summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:57:22 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:57:22 -0700
commit0ad4c2325a9d0940184e223aa4d909e5d1e7cf61 (patch)
tree3de0596efba25e479a4c2ff2f6f9b9d34a9e8814
initial commit of ebook 32304HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--32304-0.txt2553
-rw-r--r--32304-0.zipbin0 -> 54376 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 2569 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/32304-0.txt b/32304-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..24ee7d2
--- /dev/null
+++ b/32304-0.txt
@@ -0,0 +1,2553 @@
+The Project Gutenberg EBook of Love (trilogy), by Christos Christovasilis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Love (trilogy)
+
+Author: Christos Christovasilis
+
+Release Date: May 9, 2010 [EBook #32304]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOVE (TRILOGY) ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed. Bold words have been included in &. Words in
+italics have been included in _. Footnotes within notes
+have been placed immediately below the note and have been
+indented
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _.
+Σημειώσεις μέσα στις σημειώσεις έχουν τεθεί ακριβώς από κάτω
+από την σημείωση.
+
+Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ
+
+Η ΑΓΑΠΗ
+(ΤΡΙΛΟΓΙΑ)
+
+Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ - Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ - Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
+ΑΘΗΝΑ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΟΥ
+1906
+
+
+
+Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ
+
+
+
+ Ψηλά σε ράχην ώμορφη και δεντροστολισμένην,
+ Οπούχε κάμπους γύρα της και λόγγους και λειβάδια,
+ Και βρύσες δέκα τέσσερες, εφτάκρουνες, δροσάτες,
+ Με κάνναλες ολάργυρες και γούρνες μαρμαρένιες,
+ Είταν ‘νας Πύργος πάμπαλιος, χίλιων χρονώνε πύργος,
+ Πούχε τους τοίχους του πλατυούς, γερούς, βραχοχτισμένους,
+ Πράσινους, καταπράσινους και με κισσούς ντυμένους,
+ Υπέρψηλα παράθυρα με σιδηριές φραγμένα
+ Και θύρα δίφυλλη χοντρή, σιδηροσκεπασμένη,
+ Πάντα κλεισμένη και βουβή, μανταλωμένη πάντα,
+ Και μέσα κάθονταν κλειστή με τετρακόσιες δούλες,
+ Ωριοπανώρια κορασιά, στον κόσμο ξακουσμένη,
+ Ρηγάγγονο, ρηγόπαιδο, μοναχοθυγατέρα,
+ Πούχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
+ Και τον λαμπρόν αυγερινό στη φλογερή ματιά της,
+ Κι’ εννιά λιοντάρια για σκυλλιά στους άλυσους δεμένα,
+ Π’ όλην τη νύχτα τ’ άφινε λυτά να τριγυρίζουν
+ Μες στες πλατύχωρες αυλές, τες μαρμαροστρωμένες,
+ Να τη φυλάν κοιμάμενη, σαν μπιστεμένοι φίλοι,
+ Μην έμπουν μέσα αλλόφυλοι, κι’ εχτροί και την αρπάξουν,
+ Για να ονειρεύεται ήσυχη στ’ ολόχρυσο κρεβάτι
+ Το παλληκάρι τώμορφο, το χιλιοπαινεμένο,
+ Που θα βρισκόντανε ποτέ στη γη την οικουμένη,
+ Να τώπαιρνε για ταίρι της, να του άνοιγε του Πύργου
+ Τη θύρα την κατάκλειστη, μαζί με την καρδιά της.
+
+ Είταν η Κόρη ολάρφανη πο μάνα, πο πατέρα....
+ Οι Μοίρες αι σκληρόκαρδες την είχανε μοιράνει,(1)
+ Που αν μάθαινε την τύχη της, το μαύρο ριζικό της,
+ Θάχανε τους γονέους της και μοναχή θα ζούσε....
+ (Την έμαθε τη μοίρα της, το μαύρο ριζικό της
+ Κ’ έχασε τους γονέους της και μοναχή της ζούσε)
+ Κι’ αν έβγαινε και μια στιγμήν από τον Πύργον έξω,
+ Θάχανε και τον Πύργο της και τ’ άπειρα της πλούτη
+ Και το ψωμί θα λίμαζεν, όσον καιρό κι’ αν ζούσε,
+ Κι’ αν όποιον έπαιρν’ άντρα της κι’ αν όποιον αγαπούσε
+ Δεν είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ Θα ρεύανε τα μάτια της, πο το πολύ το κλάμα
+ Και πάντα μες στη σκοτεινιά θεότυφλη θα ζούσε.
+ Κι’ η Κόρη, ξέροντας καλά το μαύρο ριζικό της,
+ Δεν έβγαιν’ έξω κάμποτε, μόν’ κάθονταν κλεισμένη
+ Και γύρευε άντρα ανεύρισκον σ’ Ανατολή και Δύση,
+ Που να είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι.
+
+ Προξενητάδες πέζευαν στον Πύργο καθεμέρα
+ Της Κόρης της πεντάμορφης, της ξακουσμένης Κόρης,
+ Άλλοι σταλμένοι απ’ άρχοντες, κι’ από ρηγάδες άλλοι,
+ Και προξενιές της φέρνανε και τη ζητούσαν νύφη
+ Για ζηλευτά ρηγόπουλα, για πρώτους αφεντάδες,
+ Κι’ εκείνη πάντα αρνώντανε το λόγο της να δώση,
+ Κι’ ουδέ ρηγόπουλο ήθελε, κι’ ουδέ κανέν’ αφέντη,
+ Αλλ’ ήθελε άξιον κι’ ώμορφο, γερόν και παλληκάρι,
+ Που να μην έχη ταίρι του σ’ όλη την οικουμένη,
+ Στη δύναμη, στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι,
+ Και μαραμένοι γύριζαν όλ’ οι προξενητάδες,
+ Χωρίς την αρραβώνα της την πολυζηλεμένη.
+ Κι’ η Κόρη κάθονταν κλειστή, πικρή και μαραμένη,
+ Κι’ ως που να βρη το ταίρι της κατά την αρεσιά της,
+ Καθώς αι μαύρες Μοίρες της την είχανε μοιράνει.
+ Τρεις ώρες εστολίζονταν ακέριες κάθε μέρα,
+ Μπρος σε διαμαντοστόλιστον κι’ ολόχρυσον καθρέπτη,
+ Και ξένταε και χτένιζε μακρυά μαλλιά και μαύρα,
+ Με διαλυστήρι ολόχρυσο και λεφαντένιο χτένι,
+ και τάπλεγε μακρυά-μακρυά και τάφκιανε πλεξίδες,
+ Σταυροδεμένες ώμορφα στη μέση στη χωρίστρα.
+ Τρεις άλλες ώρες έγνεθε μετάξι διαλεγμένο,
+ Μ’ αδράχτι, βέργα, μάλαμμα, σφοντύλι διαμαντένιο,
+ Και ρόκα χρυσοκέντητη με χίλια δυο κεντίδια
+ Κι’ έβγαζε γνέμα κάτασπρο, σα φεγγαριού λαμπρύλες....
+ Άλλες τρεις ώρες ύφαινε μεταξωτά διασίδια
+ Σε λεφαντένιον αργαλειό με χρυσαφένιο χτένι
+ Κι’ έβγαζε βλάρια το πανί μ’ ολάργυρη σαΐτα,
+ Κι’ άλλες τρεις ώρες κάθονταν ψηλά στο παραθύρι,
+ Κι’ αγνάτευε κατάκαμπα κι’ αγνάτευε τες ράχες,
+ Να ιδή το νιο που ωρέγονταν, τον ποθητό λεβέντη,
+ Που θα είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ Και θάρχονταν χαρούμενος γυναίκα να την πάρη,
+ Και προς το γύρμα του ήλιου αρχίναε το τραγούδι,
+ Με μια χαρμόσυνη φωνή, σαν απ’ αγγέλου στόμα.
+
+ Και το τραγούδιν έλεγε και το τραγούδι λέγει:
+
+ « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
+ » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ » Να σπάζη με τα χέρια του τα σίδηρα σα βέργιες,
+ » Με το βαρύ του βάδισμα να ξερριζώνη βράχους,
+ » Να φεύγη σαν την αστραπή, να τρέχη σαν τ’ αγέρι;
+
+ « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου.
+ » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ » Να καβαλλάη τα θεριά, να πιάνη τα λιοντάρια,
+ » Να ξελακκόνη τα βουνά και να τ’ αναμοχλεύη.
+ » Και μες στ’ αναμοχλέματα ποτάμια να γυρίζη;
+
+ « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
+ » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ » Να μάση χίλια αγριόγιδα και να τα κάνη στάνη,
+ » Να τα βοσκάη στους γκρεμούς, στα πλάγια να τ’ αρμέγη
+ » Να βγάζη τ’ αγριοβούτυρο, να πήγη τ’ αγριοτύρι;
+
+ « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
+ » Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ » Νάχη φωνή τον κεραυνό κι’ ανάσα τη φουρτούνα,
+ » Να τραγουδάη και νάρχωνται τ’ αρκούδια να χορεύουν,
+ » Κι’ από τη ζήλεια την πολλή τ’ αηδόνια να σωπαίνουν;
+
+ « Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
+ » Σαν τέτοιον άντρα επιθυμώ, σαν τέτοιον άντρα θέλω,
+ » Να δώσω την αγάπη μου, να δώσω την καρδιά μου,
+ » Και τη χρυσή αρραβώνα μου, την πολυγυρεμένη,
+ » Που χίλοι την εγύρεψαν και χίλιοι την γυρεύουν
+ » Και χίλιοι φαρμακώθηκαν πο την πολλή τους λύπη,
+ » Κι’ ακόμα δεν την έδωκα κι’ ακόμα δεν τη δίνω,
+ » Γιατ’ όσοι μου την ζήτησαν και την ζητούν, κανένας
+ » Δεν είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ » Όπως το θέλει η Μοίρα μου, το μαύρο ριζικό μου.»
+
+ [?] διαλάλημα, της Κόρης το τραγούδι
+ Περνούσε λόγγους και βουνά και θάλασσες και κάμπους,
+ Και σαν αγέρας χύνονταν στη γη την οικουμένη,
+ Κι’ όλος ο κόσμος τ’ άκουγαν, χωριά και πολιτείες,
+ Και στέναζαν από καημό τα παλληκάρια όλα,
+ Και δάγκαναν τα χείλια τους και χτύπαγαν τα στήθια,
+ Και πέφτανε σ’ απελπισιά δεινή, γιατί κανένας
+ Δεν είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ Νάχη τα τέσσερα μαζύ: αξιάδα κι’ ωμορφάδα,
+ Υγεία και παλληκαριά, και να μπορή να κάνη
+ Της Κόρης τα θελήματα και τα διαλαλητά της,
+ Πώλεγε το τραγούδι της στον ήλιο στον τρισήλιο.
+
+ Μόν’ ένας δεν εστέναξε, δε δάγκασε τα χείλια,
+ Δε χτύπησε τα στήθια του μ’ απελπισιά και θλίψη,
+ Μόνο της Χήρας το παιδί, μόνον ο Γυιός της Χήρας,(2)
+ Που κοίτονταν στη φυλακή, στα σίδηρα ριγμένος,
+ Και τον κρατούσαν εκατό, τον φύλαγαν διακόσιοι,
+ Γιατ’ είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ Κι’ αμ’ άκουσε της Κορασιάς το ξακουστό τραγούδι,
+ Πο την αγάπη την πολλή, πο τον πολύν τον πόθο,
+ Τα δυνατά του έβαλε με την καρδιά του όλη,
+ Έγεινεν εκατό φορές πλειο δυνατός ακόμα,
+ Ετσάκισε τα σίδηρα, που είτανε ριγμένος,
+ Ξεμόχλεψε της φυλακής της σιδερένιες θύρες,
+ Πρόντησε τους φυλάκους του, σα λαφιασμένα γίδια,
+ Που τρέχουν τα βουνόπλαγα λυκοκυνηγημένα,
+ Και ρίχτηκε όξω λεύτερος, σαν άγριο λιοντάρι....
+ Σιάστηκε και στολίστηκε κι’ έβαλε τ’ άρματά του,
+ Και κίνησε χαρούμενος και κίνησε τρεχάτος,
+ Να πάη να βρη την Κορασιά, να βρη τη Ρηγοπούλα,
+ Που γύρευε άξιον κι’ ώμορφο, γερόν και παλληκάρι,
+ Να τον θελήση, γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρη.
+
+ Στο δρόμον οπού πήγαινε, πεζός κι’ αρματωμένος,
+ Χαρούμενος και γελαστός, με την καρδιά γεμάτη,
+ Απώναν πόθον άρρητο και μια μεγάλη αγάπη,
+ Τα βράχια ξερριζόνονταν από το βάδισμά του,
+ Κι’ έφευγε σαν την αστραπή, κι’ έτρεχε σαν τ’ αγέρι.
+
+ Έτρεχε αδιάκοπα μπροστά, σαν άγρια τρικυμία...
+ Δώδεκα οργυιές το βήμα του, το πήδημα σαράντα.
+
+ Κι’ όταν επαραβιάζονταν στο χώμα δεν πατούσε.
+ Τ’ αγροίμια ξεφωλιάζονταν, προντούσαν τ’ αγριοπούλλια,
+ Κι’ ο κουρνιαχτός σηκόνονταν και πήγαινε τ’ αψήλου,
+ Σα να είταν σύννεφο βαρύ, μαύρος καπνός κι’ αντάρα...
+ Κι’ εκεί που γοργοδιάβαινε και γοργοπερπατούσε,
+ Ένα θεριό καβάλλησε κι’ έπιασε εφτά λιοντάρια,
+ Ξελάκκωσε τρία Βουνά, τα τρία στην αράδα,
+ Και μες στα ξελακκώματα γύρισε εννιά ποτάμια,
+ Ποτάμια γοργορρέματα μ’ αφρούς και καταράχτες,
+ Κι’ έτρεχαν χώρες και χωριά, κι’ έτρεχαν πολιτείες
+ Να ιδούν της Χήρας το παιδί, να ιδούν το παλληκάρι,
+ Που διάβαινε σα διοσημειό, δα θεϊκό μεγάλο.
+
+ Και τράβαε και τράβαε κι’ όλο μπροστά τραβούσε,
+ Καβάλλα απάνω στο θεριό, που ρυάζουνταν με λύσσα.
+ Κι’ έβγαζαν τα ρουθούνια του φωτιά, καπνό και λαύρα,
+ Και παίρναν τα βουνά φωτιά και καίγονταν τα δέντρα.
+ Σειώνταν η γη στο διάβα του, φουρτουνιασμένη μαύρη,
+ Κι’ αχολογούσαν τρόγυρα λακκώματα και κόρφοι,
+ Κι’ εκεί που γοργοδιάβαινε λακκές και μεσοβούνια,
+ Ξέκοψε χίλια αγριόγιδα και τάκανε μια στάνη...
+ Τα βόσκησε μες τους γκρεμούς και τάρμεξε στα πλάγια,
+ Κι’ έβγαλε τ’ αγριοβούτυρο κι’ έπηξε τ’ αγριοτύρι.
+
+ Και τράβαγε και τράβαγε κι’ όλο μπροστά τραβούσε
+ Σα σύφουνας τρομαχτικός, σαν αγριοβόρρι μαύρο,
+ Με τ’ αγριόγιδα μπροστά με τα λιοντάρια πίσω,
+ Και τα ποτάμια πλάγι του τρεχάτα κι’ αφρισμένα...
