diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:57:22 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:57:22 -0700 |
| commit | 0ad4c2325a9d0940184e223aa4d909e5d1e7cf61 (patch) | |
| tree | 3de0596efba25e479a4c2ff2f6f9b9d34a9e8814 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 32304-0.txt | 2553 | ||||
| -rw-r--r-- | 32304-0.zip | bin | 0 -> 54376 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 2569 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/32304-0.txt b/32304-0.txt new file mode 100644 index 0000000..24ee7d2 --- /dev/null +++ b/32304-0.txt @@ -0,0 +1,2553 @@ +The Project Gutenberg EBook of Love (trilogy), by Christos Christovasilis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Love (trilogy) + +Author: Christos Christovasilis + +Release Date: May 9, 2010 [EBook #32304] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOVE (TRILOGY) *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed. Bold words have been included in &. Words in +italics have been included in _. Footnotes within notes +have been placed immediately below the note and have been +indented + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. +Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. +Σημειώσεις μέσα στις σημειώσεις έχουν τεθεί ακριβώς από κάτω +από την σημείωση. + +Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ + +Η ΑΓΑΠΗ +(ΤΡΙΛΟΓΙΑ) + +Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ - Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ - Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ +ΑΘΗΝΑ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΟΥ +1906 + + + +Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ + + + + Ψηλά σε ράχην ώμορφη και δεντροστολισμένην, + Οπούχε κάμπους γύρα της και λόγγους και λειβάδια, + Και βρύσες δέκα τέσσερες, εφτάκρουνες, δροσάτες, + Με κάνναλες ολάργυρες και γούρνες μαρμαρένιες, + Είταν ‘νας Πύργος πάμπαλιος, χίλιων χρονώνε πύργος, + Πούχε τους τοίχους του πλατυούς, γερούς, βραχοχτισμένους, + Πράσινους, καταπράσινους και με κισσούς ντυμένους, + Υπέρψηλα παράθυρα με σιδηριές φραγμένα + Και θύρα δίφυλλη χοντρή, σιδηροσκεπασμένη, + Πάντα κλεισμένη και βουβή, μανταλωμένη πάντα, + Και μέσα κάθονταν κλειστή με τετρακόσιες δούλες, + Ωριοπανώρια κορασιά, στον κόσμο ξακουσμένη, + Ρηγάγγονο, ρηγόπαιδο, μοναχοθυγατέρα, + Πούχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος + Και τον λαμπρόν αυγερινό στη φλογερή ματιά της, + Κι’ εννιά λιοντάρια για σκυλλιά στους άλυσους δεμένα, + Π’ όλην τη νύχτα τ’ άφινε λυτά να τριγυρίζουν + Μες στες πλατύχωρες αυλές, τες μαρμαροστρωμένες, + Να τη φυλάν κοιμάμενη, σαν μπιστεμένοι φίλοι, + Μην έμπουν μέσα αλλόφυλοι, κι’ εχτροί και την αρπάξουν, + Για να ονειρεύεται ήσυχη στ’ ολόχρυσο κρεβάτι + Το παλληκάρι τώμορφο, το χιλιοπαινεμένο, + Που θα βρισκόντανε ποτέ στη γη την οικουμένη, + Να τώπαιρνε για ταίρι της, να του άνοιγε του Πύργου + Τη θύρα την κατάκλειστη, μαζί με την καρδιά της. + + Είταν η Κόρη ολάρφανη πο μάνα, πο πατέρα.... + Οι Μοίρες αι σκληρόκαρδες την είχανε μοιράνει,(1) + Που αν μάθαινε την τύχη της, το μαύρο ριζικό της, + Θάχανε τους γονέους της και μοναχή θα ζούσε.... + (Την έμαθε τη μοίρα της, το μαύρο ριζικό της + Κ’ έχασε τους γονέους της και μοναχή της ζούσε) + Κι’ αν έβγαινε και μια στιγμήν από τον Πύργον έξω, + Θάχανε και τον Πύργο της και τ’ άπειρα της πλούτη + Και το ψωμί θα λίμαζεν, όσον καιρό κι’ αν ζούσε, + Κι’ αν όποιον έπαιρν’ άντρα της κι’ αν όποιον αγαπούσε + Δεν είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + Θα ρεύανε τα μάτια της, πο το πολύ το κλάμα + Και πάντα μες στη σκοτεινιά θεότυφλη θα ζούσε. + Κι’ η Κόρη, ξέροντας καλά το μαύρο ριζικό της, + Δεν έβγαιν’ έξω κάμποτε, μόν’ κάθονταν κλεισμένη + Και γύρευε άντρα ανεύρισκον σ’ Ανατολή και Δύση, + Που να είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι. + + Προξενητάδες πέζευαν στον Πύργο καθεμέρα + Της Κόρης της πεντάμορφης, της ξακουσμένης Κόρης, + Άλλοι σταλμένοι απ’ άρχοντες, κι’ από ρηγάδες άλλοι, + Και προξενιές της φέρνανε και τη ζητούσαν νύφη + Για ζηλευτά ρηγόπουλα, για πρώτους αφεντάδες, + Κι’ εκείνη πάντα αρνώντανε το λόγο της να δώση, + Κι’ ουδέ ρηγόπουλο ήθελε, κι’ ουδέ κανέν’ αφέντη, + Αλλ’ ήθελε άξιον κι’ ώμορφο, γερόν και παλληκάρι, + Που να μην έχη ταίρι του σ’ όλη την οικουμένη, + Στη δύναμη, στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι, + Και μαραμένοι γύριζαν όλ’ οι προξενητάδες, + Χωρίς την αρραβώνα της την πολυζηλεμένη. + Κι’ η Κόρη κάθονταν κλειστή, πικρή και μαραμένη, + Κι’ ως που να βρη το ταίρι της κατά την αρεσιά της, + Καθώς αι μαύρες Μοίρες της την είχανε μοιράνει. + Τρεις ώρες εστολίζονταν ακέριες κάθε μέρα, + Μπρος σε διαμαντοστόλιστον κι’ ολόχρυσον καθρέπτη, + Και ξένταε και χτένιζε μακρυά μαλλιά και μαύρα, + Με διαλυστήρι ολόχρυσο και λεφαντένιο χτένι, + και τάπλεγε μακρυά-μακρυά και τάφκιανε πλεξίδες, + Σταυροδεμένες ώμορφα στη μέση στη χωρίστρα. + Τρεις άλλες ώρες έγνεθε μετάξι διαλεγμένο, + Μ’ αδράχτι, βέργα, μάλαμμα, σφοντύλι διαμαντένιο, + Και ρόκα χρυσοκέντητη με χίλια δυο κεντίδια + Κι’ έβγαζε γνέμα κάτασπρο, σα φεγγαριού λαμπρύλες.... + Άλλες τρεις ώρες ύφαινε μεταξωτά διασίδια + Σε λεφαντένιον αργαλειό με χρυσαφένιο χτένι + Κι’ έβγαζε βλάρια το πανί μ’ ολάργυρη σαΐτα, + Κι’ άλλες τρεις ώρες κάθονταν ψηλά στο παραθύρι, + Κι’ αγνάτευε κατάκαμπα κι’ αγνάτευε τες ράχες, + Να ιδή το νιο που ωρέγονταν, τον ποθητό λεβέντη, + Που θα είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + Και θάρχονταν χαρούμενος γυναίκα να την πάρη, + Και προς το γύρμα του ήλιου αρχίναε το τραγούδι, + Με μια χαρμόσυνη φωνή, σαν απ’ αγγέλου στόμα. + + Και το τραγούδιν έλεγε και το τραγούδι λέγει: + + « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου, + » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + » Να σπάζη με τα χέρια του τα σίδηρα σα βέργιες, + » Με το βαρύ του βάδισμα να ξερριζώνη βράχους, + » Να φεύγη σαν την αστραπή, να τρέχη σαν τ’ αγέρι; + + « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου. + » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + » Να καβαλλάη τα θεριά, να πιάνη τα λιοντάρια, + » Να ξελακκόνη τα βουνά και να τ’ αναμοχλεύη. + » Και μες στ’ αναμοχλέματα ποτάμια να γυρίζη; + + « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου, + » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + » Να μάση χίλια αγριόγιδα και να τα κάνη στάνη, + » Να τα βοσκάη στους γκρεμούς, στα πλάγια να τ’ αρμέγη + » Να βγάζη τ’ αγριοβούτυρο, να πήγη τ’ αγριοτύρι; + + « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου, + » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + » Νάχη φωνή τον κεραυνό κι’ ανάσα τη φουρτούνα, + » Να τραγουδάη και νάρχωνται τ’ αρκούδια να χορεύουν, + » Κι’ από τη ζήλεια την πολλή τ’ αηδόνια να σωπαίνουν; + + « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου, + » Σαν τέτοιον άντρα επιθυμώ, σαν τέτοιον άντρα θέλω, + » Να δώσω την αγάπη μου, να δώσω την καρδιά μου, + » Και τη χρυσή αρραβώνα μου, την πολυγυρεμένη, + » Που χίλοι την εγύρεψαν και χίλιοι την γυρεύουν + » Και χίλιοι φαρμακώθηκαν πο την πολλή τους λύπη, + » Κι’ ακόμα δεν την έδωκα κι’ ακόμα δεν τη δίνω, + » Γιατ’ όσοι μου την ζήτησαν και την ζητούν, κανένας + » Δεν είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + » Όπως το θέλει η Μοίρα μου, το μαύρο ριζικό μου.» + + [?] διαλάλημα, της Κόρης το τραγούδι + Περνούσε λόγγους και βουνά και θάλασσες και κάμπους, + Και σαν αγέρας χύνονταν στη γη την οικουμένη, + Κι’ όλος ο κόσμος τ’ άκουγαν, χωριά και πολιτείες, + Και στέναζαν από καημό τα παλληκάρια όλα, + Και δάγκαναν τα χείλια τους και χτύπαγαν τα στήθια, + Και πέφτανε σ’ απελπισιά δεινή, γιατί κανένας + Δεν είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + Νάχη τα τέσσερα μαζύ: αξιάδα κι’ ωμορφάδα, + Υγεία και παλληκαριά, και να μπορή να κάνη + Της Κόρης τα θελήματα και τα διαλαλητά της, + Πώλεγε το τραγούδι της στον ήλιο στον τρισήλιο. + + Μόν’ ένας δεν εστέναξε, δε δάγκασε τα χείλια, + Δε χτύπησε τα στήθια του μ’ απελπισιά και θλίψη, + Μόνο της Χήρας το παιδί, μόνον ο Γυιός της Χήρας,(2) + Που κοίτονταν στη φυλακή, στα σίδηρα ριγμένος, + Και τον κρατούσαν εκατό, τον φύλαγαν διακόσιοι, + Γιατ’ είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + Κι’ αμ’ άκουσε της Κορασιάς το ξακουστό τραγούδι, + Πο την αγάπη την πολλή, πο τον πολύν τον πόθο, + Τα δυνατά του έβαλε με την καρδιά του όλη, + Έγεινεν εκατό φορές πλειο δυνατός ακόμα, + Ετσάκισε τα σίδηρα, που είτανε ριγμένος, + Ξεμόχλεψε της φυλακής της σιδερένιες θύρες, + Πρόντησε τους φυλάκους του, σα λαφιασμένα γίδια, + Που τρέχουν τα βουνόπλαγα λυκοκυνηγημένα, + Και ρίχτηκε όξω λεύτερος, σαν άγριο λιοντάρι.... + Σιάστηκε και στολίστηκε κι’ έβαλε τ’ άρματά του, + Και κίνησε χαρούμενος και κίνησε τρεχάτος, + Να πάη να βρη την Κορασιά, να βρη τη Ρηγοπούλα, + Που γύρευε άξιον κι’ ώμορφο, γερόν και παλληκάρι, + Να τον θελήση, γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρη. + + Στο δρόμον οπού πήγαινε, πεζός κι’ αρματωμένος, + Χαρούμενος και γελαστός, με την καρδιά γεμάτη, + Απώναν πόθον άρρητο και μια μεγάλη αγάπη, + Τα βράχια ξερριζόνονταν από το βάδισμά του, + Κι’ έφευγε σαν την αστραπή, κι’ έτρεχε σαν τ’ αγέρι. + + Έτρεχε αδιάκοπα μπροστά, σαν άγρια τρικυμία... + Δώδεκα οργυιές το βήμα του, το πήδημα σαράντα. + + Κι’ όταν επαραβιάζονταν στο χώμα δεν πατούσε. + Τ’ αγροίμια ξεφωλιάζονταν, προντούσαν τ’ αγριοπούλλια, + Κι’ ο κουρνιαχτός σηκόνονταν και πήγαινε τ’ αψήλου, + Σα να είταν σύννεφο βαρύ, μαύρος καπνός κι’ αντάρα... + Κι’ εκεί που γοργοδιάβαινε και γοργοπερπατούσε, + Ένα θεριό καβάλλησε κι’ έπιασε εφτά λιοντάρια, + Ξελάκκωσε τρία Βουνά, τα τρία στην αράδα, + Και μες στα ξελακκώματα γύρισε εννιά ποτάμια, + Ποτάμια γοργορρέματα μ’ αφρούς και καταράχτες, + Κι’ έτρεχαν χώρες και χωριά, κι’ έτρεχαν πολιτείες + Να ιδούν της Χήρας το παιδί, να ιδούν το παλληκάρι, + Που διάβαινε σα διοσημειό, δα θεϊκό μεγάλο. + + Και τράβαε και τράβαε κι’ όλο μπροστά τραβούσε, + Καβάλλα απάνω στο θεριό, που ρυάζουνταν με λύσσα. + Κι’ έβγαζαν τα ρουθούνια του φωτιά, καπνό και λαύρα, + Και παίρναν τα βουνά φωτιά και καίγονταν τα δέντρα. + Σειώνταν η γη στο διάβα του, φουρτουνιασμένη μαύρη, + Κι’ αχολογούσαν τρόγυρα λακκώματα και κόρφοι, + Κι’ εκεί που γοργοδιάβαινε λακκές και μεσοβούνια, + Ξέκοψε χίλια αγριόγιδα και τάκανε μια στάνη... + Τα βόσκησε μες τους γκρεμούς και τάρμεξε στα πλάγια, + Κι’ έβγαλε τ’ αγριοβούτυρο κι’ έπηξε τ’ αγριοτύρι. + + Και τράβαγε και τράβαγε κι’ όλο μπροστά τραβούσε + Σα σύφουνας τρομαχτικός, σαν αγριοβόρρι μαύρο, + Με τ’ αγριόγιδα μπροστά με τα λιοντάρια πίσω, + Και τα ποτάμια πλάγι του τρεχάτα κι’ αφρισμένα... + Σαν κεραυνός σαλάγαγε τ’ αγριόγιδα να τρέχουν, + Και τα λιοντάρια ανάγκαζε να σέρνωνται κοντά του, + Κι’ αχούσεν η ανάσα του πο τον πολύν το μόχτο, + Σαν αγριεμένη θάλασσα, που σπάει στ’ ακρογιάλι, + Κι’ όταν εκοντοζύγωσε στης Κορασιάς τον Πύργο, + Ένα τραγούδι αρχίνησε να γλυκοτραγουδάη, + Με μια ασυνήθιστη φωνή, μ’ έναν σκοπόν ουράνιο, + Που τρέξανε χαρούμενα στο πλάγι του τ’ αρκούδια, + Πηδώντας και χορεύοντας, και χοροπερπατώντας, + Τ’ αηδόνια βουβαθήκανε, πο την πολλή τους ζήλεια, + Σωπάσαν όλα γύρω του, οι θόρυβοι σβυστήκαν, + Ο κόσμος όλος στάθηκε προσεχτικός ν’ ακούση + Τ’ αρμονικό τραγούδι του και τη γλυκειά φωνή του, + Πώδινε την απάντηση στης Κόρης το τραγούδι. + + « Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι... + » Έσπασα με τα χέρια μου τα σίδηρα σα βέργες, + » Βράχους πολλούς ξερρίζωσα με την περπατησιά μου, + » Κι’ έδραμα σαν την αστραπή, κι’ έτρεξα σαν τ’ αγέρι. + » Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι... + » Εκαβαλλήκεψα θεριά, κι’ αλύσωσα λιοντάρια, + » Τρία βουνά ξελάκκωσα, τα τρία στην αράδα, + » Και μες τα ξελακκώματα γύρισα εννιά ποτάμια. + » Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι... + » Έμασα χίλια αγριόγιδα και τάκανα μια στάνη, + » Τα βόσκησα μες τους γκρεμούς και τάρμεξα στα πλάγια, + » Κ’ έβγαλα τ’ αγριοβούτυρο κ’ έπηξα τ’ αγριοτύρι. + + » Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι, + » Έχω φωνή τον κεραυνό κι’ ανάσα τη φουρτούνα, + » Σαν τραγουδάω χορεύουνε στα πλάγια μου τ’ αρκούδια, + » Κι’ από τη ζήλεια την πολλή βουβαίνονται τ’ αηδόνια. + + » Έβγα, Κυρά πεντάμορφη, και Κορασιά του Πύργου! + » Έβγα στο παραθύρι σου το σιδηροφραγμένο, + » Για να με ιδής πως έρχομαι γυναίκα να σε πάρω, + » Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!» + + Κι’ η Κόρη η πολυγύρευτη, γροικώντας τη φωνή του, + Και το γλυκό τραγούδι του, που χύνονταν καθάριο, + Σα βρύση γαργαρόνερη οε μαρμαρένια