφείο, τη ντόνα Έστερ έμοιαζε να την κατέχει μια +αίσθηση κούρασης, μια ατονία, όμοια με εκείνη που κάθε χρόνο +την άνοιξη έκανε χλωμή τη Νοέμι. Σχεδόν δεν πήγαινε πλέον +στην εκκλησία, σερνόταν μέσα στο σπίτι, καθόταν κάθε τόσο με +τα χέρια άψυχα επάνω στους μηρούς και παραπονιόταν ότι της +πονούσαν τα πόδια. Η φτώχεια στο σπίτι δεν ήταν μεγαλύτερη +από τις άλλες χρονιές, αφού ο Έφις φρόντιζε για τα πλέον +απαραίτητα, αλλά η ατμόσφαιρα εκεί έμοιαζε να είναι φορτωμένη +με θλίψη. + +Τη σαρακοστή οι δυο αδελφές πήγαν να ξομολογηθούν. Ήταν ένα +ωραίο, καθάριο πρωινό, γεμάτο ήχους. Ακούγονταν φωνές παιδιών +και κουδουνίσματα κοπαδιών κάτω, χαμηλά, ανάμεσα στα +βουρλοτόπια της πεδιάδας, και η φωνή του ποταμού δυνατή, όλο +και πιο δυνατή, που λες και απειλούσε, αλλά στα αστεία. Στον +καταγάλανο ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι και η +ατμόσφαιρα ήταν τόσο διαυγής που επάνω στα βράχια του Κάστρου +φαίνονταν οι πέτρες που γυάλιζαν και ένα κενό παράθυρο στα +ερείπια, που άνοιγε στο γαλάζιο του ουρανού ανάμεσα στον +κισσό που το περιέβαλε σαν γιρλάντα. + +Ο παπα-Πασκάλε ήταν μέσα στο εξομολογητήριό του και δεν είχε +σκοπό να βγει από εκεί, παρ’ όλο που η Νατόλια τον περίμενε +με καφέ και βουτήματα μέσα σ’ ένα κάνιστρο στο σκευοφυλάκιο. + +Βλέποντας να καταφθάνουν οι δυο αδελφές για να εξομολογηθούν, +η υπηρέτρια έκανε μια χειρονομία απογοήτευσης και σκέφτηκε +ότι θα ήταν καλύτερα να πάει να ζεστάνει τον καφέ στης φίλης +της, της Γκριζέντα. Να την λοιπόν που βγαίνει πίσω από το +ιερό, με το κάνιστρο στο κεφάλι και κατεβαίνει το σοκάκι +ανάμεσα σε συστάδες από βάτα που λάμπουν από τις σταγόνες της +δροσιάς. + +Από την πόρτα της γριάς Ποτόι φαινόταν η Γκριζέντα σκυμμένη +πάνω στη φωτιά της εστίας να ετοιμάζει τον καφέ της γιαγιάς +που ήταν άρρωστη στο κρεβάτι. +«Αδυνατίζεις κάθε μέρα και πιο πολύ», είπε η Νατόλια +μπαίνοντας. + +Η Γκριζέντα πράγματι ήταν αδύνατη και χλωμή, άγουρη ακόμα, +αλλά κάπως μαραμένη. Κάποιες κινήσεις του άσαρκου λαιμού της +και του κιτρινισμένου προσώπου της θύμιζαν εκείνες της +γιαγιάς της. Τα μάτια της μόνο έλαμπαν μεγάλα και καθάρια, +γεμάτα μ’ ένα φως μελαγχολικό και συνάμα δόλιο, όπως το νερό +κάτω στους βάλτους, ανάμεσα στα βούρλα της πεδιάδας. +«Ο καφές μου κρύωσε. Τώρα που ήρθαν και οι θείες σου, θα +παγώσει», είπε η Νατόλια, παίρνοντας την καφετιέρα από το +κάνιστρο. «Έτσι, θα πιω κι εγώ λίγο.» +«Οι θείες μου! Ξύλο που τους χρειάζεται! Κι σ’ εσένα μαζί μ’ +αυτές! Εάν αδειάσουν όλο το σακούλι με τις αμαρτίες τους, +σίγουρα θα βρεις νεκρό το αφεντικό σου από συγκοπή μέσα στο +εξομολογητήριο….» +«Τι γλώσσα! Φαίνεται πως σ’ έχει δαγκώσει η οχιά. Πάρε ένα +μπισκότο, να, σου το προσφέρω σαν λουλούδι για να σου γλυκάνω +την καρδιά….» + +Η καρδιά της Γκριζέντα όμως έσταζε δηλητήριο και δεν δεχόταν +αστεία. +«Εάν ήρθες για να με τσιγκλήσεις, είσαι γελασμένη, Νατόλια. +Δεν έχεις αγκάθια εσύ, γιατί είσαι ένας φλόμος και όχι ένα +τριαντάφυλλο. Εγώ δεν πονάω, ούτε λυπάμαι. Είμαι δυνατή σαν +το πεύκο στην όχθη του ποταμού. Και θα έρθει μια μέρα που θα +μου στείλεις ανθρώπους και θα ζητάς να γίνεις δούλα μου.» +«Μπα! και ποιόν θα παντρευτείς; Τον Βαρόνο του Κάστρου;» +«Θα παντρευτώ ζωντανό εγώ και όχι πεθαμένο. Επάνω σου να +πέσουν οι πεθαμένοι!» +«Μου φαίνεται πως εσύ είσαι εκείνη που έκανε μάγια στον ντον +Πρέντου.» +«Εάν το θελήσω, παντρεύομαι ακόμη και τον ντον Πρέντου», είπε +η Γκριζέντα, ανασηκώνοντας με έπαρση το τραγικό και παιδικό +συνάμα πρόσωπό της, «όμως έχω άλλα στο μυαλό μου εγώ!» + +Η Νατόλια την κοίταζε και την λυπόταν. Της φαινόταν σαν να τα +έχει λίγο χάσει, η δύστυχη, κι έτσι έπαψε να την βασανίζει. +Πήρε ένα άλλο μπισκότο και πήγε να το προσφέρει στη θεια- +Ποτόι, στη γωνιά της. Μια φωτεινή γραμμή έπεφτε από τη σκεπή +του μικρού, ισόγειου δωματίου, φωτίζοντας το κρεβάτι όπου +κειτόταν η γριά ντυμένη και με το κολιέ και τα σκουλαρίκια +της, άκαμπτη σαν ξύλο, όμοια με λείψανο έτοιμο για θάψιμο. + +Νομίζοντας ότι κοιμάται η Νατόλια της άγγιξε το χέρι που +έκαιγε, αλλά η γριά το τράβηξε και της είπε χαμηλόφωνα: +«Άκου Νατόλια, κάνε μου μια χάρη. Πήγαινε στον Έφις Μαρόντσου +και πες του ότι πρέπει να του μιλήσω. Μην το μάθει όμως η +Γκριζέντα. Πήγαινε, τρυγόνα μου, πήγαινε!» +«Πού να τον εύρω εγώ τον Έφις; Είναι στο χωριό;» +«Ανεβαίνει από κτηματάκι, τον βλέπω που ανεβαίνει», είπε η +γριά, βάζοντας το δάχτυλο στα χείλη, επειδή έμπαινε η +Γκριζέντα με τον καφέ. +«Βλέπεις Νατόλια; Θέλησε να σηκωθεί σήμερα το πρωί, παρόλο +που έχει υψηλό πυρετό. Γιαγιά, γιαγιά, γύρνα γρήγορα κάτω από +τις κουβέρτες!» +«Θα γυρίσω, θα γυρίσω. Όλοι κάτω από την κουβέρτα θα +γυρίσουμε», είπε η γριά, και η Νατόλια έφυγε μ’ ένα βάρος +στην καρδιά. + +Πράγμα παράξενο∙ ξαναπερνώντας εμπρός από το σπίτι των Πιντόρ +είδε τον Έφις να ανηφορίζει στον έρημο δρόμο. Προχωρούσε +σκυφτός κάτω από το βάρος του δισακιού, τόσο σκυφτός που +έμοιαζε να ψάχνει κάτι καταγής. +«Η γριά θα πεθάνει και γι’ αυτό βλέπει κιόλας», σκέφτηκε η +Νατόλια. + +Εκείνος την κοίταξε με τα αδιάφορα μάτια του, όπως ενός ζώου, +και δεν είπε αν θα πήγαινε ή όχι στη γριά. Καθώς γνώριζε ότι +οι κυράδες του εκείνη την ώρα εξομολογούνταν, ξεφορτώθηκε το +δισάκι, το απόθεσε στο σκαλοπατάκι και κάθισε να τις +περιμένει. Οι τσουκνίδες του τρύπησαν τα χέρια. + +Η υπηρέτρια γύρισε στην εκκλησία και κοίταξε μήπως μπορούσε +να πει στις κυρίες ότι ο υπηρέτης είχε έρθει, - έτσι θα +άφηναν ελεύθερο τον παπά Από τη μια μεριά του +εξομολογητηρίου όμως στεκόταν η ντόνα Έστερ της οποίας +φαινόταν η άκρη από το σάλι να προβάλει σαν μαύρη φτερούγα, +και από την άλλη η ντόνα Νοέμι, με την πλάτη πού και πού να +τρέμει ελαφρά κάτω από το μαύρο θαμπό ύφασμα και το πόδι της +μακρύ και νευρώδες να προεξέχει από το ανασηκωμένο μεσοφόρι. + +Οι άλλες εξομολογούμενες προσεύχονταν εδώ κι εκεί μέσα στην +εκκλησία, γονατισμένες επάνω στο πρασινωπό πάτωμα. Μια βαθειά +σιωπή, ένα γαλάζιο φως, μια μυρωδιά χλόης πλημμύριζαν την +εκκλησία που ήταν υγρή και θλιβερή σαν σπηλιά. Η Μαγδαληνή, +προβάλλοντας μέσα από την κορνίζα της, έμοιαζε να έχει +στραμμένη την προσοχή της στις φωνές της άνοιξης που έρχονταν +με τον αρωματισμένο αέρα, και η Νοέμι αισθανόταν κι εκείνη, +ακόμη και εκεί μέσα, ακόμη και πίσω από το δικτυωτό του +εξομολογητηρίου, που ανάδινε μια μυρωδιά σκουριάς και +ανθρώπινης αναπνοής, ένα τρέμουλο ζωής, μια επιθυμία θανάτου, +μια αγωνία πάθους, μια λαχτάρα ταπείνωσης, όλα τα βάσανα, τις +πίκρες, τη μνησικακία και το αγκομαχητό της αμαρτωλής από +έρωτα. + + +Επιστρέφοντας είδαν τον Έφις να σηκώνεται με κόπο ακουμπώντας +το χέρι στο σκαλοπατάκι. Τότε η Νοέμι, κάτω από την επίδραση +ακόμα του ελέους και της αγάπης του Θεού, πήρε είδηση για +πρώτη φορά ότι ο υπηρέτης είχε το κακό του χάλι: γέρος, +θλιβερός, με ρούχα που έπλεαν επάνω του, και άπλωσε το χέρι +για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Εκείνος όμως είχε κιόλας +σηκωθεί και δεν έδωσε σημασία στη χειρονομία της. + +Και όταν μπήκαν μέσα και η ντόνα Έστερ ζήτησε να μάθει νέα +για το κτηματάκι σαν να ήταν ακόμη δικό της, εκείνος απάντησε +σηκώνοντας τους ώμους με ασυνήθιστη αγένεια και πήγε να +πλυθεί στο πηγάδι. + +Ο Απρίλης έκανε χαρούμενη ακόμη και τη θλιβερή αυλή. Τα +χελιδόνια πρόβαλαν το μαύρο κεφαλάκι τους από τις φωλιές στο +χαγιάτι κοιτάζοντας τους συντρόφους τους που πετούσαν χαμηλά +σαν ν’ ακολουθούσαν τη σκιά τους πάνω στο πυκνό χορτάρι του +παλιού νεκροταφείου. +«Έφις, μου φαίνεται πως δεν είσαι πολύ καλά. Πρέπει να πάρεις +κάτι, ή να ξεκουραστείς για μερικές μέρες», είπε η Νοέμι. +«Α, ναι, ντόνα Νοέμι; Εγώ όμως σκέφτομαι να περπατήσω!» +«Δεν είσαι καλά σου λέω. Μην αστειεύεσαι. Τι έχεις;» + +Την κοίταζε με ζωηρό βλέμμα, λαμπερό, και ήταν τόση η ξαφνική +χαρά του που οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του έμοιαζαν +ακτίνες από φως. +«Γερνάω», είπε, χτυπώντας τα χέρια και η χαρά του χάθηκε +ξαφνικά, όπως είχε έρθει. + +Γύρισε στο χωριό επειδή ο ντον Πρέντου είχε στείλει να τον +φωνάξουν, διαφορετικά δεν θα το είχε κουνήσει πια από +κτηματάκι. Τι μπορούσε να κάνει η λύπηση της ντόνας Νοέμι +ενάντια στο κακό που τον βασάνιζε; Το μόνο που κατάφερνε ήταν +να του το μεγαλώνει. + +Πήγε λοιπόν στο καινούργιο του αφεντικό και το βρήκε +σκαρφαλωμένο επάνω σε μια σκάλα να κλαδεύει την κληματαριά +κάτω από το δίχτυ που σχημάτιζαν τα κλαδιά της ροδιάς, +κεντημένο με χρυσά φυλλαράκια. + +Κι εδώ τα χελιδόνια διασταυρώνονταν με ταχύτητα, αλλά +ψηλότερα, με φόντο το γαλακτερό ουρανό. Μέσα στο σπίτι +άκουγες τις γυναίκες, που καθάριζαν τα δωμάτια και +τακτοποιούσαν τα πράγματα για το Πάσχα. Μεγάλη ηρεμία +βασίλευε τριγύρω. + +Ο Έφις δεν ξέχασε ποτέ εκείνες τις στιγμές. Είχε φύγει από το +κτηματάκι με η βεβαιότητα ότι κάτι εξαιρετικό θα συνέβαινε, +κοιτάζοντας όμως προς τα επάνω τη σκάλα του φάνηκε ότι και ο +ντον Πρέντου ήταν λυπημένος, σχεδόν άρρωστος, και ότι δίσταζε +να κατέβει, κρατώντας στο ένα χέρι το κλαδευτήρι που γυάλιζε +και στο άλλο μια κληματίδα, η βιολετιά άκρη της οποίας +έσταζε, όπως από ένα δάχτυλο κομμένο σταγόνες αίμα. +«Περίμενε να τελειώσω ή μήπως βιάζεσαι να φύγεις;», είπε ο +ντον Πρέντου, αλλά αμέσως συνήλθε, κάτι θυμήθηκε, και +κατέβηκε βαρύς, αφήνοντας τον Έφις να τραβήξει στην άκρη τη +σκάλα. +«Να», άρχισε, όταν βρέθηκαν στο ισόγειο δωμάτιο που ήταν +γεμάτο ήλιο και σκιές από χελιδόνια, «να, πρέπει να σου πω +κάτι…», και δίσταζε κοιτάζοντας τα χέρια του, «να, θέλω να +παντρευτώ τη Νοέμι.» + +Ο Έφις άρχισε να τρέμει τόσο δυνατά που το χέρι του επάνω στο +τραπέζι έμοιαζε να χοροπηδά. Τότε ο ντον Πρέντου άρχισε να +γελά με εκείνο το άχαρο και όλο κακία γέλιο του αλλοτινών +καιρών. +«Δεν πιστεύω να θέλεις να την παντρευτείς εσύ! Για σένα έχω +τη Στεφάνα, το ξέρεις!» + +Ο Έφις σώπαινε∙ σώπαινε και τον κοίταζε και τα μάτια του ήταν +τόσο γεμάτα από πάθος, από τρόμο, από χαρά που ο ντον Πρέντου +σοβάρεψε. Προσπάθησε όμως πάλι να αστειευτεί. +«Γιατί αναστατώνεσαι τόσο; Πιστεύεις ότι θα σου πληρώσω όσα +σου χρωστάνε; Όχι, βέβαια. Εσύ θα τα βρεις με την Έστερ. Εγώ +μένω απ’ έξω. Έπειτα είναι και κάτι άλλο…» + +Έξυσε με το νύχι έναν λεκέ στο γιλέκο του, παρατηρώντας τον +με προσοχή. +«Άραγε με θέλει;» +«Μα τι λέτε!» ψέλλισε ο Έφις. +«Μην είσαι τόσο σίγουρος! Ας μιλήσουμε όμως σοβαρά τώρα. Το +σκέφτηκα καλά πριν το αποφασίσω. Αν θέλεις πίστεψέ με, το +κάνω περισσότερο από χρέος παρά από καπρίτσιο. Τι περιμένω; +Πού πάω; Στην ηλικία μου δεν ταιριάζει μια γυναίκα πολύ νέα. +Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Τέλος πάντων, αποφάσισα. Εντάξει, +δεν το αρνιέμαι: η Νοέμι είναι ωραία και μου αρέσει, πάντα +μου άρεσε, για να σου πω την αλήθεια. Τι τα θέλεις όμως; Η +ζωή περνάει κι εμείς την αφήνουμε να τρέχει σαν το νερό στο +ποτάμι, και μόνο όταν την χάνουμε καταλαβαίνουμε ότι μας +λείπει. Ας το αφήσουμε όμως» πρόσθεσε, χτυπώντας τις παλάμες +του στα γόνατα και σηκώθηκε για να ξανακαθίσει. «Αυτό που +ενδιαφέρει τώρα είναι να μάθουμε εάν η Νοέμι δέχεται. Εγώ θα +τη ζητήσω όπως πρέπει. Θα της στείλω τον παπα-Πασκάλε ή τον +γιατρό ή όποιον δεχτεί να το κάνει. Δεν θέλω όμως να εισπράξω +μιαν άρνηση, ε, Θεός φυλάξοι, αυτό όχι, να πάρει η οργή! +Καταλαβαίνεις Έφις;» + +Ο Έφις καταλάβαινε πολύ καλά και ένευε καταφατικά με το +κεφάλι και με τα μάτια του που άστραφταν. +«Να μιλήσω εγώ με την ντόνα Νοέμι;» + +Ο ντον Πρέντου του χτύπησε το γόνατο. +«Μπράβο! Αυτό είναι. Και όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα, Έφις! +Αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα αφήνουμε να μπαγιατεύουν. +Θα της πεις: «Ποιον πρέπει να στείλουν να σε ζητήσει; Τον +παπα-Πασκάλε, την αδελφή του ή κάποιον άλλο;». Εάν πει να μη +στείλουν κανένα, τόσο το καλύτερο, μα την πίστη μου, τόσο το +καλύτερο! Έπειτα θα ενεργήσουμε γρήγορα και αθόρυβα. Δεν +είμαστε πια παιδιά. Τι λες; Τον Σεπτέμβρη κλείνω τα σαράντα +οχτώ κι εκείνη πρέπει να είναι τριάντα πέντε περίπου, τι λες; +Εσύ ξέρεις ακριβώς πόσο χρονών είναι; Έπειτα θα της πεις ότι +δεν έχει να βάλει έγνοια στο μυαλό της: το σπίτι είναι +έτοιμο, υπηρέτριες υπάρχουν, κουτσομπόλες, ναι, αλλά υπάρχουν +και μάλιστα καλοπληρωμένες. Ασπρόρουχα υπάρχουν, τα πάντα +υπάρχουν. Οι προμήθειες δεν λείπουν, δόξα τω Θεώ! Αρκετά, γι’ +αυτά θα μιλήσουμε κατόπιν με την Έστερ. Το μόνο που με +στενοχωρεί είναι ότι…. Λοιπόν, θα σου το πω: ότι η Ρουθ +πέθανε έτσι ξαφνικά. Μπορεί και εκείνη να ήταν +ευχαριστημένη….» + +Ο Έφις σηκώθηκε. Ένοιωθε κάτι να τον τσιγκλάει σε όλο του το +είναι και έπρεπε να φύγει, να κάνει το πεπρωμένο να βιαστεί. +«Περίμενε λίγο ακόμη, διάολε! Θα σου δώσω να πιείς: λίγη ρακή +ή ούζο; Στεφάνα, που να σε πάρει η οργή, εδώ είναι ο +μνηστήρας σου, Στεφάνα!» + +Ακούγονταν οι γυναίκες, που χτυπούσαν τα έπιπλα με δύναμη. +Τελικά εμφανίστηκε η ηλικιωμένη υπηρέτρια, με μια πετσέτα του +φαγητού στο κεφάλι και μια άλλη στο χέρι, σοβαρή και +επιβλητική, ωστόσο, με τα μάτια όλο εγκαρτέρηση στις +επιθυμίες του αφεντικού της. Άνοιξε το ντουλάπι, έβαλε ούζο +στα ποτήρια και κοίταξε τον Έφις με μια φευγαλέα αίσθηση +τρόμου, αλλά και εξεταστικά συνάμα για να δει εάν εκείνος +έπαιρνε στα σοβαρά τα αστεία του αφεντικού. Ο Έφις όμως ήταν +τόσο ταπεινός και σαστισμένος που την έκανε να ξανανέβει +επάνω και να πει στη νεαρή συντρόφισσά της: +«Εάν αυτός έκανε τα μάγια, τα έκανε καλά. Η τύχη σα σαΐτα +πέφτει επάνω τους. Καθάρισε καλά για να μην έχουμε πολλή +δουλειά στο γάμο». +«Το δικό σου με τον Έφις;», είπε η Πατσάνα. «Όσο για τον ντον +Πρέντου πρέπει να περιμένουμε πρώτα τη ντόνα Νοέμι να πει το +ναι!» + +Η Στεφάνα όμως τη μούντζωσε, έτσι και αλλιώς τα λόγια αυτά +της φαίνονταν παράλογα. + +Όταν βρέθηκε στο δρόμο, αφού προηγουμένως ο ντον Πρέντου τον +συνόδευσε μέχρι την εξώπορτα σαν φίλο, ο Έφις κοίταξε τριγύρω +του και αναστέναξε. + +Όλα είχαν αλλάξει. Ο κόσμος πλάταινε, όπως η κοιλάδα μετά την +καταιγίδα όταν η ομίχλη ανεβαίνει και εξαφανίζεται: το Κάστρο +με φόντο το γαλανό ουρανό, τα χαλάσματα που πάνω τους η χλόη +τρεμόπαιζε γεμάτη μαργαριτάρια, η πεδιάδα εκεί κάτω με τις +συστάδες των βούρλων σε χρώμα σκουριάς, όλα είχαν μια +γλυκύτητα παιδικών αναμνήσεων, πραγμάτων που χάθηκαν εδώ και +πολύ καιρό, που θρηνήθηκαν, που αγαπήθηκαν κι έπειτα +ξεχάστηκαν και τελικά ξαναβρέθηκαν όταν κανείς δεν τα θυμόταν +και δεν τα νοσταλγούσε πια. + +Όλα είναι γλυκά, καλά, αγαπημένα: να τα βάτα της εκκλησίας +μπλεγμένα με τις κλωστές από αράχνες πράσινες και βιολετιές +της δροσιάς, να ο γκρίζος φράχτης, η σκουριασμένη πόρτα, το +παλιό νεκροταφείο με τα κόκαλα σαν άσπρα λουλούδια ανάμεσα +στην αγριοβρώμη και στις τσουκνίδες, να το δρομάκι και η +αιμασιά με τις μοβ πεταλουδίτσες και τις κόκκινες πασχαλίτσες +που μοιάζουν με λουλουδάκια και χάντρες. Όλα είναι φρέσκα, +αθώα και όμορφα όπως όταν είμαστε μικρά παιδιά και το σκάμε +από το σπίτι για να τρέξουμε μέσα στον υπέροχο κόσμο. + +Η εκκλησία ήταν ανοιχτή, εκείνες τις μέρες της σαρακοστής, +και ο Έφις πήγε να γονατίσει στη θέση του, κάτω από τον +άμβωνα. + +Η Μαγδαληνή κοίταζε, χαρούμενη κι αυτή, σαν ισπανίδα κυρία, +φιλοξενούμενη των Βαρόνων, που έχει βγει στο μπαλκόνι του +Κάστρου. Ένοιωθε κι εκείνη την άνοιξη και ήταν ευτυχισμένη +παρ’ όλο που οι μέρες εκείνες ήταν του θείου πάθους. Κάποιος +πλούσιος φεουδάρχης θα πρέπει να την είχε ζητήσει για σύζυγο, +κι εκείνη χαμογελούσε στους περαστικούς από το μπαλκόνι της, +και χαμογελούσε και στον Έφις που ήταν γονατισμένος κάτω από +τον άμβωνα. +«Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι +ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το +θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την +απέραντη μεγαλοσύνη σου. Πάρε την ψυχή μου, όπως το πουλί +παίρνει το σπόρο του σιταριού. Κύριε, σκόρπισέ με στους +τέσσερεις ανέμους, εγώ θα σε δοξάζω επειδή εισάκουσες την +καρδιά μου…» + +Την ώρα όμως που με κόπο σηκωνόταν, με τα γόνατά του να τον +πονούν, ένοιωσε θλίψη, σαν να πέρασε η σκιά ενός σύννεφου +μέσα από την εκκλησία, σκεπάζοντας το πρόσωπο της Μαγδαληνής. + +Και το πρόσωπο της ντόνας Νοέμι το σκέπαζε σκιά, ενώ σκυμμένη +έραβε μέσα στην αυλή. + +Ο Έφις έκοψε έναν πανσέ από την άκρη του πηγαδιού και της τον +προσέφερε. Εκείνη σήκωσε με έκπληξη τα μάτια και δεν πήρε το +λουλούδι. +«Μαντεύετε ποιος σας το στέλνει; Πάρτε το.» +«Εσύ το έκοψες, εσύ να το κρατήσεις.» +«Όχι, σοβαρά, πάρτε το ντόνα Νοέμι.» + +Κάθισε μπροστά της, καταγής, με σταυρωμένα τα πόδια σαν +σκλάβος, κρατώντας τις πατούσες. Δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει, +ήξερε όμως πως η κυρά μάντευε. Η Νοέμι, πράγματι, είχε αφήσει +τον πανσέ να πέσει σε μια λευκή πτυχή του υφάσματος. Η καρδιά +της χτυπούσε∙ ναι, μάντευε. +«Πού είναι η ντόνα Έστερ;» είπε ο Έφις σκύβοντας επάνω στα +πόδια του. «Πόσο θα ευχαριστηθεί όταν το μάθει! Ο ντον +Πρέντου μου ζήτησε να γυρίσω στο χωριό γι’ αυτόν το λόγο…» +«Μα τι λες, άθλιε;» +«Όχι, μη με λέτε άθλιο! Είμαι ευχαριστημένος σαν να έχω +πεθάνει τώρα μες στη χάρη του Θεού και να βλέπω τον ουρανό +ανοιχτό. Πέρασα από την εκκλησία πριν έρθω εδώ, για να +ευχαριστήσω τον Κύριο. Στη συνείδησή μου, είναι έτσι …….» +«Μα γιατί Έφις;», είπε εκείνη με φωνή άχρωμη, τρυπώντας με τη +βελόνα τον πανσέ. «Δεν σε καταλαβαίνω.» + +Εκείνος σήκωσε το βλέμμα. Την είδε χλωμή, τα χείλη της να +τρέμουν, τα βλέφαρα χλομά σαν εκείνα μιας πεθαμένης. Είναι η +χαρά, σίγουρα, που την έχει κάνει να χλομιάσει τόσο, κι +εκείνος νοιώθει ένα τρέμουλο, μια επιθυμία να γονατίσει +μπροστά της και να της πει: ναι, ναι, είναι μεγάλη χαρά, +ντόνα Νοέμι, ας κλάψουμε μαζί. +«Δέχεστε, ντόνα Νοέμι, κυρά μου; Είστε ευχαριστημένη, ε; Να +του πω να έρθει;» + +Εκείνη βίασε τον εαυτό της∙ δάγκωσε τα χείλη, ξανάνοιξε τα +μάτια και το αίμα ξαναγύρισε για να της βάψει το πρόσωπο, +αλλά απαλά, μια ιδέα γύρω από τα βλέφαρα και στα χείλη. +Κοίταξε τον Έφις κι εκείνος ξαναντίκρισε τα μάτια της όπως +τις τρομερές μέρες, γεμάτα μνησικακία και υπεροψία. Η σκιά +ξανάπεσε επάνω του. +«Μην παρεξηγείτε που σας μιλάω πρώτος εγώ γι’ αυτό, ντόνα +Νοέμι! Είμαι ένας φτωχός υπηρέτης, ναι, αλλά είμαι τάφος. Εάν +δεχτείτε, ο ντον Πρέντου θα στείλει τον παπά να κάνει την +πρόταση, ή όποιον θέλετε εσείς…» + +Η Νοέμι πέταξε κάτω τον κακοποιημένο πανσέ και έπιασε ξανά το +ράψιμο. Έμοιαζε ήρεμη. +«Εάν ο Πρέντου θέλει να γελάσει, ας γελάσει∙ δε μ’ +ενδιαφέρει.» +«Ντόνα Νοέμι!» +«Ναι, ναι! Δεν λέω ότι δεν είναι σοβαρή η πρόταση, βέβαια, +αλλιώς δεν θα ήσουν εδώ. Τώρα όμως κάνε μου τη χάρη, σήκω και +φύγε.» +«Ντόνα Νοέμι;» +«Λοιπόν, τι τρέχει πάλι; Σήκω, μην κάθεσαι γονατιστός εκεί +πέρα, με σταυρωμένα τα χέρια! Είσαι ηλίθιος!»