+ Σαν κεραυνός σαλάγαγε τ’ αγριόγιδα να τρέχουν,
+ Και τα λιοντάρια ανάγκαζε να σέρνωνται κοντά του,
+ Κι’ αχούσεν η ανάσα του πο τον πολύν το μόχτο,
+ Σαν αγριεμένη θάλασσα, που σπάει στ’ ακρογιάλι,
+ Κι’ όταν εκοντοζύγωσε στης Κορασιάς τον Πύργο,
+ Ένα τραγούδι αρχίνησε να γλυκοτραγουδάη,
+ Με μια ασυνήθιστη φωνή, μ’ έναν σκοπόν ουράνιο,
+ Που τρέξανε χαρούμενα στο πλάγι του τ’ αρκούδια,
+ Πηδώντας και χορεύοντας, και χοροπερπατώντας,
+ Τ’ αηδόνια βουβαθήκανε, πο την πολλή τους ζήλεια,
+ Σωπάσαν όλα γύρω του, οι θόρυβοι σβυστήκαν,
+ Ο κόσμος όλος στάθηκε προσεχτικός ν’ ακούση
+ Τ’ αρμονικό τραγούδι του και τη γλυκειά φωνή του,
+ Πώδινε την απάντηση στης Κόρης το τραγούδι.
+
+ « Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι...
+ » Έσπασα με τα χέρια μου τα σίδηρα σα βέργες,
+ » Βράχους πολλούς ξερρίζωσα με την περπατησιά μου,
+ » Κι’ έδραμα σαν την αστραπή, κι’ έτρεξα σαν τ’ αγέρι.
+ » Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι...
+ » Εκαβαλλήκεψα θεριά, κι’ αλύσωσα λιοντάρια,
+ » Τρία βουνά ξελάκκωσα, τα τρία στην αράδα,
+ » Και μες τα ξελακκώματα γύρισα εννιά ποτάμια.
+ » Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι...
+ » Έμασα χίλια αγριόγιδα και τάκανα μια στάνη,
+ » Τα βόσκησα μες τους γκρεμούς και τάρμεξα στα πλάγια,
+ » Κ’ έβγαλα τ’ αγριοβούτυρο κ’ έπηξα τ’ αγριοτύρι.
+
+ » Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
+ » Έχω φωνή τον κεραυνό κι’ ανάσα τη φουρτούνα,
+ » Σαν τραγουδάω χορεύουνε στα πλάγια μου τ’ αρκούδια,
+ » Κι’ από τη ζήλεια την πολλή βουβαίνονται τ’ αηδόνια.
+
+ » Έβγα, Κυρά πεντάμορφη, και Κορασιά του Πύργου!
+ » Έβγα στο παραθύρι σου το σιδηροφραγμένο,
+ » Για να με ιδής πως έρχομαι γυναίκα να σε πάρω,
+ » Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!»
+
+ Κι’ η Κόρη η πολυγύρευτη, γροικώντας τη φωνή του,
+ Και το γλυκό τραγούδι του, που χύνονταν καθάριο,
+ Σα βρύση γαργαρόνερη οε μαρμαρένια γούρνα,
+ Πετιέται στο παράθυρο, σα διψασμένο αλάφι,
+ Να ιδή τον νιον οπώρχονταν γυναίκα να την πάρη,
+ Κι’ άμα τον είδε στου θεριού τη ράχη καβαλλάρη,
+ Με τ’ αγριόγιδα μπροστά, με τα λιοντάρια πίσω,
+ Βγάζει την αρραβώνα της, την πολυγυρεμένη,
+ Που χίλιοι την εγύρευαν και χίλιοι την ζητούσαν,
+ Και χίλιοι φαρμακώθηκαν πο την πολλήν αγάπη,
+ Και του τη ρίχνει από ψηλά με το δεξί της χέρι.
+
+ Με μιας του Πύργου ανοίχτηκαν οι σιδηρένιες θύρες,
+ Πασίχαρα ακουστήκανε λαλούμενα να παίζουν,
+ Κι’ η Κόρη κάτω στη αυλή κατέβηκε τρεχάτη,
+ Και του άνοιξε την αγκαλιά, τη μοσχοβολημένη,
+ Και του είπε μ’ αναγαλλιασμό και με χαρά μεγάλη :
+ —« Εσ’ είσαι ο άντρας, που ήθελα, εσ’ είσαι κι’ ο καλός
+ [μου,
+ » Γιατ’ είσαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!»
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΣ ΣΤΟΝ «ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ»
+
+
+
+(1) «Οι Μοίρες οι σκληρόκαρδες την είχανε μοιράνει...»
+
+Την πρώτη βραδειά που γεννηθή ένα παιδί, αγόρι ή κορίτσι, έρχονται
+οι τρεις Μοίρες (α) και του λεν τη μοίρα του. Οι μάννες,
+γνωρίζοντας τον αλάθευτο ερχομό των Μοιρών, προσπαθούν να
+κοιμούνται για να μην ακούσουν, από φόβο μην ακούσουν κακά
+προφητέματα. Καμμιά φορά οι Μοίρες, αλλά πολύ σπάνια, αφίνουν και
+δώρα, προ πάντων δαχτυλίδι, γι’ αυτό κι’ οι μάννες το πρωί ψάχνουν
+στο στρώμα του παιδιού μην εύρουν τίποτε.
+
+(2) «Μόνον της Χήρας το παιδί, μόνον ο Γυιός της Χήρας»...
+
+Στην Ήπειρο, σε πολλά τραγούδια και παραμύθια σώζεται ακόμα η
+ανάμνηση του Διγενή Ακρίτα, ως Γυιού της Χήρας. Αυτό μ’ έκανε να
+δώσω αυτό τ’ όνομα στον «Αντρειωμένο» μου.
+
+(3) Απ’ αυτά κι’ έμεινε στο Λαό η φράση: «Τα τρία κακά της Μοίρας
+του».
+
+
+
+
+Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ
+
+
+
+
+Α. ΤΑ ΜΑΓΙΑ
+
+
+
+ Ο Γιάννος (1) ο περίφανος κι’ ο χιλιοπαινεμένος,
+ Οπού είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι.
+ Μια κορασίδα αγάπησε, μια λυγερή παρθένα,
+ Τη Μάρω(2) την πεντάμορφη, την πολυζηλεμένη.
+ Που την εγύρευαν πολλοί, την αγαπούσαν χίλιοι
+ Κι’ είταν αστέρι του χωριού της γειτονιάς καμάρι
+ Και της μαννούλας της χρυσή κι’ ολόχαρη ελπίδα.
+
+ Καμμιά δεν την εδιάβαινε, καμμιά δεν την περνούσεν.
+ Απ’ όσες κι’ αν ευρίσκονταν σ’ Ανατολή και Δύση.
+ Στη χάρη και στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι (3).
+ Είχε κορμάκι λυγερό και μέση δαχτυλίδι,
+ Στρόγγυλους κόρφους, πεταχτούς, χυτούς και μεστωμέ-
+ [νους,
+ Δυο μαύρα μάτια φλογερά, που λάμπαν, σαν αστέρια,
+ Μέσα σε νύχτα σκοτεινή, φουρτουνιασμένη κι’ άγρια,
+ Δυο φρείδια καγγελόφρειδα, σαν ανοιχτά δοξάρια,
+ Μέτωπο κάτασπρο, πλατύ, σαν λαμπερόν καθρέφτη.
+ Μύτη λειανή, περίφανη, χυτή, σαν το κοντύλι
+ Χείλια γλυκά και κόκκινα, σαν ανοιγμένο ρόιδο,
+ Μάγουλα, σαν τριαντάφυλλα, μοσκόβολα, δροσάτα,
+ Στόμα μικρό και νόστιμο, στα γέλοια βουτηγμένο,
+ Άσπρα δοντάκια ξέξασπρα(4), σαν το μαργαριτάρι,
+ Κατακαθάριο πρόσωπο, σαν την αυγή δροσάτο.
+ Μακρυά μαλλιά μεταξωτά, σ’ ολόμαυρες πλεξίδες,
+ Λαιμό, σαν χήνας κάτασπρο, και χέρια λεφαντένια.
+ Είχε τη χάρη της αυγής, της χρυσοστολισμένης,
+ Σίντας προβαίνη ασύννεφη ψηλά στα κορφοβούνια,
+ Κι’ όταν την έπιανε ο καημός κι’ αρχίναε το τραγούδι,
+ Στέκονταν όλοι μ’ ανοιχτό το στόμα για ν’ ακούσουν,
+ Κι’ από τη ζήλια την πολλή βουβαίνονταν τ’ αηδόνια.
+
+ Και την αγάπησε πολύ την ξακουσμένη Μάρων
+ Ο Γιάννος ο περίφανος, ο Γιάννος ο λεβέντης,
+ Μ’ όλη τη λαύρα της καρδιάς, σαν που αγαπάει τ’ αυλάκι
+ Κρύο νερό και ξάστερον απάνω του να τρέχη,
+ Σαν που αγαπούνε τη δροσιά της νύχτας τα λουλούδια
+ Και της αυγής τες λαμπερές κι’ ολόχρυσες αχτίδες,
+ Σαν που αγαπούνε τα βουνά τα χιόνια τον χειμώνα,
+ Τα γίδια και τα πρόβατα τον Μάη, το καλοκαίρι,
+ Η θάλασσα τον ουρανόν, ο Απρίλης τα λουλούδια
+ Η ημέρα την ηλιολαμπήν, η νύχτα το σκοτάδι,
+ Τ’ αηδόνια τα πυκνά κλαδιά, κι’ ο αγέρας τον αιθέρα...
+ Κι’ από τον πόνο τον πολύ και την μεγάλη αγάπη
+ Της στέλλει προξενήτρα του μια αρχόντισσα μεγάλη
+ Και δαχτυλίδι ολόχρυσο μ’ ατίμητα πετράδια
+ Και τη ζητάει γυναίκα του και ταίρι της καρδιάς του.
+
+ Η Κόρη κάθονταν ψηλά σε γυάλινον εξώστη
+ Και κένταε(5) μ’ αργυρές κλωστές, χρυσές και μεταξένιες,
+ Απάνω σε κατάλευκο μεταξωτό μαντήλι,
+ Όλα τα λούλουδα της γης και τ’ ουρανού τ’ αστέρια,
+ Μαντήλι μοσκομάντηλο και της χαράς μαντήλι,
+ Που θα φορούσε τη Λαμπρή, σαν θάσαρνε με χάρη
+ Το σαραντάδιπλο χορό(6) στο χωροστάτι μέσα,
+ Κι’ εκεί που βαρυοξόμπλιαζε κ’ εκεί π’ ωριοκεντούσε
+ Την πούλια, τον αυγερινό και τον αποσπερίτη,
+ Κι’ έβανε στην εφτάστερη την πούλια αχνή λαμπράδα
+ Κι’ αχτίδες ς’ τον αυγερινό, του ήλιου θυγατέρες.
+ Κι’ ένα κομμάτι φεγγαριού στο μάγο αποσπερίτη,
+ Να σου! και μπαίνει γελαστή η αρχοντοπροξενήτρα
+ Και χαιρετάει με χαρά και με περίσσια αγάπη :
+
+ — Καλή σου μέρα, λυγερή και ξακουσμένη Μάρω!—
+ Κι’ η Μάρω προσηκόνεται και της απολογιέται :
+ — Καλώς μου την αρχόντισσα με τα γλυκά της λόγια....
+ Σαν τι αγαπάς αρχόντισσα; Το πρόσταγμά μου ποιο είναι;
+ — Δεν έρχομαι με πρόσταγμα, μον έρχομαι μ’ αγάπην...
+ Από τον Γιάννον έρχομαι, τον χιλιοπαινεμένο,
+ Που τον γυρεύουνε πολλές, τον αγαπούνε χίλιες,
+ Γιατ’ είνε άξιος κι’ ώμορφος, γέρος και παλληκάρι.
+ Και καν-καμμιά δεν αγαπά και καν-καμμιά δεν θέλει
+ Κι’ εσένα μόνον αγαπά κι’ εσένα μόνον θέλει....
+ Σε θέλει για γυναίκα του, για ποθητό του ταίρι,
+ Και να σου φέρω μώδωκε τη τίμια του αρραβώνα....
+ Πάρε την, Μάρω, φόρα την κι’ ευτυχισμένη να είσαι!
+ Κι’ αν είσαι συ πεντάμορφη και ταίρι σου δεν έχεις
+ Στη χάρη και στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι
+ Κι’ ο Γιάννος είν’ ασύγκριτος στα παλληκάρια μέσα....
+ Κι’ αν συ ταιριάζης μοναχά του Γιάννου για γυναίκα,
+ Κι’ ο Γιάννος γι’ άντρας, Μάρω μου, μονάχα εσένα πρέπει!..
+ Γιατί τα φλογερά σου αυτά τα μάτια χαμηλόνεις;
+ Μη δε σ’ αρέσει η προξενιά; Μη σ’ άλλον έχεις δώσει
+ Την τίμιαν αρραβώνα σου, την πολυγυρεμένη;
+
+ Κι’ η Μάρω απολογήθηκε με μια μεγάλη λύπη :
+ — Αρχόντισσα σ’ ευχαριστώ κι’ εσένα και τον Γάννο....
+ Την τίμιαν αρραβώνα μου δεν έχω δώσει σ’ άλλον,
+ Κι’ ουδέ το Γιάννον αγαπώ, κι’ ουδέ κανέναν άλλον
+ Είν’ η καρδιά μου μάρμαρο, είναι μια κρύα πέτρα,
+ Που δεν αιστάνθηκε ποτέ τη γλύκα της αγάπης,
+ Κι’ όταν μου φέρουν προξενιές και μου μιλούνε γι’ άντρα
+ Αιστάνομαι μι’ αποστροφή κι’ ενόχληση μεγάλη.
+
+ — Τι λόγια είν’ αυτά, που λες, πεντάμορφη μου Μάρω;
+ Ποια είταν η μαύρη η μάγισσα, πώκανε την καρδιά σου
+ Για την αγάπη αδιάφορη και κρύα, σαν την πέτρα;
+ Μάρω, δεν ξέρεις τι κακό και τι αμαρτία κάνεις
+ Στα νειάτα σου τ’ αγγελικά, στ’ ασύγκριτα σου κάλλη,
+ Αφίνοντάς τα ανύπαντρα, αφίνοντάς τα στείρα!
+ Προς τι τ’ αστέρια τ’ ουρανού, ο ήλιος το φεγγάρι,
+ Τα δάση απάνω στα βουνά, τα λούλουδα στους κάμπους,
+ Αν μάτια δεν υπάρχουνε μ’ αγάπη να τα βλέπουν;
+ Προ τι τ’ αηδονολάλημα, κι’ ό, τι λογής τραγούδι,
+ Αν δεν υπάρχη η ακοή γλυκά να τ’ απολάψη;
+ Προς τι το γάργαρο νερό της δροσερής βρυσούλας,
+ Αν δεν υπάρχη για να πιή το διψασμένο στόμα;
+ Προ τι τα τριαντάφυλλα τα μύρα της Ασίας,
+ Αν δεν υπάρχη άνθρωπος την ευωδιά να παίρνη;
+ Προς τι τα νειάτα τα γλυκά και τ’ άρρητά σου κάλλη;
+ Αν ένας νιος δεν τα χαρή, σαν το λεβέντη Γιάννο;
+ Κι’ η Μάρω βαρυοστέναξε, πο την καρδιά της μέσα
+ Και λέγει στην αρχόντισσα, και λέει στην προξενήτρα :
+ —Ό, τι κι’ αν σου είπα, αρχόντισσα, είναι καθάρια αλήθεια.
+ Δεν ημπορώ να παντρευτώ, κυρά μου, πίστεψέ με,
+ Κι’ ο Γιάννος κι’ η μαννούλα του να μη μου τώχουν κάκια.
+
+ Σαν άκουσε της λυγερής τα λόγια η προξενήτρα,
+ Γυρίζει πίσω σκυθρωπή στ’ αρχοντικό του Γιάννου
+ Κι’ ανάμεσα σε δυο ζυγιές λαλούμενα τον βρίσκει,
+ Χαρούμενον και γελαστόν, σιασμένον κι’ αλλαγμένον,
+ Που τραγουδούσε κι’ έλεγε τραγούδια της αγάπης,
+ Κι’ άμα την είδε σκυθρωπή να φανιστή μπροστά του,
+ Κατάλαβε πώς έρχονταν χωρίς την αρραβώνα
+ Της Μάρως της πεντάμορφης, της πολυζηλεμένης,
+ Και καταγής σωριάστηκε, σα λαβωμένο αλάφι.
