diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:54:20 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:54:20 -0700 |
| commit | d076fcc9da434b261d8f9102a2d7fed096946aaf (patch) | |
| tree | a63447a878bdd7446fedece06d7f844c385d35c4 /30719-h | |
Diffstat (limited to '30719-h')
| -rw-r--r-- | 30719-h/30719-h.htm | 5275 | ||||
| -rw-r--r-- | 30719-h/images/page1.jpg | bin | 0 -> 16794 bytes |
2 files changed, 5275 insertions, 0 deletions
diff --git a/30719-h/30719-h.htm b/30719-h/30719-h.htm new file mode 100644 index 0000000..22a8207 --- /dev/null +++ b/30719-h/30719-h.htm @@ -0,0 +1,5275 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" + "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> + +<head> +<meta name="keywords" + content="Αριστοφάνης, Πολύβιος Δημητρακόπουλος, Νεφέλαι, Νεφέλες, Αττική Κωμωδία" /> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<title>Νεφέλαι</title> +</head> + +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Clouds, by Aristophanes + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Clouds + +Author: Aristophanes + +Translator: Polyvios Dimitrakopoulos + +Posting Date: March 12, 2012 [EBook #30719] +First Posted: December 20, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CLOUDS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis + + + + + +</pre> + + +<p> +</p> +<img src="images/page1.jpg" hspace="20" width="419" height="595" alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /> + + +<p> +</p> + +<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +A table with typing mistakes at the end of the book has been taken +into account. All footnotes have been transferred at the end of the +book. Any references to book pages have been described in a different +way. Italic fonts have been included in underscores, while remarks or +corrections have been included within //.</p> + +<p>Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ένας +πίνακας με παροράματα στο τέλος του βιβλίου έχει ληφθεί υπόψη και έχει +διαγραφεί. Οι υποσημειώσεις στο τέλος των σελίδων έχουν μεταφερθεί +στο τέλος του βιβλίου. Τυχόν αναφορές σε σελίδες έχουν περιγραφεί με +διαφορετικό τρόπο. Λέξεις γραμμένες με πλάγιους χαρακτήρες έχουν +συμπεριληφθεί σε _. Τυχόν σχόλια ή διορθώσεις έχουν συμπεριληφθεί +σε //.</p> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ<br /> +ΝΕΦΕΛΑΙ</h2> + +<h3 style="margin-top: 3em"> +ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<br /> +ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ</h3> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<br /> +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ<br /> +ΝΕΦΕΛΑΙ</p> + +<p> +ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ<br /> +ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ<br /> +(POL ARCAS)</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΕΙΣΑΓΩΓΗ<br /> +ΕΙΣ ΤΑΣ «ΝΕΦΕΛΑΣ»</h3> + +<p> +</p> + +<p>Η κωμωδία αύτη επεδίωξεν ως αποκλειστικόν σκοπόν την διακωμώδησιν της +Σχολής του Σωκράτους· μάλιστα δε η δριμύτης της γλώσσης του ποιητού +είνε τοιαύτη, ώστε ο Αιλιανός παρέδωκεν ημίν, ότι ο Αριστοφάνης +επληρώθη προς συγγραφήν της κωμωδίας από τους εξυφαίνοντας τότε την +κατά του Σωκράτους γνωστήν κατηγορίαν Άνυτον και Μέλητον. Ούτως ή +άλλως αι «Νεφέλαι» περιλαμβάνουν εν σκανδαλώδει ευρύτητι σάτυραν και +κατηγορητήριον κατά του μεγάλου σοφού, ως εισάγοντος νέας θεότητας, +οίον τον Αέρα, τον Αιθέρα, τας Νεφέλας, κλπ., διαστρέφοντος διά της +διδασκαλίας του πάσαν παραδεδεγμένην λογικήν, το δίκαιον και τον ορθόν +λόγον, και εξωθούντος τους νέους εις παντοειδείς ηθικάς παρεκτροπάς. +Τούτο χαρακτηρίζεται σαφέστατα διά του αληθώς χυδαίου δεδομένου του +έργου, ότι νεαρός Αθηναίος, κατάφορτος από χρέη, εκμανθάνει εις την +σωκρατικήν Σχολήν τον τρόπον της αποφυγής της αποτίσεως αυτών. Εξ +αιτίας της δριμύτητος ταύτης, λέγεται ότι οι περί τον Αλκιβιάδην +επέδρασαν τόσον επί των κριτών, ώστε ούτοι ν' απονείμουν το βραβείον +εις τους δύο ανταγωνιστάς του Αριστοφάνους, τον Κρατίνον εις την +κωμωδίαν «Πυτίνη» και τον Αμειψίαν εις τον «Κόννον»· διά τούτο δε +παρέστησε και διά δευτέραν φοράν τας «Νεφέλας» επιδιωρθωμένας, ως έχει +το παρόν κείμενον (στιχ. 524). Περιλαμβάνει ωσαύτως σάτυραν παντοειδών +κοινωνικών πληγών των Αθηνών, ιδία δε της ιπποτροφίας των αριστοκρατών +και των οψιπλούτων.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ γηραιός αστός.<br /> +ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ, υιός του.<br /> +ΘΕΡΑΠΩΝ τον Στρεψιάδου.<br /> +Ο ΜΑΘΗΤΗΣ του Σωκράτους.<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> +Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> +Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> +ΠΑΣΙΑΣ )<br /> + )δανεισταί<br /> +ΑΜΥΝΙΑΣ )<br /> +ΜΑΡΤΥΣ τον Πασίου.<br /> +ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> +(ΜΑΘΗΤΑΙ του Σωκράτους)</p> + +<p> +</p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</p> + +<p> +Ν Ε Φ Ε Λ Α Ι</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Μ Ε Ρ Ο Σ Π Ρ Ω Τ Ο Ν</h3> + +<p> +<br /> +[Θάλαμος ύπνου πλουσίως διεσκευασμένος. Προς το δεξιόν παρασκήνιον +κλίνη πολυτελής, επί της οποίας κοιμάται ο ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ, υπό όγκον +σκεπασμάτων, προς αριστερά και έναντι ετέρα κλίνη πενιχρά και +αγροτική, επί της οποίας κάθηται οκλαδόν και αγρυπνών ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ. +Εις το βάθος και αριστερά κατάκειται επί του πατώματος και κοιμάται ο +ΘΕΡΑΠΩΝ. Είνε εξημερώματα]. (1)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (κοιμώμενος) — ΘΕΡΑΠΩΝ (κοιμώμενος)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ωχ! ωχ! ωχ! Ζευ βασιληά!<br /> + τι ατέλειωτη δουλειά<br /> + πουν' η νύχτες! ποτέ τάχα δεν θα ξημερώσ' η μέρα;<br /> + τα κοκκόρια ελαλήσαν τόσην ώρα, κ' [εκεί πέρα]<br /> + τα κοπέλλια μου [ακόμα]<br /> + ροχαλίζουνε [στο στρώμα].<br /> + Μα δεν ήταν έτσι πρώτα. Πόλεμε, κακή σου ώρα<br /> + για πολλά, μα και για τούτο: που δεν επιτρέπεις τώρα<br /> + και τους δούλους μου να δείρω.(2) Μα κι' ο νηός ο προκομμένος<br /> + τούτος 'δω, κουκουλωμένος (3)<br /> + σε παχειά γουναρικά<br /> + πέντε, δεν ξυπνάει ακόμα, μόνο κλάνει τακτικά.</p> + +<p>(Τυλίσσεται και αυτός μιμούμενος τον Φειδιππίδην)</p> + +<p> Χεμ, λοιπόν αφού είν' έτσι, [να κ' εγώ θα ξαναρχίσω]<br /> + και θα τυλιχθώ και πάλι για να ξαναρροχαλίσω.</p> + +<p>(Πίπτει επί της κλίνης, αλλά μετά στιγμήν εγείρεται και επανακάθηται).</p> + +<p> Ωχ! δυστυχισμένος πούμαι!<br /> + πώς μπορώ και να κοιμούμαι,<br /> + που τα έξοδα του γυιου μου [όλη νύχτα] με τσιμπάνε,<br /> + όσα για το στάβλο πάνε<br /> + κι' όσα πάνε για τα χρέη.<br /> + Γιατί αυτός γυρεύει τώρα [όπως οι καβαλλαρέοι](4)<br /> + νάχη τα μαλλιά μεγάλα,<br /> + κι' άλογα στον ύπνο βλέπει κι' αμαξάδες και καβάλλα.<br /> + Μα εγώ σε στενοχώριες πέφτω σήμερα βαρειές,<br /> + βλέποντας εικοσαριές<br /> + να τραβάη το φεγγάρι, (5)<br /> + γιατ' οι τόκοι δρόμο παίρνουν.</p> + +<p>(Προς τον κοιμώμενον Θεράποντα:)</p> + +<p> — Παιδί! άναφ' το λυχνάρι,<br /> + φέρε το κατάστιχό μου, να το πάρω να διαβάσω<br /> + πού χρωστάω, και τους τόκους να τους καλολογαριάσω.</p> + +<p>(Ο Θεράπων εγείρεται, ανάπτει τον λύχνον και παρουσιάζει το +κατάστιχον· μετά τούτο αποσυρόμενος εις το βάθος, κάθηται εκ νέου εις +το στρώμα του).</p> + +<p> Φέρε το λοιπόν εδώ<br /> + και τα χρέη μου να ιδώ.</p> + +<p>(Εξελέγχει το κατάστιχον)</p> + +<p> Δώδεκα μνας εις τον Πασία (6)..<br /> + δώδεκα μνας;... και για τι πράμα;...<br /> + τάλογο [για την ιππασία]<br /> + πούταν και σφραγιστό με γράμμα.(7)<br /> + Αλλοί! κάλλιο να το 'χε πάρη<br /> + μέσα στο μάτι ένα λιθάρι!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ παραμιλών καθ' ύπνον)<br /> + Δεν πας, Φίλων, με το νόμο·<br /> + τράβα στο δικό σου δρόμο!...</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να τούτο με κατάστρεψε [περσσότερο από τάλλα]:<br /> + κοιμάται κι' ονειρεύεται όλο πως πάει καβάλλα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (ως άνω)<br /> + Τάρματα τα πολεμικά (8) πόσο τραβούν δω πέρα;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τον Φειδιππίδην.)<br /> + Μωρ' έννοια σου, και μ' έκαμες, [το δόλιο σου] πατέρα,<br /> + να παίρνη [απ' τα χρέη του] δρόμους πολλούς</p> + +<p>(Ερευνά το κατάστιχον)</p> + +<p> Να ιδούμε<br /> + τι χρήματα χρωστούμε<br /> + ύστερ' απ' του Πασία;...<br /> + Τρεις μνας στον Αμυνία (9)<br /> + για τους τροχούς [που πήραμε] και για το αμαξάκι.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (ως ανωτέρω)<br /> + Τράβα στο σπίτι τάλογο να κυλισθή λιγάκι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Έννοια σου, φίλε, κι' αρκετά μούκαμες συ κυλίματα<br /> + με τα δικά μου χρήματα,<br /> + σε άλλους δίκες να χρωστώ, και για τους τόκους πάλι<br /> + που έγιναν, ενέχυρα να μου γυρεύουν άλλοι.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ</p> + +<p>(αφυπνιζόμενος και καθήμενος επί της κλίνης)</p> + +<p> Πες μου, γιατί, πατέρα;<br /> + στριφογυρνάς στενόχωρα την νύκτα [αυτού πέρα;]</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κάποιος δικαστικός κλητήρ (10) μ' εδάγκωσε στο στρώμα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (χασμώμενος)<br /> + Ευλογημένε, άφησε να κοιμηθώ ακόμα.</p> + +<p>(επαναπίπτει)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μπορείς και να κοιμάσαι,<br /> + μα τούτο να θυμάσαι:<br /> + τα χρέη πούχεις βάλη,<br /> + μια 'μέρα θα σου σωριασθούν απάνω στο κεφάλι.<br /> + Αλλοίμονο! δεν έσκαζε η προξενήτρα εκείνη<br /> + που 'κανε τη μητέρα σου γυναίκα μου να γίνη! . . .<br /> + Εγώ καλά περνούσα<br /> + στην εξοχή που ζούσα,<br /> + μένοντας μουχλιασμένος<br /> + και παραμελημένος,<br /> + και όπως μου κατέβαινε, με πρόβατα περίσσια,<br /> + σταφύλια και μελίσσια.<br /> + Και μ' όλα αυτά την ανηψιά του Μεγακλή επήρα,<br /> + που ήταν γυιός του Μεγακλή — , κι' αυτή σαν την Κοισύρα (11)<br /> + ήταν καμαρωμένη<br /> + και καλομαθημένη,<br /> + πρωτευουσιάν' αυτή σωστή κ' εγώ ένας χωριάτης·<br /> + όταν λοιπόν παντρεύθηκα, επλάγιασα κοντά της,<br /> + εγώ βρωμώντας κρασουλιά<br /> + ξερόσυκο κι' αρνιού μαλλιά,<br /> + κ' εκείνη κρόκους μύριζε, και μύρα [κι' άλλα τόσα]·<br /> + [ήξερε τα] γλειψίματα [που κάνουν] με τη γλώσσα,<br /> + πολυφαγίες, έξοδα [διάφορα στο σπίτι],<br /> + και τέλος πάντων κάθε τι που θέλ' η Αφροδίτη.(12)<br /> + Τεμπέλα; α, δεν ήτανε. Τον αργαλειό εστήλωνε<br /> + και το σπαθούσε το πανί — μα και το παραξήλωνε! (13)<br /> + Κ' εγώ, ετούτο, δείχνοντας 'ς αυτήν, το φόρεμά μου,<br /> + εύρισκα πρόφασιν να ειπώ· για ιδές, νοικοκυρά μου,<br /> + πολύ το παραξήλωσες!</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> + Αυτός ο λύχνος σβύνει·<br /> + δεν έχει λάδι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γιατί αυτόν που τόσο λάδι πίνει<br /> + να πας, μωρέ, ν' ανάψης;<br /> + Έλα κοντά να κλάψης!</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> + Γιατί λοιπόν;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γιατί παχύ φυτίλι έχεις βάλει!</p> + +<p>(Στρεφόμενος προς το κοινόν:)</p> + +<p> Κατόπιν λοιπόν πάλι<br /> + αφού εγώ και η καλή γυναίκα μου γεννήσαμε<br /> + αυτόν τον γυιο, τρανό καυγά για τώνομά του αρχίσαμε.<br /> + Εκείνη ήθελ' όνομα με ί π π ο ν να του βάλλη:<br /> + ή Ξ ά ν θ ι π π ο ν, ή Χ ά ρ ι π π ο ν ή<br /> + [Κ α λ λ ι π ί δ η ν ·(14) πάλι<br /> + εγώ ήθελα όνομα για το παιδί δικό μου,<br /> + του Φειδωνίδη, που ήτανε και πατρογονικό μου.<br /> + Στήσαμε για πολύν καιρό καυγάδες και βρισίδι,<br /> + αλλά συμβιβασθήκαμε, και τέλος Φειδιππίδη<br /> + τον βγάλαμε. Τον έπαιρνε λοιπόν στην αγκαλιά της,<br /> + και μέσ' στα χάδια τού λεγε και μέσα στα φιλιά της:<br /> + «Όταν μεγάλος θα γενής, θα μου πηγαίνης τακτικά»<br /> + μ' αμάξια σαν τον Μεγακλή, με ρούχα όλ' αρχοντικά».<br /> + Κ' εγώ του έλεγ' από κει: «Αχ! να σε ιδώ μια μέρα<br /> + ντυμένον του πατέρα<br /> + »το αρνιακό, κι' όπως αυτός έτσι και συ τα ίδια<br /> + »εις του Φελλέα (15) το βουνό να πας να βόσκης γίδια».<br /> + Όμως, αυτός δεν τάκουσε τα λόγια τα δικά μου,<br /> + κ' η αλογοαρρώστια του μου τρώει τα χρήματά μου.<br /> + Σκεπτόμενος λοιπόν κ' εγώ χωρίς να κλείσω μάτι,<br /> + ευρήκα ένα διαβολικό στο τέλος μονοπάτι,<br /> + όπου να μπη μέσα 'ς αυτό, αν ίσως και τον πείσω,<br /> + θα βρω την σωτηρία μου. Αλλά να τον ξυπνήσω<br /> + πρέπει προτήτερα. . . Μα πώς;... Να βρούμε κάποιον τρόπο<br /> + να μη του κάνη κόπο.</p> + +<p> +<br /> +(Προς τον Φειδιππίδην ηδέως:)</p> + +<p> Άκουσε, Φειδιππίδη μου! άκου, Φειδιππιδάκη!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ</p> + +<p>(αφυπνιζόμενος και ημιεγειρόμενος)</p> + +<p> Ε, τι πατέρα;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Δόσε μου [παιδί μου] ένα φιλάκι<br /> + και το δεξί σου χέρι.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (παρέχων τα αιτούμενα)<br /> + Να, τι τρέχει;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ένα λόγον<br /> + για πες μου: μ' αγαπάς πολύ εμένα;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Στων αλόγων<br /> + τον Ποσειδώνα ορκίζομαι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μη τούτη τη φορά<br /> + αλογοποσειδώνες, μη! . . .! [αυτή τη συφορά]<br /> + ο Ποσειδώνας μούφερε και τούτα τα κακά·<br /> + μ' αν μ' αγαπάς πραγματικά<br /> + με την καρδιά σου, άκουσε, παιδάκι μου, κ' εμένα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Σε τι ν' ακούσω σένα;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Άλλαξε τρόπους γρήγορα και μάθε να πορεύης<br /> + όπως θα σ' ορμηνέψω εγώ.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Για λέγε, τι γυρεύεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Θ' ακούσης ε;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μα το θεό, θ' ακούσω, [ναι, πατέρα]</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(δεικνύων την έναντι οικίαν του Σωκράτους).</p> + +<p> Για κύττα· το σπιτάκι αυτό το βλέπεις εδώ πέρα<br /> + με την πορτούλα;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Βλέπω, ναι· μα τούτο τι σημαίνει;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αυτό είνε φροντιστήριο, κι'από εδώ μέσα βγαίνει<br /> + η κάθε μια ψυχή σοφή. Άνδρες δω μέσα μένουν<br /> + οπού στον κόσμο βγαίνουν<br /> + και λένε, πως ο ουρανός, που γύρω μας ορίζει,<br /> + σαν το καρβουνοκούπωμα (16) μας περιτριγυρίζει,<br /> + κ' είμαστ' εμείς τα κάρβουνα. Αν πάρουνε λεφτά,<br /> + λόγια μπορεί να μάθουνε καθέναν, που μ' αυτά<br /> + δικά τους ναν' τα δίκαια και τ' άδικα δικά τους.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ποιοι είνε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τώνομά τους<br /> + καλά δεν ξέρω ακόμη,<br /> + μα είνε άνθρωποι καλοί, κ' έχουν για όλα γνώμη.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Τους ξέρω τους παμπόνηρους, τους ψευτοπαινεψάρηδες·<br /> + τάχα για τους ξυπόλυτους αυτούς και κιτρινιάρηδες<br /> + δεν λες, που είν' ο Χαιρεφών (17) με τον παληο-Σωκράτη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σώπα, μη λες ανόητα· αν στην ψυχή σου κάτι<br /> + αισθάνεσαι για το ψωμί<br /> + το πατρικό σου, πήγαινε μ' εκείνους [στη στιγμή],<br /> + κι'άφησε της καβάλλες σου [που τρέχεις μέχρις ώρας].</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Δόσε μου τους φασιανούς (18) που τρέφει ο Λεωγόρας·<br /> + αλλοιώς, μα τον Διόνυσο, καθόλου δεν πηγαίνω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πήγαινε, σε παρακαλώ, που σ' έχω αγαπημένο<br /> + απ' τους ανθρώπους πειο πολύ,<br /> + να μάθης ό,τι σ' ωφελεί.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Να μάθω τι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Διδάσκουνε δυο λόγους: και τον _κρείττονα_<br /> + ποιος είνε, και τον _ήττονα_·<br /> + και όσο για τον _ήττονα_, τα άδικα [και τα κακά]<br /> + τα ποιο μεγάλα, τα νικά.<br /> + Αν μάθης συ τον λόγο αυτόν τον άδικο [και μη σωστό],<br /> + για όλα αυτά που χρεωστώ<br /> + ως σήμερα για σένα,<br /> + μα ούτε κ' έναν οβολό θα δώσω σε κανένα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Α, δεν θα σου την έκανα ποτέ αυτήν τη χάρι·<br /> + πώς θα μπορούσα πειά να ιδώ τον κάθε καβαλλάρη<br /> + έχοντας μαυροκίτρινο [καθώς αυτοί] το χρώμα;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εν οργή:)<br /> + Ε, τότε μα τη Δήμητρα, δεν θα μου φάτε ακόμα<br /> + από το βιός μου κι' άλλα,<br /> + συ, τάλογό σου τ' αμαξιού κι' αυτό για την καβάλλα.<br /> + Να πάτε στην οργή! κανείς στο σπίτι δεν θα μείνη.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ο θειος μου ο Μεγακλής εμένα δεν μ' αφίνει<br /> + να μείνω δίχως άλογο. Μέσα λοιπόν πηγαίνω,<br /> + κ' όσο για σε, ούτε λεφτό δεν δίνω τσακισμένο.</p> + +<p>(Εγκαταλείπει την κλίνην και εισέρχεται)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μόνος και μετά μικρόν ο ΜΑΘΗΤΗΣ του Σωκράτους:</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα η πλάτη μου ακόμα<br /> + δεν θ' αφήσω να φάη χώμα.(19)<br /> + Προς το φροντιστήριό του πάω το λοιπόν [με τάχος]<br /> + και με των θεών τη χάρι θαν τα μάθω εγώ μονάχος.<br /> + Μα πώς πάλι, το κεφάλι ενός γεροξεχασιάρη<br /> + και κουτού, ψιλοκουβέντες σαν αυτές μπορεί να πάρη;<br /> + Ας τραβήξω [επί τέλους]· τι τα ψιλοκοσκινάω<br /> + και την πόρτα δεν χτυπάω;</p> + +<p>(Λακτίζει την θύραν.)</p> + +<p> Ε, παιδί! . . . . παιδί! . . . . παιδάκι! . . . .</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (έσωθεν πάντοτε:)<br /> + Στην οργή λοιπόν να πάη!<br /> + ποιος τη θύρα μας κτυπάει;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Στρεψιάδης Φείδωνος, απ' το δήμο Κικυννής.(20)</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Πρέπει μόνο αγράμματος, μα τον Δία, νάν' κανείς<br /> + για να μου κλωτσά τη θύρα τόσο πρόστυχα ν' ανοίξω,<br /> + την ιδέα που γεννούσα να με κάνη ν' απορρίξω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Με συμπάθειο· στα χωράφια εσυνήθισα να μένω·<br /> + μα τι πράμα τάχα έχεις, όπως λες, απορριγμένο;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Εις τους μαθητάς μονάχα επιτρέπεται να ειπώ.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Καλέ πες το και 'ς εμένα, γιατί ήλθα με σκοπό<br /> + μαθητής κ' εγώ να γίνω μέσ' στο φροντιστήριο.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + θα 'ς το ειπώ, μα να το ξέρης· είν' αυτό μυστήριο.<br /> + Τώρα δα τον Χαιρεφώντα ο Σωκράτης τον ρωτάει<br /> + για τον ψύλλο, πόσ' αχνάρια του ίδιου του ποδιού πηδάει.<br /> + Γιατί αφού τον Χαιρεφώντα τον ετσίμπησε [στην άκρα]<br /> + του φρυδιού,(21) πήδησε τότε στου Σωκράτη τη φαλάκρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μπα! χεμ κ' ένα τέτοιο πράμα να μετρήση πώς μπορεί;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Με μεγάλη δεξιότη· [πήρε κ'] έλυωσε κερί,<br /> + όπου, παίρνοντας τον ψύλλο, τού βαλε το ποδαράκι<br /> + μέσα στο κερί· εκείνο εξεράθη [σε λιγάκι]<br /> + κ' έγινε καθώς παντούφλα περσική· λοιπόν τραβάει<br /> + την παντούφλ' από του ψύλλου το ποδάρι, και μετράει.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βασιληά μου Ζεύ! αλήθεια, τι λεπτό μυαλό [και γνώσι]!</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Αμ τι θα λεγες αν μάθης κι' άλλο, πούχει κατορθώση<br /> + ο Σωκράτης;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι; για πες μου, σε παρακαλώ πολύ.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Τον ρωτούσε ο Χαιρεφώντας:(22) τι νομίζει; πως λαλεί<br /> + απ' το στόμα το κουνούπι, ή από τα πισινά του;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ε, λοιπόν για το κουνούπι τ' είπ' αυτός [απάνου-κάτου];</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Έχει, λέει, το κουνούπι το κωλάντερο στενό,<br /> + κι' ο αγέρας ίσια πάει και με βιά στον πισινό·<br /> + με το νάνε στενό μέρος στο βαθούλωμα κοντά,<br /> + έρχεται με βιά ο αγέρας, και ο κώλος να! βροντά!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ώστε του κουνουπιού ο κώλος<br /> + ως είδος σάλπιγγα είν [όλος]!<br /> + Τρεις φορές μακαρισμένη νάνε τούτη η δική σας<br /> + αντερανακάλυψί σας!<br /> + Τότ' αυτός, όπου εχώθη και του κουνουπιου κυττάει<br /> + τάντερο, θα ξέρη τρόπο πώς μπορεί και να γλιστράη,<br /> + σαν τον κυνηγούν για δίκη.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Λίγη ώρα θάνε πάλι<br /> + που κοψ' ένα σαμιαμύθι μιαν ιδέα του μεγάλη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Με ποιόν τρόπο τάχα; πες μου, [κάνε μου αυτήν τη χάρι].</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Να, εγύρευε τους δρόμους όπου κάνει το φεγγάρι<br /> + και τους κύκλους· μα τη νύχτα, όπου χάσκοντας κυττούσε,<br /> + να σου κ' ένα σαμιαμύθι απ' τη στέγην επερνούσε<br /> + και τον έχεσε από πάνω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να, αυτό πολύ μ' αρέσει,<br /> + οπού ένα σαμιαμύθι το Σωκράτην έχει χέση.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Να, εχθές το βράδυ πάλι<br /> + δεν δειπνήσαμε καθόλου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μπα! και δεν σας είχε βγάλη<br /> + φούρνους με καρβέλια;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Άσπρη στάχτη στο τραπέζι απλώνει,<br /> + παίρνει κ' ένα διαβήτη, και με τρόπο αγκιστρώνει,<br /> + με μια σούβλα λυγισμένη,<br /> + κάποια χλαίνα, όπου ήταν στην παλαίστρα [κρεμασμένη, — όπου τα<br /> +παιδιά πηγαίνουν και γυμνάζονται γδυτά].(23)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σαν ήν' έτσι όλ' αυτά,<br /> + να θαυμάζουμεν ακόμα για πειο λόγο το Θαλή;<br /> + [Σε παρακαλώ πολύ],<br /> + το σχολείο να μ' ανοίξης<br /> + γρήγορα, και να μου δείξης<br /> + τον Σωκράτη, για να γίνω μαθητής 'ς αυτόν κ' εγώ.<br /> + Άνοιξε, άνοιξε την θύρα· γρήγορα να μην αργώ.</p> + +<p>(Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ανοίγει την θύραν, ταυτοχρόνως δε αποσύρεται προς το +παρασκήνιον ή προς τα κοινόν πλευρά του περιβόλου του οικίσκου του +Σωκράτους. Ούτως εμφανίζονται εν τη αυλή Μαθηταί τινες, κύπτοντες προς +τα κάτω και παρατηρούντες ακίνητοι το έδαφος· άλλοι δε κύπτουσι +πλειότερον, ώστε το πρόσωπόν των να εγγίζη επί του εδάφους, τα δε +οπίσθιά των να ευρίσκωνται εστραμμένα προς τον ουρανόν. — Άνωθεν της +αυλής αιωρείται μέγας κότινος, εντός του οποίου ευρίσκεται ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ, +παρατηρών προς τον ουρανόν. — Εις τον τοίχον του οικίσκου +φαίνεται μέγας χάρτης της Ελλάδος, επί δε του εδάφους υπάρχουν +διαβήται, κανόνες και μία έδρα, εφ' ης στέφανος δάφνης. — Εισέρχονται +ΜΑΘΗΤΗΣ και ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — Ο ΜΑΘΗΤΗΣ — ΣΩΚΡΑΤΗΣ (εντός του κοφίνου.