γούρνα, + Πετιέται στο παράθυρο, σα διψασμένο αλάφι, + Να ιδή τον νιον οπώρχονταν γυναίκα να την πάρη, + Κι’ άμα τον είδε στου θεριού τη ράχη καβαλλάρη, + Με τ’ αγριόγιδα μπροστά, με τα λιοντάρια πίσω, + Βγάζει την αρραβώνα της, την πολυγυρεμένη, + Που χίλιοι την εγύρευαν και χίλιοι την ζητούσαν, + Και χίλιοι φαρμακώθηκαν πο την πολλήν αγάπη, + Και του τη ρίχνει από ψηλά με το δεξί της χέρι. + + Με μιας του Πύργου ανοίχτηκαν οι σιδηρένιες θύρες, + Πασίχαρα ακουστήκανε λαλούμενα να παίζουν, + Κι’ η Κόρη κάτω στη αυλή κατέβηκε τρεχάτη, + Και του άνοιξε την αγκαλιά, τη μοσχοβολημένη, + Και του είπε μ’ αναγαλλιασμό και με χαρά μεγάλη : + —« Εσ’ είσαι ο άντρας, που ήθελα, εσ’ είσαι κι’ ο καλός + [μου, + » Γιατ’ είσαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!» + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΣ ΣΤΟΝ «ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ» + + + +(1) «Οι Μοίρες οι σκληρόκαρδες την είχανε μοιράνει...» + +Την πρώτη βραδειά που γεννηθή ένα παιδί, αγόρι ή κορίτσι, έρχονται +οι τρεις Μοίρες (α) και του λεν τη μοίρα του. Οι μάννες, +γνωρίζοντας τον αλάθευτο ερχομό των Μοιρών, προσπαθούν να +κοιμούνται για να μην ακούσουν, από φόβο μην ακούσουν κακά +προφητέματα. Καμμιά φορά οι Μοίρες, αλλά πολύ σπάνια, αφίνουν και +δώρα, προ πάντων δαχτυλίδι, γι’ αυτό κι’ οι μάννες το πρωί ψάχνουν +στο στρώμα του παιδιού μην εύρουν τίποτε. + +(2) «Μόνον της Χήρας το παιδί, μόνον ο Γυιός της Χήρας»... + +Στην Ήπειρο, σε πολλά τραγούδια και παραμύθια σώζεται ακόμα η +ανάμνηση του Διγενή Ακρίτα, ως Γυιού της Χήρας. Αυτό μ’ έκανε να +δώσω αυτό τ’ όνομα στον «Αντρειωμένο» μου. + +(3) Απ’ αυτά κι’ έμεινε στο Λαό η φράση: «Τα τρία κακά της Μοίρας +του». + + + + +Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ + + + + +Α. ΤΑ ΜΑΓΙΑ + + + + Ο Γιάννος (1) ο περίφανος κι’ ο χιλιοπαινεμένος, + Οπού είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι. + Μια κορασίδα αγάπησε, μια λυγερή παρθένα, + Τη Μάρω(2) την πεντάμορφη, την πολυζηλεμένη. + Που την εγύρευαν πολλοί, την αγαπούσαν χίλιοι + Κι’ είταν αστέρι του χωριού της γειτονιάς καμάρι + Και της μαννούλας της χρυσή κι’ ολόχαρη ελπίδα. + + Καμμιά δεν την εδιάβαινε, καμμιά δεν την περνούσεν. + Απ’ όσες κι’ αν ευρίσκονταν σ’ Ανατολή και Δύση. + Στη χάρη και στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι (3). + Είχε κορμάκι λυγερό και μέση δαχτυλίδι, + Στρόγγυλους κόρφους, πεταχτούς, χυτούς και μεστωμέ- + [νους, + Δυο μαύρα μάτια φλογερά, που λάμπαν, σαν αστέρια, + Μέσα σε νύχτα σκοτεινή, φουρτουνιασμένη κι’ άγρια, + Δυο φρείδια καγγελόφρειδα, σαν ανοιχτά δοξάρια, + Μέτωπο κάτασπρο, πλατύ, σαν λαμπερόν καθρέφτη. + Μύτη λειανή, περίφανη, χυτή, σαν το κοντύλι + Χείλια γλυκά και κόκκινα, σαν ανοιγμένο ρόιδο, + Μάγουλα, σαν τριαντάφυλλα, μοσκόβολα, δροσάτα, + Στόμα μικρό και νόστιμο, στα γέλοια βουτηγμένο, + Άσπρα δοντάκια ξέξασπρα(4), σαν το μαργαριτάρι, + Κατακαθάριο πρόσωπο, σαν την αυγή δροσάτο. + Μακρυά μαλλιά μεταξωτά, σ’ ολόμαυρες πλεξίδες, + Λαιμό, σαν χήνας κάτασπρο, και χέρια λεφαντένια. + Είχε τη χάρη της αυγής, της χρυσοστολισμένης, + Σίντας προβαίνη ασύννεφη ψηλά στα κορφοβούνια, + Κι’ όταν την έπιανε ο καημός κι’ αρχίναε το τραγούδι, + Στέκονταν όλοι μ’ ανοιχτό το στόμα για ν’ ακούσουν, + Κι’ από τη ζήλια την πολλή βουβαίνονταν τ’ αηδόνια. + + Και την αγάπησε πολύ την ξακουσμένη Μάρων + Ο Γιάννος ο περίφανος, ο Γιάννος ο λεβέντης, + Μ’ όλη τη λαύρα της καρδιάς, σαν που αγαπάει τ’ αυλάκι + Κρύο νερό και ξάστερον απάνω του να τρέχη, + Σαν που αγαπούνε τη δροσιά της νύχτας τα λουλούδια + Και της αυγής τες λαμπερές κι’ ολόχρυσες αχτίδες, + Σαν που αγαπούνε τα βουνά τα χιόνια τον χειμώνα, + Τα γίδια και τα πρόβατα τον Μάη, το καλοκαίρι, + Η θάλασσα τον ουρανόν, ο Απρίλης τα λουλούδια + Η ημέρα την ηλιολαμπήν, η νύχτα το σκοτάδι, + Τ’ αηδόνια τα πυκνά κλαδιά, κι’ ο αγέρας τον αιθέρα... + Κι’ από τον πόνο τον πολύ και την μεγάλη αγάπη + Της στέλλει προξενήτρα του μια αρχόντισσα μεγάλη + Και δαχτυλίδι ολόχρυσο μ’ ατίμητα πετράδια + Και τη ζητάει γυναίκα του και ταίρι της καρδιάς του. + + Η Κόρη κάθονταν ψηλά σε γυάλινον εξώστη + Και κένταε(5) μ’ αργυρές κλωστές, χρυσές και μεταξένιες, + Απάνω σε κατάλευκο μεταξωτό μαντήλι, + Όλα τα λούλουδα της γης και τ’ ουρανού τ’ αστέρια, + Μαντήλι μοσκομάντηλο και της χαράς μαντήλι, + Που θα φορούσε τη Λαμπρή, σαν θάσαρνε με χάρη + Το σαραντάδιπλο χορό(6) στο χωροστάτι μέσα, + Κι’ εκεί που βαρυοξόμπλιαζε κ’ εκεί π’ ωριοκεντούσε + Την πούλια, τον αυγερινό και τον αποσπερίτη, + Κι’ έβανε στην εφτάστερη την πούλια αχνή λαμπράδα + Κι’ αχτίδες ς’ τον αυγερινό, του ήλιου θυγατέρες. + Κι’ ένα κομμάτι φεγγαριού στο μάγο αποσπερίτη, + Να σου! και μπαίνει γελαστή η αρχοντοπροξενήτρα + Και χαιρετάει με χαρά και με περίσσια αγάπη : + + — Καλή σου μέρα, λυγερή και ξακουσμένη Μάρω!— + Κι’ η Μάρω προσηκόνεται και της απολογιέται : + — Καλώς μου την αρχόντισσα με τα γλυκά της λόγια.... + Σαν τι αγαπάς αρχόντισσα; Το πρόσταγμά μου ποιο είναι; + — Δεν έρχομαι με πρόσταγμα, μον έρχομαι μ’ αγάπην... + Από τον Γιάννον έρχομαι, τον χιλιοπαινεμένο, + Που τον γυρεύουνε πολλές, τον αγαπούνε χίλιες, + Γιατ’ είνε άξιος κι’ ώμορφος, γέρος και παλληκάρι. + Και καν-καμμιά δεν αγαπά και καν-καμμιά δεν θέλει + Κι’ εσένα μόνον αγαπά κι’ εσένα μόνον θέλει.... + Σε θέλει για γυναίκα του, για ποθητό του ταίρι, + Και να σου φέρω μώδωκε τη τίμια του αρραβώνα.... + Πάρε την, Μάρω, φόρα την κι’ ευτυχισμένη να είσαι! + Κι’ αν είσαι συ πεντάμορφη και ταίρι σου δεν έχεις + Στη χάρη και στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι + Κι’ ο Γιάννος είν’ ασύγκριτος στα παλληκάρια μέσα.... + Κι’ αν συ ταιριάζης μοναχά του Γιάννου για γυναίκα, + Κι’ ο Γιάννος γι’ άντρας, Μάρω μου, μονάχα εσένα πρέπει!.. + Γιατί τα φλογερά σου αυτά τα μάτια χαμηλόνεις; + Μη δε σ’ αρέσει η προξενιά; Μη σ’ άλλον έχεις δώσει + Την τίμιαν αρραβώνα σου, την πολυγυρεμένη; + + Κι’ η Μάρω απολογήθηκε με μια μεγάλη λύπη : + — Αρχόντισσα σ’ ευχαριστώ κι’ εσένα και τον Γάννο.... + Την τίμιαν αρραβώνα μου δεν έχω δώσει σ’ άλλον, + Κι’ ουδέ το Γιάννον αγαπώ, κι’ ουδέ κανέναν άλλον + Είν’ η καρδιά μου μάρμαρο, είναι μια κρύα πέτρα, + Που δεν αιστάνθηκε ποτέ τη γλύκα της αγάπης, + Κι’ όταν μου φέρουν προξενιές και μου μιλούνε γι’ άντρα + Αιστάνομαι μι’ αποστροφή κι’ ενόχληση μεγάλη. + + — Τι λόγια είν’ αυτά, που λες, πεντάμορφη μου Μάρω; + Ποια είταν η μαύρη η μάγισσα, πώκανε την καρδιά σου + Για την αγάπη αδιάφορη και κρύα, σαν την πέτρα; + Μάρω, δεν ξέρεις τι κακό και τι αμαρτία κάνεις + Στα νειάτα σου τ’ αγγελικά, στ’ ασύγκριτα σου κάλλη, + Αφίνοντάς τα ανύπαντρα, αφίνοντάς τα στείρα! + Προς τι τ’ αστέρια τ’ ουρανού, ο ήλιος το φεγγάρι, + Τα δάση απάνω στα βουνά, τα λούλουδα στους κάμπους, + Αν μάτια δεν υπάρχουνε μ’ αγάπη να τα βλέπουν; + Προ τι τ’ αηδονολάλημα, κι’ ό, τι λογής τραγούδι, + Αν δεν υπάρχη η ακοή γλυκά να τ’ απολάψη; + Προς τι το γάργαρο νερό της δροσερής βρυσούλας, + Αν δεν υπάρχη για να πιή το διψασμένο στόμα; + Προ τι τα τριαντάφυλλα τα μύρα της Ασίας, + Αν δεν υπάρχη άνθρωπος την ευωδιά να παίρνη; + Προς τι τα νειάτα τα γλυκά και τ’ άρρητά σου κάλλη; + Αν ένας νιος δεν τα χαρή, σαν το λεβέντη Γιάννο; + Κι’ η Μάρω βαρυοστέναξε, πο την καρδιά της μέσα + Και λέγει στην αρχόντισσα, και λέει στην προξενήτρα : + —Ό, τι κι’ αν σου είπα, αρχόντισσα, είναι καθάρια αλήθεια. + Δεν ημπορώ να παντρευτώ, κυρά μου, πίστεψέ με, + Κι’ ο Γιάννος κι’ η μαννούλα του να μη μου τώχουν κάκια. + + Σαν άκουσε της λυγερής τα λόγια η προξενήτρα, + Γυρίζει πίσω σκυθρωπή στ’ αρχοντικό του Γιάννου + Κι’ ανάμεσα σε δυο ζυγιές λαλούμενα τον βρίσκει, + Χαρούμενον και γελαστόν, σιασμένον κι’ αλλαγμένον, + Που τραγουδούσε κι’ έλεγε τραγούδια της αγάπης, + Κι’ άμα την είδε σκυθρωπή να φανιστή μπροστά του, + Κατάλαβε πώς έρχονταν χωρίς την αρραβώνα + Της Μάρως της πεντάμορφης, της πολυζηλεμένης, + Και καταγής σωριάστηκε, σα λαβωμένο αλάφι. + Φτερανεμίστηκε η χαρά, θρονιάστηκεν η λύπη + Έπαψαν τα λαλούμενα και τα γλυκά τραγούδια + Κι’ ο Γιάννος πο τη λύπη του και την απελπισιά του + Έπεσε αμέσως άρρωστος βαρυά για να πεθάνη. + + Δέκα γιατροί μπαινόβγαιναν, και δέκα παραστέκαν + Στου Γιάννου το προσκέφαλο, στου Γιάννου το κρεβάτι, + Και γιατρικό δεν βρίσκονταν και βότανο κανένα + της πονεμένης του καρδιάς τον πόνο να γιατρέψη. + Σαράντα μέρες κοίτονταν, σαράντα μερονύχτια + Μέσα σε στρώματα παχυά και κάτασπρα σεντόνια + Κι’ η μάννα του ξαγρύπναε στα δάκρυα βουτηγμένη + Κι’ αδιάκοπα τον ρώταε με πόνο και μ’ αγάπη: + — Τι θέλεις, Γιάννο μου, να φας και τι να πιής γυρεύεις; + Μη θέλεις πο λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα(7), + Να στήσω στρούγκες στα βουνά και μαντριά στους κάμ- + [πους, + Να βάλω στα μαντριά λαγούς κι’ αγριόγιδα στες στρούγκες, + Κι’ εκεί ν’ αρμέξω τους λαγούς να πήξω λαγοτύρι, + Ν’ αρμέξω και τ’ αγριόγιδα, τ’ αγριόγαλο να μάσω; + Κι’ ο Γιάννος της απάνταε και της απολογιώνταν : + — Δεν θέλω, μάννα, γιατρικό κι’ αρρωστικά δεν θέλω.... + Τη Μάρω μόνον αγαπώ, τη Μάρω μόνο θέλω + Κι’ αν δεν τη πάρω, μάννα μου, τα κόλυβά μου βράσε». + + Σαράντα μέρες πέρασαν, σαράντα μερονύχτια, + Κι’ απάνω στη σαράντα μια, πριν ανατείλη ο ήλιος, + Πετιέται ο Γιάννος, σα ζουρλός, πο το παχύ κρεβάτι, + Αφίνει τη μαννούλα του στην αγκαλιά του ύπνου. + Ζώνεται τ’ αλαφρό σπαθί κ’ αδράχνει το κοντάρι + Και τρέχει-τρέχει, σαν πουλλί, σα γλήγορος πετρίτης, + Και πάη στης Μάρως το χωριό, στ’ αρχοντικό της Μάρως. + Την εύρηκε που διάζονταν μεταξωτά διασίδια, + Μες στη πλατειά της την αυλή, τη μαρμαροστρωμένη, + Κι’ έπεσε στα ποδάρια της και με καημό της λέγει: + + —Λυπήσου, Μάρω μια ψυχή, που καίγεται για σένα! + Λυπήσου με το δύστυχο, τον ποθοπλανταγμένο, + Και δος μου την αγάπη σου και δος μου την καρδιά σου. + Να μη με φάη παράκαιρα της γης το μαύρο χώμα. + Λυπήσου και τη μάννα μου, που άλλο παιδί δεν έχει. + Να μ’ αποχάση η δύστυχη, χωρίς παιδί να μείνη. + Γυρίζει η Μάρω με θυμό κι’ αντιλογιά του δίνει: + — Και ποιον να πρωτολυπηθώ και ποιον να προπάρω, + Που χίλιοι με γυρέψανε και χίλιοι με γυρεύουν, + Κι’ ουδέ κανέναν αγαπώ κι’ ουδέ κανέναν θέλω; + — Μόνον εμένα αγάπησε! μόνον εμένα πάρε, + Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι! + Κι’ ουδέ κανένας βρίσκεται στον κόσμο, σαν εμένα.... + — Πίστεψε, Γιάννο, πίστεψε, δεν αγαπώ κανένα! + Κι’ ως τώρα δεν την έννοιωσα τη γλύκα της αγάπης, + Γιατ’ έχω πέτρα την καρδιά και σίδερο τα στήθια... + Φύγε από μένανε μακρυά, μη στέκεσαι μπροστά μου. + Γιατί μου φέρουν συχασιά τα ερωτικά σου λόγια! + + Σαν άκουσε της λυγερής τα μαύρα λόγια ο Γιάννος + Τον πήρε η μαύρη απελπισιά και η λαύρα της καρδιάς του + Και φεύγει αναστενάζοντας και πάει αγκομαχώντας. + Να βρη ποτάμι να πνιγή, να βρη γκρεμό να πέση, + Κι’ εκεί που γοργοπήγαινε κι’ όλο μπροστά τραβούσεν, + Ο δρόμος τον ετράβησε σ’ έν’ άγριο κορφοβούνι, + Πούχε γκρεμούς και βάραθρα και τρόχαλα και σάρες + Και τη στιγμήν όπου έσκυψε στην άβυσσο να πέση, + Μι’ αναμαλιάρα Γύφτισσα(8) τον άρπαξε από πίσω.... + Την είδε κι’ ανατρόμαξε και πάγωσε η καρδιά του + Από τον φόβο τον πολύ και την πολλή τρομάρα.... + Είταν ψηλή σαν ξέρακας, σκεβρή και κοκκαλιάρα, + Στεγνή, κακογεράματη, με μάτια βυθισμένα + Μέσα σε κόχες βαθουλές, σα φωλιασμένα φείδια, + Φλογέρες τα ποδάρια της, τα χέρια της περόνια, + Φτωχοντυμένη, σκυθρωπή, με στόμα αραχνιασμένο. + Ξεδοντιασμένο κι’ άχαρο και μέσα γυρισμένο + Τόσο, που λίγο θέλανε να γλυκοφιληθούνε + Το σεβλερό πηγούνι της με την κυρτή της μύτη. + Το κοπιασμένο της κορμί σ’ ένα ραβδί κουμπούσε + Κι’ απάνω από τ’ ακάθαρτο και τρύπιο της φακιόλι + Πετούσαν έξω σύσκλυδα τα κάτασπρα μαλλιά της.... + Λέγει στο Γιάννο : + — Τι έπαθες; τι δυστυχία σ’ ηύρε. + Και θέλησες να σκοτωθής, στην άβυσσο να πέσης + Και τέτοια νειάτα αγγελικά στο Χάρο να προσφέρης; + Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου, + Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω, + Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου. + Κι’ ο Γιάννος την ερώτησε μ’ απόκρυφην ελπίδα : + —Και ποια είσαι εσύ, που δύνεσαι τον πόνο μου να γιάνης + Και μ’ εμποδίζεις να ριχτώ στην αγκαλιά του Χάρου; + + Κι’ απολογιέται η Γύφτισσα και με θυμό του λέγει: + — Εγώ είμαι η Πρωτομάγισσα, του Μάγου η θυγατέρα. + Που μαγειρεύω τες οχιές και τες μονομερίδες, + Και καταιβάζω από ψηλά τη νύκτα το φεγγάρι, + Και το χτυπώ, σαν άργανο, το δέρνω, σαν παιδάκι... + Έχω στη διάτα μου πολλούς κι’ αμέτρητους διαβόλους, + Δαιμόνους και ισκιώματα και κατσιποδιαραίους + Και βάνω τους, σα δούλους μου, σαν υποταχτικούς μου, + Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα + Και κάνουνε τη τρίσβαθη, τη θάλασσα