¨ +«Μα ντόνα Νοέμι, τι έχετε πάθει; Αρνείστε;» +«Αρνούμαι.» +«Αρνείστε; Μα γιατί, ντόνα Νοέμι μου;» +«Γιατί; Το ξέχασες; Είμαι γριά, Έφις, και οι γριές δεν +αστειεύονται με τη θέλησή τους. Μη μου ξαναμιλήσεις γι’ +αυτό.» +«Μόνο αυτό έχετε να μου πείτε;» +«Μόνο αυτό έχω να σου πω.» + +Σώπασαν. Εκείνη έραβε, εκείνος είχε σηκώσει τα γόνατα και τα +έσφιγγε με τα χέρια. Του φαινόταν ότι ονειρεύεται, δεν +καταλάβαινε. Τελικά σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω. Όχι, +δεν ονειρευόταν, όλα ήταν αληθινά: η αυλή ήταν γεμάτη ήλιο +και σκιά, κάποιες σχίζες έπεφταν από το μπαλκόνι όπως πέφτουν +οι πευκοβελόνες το φθινόπωρο και πέρα από τον τοίχο φαινόταν +το Βουνό άσπρο σαν ζάχαρη και όλα ήταν γλυκά και τρυφερά όπως +το πρωί, όταν είχε βγει από το σπίτι του ντον Πρέντου. Του +φαινόταν πως άκουγε ακόμη τις γυναίκες να ξεσκονίζουν +χτυπώντας τα έπιπλα, αλλά λες και χτυπούσαν τον ίδιο. Ναι, +κάτι τον διαπερνούσε, στη ράχη, στους ώμους, στα πλευρά και +στους αγκώνες, στα γόνατα και στις αρθρώσεις των δακτύλων. +Και η ντόνα Νοέμι ήταν εκεί, χλωμή, και έραβε, έραβε και με +τη βελόνα της του τρυπούσε την ψυχή. Τα χελιδόνια περνούσαν +ασταμάτητα τριγύρω, πάνω από τα κεφάλια τους, σαν κινητή +γιρλάντα από μαύρα λουλούδια, από μικρούς μαύρους σταυρούς. +Οι σκιές τους έτρεχαν στο έδαφος σαν φύλλα που τα παίρνει ο +άνεμος, κι εκείνος θυμήθηκε τον πόνο που δοκίμασε όταν +σηκώθηκε κάτω από τον άμβωνα, και τη σκιά στο πρόσωπο της +Μαγδαληνής. Αναστέναξε βαθειά. Καταλάβαινε. Ήταν η τιμωρία +του Θεού που βάραινε επάνω του. + +Τότε άρχισε αργά αργά να μιλάει , πιάνοντας τον ποδόγυρο της +φούστας της Νοέμι και δεν καταλάβαινε καλά καλά τι έλεγε, θα +πρέπει όμως να μην ήταν και πολύ πειστικός επειδή η γυναίκα +συνέχιζε το ράψιμο και δεν απαντούσε, ήρεμη πάλι με ένα +διφορούμενο χαμόγελο στα χείλη. + +Και όταν φάνηκε να τα έχει πει όλα, όλη την περασμένη +δυστυχία, όλη τη λάμψη που υποσχόταν το μέλλον, τότε μίλησε +κι εκείνη, αλλά σιγά, ανασηκώνοντας μόλις τα μάτια, σαν να +μιλούσε μόνο με αυτά. +«Μην το σκέφτεσαι τόσο Έφις, μην ανακατεύεσαι περισσότερο +στις δικές μας υποθέσεις. Κι έπειτα ξέρεις: έχουμε ζήσει +μέχρι τώρα, καλά δεν ήμασταν μέχρι τώρα; Τι μας έλειψε; Και +θα συνεχίσουμε με τη βοήθεια του Θεού. Δε θα μας λείψει το +ψωμί. Το σπίτι του Πρέντου είναι γεμάτο πράγματα που ούτε να +τα φυλάξω δε θα μπορούσα.» + +Ο Έφις σκεφτόταν απογοητευμένος. Τι να κάνει, εάν δεν +καταφύγει στο ψέμα; + +Ξανάρχισε να ψηλαφίζει το ρούχο. +«Πρέπει όμως να σας πω κάτι σοβαρό, ντόνα Νοέμι. Δεν θα το +ήθελα, αλλά εσείς με το πείσμα σας με αναγκάζετε. Ο ντον +Πρέντου το έχει πάρει τόσο στα σοβαρά που εάν εσείς δεν τον +θελήσετε θα πεθάνει. Ναι, σαν να του έχουν κάνει μάγια, δεν +κοιμάται πια. Εσείς δεν ξέρετε τι είναι αγάπη, ντόνα Νοέμι∙ +σκοτώνει. Πρέπει να έχει κανείς λειψή συνείδηση για να αφήνει +να πεθαίνει ένας άνθρωπος….» + +Τότε η Νοέμι γέλασε και τα γερά της δόντια έλαμψαν έως μέσα, +όπως εκείνα ενός μικρού κοριτσιού που είναι πολύ χαρούμενο. +Εκείνο το γέλιο τον πείραξε τον Έφις, τον θύμωσε, τον έκανε +κακό και ψεύτη. +«Κάτι ακόμη πιο σοβαρό, ντόνα Νοέμι! Ναι, με αναγκάζετε να +σας το πω. Ο ντον Τζατσίντο απειλεί να γυρίσει εδώ…. +Καταλαβαίνετε;» + +Σταμάτησε να ράβει, τέντωσε τη μέση της, έριξε πίσω το κεφάλι +για να αναπνεύσει καλύτερα, τα χέρια της έσφιξαν το ύφασμα. + +Και ο Έφις πετάχτηκε επάνω τρομαγμένος, νομίζοντας ότι ήταν +έτοιμη να λιγοθυμήσει. + +Κράτησε όμως μια στιγμή μόνο. Τον ξανακοίταξε με τα μάτια της +όλο κακία και είπε ήρεμα: +«Και αν ακόμη γυρίσει, δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Και δεν +χρειαζόμαστε κανέναν για να μας προστατεύει». + +Εκείνος μάζεψε από χάμου τον πανσέ και πήγε να κάτσει στη +σκάλα, όπως τη νύχτα μετά το θάνατο της ντόνας Ρουθ. Δεν +αναρωτιόταν πλέον γιατί η Νοέμι απαρνιόταν τη ζωή∙ νόμιζε πως +καταλάβαινε. Ήταν η τιμωρία του Θεού που έπεφτε επάνω του, η +τιμωρία που βάραινε επάνω σ’ όλο το σπίτι. Κι εκείνος ήταν το +σκουλήκι μέσα στο φρούτο, ήταν το σαράκι που έτρωγε το +πεπρωμένο της οικογένειας. Ακριβώς σαν το σαράκι, όλα τα +έκανε εκείνος κρυφά. Ροκάνισε, ροκάνισε, ροκάνισε και τώρα +γιατί απορούσε που όλα γύρω του έγιναν κομμάτια; Έπρεπε να +φύγει∙ αυτό μόνο καταλάβαινε. Μια μικρή ελπίδα μόνο τον +στήριζε ακόμη, όπως το κοτσάνι, χλωρό ακόμη, στήριζε το χλωμό +πανσέ που εκείνος κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα. Ο Θεός δεν θα +εγκατέλειπε τις δυστυχισμένες γυναίκες. Όταν θα έφευγε +εκείνος, η ντόνα Νοέμι, που μπορεί να την είχε προσβάλει ο +τρόπος που της έκανε την πρόταση, θα υποχωρούσε. Εξ άλλου δυο +γυναίκες μόνες δεν μπορούν να ζήσουν. + +Έπρεπε να φύγει. Πώς δεν το είχε καταλάβει μέχρι τώρα; Του +φαινόταν να τον καλεί κάποια φωνή, και πράγματι μια φωνή τον +κάλεσε, πέρα από τον τοίχο, μέσα από τη σιωπή του δρόμου. + +Σηκώθηκε και ξεκίνησε, έπειτα γύρισε πίσω για να πάρει το +δισάκι που κρεμόταν σ’ ένα κρεμαστάρι κάτω από το χαγιάτι. Το +κρεμαστάρι, καρφωμένο εκεί από αιώνες, ξεκαρφώθηκε και +αναπήδησε ανάμεσα στα βότσαλα της αυλής σαν ένα μεγάλο, μαύρο +δάχτυλο. Εκείνος ανασκίρτησε. Ναι, έπρεπε να φύγει∙ ακόμη και +το κρεμαστάρι ξεκαρφώθηκε για να μην δεχτεί πια το δισάκι +του. + +Και παρ’ όλη την έκπληξη της Νοιέμι, που παρακολουθούσε με +την κόγχη του ματιού όλες τις κινήσεις του, εκείνος δεν +ξαναέβαλε το κρεμαστάρι στη θέση του και κίνησε να φύγει. +«Έφις; Φεύγεις;» + +Σταμάτησε με χαμηλωμένο το κεφάλι. +«Δεν θα περιμένεις την Έστερ; Θα γυρίσεις για το Πάσχα;» + +Ένευσε πως όχι. +«Έφις, σ’ έχω προσβάλει μήπως; Σου είπα κάτι κακό;» +«Κανένα κακό, κυρά μου. Μόνο να, πρέπει να φύγω∙ έφτασε η +ώρα.» +«Πήγαινε τότε στο καλό.» + +Εκείνος έμεινε για μια στιγμή σκεφτικός: του φάνηκε πως κάτι +ξέχασε, όπως όταν είναι να ταξιδέψουμε και διερωτόμαστε εάν +τα έχουμε πάρει όλα. +«Ντόνα Νοέμι, έχετε κάτι να με διατάξετε;» +«Όχι, τίποτε. Μου φαίνεται μόνο πως δεν είσαι καλά∙ είσαι +άρρωστος; Μείνε εδώ, θα καλέσουμε το γιατρό. Τρέμουν τα πόδια +σου.» +«Πρέπει να πηγαίνω.» +«Έφις, άκουσέ με. Μην σου κακοφαίνεται για ό, τι σου είπα. +Έτσι είναι, δεν μπορώ, πίστεψέ με. Ξέρω ότι αυτό σε +δυσαρεστεί, αλλά δεν μπορώ. Μην πεις τίποτε στην Έστερ και +πήγαινε, αφού θέλεις να φύγεις. Εάν όμως νοιώσεις άσχημα, +γύρισε. Να θυμάσαι ότι αυτό είναι το σπίτι σου.» + +Έριξε το δισάκι επάνω στους ώμους του και βγήκε. Στα +σκαλοπάτια της εξώπορτας τίναξε τα πόδια του, το ένα μετά το +άλλο, για να μην πάρει μαζί του ούτε τη σκόνη από το σπίτι +που εγκατέλειπε. + + +Κεφάλαιο δέκατο τρίτο + +Έξω τον περίμενε ο Τσουαναντόνι. +«Σας φώναξα τρεις φορές. Πάμε, η γιαγιά μου δεν είναι καλά +και θέλει να σας μιλήσει. Γιατί δεν έρχεστε; Μη φοβάστε, δε +θα σας πάρουμε το ψωμί απ’ το δισάκι.» + +Η γριά ήταν ακόμη ντυμένη στο κρεβάτι, με τους καρπούς των +χεριών της γυμνούς, κόκκινους και φλογάτους σαν αναμμένα +δαυλιά. Έμοιαζε ναρκωμένη, αλλά όταν ο Έφις έσκυψε επάνω της +του είπε με σβησμένη φωνή: +«Βλέπεις; Πήγε πάλι στο ποτάμι για να πλύνει, επειδή πρέπει +να δουλέψει. Κι εσύ μου είπες πως θα την παντρευόταν!» +«Θεια-Ποτόι! Πρέπει να κάνουμε υπομονή. Γεννηθήκαμε για να +υποφέρουμε.» + +Η γριά σήκωσε το χέρι της και τον τράβηξε με δύναμη επάνω +της. Μια οσμή σήψης και τάφου αναδυόταν από το μικρό κρεβάτι, +εκείνος όμως δεν τραβήχτηκε παρόλο που ένιωθε το κολιέ της +θειας-Ποτόι να του αγγίζει το πρόσωπο, ζεστό σαν να ήταν +επάνω στη φωτιά, και την αναπνοή της να περνάει πάνω στα +μαλλιά του σαν αράχνη. +«Άκουσέ με Έφις, είμαστε μπροστά στο Θεό. Εγώ είμαι έτοιμη να +φύγω. Ο ίδιος ο ντον Τζάμε θα έρθει να με πάρει, όπως το +είχαμε συμφωνήσει όταν ήμασταν παιδιά. Ήρθε η ώρα να φύγουμε +μαζί. Και στο δρόμο θα του πω να μη σταματήσει εκεί που +έπεσε, εκεί που τον σκότωσες, και να σε συγχωρήσει για την +αγάπη που έδειξες για τις κόρες του. Θα σε συγχωρήσει. Έφις∙ +αρκετά σήκωσες το βάρος. Κι εσύ όμως Έφις, σώσε την Γκριζέντα +μου. Θα χαθεί. Το θάνατό μου μόνο περιμένει για να το σκάσει +και γι’ αυτό δεν μπορώ να κλείσω ήσυχη τα μάτια. Πήγαινε στο +παλικάρι και πες του να μην την χάσει, να μην ξεχάσει ότι +υποσχέθηκε να την παντρευτεί. Να την παντρευτεί, ναι, κι έτσι +η ντόνα Νοέμι θα πάψει να τον σκέφτεται. Πήγαινε.» + +Τον έσπρωξε κι εκείνος γούρλωσε τα μάτια, αλλά του φάνηκε να +τον καίνε, να είναι σκεπασμένα με στάχτη, σαν να γύριζε από +την κόλαση. Η γριά δεν ξανάνοιξε τα δικά της. Τα χέρια της +είχαν κοκαλώσει, τα δάχτυλα ήταν άκαμπτα και ανοιχτά, +κουνούσε ακόμη τα χείλη της που είχαν γίνει βιολετιά και γύρω +γύρω μαύρα, αλλά δε μιλούσε πια. + +Δεν ξαναμίλησε. + +Από την τρύπα της στέγης έπεφτε, σαν μέσα από ένα +αναποδογυρισμένο χωνί, μια χρυσαφένια ηλιαχτίδα που φώτιζε +επάνω στο μικρό κρεβάτι το μαύρο της κορμί και τα κολιέ της, +αφήνοντας στην σκιά την υπόλοιπη έρμη κάμαρα. + +Ο Έφις κοίταζε σαν μέσα από τον πάτο ενός πηγαδιού εκείνο το +σημείο, ψηλό και μακρινό. Ξαφνικά όμως του φάνηκε ότι η +ηλιαχτίδα παρεξέκλινε, έπεφτε απάνω του και τον φώτιζε. Έτσι +όλα ήταν ξεκάθαρα. Τα μάτια του τώρα πια διέκριναν τα πάντα: +τριγύρω η σκιά από τα λάθη του, το κέντρο φωτισμένο, που ήταν +η τιμωρία του Θεού επάνω του. + +Ξαναπήρε το δισάκι, χωρίς να πει κουβέντα, και έφυγε. + +Περνώντας μπροστά από το σπίτι του ντον Πρέντου φώναξε τη +Στεφάνα και της είπε ότι έπρεπε να φύγει για δικές του +δουλειές και ότι δεν ήξερε πότε θα γυρίσει. +«Πες μου τουλάχιστον πού πας.» +«Στο Νούορο.» + +Δυο μέρες του πήρε μέχρι που να φτάσει στο Νούορο. Ανηφόριζε +σιγά σιγά, με σύντομα διαλείμματα, πέφτοντας στην άκρη του +δρόμου όταν κουραζόταν. Έκλεινε τα μάτια, αλλά δεν κοιμόταν. +Όταν τα ξανάνοιγε έβλεπε την κιτρινωπή δημοσιά να χάνεται +ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο του ορίζοντα, επάνω προς +τα βουνά του Νούορο και κάτω προς τη θάλασσα της Μπαρονία, +και του φαινόταν πως έτσι ζούσε πάντα, στην άκρη ενός δρόμου +που είχε διανύσει τον μισό και τον άλλο μισό τον είχε μπροστά +του. Κάτω στο βάθος είχε αφήσει τον τόπο όπου έκανε το +έγκλημα, επάνω, προς τα βουνά, ήταν ο τόπος της μετάνοιας. + +Ο καιρός ήταν καλός∙ οι κοιλάδες είχαν κιόλας χορταριάσει και +οι βίγκες άνθιζαν σαν μάτια χαμογελαστών παιδιών. + +Ένα δίχτυ από ρυάκια γυάλιζε ανάμεσα στο πράσινο στις +κατηφοριές και το ποτάμι μουρμούριζε ανάμεσα στα σκλήθρα. +Κανένα κάρο περνούσε που και που από τη δημοσιά και στον Έφις +ερχόταν η επιθυμία να ζητήσει να τον μεταφέρουν, αλλά αμέσως +λυπόταν γι’ αυτό. + +Όχι, έπρεπε να περπατήσει για την εξιλέωσή του, να φτάσει +χωρίς τη βοήθεια κανενός. + +Αυτό το πρώτο του ταξίδι είχε ένα σκοπό, γι’ αυτό και τον +απασχολούσαν ακόμη τα εγκόσμια, να φτάσει σύντομα, να +βιαστεί. Μετά νόμιζε ότι θα ήταν ελεύθερος, θα κουβαλούσε +μόνο το δικό του φορτίο με υπομονή, μέχρι το θάνατό του. + +Το πρώτο βράδυ διανυκτέρευσε σ’ ένα οδικό φυλάκιο της +κοιλάδας, αλλά δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Η νύχτα ήταν διαυγής +και γλυκιά. Στον λευκό ουρανό πάνω από την κοιλάδα, που την +έκλειναν στήλες από βράχια, κρεμόταν το φεγγάρι σαν χρυσή +λάμπα από το θόλο ενός ναού. Κάποιος άρρωστος όμως βογκούσε +μέσα στο θλιβερό σαν στάβλο φυλάκιο και ο ανθρώπινος πόνος +τάραζε την ερημιά. + +Ο Έφις ξεκίνησε πάλι πριν την αυγή, πιο κουρασμένος από πριν. +Και να τα βουνά της Ολιένα να ξεπετιούνται μέσα από τα λευκά +πυκνά σύννεφα σαν μια μάζα από λιβάνι μπροστά στο τραχύ +θυσιαστήριο από γρανίτη της Ορτομπένε. Όλο το τοπίο έχει μιαν +ιερή όψη και ο Λυτρωτής σταματάει το πέταγμα επάνω στον πιο +ψηλό βράχο, με το σταυρό να τινάζει τους μαύρους βραχίονές +του στο χρυσαφένιο θόλο του ουρανού. + +Και ο Έφις γονατίζει αλλά δεν προσεύχεται, δεν μπορεί να +προσευχηθεί, ξέχασε τα λόγια. Τα μάτια του όμως, τα χέρια του +που τρέμουν, όλο του το σώμα που αναταράζεται από τον πυρετό, +όλα είναι μία προσευχή. + +Όσο ανέβαινε προς το Νούορο άκουγε κάποιους χτύπους, λες και +μια μεγάλη καρδιά, κρεμασμένη πάνω από την κοιλάδα, να +χτυπούσε δυνατά, όλο και πιο δυνατά. +«Είναι ο Μύλος και ο Τζατσίντο βρίσκεται εκεί», σκέφτηκε με +χαρά. + +Ήταν ο τελευταίος σταθμός του ταξιδιού του στον κόσμο, ο +τελευταίος ανήφορος του Γολγοθά του, εκείνο το ανηφορικό +σοκάκι, βρώμικο, όλο λίγδα, με ένα γατάκι ψόφιο μέσα στα +σκουπίδια και τον ουρανό πορφυρό πάνω από τους ψηλούς τοίχους +σκεπασμένους με αγριάδα. + +Στα μισά του δρόμου γύρισε να κοιτάξει. Η σκιά ανέβαινε από +την κοιλάδα διαγράφοντας έναν σκούρο κύκλο επάνω στις +τριανταφυλλί πλαγιές της Ορτομπένε και έφτανε μέχρι τον ίδιο +στο σοκάκι. Ψηλά ακουγόταν το αγκομαχητό του Μύλου, ένα +αρσενικό καρδιοχτύπι σε αντίθεση προς το θηλυκό κάλεσμα μιας +καμπάνας που χτυπούσε τον εσπερινό και στο βάθος του δρόμου +περνούσαν χωριάτες με τα ζεμένα βόδια τους, επιβλητικοί αστοί +όπως ο ντον Πρέντου, γυναίκες με κανάτια στο κεφάλι. Άλλες +γυναίκες, χλωμές, κάθονταν να ξεκουραστούν επάνω στις πέτρες +από τους χαμηλούς φράχτες που περικύκλωναν μια εξωτερική +αυλή. + +Ο Έφις κοντοστάθηκε κουρασμένος, με το δισάκι να του γλιστρά +από τους ώμους, και ξεκίνησε την κουβέντα μαζί τους. +«Πού βρίσκεται ο ντον Τζατσίντο;» +«Ποιος; Εκείνος από το Μύλο; Εδώ, πιο πάνω. Τι του κουβαλάς +μες στο δισάκι; Είσαι ο υπηρέτης του;» +«Ναι. Και τι κάνει ο ντον Τζατσίντο;» +«Ε, δουλεύει και διασκεδάζει. Είναι εύθυμος, χρυσό παιδί. +Όλες οι γυναίκες τρέχουν από πίσω του…. τσακώνονται για χάρη +του λες και είναι γλυκό από μέλι…» + +Τότε ο Έφις θυμήθηκε το πανηγύρι στο Ριμέντιο, τη Νατόλια και +την Γκριζέντα που χόρευαν έχοντας στριμώξει ανάμεσά τους τον +ξένο και ένας δυνατός πόνος τον διαπέρασε, αλλά ο πόνος αυτός +του δημιούργησε μια έντονη επιθυμία μα κάνει κάτι ενάντια στη +μοίρα. +«Πού μπορώ να τον βρω; Να είναι στο Μύλο τώρα;» +«Κατά φωνή….» + +Και να τος πράγματι ο Τζατσίντο που έρχεται βιαστικός, +ξεσκούφωτος, με τα μαλλιά του και τα ρούχα άσπρα από το +αλεύρι. Κάποιος είχε πάει να τον ειδοποιήσει για τον ερχομό +του υπηρέτη. +«Τι γυρεύεις εδώ πάνω;», τον ρώτησε, πιάνοντας τον από τα +μπράτσα και ταρακουνώντας τον. + +Ο Έφις τον κοίταζε χωρίς να απαντά και τον άφησε να τον σύρει +μες στο σοκάκι μέχρι επάνω, μέχρι μια μικρή αυλή κλεισμένη +ανάμεσα σε δυο σπίτια πάνω από την κοιλάδα. Ένας άντρας, ένας +αστός κοντός, σχεδόν νάνος, με μεγάλα μελαγχολικά μάτια και +χλωμό πρόσωπο, έβγαζε νερό από το πηγάδι και ο Τζατσίντο τον +σύστησε σαν τον σπιτονοικοκύρη του. +«Πρέπει να σου μιλήσω», είπε ο Έφις. +«Σ’ ακούω, μίλησε.» + +Κάθισαν στην κουζίνα αλλά ο αστός ετοίμαζε το δείπνο και ο +Έφις δεν ήθελε να μιλήσει μπροστά του. Όσο για τον Τζατσίντο, +εκείνος αστειευόταν και γελούσε και δεν ενθάρρυνε τη +συζήτηση. + +Μέσα από το παραθυράκι φαινόταν πάνω στους βράχους της +Ορτομπένε ο Λυτρωτής μικρός σαν χελιδόνι, και από το περιβόλι +ανέβαινε μια μυρωδιά από βιόλες που θύμιζε την αυλή εκεί κάτω +των Πιντόρ. + +Ο Έφις ένοιωσε πόνο στην καρδιά αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. +Είπε μόνο: +«Τζατσιντί, το ’χεις ρίξει έξω, μου φαίνεται!» +«Τι να κάνω; Να πάω να κρεμαστώ;» + +Το ανθρωπάκι όμως, που μαγείρευε σκυμμένο μακαρόνια, σήκωσε +τα θλιμμένα του μάτια και ο Τζατσίντο γέλασε και κοίταξε τα +δοκάρια της στέγης. +«Ξέρεις Έφις, τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ, ενοικιαστής +αυτού εδώ του καλού άνθρωπο του Θεού, προσπάθησα στ’ αλήθεια +να κρεμαστώ. Το θυμώσατε Μικέλι;», το ανθρωπάκι ένευσε πως +ναι, αλλά κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Και αυτός με +έσωσε, μ’ έβαλε στο κρεβάτι σαν να ήμουν μωρό. Με έδενε όταν +έβγαινε. Είχα υψηλό πυρετό, αλλά έπειτα πέρασαν όλα και τώρα +είμαι χαρούμενος και ευχαριστημένος. Έτσι δεν είναι Μικέλι; +Δεν είμαι χαρούμενος και ευχαριστημένος; Έλα Έφις, μίλησε. +Σίγουρα έχεις έρθει για να ταράξεις τη χαρά μου.» + «Η γριά Ποτόι πέθανε», είπε επιτέλους ο Έφις και ο Τζατσίντο +του πλησίασε το πιρούνι στο πρόσωπο σαν να ήθελε να τον +τρυπήσει. +«Φύγε, πουλί της συμφοράς! Το ήξερα ότι θα έφερνες την είδηση +κάποιου θανάτου! Τι άλλο;» +«Και η Γκριζέντα ετοιμάζεται να μας αφήσει. Θα την δεις να +φτάνει εδώ σε μερικές μέρες. Αυτά ήρθα να σου πω.» + +Ο Τζατσίντο ξαναπήρε το παιδικό του ύφος, όπως κάποτε, +θλιμμένο και τρομαγμένο. +«Α, όχι, όχι! Δε θέλω να έρθει!» +«Δε θέλεις; Και πώς θα της το απαγορέψεις; Στο κάτω κάτω +είναι η αρραβωνιαστικιά σου, υποσχέθηκες πως θα την +παντρευτείς.» +«Δεν μπορώ να την παντρευτώ. Αλήθεια δεν είναι ότι δεν μπορώ, +Μικέλι; Δεν μπορώ και δε θέλω! Δεν είμαι σε θέση να +παντρευτώ: είμαι ένας κουρελής, έχω άλλες υποχρεώσεις εγώ και +το ξέρεις. Κοίταξε λοιπόν, μπορώ να μιλήσω μπροστά σ’ αυτόν +τον άνθρωπο που ξέρει τα πάντα για μένα, όπως εσύ, και με +συμπονά. Εγώ πρέπει να πληρώσω το χρέος από τις θείες μου. +Γι’ αυτό ήθελα να πεθάνω, επειδή η απελπισία ξεχείλισε την +καρδιά μου. Αυτός ο άνθρωπος όμως μου είπε: θα σε κρατήσω +τζάμπα στο σπίτι μου, θα σου δώσω στέγη και τροφή όταν θα +έχω, εσύ όμως θα πρέπει να στρωθείς στη δουλειά για να +πληρώσεις το χρέος σου.» + +Ο Έφις κοίταζε το ανθρωπάκι μεταξύ θαυμασμού και καχυποψίας +και έμοιαζε να τον ρωτά με τα μάτια: «γιατί τόση +γενναιοδωρία;». Κι εκείνος, που έτρωγε με το πρόσωπο σκυμμένο +επάνω στο πιάτο του, σήκωσε τα μάτια και είπε: +«Επειδή είμαστε χριστιανοί!» + +Τότε ο Έφις επανήλθε στον εαυτό του, σαν μέσα στο σπίτι της +ψυχής του, και θυμήθηκε γιατί είχε έρθει. +«Και όμως, Τζατσίντο, πρέπει να παντρευτείς την Γκριζέντα. Θα +έρθει εδώ σε μερικές μέρες∙ μην την διώξεις, μην την χάσεις!» +«Μα καλέ μου άνθρωπε! Δεν έχεις αυτιά για ν’ ακούσεις; Σου +λέω πως δε μπορώ να την κρατήσω, δε μπορώ να την παντρευτώ. +Πρέπει να πληρώσω το χρέος από τις θείες μου!» +«Θα το πληρώσεις με το να την παντρευτείς.» +«Τόσα πολλά κληρονόμησε;» είπε ο Τζατσίντο γελώντας, αλλά ο +Έφις τον κοίταζε σοβαρός και επανέλαβε δυο φορές: +« Ήρθα να σου μιλήσω γι’ αυτό». + +Ο σπιτονοικοκύρης κατάλαβε ότι η παρουσία του ενοχλούσε και +βγήκε έξω σιωπηλός, παρόλο που ο Τζατσίντο διαμαρτυρόταν και +του φώναζε να γυρίσει πίσω. +«Άσ’ τον», είπε ο Έφις. «Αυτό που έχω να σου πω δεν πρέπει να +το μάθει κανείς.» + +Και όμως, όταν έμειναν μόνοι, ένοιωσαν και οι δυο αμηχανία. +Το φως έμοιαζε να στέκει εμπόδιο ανάμεσά τους. Βγήκαν στη +μικρή αυλή, κάθισαν στο σκαλοπάτι και ο Τζατσίντο έκλεισε την +πορτούλα πίσω του, σαν να ήθελε να εμποδίσει το φως και τη +φωτιά να ακούσουν. Ο Έφις έψαχνε τις λέξεις για να βγάλει από +μέσα από την καρδιά του το θλιβερό μυστικό. Α, του φαινόταν +τόσο μεγάλο και βαρύ που δεν μπορούσε να το εξωτερικεύσει +όλο: κομμάτι κομμάτι, ίσως, ναι, ματώνοντας. Έσκυψε μέσα του: +έσκαβε, σιωπηλός, τραβούσε, τραβούσε, όπως την πέτρα από ένα +πηγάδι. Τελικά ανασηκώθηκε αναστενάζοντας, κουρασμένος και +αδύναμος. +«Τζατσίντο, άκου τι έχω να σου πω. Έτσι είναι ο κόσμος. Ο +ντον Πρέντου θέλει να παντρευτεί τη ντόνα Νοέμι και η ντόνα +Νοέμι δεν θέλει. Εσύ φταις γι’ αυτό!» + +Ο Τζατσίντο δεν απάντησε, αλλά του άρπαξε δυνατά το μπράτσο +λες και ήθελε να του το τσακίσει, έπειτα το άφησε. + +Ο Έφις τον άκουσε να λαχανιάζει ελαφρά, σαν να τον έπιασε +ταραχή, και ο ίδιος με τη σειρά του, την ώρα που του έσφιγγε +το μπράτσο και έκαιγε από το σφίξιμο, ανάσαινε με αγωνία. +«Ναι, εσύ φταις, εσύ φταις», ξανάρχισε σχεδόν επιθετικά. «Δεν +το ήξερες; Τόσο το καλύτερο! Η γριά, αυτό τουλάχιστον δεν σου +το είπε. Τώρα όμως πρέπει να το σκεφτείς σοβαρά. Πρέπει να το +βγάλεις από το μυαλό της θείας σου αυτό το σαράκι, +καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις;» +«Τι μπορώ να κάνω εγώ;» είπε τελικά το Τζατσίντο και σαν να +τον ξανακυρίεψε η παλιά του θλίψη. + +Σκυφτός μες στη σκιά κοίταζε τη γη στα πόδια του και έβλεπε +μια μαύρη άβυσσο. +«Τι μπορείς να κάνεις; Το ξέρεις, σου το είπα. Ξεκίνα εσύ να +κάνεις το καθήκον σου κι έπειτα εκείνη θα κάνει το δικό της…» +«Τι μπορώ να κάνω, τι περνάει από το χέρι μου; Πιστεύεις ότι +εμείς κανονίζουμε τη μοίρα μας; Θυμήσου τι λέγαμε εκεί κάτω, +στο κτηματάκι∙ το θυμάσαι; Κι εσύ, εσύ ο ίδιος κανόνισες τη +μοίρα σου;» + +Έσκυψε και ο Έφις κι έμειναν έτσι, κοντά κοντά, τόσο που ο +ένας ένοιωθε τη ζεστασιά από το πλευρό του άλλου. Οι κρόταφοί +τους είχαν πλησιάσει, σαν να άκουγαν μια υπόγεια φωνή. +« Είναι αλήθεια! Δεν μπορούμε να κανονίσουμε τη μοίρα μας», +παραδέχτηκε ο Έφις. +«Νομίζεις ότι θα είναι ευτυχισμένη εάν παντρευτεί το θείο +Πιέτρο; Δεν