- (ΜΑΘΗΤΑΙ)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ω Ηρακλή! τι ειν' αυτά τα ζώα;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Σου φαντάζουνε<br /> + παράξενα; Έλα λοιπόν! σαν τι θαρρείς πως μοιάζουνε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σαν Λάκωνες αιχμάλωτοι της Πύλου.(24) Ε, κι' αυτοί<br /> + γιατί κυττάν' όλο τη γη και στέκονται σκυφτοί;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Ψάχνουν τη γη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γυρεύουνε βουρβιά;</p> + +<p>(Προς τους κύπτοντας:)</p> + +<p> Ε!... φςςς! τους κόπους<br /> + μη χάνετε· μόνον εγώ ξέρω καλά τους τόπους,<br /> + που τα ωραία τα βουρβιά και τα μεγάλα βγάνουνε.<br /> + Κι' αυτοί εδώ, πούνε σκυφτοί περσσότερο, τι κάνουνε;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Καθένας απ' αυτούς της γης τα Τάρταρα εξετάζει.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Καλά· κι' ο κώλος τους γιατί τον ουρανό κυττάζει;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Αυτός μονάχος του από 'κεί<br /> + σπουδάζει αστρονομική.</p> + +<p>(Προς τους ούτω τοποθετημένους μαθητάς:)</p> + +<p> Ελάτε, μπήτε μέσα σεις, μην τύχη και σας πάρη<br /> + το μάτι του.</p> + +<p>(Οι μαθηταί εγείρονται και εισέρχονται εις τον οικίσκον)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ακόμα, μη! [για κάνε μου τη χάρι]<br /> + να μείνουνε, πούχω σκοπό<br /> + για μια υποθεσούλα μου μικρή να τους ειπώ.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Α, πολλήν ώρα δεν μπορεί να μείνουν [εδώ πέρα]<br /> + απ' έξω στον αγέρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(περιεργαζόμενος τα εργαλεία:)</p> + +<p> Για το θεό! τι είν' αυτά, για πες.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Αστρονομία</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' αυτά πουν' από δώθε, τι;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Αυτά; γεωμετρία.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Καλά· ποιά έχουν χρήσι;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + [Μ' αυτά μπορεί κανείς] τη γη να την καταμετρήση.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τάχα ποια γη; του κλήρου; (25)</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Του κόσμου ολοκλήρου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Θα χωρατεύης. Μα κι' αν μπη η γνώμη σου σε χρήσι<br /> + τον κόσμο θα ωφελήση.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (δεικνύων εις τον χάρτην:)<br /> + Να, βλέπεις; η γραμμή αυτή όλην τη γη την τριγυρνά.<br /> + Να κ' η Αθήνα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μωρ' τι λες! δεν το πιστεύω· πουθενά<br /> + τους δικαστάς να κάθωνται (δεν διακρίνω [τώρα].</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Και μολαταύτα είν' αυτή της Αττικής η χώρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και πού είν' οι Κικυννιώτες<br /> + οι δικοί μου συνδημότες;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (δεικνύων εις τον χάρτην:)<br /> + Να, εδώ· κ' εκείθε πάλι [φαίνεται ζωγραφισμένη]<br /> + και η Εύβοια, που, βλέπεις, αρκετά είνε τεντωμένη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ξέρω· έχει γίνη τόση<br /> + γιατί κι' απ' τον Περικλή, κι' από μας τάχει<br /> + [τ ε ν τ ώ σ η.(26)<br /> + Και πού ειν' η Λακεδαίμων;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (ως ανωτέρω:)<br /> + Πούνε; να τη, [κύτταξέ την].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σαν πολύ κοντά μας είνε· Σκέψου το και τράβηξέ την<br /> + παρά πέρα.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Δεν μπορούμε.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Θα βρεθήτε μπερδεμένοι.</p> + +<p>(Βλέπων τον αιωρούμενον Σωκράτην:)</p> + +<p> Και αυτός ποιος είνε πάλι, όπου στην κρεμάστρα μένει;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Να, Αυτός.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αυτός; ποιος τάχα;</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Ο Σωκράτης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ε, Σωκράτη!</p> + +<p>(Προς τον Μαθητήν):</p> + +<p> Έλα συ και φώναξέ τον με φωνή σου πειο γεμάτη.</p> + +<p>Ο ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Φώναξέ τον μόνος τώρα·<br /> + δεν μου περισσεύει ώρα.</p> + +<p>(Εισέρχεται εις τον οικίσκον)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΣΩΚΡΑΤΗΣ (αιωρούμενος)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σωκράτη! Σωκρατάκη μου!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (με στόμφον:)<br /> + Θνητέ! τι με φωνάζεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Για πες μου, σε παρακαλώ, τι κάνεις [πού κυτταζεις];</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Παρατηρώ τον ήλιον και αεροβατώ.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Α, τους θεούς περιφρονείς απ' το καλάθι αυτό,<br /> + και όχι από τη γη — αν και....</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ποτέ δεν θα μπορούσα<br /> + να κρίνω τα ουράνια, αν ίσως δεν κρεμούσα<br /> + τον νου μου και τη σκέψι μου, πούνε λεπτή κ' εκείνη,<br /> + εις τον αγέρα τον λεπτόν, ένα μ' αυτόν να γίνη.<br /> + Στα κάτω αν καθόμουνα κ' εκύτταζα ταπάνω,<br /> + δεν θα μου ήταν δυνατόν εφεύρεσι να κάνω·<br /> + γιατί τραβά της σκέψεως την υγρασία το χώμα,<br /> + πράμα που και στα κάρδαμα παρατηρείται ακόμα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι λες; [ποιος θα πιστέψη]!<br /> + τραβά λοιπόν στα κάρδαμα την υγρασία η σκέψι;<br /> + Για έλα, Σωκρατάκη,<br /> + κατέβα [και λιγάκι]<br /> + και δίδαξε 'ς εμένα<br /> + αυτά, πούρθα ζητώντας να μάθω από σένα.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Κ' ήλθες γιατί;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να μάθω του λόγου κάθε τρόπον,<br /> + γιατί των δανειστών μου, αυτών των κακοτρόπων,<br /> + με κάμανε οι τόκοι εδώ κ' εκεί να τρέχω,<br /> + κ' ενέχυρα έχω βάλη ό,τι έχω και δεν έχω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και πώς εσύ γελάσθηκες<br /> + και μέσ' 'στα χρέη πιάστηκες;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Η αλογοαρρώστεια [μου είνε κολλημένη<br /> + και] μ' έχει καταστρέψη, που τρώει και δεν χορταίνει.<br /> + Από τους δυο σου λόγους μάθε 'ς εμέ τον ένα:<br /> + εκείνον που δεν δίνει κανείς τα δανεισμένα,<br /> + κι' ό,τι μισθό γυρέψης, εις τους θεούς σου κάνω<br /> + όρκο, πως θα τον δώσω [και με το παραπάνω].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και οι θεοί, που θέλεις συ να ορκισθης, ποιοι θάνε;<br /> + πρώτον, θεών νομίσματα δω πέρα δεν περνάνε.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και όρκο σεις πού κάνετε; μήπως στα σιδερένια (27)<br /> + του Βυζαντίου είδωλα;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Θέλεις να έχης έννοια<br /> + ποια θεία είνε πράγματα τα πειο σωστά και καθαρά;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα το θεό, περσσότερο και από κάθε άλλη φορά.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και θέλεις τάχα, [πες μου],<br /> + με της Νεφέλες να μιλής, πούνε θεές δικές μου;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βέβαια.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Κάθησε λοιπόν εις το σκαμνί το ιερό. (28)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(καθήμενος εις την υποδεικνυμένην έδραν).</p> + +<p> Να, κάθουμαι.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πάρε κι' αυτόν τον στέφανον.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (φορών τον στέφανον:)<br /> + Γιατί φορώ<br /> + στεφάνι; ωχ, Σωκράτη μου! μήπως λοιπόν θα πιάσης<br /> + και συ, σαν τον Αθάμαντα, να μη με θυσιάσης;(29)</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όχι· μα έτσι κάνουμε σε όσους θα μυήσουμε.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πολύ καλά· και ύστερα μ' αυτό τι θα κερδίσουμε;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μύλος, ροκάνα, σκόνη, (30) στα λόγια μου θα γίνης,<br /> + και ήσυχος να μείνης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ό,τ' είπες, μα τον Δία, είνε πολύ σωστό·<br /> + θα γίνω σκόνη όλος, εάν πασπαλιστώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τώρα πρέπει, γέροντά μου, απ' τους λόγους αποχή,<br /> + και ν' ακούσης την ευχή.</p> + +<p>(Υψών τας χείρας προς τον ουρανόν:)</p> + +<p> Βασιληά και δεσπότη, αμέτρητε Αγέρα,<br /> + που τη γη την κρατείς κρεμασμένη, κ' Αιθέρα<br /> + λαμπερέ, και Νεφέλες, θεές σεβαστές,<br /> + κεραυνομπουμπουνίστρες, [απάνω] αναβήτε,<br /> + στο φιλόσοφο δάσκαλο [τώρα] φανήτε,<br /> + ω κυράδες [εσείς] κρεμαστές!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(τυλισσόμενος εις την χλαίναν του:)</p> + +<p> Όχι ακόμα, προτού στο κορμί μου<br /> + τυλιχτώ με το ρούχο μου αυτό·<br /> + γιατί σκούφο (31) δεν πήρα μαζί μου<br /> + ο φτωχός, για να μη μουσκευτώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (εξακολουθών ως ανωτέρω:)</p> + +<p> Ω σεις, Νεφέλες πολυτιμημένες,<br /> + εδώ 'ς αυτόν ελάτε να δειχθήτε,<br /> + είτε στης ιερές και χιονισμένες<br /> + της κορυφές του Ολύμπου κατοικείτε, —<br /> + ή με της Νύμφες στήνετε χορό<br /> + στους κήπους του Ωκεανού πατέρα, —<br /> + είτε στο Νείλο βγάζετ' εκεί πέρα<br /> + με της χρυσές υδρίες σας νερό—,<br /> + ή στη Μαιώτι λίμνη κατοικείτε, —<br /> + του Μίμαντος την πέτρα την ψυχρά (32) —<br /> + ακούστε τη θυσία, και δεχθήτε<br /> + ευχάριστα τα λόγια τα ιερά.</p> + +<p>(Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ κατέρχεται μετά του κοφίνου εκ του ύψους. — Ακούονται +μακρόθεν βρονταί και η σκηνή φωτίζεται βαθμηδόν από αστραπάς. — Ο +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ έμφοβος αποσύρεται εις το πρόσθιον της σκηνής, καλυπτόμενος +με την χλαίναν του).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (έξωθεν:)<br /> + Νεφέλες ατελείωτες, ας σηκωθούμε φανερές<br /> + ευκίνητες και δροσερές<br /> + απ' τον ωκεανό [εδώ πέρα]<br /> + τον βαρυστέναχτο πατέρα,<br /> + εις των βουνών της κορυφές της πυκνοφυτεμένες,<br /> + από σκοπιές να βλέπουμε παντού φανερωμένες<br /> + τη γη την ιερά,<br /> + που τρέφει δένδρα καρπερά,<br /> + της θάλασσας [τα κύματα] _<br /> + με τα βαρηά βροντήματα, —<br /> + και τα τραγούδια [των νερών]<br /> + των ποταμιών των ιερών,<br /> + λαμποκοπάει ακούραστο το μάτι<br /> + της μέρας, με το φως το αστραφτερό·<br /> + η συγνεφιά, πούνε βροχή γεμάτη,<br /> + από το σώμα μας ας βγη,<br /> + να ιδούμε σαν θεές τη γη<br /> + με μάτι καθαρό.</p> + +<p>(Αστράπτει και βροντά)</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ω σεμνότατες Νεφέλες, σας προσκάλεσα κοντά μου<br /> + κ' η ευχή εισακούσθη φανερά.</p> + +<p>(Προς τον Στρεψιάδην)</p> + +<p> Συ, [γέροντά μου],<br /> + άκουσες και τη φωνή τους<br /> + και τη θεϊκή βροντή τους<br /> + πούρθε με μπουμπουνισμό;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το μέρος των βροντών:)<br /> + Πολυτίμητες! σας έχω σε μεγάλο σεβασμό,<br /> + στης βροντές σας ν' απαντήσω<br /> + μια πορδή κ' εγώ θ' αφήσω.<br /> + Σας φοβούμαι και σας τρέμω, και, δικαίως είτε μη,<br /> + νοιώθω τώρα την ανάγκη για να χέσω στη στιγμή.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πρόσεξε μην κοροϊδέψης και ποτέ σου να μην πράξης,<br /> + σαν τους ποιητάς εκείνους, όπου λεν «τα εξ αμάξης». (33)<br /> + Σώπα· συντροφιά μεγάλη<br /> + από της θεές εκείνες, τραγουδώντας μας προβάλλει.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (έσωθεν και πλησιέστερον:)<br /> + Εμείς, παρθένες βροχερές,<br /> + στης Αθήνας της λιπαρές<br /> + της χώρες ας ελθούμε,<br /> + την πόλι την ευχάριστη,<br /> + που βγαίνουν άνδρες άριστοι,<br /> + του Κέκροπος να ιδούμε, —<br /> + που σέβονται τα ιερά<br /> + μυστήρια, κάθε φορά<br /> + [που ο λαός πηγαίνει]<br /> + στην άγια την τελετή,<br /> + κι' ο μυστικός (34) ναός κρατεί<br /> + την θύρα του ανοιγμένη· —<br /> + που έχουν δώρα οι θεοί, —<br /> + πούν' υπερύψηλοι ναοί<br /> + και που τ' αγάλματα είνε [μύρια] —<br /> + που γίνονται στεφανωτές<br /> + θυσίες κ' ιερές γιορτές,<br /> + κι' όλον το χρόνο πανηγύρια· —<br /> + κι' όταν η άνοιξις προβάλλη,<br /> + στα Διονύσια [και πάλι,] (35)<br /> + καλοτραγούδιστοι χοροί<br /> + συναγωνίζονται πολλοί,<br /> + και των αυλών αντιλαλεί<br /> + η μούσα η βροντερή.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πες μου, για όνομα θεού, Σωκράτη, σε παρακαλώ,<br /> + ποιες είν' αυτές που είπανε αυτό το πράμα το καλό;<br /> + Μην είνε ηρωίδες;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μπα! Ουράνια Νεφέλη<br /> + η κάθε μια, τρανή θεά κάθε σοφού τεμπέλη,<br /> + που σκέψι και διάλεξι και πνεύμα δίνουν [ταχτικά]<br /> + και λόγια δοκιμαστικά<br /> + τρανές ψευτιές, σοφίσματα,<br /> + λογοστριφογυρίσματα. (36)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ωχ δεν το λες; γι' αυτό λοιπόν επέταξ' η ψυχή μου<br /> + την ώρα που τα λόγια τους ήλθαν στην ακοή μου,<br /> + και μου γυρεύει τώρα, να,<br /> + λόγια να ψιλοκοσκινά,<br /> + και να ψιλοκουβεντιάζη<br /> + και για τον καπνόν ακόμη,<br /> + κι' από τη γνωμίτσα, γνώμη<br /> + και αντίλογο να βγάζη.<br /> + Ώστε αν είνε δυνατό σου, κάμε τούτη τη φορά,<br /> + γιατί τόχω επιθυμία, να της 'δω στα φανερά.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Να, της βλέπω, κύτταξέ τες προς την Πάρνηθ' [από 'δω],<br /> + κατεβαίνουν μ' ησυχία.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πού; για δείξε μου [να ιδώ].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Η πολλές, που προχωρούνε απ' τα δενδροφυτευμένα<br /> + κι' απ' της ρεματιές, στα πλάγια.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (παρατηρών:)<br /> + Τι τα λες αυτά 'ς εμένα,<br /> + που το μάτι μου δεν βλέπει;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Να, στην είσοδο. .</p> + +<p> ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (παρατηρών:)<br /> + Ναι, τώρα διακρίνω μόλις.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πρέπει<br /> + τούτη πλέον τη φορά<br /> + να της βλέπης καθαρά,<br /> + έξω αν έχης εις τα μάτια τσίμπλες, σαν τα κολοκύθια.</p> + +<p>(Εμφανίζονται αι Νεφέλαι εις το βάθος της σκηνής ως γυναίκες<br /> +καλυπτόμεναι από πολυχρώμους πέπλους).</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ω της πολυτιμημένες! Μα τον Δία, ναι, αλήθεια<br /> + όλα τάχουν κουκουλώση!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Συ δεν είχες πίστι δώση<br /> + πως θεές είνε και τούτες, ούτε ο νους σου το είχε βάλη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Όχι, όχι μα τον Δία· εγώ είχα γνώμην άλλη,<br /> + πως καπνός, δροσιά κι' ομίχλη ήτανε μονάχ' αυτές.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όχι· μάθε πως ετούτες βόσκουνε τους σοφιστές,<br /> + όλους τους θουριομάντεις,(37) τους γιατροπασαλειμμένους, (38)<br /> + κι' όλους τους νυχοδαχτυλιδοτεμπελοχτενισμένους, (39)<br /> + τους στριφοτραγουδιστάδες (40) κάθε κυκλικού χορού,<br /> + και τους ψευδοαστρολόγους που τους βόσκουν [προ καιρού]<br /> + δίχως τίποτα να κάνουν,<br /> + κ' επειδή της έχουν μούσες κ' ύμνους [κάθονται και] φτιάνουν.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Α, για τούτην την αιτία, ωδές γράφουν [ταχτικές]<br /> + στης ορμές της φωτοπνίχτρες, στης ορμές της εχθρικές<br /> + των υγρών των Νεφελών, —<br /> + και στων εκατό [ακόμη] του Τυφώνα (41) κεφαλών<br /> + της πλεξίδες, — και στης μπόρες<br /> + της τρελλές, — και στης Νεφέλες της υγρές κι' αεροφόρες,<br /> + της αεροκολυμπήτρες, όπου με τα όρνια μοιάζουν, —<br /> + στης νεροποντές, που νέφη δροσερά [της κατεβάζουν].<br /> + Και για όλ' αυτά κομμάτους ρίχνουν μέσα τους μεγάλους<br /> + από τσίχλες και ορνίθια και της θάλασσας κεφάλους.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ε, 'ς αυτό δεν έχουν δίκηο;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα σαν είν' αυτές Νεφέλες,<br /> + πώς τους ήλθε, πες μου, κ' ήλθαν όπως κ' η θνητές κοπέλλες,<br /> + με το να μην είν' κι' αυτές<br /> + σαν και τούτες της θνητές;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τι λογής να ειν' εκείνες;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα δεν ξέρω και καλά·<br /> + μοιάζουνε [κατά πολλά]<br /> + με μαλλιά ξαντά, μα όχι, μα τον Δία, και με κόρες,<br /> + γιατί αυτές εδώ [που βλέπω] είνε όλες μυτοφόρες!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ε, απάντησέ μου τώρα εις αυτά που θα ρωτήσω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ρώτησέ με ό,τι θέλεις και ευθύς θα σ' απαντήσω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Παρατήρησες Νεφέλες που να μοιάζουν με κενταύρους,<br /> + ή να μοιάζουν με παρδάλεις, ή με λύκους, ή με ταύρους;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βέβαια· και τι με τούτο;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Γίνονται ό,τι θελήσουν·<br /> + κι' αν [συμβή] ποτέ] κανένα μακρομάλλη ν' αντικρύσουν,<br /> + κι' αγριεμένον απ' αυτούς<br /> + τους μαλλιαροτριχωτούς,<br /> + σαν το γυιο του Ξενοφάντου, (42) τη μανία του γελούνε<br /> + παίρνοντας μορφή κενταύρου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και τι φτιάνουν σαν ιδούνε<br /> + και το Σίμωνα, (43) που τρώει το δημόσιο το χρήμα;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Για να δείξουνε ποιος είνε, παίρνουνε του λύκου σχήμα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να λοιπόν γιατί κι' αυτές<br /> + και τον ρίψασπιν εχτές<br /> + τον Κλεώνυμο (44) σαν είδαν, με το να του καταλάβουν<br /> + τη δειλία, [εφροντίσαν] του λαφιού μορφή να λάβουν.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Να, γι' αυτό λοιπόν και τώρα, όπου είδαν τον Κλεισθένη, (45)<br /> + κύτταξέ τες, σαν γυναίκα βγήκε κάθε μια ντυμένη.</p> + +<p>(Αι Νεφέλαι προχωρούν και λαμβάνουν θέσιν πλησιεστέραν προς τον<br /> +Σωκράτην και Στρεψιάδην κατά μέτωπον της σκηνής).</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας, υποκλίνων:)<br /> + Ω Δέσποινες, σας χαιρετώ!<br /> + Και τώρ', αν ίσως κι' άλλοι<br /> + τ' ακούσανε ποτέ αυτό,<br /> + για μένα, ω Παμβασίλισσες, βάλτε φωνή μεγάλη.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (προς τον Στρεψιάδην:)<br /> + Χαίρε, ω γέροντα συ του παληού του καιρού, όπου λόγια σο<br /> + [φίας ψαρεύεις, —<br /> + μα και συ, ιερέα της κάθε λεπτής ομιλίας, και πες τι γυ<br /> + [ρεύεις;<br /> + σοφιστή των νεφών [πειο μεγάλον]<br /> + από σε δεν θ' ακούσωμεν άλλον,<br /> + παρά μόνο τον Πρόδικο (46) αυτόν, που σοφή έχει σκέψι και γνώμη,<br /> + [και σένα,<br /> + που τα μάτια σου στρίβεις λοξά, περπατώντας στο δρόμο σου<br /> + [καμαρωμένα,<br /> + που προβάλλεις μπροστά μας σεμνός, και στους δρόμους ξυ-<br /> + [πόλυτος τρέχεις,<br /> + και στους πόνους αντέχεις!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ω γη! τι λόγος ιερός!<br /> + και τι σεμνός και φοβερός!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Είνε θεές μονάχ' αυτές·<br /> + τάλλα ψευτιές· όλες κουτές!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πες μου, για όνομα της γης: ο Ζευς λοιπόν που άρχει<br /> + στον Όλυμπο . . .</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Καλέ ποιος Ζευς; βλακείες! δεν υπάρχει.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι λες εσύ;! τότε λοιπόν ποιός βρέχει; να λοιπόν αυτό<br /> + απ' όλα πειο προτήτερα να μου εξηγήσης σου ζητώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Αυτές λοιπόν, και ημπορώ<br /> + να στ' αποδείξω στο φτερό,<br /> + μα και με δείγματα τρανά.<br /> + Συ τάχα είδες πουθενά<br /> + και 'ς οποιαδήποτ' εποχή,<br /> + χωρίς τα σύνεφα βροχή;<br /> + γιατί αλλοιώς έπρεπε ο Ζευς, με δίχως συνεφιά [βαρειά],<br /> + να βρέχη και στην ξαστεριά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Εινε σωστός ο λόγος σου και καλοταιριασμένος<br /> + πολύ, μα τον Απόλλωνα· κύττα! κ' εγώ [ο καϋμένος]<br /> + επίστευα το πως ο Ζευς, [σαν βρέχη και βροντάη],<br /> + πως μέσ' από το κόσκινο [μας ψιλο]κατουράει.<br /> + Μα πες μου τότε ποιος βροντά, που τρέμω εγώ;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Αυτές<br /> + όπου κυλιώνται με βροντές.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Άνθρωπε τολμηρότατε! πες μου τον τρόπο πάλι.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Σαν παίρνουνε πολύ νερό, κ' έχουνε βια μεγάλη<br /> + να κινηθούν, γκρεμίζονται χωρίς να το θελήσουν<br /> + γεμάτες από τη βροχή· κι' αφού λοιπόν κυλίσουν<br /> + απάνω η μια στην άλλη,<br /> + σκάζουν ευθύς και γίνονται οι βρόντοι οι μεγάλοι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και τάχα πώς; δεν είνε ο Ζευς, όπου τας αναγκάζει<br /> + η μία να κατρακυλά στην άλλη [και να σκάζη];</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Α, μπα! είν' [εκεί πέρα]<br /> + ο στρόβιλας (47) του αιθέρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ο στρόβιλας!; [τι να σου ειπώ;] ποτέ στο νου δεν θάχα,<br /> + πως βασιλεύει ο Στρόβιλας και όχι ο Ζευς μονάχα.<br /> + Μα δεν μου είπες [πρώτο];<br /> + ούτε πώς γίνετ' η βροντή, ούτε και για τον κρότο.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μα πώς; δεν άκουσες λοιπόν που σου 'λεγα [τόσον καιρό]<br /> + πως η νεφέλες, πέφτοντας γεμάτες με πολύ νερό<br /> + απάνω η μια στην άλλη,<br /> + βροντούν απ' την πυκνότητα [που έχουν τη μεγάλη];</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και πώς θα το πιστέψω αυτό;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Θαποδειχθή και στη στιγμή<br /> + από τον ίδιο σου εαυτόν. Όταν τηλώνεσαι ζουμί<br /> + εσύ στα Παναθήναια, και η κοιλιά σου πρήσκεται,<br /> + σε ξαφνικό γουργουρητό και κλονισμό δεν βρίσκεται;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι λες. Μα τον Απόλλωνα! ενόχλησι μου κάνει<br /> + παρά πολλή και γρήγορα, και ταραχή με πιάνει,<br /> + και σκούζει [σε λιγάκι],<br /> + και κάνει κρότο σαν βροντή εκείνο το ζουμάκι!<br /> + Παξ! κάνει στην αρχή σιγά· παππάξ! κατόπιν κάνει·<br /> + κ' ύστερα κάνει παπαππάξ! κι' όταν χεσό με πιάνη.<br /> + όλα βροντούν παπαπαππάξ! σαν τούτα [τα κορίτσα].