άνω-κάτω... + Ρίχνω στ’ αστέρια και μπορώ να μάθω ό, τι θελήσω, + Κι’ ό, τι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο... + Βάνω στον κρύον κόρφο μου και κατοικούνε φείδια + Και μέσα εκεί γεννοβολούν κι’ εκεί κλωσσολογούνε + Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους... + Μαγεύω χώρες και χωριά, μαγεύω πολιτείες, + Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους... + Μαγεύω τα τρεχούμενα νερά και σταματούνε, + Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν, + Του αγέρα τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου, + Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν. + Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε, + Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους(9) + Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους... + Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου + Και το καλό σου τ’ όνομα, που σούδωκε ο νουνός σου, + Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω, + Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου( 10) + + Γυρίζει ο Γιάννος σκυθρωπός και της απολογιέται: + — Μάγισσα, σαν με ρώτησες, να σου το μολογήσω : + Γιάννος είταν ο Πάππος μου, Γιάννο και μένα λένε... + Και τώρα αγάπησα πολύ μια λυγερή παρθένα, + Τη Μάρω την πρωτόκαλλη, τη χιλιοζηλεμένη, + Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικιές(11) του λόγγου + Και τες Νεράιδες( 12) του γιαλού που περπατούν στο κύμα. + Την αγαπώ με την ψυχή και την καρδιά μου όλην, + Όπως κανείς δεν αγαπά στον κόσμο τον απάνω, + Κι’ όμως αυτή δεν μ’ αγαπά, δεν θέλει να με πάρη.... + Μου γύρισε την προξενιά, την τίμια μου αρραβώνα, + Που χίλιες μου την γύρεψαν και χίλιες τη γυρεύουν, + Κι’ από τον πόνο τον πολύ κι’ από την εντροπή μου + Ήρθα στην άκρη του γκρεμού κι’ από ψηλά να πέσω + Στη σκοτεινή την άβυσσο, στη αγκαλιά του Χάρου. + Κι’ αν ίσως είσαι μάγισσα και μάγου θυγατέρα + Και μαγειρεύεις τες οχιές και τες μονομερίδες.... + Αν καταιβάζης πο ψηλά τη νύχτα το φεγγάρι + Και το χτυπάς, σαν άργανο, το δέρνεις, σαν παιδάκι... + Αν βρίσκωνται στη διάτα σου αμέτρητοι διαβόλοι, + Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι, + Και βάνεις τους, σα δούλους σου, σαν υποταχτικούς σου, + Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα, + Και κάνουνε τη τρίσβαθη τη θάλασσα άνω-κάτω.... + Αν ρίχνης στ’ άστρα και μπορείς να μάθης ό, τι θέλεις. + Κι’ ότι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο... + Αν βάνης μες στον κόρφο σου και κατοικούνε φείδια + Και μέσα εκεί γεννοβολούν και μέσα εκεί κλωσσούνε + Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους... + Αν έχης τόση δύναμη, και αν έχης τόση γνώση + Και να μαγέψης ημπορείς χωριά και πολιτείες, + Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους, + Τα γαργαροτρεχούμενα νερά και σταματούνε, + Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν, + Του αγέρια τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου, + Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν, + Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε, + Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους, + Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους, + Μάγεψε μου την, Μάγισσα, την άκαρδη παρθένα, + Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικές του λόγγου + Και τες Νεράιδες του γιαλού, που περπατούν στο κύμα, + Να με θελήση γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρω, + Και να μην πέσω στον γκρεμό, στην άβυσσο μην πέσω, + Να σκοτωθώ παράκαιρα, να λείψω από τον κόσμο. + Μάγεψε μου την, Μάγισσα, και ζήτησε ό, τι θέλεις, + Διαμάντια για τους κόπους σου, φλωριά για τες ορμήνιες + Κι’ είμαι ικανός και πρόθυμος να σε καλοπληρώσω. + + Τότε γυρίζει η Μάγισσα και σιγανά του λέγει: + — Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος. + Και δε φοβάσαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια, + Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους κόπους, τα ποτάμια, + Και δίνεις μ’ ευχαρίστηση και προθυμιά μεγάλη + Διαμάντια για τους κόπους μου, φλωριά για τες ορμήνιες, + Πετάξου σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια, + Σε ποταμούς και σε λακκιές και φέρε μου στην ώρα, + Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο (13), + Τρία περόνια γύφτικα(14), μια πιθαμή καθένα, + Φκιασμένα τα μεσάνυχτα, αυγό μονομερίδας, + Χολή οχιάς φαρμακερής, χελώνας αντεράκια, + Μάτι σκορπιού κατάμαυρο, κατώχειλο γουστέρας + Ποδάρια αράχνης κυβουριού, αγκάθι σκαντζοχοίρου, + Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, τομάρι μαύρου άσβου, + Αρκούδας ζέρβικο νεφρό, με ξύγγι σκεπασμένο, + Σκυλλόδοντο λυσσάρικου και λιμασμένου λύκου, + Μύτη κοράκικου σκυλλιού, λιάρας νυφίτσας σπλήνα, + Σερνικοθήλυκου λαγού αυτί ριζοκομμένο, + Μυαλό γαλάρας αλεπούς, αγριόγατας συκώτι, + Κοράκου κόκκαλο ζερβί, πλεμόνι κουκκουβάγιας, + Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, βυζάκι νυχτερίδας, + Νύχι δεξί χαμόρραγκα, λαρύγγι γουρουνίσιο, + Γλώσσα από κίσσα θηλυκή, σκουτί πο πεθαμμένο, + Τρεις τρίχες πο της Κορασιάς τες μακρειές πλεξίδες, + Και σε κακάβι αγάνωτο, παλιό, χαλκωματένιο. + Τρεις χούφτες άκριτο νερό(15), τριτόβραδα παρμένο + Τη νύκτα τα μεσάνυχτα, τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν( 16), + Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση + Για να σκαρώσω μαγικά, την Κόρη να μαγέψω, + Να σε θελήση γι’ άντρα, της, γυναίκα να την πάρης. + Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος + Και δεν φοβάσαι τίποτε στον κόσμο τον απάνω, + Τρέξε, μη χάνης μια στιγμή, και φέρε μου όσα σου είπα. + + Άμ’ άκουσε της Μάγισσας αυτά τα λόγια ο Γιάννος, + Της είπε με βραχνή φωνή και σουφρωμένα φρείδια: + — Την αγαπώ παραπολύ και λυόνω, σαν το χιόνι, + Που το χτυπάει ζεστή νοτιά, κι’ ήλιος γλυκός το δέρνει. + Ποτέ μου δεν εδείλιασα κι’ είμαι άξιος και παράξιος. + Και δεν φοβούμαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια, + Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους βάλτους, τα ποτάμια, + θα τρέξω σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια. + Σε ποταμούς και σε λακκιές, κι’ όσα διατάζεις όλα + Θα σου τα φέρω ανέλλειπα, κι’ απανωθιό στην ώρα, + Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο, + Μον να μου πης πού θα σε βρω και πού θα σε συντύχω. + + Κι’ αυτή του απολογήθηκε, τεντόνοντας το χέρι: + — Μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά με βρίσκεις κάθε μέρα... + + Της ρίχνει ο Γιάννος δώδεκα φλωριά και δυο διαμάντια + Και τρέχει-τρέχει πεταχτός, σαν τρομαγμένο αλάφι.... + Διαβαίνει όρη και βουνά, και κάμπους και λαγκάδια, + Ποτάμια και νεροσυρμές, βουνόπλαγα και λάκκους, + Σειώνταν η γη στο διάβα του, μεριάζανε τα δέντρα + Κι’ όσα σημάδια η Μάγισσα τον διάταξε να μάση, + Τα βρήκεν όλα, τ’ άμασε και τάφερέ της όλα + Στη σκοτεινή της τη σπηλιά, χωρίς να λείψη ούτ’ ένα, + Την ώρα πώγερνε γλυκά κατά τη δύση ο ήλιος + Και το φεγγάρι χάνονταν και πιάνονταν καινούργιο, + Κι’ αυτή τα πήρε στην ποδιά με προσοχή μεγάλη + Να ιδή αν είτανε σωστά, να ιδή αν είταν κι’ ίδια, + Κι’ ύστερα στ’ άκριτο νερό, που είταν μες το κακάβι, + Ανάλαφρα και ταχτικά, τα ρίχνει ένα-ένα, + Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια, + Που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη, + Σα να είτανε παντάξενα κι’ άγνωστης γλώσσας λόγια... + Στεκόντανε στο πλάγι της ο Γιάννος μ’ αγωνία, + Βουβός και κατακίτρινος, λαχταρισμένος, κρύος, + Και του σηκόνονταν ορθές οι τρίχες του κορμιού του, + Σαν αγρίευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια, + Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της. + Έγερνε ο ήλιος φλογερός, απανωθιώ στη δύση, + Πανώριος, αχτιδόπνιχτος, αστραποφορεμένος, + Σα βασιλιάς περήφανος, άξιος και παλληκάρι. + Από τες νίκες τες πολλές και την πολλή τη δόξα, + Όταν γυρίζη αγέρωχος στα ολόχρυσα παλάτια, + Ν’ αναπαυτή χαρούμενος πο τους πολλούς του κόπους, + Να φάη να πιή και να ριχτή, σ’ ολόχρυσο κρεββάτι. + Χρυσοβολούσε ολάκερο το δύσμα πέρα-πέρα + Και τα λευκά τα σύννεφα, που κρέμονταν ψηλά του, + Χρυσώθηκαν και γίνηκαν μια μάζα χρυσοφόρα, + Ένα κομμάτι μάλαμμα, θεώρατο μεγάλο, + Μ’ άμετρες χρυσοζωγραφιές, βουνά, νησιά και λίμνες, + Και κάμπους κι’ ώμορφες αχτές, κι’ ολόχρυσα λιμάνια + Οι ίσκιοι, εγιγαντεύανε κι’ απλόνονταν πελώριοι, + + Και προς τη μαύρη Ανατολή τραβιώνταν να κρυφτούνε, + Δροσάτη αύρα αρχίναε τον κόσμο να χαϊδεύη, + Οι στρατοκόποι ανάγκαζαν το κουρασμένο βήμα, + Οι ζευγολάτες μόχταγαν και κένταγαν με πόνο. + Καθένας το ζευγάρι του, τα δυο καματερά του, + Ν’ απετελειώσουν τη σποριά, πριν πάρη το σκοτάδι.... + Τα δέντρα αναγαλλιάζανε και χαίρονταν οι θάμνοι + Και θράσευαν τα φύλλα τους, που τα είχε μάθει η κάψα, + Τα πετεινά τσιτσίριζαν ευφρόσυνα στους λόγγους, + Κι’ ίδιο σκοπό καθένα τους εγλυκοτραγουδούσεν, + Από τ’ αηδόνι το γλυκό, κι’ ως τον καλό τον σπίνο.... + Στα ρόγγια μέσα τρέχανε τα λαίμαργα τα γίδια + Και στες πλαγιές τα πρόβατα σιγά-σιγά βοσκούσαν, + Λαλούσανε περίχαρα και κύπροι και κουδούνια, + Γαυγύζαν τα μαντρόσκυλλα κι’ έτρεχαν άνω-κάτω, + Είτε αν διαβάτες πέρναγαν αργόβαδοι στο δρόμο, + Είτε αν ωσμίζονταν τορόν εγκαιροπατημένον + Ζουδιών, που μες στα σύνδεντρα γυρίζαν όλη ημέρα, + Κι’ ο ευτυχισμένος πιστικός εκάθονταν απάνω + Σε μια ραχούλαν ώμορφη, δενδροστεφανωμένη, + Και πότε πετροβόλαε τα γιδοπρόβατά του, + Πότε την αργυρόφωνη φλογέρα του λαλούσε, + Και σμίγονταν γλυκά-γλυκά μ’ αδελφικήν αγάπη + Το μαλακό το λάλημα της γλυκερής φλογέρας, + Τα βροντερά γαυγύσματα καλοθρεμμένων σκύλλων, + Τα «ντιγκ - ντιγκ - ντιγκ» των κουδουνιών, τα «γλαγκ- + [γλαγκ-γλαγκ των κύπρων, + Των κοπαδιών ο θόρυβος, οι σάλαγοι, οι κουβέντες, + Και των πουλλιών το έγκαιρο και μαγικό τραγούδι, + Κι’ αχολογούσαν οι λακκιές, και βούιζαν οι λόγγοι, + Σαν να είταν θεία μουσική, ουράνιο πανηγύρι, + Ύμνος γλυκός, αθάνατος στον δοξασμένον Πλάστη, + Βγαλμένος μέσα από της Γης τα βλογημένα στήθια, + Κι’ όταν ο ήλιος κρύφτηκε στα κορφοβούνια πίσω, + Και το καινούργιο φάνηκε φεγγάρι στα ουράνια, + Ξεκίνησεν η Μάγισσα, κρατώντας το κακάβι + Με το ζερβί το χέρι της, το καταστεγνωμένο, + Κι’ ακκούμπαε με το δεξί σε στέριο δικανίκι.... + Ο Γιάννος καταπόδι της τη σιγακολουθούσε, + Και ροβολήσανε μαζύ κατήφορο μεγάλο, + Κι’ όταν κουρνιάσανε γλυκά τα ταπεινά στους λόγγους + Και σκοτιδιάστηκεν η Γη κι’ ανάψανε τ’ αστέρια, + Εφτάσανε μες στην καρδιά, τη σκοτεινή και μαύρη, + Του φοβερού του φάραγγα, στην άκρη της οβίρας(19), + Όπου την έχουν κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες, + Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδαραίοι, + Και δεν τολμάει άνθρωπος σιμά της να περάση, + Ούτε πρωί με τη δροσιά, ούτε και μεσημέρι.... + Ο μπούφος αγριολάλαε, θρηνούσε η κουκουβάγια, + Ο γκιώνης μυρολόγαε μ’ απελπισιά μεγάλη, + Γουρλιώνταν το λυσσάρικο σκυλλί ψηλά στη ράχη, + Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος.... + Γονάτισεν η Μάγισσα κι’ απόθεκε τα μάγια, + Εκάρφωσε ψηλά στη γη τα τρία τα περόνια, + Σαν πυροστιά τριπόδαρη, μπηγμένη μες στο χώμα + Έβγαλε από τον κόρφο της, τον καταστεγνωμένο, + Στερνάρι(20) και πυριόβολο(21) και μια κουλούραν(22) ίσκα, + Κι’ άρχισε να πυριοβολά και να σκορπάη σπίθες, + Που μες το σκότος φαίνονταν σα σύρμα χρυσαφένιο.... + Άναψεν η ίσκα και μ’ αυτήν ανάμεσα στα τρία + Περόνια έκανε φωτιά με κλάδους πλατανίσιους, + Που είτανε σκόρπιοι καταγής και καταστεγνωμένοι, + Κι’ αρχίνησε να δρασκελάη απανωθιό στη φλόγα, + Γυμνή, σαν πως τη γέννησεν η μαύρη της η μάννα, + Φτυώντας πισόπλατα, τριπλά, σε κάθε δρασκελιά της, + Και λέγοντας σιγά-σιγά μ’ αγριεμένα μάτια : + — «Τρεις πέντε δέκα πέντε τους, τρεις έξη δεκοχτώ τους + » Και τρεις εφτά είκοσι μια(23), σε κλειδωνιά κλεισμένα + » Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ»(24). + + Χίλιες φορές δρασκέλησεν από το ένα μέρος + Και χίλιες ξεδρασκέλησεν αντίθετα από τ’ άλλο, + Ξανάειπε χίλιες δυο φορές τα μαγικά της λόγια + Και δυο χιλιάδες έφτυσε τριπλά πισόπλατά της, + Κι’ όλο συμπούσε τη φωτιά κι’ όλο τη συδαυλούσε, + Κι’ έρριχνε ξύλα απάνω της για να κρατούν τη φλόγα. + + Άξαφνα φώναξε άγρια με τη στριγγιά φωνή του + Το μαυροπούλλι(25) στη σπηλιά, σα να είχε ανατρομάξει, + Μαύρα μεσάνυχτα τη Γην εγράπωσαν με λύσσα, + Σαν πως γραπόνει ο σταυραετός την πέρδικα στα νύχια, + Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανόν έν’ άστρο(26), + Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι, + Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο + Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού, μ’ αιματωμένη ζύμη(27], + Και το κακάβι σήκωσε, πούχε τα μάγια μέσα, + Κι’ άρχισε κάθε μαγικό να ρίχνη στην οβίρα, + Για