+ Φτερανεμίστηκε η χαρά, θρονιάστηκεν η λύπη
+ Έπαψαν τα λαλούμενα και τα γλυκά τραγούδια
+ Κι’ ο Γιάννος πο τη λύπη του και την απελπισιά του
+ Έπεσε αμέσως άρρωστος βαρυά για να πεθάνη.
+
+ Δέκα γιατροί μπαινόβγαιναν, και δέκα παραστέκαν
+ Στου Γιάννου το προσκέφαλο, στου Γιάννου το κρεβάτι,
+ Και γιατρικό δεν βρίσκονταν και βότανο κανένα
+ της πονεμένης του καρδιάς τον πόνο να γιατρέψη.
+ Σαράντα μέρες κοίτονταν, σαράντα μερονύχτια
+ Μέσα σε στρώματα παχυά και κάτασπρα σεντόνια
+ Κι’ η μάννα του ξαγρύπναε στα δάκρυα βουτηγμένη
+ Κι’ αδιάκοπα τον ρώταε με πόνο και μ’ αγάπη:
+ — Τι θέλεις, Γιάννο μου, να φας και τι να πιής γυρεύεις;
+ Μη θέλεις πο λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα(7),
+ Να στήσω στρούγκες στα βουνά και μαντριά στους κάμ-
+ [πους,
+ Να βάλω στα μαντριά λαγούς κι’ αγριόγιδα στες στρούγκες,
+ Κι’ εκεί ν’ αρμέξω τους λαγούς να πήξω λαγοτύρι,
+ Ν’ αρμέξω και τ’ αγριόγιδα, τ’ αγριόγαλο να μάσω;
+ Κι’ ο Γιάννος της απάνταε και της απολογιώνταν :
+ — Δεν θέλω, μάννα, γιατρικό κι’ αρρωστικά δεν θέλω....
+ Τη Μάρω μόνον αγαπώ, τη Μάρω μόνο θέλω
+ Κι’ αν δεν τη πάρω, μάννα μου, τα κόλυβά μου βράσε».
+
+ Σαράντα μέρες πέρασαν, σαράντα μερονύχτια,
+ Κι’ απάνω στη σαράντα μια, πριν ανατείλη ο ήλιος,
+ Πετιέται ο Γιάννος, σα ζουρλός, πο το παχύ κρεβάτι,
+ Αφίνει τη μαννούλα του στην αγκαλιά του ύπνου.
+ Ζώνεται τ’ αλαφρό σπαθί κ’ αδράχνει το κοντάρι
+ Και τρέχει-τρέχει, σαν πουλλί, σα γλήγορος πετρίτης,
+ Και πάη στης Μάρως το χωριό, στ’ αρχοντικό της Μάρως.
+ Την εύρηκε που διάζονταν μεταξωτά διασίδια,
+ Μες στη πλατειά της την αυλή, τη μαρμαροστρωμένη,
+ Κι’ έπεσε στα ποδάρια της και με καημό της λέγει:
+
+ —Λυπήσου, Μάρω μια ψυχή, που καίγεται για σένα!
+ Λυπήσου με το δύστυχο, τον ποθοπλανταγμένο,
+ Και δος μου την αγάπη σου και δος μου την καρδιά σου.
+ Να μη με φάη παράκαιρα της γης το μαύρο χώμα.
+ Λυπήσου και τη μάννα μου, που άλλο παιδί δεν έχει.
+ Να μ’ αποχάση η δύστυχη, χωρίς παιδί να μείνη.
+ Γυρίζει η Μάρω με θυμό κι’ αντιλογιά του δίνει:
+ — Και ποιον να πρωτολυπηθώ και ποιον να προπάρω,
+ Που χίλιοι με γυρέψανε και χίλιοι με γυρεύουν,
+ Κι’ ουδέ κανέναν αγαπώ κι’ ουδέ κανέναν θέλω;
+ — Μόνον εμένα αγάπησε! μόνον εμένα πάρε,
+ Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!
+ Κι’ ουδέ κανένας βρίσκεται στον κόσμο, σαν εμένα....
+ — Πίστεψε, Γιάννο, πίστεψε, δεν αγαπώ κανένα!
+ Κι’ ως τώρα δεν την έννοιωσα τη γλύκα της αγάπης,
+ Γιατ’ έχω πέτρα την καρδιά και σίδερο τα στήθια...
+ Φύγε από μένανε μακρυά, μη στέκεσαι μπροστά μου.
+ Γιατί μου φέρουν συχασιά τα ερωτικά σου λόγια!
+
+ Σαν άκουσε της λυγερής τα μαύρα λόγια ο Γιάννος
+ Τον πήρε η μαύρη απελπισιά και η λαύρα της καρδιάς του
+ Και φεύγει αναστενάζοντας και πάει αγκομαχώντας.
+ Να βρη ποτάμι να πνιγή, να βρη γκρεμό να πέση,
+ Κι’ εκεί που γοργοπήγαινε κι’ όλο μπροστά τραβούσεν,
+ Ο δρόμος τον ετράβησε σ’ έν’ άγριο κορφοβούνι,
+ Πούχε γκρεμούς και βάραθρα και τρόχαλα και σάρες
+ Και τη στιγμήν όπου έσκυψε στην άβυσσο να πέση,
+ Μι’ αναμαλιάρα Γύφτισσα(8) τον άρπαξε από πίσω....
+ Την είδε κι’ ανατρόμαξε και πάγωσε η καρδιά του
+ Από τον φόβο τον πολύ και την πολλή τρομάρα....
+ Είταν ψηλή σαν ξέρακας, σκεβρή και κοκκαλιάρα,
+ Στεγνή, κακογεράματη, με μάτια βυθισμένα
+ Μέσα σε κόχες βαθουλές, σα φωλιασμένα φείδια,
+ Φλογέρες τα ποδάρια της, τα χέρια της περόνια,
+ Φτωχοντυμένη, σκυθρωπή, με στόμα αραχνιασμένο.
+ Ξεδοντιασμένο κι’ άχαρο και μέσα γυρισμένο
+ Τόσο, που λίγο θέλανε να γλυκοφιληθούνε
+ Το σεβλερό πηγούνι της με την κυρτή της μύτη.
+ Το κοπιασμένο της κορμί σ’ ένα ραβδί κουμπούσε
+ Κι’ απάνω από τ’ ακάθαρτο και τρύπιο της φακιόλι
+ Πετούσαν έξω σύσκλυδα τα κάτασπρα μαλλιά της....
+ Λέγει στο Γιάννο :
+ — Τι έπαθες; τι δυστυχία σ’ ηύρε.
+ Και θέλησες να σκοτωθής, στην άβυσσο να πέσης
+ Και τέτοια νειάτα αγγελικά στο Χάρο να προσφέρης;
+ Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου,
+ Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω,
+ Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου.
+ Κι’ ο Γιάννος την ερώτησε μ’ απόκρυφην ελπίδα :
+ —Και ποια είσαι εσύ, που δύνεσαι τον πόνο μου να γιάνης
+ Και μ’ εμποδίζεις να ριχτώ στην αγκαλιά του Χάρου;
+
+ Κι’ απολογιέται η Γύφτισσα και με θυμό του λέγει:
+ — Εγώ είμαι η Πρωτομάγισσα, του Μάγου η θυγατέρα.
+ Που μαγειρεύω τες οχιές και τες μονομερίδες,
+ Και καταιβάζω από ψηλά τη νύκτα το φεγγάρι,
+ Και το χτυπώ, σαν άργανο, το δέρνω, σαν παιδάκι...
+ Έχω στη διάτα μου πολλούς κι’ αμέτρητους διαβόλους,
+ Δαιμόνους και ισκιώματα και κατσιποδιαραίους
+ Και βάνω τους, σα δούλους μου, σαν υποταχτικούς μου,
+ Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα
+ Και κάνουνε τη τρίσβαθη, τη θάλασσα άνω-κάτω...
+ Ρίχνω στ’ αστέρια και μπορώ να μάθω ό, τι θελήσω,
+ Κι’ ό, τι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο...
+ Βάνω στον κρύον κόρφο μου και κατοικούνε φείδια
+ Και μέσα εκεί γεννοβολούν κι’ εκεί κλωσσολογούνε
+ Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους...
+ Μαγεύω χώρες και χωριά, μαγεύω πολιτείες,
+ Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους...
+ Μαγεύω τα τρεχούμενα νερά και σταματούνε,
+ Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν,
+ Του αγέρα τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου,
+ Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν.
+ Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε,
+ Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους(9)
+ Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους...
+ Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου
+ Και το καλό σου τ’ όνομα, που σούδωκε ο νουνός σου,
+ Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω,
+ Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου( 10)
+
+ Γυρίζει ο Γιάννος σκυθρωπός και της απολογιέται:
+ — Μάγισσα, σαν με ρώτησες, να σου το μολογήσω :
+ Γιάννος είταν ο Πάππος μου, Γιάννο και μένα λένε...
+ Και τώρα αγάπησα πολύ μια λυγερή παρθένα,
+ Τη Μάρω την πρωτόκαλλη, τη χιλιοζηλεμένη,
+ Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικιές(11) του λόγγου
+ Και τες Νεράιδες( 12) του γιαλού που περπατούν στο κύμα.
+ Την αγαπώ με την ψυχή και την καρδιά μου όλην,
+ Όπως κανείς δεν αγαπά στον κόσμο τον απάνω,
+ Κι’ όμως αυτή δεν μ’ αγαπά, δεν θέλει να με πάρη....
+ Μου γύρισε την προξενιά, την τίμια μου αρραβώνα,
+ Που χίλιες μου την γύρεψαν και χίλιες τη γυρεύουν,
+ Κι’ από τον πόνο τον πολύ κι’ από την εντροπή μου
+ Ήρθα στην άκρη του γκρεμού κι’ από ψηλά να πέσω
+ Στη σκοτεινή την άβυσσο, στη αγκαλιά του Χάρου.
+ Κι’ αν ίσως είσαι μάγισσα και μάγου θυγατέρα
+ Και μαγειρεύεις τες οχιές και τες μονομερίδες....
+ Αν καταιβάζης πο ψηλά τη νύχτα το φεγγάρι
+ Και το χτυπάς, σαν άργανο, το δέρνεις, σαν παιδάκι...
+ Αν βρίσκωνται στη διάτα σου αμέτρητοι διαβόλοι,
+ Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι,
+ Και βάνεις τους, σα δούλους σου, σαν υποταχτικούς σου,
+ Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα,
+ Και κάνουνε τη τρίσβαθη τη θάλασσα άνω-κάτω....
+ Αν ρίχνης στ’ άστρα και μπορείς να μάθης ό, τι θέλεις.
+ Κι’ ότι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο...
+ Αν βάνης μες στον κόρφο σου και κατοικούνε φείδια
+ Και μέσα εκεί γεννοβολούν και μέσα εκεί κλωσσούνε
+ Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους...
+ Αν έχης τόση δύναμη, και αν έχης τόση γνώση
+ Και να μαγέψης ημπορείς χωριά και πολιτείες,
+ Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους,
+ Τα γαργαροτρεχούμενα νερά και σταματούνε,
+ Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν,
+ Του αγέρια τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου,
+ Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν,
+ Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε,
+ Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους,
+ Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους,
+ Μάγεψε μου την, Μάγισσα, την άκαρδη παρθένα,
+ Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικές του λόγγου
+ Και τες Νεράιδες του γιαλού, που περπατούν στο κύμα,
+ Να με θελήση γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρω,
+ Και να μην πέσω στον γκρεμό, στην άβυσσο μην πέσω,
+ Να σκοτωθώ παράκαιρα, να λείψω από τον κόσμο.
+ Μάγεψε μου την, Μάγισσα, και ζήτησε ό, τι θέλεις,
+ Διαμάντια για τους κόπους σου, φλωριά για τες ορμήνιες
+ Κι’ είμαι ικανός και πρόθυμος να σε καλοπληρώσω.
+
+ Τότε γυρίζει η Μάγισσα και σιγανά του λέγει:
+ — Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος.
+ Και δε φοβάσαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια,
+ Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους κόπους, τα ποτάμια,
+ Και δίνεις μ’ ευχαρίστηση και προθυμιά μεγάλη
+ Διαμάντια για τους κόπους μου, φλωριά για τες ορμήνιες,
+ Πετάξου σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια,
+ Σε ποταμούς και σε λακκιές και φέρε μου στην ώρα,
+ Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο (13),
+ Τρία περόνια γύφτικα(14), μια πιθαμή καθένα,
+ Φκιασμένα τα μεσάνυχτα, αυγό μονομερίδας,
+ Χολή οχιάς φαρμακερής, χελώνας αντεράκια,
+ Μάτι σκορπιού κατάμαυρο, κατώχειλο γουστέρας
+ Ποδάρια αράχνης κυβουριού, αγκάθι σκαντζοχοίρου,
+ Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, τομάρι μαύρου άσβου,
+ Αρκούδας ζέρβικο νεφρό, με ξύγγι σκεπασμένο,
+ Σκυλλόδοντο λυσσάρικου και λιμασμένου λύκου,
+ Μύτη κοράκικου σκυλλιού, λιάρας νυφίτσας σπλήνα,
+ Σερνικοθήλυκου λαγού αυτί ριζοκομμένο,
+ Μυαλό γαλάρας αλεπούς, αγριόγατας συκώτι,
+ Κοράκου κόκκαλο ζερβί, πλεμόνι κουκκουβάγιας,
+ Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, βυζάκι νυχτερίδας,
+ Νύχι δεξί χαμόρραγκα, λαρύγγι γουρουνίσιο,
+ Γλώσσα από κίσσα θηλυκή, σκουτί πο πεθαμμένο,
+ Τρεις τρίχες πο της Κορασιάς τες μακρειές πλεξίδες,
+ Και σε κακάβι αγάνωτο, παλιό, χαλκωματένιο.
+ Τρεις χούφτες άκριτο νερό(15), τριτόβραδα παρμένο
+ Τη νύκτα τα μεσάνυχτα, τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν( 16),
+ Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση
+ Για να σκαρώσω μαγικά, την Κόρη να μαγέψω,
+ Να σε θελήση γι’ άντρα, της, γυναίκα να την πάρης.
+ Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος
+ Και δεν φοβάσαι τίποτε στον κόσμο τον απάνω,
+ Τρέξε, μη χάνης μια στιγμή, και φέρε μου όσα σου είπα.
+
+ Άμ’ άκουσε της Μάγισσας αυτά τα λόγια ο Γιάννος,
+ Της είπε με βραχνή φωνή και σουφρωμένα φρείδια:
+ — Την αγαπώ παραπολύ και λυόνω, σαν το χιόνι,
+ Που το χτυπάει ζεστή νοτιά, κι’ ήλιος γλυκός το δέρνει.
+ Ποτέ μου δεν εδείλιασα κι’ είμαι άξιος και παράξιος.
+ Και δεν φοβούμαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια,
+ Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους βάλτους, τα ποτάμια,
+ θα τρέξω σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια.
+ Σε ποταμούς και σε λακκιές, κι’ όσα διατάζεις όλα
+ Θα σου τα φέρω ανέλλειπα, κι’ απανωθιό στην ώρα,
+ Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο,
+ Μον να μου πης πού θα σε βρω και πού θα σε συντύχω.
+
+ Κι’ αυτή του απολογήθηκε, τεντόνοντας το χέρι:
+ — Μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά με βρίσκεις κάθε μέρα...
+
+ Της ρίχνει ο Γιάννος δώδεκα φλωριά και δυο διαμάντια
+ Και τρέχει-τρέχει πεταχτός, σαν τρομαγμένο αλάφι....