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Σαν γίνονται τέτοιες πορδές σε τόση δα κοιλίτσα,<br /> + για σκέψου στον απέραντο τι γίνεται αγέρα,<br /> + και πώς μπορεί να μη τραβά τέτοιες βροντές [κει πέρα];<br /> + γι' αυτό τα δυο ονόματα «βροντή» «πορδή» αντάμα,<br /> + είνε το ίδιο πράμα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πούθε' έρχεται κι' ο κεραυνός όπου λαμποκοπάει<br /> + από φωτιά; αυτό να ειπής, και όταν μας χτυπάη<br /> + μας καίει σαν τα φρύγανα, και τσουρουφλίζει φοβερά<br /> + τους ζωντανούς; Τον στέλνει ο Ζευς στους επιόρκους φανερά.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ανόητε! κρονόληρε (48) και γεροξεκουτιάρη! (49)<br /> + τους επιόρκους σαν χτυπά, δεν θάχε [λόγου χάρι]<br /> + το Σίμωνα, το θεωρό, τον Κλέωνα (50) σκοτώση;<br /> + Μ' όλο που έκαναν αυτοί επιορκία τόση,<br /> + στο Σούνιο, των Αθηνών το ακρωτήρι, [πάει],<br /> + και το ναό χτυπάει<br /> + πούνε δικός του, κι' όπου βρη βελανιδιά, [της δίνει]!<br /> + Τι του 'ρθε; η βελανιδιά επίορκη έχει γίνη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Δεν ξέρω [απ' αυτά πολλά],<br /> + μα, φαίνεται, τα λες καλά.<br /> + Και τ' είνε τάχα ο κεραυνός;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όταν αγέρας σηκωθή<br /> + ξερός, και μέσα τους χωθή,<br /> + τότε σαν φούσκα της φυσά, όπου με βια της σπάει<br /> + κι' απ' την πυκνότητα βαρύς έξω ευθύς πηδάει,<br /> + και τούτο γίνετ' αφορμή,<br /> + απ' τη μεγάλη την ορμή<br /> + κι' από τον κρότο τον δικό του,<br /> + να καίη αυτός τον εαυτό του.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ω, μα τον Δία! να γιατί<br /> + στων Διασίων (51) τη γιορτή<br /> + το ίδιο πράμα έπαθα χωρίς να το νοήσω.<br /> + Έβαλα για τους συγγενείς κάποια κοιλιά να ψήσω,<br /> + κι' αμέλησα το σχίσιμο· όπου [λοιπόν κ'] εκείνη<br /> + φουσκώνοντας μια δίνει και σκάει σε κομμάτια,<br /> + μου καίει και το πρόσωπο, μου πιτσιλάει τα μάτια.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Άνθρωπε, που τη σοφία από μας γυρεύεις [τώρα],<br /> + θα γενής ευτυχισμένος και στων Αθηνών τη χώρα<br /> + και στους Έλληνας τους άλλους: μνήμη και φροντίδα αν έχης,<br /> + στην ψυχή σου αν αντέχης, —<br /> + κούρασιν αν δεν γνωρίζης,<br /> + είτε στέκεις ή βαδίζεις, —<br /> + ούτε κόπο να σου κάνη,<br /> + όταν τούρτουρας σε πιάνη, —<br /> + να μην τρως, όταν δεν έχης,<br /> + και από κρασί ν' απέχης<br /> + και γυμναστικές [μεγάλες] —<br /> + κι άλλες κουταμάρες, [κι' άλλες]·<br /> + κι' αν για καλήτερο φρονής<br /> + πως, όταν άξιος είν' κανείς,<br /> + του αρμόζει να νικήση<br /> + με τη πράξι και την κρίσι,<br /> + και τη γλώσσα του [να λύνη],<br /> + και τον πόλεμο να στήνη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας:)<br /> + Α! ου! όσο για ψυχή<br /> + με μεγάλην αντοχή, — μα και σκέψιν [αν ζητάτε]<br /> + που να δυσκολοκοιμάται, — [κι' αν ζητάτε] και στομάχι<br /> + όπου για τροφή του νάχη<br /> + μόνο θρούμπι, — μη μας μέλη,<br /> + να, εδώ 'μαι, κι' οποίος θέλει<br /> + — το κορμί μου [δεν πονάει], —<br /> + ας το σφυροκοπανάη!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και θεούς δεν θάχης άλλους τώρα πλέον για λατρεία,<br /> + παρά μόνο τους δικούς μας· δηλαδή αυτά τα τρία:<br /> + χάος, γλώσσα και νεφέλες.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μπα, ποτέ δεν θα μιλήσω<br /> + ούτε λέξι με τους άλλους, κι' ούτε θα τους απαντήσω<br /> + κι' ούτ' [απ' τους θεούς] κανένας τη θυσία μου θα ιδή,<br /> + δεν θα κάψω ούτε λιβάνι, δεν θα κάνω ούτε σπονδή.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Τώρα με θάρρος λέγε 'ς εμάς<br /> + σαν μας θαυμάζης και μας τιμάς<br /> + και θέλης άνθρωπος άξιος να ζήσης,<br /> + πώς θα σε κάνουμε να ευτυχήσης;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ω δέσποινές μου! δεν σας ζητώ,<br /> + μα το μικρούλι [μονάχ'] αυτό:<br /> + νάμαι στους Έλληνας ο πιο λαμπρός,<br /> + κ' εκατό στάδια απ' όλους 'μπρός.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Λοιπόν και τούτο θα τώχης τώρα·<br /> + την κάθε γνώμη σου [τέτοια θα κάνω],<br /> + όπου κανένας άλλος στη χώρα<br /> + δεν θα κερδίζη μια παρά πάνω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Α, μπα! δεν θέλω καμμιά να βγάλη<br /> + η κεφαλή μου γνώμη μεγάλη·<br /> + στρεψοδικίες θέλω ν' αρχίσω,<br /> + τους δανειστάς μου να ξεγλιστρήσω.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Κι' αυτό που θέλεις θα κατορθώσης·<br /> + μεγάλο πράμα δεν μας ζητάς·<br /> + αρκεί μονάχα να παραδώσης<br /> + τον εαυτό σου στους σοφιστάς.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(Προς τας Νεφέλας, εννοών τους Σοφιστάς:),</p> + +<p> Α, σας πιστεύω· θα το κάμω<br /> + γιατ' η ανάγκη με βαστά<br /> + για τάλογα τα σφραγιστά,<br /> + ακόμα και γι' αυτόν το γάμο,<br /> + που μου 'φερε μεγάλη μπόρα.<br /> + Ας κάμουν ό, τι θέλουν τώρα.<br /> + Να, ας μου πάρουνε το σώμα·<br /> + εγώ τους το χαρίζω, ακόμα<br /> + και για κοπάνισμ' ας το πάρουν<br /> + και σαν ασκί ας μου το γδάρουν·<br /> + ας τουρτουρίσω· ας πεινάσω·<br /> + ας ξεραθώ και ας διψάσω.<br /> + (52) Από τα χρέη μου [ως τόσο]<br /> + αν κατορθώσω να γλυτώσω,<br /> + ου, θα φανώ εις τους ανθρώπους<br /> + πολύ ξετσίπωτος στους [τρόπους]<br /> + εύγλωττος, τολμηρός [ακόμα],<br /> + αυθάδης, κάθαρμα και βρώμα,<br /> + κάθε ψευτιά θα συγκολλώ,<br /> + θα βρίσκω λόγια [να πουλώ],<br /> + όπου δίκες κι' όπου νόμοι·<br /> + δεν θα μου ξεφεύγη γνώμη,<br /> + λογάς, τρυπάνι, πονηρός<br /> + και τιποτένιος, γλιστερός,<br /> + την ειρωνεία θάχω στο στόμα,<br /> + ψωροπερήφανος κι' [όλος] βρώμα<br /> + ανεμοστρόβιλος, οχληρός,<br /> + τσανακογλείφτης, σιχαμερός!<br /> + Ας μου λέη απ' όλα τούτα ο καθείς που μ' απαντάει,<br /> + κι' ας μου κάνη ό,τι αγαπάει.<br /> + Μα τη Δήμητρα! κι' αν θέλη στους δασκάλους, κοκορέτσι<br /> + τάντερά μου να προσφέρη, θα δεχτώ· [ας γίνη κ' έτσι]!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Άτολμη καρδιά δεν έχει<br /> + κι' όπως φαίνεται αντέχει.<br /> + Ξέρε το: πως τη στιγμή<br /> + όπου θάχης μαθημένα<br /> + όλα τούτα από μένα,<br /> + κάθε δόξα και τιμή<br /> + που ο κόσμος θα σου κάνη,<br /> + ως τον ουρανό θα φθάνη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και θα κάνω λοιπόν τι;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Μόνος από τους ανθρώπους τη ζωή πειο ζηλευτή<br /> + όλον τον καιρό μ' εμένα θα περνάς εσύ [εδώ].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αχ! μια τέτοια ευτυχία εγώ τάχα θα τη ιδώ;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Και πολλοί θα κάθωντ' όξω απ' την θύρα τη δική σου,<br /> + θέλοντας να σ' ανταμώσουν, και να συζητούν μαζύ σου<br /> + δίκες και αντιδικίες, και να σου εμπιστευθούνε<br /> + πράματα πολλών ταλάντων, κι' όλο γνώμες να ζητούνε.</p> + +<p>(Προς τον Σωκράτην:)</p> + +<p> Άρχισε συ, στο γέροντα λοιπόν το μάθημά του,<br /> + απ' όσα πρέπει στην αρχή να μάθη [απάνου κάτου].<br /> + Κούνα το νου του [στη στιγμή]·<br /> + κάνε στη σκέψι δοκιμή.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Εμπρός, πες μου τους τρόπους σου ποιοί είνε να τους ξέρω,<br /> + καινούργια μηχανήματα [πολεμικά] να φέρω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα πώς; για όνομα θεού! τώρα λοιπόν θα πάθω<br /> + πολιορκία;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όχι δα· τη μνήμη σου να μάθω<br /> + θέλω με μέθοδον απλή.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα το θεό, είνε διπλή:<br /> + τη μνήμη έχω μεγάλη<br /> + σαν μου χρωστούν οι άλλοι.<br /> + Μα το μνημονικό σωστό<br /> + ποτέ δεν τώχω σαν χρωστώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + [Για πες μου] είνε φυσικό στη γλώσσα σου να λέη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να λέη; όχι και πολύ· αλλά ναρνήται [χρέη].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Εμ, πώς θα μάθης συ [πολλά];</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + [Θα μάθω] έννοια σου, καλά.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Έλα λοιπόν, νάσ' έτοιμος· και 'ς οποίον λόγο κάνω<br /> + σοφόν για τα μετέωρα, συ χύμηξέ του απάνω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς; τη σοφία το λοιπόν θα γεύωμαι σαν το σκυλλί;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τι αμαθής που είν' αυτός, κι' άνθρωπος βάρβαρος [πολύ]!<br /> + Ο νους μου, γέρο, νοιάζεται,<br /> + πως ξύλο σου χρειάζεται.<br /> + Και τι κάνεις, πες μου εμένα,<br /> + σαν της τρως από κανένα;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να, της τρώγω, [τίποτ' άλλο]· κι' αφού λίγο κρατηθώ,<br /> + [συλλογίζουμ' ότι πρέπει] να διαμαρτυρηθώ,<br /> + και, μη χάνοντας την ώρα,<br /> + κάνω έπειτα και δίκες.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Βάλ' το ρούχο κάτω τώρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Έκαμ' άδικο και τι;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όχι· αλλά εδώ μέσα όλοι μπαίνουνε γδυτοί.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα εγώ δεν θα μπω μέσα για να κάνω και κλοπές.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Άφησε της φλυαρίες κ' έλα γδύσου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εκδυόμενος τον χιτώνας)<br /> + Μα για πες:<br /> + Αν θα μάθω μ' ευκολία, κι' αν επιμελής θα γίνω<br /> + με ποιό μαθητή θα μοιάζω;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Με τον Χαιρεφώντα (53) εκείνο<br /> + απαράλλακτος θα γίνης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ωχ! ο κακομοιριασμένος!<br /> + θάβγω μισοπεθαμένος!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Σώπα κι' ακολούθησέ με γρήγορα 'ς αυτά τα μέρη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(Προχωρών και ιστάμενος προ της θύρας του οικίσκου:)</p> + +<p> Τότε να μου δώσης πρώτα και μελόπιττα στο χέρι,<br /> + σαν στου Τροφωνίου (54) τάντρο, γιατί φόβο πολύ επήρα<br /> + για να μπω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ωθών αυτόν προς την θύραν:)<br /> + Έλα, προχώρει! τι χαζεύεις 'μπρος στη θύρα;</p> + +<p>(Τον ωθεί και εισέρχονται)</p> + +<p> ΑΥΛΑΙΑ</p> + +<p> +<br /> + ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ</p> + +<p> +(Σκηνογραφία η αυτή).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'</h4> + +<p> +<br /> +ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ</p> + +<p>(Προς το μέρος εκ του οποίου εισήλθεν ο Στρεψιάδης μετά του +Σωκράτους:)</p> + +<p> Ας χαίρετ' η καρδιά σου!<br /> + με την παλληκαριά σου!<br /> + Πήγαινε! κι' ας γενή αιτία<br /> + στον άνθρωπο για ευτυχία,<br /> + που, κι' όταν φθάνη στα γεράματα,<br /> + γυρεύει να μαθαίνη ακόμα,<br /> + και πασαλείφεται με χρώμα<br /> + απ' τα νεώτερα τα πράματα.</p> + +<p>(Παράβασις)</p> + +<p> Θεαταί! θα σας μιλήσω την αλήθεια καθαρά,<br /> + μα το Βάκχο, που εμένα είχε θρέψη μια φορά:<br /> + Θέλοντας για να νικήσω και σοφός να σας φανώ,<br /> + σας τους θεατάς μου άξιους να με κρίνετε φρονώ,<br /> + και την κωμωδία τούτη, πούν' απ' όλες πειο καλή<br /> + όσες έγραψα ως τώρα, και την δούλεψα πολύ,<br /> + θέλησα να την προσφέρω πρώτα στη δική σας πείρα·<br /> + μολοντούτο, παρ' αξίαν, τα βρεμένα μου επήρα,<br /> + κ' οι σαχλοί μ' είχαν νικήση.(55) Και γι' αυτό κατηγορώ<br /> + σας [τους πρώτους τους κριτάς μου], πούχετε μυαλό γερό,<br /> + και που για δική σας χάρι<br /> + τέτοιο θέμα είχα πάρη.<br /> + Μα εγώ πάλιν [ως τόσο],<br /> + σας τους άξιους [κριτάς μου] θέλοντας δεν θα προδώσω.<br /> + Γιατί απ' τον καιρό εκείνο, που ακούσθηκαν μ' επαίνους<br /> + και ο Ά σ ε μ ν ο ς [ο νέος] κι' ο Σ ε μ ν ό ς (56) πούχα γραμ<br /> + [μένους<br /> + από άνδρες, που πολλή<br /> + ευχαρίστησι λαβαίνει όποιος μπρος 'ς αυτούς μιλεί,<br /> + κ' εγώ τότε, με το νάμαι [ντροπαλός] ωσάν παρθένα<br /> + και να μη μου πρέπη γέννα,<br /> + έκθετους τους είχ' αφήση, και τους πήρε κόρη άλλη·<br /> + μα τους θρέψατε σεις πάλι<br /> + μ' αφθονία, και σοφία έχετε 'ς αυτούς χαρίση,<br /> + γι αυτό τώρα στη δική σας εμπιστεύομαι την κρίσι.<br /> + Κ έτσι πειά, σαν την Ηλέκτρα (57) και η κωμωδία αυτή<br /> + θεατάς σοφούς ζητεί,<br /> + όπως [τους παληούς] εκείνους, που ευθύς θα τους γνωρίση<br /> + την αδελφική πλεξίδα όταν τύχη ν' αντικρύση.<br /> + Και τι φρόνιμη! για ιδέτε! δεν εβγήκε με ραμμένο<br /> + και παχύ και κρεμασμένο<br /> + πετσί,(58) κόκκινο στην άκρα,<br /> + τα παιδιά για να γελάνε· δεν κορόιδεψε φαλάκρα·<br /> + ούτε κόρδακα έχει σύρη· ούτε και κανένας γέρος,<br /> + που τους στίχους απαγγέλλει προς του θεατού το μέρος,<br /> + δίνει [κάποιους] ραβδισμούς,<br /> + όταν θέλη να σκεπάζη βρωμερούς αστεϊσμούς.<br /> + Δάδες στη σκηνή δεν μπάζει,<br /> + ούτε «αχ και βαχ» (59) φωνάζει,<br /> + μα στους στίχους της μονάχα και στην τέχνη τη δική της<br /> + έχει την πεποίθησί της.<br /> + Είμαι ποιητής, και όμως μακρυά δεν φέρνω κόμη,<br /> + και να σας γελάσω [ακόμη]<br /> + ούτε θέλω [σαν τους άλλους], λέγοντας το ίδιο πράμα<br /> + δυο και τρεις φορές αντάμα·<br /> + άλλα σκέπτομαι ιδέες<br /> + να σας φέρνω πάντα νέες<br /> + και με φρόνησι [μεγάλη],<br /> + που ποτέ η μια [ιδέα] να μη μοιάζη με την άλλη.<br /> + Γιατί εγώ, όταν ο Κλέων (60) είχε δύναμι αποχτήση,<br /> + ε! τον είχα [δίχως φόβο] στο στομάχι του χτυπήση·<br /> + όταν όμως είχε πέση δεν τον χτύπησα ποτέ.<br /> + Αλλά τουτ' [οι ποιηταί], —<br /> + ο Υπέρβολος (61) αιτία είχε δώση μια φορά,<br /> + και τον εκλωτσοπατούσαν τον φτωχόν [εις τα γερά],<br /> + και τη μάννα του· και πρώτος στη σκηνή τον Μαρικά<br /> + είχ' ο Εύπολις (62) τραβήξη, μα εστρέβλωσε κακά,<br /> + σαν κακός [κι' αυτός που ήταν], τους «Ιππείς» μου, και για<br /> + [χάρι<br /> + του ασέμνου του χορού (63)<br /> + επί πλέον είχε πάρη<br /> + μια γρηά και μεθυσμένη,<br /> + που την έτρωγε το κύτος, σαν αυτήν που προ καιρού<br /> + είχε ο Φρύνιχος (64) φτιασμένη.<br /> + Μα κι' ο Έρμιππος,(65) κ' εκείνος κωμωδία είχε βγάλη<br /> + στον Υπέρβολον απάνω. Στηρίχθηκαν κι' όλ' οι άλλοι<br /> + στον Υπέρβολον επίσης· μα και την παραβολή<br /> + πούχω κάνη με τα χέλια, (66) την μιμήθηκαν [πολλοί].<br /> + Όποιος στο αστείο πάρη<br /> + όλα τούτα, στα δικά μου δεν θα βρη καθόλου χάρι.<br /> + Μα κι' αν πάλι 'ς όσα γράφω ευχαρίστησι θα βρήτε,<br /> + φρόνιμοι στους άλλους χρόνους, όπου θάρθουν, θα φανήτε.</p> + +<p>ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> + Πρώτα στον Δία επίκλησι θα κάνω<br /> + εις των θεών τον βασιληά [τον φεβερό],<br /> + που κατοικεί απάνω —<br /> + για [να βοηθήση] το χορό.<br /> + Και στον πανίσχυρο, που διαφεντεύει<br /> + την τρίαινα, και άγρια αναμοχλεύει<br /> + και της στεριές, και τ' αρμυρά<br /> + της θάλασσας νερά.<br /> + Και στον σεπτό μας τον Αέρα,<br /> + τον μεγαλόδοξο πατέρα,<br /> + που την τροφή σε όλους δίνει·<br /> + και στον αρματηλάτη ακόμα,<br /> + που [άφθονες] στης γης το χώμα<br /> + υπέρλαμπρες αχτίνες χύνει, —<br /> + θεόν μεγάλον στους θνητούς<br /> + και στους θεούς αυτούς.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ (Παράβασις)<br /> + Δόσατ', ω θεαταί σοφοί, 'ς εμέ την προσοχή σας:<br /> + μας αδικείτε, κ' έχομε παράπονα μαζύ σας.<br /> + Μ' όλο που περισσότερο την πόλιν ωφελούμε<br /> + από τους άλλους τους θεούς, και σας διατηρούμε,<br /> + μόνο 'ς εμάς απ' τους θεούς δεν κάνετε καμμία<br /> + σπονδή, ούτε θυσία.<br /> + Όταν πολέμους κάνετε τρελλούς, εμείς [αρχίζουμε]<br /> + βροντές, και ψιχαλίζουμε·<br /> + κι' όταν ψηφίζατε όλοι<br /> + τον φαφλατά, (67) τον τομαρά<br /> + και τον θεοκατάρατον, για στρατηγό [στην πόλι],<br /> + εμείς εσκουντουφλιάζαμε και με σημεία φοβερά.<br /> + Άστραψε [τότε] κ' έσκασε βροντή! μα κ' η Σελήνη<br /> + εβγήκε από το δρόμο της [τον ταχτικό κ' εκείνη]·<br /> + κι' ο ήλιος το φυτίλι του τραβώντας το κοντά του,<br /> + [αυτός] ο Κλέων στρατηγός αν ήθελε γενή,<br /> + έλεγε πως ['δω κάτου]<br /> + δεν θα ξαναφανή. (68)<br /> + Και όμως τον εκλέξατε· γιατί 'ς αυτή την πόλι<br /> + ανόητ' είσθε όλοι·<br /> + και μολαταύτα οι θεοί, σαν κάνετε κάτι τρελλό,<br /> + σας το γυρίζουν σε καλό.<br /> + Μα θα σας μάθουμε κι' αυτό, που θα σας φέρη προκοπή:<br /> + να πιάσετε τον Κλέωνα για δώρα και κλοπή,<br /> + το γλάρο! και το σβέρκο του στο ξύλο, σαν προτήτερα,<br /> + και πάλι να του βάνετε,<br /> + όπου, και σφάλμ' αν κάνετε,<br /> + η πόλι σας [απ' τα κακά] θα πέση στα καλλίτερα.</p> + +<p>ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> + 'Σ εμένα Φοίβε [ήλιε],<br /> + ω βασιλέα Δήλιε,<br /> + όπου της Κύθνου κατοικείς την πέτρα την ψηλή —<br /> + Μακάρια θεά και συ, (69)<br /> + που κατοικία έχεις χρυσή<br /> + στην Έφεσο, και των Λυδών η κόρες σε τιμούν πολύ.<br /> + Και η εγχώρια θεά, που την αιγίδα κυβερνά,<br /> + η πολιούχος Αθηνά.<br /> + Και συ, που κατοικία έχεις, [πάλι],<br /> + στου Παρνασσού την πέτρα [τη μεγάλη],<br /> + και με της Δέλφισσες Μαινάδες (70)<br /> + φωτίζετε χειροπιαστοί<br /> + με πεύκινες λαμπάδες —<br /> + ω Βάκχε γιορταστή!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ (Παράβασις)<br /> + Όταν ετοιμαζόμαστε να ρθούμε,<br /> + ανταμωθήκαμε με τη Σελήνη,<br /> + και τότε μας παράγγελλεν εκείνη<br /> + [αυτά τα πράματα] να σας ειπούμε:<br /> + τους Αθηναίους πρώτα χαιρετάει<br /> + και τους συμμάχους· και μας είπε πάλι<br /> + ότι θυμό πολύ με σας κρατάει,<br /> + γιατί σας κάνει ωφέλεια μεγάλη,<br /> + όχι με λόγια, μα πραγματικά,<br /> + και σεις πολλά της κάνετε κακά.<br /> + Και πρώτον, κάθε μήνα κέρδος έχετε<br /> + όχι πειο λίγο από μιας δραχμής δαδί·<br /> + και όταν έξω από τα σπίτια τρέχετε<br /> + το βράδυ [που φωτάει], λέτε σεις: «Παιδί!<br /> + »του φεγγαριού το φως είνε ωραίο·<br /> + »δαδί απόψε να μην πάρης [νέο]».<br /> + Κι άλλα καλά σας έχει κανωμένα,<br /> + μα σεις στης μέρες σας δεν καταφέρνετε<br /> + πράμα σωστό να φτιάνετε κανένα,<br /> + και της γιορτές σας άνω—κάτω φέρνετε. (71)<br /> + Για τούτο κ' οι θεοί τη φοβερίζουνε<br /> + σαν χάνουν ένα δείπνο, και γυρίζουνε<br /> + πάλι στην κατοικία τους χωρίς γιορτή,<br /> + όπως το νέο γιορτολόγι απαιτεί.<br /> + Κι' όταν είνε καιρός να θυσιάζετε,<br /> + σεις κάνετε στρεβλώσεις και δικάζετε.<br /> + Και για τον Μέμνωνα όταν κρατούμε,<br /> + και για τον Σαρπηδόνα,(72) τη νηστεία,<br /> + και οι θεοί εμείς γι' αυτούς πενθούμε,<br /> + σεις κάνετε σπονδές και άλλ' αστεία.<br /> + Γι' αυτό, σαν τον Υπέρβολο είχε βγάλη<br /> + ιερομνήμονα (73) ο κλήρος, οι θεοί<br /> + του πήραν το στεφάνι απ' το κεφάλι, — (74)<br /> + με της ημέρες της Σελήνης πάλι<br /> + να μάθη να μετράη τη ζωή!</p> + +<p>(Εξέρχεται εκ του οικίσκου ο Σωκράτης)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ και μετά μικρόν ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μα το χάος! τον αέρα! την αναπνοή! — κανένα<br /> + με μυαλά δεν είδα ως τώρα τόσον αποβλακωμένα,<br /> + πρόστυχο και ξεχασμένο κ' έτσι να χονδρομιλάη!<br /> + Το ελάχιστο που ακούει, πριν το μάθη το ξεχνάει,<br /> + Ας τον φέρω κ' εδώ πέρα<br /> + εις την θύρα, πούνε μέρα,<br /> + Πούσαι... Στρεψιάδη!.. .έβγα!... Τράβα έξω και την κλίνη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(Εμφανιζόμενος εις την θύραν και κρατών σανίδας κλίνης:)</p> + +<p> Δεν μ' αφίνουν οι κορέοι να τη βγάλω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ε, ας μείνη.<br /> + Έλα συ, κ' έχε το νου σου γρήγορα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(ρίπτει τας σανίδας εντός του οικίσκου μετά θορύβου και εξέρχεται:)</p> + +<p> Εδώ 'μαι· [ρώτα].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Απ' αυτά, που συ δεν ξέρεις, τι να μάθης θέλεις πρώτα;<br /> + Έλα, πες μου: για τα μέτρα, για τους στίχους θέλεις<br /> + [τάχα.<br /> + ή για τους ρυθμούς [να μάθης];</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Για το μέτρημα μονάχα·<br /> + γιατί ο αλευράς — θα είνε λίγες μέρες — μούχει φάη<br /> + δύο χοίνικας (75) [στο ζύγι απ' ταλεύρι].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Δεν ρωτάει<br /> + για τον αλευρά κανείς·<br /> + αλλά ποιο από τα μέτρα: το τ ε τ ρ ά μ ε τ ρ ο φρονείς<br /> + ή το τ ρ ί μ ε τ ρ ο πως είνε [από τάλλα πειο καλό];</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Περί του δ ω σ ε κ α μ έ τ ρ ο υ μόνο [σε παρακαλώ,<br /> + για να μη με τρων στο ζύγι], να με μάθης πειο μπροστά.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τίποτε δεν λες σωστά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ε, στοιχηματείς [αδίκως]<br /> + πως ημίεκτο (76) δεν είνε το τετράμετρο;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Αγροίκος<br /> + είσαι κι' αμαθής<br /> + άντε να χαθής!<br /> + μολαταύτα θα μπορούσες για ρυθμούς να έχης γνώσι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' ο ρυθμός, για το αλεύρι τι ωφέλεια θα μου δώση;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πρώτον μεν κομψός θα βγαίνης<br /> + εις της συναναστροφές σου· μα και θα καταλαβαίνης<br /> + από τους ρυθμούς ποιός είνε ο πολεμικός, και ποίος<br /> + κατά δάχτυλον (77) [ομοίως].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κατά δάχτυλο; τον ξέρω.</p> + +<p> /ΣΩΚΡΑΤΗΣ/<br /> + Ε, για λέγε.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(δεικνύων προς το μέρος των αιδοίων του:)</p> + +<p> Και ποιο άλλο,<br /> + παρά τούτο [το μεγάλο] δ ά χ τ υ λ ό μου, που το<br /> + [είχα<br /> + και από παιδί ακόμα όταν ήμουν;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Είσ' αγροίκος [κ' έχεις] βάναυσο [το στόμα].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Όχι, κακομοιριασμένε, απ' αυτά που λες, κανένα<br /> + να μη μάθης συ εμένα.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και τι θέλεις [να σου μάθω];</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τούτο, τούτο [σου ζητώ:]<br /> + Τον πειο άδικο το λόγο.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μα πρωτήτερ' απ' αυτό<br /> + πρέπει άλλα να γνωρίζης:<br /> + μεταξύ των τετραπόδων καθαρά να ξεχωρίζης<br /> + τα αρσενικά ποιά είνε.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αν δεν έχη αγέρα πάρη<br /> + το μυαλό μου, τα γνωρίζω: τράγος, ταύρος, το κριάρι,<br /> + ο αητός (78) και το σκυλλί.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Εγελάσθηκες πολύ.<br /> + Βλέπεις; το αρσενικό<br /> + είπες του «αητού» το ίδιον, όπως και το θηλυκό.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς; για πες μου, [πώς το είπα];</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ο αητός και η αητός.