φτάνει το ψωμί για να μας κάνει ευτυχισμένους, +τώρα το καταλαβαίνω κι εγώ…. Χρειάζονται και άλλα!» +«Εσύ όμως, πες μου, εσύ…» +«Εγώ;» +«Ναι, εσύ, το ήξερες;» +«Τι να σου πω; Ένας άντρας τα καταλαβαίνει πάντα αυτά τα +πράγματα. Σου ορκίζομαι όμως στην ψυχή της μάνας μου πως εγώ +την σεβάστηκα πάντα τη Νοέμι, σαν να ήταν κάτι το ιερό…. Και +όμως, ναι, σου το λέω, επειδή ξέρω πως μπορώ να σου το πω, +μόνο μια φορά, όταν εκείνη λιγοθύμησε κι εγώ έκλαψα επάνω από +τα μάτια της, ναι, μπορώ να σου το πω, όπως θα μπορούσα να το +πω και στη μάνα μου, με την ίδια αθωότητα , ναι, +κοιταχτήκαμε… μέσα από τα δάκρυα, και ίσως τότε… ίσως τότε… +Δεν ξέρω, να, δεν σου λέω άλλα. Ίσως γι’ αυτό έφυγα, +περισσότερο γι’ αυτό παρά για το κακό που έκανα.» +«Να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Όταν ήρθες στο κτηματάκι, την +τελευταία φορά, το ήξερες κιόλας;» +«Το ήξερα.» +«Λοιπόν», είπε ο Έφις ενώ σηκωνόταν, «είσαι ένας πραγματικός +άντρας!» +«Τι τα θέλεις;» απάντησε αμέσως ο Τζατσίντο κολακευμένος. +«Γνωρίζω λίγο τη ζωή, τίποτε άλλο. Μαθαίνει κανείς γρήγορα τη +ζωή, όταν γεννιέται εκεί που γεννήθηκα εγώ. Κι εσύ όμως +γνωρίζεις τη ζωή, με τον τρόπο σου, και γι’ αυτό καταλάβαμε ο +ένας τον άλλο παρόλο που μιλάμε διαφορετική γλώσσα. Θυμήσου +όταν κατέβαινα στο κτηματάκι…. Έπαιζα και έβαλα ψεύτικη +υπογραφή επειδή ήθελα να πληρώσω τον Λιμενάρχη και να του +κάνω καλή εντύπωση επιστρέφοντας. Θα έλεγε: ο δυστυχισμένος, +ορθοπόδησε. Εγώ όμως, αντίθετα, έπεσα ακόμη πιο χαμηλά, πιο +χαμηλά… Με έπιασε όμως κάτι σαν τρέλα. Τώρα όμως άνοιξα τα +μάτια και βλέπω πού βρίσκεται η πραγματική σωτηρία. Εσύ, πού +τη βρήκες την πραγματική σωτηρία; Ζώντας για τους άλλους∙ +αυτό θέλω να κάνω κι εγώ, Έφις», πρόσθεσε, μιλώντας του κοντά +στο πρόσωπο. «Εσύ είσαι που με έσωσες∙ σαν κι εσένα θέλω να +είμαι… Απάντησε, έχω δίκιο; Σ’ έριξα καταγής, στην Ολιένα, +αλλά και τους αγίους τους κακομεταχειριστήκαν, δεν έπαψαν +όμως να είναι άγιοι. Απάντησε, έχω δίκιο;», επανέλαβε +ταρακουνώντας τον από τους ώμους. «Θυμάσαι τι λέγαμε στο +κτηματάκι; Εγώ το θυμάμαι πάνα και γι’ αυτό λέω στον εαυτό +μου: ο Έφις κι εγώ είμαστε δυο δυστυχισμένοι, αλλά είμαστε +πραγματικοί άντρες και οι δυο, περισσότερο και από τον θείο +Πιέτρο και από τον Μιλέζο, βέβαια! Ο θείος Πιέτρο; Τι είναι ο +θείος Πιέτρο; Άφησε τις θείες να υποφέρουν τόσα χρόνια μόνες, +μέσα στη φτώχεια και στην καταφρόνια όλου του χωριού, και +τώρα κι αυτός πιστεύει πως κάνει καλό επειδή θέλει να +παντρευτεί τη Νοέμι! Το κάνει επειδή η γυναίκα τού αρέσει +σαν γυναίκα, όπως σ΄ εμένα αρέσει η Γκριζέντα, και τίποτε +περισσότερο. Αγάπη είναι αυτή, συμπόνια; Κι εκείνη καλά κάνει +που δεν τον θέλει. Καλά κάνει! Τη συμμερίζομαι! Η πραγματική +αγάπη ήταν η δική σου για εκείνες και αν είναι κάποιος που θα +έπρεπε να αγαπούν και να παντρευτούν, ναι, το λέω, είσαι εσύ +και όχι ο θείος Πιέτρο…. Κι όμως σε πέταξαν έξω σαν ένα +γέρικο σκυλί, τώρα που δεν μπορείς να τους προσφέρεις τίποτε. +Και όμως εσύ τις αγαπάς περισσότερο γι’ αυτό, επειδή η καρδιά +σου είναι η καρδιά ενός πραγματικού ανθρώπου. Λοιπόν, τι +κάνεις τώρα; Έι, άνθρωπέ μου!.... Ντροπή! Αρκετά δεν έκλαψες; +Εμπρός, κουράγιο! Περπάτα.» + +Τον ταρακούνησε πάλι πιάνοντάς τον από πίσω, από τα μπράτσα, +αλλά ο Έφις έκλαιγε διπλωμένος στα δυο, με το κεφάλι ανάμεσα +στα γόνατα, και ενώ οι λυγμοί του γέμιζαν τη σιωπή της +νύχτας, θυμόταν το αίμα που είχε φτύσει μπροστά στην παλιά +εκκλησία της Ολιένα, μετά το άλλο επεισόδιο με τον Τζατσίντο. +Και τώρα του φαινόταν πως όλο το αίμα του έτρεχε από τα +μάτια, όλο το κακό αίμα, το αίμα της αμαρτίας. Το σώμα του +ήταν εξουθενωμένο και η ψυχή του χτυπιόταν μέσα του, σ’ ένα +χώρο κενό και μαύρο σαν τη νύχτα. Τα λόγια αγάπης όμως του +Τζατσίντο έλαμπαν φωτεινά στο σκοτεινό φόντο και τα ίδια του +τα δάκρυά τον φώτιζαν, άστραφταν τριγύρω του σαν αστέρια. + +Έμεινε μια εβδομάδα στο Νούορο. + +Τόσο ο ίδιος όσο και ο Τζατσίντο περίμεναν να δούνε από τη +μια στιγμή στην άλλη να φτάνει η Γκριζέντα, αλλά οι μέρες +περνούσαν κι εκείνη δεν ερχόταν. + +Ο Τζατσίντο δεν είχε πάρει ακόμη καμία απόφαση για την +περίσταση, φαινόταν όμως ήρεμος, δούλευε, γύριζε στο σπίτι +μόνο όταν ήταν η ώρα για φαγητό και αστειευόταν με το +σπιτονοικοκύρη του ζητώντας του συμβολές πώς να υποδεχτεί το +κορίτσι. +«Δεν θέλω βέβαια να την χάσω, την καημένη την ορφανή! Εάν την +παντρευόμασταν μαζί; Μια γυναίκα στο σπίτι χρειάζεται.» + +Το ανθρωπάκι τον κοίταζε με αποδοκιμασία, αλλά δεν μιλούσε, +τουλάχιστον όταν ήταν μπροστά ο Έφις. Αυτός πάλι δεν ήθελε, +με τη σειρά του, να εκβιάσει τη μοίρα, και σκεφτόταν ότι ήταν +αμαρτία να προσπαθήσει ν’ αντισταθεί στη θέληση της Θείας +Πρόνοιας. Σ’ αυτήν έπρεπε να αφεθούνε, όπως ο σπόρος στον +άνεμο. Ο Θεός ξέρει τι γίνεται. + +Ωστόσο δεν αποφάσιζε να φύγει, περιμένοντας την Γκριζέντα και +όταν δεν ήταν στο σπίτι ο Τζατσίντο κατέβαινε το σοκάκι, +καθόταν στο φρύδι της κοιλάδας και κατασκόπευε το λευκό δρόμο +στους πρόποδες του Βουνού. Ο ρυθμικός χτύπος του Μύλου τον +συγκινούσε, σχεδόν τον τρόμαζε. Του φαινόταν σαν χτύπος +καρδιάς, μιας καινούργιας καρδιάς που έκανε να ξανανιώσει η +άγρια, η αρχαία γη. Μέσα σ’ εκείνους τους χτύπους παλλόταν +και η καρδιά του Τζατσίντο και του Έφις του ερχόταν να κλάψει +όταν τον σκεφτόταν. Να τος, του φαινόταν ότι τον είχε πάντα +μπροστά στα μάτια του, ψηλό, ήρεμο, άσπρο από το αλεύρι, σαν +νεαρό φυτό που το σκεπάζει η πάχνη, εξαγνισμένο από την +εργασία και από την πρόθεσή του να κάνει το καλό. Όλοι τον +αγαπούν κι εκείνος είναι ευγενικός με όλους. Οι γυναίκες που +φέρνουν το σιτάρι στο Μύλο μαζεύονται γύρω του ενώ είναι +σκυμμένος και ζυγίζει το αλεύρι και τον κοιτάζουν με μητρικό +βλέμμα, με ερωτικό βλέμμα. Ο Έφις πήγε μια μέρα να τον δει +και ανάμεσα στο θόρυβο της μηχανής και στις κινήσεις των +χλωμών μορφών μπροστά σ’ ένα φλεγόμενο φόντο, ανάμεσα στο +μπλέξιμο των σκιών και στο τρίξιμο των βαρών, του φάνηκε πως +διέκρινε μια μικρογραφία του Καθαρτηρίου και τον Τζατσίντο να +βασανίζεται ανάμεσα στους κολασμένους, περιμένοντας ωστόσο +στο τέλος την εξιλέωση. + +Την Κυριακή μετά το Πάσχα πήγε σε μια μικρή αγροτική γιορτή +στο ξωκλήσι της Βαλβέρντε. + +Ήταν ένα κρύο απόγευμα και στην κοιλάδα του Ιζάλε φαινόταν να +κυριαρχεί ακόμη ο χειμώνας αφού την έδερνε ο βοριάς και το +Μόντε Άλμπο κάτω, στο βάθος, ανάμεσα στα σύννεφα έμοιαζε με +καράβι που είχε εξοκείλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ο +Έφις ακολουθούσε μια σειρά από χωριάτισσες τυλιγμένες στις +βαριές τους κάπες και με τον άνεμο να τον χτυπά το στήθος +ένοιωθε κάτι καινούργιο, κάτι δυνατό να μπαίνει μες στην +καρδιά του. Ο κόσμος περπατούσε θλιμμένος, αλλά ήρεμος, σαν +σε λιτανεία, λες και δεν πήγαινε σ’ έναν τόπο γιορτής, αλλά +προσευχής. Ακόμη και ένα ακορντεόν από μακριά επαναλάμβανε το +θρησκευτικό μοτίβο των δοξασιών κι εκείνος αισθανόταν ότι η +πορεία του προς την εξιλέωση είχε αρχίσει. + +Μόλις έφτασε στο ξωκλήσι, ψηλά στη βραχώδη πλαγιά, κάθισε +κοντά στην είσοδο και άρχισε να προσεύχεται. Του φαινόταν πως +η μικρή Παναγία κοίταζε λίγο τρομαγμένη από την υγρή της +κόγχη τον κόσμο που είχε έρθει να ταράξει τη μοναξιά της, πως +ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά και ο ήλιος χαμήλωνε +γρήγορα στην κοιλάδα για να αναγκάσουν τους ενοχλητικούς +προσκυνητές να φύγουν. Πράγματι, οι γυναίκες τυλίγονταν +καλύτερα μέσα στις κάπες τους και, αφού έλεγαν τις προσευχές +στο κομποσκοίνι, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. + +Έμεινε μόνο κάποια που πουλούσε μαντολάτα και ζαχαρωτά από +μαύρο αλεύρι, και δυο άντρες που κάθονταν ο έναν στη μια και +ο άλλος στην άλλη πλευρά της εισόδου της εκκλησίας κάτω από +τον γκρεμισμένο πρόδομο. + +Ο Έφις καθόταν σε μικρή απόσταση από αυτούς και τους κοίταζε +σοβαρός. Τους αναγνώρισε, τους είχε ξαναδεί στο πανηγύρι του +Ριμέντιο: ήταν δυο ζητιάνοι ντυμένοι κόσμια σαν αστοί, με +τιρκουάζ παντελόνια και σακάκια βελουτέ. Ο ένας ήταν ακόμη +νέος, ψηλός και σκυφτός, με πρόσωπο ωχρό και αποστεωμένο, λες +και είχε απομείνει μόνο το δέρμα επάνω στα κόκαλα, με τα +μαυρισμένα του βλέφαρα χαμηλωμένα, ζητιάνευε, ζητιάνευε +κουνώντας μόλις τα μελαγχολικά του χείλη που σκέπαζαν τα +μεγάλα προεξέχοντα δόντια του. Έμοιαζε να κοιμάται και να +μιλά στον ύπνο του, αδιάφορος για τον εξωτερικό κόσμο. Ο +άλλος, γέρος μα δυνατός, με πρόσωπο κατακόκκινο και όλο του +το κορμί συνεπαρμένο από ένα τρέμουλο που έμοιαζε ψεύτικο , +είχε τοποθετήσει ένα καπέλο ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του και +πότε πότε έσκυβε για να δει μέσα τα κέρματα. + +Το βράδυ όμως έπεφτε γρήγορα, φορτωμένο με σύννεφα, και ο +κόσμος έφευγε. Ακόμη και η γυναίκα με τα γλυκά έκλεισε τα +κουτιά της που απόμειναν γεμάτα και αγανακτισμένη άρχισε να +μιλά με τους ζητιάνους. +«Δεν άξιζε τον κόπο που κάναμε τόσο δρόμο! Γιορτή της +συμφοράς, αδέλφια μου!» +«Δεν τα βγάζουμε πια πέρα», είπε ο γέρος, άδειασε τα κέρματα +σ’ ένα μαντήλι και ξαναέβαλε το καπέλο στο κεφάλι. Μόλις όμως +έκανε να σηκωθεί ξανάπεσε, σαν να γλίστρησαν τα πόδια του στο +λιθόστρωτο της εισόδου, και χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο και +τα χέρια στο έδαφος. + +Μόλις άκουσε να κουδουνίζουν τα κέρματα επάνω στην πέτρα, ο +άλλος ζητιάνος ανασήκωσε το ωχρό του πρόσωπο και άνοιξε +διάπλατα τα ανέκφραστα μάτια του σαν να άκουγε έναν +απειλητικό θόρυβο. + + +Ο γέρος βογκούσε. Η γυναίκα και ο Έφις έτρεξαν κοντά του, +αλλά δεν μπόρεσαν να τον κάνουν να κρατήσει όρθιο το κεφάλι. +«Πρέπει να τον ξαπλώσουμε», είπε η γυναίκα, «θα του δώσω τώρα +λίγο ποτό να πιεί. Βάλ’ τον κάτω, βοήθησέ με.» + +Τον έβαλαν κάτω, αλλά οι σταγόνες από ένα πράσινο υγρό που +εκείνη προσπάθησε να του χύσει στο στόμα επάνω στα κλειστά +δόντια, του χύθηκαν στο σαγόνι. +«Μοιάζει πεθαμένος. Κι εσύ δεν κουνιέσαι;», εκείνη είπε στον +άλλο ζητιάνο. «Ήταν άρρωστος; Δεν απαντάς;» + +Ο άλλος προσπάθησε ν’ απαντήσει, αλλά από το στόμα του βγήκε +μόνο ένα τρεμάμενο ούρλιασμα∙ έπειτα ξέσπασε σε λυγμούς. +«Άντε, κουνήσου, πήγαινε να φωνάξεις τους βοσκούς που είναι +εκεί πάνω, στο δάσος…» +«Πού τον στέλνεις, αφού είναι τυφλός;» είπε ο Έφις ενώ έσκυβε +και έβαζε το ένα του χέρι επάνω στην καρδιά του γέρου. Η +καρδιά σκιρτούσε, σαν να προσπαθούσε κάθε φορά να ανυψωθεί κι +έπειτα έπεφτε αμέσως κάτω. + +Και το σκοτάδι πύκνωνε ολοένα. Κάθε σύννεφο, περνώντας από +τον κοντινό ορίζοντα, άφηνε ένα πέπλο, ο άνεμος λυσσομανούσε +πίσω από την εκκλησία και όλοι οι θάμνοι, μ’ ένα χρώμα +μεταλλικό πράσινο, σείονταν προεξέχοντας πάνω από την +κοιλάδα, σαν να ήθελαν να φύγουν, κυριευμένοι από μια έκρηξη +θλίψης και τρόμου. + +Ακόμη και η γυναίκα φοβήθηκε από την ερημιά και τον ξαφνικό +θάνατο. Έβαλε τα κουτιά επάνω στο κεφάλι της και είπε: +«Πρέπει να φύγω. Θα ειδοποιήσω το γιατρό στο Νούορο.» + +Κι έτσι ο Έφις απόμεινε μόνος, ανάμεσα στον ετοιμοθάνατο και +στον τυφλό. +«Ο σύντροφός μου υπόφερε από καρδιά», έλεγε ο ζητιάνος. «Τις +τελευταίες ημέρες ήταν άρρωστος, αλλά κανείς δεν το πίστευε. +Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ποτέ…» +«Ήταν συγγενής σου;» +«Όχι. Συναντηθήκαμε πριν δέκα χρόνια, στο πανηγύρι του +Μιράκολο. Εγώ τότε είχα έναν σύντροφο, τον Ζουάν Μαρία, που +με κακομεταχειριζόταν. Με είχε σαν σκυλί. Τότε αυτός ο +φουκαράς ο γέρος με πήρε μαζί του. Με είχε σαν παιδί του, δεν +μου άφηνε ποτέ το χέρι πριν καθίσω σε σίγουρο μέρος. Τώρα όλα +τελείωσαν…» +«Τι θα κάνεις τώρα;» +«Τι θες να κάνω; Θα μείνω εδώ περιμένοντας το θάνατο. Τα έχω +μαζί μου όλα, η ψυχή μου να σωθεί.» +«Μπορώ να σε πάω μέχρι το Νούορο», είπε ο Έφις, και ξαφνικά +άρχισε να κλαίει. + +Σκυμμένος επάνω στον ετοιμοθάνατο προσπαθούσε να τον +ξαναζωντανέψει βρέχοντας τα χείλη του με το ποτό που άφησε η +γυναίκα και το μέτωπό του με ένα κουρέλι βουτηγμένο στο +κρασί. Αλλά το τραγικό του πρόσωπο είχε πάρει χρώμα βιολετί +και πράσινο, όλο και πιο σκληρό και ακίνητο στο αβέβαιο φως +του δειλινού. Και η καρδιά του έπαψε να χτυπά. Ο Έφις +ξαναζούσε την πιο τρομερή στιγμή της ζωής του: θυμόταν το +γεφύρι, εκεί κάτω, ανάμεσα στον κυματισμό των βούρλων κάτω +από το φεγγάρι, κι εκείνος σκυμμένος να αφουγκράζεται την +καρδιά του πεθαμένου αφεντικού του…. + +Και παρ’ όλα αυτά αισθανόταν ξαλαφρωμένος, όπως κάποιος που, +ύστερα από μακρά περιπλάνηση σε απρόσιτα μέρη, ξαναβρίσκει το +χαμένο δρόμο του, το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε. +«Εσύ δεν θα φύγεις;» ρώτησε ο τυφλός, ακίνητος πάντα στο +πόστο του. +«Θα φύγω όταν το θελήσει ο Θεός. Τώρα θ’ ανάψω φωτιά γιατί +πρέπει να περάσουμε εδώ τη νύχτα.» + +Πήγε να βρει ξύλα. Ο άνεμος λυσσομανούσε όλο και περισσότερο +και τα σύννεφα ανεβοκατέβαιναν από την Ορτομπένε, πάνω κάτω +σαν χείμαρροι λάβας, σαν στήλες καπνού, σκορπίζοντας επάνω σ’ +όλη την κοιλάδα. Στα υψώματα όμως του Νούορο μια λωρίδα +ουρανού παρέμενε βαμμένη μ’ ένα μελαγχολικό γαλάζιο χρώμα +λαζουρίτη και το καινούργιο φεγγάρι έδυε τριανταφυλλί ανάμεσα +σε δυο γκρεμούς. + +Πηγαίνοντας προς το υπόστεγο ο Έφις είδε τον τυφλό που +μετακινήθηκε και ήταν τώρα σκυμμένος επάνω από το σύντροφό +του καλώντας τον με τ’ όνομά του. Έκλαιγε και έψαχνε το +κομπόδεμα με τα κέρματα. Μόλις το βρήκε το έριξε μέσα στον +κόρφο του και συνέχισε να κλαίει. + +Έτσι πέρασαν τη νύχτα. Ο τυφλός διηγούταν τα δικά του, +ανακατεύοντάς τα με ιστορίες από τη Βίβλο και ο πόνος τού +περνούσε γρήγορα, σαν ένα βίαιο κακό που περνάει σύντομα. +«Τι νομίζεις, αδερφέ μου; Εγώ γεννήθηκα πλούσιος, ο πατέρας +μου ήταν σαν τον Ιακώβ, αλλά χωρίς τόσα πολλά παιδιά, και +έλεγε: δεν πειράζει που το παιδί μου είναι τυφλό, τα μάτια +του είναι από χρυσάφι (εννοούσε τα πλούτη του) και θα δει +έτσι κι αλλιώς. Και η μητέρα μου, που η φωνή της ήταν γλυκιά +σαν φρούτο, θυμάμαι, έλεγε: αρκεί ο Ιστένε μου να μείνει +αθώος, τίποτε άλλο δεν ενδιαφέρει. Κι έτσι, που λες, αδελφέ +μου, μου έφαγαν την περιουσία όταν πέθαναν ο πατέρας και η +μητέρα μου, με τσιμπολόγησαν σαν να’ μουνα ένα τσαμπί +σταφύλι, όλοι τους, συγγενείς και γνωστοί∙ ο Θεός να τους +συχωρέσει. Μ’ ανάγκασαν να βγω στη ζητιανιά, εγώ όμως, πρέπει +να σου πω, κράτησα την αθωότητά μου: δεν έκανα ποτέ κακό σε +κανένα. Ο Κύριος όμως με βοήθησε πάντα. Πρώτα ο Ζουάν Μαρία, +ο Θεός ν’ αναπάψει την ψυχή του, κι έπειτα αυτός υπήρξαν οι +σύντροφοί μου, τ’ αδέλφια μου, όπως οι άγγελοι που +συντρόφευαν τον Τωβία. Τώρα …..» +«Και τώρα ακόμη δεν θα σου λείψει η συντροφιά», είπε ο Έφις +σοβαρά. «Τι εννοείς όμως όταν λες πως είσαι αθώος;» +«Ότι βαδίζω προς την αιωνιότητα», είπε ο τυφλός χαμηλόφωνα. +«Πηγαίνω προς μια πύλη που θα με υποδεχτεί ορθάνοιχτη, και +δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο. Εάν έχω λίγο ψωμί, θα το φάω, εάν +δεν έχω, δεν θα πω κουβέντα. Δεν άγγιξα ποτέ τα πράγματα των +άλλων, δεν γνώρισα ποτέ γυναίκα. Ο Ζουάν Μαρία μου έφερε +κάποτε μια. Ένοιωσα ότι είχε τη μυρωδιά του κακού και έπεσα +καταγής σαν να πέρασε άνεμος. Τι πρέπει να κάνω, ψυχή μου; +Εάν δε σώσω την ψυχή μου, τι άλλο έχω αδελφέ μου;» +«Τα λεφτά όμως του πεθαμένου τα πήρες, μπαγαμπόντη!» είπε ο +Έφις. +«Δικά μου ήταν. Τι τα θέλει τα λεφτά ένας πεθαμένος; Ένα σου +λέω: δεν έκλεψα ούτε έχυσα ποτέ αίμα. Ούτε τ’ αδέλφια του +Ιωσήφ έχυσαν αίμα. Ο Ιούδας τους είπε: καλύτερα να τον +πουλήσουμε στους Ισμαηλίτες παρά να τον σκοτώσουμε. Έτσι και +έκαναν. Την ξέρεις την ιστορία του εβραίου Ιωσήφ; Λυπάμαι που +φεύγεις, αλλιώς θα σου την έλεγα.» +«Όχι, δεν φεύγω», είπε ο Έφις, «θα σε συνοδεύω από τώρα και +στο εξής. Θα οδηγούμε από το χέρι ο ένας τον άλλο.» + +Ο τυφλός χαμήλωσε μια στιγμή το κεφάλι, ψαύοντας το κομπόδεμα +με τα κέρματα: δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται από την απόφαση +του αγνώστου. Τον ρώτησε μόνο: +«Κι εσύ ζητιάνος είσαι;» +«Ναι», είπε ο Έφις, «δεν το κατάλαβες;» +«Εντάξει τότε, πάρ’ το, κράτα το εσύ.» + +Και του έδωσε το κομπόδεμα με τα χρήματα. + + +Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο + +Από εκεί πήγαν στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος. Ο τυφλός +γνώριζε καλά πότε γίνεται κάθε πανηγύρι και ποιόν δρόμο +έπρεπε να πάρουν και ήταν εκείνος που οδηγούσε το σύντροφό +του. + +Περνώντας από το Νούορο ο Έφις τον οδήγησε προς το Μύλο, τον +άφησε ακουμπισμένο σ’ ένα τοίχο και πήγε να χαιρετήσει τον +Τζατσίντο. +«Φεύγω για τόπους μακρινούς. Αντίο. Να θυμάσαι την υπόσχεσή +σου.» + +Ο Τζατσίντο ζύγιζε ένα σακί αλεσμένο κριθάρι. Ανασήκωσε τα +μάτια του με τα λευκά από το αλεύρι βλέφαρα και χαμογέλασε. +«Ποια υπόσχεση;» +«Ότι θα ζυγίζεις καλά», είπε ο Έφις και έφυγε. + +Μόλις ζύγισε το σακί, ο Τζατσίντο πετάχτηκε έξω και είδε τους +δυο ζητιάνους ν’ απομακρύνονται πιασμένοι από το χέρι, χλωμοί +και τρεμάμενοι και οι δυο, σαν άρρωστοι. Τον φώναξε, αλλά ο +Έφις του έκανε με το χέρι αντίο χωρίς να στρέψει. + +Μόλις βγήκαν από το χωριό άρχισαν οι ερωτήσεις, επειδή ο +τυφλός, παρ’ όλο που είχε το δισάκι του γεμάτο, ήθελε να +ζητάει ελεημοσύνη από τους διαβάτες, ενώ ο Έφις παρατηρούσε: +«Γιατί να ζητάμε, αφού έχουμε;» +«Και αύριο; Δεν σκέφτεσαι το αύριο; Τι ζητιάνος είσαι εσύ; +Φαίνεται πως είσαι καινούργιος.» + +Τότε ο Έφις κατάλαβε πως δεν ήθελε να ζητάει επειδή +ντρεπόταν, και κοκκίνισε γι’ αυτό. + +Ο καιρός χειροτέρευε. Προς το βράδυ άρχισε να βρέχει και οι +δυο σύντροφοι πλησίασαν σε μια καλύβα βοσκών, αλλά δεν τους +έβαλαν μέσα κι έτσι υποχρεώθηκαν να βρουν καταφύγιο κάτω από +ένα υπόστεγο φτιαγμένο από κλαδιά, πλάι στη στάνη. Τα σκυλιά +γαύγιζαν, ένας πέπλος μελαγχολίας περιέβαλε όλη την υγρή +πεδιάδα και η βροχή και ο άνεμος έσβηναν τη μικρή φωτιά που ο +Έφις προσπαθούσε ν’ ανάψει. + +Ο τυφλός έμενε απαθής, ακίνητος πίσω από το πονεμένο του +προσωπείο. Καθισμένος – δεν ξάπλωνε ποτέ – με τα χέρια γύρω +από τα γόνατα, με τα μεγάλα κίτρινα δόντια του να λάμπουν +στην ανταύγεια της φωτιάς, με τα σκούρα του βλέφαρα +χαμηλωμένα, συνέχιζε να διηγείται τις ιστορίες του. +«Πρέπει να ξέρεις πως χρειάστηκαν δεκατρία ολόκληρα χρόνια +για να χτιστεί το σπίτι του Βασιλιά Σολομώντα. Βρισκόταν σ’ +ένα δάσος που το έλεγαν Λίβανο εξ αιτίας των ψηλών κέδρων που +φύτρωναν εκεί. Μέρος δροσερό. Και όλο το σπίτι ήταν φτιαγμένο +από χρυσές και ασημένιες κολώνες, με τις τραβέρσες από γερό +ξύλο, δουλεμένο, και το πάτωμα από μάρμαρο, όπως στις +εκκλησίες. Στη μέση του σπιτιού ήταν μια αυλή με μια βρύση +που έτρεχε νερό μέρα-νύχτα, και οι τοίχοι ήταν όλοι από +πολύτιμες πέτρες, κομμένες στο ίδιο μέγεθος, όπως τα τούβλα. +Ο πλούτος που βρισκόταν εκεί μέσα ήταν ανυπολόγιστος: τα +πιάτα ήτα χρυσά, τα δοχεία χρυσά κι εκείνα, και όλο το σπίτι +ήταν στολισμένο με ρόδια και κρίνα από χρυσάφι, ακόμη και τα +κολάρα των σκύλων ήταν χρυσά και οι ιπποσκευές των αλόγων +ασημένιες και τα καλύμματά άλικα. Και ήρθε η βασίλισσα του +Σαβά, που είχε ακούσει να τα εξιστορούν όλα αυτά μέχρι την +άλλη άκρη του κόσμου, και ζήλευε, επειδή κι εκείνη ήταν +πλούσια και ήθελε να δει ποιος ήταν πλουσιότερος. Οι γυναίκες +έχουν περιέργεια….» + +Ένας από τους βοσκούς, που τον είχαν ελκύσει οι ιστορίες του +τυφλού, πλησίασε στο υπόστεγο τρέχοντας σκυφτός για να μην +βραχεί. Οι σύντροφοί του τον μιμήθηκαν. + +Συνεπαρμένος από την επιτυχία του ο τυφλός ζωήρεψε, σηκώθηκε, +διηγήθηκε την ιστορία της Θάμαρ με τις πίτες. + +Οι βοσκοί γελούσαν δίνοντας μεταξύ τους και καμιά αγκωνιά. +Έφεραν γάλα, ψωμί και έδωσαν και μερικά κέρματα στον τυφλό. + +Ο Έφις όμως ήταν λυπημένος και μόλις μείνανε μόνοι έβαλε τις +φωνές στο σύντροφό