+ Διαβαίνει όρη και βουνά, και κάμπους και λαγκάδια,
+ Ποτάμια και νεροσυρμές, βουνόπλαγα και λάκκους,
+ Σειώνταν η γη στο διάβα του, μεριάζανε τα δέντρα
+ Κι’ όσα σημάδια η Μάγισσα τον διάταξε να μάση,
+ Τα βρήκεν όλα, τ’ άμασε και τάφερέ της όλα
+ Στη σκοτεινή της τη σπηλιά, χωρίς να λείψη ούτ’ ένα,
+ Την ώρα πώγερνε γλυκά κατά τη δύση ο ήλιος
+ Και το φεγγάρι χάνονταν και πιάνονταν καινούργιο,
+ Κι’ αυτή τα πήρε στην ποδιά με προσοχή μεγάλη
+ Να ιδή αν είτανε σωστά, να ιδή αν είταν κι’ ίδια,
+ Κι’ ύστερα στ’ άκριτο νερό, που είταν μες το κακάβι,
+ Ανάλαφρα και ταχτικά, τα ρίχνει ένα-ένα,
+ Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια,
+ Που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη,
+ Σα να είτανε παντάξενα κι’ άγνωστης γλώσσας λόγια...
+ Στεκόντανε στο πλάγι της ο Γιάννος μ’ αγωνία,
+ Βουβός και κατακίτρινος, λαχταρισμένος, κρύος,
+ Και του σηκόνονταν ορθές οι τρίχες του κορμιού του,
+ Σαν αγρίευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια,
+ Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της.
+ Έγερνε ο ήλιος φλογερός, απανωθιώ στη δύση,
+ Πανώριος, αχτιδόπνιχτος, αστραποφορεμένος,
+ Σα βασιλιάς περήφανος, άξιος και παλληκάρι.
+ Από τες νίκες τες πολλές και την πολλή τη δόξα,
+ Όταν γυρίζη αγέρωχος στα ολόχρυσα παλάτια,
+ Ν’ αναπαυτή χαρούμενος πο τους πολλούς του κόπους,
+ Να φάη να πιή και να ριχτή, σ’ ολόχρυσο κρεββάτι.
+ Χρυσοβολούσε ολάκερο το δύσμα πέρα-πέρα
+ Και τα λευκά τα σύννεφα, που κρέμονταν ψηλά του,
+ Χρυσώθηκαν και γίνηκαν μια μάζα χρυσοφόρα,
+ Ένα κομμάτι μάλαμμα, θεώρατο μεγάλο,
+ Μ’ άμετρες χρυσοζωγραφιές, βουνά, νησιά και λίμνες,
+ Και κάμπους κι’ ώμορφες αχτές, κι’ ολόχρυσα λιμάνια
+ Οι ίσκιοι, εγιγαντεύανε κι’ απλόνονταν πελώριοι,
+
+ Και προς τη μαύρη Ανατολή τραβιώνταν να κρυφτούνε,
+ Δροσάτη αύρα αρχίναε τον κόσμο να χαϊδεύη,
+ Οι στρατοκόποι ανάγκαζαν το κουρασμένο βήμα,
+ Οι ζευγολάτες μόχταγαν και κένταγαν με πόνο.
+ Καθένας το ζευγάρι του, τα δυο καματερά του,
+ Ν’ απετελειώσουν τη σποριά, πριν πάρη το σκοτάδι....
+ Τα δέντρα αναγαλλιάζανε και χαίρονταν οι θάμνοι
+ Και θράσευαν τα φύλλα τους, που τα είχε μάθει η κάψα,
+ Τα πετεινά τσιτσίριζαν ευφρόσυνα στους λόγγους,
+ Κι’ ίδιο σκοπό καθένα τους εγλυκοτραγουδούσεν,
+ Από τ’ αηδόνι το γλυκό, κι’ ως τον καλό τον σπίνο....
+ Στα ρόγγια μέσα τρέχανε τα λαίμαργα τα γίδια
+ Και στες πλαγιές τα πρόβατα σιγά-σιγά βοσκούσαν,
+ Λαλούσανε περίχαρα και κύπροι και κουδούνια,
+ Γαυγύζαν τα μαντρόσκυλλα κι’ έτρεχαν άνω-κάτω,
+ Είτε αν διαβάτες πέρναγαν αργόβαδοι στο δρόμο,
+ Είτε αν ωσμίζονταν τορόν εγκαιροπατημένον
+ Ζουδιών, που μες στα σύνδεντρα γυρίζαν όλη ημέρα,
+ Κι’ ο ευτυχισμένος πιστικός εκάθονταν απάνω
+ Σε μια ραχούλαν ώμορφη, δενδροστεφανωμένη,
+ Και πότε πετροβόλαε τα γιδοπρόβατά του,
+ Πότε την αργυρόφωνη φλογέρα του λαλούσε,
+ Και σμίγονταν γλυκά-γλυκά μ’ αδελφικήν αγάπη
+ Το μαλακό το λάλημα της γλυκερής φλογέρας,
+ Τα βροντερά γαυγύσματα καλοθρεμμένων σκύλλων,
+ Τα «ντιγκ - ντιγκ - ντιγκ» των κουδουνιών, τα «γλαγκ-
+ [γλαγκ-γλαγκ των κύπρων,
+ Των κοπαδιών ο θόρυβος, οι σάλαγοι, οι κουβέντες,
+ Και των πουλλιών το έγκαιρο και μαγικό τραγούδι,
+ Κι’ αχολογούσαν οι λακκιές, και βούιζαν οι λόγγοι,
+ Σαν να είταν θεία μουσική, ουράνιο πανηγύρι,
+ Ύμνος γλυκός, αθάνατος στον δοξασμένον Πλάστη,
+ Βγαλμένος μέσα από της Γης τα βλογημένα στήθια,
+ Κι’ όταν ο ήλιος κρύφτηκε στα κορφοβούνια πίσω,
+ Και το καινούργιο φάνηκε φεγγάρι στα ουράνια,
+ Ξεκίνησεν η Μάγισσα, κρατώντας το κακάβι
+ Με το ζερβί το χέρι της, το καταστεγνωμένο,
+ Κι’ ακκούμπαε με το δεξί σε στέριο δικανίκι....
+ Ο Γιάννος καταπόδι της τη σιγακολουθούσε,
+ Και ροβολήσανε μαζύ κατήφορο μεγάλο,
+ Κι’ όταν κουρνιάσανε γλυκά τα ταπεινά στους λόγγους
+ Και σκοτιδιάστηκεν η Γη κι’ ανάψανε τ’ αστέρια,
+ Εφτάσανε μες στην καρδιά, τη σκοτεινή και μαύρη,
+ Του φοβερού του φάραγγα, στην άκρη της οβίρας(19),
+ Όπου την έχουν κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες,
+ Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδαραίοι,
+ Και δεν τολμάει άνθρωπος σιμά της να περάση,
+ Ούτε πρωί με τη δροσιά, ούτε και μεσημέρι....
+ Ο μπούφος αγριολάλαε, θρηνούσε η κουκουβάγια,
+ Ο γκιώνης μυρολόγαε μ’ απελπισιά μεγάλη,
+ Γουρλιώνταν το λυσσάρικο σκυλλί ψηλά στη ράχη,
+ Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος....
+ Γονάτισεν η Μάγισσα κι’ απόθεκε τα μάγια,
+ Εκάρφωσε ψηλά στη γη τα τρία τα περόνια,
+ Σαν πυροστιά τριπόδαρη, μπηγμένη μες στο χώμα
+ Έβγαλε από τον κόρφο της, τον καταστεγνωμένο,
+ Στερνάρι(20) και πυριόβολο(21) και μια κουλούραν(22) ίσκα,
+ Κι’ άρχισε να πυριοβολά και να σκορπάη σπίθες,
+ Που μες το σκότος φαίνονταν σα σύρμα χρυσαφένιο....
+ Άναψεν η ίσκα και μ’ αυτήν ανάμεσα στα τρία
+ Περόνια έκανε φωτιά με κλάδους πλατανίσιους,
+ Που είτανε σκόρπιοι καταγής και καταστεγνωμένοι,
+ Κι’ αρχίνησε να δρασκελάη απανωθιό στη φλόγα,
+ Γυμνή, σαν πως τη γέννησεν η μαύρη της η μάννα,
+ Φτυώντας πισόπλατα, τριπλά, σε κάθε δρασκελιά της,
+ Και λέγοντας σιγά-σιγά μ’ αγριεμένα μάτια :
+ — «Τρεις πέντε δέκα πέντε τους, τρεις έξη δεκοχτώ τους
+ » Και τρεις εφτά είκοσι μια(23), σε κλειδωνιά κλεισμένα
+ » Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ»(24).
+
+ Χίλιες φορές δρασκέλησεν από το ένα μέρος
+ Και χίλιες ξεδρασκέλησεν αντίθετα από τ’ άλλο,
+ Ξανάειπε χίλιες δυο φορές τα μαγικά της λόγια
+ Και δυο χιλιάδες έφτυσε τριπλά πισόπλατά της,
+ Κι’ όλο συμπούσε τη φωτιά κι’ όλο τη συδαυλούσε,
+ Κι’ έρριχνε ξύλα απάνω της για να κρατούν τη φλόγα.
+
+ Άξαφνα φώναξε άγρια με τη στριγγιά φωνή του
+ Το μαυροπούλλι(25) στη σπηλιά, σα να είχε ανατρομάξει,
+ Μαύρα μεσάνυχτα τη Γην εγράπωσαν με λύσσα,
+ Σαν πως γραπόνει ο σταυραετός την πέρδικα στα νύχια,
+ Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανόν έν’ άστρο(26),
+ Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι,
+ Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο
+ Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού, μ’ αιματωμένη ζύμη(27],
+ Και το κακάβι σήκωσε, πούχε τα μάγια μέσα,
+ Κι’ άρχισε κάθε μαγικό να ρίχνη στην οβίρα,
+ Για το καθένα λέγοντας άγρια λόγια κρύα :
+ — « Οβίρα μου, που είσαι βαθειά οργυιές σαράντα πέντε,
+ » Και σ’ έχουνε για κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες,
+ » Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι,
+ » Δέξου από δύστυχη καρδιάν αυγό μονομερίδας (28),
+ » Που θάβγαινε από μέσα της με δυο κεφάλια φείδι...
+ » Χολή οχιάς(29) φαρμακερής, που θα μπορούσε ακέρια,
+ » Τρία ποτάμια ξέχειλα να καταφαρμακώση....
+ » Άντερα κίτρινα, παχυά σβαρνιάρικης χελώνας(30),
+ » Που θάφτονταν εξάμηνο στης Γης τον μαύρον κόρφο....
+ » Μάτι σκορπιού φαρμακερού, κατάμαυρο σαν πίσσα,
+ » Όπου μπορούσε κι’ έβλεπε στης γης τα κατακλείδια....
+ » Κατάστεγνο κατώχειλο γουστέρας κιτρινιάρας,
+ » Πούχε τον φόβο σύντροφον αχώριστον στον κόσμο....
+ » Μακρυά ποδάρια και λειανά αράχνης κυβουρίσιας,
+ » Που γύφαινε αραχνόπανα ψηλά σε πεθαμένους....
+ » Σκαντζόχοιρου ψιλόμακρον αγκάθι, σα βελόνι,
+ » Μ’ αγκύλωμα φαρμακερό, που χρησιμεύει σ’ όλα,
+ » Τα διαβολοκεντήματα, τα διαβολοτεχνίδια....
+ » Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, κατάσπρου σαν το χιόνι,
+ » Που είταν της βρώμας γέννημα, των ψοφιμιών στολίδι...
+ » Τομάρι άσβου(31) ανήλιαγου, νυχτοθρεμμένου μαύρου,
+ » Που δεν τον έκρουξαν ποτέ του ήλιου οι αχτίδες...
+ » Ζερβί νεφρό κατάμαυρο, με ξίγγι σκεπασμένο,
+ » Αρκούδας άγριας μαλλιαρής κι’ ορθοπερβαταρούσας,
+ » Που περπατούσε με τα δυο και χόρευε σα νύφη....
+ » Σκυλλόδοντο λυσιάρικου και λιμασμένου λύκου,
+ » Πώφαγε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια...
+ » Μύτη κοράκικου σκυλλιού, μαντρόσκυλλου γκρινιάρη,
+ » Που πάλευε, σαν το θεριό, με λύκους και μ’ αρκούδες...
+ » Κι’ από μακρυά ωσμιζόντανε τους κατσιποδιαραίους(32)..
+ » Λειάρας νυφίτσας(33) βρώμικη κι’ αιμαρωμένη σπλήνα,
+ » Που μέρα νύχταν έτρεχε και θέριζε ποντίκια...
+ » Σερνικοθήλυκου λαγού δεξί αυτί, που ο ύπνος
+ » Δεν το είχε πιάσει κάμποτε στα δολερά του δίχτυα...
+ » Μυαλό γαλάρας αλεπούς(34), παμπόνηρης και στρίγλας,
+ » Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της...
+ » Μαύρο συκώτι αγριόγατας, ακάθαρτης, πανούργας,
+ » Πούχε γουστέρες για ψωμί και φείδια για προσφάγι....
+ » Παλιού κοράκου κόκκαλον από ζερβί ποδάρι,
+ » Που είχε ψοφίμια για χαρά και αίμα για πανηγύρι....
+ » Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκουβάγιας(35),
+ » Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι,
+ » Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, νυχτομεγαλωμένου,
+ » Που την ημέρα κρύβονταν να μην τον δη ο ήλιος
+ » Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε, σα σκύλλος(36)...
+ » Σκληρό κατάμαυρο βυζί γαλάρας νυχτερίδας(37),
+ » Όπου έσκιζεν αδιάκοπα της νύχτας τα σκοτάδια,
+ » Και δεν αντίκρυζε ποτέ τη λάμψη της ημέρας....
+ » Νύχι δεξί χαμόραγγα(38), που ζούσε μες το χώμα,
+ » Κι’ είχε τη μαύρη του φωλιά στης Γης τα κατακλείδια...
+ » Πλατύ λαρύγγι γουρουνιού, που είχε μια πύχη μύτη,
+ » Και καταλούσε αδιάκοπα τροφή μαγαρισμένη....
+ » Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν(39), εφτάγλωσση, αιμοβόρα,
+ » Όπου έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση,
+ » Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, τον δύστυχο τον Γκιώνη....
+ » Σάπιο κατάμαυρο σκουτί, βγαλμένο από το μνήμα,
+ » Που στόλιζε κορμί νεκρού μέσα στης Γης τον κόρφο....
+ » Τρεις χούφτες άκριτο νερό, τριτόβραδα παρμένο,
+ » Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, τα ορνίθια πριν λαλήσουν,
+ » Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση,
+ » Κι’ από της Κόρης της σκληρής τες μακρειές πλεξίδες,
+ » Τρεις τρίχες μαύρες και μακρειές, σα φείδια σκοτωμένα.
+
+ Την ώραν, οπού πέφτανε τα μάγια στην οβίρα,
+ Κι’ έπλεαν άλλα στο νερό, σα να είτανε σκουπίδια,
+ Κι’ άλλα βυθίζονταν σιγά στον άπατο βυθό της,
+ Αρχίνησε ένα χούχλασμα, μια ταραχή μεγάλη,
+ Που βούιζεν ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος....
+ Τα μάγια ανακατόνονταν και τάδερναν οι χούχλοι,
+ Σαν τα σκουτιά η νεροτροβιά, που μέσα της δουλεύει,
+ Και πότε φαίνονταν ψηλά στους χούχλους ν’ αναιβαίνουν,
+ Και πότε χάνονταν βαθυά στο βύθο της οβίρας.
+ Κι’ όσο ανεβοκατέβαιναν τα μάγια απάνω κάτω,
+ Κι’ έβραζεν όλο το νερό και χόρευαν οι χούχλοι,
+ Εχόρευε κι’ η Μάγισσα τρογύρω στην οβίρα,
+ Και φτυούσε μέσα κι’ έλεγε παράξενα τραγούδια,
+ Στους πλειό παράξενους σκοπούς, σαν άγρια μυρολόγια:
+
+ « Βγάτε από μέσα όλοι, -όλοι-όλοι-όλοι....
+ » Τρισκατάρατοι διαβόλοι, -όλοι-όλοι-όλοι....
+ » Και πετάτε με ορμή-μή-μή-μή....
+ » Στ’ ανερώτευτο κορμί, -μί-μί-μί....
+ » Την πανώρια Κορασιά, -σιά-σιά-σιά....
+ » Πώχει πέτρα την καρδιά, -διά-διά-διά.....