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα τον Ποσειδών' αλήθεια. και το θηλυκό του [αυτός<br /> + πώς το κάνει];</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Η «α η τ ί ν α»,<br /> + κι' ο «αητός» είνε το άλλο.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Εύγε σου! μα τον Αέρα, πράμα μού μαθες [μεγάλο] —<br /> + η αητίνα;! — [θα φροντίσω]<br /> + τη σκαφίδα σου αλεύρι ως τα χείληα να γεμίσω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Να κ' έν άλλο: τη «σκαφίδα», ενώ είνε θηλυκή,<br /> + συ αρσενική την είπες.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Με ποιον τρόπο αρσενική<br /> + είπα την σκαφίδα;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όπως τον Κλεώνυμον επίσης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς; να μου το εξηγήσης.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μα «Κλεώνυμος» και «σκάφη» ένα είνε.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βρε κουτέ,<br /> + δεν απόχτησε σκαφίδα ο Κλεώνυμος ποτέ, (79)<br /> + μα ζυμώνει πάντα μέσα σε τσανάκι στρογγυλό.<br /> + [Πες μου τώρα συ] πώς πρέπει του λοιπού να την καλώ;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πώς; «σκαφίδα», όπως λέμε [και το Σώστρατο] Σ ω<br /> +. [σ τ ρ ά τ η (80)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ποιο σωστό ε!νε να λέμε τη «σκαφίδα,» [ω Σωκράτη],<br /> + θηλυκή· και είν' ακόμα πειο σωστό και παστρικό<br /> + [τον Κλεώνυμο να λέμε] Κλεωνύμην, [θηλυκό](81),<br /> + Όπως λέμε και τη σκάφη.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πρέπει και ταρσενικά<br /> + τα ονόματα να μάθης, όπως και τα θηλυκά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα τα θηλυκά τα ξέρω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Λέγε [τα μου] λοιπόν [τώρα].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Λύσιλλα και Δημητρία, Φίλιννα και Κλειταγόρα (82).</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και αρσενικά ποια είνε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τόσα κι' άλλα: Μιλητίας,<br /> + [όπως είνε κι'] Αμυνίας<br /> + και Φιλόξενος (83).</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Κουτέ!<br /> + αλλ' α ρ σ ε ν ι κ ά εκείνοι δεν υπήρξανε ποτέ.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς; αρσενικά δεν είνε και για σας αυτά [επίσης];</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Όχι· αν τον Αμυνία [λόγου χάριν] απαντήσης,<br /> + πώς θα τον ειπής;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς; έτσι, [σαν να ήτανε κοπέλλα]: — Έλα, Α μ υ ν ί τ σ α, έλα! (84)</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Βλέπεις [το λοιπόν] κι' αυτό;<br /> + σαν γυναίκα τον φωνάζεις.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σαν δεν πάη στο στρατό . . . .<br /> + Μα γιατί μαθαίνω τώρα<br /> + τέτοια πραμάτα, που όλοι τα γνωρίζουμε [στη χώρα];</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Δεν πειράζει· έλα τώρα και ξαπλώσου εδώ πάνω.</p> + +<p>(Τον οδηγεί μέχρι του θρονίου και τον καθίζει επ' αυτού).</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (καθήμενος)<br /> + Ε, και τώρα τι θα κάνω;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Έλα, βάλε μέσ' στο νου σου<br /> + ένα πράμα του σπιτιού σου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (διατιθέμενος να εγερθή)<br /> + Όχι εδώ, σε ικετεύω· άφησε να ξαπλωθώ,<br /> + εάν ήν' ανάγκη, χάμου, για τα ίδια να σκεφθώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (τον καθίζει εκ νέου)<br /> + Δεν μπορεί αλλοιώς να γίνη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ωχ! αλλοί και τρισαλλοί μου!<br /> + Τι εκδίκησι θα κάνουν οι κορέοι· στο κορμί μου!</p> + +<p>(Κλειεί τους οφθαλμούς και φαίνεται βυθιζόμενος εις σκέψεις. — Ο +Σωκράτης εισέρχεται προς στιγμήν εις τον οικίσκον)</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Βλέπε λοιπόν και σκέψου·<br /> + μέσα στο νου μαζέψου<br /> + και σαν τη σβούρα να γυρνάς·<br /> + κι' αν ίσως σε καμμία<br /> + θα πέσης απορία,<br /> + σε άλλη σκέψι να περνάς.<br /> + Και διώξε από τα μάτια σου τον ύπνο το γλυκό.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αναπηδών όρθιος)<br /> + Πωπώ!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Ποιο έπαθες κακό;<br /> + Τι υποφέρεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Χάνομαι ο δύστυχος! [όσ' ήσανε]<br /> + Κορίνθιοι (85) μέσ' στο σκαμνί, απάνου μου γλιστρήσανε<br /> + και με δαγκώνουν [στα γερά]·<br /> + μου κατασχίζουν τα πλευρά, —<br /> + ταρχίδια μου τραβάνε,<br /> + και την ψυχή ρουφάνε, —<br /> + μου σκάφτουνε τον κώλο<br /> + και μ' αφανίζουν [όλο]!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Άφησε τα κλαψίματα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και πώς, πού παν' τα χρήματα,<br /> + κ' η όψι (86), κ' η ψυχούλα μου,<br /> + και η παντούφλες, [κι' ούλα μου]!<br /> + Και 'ς όλα τούτα τα κακά, αν ίσως και θ' αρχίσω εδώ,<br /> + σαν τους φρουρούς να τραγουδώ,<br /> + [μην τύχη κι' αποκοιμηθώ](87), —<br /> + εμ δεν θ' αργήσω να χαθώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ</p> + +<p>(εξερχόμενος και βλέπων τον Στρεψιάδην όρθιον και δυσανασχετούντα).</p> + +<p> Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ναι, μα τον Ποσειδώνα.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και τι εσκέφθηκες λοιπόν; [για λέγε].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + [Τούτα μόνα:<br /> + αν οι κορέοι κάτι τι θα μου αφήσουν.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Χάσου!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να, τώρα μόλις χάθηκα.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μη δειλιάς· σκεπάσου·<br /> + για ναύρης τρόπο αρνητικό (88)<br /> + και πονηρό [τους δανειστάς να μην πληρώσης].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι κακό!<br /> + Ποιος τάχα με σοφίσματα θα με σκεπάση α ρ ν η τ ι κ ά<br /> + από [προβιές και] αρνιακά!</p> + +<p>(Πίπτει πάλιν επί του θρονίου και φαίνεται βυθιζόμενος εις σκέψεις).</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (μετά στιγμήν:)<br /> + Και τώρα για να ιδώ,<br /> + τι κάνει αυτός εδώ.</p> + +<p>(Παρατηρεί τον Στρεψιάδην άνωθεν και τον ωθεί εις τους ώμους),</p> + +<p> Ε συ! αποκοιμήθηκες;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Όχι, μα τον Απόλλωνα.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τίποτε δεν θυμήθηκες;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ω, μα τον Δία, τίποτε.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τίποτε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Έχω φέρη, —<br /> + αυτό και μόνο: την ψωλή μέσ' στο δεξί μου χέρι.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πώς; γρήγορα δεν θα σκεφθής κουκουλωμένος κάτι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και σαν τι πράμα [να σκεφθώ]; για λέγε μου, [Σωκράτη].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Συ πρώτα πρέπει να μας πης: τι αγαπάς [ως τόσο]<br /> + ν' ανακαλύψης;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κανενός τους τόκους να πληρώσω<br /> + δεν θέλω, και το άκουσες χίλιες φορές.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Σκεπάσου,<br /> + σχίσε τη σκέψι σου λεπτή, κι όλα τα πράματά σου<br /> + εξέτασε σιγά-σιγά, αφού τα διαιρέσης<br /> + ορθώς και [ημπορέσης<br /> + να τα] παρατηρήσης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αχ! αλλοίμονό μου, ο δυστυχής!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Έλα και μην ανησυχής·<br /> + κι' αν 'ς απορία θα βρεθή η σκέψι σου [μεγάλη],<br /> + άφ' την, και ξανακίνησε την ίδια σκέψι πάλι,<br /> + και κλείσ' τη σε λιγάκι</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αιφνιδίως:)<br /> + Ω φίλε Σωκρατάκη!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τι, γέρο;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μια α ρ ν η τ ι κ ή για τόκους μούρθε γνώμη.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Φανέρωσέ τη μου λοιπόν.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Για πες μου τούτο ακόμη:<br /> + Αν πληρώσω [λόγου χάρι]<br /> + μια μαγίστρα Θεσσαλή, (89)<br /> + και τη νύχτα το φεγγάρι<br /> + κατεβάσω και το κλείσω σε μια θήκη στρογγυλή,<br /> + και το έχω σαν καθρέφτη ....</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + [Ε, καλά]· με τούτο τάχα τι ωφέλεια σου πέφτει;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι; μα όταν δεν θα βγαίνη το φεγγάρι κάθε τόσο,<br /> + εγώ τόκους δεν θα δώσω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και γιατί;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γιατί τους τόκους δίνουν και τα δανεικά<br /> + κάθε μήνα [τακτικά](90).</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Εύγε! θα σου ειπώ κ' έν' άλλο<br /> + πειο σοφό και πειο μεγάλο:<br /> + Αν σου γίνη καμμιά δίκη πεντατάλαντος [επίσης]<br /> + πώς θα κάνης να τη σβύσης;<br /> + Λέγε μου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (σκεπτόμενος)<br /> + Πώς;... πώς;., δεν ξέρω... να σκεφθώ...</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Το λογισμό σου<br /> + μη τον φέρνης εσύ πάντα γύρω από τον εαυτό σου·<br /> + άφ' τη σκέψι απ' τον αγέρα νάρθη ψηλοκρεμαστή, —<br /> + σαν το μπούρμπουλα δεμένη απ' το πόδι με κλωστή.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(σκεπτόμενος προς στιγμήν λέγει αιφνιδίως:)</p> + +<p> Βρήκα μια καταστροφή<br /> + για τη δίκη, πιο σοφή,<br /> + οπού και συ επίσης<br /> + μ' εμέ θα συμφωνήσης.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και ποια λοιπόν απ' όλες;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Εις τους φραρμακοπώλες<br /> + είδες την πέτρα την καλή,<br /> + τη διάφανη, που την φωτιάν ανάφτουν;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Λες για το γυαλί;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βέβαια.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και με τούτο τι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αν έπαιρνα λοιπόν αυτή,<br /> + κ' εκείνη την ημέρα<br /> + που θα 'γραφε ο γραμματικός, την πέτρα παρά πέρα<br /> + στον ήλιο ν' αντικρύσω,<br /> + και [στη στιγμή] τα γράμματα της δίκης μου να σβύσω (91);</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ω, μα της Χάριτες! (92) σοφόν!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(τρίβων τας χείρας με ευχαρίστησιν)</p> + +<p> Πω, πω, πω, πω! τι γλύκες!<br /> + που [μ' ένα πουφ!] θα σβύνωνται πέντε ταλάντων δίκες!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (αιφνιδίως)<br /> + Άρπαχ' το γρήγορα κι' αυτό!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι; ποιο;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Πώς σε μια δίκη.<br /> + όπου δε είναι μάρτυρες μπροστά, την καταδίκη<br /> + θα εμποδίσης;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Εύκολα κι' αυτό μπορεί να γίνη</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Για λέγε το.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + θα σου το ειπώ. Μια δίκη μόλις μείνη<br /> + προτού εγώ να δικασθώ,<br /> + θα τρέξω και θα κρεμασθώ.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (με έκφρασιν απογοητεύσεως)<br /> + Τίποτε!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ναι, μα τους θεούς! όταν εγώ πεθάνω<br /> + δίκη με ποιόν θα κάνω;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ως ανωτέρω)<br /> + Η κάθε λέξι σου κουτή·<br /> + α να χαθής!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Αλλά γιατί,<br /> + Σωκράτη μου; σου λέω ναι!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Μα συ ξεχάνεις το ταχύ<br /> + ό,τι κι' αν μάθης· λέγε μου, τι σούχα μάθη στην αρχή;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τώρα θα ιδώ . . . για στάσου . . .</p> + +<p>(Σκεπτόμενος και ξύων την κεφαλήν του)</p> + +<p> ποιο πρώτο τάχα ήτανε [απ' τα μαθήματά σου]; . . . ·</p> + +<p>(Αιφνιδίως)</p> + +<p> Εκείνο που ζυμώνουνε ταλεύρι πώς το λένε;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Δεν πας λοιπόν να χάνεσαι, γεροξεμωραμένε<br /> + και ξεχασιάρη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Συφορά! Τι μού ' μελλε να πάθω!<br /> + Εχάθηκα, το στρίψιμο της γλώσσας αν δεν μάθω!</p> + +<p>(Προς τας Νεφέλας:)</p> + +<p> — Μα σεις, Νεφέλες, μια καλή<br /> + πέστε μου τώρα συμβουλή.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Γέρο! σου συμβουλεύουμε, αν έχης γυιο κανένα<br /> + αναθρεμμένο, στείλε τον να μάθη αυτός για σένα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Έχω ένα γυιο, καρδιά χρυσή,<br /> + μα δεν μαθαίνει τίποτε. Αχ! τι να κάνω!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Πώς εσύ<br /> + το επιτρέπεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γιατί αυτός,<br /> + είναι τρανός και δυνατός,<br /> + κι' από της Κοισύρες (93) μία μου τον εχει γεννημένο<br /> + της ελαφροπεταλούδες. Ε, λοιπόν εγώ πηγαίνω<br /> + εις αυτόν, κι' αν δεν θελήση —<br /> + ε, μα δεν θα μ' εμποδίση<br /> + τίποτε, από το σπίτι να μη τον πετάξω [τώρα].</p> + +<p>(Προς τον Σωκράτην:)</p> + +<p> Έμβα και περίμενέ με μέσ' στο σπίτι λίγην ώρα.</p> + +<p>(Απέρχεται ταχέως και εισέρχεται εις τον έναντι οίκον του).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Καταλαβαίνεις τάχα,<br /> + ότι εμείς μονάχα<br /> + απ' όλους τους θεούς, πολλά<br /> + θα σου δωρήσουμε καλά;<br /> + Σαν τάχη αυτός χαμένα<br /> + και κρέμεται από σένα,<br /> + και τη δική σου προσταγή<br /> + να εκτελέση δεν θ' αργή, —<br /> + γλείφ' του το γρηγορώτερο<br /> + ό,τι μπορείς περσσότερο.<br /> + Να γίνη δεν πολυαργεί<br /> + σε τέτοιες σκέψης αλλαγή.</p> + +<p>(Ο Χορός των Νεφελών αποσύρεται . — Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ εισέρχεται εις τον +οικίσκον του. — Εκ του έναντι οίκου εξέρχεται ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μετά του +ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΟΥ).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εν οργή:)<br /> + Μα την καταχνιά! να μείνης πειά δω πέρα, δεν θα γίνη:<br /> + πήγαινε στο Μεγακλή, (94) [σου· — του 'χουν] η κολόνες [μείνη]<br /> + άντε φά 'τες [εκεί πέρα].</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Τι έπαθες, καλέ πατέρα;<br /> + Μα τον Δία του Ολύμπου, δεν είσαι καλά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(με ειρωνείαν και αγανάκτησιν:)</p> + +<p> Να, να!<br /> + καλέ τι κουτός! τον Δία του Ολύμπου κοπανά!<br /> + Να! σε τέτοια ηλικία<br /> + πούνε τώρα, να πιστεύη στον Ολύμπιο τον Δία!</p> + +<p>(καγχάζει).</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Τι γελάς γι' αυτό;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Που βλέπω πως παιδί εισ' απ' τώνα μέρος,<br /> + μα στης σκέψεις είσαι γέρος.<br /> + Έλα δω λοιπόν [μαζύ μου] για να ξέρης πειο πολλά,<br /> + και για να σου ειπώ και πράμα, που αν το μάθης συ καλά,<br /> + σωστός άνδρας θα γενής·<br /> + μα δεν πρέπει να το μάθη από σέν' αυτό κανείς.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ε, καλά λοιπόν, τι είνε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Συ ωρκίσθης «μα τον Δία».</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Βέβαια.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Λοιπόν το βλέπεις τι καλό πούν' η παιδεία;<br /> + Δεν υπάρχει, Φειδιππίδη, Ζευς.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + [Καλά, και] τι υπάρχει;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σ τ ρ ό β ι λ α ς (95), οπού τον Δία πέταξε και τούτος άρχει.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μπα! παραλαλείς;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να ξέρης πως είν' έτσι [κι' όχι αλλοιώς].</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ποιος τα λέει αυτά [για πες μου];</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ο Σωκράτης ο Μ η λ ι ό ς (96)<br /> + και ο Χαιρεφών, που ξέρει να μετράη του ψύλλου αχνάρι (97)</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Και η ζούρλια η δική σου τέτοιον δρόμον έχει πάρη,<br /> + που 'ς εκείνους να πιστέψης τους υποχονδριακούς;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να μιλάς καλά, και λόγους να μη λες ποτέ κακούς<br /> + για τους άνδρες τούτους, πούχουν νου και γνώσι και σοφία.<br /> + Γιατί από οικονομία<br /> + δεν κουράσθηκαν ποτέ τους, ή με μύρα ν' αλειφθούνε,<br /> + ούτε πήγανε ως τώρα στο λουτρό για να πλυθούνε.<br /> + Ενώ συ μου καταλούζεις [διαρκώς] τα χρήματά μου,<br /> + σαν να ήμουν πεθαμένος. Έλα γρήγορα [κοντά μου]<br /> + να τα μάθης συ για μένα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Τι καλό [και κολοκύθια]<br /> + θα μπορέση για να μάθη απ' αυτούς κανείς;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ειρωνικώς:)<br /> + Αλήθεια;<br /> + Μα την κάθε μια σοφία πούχει ο άνθρωπος [θα λάβης],<br /> + που [ευθύς] θα καταλάβης<br /> + τι χονδρός ο εαυτός σου κι' αμαθής που είνε [τώρα].<br /> + Στάσου και περίμενε με εδώ πέρα λίγην ώρα.</p> + +<p>(Εισέρχεται μετά σπουδής εις τον οίκον του).</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (μόνος:)<br /> + Δυστυχία! τι να κάνω; ο πατέρας μου ετρελλάθη!<br /> + και μ' αυτό που έχει πάθη<br /> + [σκέπτομαι] διπλό σκοπό:<br /> + ή να πάω στους νεκροθάφτες και την τρέλλα του να ειπώ,<br /> + ή σε δίκη να τον φέρω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(εξέρχεται κρατών υπό την μίαν μασχάλην πετεινόν και υπό την ετέραν +όρνιθα:)</p> + +<p> Για να ιδούμε, [το γνωρίζεις];</p> + +<p>(Δεικνύων τον πετεινόν:)</p> + +<p> Λέγε μου, σαν τι νομίζεις<br /> + πως είναι τούτο που κρατώ;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Πουλερικό (98).</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (δεικνύων την όρνιθα:)<br /> + Καλά· κι' αυτό;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Π ο υ λ ε ρ ι κ ό.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + [Μπα! Ετσι αι;] Ώστε τα δυο αντάμα<br /> + είναι το ίδιο πράμα;<br /> + Είσαι γελοίος! τα παληά που ξέρεις πάν' εκείνα (99)·<br /> + αυτό το λένε πετεινό και τούτο π ε τ ε ι ν ί ν α.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (καγχάζων:)<br /> + Πώς; π ε τ ι ν ί ν α; και αυτά τα γνωστικά μαθαίνεις<br /> + εδώ 'ς αυτούς τους γηγενείς τους [ασεβείς] (100) που μπαίνεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' άλλα πολλά· μα ό,τι εγώ κι' αν μάθω μια φορά καλά,<br /> + την άλλη ώρα τα ξεχνώ, από τα χρόνια τα πολλά.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μπα, και για τούτο έχασες λοιπόν το φόρεμά σου;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Το κ α τ α φ ι λ ο σ ό φ η σ α (101), δεν το 'χασα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + [Για στάσου]·<br /> + κι' η παντούφλες σου, κουτέ, πού τάχα παίρνουνε ψωμί;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Α, σαν τον Περικλή [κ' εγώ θα σου το ειπώ εις τη στιγμή]:</p> + +<p>(με κωμικόν στόμφον)</p> + +<p> «Της έχασα όπου έπρεπε (102)!» — Και σφάλμ' αν είν' ακόμη<br /> + τράβα να πάμε, κι' άκουσε την πατρική τη γνώμη.<br /> + Κ' εγώ θυμούμαι μια φορά, που ήσουν έξη χρόνων<br /> + παιδί, και όμως σ' άκουσα — τραύλιζες τότε μόνον —<br /> + και με τον πρώτον οβολό που πήρα του ηλιαστή (103),<br /> + έν' αμαξάκι (104) αγόρασα στων Διασίων (105) τη γιορτή.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Για όλ' αυτά, [πατέρα],<br /> + θα λυπηθής μια μέρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ενθουσιωδώς:)<br /> + Εύγε σου! που επείσθηκες [το πως δεν είνε τρέλλα<br /> + αυτά που άκουσες να ειπώ].</p> + +<p>(Εισέρχεται εις την αυλήν του Σωκράτους, σύρων εκ της χειρός τον<br /> +Φειδιππίδην, και σπεύδει εις την θύραν του οικίσκου:)</p> + +<p> — Σωκράτη! έλα! έλα!,<br /> + του άλλαξα τη γνώμη<br /> + του γυιου μου, και στον κουβαλώ και άθελά του ακόμη.</p> + +<p>(Εξέρχεται ο Σωκράτης)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ακόμ' είν' άμυαλο παιδί, και δεν είνε τριμμένο<br /> + εις της κρεμάστρες μας εδώ.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ</p> + +<p>(δεικνύων τον κρεμάμενον κόφινον:)</p> + +<p> Αν σ' είχαν κρεμασμένο,<br /> + θάσουν τριμμένος πειο καλά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Δεν χάνεσαι [κρεμανταλά],<br /> + που έβρισες το δάσκαλο;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ</p> + +<p>(μιμούμενος εις την έκφρασιν τον Φειδιππίδην:)</p> + +<p> «Αν σ' είχαν κρεμασμένο!»<br /> + Τι άσχημα ειπωμένο,<br /> + και με τα χείλια χάσκοντας!... Μια δίκη [εναντία]<br /> + πως θα γνωρίζη να γλιστρά, ή και μια μαρτυρία<br /> + και στον αντίδικο γερά να βγάλη επιχειρήματα (106);<br /> + το έμαθ' ο Υπέρβολος (107) μ' ενός ταλάντου [χρήματα].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ησύχασε και μάθε τον· έχει εξυπνάδα φυσική.<br /> + Ήτανε τόσο δα παιδί, και μέσ' στο σπίτι μας εκεί,<br /> + και καραβάκια σκάρωνε, κ' έφτιανε και σπιτάκια,<br /> + και πέτσιν' αμαξάκια,<br /> + και βατραχάκια [τόσα να]<br /> + από ροϊδόφλουδ' αδειανά, —<br /> + άμ' τι θαρρείς; Όταν λοιπόν τους λόγους σου, — τον<br /> + [«Κρείττονα»<br /> + ποιος είνε, και τον «Ήττονα» εκείνος θα<br /> +γνωρίζη,<br /> + τα δίκαια με τάδικα θαναποδογυρίζη.<br /> + Και αν να μάθη και τους δυο τους λόγους βρίσκη κόπο,<br /> + ε, μάθε του τον Άδικο λοιπόν με κάθε τρόπο.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + [Σώπα]· κι' απ' τους δυο αντάμα<br /> + θα τα μάθη το παιδί σου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ε, πηγαίνω· μα θυμήσου<br /> + ότι [πρέπει] ν' αντιλέγη 'ς όποίο [βρίσκει] δίκηο πράμα.</p> + +<p>(Ο Στρεψιάδης αποσύρεται και εισέρχεται εις τον οίκον του. — Δύο +Μαθηταί του Σωκράτους εξάγουν εκ του οικίσκου τον ΔΙΚΑΙΟΝ ΛΟΓΟΝ και +τον ΑΔΙΚΟΝ ΛΟΓΟΝ, έκαστον εντός κλωβού, και τοποθετούντες αυτούς +έναντι αλλήλων, αποσύρονται. — Ο Άδικος είνε ακμαίος ανήρ, ο δε +Δίκαιος γέρων).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ. — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ. — ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ. — ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΧΟΡΟΣ — ΝΕΦΕΛΩΝ</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ</p> + +<p>(προς τον Άδικον Λόγον προκλητικώς:)</p> + +<p> Έλα και στους θεατάς μας να φανής ποιος είσαι, συ<br /> + με το ύφος το θρασύ.