το καθένα λέγοντας άγρια λόγια κρύα : + — « Οβίρα μου, που είσαι βαθειά οργυιές σαράντα πέντε, + » Και σ’ έχουνε για κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες, + » Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι, + » Δέξου από δύστυχη καρδιάν αυγό μονομερίδας (28), + » Που θάβγαινε από μέσα της με δυο κεφάλια φείδι... + » Χολή οχιάς(29) φαρμακερής, που θα μπορούσε ακέρια, + » Τρία ποτάμια ξέχειλα να καταφαρμακώση.... + » Άντερα κίτρινα, παχυά σβαρνιάρικης χελώνας(30), + » Που θάφτονταν εξάμηνο στης Γης τον μαύρον κόρφο.... + » Μάτι σκορπιού φαρμακερού, κατάμαυρο σαν πίσσα, + » Όπου μπορούσε κι’ έβλεπε στης γης τα κατακλείδια.... + » Κατάστεγνο κατώχειλο γουστέρας κιτρινιάρας, + » Πούχε τον φόβο σύντροφον αχώριστον στον κόσμο.... + » Μακρυά ποδάρια και λειανά αράχνης κυβουρίσιας, + » Που γύφαινε αραχνόπανα ψηλά σε πεθαμένους.... + » Σκαντζόχοιρου ψιλόμακρον αγκάθι, σα βελόνι, + » Μ’ αγκύλωμα φαρμακερό, που χρησιμεύει σ’ όλα, + » Τα διαβολοκεντήματα, τα διαβολοτεχνίδια.... + » Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, κατάσπρου σαν το χιόνι, + » Που είταν της βρώμας γέννημα, των ψοφιμιών στολίδι... + » Τομάρι άσβου(31) ανήλιαγου, νυχτοθρεμμένου μαύρου, + » Που δεν τον έκρουξαν ποτέ του ήλιου οι αχτίδες... + » Ζερβί νεφρό κατάμαυρο, με ξίγγι σκεπασμένο, + » Αρκούδας άγριας μαλλιαρής κι’ ορθοπερβαταρούσας, + » Που περπατούσε με τα δυο και χόρευε σα νύφη.... + » Σκυλλόδοντο λυσιάρικου και λιμασμένου λύκου, + » Πώφαγε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια... + » Μύτη κοράκικου σκυλλιού, μαντρόσκυλλου γκρινιάρη, + » Που πάλευε, σαν το θεριό, με λύκους και μ’ αρκούδες... + » Κι’ από μακρυά ωσμιζόντανε τους κατσιποδιαραίους(32).. + » Λειάρας νυφίτσας(33) βρώμικη κι’ αιμαρωμένη σπλήνα, + » Που μέρα νύχταν έτρεχε και θέριζε ποντίκια... + » Σερνικοθήλυκου λαγού δεξί αυτί, που ο ύπνος + » Δεν το είχε πιάσει κάμποτε στα δολερά του δίχτυα... + » Μυαλό γαλάρας αλεπούς(34), παμπόνηρης και στρίγλας, + » Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της... + » Μαύρο συκώτι αγριόγατας, ακάθαρτης, πανούργας, + » Πούχε γουστέρες για ψωμί και φείδια για προσφάγι.... + » Παλιού κοράκου κόκκαλον από ζερβί ποδάρι, + » Που είχε ψοφίμια για χαρά και αίμα για πανηγύρι.... + » Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκουβάγιας(35), + » Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι, + » Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, νυχτομεγαλωμένου, + » Που την ημέρα κρύβονταν να μην τον δη ο ήλιος + » Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε, σα σκύλλος(36)... + » Σκληρό κατάμαυρο βυζί γαλάρας νυχτερίδας(37), + » Όπου έσκιζεν αδιάκοπα της νύχτας τα σκοτάδια, + » Και δεν αντίκρυζε ποτέ τη λάμψη της ημέρας.... + » Νύχι δεξί χαμόραγγα(38), που ζούσε μες το χώμα, + » Κι’ είχε τη μαύρη του φωλιά στης Γης τα κατακλείδια... + » Πλατύ λαρύγγι γουρουνιού, που είχε μια πύχη μύτη, + » Και καταλούσε αδιάκοπα τροφή μαγαρισμένη.... + » Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν(39), εφτάγλωσση, αιμοβόρα, + » Όπου έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση, + » Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, τον δύστυχο τον Γκιώνη.... + » Σάπιο κατάμαυρο σκουτί, βγαλμένο από το μνήμα, + » Που στόλιζε κορμί νεκρού μέσα στης Γης τον κόρφο.... + » Τρεις χούφτες άκριτο νερό, τριτόβραδα παρμένο, + » Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, τα ορνίθια πριν λαλήσουν, + » Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση, + » Κι’ από της Κόρης της σκληρής τες μακρειές πλεξίδες, + » Τρεις τρίχες μαύρες και μακρειές, σα φείδια σκοτωμένα. + + Την ώραν, οπού πέφτανε τα μάγια στην οβίρα, + Κι’ έπλεαν άλλα στο νερό, σα να είτανε σκουπίδια, + Κι’ άλλα βυθίζονταν σιγά στον άπατο βυθό της, + Αρχίνησε ένα χούχλασμα, μια ταραχή μεγάλη, + Που βούιζεν ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος.... + Τα μάγια ανακατόνονταν και τάδερναν οι χούχλοι, + Σαν τα σκουτιά η νεροτροβιά, που μέσα της δουλεύει, + Και πότε φαίνονταν ψηλά στους χούχλους ν’ αναιβαίνουν, + Και πότε χάνονταν βαθυά στο βύθο της οβίρας. + Κι’ όσο ανεβοκατέβαιναν τα μάγια απάνω κάτω, + Κι’ έβραζεν όλο το νερό και χόρευαν οι χούχλοι, + Εχόρευε κι’ η Μάγισσα τρογύρω στην οβίρα, + Και φτυούσε μέσα κι’ έλεγε παράξενα τραγούδια, + Στους πλειό παράξενους σκοπούς, σαν άγρια μυρολόγια: + + « Βγάτε από μέσα όλοι, -όλοι-όλοι-όλοι.... + » Τρισκατάρατοι διαβόλοι, -όλοι-όλοι-όλοι.... + » Και πετάτε με ορμή-μή-μή-μή.... + » Στ’ ανερώτευτο κορμί, -μί-μί-μί.... + » Την πανώρια Κορασιά, -σιά-σιά-σιά.... + » Πώχει πέτρα την καρδιά, -διά-διά-διά..... + + » Μπάτε μέσα στην καρδιά της-άτης-άτης-άτης.... + » Και στα πετροσωτικά της, -άτης-άτης-άτης.... + » Ρίξετε τα μαγικά, -κά-κά-κά.... + » Τα διαβολογιατρικά, -κά-κά-κά.... + » Για να γένη μαλακή, -κή-κή-κή.... + » Μαλακή και σπλαχνική-κή-κή-κή.... + + » Και το Γιάννο ν’ αγαπήση-ήση-ήση-ήση.... + » Όσο εδώ στον κόσμο ζήση, -ήση-ήση-ήση.... + » Με καρδιά και με ψυχή-χή-χή-χή.... + » Ως την ύστερη πνοή, -ή-ή-ή— + » Κι’ ως τη μαύρη μέσα γη-η-η-η.... + » Η αγάπη της να ζη-η-η-η...» + + Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας, κι’ αχολογούσε ο λάκκος, + Από τον άγριο το σκοπό και τους χορούς των χούχλων, + Κι’ εκεί οπού περίμενεν η Μάγισσα μ’ αγώνα + Να γένη το νερό τυρί(40) της φοβερής οβίρας, + Να πιάσουνε τα μαγικά κι’ η παινεμένη Μάρω + Να δώση την καρδούλα της στου Γιάννου την αγάπη, + Ανάτειλεν ο αυγερινός, λαλήσανε τ’ αρνίθια, + Γαλάτιασε η ανατολή, και θάμπωσαν τ’ αστέρια.... + Σταμάτησεν η ταραχή, κατάπαψαν οι χούχλοι, + Λακκίσανε τα ισκιώματα και φύγαν πηλαλώντας, + Ακούστηκαν οι σάλαγοι, και κύπροι, και κουδούνια, + Και τα σκυλλογαυγύσματα στα πλάγια και στους λόγγους, + Και χάθηκαν τα μαγικά στο βάθος της οβίρας. + + Συνέφιασαν από θυμό της Μάγισσας τα μάτια, + Βλαστήμησε και χτύπησε στο χώμα το ποδάρι, + Βούτησε το ξυγγόκερο μες στη βαθειάν οβίρα, + Εγούρλωσε τα μάτια της και σταύρωσε τα χέρια + Κι’ είπε στο Γιάννο ξέκαρδα και με περίσσια λύπη : + - Πήγαν οι μαύροι κόποι μας χαμένοι πέρα-πέρα! + Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου + Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο (42), + Σαββάτο, μοσκοσάββατο της Μεγαλοβδομάδας! + Ανάθεμά τες, που γεννούν τες μάννες τα Σαββάτα, + Κ’ ακόμα τρις ανάθεμα σ’ εκείνες, που γεννούνε + Παιδιά και κόρες ώμορφες τρία καλά Σάββατα + Της τυρινής αποκριάς, της Καθαροβδομάδας + Και το Μεγαλοσάββατο, που ανοίγουν τα κυβούρια! + + + +ΜΕΡΟΣ Β’ + + + +ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ + + + + — Και τώρα : + + Την ερώτησεν ο Γιάννος με λαχτάρα. + + — Τώρα, του λέγει η Μάγισσα, ν’ αλλάξη την καρδιά της. + Τίποτες άλλο δε μπορεί, παρά ο ανθός εκείνος. + Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης»(42). + + Πάλι γυρίζει και της λέει της Μάγισσας ο Γιάννος: + — Πες μου, να ζήσης, Μάγισσα, ξαδέρφη των δαιμόνων, + Που βρίσκεται τ’ αλάθευτο Βοτάνι της Αγάπης, + Που την καρδιά της άσπλαγχνης μπορεί να μεταπείση; + Σε τι λιθάρι βρίσκεται; Σε τι γκρεμό φυτρόνει; + Όπου κι’ αν είναι το, μπορώ να πάγω και να τώβρω... + Δε με φοβίζει τίποτε: γκρεμοί, ποτάμια, λόγγοι... + Μονάχα πε μου, που είναι το, και πώς μπορώ να τώβρω, + Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ικανός, γερός και παλληκάρι. + Κι’ αυτή του απολογήθηκε, μ’ απελπισιά μεγάλη: + — Πίσω από κείνο το βουνό, πούναι ψηλό και μέγα, + Πώχει τα σύννεφα κορφή και μέση τα λαγκάδια, + Και ρίζα του της θάλασσας, τ’ απάτητα θεμέλια, + Στέκει περίφανο, βαρύ, άλλο βουνό μεγάλο, + Και πίσω πάλιν απ’ αυτό άλλο βουνό προβάλλει, + Κι’ αυτό τρανό κι’ υπέρψηλο, κι’ αυτό πολύ μεγάλο, + Και πίσω πάλι κι’ απ’ αυτό άλλο και πάλιν άλλο, + Βουνά σαράντα στη γραμμή, συνεφοσκεπασμένα, + Και στο βουνό τ’ ακριανόν, όπου είναι απ’ όλα πίσω, + Είν’ ένα σπήλιο απάτητο σ’ έναν γκρεμό μεγάλον + Οπού είναι παραδύσκολο σ’ ανθρώπινο ποδάρι + Να σκαρφαλώση, ν’ αναιβή και μέσα να πατήση. + Σ’ αυτού του σπήλιου τη πορειά, στη θύρα αυτού του σπή- + Φυτρώνει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, [λιου, + Πώχει λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι, + Και μες το σπήλιο κάθεται και το παραφυλάει + Μέρα και νύχτα ανέλλιπα, χωρίς να κλειή το μάτι, + Δράκοντας άγριος, φοβερός και μαύρος, σαν την πίσσα, + Που δεν αφίνει τίποτε σιμά του να ζυγώση, + Άνθρωπον, ή τετράποδο, πετούμενον, ή μυίγα, + Κι’ αν ημπορέσης τον γκρεμό ν’ αναίβης, να πατήσης, + Να πολεμήσης το θεριό και να το ρίξης κάτω, + Στην άχανη την άβυσσο να σκοτωθή να πάη, + Κι’ αρπάξης τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, + Τρέχα, πετάξου, σαν αητός, και πετροβόλησέ το + Στης Κορασιάς το πρόσωπο, που σ’ έχει σκλαβωμένο, + Κι’ άμα την πάρη των ανθιών η ευωδιά η μεγάλη, + Όπου μεθάει την καρδιά και τη βαρυολιγόνει, + Στην αγκαλιά σου θα ριχτή, σα διψασμένο αλάφι, + Θα σ’ αγαπήση από καρδιά και ταίρι θα σε κάνη. + + Απαρατάει στο φάραγγα τη Μάγισσαν ο Γιάννος + Και παίρνει όρη και βουνά και τρέχει, σαν αγέρας, + Να πάη ναύρη τον γκρεμό, τ’ απάτητο το σπήλιο, + Π’ ανθίζει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, + Για φύλακά του έχοντας και για περιοχή του + Τη δύσκολη κακοτοπιά, του Δράκου την αγρύπνια. + Διάβηκε ράχες και Βουνά, ποτάμια και λαγκάδια, + Λειβάδια και νεροσυρμιές, πλαγιές και μονοπάτια + Σειώνταν η γη στο διάβα του και μέριαζαν τα δέντρα, + Πουλλάκια κι’ όρνια πέταγαν, προντούσανε τ’ αγροίμια... + Σαράντα μέρες έκανε, σαράντα μερονύχτια + Και τέλος φτάνει στο βουνόν, όπου είταν πίσω από όλα. + Κι’ είχε το δύσκολο γκρεμό, τ’ απάτητο το σπήλιο, + Που βρίσκονταν το ποθητό Βοτάνι της Αγάπης, + Για φύλακα του έχοντας και για περιοχή του + Τη δύσκολη κακοτοπιά, του Δράκου την αγρύπνια. + + Δεν τον ετρόμαξε ο γκρεμός, κι’ ουδέ το μαύρο σπήλιο... + Δένει στες πλάτες του γερά το φοβερό κοντάρι, + Κι’ αρχίζει απάνω στο γκρεμό, σα φείδι, να κολλάη.... + Πότε αναιβαίνει δέκα οργυές και πότε πέφτει δέκα.... + Ξαναναιβαίνει, προχωρεί και πάλι ξαναπέφτει.... + Αρχίζει ν’ απελπίζεται, φωνάζει, βλαστημάει... + Τρέχει ο ίδρος απάνω του κι’ οι φλέβες του χτυπούνε, + Σα να είταν φείδια ζωντανά και θέλαν να τον πνίξουν... + Κάθεται ξεκουράζεται, ξαναρχινάει πάλι, + Κι’ αγάλια-αγάλια προχωρεί, σιγά-σιγά αναιβαίνει. + Ξαναναιβαίνει δέκα οργυιές, πηγαίνει κι’ άλλες τόσες, + Όλο αναιβαίνει, προχωρεί, πηγαίνει και πηγαίνει, + Περνάει τες σαράντα οργυιές, αδιάκοπα αναιβαίνει, + Δεν τον φοβίζει ο κίντυνος, δεν τον νικάει ο φόβος, + Αγκομαχάει, στέκεται, ξανακινάει πάλι, + Και πάλι ματαπροχωρεί, πηγαίνει και πηγαίνει, + Ματόνουνε τα χέρια του, τα πόδια του ματόνουν + Και πάλι ματαστέκεται και πάλι αγκομαχάει... + Γλυστράει και ξεσέρνεται ψηλά στους άγριους βράχους, + Κι’ εκεί που ξεσερνόντανε και πήγαινε ίσια κάτω, + Στην άχανη στην άβυσσο ν’ αφανιστή, να πάη, + Επιάστηκε και στάθηκε κι’ άρχισε πάλι αγάλια + Να ματασκαρφαλόνεται και να ματαναιβαίνη.... + Ματαναιβαίνει, προχωρεί και ματαπάει, πάει + Κι’ όλο ζυγόνει στης σπηλιάς τη φοβερή τη θύρα. + Περνάει την κακοτοπιά, φτάνει στο μονοπάτι, + Ξεδένει το κοντάρι του, στέκεται, ξανασαίνει, + Κι’ αφού ξανάσανε καλά κι’ ήρθε στα συγκαλά του, + Κινάει για ύστερη φορά, σαν αστραπή τρεχάτος, + Και βρίσκεται μπρος στης σπηλιάς τη φοβερή τη θύρα, + Και στου στοιχειού τ’ ανίλεου το μανιωμένο στόμα. + Άμα τον είδε ο Δράκοντας μπρος της σπηλιάς την θύρα, + Ρίχνεται απάνω του μ’ ορμή, σα μαύρη τρικυμία, + Κι’ ο Γιάννος που είταν δυνατός, που είταν και παλλη- + Γερά τον εκαρτέρησε με δύναμη κι’ αντρεία.... [κάρι, + Μια κονταριά του τράβηξε και δεύτερη του δίνει.... + Χτυπάει τρίτη, τέταρτη, χτυπάει και χτυπάει, + Όμως χτυπούσε ανώφελα, σε σιδερένιο δέρμα.... + Χτυπάει ως εκατό φορές κι’ εκεί π’ όλο χτυπούσε, + Σπάζει στη μέση, σα βεργί, το δυνατό κοντάρι... + Φυσομανάει ο Δράκοντας από χαρά μεγάλη + Κι’ απανωθιό του ρίχνεται μ’ ολάνοιχτο το στόμα, + Γεμάτο δόντια φοβερά και σουβλερά σα λόθρες.... + Ο Γιάννος σέρνει στη στιγμή τ’ αστραφτερό σπαθί του + Και τον προσμένει σταθερά, σα ριζωμένος βράχος.... + Πιάνονται πάλι, μάχονται, σαν άγρια λιοντάρια, + Φεγγοβολούν τα μάτια τους πο τον πολύ θυμό τους, + Του Δράκοντα βγάζουν φωτιές, του Γιάννου βγάζουν φλόγες, + Βροντοχτυπιούνται αδιάκοπα κι’ αναπαυμό δεν έχουν... + Δίβουλη η νίκη στέκεται με χέρια σταυρωμένα, + Κι’ ο ένας δεν ενίκαε, κι’ ο άλλος δε νικώνταν. + Αγκομαχούσαν φοβερά, που τράνταζε το σπήλιο.... + Αρχίζουν να κουράζωνται, κι’ αρχίζουν να τραβιούνται, + Ν’ αριεύουν τα χτυπήματα, να παραλύουν την έχτρα, + Κι’ εκεί που λαχανιάζανε, πο τον πολύ τους κόπο, + Και κολυμπούσανε κι’ οι δυο στον ίδρωτά τους μέσα, + Η