+
+ » Μπάτε μέσα στην καρδιά της-άτης-άτης-άτης....
+ » Και στα πετροσωτικά της, -άτης-άτης-άτης....
+ » Ρίξετε τα μαγικά, -κά-κά-κά....
+ » Τα διαβολογιατρικά, -κά-κά-κά....
+ » Για να γένη μαλακή, -κή-κή-κή....
+ » Μαλακή και σπλαχνική-κή-κή-κή....
+
+ » Και το Γιάννο ν’ αγαπήση-ήση-ήση-ήση....
+ » Όσο εδώ στον κόσμο ζήση, -ήση-ήση-ήση....
+ » Με καρδιά και με ψυχή-χή-χή-χή....
+ » Ως την ύστερη πνοή, -ή-ή-ή—
+ » Κι’ ως τη μαύρη μέσα γη-η-η-η....
+ » Η αγάπη της να ζη-η-η-η...»
+
+ Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας, κι’ αχολογούσε ο λάκκος,
+ Από τον άγριο το σκοπό και τους χορούς των χούχλων,
+ Κι’ εκεί οπού περίμενεν η Μάγισσα μ’ αγώνα
+ Να γένη το νερό τυρί(40) της φοβερής οβίρας,
+ Να πιάσουνε τα μαγικά κι’ η παινεμένη Μάρω
+ Να δώση την καρδούλα της στου Γιάννου την αγάπη,
+ Ανάτειλεν ο αυγερινός, λαλήσανε τ’ αρνίθια,
+ Γαλάτιασε η ανατολή, και θάμπωσαν τ’ αστέρια....
+ Σταμάτησεν η ταραχή, κατάπαψαν οι χούχλοι,
+ Λακκίσανε τα ισκιώματα και φύγαν πηλαλώντας,
+ Ακούστηκαν οι σάλαγοι, και κύπροι, και κουδούνια,
+ Και τα σκυλλογαυγύσματα στα πλάγια και στους λόγγους,
+ Και χάθηκαν τα μαγικά στο βάθος της οβίρας.
+
+ Συνέφιασαν από θυμό της Μάγισσας τα μάτια,
+ Βλαστήμησε και χτύπησε στο χώμα το ποδάρι,
+ Βούτησε το ξυγγόκερο μες στη βαθειάν οβίρα,
+ Εγούρλωσε τα μάτια της και σταύρωσε τα χέρια
+ Κι’ είπε στο Γιάννο ξέκαρδα και με περίσσια λύπη :
+ - Πήγαν οι μαύροι κόποι μας χαμένοι πέρα-πέρα!
+ Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου
+ Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο (42),
+ Σαββάτο, μοσκοσάββατο της Μεγαλοβδομάδας!
+ Ανάθεμά τες, που γεννούν τες μάννες τα Σαββάτα,
+ Κ’ ακόμα τρις ανάθεμα σ’ εκείνες, που γεννούνε
+ Παιδιά και κόρες ώμορφες τρία καλά Σάββατα
+ Της τυρινής αποκριάς, της Καθαροβδομάδας
+ Και το Μεγαλοσάββατο, που ανοίγουν τα κυβούρια!
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ Β’
+
+
+
+ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
+
+
+
+ — Και τώρα :
+
+ Την ερώτησεν ο Γιάννος με λαχτάρα.
+
+ — Τώρα, του λέγει η Μάγισσα, ν’ αλλάξη την καρδιά της.
+ Τίποτες άλλο δε μπορεί, παρά ο ανθός εκείνος.
+ Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης»(42).
+
+ Πάλι γυρίζει και της λέει της Μάγισσας ο Γιάννος:
+ — Πες μου, να ζήσης, Μάγισσα, ξαδέρφη των δαιμόνων,
+ Που βρίσκεται τ’ αλάθευτο Βοτάνι της Αγάπης,
+ Που την καρδιά της άσπλαγχνης μπορεί να μεταπείση;
+ Σε τι λιθάρι βρίσκεται; Σε τι γκρεμό φυτρόνει;
+ Όπου κι’ αν είναι το, μπορώ να πάγω και να τώβρω...
+ Δε με φοβίζει τίποτε: γκρεμοί, ποτάμια, λόγγοι...
+ Μονάχα πε μου, που είναι το, και πώς μπορώ να τώβρω,
+ Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ικανός, γερός και παλληκάρι.
+ Κι’ αυτή του απολογήθηκε, μ’ απελπισιά μεγάλη:
+ — Πίσω από κείνο το βουνό, πούναι ψηλό και μέγα,
+ Πώχει τα σύννεφα κορφή και μέση τα λαγκάδια,
+ Και ρίζα του της θάλασσας, τ’ απάτητα θεμέλια,
+ Στέκει περίφανο, βαρύ, άλλο βουνό μεγάλο,
+ Και πίσω πάλιν απ’ αυτό άλλο βουνό προβάλλει,
+ Κι’ αυτό τρανό κι’ υπέρψηλο, κι’ αυτό πολύ μεγάλο,
+ Και πίσω πάλι κι’ απ’ αυτό άλλο και πάλιν άλλο,
+ Βουνά σαράντα στη γραμμή, συνεφοσκεπασμένα,
+ Και στο βουνό τ’ ακριανόν, όπου είναι απ’ όλα πίσω,
+ Είν’ ένα σπήλιο απάτητο σ’ έναν γκρεμό μεγάλον
+ Οπού είναι παραδύσκολο σ’ ανθρώπινο ποδάρι
+ Να σκαρφαλώση, ν’ αναιβή και μέσα να πατήση.
+ Σ’ αυτού του σπήλιου τη πορειά, στη θύρα αυτού του σπή-
+ Φυτρώνει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, [λιου,
+ Πώχει λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι,
+ Και μες το σπήλιο κάθεται και το παραφυλάει
+ Μέρα και νύχτα ανέλλιπα, χωρίς να κλειή το μάτι,
+ Δράκοντας άγριος, φοβερός και μαύρος, σαν την πίσσα,
+ Που δεν αφίνει τίποτε σιμά του να ζυγώση,
+ Άνθρωπον, ή τετράποδο, πετούμενον, ή μυίγα,
+ Κι’ αν ημπορέσης τον γκρεμό ν’ αναίβης, να πατήσης,
+ Να πολεμήσης το θεριό και να το ρίξης κάτω,
+ Στην άχανη την άβυσσο να σκοτωθή να πάη,
+ Κι’ αρπάξης τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης,
+ Τρέχα, πετάξου, σαν αητός, και πετροβόλησέ το
+ Στης Κορασιάς το πρόσωπο, που σ’ έχει σκλαβωμένο,
+ Κι’ άμα την πάρη των ανθιών η ευωδιά η μεγάλη,
+ Όπου μεθάει την καρδιά και τη βαρυολιγόνει,
+ Στην αγκαλιά σου θα ριχτή, σα διψασμένο αλάφι,
+ Θα σ’ αγαπήση από καρδιά και ταίρι θα σε κάνη.
+
+ Απαρατάει στο φάραγγα τη Μάγισσαν ο Γιάννος
+ Και παίρνει όρη και βουνά και τρέχει, σαν αγέρας,
+ Να πάη ναύρη τον γκρεμό, τ’ απάτητο το σπήλιο,
+ Π’ ανθίζει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης,
+ Για φύλακά του έχοντας και για περιοχή του
+ Τη δύσκολη κακοτοπιά, του Δράκου την αγρύπνια.
+ Διάβηκε ράχες και Βουνά, ποτάμια και λαγκάδια,
+ Λειβάδια και νεροσυρμιές, πλαγιές και μονοπάτια
+ Σειώνταν η γη στο διάβα του και μέριαζαν τα δέντρα,
+ Πουλλάκια κι’ όρνια πέταγαν, προντούσανε τ’ αγροίμια...
+ Σαράντα μέρες έκανε, σαράντα μερονύχτια
+ Και τέλος φτάνει στο βουνόν, όπου είταν πίσω από όλα.
+ Κι’ είχε το δύσκολο γκρεμό, τ’ απάτητο το σπήλιο,
+ Που βρίσκονταν το ποθητό Βοτάνι της Αγάπης,
+ Για φύλακα του έχοντας και για περιοχή του
+ Τη δύσκολη κακοτοπιά, του Δράκου την αγρύπνια.
+
+ Δεν τον ετρόμαξε ο γκρεμός, κι’ ουδέ το μαύρο σπήλιο...
+ Δένει στες πλάτες του γερά το φοβερό κοντάρι,
+ Κι’ αρχίζει απάνω στο γκρεμό, σα φείδι, να κολλάη....
+ Πότε αναιβαίνει δέκα οργυές και πότε πέφτει δέκα....
+ Ξαναναιβαίνει, προχωρεί και πάλι ξαναπέφτει....
+ Αρχίζει ν’ απελπίζεται, φωνάζει, βλαστημάει...
+ Τρέχει ο ίδρος απάνω του κι’ οι φλέβες του χτυπούνε,
+ Σα να είταν φείδια ζωντανά και θέλαν να τον πνίξουν...
+ Κάθεται ξεκουράζεται, ξαναρχινάει πάλι,
+ Κι’ αγάλια-αγάλια προχωρεί, σιγά-σιγά αναιβαίνει.
+ Ξαναναιβαίνει δέκα οργυιές, πηγαίνει κι’ άλλες τόσες,
+ Όλο αναιβαίνει, προχωρεί, πηγαίνει και πηγαίνει,
+ Περνάει τες σαράντα οργυιές, αδιάκοπα αναιβαίνει,
+ Δεν τον φοβίζει ο κίντυνος, δεν τον νικάει ο φόβος,
+ Αγκομαχάει, στέκεται, ξανακινάει πάλι,
+ Και πάλι ματαπροχωρεί, πηγαίνει και πηγαίνει,
+ Ματόνουνε τα χέρια του, τα πόδια του ματόνουν
+ Και πάλι ματαστέκεται και πάλι αγκομαχάει...
+ Γλυστράει και ξεσέρνεται ψηλά στους άγριους βράχους,
+ Κι’ εκεί που ξεσερνόντανε και πήγαινε ίσια κάτω,
+ Στην άχανη στην άβυσσο ν’ αφανιστή, να πάη,
+ Επιάστηκε και στάθηκε κι’ άρχισε πάλι αγάλια
+ Να ματασκαρφαλόνεται και να ματαναιβαίνη....
+ Ματαναιβαίνει, προχωρεί και ματαπάει, πάει
+ Κι’ όλο ζυγόνει στης σπηλιάς τη φοβερή τη θύρα.
+ Περνάει την κακοτοπιά, φτάνει στο μονοπάτι,
+ Ξεδένει το κοντάρι του, στέκεται, ξανασαίνει,
+ Κι’ αφού ξανάσανε καλά κι’ ήρθε στα συγκαλά του,
+ Κινάει για ύστερη φορά, σαν αστραπή τρεχάτος,
+ Και βρίσκεται μπρος στης σπηλιάς τη φοβερή τη θύρα,
+ Και στου στοιχειού τ’ ανίλεου το μανιωμένο στόμα.
+ Άμα τον είδε ο Δράκοντας μπρος της σπηλιάς την θύρα,
+ Ρίχνεται απάνω του μ’ ορμή, σα μαύρη τρικυμία,
+ Κι’ ο Γιάννος που είταν δυνατός, που είταν και παλλη-
+ Γερά τον εκαρτέρησε με δύναμη κι’ αντρεία.... [κάρι,
+ Μια κονταριά του τράβηξε και δεύτερη του δίνει....
+ Χτυπάει τρίτη, τέταρτη, χτυπάει και χτυπάει,
+ Όμως χτυπούσε ανώφελα, σε σιδερένιο δέρμα....
+ Χτυπάει ως εκατό φορές κι’ εκεί π’ όλο χτυπούσε,
+ Σπάζει στη μέση, σα βεργί, το δυνατό κοντάρι...
+ Φυσομανάει ο Δράκοντας από χαρά μεγάλη
+ Κι’ απανωθιό του ρίχνεται μ’ ολάνοιχτο το στόμα,
+ Γεμάτο δόντια φοβερά και σουβλερά σα λόθρες....
+ Ο Γιάννος σέρνει στη στιγμή τ’ αστραφτερό σπαθί του
+ Και τον προσμένει σταθερά, σα ριζωμένος βράχος....
+ Πιάνονται πάλι, μάχονται, σαν άγρια λιοντάρια,
+ Φεγγοβολούν τα μάτια τους πο τον πολύ θυμό τους,
+ Του Δράκοντα βγάζουν φωτιές, του Γιάννου βγάζουν φλόγες,
+ Βροντοχτυπιούνται αδιάκοπα κι’ αναπαυμό δεν έχουν...
+ Δίβουλη η νίκη στέκεται με χέρια σταυρωμένα,
+ Κι’ ο ένας δεν ενίκαε, κι’ ο άλλος δε νικώνταν.
+ Αγκομαχούσαν φοβερά, που τράνταζε το σπήλιο....
+ Αρχίζουν να κουράζωνται, κι’ αρχίζουν να τραβιούνται,
+ Ν’ αριεύουν τα χτυπήματα, να παραλύουν την έχτρα,
+ Κι’ εκεί που λαχανιάζανε, πο τον πολύ τους κόπο,
+ Και κολυμπούσανε κι’ οι δυο στον ίδρωτά τους μέσα,
+ Η έχτρα, πώκαιε μέσα τους, σα φοβερό καμίνι,
+ Τους εσυμπούσε το θυμό, τους άναβε τη λύσσα,
+ Και πάλε ξαναρχίζανε τον φοβερόν αγώνα.
+ Και ρίχνονταν ακράτητοι, σα κύματα αγριεμένα,
+ Με δύναμη και με θυμό και με μεγάλην έχτρα,
+ Σα να μην είχανε πιαστή, να μη είταν κουρασμένοι,
+ Μπαρούτι απάνω στη φωτιά, μανία στη μανία,
+ Καταστροφή και χαλασμός, βοριάς και τρικυμία.
+
+ Τρεις ώρες πολεμούσανε τρεις ώρες στην αράδα,
+ Το σπήλιο σεισμοδέρνονταν απ’ άκρη σ’ άκρην όλο,
+ Και σαν καράβι απανωθιό στα κύματα κουνώνταν,
+ Από το βροντοπάλεμα κι’ από τους βροντοχτύπους.
+ Ετράνταζε όλο το βουνό και σειώνταν τα λαγκάδια,
+ Οι βράχοι ξερριζόνονταν κι’ αρχίναγαν να τρέχουν
+ Στον φοβερόν κατήφορο, σα θεϊκή κατάρα....
+ Τ’ αγροίμια κατατρόμαξαν κι’ αρχίσαν πηλαλώντας
+ Να τρέχουν τα βουνόπλαγα, σα τρομαγμένη αγέλη....
+ Οι πέρδικες προντίσανε, βουβάθηκαν τ’ αηδόνια
+ Και πέταξαν περίτρομα σ’ άλλα βουνά και λόγγα....
+ Τα όρνια ξεπετάχτηκαν από τα γκρέμια μέσα
+ Κι’ αφήκαν έρμες τες φωλιές και πέταξαν τ’ αψήλου.
+ Τρεις ώρες πολεμούσανε, τρεις ώρες στην αράδα,
+ Κι’ εκεί που πολεμούσανε κι’ εκεί που αγκομαχούσαν,
+ Πο το πολύ τους πάλεμα, πο το πολύ τους άχτι,
+ Εχύμησεν ο Δράκοντας απανωθιό στο Γιάννο,
+ Με στόμα μιαν οργυιά βαθύ και μιαν οργυιά ανοιγμένο,
+ Να τον αδράξη ολόβολο και να τον ροκανίση,
+ Κι’ ο Γιάννος που είταν δυνατός, κι’ ο Γιάννος που είταν
+ [κι’ άξιος
+ Του μπήγει αμέσως το σπαθί μες το πλατύ λαρύγγι
+ Και πέρα πέρα το τρυπάει, το σκίζει και το κόβει.