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τράβα κι' όπου θέλεις πάμε· 'ς όσο πειο πολλούς μιλήσω,<br /> + πειο πολύ θα σε νικήσω.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Συ εμέ; ποιος είσαι τάχα;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Λόγος.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα ο «Ήττων» [λόγος, ο κατώτερος μονάχα).</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα κι' αν λες πως είσαι ο «Κρείττων» [κι' ο ανώτερος], η<br /> + [νίκη<br /> + εις εμένα μόνο ανήκει.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τι σοφό θα κάνης;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Νέας θαύρω σκέψεις.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (δεικνύων το κοινόν)<br /> + Εις αυτούς<br /> + τους κουτούς περνούνε τέτοια.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τους σοφούς, κι' όχι κουτούς.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Θα σε καταστρέψω.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Πες μας, πώς;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τα δίκηα θα μιλήσω.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα κ' εγώ μ' αντιλογίες θα ταναποδογυρίσω.<br /> + Σου το λέω: δεν υπάρχει πουθενά δικαιοσύνη.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Δεν υπάρχει, λες;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Για πες μας, που υπάρχει τάχα εκείνη;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Στους θεούς.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Και αν υπήρχε τέτοιο πράμα [εκεί πέρα],<br /> + πώς ο Ζευς, που τον πατέρα<br /> + είχε δέση, δεν εχάθη;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Πω, πω, πω! ως εδώ φθάνει<br /> + το κακό;! φέρτε λεκάνη!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Σαχλέ, γεροφαντασμένε!</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Πούστη συ και ντροπιασμένε, —</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Ρόδα είν' τα λόγια εκείνα!</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Με βρωμόλογα στο στόμα (108) —</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μ' εστεφάνωσες με κρίνα.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Πατροκτόνος είσαι ακόμα!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μωρέ δεν καταλαβαίνεις<br /> + με χρυσάφι πως με ραίνεις;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Το χρυσάφι αυτό μολύβι ήταν στον παληό καιρό.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τώρα όμως με στολίζει.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Έχεις θράσος φοβερό!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Και συ είσαι μουχλιασμένος.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Και συ είσαι η αιτία,<br /> + που δεν θέλουν πειά οι νέοι να πηγαίνουν στα σχολεία.<br /> + Μα κι' οι Αθηναίοι αυτοί<br /> + θα το νοιώσουν τι μαθαίνουν από σένα, οι κουτοί!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Εξεράθης πεινασμένος!</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Και συ είσ' ευτυχισμένος.<br /> + Μολονότ' [συνεχώς]</p> + +<p> + ήσουν στην αρχή φτωχός,<br /> + λέγοντας πως είσαι όμοιος του Τηλέφου (109) απ' τη Μυσία,<br /> + κ' έτρωγες απ' το ταγάρι, Πανδελέτου (110) πονηρία.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (θριαμβευτικώς:)</p> + +<p> Πώπω! για την εξυπνάδα και τη γνώσι μου λες τώρα!</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (ειρωνικώς:)<br /> + Πώπω! για την τρέλλα λέω, πούχεις συ και τούτ' η χώρα<br /> + που την αφεντιά σου τρέφει,<br /> + τα παιδιά να καταστρέφη.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (εννοών τον Φειδιππίδην).<br /> + Δεν θα τον διδάξης τούτον εσύ, γεροκουτομόγια.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Πρέπει να σωθή, και όχι να μαθαίνη μόνο λόγια.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ</p> + +<p>(προς τον Φειδιππίδην δεικνύων τον Δίκαιον Λόγον)</p> + +<p> Έλα δω, [και μη σε μέλη]·<br /> + κι' ας ζουρλαίνεται όσο θέλει.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα να κλάψης [θα σε κάνω],<br /> + αν του βάλης χέρι απάνω.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> + Να παύσετε τον πόλεμο, [τα πάθη],<br /> + και τα βρισοκοπήματα.</p> + +<p>(προς τον Δίκαιον Λόγον:)<br /> + — Συ δείξε, στους παληούς τι έχεις μάθη —</p> + +<p>(προς τον Άδικον Λόγον: )</p> + +<p> — Δείξε και συ τα νέα τα μαθήματα,<br /> + κι' αυτός από τα λόγια σας θα κρίνη<br /> + ποιου απ' τους δυο σας μαθητής θα γίνη.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Ω, ναι! κ' εγώ αυτό θέλω να κάνω.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Κ' εγώ το θέλω με το παραπάνω.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Έλα, ποιος θ' αρχίση<br /> + πρώτος να μιλήση;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Ας αρχίση αυτός· και όσα<br /> + η δική του θα ειπή [γλώσσα],<br /> + θα τα καταπολεμήσω με λογάκια όλο νέα<br /> + και σοφίσματα [σπουδαία].<br /> + Και στο τέλος, αν [μπροστά μου]<br /> + ένα γκιχ θα κάνη μόνο, από τα σοφίσματά μου<br /> + θα γενή [ευθύς] κομμάτια,<br /> + σαν να τον κεντρώσαν σφήκες και στα μούτρα και στα μάτια.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Σεις, πούχετε το θάρρος στη ρητορική,<br /> + δειχθήτε και ο ένας και ο άλλος<br /> + με λόγια επιτήδεια και λογική (111),<br /> + να ιδούμε ποιος θα βγη ο πειο μεγάλος.<br /> + Γιατί στην ώρα αυτή<br /> + κίνδυνος φαίνεται τρανός<br /> + για τη σοφία καθενός,<br /> + που με αγώνα τρομερόν ο κάθε φίλος μου ζητεί.</p> + +<p>(Προς τον Δίκαιον Λόγον:)</p> + +<p> Και τώρα συ, που τους παληούς ανθρώπους<br /> + τους εστεφάνωσες με τίμιους τρόπους,<br /> + βάλε λοιπήν, όση αγαπάς, φωνή,<br /> + ο λόγος σου ποιος είνε να φανή.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Για την παληά θα σας ειπώ εκείνη<br /> + παιδεία, σαν η νειότη μου ανθούσε,<br /> + όταν μιλούσα με δικαιοσύνη<br /> + κι ο κόσμος φρονιμάδα την περνούσε.<br /> + Απ' τα παιδιά 'ς εκείνον τον καιρό<br /> + ούτ' ένα γκιχ δεν άκουγες [ξερό].<br /> + Μισόγυμνοι, μα και σεμνοί εβγαίνανε<br /> + μαζύ—μαζύ στους δρόμους οι γειτόνοι,<br /> + και στης κιθάρας το σχολειό πηγαίνανε,<br /> + κι' αν έπεφτε σαν πίτουρο το χιόνι.<br /> + Κ' εκεί μαθαίνανε να τραγουδούνε,<br /> + ή «την Παλλάδα [Αθηνά] την τρομερή» (112)<br /> + ή «τον αχό της λύρας τον βαρύ», (113)<br /> + χωρίς σφιχτά τα πόδια να κρατούνε·<br /> + και δίνανε στην αρμονία τον τόνο,<br /> + που παίρνανε απ' τους γονηούς τους μόνο<br /> + Κι' αν έλεγαν καμμιά φορά<br /> + λόγια σαχλά και βρωμερά,<br /> + ή τη φωνή τους λύγιζαν ποτέ,<br /> + — όπως του Φρύνι (114) τώρα οι μαθηταί<br /> + με τη δυσκολολύγιστη στροφή<br /> + και τα στρεβλά και πούστικα τσακίσματά (115) τους, -<br /> + γι' αυτή της Μούσας την καταστροφή<br /> + πολλές ραβδιές ετρώγαν στα πλευρά τους!<br /> + Και, καθισμένοι στη γυμναστική τους,<br /> + οι νέοι, επροβάλλαν το μερί τους,<br /> + κανείς από τους έξω να μη βλέπη<br /> + εις το κορμί τους πράμα που δεν πρέπει.<br /> + Κι' όταν εσηκώνοντο, εσιάζανε<br /> + την άμμον, [όπου ήσαν καθισμένοι,<br /> + στους εραστάς που απ' έξω [τους κυττάζανε],<br /> + της νειότης τους σημάδι να μη μένη.<br /> + Ο νέος άλειφε το σώμα [στα μισά]<br /> + κι' από τον αφαλό ποτέ πειο κάτου,<br /> + κι' ανθούσε εις τα μέλη τα κρυφά του,<br /> + όπως στα μήλα, χνούδι και δροσιά.<br /> + Και ούτε την κατέβαζε στα μαλακά<br /> + σαν περπατούσε, ο νέος, τη φωνή του,<br /> + να προξενεύη με τα μάτια [τα γλυκά]<br /> + τον εαυτό του εις τον εραστή του.<br /> + Ούτ' ήτανε δικαίωμα [του κάθε νηού],<br /> + στην ώρα του φαγιού, ν' απλώνη χέρι<br /> + σε άνηθο ή σε κεφάλι ραπανιού<br /> + ή σέλινο, εκεί που ήσαν οι γέροι,<br /> + κι' ούτε φαγιά και τσίχλα κατεβάζανε,<br /> + ούτε το πόδι απάνω στ' άλλο εβάζανε.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Αυτά τα κάνανε θαρρώ<br /> + στων Διπολίων (116) τον καιρό,<br /> + και μυρίζουνε Κηκείδην (117) και Βουφόνια (118) [περισσά]<br /> + και τζιτζίκια [που φορούσαν στα κεφάλια τους, χρυσά].</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ</p> + +<p> Κι' όμως τούτη μόνον ήταν η παιδεία μου [κ' η σκέψι],<br /> + που τους Μαραθωνομάχους [τους μεγάλους] είχε θρέψη.<br /> + Συ τον έχεις μαθημένον<br /> + τον σημερινόν τον νέον<br /> + μεσ' στα ρούχα τυλιγμένον, —<br /> + οπού πνίξιμο με πιάνει, μέσα στων Παναθηναίων<br /> + σαν χορεύη [τη γιορτή]<br /> + [το χορό] στην Αθηνά (119),<br /> + την ασπίδα του κρατεί,</p> + +<p>(ειρωνικώς:)</p> + +<p> και χαλάει το χορό του, κρύβοντας τα μπροστινά.</p> + +<p>(Προς τον Φειδιππίδην:)</p> + +<p> Για όλ' αυτά, παιδάκι μου, [που έχεις ακουσμένα],<br /> + τον Λόγον τον καλήτερον διάλεξε συ, — εμένα.<br /> + Και θα μισής την αγορά,<br /> + θαπέχης κι' από τα λουτρά,<br /> + στο κάθε πράμα πούν' αισχρό συ θα αισθάνεσαι ντροπή<br /> + κι' όλος θανάφτης, αν κανείς λόγο πειραχτικό σου ειπή,<br /> + και θα μισοσηκώνεσαι από το κάθισμά σου,<br /> + όταν οι γεροντότεροι περνούν από μπροστά σου.<br /> + Μη κάνης στο γονηό κακό, μη κάνης πράματ' απρεπή,<br /> + γιατί προσβάλλεις τη Ντροπή·,<br /> + Και ούτε στης χορεύτριες αρμόζει να πηγαίνης,<br /> + γιατί εκεί που χάσκοντας θα μένης,<br /> + με μήλο ένα πορνίδιο μπορεί να σε χτυπήση,<br /> + και την υπόληψί σου να τη σβύση.<br /> + Μήτε και στον πατέρα σου ναντιλογής ποτέ,<br /> + ή να του πης καμμιά φορά «[γέρω]»-Ιαπετέ (120)»,<br /> + ούτε και για τα χρόνια του να τον χλευάσ' η γλώσσα σου,<br /> + αυτόν, που ήταν η κλώσσα σου.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Αν όσα λόγια είπ' αυτός, παιδί μου, ακολουθήσης,<br /> + τότε, μα τον Διόνυσο, και συ θα καταντήσης<br /> + σαν τα παιδιά [που γέννησε] ο Ιπποκράτης (121) [ο γιατρός] —<br /> + και θα σου λέν' πως βλίτα (122) τρως.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ</p> + +<p>(εξακολουθών ν' αποτείνεται, προς τον Φειδιππίδην:)</p> + +<p> Με δυνατό και ανθηρό το σώμα<br /> + στα γυμναστήρια θα είσαι [ακόμα]·<br /> + ούτε από το στόμα σου θα βγαίνη<br /> + ανοησία — σαν κι' αυτούς — στην αγορά,<br /> + ούτε θα παρασύρεσαι [κάθε φορά]<br /> + σε δίκη μικραντιλογοχαμένη (123) .<br /> + Μα στην Ακαδημία συχνά θα κατεβαίνης<br /> + και στης εληάς τον ίσκιον [εκεί] της ιερής (124),<br /> + με συνομήλικόν σου σεμνόν που θα πηγαίνης<br /> + από καλάμι άσπρο στεφάνι θα φορής·<br /> + πυκνοφυλλούσσας λεύκας (125) και σμιλαγγιού μαζύ σου<br /> + και «αμεριμνησίας» (126) θάχης μοσχοβολιά,<br /> + κ' η άνοιξις σαν έλθη θα χαίρετ' η ψυχή σου,<br /> + που ο πλάτανος συρίζει κοντά εις τη φτελιά.<br /> + Αν ίσως κάνης συ αυτά<br /> + οπού εγώ σου λέω,<br /> + θάχης τα στήθηα δυνατά,<br /> + το χρώμα σου ωραίο,<br /> + θάχης τον ώμο σου μακρύ,<br /> + θάχης τη γλωσσά σου μικρή,<br /> + θάχης πλατειά τα πισινά<br /> + θάχης κοντά τα μπροστινά.<br /> + Κι' αν από τους σημερινούς<br /> + παράδειγμα θα πάρης,<br /> + θάχης τους ώμους αχαμνούς,<br /> + θα γίνης κιτρινιάρης,<br /> + θάχης τα στήθηα σου λεπτά,<br /> + μεγάλα τα μεριά σου [αυτά],<br /> + θάχης στενά<br /> + τα πισινά,<br /> + και ψηφίσματα και γλώσσα<br /> + θάχης τόσα κι' άλλα τόσα.<br /> + Το κάθ' αισχρό, καλό πως είναι θα σε πείση,<br /> + και το καλό, πως είν' αισχρό θάχης νομίση,<br /> + και εις το τέλος θα γεμίσης κι' από κείνη<br /> + του Αντιμάχου (127) του αισχρού την πουστοσύνη.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Συ, που καλλιεργείς τη δοξασμένη<br /> + σοφία και την καλοπυργωμένη,<br /> + ω τι σεμνό λουλούδι και γλυκύ<br /> + υπάρχει μέσ' στα λόγια σου [εκεί]!<br /> + Μα βέβαια κ' ευτυχισμένοι ήσανε<br /> + όσοι στην εποχή σου τότε ζήσανε!</p> + +<p>(Προς τον Άδικον Λόγον:)</p> + +<p> Συ, με τη Μούσα την κομψή, κάτι καινούργιο τώρα<br /> + πρέπει να ειπής, γιατί αυτός σ' ενίκησε [ως την ώρα]·<br /> + αν θέλης από πάνω του να ρθης [εις την εντέλεια],<br /> + σου πρέπει σκέψι δυνατή, χωρίς να φέρης γέλια.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (προς τον Φειδιππίδην:)<br /> + Τα σπλάχνα μου επνίγονταν [για τούτη την αιτία],<br /> + και να γκρεμίσω ήθελα με λόγια εναντία<br /> + τα όσα είπε· γιατί εδώ, σε τούτους τους δασκάλους<br /> + ο «Ήττων» ωνομάσθηκα, που πρώτος απ' τους άλλους<br /> + βρήκα τη μέθοδο εγώ<br /> + στους νόμους για ναντιλογώ<br /> + και εις τα δικαστήρια· όταν λοιπόν η νίκη<br /> + στο λόγο, τον περσότερο αδύνατον, ανήκη,<br /> + δέκα χιλιάδες τ ά λ η ρ α (128) και πειο πολύ βαρύνει.<br /> + Κύττα πώς τη σοφία του θα κουρελιάσω εκείνη,<br /> + που τόσο την πιστεύει.<br /> + Νάτος! αυτός γυρεύει<br /> + και να λουσθής με το θερμό νερό να μη μπορής.</p> + +<p>(Προς τον Δίκαιον Λόγον:)</p> + +<p> Για πες μας, το θερμό λουτρό γιατί κατηγορείς;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Είνε κακό· φτιάνει δειλόν τον άνδρα</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Στάσου, στάσου!<br /> + δεν μου ξεφεύγεις· πιάστηκες [στα λόγια τα δικά σου].<br /> + Για πες μου: από του Διός, σαν πειό απ' όλα τα παιδιά<br /> + κόπους δοκίμασε πολλούς και έχει την πειο τρανή καρδιά;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τον Ηρακλή εκείνο<br /> + για πειο μεγάλον κρίνω.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Κ' είδες Ηράκλεια λουτρά<br /> + ως τώρα πουθενά ψυχρά;<br /> + Παλληκαράς ποιος άλλος<br /> + εβγήκε πειο μεγάλος;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Αυτά κι' αυτά, που σήμερα οι νέοι σαλιαρίζουν,<br /> + αδειάζουν της παλαίστρες μας και τα λουτρά γεμίζουν.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Κατόπιν [επροχώρησες<br /> + και 'ς άλλο], και την αγοράν [ακόμα] κατηγόρησες·<br /> + μα εγώ την επαινώ αυτή·<br /> + γιατί αν ήτανε κακόν, ο Όμηρος αγορευτή<br /> + δεν θάκανε τον Νέστορα, και τους σοφούς τους άλλους.<br /> + Στη γλώσσα τώρα έρχομαι, που λόγους, λέει, μεγάλους:<br /> + δεν πρέπει να γυμνάζωνται οι νέοι — αλλά πρέπει!<br /> + και νάνε, λέει, φρόνιμοι· εδώ [καθένας βλέπει]<br /> + δύο κακά· εξέτασε και πες μου [σε παρακαλώ]:<br /> + τη φρονιμάδα είδες ποτέ να βγαίνη σε καλό;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Ω, σε πολλά· και ο Πηλεύς (129), γιατ' ήταν μυαλωμένος,<br /> + επήρε ξίφος.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Ξίφος, αι; ωχ! ο δυστυχισμένος!<br /> + αστεία, πήρε χάρι.<br /> + Κέρδισ' απ' το λυχνάρι<br /> + τάλαντα ο Υπέρβολος (130), μα με την πονηρία·<br /> + και όμως δεν εκέρδισε και ξίφος, μα τον Δία!</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα ο Πηλεύς της Θέτιδος ο άνδρας είχε γίνη,<br /> + που ήταν φρόνιμος.</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Γι αυτό του το 'σκασε κ' εκείνη.<br /> + Γιατί δεν ήταν τολμηρός, κι' ούτε γλυκύς [ακόμα<br /> + της νύχτες εις το στρώμα.<br /> + και η γυναίκα δεν ποθεί<br /> + παρά το πώς να γαμηθή, —<br /> + και σ' είσ' ένα ψωφάλογο!</p> + +<p>(Προς τον Φειδιππίδην:)</p> + +<p> Ο νους σου τώρ' ας κρίνη,<br /> + παιδάκι μου, πόσα καλά η φρονιμάδα κλείνει!<br /> + Τι ηδονές θα στερηθής! παιδιά, γυναίκες, φαγητά,<br /> + τι γέλια και τι χάχλανα και τι παιγνίδια (131) και πιοτά!<br /> + Τότε γιατί κανείς να ζη<br /> + στερούμενος αυτά μαζύ;<br /> + Ας είνε^ τώρ' ας έλθουμε 'ς ό,τι απαιτεί κ' η φύσι·<br /> + Αν ίσως και αμάρτησες, αν έχης αγαπήση,<br /> + και σε τσακώσουνε ποτέ γυναίκα να μοιχεύης,<br /> + εχάθηκες· και να σωθής με λόγια μη γυρεύης.<br /> + Μαζύ μου όμως [θα μπορής]<br /> + και να πηδάς και να χαρής<br /> + ό,τι είνε πράμα φυσικό,<br /> + και να γελάς, και τίποτα να μη νομίζης για κακό.<br /> + Κι' αν σε τσακώσουν για γαμιά,<br /> + να ειπής πως αδικία συ δεν έκαμες καμμιά,<br /> + κι' αμέσως το παράδειγμα να φέρης εις τον Δία,<br /> + πούχει κι' αυτός στον έρωτα [μεγάλη] αδυναμία<br /> + και στης γυναίκες· πώς λοιπόν θα γίνης συ, πούσαι θνητός,<br /> + απ' το θεό πειο δυνατός;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Κι' αν πίσωθε ραπανωθή (132)<br /> + και με τη στάχτη μαδηθή,<br /> + θα έχη επιχείρημα κανένα να μας μάθη<br /> + πώς δεν είν' ανοιχτόκωλος;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Και τι κακό θα πάθη<br /> + κι' αν είναι κι' ανοιχτόκωλος;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα κι' απ' αυτό μονάχα<br /> + τι είνε μεγαλείτερο;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τι θάλεγες συ τάχα<br /> + 'ς αυτό κι' αν σε νικούσα;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Εγώ; θα σιωπούσα.<br /> + Τι άλλο;</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Πες: τους ρήτορας (133) [αυτούς που έχουμ' όλους],<br /> + πού τους προμηθευόμαστε;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Απ' τους ανοιχτοκώλους!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μ' έπεισες· και τους τραγικούς [αυτούς που έχουμ' όλους]<br /> + που τους προμηθευόμαστε;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Απ' τους ανοιχτοκώλους!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Σωστά· και τους δημαγωγούς [αυτούς που έχουμ' όλους]<br /> + που τους προμηθευόμαστε;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Απ' τους ανοιχτοκώλους!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Νοιώθεις πως τίποτα δεν λες; Για κύτταξε απ' τους θεατάς<br /> + τους πειο πολλούς.</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Κυττάζω, να!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Και τι λοιπόν εσύ κυττάς;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Μα τους θεούς! οι πειο πολλοί και από τούτους όλους —<br /> + απ' τους ανοιχτοκώλους!</p> + +<p>(Δεικνύων το ακροατήριον:)</p> + +<p> Κι' αυτόν τον ξέρω εγώ καλά, καθώς κ' εκείνον [πάλι],<br /> + κι' αυτόν τον μακρομάλλη!</p> + +<p>Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Τι λες λοιπόν;</p> + +<p>Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ<br /> + Νικήθηκα!</p> + +<p>(Εκδύεται τον χιτώνα του και αποτείνεται προς το κοινόν:)</p> + +<p> Πάρτε, ω γαμημένοι εσείς, το ρούχο μου, που γδύθηκα·<br /> + κ' εγώ [θαποφασίσω]<br /> + σε σας ν' αυτομολήσω!</p> + +<p>(Κάμνει σχήμα προς το κοινόν ότι θα κατέλθη, και εισέρχεται εις το +παρασκήνιον. Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ εξέρχεται αντιθέτως με έκφρασιν θριάμβου. +— Εισέρχεται ο Στρεψιάδης).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ—ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Θέλεις το γυιο σου πάλι εσύ, ή να τον μάθω να μιλή;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τιμώρησέ μου τον πολύ,<br /> + μα μάθε τον επίσης,<br /> + και πιάσε ν' ακονήσης<br /> + τη γλώσσα του· και με τη μια μασσέλα, μια μεγάλη<br /> + να τρώη δίκη, και μικρές να τρώη με την άλλη.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Να μη σε μέλη [όσο γι' αυτό], και γρήγορα θα πάρη<br /> + την εξυπνάδα σοφιστού.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + θαρρώ πως κιτρινιάρη<br /> + στην όψι μα και δυστυχή [στο τέλος θα μ' αφήσης].</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Εμπρός λοιπόν.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (προς τον Στρεψιάδην:)<br /> + Αλλά θαρρώ πως θα μετανοήσης.</p> + +<p>(Εισέρχονται και οι τρεις εις τον οικίσκον του Σωκράτους).</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (Παράβασις)<br /> + Στους κριτάς εσάς θα ειπούμε κάθε κέρδος [ζηλευτό]<br /> + που θα ιδήτε, το χορό μας αν βραβεύσετε αυτό.<br /> + Πρώτον, όποιος τον αγρό του θέλει να καλλιεργή<br /> + με την άνοιξι, θα βρέχω πρώτα τη δική του γη,<br /> + κ' ύστερα τη γη των άλλων· κι' όταν [έλθ' η εποχή<br /> + οπού] τον καρπό θα βγάλη<br /> + το αμπέλι, θα το σώζω απ' τη ζέστη τη μεγάλη<br /> + κι' από την πολλή βροχή·<br /> + κι' αν θνητός [αποφασίση]<br /> + δίχως την τιμή [βραβείου], της θεές εμάς, ναφήση,<br /> + ας προσέξη για να μάθη<br /> + τι κακά έχει να πάθη:<br /> + Το κρασί ή τίποτ' άλλο από κτήμα δεν θα πάρη·<br /> + κ η εληές του και ταμπέλια όταν ρίξουνε βλαστάρι,<br /> + θα βρεθούν ματακομμένα<br /> + με σφενδόνες από μένα.<br /> + Κι' όταν φτιάνετε και πλίθες [από χώμα ζυμωτές],<br /> + θα της βρέχουμε κι' αυτές!<br /> + Μα κι' αυτά τα κεραμίδια θα τα σπάζουμε καλά<br /> + με χαλάζια στρογγυλά.<br /> + Μα κι' αν απ' αυτούς κανείς<br /> + πανδρευθή, μα ή και φίλος ή δικός του συγγενής,<br /> + θα του βρέχουμ' όλη νύχτα, που μπορεί να προτιμήση<br /> + και την Αίγυπτον ακόμα, παρά την κακή την κρίσι.</p> + +<p> +<br /> + Α Υ Λ Α I Α</p> + +<p> +<br /> + ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</p> + +<p> +</p> + +<p>(Σκηνογραφία η αυτή)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>Μόνος εξέρχεται εκ του οίκου του φέρων επ' ώμου σάκκον πλήρη αλεύρου +και ίσταται προ της οικίας του σκεπτικός και στενοχωρημένος).</p> + +<p> Πέντε, τέσσερες, τρεις μέρες και κατόπιν η δευτέρα·<br /> + κ' έπειτα πλακών η μέρα<br /> + που μου φέρνει σιχαμάρα απ' της άλλες πειο μεγάλη,<br /> + και με πιάνει φόβος, φρίκη, —<br /> + όπου το παληό Φεγγάρι και το νέο (134) να το πάλι!<br /> + έξοδα οι δανεισταί μου καταθέτουν για τη δίκη (135),<br /> + και καθένας τους αρχίζει<br /> + όλο να με φοβερίζη<br /> + πως θα καταστρέψη τάχα και τη δίκη μου και μένα,<br /> + μ' όλο που εγώ γυρεύω δίκηα και μετριασμένα.<br /> + — «Μα, καϋμένε, μην το πάρης ό,τι τώρα δα [σου δίνω]·<br /> + »δος μου αναβολή για τούτο, κι' άφησε μου το κ' εκείνο!»<br /> + Όχι! τίποτε [απ' αυτά]·<br /> + δεν τα θέλουν, λέει, έτσι να τα πάρουν τα λεφτά·<br /> + μα μου κόβουνε βρισίδι, κι' όλο μ' απειλούν εκείνοι<br /> + ότι θα μου κάνουν δίκη· έ, πολύ καλά· να γίνη·<br /> + δεν με μέλει και πολύ·<br /> + φθάνει μόνο ο Φειδιππίδης νάχη μάθη να μιλή.<br /> + Μα δεν πρέπει και ν' αργήσω<br /> + στο σχολείο να περάσω και την θύρα να χτυπήσω.</p> + +<p>(Εισέρχεται εις την αυλήν και κρούει την θύραν του οικίσκου του +Σωκράτους).</p> + +<p> — Παιδί!... παιδί!... μωρέ παιδί!...</p> + +<p>(Εξέρχεται ο Σωκράτης).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Τον Στρεψιάδη χαιρετώ!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κ' εγώ το ίδιο.</p> + +<p>(Προσφέρων τον σάκκον)</p> + +<p> Πρώτον μεν, να πάρης το σακκί αυτό.<br /> + Πρέπει κανείς στο δάσκαλο να κάνη κάποια χάρι.<br /> + Κι' ο γυιός μου, που τον έβαλες μαθήματα να πάρη,<br /> + τον λόγο [τον αρνητικό] το έχει καταφέρη;<br /> + για πες μου.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ναι, τον ξέρει.