του για τη δολιότητά του και το κακό +παράδειγμα. +«Μιλάς όπως μιλούσε η μητέρα μου», είπε ο τυφλός, και +αποκοιμήθηκε κάτω από τη βροχή. + +Στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος υπήρχε λίγος κόσμος αλλά +εκλεκτός. Ήταν τσέλιγκες με τις χοντρές γυναίκες τους και τα +όμορφα, σβέλτα κορίτσια τους. Έρχονταν καβάλα στα άλογα, +αγέρωχοι και μελαχρινοί οι άντρες, ζωσμένοι με τα μακριά τους +μαχαίρια σε δερμάτινες στολισμένες θήκες∙ οι νέοι ψηλοί, με +τα δόντια και το ασπράδι των ματιών τους που έλαμπαν, +ευκίνητοι σαν βεδουίνοι∙ τα κορίτσια ευλύγιστα και ευχάριστα +όπως οι βιβλικές μορφές που ανέφερε ο τυφλός. + +Ο καιρός εξακολουθούσε να είναι βροχερός και γύρω από το +εκκλησάκι, σκουρόχρωμο ανάμεσα στις πέτρες και στους θάμνους +της πεδιάδας, βασίλευε μια απέραντη σιωπή, μια έντονη μυρωδιά +από δάση. Τα σύννεφα που τρέχανε στον γκρίζο ουρανό έδιναν +στον τόπο μια όψη ακόμη πιο φανταστική. + +Όλο το πρωί ξεφύτρωναν καβαλάρηδες μέσα από το ομιχλώδες +μονοπάτι. Ξεπέζευαν σιωπηλοί λες και είχαν μυστική συνάντηση +σ’ εκείνο το μακρινό σημείο του κόσμου. Ο Έφις καθόταν με τον +τυφλό στην είσοδο της εκκλησίας και του φαινόταν να +ονειρεύεται. + +Εδώ επίσης δεν υπήρχαν άλλοι ζητιάνοι κι εκείνος ένοιωθε έναν +αόριστο φόβο όταν οι ισχυροί και υπεροπτικοί άντρες, που από +το στόμα και τα ρουθούνια τους έβγαινε μια άχνα ζωής, +περνούσαν μπροστά του. Ένοιωθε φόβο και ντροπή αλλά και +ζήλια. Εκείνοι ήταν άντρες! Τα χέρια τους έμοιαζαν νύχια +αρπακτικού έτοιμα ν’ αρπάξουν την τύχη στο πέρασμά της. +Έμοιαζαν όλοι ληστές, άνθρωποι πάνω από το νόμο: δεν +μετάνιωναν βέβαια για τις αμαρτίες τους, εάν είχαν, δεν τους +βασάνιζε η συνείδηση, εάν είχαν πάρει το νόμο στα χέρια τους, +στη διάρκεια της ζωής τους. Νόμιζε ότι τον κοιτούσαν με +περιφρόνηση, πετώντας του το νόμισμα, ότι ντρέπονταν γι’ +αυτόν σαν άνθρωπο και ότι ήταν έτοιμοι να τον κλωτσήσουν στο +πέρασμά τους, σαν να ήταν ένα βρόμικο κουρέλι. + +Αλλά έπειτα κοίταζε μακριά: πέρα από την ομίχλη του φαινόταν +πως άρχιζε ένας άλλος κόσμος και πως άνοιγε η πύλη για την +οποία μιλούσε ο τυφλός, η μεγάλη πύλη της αιωνιότητας. Και +μετάνιωνε για την ντροπή του. + +Στο πλάι του ο σύντροφός του συνέχιζε να ζητά ελεημοσύνη +απαγγέλλοντας ή απευθυνόταν σ’ εκείνον για να τον ακούνε οι +περαστικοί: +«Τι κάνουμε εμείς σ’ αυτή τη ζωή, που είμαστε βάρος στους +σπλαχνικούς ανθρώπους που μας δίνουν ελεημοσύνη;» +«Τι κάνουμε, αδελφέ μου;» +«Λοιπόν, σύντροφέ μου, όλα γίνονται με τη θέληση του Κυρίου: +εμείς είμαστε όργανα κι Εκείνος μας χρησιμοποιεί για να +δοκιμάσει την καρδιά των ανθρώπων, όπως ο χωρικός +χρησιμοποιεί την τσάπα για να σκάψει τη γη και να δει αν +είναι γόνιμη. Χριστιανοί, μη βλέπετε στο πρόσωπό μας δυο +φτωχές υπάρξεις, πιο θλιβερές και από τα φύλλα που πέφτουν, +πιο βρώμικες και από τους λεπρούς. Να δείτε στο πρόσωπό μας +τα όργανα του Κυρίου που θέλει να συγκινήσει τις καρδιές +σας!» + +Τα χάλκινα νομίσματα έπεφταν μπροστά τους σαν σκληρά, ηχηρά +άνθη. Ήταν δυο ωραιότατοι νέοι από το Νούορο που για να +προσελκύσουν την προσοχή των κοριτσιών άρχισαν να ρίχνουν +χρήματα στον τυφλό, βάζοντας στόχο το στήθος του και γελώντας +κάθε φορά που το πετύχαιναν. Έπειτα πλησίασαν και βάζοντας +τώρα στόχο τον Έφις, το διασκέδαζαν. Ο Έφις τιναζόταν σε κάθε +χτύπημα και του φαινόταν πως τον λιθοβολούσαν, αλλά μάζευε τα +κέρματα με κάποια απληστία, και η κατάληξη ήταν, μόλις +τελείωσε το παιχνίδι, να μετανιώσει πάλι και να ντρέπεται. + +Στο μεταξύ οι γυναίκες προετοίμαζαν το γεύμα. Είχαν ανάψει +φωτιά κάτω από ένα απομονωμένο δέντρο και ο καπνός +ανακατευόταν με την ομίχλη. Η κηλίδα των κόκκινων κορσέδων +τους ξεχώριζε, μέσα στο γκρίζο, πιο ζωηρή και από τη φλόγα. +Δεν είχε τραγούδια ούτε μουσική σ’ αυτό το μικρό πανηγύρι που +στον Έφις φαινόταν να είναι μια συμμάζωξη ληστών και βοσκών +που συγκεντρώθηκαν εκεί από την επιθυμία να ξαναδούν τις +γυναίκες τους και να πάρουν μέρος στη λειτουργία. + +Το μεσημέρι όλοι μαζεύτηκαν κάτω από το δέντρο, γύρω από τη +φωτιά, και ο παπάς κάθισε στη μέση. Ο καιρός ξάνοιγε, μια +χρυσή ηλιαχτίδα από το ζενίθ περνούσε μέσα από τα σύννεφα και +έπεφτε κατ’ ευθείαν επάνω στο δέντρο όπου γινόταν το +φαγοπότι. Κάτω από το δέντρο, οι βοσκοί καθισμένοι καταγής, +οι γυναίκες με τα κάνιστρα στο χέρι, ο παπάς με ένα δισάκι +ριγμένο στους ώμους σαν σάλι για να προφυλαχτεί από την +υγρασία, τα παιδιά που γελούσαν, τα σκυλιά που κουνούσαν την +ουρά και κοίταζαν τ’ αφεντικά τους μες στα μάτια περιμένοντας +να γλείψουν το κόκαλο, όλα θύμιζαν τη γλυκιά γαλήνη μιας +βιβλικής σκηνής. + +Οι γυναίκες, σπλαχνικές, έφερναν μεγάλα πιάτα με κρέας και +ψωμί στους δυο ζητιάνους και μόλις ο τυφλός άκουγε το σύρσιμο +των βημάτων τους επάνω στη χλόη ανέβαζε τη φωνή και άρχιζε +τις ιστορίες του. +«Μάλιστα, υπήρχε ένας βασιλιάς που έβαζε να λατρεύουν τα +δέντρα και τα ζώα, ακόμη και τη φωτιά. Τότε ο Θεός, +προσβεβλημένος, έκανε τους υπηρέτες αυτού του βασιλιά τόσο +κακούς που άρχισαν να συνωμοτούν για να σκοτώσουν τον αφέντη +τους. Αυτό και έκαναν. Μάλιστα, αυτός έβαζε να λατρεύουν ένα +Θεό όλον από χρυσάφι, γι’ αυτό στο κόσμο έμεινε η συνήθεια ν’ +αγαπά τόσο το χρήμα, έτσι που ακόμη και ο συγγενής σκοτώνει +το συγγενή για το χρήμα. Έτσι έγινε και μ’ εμένα, οι +συγγενείς μου, αφού είδαν ότι δεν έχω το φως μου, μ’ έγδυσαν +όπως ο άνεμος γδύνει ένα δέντρο το φθινόπωρο.» + +Ο κόσμος έφυγε γρήγορα και οι δυο άντρες έμειναν πάλι μόνοι +μέσα στη θλίψη του έρημου τόπου. + +Η ομίχλη αραίωνε, σκουρόχρωμα δάση έκαναν την εμφάνισή τους +με φόντο το ξεθωριασμένο γαλάζιο του ορίζοντα∙ έπειτα παντού +γαλήνη, λες και αόρατα χέρια τράβηξαν απ’ όλες τις μεριές τα +πέπλα της κακοκαιρίας και ένα μεγάλο ουράνιο τόξο με εφτά +ζωηρά χρώματα, και ένα μικρότερο πιο ξεθωριασμένο, καμπύλωσαν +πάνω από το τοπίο. Η άνοιξη του Νούορο χαμογέλασε τότε στον +κακόμοιρο τον Έφις, καθισμένο στην είσοδο της εκκλησίας. +Μεγάλες κίτρινες νεραγκούλες, υγρές σαν καμωμένες από δροσιά, +έλαμπαν στα ασημένια λιβάδια και τα πρώτα αστέρια που +εμφανίστηκαν με το πέσιμο της νύχτας χαμογελούσαν στα +λουλούδια. Ο ουρανός και η γη έμοιαζαν με δυο καθρέφτες που +αντανακλούσαν ο ένας μέσα στον άλλο. + +Ένα αηδόνι τραγουδούσε στο μοναχικό δέντρο που επάνω του +παρέμενε ακόμη διάχυτος ο καπνός. Όλη η δροσιά της βραδιάς, +όλη η αρμονία των μακρινών, ήρεμων τοπίων, και το χαμόγελο +των αστεριών προς τα λουλούδια και το χαμόγελο των λουλουδιών +προς τ’ άστρα, και η περήφανη ευθυμία των νεαρών βοσκών και ο +πόθος των γυναικών κρυμμένος μέσα στους κόκκινους κορσέδες, +και όλη η μελαγχολία των φτωχών που ζουν περιμένοντας τ’ +αποφάγια από το τραπέζι των πλουσίων, και οι μακρινοί πόνοι +και οι ελπίδες του επέκεινα, και το παρελθόν, η χαμένη +πατρίδα, η αγάπη, το έγκλημα, η τύψη, η προσευχή, ο ψαλμός +του προσκυνητή που πηγαίνει, πηγαίνει και δεν ξέρει πού θα +περάσει τη νύχτα αλλά νιώθει πως τον οδηγεί ο Θεός, και η +μοναξιά του πράσινου στο κτηματάκι εκεί πάνω, ο ήχος του +ποταμού και των σκλήθρων εκεί κάτω, η μυρωδιά από τους +φλόμους, το γέλιο και το κλάμα της Γκριζέντα, το γέλιο και το +κλάμα της Νοέμι, το γέλιο και το κλάμα τα δικά του, του Έφις, +το γέλιο και το κλάμα όλου του κόσμου, τρεμόπαιζαν και +πάλλονταν μέσα στις νότες του αηδονιού επάνω στο μοναχικό +δέντρο που έμοιαζε ψηλότερο από τα βουνά, με την κορυφή του +ν’ αγγίζει τον ουρανό και την άκρη του τελευταίου φύλλου +χωμένη μέσα σ’ ένα αστέρι. + +Και ο Έφις ξανάρχισε να κλαίει. Δεν ήξερε το γιατί, αλλά +έκλαιγε. Του φαινόταν πως ήταν μόνος στον κόσμο, με σύντροφο +το αηδόνι. + +Ένιωθε ακόμη τα κέρματα των νεαρών από το Νούορο να του +χτυπούν το στήθος και ανασκιρτούσε ολόκληρος σαν να τον +λιθοβολούσαν∙ ήταν όμως μια ανατριχίλα χαράς, ήταν η ηδονή +του μαρτυρίου. + +Ο σύντροφός του, με τον ώμο ακουμπισμένο στην κλειστή είσοδο +και τα χέρια γύρω από τα γόνατα, κοιμόταν και ροχάλιζε. + +Από εκεί έφυγαν για το Φόνι, για το πανηγύρι των Αγίων +Μαρτύρων. Περπατούσαν πάντα με μικρά διαλείμματα, σταματώντας +στις στάνες, όπου ο τυφλός κατάφερνε να τον ακούνε οι βοσκοί, +που φαίνεται ότι τους αναγνώριζε «από τη μυρωδιά», όπως +έλεγε, διηγούμενος τα πιο συγκινητικά επεισόδια από την +Παλαιά Διαθήκη στους απλοϊκούς και τους θεοφοβούμενους, καθώς +και εκείνα που η κακή τους ερμηνεία τους έδινε μια γεύση +σκανδάλου για τους νέους και τους ακόλαστους. + +Αυτή η συμπεριφορά του συντρόφου του έθλιβε τον Έφις. Μερικές +φορές ένοιωθε τέτοια αηδία που σχεδίαζε να τον εγκαταλείψει, +αλλά όταν το ξανασκεφτόταν του φαινόταν ότι η πορεία του προς +την εξιλέωση θα ήταν έτσι πληρέστερη και έλεγε στον εαυτό +του: +«Είναι σαν να οδηγώ έναν άρρωστο, ένα λεπρό. Ο Θεός θα δώσει +έτσι μεγαλύτερη προσοχή στην αγαθοεργία μου». + +Στο δρόμο συνάντησαν και άλλους ζητιάνους που πήγαιναν στο +πανηγύρι. Όλοι χαιρετούσαν τον τυφλό σαν παλιό γνώριμο, αλλά +κοίταζαν με καχυποψία τον Έφις. + «Εσύ είσαι ακόμη δυνατός και καλοστεκούμενος», του είπε +ένας νεαρός σακάτης, «πώς και ζητάς ελεημοσύνη;» +«Έχω μια κρυφή αρρώστια που με τρώει και μ’ εμποδίζει να +δουλέψω», απάντησε ο Έφις, αλλά ντράπηκε για το ψέμα του. +«Ο Θεός λέει να δουλεύουμε όσο μπορούμε∙ μακάρι να μπορούσα +κι εγώ. Πόσο είναι ευτυχισμένοι εκείνοι που μπορούν να +δουλεύουν!» + +Ο Έφις σκεφτόταν τον Τζατσίντο που έγινε χαρούμενος και καλός +μόλις βρήκε δουλειά, και διερωτήθηκε με πίκρα εάν δεν έκανε +πάλι λάθος που εγκατέλειψε τις καημένες τις κυράδες του. + +Κι έτσι πήγαινε και πήγαινε και ησυχία δεν εύρισκε. Η σκέψη +του ήταν πάντα εκεί κάτω, ανάμεσα στις καλαμιές και στα +σκλήθρα του μικρού κτήματος. Κυρίως το βράδυ, εάν κάποιο +αηδόνι κελαηδούσε, η νοσταλγία τον βασάνιζε. +«Τι να σκέφτεται άραγε ο ντον Πρέντου που με περιμένει με την +απάντηση της Νοέμι; Ο Θεός όμως θα φροντίσει και θα φροντίσει +καλά, τώρα που εγώ, με το θανάσιμο αμάρτημά μου και τον +αφορισμό μου είμαι μακριά από αυτές.» + +Και πήγαινε, πήγαινε, στη σειρά με τους ζητιάνους, επάνω , +επάνω, μέσα από την πράσινη κοιλάδα της Μαμογιάντα, επάνω, +επάνω, προς το Φόνι, μέσα από μονοπάτια πάνω από τα οποία, +μες το συννεφιασμένο βράδυ, κρέμονταν τα βουνά του +Τζεναρτζέντου παίρνοντας φανταστικές μορφές από τείχη, +κάστρα, κυκλώπειους τάφους, ασημένιες πολιτείες, γλαυκά δάση +σκεπασμένα με ομίχλη. Του φαινόταν όμως πως το σώμα του ήταν +ένας άδειος σάκος που τον έδερνε ο άνεμος, σχισμένος, +βρώμικος, για πέταμα στα κουρέλια. + + Και οι σύντροφοί του δεν ήταν καλύτεροι από αυτόν. +Περπατούσαν, περπατούσαν, χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν, +χωρίς να ξέρουν το γιατί. Τα μέρη διασκέδασης όπου πήγαιναν +τους ήταν αδιάφορα∙ δεν τα εύρισκαν πιο χαρούμενα ή πιο +θλιβερά από τα μοναχικά μέρη όπου στάθμευαν για ανάπαυση ή +για φαγητό. + +Καυγάδιζαν ωστόσο μεταξύ τους, φώναζαν αισχρόλογα, μιλούσαν +άσχημα για το Θεό, ζήλευαν ο ένας τον άλλο: είχαν όλα τα πάθη +των τυχερών ανθρώπων. Ο Έφις, ψόφιος από την κούραση, με τον +πυρετό να του τρώει τα σωθικά, δεν προσπαθούσε να τους +συνεφέρει, ούτε τους λυπόταν∙ του φαινόταν όμως ότι βάδιζε +μέσα σ’ ένα όνειρο, όπου τον παρέσερνε μια συντροφιά +φαντασμάτων, όπως τόσες φορές συνέβαινε τις νύχτες εκεί κάτω, +στο κτηματάκι∙ ήταν κιόλας νεκρός και περιφερόταν ακόμη σε +τούτον εδώ τον κόσμο, διωγμένος από τα βασίλεια του άλλου. + +Στο Φόνι, όπου οι ζητιάνοι βολεύτηκαν στη μικρή αυλή γύρω από +την εκκλησία που ήταν γεμάτη κόσμο από μακρινά χωριά, ο Έφις +άρχισε να δοκιμάζει ένα νέο μαρτύριο. Φοβόταν μήπως τον +αναγνωρίσουν και προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το σύντροφό +του. + +Πλάι τους ήταν άλλοι δυο ζητιάνοι: ένας γέρος τυφλός και ένας +νέος, ο οποίος πριν έρθει, τρύπησε το στήθος του κάτω από τη +δεξιά θηλή και έτριψε επάνω το γάλα ενός δηλητηριώδους φυτού +για να δημιουργηθεί έτσι ένα πρήξιμο, που το παρίστανε τάχα +σαν κακοήθη όγκο. + +Ο Έφις ένοιωθε οργή γι’ αυτή την απάτη και, όταν τα νομίσματα +έπεφταν στο καπέλο του συντρόφου του, κοκκίνιζε γιατί του +φαινόταν ότι κορόιδευε κι εκείνος τους σπλαχνικούς. + +Και τα κέρματα έπεφταν, έπεφταν. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι +υπήρχαν τόσοι φιλεύσπλαχνοι άνθρωποι στον κόσμο. Οι γυναίκες +κυρίως ήταν γενναιόδωρες και μια γλυκιά σκιά σκέπαζε τα μάτια +τους κάθε φορά που ο ψεύτικος όγκος του νεαρού ζητιάνου έκανε +την εμφάνισή του πρησμένος και μπλάβος σαν σύκο, ανάμεσα στις +πτυχές του ανοιχτού πουκάμισου. + +Όλες σχεδόν σταματούσαν, έσκυβαν το πρόσωπο και ρωτούσαν. +Μερικές ήταν ψηλές, λεπτές, τυλιγμένες με ορμπάτσε [5], +φορούσαν ποδιές κεντημένες με κίτρινα και πράσινα +ιερογλυφικά και σκουφιά σκαρλάτα και έμοιαζε να έρχονταν από +μακριά, από την αρχαία Αίγυπτο. Άλλες πάλι είχαν γερά +λαγόνια, πρόσωπο πλατύ με δυο μάγουλα σαν ώριμα μήλα, στόμα +σαρκώδες, φλογερό και υγρό, όπως τα χείλη ενός βάζου με μέλι. + +Ο Έφις απαντούσε με χαμηλωμένα τα μάτια στις ερωτήσεις τους +και έπαιρνε με λύπη την ελεημοσύνη. + +Αλλά και μερικοί άντρες σταματούσαν γύρω από τον τυφλό γέρο +και τον ψεύτικο άρρωστο, ένας μάλιστα έσκυψε για να δει καλά +τον όγκο. +«Ναι, ο Θεός να βάλει το χέρι του», είπε, «ήταν ακριβώς έτσι +και έζησε μόνο ένα χρόνο.» +«Μόνο ένα χρόνο;» φώναξε ένας άλλος. «Α, δεν θα μου έφτανε να +τελειώσω ούτε τρεις από τις χίλιες δουλειές που έχω στο μυαλό +μου. Έλα, πάρε!» + +Και έριξε στον άρρωστο ένα ασημένιο νόμισμα. Τότε άρχισε ένας +συναγωνισμός ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα στον +καταδικασμένο να πεθάνει σύντομα. Τα νομίσματα έπεφταν βροχή +πάνω στο δισάκι του έτσι που ο σύντροφος του ΄Εφις κιτρίνισε +από το κακό του και η φωνή του έτρεμε από ζήλια. Το μεσημέρι +αρνήθηκε να φάει, έπειτα σώπασε και φάνηκε να μελετάει κάτι +σκοτεινό. Πράγματι, όταν ο κόσμος μαζεύτηκε πάλι στην αυλή +και οι γυναίκες περνώντας έψαχναν στις τσέπες τους να βρουν +κάτι για να δώσουν ελεημοσύνη στον ψεύτικο άρρωστο, εκείνος +άρχισε να φωνάζει: +«Μα κοιτάξτε τον καλά! Είναι πιο γερός από εσάς. Τρυπήθηκε με +μια δηλητηριασμένη βελόνα». + +Τότε κάποιος έσκυψε για να δει καλύτερα τον ψεύτικο όγκο και +ο ζητιάνος, χλωμός, ακίνητος, δεν αντέδρασε, δε μίλησε. Ο +γέρος σύντροφός του όμως σηκώθηκε ξαφνικά, ψηλός, +ταλαντευόμενος σαν βλαστός δέντρου που τον σείει ο άνεμος, +έκανε μερικά βήματα και έπεσε επάνω στον Ιστένε ρίχνοντάς του +γροθιές στο κεφάλι σαν να’ τανε σφυριά. + +Στην αρχή ο Ιστένε έσκυψε το κεφάλι μέχρι που το έβαλε σχεδόν +ανάμεσα στα γόνατα, έπειτα ανασηκώθηκε, άρπαξε τα πόδια του +επιτιθέμενου και τον τράνταξε ολόκληρο, μη μπορώντας όμως να +τον ρίξει κάτω του δάγκωσε το γόνατο. Δε μιλούσαν και η σιωπή +τους έκανε τραγικότερη τη σκηνή. Την επόμενη στιγμή όμως +πέσανε μερικοί επάνω τους και οι στριγκλιές των γυναικών +ενώθηκαν με τα γέλια των αντρών. +«Εγώ πάντως θα ήθελα να ξέρω πώς τα κατάφερε να τον δει!» +«Αφού δεν είναι τυφλός! Ο διάολος να τους πάρει, +προσποιούνται όλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο.» +«Κι εγώ που του έδωσα τρεις φορές από εννέα ρεάλια! Πώς τον +έκανες τον όγκο; … Πες μου, θα σου δώσω άλλα εννέα ρεάλια: +έτσι θα κάνω κι εγώ για να μην πάω στο στρατό.» +«Πρόσεχε γιατί έρχονται οι καραμπινιέροι.» +«Πάψτε. Δεν τρέχει τίποτε.» + +Ο κόσμος μέριασε για να περάσουν οι καραμπινιέροι: ψηλοί, με +κόκκινο και γαλάζιο λοφίο να ανεμίζει σαν φανταστικό πουλί, +στάθηκαν επάνω από τους δυο ζητιάνους που βρίσκονταν +κουβαριασμένοι καταγής. + +Ο γέρος έτρεμε από οργή, αλλά δεν άνοιγε το στόμα του∙ ο +άλλος είχε ξαναπάρει τη θέση του και είπε λυπημένα ότι δεν +ήξερε τίποτε, ότι δεν κουνήθηκε από τη θέση του, ότι ένοιωσε +κάποιον να πέφτει επάνω του σαν τοίχος που καταρρέει. + +Τους σήκωσαν και τους απομάκρυναν. Ο κόσμος τους ακλούθησε +σαν σε λιτανεία. Ο Έφις ακολουθούσε κι αυτός, αλλά έτρεμαν τα +πόδια του, ένας πέπλος κάλυπτε τα μάτια του. +«Τώρα θα συλλάβουν κι εμένα και θα μάθουν ποιος είμαι, θα τα +μάθουν όλα για μένα κα θα με καταδικάσουν.» + +Κανείς όμως δεν του έδινε σημασία και αφού έκλεισαν τους δυο +τυφλούς στην καζάρμα ο κόσμος διαλύθηκε κι εκείνος απόμεινε +μόνος, σε απόσταση, καθισμένος επάνω σε μια πέτρα να +περιμένει. + +Φοβόταν, αλλά για τίποτε στον κόσμο δεν θα εγκατέλειπε τον +τυφλό. Έμεινε εκεί μια ώρα, δυο, τρεις. Ο τόπος ήταν έρημος: +ο κόσμος ήταν κάτω, στο πανηγύρι, και το χωριό σ’ εκείνη τη +γωνιά έμοιαζε ακατοίκητο. Ο ήλιος έπεφτε επάνω στις στέγες +από σχίζες των μικρών, χαμηλών και φτωχικών σπιτιών που +έμοιαζαν με καλύβες. Ο αέρας του απομεσήμερου μετέφερε +μυρωδιές από αρωματικά φυτά και πού και πού κάποια φωνή, +κάποιον ήχο μακρινό. + +Η γαλήνη εκείνη μεγάλωνε την ανησυχία του Έφις. Για πρώτη +φορά του φανερωνόταν καθαρά, όπως εκείνος εκεί ο βράχος στο +βουνό μέσα στο διάφανο αέρα, το λάθος της πορείας του προς +την εξιλέωση. Όχι, δεν ήταν εκείνο που είχε ονειρευτεί. + +Και οι κακόμοιρες οι κυράδες του που υπέφεραν εκεί κάτω +μόνες, εγκαταλειμμένες; Για πρώτη φορά σκέφτηκε να +επιστρέψει, να τελειώσει τις μέρες του στα πόδια τους, σαν +ένα πιστό σκυλί. Να επιστρέψει, να καταδικάσει έτσι την ψυχή +του, αλλά να μην τις κάνει να υποφέρουν: αυτή ήταν η +πραγματική εξιλέωση. Δεν μπορούσε όμως να εγκαταλείψει και το +σύντροφό του. Και να που ανοίγει η πόρτα της καζάρμας και +βγαίνουν οι δυο τυφλοί κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου σαν +δυο αδέλφια. + +Ο Έφις πήγε κοντά τους και πήρε από το χέρι το σύντροφό του. +Έτσι, μπαίνοντας στη σειρά γύρισαν στην αυλή της εκκλησίας +κι εκεί έκαναν ένα γύρο ψάχνοντας τον ψεύτικο άρρωστο. Ο +κόσμος χόρευε και έπαιζε μουσική, το ηλιοβασίλεμα έβαφε +τριανταφυλλί το καμπαναριό, τις στέγες, τα δέντρα τριγύρω. +Από την εκκλησία έβγαιναν ψαλμωδίες δοξολογίας που συνόδευαν +τη χορευτική μουσική, και μια μοσχοβολιά από λιβάνι που +μπερδευόταν με τις μυρωδιές των περιβολιών. + +Όσο όμως και αν έψαξαν, δεν βρήκαν τον ψεύτικο άρρωστο στην +αυλή, ούτε στην εκκλησία ή στους δρόμους τριγύρω. Κάποιοι +είπαν πως το ’σκασε από το φόβο των καραμπινιέρων. Έτσι ο +Έφις απόμεινε με τους δυο τυφλούς. + + +Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο + +Τους έσερνε πίσω του για πολύ καιρό. + +Πήγαιναν από πανηγύρι σε πανηγύρι μόνοι ή στη σειρά με άλλους +ζητιάνους, σαν καταδικασμένοι που κατευθύνονται σε έναν +απλησίαστο χώρο μαρτυρίου. + +Τα πανηγύρια έμοιαζαν μεταξύ τους: τα σημαντικότερα γίνονταν +τη άνοιξη και το φθινόπωρο γύρω από ξωκλήσια, επάνω στα +βουνά, στα οροπέδια, στο χείλος κοιλάδων. Τότε, τα μέρη που +ήταν έρημα όλο το χρόνο, τα ακαλλιέργητα χωράφια και τα +ρουμάνια, σαν να άνθιζαν πάλι, σαν να συνέβαινε ένα ξέσπασμα +ζωής και χαράς. Τα ζωηρά χρώματα της φορεσιάς των χωρικών, το +κόκκινο του σκαρλάτου, το κίτρινο των τσεμπεριών, το φλογερό +κρεμιζί από τις ποδιές, έλαμπαν σα λουλουδένιες κηλίδες +ανάμεσα στο πράσινο των σχίνων και στο φίλντισι των καλαμιών +που είχαν μείνει στα θερισμένα χωράφια. + +Και παντού έπιναν, τραγουδούσαν, χόρευαν, τσακώνονταν. + +Ο Έφις, ντυμένος κι εκείνος όπως οι άλλοι ζητιάνοι, έσερνε +πίσω του τους δυο τυφλούς και του φαινόταν πως ήταν η μοίρα +του η ίδια: το έγκλημα και η τιμωρία του. + +Δεν τους αγαπούσε, αλλά τους ανεχόταν με άπειρη υπομονή. + +Κι εκείνοι δεν τον αγαπούσαν, αλλά ζήλευαν ο ένας τον άλλο +για την προσοχή που τους έδειχνε, και καυγάδιζαν συνέχεια. + +Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο ήταν σε διαρκή κίνηση, +λαχάνιαζαν από το τρεχαλητό. Στην αρχή ανέβηκαν στο βουνό +Ορτομπένε για το πανηγύρι του Σωτήρος. + +Ήταν