έχτρα, πώκαιε μέσα τους, σα φοβερό καμίνι, + Τους εσυμπούσε το θυμό, τους άναβε τη λύσσα, + Και πάλε ξαναρχίζανε τον φοβερόν αγώνα. + Και ρίχνονταν ακράτητοι, σα κύματα αγριεμένα, + Με δύναμη και με θυμό και με μεγάλην έχτρα, + Σα να μην είχανε πιαστή, να μη είταν κουρασμένοι, + Μπαρούτι απάνω στη φωτιά, μανία στη μανία, + Καταστροφή και χαλασμός, βοριάς και τρικυμία. + + Τρεις ώρες πολεμούσανε τρεις ώρες στην αράδα, + Το σπήλιο σεισμοδέρνονταν απ’ άκρη σ’ άκρην όλο, + Και σαν καράβι απανωθιό στα κύματα κουνώνταν, + Από το βροντοπάλεμα κι’ από τους βροντοχτύπους. + Ετράνταζε όλο το βουνό και σειώνταν τα λαγκάδια, + Οι βράχοι ξερριζόνονταν κι’ αρχίναγαν να τρέχουν + Στον φοβερόν κατήφορο, σα θεϊκή κατάρα.... + Τ’ αγροίμια κατατρόμαξαν κι’ αρχίσαν πηλαλώντας + Να τρέχουν τα βουνόπλαγα, σα τρομαγμένη αγέλη.... + Οι πέρδικες προντίσανε, βουβάθηκαν τ’ αηδόνια + Και πέταξαν περίτρομα σ’ άλλα βουνά και λόγγα.... + Τα όρνια ξεπετάχτηκαν από τα γκρέμια μέσα + Κι’ αφήκαν έρμες τες φωλιές και πέταξαν τ’ αψήλου. + Τρεις ώρες πολεμούσανε, τρεις ώρες στην αράδα, + Κι’ εκεί που πολεμούσανε κι’ εκεί που αγκομαχούσαν, + Πο το πολύ τους πάλεμα, πο το πολύ τους άχτι, + Εχύμησεν ο Δράκοντας απανωθιό στο Γιάννο, + Με στόμα μιαν οργυιά βαθύ και μιαν οργυιά ανοιγμένο, + Να τον αδράξη ολόβολο και να τον ροκανίση, + Κι’ ο Γιάννος που είταν δυνατός, κι’ ο Γιάννος που είταν + [κι’ άξιος + Του μπήγει αμέσως το σπαθί μες το πλατύ λαρύγγι + Και πέρα πέρα το τρυπάει, το σκίζει και το κόβει. + + Εχούχλαξαν τα αίματα και κίνησαν ποτάμι, + Αίματα μαύρα και θολά, σαν πίσσα σαν κατράνι, + Σωριάστηκε τ’ άγριο θεριό στα πισινά του πόδια, + Κι’ έγυρε ξάπλα καταγής προς τη δεξιά του πλάτη, + Σαν πύργος ξεθεμέλιωτος, βαρύς, σεισμοσαρμένος.... + Τέντωσε τον μακρύ λαιμό, τον ιδρωποστιμένο, + Εγύρισε τα μάτια του και φάνηκαν τ’ ασπράδια, + Εδάγκασε τη γλώσσα του, που είταν μακρειά δυο πήχες, + Εμούγκριξε το ύστερο και μαύρο μούγκρισμά του, + Κι’ άρχισε το απασμοδαρμό, τη μαύρην αγωνία.... + Κι’ εκεί, που σπασμοδέρνονταν στην αγκαλιά του Χάρου, + Και στριφογύριζε συχνά, σα λαβωμένο φείδι, + Πότε απ’ τη δέξια τη μεριά και πότε από τη ζέρβια, + Σβαρνίστηκε - σβαρνίστηκε προς τη πορειά του σπήλιου + Κι’ έπεσε κατακέφαλα μαλλιά-κουβάρι κάτω, + Σέρνοντας πίσω του πολλά κοτρώνια και χαλίκια, + Σα να είτανε ξαδέρφια του, πικρή νεκροπομπή του... + Ματώθηκε όλος ο γκρεμός, κοκκίνησαν οι βράχοι, + Και μες στο λάκκο στάθηκε το έρημο κουφάρι, + Για να το φάνε λαίμαργα οι λύκοι και τα όρνια! + + Τότε κι’ ο Γάννος άπλωσε το κουρασμένο χέρι + Κι’ έκοψε το θαματουργό Βοτάνι της Αγάπης, + Πούχε λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι, + Κι’ αμέσως εκατέβηκε πο τον γκρεμό τον μέγα, + Κρατώντας μες στα χέρια του τ’ αγκύστρι της Αγάπης, + Κι’ έτρεξε πάλε ακράτητος, χωρίς στιγμής ανάσα, + Επάνω σ’ όρη και βουνά, πλαγιές και μονοπάτια, + Λειβάδια και νεροσυρμιές και κάμπους και λαγκάδια + Και πήγε κι’ ηύρε ξαφνικά την ξακουσμένη Μάρω + Να πλένη τα ποδάρια της σε κρουσταλλένια βρύση, + Πούχε ασημένια κάνναλη και μαρμαρένια γούρνα, + Και τη στιγμή, που έστρεψε τα μάτια της τα μαύρα, + Να ιδή ποιος ήρθε πίσω της ή γνώριμος ή ξένος, + Της έρριξε κατάμουτρα τ’ αλάθευτο βοτάνι, + Κι’ άμα τη πήρε η ευωδιά, κι’ η μοσκοθολημάδα, + Εχαμογέλασε γλυκά κι’ εβγήκε από τη βρύση, + Την αγκαλιά της άνοιξε, γεμάτη καλωσύνη, + Και του είπε μ’ αγκαλλιασμό και με μεγάλη χάρη : + — Μεγάλο θάμα! Τη στιγμήν αυτή η καρδιά μου ανοίγει + Και μαλακόνει σα κηρί, που είταν σκληρή σαν πέτρα, + Και γι’ άντρα μου σε δέχομαι και για γλυκό μου ταίρι. + + Φιλιούνται κι’ αγκαλιάζονται τα δυο τ’ αγαπημένα + Και δε χορταίνουν φίλημα κι’ αγάπη δε χορταίνουν. + Ο Γιάννος τρέχει σπίτι του το γάμο να ετοιμάση, + Τρέχει κι’ η Μάρω από κοντά, πνιγμένη στην αγάπη, + Και τη στιγμή, που αντίκρυσαν τ’ αγαπητό τους σπίτι, + Ακούνε μαύρα κλάματα, καθάρια μυριολόγια.... + Του Γιάννου η μάννα μύρονταν κι’ αυτή μυρολογούσε... + Σαν περδικούλα θλίβονταν, σαν το παππί μαδυώνταν, + Σαν του κοράκου τα φτερά τη φορεσιά της είχε.... + Για το παιδί της θλίβονταν, τον ξακουσμένο Γιάννο, + Που είταν χαμένος κι’ άφαντος τρεις μήνες στην αράδα. + Κι’ ο Γιάννος μπήγει μια φωνή, που βούιξαν οι λάκκοι: + Μη κλαις, μαννούλα μου γλυκειά, μη κλαις, καλή μου + [μάννα, + Δεν πέθανεν ο Γιάννος σου, το μοναχό παιδί σου! + Έβγα να ιδής πώς έρχονται γλυκά ζευγαρωμένα + Ο Ήλιος ο περίφανος και το λαμπρό Φεγγάρι... + Ο Ήλιος είν’ ο Γάννος σου και το Φεγγάρι η Μάρω! + + Παύουν ευτύς τα κλάματα, τα μαύρα μυρολόγια, + Και βγαίνει η μάννα πεταχτή, τρελλή πο τη χαρά της, + Και δέχεται στην αγκαλιά τ’ αγαπητά παιδιά της. + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΕΡΑΣΤΗ + + + +1) Το όνομα Γιάννος είνε ένα είδος ηρωικό όνομα στες λαϊκές +παραδόσες και γι’ αυτό το προτίμησα. Σε τι οφείλεται αυτό δεν το +ξέρω καλά-καλά, νομίζω όμως, ότι οφείλεται στη φήμη του ονόματος +του Διγενή, που πολλές εποποιίες στα πέρατα του Ελληνισμού το +έχουν. Στην Ήπειρο, ανάμεσα σε πολλά τραγούδια, που άλλο +παρασταίνει το Γιάννο να πολεμάη με το Χάρο : + + « Ο Γιάννος λέει του Χάροντα... + » Χωρίς αστένεια κι’ αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω, + » Άιντε μας να παλέψωμε σε μαρμαρένιο αλώνι» + +................................................ +Άλλο να κυριεύη φρούρια : +................................................ + +« Πολλά είν’ τα κάστρα της Φραγκιάς, πολλά και τα ρω- + [μαίικα, +» Σαν το καστέλλι της Ωριάς δεν βρίσκεται στον κόσμο... +» Κανένας δεν το πάτησε, κανείς δεν το πατάει, +» Ο Γιάννος μον το πάτησε...» + +Άλλο ως αντάρτη : + +« Τρεις Τούρκοι, τρεις Γενίτσαροι, τρί’ άξια παλληκάρια, +« Κι’ οι τρεις το Γιάννο γύρευαν, κι’ οι τρεις το Γιάννο + [θέλουν» +................................................ + +Άλλο τον παρασταίνει, ότι πολέμησε με εφτά χιλιάδες Τούρκους και +στο τέλος να σκοτόνεται από απροσεξιά: + + « Κάτω στες κρύες Βρύσες, στα κρυονέρια, + » Ψυχομαχάει ο Γιάννος τ’ Αντριανόπουλο, + » Κομμένος, λαβωμένος και &ορικείμενος...& + » Τούρκοι τον τραγουδούνε και Ρωμιοί τον κλαιν. + +................................................ + + — « Δεν είταν μήτε δέκα, μήτε κι’ εκατό... + » Είταν εφτά χιλιάδες κι’ ίσως πλειότεροι... + » Για το Χριστό χιλιάδες πέντε σκότωσα, + » Και δυο χιλιάδες άλλες για την Παναγιά... + » Κι’ απ’ τες εφτά χιλιάδες ένας γλύτωσε, + » Πούχε λαγού πηλάλα, πόδι ζαρκαδιού, + » Κι’ εκείνος λαβωμένος και με λάβωσε... + » Να τους κι’ ακόμα χίλιοι, πώφτασαν εκεί, + » Με πιάσαν λαβωμένο και με δέσανε, + » Και μιαν ακέρια μέρα με παιδέψανε». +................................................ + +Το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που υπάρχει στην Ήπειρο, +αναφερόμενο σ’ έναν Δίγιαννο, οποίος στη ρύμη των στίχων +ονομάζεται Γιάννος, και αποδείχνει, ότι Γιάννος και Διγενής είνε +το ίδιο: + +» Στην Άρτα τ’ άργανα βαρούν, στην Άρτα κάνουν γάμο... +» Ρηγόπουλο παντρεύεται, βασιλοπούλα παίρνει +» Όλον τον κόσμο κάλεσαν, τη γη την οικουμένη, +» Το Δίγιαννο δεν κάλεσαν, πο τη κακογνωμιά του, +» Γιατί σκοτόνει τους γαμπρούς και παίρνει τες νυφάδες. +» Νάτος! κι’ ο Γιάννος πώφτασε...» κτλ. + +2) Για τον ίδιο λόγο προτίμησα και τ’ όνομα Μάρω, ότι δηλ. κι’ +αυτό αναφέρεται συχνότερα από κάθε άλλο όνομα και μάλιστα στα +ερωτικά τραγούδια, και προ πάντων αναφέρεται ως συνδεμένον με τ’ +όνομα Γιάννος. + +3)..............και στο γλυκό τραγούδι» + +Και το τραγούδι στην ανόθευτη Ελλάδα από τον ψευτοπολιτισμό, +θεωρείται ως συστατικό ωμορφιάς. + +4) Άσπρα δοντάκια ξέξασπρα.... + +Ξέξασπρος = πάρα πολύ άσπρος. Συχνότερα εκφέρεται με το άσπρος: +άσπρος-ξέξασπρος=λευκός-λευκότατος. + +5) «Και κένταε....» + +Το κέντημα, αν δε θεωρήται ως συστατικό ωμορφιάς, θεωρείται όμως +ως συστατικό νοημοσύνης, εξυπνάδας, από την οποία πρέπει να +παρακολουθήται η ωμορφιά, για να είνε τέλεια. + +β )«Το σαραντάδιπλο χορό....» + +Χορός με σαράντα δίπλες, με σαράντα κύκλους δηλαδή. Ο +σαραντάδιπλος χορός θεωρείται ως ιδανικός χορός, ως χορός, που δε +μπορεί να γείνη μεγαλύτερος. + +7) «Μη θέλης πο λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα». + +Κατά το δημοτικό στίχο : + +«Γυρεύει από λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα». + +Σημαίνει ο στίχος πράγμα πολύ δύσκολο, που μόνο η μεγάλη αγάπη +μπορεί να κατορθώση. + +8) «Μια αναμαλλιάρα Γύφτισσα....» + +Συχνότερα τη μαγική τη κάνουν οι Γύφτισσες, οι Εβραίισσες κι’ οι +Τούρκισσες και πολύ σπάνια να βρεθή Χριστιανή μάγισσα. Οι +Τουρκογύφτισσες θεωρούνται ως σπουδαιότερες μάγισσες. Κάθε +Τουρκογύφτισσα, ποια πολύ και ποια λίγο, είναι και μάγισσα. Ύστερα +από τες Γύφτισες έρχονται οι Εβραίισσες. Προτίμησα τη Γύφτισσα, +διότι οι Εβραίισσες δε βγαίνουν ποτέ από την πολιτεία και μάλιστα +να κατοικούν σε σπήλια, ενώ οι Γύφτισσες πολύ συχνά ζουν στην +ερημιά. Πολύ σπάνια και άντρες κάνουν το μάγο, κανένας όμως +Χριστιανός. Γύφτοι οι πλειότεροι. + +9) «Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν + [τρώνε, +«Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους... + +Παράλληλη ένοια αυτής της δοξασίας έχει και το ακόλουθο δημοτικό +άσμα του « Αμάραντου» : + +—« Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι γκρεμό φυτρόνει; +» Τον τρων τ’ αλάφια και ψοφούν, τ’ αρκούδια κι’ ημερόνουν +» Τον τρων τα μαύρα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους +» Να το είχε φάει κι’ η μάννα μου, να μη είχε κάνει εμένα...» + +10) Όλα αυτά που παινιέται η Μάγισσα, ότι π. χ. μαγειρεύει +οχιές(1) και μονομερίδες(2) κτλ., ότι καταιβάζει το φεγγάρι και το +δέρνει σαν παιδάκι κτλ. είνε πολύ πιστευτά στον Ηπειρωτικό Λαό. +Δεν λέγω, ότι δεν είνε πιστευτά και σ’ άλλα ελληνικά μέρη, αλλ’ +ημείς ως έδρα των ηθογραφιών μας έχομε την Ήπειρο, και μόνο τες +δοξασίες του Ηπειρωτικού Λαού αναγράφομε σ’ αυτό το ποίημα. + + 1) Έχιδνα. 2) Είδος φαρμακερότατου φειδιού. + +11) «.... Τες Ξωτικές του λόγγου». + +12) Ξωτικές, φαντάσματα των λόγγων, νύφες, δρυάδες. Παρασταίνονται +στα παραμύθια των γριών, ως ωραιότατες νύφες, ντυμένες μ’ ένα +άσπρο σιντόνι μοναχά, ότι περιφέρονται συνοδειές — συνοδειές τα +λόγγα, κι’ όπου βρουν ώμορφο κι’ ανύπαντρο πιστικό, που να μην έχη +απάνω του πυριοβολικά(3), + + 3) Κομμάτι χάλυβα (τσελικιού) στερνάρι (πυρίτης) και ύσκα, + όλα μαζύ λέγονται πυριοβολικά. Όποιος έχει αυτά στον κόρφο + του, πιστεύεται, ότι είναι προφυλαγμένος από τα κακά + νεύματα. + +θυμίαμα κι’ αλάτι τον αρπάζουν, του παίρουν τη φωνή και τον παν +στα σπήλια τους. Όταν είναι ανεμοστρόβιλος και χορεύουν τα +δεντρόφυλλα σύγκυκλα — σύγκυκλα, ο λαός πιστεύει, ότι χορεύουν +Ξωτικιές, κι’ αναμερούνε, κάνοντας το σταυρό τους. Αναφέρονται +πολλοί πιστικοί, ως αρπαγμένοι από τες Ξωτικιές. Στην +Κρετσούνιτσα(1) ζούσε ως τα πρόπερσυ ένας πιστικός, Σιάνος +λεγόμενος, που πίστευε ο κόσμος, ότι τον είχαν πάρει οι Ξωτικιές. +Τον είχα ρωτήσει πολλές φορές να μου ειπή πώς είταν οι Ξωτικιές, +και μου έλεγε όλο και τα ίδια: + +— Είχα τα γίδια στην πλαγιά και καθόμουν σ’ ένα τσιογκάρι και τ’ +αγνάντευα. Λάλησα λίγο τη φλογέρα, κι’ ύστερα, σα να νύσταξα, +έκλεισα τα μάτια μου. Εκεί που κοιμώμουν, άκουσα ένα μεγάλο +σιουμάλισμα και μια φοβερή ταραχή. Βρέθηκα μέσα στη μέση του +ανεμοστρόβιλου. Προσπάθησα να φύγω... του κάκου! Είμουν σαν +πισταγκωνισμένος. Έκανα να μιλήσω... και δεν είχα φωνή! Ρίχτηκαν +τα σκυλλιά απάνω στον ανεμοστρόβιλο, κι’ είδα ένα χορό γυναίκες +πανέμορφες, μ’ ένα σιντόνι η καθεμιά ζωσμένη, που τρύπωσαν μέσα +στο λόγγο, χορεύοντας και φεύγοντας με τα φύλλα, σαν αστραπή. +Έχασα τα λογικά μου. Δεν είξερα πού είμουν. Και όταν ήρθα στον +εαυτό μου, ύστερα από μήνες, κατάλαβα ότι βρισκόμουν στο +μαναστήρι. Με γλύτωσε η Μεγαλόχαρη (και κάνοντας το σταυρό του, +τελείονε τη διήγηση)· Σ’ αυτή χρωστάω τη φωνή μου». + +Το πάθημα του Σιάνου είνε γνωστότατο σ’ όλη την επαρχία. + + 1) Χωριά των Κουρέντων (Ελλοπίας) 6 ώρες δυσμικά του + Γιαννίνου. + +12) «Και τες Νεράιδες του γιαλού...» + +Το ίδιο κι’ οι Νεράιδες. Είναι κι’ αυτές φαντάσματα των ποταμών +και της θάλασσας, και κάθε μέρους, που έχει νερό τρεχούμενο, +ωραιότατες νύφες (νηρηίδες). Ο, τι κάνουν οι Ξωτικιές στους +πιστικούς, οι Νεράιδες το κάνουν στους ψαράδες και στους ναύτες, +αλλά θεωρούνται όχι τόσο κακιές, όσο οι Ξωτικιές. + +13) «Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο». + +Η ώρα αυτή, που χάνεται το παλιό φεγγάρι και πιάνεται το +καινούργιο, θεωρείται ως η καταλληλότερη στιγμή των μαγικών. + +14) «Τρία περόνια γύφτικα...» + +Τα γύφτικα τα περόνια, δηλαδή αυτά που φκιάνουν οι χαλκιάδες οι +εγχώριοι, που είναι όλοι Γύφτοι(1), θεωρούνται καταραμένα, διότι +με τέτοια περόνια (γύφτικα) σταύρωσαν το Χριστό, και κατάλληλα για +τα μαγικά, ενώ τα χυτά τα περόνια νομίζονται ακατάλληλα για +τέτοιες δουλιές. + + 1) Οι Γύφτοι θεωρούνται απόγονοι των χαλκιάδων εκείνων, + που είχαν φκιάσει τα περόνια, που σταύρωσαν τον Χριστό. + Λέγονται περιφρονητικά και Φαραώνηδες, ως καταγόμενοι από + την Αίγυφτο, της οποίας οι αρχαίοι βασιλιάδες λέγονταν + Φαραοί (Φαραώ). + +15) « Τρεις χούφτες άκριτο νερό τριτόβραδα παρμένο...» + +Όσους αριθμούς αναφέρω, 3, 7, κλ. είναι καθιερωμένοι από τες +προλήψες του λαού. + +Το «άκριτο νερό», παρμένο την Τρίτη τη νύχτα κάτω από τη φτερωτή +του μύλου, χωρίς εκείνος που τα πάρη να μιλήση ή απλώς να βγάλη +φωνή, είναι από τα κυριώτερα συστατικά της μαγείας. + +Από τες ημέρες της εβδομάδας η Τρίτη είναι για τα μάγια κατάλληλη +και το Σάββατο για τ’ αντιμαγικά. + +Κάθε μάγισσα ή μάγος δε ζητάει όλα τα μαγικά είδη, που αναφέρομε +σ’ αυτό τα μέρος του ποιήματος. Ο καθένας ζητάει τρία είδη το πολύ +και μ’ αυτά φκιάνει τα μαγικά του, αλλ’ εμείς βάλαμε στα στόμα της +Μάγισσας όλα, όσα μπόρεσα να μάθω από πολλούς, που είχαν καταφύγει +σε διάφορες μάγισσες, κι’ έτσι κατάρτισα μια μαγολογία, όσο το +δυνατό μεγαλύτερη. Και όμως με όσα αράδιασα νομίζω, ότι ούτε τα +μισά τα είδη δεν έβαλα στη μαγολογία μου. + +16) «............τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν». + +Όλα τα διαβολικά βγαίνουν στον Απάνω Κόσμο τα μεσάνυχτα και +περπατούν ως την ώρα, που θα πρωτολαλήσουν οι πετεινοί. + +17) «Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια», + «που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη». + +(Όρα σελίδα 33 στίχ. 4 και 5). + +Οι μάγισσες, όταν βρίσκωνται στο έργο τους, προφέρουν ασυνάρτητα +λόγια, που δε μπορεί να βγάλη κανείς έννοια. + +18) «Σαν άγριευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια +«Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της». + +(Όρα σελ. 33 στίχ. 10 και 11). + +Λέγοντας και ξαναλέγοντας οι μάγισσες τ’ ασυνάρτητά τους τα λόγια, +λαβαίνουν άγριο ύφος, γουρλώνουν τα μάτια τους κι’ αφρίζουν. Αυτά +τα κάνουν, εννοείται, μπροστά στους ενδιαφερομένους, για να τους +φοβίσουν. + +19) Οβίρα=κοίλωμα μέσα στην κοίτη των ποταμών, όπου είναι το +βαθύτερο μέρος, θεωρείται ως κατοικία δαιμόνων. + +20) Στερνάρι = πυρίτης λίθος. + +21) Πυριόβολος = χάλυψ. + +22) Ύσκα, είδος παρασίτου φυτού, που φυτρόνει στα δέντρα. Το +καταλληλότερο είναι εκείνο, που βγαίνει στες ιτιές και στα +πλατάνια. Τα στενάρι, ο πυριόβολος και η ύσκα είναι τα τρία +σύνεργα με τα οποία ανάβουν φωτιά. Η φωτιά του στερναριού +θεωρείται κατάλληλη για τα μαγικά. + +23) «Τρεις πέντε δεκαπέντε τους, τρεις έξη δέκα οχτώ + [τους. + »Και τρεις εφτά είκοσι μια...» + +Όλα αυτά είναι από τ’ ασυνάρτητα. Ίσως νάχουν και κάποια εξήγηση, +που εγώ δε γνωρίζω. + +24) «................. Σε κλειδωνιά κλεισμένα + » Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ». + +Τα μάγια, για να μη χαλάσουν με τ’ αντιμαγικά, τα κλειούν στην +κλειδωνιά, δηλαδή παίρνουν μια ανοιχτή χεροκλειδωνιά και την +κλειούν με το κλειδί της, κι’ ύστερα για να μη βρεθή από κανένα +και την ανοίξη, και βγουν τα μαγικά, την πετούν σε βρωμοπήγαδο, +δηλαδή σε πηγάδι με νερό ακάθαρτο, την Τρίτη το βράδυ. + +25) _Μαυροπούλλι_, πουλλί μαύρο, που δεν το βλέπει κανείς, +μυστηριώδικο. + +26) «Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανό έν’ άστρο, +»Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι» + +Δεν μπόρεσα να εξιχνιάσω ποιο άστρο είναι αυτό. + +27) «Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο +» Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού...» + +Είναι φοβερό ν’ ακούση κανείς, πως γίνεται αυτό το κηρί! Εκείνος, +που έχει ανάγκη από τέτοιο κηρί, πηγαίνει και ξεκοιλιάζει έναν +άνθρωπο, του αρπάζει την ξυγγοπάνα, που σκεπάζει τα εσωτικά του +και φεύγει. Αλλά για να είναι χρήσιμη αυτή η ξυγγοπάνα, πρέπει ο +άνθρωπος που την είχε, να είταν ζωντανός την ώρα, που ο φονιάς την +τραβούσε από μέσα. Μ’ αυτή την ξυγγοπάνα φκιάνουν ξυγγόκηρο, και +τα ξυγγόκηρο αυτό νομίζουν, ότι έχει την ιδιότητα να μη σβύνη από +τον δυνατώτερον αγέρα, και χρησιμεύει σ’ εκείνους προπάντων, που +πηγαίνουν ν’ ανοίξουν τους θησαυρούς, που βρίσκονται σε υπόγεια ή +σε σπηλιές, διότι κάθε άλλο κηρί σβύνεται εκεί μέσα και μόνο το +κηρί, που γίνεται από ξυγγοπάνα, βγαλμένη από ζωντανό άνθρωπο δε +σβύνει. Πιστεύουν ακόμη, ότι το φως αυτού του κηριού τυφλόνει και +τον Δράκοντα, που φυλάει τους υπόγειους θησαυρούς. + +28) «................................αυγό μονομερίδας + +Πιστεύεται, ότι ένα αυγό της μονομερίδας από όσα κάνει, βγάζει +φείδι με δύο κεφάλια: τα ένα στη φυσική του θέση, και το άλλο στην +ουρά. + +29) «Χολή οχιάς» + +Η οχιά είναι το φαρμακερώτερο φείδι του κόσμου. Ο λαός λέγει: + + « Όποιον φάγη η οχιά, + «Ούτε κρίση, ούτε λαλιά.» + +10) «.................... σβαρνιάρικης χελώνας, + +«Που θάφτουνταν εξάμηνο στης γης το μαύρο χώμα.» + +Αλήθεια τα μισό το χινόπωρο, όλον το χειμώνα και το Μάρτη ακόμα η +χελώνα βρίσκεται ναρκωμένη μέσα στα χώμα. Γι’ αυτό και θεωρείται +κατάλληλη για τα μαγικά. + +31) «Ασβού τομάρι ανήλιαγο....» + +Ο Ασβός είναι νυχτόβιο τετράποδο, που δε βγαίνει ποτέ την ημέρα. +Ονομάζεται λατινικά Trohus. Στο μέγεθος είναι μικρότερο από κοινό +σκυλλί. Είναι σαρκοβόρο, αλλά αγαπά πολύ και το χλωρό αραποσίτι +(καλαμπόκι). Κάνει μεγάλη καταστροφή στα χωράφια, που είναι +σπαρμένα αραποσίτι. Το τομάρι του είναι περίφημο. + +32) «..............τους κατσιποδαραίους. + +Κατσιποδιάρης—αίοι = δαιμονικά με ποδάρια κατσικίσια (από το +κατσικοπόδαρος κατσιποδιάρης). Τα ισκιώματα είναι φαντάσματα, +δαιμονικά, που πετούν στον αγέρα, ενώ οι κατσιποδιαραίοι περπατούν +στη γη. + +33) «Λειάρας νυφίτσας...»=ποικιλόχροης, παρδαλής ικτίδας (νυφίτσα += ικτίς). Είναι η καταστροφή των ποντικιών. Δεν τα τρώγει, αλλά τα +πνίγει μόνον και τ’ αφίνει. Αυτό το τετράποδο είναι μικρό και +συμπαθητικό και πολύ συχνά έρχεται μέσα στα χωριά, για να +καταστρέψη ποντίκια. + +34) «Μυαλό γαλάρας αλεπούς...» + +«Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της». + +Βεβαιόνουν πολλοί κυνηγοί, ότι ηύραν αλεπού να τρώη στην πείνα της +τα μικρά της. Ο Λαός πιστεύει πολύ αυτή την αφιλοστοργία της +αλεπούς. + +35) «Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκκουβάγιας, +«Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι». + +Η κουκκουβάγια (γλαυξ) θεωρείται δυσοίωνο πουλλί. Αν λαλήση η +κουκκουβάγια σε κατοικημένο σπίτι, θάνατος κι’ ερημιά θα το +επακολουθήση. + +36) «Μπούφου κατάμαυρη καρδιά.... +«Που την ημέρα κρύβονταν να μη τον δη ο ήλιος, +«Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε σα σκύλλος». + +Είναι πολύ απαίσιο το λάλημα του μπούφου στα μαύρα τα σκοτάδια, +μέσα στα σύδεντρα και στα λακκώματα. Όταν λαλάη πολύ, στο τέλος +έχει ένα γύρισμα σα γαύγυσμα σκυλλιού. Νομίζει κανείς, ότι δεν +είναι πουλλίσιο λάλημα. + +37) «...............Γαλάρας νυχτερίδας». + +Ίσως δεν είναι γνωστό στον πολύν κόσμο, που δεν καταγίνεται με τη +ζωολογία, ότι η νυχτερίδα είναι πετεινό χωρίς φτερά, ότι γεννάει +μικρά κι’ όχι αυγά, κι’ ότι έχει βυζιά και τα βυζαίνει. + +38) «Νύχι δεξί χαμόραγγα....» + +Αρουραίος ποντικός. Λέγεται ακόμα και κουφός και τυφλοπόντικας. +Αυτό το ζώο είναι νυχτόβιο και δε βγαίνει καθόλου την ημέρα. Ζη +υποχθόνιο και τρέφεται με ρίζες φυτών και υποχθόνια έντομα. + +39. «Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν, εφτάφωνη γλωσ- + [σούλα, +»Οπού έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση, +»Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, το δύστυχο το + [Γκιώνη + +Υπάρχει παράδοση, ότι μια φορά κι’ έναν καιρό είταν δυο αδέρφια. Ο +ένας λέγονταν Μαλώνης κι’ ο άλλος Γκιώνης. Ο πρώτος είταν ζευγίτης +κι’ ο δεύτερος πιστικός. Μια μέρα, που θα κούρευαν τα γίδια, ήρθε +κι’ ο ζευγίτης να βοηθήση τον πιστικό. Έλειπε ένα βετούλι. Ύστερα +από κάμποση ώρα το άκουσαν να βελάζη κάτω στο λάκκο. Πάη ο Γκιώνης +να το πάρη. Όταν έφτασε στο λάκκο έψαξε δώθε-κείθε, δεν μπόρεσε να +το βρη. Γυρίζοντας στο στάλο, που κούρευαν, ακούστηκε πάλε τα +βελιατό του βετουλιού. Τον ξαναστέλλει ως μεγαλύτερος ο Μαλώνης το +Γκιώνη να πάρη το βετούλι. Ξαναπηγαίνει ο Γκιώνης, μεταψάχνει και +δε βρίσκει τίποτε και ματαγυρίζει μ’ αδειανά τα χέρια, χωρίς το +βετούλι. + +Και για να μη το πολυλογούμε πήγε κι’ ήρθε πολλές φορές στο λάκκο, +χωρίς να βρη και να φέρη το βετούλι. Τότε ο Μαλώνης, θυμωμένος, +τραβάει μια το ψαλίδι και σκοτόνει το Γκιώνη, και κινάει για το +λάκκο μόνος του να βρη το βετούλι. Φτάνοντας εκεί τι βλέπει; Μια +κίσσα, που βέλαζε σα βετούλι. Τότε ο Μαλώνης ήρθε στον εαυτό του +από το θυμό του, θυμήθηκε το κακό που έκανε να σκοτώση τον αδερφό +του, έκλαψε, χτυπήθηκε και στο τέλος από τη λύπη του έγεινε πουλλί +— αυτό που λέμε Γκιώνη — κι’ από τότε όλο κλαίει και φωνάζει τον +αδικοσκοτωμένο αδερφό του: «Γκιων! Γκιων! Γκιων!» Και θα φωνάζη, +ως που θα τον λυπηθή ο θεός — αν το λυπηθή — και στείλη από τον +Κάτω Κόσμο στη ζωή πάλε τον αδερφό του τον Γκιώνη. Τότε θα γένη +πάλε άνθρωπος και θα ζήση χαρούμενος με τον αδερφό του. + +Όλο αυτά το κακό τώκανε η Κίσσα, η εφτάφωνη, που λαλάει εφτά +λογιών. + +49) «Να γένη το νερό τυρί...» + +Ως μεγαλύτερη μάγισσα θεωρείται εκείνη, που μπορεί να πήξη το +νερό. Όταν θέλουν να φημίσουν μια μάγισσα λένε : —«Αυτή πήγει τα +νερά!» + +41) «Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου, +«Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο». + +Τα σαββατογεννήματα δεν τα πιάνουν τα μάγια και πλειότερο δεν +πιάνουν εκείνους, που γεννηθούν ένα από τα «_τρία καλά Σάββατα_» της +Τυρινής, της Καθαροβδομάδας και το Μεγαλοσάββατο. Αυτά τα Σάββατα +πιστεύει ο Λαός, ότι βγαίνουν οι πεθαμένοι από τον Κάτω-Κόσμο, και +περιφέρονται αόρατοι στα μέρη, που έζησαν, γι’ αυτό κι’ ο κόσμος +φκιάνει κόλλυβα για τους πεθαμένους του. Πιστεύει ακόμα, ότι τα +κόλλυβα αυτά τα τρων οι πεθαμένοι και μόνο νομίζομε, ότι τα τρώμε +εμείς και ότι εκείνοι οι πεθαμένοι, που δεν έχουν δικούς να τους +φκιάνουν κόλλυβα, μένουν νηστικοί. Για αυτό πολλά εχούμενα σπίτια, +φκιάνουν κοντά στα δικά τους για τους πεθαμένους τους κι’ ένα +σκουτελλάκι για τους φτωχούς τους πεθαμένους κι’ εκείνους, που δεν +έχουν δικούς στον κόσμο. + +42) «Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης». + +Ο Λαός πιστεύει, ότι υπάρχει βοτάνι (φυτό), που μπορεί να κάνη το +παλληκάρι, ή το κορίτσι ν’ αγαπήσουν το πρόσωπο, που δεν +αγαπούσαν. Τα δημοτικά τραγούδια είναι γεμάτα από τα όνομα του +βοτανιού της αγάπης. Το φαντάζονται ως μικρό θάμνο με λουλούδια +κίτρινα, σα φλωρί, και φύλλα άσπρα, σαν ασήμι, και πιστεύουν, ότι +δε στεγνόνει ποτέ, σαν τ’ άλλα τα φυτά, ούτε αλλάζει τα φύλλα του. +Θεωρείται ως σπανιώτατο φυτό, ότι βρίσκεται σ’ άβατους γκρεμούς, +απάτητα σπήλια και μακρυνά κι’ υπέρψηλα βουνά, κι’ ότι κοντά σ’ +αυτές όλες τες δυσκολίες το φυλάει κι’ ένας τρομερός Δράκοντας. + + + +Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ + + + +ΑΦΙΕΡΟΝΕΤΑΙ +στον Εξοχώτατον αντιπρόσωπό της, +τον κ. ΝΕΟΚΛΗ ΚΑΖΑΖΗΝ, +Πρόεδρον της Εταιρείας του «Ελληνισμού» + + Ψηλά σε σπίτια τρίπατα και γυάλινον εξώστη. + Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν η λυγερή Χρυσάιδω, + Πανώρια κόρη προεστού, μοναχοθυγατέρα, + Οπού δεν είχε ταίρι της σ’ Ανατολή και Δύση + Στην ωμορφιά και στην τιμή και στο γλυκό τραγούδι, + Κι’ απάνω στα κεντήματα, και στα ξομπλιάσματά της + Γλυκό τραγούδιν έδερνε, τραγούδι της αγάπης + Με μια φωνή χαρμόσυνη, σαν απ’ αγγέλου στόμα. + + Κένταγε κι’ ωριοκένταγε μεταξωτό μαντήλι, + Που είταν ψιλό και διάφανο, σα φεγγαριού αχτίδα, + Πούχε το χρώμα του χιονιού, του Ήλιου τη λαμπράδα, + Μαντήλι μοσκομάντηλο, μαντήλι της αγάπης, + Που θάδινε του Κωσταντή, του αρραβωνιαστικού της, + Τη μέρα, που θα φόρεγαν τα τίμια τους στεφάνια, + Και θα τους βλόγαε ο παπάς με το δεξί του χέρι, + Μπρος το Βαγγέλιο το ιερό και μπρος στην Παναγία, + Και στον αφέντη το Χριστό και σ’ όλους τους Αγίους. + + Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν η λυγερή Χρυσάιδω, + Τ’ ώριο μαντήλι του γαμπρού, του γάμου τους το δώρο, + Μ’ ολόχρυσες κι’ ολάργυρες κλωστές και μεταξένιες, + Οπού είχαν τόσα χρώματα, όσα και τα λουλούδια + Των λειβαδιών την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι, + Στη μια την άκρη το Σταυρό, στην άλλη το Βαγγέλιο, + Και μες στη μέση από τα δυο Χριστό και Παναγία, + Κι’ ανάμεσα από το Χριστό κι’ από την Παναγία + Γάμου στεφάνια ολόχρυσα, σταυροστεφανωμένα. + Που είχαν σε κάθε βελονιά σπειρί μαργαριτάρι, + Και γύρα γύρα στους σταυρούς των στεφανιών με χάρη + Χίλια αγγελούδια φτερωτά, που βάσταε το καθένα + Με το δεξί το χέρι του κι’ ένα χρυσό στεφάνι... + Κι’ ανάμεσα στα χαρωπά του γάμου τα