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ενθουσιωδώς:)<br /> + Εύγε, ω παμβασίλισσα Απάτη!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ώστε τώρα<br /> + στην κάθε δίκη θα γλιστράς.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Καλά, και αν την ώρα<br /> + που δανειζόμουν, μάρτυρες ήσαν μπροστά;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Και πάλι<br /> + θα ήταν πειο καλήτερο και χίλιοι αν ήσαν άλλοι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μετά χαράς:)<br /> + θα βγάλω ένα ξεφωνητό<br /> + το πειο τρανό και δυνατό!</p> + +<p>(Απειλητικώς:)</p> + +<p> Κλάφτε, ω τοκογλύφοι! — Σεις και τα κεφάλαιά σας,<br /> + κ' οι τόκοι από τους τόκους σας! Κακό [η αφεντιά σας]<br /> + δεν θα μπορή κανένα<br /> + να κάνη πειά 'ς εμένα!<br /> + Ωχ! τι παιδί που τρέφω εγώ στο σπίτι αυτό! [τι άνδρα!]<br /> + λάμπει με γλώσσα δίκοπη, κ' είνε για μένα μάνδρα,<br /> + είνε σωτήρας του σπιτιού, μα και στον κάθε μου εχθρό<br /> + θα ήνε σκιάχτρο τρομερό,<br /> + και καταλύτης στα κακά του [δόλιου του] πατέρα.<br /> + Για κάλεσέ τον γρήγορα για να μου ρθή δω πέρα!</p> + +<p>(εκ της θύρας:)</p> + +<p> Άκουσε τον πατέρα σου κ' έβγ' απ' το σπίτι, γυιέ μου!<br /> + παιδί μου!.. ε!..</p> + +<p>(Εξέρχεται ο ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<br /> +ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Να τος αυτός!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Φίλτατε! φίλτατέ μου!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Παρ' τον λοιπόν και πήγαινε.</p> + +<p>(Εισέρχεται εις τον οίκον του παραλαμβάνων και τον σάκκον του<br /> +αλεύρου)</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (θωπεύων τον Φειδιππίδην).<br /> + Ωχ! ωχ! παιδί μου! να χαρώ!<br /> + μ' αυτή την όψι που θωρώ!<br /> + Που μόνο να σε ιδή κανείς νοιώθει πως είσαι _αρνητικός<br /> + και αντιλογικός·_<br /> + κ' η όψι σου στολίζεται<br /> + μ' αυτό που [συνηθίζεται]<br /> + να λεν εδώ: «_μώρ' τι μας λες!_» και άδικος αν είσαι,<br /> + μα και κακούργος, θα φανής εσύ πως αδικείσαι.<br /> + Στο μάτι σου η αττική αστράφτει πονηρία·<br /> + εσύ που με κατάστρεψες, δος μου τη σωτηρία.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Και φόβο λόγου χάρι,<br /> + έχεις σε τι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Στο νέο, αχ! και στο παληό φεγγάρι.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Υπάρχει νέο και παληό φεγγάρι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς; εκείνο<br /> + που πρέπει εγώ τα έξοδα της δίκης μου να δίνω.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + θα χάσουν όσοι δώσουνε· δεν ημπορεί, [πατέρα]<br /> + η μέρες και η δυό μαζύ, και μια να είνε μέρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βέβαια δεν μπορεί, [καλέ]!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Και πώς μπορεί να γίνη<br /> + ναν' η γυναίκα και γρηά και νηά να είν' εκείνη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ο νόμος έτσι δέχεται το πράμα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ναι, και όμως<br /> + θαρρώ πως δεν κατάλαβαν καλά τι λέει ο νόμος.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι λέει, αι;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ήταν πολύ<br /> + φιλόδημος ο παλαιός ο Σόλων.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα τι ωφελεί<br /> + κι' αν ήτανε, οπού αυτό δεν έχει σχέσι τόση<br /> + με το φεγγάρι το παληό και νέο;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Είχε δώση<br /> + για κάθε κλίσι [χάρι]<br /> + δυο μέρες, απ' το νέο κι' απ' το παληό φεγγάρι,<br /> + να γίνεται η δίκη στο νέο.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και τι [θέσι<br /> + θα είχε τάχα] το παληό που είχε αυτός προσθέση;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μια μέρα οι αντίδικοι να βρίσκωνται προτήτερα,<br /> + και έτσι ο συμβιβασμός να γίνεται καλήτερα·<br /> + ειδ' άλλως να βιάζωνται<br /> + κι' από της νέας το πρωί της μέρας να δικάζωνται.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και πώς δεν δέχεται η αρχή τα έξοδα να πάρη<br /> + της δίκης [όπου θα γενή] στο νέο το φεγγάρι,<br /> + αλλά στο νέο και παληό μαζύ!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Το κάνουνε [σωστά]<br /> + όπως και οι λιχούδηδες: για να βουτήξουν πειο μπροστά<br /> + τα έξοδα [εκεί πέρα],<br /> + για τούτο και προτήτερα τα χάφτουνε μια μέρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(απευθυνόμενος προς τους θεατάς:)</p> + +<p> Εύγε! ω παληανθρώποι σεις! τι κάθεσθε, χαμένοι!<br /> + που πάντοτε σας γδέρνουμεν εμείς οι διαβασμένοι,<br /> + και είσθε τούβλα, νούμερα ξερά, [κοπάδι] αρνιά,<br /> + και σωριασμένοι σαν σταμνιά;<br /> + Μα τώρα πρέπει να ψαλή και το εγκώμιό μου<br /> + γι' αυτήν την ευτυχία μου 'ς εμένα και στο γυιο μου!</p> + +<p>(Στομφωδώς:)</p> + +<p> Ω Στρεψιάδη μου μακαρισμένε!<br /> + οπού σοφός και συ εβγήκες [πρώτης],<br /> + μα και ποιο έθρεψες παιδί θα λένε,<br /> + ο κάθε φίλος μου και συνδημότης,<br /> + από τη ζήλεια τους, που [θα γνωρίζης]<br /> + με λόγια δίκες να μου κερδίζης!<br /> + Θέλω στο σπίτι [να επιστρέψω]<br /> + μαζύ μ' εσένα, να σε φιλέψω.</p> + +<p>(Αποσύρεται μετά του Φειδιππίδου εις τον οίκον του. — Εισέρχεται ο +Πασίας και ο Μάρτυς).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +<br /> +ΠΑΣΙΑΣ. — Ο Μάρτυς και μετ' ολίγον ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ (προς τον Μάρτυρα:)<br /> + Πρέπει στον άλλο να πετά<br /> + κάνεις τα χρήματά του [αυτά];<br /> + Ποτέ! αλλά μπορεί να ειπή<br /> + πως είνε κάλλιο τη ντροπή<br /> + να την ξεχνά πολλές φορές,<br /> + παρά να βρίσκη συφορές.<br /> + Και να που τώρα μάρτυρά μου<br /> + σε παίρνω για τα χρήματά μου·<br /> + θα πέσω μάλιστα 'ς εχθρότη<br /> + μ' ένα δικό μου συνδημότη.<br /> + Μα εγώ ποτέ δεν θα ντροπιάσω και την πατρίδα μου όσο ζώ·<br /> + και εγκαλώ τον Στρεψιάδη ...</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εξερχόμενος:)<br /> + Καλέ ποιο είν' αυτό [το ζω];!</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ (εξακολουθών:)<br /> + στο νέο και παληό φεγγάρι.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τον Μάρτυρα:)<br /> + Ακούς; δυο μέρες είπε [αντάμα]<br /> + μάρτυρας νάσαι!</p> + +<p>(Προς τον Πασίαν:)</p> + +<p> — Για τι πράμα;</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Να, για της δώδεκα της μναις, που έλαβες [ένα καιρό]<br /> + να πάρης άλογο ψαρό.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μώρ' δεν ακούτε; άλογο! εγώ την ιππασία<br /> + δεν ξέρετε πως την μισώ;</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Ωρκίσθης, μα τον Δία,<br /> + εις τους θεούς, τα χρήματα να μου τα δώσης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ναι, γιατί<br /> + δεν είχε ο Φειδιππίδης μου τον λόγο [αυτόν] τον νικητή<br /> + ακόμη μαθημένον.</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Μπα; ώστε και τούτη τη στιγμή<br /> + γι' αυτόν τον λόγο σκέπτεσαι να μ' αρνηθής την πληρωμή;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και τότε απ' τα μαθήματα εγώ τι κέρδος θάχα;</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Κι αν σε καλέσω στους θεούς να πάρης όρκο τάχα,<br /> + μήπως να κάνης σκέπτεσαι καμμιά επιορκία;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σε ποιους θεούς να ορκισθώ;</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Να, στον Ερμή, στον Δία.<br /> + στον Ποσειδώνα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Θα 'δινα τρεις οβολούς ευθύς,<br /> + μα τον θεό, να ορκισθώ.</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Βρε άντε να χαθής<br /> + με την ξεδιαντροπιά σου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(κτυπών δια του αναστρόφου της χειρός την κοιλίαν του Πασία:)</p> + +<p> Καλό ασκί που θάφτιανε κανείς [με την κοιλιά σου]!</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Αλλοί μου! με περιγελάς!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα κ' έξη [θα μπορούσε]<br /> + χοείς (136) να τους χωρούσε!</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + [Ε μα λοιπόν], μα τους θεούς και τον μεγάλο Δία,<br /> + δεν θα μου γίνη δωρεάν μια τέτοια κοροϊδεία.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (καγχάζων:)<br /> + Παίρνω μια ευχαρίστησι με τους θεούς μεγάλη·<br /> + και τι γελοίος πούν' ο Ζευς για τους σοφούς, οι άλλοι<br /> + όταν ορκίζωνται 'ς αυτόν!</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Καλά· μα θάρθη μια φορά<br /> + που θα τιμωρηθής [σκληρά].<br /> + Πες μου, θα δώσης χρήματα ή όχι, για να φύγω;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ησύχασε, και καθαρά θα σου το ειπώ σε λίγο.</p> + +<p>(Εισέρχεται εις τον οίκον του).</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ (προς τον μάρτυρα:)<br /> + Ε, τι θαρρείς θα κάνη αυτός;</p> + +<p>ΜΑΡΤΥΣ<br /> + Μα καθώς κρίνω απ' όλα αυτά,<br /> + θα σου τα δώση.</p> + +<p>(Εξέρχεται ο Στρεψιάδης φέρων σκάφην του ζυμώματος).</p> + +<p> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πούν' αυτός που μου γυρεύει τα λεφτά;<br /> + — Τ' είν' τούτο; πες μου.</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Ποιο; αυτό; σκαφίδα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' [από μένα],<br /> + τέτοιος που είσαι χρήματα γυρεύεις; σε κανένα<br /> + ούτ' οβολό δεν θα 'δινα, οπού το σκάφος [πάλι]<br /> + σκαφίδα θάχε βγάλη. (137)</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Λοιπόν δεν δίνεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Σκέπτομαι πως όχι· μα ευθύς<br /> + από τη θύρα του σπιτιού δεν θα ξεκουμπισθής;</p> + +<p>ΠΑΣΙΑΣ<br /> + Φεύγω· μα ξέρε το κι' αυτό: και τη ζωή θα δώσω,<br /> + μα για τη δίκη έξοδα [θα βρω και] θα πληρώσω.</p> + +<p>(Φεύγει ακολουθούμενος από τον Μάρτυρα).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μόνος και μετά μικρόν ΑΜΥΝΙΑΣ</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(προς το μέρος όπου έφυγεν ο Πασίας:)</p> + +<p> Θα χάσης και τα έξοδα, μα και της μναις αντάμα·<br /> + και μ' όλο που δεν ήθελα να πάθης τέτοιο πράμα,<br /> + αφού' η κουταμάρα σου σκαφίδα μας τη λέει<br /> + [τη σκάφη].</p> + +<p>(Εισέρχεται ο Αμυνίας κλαίων).</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Ωχ! αλλοίμονο!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ποιος είν' αυτός που κλαίει;<br /> + μήπως κανείς απ' τους θεούς, που έχει βάλη [εκείνος<br /> + στα δράματα], ο Καρκίνος (138);</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Ε, τι γυρεύεις τάχα συ; να μάθης πώς με λένε;<br /> + Δυστυχισμένον.</p> + +<p> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ωθών αυτόν:)<br /> + Δρόμο σου!</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Σκληρέ! δαιμονισμένε!</p> + +<p> «Τροχοαπάστρες των αλόγων τύχες! Αθηνά, ω πόσο<br /> + με κατάστρεψες!»</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Για πες μου τι κακό έκαμε [ως τόσο]<br /> + ο Τληπόλεμος (139) 'ς εσένα;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Μη με κοροϊδεύης, φίλε,<br /> + μα το γυιο σου τώρα στείλε,<br /> + να μου δώση τα λεφτά μου οπού πήρε δανεικά,<br /> + γιατί βρίσκομαι κακά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Δηλαδή σαν ποια λεφτά;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Που δανείσθηκεν, αυτά.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Φαίνετ' αλήθεια από πολλά<br /> + πως δεν θα ήσαι και καλά.</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Εξω έπεσα [ο δόλιος] οδηγώντας τάλογά μου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι γκρινιάζεις, σαν να σ' έχη γάιδαρος ριγμένον χάμου;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Γκρίνια συ το λες αυτό<br /> + που το χρήμα μου ζητώ;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Δεν είσαι καλά.</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Πώς τάχα;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Απ' τη θέσι του έχει βγη<br /> + το μυαλό σου.</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + [Σου το λέω]: θα σου κάνω αγωγή,<br /> + ναι, μα τον Ερμή, αν ίσως δεν μου δώσης της δραχμές μου.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + [Σε παρακαλώ] για πες μου:<br /> + Έχεις τάχα την ιδέα<br /> + που ο Ζευς κάθε φορά<br /> + είν' εκείνος, όπου νέα<br /> + ρίχνει απάνω μας νερά,<br /> + ή ο ήλιος τα τραβάει και τα ρίχνει, κάτω πάλι;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Τίποτ' απ' αυτά δεν ξέρω, ούτε κ' έννοια έχω μεγάλη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' όταν δεν έχεις τίποτα στο νου<br /> + από τας υποθέσεις τουρανού,<br /> + τι χρήματα γυρεύεις να σου δώκω;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Δεν τάχεις όλα; δόσε μου τον τόκο.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' ο τόκος τ' είν' αυτός, θηριό μεγάλο;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Θηριό; μα και τι θέλεις νάνε άλλο,<br /> + που μέρα, μήνας και καιρός περνάει<br /> + κι' όλω το χρήμα, δος του και γεννάει;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Λαμπρά! για πες μου: είνε τώρα τα νερά<br /> + της θάλασσας περσσότερ' απ' άλλη φορά;</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Μα το θεό, η θάλασσα είν' ίση·<br /> + δεν είνε δίκηο πράμα ν' αυγατίση.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Κι' αφού μ' όσα ποτάμια μέσα χύνονται<br /> + η θάλασσες περσσότερες δεν γίνονται,<br /> + είσαι λοιπόν, δυστυχισμένε, στα σωστά σου<br /> + όπου ζητείς ν' αυξήσουνε τα χρήματά σου;<br /> + Τώρ' από δω δεν θα ξεκουμπισθής;<br /> + Φέρτε μου [ένας] το κεντρί [ευθύς].</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Διαμαρτύρομαι γι' αυτά, [οπού μου είπες τώρα].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (τον ωθεί:)<br /> + Βρε, δίνε του! τι καρτερείς και δεν τράβας, σαμφόρα (140);</p> + +<p>ΑΜΥΝΙΑΣ<br /> + Μ' αυτό είνε πολύ<br /> + μεγάλη προσβολή!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Φεύγεις; γιατί εγώ<br /> + ευθύς θα σε τσακίσω<br /> + κεντώντας σ' από πίσω,<br /> + σαν άλογο ζευγμένο απ' όξω απ' το ζυγό! (141)</p> + +<p>(Προσποιείται ότι ζητεί γύρωθέν του κέντρον τι. — Ο Αμυνίας φεύγει +έμφοβος).</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μόνος)<br /> + Φεύγεις! γιατί θα σ' έκανα εγώ να ξεκινήσης<br /> + μαζύ και με τ' αμάξια σου και τους τροχούς σου επίσης!</p> + +<p>(Εισέρχεται εις τον οίκον του).</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Τι είνε ν' αγαπά κανείς τα πράματα<br /> + πούνε κακά! Αυτόν [εις τα γεράματα]<br /> + τον έχει πιάση πάθος, για να φάη<br /> + το χρήμα που δανείσθη [και χρωστάει!]<br /> + Και βέβαιο θάρθη κακό<br /> + σε λίγη ώρα εξαφνικό<br /> + στο σοφιστή, για τιμωρία,<br /> + που άρχισε την πονηρία.<br /> + Θαρρώ πως γρήγορα θα βρη εκείνο που γυρεύει:<br /> + ήθελε νανε ικανός ο γυιός του, ν' αγορεύη,<br /> + κι' όλα τα δίκηα να νικά με εναντία γνώμη,<br /> + λέγοντας και παμπόνηρα, μ' όσους βρεθή, ακόμη.<br /> + Μα ίσως — ίσως ευχηθή<br /> + [ο γυιόκας του] να βουβαθή!</p> + +<p>(Εξέρχεται εκ της οικίας του ο Στρεψιάδης καταδιωκόμενος από τον +Φειδιππίδην και δερόμενος διά ξύλου).</p> + +<p> +</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (τυπτόμενος:)<br /> + Ωχ! ωχ! ωχ! ω συνδημότες!. συγγενείς μου και γειτόνοι!<br /> + σώστε με με κάθε τρόπο απ' το ξύλο... Το σαγόνι ...<br /> + το κεφάλι... συφορά μου!.. —Μωρέ σίχαμα [πού πας;]<br /> + τον πατέρα σου χτυπάς;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ναι, πατέρα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το κοινόν:)<br /> + Για κυττάχτε! οπού τέτοιο ξύλο πέφτει<br /> + από τούτον, και το λέει!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (απαθώς:<br /> + Βέβαια!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βρε νυχτοκλέφτη!<br /> + πατραλοία! σιχαμένε!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Πες ακόμα, πες τα ίδια,<br /> + λέγε κι' άλλα· μα δεν νοιώθεις πως για μένα τα βρισίδια<br /> + έχουν χάρι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ξεκωλιάρη!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (κτυπών αυτόν.)<br /> + Ω, τι ρόδα μου σκορπάς;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αμυνόμενος:)<br /> + Τον πατέρα σου χτυπάς;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μα τον Δία! και θα ειπώ<br /> + ότι δίκηα σε χτυπώ.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βρε σιχαμερέ! πώς δίκηα τον πατέρα σου χτυπάς;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Εγώ [τώρ' αν αγαπάς]<br /> + θα σ' το δείξω και με λόγια και θα σε νικήσω [επίσης]</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Συ γι' αυτό να με νικήσης;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Είνε εύκολο· από τους δυό τους λόγους διάλεξ' ένα.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ποιους λόγους [λες 'ς εμένα];</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + [Να, δηλαδή] τον Κ ρ ε ί τ τ ο ν α<br /> + [διαλέγεις], ή τον Ή τ τ ο ν α;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Φίλε μου, εγώ σ' έστειλα να μάθης, μα τον Δία,<br /> + στα δίκηα αντιλογία·<br /> + εκτός αν συ με πείσης<br /> + πως είνε δίκηο επίσης<br /> + να τρώη ο γονηός ραβδιές κι' απ' τα παιδιά του ακόμη</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Εγώ θαρρώ πως θα πεισθής<br /> + και τίποτα δεν θα μου πης, αν θέλης να μ' ακροασθής.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Λέγε, ν' ακούσω δέχομαι ποιαν έχεις τάχα γνώμη.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Είν' η δουλειά σου, γέρο, να φροντίσης<br /> + τον άνθρωπον αυτόν πώς θα νικήσης.<br /> + Και δεν θα ήταν τόσον δυνατός,<br /> + εάν δεν ήταν ασφαλής αυτός.<br /> + Γι' αυτό είν' η θρασύτης του βαρειά,<br /> + και δείχνει στην ψυχή παλληκαριά.<br /> + Συ θα το κάμης βέβαια, να ειπής εις το χορό<br /> + πώς πιάσατε τον πόλεμον αυτό [το φοβερό].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Το βρισίδι μεταξύ μας θα σας πω πούθ' έχει αρχίση:<br /> + καθώς ξέρετε, να φάμε είχαμε κ' οι δυο καθίση·<br /> + στην αρχή λοιπόν του είπα την κιθάρα του να πάρη<br /> + το τραγούδι να μου ψάλη<br /> + [το γνωστό], του Σιμωνίδη, πώς κουρεύθη το κριάρι (142)<br /> + Τότ' εκείνος λέει πάλι<br /> + ότι είνε κουταμάρα<br /> + πίνοντας να τραγουδάμε και να παίζουμε κιθάρα,<br /> + σαν γυναίκα που αλέθει [στο χερόμυλο] κριθάρι.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ε, και δεν έπρεπε τότε να σου δώσω ένα στηλιάρι<br /> + και να σε τσαλαπατήσω,<br /> + που 'θελες να τραγουδήσω,<br /> + λες και είχαμε τζιτζίκια στο τραπέζι;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ε, και τώρα,<br /> + να, τα ίδια κοπανάει που 'λεγε κ' εκείν' την ώρα·<br /> + και τον Σιμωνίδη [πάλι]<br /> + ποιητήν κακόν τον είπε· με προσπάθεια μεγάλη<br /> + εκρατήθηκα· κατόπιν από την μυρτιά [κλωνάρι]<br /> + τον επρόσταξα να πάρη,<br /> + να ειπή κάτι απ' τον Αισχύλο (143). Και μου λέει εκείνος: πρώτο<br /> + έχω τον Αισχύλο απ' όλους, μα γεμάτος είναι κρότο,<br /> + ακατάστατος [στους στίχους], και τραχύς και σκληρολόγος.<br /> + Πόσο τάραξε, σκεφθήτε, την καρδιά μου αυτός ο λόγος!<br /> + Ε, λοιπόν και μ' όλ' αυτό,<br /> + τον θυμό μου τον κρατώ,<br /> + και του λέω: τότε ειπέ μας<br /> + τα σοφά που έχουν γράψει και οι νέοι ποιηταί μας.<br /> + Τότε στίχους του Ευριπίδη άρχισε και τραγουδούσε,<br /> + που την ομομήτριά του αδελφή, την εγαμούσε<br /> + [ποιος; ο ίδιος] αδελφός της (144), — ω φρικτέ! — μα εγώ πειά<br /> + [σαν κι' αυτή ξαδιαντροπιά]<br /> + μη βαστώντας, στο βρισίδι άσχημα πολύ τον στρώνω.<br /> + Εννοείται [λοιπόν τώρα], ότι απ' αυτό [και μόνο],<br /> + τσακωθήκαμε στα λόγια· τότε απάνω μου πηδάει,<br /> + με τσακίζει και με πνίγει, με χτυπά και με κυλάει.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Δίκαια λοιπόν δεν ήταν, αφού τράβηξες βρισίδι<br /> + στο σοφώτατο Ευριπίδη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ποιον σοφώτατον; εκείνον; αχ! μωρέ τι να σου ειπώ...<br /> + που θα ξαναφάω ξύλο.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μα και δίκηα σε χτυπώ.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βρε ξαδιάντροπε! πώς δίκηα, όπου σ' έχω αναθρεμμένο;<br /> + κι' όταν τραύλιζες, ζητούσα πάντα να καταλαβαίνω<br /> + τ' ήθελες να ειπής· κι' αν ίσως β ρ υ ν είχες ειπή μονάχα,<br /> + έννοιωθα ευθύς νεράκι πως εγύρευες, [βρε χάχα]·<br /> + κι' αν μ α μ ά είχες γυρέψη, έτρεχα [εις τη στιγμή]<br /> + και σου έφερνα ψωμί·<br /> + και δεν πρόφθανες ακόμη να μου ειπής καλά τα κ ά κ κ α,<br /> + οπού σ' έβγαζ' απ' την πόρτα και σε βάσταγα στη λάκκα!<br /> + Και συ τώρα, βρε, με πνίγεις, κ' ενώ γύρευα [να τρέξω]<br /> + και να χέσω, στης φωνές μου δεν με βγάζεις εσύ έξω<br /> + απ' τη θύρα, σιχαμένε! — μ' απ' τη στεναχώρια, χάμου<br /> + είχα κάμη τα κακά μου!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Μ' όσα θα ειπή, νομίζω, θα πηδήση<br /> + των νεωτέρων η καρδιά [στα στήθη]·<br /> + κι' αν τέτοιο πράμα κάνοντας νικήση<br /> + στα λόγια, όσο κ' ένα καν ρεβίθι,<br /> + αξία δεν θα πάρη<br /> + των γέρων το τομάρι.<br /> + Δουλειά σου είνε, αναμοχλευτή<br /> + και των καινούργιων λόγων κινητή,<br /> + για να ζήτησης τρόπο να [μας πείσης],<br /> + και να φανής πως δίκηα θα μιλήσης.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ωραία να μιλή κανείς με πράγματα νεοφανή<br /> + και έξυπνα, και να μπορή τους νόμους να περιφρονή.<br /> + Εγώ, σαν είχα μια φορά στην ιππασία πάθος,<br /> + τρεις λέξεις δεν θα έλεγα χωρίς να κάνω λάθος·<br /> + να, τέτοιος ήμουν· σήμερα, όπου να την αφήσω<br /> + μ' έκαμε αυτός, ξέρω καλά με γνώμες να μιλήσω<br /> + λεπτές, μ' επιχειρήματα και λόγους να διδάξω,<br /> + πως πρέπει του πατέρα μου τη ράχη να τινάξω.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα το θεό ξανάρχισε καβάλλα [σε παρακαλώ]·<br /> + είνε για μένα πειο καλό<br /> + [ολόκληρο] τετράλογο να σου κρατώ αμάξι,<br /> + παρά [η δόλια] η ράχη μου στο ξύλο να ρημάξη.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ξανάρχομαι [εγκαίρως]<br /> + 'ς αυτό που με διέκοψες του λόγου μου το μέρος·<br /> + και τούτο πρώτα σε ρωτώ: δεν μ' έδερνες εμένα<br /> + παιδί σαν ήμουν;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Βέβαια· από πολλή για σένα<br /> + αγάπη και φροντίδα μου.