τον Αύγουστο∙ το φεγγάρι μεγάλο, κόκκινο, έβγαινε από τη +θάλασσα και φώτιζε τα δάση. Από εκεί πάνω, ναι, ο Έφις έβλεπε +το Βουνό του μακριά και πέρασε τη νύχτα με προσευχές, κάτω +από το μαύρο σταυρό που έμοιαζε να ενώνει το γαλανό ουρανό με +την γκρίζα γη. Την αυγή ακούστηκε μια μακρινή ψαλμωδία. Μια +λιτανεία ανέβαινε από την κοιλάδα και σε λίγο οι βράχοι +καλύφθηκαν με άσπρο και κόκκινο, ανάμεσα στους θάμνους +γελαστά ξεφύτρωναν τα πρόσωπα των παιδιών και κάτω από τα +πουρνάρια οι γέροι βοσκοί γονάτιζαν σαν Δρυΐδες προσήλυτοι. + +Επάνω στην αγία τράπεζα, που ήταν φτιαγμένη από ακατέργαστη +πέτρα, το δισκοπότηρο άστραψε στον ήλιο και ο Λυτρωτής φάνηκε +να διστάζει πριν ξεκολλήσει από το βράχο και αρχίσει να +πετάει, εγκαταλείποντας το σταυρό ανάμεσα στη γκρίζα γη και +το γαλάζιο ουρανό. Ακούστηκε κάποιος να κλαίει γοερά∙ ήταν +ένας ζητιάνος ανάμεσα σε δυο τυφλούς, πίσω από ένα θάμνο. +Ήταν ο Έφις. + +Το Σεπτέμβρη ανέβηκαν στο βουνό Γκονάρε. Ο καιρός ήταν πάλι +κακός, με βίαιες καταιγίδες. Ρυάκια με θολά νερά χάραζαν τις +πλαγιές, κάτω απλώνονταν τα παραμορφωμένα από τον άνεμο δάση, +και όλο το βουνό σκιρτούσε από τις βροντές. Οι πιστοί όμως +δεν το έβαζαν κάτω. Ανέβαιναν από τα ελικοειδή μονοπάτια, από +τους φιδωτούς δρόμους και πλημμύριζαν το ξωκλήσι, όπως το +αίμα που από τις φλέβες ανεβαίνει στην καρδιά. + +Από μια κόγχη, που σχημάτιζαν οι πέτρες και όπου είχε +καταφύγει ο Έφις με τους συντρόφους του, έβλεπε να περνούν οι +φιγούρες μέσα από την ομίχλη σαν να ήταν επάνω στα σύννεφα +και η ιστορία του Κατακλυσμού, που ο νεαρός τυφλός +εξιστορούσε, του φαινόταν πως ήταν η δική τους ιστορία. Να, +μερικοί πατριάρχες είχαν σωθεί και κατέφευγαν στο Βουνό. +Ανέβαιναν με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και ήταν +λυπημένοι, αλλά ταυτόχρονα και χαρούμενοι, επειδή τα είχαν +χάσει όλα και τα είχαν διασώσει όλα. + +Οι γυναίκες ειδικά κοίταζαν επάνω από τ’ άλογα μέσα από την +κορνίζα που σχημάτιζε το σάλι τους, με μεγάλα αφηρημένα μάτια +τους, που στιγμές στιγμές σπιθοβολούσαν από χαρά. Κάτι τις +τρόμαζε, κάτι τις χαροποιούσε, ίσως ο ίδιος τους ο φόβος. Και +μακρινές φωνές αντηχούσαν μες στην ομίχλη σαν χλιμίντρισμα +άγριων αλόγων που τρέχανε στον άνεμο. + +Ο Έφις πάντα φοβόταν μήπως τον αναγνωρίσουν παρόλο που ήταν +ντυμένος με αστική φορεσιά και είχε γκρίζα και ανακατεμένα +γένια σα να φορούσε μάσκα φτιαγμένη από γαϊδουρότριχες. +Κοίταζε τις φιγούρες που περνούσαν στο μονοπάτι μπροστά του, +μήπως καμιά τού ήταν γνωστή, και πράγματι, ξαφνικά έσκυψε +κλείνοντας τα μάτια όπως τα μικρά παιδιά, όταν θέλουν να +κρυφτούν. + +΄Ενας άντρας κάπως ατημέλητος, καβάλα σ’ ένα μαύρο άλογο, +ανέβαινε αργά, καλυμμένος ολόκληρος με ένα καπότο από +ορμπάτσε με φόδρα από σκαρλάτο. Ο άνεμος ανασήκωνε τις άκρες +αυτού του είδους του ισπανικού πανωφοριού και άφηνε να φανεί +το κεντημένο δισάκι και τα χοντρά πόδια του καβαλάρη πάνω στα +αστραφτερά σαν από ασήμι σπιρούνια. Η κουκούλα σκίαζε ένα +πρόσωπο καλοσυνάτο και σαρκαστικό, που στράφηκε προς τους +ζητιάνους μ’ ένα ελαφρά ειρωνικό χαμόγελο ενώ με το χέρι τούς +πετούσε λίγα κέρματα. + +Ο Έφις ξανάνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε σιγά σιγά. +«Ξέρεις ποιος είναι εκείνος;», είπε στο νεαρό τυφλό. «Είναι +το αφεντικό μου!» + +Μόλις σταμάτησε η βροχή οι τρεις σύντροφοι πήραν πάλι τον +ανήφορο, σιωπηλοί, σκυφτοί, σαν να έψαχναν στο μονοπάτι κάτι +που είχαν χάσει. Τα σύννεφα έτρεχαν επάνω στους βράχους και +οι θάμνοι και τα δέντρα λύγιζαν από τον άνεμο, τρελά από την +επιθυμία να ξεκολλήσουν από τη γη και να τ’ ακολουθήσουν. +Βροντούσε ακόμα και όλα είχαν ένα μεγαλείο αναταραχής και +αγωνίας. Ο Έφις αισθανόταν να τον παίρνει η δίνη σαν να ήταν +ξερό φύλλο. + +Στάθηκαν πλάι σ’ έναν από τους σταυρούς που σημαδεύουν το +δρόμο. + +Ο άνεμος περνούσε ορμητικός, αλλά αργά το απόγευμα ο ήλιος +έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα στα σύννεφα σκίζοντάς τα και +σπρώχνοντάς τα μέχρι τον ορίζοντα και όλα έλαμψαν τριγύρω στα +βουνά και στις κοιλάδες όπου η ομίχλη συγκεντρώθηκε σε +ασημένιες φωτεινές λίμνες. + +Οι ζητιάνοι ζεσταίνονταν στον ήλιο και ο ΄Εφις μάζευε την +ελεημοσύνη τρέμοντας σε κάθε θόρυβο βημάτων από φόβο μήπως +ξαναδεί τον ντον Πρέντου. Πότε πότε ωστόσο ανασήκωνε το +κεφάλι σαν να άκουγε κάποια μακρινή φωνή. + +Του φαινόταν ότι καθόταν ακόμη μπροστά στην καλύβα του στο +κτηματάκι και άκουγε το θρόισμα των καλαμιών, και ήταν η φωνή +της καρδιάς του που του έλεγε: +«Έφις, εάν βρίσκεσαι εδώ για πραγματική εξιλέωση, γιατί +φοβάσαι μην σ’ αναγνωρίσουν; Να σηκωθείς, όταν περάσει το +αφεντικό σου, και να τον χαιρετήσεις». + +Και ξαφνικά μια αίσθηση χαράς τον έκανε να πεταχτεί επάνω, +τον διαπέρασε ολόκληρο, όπως ο ήλιος, που του στέγνωνε τα +ρούχα και του ζέσταινε τα ξυλιασμένα μέλη. Και να, άρχισε +πάλι να σκέφτεται τις κυράδες του, τις αγαπούσε πάντα και +περίμενε τον ντον Πρέντου για να μάθει νέα τους. + +Αλλά ο ντον Πρέντου δεν κατηφόριζε. + +Κατέβαινε, μετά τη λειτουργία, μια σειρά από χωριατοπούλες, +όμορφες σαν τα τριαντάφυλλα, η μια κολλητά στην άλλη, όλο +γέλια. +«Είδες εκείνο το χοντρό που μετάλαβε;» , είπε μια. «Είναι +ένας ευγενής, πολύ πλούσιος, που του έχουν κάνει μάγια.» +«Ναι, το ξέρω. Του έκανε μάγια μια φτωχή κοπέλα που έπρεπε να +την παντρευτεί και δεν την παντρεύτηκε.» +«Τι λες, καλέ Μαρία; Εάν του έχει κάνει μάγια, του τα έκανε +για να την παντρευτεί….» +«Μη με σπρώχνεις γι’ αυτό! Άντε πνίξου, Φραντσίσκα Μπε!» + +Με δόντια που άστραφταν στο όμορφο στόμα, γεμάτο με +βρομόλογα, περνούσαν μπροστά από τον Έφις. Κάποια +κοντοστεκόταν για να πετάξει ένα μικρό νόμισμα στους +ζητιάνους και ο αέρας ανέμιζε τις άκρες από το κεντημένο +μαντήλι της. + +Ο Έφις περίμενε τον ντον Πρέντου. Κατέβαιναν οι γέροντες +πατριάρχες, οι σιωπηλές γυναίκες, οι νέοι με τα ευκίνητα +πόδια, οι μικροί βοσκοί με θλιμμένα από τη μοναξιά μάτια∙ ο +ντον Πρέντου όμως δεν φαινόταν πουθενά. + +Ο Έφις περίμενε. Μετά το μεσημέρι όμως όλος ο κόσμος είχε +γυρίσει στις καλύβες, κάτω στο ξέφωτο και ο ντον Πρέντου δεν +είχε περάσει ακόμη. + +Τότε ο Έφις ανέβασε τους συντρόφους του μέχρι το ξωκλήσι, +όπου λίγοι μόνο νέοι ήταν μαζεμένοι σ’ έναν βράχο για να δουν +τα βερβέρικα άλογα που τρέχανε στα μισά της πλαγιάς του +βουνού. Ο άνεμος έμοιαζε να παρασέρνει μαζί του στο μονοπάτι +τα άλογα που τα καβαλούσαν χωριάτες κουκουλοφόροι. + +Ο Έφις έβαλε τους τυφλούς να καθίσουν με την πλάτη στον τοίχο +και μπήκε στο ξωκλήσι βαδίζοντας στις άκρες των ποδιών μέχρι +που έφτασε στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας όπου ο ντον +Πρέντου, γονατιστός και ακίνητος, προσευχόταν με το πρόσωπο +ανασηκωμένο, με τα μαλλιά του γαλαζωπά στο χρυσαφί +μισοσκόταδο των κεριών, με τη φόδρα από την άκρη του καπότου +του να προβάλλει κόκκινη, με το σπιρούνι στο πόδι, όμοιος σε +όλα με τους Βαρόνους σε προσκύνημα, όπως τους είχε δει ο +υπηρέτης ζωγραφισμένους σε μια παλιά εικόνα της εκκλησίας. + +Προσευχόταν απορροφημένος, αλλά, όταν ο Έφις του άγγιξε +ελαφρά το καπότο έστρεψε έκπληκτος στην αρχή, έπειτα βίαιος, +χωρίς να αναγνωρίσει το ζητιάνο. +«Στο διάολο! Ούτε εδώ δεν μας αφήνετε ήσυχους;» +«Ντον Πρέντου, αφεντικό! Είμαι ο Έφις, δεν με αναγνωρίζετε;» + +Ο ντον Πρέντου πετάχτηκε επάνω ανασηκώνοντας τις άκρες από το +καπότο του σαν να ήθελε ν’ αγκαλιάσει τον υπηρέτη του, και +κοιτάχτηκαν σαν δυο παλιοί φίλοι. +«Λοιπόν; Λοιπόν;» +«Λοιπόν;» +«Ναι», είπε ο ντον Πρέντου παίρνοντας πάλι το λόγο πρώτος, «ο +Τζατσίντο μου διηγήθηκε τα κατορθώματά σου, βλάκα. Βάλθηκες +να κάνεις μια εύκολη δουλειά, ακαμάτη! Καλή δουλειά, βέβαια! +Έλα, πάρε!» + +Του άπλωσε ένα νόμισμα, αλλά ο Έφις τον κοίταζε στα μάτια με +τη ματιά ενός πιστού σκύλου και αναστέναζε χωρίς να +προσβάλλεται. +«Ντον Πρέντου, αφεντικό, πείτε μου νέα για τις κυράδες μου.» +«Τις κυράδες σου; Μήπως τις βλέπει κανείς; Είναι κλεισμένες +στη φωλιά τους σαν κουνάβια.» +«Και ο Τζατσίντο;» +«Τον είδα στο Νούορο, τον πειναλέο. Γιατί δεν τον πήρες μαζί +σου να ζητά ελεημοσύνη; Ξέρεις τι κάνει τώρα; Παντρεύεται την +άλλη πειναλέα, την Γκριζέντα, μάλιστα, ο ηλίθιος!» +«Καλά κάνει∙ το είχε υποσχεθεί», είπε ο Έφις και ένοιωσε πάλι +να τον κυριεύει η χαρά. «Να η χάρη του Θεού που ζητούσες, +αφεντικό», σκεφτόταν και χαμογελούσε μπροστά στα προσβλητικά +λόγια που ο ντον Πρέντου, μετανιωμένος για το πρώτο του +ξέσπασμα καλοσύνης, του απηύθυνε αντιμετωπίζοντάς τον σαν +ζητιάνο που ήταν. + +Μετά το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων της Μαμογιάντα ο Έφις +και οι τυφλοί πήγαν στο Μπίτι για τη Θαυματουργή Παναγία. +Πριν φτάσουν εκεί έκαναν στάση στο Ορούνε, αλλά, παρόλο που +ήταν κουρασμένος, ο Έφις δεν κοιμήθηκε φοβούμενος μην του +κλέψουν το δισάκι με το κομπόδεμα που είχε μαζέψει στα +τελευταία πανηγύρια. Προσευχόταν, ήρεμος, μισανοίγοντας κάθε +τόσο τα μάτια για να δει τους συντρόφους του που κοιμόνταν +κάτω από μια βελανιδιά. + +Ήταν νύχτα ακόμη αλλά αχνόφεγγε το φως στην Ανατολή ανάμεσα +στα βουνά που άνοιγαν προς τη θάλασσα: εκεί ξυπνούσε η αυγή. +Και να ο Έφις, νικημένος από τον ύπνο, νομίζει ότι +ονειρεύεται μη μπορώντας ν’ ανοίξει τα βλέφαρα: βλέπει τον +γέρο τυφλό να ανακάθεται, να στήνει αυτί, ν’ ακουμπά το χέρι +στον κορμό της βελανιδιάς, να σηκώνεται και μετά από μια +στιγμή δισταγμού να τον πλησιάζει και με το γαμψό του χέρι να +τραβάει το δισάκι σαν να το ψαρεύει μες στο σκοτάδι. + +Εκείνος δεν κινείται, δε μιλά και ο γέρος το σκάει σιγά σιγά +προς τα επάνω, ανάμεσα στους θάμνους και στις πέτρες, χωρίς +να στρέψει πίσω, μεγαλόσωμος και μαύρος στο γαλάζιο φόντο του +βουνού. + +Μόνο όταν δεν τον έβλεπε πια κατάλαβε ότι δεν ονειρευόταν και +πετάχτηκε όρθιος, αλλά του φάνηκε ότι ένα χέρι τον τραβούσε +προς τα κάτω αναγκάζοντάς τον να ξανακαθίσει, να μείνει +ακίνητος. Και σιγά σιγά τη θέση της έκπληξης την πήρε ένα +κύμα χαράς, μια επιθυμία να γελάσει: και γέλασε, και όλος ο +ουρανός τριγύρω γέμισε χρώματα, γαλάζιο και τριανταφυλλί, και +οι παπαδίτσες τραγουδούσαν ανάμεσα στους θάμνους. +«Να», σκεφτόταν. «Ο Θεός με ξαλάφρωσε από τον ένα σύντροφό +μου. Τι βάρος μου πήρε!» + +Ξύπνησε τον άλλο και του είπε τι είχε συμβεί. +«Βλέπεις, Έφις; Πείστηκες τώρα; Το ήξερα ότι προσποιείται. +Δεν το είπα αμέσως; Κι εσύ τον κουβάλησες ξωπίσω σου. Νύχτα +και μέρα με βασάνιζες μ’ αυτόν. Τώρα θα πάμε να τον +καταγγείλουμε∙ θα τον ψάξουμε, θα του λιανίσουμε τα κόκαλα.» + +Ο Έφις χαμογελούσε. Στο πανηγύρι ήταν σχεδόν ευτυχισμένος. +Ένα πλήθος, όπως δεν το είχε ξαναδεί, γέμιζε την εκκλησία, το +χώρο γύρω, το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό. Μια λιτανεία +γύριζε συνέχεια γύρω από το ναό, σαν ερπετό κόκκινο και +άσπρο, κίτρινο και μαύρο. Τα λάβαρα ανέμιζαν όμοια με μεγάλες +πεταλούδες, και με τη μονότονη ψαλμωδία των προσκυνητών +ενώνονταν άσματα της χορωδίας, κουδουνίσματα αλόγων σελωμένων +για αγώνες, φωνές χαράς. Περνούσαν γυναίκες με ξέπλεκα τα +μαύρα μαλλιά στους ώμους σαν πλερέζες∙ ακολουθούσαν άντρες +ξεσκούφωτοι με ένα κερί στο χέρι, ξυπόλητοι, σκονισμένοι, σαν +να έρχονταν από την άλλη άκρη του κόσμου. Τα μάτια όλων ήταν +γεμάτα ερωτηματικά και ελπίδα. + +Και τα υπομονετικά άλογα ανέβαιναν στο δρόμο γεμάτα χαρά ή +πόνο. Τα καβαλούσαν νέοι με φλογάτα πρόσωπα, όλο αίμα, +κοπέλες χλωμές που έκρυβαν το πάθος όπως τ’ αναμμένα κάρβουνα +στη χόβολη, και ανάπηροι, τρελοί, δαιμονισμένοι, όλοι με +μάτια γεμάτα ζωή και θάνατο. + +Ο Έφις είχε αποτραβηχτεί λίγο από την εκκλησία, σ’ ένα μέρος +που δεν περνούσε πολύς κόσμος. Ο τυφλός δε σταματούσε, +ανάμεσα στο ένα παράπονο και στ’ άλλο, να μουρμουρίζει +συνεχώς και είχε ένα πρόσωπο σκοτεινό, απειλητικό. + +Προς το βράδυ - η συγκομιδή ήταν πενιχρή – άφησε να ξεσπάσει +η οργή του, κατηγορώντας τον Έφις ότι είχε σκοτώσει τον άλλο +σύντροφο για να τον ξεφορτωθεί και να κρατήσει για τον εαυτό +του τα χρήματα. + +Ο Έφις χαμογελούσε. +«Έλα», του είπε, πιάνοντάς τον από το χέρι, και αφού +περπάτησαν λίγο: «ακούς;» + +Ο τυφλός άκουγε τη φωνή του άλλου συντρόφου που εκεί, μπροστά +τους, ζητούσε ελεημοσύνη. +«Τώρα δεν θα κάνετε όπως την άλλη φορά», είπε ο Έφις. «Εάν +τσακωθείτε και σας συλλάβουν, εγώ νίπτω τας χείρας.» + +Τότε ο πραγματικός τυφλός έσκυψε επάνω στον ψεύτικο και τον +ρώτησε μέσα από τα δόντια, χαμηλόφωνα: +«Γιατί το έκανες αυτό, φαρισαίε;» +«Επειδή έτσι μου άρεσε.» + +Ο Έφις χαμογελούσε. Ο τυφλός έβλεπε αυτό το χαμόγελο και +εξοργιζόταν. Όλη η οργή του προς τον σύντροφό του τον κλέφτη +στράφηκε προς τον καλό σύντροφο. +«Δεν θέλω πια να πηγαίνω μαζί σου∙ καλύτερα να πέσω καταγής +και να περιμένω το θάνατο. Είσαι ένας ηλίθιος, ένας άχρηστος. +Έρχεσαι μαζί μου για να διασκεδάσεις και να με τυραννάς. Άντε +πνίξου, στο διάολο.» +«Τα λες αυτά γιατί ξέρεις πως δεν θα σ’ εγκαταλείψω», είπε ο +Έφις. «Παρόλο που είσαι τυφλός με γνωρίζεις, εγώ όμως δε σε +γνωρίζω παρόλο που βλέπω. Εάν όμως πιστεύεις ότι μπορείς να +βρεις έναν άλλο σύντροφο, να το πράξεις. Θα σε βοηθήσω.» + +Ο ψεύτικος τυφλός άκουγε και κρατούσε σφιχτά επάνω του το +κλεμμένο δισάκι. Άρπαξε το χέρι του Ιστένε και του είπε: +«Μείνε μαζί μου, διάολε!» + +Έμειναν έτσι με τα χέρια ενωμένα, όπως τους είχε δει ο Έφις +να βγαίνουν από την καζάρμα του Φόνι, και έμοιαζε να τον +περιμένουν κάπως προκλητικά να μιλήσει. Εκείνος τράβηξε +λοιπόν το κομπόδεμα με τα νομίσματα που είχαν συγκεντρωθεί +εκείνη την ημέρα και αφού το κούνησε λίγο μπροστά τους, +κοιτάζοντάς τους και χαμογελώντας, το άφησε να πέσει στο χέρι +του πραγματικού τυφλού και έφυγε. + +Ελεύθερος! Είχε όμως ακόμη την εντύπωση ότι σέρνει από πίσω +τους συντρόφους του και ανησυχούσε γι’ αυτούς. + +Περπάτησε όλη τη νύχτα και όλη την επόμενη μέρα, κάτω κατά +μήκος της κοιλάδας του Ισάλε, μέχρι που έφτασε στη θάλασσα. +Εκεί έπεσε στο χώμα, ανάμεσα σε δυο θάμνους φιλλυρέας, και +του φάνηκε πως γύρισε στο χωριό του αφού έκανε το γύρο του +κόσμου. + +Στον ύπνο του όμως ξανάβλεπε τον τυφλό, σκυφτό, με τα χείλη +ωχρά, μισάνοιχτα επάνω σε δόντια αγριμιού, και του φαινόταν +ότι τον περιγελούσε και τον συμπονούσε. +«Νομίζεις ότι γύρισες και αναπαύεσαι. Θα δεις, Έφις∙ τώρα +αρχίζει πραγματικά η οδοιπορία σου.» + +Όσο πλησίαζε στο κτηματάκι, ανηφορίζοντας τη δημοσιά, άκουγε +το παράπονο ενός ακορντεόν και νόμιζε ότι τον γελούσαν τ’ +αυτιά του συνηθισμένα στους ήχους των πανηγυριών. + +Τόσα μακρινά πράγματα του έρχονταν στο νου και όλα τα φύλλα +θρόιζαν τριγύρω για να τον χαιρετήσουν. Να η αιμασιά, να το +ποτάμι, ο λόφος, το καλύβι. Δεν ένοιωθε συγκίνηση, αλλά +εκείνο το γλυκό, απροσδιόριστο παράπονο, που φαινόταν ν’ +ανεβαίνει από την ηρεμία του πρασινωπού νερού, τον τραβούσε +σαν δέλεαρ. + +Μπήκε, σήκωσε το βλέμμα και αμέσως κατάλαβε ότι το κτηματάκι +ήταν κακοκαλλιεργημένο. Έμοιαζε με τόπο που δεν έχει +νοικοκύρη: τα δέντρα ήταν κιόλας γυμνά από καρπούς κι εδώ κι +εκεί κρεμόταν κανένα σπασμένο κλαδί. + +Ο Τσουαναντόνι, καθισμένος κάτω από την πέργολα μπροστά στην +καλύβα, έπαιζε το ακορντεόν και ολοτρόγυρα το μονότονο μοτίβο +απλωνόταν σαν ένα πέπλο ύπνου πάνω από τον ερημωμένο τόπο. + +Βλέποντας τον άγνωστο άντρα να προχωράει σκυμμένος για να +ρίξει μια ματι μέσα στο καλύβι, το αγόρι σταμάτησε να παίζει +το ακορντεόν και το γλυκό βλέμμα του έγινε απειλητικό. +«Τι θέλετε;» + +Ο άντρας έβγαλε το σκούφο. +«Μπαρμπα-Έφις!», φώναξε το αγόρι και ξανάρχισε να παίζει, +μιλώντας και γελώντας ταυτόχρονα. «Μα εσείς δεν πεθάνατε; +Κάποιοι έλεγαν πως πήγατε στην Αμερική και γίνατε πλούσιος +και πως στέλνατε πολλά λεφτά στις κυράδες σας. Τώρα ο φύλακας +εδώ είμαι εγώ. Εάν θέλω να σας διώξω σαν κλέφτη, μπορώ να το +κάνω. Δε θα το κάνω όμως. Θέλετε σταφύλια; Πάρτε. Το αφεντικό +μου, ο ντον Πρέντου, αδιαφορεί γι’ αυτό το κομμάτι γης: έχει +τόσα άλλα κτήματα. Το μεγάλο, στο Μπάντε Σάλικε, εκείνο +μάλιστα, δίνει παραγωγή. Τα φρούτα από ’δω το αφεντικό μου τα +στέλνει πεσκέσι στις ξαδέλφες του, τις κυράδες σας, εκείνες +όμως μένουν πάντα κλεισμένες μέσα όπως ο σκαντζόχοιρος στ’ +αγκάθια του. Μπαρμπα-Έφις, πρέπει να σας πω κάτι: προχθές το +βράδυ – το βράδυ μένω κλεισμένος μέσα στο καλύβι, επειδή +φοβάμαι τα φαντάσματα, και πάντα ακούω τη γιαγιά μου να ξύνει +την πόρτα – προχθές το βράδυ λοιπόν, πόσο τρόμαξα! Ένιωσα +κάτι μαλακό να κουνιέται στα πόδια μου. Φώναξα, μ’ έκοψε +κρύος ιδρώτας, αλλά την αυγή είδα ότι ήταν ένας +τραυματισμένος λαγός. Μάλιστα, έπεσε στο δόκανο αλλά κατάφερε +να ξεφύγει και βρισκόταν εκεί με σπασμένο πόδι και με κοίταζε +με δυο μάτια σαν άνθρωπος. Του έδεσα το πόδι, αλλά μετά έκανε +πυρετό. Έκαιγε μέσα στα χέρια μου σαν να ήταν ένα κουβάρι +φωτιά και μετά μελάνιασε για τα καλά και ψόφησε.» + +Ο Έφις κάθισε μπροστά στο καλύβι κοιτάζοντας μακριά. +«Τι λες» ρώτησε σοβαρά, «ο ντον Πρέντου θα με ξαναπάρει στη +δούλεψή του;» + +Το αγόρι έγινε επιθετικό. +«Τότε θα πρέπει να διώξει εμένα; Τι θα κάνω τότε εγώ; Η +Γκριζέντα θα παντρευτεί και θα φύγει. Εγώ όμως τι θ’ απογίνω; +Θα ζητιανεύω; Όχι, να πάτε εσείς που είστε και γέρος.» +«Έχεις δίκιο», είπε ο Έφις, και έσκυψε το κεφάλι. Η +υποχωρητικότητά του έκανε πάλι φιλικό απέναντί του το μικρό +υπηρέτη. +«Ο ντον Πρέντου είναι τόσο πλούσιος που μπορεί έτσι και +αλλιώς να σας πάρει. Μπορεί να σας στείλει στα άλλα κτήματά +του, επειδή εμένα μου αρέσει εδώ. Εδώ είναι καλό μέρος∙ το +λέει και η Γκριζέντα.» +«Τι κάνει η Γκριζέντα;» +«Ράβει το νυφικό της.» +«Πες μου, Τσουαναντόνι, ο ντον Τζατσίντο ήρθε στο χωριό;» +«Ο γαμπρός μου», είπε το αγόρι με περηφάνια, «ήρθε, ναι, τον +περασμένο Ιούλιο. Η Γκριζέντα ήταν συνέχεια άρρωστη, παραλίγο +να τη βρει νεκρή. Ναι, ήρθε…» + +Έπαψε, με το πρόσωπο γερμένο πάνω στο ακορντεόν και το βλέμμα +σοβαρό από την ανάμνηση. +«Πες τα μου όλα. Μπορείς να τα πεις σ’ εμένα, Τσουαναντό. +Είμαι κι εγώ της οικογένειας σχεδόν.» +«Ναι, θα σας τα πω. Λοιπόν, η Γκριζέντα ήταν άρρωστη, έλιωνε +σαν το κερί. Τη νύχτα είχε πυρετό. Σηκωνόταν σαν τρελή και +έλεγε: θέλω να πάω στο Νούορο. Όταν όμως ήταν ν’ ανοίξει την +πόρτα, δεν μπορούσε. Καταλαβαίνετε: έξω ήταν η γιαγιά που +έσπρωχνε την πόρτα και την εμπόδιζε να φύγει. Τότε, μια φορά, +πήγα εγώ στο Νούορο. Βρήκα το γαμπρό μου σ’ ένα μέρος που +έμοιαζε με την κόλαση: στο Μύλο. Του τα είπα όλα. Τότε +εκείνος ζήτησε τρεις μέρες άδεια και ήρθε μαζί μου. Νοίκιασε +ένα άλογο, επειδή κοστίζει λιγότερο από το αμάξι, και μ’ +έβαλε στα καπούλια. Ήταν ωραία που πηγαίναμε έτσι, σαν να +ήμασταν γίγαντες. Έτσι ζήτησε σε γάμο τη Γκριζέντα κι έτσι, +με τη βοήθεια του Θεού, θα παντρευτούνε.» +«Από ποιόν τη ζήτησε σε γάμο;» +«Δεν ξέρω∙ από την ίδια!» +«Πες μου Τσουαναντόνι, ο ντον Τζατσίντο πήγε στις θείες του, +στις κυράδες μου;» + +Το αγόρι δίστασε πάλι. +«Ναι», είπε έπειτα, «πήγε. Νομίζω ότι μάλωσαν, γιατί όταν +βγήκε από εκεί τα μάτια του ήταν κόκκινα, σαν να είχε κλάψει. +Η Γκριζέντα τον κοίταζε και γελούσε, αλλά έσφιγγε τα δόντια. +Εκείνος είπε: είναι η τελευταία φορά που με βλέπουν.» + +Ο Έφις δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Πέρασε τη νύχτα στην καλύβα +και καθώς είχε αρχίσει να φυσάει δυνατός αέρας και τα καλάμια +στο φρύδι της πλαγιάς θρηνούσαν σαν ψυχές κολασμένων, +προκαλώντας φόβο στο μικρό φύλακα, άρχισε να του διηγείται +ιστορίες από τη Βίβλο, μιμούμενος την προφορά του τυφλού. +«Ναι, ήταν ένας βασιλιάς που έβαζε να λατρεύουν τα δέντρα, με +τη δικαιολογία ότι είναι πνεύματα, καθώς και τα ζώα, ακόμη +και τη φωτιά. Τότε ο αληθινός Θεός προσβλήθηκε και έκανε τους +υπηρέτες αυτού του βασιλιά τόσο κακούς, που