στεφάνια + Δυο δαχτυλίδια ολόχρυσα με διαμαντένιες πέτρες + Και μες στες πέτρες έλαμπαν αγκαλιαστά με χάρη + Ο Ήλιος ο χρυσάχτιδος και το λαμπρό Φεγγάρι. + + Κένταγε κι’ ωριοκένταγε με χάρη και με γνώση + Δυο άσπρα σπίτια τρίπατα μ’ αυλές και με παραύλια, + Με τοίχους μαρμαρόχτιστους, με μαρμαρένιες σκάλες, + Και παραθύρια με γυαλιά και γυάλινους εξώστες, + Τώνα στα πόδια του Χριστού, τ’ άλλο στης Παναγίας... + Το πρώτον είταν του Γαμπρού, το δεύτερο της Νύμφης, + Γεμάτα κόσμο και τα δυο κι’ από χαρά γεμάτα, + Και στες πλατύχωρες αυλές χορούς και πανηγύρια, + Και ψησταριές μ’ αμέτρητα κριάρια σουβλισμένα. + + Και μες στη μέθη από τα δυο τ’ αγαπημένα σπίτια, + Κένταγε γάμο αρχοντικό, ξεφαντωμένο ψίκι(1), + Με δώδεκα ζυγές βιολιά και χίλιους καλεσμένους.... + Μπροστά τραβούσεν ο νουνός και πίσω οι φυλαχτάδες( 2), + Στη μέση πήγαινε ο Γαμπρός με την πανώρια Νύφη, + Σα μήλα, σαν τριαντάφυλλα, σα δροσερά λουλούδια, + Και πλειο μπροστά το φλάμπουρο, σταυροστεφανωμένο, + Γαλάζιο-καταγάλαζιο, μ’ άσπρο Σταυρό στη μέση, + Και μες στη μέση του Σταυρού κεντούσε τον Άη Γιώργη + Σε σιδερόψαρο άλογον απάνω καβαλλάρη, + Που βάσταγε στα χέρια του τ’ ολάργυρο κοντάρι, + Και χτύπαε το Δράκοντα στ’ αλόγου του τα πόδια(3). + Κένταγε κι’ ωριοκένταγε με προσοχή μεγάλη + Τον ολοστρόγγυλο ουρανό, τον αστροστολισμένο. + Και κάτων από τ’ ουρανού τη διάπλατη τη σκέπη, + Χειροπιασμένες δυο αδερφές : τη Μέρα και τη Νύχτα. + Η μια είταν άσπρη—ξέξασπρη και φόραγε χιονάτα, + Κι’ είχε τον Ήλιο πρόσωπο με τες χρυσές του αχτίδες, + Η άλλη είταν μελαχροινή, στα ολόμαυρα ντυμένη, + Με το Φεγγάρι πρόσωπο κι’ αστέρινο στεφάνι, + Και στην κορφή του στεφανιού, στη μέση του μετώπου, + Ο λαμπερός Αυγερινός τη λάμψη του σκορπούσε... + Κι’ ανάμεσα στες δυο αδερφές, τες πολυαγαπημένες, + Κατακαθάρια ανατολή, αχτιδοστολισμένη. + Κι’ ηλιοβασίλεμα λαμπρό και συννεφοχτισμένο + Απλόνονταν ολόλαμπρα σα χρυσαφένιες λίμνες. + + Κένταγε κι’ ωριοκένταγε στ’ ανάερα τα πόδια + Της Νύχτας της μελαχροινής και της καθάριας Μέρας + Τες τέσσαρες τες εποχές, γλυκά χεροπιασμένες, + Την Άνοιξη τη δροσερή, των λουλουδιών τη μάννα, + Ντυμένη φόρεμα λαμπρό, λουλουδοστολισμένο, + Το Καλοκαίρι το χρυσό, το ηλιοφλογισμένο, + Το κίτρινο Χινόπωρο με τα πεσμένα φύλλα, + Και τον Χειμώνα τον ψυχρό με τ’ άσπρα του τα γένια, + Κι’ ολόγυρα στες εποχές, τες αεροβατούσες, + Ηλιολαμπές και συννεφιές, βροχές, χαλάζια, χιόνια, + Και μες στα μαύρα σύννεφα φλόγινα αστροπελέκια, + Σα φείδια ολοφώτεινα βαθυά να τ’ αυλακόνουν. + Στην άκρη κάμπου διάπλατου, σε ριζοβούνι δίπλα, + Κένταγε λίμνην ώμορφη, σα νύφη στολισμένη, + Μ’ άλλα νερά κατάργυρα, μ’ άλλα νερά γαλάζια, + Κι’ απάνω της να τρέχουνε βαρκούλες πέρα-δώθε, + Άλλες με κάτασπρα πανιά, σαν άσπρα περιστέρια, + Κι’ άλλες μ’ ολάργυρα κουπιά να δέρνουν τα νερά της... + Γλυκά ανακαθρεφτίζονταν στες λαμπερές της άκρες, + Λόγγα, χωριά, βουνόπλαγα, ράχες και κορφοβούνια, + Κοπάδια γιδοπρόβατα κι’ αμέτρητες αγέλες, + Και σε μιαν άκρη απλόνονταν πανώρια πολιτεία(4), + Με σπίτια μαρμαρόχτιστα και κάστρο αρματωμένο. + + Κένταγε κι’ ωριοκένταγε μ’ υπομονή μεγάλη + Θάλασσα απέραντη, πλατειά, βαθύμακρα λιμάνια. + Ακρογιαλιές πανέμορφες, νησιά χαριτωμένα, + Κι’ απάνω στον νερόκαμπο να ουριοταξειδεύουν + Κάθε λογής πλεούμενα, κάθε λογής καράβια.... + Άλλα να τρέχουν με φωτιά, κι’ άλλα με τον αγέρα, + Να ξαπετούν απάνω τους οι πεινασμένοι γλάροι + Και δίπλα στες ακρογιαλιές τα κύματα να σπάζουν + Από την ακροθαλασσιά, κι’ ως μες στα ριζοβούνια + Κένταγε κάμπο διάπλατο, λουλουδιασμένον κάμπο, + Μ’ αμέτρητα άνθια κι’ εύοσμα, μ’ αρίφνητα λουλούδια + Που πιάνονταν τα χρώματα και γένονταν κομμάτια + Το άσπρο με το πράσινο, το κίτρινο με τ’ άσπρο, + Το θαλασσί με το σταχτί, το κόκκινο με όλα + Κι’ οι παπαρούνες, χαρωπές, στα κόκκινα ντυμένες, + Απλόνονταν περίφανες στ’ απέραντα λειβάδια, + Σα να είτανε βασίλισσες του μυρωμένου κάμπου. + + Εδώ κι’ εκεί σποραδικά στον μυρωμένον κάμπο + Κένταγεν ώμορφα χωριά, χωριά και χωριουδάκια. + Με περιβόλια, με νερά, με δέντρα και με κάμπους, + Και γύρα σ’ όλα τα χωριά, κι’ όλα τα χωριουδάκια, + Χωράφια με γεννήματα, πυκνά και μεστωμένα, + Κι’ αμπέλια χοντροκούτσουρα, πρατύφυλλα, γεμάτα + Σταφύλια κατακόκκινα και κίτρινα σταφύλια, + Κι’ ανάμεσα από τα χωριά και τα καλά χωράφια + Κοπάδια γιδοπρόβατα, και βώδια και φοράδια + Κι’ ανθρώπους ν’ αναδεύωνται και να μοχτούν με πόνο, + Και κάπου—κάπου κένταγε γυναίκες να λευκαίνουν, + Μ’ άσπρα ποδάρια ολόγυμνα μες το νερό χωσμένα, + Και κοπελλιές πανέμορφες στες ράχες να χορεύουν. + + Ανάμεσα από τα χωριά και μεταξύ στους κάμπους + Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν ένα αργυρό ποτάμι, + Μ’ αυλάκια, με παραύλακα και με πολλά γεφύρια, + Με καταρράχτες τρύψηλους, που πέφτουν αφρισμένοι, + Σε μύλους, σε νεροτροβές και σε πολλά μαντάνια, + Κι’ απόδιπλα του ποταμού, κατά σειρά στους όχτους, + Χιλιάδες δέντρα πράσινα: ιτιές, πλατάνια, λεύκες, + Κι’ απάνω στα κλωνάρια τους να στέκουν, να πετούνε + Χίλιων λογιών πετούμενα, χιλιών λογιών πουλλάκια. + + Κένταγε κι’ ωριοκένταγε στην άκρη από τον κάμπον + Ένα πανέμορφο βουνό, που είναι ψηλό και μέγα, + Πώχει χιλιάδες δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες, + Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτη + Και στην ψηλότερη κορφή, στου Άγι-Ηλιά τη ράχη, + Οπώχει αιώνια σκέπασμα σαράντα πήχες χιόνι, + Κένταγε αητό δικέφαλο με δυο χρυσές κορώνες, + Που κράταγε στα νύχια του κεφάλι αντρειωμένου(5). + + Κένταγε το ψηλό βουνό, το κλεφταγαπημένο, + Κι’ έβανε αντάρα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα, + Στη μέση τους Αρματωλούς και στα ψηλά τους Κλέφτες, + Στα πλάγια γιδοπρόβατα με κύπρους, με κουδούνια, + Κι’ ανάμεσα στα πρόβατα, κι’ ανάμεσα στα γίδια + Κένταγεν άξιους πιστικούς και σκύλους και κουτάβια, + Κι’ έναν καθάριον πιστικό σ’ ένα ψηλό κοτρώνι + Να κάθεται και να λαλή γλυκόφωνη φλογέρα. + Και τέλειονε το κέντημα, το χιλιοξομπλιασμένο, + Κεντώντας πόλη κάτασπρη κοντά σε περιγιάλι, + Με μάρμαρα πελεκητά και χρυσοσκαλισμένα, + Και στην κορφή πανέμορφο βασιλικό παλάτι, + Οπού έχει μέσα βασιλιά κι’ απανωθιώ σημαία + Γαλάζια-καταγάλαζια, μ’ άσπρο Σταυρό στη μέση, + Και μες στη μέση του Σταυρού κορώνα στουροφόρα.... + Κι’ αντίκρυ από του Βασιλιά το κάτασπρο παλάτι, + Κένταγε βράχον ένδοξο, περίφανο, μεγάλον, + Από τον ήλιο κόκκινο κι’ από τα χρόνια μαύρο, + Και στην κορφή τον ξακουστό και θείον Παρθενώνα, + Της Τέχνης άγιο λείψανο, του Ωραίου άγιο βήμα, + Προσκυνητάρι σεβαστό του κόσμου πέρα ως πέρα. + Κι’ εμπρός του τον Πολιτισμό δειλά γονατισμένο, + Να σκύβη το κεφάλι του και να τον προσκυνάη. + + Κι’ εκεί οπού αργοτέλειονε τ’ ωριόπλουμο μαντήλι, + Όλη τη γνώση βάνοντας κι’ όλη την εξυπνάδα, + Να σου και μπαίνει ο Κωσταντής, αρματοφορεμένος, + Με τη χαρά στο πρόσωπο, γλυκά ζωγραφισμένη, + Και την αγάπη στην καρδιά, σα ριζωμένο δέντρο : + — Καλή σου μέρα. Λυγερή! + — Καλώς μου τον λεβέντη! + — Τι νάναι αυτό το κέντημα; + — Του γάμου μας το δώρο, + Που θα σου δώσω, Κωνσταντή κι’ αρραβωνιαστικέ μου, + Την Κυριακή του γάμου μας την άγια εκείνη ημέρα, + Που θα μας βάλη ο παπάς τα τίμια μας στεφάνια, + Μπρος στο Βαγγέλιο το ιερό και μπρος την Παναγία, + Και στον αφέντη το Χριστό και σ’ όλους τους Αγίους. + Ιδέ και πε μου, Κωνστανή, καμάρι της καρδιάς μου. + Σου αρέσουν τα κεντήματα; Σου αρέσει το μαντήλι; + Μαρτύρους βάνω το Χριστό και τη Κυρά Παρθένα, + Ότι σου τ’ ωριοκέντησα με την καρδιά μου όλη.... + Όπως δε θα είταν ικανή καμμιά άλλη να το κάνη.... + Πε μου σου αρέσει, Κωνσταντή, τ’ ωριόπλουμο μαντήλι;— + + Ρίχνει τα μάτια ο Κωνσταντής απάντω στα κεντίδια, + Κυττάζει και θυαμαίνεται της κόρης την αξιάδα. + Οπού δεν έχει ταίρι της σ’ Ανατολή και Δύση + Στην ωμορφιά και στην τιμή, στη γνώση και στο ξόμπλι... + Κυττάζει, συλλογίζεται και δεν απολογιέται, + Σα ναύρισκε ένα φταίξιμο, κάποιο βαρύ ψεγάδι, + Μες στ’ άπειρα κεντήματα, τα χιλιοξομπλιασμένα, + Κι’ η Κόρη από τη βιάση της και τον πολύν καημό της, + Του λέγει με ανυπομονησιά και με κρυφή λαχτάρα : + — Μη δε σου αρέσει, Κωνσταντή, του γάμου το μαντήλι; + + Κι’ ο Κωνσταντής περίφανος για τα κεντήματά της, + Πνιγμένος από τη χαρά γυρίζει και της λέγει: + — Τι λες, Χρυσάιδω μου γλυκειά; Τι λες, χρυσό μου ταίρι; + Και ποια άλλη μπόρεσε ποτέ και ποια άλλη θα μπορέση + Στον κόσμο τέτοιο κέντημα χιλιόπλουμο να φκιάση; + — Κι’ όμως μου φαίνεται να λες, σαν κάτι να του λείπη. + — Αλήθεια κάτι λείπεται π’ αυτό το κέντημά σου.... + Αλήθεια μες στ’ αμέτρητα και πλούσια του κεντίδια, + Του λείπεται ένα, που έπρεπε καθόλου να μη λείπη.... + Αχ! ένα που είχαμε ποτε και που μας λείπει τώρα! + + Γεμίσαν από δάκρυα του Κωνσταντή τα μάτια + Και στα πλατυά τα στήθια του σπαρτάριζε η καρδιά του, + Σα να ήθελε να πεταχτή, και σαν πουλλί να φύγη.... + Κι’ η Κόρη κατατρόμαξεν από την ταραχή του, + Και του είπε παρακαλεστά και με πολλήν αγάπη : + — Μη Κωνσταντή μου θλίβεσαι και βαρυαναστενάζης.... + Μον πε μου τι του λείπεται και ποιο είναι το ψεγάδι, + Κι’ αν δεν το φκιάσω, όπως μου πης κι’ όπως μου παραγγεί- + Την αρραβώνα γύρνα μου και μη με κάνης ταίρι... [λης, + Και τότε από τη λύπη κι’ από την εντροπή μου, + Θα κόψω τα μαλλάκια μου και θα φορέσω μαύρα + Και θα τραβήσω μακρυά μ’ απελπισιά μεγάλη, + Σε μοναστήριν άγνωστο τα νειάτα μου να κλείσω. + Αν όμως δώση ο Θεός κι’ η Παναγιά η Παρθένα + Και σου το φκιάσω, Κωνσταντή, κατά την αρεσιά σου, + Ρόιδο και μήλο κόκκινο θα σου ξεπροβοδήσω, + Το ρόιδο για το κέντημα, το μήλο για το γάμο.— + + Τότε γυρίζει ο Κωνσταντής με δάκρυα και της λέγει: + — Πάρε κλωστές ολάργυρες, χρυσές και μεταξένιες, + Που νάχουν τόσα χρώματα, όσα έχουν τα λουλούδια + Των λειβαδιών την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι, + Ασπροκαθάριες, κίτρινες, σταχτιές, γαλάζιες, μαύρες, + Ασπρόμαυρες, κεραμιδιές, μουντές, κροκιές, γεράνιες, + Άλικες, βαθυκόκκινες, τριανταφυλλιές, κρασάτες, + Πράσινες, μαυροπράσινες, καφιές και καστανάτες, + Κι’ ολόγυρα στον ξακουστό και θείον Παρθενώνα + Κέντα μια Ελλάδα απέραντη, πανένδοξη, μεγάλη.... + Ελλάδα του Θεμιστοκλή, Ελλάδα του Αλεξάντρου, + Που να ξαπλώνεται βαρυά σ’ Ανατολή και Δύση.... + Κι’ ανάμεσα απ’ Ανατολή κι’ ανάμεσα από Δύση. + Κέντα μια πόλην ώμορφην, εφτάλοφη, μεγάλη, + Με κυπαρίσσια αρίφνητα, μ’ ολόχρυσα παλάτια, + Με πύργους, κάστρα και τζαμιά κι’ ευρύχωρα λιμάνια.... + Κέντα, σαν κέρατο χρυσό κι’ ένα βαθύ λιμάνι, + Κι’ απάνω του δυο μακρυά γεφύρια κυρτωμένα, + Γεμάτα κοσμοσυννεφιά, να πάη πέρα-δώθε.... + Στο στόμα αυτού του λιμανιού και παραμέσα ακόμα, + Και παραέξω στο βαθύ, που μοιάζει σαν ποτάμι, + Κέντα βαρκούλες άμετρες, κέντα καράβια μύρια, + Άλλα να τρέχουν με φωτιά κι’ άλλα με τον αγέρα, + Άλλα να πάνε πίσω—μπρος κι’ άλλα να σταματούνε, + Ανθρώπους και φορτώματα να μπάζουν και να βγάζουν... + Κι’ από την δέξια τη μεριά, στου λιμανιού το έβγα, + Κέντα μια ράχην ώμορφη με σπίτια και παλάτια, + Κι’ απάνω της καταρραχής μιαν Εκκλησιά μεγάλη, + Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες, + Κάθε καμπάνα με παπά και σήμαντρο με διάκο(6). + Κέντα μπροστά στην Εκκλησιά μια απέραντη πλατεία, + Γεμάτη ελληνικό στρατό, πεζούρα και καβάλλα, + Σημαίες και σπαθιά γυμνά, ντουφέκια και κανόνια, + Κι’ εμπρός στη θύρα την τρανή, στη μεσιανή τη θύρα, + Κέντα φρουρά περίφανη, σε δυο γραμμές μεγάλες, + Δυο τάγματα ευζωνικά μ’ όλο παιδιά βουνίσια, + Κατακαθάρια κι’ ώμορφα, μ’ αφράτες φουστανέλλες.... + Και κάτω από την Εκκλησιά, μες στον πλατύ το δρόμο, + Κέντα με νου και με καρδιά δυο μακρυά φουσάτα: + Τώνα ντυμένο στα χρυσά, τ’ άλλο ντυμένο μαύρα.... + Στο ένα, το χρυσόντυτο, να λάμπη ο Βασιλιάς μας, + Καβάλλα σ’ άτι αράπικο, με το σπαθί βγαλμένο, + Και στ’ άλλο ο Πατριάρχης μας με το σταυρό στο χέρι.. + Κι’ ολόγυρα στην Εκκλησιά, σα σύννεφο μεγάλο, + Κέντα χιλιάδες Χριστιανούς, παιδιά, γυναίκες, άντρες, + Να προχωρούν, μ’ αλλαλαγμό, για νάμπουν όλοι μέσα + Στην Εκκλησιά τη διάπλατη, στο μέγα Μαναστήρι, + Ν’ ακούσουνε τη λειτουργιά, που είταν κυνηγημένη, + Τόσους αιώνες σκοτεινούς, τόσους αιώνες μαύρους... + Ν’ ακούσουνε τη λειτουργιά, το νιο &«Χριστός—ανέστη»&. + + Κέντα, Χρυσάιδω μου καλή, κέντα χρυσό μου ταίρι, + Κέντα στες τέσσερες γωνιές της σκλάβας Εκκλησιάς μας, + Τέσσαρα κάτασπρα τζαμιά, θεώρατα, μεγάλα, + Γυρμένα ξάπλα καταγής, συθέμελα πεσμένα, + Σα να είταν ξεθεμέλειωτοι, σεισμοδαρμένοι πύργοι... + Κάθε τζαμί κατάκοιτο να δείχνη κι’ έναν τόπο : + Τώνα να δείχνη τη Φραγκιά και τ’ άλλο τη Ρωσσία, + Το τρίτο την Ανατολή, το τέταρτο τη Μέκκα... + Κάθε τζαμί από κάτω του νάχη κι’ απώνα Χότζα + Με πασουμάκια κίτρινα και πράσινο σαρίκι. + Αιματωμένον, κάτωχρο και νεκροτεντωμένο.... + Κι’ εμπρός στη θύρα την τρανή, την μεσιανή τη θύρα + Κέντα σημαία κόκκινη, κατάχαμα απλωμένη, + Που νάχη μισοφέγγαρο κι’ αστέρι μες στη μέση... + Κέντα στην άκρη του ιερού, προς του βοριά το μέρος, + Μια θυροπούλα απόκρυφη κι’ έναν παπά να μπαίνη... + Κείνον τον ίδιον τον Παπά, τον άγιο, τον φευγάτο, + Να ξαναπή τα γράμματα και να ξακολουθήση + Τη λειτουργιάν, οπού άφησε μισοτελειωμένη( 7), + Όταν εμπήκεν ο Αμηράς στην Πόλη καβαλλάρης... + Κι’ απανωθιώ στης Εκκλησιάς τον χρυσαφένιον τρούλλο, + Οπού σηκόνει αδιάκοπα αιώνες τώρα πέντε, + Αφωρισμένο φόρτωμα, καταραμένο βάρος, + Έν’ άγριο Μισοφέγγαρο, μ’ ολάνοιχτο το στόμα, + Φοβέρα του Πολιτισμού και της Χριστιανωσύνης, + Κέντα σημαία με Σταυρό, μεγάλη, ασπρογαλάζια, + Με κάμπο καταγάλαζιο και το Σταυρό της άσπρο, + Και κέντα την ολάνοιχτη, σ’ υπέρψηλο κοντάρι, + Που νάχη απάνω στην κορφήν αητό με δυο κεφάλια, + Και πλειό ψηλά από τον αητόν, ωσάν ουράνιο τόξο, + Κέντα μι’ αχτίδα ολάχρυση, του Ήλιου θυγατέρα + Και μες στον αχτιδόκαμπο(8) γράψε έναν άγιο στίχο : + &«Πάλε με χρόνους και καιρούς, πάλε δικά μας θα είνε» + Που φώτιζε το Γένος μας σε χρόνους μαυρισμένους, + Και μας θερμαίνει την καρδιά και μας γεννάει ελπίδες, + Ελπίδες χρυσοφτέρωτες, χρυσοστεφανωμένες. + + Κι’ εκεί κοντά στην Εκκλησιά και δίπλα στην πλατεία, + Κέντα έναν τάφο πενιχρό, λησμονημένον τάφο, + Μ’ ένα καντήλι, ταπεινό να καίη στο κεφάλι, + Κι’ απάνω στην κατάλευκη και την τρισάγια πλάκα, + Κέντα μι’ απλήν επιγραφή, μ’ αυτές τες λέξες μόνο : + «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς-Ο Μάρτυρας του Γένους» (9). + + Κι’ ενώ μιλούσε ο Κωσταντής, τα μάτια της Χρυσάιδως + Από τα δάκρυα τα πολλά, ετρέχανε σα βρύσες, + Γιατί την έκαψε βαθυά ο πόνος της Πατρίδας, + Που βρίσκεται αλυσόδετη στ’ Αγαρηνού τα χέρια, + Κι’ ο πόνος του Μοναστηριού, του κοσμοξακουσμένου, + Που το πατούν οι άπιστοι και τώχουνε τζαμί τους, + Κι’ όταν απόειπε ο Κωσταντής τες ώμορφες ωρμήνιες, + Γυρίζει με πολλή χαρά και λέγει του η Χρυσάιδω : + —Μετά χαράς σου, Κωνσταντή, καμάρι της ψυχής μου, + Κι’ αν δεν σου τάχω έτοιμα σε τρεις βδομάδες μέσα, + Όπως μου τα είπες ταχτικά με την αράδαν όλα, + Να μη με πούνε ταίρι σου, να μη με πουν Χρυσάιδω!— + + Άμ’ άκουσε της Λυγερής τ’ αγαπημένα λόγια, + Ο Κωσταντής ξεκίνησε και πάη στ’ αρχοντικό του, + Και πριν να σώση ο καιρός και κλείσουν τρεις βδομάδες. + Η Λυγερή αποκέντησε τ’ ωριόπλουμο μαντήλι, + Κατά πώς την ωρμήνεψε και το ήθελε η καρδιά του, + Κι’ αμέσως του προβόδησε το ρόιδο και το μήλο(9), + Το ρόιδο για το κέντημα, το μήλο για το γάμο. + + Κι’ ο Κωσταντής, λαβαίνοντας το μήνυμα της Κόρης, + Της έστειλε γι’ αντιλογιά φλωρί κωσταντινάτο(10), + Εκάλεσε τους φίλους του και τη γενιά του όλη, + Κι’ έστησε γάμο και χαρά και μέγα πανηγύρι, + Και κίνησε χαρούμενος, γαμπρός καμαρωμένος, + Με φλάμπουρο και με βιολιά και χίλιους καλεσμένους. + Και πάη να πάρη ταίρι του τη λυγερή Χρυσάιδω. + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ +ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ + + + +1) Γαμήλια συνοδεία, από το λατινικό obsecvium. + +2) Φυλαχτάδες λέγονται η συνοδεία της νύφης. Αυτοί είναι υπόλογοι +προς τους γονέους της, να την παν χωρίς να πάθη τίποτα ως το σπίτι +του γαμπρού. + +3) Στην Ήπειρο σώζεται σε πολλά χωριά ακόμα σημαία σταυροφόρο με +τον Άγη Γιώργη στη μέση. Αυτή η σημαία χρησιμεύει ως στρώμα της +Άγια-Τράπεζας, κι’ όταν γένεται γάμος, προσαρμόζεται σ’ ένα μακρύ +κοντάρι, στήνεται στο προαύλιο του σπητιού του γαμπρού και +προπορεύεται στη συνοδεία, που πηγαίνει να πάρη τη νύφη. + +4) Γράφοντας αυτόν τον στίχο, είχα στο νου μου τα Γιάννινα. + +5) Αυτούς τους στίχους : + + « Πώχει χιλιάδες δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες. + » Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτης + » Και στη ψηλότερη κορφή, στου Άγι’ Ηλιά τη ράχη» κτλ. + +τους πήρα από το τραγούδι του Ολύμπου: + + « Ο Έλυμπος κι’ ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλλόνουν + » Ποιο ρίχνει τες πολλές βροχές, ποιο τα πολλά τα χιόνια. + » Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχές, κι’ ο Έλυμπος τα χιόνια. + » Τώνα παινιέται στα σπαθιά και τ’ άλλο στα ντουφέκια. + » Ο Κίσσαβος έχει σπαθιά κι’ ο Έλυμπος ντουφέκια... + » Γυρίζει ο κόντο-Κίσσαβος και λέει με περηφάνεια : + — «Εμένα λένε Κίσσαβο, της Λάρισσας καμάρι, + » Με χαίρεται όλη η Κονιαριά, με τ’ άσπρα τα σαρίκια, + » Κι’ οι μπέηδες οι Λαρισσινοί με τα γοργά τους τ’ άτια. + » Γυρίζει τότε ο Έλυμπος και λέγει του Κισσάβου : + — «Τι λες αυτού, μπρε Κίσσαβε, κονιαροπατημένε, + » Που σε πατούν οι Τούρκισσες, κι’ οι παλιο-Φατιμέδες, + » Εγώ είμαι ο γέρω-Έλυμπος, ο κοσμοξακουσμένος, + » Πώχω σαράντα-δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες, + » Κάθε κορφί και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτης, + » Και στην ψηλή μου την κορφή, στου Άγι-Ηλιά τη ράχη, + » Κουρνιάζει κι’ αντριεύεται αητός με δυο κεφάλια, + » Που μες τα νύχια του κρατεί βασιλικό κεφάλι, + » Και κάθε μέρα την αυγή, στο κρούξιμο του ήλιου, + » Κυττάει την Αγιά-Σοφιά και χύνει μαύρα δάκρυα». + +(ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ. Συλλογή Χ. Χριστοβασίλη σελ. 31, αριθ. 3). + +6) Συνειθίζεται η νύφη να δίνη του γαμπρού, πριν να στεφανωθούν, +μαντήλι, κεντημένο. + +7) Αυτούς τους στίχους: + + « Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες, + » Κάθε καμπάνα με Παπά και σήμαντρο με διάκο...» + +τους έχω πάλε παρμένους από τον «Εθνικό Θρήνο». (ΕΘΝΙΚΑ +ΑΣΜΑΤΑ Χ. Χριστοβασίλη σελ. 13). + + « Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα ουρά- + » Σημαίνει κι’ η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, [νια, + » Πώχει τριακόσιες καλογριές κι’ εξήντα δυο καμπάνες, + » Κάθε καμπάνα με παπά και σήμαντρο με διάκο...» + +8) Οι στίχοι: + + « Κέντα στην άκρη του ιερού, προς του βοριά το μέρος, + » Μια θυροπούλα απόκρυφη κι’ έναν παπά να μπαίνη, + » Κείνον τον ίδιον τον Παπά, τον άγιο, τον φευγάτο, + » Να ξαναπή τα γράμματα και να εξακολουθήση + » Τη λειτουργιάν, οπού άφησε μισοτελειωμένη, + » Όταν εμπήκεν η Τουρκιά στην ξακουσμένη Πόλη» + +Τους πήρα από μια εθνική παράδοση, η οποία λέγει: + +«Όταν εμπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, οι Χριστιανοί είχαν καταφύγει +στην Αγιά Σοφιά, νομίζοντας, ότι θα καταιβή Άγγελος Κυρίου και +κρατώντας πύρινη σπάθα θα τους έδιωχνε ως την &Κόκκινη Μηλιά& και +θα λευτερόνονταν όλοι από τους Αγαρηνούς. Δυστυχώς όμως ο Άγγελος +Κυρίου δεν κατέβηκε, γιατ’ είταν θέλημα Θεού, από τες αμαρτίες +μας, να τουρκέψη η Πόλη, κι’ αυτή η Αγιά Σοφιά. Προχωρώντας- +προχωρώντας οι Τούρκοι μπήκαν και στην Αγιά-Σοφιά, κι’ άρχισαν να +πιάνουν και να σκλαβόνουν όσους είταν μέσα, και να αρπάζουν όλα τα +πολύτιμα στολίδια της Μεγάλης Εκκλησιάς, και και τη στιγμή, που θα +έπιαναν και τον λειτουργό τον Παπά, που δεν είχε τελειώσει ακόμα +τα γράμματα της λειτουργιάς, άνοιξε μια θυροπούλα από την ζερβιά +τη μεριά προς τον Γαλατά, που είταν σιδηροκλεισμένη, κι’ έφυγε απ’ +εκεί με το δισκοπότηρο στα χέρια, για να μην πέση η άγια +&Κοινωνιά& στα τούρκικα τα χέρια, κι’ η θυροπούλα ματάκλεισε σαν +που είταν πρώτα, κι’ ως τα σήμερα προσπαθούν οι Τούρκοι να την +ανοίξουν, αλλά δε μπορούν. Όταν όμως σωθούν αι αμαρτίες μας, κι’ +ανατείλη η μέρα, που θα ελευτερωθή η Πόλη, ο Παπάς εκείνος, που +μένει από τότε κλεισμένος και ζωντανός κάπου, θα ξαναγυρίση στην +Αγιά Σοφιά, από την ίδια θυροπούλα, που βρίσκεται ως τα σήμερα +κλεισμένη, ιεροφορεμένος, ξεσκούφωτος και κρατώντας στα χέρια του +το άγιο δισκοπότηρο με την &Κοινωνιά&, και θα εξακολουθήση τη +λειτουργιά, που δεν είχε αποτελειώσει, λέγοντας τα γράμματα, που +υπολείπονται, και τη στιγμή, που θα ειπή το: &«Δι’ ευχών των αγίων +πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς. Αμήν»& θα σωριαστή +καταγής πεθαμένος. Στη στιγμή θα μπη στην Εκκλησιά ο νέος +Κωσταντίνος(1) κι’ οι Τούρκοι θα γένουν άφαντοι από την Πόλη κι’ +απ’ όλο μας το Βασίλειο. Εκείνη την ημέρα τόσο αίμα θα χυθή στην +Πόλη, που ένα δαμάλι τριέτικο, για να περάση από την άκρη ενός +δρόμου στην άλλη, θα πλέξη μες σε ποτάμι από αίμα». + + 1) Κωσταντίνος την έχασε την Πόλη και Κωσταντίνος θα την + πάρη, λέγει η εθνική παράδοση. + +9) Ο στίχος αυτός : + + «Πάλε με χρόνους με καιρούς, πάλε δικά μας θα είναι» + +είναι παρμένος αυτούσιος από τον «Εθνικό Θρήνο. (ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ Χ. +Χρηστοβασίλη σελ. 15 στιχ. 3ος). + + «Σώπασε, Κυρά Δέσποινα και σεις Αγίοι μην κλαίτε. + «Πάλε με χρόνους με καιρούς πάλε δικά μας θα είναι» + + 10) «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς». + +Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ή στοιχειωμένος Βασιλιάς θεωρείται ο +τελευταίος Έλληνας Αυτοκράτορας Κωσταντίνος Παλαιολόγος. Η εθνική +παράδοση λέγει: + + «Ο Κωσταντίνος σκοτώθηκε, αφού σκοτώθηκαν όλοι οι αρχηγοί του, +κι’ όλοι οι στρατιώτες του. Στο δρόμο, που τον πήγαινε ο Χάρος στο +Κάτω-Κόσμο με όλο το στράτεμμά του, ήκουσε σκοτωμένους Τούρκους, +που κουβέντιαζαν κι’ έκλαιγαν για το σκοτωμό τους και δεν είταν +ζωντανοί, να χαρούν τον κόσμο στην τουρκεμένη την Πόλη, που στον +κάθε Τούρκο έλαχαν δέκα χριστιανικά σπίτια και δέκα Χριστιανές +γυναίκες σα νεράιδες. Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Κωσταντίνος, +παίρνει τους σκοτωμένους αρχηγούς του και στρατιώτες του, εφτά +χιλιάδες πέρα-πέρα, και γυρίζει για τον Απάνω-Κόσμο. Προσπαθάει ο +Χάρος να τους σταματήση, φοβερίζει... στάθηκε αδύνατο! Ο +Κωσταντίνος με το στράτεμά του γύρισε στον Απάνω-Κόσμο, κι’ επειδή +δε μπορούσαν να ξαναβρούν ο καθένας το σκοτωμένο κορμί του, +στοιχειώθηκαν και περιφέρονται από τότε την νύχτα αρματωμένοι, +άλλοι καβάλλα στ’ άλογα, κι’ άλλοι πεζοί, ενώ τα κορμιά τους +μένουν άλυωτα στα μνήματά τους, καρτερώντας νάρθη η ώρα, που ο +Κωσταντίνος θα μπη νικητής στην Πόλη, θα διώξη την Τουρκιά, και θ’ +ανοίξη την Αγιά-Σοφιά, όπου ο Πατριάρχης μ’ όλους τους δεσποτάδες +του και τους αρχιμαντρίτες του, τους παπάδες του και τους διάκους +τους, θα διαβάση την νεκρώσιμη &Ακολουθία&. Τότε στη στιγμή ο +Κωσταντίνος ο Βασιλιάς με το στράτεμά του θα ξαφανιστούν και θα +καταιβούν στον Κάτω-Κόσμο, και θα λυώσουν τα κορμιά τους και θ’ +αναιβή στο θρόνο της Πόλης Χριστιανός Βασιλιάς, Κωσταντίνος κι’ +αυτός λεγόμενος στ’ όνομά του, κι’ ο τόπος μας θα ελευτερωθή». + +11) «Κι’ αμέσως του προβόδησε το ρόιδο και το μήλο» + +Το _ρόιδο_ συμβολίζει την εκτέλεση, ενός πράγματος, που δεν είταν +τελειωμένο, και το _μήλο_ τον προσδιορισμό της ημέρας του γάμου. + +12) «Της έστειλε γι’ αντιλογιά φλωρί κωσταντινάτο» + +Το κωσταντινάτο, ήτοι το βυζαντινό νόμισμα, που έχει από τη μια +μεριά το Χριστό και από την άλλη τον Κωσταντίνο και την Ελένη με +το Σταυρό ανάμεσά τους, θεωρείται ως το εξοχώτερο δώρο του γαμπρού +προς τη νύφη, διότι νομίζεται ιερό και δυνάμενο ν’ αποδιώξη κάθε +κακό, και μάλιστα μάγια και βασκανίες. Το «_κωσταντινάτο_» +θεωρείται ακόμα και ως απαράβατο συμβόλαιο του γάμου. + + + + +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ +Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΟΥ +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + + + +ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ + + Α’. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ + 1) Διηγήματα της Στάνης. + 2) Διηγήματα της Ξενιτειάς. + β) Διηγήματα Θεσσαλικά. + 4) Διηγήματα του Βουνού και του Κάμπου (βραβευμένα στον + Ψυχάρειο διαγωνισμό για τη γλώσσα) + 5) Αγώνες του Σουλίου για την Πατρίδα (βραβευμένο δράμα + έμμετρο). + β) Για την τιμή (δράμα έμμετρο). + 7) Ο Κατσαντώνης (ιστορικό διήγημα). + 8) Σουλιώτες και Λιάπηδες (διήγημα). + 9) Ο Καπετάν Καλόγηρος (διήγημα). + 10) Εθνικά Άσματα. + 11) Ηπειρωτικά Παραμύθια. + 12) Η Αγάπη (Τριλογία). + + Β’. ΠΟΛΙΤΙΚΑ + 1) Η Δύναμις του Ελληνισμού εν Ηπείρω (αναδημοσιευθέν υπό + της Κυανής Βίβλου της Αγγλίας 1903 Α’. 1901. Σελ. 104). + 2) Ήπειρος και Αλβανία. + 3) Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των + Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον. + + + + + + +End of Project Gutenberg's Love (trilogy), by Christos Christovasilis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOVE (TRILOGY) *** + +***** This file should be named 32304-0.txt or 32304-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/2/3/0/32304/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/32304-0.zip b/32304-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..9efe0ac --- /dev/null +++ b/32304-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..12368a0 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #32304 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32304) |