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Για πες μου: και να σ' αγαπώ<br /> + με ίδιον τρόπο δεν μπορώ, ώστε να σε ξυλοκοπώ,<br /> + μια που το ξυλοκόπημα είνε κι' αγάπη [ακόμα];<br /> + Και πώς λοιπόν ελεύθερο θάν' το δικό σου σώμα,<br /> + από ξυλοκοπήματα; [μονάχα],<br /> + και δεν θα ήνε το δικό μου [τάχα];<br /> + ελεύθερος γεννήθηκα κ' εγώ· [και που το λένε]<br /> + πως πρέπει μόνο τα παιδιά, κι' όχ' οι γονείς να κλαίνε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μωρ' τ' είν' αυτά;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + θα ειπής εσύ πως έτσι το περνάνε,<br /> + και [μόνη] του παιδιού δουλειά [το ξύλο πρέπει] νάνε·<br /> + μα θα μπορούσα να σου ειπώ κ' εγώ, το πως οι γέροι<br /> + γίνονται δυο φορές παιδιά, και πειο πολύ συμφέρει<br /> + να κλαίη ο γέρος παρά ο νιος, όπως κι' ο γέρος πάλι<br /> + είνε σωστό λιγώτερο από το νηο να σφάλη;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα πουθενά ο νόμος δεν το λέει,<br /> + απ' το παιδί του ο γονηός να κλαίη.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Κι' αυτός που είχε τους νόμους κανωμένα<br /> + δεν ήταν πρώτα σαν εσέ κ' εμένα,<br /> + και έπεισε τον κόσμο τον παληότερο<br /> + με λόγια; Και μπορώ κ' εγώ λιγώτερο<br /> + να κάνω νέο νόμον [εδώ πέρα],<br /> + που το παιδί να δέρνη τον πατέρα;<br /> + κι' όσες ξυλιές [στη ράχ'] είχαμε πάρη<br /> + πριν γίνη ο νόμος, ας της έχουν χάρι,<br /> + κι' ας γίνουνε κομμάτια· δεν κυττάνε<br /> + τα ζώα, τους γονηούς των πώς χτυπάνε,<br /> + κ' οι πετεινοί; Διαφορά ποια τάχα<br /> + έχουν εκείνοι από μας, [μονάχα]<br /> + παρ' ότι [σαν εμάς δεν συνηθίζουνε]<br /> + όλο ψηφίσματα να ξεφουρνίζουνε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Και τάχα πώς, τους πετεινούς αφού μιμείσαι 'ς όλα αυτά,<br /> + σε ξύλο δεν κουρνιάζεις συ, και πώς δεν τρως και συ σκατά;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μα τούτο το παράδειγμα, κακόμοιρε, που φέρνεις,<br /> + ούτ' ο Σωκράτης θαύρισκε σωστό.</p> + +<p>(Τον δέρει).</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Μα μη με δέρνης<br /> + γι' αυτό, γιατί θαρθή καιρός να θυμηθής εμένα.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Γιατί;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γιατί όπως τιμωρώ δικαίως τώρα εσένα,<br /> + έτσι και το παιδί σου συ, [θα τιμωρής επίσης],<br /> + όταν θα ταποκτήσης.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Και αν δεν έχω εγώ παιδί, άδικα θα με κάνης<br /> + να κλάψω, και του λόγου σου γελώντας θα πεθάνης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το κοινόν:)<br /> + Μου φαίνεται, ω συνομήλικοί μου,<br /> + πως δίκαια τα λέει [το παιδί μου],<br /> + και πως 'ς αυτούς αρμόζει [να χαρίσουμε]<br /> + τα δίκαια, και να τους συγχωρήσουμε·<br /> + κ' εμείς όταν δικαίως δεν φερνώμαστε,<br /> + μας πρέπει [απ' τα παιδιά μας] να δερνώμαστε!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ</p> + +<p>(ωθών τον πατέρα του εις την ράχιν με την ράβδον:)</p> + +<p> Άκουσε μια σκέψιν άλλη:</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(εξαφνιζόμενος και αμυνόμενος:)</p> + +<p> Ωχ! εχάθηκα και πάλι!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Κ' ίσως ούτε στενοχώρια, ούτε λύπη θα σου φέρη<br /> + μ' όσα έχεις υποφέρη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς λοιπόν; για λέγε: τάχα πώς μ' αυτά θα μ' ωφελήσης;</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Ναι, θα δέρν' όπως εσένα, και τη μάννα μου επίσης.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Πώς;!... Τι λες!... τι λες!... να κι' άλλο<br /> + κακό τούτο πειο μεγάλο!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Τι λες: αν με τον _Ήττονα_ τον λόγον σε νικήσω,<br /> + λέγοντας και τη μάννα μου πως πρέπει να χτυπήσω;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Τι άλλο τάχα να σου ειπώ αν [έχης τέτοια γνώμη]<br /> + κι' αυτό να εκτελέσης,<br /> + δεν σ' εμποδίζει τίποτε 'ς ένα γκρεμό να πέσης<br /> + παίρνοντας και τον _Ήττονα_ και τον Σωκράτη ακόμη:</p> + +<p>(Προς τας Νεφέλας:)</p> + +<p> — Σε τι κακό κατάντησα, Νεφέλες μου, να πέσω,<br /> + που θέλησα 'ς ελόγου σας δουλειές μου ν' αναθέσω!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Συ είσαι η αιτία,<br /> + που τώρα [στα γεράματα]<br /> + εστράφηκες σε πράματα<br /> + γεμάτα πονηρία.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Γιατί αυτά απ' την αρχή δεν μου τα εξηγήσατε,<br /> + μα ένα άνδραν αμάθευτον και γέρο ξεμυαλίσατε;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Τέτοια πράματα εμείς φτιάνουμε κάθε φορά<br /> + εις αυτόν που θα φανή ν' αγαπάη τα πονηρά,<br /> + ως που μεγάλη συφορά να πάθη,<br /> + για να φοβάται τους θεούς να μάθη.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας:)<br /> + Αλλοίμονό μου! είνε κακό και δίκηο [άλλο τόσο]·<br /> + δεν έπρεπε τα χρήματα που πήρα να μη δώσω.</p> + +<p>(προς τον Φειδιππίδην)</p> + +<p> Έλα λοιπόν, ω φίλτατε, μαζύ μου ν' αφανίσης<br /> + κι' αυτόν τον Χαιρεφώντα [σου] τον βρωμερόν, [επίσης<br /> + κ' εκείνον] τον Σωκράτη,<br /> + που και 'ς εμένα και 'ς εσέ φτιάσανε τέτοι' απάτη.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Μα στους δασκάλους μου εγώ δεν κάνω αδικία.</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ναι, ναι! να σεβασθήτε σεις τον πατρικόν μας Δία!</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Για κύττα! Δία πατρικόν! Και πού λοιπόν υπάρχει<br /> + ο Ζευς, μωρέ ανόητε;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Υπάρχει.</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Όχι! άρχει<br /> + ο Στρόβιλας (145), που έδιωξε τον Δία [απ' τον ουρανό].</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Δεν έδιωξε· κ' εμέν' αυτά [μ' έκαμε] τότε να φρονώ:<br /> + ο Στρόβιλας πως είναι Ζευς· αλλοίμονο 'ς εμένα,</p> + +<p>(αποτείνεται προς μηχάνημα τι κυλινδροειδές, ευρισκόμενον εις την<br /> +αυλήν του Σωκράτους:)</p> + +<p> — που για θεό επέρασα μια χύτρα σαν κ' εσένα! (146)</p> + +<p>(Λακτίζει μετ' αγανακτήσεως το μηχάνημα).</p> + +<p>ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ<br /> + Κάθησ' εδώ πέρα τώρα, πες τα με τον εαυτό σου!<br /> + και με το ζουρλό μυαλό σου!</p> + +<p>(Φεύγει).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μόνος).<br /> + Ωχ! τι τρέλλα μ' είχε πιάση!<br /> + το μυαλό πώς είχα χάση,<br /> + που για τον Σωκράτην είχα τους θεούς αποστραφή.<br /> + Μα, ω φίλτατε Ερμή μου,<br /> + μη με ρίψης, θυμωμένος [σήμερα] και συ μαζύ μου,<br /> + σε καμμια καταστροφή·<br /> + μα και συ συχώρεσέ με, που σ' αδίκησα πολύ<br /> + απ' τη φλυαρία τούτων δος μου τώρα συμβουλή:<br /> + μ' αγωγή να τους ενάξω,<br /> + ή τι άλλο να τους σιάξω;</p> + +<p>(Σκέπτεται προς στιγμήν, κατόπιν δε ωσεί εμπνευσθείς από τον Ερμήν:)</p> + +<p> Συμβουλή καλήν [ευρήκες]·<br /> + ναι, ας μην ανοίξω δίκες,<br /> + μα να τρέξω δίχως άλλο,<br /> + και φωτιά ευθύς να βάλω<br /> + στων σαχλών την κατοικία.</p> + +<p>(Σπεύδει εις την θύραν της οικίας του).</p> + +<p> Έλα! έλα, ω Ξανθία!<br /> + πάρ' τη σκάλα κ' έβγα έξω, πάρε και ξινιάρι ένα,<br /> + και αν αγαπάς εμένα<br /> + τον αφεντικό σου, [τρέξε] στο σχολείο να πηδήσης,<br /> + τη σκεπή να κατασκάψης και το σπίτι να γκρεμίσης, —</p> + +<p>(Ο θεράπων εξέρχεται φέρων τα ζητηθέντα, και εκτελεί εσπευσμένως +τανωτέρω.)</p> + +<p> κ' ένας άλλος ας μου φέρη<br /> + αναφτό δαδί [στο χέρι],<br /> + γιατί εκδίκησι θα πάρω και μεγάλη αυτήν την ώρα<br /> + απ' τους ψωροφαντασμένους!...</p> + +<p>(Ενώ ο θεράπων κατασκάπτει την στέγην, έτερος θεράπων φέρει δάδα +ανημμένην. Ο Στρεψιάδης ανέρχεται ταυτοχρόνως και πυρπολεί την οικίαν. +— Εξέρχονται έντρομοι οι Α' και Β' Μαθηταί.)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h4> + +<p> +<br /> +ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — Ο Α' ΜΑΘΗΤΗΣ — Ο Β' ΜΑΘΗΤΗΣ και μετά μικρόν ΣΩΚΡΑΤΗΣ και +ΧΑΙΡΕΦΩΝ</p> + +<p>Α' ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Ε!. . .</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ</p> + +<p>(εξακολουθών να θέτη πυρ:)</p> + +<p> Δουλειά σου είναι τώρα.<br /> + ω δαδί! φωτιά να βγάνης!</p> + +<p>Ο Α' ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Άνθρωπε! αυτού τι κάνεις;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + [Και ρωτάς λοιπόν] τι κάνω;<br /> + με του οίκου τα δοκάρια, να, ψιλοκουβέντες πιάνω.</p> + +<p>Ο Β' ΜΑΘΗΤΗΣ (εξερχόμενος:)<br /> + Συφορά! φωτιά ποιος βάζει εις το σπίτι μας αυτό;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Να, αυτός, που [η αφεντιά σας] τον αφήσατε γδυτό!</p> + +<p>Ο Β' ΜΑΘΗΤΗΣ<br /> + Καταστρέφεις! καταστρέφεις!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εξακολουθών το έργον του:)<br /> + Εμ αυτό κ' εγώ ζητώ,<br /> + έξω πειά κι' αν μου προδώση το ξινιάρι μου αυτό<br /> + της ελπίδες, κι' από δώθε αν προτήτερα γλιστρήσω<br /> + και το σβέρκο μου τσακίσω.</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ (εξερχόμενος έντρομος:)<br /> + Τι κάνεις συ, που ανέβηκες στο σπίτι μου αυτό;</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (με στόμφον και ειρωνείαν:)<br /> + Παρατηρώ τον ήλιον και αεροβατώ!</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ<br /> + Ω! κακόμοιρος που ήμουν! αχ! ο δόλιος θα πνιγώ!</p> + +<p> ΧΑΙΡΕΦΩΝ (εξερχόμενος:)<br /> + Να καώ κοντεύω τώρα και ο δύστυχος εγώ!</p> + +<p>ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ<br /> + Ε, και ποιος σας είχε μάθη στους θεούς να ασεβήτε,<br /> + και του φεγγαριού τον πάτο να τον επιθεωρήτε;</p> + +<p>(Κατέρχεται και κτυπά με την δάδα τον Σωκράτην και τους Μαθητάς +του).</p> + +<p> Διώχτους!.. δίνε [τες καλές]!..<br /> + χτύπα τους για [της κακίες<br /> + όπου είχαν] της πολλές,<br /> + στους θεούς αφού γνωρίζεις πόσες κάναν αδικίες!</p> + +<p>(Εξακολουθεί να τους κυνηγά και να τους δέρη μέχρι της πτώσεως της<br /> +αυλαίας).</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ<br /> + Ας πηγαίνουμ' έξω τώρα· σήμερα με όλ' αυτά<br /> + εχορέψαμ' αρκετά!</p> + +<p> +<br /> +Τ Ε Λ Ο Σ</p> + +<p> +</p> + +<p>ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ<br /> +ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ο.ε.</p> + +<p>ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506</p> + +<p>1) Σ. Μ. Επειδή, διά το σημερινόν τουλάχιστον Ελληνικόν Θέατρον, είνε +δύσκολος η ευθύς μετά την συνομιλίαν του Στρεψιάδου και του +Φειδιππίδου μετασκευή της σκηνής από κοιτώνος εις οδόν, εύθετον θα +είνε όπως ευθύς εξ αρχής αι κλίναι τοποθετηθούν εις την αυλήν της +οικίας του Στρεψιάδου, ούτως ώστε να υπάρχη ταυτοχρόνως έναντι και ο +οικίσκος του Σωκράτους εντός του περιβόλου του και με την θύραν προς +την σκηνήν. Υποθέτω ότι τοιουτοτρόπως παρεστάθη και επί Αριστοφάνους, +διότι εις τον στίχον 125 του αρχαίου κειμένου /στο τέλος της σκηνής Α/ +ο Φειδιππίδης απερχόμενος λέγει: «αλλ' είσειμι» (εισέρχομαι, μπαίνω +μέσα), μολονότι πάλιν η εποχή δεν φαίνεται θερινή, καθόσον ο Φειδ. +κατά την ομολογίαν του ιδίου πατρός του, κοιμάται «εν πέντε +σ ι σ ύ ρ α ι ς - ε γ κ ε κ ο ρ δ υ λ η μ έ ν ο ς» /Μεταφρ. κουκουλωμένος +σε παχειά γουναρικά/· επομένως είνε αφύσικος η εν τω υπαίθρω +διανυκτέρευσις. Εν τούτοις χάριν της διακοσμητικής οικονομίας της +σκηνής τα δύο ταύτα μέρη πρέπει να συγχωνευθούν εις μίαν σκηνικήν +εικόνα, η δε προς το μέρος των θεατών πλευρά του περιβόλου της οικίας +του Σωκράτους πρέπει να είνε κινητή, ώστε, εισερχομένου εν καιρώ του +Στρεψιάδου, ν' αφαιρήται αύτη, συρομένη έσωθεν προς το παρασκήνιον.</p> + +<p>2) Διπλή είνε η εξήγησις της απαγορεύσεως του δικαιώματος να δέρουν +τους δούλους κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού πολέμου εν Αθήναις. Ή +διότι ούτοι, λαβόντες μέρος κατά την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν και +νικήσαντες, εκηρύχθησαν ελεύθεροι και δημόται Πλαταιών ενεγράφησαν +(ίδε και μετάφρασίν μου «Βατράχων», Έκδ. Φέξη 1910 σελ. 9, 26, 70) ή +διότι εφοβούντο μήπως εξαναγκάσουν αυτούς ν' αυτομολήσουν προς τους +Λακεδαιμονίους.</p> + +<p>3) «Εγκεκορδυλημένος»: απέδωκα διά του κ ο υ κ ο υ λ ω μ έ ν ο ς, +διότι, κ ο ρ δ ύ λ η ελέγετο κάλυμμα της κεφαλής υψηλόν, και άλλως κ +ό ν δ υ λ ο ς, παρ' Αθηναίοις ιδίως κ ρ ώ β υ λ ο ς και παρά Πέρσαις +κ ί δ α ρ ι ς - ή - κ ι δ ά ρ ι ο ν (σαρίκι). Σ ι σ ύ ρ α δε εκαλείτο +κυρίως επανωφόριον από δέρμα αιγός, γουναρικόν.</p> + +<p>4) Οι επιδιδόμενοι εις την ιππασίαν νέοι έτρεφον μακράν κόμην. (Ίδε +και «Ιππείς» 580).</p> + +<p>5) «Την σελήνην εικάδας»: Υπήρχεν έθος διά τας συναλλαγάς να +πληρώνωνται οι τόκοι κατά το τέλος εκάστου μηνός, ήτοι εκάστης +σελήνης.</p> + +<p>6) Ο Πασίας ήτο έκδοτος, σπαταλήσας εις την ιππασίαν όλην την +περιουσίαν του.</p> + +<p>7) «(Ίππος) κοππατίας»: τοιουτοτρόπως εκάλουν τους ίππους, τους +φέροντας σφραγίδα επί των νώτων, το σημείον κόππα (γράμμα αριθμητικόν +90) ή το γράμμα κ (κατά τον σχολιαστήν), όπως και οι φέροντες γράμμα σ +εκαλούντο σ α μ φ ό ρ α ι. Κατ' άλλους κ ο π π α τ ί α ς ωνομάζετο +ο ίππος ο κτυπών τους πόδας του επί του εδάφους. Εν πάση περιπτώσει +απέδωκα την λέξιν διά της καθ' ημάς σ φ ρ α γ ι σ τ ό, το οποίον +δύναται να σημαίνη και τον έκτακτον κατά τα προτερήματα ίππον, άμα δε +και τον φέροντα εφ' εαυτού σήμα.</p> + +<p>8) Δύο είδη αρμάτων κυρίως υπήρχον, τα π ο λ ε μ ι σ τ ή ρ ι α, ήτοι +τα πολεμικά, και τα α μ ι λ λ η τ ή ρ ι α, ήτοι τα εν χρήσει κατά τας +αρματοδρομίας. Ενταύθα ο Φειδιππίδης, ως εκ του ύπνου του, ομιλεί περί +των πολεμικών αρμάτων, εννοών τα της πολυτελείας.</p> + +<p>9) Αμυνίας ήτο ιππευτής· κυρίως όμως υπονοεί ενταύθα τον άρχοντα +Αμεινίαν· επειδή δε απηγορεύετο ακόμη η σάτυρα των αρχόντων, μετέβαλε +την ορθογραφίαν του ονόματος από ει εις υ, ώστε να υπονοήται μεν ο +άρχων, να φαίνεται δε σατυριζόμενος ο ιδιώτης ιππευτής, ίδε και +«Σφήκας» στ. 74, 1267).</p> + +<p>10) «Δήμαρχος»: παίζει με την έννοιαν κορέος ή ψύλλος· δ ή μ α ρ χ ο ι +δε εκαλούντο οι ενεργούντες τας απογραφάς και κρατούντες τα +ληξιαρχικά βιβλία, υπούργημα εξασκούμενον από της εποχής του Σόλωνος +και ισοδυναμούν περίπου προς το του δικαστικού κλητήρος.</p> + +<p>11) «Εγκεκοισυρωμένην»: λέξις κατασκευασθείσα πρώτον υπό των +Ερετριέων εξ αφορμής της Κοισύρας, πλουσίας, ευγενούς και κομψευομένης +γυναικός εξ Ερετρίας, μητρός του Αλκμεωνίδου Μεγακλέους και συζύγου +του Πεισιστράτου. (Ίδε και «Αχαρνείς» στ. 61).</p> + +<p>12) «Κωλιάδος, Γενετυλλίδος»: Ενταύθα υπονοούνται είδη αφροδισίων +απολαύσεων, το δε χωρίον είνε δυσαπόδοτον αυτολεξεί· Κ ω λ ι ά ς και +Γ ε ν ε τ υ λ λ ί ς ήσαν επίθετα της Αφροδίτης· το δεύτερον όνομα +έλαβεν ως έφορος της γεννήσεως και εις πληθυντικόν «Γενετυλλίδες» (ίδε +«Θεσμοφοριαζούσας» στ. 130) περί του πρώτου δε ίδε μετάφρασίν μου της +«Λυσιστράτης». (Έκδ. Φέξη 1910, σελ.).</p> + +<p>13) «Αλλ' εσπάθα»: η λέξις σ π α θ ώ ενταύθα είνε διφορουμένη· +σημαίνει «υφαίνω και σπαθίζω το πανί δια να γίνη κρουστόν», σημαίνει +δε ταυτοχρόνως και το δ ι α σ π α θ ί ζ ω(=σπαταλώ περιουσίαν). +Όθεν απέδωκα διά της ανωτέρω περιφράσεως, η οποία δικαιολογεί και την +αμέσως ακόλουθον εκφρασιν: «ώ γύναι, λίαν σπαθάς».</p> + +<p>14) Παρά τη αθηναϊκή αριστοκρατία, κατ' εξοχήν ιπποτρόφω, ευγενέστερα +ονόματα εθεωρούντο τα συντεθειμένα με την λέξιν ί π π ο ς.</p> + +<p>15) Τόπος ορεινός εν Αττική, κατάλληλος προς βοσκήν αιγών.</p> + +<p>16) «Πνιγεύς»: κυρίως κοίλον κάλυμμα προς σβύσιμον των ανθράκων. Η +θεωρία αύτη ωφείλετο εις τον φιλόσοφον Ίππωνα τον Σάμιον, τον οποίον +και διεκωμώδησε πρότερον ο κωμωδιογράφος Κρατίνος εις τους «Πανόπτας». +(Ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων», έκδοσιν Φέξη 1910, σελ. 8)</p> + +<p>17) Ο Χαιρεφών ήτο μαθητής του Σωκράτους, επιλεγόμενος και Νυκτερίς +κατά την ομολογίαν του Πλάτωνος. (Ίδε «Σφήκας» στ. 1408, και +μετάφρασίν μου «Ορνίθων», εκδ. Φέξη 1910 σελ. 127).</p> + +<p>18) Κατ' άλλους πρόκειται περί των γνωστών πτηνών· κατ' άλλους όμως, +όπερ εικάζω και ως ορθότερον, υπήρχον ίπποι εκλεκτοί φέροντες ως +σφραγίδα φασιανόν· υπάρχει και υπόθεσις, ότι Φάσις ήτο ποταμός της +Σκυθίας,όπου ετρέφοντο εκλεκτοί ίπποι. Ο δε Λεωγόρας ήτο τρυφηλός τις +Αθηναίος πατήρ του ρήτορος Ανδοκίδου. (Ίδε και «Σφήκας» στ. 1269)</p> + +<p>19) «Αλλ' ουδ' εγώ μέντοι πεσών κείσομαι»: κατά τον αρχαίον +σχολιαστήν η φράσις αυτή ερμηνεύεται: «δεν θα λυπηθώ δι' αυτό»· κατ' +άλλους όμως ελήφθη εκ της παλαιστικής, καθ' ην ο πίπτων τρις εθεωρείτο +ηττημένος. Επροτίμησα την τελευταίαν ταύτην εκδοχήν.</p> + +<p>20) Δήμος της Ακαμαντίδος φυλής, ένθα εωρτάζοντο και τα Απολλώνεια.</p> + +<p>21) Υπαινιγμός διά τον Χαιρεφώντα, έχοντα την οφρύν πυκνήν και +μακράν, δια δε τον Σωκράτην ως φαλακρόν.</p> + +<p>22) Και Σφήττιος αποκαλείται ενταύθα, ως ανήκων εις τον Σφηττόν, +δήμον της Αττικής (φυλή Ακαμαντίς).</p> + +<p>23) «Εκ της παλαίστρας θοιμάτιον υφείλετο»: ο στίχος έχει ανάγκην +ευρυτέρας ερμηνείας, καθόσον δι' αυτού ο Αρ. κατηγορεί τον Σωκράτην ως +φοιτώντα και εις τα γυμναστήρια των παίδων, διά να βλέπη αυτούς +γυμνούς εν ώρα πάλης (Σχολιαστής).</p> + +<p>24) Κατά το έκτον έτος του Πελ. πολέμου ο Κλέων συνέλαβεν αιχμαλώτους +εν Πύλω 300 Σπαρτιάτας, οι οποίοι, ως εκ των κακουχιών της πολιορκίας, +είχον καταστή σκελετώδεις.</p> + +<p>25) «Την κληρουχικήν» Ο Στρεψιάδης, καθό αγρότης, παίζει με την +λέξιν, εννοών την γην την παρεχομένην εις τους αστούς δια κλήρου, ιδία +οσάκις κατεκτάτο χώρα εχθρική. Ο Πλούταρχος (εν β. Περικλέους 39) +λέγει ότι δια τοιαύτης υποσχέσεως κατέστειλε την κατ' αυτού οργήν των +Αθηναίων διά τον πόλεμον· τούτο δε άλλως έγινε και μετά την κατάληψιν +της αποστατησάσης Μυτιλήνης (Θουκ. Γ'. 50).</p> + +<p> +26) Ενταύθα η λέξις του κειμένου π α ρ α τ έ τ α τ α ι διά τον +Μαθητήν αποτελεί γεωγραφικήν έκφρασιν, σημαίνουσαν το μήκος· η δε +λέξις π α ρ ε τ ά θ η, διά τον Στρεψιάδην λαμβάνεται κατά παρεξήγησιν, +και σημαίνει ετυραννήθη· διά τούτο εθεώρησα κατάλληλον την απόδοσιν +διά της παρ' ημίν φράσεως τ α τ ε ν τ ώ ν ω (=αποθνήσκω, +καταστρέφομαι).</p> + +<p>27) «Σιδαρέοισιν» Διπλή ερμηνεία ενταύθα, Ή εννοεί σιδηρούς θεούς, ή +ο Στρεψιάδης παίζων με την λέξιν ν ό μ ι σ μ α του Σωκράτους +υπαινίσσεται, νόμισμά τι των Βυζαντίων εκ σιδηρού και προστύχου +μετάλλου.</p> + +<p>28) Υπαινίσσεται τον τρόπον της διδασκαλίας τών φιλοσόφων καθημένων +επί έδρας, ή τον τρόπον της τελέσεως των μυστηρίων.</p> + +<p>29) Εννοεί την ομώνυμον τραγωδίαν του Σοφοκλέους, εν τη οποία ο +Αθάμας φέρεται στεφανωμένος ως σφάγιον εις τον βωμόν του Διός. Σώζεται +δε υπό του Ηρακλέους.</p> + +<p>30) «Τρίμμα, κρόταλον, παιπάλη»: Το μεν κ ρ ό τ α λ ο ν απεδόθη διά +του ρ ο κ ά ν α· δυσανταπόδοτοι όμως εις την σημερινήν γλώσσαν αι +λέξεις τ ρ ί μ μ α και π α ι π ά λ η· τρίμμα σημαίνει περί πολλά +τετριμμένος, ειδήμων, περίτιμμα της αγοράς (ως ο Δημοσθένης αποκαλεί +τον Αισχίνην), φλύαρος· το τελευταίον τούτο και επροτίμησα αποδώσας +δια της λέξεως μ ύ λ ο ς· (ο Α. Ρ. Ραγκαβής έγραψε «γλώσσα ροδάνι»)· η +δε λ. π α ι π ά λ η σημαίνει: τραχύς, δυσνόητος (παίπαλα και τα +δύσβατα μέρη), λεπτολόγος· περίπου αντιστοιχεί προς την παρ' ημίν +λέξιν φ α ρ ί ν α, την οποίαν απέρριψα ως ξενικήν, προτιμήσας την λ. +σκόνην, — καθόσον μόνον εις τας μεταφράσεις των «Εκκλησιαζουσών» και +της «Λυσιστράτης», γενομένας εις παιλαιοτέραν εποχήν και ειδικώς διά +το θέατρον, μετεχειρίσθην την ανάμικτον με ξενικάς λέξεις δημοτικήν.</p> + +<p>31) «Κυνή» (και ποιητικώς κ υ ν έ η): κυρίως ήτο κάλυμμα της κεφαλής +εκ δέρματος κυνός, σύνηθες εις τους αγρότας, μεταβληθέν δε και εις +πολεμιστήριον δια της επικαλύψεως εκ στρώματος χαλκού. Ενταύθα +προφανώς πρόκειται περί σκούφου. Παρά τοις αρχαίοις ήτο συνήθης η +χρήσις δερμάτων ζώων ως καλυμμάτων της κεφαλής, παρά δε τω Σχολιαστή +του Αριστοφάνους αναφέρεται και το δέρμα της καμήλου ως +χρησιμοποιούμενον προς τούτο, το δε κάλυμμα εκαλείτο κ α μ η λ α ύ κ ι +ο ν, εξ ου βεβαίως και το σημερινόν κάλυμμα της κεφαλής των Ιερέων.</p> + +<p>32) Βουνόν της Ιωνίας χιονοσκεπές.</p> + +<p>33) «Τρυγοδαίμονες» (και τ ρ υ γ ω δ ο ί ): ωνομάζοντο οι κωμικοί +ποιηταί παλαιόθεν, διότι αλειφόμενοι με τρύγα (μούργα-καταπάτι) του +οίνου, εξήρχοντο εις τας οδούς αγνώριστοι και απήγγελλον τα ποιήματα +των συνήθως υβριστικά πεζή ή εφ' αμαξών^ εκ τούτου προέκυψεν και η +παροιμία «λέγειν τα εξ αμάξης», ήτοι υβρίζειν και αισχρολογείν. Κατ' +άλλους τούτο ετελείτο εις την εορτήν των Διονυσίων από άνδρας, και +γυναίκας ακόμη, εν μέθη.</p> + +<p>34) Εννοεί τον ναόν της Δήμητρος και Κόρης εν Ελευσίνι, ένθα, ως +γνωστόν, ετελούντο τα ομώνυμα μυστήρια.</p> + +<p>35) «Βρομία χάρις»: η εορτή των Διονυσιακών αγώνων, κατά τους +οποίους συνηγωνίζοντο οι κωμικοί και οι τραγικοί ποιηταί διά της +παραστάσεως των έργων των. Β ρ ό μ ι ο ς είνε επίθετον του Διονύσου +(= θορυβώδης, βακχικός).</p> + +<p>36) «Γνώμην, και διάλεξιν, και νουν ημίν παρέχουσι <br /> + «και τερατείαν, και περίλεξιν, και κρούσιν, και κατάληψιν».</p> + +<p>Σκοτεινόν το χωρίον τούτο, ιδία εις την ερμηνείαν των λέξεων +π ε ρ ί λ ε ξ ι ς, κ ρ ο ύ σ ι ς, κ α τ ά λ η ψ ι ς· εκ τούτων η μεν +π ε ρ ί λ ε ξ ι ς εξηγείται παρά τω Σχολιαστή ως π ε ρ ί φ ρ α σ ι ς +(=λόγων στριφογυρίσματα), η δε κ ρ ο ύ σ ι ς ως απάτη (=σοφίσματα) +και η κ α τ ά λ η ψ ι ς ως γ ν ώ σ ι ς, α ί σ θ η σ ι ς - τ η ς - +τ έ χ ν η ς· κυρίως όμως κ α τ ά λ η ψ ι ς ελέγετο παρά τοις μουσικοίς +η δοκιμή των χορδών, εάν ευρίσκωνται εις τον ωρισμένον τόνον (εξ ου και +μετέφρασα: λόγια δοκιμαστικά), εν γένει όμως το χωρίον, αποτελούμενον +από τεχνικούς όρους της εποχής, αλληγορικώς και τούτους λαμβανομένους, +είνε ανανταπόδοτον αυστηρώς.</p> + +<p>37) Εννοεί τους αποσταλέντας εις Θούριον (Σύβαριν) της Σικελίας +μάντεις προς κτήσιν της πόλεως και αποικισμόν, μεταξύ των οποίων ήτο +και ο Λάμπων, περί ου ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910 +σελ. 48.</p> + +<p>38) Υπαινίσσεται τους «περί ανέμων και υδάτων» συγγράψαντας ιατρούς, +μεταξύ των Οποίων και ο Ιπποκράτης έγραψε σύνταγμα περί αέρων, τόπων +και υδάτων. (Παράβαλε «Θεσμοφοριαζούσας» στ. 27). Προς τούτο λαμβάνει +αφορμήν εκ της παρουσίας των Νεφελών.</p> + +<p>39) «Σφραγιδονυχαργοκομήτας»: ήτοι τους εις μηδέν άλλο ασχολουμένους +ειμή εις την υπερβολικήν επιμέλειαν της κόμης και των ονύχων και +κοσμούντες τους δακτύλους δια πληθύος δακτυλιδιών.