συνωμότησαν για +να σκοτώσουν τον αφέντη τους. Ναι, έβαζε να λατρεύουν ένα +Θεό, όλον από χρυσάφι: γι’ αυτό έμεινε στον κόσμο τόση αγάπη +για το χρήμα και οι συγγενείς, ακόμα, σκοτώνουν τους +συγγενείς για το χρήμα. Ακόμη και τα αθώα πλάσματα λατρεύουν +το χρήμα.» + +Έπειτα άρχισε να περιγράφει το ναό και τα ανάκτορα του +Βασιλιά Σολομώντα. Ο Τσουανατόνι αποκοιμήθηκε κι εκείνος +ανιστορούσε ακόμη. Έξω τα καλάμια θρόιζαν τόσο βίαια που +έμοιαζε να δίνουν μάχη. + +Την αυγή, βγαίνοντας από την καλύβα ο Έφις είδε πράγματι +εκατοντάδες από αυτά να κρέμονται σπασμένα, με τα μακριά +φύλλα τους σκορπισμένα καταγής σαν σπασμένα σπαθιά. Και όσα +είχαν γλιτώσει, λίγο μαδημένα, έμοιαζε να σκύβουν για να δουν +τους νεκρούς συντρόφους τους, χαϊδεύοντάς τους με τα +τραυματισμένα φύλλα τους. +«Πάρτε λίγα σταφύλια, μπαρμπα-Έφις», του είπε το αγόρι, +αποχαιρετώντας τον σκεφτικό: «εάν ο ντον Πρέντου σας +ξαναστείλει εδώ θα είμαι ευχαριστημένος. Θα περνάμε τον καιρό +λέγοντας ιστορίες. Πηγαίνετε στην Γκριζέντα να της πείτε +χαιρετίσματα.» + +Και να ο Έφις, που ανηφορίζει το δρόμο προς το χωριό. Η αυγή +είναι σχεδόν κρύα και οι λευκοί λόφοι μοιάζουν σκεπασμένοι με +χιόνι. Τα μικρά βουνά, πάνω από τα χωριουδάκια τα σκορπισμένα +στην πεδιάδα, μετά το Κάστρο, καπνίζουν σαν σκεπασμένα +καμίνια από κάρβουνο και όλα είναι σιωπηλά και νεκρά στο +ρόδινο πρωινό. Ο Έφις όμως ξανάβρισκε την ψυχή του και του +φαινόταν ότι γύριζε στο σπίτι του πόνου του σαν τον άσωτο +υιό, αφού προηγουμένως είχε σκορπίσει όλες τις ελπίδες του. + +Πήγε κατ’ ευθείαν στην τοκογλύφο και γέλασε όταν κατάλαβε πως +εκείνη δε τον αναγνώρισε αμέσως και τον υποδέχτηκε καλοσυνάτα +νομίζοντας πως είναι ξένος, ένας υπηρέτης που τον έστειλε +κάποιος κτηματίας για να ζητήσει λεφτά. +«Καλίνα, γριά καρακάξα, δε με αναγνωρίζεις; Κι εσύ όμως +αδυνάτισες.» + +Κρατούσε στο χέρι τα παπούτσια∙ άφησε να της πέσουν το ένα +μετά το άλλο, έπειτα έσκυψε να τα μαζέψει. +«Έφις, βλέπεις; Η κατάρα που σου έδωσα έπιασε! Ακόμη και τα +ρούχα σου άλλαξες. Θυμήσου που ήθελες να με σκοτώσεις.» +«Είμαι πάντα έτοιμος, εάν δεν πάψεις! Πες μου, πως είσαι;» +«Όχι πολύ καλά. Εδώ και λίγο καιρό έχω συνέχεια πονοκέφαλο +και ο πόνος και η αγρύπνια με κατάντησαν έτσι, χούφταλο, +καμπούρα, λες και με ρούφηξε ο βρικόλακας.» +«Είναι δίκαιο!», σκέφτηκε ο Έφις, αλλά δεν το είπε. +«Είναι ένας διαολεμένος πόνος, ο πονοκέφαλος, Έφις μου. Μέχρι +που έταξα να πάω για προσκύνημα στον Άγιο Φραγκίσκο, τώρα, +τον Οκτώβρη….» +«Άκουσε», είπε ο Έφις, που κάθισε μπροστά στην παραστιά κι +δεν έλεγε να φύγει, «δεν χρειάζεται να πας για προσκύνημα. +Εάν θέλεις να κάνεις μετάνοια, κάνε την εδώ, στο σπίτι σου.» +«Εγώ δεν έχω ανάγκη να κάνω μετάνοια! Εάν θα πάω, θα πάω από +ευλάβεια. Η ψυχή μου είναι μπροστά στο Θεό, όχι μπροστά σε +κάποιον αμαρτωλό σαν κι εσένα.» + +Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι. +«Άκου», ξανάρχισε, «χρειάζομαι ρούχα και χρήματα. Πρέπει να +με βοηθήσεις, Καλίνα. Εάν θέλεις, μπορείς να το κάνεις. Είμαι +σαν τον στρατιώτη που πήγε στον πόλεμο: επιστρέφω, αλλά δεν +μπορώ να φοράω αυτά τα ρούχα.» +«Πες μου τουλάχιστον, πού πήγες;» +«Τίποτε το σπουδαίο, θέλησα να γυρίσω λίγο τον κόσμο. Πήγα +μέχρι την Ανατολή όπου υπήρχε ο ναός και το σπίτι του Βασιλιά +Σολομώντα…. Το σπίτι αυτό ήταν όλο από χρυσάφι, με πόρτες που +είχαν πόμολα χρυσά σε σχήμα ροδιού… και τα πιάτα και οι +κανάτες ήτανε χρυσά, ακόμη και τα κλειδιά και οι αμπάρες που +κλείνανε τις πόρτες ήταν χρυσά…» + +Η γυναίκα τον λοξοκοίταζε, ενώ περνούσε τα καινούργια +κορδόνια στα παπούτσια της, χωρίς να πετάξει τα παλιά, που +μπορούσαν ακόμη να χρησιμέψουν στο δέσιμο κάποιου πράγματος. +Γιατί όμως εκείνος μιλούσε έτσι, με τόνο παρακαλεστικό σαν +ζητιάνος; Την κορόιδευε ή είχε πυρετό; +«Έφις, ψυχή μου, γύρισες τον κόσμο και έλιωσαν τα παπούτσια +σου και το μυαλό σου!» + +Παρόλα αυτά του δάνεισε τα χρήματα. + +Ο Έφις, ωστόσο, δεν έφυγε. +«Δεν μπορώ να βγω έτσι και να παρουσιαστώ στις αναγελάστρες +υπηρέτριες του ντον Πρέντου. Πρέπει να μου βρεις ρούχα. Άντε: +τι σκέφτεσαι όταν δεν κοιμάσαι; Άντε, άντε: χριστιανή μου.» +«Τι, δεν είμαι χριστιανή εγώ; Πιο χριστιανή από εσένα, ψυχή +μου. Εγώ δεν άφησα ποτέ το σπίτι μου να τρέχω στον κόσμο, +γριά γυναίκα….» +«Εάν δεν σταματήσεις, θ’ αρπάξω το στειλιάρι, Καλί, πρόσεξε!» + +Όλη τη μέρα συνέχιζαν να τρώγονται, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα +σοβαρά, αλλά το απόγευμα εκείνη βγήκε και αγόρασε ένα +κουστούμι σχεδόν καινούργιο από μια γυναίκα που ο άντρας της +είχε πάει στην Αμερική. + +Κατά το βραδάκι ο Έφις επέστρεψε στις κυράδες του. Ναι, κατά +το βραδάκι, όπως μετά από μια μέρα ελευθερίας που την περνά +κανείς περιπλανώμενος, χασομέρης και ανικανοποίητος. Όλα ήταν +ήσυχα και θλιβερά εκεί πέρα. Το Βουνό πρόβαλε πάνω στο μαύρο +σπίτι, στον ανοιχτοπράσινο ουρανό του δειλινού, το καινούργιο +φεγγάρι έπεφτε επάνω στο Βουνό και ο αποσπερίτης τρεμόπαιζε +πάνω από το φεγγάρι. + +Η εξώπορτα ήταν κλειστή, το χορτάρι φύτρωνε κατά μήκος του +τοίχου και στα σκαλοπάτια, όπως σ’ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι∙ +κι ο Έφις φοβήθηκε να χτυπήσει. + +Είδε το πορτάκι της Γκριζέντα που έλαμπε σαν χρυσό ορθογώνιο +επάνω στο μαύρο τοίχο, και θυμήθηκε τι του ζήτησε ο +Τσουανατόνι. + +Η Γκριζέντα στεκόταν μπροστά στη φωτιά για να στεγνώσει τα +βρεγμένα της εσώρουχα. Ήταν ξυπόλυτη και οι τορνευτές της +γάμπες έλαμπαν σαν να ήταν από μπρούντζο. Βλέποντας τον άντρα +άφησε να πέσουν τα εσώρουχά της και γέλασε, ξεφωνίζοντας από +χαρά μόλις τον γνώρισε. +«Μπα, Γκριζέντα! Πας ακόμη στο ποτάμι; Ο άντρας σου το +επιτρέπει;» +«Γιατί, εκείνος δεν δουλεύει; Μήπως είναι άρχοντας; Εάν ήταν +άρχοντας, εγώ θα ήμουν πεθαμένη τώρα. Λοιπόν, δεν θα μπείτε; +Καθίστε. Σας βαραίνει το δισάκι; Είναι γεμάτο χρυσάφι; Κάνατε +περιουσία στα κρυφά∙ πονηρός που είστε!» + +Κάθισε και ακούμπησε το δισάκι καταγής, και κοίταζε την +Γκριζέντα, και η Γκριζέντα τον κοίταζε πονηρά δίνοντάς του να +καταλάβει ότι ήξερε την αλήθεια. +«Όμως κι εμείς, μπαρμπα-Έφις, κι εμείς, εγώ και ο Τζατσίντο, +κάτι θα κάνουμε. Μπορούμε ακόμη και πλούσιοι να γίνουμε, +μπαρμπα-Έφις, ποιος ξέρει; Όλα μπορούν να γίνουν σ’ αυτόν τον +κόσμο∙ πιστεύω πως όλα μπορούν να γίνουν.» +«Μήπως δεν είσαστε κιόλας πλούσιοι; Ποιοι είναι πλουσιότεροι +από εσάς;» + +Έσκυψε επάνω του, χαριτωμένη και παιδούλα, όπως ήταν κάποτε. +«Αυτό έλεγα κι εγώ πάντα! Όταν οι κυράδες σας δεν θέλανε εγώ +κι ο Τζατσίντο να παντρευτούμε, επειδή εγώ είμαι φτωχιά, +έλεγα: δεν είμαι νέα; δεν τον αγαπώ; Μήπως η ντόνα Νοέμι και +ο ντον Πρέντου, με όλα τα καλά τους, είναι πλουσιότεροι από +εμάς; Από ηλικία, ναι, εάν το θέλουν, από τίποτε άλλο όμως!» + +Ο Έφις ανασκίρτησε. +«Θα παντρευτούν;» +«Θα παντρευτούν, ναι! Εκείνος έλιωνε, όπως έλιωνα κι εγώ την +περασμένη άνοιξη. Λέγανε πως του είχαν κάνει μάγια. Τον είχαν +μαγέψει, ναι! Μάγια αγάπης. Μέχρι που πήγε στην Ολιένα να +συμβουλευτεί μια μάγισσα. Τελευταία, την περασμένη εβδομάδα, +πήγε προσκύνημα στην Παναγία στο Γκονάρε και έκανε τάμα τρία +σκούδα για να κάνει το θαύμα της. Αυτά λένε οι κακές +γλώσσες!» + +Ο Έφις κοίταζε σκεφτικός καταγής, ανάμεσα στα γόνατά του. +«Πρέπει να επιστρέψω;», αναρωτιόταν. «Λες να πιστέψουν ότι με +φέρνει ο καλός άνεμος;» + +Και άξαφνα, για μια στιγμή, στενοχωρήθηκε που η ντον Νοέμι +είπε το ναι πριν εκείνος γυρίσει. Αμέσως όμως σηκώθηκε +μετανοιωμένος, ταπεινωμένος. Α, πόσο αμαρτωλός ήταν ακόμη! +«Νομίζεις ότι ο ντον Πρέντου είναι εκεί;», ρώτησε στρέφοντας +πριν βγει. +«Εγώ είμαι εδώ, δεν είμαι εκεί, μπαρμπα-Έφις!» είπε η +Γκριζέντα τρέχοντας γελαστή προς το μέρος του «και δεν μπορώ +καν να πω: πάω να δω, γιατί οι κυράδες σου διπλομανταλώνουν +την εξώπορτα όταν με βλέπουν!» + +Εκείνος έφυγε, αλλά για άλλη μια φορά ακόμη η καρδιά του +χτυπούσε δυνατά και του φάνηκε πως τα χτυπήματα στην εξώπορτα +αντηχούσαν μέσα στα σωθικά του. + + +Κεφάλαιο δέκατο έκτο + +Ήταν η Νοέμι που του άνοιξε. Ο Έφις την είδε να εμφανίζεται +μπροστά του, στο γλαυκό φόντο της αυλής, ψηλή ψηλή, λεπτή, με +το πρόσωπο χλωμό: η Λία κοριτσάκι, η Λία αναστημένη. + +Τον κοίταξε καλά πριν τον αφήσει να μπει, όπως κοιτάζει +κανείς έναν ξένο, έπειτα είπε μόνο: «α, εσύ είσαι;». Ήταν +αρκετή όμως αυτή η έκφραση δύσπιστης και κάπως ειρωνικής +έκπληξης για να τον ταπεινώσει και να τον ταράξει +περισσότερο. +«Γύρισα, λοιπόν, ντόνα Νοέμι μου», είπε μπαίνοντας και +ακολουθώντας την μέσα στην αυλή. «Ο περιπλανώμενος γύρισε. +Και η ντόνα Έστερ πώς είναι; Μου επιτρέπετε να την +επισκεφτώ;» + +Και να, στο γλαυκό μισοσκόταδο τα πράγματα βρίσκονταν ακίνητα +στον τόπο τους: το μπαλκόνι επάνω, μαύρο στο γκρι φόντο του +τοίχου, το πηγάδι με τα κόκκινα λουλούδια, η τριχιά στη +σκάλα. + +Στην κουζίνα είχε φως, όχι όμως το λαμπρό φως όπως στο σπίτι +της Γκριζέντα, αλλά ένα πένθιμο λυχνάρι πάνω από τον αρχαίο +πάγκο, στη μέση ενός πυκνού σκοταδιού. + +Όχι, τίποτε δεν είχε αλλάξει: όλα ήταν νεκρά ακόμη. Και ο +Έφις σκέφτηκε με πόνο: +«Δεν πρέπει να είναι αλήθεια ότι η ντόνα Νοέμι είπε το ναι.» + +Ενστικτωδώς προσπάθησε να κρεμάσει το δισάκι στο κρεμαστάρι, +αλλά το κρεμαστάρι δεν υπήρχε. Κανείς δεν το ξαναέβαλε στη +θέση του κι έτσι εκείνος κράτησε κοντά του το δισάκι σαν τον +επισκέπτη που πρέπει γρήγορα να φύγει. + +Η ντόνα Έστερ διάβαζε ήσυχα καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι μπροστά +στον αρχαίο πάγκο, αλλά ξαφνικά ο γάτος, που ήταν ξαπλωμένος +στη σκιά της πλάι στο λυχνάρι και με τα μάτια παρακολουθούσε +τις κινήσεις των χεριών της, πήδηξε στην ποδιά της σαν να +ήθελε να κρυφτεί και από εκεί τρύπωσε κάτω από τον πάγκο. +Εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι, είδε τον άγνωστο και άρχισε να +τον παρατηρεί με μάτια που πετούσαν σπίθες και το βιβλίο +έτρεμε στα χέρια της. +«Λοιπόν, ναι, εγώ είμαι, κυρά μου! Γύρισα. Ο περιπλανώμενος +γύρισε. Τι έχετε να πείτε, ντόνα Έστερ; Πώς πάει η υγεία;» +«Έφις! Έφις! Έφις!», ψέλλιζε εκείνη. +«Εγώ είμαι, ο Έφις! Δεν βλέπετε καλά, ντόνα Έστερ, και φοράτε +γυαλιά;» +«Εσύ είσαι, Έφις! Κάθισε. Ναι, δεν βλέπω καλά από το πολύ το +κλάμα.» + +Η Νοέμι όμως τους κοίταζε και τους δυο με κακία και έμοιαζε +να διασκεδάζει με το θέαμα. +«Ναι, Έστερ! Φοράς γυαλιά επειδή γέρασες πια.» +«Κάθισε», είπε και σ΄ εκείνη, χτυπώντας το χέρι της επάνω +στον πάγκο, και ο Έφις κάθισε πλάι στη γριά κυρά του πού +έτρεμε ολόκληρη από την έκπληξη. Στην αρχή δεν ήξεραν τι να +πούνε. Εκείνος έσφιγγε επάνω του το δισάκι και έσκυβε το +κεφάλι ντροπαλός, εκείνη έβγαλε τα γυαλιά, τα έκλεισε ανάμεσα +στις σελίδες του βιβλίου και φάνηκε να θέλει ν’ ακουμπήσει +στο πλάι του υπηρέτη. + +Τελικά έστρεψαν και οι δυο το βλέμμα και κοιτάζονταν κι +εκείνη έκανε με το κεφάλι ένα νεύμα επίπληξης. +«Μπράβο! Γύρισες εδώ κι εκεί και τελικά επέστρεψες! Γιατί +όμως δεν έγραψες δυο λέξεις, δεν έστειλες χαιρετίσματα; Κι +όμως τόσοι ήρθαν από την Αμερική!» + +Ο Έφις έκανε ν’ απαντήσει, αλλά είδε τη Νοέμι να γελά σαν να +ήξερε κι εκείνη την αλήθεια, και έπαψε ακόμη πιο +ταπεινωμένος. +«Κι έφυγες έτσι, Έφις! Σαν να σ’ είχαμε προσβάλει, χωρίς να +πεις μια λέξη, Έφις! Και σκέψου, σκέψου, εγώ έλεγα πάντα στον +εαυτό μου: γιατί το έκανε αυτό ο Έφις; Μπορούμε τελικά να +μάθουμε το γιατί;» +«Συμβαίνουν αυτά! Γερνάει κανείς και ξαναμωραίνεται», +απάντησε εκείνος με μια αόριστη κίνηση. «Τώρα είμαι εδώ… Ας +μη μιλάμε πια γι’ αυτό.» +«Και τώρα, τι λογαριάζεις να κάνεις; Θα γυρίσεις στον Πρέντου +ή μήμπως, όπως λέει ο κόσμος, είναι αλήθεια ότι έγινες +πλούσιος; Γιατί δεν αφήνεις κάτω αυτό το δισάκι; Θα πάρεις +κάτι εδώ, μια μπουκιά έστω.» +«Πρέπει να φύγω, ντόνα Έστερ μου… Ήρθα μόνο για να σας +χαιρετήσω.» +«Θα μείνεις εδώ μέχρι αύριο», είπε η Νοέμι και με μια +αιλουροειδή σχεδόν κίνηση του πήρε το δισάκι και το +τοποθέτησε πιο πέρα επάνω στον πάγκο. + +Κοιτάχτηκαν, κι εκείνος κατάλαβε ότι κάτι είχαν να πουν +εκείνοι οι δυο, να ξαναπιάσουν μια κουβέντα που άφησαν στη +μέση. +«Έφις, άκουσε, θα μας εξιστορήσεις τουλάχιστον τις +περιπέτειές σου, αφού δεν μας έγραψες ποτέ. Πόσα πράγματα θα +έχεις να μας πεις τώρα! Αχ, Έφις, Έφις, ποιος θα το πίστευε +ποτέ ότι όταν θα γερνούσες θα γύριζες τον κόσμο!» +«Κάλιο αργά παρά ποτέ, ντόνα Έστερ μου! Λίγα πράγματα όμως +έχω να εξιστορήσω.» +«Εξιστόρησε αυτά τα λίγα…» +«Ωραία, ναι, θα σας πω…» + +Η Νοέμι έστρωνε σιωπηλή το τραπέζι. Να, το ίδιο κάνιστρο +μαυρισμένο από τον καιρό, λειασμένο από τη χρήση∙ να το ίδιο +ψωμί και το ίδιο προσφάγι. Ο Έφις έτρωγε κι εξιστορούσε, με +λόγια μπερδεμένα, που τα σκέπαζε το δειλό ψέμα. Όταν όμως +έριξε τα ψίχουλα και την τελευταία γουλιά στο πάτωμα – αφού η +γη θέλει πάντα το μικρό της μερίδιο από την τροφή του +ανθρώπου – τέντωσε λίγο την πλάτη του και τα μάτια του τα +κύκλωσαν λαμπερές ρυτίδες. +«Λοιπόν, στο ταξίδι ήμασταν όλοι φτωχοδιάβολοι. Πηγαίναμε και +πηγαίναμε χωρίς να ξέρουμε πού θα καταλήγαμε, πάντα όμως με +την ελπίδα του κέρδους. Πηγαίναμε στη σειρά, όπως οι +καταδικασμένοι…» +«Μα δεν ήσασταν στη θάλασσα;» +«Στη θάλασσα, ναι, τι λέω; Στη θάλασσα και με φουρτούνα +μάλιστα. Βράχηκα πολλές φορές. Από πείνα δεν υποφέραμε, όχι. +Έπειτα, ποιος πεινούσε; Εγώ, όχι. Καμιά φορά αισθανόμουν σαν +ένα χέρι να μου σφίγγει δυνατά το στομάχι και ήταν σαν να +ήθελε να μου το ξεριζώσει, τότε έτρωγα και ηρεμούσα. Μόλις +φτάσαμε εκεί αρχίσαμε να δουλεύουμε.» +«Τι δουλειά ήταν;» +«Α, ήταν μια εύκολη δουλειά. Κάναμε το εξής: μαζεύαμε το χώμα +από το ένα μέρος και το στοιβάζαμε στο άλλο…» +«Είναι αλήθεια ότι σκάβουν ένα κανάλι για να περάσει η +θάλασσα; Το νερό όμως δεν ακολουθεί το σκάψιμο;» +«Ναι, έμπαινε μες στα σκαμμένα, αλλά υπάρχουν μηχανήματα που +το τραβούσαν έξω. Είναι κάτι σαν αντλίες… τέλος πάντων, δεν +μπορώ να τις περιγράψω!» + +Η Νοέμι άκουγε σιωπηλή, χαϊδεύοντας τη ράχη του γάτου που +γουργούριζε στην ποδιά της ηδονικά. Άκουγε, αλλά η σκέψη της +έτρεχε μακριά. +«Ήσασταν στην ύπαιθρο; Λένε πως εκεί όλα είναι ακριβά. +Θυμάσαι τις ιστορίες που έλεγαν οι μετανάστες, εκεί στο +Ριμέντιο; Έπειτα λένε ότι είναι μια χώρα όπου δε γλεντά +κανείς.» +«Όσο γι’ αυτό, γλεντούνε κι εκεί! Όποιος θέλει να +διασκεδάσει, εννοείται! Άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι +χορεύουν, άλλοι προσεύχονται, άλλοι μεθούν, κι ύστερα όλοι +φεύγουν…» +«Φεύγουν; Και πού πάνε;» +«Εννοώ … στις παράγκες τους, για να ξεκουραστούν.» +«Και τι γλώσσα μιλάνε;» +«Γλώσσα; Όλες τις γλώσσες. Εγώ μιλούσα τη γλώσσα της +Σαρδηνίας με τους συντρόφους μου…» +«Α, ώστε είχες συντρόφους από τη Σαρδηνία;» +«Είχα μερικούς συντρόφους από τη Σαρδηνία: ένα γέρο κι ένα +νέο. Μου φαίνεται πως τους έχω ακόμη κολλημένους επάνω μου, +με το συμπάθιο.» + +Τα μάτια της Νοέμι άστραψαν χαιρέκακα. +«Ελπίζω εμείς να είμαστε πιο καθαρές!» είπε, σφίγγοντάς του +το μπράτσο. +«Ναι, ένα γέρο κι ένα νέο. Τσακώνονταν συνέχεια: ήταν κακοί, +φθονεροί, ζηλιάρηδες, κατά βάθος όμως ήταν και καλοί. Έτσι +είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος: καλός και κακός συνάμα. Στο κάτω +κάτω είμαστε πάντα δυστυχισμένοι∙ ακόμη και οι πλούσιοι είναι +συχνά δυστυχισμένοι. Α, να!» + +Να, το σφίξιμο του χεριού της Νοέμι του θύμιζε το σφίξιμο του +Τζατσίντο, εκεί μες στη μικρή αυλή του Νούορο, και το μυστικό +που εμπόδιζε τη γυναίκα να δεχτεί την πρόταση του ντον +Πρέντου. +«Ο ντον Πρέντου, για παράδειγμα», είπε σχεδόν άθελα και +πρόσθεσε κοιτάζοντας τη νεαρή κυρά του, «μήπως δεν είναι +πλούσιος και δυστυχισμένος;» + +Η κυρά του όμως γελούσε πάλι κι εκείνος εξοργίστηκε παρά τη +θέλησή του. +«Πού είναι το αστείο; Μήπως δεν είναι δυστυχισμένος ο ντον +Πρέντου; Μέχρις ότου τον λυπηθείτε, ντόνα Νοέμι…. Κι όμως, +είναι καλός.» + +Τότε η ντόνα Έστερ σηκώθηκε ακουμπώντας το χέρι στη ράχη του +πάγκου και στάθηκε παρατηρώντας τους σοβαρή. +«Τι καλός μου λες;», είπε η Νοέμι, χωρίς να γελά πια. «Είναι +γέρος τώρα και δεν μπορεί πια να κοροϊδεύει τον κόσμο∙ αυτό +είναι όλο! Ας μη μιλάμε γι’ αυτόν.» +«Κι όμως, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν», είπε η ντόνα Έστερ έντονα. +«Έφις, εξήγησέ μου τις κουβέντες σου.» +«Τι να σας εξηγήσω, ντόνα Έστερ; Ότι ο ντον Πρέντου θέλει να +παντρευτεί τη ντόνα Νοέμι;» +«Α, ώστε κι εσύ το ξέρεις; Πώς το ξέρεις;» +«Εγώ ήμουν ο πρώτος προξενητής.» +«Ο πρώτος κι ο τελευταίος», φώναξε η Νοέμι πετώντας κάτω το +γάτο σαν να ήταν κουβάρι. «Αρκετά. Δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε +γι’ αυτό.» + +Ο Έφις όμως εναντιώθηκε. +«Γιατί εγώ δεν του πήγα ποτέ την απάντηση, ντόνα Νοέμι! Πώς +μπορούσα να του την πάω; Δεν τολμούσα και γι’ αυτό έφυγα.» + +Η ντόνα Έστερ ξανακάθισε πλάι του κι εκείνος την αισθάνθηκε +που έτρεμε ολόκληρη. +«Α, Έφις», μουρμούριζε. «Εκείνος είχε τη ιδέα από τότε κι εσύ +δεν έλεγες τίποτε; Και έφυγες; Γιατί όμως; Για να πω την +αλήθεια, όλα αυτά μου φαίνονται σαν όνειρο. Εγώ ποτέ δεν +έμαθα τίποτε: μόνο οι ξένοι έρχονταν να μου το πουν, μόνο οι +ξένοι. Κι εσύ, αδελφή μου, κι εσύ… κι εσύ…» +«Τι να σου πω, Έστερ; Μήπως με ζήτησε ο ίδιος; Πότε +εξηγήθηκε; Στέλνει δώρα, έρχεται πότε πότε, κάθεται, φλυαρεί +μαζί σου και σ’ εμένα σχεδόν δεν λέει κουβέντα. Τον έδιωξα +ποτέ εγώ;» +«Δεν τον διώχνεις, αλλά κάνεις κάτι χειρότερο. Γελάς όταν +έρχεται, τον κοροϊδεύεις.» +«Έτσι πρέπει! Ό, τι σπέρνει κανείς θερίζει.» +«Νοέμι, γιατί μιλάς έτσι; Σαν να τρελάθηκες, εδώ και κάμποσο +καιρό! Δεν σκέφτεσαι πια λογικά. Γιατί λες πως σε κοροϊδεύει, +αφού έστειλε μαντάτα πως σ’ αγαπά;» +«Ένα υπηρέτη έστειλε να μου το πει!» + +Η ντόνα Έστερ κοίταξε τον Έφις, αλλά ο Έφις σιωπούσε με +κατεβασμένο το κεφάλι, όπως έκανε κάποτε, όταν οι αδελφές +φιλονικούσαν. Περίμενε, εξάλλου, βέβαιος ότι η Νοέμι, παρά +την περιφρόνησή της, θα γύριζε σ’ αυτόν για να συνεχίσουν τη +συζήτηση οι δυο τους μόνοι. +«Έφις, την ακούς πώς μιλάει; Κι όμως, σου λέω πως δεν είσαι ο +μόνος που της το έχει πει. Και ο Τζατσίντο…» + +Το όνομα αυτό όμως δημιούργησε ένα τρομαχτικό κενό τριγύρω +και ο Έφις είδε τη Νοέμι να πετιέται όρθια αναστατωμένη∙ ωχρή +από θυμό και μίσος. +«Έστερ!», είπε με τραχιά φωνή. «Είχες ορκιστεί να μην +ξαναπροφέρεις το όνομά του.» + +Και βγήκε, σαν να την έπνιγε η οργή. + +«Ναι», μουρμούρισε η ντόνα Έστερ, σκύβοντας στο αυτί του +Έφις. «Τόσο τον μισεί που μ’ έβαλε να ορκιστώ ότι δεν θα +ξαναπώ το όνομά του. Όταν ήρθε την τελευταία φορά να μας πει +πως παντρεύεται την Γκριζέντα και να συμβουλεύσει τη Νοέμι να +δεχτεί τον Πρέντου, τον έδιωξε και ήταν τρομερή, όπως την +είδες τώρα. Κι εκείνος έφυγε κλαίγοντας. Πες μου, όμως, πες +μου Έφις», συνέχισε θλιμμένη, «δεν είμαστε πολύ άτυχες εμείς; +Ο Τζατσίντο που μας έχει καταστρέψει και παντρεύεται εκείνη +την ξεβράκωτη και η Νοέμι, αντίθετα, που πετάει ένα τέτοιο +τυχερό. Γιατί γίνεται αυτό, Έφις, πες μου, εσύ που έχεις +γυρίσει τον κόσμο: παντού έτσι είναι; Γιατί η μοίρα μάς +τσακίζει έτσι, σαν να είμαστε καλάμια;» +«Ναι», της απάντησε τότε εκείνος, «ακριβώς σαν τις καλαμιές +στον άνεμο είμαστε, ντόνα Έστερ μου. Να γιατί! Εμείς είμαστε +τα καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος.» +«Ναι, εντάξει∙ γιατί όμως μια τέτοια μοίρα;» +«Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει.» +«Γενηθήτω, τότε, το θέλημά Του», είπε εκείνη σκύβοντας το +κεφάλι στο στήθος και βλέποντάς την έτσι σκυμμένη, τόσο γριά +και θλιμμένη, ο Έφις ένοιωσε σχεδόν δυνατός. Και για να την +παρηγορήσει σκέφτηκε να της διηγηθεί μια από τις τόσες +ιστορίες του τυφλού. +«Άλλωστε δεν είμαστε ποτέ ευχαριστημένοι. Ξέρετε την ιστορία +της