+
+ Εχούχλαξαν τα αίματα και κίνησαν ποτάμι,
+ Αίματα μαύρα και θολά, σαν πίσσα σαν κατράνι,
+ Σωριάστηκε τ’ άγριο θεριό στα πισινά του πόδια,
+ Κι’ έγυρε ξάπλα καταγής προς τη δεξιά του πλάτη,
+ Σαν πύργος ξεθεμέλιωτος, βαρύς, σεισμοσαρμένος....
+ Τέντωσε τον μακρύ λαιμό, τον ιδρωποστιμένο,
+ Εγύρισε τα μάτια του και φάνηκαν τ’ ασπράδια,
+ Εδάγκασε τη γλώσσα του, που είταν μακρειά δυο πήχες,
+ Εμούγκριξε το ύστερο και μαύρο μούγκρισμά του,
+ Κι’ άρχισε το απασμοδαρμό, τη μαύρην αγωνία....
+ Κι’ εκεί, που σπασμοδέρνονταν στην αγκαλιά του Χάρου,
+ Και στριφογύριζε συχνά, σα λαβωμένο φείδι,
+ Πότε απ’ τη δέξια τη μεριά και πότε από τη ζέρβια,
+ Σβαρνίστηκε - σβαρνίστηκε προς τη πορειά του σπήλιου
+ Κι’ έπεσε κατακέφαλα μαλλιά-κουβάρι κάτω,
+ Σέρνοντας πίσω του πολλά κοτρώνια και χαλίκια,
+ Σα να είτανε ξαδέρφια του, πικρή νεκροπομπή του...
+ Ματώθηκε όλος ο γκρεμός, κοκκίνησαν οι βράχοι,
+ Και μες στο λάκκο στάθηκε το έρημο κουφάρι,
+ Για να το φάνε λαίμαργα οι λύκοι και τα όρνια!
+
+ Τότε κι’ ο Γάννος άπλωσε το κουρασμένο χέρι
+ Κι’ έκοψε το θαματουργό Βοτάνι της Αγάπης,
+ Πούχε λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι,
+ Κι’ αμέσως εκατέβηκε πο τον γκρεμό τον μέγα,
+ Κρατώντας μες στα χέρια του τ’ αγκύστρι της Αγάπης,
+ Κι’ έτρεξε πάλε ακράτητος, χωρίς στιγμής ανάσα,
+ Επάνω σ’ όρη και βουνά, πλαγιές και μονοπάτια,
+ Λειβάδια και νεροσυρμιές και κάμπους και λαγκάδια
+ Και πήγε κι’ ηύρε ξαφνικά την ξακουσμένη Μάρω
+ Να πλένη τα ποδάρια της σε κρουσταλλένια βρύση,
+ Πούχε ασημένια κάνναλη και μαρμαρένια γούρνα,
+ Και τη στιγμή, που έστρεψε τα μάτια της τα μαύρα,
+ Να ιδή ποιος ήρθε πίσω της ή γνώριμος ή ξένος,
+ Της έρριξε κατάμουτρα τ’ αλάθευτο βοτάνι,
+ Κι’ άμα τη πήρε η ευωδιά, κι’ η μοσκοθολημάδα,
+ Εχαμογέλασε γλυκά κι’ εβγήκε από τη βρύση,
+ Την αγκαλιά της άνοιξε, γεμάτη καλωσύνη,
+ Και του είπε μ’ αγκαλλιασμό και με μεγάλη χάρη :
+ — Μεγάλο θάμα! Τη στιγμήν αυτή η καρδιά μου ανοίγει
+ Και μαλακόνει σα κηρί, που είταν σκληρή σαν πέτρα,
+ Και γι’ άντρα μου σε δέχομαι και για γλυκό μου ταίρι.
+
+ Φιλιούνται κι’ αγκαλιάζονται τα δυο τ’ αγαπημένα
+ Και δε χορταίνουν φίλημα κι’ αγάπη δε χορταίνουν.
+ Ο Γιάννος τρέχει σπίτι του το γάμο να ετοιμάση,
+ Τρέχει κι’ η Μάρω από κοντά, πνιγμένη στην αγάπη,
+ Και τη στιγμή, που αντίκρυσαν τ’ αγαπητό τους σπίτι,
+ Ακούνε μαύρα κλάματα, καθάρια μυριολόγια....
+ Του Γιάννου η μάννα μύρονταν κι’ αυτή μυρολογούσε...
+ Σαν περδικούλα θλίβονταν, σαν το παππί μαδυώνταν,
+ Σαν του κοράκου τα φτερά τη φορεσιά της είχε....
+ Για το παιδί της θλίβονταν, τον ξακουσμένο Γιάννο,
+ Που είταν χαμένος κι’ άφαντος τρεις μήνες στην αράδα.
+ Κι’ ο Γιάννος μπήγει μια φωνή, που βούιξαν οι λάκκοι:
+ Μη κλαις, μαννούλα μου γλυκειά, μη κλαις, καλή μου
+ [μάννα,
+ Δεν πέθανεν ο Γιάννος σου, το μοναχό παιδί σου!
+ Έβγα να ιδής πώς έρχονται γλυκά ζευγαρωμένα
+ Ο Ήλιος ο περίφανος και το λαμπρό Φεγγάρι...
+ Ο Ήλιος είν’ ο Γάννος σου και το Φεγγάρι η Μάρω!
+
+ Παύουν ευτύς τα κλάματα, τα μαύρα μυρολόγια,
+ Και βγαίνει η μάννα πεταχτή, τρελλή πο τη χαρά της,
+ Και δέχεται στην αγκαλιά τ’ αγαπητά παιδιά της.
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΕΡΑΣΤΗ
+
+
+
+1) Το όνομα Γιάννος είνε ένα είδος ηρωικό όνομα στες λαϊκές
+παραδόσες και γι’ αυτό το προτίμησα. Σε τι οφείλεται αυτό δεν το
+ξέρω καλά-καλά, νομίζω όμως, ότι οφείλεται στη φήμη του ονόματος
+του Διγενή, που πολλές εποποιίες στα πέρατα του Ελληνισμού το
+έχουν. Στην Ήπειρο, ανάμεσα σε πολλά τραγούδια, που άλλο
+παρασταίνει το Γιάννο να πολεμάη με το Χάρο :
+
+ « Ο Γιάννος λέει του Χάροντα...
+ » Χωρίς αστένεια κι’ αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω,
+ » Άιντε μας να παλέψωμε σε μαρμαρένιο αλώνι»
+
+................................................
+Άλλο να κυριεύη φρούρια :
+................................................
+
+« Πολλά είν’ τα κάστρα της Φραγκιάς, πολλά και τα ρω-
+ [μαίικα,
+» Σαν το καστέλλι της Ωριάς δεν βρίσκεται στον κόσμο...
+» Κανένας δεν το πάτησε, κανείς δεν το πατάει,
+» Ο Γιάννος μον το πάτησε...»
+
+Άλλο ως αντάρτη :
+
+« Τρεις Τούρκοι, τρεις Γενίτσαροι, τρί’ άξια παλληκάρια,
+« Κι’ οι τρεις το Γιάννο γύρευαν, κι’ οι τρεις το Γιάννο
+ [θέλουν»
+................................................
+
+Άλλο τον παρασταίνει, ότι πολέμησε με εφτά χιλιάδες Τούρκους και
+στο τέλος να σκοτόνεται από απροσεξιά:
+
+ « Κάτω στες κρύες Βρύσες, στα κρυονέρια,
+ » Ψυχομαχάει ο Γιάννος τ’ Αντριανόπουλο,
+ » Κομμένος, λαβωμένος και &ορικείμενος...&
+ » Τούρκοι τον τραγουδούνε και Ρωμιοί τον κλαιν.
+
+................................................
+
+ — « Δεν είταν μήτε δέκα, μήτε κι’ εκατό...
+ » Είταν εφτά χιλιάδες κι’ ίσως πλειότεροι...
+ » Για το Χριστό χιλιάδες πέντε σκότωσα,
+ » Και δυο χιλιάδες άλλες για την Παναγιά...
+ » Κι’ απ’ τες εφτά χιλιάδες ένας γλύτωσε,
+ » Πούχε λαγού πηλάλα, πόδι ζαρκαδιού,
+ » Κι’ εκείνος λαβωμένος και με λάβωσε...
+ » Να τους κι’ ακόμα χίλιοι, πώφτασαν εκεί,
+ » Με πιάσαν λαβωμένο και με δέσανε,
+ » Και μιαν ακέρια μέρα με παιδέψανε».
+................................................
+
+Το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που υπάρχει στην Ήπειρο,
+αναφερόμενο σ’ έναν Δίγιαννο, οποίος στη ρύμη των στίχων
+ονομάζεται Γιάννος, και αποδείχνει, ότι Γιάννος και Διγενής είνε
+το ίδιο:
+
+» Στην Άρτα τ’ άργανα βαρούν, στην Άρτα κάνουν γάμο...
+» Ρηγόπουλο παντρεύεται, βασιλοπούλα παίρνει
+» Όλον τον κόσμο κάλεσαν, τη γη την οικουμένη,
+» Το Δίγιαννο δεν κάλεσαν, πο τη κακογνωμιά του,
+» Γιατί σκοτόνει τους γαμπρούς και παίρνει τες νυφάδες.
+» Νάτος! κι’ ο Γιάννος πώφτασε...» κτλ.
+
+2) Για τον ίδιο λόγο προτίμησα και τ’ όνομα Μάρω, ότι δηλ. κι’
+αυτό αναφέρεται συχνότερα από κάθε άλλο όνομα και μάλιστα στα
+ερωτικά τραγούδια, και προ πάντων αναφέρεται ως συνδεμένον με τ’
+όνομα Γιάννος.
+
+3)..............και στο γλυκό τραγούδι»
+
+Και το τραγούδι στην ανόθευτη Ελλάδα από τον ψευτοπολιτισμό,
+θεωρείται ως συστατικό ωμορφιάς.
+
+4) Άσπρα δοντάκια ξέξασπρα....
+
+Ξέξασπρος = πάρα πολύ άσπρος. Συχνότερα εκφέρεται με το άσπρος:
+άσπρος-ξέξασπρος=λευκός-λευκότατος.
+
+5) «Και κένταε....»
+
+Το κέντημα, αν δε θεωρήται ως συστατικό ωμορφιάς, θεωρείται όμως
+ως συστατικό νοημοσύνης, εξυπνάδας, από την οποία πρέπει να
+παρακολουθήται η ωμορφιά, για να είνε τέλεια.
+
+β )«Το σαραντάδιπλο χορό....»
+
+Χορός με σαράντα δίπλες, με σαράντα κύκλους δηλαδή. Ο
+σαραντάδιπλος χορός θεωρείται ως ιδανικός χορός, ως χορός, που δε
+μπορεί να γείνη μεγαλύτερος.
+
+7) «Μη θέλης πο λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα».
+
+Κατά το δημοτικό στίχο :
+
+«Γυρεύει από λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα».
+
+Σημαίνει ο στίχος πράγμα πολύ δύσκολο, που μόνο η μεγάλη αγάπη
+μπορεί να κατορθώση.
+
+8) «Μια αναμαλλιάρα Γύφτισσα....»
+
+Συχνότερα τη μαγική τη κάνουν οι Γύφτισσες, οι Εβραίισσες κι’ οι
+Τούρκισσες και πολύ σπάνια να βρεθή Χριστιανή μάγισσα. Οι
+Τουρκογύφτισσες θεωρούνται ως σπουδαιότερες μάγισσες. Κάθε
+Τουρκογύφτισσα, ποια πολύ και ποια λίγο, είναι και μάγισσα. Ύστερα
+από τες Γύφτισες έρχονται οι Εβραίισσες. Προτίμησα τη Γύφτισσα,
+διότι οι Εβραίισσες δε βγαίνουν ποτέ από την πολιτεία και μάλιστα
+να κατοικούν σε σπήλια, ενώ οι Γύφτισσες πολύ συχνά ζουν στην
+ερημιά. Πολύ σπάνια και άντρες κάνουν το μάγο, κανένας όμως
+Χριστιανός. Γύφτοι οι πλειότεροι.
+
+9) «Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν
+ [τρώνε,
+«Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους...
+
+Παράλληλη ένοια αυτής της δοξασίας έχει και το ακόλουθο δημοτικό
+άσμα του « Αμάραντου» :
+
+—« Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι γκρεμό φυτρόνει;
+» Τον τρων τ’ αλάφια και ψοφούν, τ’ αρκούδια κι’ ημερόνουν
+» Τον τρων τα μαύρα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους
+» Να το είχε φάει κι’ η μάννα μου, να μη είχε κάνει εμένα...»
+
+10) Όλα αυτά που παινιέται η Μάγισσα, ότι π. χ. μαγειρεύει
+οχιές(1) και μονομερίδες(2) κτλ., ότι καταιβάζει το φεγγάρι και το
+δέρνει σαν παιδάκι κτλ. είνε πολύ πιστευτά στον Ηπειρωτικό Λαό.
+Δεν λέγω, ότι δεν είνε πιστευτά και σ’ άλλα ελληνικά μέρη, αλλ’
+ημείς ως έδρα των ηθογραφιών μας έχομε την Ήπειρο, και μόνο τες
+δοξασίες του Ηπειρωτικού Λαού αναγράφομε σ’ αυτό το ποίημα.
+
+ 1) Έχιδνα. 2) Είδος φαρμακερότατου φειδιού.
+
+11) «.... Τες Ξωτικές του λόγγου».
+
+12) Ξωτικές, φαντάσματα των λόγγων, νύφες, δρυάδες. Παρασταίνονται
+στα παραμύθια των γριών, ως ωραιότατες νύφες, ντυμένες μ’ ένα
+άσπρο σιντόνι μοναχά, ότι περιφέρονται συνοδειές — συνοδειές τα
+λόγγα, κι’ όπου βρουν ώμορφο κι’ ανύπαντρο πιστικό, που να μην έχη
+απάνω του πυριοβολικά(3),
+
+ 3) Κομμάτι χάλυβα (τσελικιού) στερνάρι (πυρίτης) και ύσκα,
+ όλα μαζύ λέγονται πυριοβολικά. Όποιος έχει αυτά στον κόρφο
+ του, πιστεύεται, ότι είναι προφυλαγμένος από τα κακά
+ νεύματα.
+
+θυμίαμα κι’ αλάτι τον αρπάζουν, του παίρουν τη φωνή και τον παν
+στα σπήλια τους. Όταν είναι ανεμοστρόβιλος και χορεύουν τα
+δεντρόφυλλα σύγκυκλα — σύγκυκλα, ο λαός πιστεύει, ότι χορεύουν
+Ξωτικιές, κι’ αναμερούνε, κάνοντας το σταυρό τους. Αναφέρονται
+πολλοί πιστικοί, ως αρπαγμένοι από τες Ξωτικιές. Στην
+Κρετσούνιτσα(1) ζούσε ως τα πρόπερσυ ένας πιστικός, Σιάνος
+λεγόμενος, που πίστευε ο κόσμος, ότι τον είχαν πάρει οι Ξωτικιές.
+Τον είχα ρωτήσει πολλές φορές να μου ειπή πώς είταν οι Ξωτικιές,
+και μου έλεγε όλο και τα ίδια:
+
+— Είχα τα γίδια στην πλαγιά και καθόμουν σ’ ένα τσιογκάρι και τ’
+αγνάντευα. Λάλησα λίγο τη φλογέρα, κι’ ύστερα, σα να νύσταξα,
+έκλεισα τα μάτια μου. Εκεί που κοιμώμουν, άκουσα ένα μεγάλο
+σιουμάλισμα και μια φοβερή ταραχή. Βρέθηκα μέσα στη μέση του
+ανεμοστρόβιλου. Προσπάθησα να φύγω... του κάκου! Είμουν σαν
+πισταγκωνισμένος. Έκανα να μιλήσω... και δεν είχα φωνή! Ρίχτηκαν
+τα σκυλλιά απάνω στον ανεμοστρόβιλο, κι’ είδα ένα χορό γυναίκες
+πανέμορφες, μ’ ένα σιντόνι η καθεμιά ζωσμένη, που τρύπωσαν μέσα
+στο λόγγο, χορεύοντας και φεύγοντας με τα φύλλα, σαν αστραπή.