</p> + +<p>40) «Ασματοκάμπτας»: εννοεί τους διθυραμβοποιούς, των οποίων η +ποιητική και μουσική παραγωγή εθεωρείτο ως διαφθορά της τέχνης, +παρεμφερής προς την παρ' ημίν παραγωγήν των Μαλλιαρών. Τοιούτοι ήσαν +σύγχρονοι του Αρ. ο Κλεομένης, ο Φιλόξενος και ο Κινησίας, τον οποίον +σατυρίζει δια μακρών και αλλαχού: ίδε μεταφράσεις μου (εκδ. Φέξη 1910) +«Ορνίθων» σελ. 111 και «Λυσιστράτης» σελ. 67.</p> + +<p>41) Ο Τυφών ήτο εκατοντακέφαλον τέρας, το οποίον εκεραύνωσεν ο Ζευς +και έρριψεν εις τον Τάρταρον. Εις τούτον εθυσίαζον οι αρχαίοι μετά την +διάβασιν της καταιγίδος. Διά του χωρίου τούτου σατυρίζει τους +διθυράμβους και ιδία του Φιλοξένου, περί ου και περαιτέρω εις στίχον, +686, και εις «Σφήκας» στίχ. 84.</p> + +<p>42) Σατυρίζει τον διθυραμβοποιόν Ιερώνυμον τον Ξενοφάντου, έχοντα +λάσιον το σώμα, κίναιδον και ταυτοχρόνως παιδεραστήν. (Ίδε Αχαρνείς +στ. 388 και μετάφρασίν μου των «Εκκλησιαζουσών» εκδ. Φέξη 1910 σελ. +1).</p> + +<p>43) Σοφιστής κατέχων διακεκριμένην θέσιν εν τη πολιτεία και +καταχρασθείς το δημόσιον χρήμα, κωμωδηθείς δε και από τον Εύπολιν.</p> + +<p>44) Περί Κλεωνύμου πολλαχού αναφέρει ως ριψάσπιδος, δειλού. και +αισχρού (Νεφέλαι στ. 673, Σφήκες στ. 19), ψεύστου και λαιμάργου +(Αχαρνείς στ. 88). Ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910 +σελ. 30, 121.</p> + +<p>45) Περί τούτου ιδέ μετάφρασίν μου «Βατράχων» σελ. 46 και +«Λυσιστράτης» σελ. 52. (Έκδ. Φέξη 1910). Σατυρίζεται επίσης και εις +«Σφήκας» στ. 1187.</p> + +<p>46) Ο Πρόδικος ήτο αστρονόμος και διδάσκαλος της ρητορικής, περί του +οποίου και ο Πλάτων κάμνει λόγον εις τον Πρωταγόραν, και ο Ξενοφών εις +τα Απομνημονεύματα. Ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910, +σ. 61.</p> + +<p>47) «Αιθέριος δίνος».</p> + +<p>48) «Κρονίων όζων»: η φράσις αύτη απεδίδετο συνήθως εις τους +απλοϊκώς και αμαθώς ομιλούντας, προελθούσα εκ της παναρχαίας εορτής +των Κρονίων, ότε οι άνθρωποι ήσαν αμαθείς και απλοί εκ τούτων και η +μέχρις ημών λέξις κ ρ ο ν ό λ η ρ ο ς, ήτοι λέγων ανοησίας.</p> + +<p>49) «Βεκκεσέληνε»: από το «Βέκ» και «σελήνη». Ο βασιλεύς της +Αιγύπτου Σεσόγχοσις (παρ' Έλλησι Ψαμμήτιχος) θέλων να μάθη ποιον είνε +το αρχαιότερον όλων των εθνών, έκοψεν ανθρώπου τινός την γλώσσαν και +ενέκλεισεν αυτόν μεθ' ενός βρέφους, το οποίον ηλικιωθέν επρόφερε +πρώτην την λέξιν Βέκ· εκ τούτου ο Ψαμμήτιχος συνεπέρανεν, ότι ο +αρχαιότερος λαός ήσαν οι Φρύγες, εις των οποίων την γλώσσαν ο άρτος +ελέγετο β έ κ κ ο ς. Αύτη είνε η Ιστορία της λέξεως, η οποία ούτως εν +τη ενώσει της β έ κ και σ ε λ ή ν η, δηλοί κάτι παμπάλαιον και συνεπώς +μωρόν και παράλογον, εξ ου: γ ε ρ ω ξ ε κ ο υ τ ι ά ρ η ς.</p> + +<p>50)Περί Σίμωνος και Κλέωνος εσημείωσ' ανωτέρω. Και ο Θέωρος ως +επίορκος ωσαύτως κωμωδείται. (ίδε και «Σφήκας» στ. 47. «Ίππείς» στ. +608).</p> + +<p>51) Τα Διάσια ήσαν εορτή εν Αθήναις του Μειλιχίου Διος, αγόμενα την +8ην του μηνός Ανθεστηριώνος φθίνοντος, κατά τα οποία η πόλις εξήρχετο +πανδημεί έξω του τείχους.</p> + +<p>52) Η περίοδος αύτη μέχρι του στίχου «τσανακογλείφτης, σιχαμερός» +δέον ν' απαγγέλληται όσον το δυνατόν ταχέως από τον ηθοποιόν.</p> + +<p>53) Ο Χαιρεφών, ως είπομεν και ανωτέρω, ήτο λιπόσαρκος και +κακόμορφος. Ιδέ και κείμενο που παραπέμπει στην υποσημείωση 17.</p> + +<p>54) Ο Τροφώνιος ήτο λιθοξόος, κατασκευάσας υπόγειον ναόν εν Λεβαδεία, +καλούμενον άντρον του Τροφωνίου. Εις την είσοδον αυτού εκάθηντο οι +μυούμενοι γυμνοί, επιστεύετο δε ότι ηρπάζοντο υπό πνευμάτων και +ωδηγούντο εις το υπόγειον· επειδή δε εκεί απήντων δαίμονας και άλλα +ερπετά, εκράτουν πλακούντα, τον οποίον έρριπτον εις αυτά και +απηλλάσσοντο του διωγμού. (Παυσανίας Ι,ΙΧ, 39).</p> + +<p>55) Η κωμωδία αύτη εδιδάχθη και δια δευτέραν φοράν (έτος Β' της 89 +Ολυμπ.) ηττηθείσα κατά την α' παράστασιν ως εν τη εισαγωγή αναφέρω.</p> + +<p>56) Υπαινίσσεται την πρώτην του κωμωδίαν «Δαιταλείς», εν τη οποία +πρωτηγωνίστουν δύο διάφοροι χαρακτήρες, ο Σώφρων [νεανίας] και ο +Καταπύγων (κίναιδος, αισχρός) η κωμωδία εκείνη ήρεσεν εις το κοινόν, +μολονότι ο ποιητής έγραψεν αυτήν εις νεαράν ηλικίαν.</p> + +<p>57) Εις την τραγωδίαν του Αισχύλου «Χοηφόροι» η Ηλέκτρα, ερχομένη εις +τον τάφον του πατρός της, αναγνωρίζει τον αδελφόν της Ορέστην εκ της +κόμης του. Εννοεί δια τούτου ότι και αι «Νεφέλαι», αναζητούσαι τους +παλαιούς κριτάς των «Δαιταλών», θα τας αναγνωρίσουν από την σοφίαν, +όπως η Ηλέκτρα τον Ορέστην από την κόμην.</p> + +<p>58) Συνήθως οι κωμικοί υποκριταί εισήρχοντο εις την σκηνήν εζωσμένοι, +χάριν αστειότητος, δερμάτινα αιδοία.</p> + +<p>59) «Ιού, ιού» σχετλιαστικόν και σύνηθες εις τους τραγωδούς. +Σημειωτέον ότι όσα ανωτέρω κατηγορεί ως κακόζηλα διά την τέχνην, +ηκολούθησε και ο ίδιος εις τας κωμωδίας του. Λ χ. εις τας «Σφήκας» +εισάγει τον κόρδακα· εις την «Λυσιστράτην» τους φέροντας τα σκύτινα +αιδοία· τον γέροντα εις τους «Όρνιθας» και τους φαλακρούς εις την +«Ειρήνην»· τας δε δάδας εισάγει εις τους «Βατράχους», εις την +«Λυσιστράτην» και εις αυτάς τας «Νεφέλας» ως και το «ιού, ιού».</p> + +<p>60) Κατά του Κλέωνος έγραψεν ειδικώς ο Αρ. τους «Ιππείς».</p> + +<p>61) Περί Υπερβόλου ιδέ κατωτέρω σημείωσιν 3.</p> + +<p>62) Ο Εύπολις ήτο δόκιμος κωμωδιογράφος σύγχρονος και συναγωνιστής +του Αρ., εκ των κωμωδιών του οποίου περιεσώθησαν περικοπαί τινες παρ' +Αθηναίω· ως εξάγεται εκ της ανωτέρω περικοπής, είχεν αναβιβάση επί της +σκηνής και «Ιππείς». Ενταύθα πρόκειται περί της κωμωδίας «Μαρικάς» +γραφείσης υπό του Ευπόλιδος προς διακωμώδησιν του Υπερβόλου, περί ου +πολλαχού ο Αρ. αναφέρει (Νεφ. 1065, Ειρ. 1320, Αχαρν. 845, Θεσμ. 840, +Ιππείς 739. Ιδέ και «Βατράχους» μετάφρασίν μου, εκδ. Φέξη 1910,σελ. +59).</p> + +<p>63) Του κόρδακος· γραίαν δε εννοεί την μητέρα του Υπερβόλου.</p> + +<p>64) Περί Φρυνίχου κωμωδιογράφου ιδέ μετάφρασίν μου «Βατράχων» σελ. 7 +(εκδ. Φέξη 1910)· ο δε αναφερόμενος εν σελίδι 67 της μεταφράσεώς μου +των «Ορνίθων» καθώς και εν σελ. 90 των «Βατράχων» είνε ο παλαιότερος +τραγικός ποιητής. (Ιδέ και «Σφήκας στ. 1490).</p> + +<p>65) Κατά τον Σχολιαστήν ο Έρμιππος δεν έγραψεν ειδικώς κωμωδίαν διά +τον Υπέρβολον, ανέφερεν όμως αυτόν εις την κωμωδίαν του «Αρτοπώλιδες».</p> + +<p>66) Των εγχέλεων; αντί «των λέξεων» φράσις την οποίαν μεταχειρίζεται +και εις τους «Ιππείς» (στ. 86).</p> + +<p>67) «Παφλαγόνα»: Εννοεί τον Κλέωνα, τον οποίον ονομάζει βυρσοδέψην, +ως και εις Ιππείς στ. 470 (ιδέ Νεφέλας 586, Αχαρνείς 376, 502, και +μετάφρ. μου Βατράχων, εκδ. Φέξη 1910, σελ. 59, 60). Ως δικαίως +εικάζουσί τινες, κρίνοντες εκ του χωρίου τούτου, ο Αρ. έφερε κατά +καιρούς τροποποιήσεις εις τας Νεφέλας. Διότι, ενώ ανωτέρω φέρει τον +Κλέωνα ως αποθανόντα, ενταύθα τον σατυρίζει ως ζώντα. Eκ τούτου +εικάζεται ότι η δευτέρα αύτη περίοδος είνε του παλαιού κειμένου, η δε +προηγουμένη προσετέθη κατόπιν, μετά τον θάνατον του Κλέωνος.</p> + +<p>68) Επί Στρατοκλέους κατά το προηγούμενον έτος είχε γίνη έκλειψις +σελήνης, χειροτονουμένου δε του Κλέωνος εις στρατηγόν, εγένετο κατά +σύμπτωσιν έκλειψις ηλίου.</p> + +<p>69) Η Άρτεμις.</p> + +<p>70) Βάκχαι.</p> + +<p>71) «Αλλ' άνω τε και κάτω κυδοιποδάν:» Ενταύθα ο Αρ. υπαινίσσεται την +μεταρρύθμισιν του παλαιού ημερολογίου υπό του αστρονόμου Μέτωνος (περί +ου ιδέ μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910 σελ. 8). Ούτος κατά το +α' έτος της ΠΖ' Ολυμπιάδος (432 π. χ ) ήτοι έν έτος προ της ενάρξεως +του Πελ. πολέμου, είχε καθορίση το μεν ηλιακόν έτος εις 365 ημέρας και +12 ώρας, το δε σεληνιακόν εις 354 ημ. και 9 ώρας επί τη βάσει περιόδου +19 ετών. Το νέον τούτο μετρικόν του χρόνου σύστημα εκαλείτο «χρυσούς +κύκλος του Μέτωνος», υπήρξε δε αιτία να μετατοπισθούν αι ημέραι των +ιδιαιτέρων δι' έκαστον θεόν εορτών, ώστε αντί λ. χ. της εορτής του +Διός να τελήται η του Ποσειδώνος και καθεξής.</p> + +<p>72) Μέμνων και Σαρπηδών, υιοί του Διός αποθανόντες εν Τροία, δια τον +θάνατον των οποίων, κατά διαταγήν του Διός, οι θεοί ήγον πένθος, +νηστεύοντες ωρισμένην ημέραν του έτους.</p> + +<p>73) «Ι ε ρ ο μ ν η μ ο ν ε ί ν:» Ι ε ρ ο μ ν ή μ ο ν α ς εκάλουν +τους αποστελλομένους εις το Αμφικτυονικόν Συνέδριον τέσσαρας εξ +εκάστης πόλεως αντιπροσώπους ως συνέδρους· εκ τούτων, δύο εκαλούντο +Π υ λ α γ ό ρ α ι, εκ της Πυλαίας (Θερμοπυλών), ένθα συνεκροτείτο κατά +το φθινόπωρον το Συνέδριον, και κατά το θέρος συνεκροτείτο εις +Δελφούς. (Ιδέ και Θεσμοφ. στ. 30). Οι ιερομνήμονες ούτοι καλούνται +παρ' Ομήρω και απλώς μ ν ή μ ο ν ε ς (Οδυσ. Θ 163 — : )</p> + +<p> φόρτου τε μνήμων και επίσκοπος ήσιν οδαίων.</p> + +<p>74) Φαίνεται ότι κατά σύμπτωσιν είχεν αναρπάση ο αήρ εκ της κεφαλής +του Υπερβόλου τον δάφνινον στέφανον του συνέδρου.</p> + +<p>75) Ο χ ο ί ν ι ξ ήτο το 1/4 του μ ε δ ί μ ν ο υ ισοδυναμών προς +324 δράμια. Διά τούτο παρεξηγών κατωτέρω ο Στρεψ. το στιχουργικόν τ ε +τ ρ ά μ ε τ ρ ο ν του Σωκρ. υπονοεί ως τ ε τ ρ ά μ ε τ ρ ο ν το 1/2 +του μεδίμνου, το οποίον είνε 4 χ ο ί ν ι κ ε ς, δηλ. δωδεκάμετρον.</p> + +<p>76) «Ημιεκτέον» δηλ. η μ ί ε κ τ ο ν το 1/12 του μεδίμνου.</p> + +<p>77) «Ρυθμός... κατ' ενόπλιον:» είδος ρυθμού, προς τον οποίον εχόρευον +ένοπλοι και σείοντες τα όπλα, άλλως και Κουρητικός χορός· ο ρυθμός +ούτος συνέκειτο από 2 δακτύλους και 1 σπονδείον. «Ρυθμός κατά +δάκτυλον:» Ο Σωκρ. εννοεί τον μετρικόν, παρεξηγών δε προς το αισχρόν ο +Στρεψ. διαθέτει τον μέσον δάκτυλον εις ασελγές σχήμα.</p> + +<p>78) Το αρχαίον κείμενον φέρει την λέξιν «αλεκτρυών» (στ. 66) την +οποίαν θεωρώ ως ορθοτέραν, αλλά μη αποδιδομένην, όπως η λέξις «αετός» +εις την καθ' ημάς διά διγενοφανούς τύπου· ότι δε λ. «αλεκτρυών» είνε +διγενής εν τη αττική διαλέκτω, μαρτυρούσιν ικανά χωρία αττικών +ποιητών, αναφερόμενα παρά τω Σχολιαστή. Και ο Α. Ρ. Ραγκαβής προτιμά +την γραφήν «αετός» διά τον αυτόν λόγον.</p> + +<p>79) Ενταύθα ο Κλεώνυμος σατυρίζεται και ως πένης, παράσιτος και +λαίμαργος.</p> + +<p>80 Σατυρίζει Σώστρατόν τινα γνωστόν επί θηλυπρεπεία, του οποίου το +όνομα μεταβάλλει εις θηλυκόν: Σ ω σ τ ρ ά τ η. Ο Α. Ρ. Ραγκαβής +υποθέτει ότι είνε ο παρά Λυσία (Θ. 1) αναφερόμενος συκοφάντης.</p> + +<p>81) Εννοεί τον αυτόν, ως ανωτέρω, Κλεώνυμον, τον οποίον πολλαχού +σατυρίζει ως θηλυπρεπή και ρίψασπιν. (Αχαρν. 88, Σφ. 19, ιδέ και +μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910 σελ. 30,120).</p> + +<p>82) Ονόματα εταιρών της εποχής.</p> + +<p>83) Γνωστοί θηλυπρεπείς. Ο Φιλόξενος σατυρίζεται και εις Σφήκας στ. +84, και ο Αμυνίας στ. 74, 1267 και εξής.</p> + +<p>84) Ενταύθα ο Αρ. παίζει με την κατάληξιν ί α (του Αμυνία) λαμβάνων +αυτήν ως κατάληξιν θηλυκού ονόματος· επομένως απέδωκα δια το +εκφραστικώτερον Αμυν ί τ σ α (ιδέ και υποσ. 9).</p> + +<p> +85) Είπε Κ ο ρ ί ν θ ι ο ι παίζων προς την λέξιν κ ό ρ ε ι ς +(κορέοι), διότι κατά την εποχήν έκείνην οι Κορίνθιοι ήσαν εις πόλεμον +με τους Αθηναίους.</p> + +<p>86) Εννοεί την αποδιδομένην ρυπαρότητα και καχεξίαν εις τους περί +τον Σωκράτην (ιδέ και στίχο «έχοντας μαυροκίτρινο [καθώς αυτοί] το +χρώμα;»).</p> + +<p>87) «Φρουράς άδων ολίγου φρούδος γεγένημαι»: διά του φ ρ ο υ ρ ά ς +ά δ ω ν εννοεί τους φρουρούς, οι οποίοι, διά να μη καταληφθούν υπό του +ύπνου, ετονθόρυζον άσματα. Το δε φ ρ ο ύ δ ο ς είνε βεβιασμένον +λογοπαίγνιον αναγόμενον εις τας ανωτέρω επαναλήψεις της λέξεως ταύτης +(στίχος κειμένου 718, 719) και οιονεί συνέπεια της φράσεως εν +φ ρ ο υ ρ ά ά δ ω ν(=φρούδον).</p> + +<p>88) «Νους αποστερητικός:» εννοεί σκέψιν προς αποστέρησιν της πληρωμής +των δανειστών.</p> + +<p>89) Οι Θεσσαλοί εθεωρούντο διάσημοι εις τας μαγείας των και ιδία αι +γυναίκες, η δε φήμη αυτη εξηκολούθησε μέχρι των βυζαντινών χρόνων. Αι +γυναίκες εκείναι ισχυρίζοντο ότι κατεβίβαζον την Σελήνην με επωδούς.</p> + +<p>90) Ανάγεται εις την παρατήρησιν του ιδίου Στρεψιάδου που παραπέμπει +στην υποσημείωση 7.</p> + +<p>91) Διά την γραφήν, ίσως δε πλειότερον εις τα δικαστήρια, +μετεχειρίζοντο συνήθως πινακίδας κηρωμένας.</p> + +<p>92) Διά του όρκου τούτου ο Αρ. υπαινίσσεται την πατρικήν του +Σωκράτους τέχνην, την γλυπτικήν, την οποίαν ηκολούθησε και εκείνος, +πολλούς ανδριάντας γλύψας· λέγεται μάλιστα ότι έγλυψε και τας τρεις +Χάριτας Θάλειαν, Πειθώ και Αγλαΐαν, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την +Ακρόπολιν, όπισθεν του αγάλματος της Αθηνάς.</p> + +<p>93) Σατυρίζει και πάλιν την Κοισύραν, την μητέρα του Μεγακλέους, περί +της οποίας ιδέ και σημ. 11. (Αχαρν. 618).</p> + +<p>94) Ο Μεγακλής, περί του οποίου κάμνει λόγον και προηγουμένως (ιδέ +στίχο που παραπέμπει σε υποσ. 11) είχε σπαταλήση την πατρικήν +περιουσίαν, εννοεί δε ενταύθα ο Αριστοφ. ότι μόνον οι κίονες είχον +απομείνη εκ του οίκου του. (Ιδέ και Αχαρν. 61)</p> + +<p>95) Ιδέ υποσημείωση 47.</p> + +<p>96) Ο Σωκράτης ήτο, ως γνωστόν, γνήσιος Αθηναίος· ενταύθα όμως ο Αρ. +τον ονομάζει Μήλιον διαβάλλων αυτόν επί ασεβεία, καθόσον μετά την +καταδίκην του Μηλίου Διαγόρου επί ασεβεία (ιδέ μετάφρασίν μου +«Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 9) και ετέρου Μηλίου, του Αρισταγόρου, +υβρίσαντος τα Ελευσίνια μυστήρια, τον τίτλον Μ ή λ ι ο ς απέδιδον +εις τους ιεροσύλους και ασεβείς.</p> + +<p>97) Αναφέρεται σε κείμενο λίγο πριν από την παραπομπή στην υποσ. 21.</p> + +<p>98) Εις το κείμενον υπάρχει η λέξις α λ ε κ τ ρ υ ώ ν, η οποία εις +την αττικήν διάλεκτον ελαμβάνετο και διγενώς: ο α λ ε κ τ ρ υ ώ ν +(πετεινός) και η α λ ε κ τ ρ υ ώ ν (όρνις)· εις την καθ' ημάς +δημοτικήν μόνον η λέξις π ο υ λ ε ρ ι κ ό αντιστοιχεί διγενώς, και +ταύτην επροτίμησα, δια να εννοηθή από σκηνής το παίγνιον του ποιητού.</p> + +<p>99) Μη νυν το λοιπόν»: Δεν θα ήνε και εις το μέλλον όπως έως τώρα.</p> + +<p>100) «Γηγενείς»: ούτως ονομάζων τους περί τον Σωκράτην, εννοεί τους +Γίγαντας και Τιτάνας, επαναστατήσαντάς ποτε κατά των θεών, και +επομένως α σ ε β ε ί ς.</p> + +<p>101) «Καταπεφρόντικα»: ενταύθα μετεχειρίσθη την λέξιν ο Στρ. δίδων +να υπονοηθή ότι απεγυμνώθη χάριν της σοφίας των φροντιστών +(διδασκάλων, φιλοσόφων), εξ ου και έπλασα την ανωτέρω λέξιν, η οποία +δέον ν' απαγγέλλεται από τον ηθοποιόν, συνοδευομένη ταυτοχρόνως και +διά της γνωστής κινήσεως των δακτύλων προς συμβολισμόν της κλοπής· +περίπου ωσάν να έλεγε: «μ ο υ τ α σ ο ύ φ ρ ω σ α ν».</p> + +<p>102) Ο Περικλής καταναλώσας τα εν τη Ακροπόλει χρήματα διά τον +Πελοποννησιακόν πόλεμον και λογοδοτήσας, προκειμένου περί 10 ή 20 +ταλάντων δεν έδωκε λεπτομερή λογαριασμόν, αλλ' απήντησεν απλώς: «Ες το +-»δέον ανήλωκα». (Ιδέ Πλούταρχ. εις β. Περικλέους, ΙΙΙ, 22, 2). +Ενταύθα ο Στρ. παρανοών την ιστορικήν φράσιν του Περικλέους αντί του +α ν ή λ ω κ α λαμβάνει την λέξιν α π ώ λ ε σ α.</p> + +<p>103) Ηλιαστής, μέλος του δικαστηρίου της Ηλιαίας. (Ιδέ και μετάφρασίν +μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 1).</p> + +<p>104) Εννοεί είδος πλακούντος εις σχήμα αμάξης, ή ξύλινον παιδικόν +άθυρμα, ως τα σημερινά αμαξίδια.</p> + +<p>105) Εορτήν του Μειλιχίου Διός. Ιδέ υποσημ. 51.</p> + +<p>106) «Χαύνωσιν αναπειστηρίαν»: «όταν του αντιδίκου προβάλλοντος +λόγους πιθανούς, εις τουναντίον τις αυτούς περιτρέψη, και χαύνους και +ασθενείς ποιήση, διά των λόγων αυτού αναπείσας τους δικαστάς, ως άρ' +αληθή λέγει (Σχολιαστής).</p> + +<p>107) Περί Υπερβόλου ιδέ υποσημ. 62.</p> + +<p>108) «Βωμολόχος»: περί της λέξεως ιδέ «Βατράχους» εκδ. Φέξη. 1910 +σελ. 42.</p> + +<p>109) Παρωδία εκ της τραγωδίας του Ευριπίδου «Τήλεφος» περί του οποίου +ιδέ και μετάφρασίν μου «Βατράχων» εκδ. Φέξη. 1910. σελ. 84, 104, 121, +133 και «Αχαρνείς» στ. 430 κ. ε.</p> + +<p>110) «Πανδελετείους»: ο Πανδέλετος ήτο διαβόητός τις συκοφάντης και +φιλόδικος, τον οποίον εκωμώδησε και ο Κρατίνος. Ενταύθα κατηγορεί και +τους ρήτορας ως απογυμνούντας τους πτωχούς.</p> + +<p>111) «Γνωμοτύποις»: ιδέ και μετάφρασίν μου «Βατράχων» εκδ. Φέξη +1910, σελ. 87.</p> + +<p>112) Αρχή παλαιού άσματος του ποιητού Φρυνίχου ή του Λαμπροκλέους +αρχόμενον ούτω:</p> + +<p> «Παλλάδα περσέπολιν κλήζω πολεμαδόκον αγνάν, <br /> + Παίδα Διός μεγάλου δαμάσιππον».</p> + +<p>113) «Τηλέπορόν τι βόημα λύρας»: στίχος έκ τινος ποιήματος Κυδίου +του Ερμιονέως.</p> + +<p>114) Ο Φρύνις ήτο κιθαρωδός Μυτιληναίος, λέγεται δε ότι αυτός πρώτος +εκιθάρισεν εις τας Αθήνας τόσον επιτυχώς και κατά νέαν μέθοδον, ώστε +επί Καλλίου άρχοντος εκρίθη νικητής εις τα Παναθήναια. Περί του +μουσικού τούτου υπάρχει και ιδιαιτέρα μελέτη του Burette (Memoires de +l' Academie des Inscriptions Tom. X. . . p. 268.</p> + +<p>115) Είς τι των κειμένων υπάρχει (υπ' αριθ. 970) ο στίχος: «αυτός +δείξας, ένθ' αρμονίαις χιάζων ή αιφνιάζων», ο οποίος όμως δεν +ερμηνεύεται παρά τω αρχαίω σχολιαστή· του στίχου τούτου έδωκα κατά +προσέγγισίν τινα ερμηνείαν λόγω της σκοτεινότητος αυτού, και ιδίως εις +τας λέξεις χιάζω και σιφνιάζω, των οποίων η τελευταία υπονοεί βεβαίως +αισχρόν τι, καθόσον η λέξις αύτη προήρχετο εκ της ροπής των τότε +Σιφνίων εις την παρά φύσιν συνουσίαν (καταπυγοσύνην).</p> + +<p>116) Τα Διιπόλια ήσαν αρχαιοτάτη εορτή, τα και άλλως Διάσια. Κατά την +εορτήν εκείνην έφερον τέττιγας χρυσούς επί της κεφαλής.</p> + +<p>117) Κηκείδης ήτο παλαιός ποιητής διθυράμβων.</p> + +<p>118) Τα Βουφόνια ήσαν ωσαύτως παλαιά εορτή μετά τα Ελευσίνια μυστήρια +αγομένη, καθ' ην εθυσίαζον βουν.</p> + +<p>119) Εις τα Παναθήναια εχόρευον νέοι ενόπλως, ο δε χορός εκαλείτο της +Τ ρ ι τ ο γ ε ν ε ί α ς, εκ του ονόματος της Αθηνάς. Τ ρ ι τ ώ +εκαλείτο αιολιστί η κεφαλή, Τριτογένεια δε η Αθηνά ως γεννηθείσα εκ +της τριτούς (κεφαλής) του Διός· (ιδέ και «Λυσιστράτην» εν μεταφράσει +μου έκδ. Φέξη, 1910. σελ. 30).</p> + +<p>120) Ιαπετός: ήτο είς των Τιτάνων, εθεωρείτο δε ως θεός παλαιότερος +και του Κρόνου.</p> + +<p>121) Οι υιοί του Ιπποκράτους Τελέσιππος, Δημοφών και Περικλής +εκωμωδήθησαν ως μωροί και απαίδευτοι· περί τούτων έγραψε και ο Εύπολις +εν «Δήμοις»:</p> + +<p> Ιπποκράτους τε παίδες εκβόλιμοί τινες + βληχητά τέκνα ουδαμώς του νυν τρόπου.</p> + +<p>122) «Βλιτομάμμας»: τρώγων βλίτα, ηλίθιος. Ακριβώς όρος αντίστοιχος +προς την εν χρήσει σήμερον παρά τω λαώ «έφαγε βλίτα», καθόσον το +βλίτον έκτοτε εθεωρείτο ως ανούσιον χόρτον.</p> + +<p>123) «Δίκης γλισχραντιλογεξεπιτρίπτου».</p> + +<p>124) Εις την Ακαδημίαν υπήρχε δάσος ελαίων, αι οποίαι εθεωρούντο εν +Αττική ιεραί, και εκαλούντο «μορίαι».</p> + +<p>125) Η λεύκη εθεωρείτο ως σύμβολον νικητού αγώνος, αφ' ης ο Ηρακλής, +κομίσας τον Κέρβερον εκ του Άδου, εστέφθη δι' αυτής· λέγεται δε ότι εκ +του ιδρώτος του ελευκάνθη η μία όψις του φύλλου της λεύκης.</p> + +<p>126) «Απραγμοσύνη»: εννοεί την αδιαφορίαν προς τα πολιτικά πράγματα, +αλλά ταυτοχρόνως και φυτόν τι φέρον το όνομα τούτο, και φυόμενον παρά +την Ακαδημίαν. Η λέξις δυσανταπόδοτος.</p> + +<p>127) Πολλοί Αντίμαχοι αναφέρονται παρά τοις κωμικοίς· ούτος, ωραίος +ων, κωμωδείται και επί θηλυπρεπεία.</p> + +<p>128) «Στατήρας»: Ο στατήρ ήτο νόμισμα χρυσούν αντιστοιχούν προς +τέσσάρας δραχμάς αθηναϊκάς, ο περσικός ήτο χρυσούς είκοσι οκτώ +δραχμών, ο δε φωκαϊκός μικρότερος.</p> + +<p>129) Ο Πηλεύς κατά τον Απολλόδωρον (Γ' 1) αφέθη από τον Άκεστον, +βασιλέα της Ιωλκού γυμνός εις τα θηρία· έλαβε δε παρά των θεών διά του +Ερμού μάχαιραν προς υπεράσπισίν του, αμειβόμενος διά την σωφροσύνην +του απέναντι της Ιππολύτης, συζύγου του Ακέστου, η οποία τον είχεν +αγαπήση.</p> + +<p>130) Περί Υπερβόλου ιδέ υποσ. 62.</p> + +<p>131) Ο κότταβος ήτο παίγνιον μεταφερθέν εκ της Σικελίας και +παιζόμενον εις τα συμπόσια, επαίζετο δε κατά εννέα τρόπους, εκ των +οποίων ο συνηθέστερος ήτο ο εξής: εις λεκάνην επί τούτω +κατεσκευασμένην έσταζον τον εναπολειφθέντα εις το ποτήριον οίνον, +συνήθως εις ενθύμησιν απόντος φίλου, και εμάντευον από τον κρότον των +σταλαγμών.</p> + +<p>132) «Ραφανιδωθή». Ρ α φ α ν ί δ ω σ ι ς ελέγετο ειδική δια τους +μοιχούς τιμωρία, εις τον πρωκτόν των οποίων εισήγον ραφανίδα και +μαδώντες αυτούς εκ των τριχών, τους επέπασσον με θερμήν τέφραν.</p> + +<p>133) Την αυτήν κατά των ρητόρων μομφήν επαναλαμβάνει εις τας +«Εκκλησιαζούσας» (ιδέ μετάφρασίν μου σελ. 11 εκδ. Φέξη 1910).</p> + +<p>134) «Ένη και νέα»: δηλαδή παλαιά και νέα σελήνη, καθόσον η ημέρα +της νέας σελήνης αποτελεί ούτως ειπείν κοινόν σημείον μεταξύ της +προηγουμένης και της νέας.</p> + +<p>135) «Τα πρυτανεία»: ούτως εκαλούντο χρηματικαί προκαταβολαί +απέναντι των εξόδων της δίκης, κατατεθειμέναι εις το δημόσιον εκ +μέρους των διαδίκων, κατ' άλλους δε εκ μέρους μόνον του ενάγοντος, και +εζημιούτο ο χάνων την δίκην.</p> + +<p>136) Χους ή χοεύς ήτο μέτρον χωρητικότητος, το 1/12 του μετρητού, +ήτοι δύο οκάδες και 172 δράμια.</p> + +<p>137) «Κάρδοπον την καρδόπην»: δυσανταπόδοτος η έκφρασις εις την +γλώσσαν της μεταφράσεως, καθόσον εν τη αρχαία η λέξις κάρδοπος +παρουσιάζεται υπό του ποιητού υπό τύπον αρσενικού ονόματος προς +διαστολήν από της λ. καρδόπη, παρουσιαζομένης υπό τύπον ονόματος +θηλυκού.</p> + +<p>138) Ο Καρκίνος ήτο τραγωδός, πατήρ τριών τέκνων, Ξενοκλέους, +Ξενοτίμου και Ξενάρχου, οίτινες ήσαν τραγικοί χορευταί μικρόσωμοι, +καλούμενοι ως εκ τούτου και όρτυγες (Ειρ. 78). Εκ τούτων ο Ξενοκλής +ήτο και τραγικός ποιητής (Σφήκ. 1501, 1505 κ. ε., Θεσμ. 169, 440).</p> + +<p>139) Παρωδεί στίχους εκ της τραγωδίας του Ξενοκλέους «Λικύμνιος», δια +των οποίων κλαίει η Αλκμήνη τον φονευθέντα υπό του Τληπολέμου +Λικύμνιον (Παράβλ. «Όρνιθας» έκδ. Φέξη 1910 σελ. 10).</p> + +<p>140) Σ α μ φ ό ρ α ς: ίππου όνομα, αποδιδόμενον εις τον Αμυνίαν, κατ' +άλλους δε εις παρόντα τινά κλητήρα ή μάρτυρα (ιδέ και υποσημ. 7).</p> + +<p>141) Σειραφόρος: ίππος ζευγνύμενος έξω του ζυγού.</p> + +<p>142) Αναφέρεται εις παλαιόν τι άσμα του Σιμωνίδου.</p> + +<p>143) Οι ψάλλοντες του Αισχύλου τους στίχους κατά τα δείπνα ή κατά +τους μουσικούς αγώνας εκράτουν κλάδους μυρσίνης, οι δε ψάλλοντες τα +Ομηρικά έπη, εκράτουν δάφνην.</p> + +<p>144) Εννοεί την τραγωδίαν του Ευριπίδου «Αίολος», εν τη οποία ο +Μακαρεύς είνε εραστής της αδελφής του Κανάχης· (Ιδέ και μετάφρασίν μου +Βατράχων, έκδ. Φέξη 1910 σελ. 10).</p> + +<p>145) Αναστρέφει την δια του Σωκρ. προς τον /Στρεψ./ διαβιβασθείσαν +διδασκαλίαν.</p> + +<p>146) «Χυτρεούν όντα»: ο Στ. παίζει με την λέξιν Δ ί ν ο ς +συμπίπτουσαν και με το όνομα πηλίνου τινός αγγείου, ή κατ' άλλους με +μηχάνημα οστράκινον σφαιρικόν παρεμφερές προς χύτραν.</p> + +<p> +</p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Clouds, by Aristophanes + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CLOUDS *** + +***** This file should be named 30719-h.htm or 30719-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/0/7/1/30719/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + diff --git a/30719-h/images/page1.jpg b/30719-h/images/page1.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..2b39402 --- /dev/null +++ b/30719-h/images/page1.jpg |