Βασίλισσας του Σαβά; Ήταν όμορφη και είχε ένα μακρινό +βασίλειο με πολλούς κήπους από συκιές και ροδιές και ένα +παλάτι ολόχρυσο. Άκουσε, λοιπόν, να λένε ότι ο Βασιλιάς +Σολομών ήταν πλουσιότερος από εκείνη κι έχασε τον ύπνο της. Η +ζήλεια την έτρωγε τόσο που αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι, +παρόλο που θα έπρεπε να διασχίσει τη μισή γη, για να πάει να +δει η ίδια…» + +Η ντόνα Έστερ έσκυψε λίγο από την άλλη μεριά και πήρε το +βιβλίο μέσα στο οποίο είχε βάλει τα γυαλιά της. +«Αυτές οι ιστορίες βρίσκονται εδώ, στην Αγία Γραφή.» + +Ο Έφις κοίταξε ταπεινωμένος το βιβλίο και δε συνέχισε. + +Όταν έμεινε μόνος ξάπλωσε στην ψάθα, αλλά, παρά τη μεγάλη του +κούραση, δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Είχε την εντύπωση ότι οι +τυφλοί είχαν ξαπλώσει εκεί δίπλα του και ότι τριγύρω και έξω, +μέσα στα σκοτάδια, απλωνόταν ένα άγνωστο χωριό. Οι κυράδες +του όμως βρίσκονταν εκεί, στον πάγκο και τον κοίταζαν: η +ντόνα Έστερ γριά και με βλέμμα σχεδόν ικετευτικό, η ντόνα +Νοέμι χαμογελαστή, αλλά πιο τρομερή απ’ ότι όταν ήταν +αυστηρή. + +Και, πράγμα περίεργο, δεν ένοιωθε πια υποταγή στη ντόνα Έστερ +ούτε φόβο στη ντόνα Νοέμι, ήταν σαν τον απελευθερωμένο δούλο +που έγινε πλούσιος σε σύγκριση με τα φτωχά του αφεντικά. +«Μπορώ να τις βοηθήσω, μπορώ ακόμη να τις βοηθήσω και ακόμη +δεν το θέλουν…. Αύριο…» + +Περίμενε με αγωνία το αύριο∙ να γιατί δεν μπορούσε να +κοιμηθεί. Αύριο θα μιλήσει με τη Νοέμι. Θα ξαναπιάσουν τη +συζήτηση που είχε διακοπεί τόσους μήνες πριν και ίσως +μπορέσει να φέρει την καλή είδηση στον ντον Πρέντου. + +Τότε άρχισε να προσεύχεται, σιγά σιγά, έπειτα όλο και πιο +δυνατά, μέχρι που του φάνηκε ότι είχε αρχίσει να ψέλνει όπως +έκαναν οι προσκυνητές εκεί πάνω, στη Θαυματουργή Παναγία. + +Αύριο… Όλα θα πάνε καλά αύριο∙ όλα θα τελειώσουν, όλα θα +ξεκαθαρίσουν. Του φαινόταν πως καταλάβαινε τελικά γιατί ο +Θεός τον έσπρωξε να εγκαταλείψει το σπίτι των κυράδων του και +να φύγει περιπλανώμενος: ήταν για να δοθεί χρόνος στο +Τζατσίντο να σκαλίσει βαθειά μες στη συνείδησή του και στη +Νοέμι για να γιατρευτεί από το πάθος της. +«Εάν έδινα αμέσως τη απάντηση στον ντον Πρέντου, όλα θα είχαν +τελειώσει», σκεφτόταν με αίσθημα ανακούφισης και ονειρευόταν +ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος. Να, ένα ακαθόριστο διάχυτο φως +φωτίζει τριγύρω την πεδιάδα∙ είναι ένα λευκό δαχτυλίδι επάνω +από έναν μαύρο κύκλο. Είναι η αυγή. Οι τυφλοί σηκώνονται, +μπλέκουν τα δάχτυλά τους, σκύβουν μπροστά του και τον +αναγκάζουν να καθίσει επάνω στα χέρια τους και να βάλει τα +μπράτσα του γύρω από το λαιμό τους. Έτσι τον ανασηκώνουν, τον +παίρνουν μακριά, τραγουδώντας, όπως κάνουν τα παιδιά όταν +παίζουν. + +Γελούσε: δεν ήταν ποτέ τόσο ευτυχισμένος. Στο βάθος όμως, στη +σκοτεινή κουζίνα, η ντόνα Έστερ και η ντόνα Νοέμι δε +μετακινήθηκαν από τον πάγκο. Και να, εκείνος αισθανόταν +υποταγή στη μια και φόβο για τη άλλη. Έκλεισε τότε τα μάτια +και προσποιήθηκε ότι ήταν κι εκείνος τυφλός. Και πήγαιναν +έτσι και οι τρεις, εδώ κι εκεί, επάνω σ’ ένα μαλακό έδαφος, +ψέλνοντας δοξαστικούς ύμνους για το Άγιο Πνεύμα. Ένα χέρι +όμως άρπαξε από πίσω το καπότο του και σταμάτησε την ομάδα. +«Κοιμόσουν κιόλας, Έφις; Κάνε υπομονή. Η Έστερ μου είπε ότι +θα φύγεις αύριο το πρωί νωρίς και κατέβηκα.» + +Πετάχτηκε επάνω και ανακάθισε στην ψάθα, στα πόδια της, που +στεκόταν όρθια, ακίνητη, μεγαλόσωμη με το φως στο χέρι. Ένας +σκοτεινός κύκλος με ένα δαχτυλίδι φωτός τριγύρω, όπως το είχε +ονειρευτεί, τους περιέβαλε. +«Έπειτα, εγώ ήθελα να σου μιλήσω όταν θα ήσουν μόνος, Έφις. Η +Έστερ μερικά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Κι εσύ έπραξες +άσχημα να φλυαρήσεις μαζί της: ούτε εσύ καταλαβαίνεις.» + +Εκείνος σιωπούσε. Καταλάβαινε, σίγουρα, αλλά έπρεπε να σιωπά +και να προσποιείται όπως ένας σκλάβος. +«Δεν καταλαβαίνεις και γι’ αυτό μιλάς πάρα πολύ, Έφις! Εάν +εσύ εκείνη την ημέρα μου έφερνες μόνο τα προξενιά, χωρίς να +μου δώσεις συμβουλές, θα ήταν καλύτερα. Αντί γι’ αυτό είπες +ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Τώρα θέλω μόνο να μάθω εάν είναι +αλήθεια ότι εσύ δεν είπες τίποτε από αυτά που κουβεντιάσαμε +στον ντον Πρέντου.» +«Τίποτα, ντόνα Νοέμι μου!» +«Κάτι ακόμη θέλω να σε ρωτήσω, Έφις, αλλά πρέπει να μου πεις +την αλήθεια. Εσύ…» δίστασε για λίγο, έπειτα ανέβασε τη φωνή, +«μίλησες γι’ αυτό με τον Τζατσίντο; Πες μου την αλήθεια.» +«Όχι», είπε ψέματα με σταθερή φωνή: «σας ορκίζομαι, δεν +μίλησα γι’ αυτό». +«Πιστεύεις τότε πως του το είπε ο ντον Πρέντου;» +«Έτσι πιστεύω, ντόνα Νοέμι μου.» +«Κάτι ακόμη. Πες μου, γιατί έφυγες;» +«Δεν ξέρω. Αυτό σκεφτόμουν την ώρα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος. +Σκεφτόμουν ότι ο Κύριος ήταν εκείνος που μ’ έκανε να φύγω. +Φοβόμουν και ντρεπόμουν να παρουσιαστώ στον ντον Πρέντου μ’ +εκείνη την απάντηση. Ναι, ντόνα Νοέμι, επειδή ο ντον Πρέντου +με είχε πάρει στην υπηρεσία του μόνο και μόνο γι’ αυτό το +σκοπό, το ξέρω. Σας αγαπούσε και ήθελε να είμαι εγώ ο +ενδιάμεσος. Όταν, λοιπόν, εσείς είπατε όχι, όχι, εγώ έφυγα…» + +Η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά με ένα γέλιο ελαφρύ, τελείως +διαφορετικό από το προηγούμενο μοχθηρό γέλιο. Φανέρωνε +συμπόνια για τον Έφις, συμπόνια για τον ντον Πρέντου, αλλά +και ικανοποίηση και γλυκύτητα. Ποτέ, ποτέ ο Έφις δεν την είχε +ακούσει να γελά έτσι. Κι όμως, θυμόταν εκείνο το γέλιο, +εκείνο το πρόσωπο σκυμμένο επάνω του, εκείνη τη σκιά κι +εκείνο το τρεμάμενο φως τριγύρω, και η καρδιά του χτυπούσε, +χτυπούσε και πήγαινε να σπάσει. + +Η Λία, όπως ήταν τη νύχτα της φυγής, στεκόταν μπροστά του. +«Κάτι ακόμη και τελειώσαμε. Άκου, πιστεύεις πραγματικά ότι ο +Τζατσίντο θα παντρευτεί την Γκριζέντα;» +«Ναι, είναι σίγουρο» +«Πότε θα παντρευτούν;» +«Πριν από τα Χριστούγεννα.» + +Εκείνη χαμήλωσε το φως, σαν να ήθελε να δει καλύτερα το +πρόσωπό του κι έτσι φώτισε καλά το δικό της. Πόσο χλωμή ήταν +και πόσο νεανικό και ταυτόχρονα γερασμένο ήταν το πρόσωπο +της! + +Η περηφάνια, το πάθος, η επιθυμία να γκρεμίσει την παλιά, +άθλια ζωή της και με τα συντρίμμια να ξαναχτίσει μια άλλη, +καινούργια και δυνατή, όλα αυτά έλαμπαν φλογερά μέσα στα +μάτια της. +«Άκουσέ με, Έφις», είπε τραβώντας πάλι το φως, «να πεις, +λοιπόν, στον Πρέντου ότι τον θέλω, αλλά ότι πρέπει να +παντρευτούμε γρήγορα, πριν από εκείνους τους δυο.» + + +Κεφάλαιο δέκατο έβδομο + +Ο Έφις βρισκόταν πάλι εκεί πάνω, στο κτηματάκι. Αφού είχε +τελειώσει ο καιρός της παραγωγής και είχε γίνει και η +συγκομιδή των καρπών, ο Τσουαναντόνι, στον οποίο το αφεντικό +είχε αναθέσει τη βόσκηση ενός κοπαδιού προβάτων στα +βουρλοτόπια γύρω από το χωριό, έφυγε ικανοποιημένος. + +Να τος λοιπόν πάλι ο Έφις καθισμένος στη συνηθισμένη του θέση +μπροστά στο καλύβι, κάτω από το γλαυκό φρύδι του καλαμιώνα. Ο +ουρανός είναι κόκκινος, ψηλά επάνω από το λευκό λόφο. Περνάει +ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν. +«Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι +ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και +άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα αλλά θα λυγίσει αύριο και +μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι;» + +Εκείνος έπλεκε μια ψάθα και προσευχόταν. Κάθε τόσο ένας +δυνατός πόνος στο πλευρό τον έκανε να πετιέται με το κορμί +ίσιο και άκαμπτο σαν κάποιος να του έχωνε ένα σιδερένιο +πάσαλο στα νεφρά∙ διπλωνόταν πάλι, ωχρός και τρέμοντας, +ακριβώς σαν ένα καλάμι στον άνεμο∙ αλλά μετά τον σπασμό +ένοιωθε μεγάλη αδυναμία, έντονη ευφορία, επειδή ήλπιζε να +πεθάνει γρήγορα. Η μέρα του είχε τελειώσει. + +Όσο μπορούσε ν’ αντέξει έμενε εκεί πάνω, κολλημένος στη γη +που του είχε ρουφήξει όλη την ικμάδα και όλα του τα δάκρια. + +Το φθινόπωρο προχωρούσε με τις γλυκές μέρες του Οκτώβρη, με +τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη. Τα βουνά απέναντι και στο βάθος +της κοιλάδας έμοιαζαν με ηφαίστεια: σύννεφα καπνού αυλακωμένα +από ωχρές φλόγες κι έπειτα πίδακες γαλαζωπής λάβας και στήλες +φωτιάς ανέβαιναν πέρα μακριά, από τη θάλασσα. + +Προς το βράδυ ο ουρανός ξεκαθάριζε, όλο το ασήμι των ορυχείων +του κόσμου μαζευόταν σε μπλοκ και σε σωρούς στον ορίζοντα∙ +αόρατοι εργάτες το δούλευαν, έχτιζαν σπίτια, κτίρια, +ολόκληρες πολιτείες, κι αμέσως μετά τα χαλούσαν και ερείπια, +ερείπια άσπριζαν τότε μες στο δειλινό, σκεπασμένα με χρυσή +βλάστηση, με ροδόχρωμους θάμνους∙ περνούσαν κοπάδια από +γκρίζα και μαύρα άλογα, ένα σημάδι κίτρινο έλαμπε πίσω από +ένα διαλυμένο κάστρο και έμοιαζε να είναι η φωτιά κάποιου +ερημίτη ή κάποιου ληστή που είχε καταφύγει εκεί πάνω: ήταν το +φεγγάρι που έβγαινε. + +Σιγά σιγά το φως του φώτιζε όλο το μυστηριώδες τοπίο και όπως +στο άγγιγμα ενός μαγικού δακτύλου, εξαφανίζονταν όλα. Μια +γαλάζια λίμνη πλημμύριζε τον ορίζοντα και η καθάρια και κρύα +φθινοπωρινή νύχτα, με τα μεγάλα αστέρια της στον ουρανό και +με τις μακρινές φωτιές στη γη, απλωνόταν από τα βουνά προς τη +θάλασσα. Μες στη σιγαλιά ο χείμαρρος έρεε, σαν να ήταν το +αίμα της αποκοιμισμένης κοιλάδας. Και ο Έφις ένιωθε να τον +πλησιάζει ο θάνατος, σιγά σιγά, σαν ν’ ανέβαινε σιωπηλός το +μονοπάτι συνοδευόμενος από μια ακολουθία περιπλανώμενων +πνευμάτων, από τον ήχο του κόπανου κάτω στο ποτάμι των πάνας, +από το ελαφρό φτερούγισμα των αθώων ψυχών που είχαν +μεταβληθεί σε φύλλα, σε λουλούδια… + +Μια νύχτα βρισκόταν σε νάρκη μέσα στην καλύβα όταν ξύπνησε +απότομα σαν να τον τράνταξε κάποιος. + +Του φάνηκε πως μια μυστηριώδης ύπαρξη έπεσε απάνω του, +ψαχουλεύοντας τα σωθικά του μ’ ένα μαχαίρι, και πως όλο το +αίμα ανάβλυσε από το κατακρεουργημένο σώμα του, +πλημμυρίζοντας την ψάθα, βρέχοντάς του τα μαλλιά, το πρόσωπο, +τα χέρια. + +Άρχισε να φωνάζει σα να τον σκότωναν στ’ αλήθεια, αλλά μέσα +στη νύχτα μόνο ο ψίθυρος του νερού απαντούσε. + +Τότε φοβήθηκε και σκέφτηκε να γυρίσει στο χωριό, αλλά για +πολλή ώρα τη νύχτα δεν μπορούσε να κινηθεί, αδύναμος, σαν να +είχε χάσει αίμα. Κρύος ιδρώτας του έλουζε όλο το κορμί. + +Την αυγή ξεκίνησε. Αντίο, αυτή τη φορά έφευγε στ’ αλήθεια και +τακτοποίησε όλα τα πράγματα μέσα στην καλύβα: τα αγροτικά +εργαλεία στο βάθος, την ψάθα τυλιγμένη στο πλάι, τη χύτρα +αναποδογυρισμένη επάνω στη σανίδα, το δεμάτι με τα βούρλα στη +γωνία, την εστία σκουπισμένη: όλα σε τάξη, όπως αρμόζει σ’ +έναν καλό υπηρέτη που φεύγει και λογαριάζει την καλή γνώμη +που θα σχηματίσει ο αντικαταστάτης του. + +Πήρε μαζί του το δισάκι, έκοψε ένα γιασεμί από την αιμασιά +και έφερε ένα γύρο για να ρίξει μια ματιά. Όλη η κοιλάδα του +φάνηκε λευκή και γλυκιά σαν το γιασεμί. + +Όλα ήταν σιωπηλά: τα φαντάσματα είχαν αποτραβηχτεί πίσω από +τα πέπλο της αυγής, ακόμη και το νερό μουρμούριζε πιο σιγαλά +σαν να ήθελε ν’ αφήσει ν’ αντηχήσει καλύτερα το βήμα του Έφις +στο μονοπάτι. Μόνο τα φύλλα από τα καλάμια κουνιόντουσαν πάνω +στο φρύδι, ίσια, δύσκαμπτα σαν σπαθιά που ακονίζονταν πάνω +στο μέταλλο του ουρανού. +«Έφις αντίο, Έφις αντίο». + +Επέστρεψε στις κυράδες του και ξάπλωσε στην ψάθα. +«Έκανες καλά που ήρθες εδώ», είπε η ντόνα Έστερ σκεπάζοντάς +τον με ένα χράμι και η Νοέμι έσκυψε κι εκείνη, του πήρε το +σφυγμό, του έπιασε το μπράτσο προσπαθώντας να τον πείσει να +μπει στο κρεβάτι. +«Αφήστε με εδώ, ντόνα Νοέμι μου», βογκούσε χαμογελώντας, αλλά +τα μάτια του ήταν απλανή σαν εκείνα ενός τυφλού, σκεπασμένα +ήδη με τον πέπλο του θανάτου. «Εδώ είναι η θέση μου.» + +Αργότερα ένας νέος παροξυσμός του πόνου τον έκανε να διπλωθεί +στα δυο και να μελανιάσει και ενώ οι κυράδες του έστελναν να +φωνάξουν το γιατρό εκείνος άρχισε να παραληρεί. + +Η κουζίνα γέμιζε με φαντάσματα και το τρομερό ον, που δεν +έπαυε να τον χτυπά, του φώναξε στο αυτί: +«Εξομολογήσου! Εξομολογήσου!» + +Η ντόνα Έστερ γονάτισε κι αυτή μπροστά στην ψάθα +ψιθυρίζοντας: +«Έφις, ψυχή μου, θέλεις να φωνάξουμε τον παπα-Πασκάλε; Θα σου +διαβάσει το Ευαγγέλιο κι αυτό θα σε ανακουφίσει…» + +Ο Έφις όμως την κοίταζε με ακίνητο το βλέμμα, με τα μάτια +ανέκφραστα στο μελανό του πρόσωπο που γυάλιζε από σταγόνες +ιδρώτα. Ο τρόμος του τέλους τον έπνιγε, φοβόταν μήπως η ψυχή +του εγκαταλείψει ξαφνικά το σώμα, όπως είχε κι εκείνος +εγκαταλείψει το σπίτι των κυράδων του, και εξορισμένη από τον +κόσμο των μακάρων αρχίσει να περιπλανιέται, ανήσυχη και +κολασμένη, με τα φαντάσματα της κοιλάδας. Ωστόσο απάντησε +όχι, όχι. Δεν ήθελε τον παπά: περισσότερο και από τον θάνατο +και τη θεία καταδίκη, φοβόταν ν’ αποκαλύψει το μυστικό του. + +Να, έρχεται και ο ντον Πρέντου, κάθεται κοντά στην ψάθα και +αρχίζει τα αστεία. Είναι χαρούμενος, ο ντον Πρέντου∙ +ξαναπάχυνε και η χρυσή αλυσίδα δεν κρέμεται πια τόσο στο +μαύρο του γιλέκο. +«Γιατί γύρισες εδώ, βλάκα; Εάν ερχόσουν στο σπίτι μου θα σου +έπεφτε άσχημα; Είσαι σαν το γάτο που επιστρέφει και αν ακόμη +τον απομακρύνουν κλεισμένο μέσα σ’ ένα σάκο. Άντε, πάμε∙ θα +σε βάλω στο κρεβάτι της Στεφάνα.» + +Και η Νοέμι, σκυμμένη με μια γαβάθα που αχνίζει στο χέρι, ενώ +του σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο, προσπαθεί να +μιμηθεί το χοντρό αρραβωνιαστικό της. +«Έλα πιες. Τι, θέλεις να πεθάνεις μαγκούφης;» +«Λοιπόν», είπε ο Έφις ανασηκώνοντας το κεφάλι, αρνούμενος +όμως το ζωμό, «φεύγουμε…» +«Μα τι λες; Θέλεις να ξαναφύγεις; Τι σουρτούκης!» +«Ε, τι κάνεις; Πάμε στη Στεφάνα, που σου έχει φυλάξει ένα +ρόδι… Άντε, αγόρι μου!» + +Ο Έφις όμως ακούμπησε πάλι το κεφάλι κάτω κι έκλεισε τα +μάτια, όχι γιατί τον πρόσβαλαν τ’ αστεία των αφεντικών του, +αλλά γιατί αισθανόταν πολύ μακριά από εκείνους, από όλους. +Μακριά, όλο και πιο μακριά, αλλά μ’ ένα βάρος να τον +πλακώνει, μ’ ένα φορτίο που δεν του επέτρεπε να πάει παραπέρα +ή να γυρίσει πίσω. Ήταν χειρότερα από τότε που έσερνε μαζί +του τους τυφλούς. + +Τελικά ήρθε και ο γιατρός. Τον ψηλάφισε ολόκληρο, χτύπησε τα +δάχτυλά επάνω στην κοιλιά του που ήταν σκληρή σαν τύμπανο, +τον γύρισε, τον ξαναγύρισε και έριξε επάνω του το χράμι σαν +σε ζύμη που ανεβαίνει. +«Το συκώτι μάς κάνει άσχημα αστεία. Πρέπει να πας στο +κρεβάτι, Έφις.» + +Ο άρρωστος σήκωσε το δείχτη νεύοντας όχι. +«Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω, αφήστε με να πεθάνω σαν υπηρέτης.» +«Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά», +είπε η ντόνα Έστερ και ο ντον Πρέντου έσκυψε και έκανε να τον +σηκώσει στην αγκαλιά του. +«Πάψε, χαζέ. Πάψε!» + +Ο Έφις όμως άρχισε να βογκάει και τρανταζόταν αδύναμα σαν ένα +λαβωμένο πουλί που προσπαθεί ακόμη να πετάξει. +«Θέλετε να με πεθάνετε πριν την ώρα μου…» + +Τότε ο γιατρός έκανε νόημα με το χέρι και το κεφάλι +σηκώνοντας τα μάτια στον ουρανό και ο ντον Πρέντου ακούμπησε +πάλι κάτω τον άρρωστο, τον ξανασκέπασε και δεν αστειεύτηκε +πια. + +Κι έτσι τον άφησαν. Και οι ώρες και οι μέρες περνούσαν και ο +Έφις μέσα στις παραισθήσεις του ονειρευόταν ότι περπατούσε, +περπατούσε με τους τυφλούς μέσα από τις κοιλάδες και τα +βοσκοτόπια του οροπεδίου, και ονειρευόταν τα πανηγύρια, τα +χρήματα που έπεφταν μπροστά του, τις φιλάνθρωπες γυναίκες, τα +όμορφα παλικάρια επάνω στα ατίθασα άλογα που έτρεχαν στην +πλαγιά του Βουνού και που από μακριά του έριχναν νομίσματα +και προσβολές. + +Ψηλοί όμως τοίχοι, καπνισμένοι, με κόκκινες κηλίδες από +χαλκό, με έναν πάγκο στο βάθος, περιέβαλαν πάντα τον +ορίζοντα. Δεν μπορούσε κανείς να περάσει από την άλλη μεριά, +εκείνος όμως ήταν ανάγκη να περάσει από την άλλη, για να +ελευθερωθεί από το βάρος του, για να γιατρευτεί από τον πόνο +του. + +Δυο φορές η Νοέμι τον βρήκε όρθιο, να προσπαθεί να βγει έξω +από την αυλή. Πήραν το κλειδί από την εξώπορτα. + +Η ντόνα Έστερ έσκυβε επάνω του, τακτοποιούσε το μαξιλάρι του, +την κουβέρτα επάνω του, του έλεγχε το σφυγμό του. +«Έφις, ο Ρετόρος θα έρθει να σ’ επισκεφθεί.» + +Εκείνος σήκωνε το δείχτη, κάνοντας νόημα πως όχι, με τα μάτια +κλειστά. + +Τις πρώτες μέρες κάποιοι ζήτησαν να τον επισκεφθούν, αλλά η +Νοέμι μισάνοιγε την εξώπορτα και τους έδιωχνε όλους. Εκείνος, +μέσα, άκουγε. Το ότι ο κόσμος τον θυμόταν, ενώ εκείνος +βρισκόταν τόσο μακριά, στην άκρη του κόσμου, τον εξέπληττε +και τον αναστάτωνε. +«Ποιος με γύρευε πριν από λίγο;», ρώτησε ένα πρωί την ντόνα +Έστερ. +«Θα πρέπει να ήταν ο Τσουαναντόνι.» +«Εάν ξαναέρθει, ντόνα Έστερ μου, κάντε μου την χάρη να τον +αφήστε να μπει… Καλά είναι ν’ αρχίσουν οι αποχαιρετισμοί….» +«Μα τι λες, Έφις! Γιατί σου έχει καρφωθεί αυτή η ιδέα στο +μυαλό; Γιατί δεν θέλεις να έρθει ο Ρετόρος; Θα σου διάβαζε το +Ευαγγέλιο και δεν θα φοβόσουν πια μην πεθάνεις…» + +Εκείνος δεν απάντησε. Όχι, δεν μπορούσαν να τον κοροϊδέψουν. +Η ώρα όμως δεν είχε φτάσει ακόμη κι εκείνος γαντζωνόταν από +τη ζωή μόνο και μόνο επειδή φοβόταν μην αφήσει το κουφάρι του +στο σπίτι των κυράδων του. + +Γύρω του η ζωή έπαιρνε μια νέα όψη: ένα κύμα χαράς έμοιαζε να +πλημμυρίζει το σπίτι όταν ερχόταν ο ντον Πρέντου: ήταν τα +δειλά γέλια της ντόνα Έστερ, οι κουβέντες των +αρραβωνιασμένων, τα σχέδια, οι φλυαρίες, οι ξαφνικές σιωπές +από σεβασμό προς τον άρρωστο. + +Τότε εκείνος ένιωθε πως τους ήταν εμπόδιο και επιθυμούσε να +φύγει. + +Ένα πρωί η ντόνα Έστερ, που κοιμόταν στο δωμάτιο του ισογείου +για να τον προσέχει, σηκώθηκε νωρίς, τακτοποίησε τα πράγματα +παραμιλώντας χαμηλόφωνα, και σκύβοντας για να του δώσει να +πιεί μια μικρή κούπα γάλα του είπε: +«Άντε, Έφις, να είσαι χαρούμενος! Σήμερα ο Πρέντου θα ορίσει +τη μέρα του γάμου. Είσαι ευχαριστημένος;» + +Εκείνος έκανε νόημα πως ναι, έπειτα σκέπασε το κεφάλι με το +χράμι και εκεί κάτω του φαινόταν πως ήταν κιόλας νεκρός, +αλλά, παρόλα αυτά, χαρούμενος για την καλή τύχη των κυράδων +του. + +Και η Νοέμι σηκώθηκε νωρίς. Κουβέντιαζε με την αδελφή της και +έλεγε με καμάρι: +«Γιατί τη μέρα πρέπει να την ορίσει εκείνος κι όχι εγώ; Εγώ +δεν είμαι καμιά χωριάτισσα για ν’ ακολουθώ τα έθιμα». +«Τι ανυπομονησία σ’ έχει πιάσει; Η αγγελία έγινε και σήμερα +θα συζητήσουμε για τα υπόλοιπα.» + +Η Νοέμι ήταν ταραγμένη και ο Έφις την άκουγε που +πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι, ελαφροπατώντας αλλά ανήσυχη. +Τελικά κάθισε πλάι στην είσοδο για να ράψει σιωπηλή και όταν +ήρθε ο ντον Πρέντου μετακίνησε το κάθισμα και παραμέρισε το +πανί της για να του ελευθερώσει το πέρασμα, αλλά σήκωσε μόλις +το πρόσωπο για να τον κοιτάξει και απάντησε με ένα ελαφρό +νεύμα του κεφαλιού στο χαιρετισμό του. Αμέσως η ντόνα Έστερ +κατέβηκε τις σκάλες δένοντας το μαντήλι της, έτοιμη να κάνει +το διερμηνέα στους δυο αρραβωνιασμένους, ανάμεσα στους +οποίους συχνά δημιουργούνταν παρεξηγήσεις επειδή η Νοέμι +προσβαλλόταν με το παραμικρό και τα έπαιρνε όλα στραβά παρά +την καλή θέληση του ντον Πρέντου. + +Στην αρχή, μόλις μπήκε ο ντον Πρέντου, πλησίασε τον Έφις και +τον κοίταξε από ψηλά. +«Πώς πάει; Καλά, μου φαίνεται. Έλα να σηκωθούμε, άντε!» + +Ο Έφις σήκωσε τα αδιάφορα, βαθουλωμένα μάτια του και, μόλις ο +ντον Πρέντου έσκυψε να τον αγγίξει, άπλωσε το χέρι σαν να +ήθελε να σπρώξει το δυνατό κορμί που άγγιζε το δικό του που +βρισκόταν σε διάλυση. +«Φύγετε, φύγετε…» + +Και ο ντον Πρέντου πήγε να καθίσει κοντά στην αρραβωνιαστικιά +του. +«Πώς είναι η διάθεσή μας σήμερα;» +«Σταμάτα, Πρέντου, μην τραβάς το πανί, με τρυπάει η βελόνα….» +«Αυτό θέλω κι εγώ!» +«Πρέντου άσε με∙ κάνεις σαν μικρό παιδί!» +«Εσύ φταις που μου έκανες μάγια για να ξεμωραθώ…» +«Πρέντου! Σταμάτα!» +«Ξέρεις τι λέει η φιλοσοφίνα η Στεφάνα; Λέει πως τώρα έκανες +ανάποδα τα μάγια: πρώτα για να αδυνατίσω, τώρα για να +παχύνω…» +«Αστειεύεσαι Πρέντου, οι υπηρέτριές σου όμως είναι +γλωσσούδες.» +«Μα είναι φανερό ότι παχαίνω. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να +λυθούν τα μάγια…» + +Η ντόνα Έστερ ακούμπησε στο κάθισμα της Νοέμι και κοίταξε τον +ξάδελφο χωρίς να μιλά, περιμένοντας. Εκείνος σήκωσε πράγματι +το βλέμμα επάνω της, χτύπησε με τα χέρια τα γόνατά του και +είπε: +«Λοιπόν, πότε λέτε να τη σπάσουμε αυτή την αλυσίδα;» +«Από εσένα εξαρτάται, Πρέντου, ν’ αποφασίσεις.» + +Η Νοέμι έραβε∙ σήκωσε κι εκείνη το πρόσωπο, τα μάτια της +έλαμπαν, αλλά αμέσως τα χαμήλωσε και δεν είπε λέξη. +«Έστερ, εγώ λέω ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα.» +«Ωραία, ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα.» +«Νομίζεις ότι θα είναι όλα έτοιμα στα μισά του μήνα;» + +‘Όλα θα είναι έτοιμα, Πρέντου» +«Εντάξει τότε.» + +Σιωπή: η Νοέμι έραβε, η ντόνα Έστερ την κοίταζε επάνω από τον +ώμο. Τελικά ο ντον Πρέντου ρώτησε σχεδόν δειλά: +«Κι εσύ τι λες;» +«Για τι πράγμα μιλάτε;» +«Νοέμι!», διαμαρτυρήθηκε η ντόνα Έστερ, αλλά ο +αρραβωνιαστικός τής έκανε νόημα να σωπάσει και ξανάρχισε να +τραβά το ύφασμα από τα γόνατα της μνηστής του. +«Για τα μάγια μιλάμε! Να τα διαλύσουμε πριν παχύνω +υπερβολικά. Πώς θα τα διαλύσουμε, λες εσύ; Έτσι, να έτσι! +Στην υγειά εκείνου που μας βλέπει.» + +Και ανάμεσα στα κάπως βεβιασμένα γέλια της ντόνα Έστερ και +τις διαμαρτυρίες της Νοέμι, που εκείνος την κρατούσε ακίνητη +από τους ώμους, ακούστηκε ένα ηχηρό φιλί. +«Πόσο είμαι ευχαριστημένος! Τώρα μπορώ να πεθάνω», σκαφτόταν +ο Έφις κάτω από το χράμι, είχε όμως την εντύπωση ότι δεν +μπορούσε να φύγει, ότι δεν μπορούσε να βγει από εκείνο τον +κύκλο των τοίχων που τον περιέβαλε. + +Ο ντον Πρέντου έμεινε εκεί όλη την ημέρα, καλεσμένος σε γεύμα +από τις ξαδέλφες του. Μιλούσε, γελούσε, κορόιδευε πάλι τους +άλλους∙ κάθε τόσο όμως σιωπούσε και για τον λόγο ότι η Νοέμι +ασχολιόταν λίγο μαζί του. Μια βαριά σιωπή πλάκωνε τότε τον +Έφις, κι εκείνος καταλάβαινε ότι τους ήταν εμπόδιο, ότι +γινόταν βάρος και έδινε στενοχώρια στις γυναίκες αλλά και +στον ίδιο τον ντον Πρέντου. + +Έπρεπε να φύγει, ν’ αφήσει ελεύθερους τους αρραβωνιασμένους +ν’ αγαπηθούν, ν’ αστειευτούν, χωρίς να έχουν μπροστά τους την +εικόνα του θανάτου. + +Και ξαφνικά, εκεί μες στο σκοτάδι, κάτω από το χράμι, του +φάνηκε πως κατάλαβε γιατί δεν μπορούσε να φύγει. Υπήρχε κάτι +που τον κρατούσε ακόμη μέσα στο σπίτι των αφεντικών του, σαν +ένας ανεξόφλητος λογαριασμός, που έπρεπε να ξεχρεωθεί. + +Και όταν η ντόνα Έστερ έσκυψε απάνω του, πιστεύοντας πως +αποκοιμήθηκε και σήκωσε ελαφρά τη άκρη από το χράμι, τον είδε +να έχει ορθάνοιχτα τα μάτια, το πρόσωπο του να είναι κόκκινο +και τα χείλη του να τρέμουν. +« Έφις, τι έχεις;» + +Της έκανε νόημα με τα βλέφαρα να πλησιάσει περισσότερο και +της ψιθύρισε με αδύνατη φωνή: +«Ντόνα Έστερ μου, παρακαλώ, φωνάξτε, εάν θέλετε, τον παπα- +Πασκάλε.» + +Μετά την εξομολόγηση δεν ξαναμίλησε, δεν ξαναπαραπονέθηκε. + +Έμενε με σκεπασμένο το κεφάλι, αλλά η ντόνα Έστερ κάθε φορά +που ανασήκωνε το χράμι έβλεπε το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο +όλο και πιο μικρό, μελανό, ζαρωμένο σαν ξερό δαμάσκηνο. Ένα +βράδυ άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε με εκείνο το έντρομο +βλέμμα του που της προκαλούσε τόση λύπη και ψιθύρισε σχεδόν +χωρίς φωνή πια: +«Είναι μακρύς, ντόνα Έστερ μου! Πρέπει να κάνουμε υπομονή.» +«Ποιος είναι μακρύς, Έφις;» +«Ο δρόμος… Πού να φτάσουμε στο τέρμα!» + +Του φαινόταν πράγματι ότι περπατούσε συνέχεια. Ανέβαινε ένα +βουνό, διέσχιζε ένα βοσκοτόπι, αλλά φτάνοντας στην άκρη του +να σου ένα άλλο βουνό, μια άλλη πεδιάδα και στο βάθος η +θάλασσα. Τώρα όμως περπατούσε ήρεμος και το μόνο που τον +στενοχωρούσε ήταν το ότι δεν έφτανε στο τέρμα για να +απαλλάξει από την παρουσία του σώματός του το σπίτι των +κυράδων του. Μια μέρα όμως, ή μήπως ήταν νύχτα – δεν είχε πια +την αίσθηση του χρόνου – του φάνηκε πως είχε φτάσει στο +τοιχάκι του φράχτη στο μικρό κτήμα, ψηλά στο φρύδι με τα +καλάμια και πως είχε ξαπλώσει βαρύς επάνω στις πέτρες. Τα +καλάμια θρόιζαν σκύβοντας μέχρις αυτόν για να τον αγγίξουν, +για να τον γλείψουν με τα φύλλα τους που είχαν κάτι το +ζωντανό, σα δάχτυλα, σα γλώσσες. Και του μιλούσαν, και ένα +του τσιμπούσε το αφτί για ν’ ακούει καλύτερα: ήταν ένα +μυστηριώδες μουρμούρισμα που επαναλάμβανε τον ψίθυρο των +φαντασμάτων της κοιλάδας, τη φωνή του ποταμού, την ψαλμωδία +των προσκυνητών, τον χτύπο του Μύλου, τους αναστεναγμούς του +ακορντεόν του Τσουαναντόνι. Εκείνος άκουγε, γαντζωμένος +μπρούμυτα στο τοιχάκι και από τη μια μεριά έβλεπε την κουζίνα +των κυράδων του και από την άλλη μια ομιχλώδη έκταση, όπως +επάνω από το Βουνό Γκονάρε. + +Η ντόνα Έστερ ανέβαινε από την κοιλάδα με το πρόσωπο +σκεπασμένο από μια μαύρη φτερούγα. Ανασήκωνε τη φτερούγα, +έδειχνε το μελαχρινό πρόσωπό της, πονεμένο, στα μάτια της +ζωγραφισμένη η λύπη, αλλά αποτραβιόταν από το τοιχάκι σαν να +φοβόταν μην πέσει. Και να άλλες φιγούρες που ανέβαιναν κι +αυτές, όλες με το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από μια μαύρη +φτερούγα, και όλες πλησίαζαν, αλλά αμέσως οπισθοχωρούσαν +τρομαγμένες από τον κίνδυνο μην γκρεμοτσακιστούν από την άλλη +μεριά. + +Ο Έφις τις αναγνώριζε όλες αυτές τις φιγούρες, τις άκουγε που +μιλούσαν, καταλάβαινε ότι ήταν ζωντανές και πραγματικές∙ και +όμως είχε την εντύπωση ότι ονειρευόταν : ήταν φιγούρες του +ονείρου της ζωής. + +Ήταν ο παπάς, ήταν ο Μιλέζος, ήταν ο Τσουαναντόνι, ήταν οι +υπηρέτριες του ντον Πρέντου και ο ίδιος ο ντον Πρέντου και η +Νοέμι. Μερικές φορές κάποιος από αυτούς έπαιρνε το θάρρος και +προσπαθούσε να τον βοηθήσει, να τον κατεβάσει από το τοιχάκι, +χωρίς να τα καταφέρνει. + +Και άρχισε να αισθάνεται άσχημα από την παρουσία τους. +Έστρεψε το πρόσωπο προς τα πέρα και κοίταξε από την άλλη +μεριά την ομιχλώδη κοιλάδα. Και να που άρχισε η ομίχλη να +διαλύεται∙ κηλίδες χρυσαφένιων δασών έκαναν την εμφάνισή τους +ανάμεσα σε γαλάζια ανοίγματα, και στο φρύδι της απότομης +πλαγιάς, επάνω του μια ροδιά, σαν εκείνες που εξιστορούσε ο +τυφλός, έγερνε τα κλαδιά της βαριά από τα κόκκινα φρούτα, +ανοιγμένα, που άφηναν να πέφτουν οι μαργαριταρένιοι σπόροι +τους. + +Αυτοί όμως που βρίσκονταν δώθε από το τοιχάκι δεν τον άφηναν +ήσυχο να ατενίζει μια τέτοια ομορφιά. Εκείνος δεν έστρεφε +πλέον το πρόσωπο προς αυτούς∙ μόνο μια μέρα ένα χέρι που +ακούμπησε στον ώμο του και μια φωνή που τον καλούσε σιγά σιγά +στο αυτί τον έκαναν να τιναχτεί. «Έφις! Έφις!» + +Το πρόσωπο του Τζατσίντο, τα γλυκά του μάτια, υγρά από +συμπόνια ήταν καρφωμένα επάνω του. Ανάμεσα στις τόσες νεκρές +φιγούρες εκείνη του φάνηκε η μόνη ζωντανή ακόμη, τόσο ζωντανή +που τα ζεστά του χέρια είχαν τη δύναμη να τον ανασηκώσουν, να +τον ξαναφέρουν κατ’ ευθείαν στον κόσμο των ζωντανών. + +Αυτό κράτησε όμως μια στιγμή μόνο, και να που την κάλυπτε και +αυτή ένα πέπλο, έχανε τη δύναμή της, ξαναγινόταν φάντασμα και +ο Έφις ένοιωσε πόνο, λες και ήταν ο Τζατσίντο που πέθαινε και +όχι εκείνος. +«Έφις, έλα, έλα! Τι κάνεις; Δε μου μιλάς; Για σένα έχω έρθει, +ξέρεις. Είμαι εδώ. Δεν θέλανε να μ’ αφήσουν να μπω κι εγώ +πήδησα τον τοίχο. Έλα, κοίταξέ με!» + +Εκείνος τον κοίταζε, αλλά δεν έβλεπε πια τα μάτια του. +«Η θεία Νοέμι το ’σκασε αμέσως μόλις με είδε! Δε θα με +συγχωρήσει ποτέ! Τι σου είπε; Πες μου. Ότι δε θέλει πια να με +δει, ότι ορκίστηκε να μην ξαναπροφέρει το όνομα μου; Το ξέρω, +αλλά δεν πειράζει. Είμαι ευχαριστημένος που παντρεύεται. +Ξέρεις τι έγινε την τελευταία φορά που ήρθα; Εγώ της έλεγα: +«Παντρευτείτε, θεία Νοέμι∙ ο θείος Πιέτρο είναι πλούσιος, σας +αγαπά, θα σας κάνει ευτυχισμένη». Εκείνη με κοίταζε με +περιφρόνηση κι εγώ καταλάβαινα καλά πως δεν θα το αποφάσιζε +ποτέ. Λοιπόν Έφις, άκου – να μιλάμε χαμηλόφωνα, να μην μας +ακούει – θυμήθηκα τη συμβουλή σου. Την κοίταξα καλά μέσα στα +μάτια και της είπα: «Θεία Νοέμι, εγώ θα παντρευτώ την +Γκριζέντα, επειδή μόνο η Γκριζέντα, φτωχή σαν κι εμένα, νέα +και μόνη σαν κι εμένα, μπορεί να είναι η σύντροφός μου». Τότε +η Νοέμι χλόμιασε σαν να ήταν νεκρή∙ φοβήθηκα και έφυγα. +Έκλαιγα∙ σου το είπε; Έλα, Έφις, δεν με ακούς. Έλα! Να η θεία +Έστερ. Δεν είναι αλήθεια, θεία Έστερ, ότι ο Έφις προσποιείται +τον άρρωστο για να μην έρθει στο γάμο μου και στο γάμο της +θείας Νοέμι και μας φέρει δώρα; Κι όμως, λένε πως έφερες +χρήματα, όταν γύρισες από το ταξίδι σου…» + +Ο Έφις άκουγε τα λόγια και τα καταλάβαινε μάλιστα, αλλά ήταν +χωρίς ήχο, σαν να ήταν λόγια γραμμένα. +«Έλα, πες μου τουλάχιστον τι έχεις. Ούτε που πήγες δεν μου +λες. Θυμάσαι τότε που ήρθες στο Μύλο και σε ρώτησα πού +πήγαινες; Κι εσύ απάντησες: σ’ ένα ωραίο μέρος. Δεν το +θυμάσαι; Άνοιξε τα μάτια, κοίταξέ με. Πού πήγες;…» + +Ο Έφις άρχισε πάλι να αισθάνεται άσχημα. Άνοιξε για μια +στιγμή τα μάτια, τα ξανάκλεισε∙ ήταν κιόλας βαριά τα βλέφαρά +του από τον ύπνο του θανάτου. Και τα λόγια του Τζατσίντο +μπερδεύονταν, από την άλλη μεριά του μικρού τοίχου, με το +θρόισμα των καλαμιών, με το μουρμούρισμα του αγέρα που περνά. + +Κι όμως, ξαφνικά φάνηκε να ανακτά τις δυνάμεις του και να +ξαναζωντανεύει. Το βράδυ ένας βίαιος παροξυσμός της αρρώστιας +του τον εξουθένωσε: ο πόνος τού πήρε τη μιλιά και την ακοή, +είδε όμως τον ντον Πρέντου να κοιτάζει τη Νοέμι με +δυσαρέσκεια, επειδή ο γάμος είχε οριστεί για την άλλη μέρα +και εάν εκείνος πέθαινε θα έφερνε γρουσουζιά στους +παντρεμένους ή θα τους ανάγκαζε να αναβάλουν για μιαν άλλη +μέρα το γάμο. Τότε, μέσα στα σκοτάδια που τον τύλιγαν σαν να +άναψε ένα μακρινό φως: η θέληση να παλέψει με το θάνατο. + +Ξεσκέπασε το πρόσωπό του και μίλησε. +«Ντόνα Έστερ, είμαι καλύτερα. Δώστε μου να πιώ.» + +Έτρεξαν και οι δυο αδελφές και η Νοέμι η ίδια του ανασήκωσε +το κεφάλι και του έδωσε να πιεί. +«Μπράβο Έφις! Έτσι είναι καλά. Ξέρεις τι θα γίνει σήμερα;» + +Εκείνος ένευσε καταφατικά πίνοντας. +«Είσαι ευχαριστημένος, έτσι δεν είναι Έφις; Πόσες φορές τη +σκέφτηκες αυτή τη μέρα; Θα σου φαίνεται σαν όνειρο.» + +Εκείνος ένευε πως ναι, ναι: όλα ήταν, όλα είναι ένα όνειρο +. +Έπειτα τον άφησαν μόνο, επειδή η Νοέμι έπρεπε να ντυθεί∙ κι +εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι και σαν να κρυφοκοίταξε τριγύρω +συνεχίζοντας να κάνει νοήματα επιδοκιμασίας. Όλα πήγαιναν +καλά∙ η γαμήλια τελετή θα γινόταν στο σπίτι του γαμπρού κι +εδώ τίποτα δεν τάραζε την παλιά γαλήνη. Για αν μην ενοχλήσει +η Νοέμι τον άρρωστο δεν καθάρισε ούτε την κουζίνα, όπως +συνηθίζεται στους γάμους. Το σπίτι και η αυλή ήταν σιωπηλά, ο +γάτος ήταν ακίνητος επάνω στον πάγκο, μαύρος με πράσινα μάτια +σαν να ήταν η προσωποποίηση της μοναξιάς. Μέσα στην σιωπή +ακουγόταν να τρίζει το σκοροφαγωμένο ξύλο του μπαλκονιού. Ο +Έφις σηκώνοντας λίγο περισσότερο το κεφάλι ξαναείδε για +τελευταία φορά το παλιό νεκροταφείο με τον κατεστραμμένο του +τοίχο, τα χόρτα του και τα κόκαλα που ήταν σα λουλούδια + +Έξαφνα όμως μια φιγούρα φάνηκε στην πόρτα: ψιλή, λεπτή, +φορώντας στενά ρούχα γκρενά με μαύρα λουλούδια, είχε ένα +στεφάνι από τριαντάφυλλα στο κεφάλι κι εδώ κι εκεί στο +πρόσωπο, στο σώμα, στα πόδια κάτι που έλαμπε: τα μάτια, τα +κοσμήματα, τα παπούτσια… + +Κοίταξε με ορθάνοιχτα τα μάτια και αναγνώρισε τη Νοέμι, αλλά +πίσω της, ταχτοποιώντας της τα τριαντάφυλλα στο καπέλο και +τις πτυχές στο φόρεμα, στεκόταν η ντόνα Έστερ, που με τις +άκριες από το σάλι της σαν μαύρες φτερούγες ριγμένες στους +ώμους, του φάνηκε σαν να ήταν η σκιά της νύφης. +«Καλά δεν είμαι έτσι;», ρώτησε η Νοέμι όρθια μπροστά του, +διορθώνοντας τις μανσέτες της. «Δε νομίζεις πως είναι στενό +αυτό το φόρεμα; Είναι της μόδας. Κοίτα τι όμορφο που είναι +αυτό: είναι το δώρο του Πρέντου.» + +Έσκυψε, παρόλο που το φόρεμα ήταν στενό, και του έδειξε ένα +σεντεφένιο ροζάριο με ένα μεγάλο χρυσό σταυρό. +«Βλέπεις; Ήταν ο σταυρός ενός παλιού επισκόπου. Τον είχε η +γιαγιά του Πρέντου που ήταν και δική μας γιαγιά κι έτσι θα +μείνει στην οικογένεια. Ωραίος δεν είναι, ε; Κοίτα το Χριστό, +λες και χαμογελάει, ενώ κυλούν τα δάκρια και το αίμα του…. +Και πίσω, κοίτα…» + +Ο Έφις κοίταζε σιωπηλός, ακίνητος, με τα μελανά και στεγνά +του χέρια γαντζωμένα στην άκρη από το χράμι που τον σκέπαζε +και έμοιαζε να ξεπροβάλει, νεκρός ήδη, από τον άλλο κόσμο για +ν’ ατενίσει, για μια τελευταία φορά, την ευτυχία της κυράς +του. Εκείνη όμως είπε, σκύβοντας ακόμη περισσότερο, με +διπλωμένα τα γόνατα έτσι που το πρόσωπο της ν’ αγγίζει το +δικό του πρόσωπο: +«Βλέπεις τι δώρο, Έφις!» + +Και ήταν χλωμή μέσα στο γκρενά της φόρεμα, με τα μοχθηρά της +μάτια γεμάτα δάκρια. + +Αλλά ο Έφις δεν ένοιωσε πόνο γι’ αυτό. +«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος. Πρέπει να +κλαίμε και να σωπαίνουμε…», είπε με μιαν ανάσα. + +Και αυτή ήταν η ευχή του. + +Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα δεν ξαναμίλησε. Του φαινόταν +πως είχε γαντζωθεί στην άκρη από το χράμι για να μην πέσει +από την άλλη μεριά και πως έβλεπε από πάνω από το τοιχάκι το +θέαμα του κόσμου. + +Και να που έρχονται ο ντον Πρέντου με τους συγγενείς για να +πάρουν τη νύφη. Μπαίνουν, κάθονται γύρω γύρω μες στην κουζίνα +σαν φιγούρες ενός ονείρου, συγκεχυμένες, αλλά με τονισμένες +κατά περίεργο τρόπο κάποιες λεπτομέρειές τους. + +Ο ντον Πρέντου ντυμένος στα μαύρα με μια καινούργια, στενή +φορεσιά που τον αναγκάζει να βαριανασαίνει, αλλά ο Έφις δεν +ξεχωρίζει το πρόσωπό του, ενώ βλέπει το σαρκαστικό στόμα του +Μιλέζου, μακρύ, στενό, γεμάτο λες από συγκρατημένο γέλιο, και +την εξογκωμένη κοιλιά μιας συγγένισσας των αδερφάδων Πιντόρ, +εκείνης που θα συνοδεύσει τη νύφη, και δυο κεριά με ροζ +κορδέλες που τα κρατούν δυο χλωμά χεράκια. + +Και όλοι τους είναι σοβαροί σαν να ήρθαν να πάρουν εκείνον, +νεκρό, και όχι την κυρά, νύφη, και περπατούν σιγά για να μην +τον ενοχλήσουν. + +Η ντόνα Έστερ, με λυμένο το σάλι ν’ ανεμίζει λίγο επάνω στους +ώμους της, βάζει σε τάξη την πομπή: πρώτα τα μικρά παιδιά με +τα μεγάλα κεριά στα χέρια, έπειτα η νύφη με τη συγγένισσά +της, έπειτα ο γαμπρός με τους συγγενείς του, στο τέλος οι +λίγοι καλεσμένοι με το Μιλέζο τελευταίο που έμοιαζε να +περιγελά σιωπηλά όλους. +«Τώρα θα μ’ αφήσουν μόνο», σκέφτεται ο Έφις με κάποια πίκρα. +«Μόνο. Και είμαι εγώ εκείνος που τα σκάρωσε όλα!» + +Στην πόρτα η Νοέμι έστρεψε για να του κάνει αντίο με το χρυσό +σταυρό. Αντίο. Κι εκείνος, όπως συνέβη και με τον Τζατσίντο, +σχημάτισε την εντύπωση πως εκείνη ήταν που πέθαινε. + +Έβγαιναν όλοι, έφευγαν. Η ντόνα Έστερ έσκυψε απάνω του, σαν +να ήθελε να τον σκεπάσει με τις μαύρες φτερούγες της. +«Θα γυρίσω σύντομα, εγώ, μόλις τους συνοδεύσω. Πρέπει να +πηγαίνω τώρα∙ να είσαι φρόνιμος και να μην το κουνήσεις από +εδώ.» + +Ναι, έμενε ακίνητος στη θέση του, ακίνητος και μόνος. +Ακουγόταν το ακορντεόν που έπαιζε ο Τσουαναντόνι προς τιμήν +των νεόνυμφων κι εκείνος ξανάρχισε να θυμάται ένα σωρό +πράγματα: το θόρυβο του Μύλου, επάνω στο Νούορο, τα σύννεφα +επάνω από το Βουνό Γκονάρε, το θρόισμα των καλαμιών στο φρύδι +του λόφου…. +«Έφις, θυμάσαι; Έφις, θυμάσαι;» + +Τι μεγάλη που έγινε η κουζίνα! Σκοτεινή και χλιαρή, με τους +τοίχους της απομακρυσμένους, μ’ ένα φόντο μυστηριώδες σαν +βοσκοτόπι τη νύχτα. Το αηδόνι τραγουδούσε, ο τυφλός έλεγε την +ιστορία του χρυσού παλατιού του Βασιλιά Σολόμωντα. +«…. όλα ήταν χρυσά, όπως στον κόσμο της αλήθειας∙ όλα ήταν +καθαρά, αστραφτερά. Χρυσά ρόδια, χρυσά δοχεία, χρυσές ψάθες…» + +Κι εκείνος έβλεπε το σπίτι του ντον Πρέντου, με τις ροδιές +γεμάτες φρούτα, τους φοίνικες, στα ψαθιά απλωμένα τσαμπιά +σταφύλια και χρυσές κολοκύθες. +«Η Νοέμι θα περάσει καλά… εκεί… θα τρώει καλά, θα παχύνει, θα +δώσει λεφτά στην ντόνα Έστερ για να διορθώσει εδώ το +μπαλκόνι. Θα περάσει καλά… Θα είναι σαν τη Βασίλισσα του +Σαβά. Αλλά κι εκείνη, η Βασίλισσα του Σαβά, δεν ήταν +ευχαριστημένη… Η Νοέμι θα τον βαρεθεί κι εκείνη το χρυσό +σταυρό της και θα θελήσει να φύγει μακριά, όπως η Λία, όπως η +Βασίλισσα του Σαβά, όπως όλοι…» + +Αυτό όμως δεν του έκανε καμία έκπληξη πια∙ να πάει κανείς +μακριά, πρέπει να πάει κανείς μακριά, σε άλλα μέρη, όπου +υπάρχουν πράγματα σπουδαιότερα από τα δικά μας. + +Κι εκείνος ετοιμαζότανε για εκεί. + +Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε το χράμι επάνω στο κεφάλι του. +Και να που ξαναβρέθηκε επάνω στο τοιχάκι του μικρού κτήματος. +Τα καλάμια μουρμούριζαν, η Λία και ο Τζατσίντο κάθονταν +σιωπηλοί μπροστά στην καλύβα και κοίταζαν προς τη θάλασσα. + +Του φάνηκε πως αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά όμως τινάχτηκε, είχε την +αίσθηση ότι γκρεμιζόταν από το τοιχάκι. + +Είχε πέσει από την άλλη μεριά, στην κοιλάδα του θανάτου. + +Η ντόνα Έστερ τον βρήκε έτσι, ήρεμο, ακίνητο, κάτω από το +χράμι, άκαμπτο. + +Τον κούνησε, τον φώναξε και μόλις κατάλαβε ότι ήταν νεκρός +και ότι τον άφησαν να πεθάνει μόνος, άρχισε να κλαίει γοερά, +με ένα βραχνό βογγητό που την τρόμαξε. Προσπάθησε να +ηρεμήσει, αλλά δεν μπορούσε∙ λες και μια ψυχή θρηνούσε μέσα +της ενάντια στη θέλησή της. Τότε πήγε και έκλεισε την +εξώπορτα για να μην έρθει κανείς ξαφνικά και τη δει να +οδύρεται μ’ αυτόν τον τρόπο για το νεκρό υπηρέτη και μάθει ο +κόσμος ότι τον άφησαν να πεθάνει μοναχό, ενώ για την +οικογένεια εκείνη ήταν μια μεγάλη μέρα γιορτής. + +Περιμένοντας να περάσει η ώρα σήκωσε το κουφάρι, που ήταν +ξερακιανό και ελαφρύ σαν εκείνο μικρού παιδιού, το έπλυνε, το +έντυσε, μιλώντας του χαμηλόφωνα, ανάμεσα στις προσευχές της, +για να του διηγηθεί πώς έγινε η γαμήλια τελετή, πως η Νοέμι +έκλαιγε την ώρα που έμπαινε στο καινούργιο, το πλούσιο σπίτι +της – έκλαιγε από ευτυχία, εννοείται – πως το σπίτι ήταν +γεμάτο δώρα, πως ο κόσμος τους έραινε με ρύζι και λουλούδια +μέχρι μέσα στην αυλή των νεόνυμφων, για να τους ευχηθεί καλή +τύχη, πως όλοι, με λίγα λόγια, ήταν ευχαριστημένοι. +«Κι εσύ έκανες τέτοιο πράγμα… να φύγεις έτσι, στα κρυφά… +χωρίς να πεις τίποτα… σαν την άλλη φορά… Α, Έφις, δεν έπρεπε +να το κάνεις αυτό… σήμερα, σήμερα ακριβώς!...» + +Εκείνος έμοιαζε ν’ ακούει, με τα γυάλινα μάτια του +μισόκλειστα, ήρεμος αλλά αποφασισμένος να μην απαντήσει σαν +καλός υπηρέτης, γεμάτος σεβασμό. + +Η ντόνα Έστερ θυμήθηκε ότι του άρεσαν τα λουλούδια, έκοψε ένα +γεράνι από το πηγάδι και του το έβαλε ανάμεσα στα δάχτυλα, +επάνω στο σταυρό. Στο τέλος σκέπασε το νεκρό με ένα ύφασμα +από πράσινο μετάξι που το είχαν βγάλει για το γάμο. Το ύφασμα +όμως ήταν κοντό και τα πόδια έμειναν ακάλυπτα, στραμμένα, +όπως συνηθίζεται, προς την πόρτα και έμοιαζε ο υπηρέτης να +κοιμάται για τελευταία φορά στο αρχοντικό σπίτι, να +αναπαύεται, πριν ξεκινήσει το ταξίδι προς την αιωνιότητα. + + +ΤΕΛΟΣ + +[1] Rettore: στους καθολικούς ο ιερωμένος που διευθύνει ένα +εκκλησιαστικό ίδρυμα, μια μη ενοριακή εκκλησία, μια ιερατική +σχολή (σεμινάριο) (σ.τ.μ.) + +[2} Χαρακτηριστικό κτίσμα της Σαρδηνίας σε σχήμα κόλουρου +κώνου, κατασκευασμένο από μεγάλες πέτρες σε μορφή +ξερολιθιάς, που χρησίμευε ως οχυρωμένη κατοικία. (σ.τ.μ.) + +[3] Τυπικό γλυκό της Σαρδηνίας αποτελούμενο από αμύγδαλα, +ζάχαρη ή μέλι και φλούδα πορτοκαλιού (σ.τ.μ.) + +[4] Morra: Παλιό, λαϊκό παιχνίδι μεταξύ δύο παιχτών που +παίζεται με τα δάχτυλα του ενός χεριού (σ.τ.μ.) + +[5] Ύφασμα της Σαρδηνίας από ακατέργαστο μαλλί, ανθεκτικό και +σχεδόν αδιάβροχο (σ.τ.μ.) + + + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Canne al vento (Reeds in the Wind), by +Grazia Deledda + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANNE AL VENTO (REEDS IN THE WIND) *** + +***** This file should be named 28658-0.txt or 28658-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/2/8/6/5/28658/ + +Produced by Christos Alexandridis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