+Έχασα τα λογικά μου. Δεν είξερα πού είμουν. Και όταν ήρθα στον
+εαυτό μου, ύστερα από μήνες, κατάλαβα ότι βρισκόμουν στο
+μαναστήρι. Με γλύτωσε η Μεγαλόχαρη (και κάνοντας το σταυρό του,
+τελείονε τη διήγηση)· Σ’ αυτή χρωστάω τη φωνή μου».
+
+Το πάθημα του Σιάνου είνε γνωστότατο σ’ όλη την επαρχία.
+
+ 1) Χωριά των Κουρέντων (Ελλοπίας) 6 ώρες δυσμικά του
+ Γιαννίνου.
+
+12) «Και τες Νεράιδες του γιαλού...»
+
+Το ίδιο κι’ οι Νεράιδες. Είναι κι’ αυτές φαντάσματα των ποταμών
+και της θάλασσας, και κάθε μέρους, που έχει νερό τρεχούμενο,
+ωραιότατες νύφες (νηρηίδες). Ο, τι κάνουν οι Ξωτικιές στους
+πιστικούς, οι Νεράιδες το κάνουν στους ψαράδες και στους ναύτες,
+αλλά θεωρούνται όχι τόσο κακιές, όσο οι Ξωτικιές.
+
+13) «Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο».
+
+Η ώρα αυτή, που χάνεται το παλιό φεγγάρι και πιάνεται το
+καινούργιο, θεωρείται ως η καταλληλότερη στιγμή των μαγικών.
+
+14) «Τρία περόνια γύφτικα...»
+
+Τα γύφτικα τα περόνια, δηλαδή αυτά που φκιάνουν οι χαλκιάδες οι
+εγχώριοι, που είναι όλοι Γύφτοι(1), θεωρούνται καταραμένα, διότι
+με τέτοια περόνια (γύφτικα) σταύρωσαν το Χριστό, και κατάλληλα για
+τα μαγικά, ενώ τα χυτά τα περόνια νομίζονται ακατάλληλα για
+τέτοιες δουλιές.
+
+ 1) Οι Γύφτοι θεωρούνται απόγονοι των χαλκιάδων εκείνων,
+ που είχαν φκιάσει τα περόνια, που σταύρωσαν τον Χριστό.
+ Λέγονται περιφρονητικά και Φαραώνηδες, ως καταγόμενοι από
+ την Αίγυφτο, της οποίας οι αρχαίοι βασιλιάδες λέγονταν
+ Φαραοί (Φαραώ).
+
+15) « Τρεις χούφτες άκριτο νερό τριτόβραδα παρμένο...»
+
+Όσους αριθμούς αναφέρω, 3, 7, κλ. είναι καθιερωμένοι από τες
+προλήψες του λαού.
+
+Το «άκριτο νερό», παρμένο την Τρίτη τη νύχτα κάτω από τη φτερωτή
+του μύλου, χωρίς εκείνος που τα πάρη να μιλήση ή απλώς να βγάλη
+φωνή, είναι από τα κυριώτερα συστατικά της μαγείας.
+
+Από τες ημέρες της εβδομάδας η Τρίτη είναι για τα μάγια κατάλληλη
+και το Σάββατο για τ’ αντιμαγικά.
+
+Κάθε μάγισσα ή μάγος δε ζητάει όλα τα μαγικά είδη, που αναφέρομε
+σ’ αυτό τα μέρος του ποιήματος. Ο καθένας ζητάει τρία είδη το πολύ
+και μ’ αυτά φκιάνει τα μαγικά του, αλλ’ εμείς βάλαμε στα στόμα της
+Μάγισσας όλα, όσα μπόρεσα να μάθω από πολλούς, που είχαν καταφύγει
+σε διάφορες μάγισσες, κι’ έτσι κατάρτισα μια μαγολογία, όσο το
+δυνατό μεγαλύτερη. Και όμως με όσα αράδιασα νομίζω, ότι ούτε τα
+μισά τα είδη δεν έβαλα στη μαγολογία μου.
+
+16) «............τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν».
+
+Όλα τα διαβολικά βγαίνουν στον Απάνω Κόσμο τα μεσάνυχτα και
+περπατούν ως την ώρα, που θα πρωτολαλήσουν οι πετεινοί.
+
+17) «Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια»,
+ «που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη».
+
+(Όρα σελίδα 33 στίχ. 4 και 5).
+
+Οι μάγισσες, όταν βρίσκωνται στο έργο τους, προφέρουν ασυνάρτητα
+λόγια, που δε μπορεί να βγάλη κανείς έννοια.
+
+18) «Σαν άγριευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια
+«Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της».
+
+(Όρα σελ. 33 στίχ. 10 και 11).
+
+Λέγοντας και ξαναλέγοντας οι μάγισσες τ’ ασυνάρτητά τους τα λόγια,
+λαβαίνουν άγριο ύφος, γουρλώνουν τα μάτια τους κι’ αφρίζουν. Αυτά
+τα κάνουν, εννοείται, μπροστά στους ενδιαφερομένους, για να τους
+φοβίσουν.
+
+19) Οβίρα=κοίλωμα μέσα στην κοίτη των ποταμών, όπου είναι το
+βαθύτερο μέρος, θεωρείται ως κατοικία δαιμόνων.
+
+20) Στερνάρι = πυρίτης λίθος.
+
+21) Πυριόβολος = χάλυψ.
+
+22) Ύσκα, είδος παρασίτου φυτού, που φυτρόνει στα δέντρα. Το
+καταλληλότερο είναι εκείνο, που βγαίνει στες ιτιές και στα
+πλατάνια. Τα στενάρι, ο πυριόβολος και η ύσκα είναι τα τρία
+σύνεργα με τα οποία ανάβουν φωτιά. Η φωτιά του στερναριού
+θεωρείται κατάλληλη για τα μαγικά.
+
+23) «Τρεις πέντε δεκαπέντε τους, τρεις έξη δέκα οχτώ
+ [τους.
+ »Και τρεις εφτά είκοσι μια...»
+
+Όλα αυτά είναι από τ’ ασυνάρτητα. Ίσως νάχουν και κάποια εξήγηση,
+που εγώ δε γνωρίζω.
+
+24) «................. Σε κλειδωνιά κλεισμένα
+ » Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ».
+
+Τα μάγια, για να μη χαλάσουν με τ’ αντιμαγικά, τα κλειούν στην
+κλειδωνιά, δηλαδή παίρνουν μια ανοιχτή χεροκλειδωνιά και την
+κλειούν με το κλειδί της, κι’ ύστερα για να μη βρεθή από κανένα
+και την ανοίξη, και βγουν τα μαγικά, την πετούν σε βρωμοπήγαδο,
+δηλαδή σε πηγάδι με νερό ακάθαρτο, την Τρίτη το βράδυ.
+
+25) _Μαυροπούλλι_, πουλλί μαύρο, που δεν το βλέπει κανείς,
+μυστηριώδικο.
+
+26) «Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανό έν’ άστρο,
+»Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι»
+
+Δεν μπόρεσα να εξιχνιάσω ποιο άστρο είναι αυτό.
+
+27) «Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο
+» Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού...»
+
+Είναι φοβερό ν’ ακούση κανείς, πως γίνεται αυτό το κηρί! Εκείνος,
+που έχει ανάγκη από τέτοιο κηρί, πηγαίνει και ξεκοιλιάζει έναν
+άνθρωπο, του αρπάζει την ξυγγοπάνα, που σκεπάζει τα εσωτικά του
+και φεύγει. Αλλά για να είναι χρήσιμη αυτή η ξυγγοπάνα, πρέπει ο
+άνθρωπος που την είχε, να είταν ζωντανός την ώρα, που ο φονιάς την
+τραβούσε από μέσα. Μ’ αυτή την ξυγγοπάνα φκιάνουν ξυγγόκηρο, και
+τα ξυγγόκηρο αυτό νομίζουν, ότι έχει την ιδιότητα να μη σβύνη από
+τον δυνατώτερον αγέρα, και χρησιμεύει σ’ εκείνους προπάντων, που
+πηγαίνουν ν’ ανοίξουν τους θησαυρούς, που βρίσκονται σε υπόγεια ή
+σε σπηλιές, διότι κάθε άλλο κηρί σβύνεται εκεί μέσα και μόνο το
+κηρί, που γίνεται από ξυγγοπάνα, βγαλμένη από ζωντανό άνθρωπο δε
+σβύνει. Πιστεύουν ακόμη, ότι το φως αυτού του κηριού τυφλόνει και
+τον Δράκοντα, που φυλάει τους υπόγειους θησαυρούς.
+
+28) «................................αυγό μονομερίδας
+
+Πιστεύεται, ότι ένα αυγό της μονομερίδας από όσα κάνει, βγάζει
+φείδι με δύο κεφάλια: τα ένα στη φυσική του θέση, και το άλλο στην
+ουρά.
+
+29) «Χολή οχιάς»
+
+Η οχιά είναι το φαρμακερώτερο φείδι του κόσμου. Ο λαός λέγει:
+
+ « Όποιον φάγη η οχιά,
+ «Ούτε κρίση, ούτε λαλιά.»
+
+10) «.................... σβαρνιάρικης χελώνας,
+
+«Που θάφτουνταν εξάμηνο στης γης το μαύρο χώμα.»
+
+Αλήθεια τα μισό το χινόπωρο, όλον το χειμώνα και το Μάρτη ακόμα η
+χελώνα βρίσκεται ναρκωμένη μέσα στα χώμα. Γι’ αυτό και θεωρείται
+κατάλληλη για τα μαγικά.
+
+31) «Ασβού τομάρι ανήλιαγο....»
+
+Ο Ασβός είναι νυχτόβιο τετράποδο, που δε βγαίνει ποτέ την ημέρα.
+Ονομάζεται λατινικά Trohus. Στο μέγεθος είναι μικρότερο από κοινό
+σκυλλί. Είναι σαρκοβόρο, αλλά αγαπά πολύ και το χλωρό αραποσίτι
+(καλαμπόκι). Κάνει μεγάλη καταστροφή στα χωράφια, που είναι
+σπαρμένα αραποσίτι. Το τομάρι του είναι περίφημο.
+
+32) «..............τους κατσιποδαραίους.
+
+Κατσιποδιάρης—αίοι = δαιμονικά με ποδάρια κατσικίσια (από το
+κατσικοπόδαρος κατσιποδιάρης). Τα ισκιώματα είναι φαντάσματα,
+δαιμονικά, που πετούν στον αγέρα, ενώ οι κατσιποδιαραίοι περπατούν
+στη γη.
+
+33) «Λειάρας νυφίτσας...»=ποικιλόχροης, παρδαλής ικτίδας (νυφίτσα
+= ικτίς). Είναι η καταστροφή των ποντικιών. Δεν τα τρώγει, αλλά τα
+πνίγει μόνον και τ’ αφίνει. Αυτό το τετράποδο είναι μικρό και
+συμπαθητικό και πολύ συχνά έρχεται μέσα στα χωριά, για να
+καταστρέψη ποντίκια.
+
+34) «Μυαλό γαλάρας αλεπούς...»
+
+«Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της».
+
+Βεβαιόνουν πολλοί κυνηγοί, ότι ηύραν αλεπού να τρώη στην πείνα της
+τα μικρά της. Ο Λαός πιστεύει πολύ αυτή την αφιλοστοργία της
+αλεπούς.
+
+35) «Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκκουβάγιας,
+«Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι».
+
+Η κουκκουβάγια (γλαυξ) θεωρείται δυσοίωνο πουλλί. Αν λαλήση η
+κουκκουβάγια σε κατοικημένο σπίτι, θάνατος κι’ ερημιά θα το
+επακολουθήση.
+
+36) «Μπούφου κατάμαυρη καρδιά....
+«Που την ημέρα κρύβονταν να μη τον δη ο ήλιος,
+«Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε σα σκύλλος».
+
+Είναι πολύ απαίσιο το λάλημα του μπούφου στα μαύρα τα σκοτάδια,
+μέσα στα σύδεντρα και στα λακκώματα. Όταν λαλάη πολύ, στο τέλος
+έχει ένα γύρισμα σα γαύγυσμα σκυλλιού. Νομίζει κανείς, ότι δεν
+είναι πουλλίσιο λάλημα.
+
+37) «...............Γαλάρας νυχτερίδας».
+
+Ίσως δεν είναι γνωστό στον πολύν κόσμο, που δεν καταγίνεται με τη
+ζωολογία, ότι η νυχτερίδα είναι πετεινό χωρίς φτερά, ότι γεννάει
+μικρά κι’ όχι αυγά, κι’ ότι έχει βυζιά και τα βυζαίνει.
+
+38) «Νύχι δεξί χαμόραγγα....»
+
+Αρουραίος ποντικός. Λέγεται ακόμα και κουφός και τυφλοπόντικας.
+Αυτό το ζώο είναι νυχτόβιο και δε βγαίνει καθόλου την ημέρα. Ζη
+υποχθόνιο και τρέφεται με ρίζες φυτών και υποχθόνια έντομα.
+
+39. «Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν, εφτάφωνη γλωσ-
+ [σούλα,
+»Οπού έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση,
+»Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, το δύστυχο το
+ [Γκιώνη
+
+Υπάρχει παράδοση, ότι μια φορά κι’ έναν καιρό είταν δυο αδέρφια. Ο
+ένας λέγονταν Μαλώνης κι’ ο άλλος Γκιώνης. Ο πρώτος είταν ζευγίτης
+κι’ ο δεύτερος πιστικός. Μια μέρα, που θα κούρευαν τα γίδια, ήρθε
+κι’ ο ζευγίτης να βοηθήση τον πιστικό. Έλειπε ένα βετούλι. Ύστερα
+από κάμποση ώρα το άκουσαν να βελάζη κάτω στο λάκκο. Πάη ο Γκιώνης
+να το πάρη. Όταν έφτασε στο λάκκο έψαξε δώθε-κείθε, δεν μπόρεσε να
+το βρη. Γυρίζοντας στο στάλο, που κούρευαν, ακούστηκε πάλε τα
+βελιατό του βετουλιού. Τον ξαναστέλλει ως μεγαλύτερος ο Μαλώνης το
+Γκιώνη να πάρη το βετούλι. Ξαναπηγαίνει ο Γκιώνης, μεταψάχνει και
+δε βρίσκει τίποτε και ματαγυρίζει μ’ αδειανά τα χέρια, χωρίς το
+βετούλι.
+
+Και για να μη το πολυλογούμε πήγε κι’ ήρθε πολλές φορές στο λάκκο,
+χωρίς να βρη και να φέρη το βετούλι. Τότε ο Μαλώνης, θυμωμένος,
+τραβάει μια το ψαλίδι και σκοτόνει το Γκιώνη, και κινάει για το
+λάκκο μόνος του να βρη το βετούλι. Φτάνοντας εκεί τι βλέπει; Μια
+κίσσα, που βέλαζε σα βετούλι. Τότε ο Μαλώνης ήρθε στον εαυτό του
+από το θυμό του, θυμήθηκε το κακό που έκανε να σκοτώση τον αδερφό
+του, έκλαψε, χτυπήθηκε και στο τέλος από τη λύπη του έγεινε πουλλί
+— αυτό που λέμε Γκιώνη — κι’ από τότε όλο κλαίει και φωνάζει τον
+αδικοσκοτωμένο αδερφό του: «Γκιων! Γκιων! Γκιων!» Και θα φωνάζη,
+ως που θα τον λυπηθή ο θεός — αν το λυπηθή — και στείλη από τον
+Κάτω Κόσμο στη ζωή πάλε τον αδερφό του τον Γκιώνη. Τότε θα γένη
+πάλε άνθρωπος και θα ζήση χαρούμενος με τον αδερφό του.
+
+Όλο αυτά το κακό τώκανε η Κίσσα, η εφτάφωνη, που λαλάει εφτά
+λογιών.
+
+49) «Να γένη το νερό τυρί...»
+
+Ως μεγαλύτερη μάγισσα θεωρείται εκείνη, που μπορεί να πήξη το
+νερό. Όταν θέλουν να φημίσουν μια μάγισσα λένε : —«Αυτή πήγει τα
+νερά!»
+
+41) «Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου,
+«Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο».
+
+Τα σαββατογεννήματα δεν τα πιάνουν τα μάγια και πλειότερο δεν
+πιάνουν εκείνους, που γεννηθούν ένα από τα «_τρία καλά Σάββατα_» της
+Τυρινής, της Καθαροβδομάδας και το Μεγαλοσάββατο. Αυτά τα Σάββατα
+πιστεύει ο Λαός, ότι βγαίνουν οι πεθαμένοι από τον Κάτω-Κόσμο, και
+περιφέρονται αόρατοι στα μέρη, που έζησαν, γι’ αυτό κι’ ο κόσμος
+φκιάνει κόλλυβα για τους πεθαμένους του. Πιστεύει ακόμα, ότι τα
+κόλλυβα αυτά τα τρων οι πεθαμένοι και μόνο νομίζομε, ότι τα τρώμε
+εμείς και ότι εκείνοι οι πεθαμένοι, που δεν έχουν δικούς να τους
+φκιάνουν κόλλυβα, μένουν νηστικοί. Για αυτό πολλά εχούμενα σπίτια,
+φκιάνουν κοντά στα δικά τους για τους πεθαμένους τους κι’ ένα
+σκουτελλάκι για τους φτωχούς τους πεθαμένους κι’ εκείνους, που δεν
+έχουν δικούς στον κόσμο.
+
+42) «Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης».
+
+Ο Λαός πιστεύει, ότι υπάρχει βοτάνι (φυτό), που μπορεί να κάνη το
+παλληκάρι, ή το κορίτσι ν’ αγαπήσουν το πρόσωπο, που δεν
+αγαπούσαν. Τα δημοτικά τραγούδια είναι γεμάτα από τα όνομα του
+βοτανιού της αγάπης. Το φαντάζονται ως μικρό θάμνο με λουλούδια
+κίτρινα, σα φλωρί, και φύλλα άσπρα, σαν ασήμι, και πιστεύουν, ότι
+δε στεγνόνει ποτέ, σαν τ’ άλλα τα φυτά, ούτε αλλάζει τα φύλλα του.
+Θεωρείται ως σπανιώτατο φυτό, ότι βρίσκεται σ’ άβατους γκρεμούς,
+απάτητα σπήλια και μακρυνά κι’ υπέρψηλα βουνά, κι’ ότι κοντά σ’
+αυτές όλες τες δυσκολίες το φυλάει κι’ ένας τρομερός Δράκοντας.
+
+
+
+Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
+
+
+
+ΑΦΙΕΡΟΝΕΤΑΙ
+στον Εξοχώτατον αντιπρόσωπό της,
+τον κ. ΝΕΟΚΛΗ ΚΑΖΑΖΗΝ,
+Πρόεδρον της Εταιρείας του «Ελληνισμού»
+
+ Ψηλά σε σπίτια τρίπατα και γυάλινον εξώστη.
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν η λυγερή Χρυσάιδω,
+ Πανώρια κόρη προεστού, μοναχοθυγατέρα,
+ Οπού δεν είχε ταίρι της σ’ Ανατολή και Δύση
+ Στην ωμορφιά και στην τιμή και στο γλυκό τραγούδι,
+ Κι’ απάνω στα κεντήματα, και στα ξομπλιάσματά της
+ Γλυκό τραγούδιν έδερνε, τραγούδι της αγάπης
+ Με μια φωνή χαρμόσυνη, σαν απ’ αγγέλου στόμα.
+
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγε μεταξωτό μαντήλι,
+ Που είταν ψιλό και διάφανο, σα φεγγαριού αχτίδα,
+ Πούχε το χρώμα του χιονιού, του Ήλιου τη λαμπράδα,
+ Μαντήλι μοσκομάντηλο, μαντήλι της αγάπης,
+ Που θάδινε του Κωσταντή, του αρραβωνιαστικού της,
+ Τη μέρα, που θα φόρεγαν τα τίμια τους στεφάνια,
+ Και θα τους βλόγαε ο παπάς με το δεξί του χέρι,
+ Μπρος το Βαγγέλιο το ιερό και μπρος στην Παναγία,
+ Και στον αφέντη το Χριστό και σ’ όλους τους Αγίους.
+
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν η λυγερή Χρυσάιδω,
+ Τ’ ώριο μαντήλι του γαμπρού, του γάμου τους το δώρο,
+ Μ’ ολόχρυσες κι’ ολάργυρες κλωστές και μεταξένιες,
+ Οπού είχαν τόσα χρώματα, όσα και τα λουλούδια
+ Των λειβαδιών την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι,
+ Στη μια την άκρη το Σταυρό, στην άλλη το Βαγγέλιο,
+ Και μες στη μέση από τα δυο Χριστό και Παναγία,
+ Κι’ ανάμεσα από το Χριστό κι’ από την Παναγία
+ Γάμου στεφάνια ολόχρυσα, σταυροστεφανωμένα.
+ Που είχαν σε κάθε βελονιά σπειρί μαργαριτάρι,
+ Και γύρα γύρα στους σταυρούς των στεφανιών με χάρη
+ Χίλια αγγελούδια φτερωτά, που βάσταε το καθένα
+ Με το δεξί το χέρι του κι’ ένα χρυσό στεφάνι...
+ Κι’ ανάμεσα στα χαρωπά του γάμου τα στεφάνια
+ Δυο δαχτυλίδια ολόχρυσα με διαμαντένιες πέτρες
+ Και μες στες πέτρες έλαμπαν αγκαλιαστά με χάρη
+ Ο Ήλιος ο χρυσάχτιδος και το λαμπρό Φεγγάρι.
+
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγε με χάρη και με γνώση
+ Δυο άσπρα σπίτια τρίπατα μ’ αυλές και με παραύλια,
+ Με τοίχους μαρμαρόχτιστους, με μαρμαρένιες σκάλες,
+ Και παραθύρια με γυαλιά και γυάλινους εξώστες,
+ Τώνα στα πόδια του Χριστού, τ’ άλλο στης Παναγίας...
+ Το πρώτον είταν του Γαμπρού, το δεύτερο της Νύμφης,
+ Γεμάτα κόσμο και τα δυο κι’ από χαρά γεμάτα,
+ Και στες πλατύχωρες αυλές χορούς και πανηγύρια,
+ Και ψησταριές μ’ αμέτρητα κριάρια σουβλισμένα.
+
+ Και μες στη μέθη από τα δυο τ’ αγαπημένα σπίτια,
+ Κένταγε γάμο αρχοντικό, ξεφαντωμένο ψίκι(1),
+ Με δώδεκα ζυγές βιολιά και χίλιους καλεσμένους....
+ Μπροστά τραβούσεν ο νουνός και πίσω οι φυλαχτάδες( 2),
+ Στη μέση πήγαινε ο Γαμπρός με την πανώρια Νύφη,
+ Σα μήλα, σαν τριαντάφυλλα, σα δροσερά λουλούδια,
+ Και πλειο μπροστά το φλάμπουρο, σταυροστεφανωμένο,
+ Γαλάζιο-καταγάλαζιο, μ’ άσπρο Σταυρό στη μέση,
+ Και μες στη μέση του Σταυρού κεντούσε τον Άη Γιώργη
+ Σε σιδερόψαρο άλογον απάνω καβαλλάρη,
+ Που βάσταγε στα χέρια του τ’ ολάργυρο κοντάρι,
+ Και χτύπαε το Δράκοντα στ’ αλόγου του τα πόδια(3).
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγε με προσοχή μεγάλη
+ Τον ολοστρόγγυλο ουρανό, τον αστροστολισμένο.
+ Και κάτων από τ’ ουρανού τη διάπλατη τη σκέπη,
+ Χειροπιασμένες δυο αδερφές : τη Μέρα και τη Νύχτα.
+ Η μια είταν άσπρη—ξέξασπρη και φόραγε χιονάτα,
+ Κι’ είχε τον Ήλιο πρόσωπο με τες χρυσές του αχτίδες,
+ Η άλλη είταν μελαχροινή, στα ολόμαυρα ντυμένη,
+ Με το Φεγγάρι πρόσωπο κι’ αστέρινο στεφάνι,
+ Και στην κορφή του στεφανιού, στη μέση του μετώπου,
+ Ο λαμπερός Αυγερινός τη λάμψη του σκορπούσε...
+ Κι’ ανάμεσα στες δυο αδερφές, τες πολυαγαπημένες,
+ Κατακαθάρια ανατολή, αχτιδοστολισμένη.
+ Κι’ ηλιοβασίλεμα λαμπρό και συννεφοχτισμένο
+ Απλόνονταν ολόλαμπρα σα χρυσαφένιες λίμνες.
+
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγε στ’ ανάερα τα πόδια
+ Της Νύχτας της μελαχροινής και της καθάριας Μέρας
+ Τες τέσσαρες τες εποχές, γλυκά χεροπιασμένες,
+ Την Άνοιξη τη δροσερή, των λουλουδιών τη μάννα,
+ Ντυμένη φόρεμα λαμπρό, λουλουδοστολισμένο,
+ Το Καλοκαίρι το χρυσό, το ηλιοφλογισμένο,
+ Το κίτρινο Χινόπωρο με τα πεσμένα φύλλα,
+ Και τον Χειμώνα τον ψυχρό με τ’ άσπρα του τα γένια,
+ Κι’ ολόγυρα στες εποχές, τες αεροβατούσες,
+ Ηλιολαμπές και συννεφιές, βροχές, χαλάζια, χιόνια,
+ Και μες στα μαύρα σύννεφα φλόγινα αστροπελέκια,
+ Σα φείδια ολοφώτεινα βαθυά να τ’ αυλακόνουν.
+ Στην άκρη κάμπου διάπλατου, σε ριζοβούνι δίπλα,
+ Κένταγε λίμνην ώμορφη, σα νύφη στολισμένη,
+ Μ’ άλλα νερά κατάργυρα, μ’ άλλα νερά γαλάζια,
+ Κι’ απάνω της να τρέχουνε βαρκούλες πέρα-δώθε,
+ Άλλες με κάτασπρα πανιά, σαν άσπρα περιστέρια,
+ Κι’ άλλες μ’ ολάργυρα κουπιά να δέρνουν τα νερά της...
+ Γλυκά ανακαθρεφτίζονταν στες λαμπερές της άκρες,
+ Λόγγα, χωριά, βουνόπλαγα, ράχες και κορφοβούνια,
+ Κοπάδια γιδοπρόβατα κι’ αμέτρητες αγέλες,
+ Και σε μιαν άκρη απλόνονταν πανώρια πολιτεία(4),
+ Με σπίτια μαρμαρόχτιστα και κάστρο αρματωμένο.
+
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγε μ’ υπομονή μεγάλη
+ Θάλασσα απέραντη, πλατειά, βαθύμακρα λιμάνια.
+ Ακρογιαλιές πανέμορφες, νησιά χαριτωμένα,
+ Κι’ απάνω στον νερόκαμπο να ουριοταξειδεύουν
+ Κάθε λογής πλεούμενα, κάθε λογής καράβια....
+ Άλλα να τρέχουν με φωτιά, κι’ άλλα με τον αγέρα,
+ Να ξαπετούν απάνω τους οι πεινασμένοι γλάροι
+ Και δίπλα στες ακρογιαλιές τα κύματα να σπάζουν
+ Από την ακροθαλασσιά, κι’ ως μες στα ριζοβούνια
+ Κένταγε κάμπο διάπλατο, λουλουδιασμένον κάμπο,
+ Μ’ αμέτρητα άνθια κι’ εύοσμα, μ’ αρίφνητα λουλούδια
+ Που πιάνονταν τα χρώματα και γένονταν κομμάτια
+ Το άσπρο με το πράσινο, το κίτρινο με τ’ άσπρο,
+ Το θαλασσί με το σταχτί, το κόκκινο με όλα
+ Κι’ οι παπαρούνες, χαρωπές, στα κόκκινα ντυμένες,
+ Απλόνονταν περίφανες στ’ απέραντα λειβάδια,
+ Σα να είτανε βασίλισσες του μυρωμένου κάμπου.
+
+ Εδώ κι’ εκεί σποραδικά στον μυρωμένον κάμπο
+ Κένταγεν ώμορφα χωριά, χωριά και χωριουδάκια.
+ Με περιβόλια, με νερά, με δέντρα και με κάμπους,
+ Και γύρα σ’ όλα τα χωριά, κι’ όλα τα χωριουδάκια,
+ Χωράφια με γεννήματα, πυκνά και μεστωμένα,
+ Κι’ αμπέλια χοντροκούτσουρα, πρατύφυλλα, γεμάτα
+ Σταφύλια κατακόκκινα και κίτρινα σταφύλια,
+ Κι’ ανάμεσα από τα χωριά και τα καλά χωράφια
+ Κοπάδια γιδοπρόβατα, και βώδια και φοράδια
+ Κι’ ανθρώπους ν’ αναδεύωνται και να μοχτούν με πόνο,
+ Και κάπου—κάπου κένταγε γυναίκες να λευκαίνουν,
+ Μ’ άσπρα ποδάρια ολόγυμνα μες το νερό χωσμένα,
+ Και κοπελλιές πανέμορφες στες ράχες να χορεύουν.
+
+ Ανάμεσα από τα χωριά και μεταξύ στους κάμπους
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν ένα αργυρό ποτάμι,
+ Μ’ αυλάκια, με παραύλακα και με πολλά γεφύρια,
+ Με καταρράχτες τρύψηλους, που πέφτουν αφρισμένοι,
+ Σε μύλους, σε νεροτροβές και σε πολλά μαντάνια,
+ Κι’ απόδιπλα του ποταμού, κατά σειρά στους όχτους,
+ Χιλιάδες δέντρα πράσινα: ιτιές, πλατάνια, λεύκες,
+ Κι’ απάνω στα κλωνάρια τους να στέκουν, να πετούνε
+ Χίλιων λογιών πετούμενα, χιλιών λογιών πουλλάκια.
+
+ Κένταγε κι’ ωριοκένταγε στην άκρη από τον κάμπον
+ Ένα πανέμορφο βουνό, που είναι ψηλό και μέγα,
+ Πώχει χιλιάδες δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες,
+ Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτη
+ Και στην ψηλότερη κορφή, στου Άγι-Ηλιά τη ράχη,
+ Οπώχει αιώνια σκέπασμα σαράντα πήχες χιόνι,
+ Κένταγε αητό δικέφαλο με δυο χρυσές κορώνες,
+ Που κράταγε στα νύχια του κεφάλι αντρειωμένου(5).
+
+ Κένταγε το ψηλό βουνό, το κλεφταγαπημένο,
+ Κι’ έβανε αντάρα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα,
+ Στη μέση τους Αρματωλούς και στα ψηλά τους Κλέφτες,
+ Στα πλάγια γιδοπρόβατα με κύπρους, με κουδούνια,
+ Κι’ ανάμεσα στα πρόβατα, κι’ ανάμεσα στα γίδια
+ Κένταγεν άξιους πιστικούς και σκύλους και κουτάβια,
+ Κι’ έναν καθάριον πιστικό σ’ ένα ψηλό κοτρώνι
+ Να κάθεται και να λαλή γλυκόφωνη φλογέρα.
+ Και τέλειονε το κέντημα, το χιλιοξομπλιασμένο,
+ Κεντώντας πόλη κάτασπρη κοντά σε περιγιάλι,
+ Με μάρμαρα πελεκητά και χρυσοσκαλισμένα,
+ Και στην κορφή πανέμορφο βασιλικό παλάτι,
+ Οπού έχει μέσα βασιλιά κι’ απανωθιώ σημαία
+ Γαλάζια-καταγάλαζια, μ’ άσπρο Σταυρό στη μέση,
+ Και μες στη μέση του Σταυρού κορώνα στουροφόρα....
+ Κι’ αντίκρυ από του Βασιλιά το κάτασπρο παλάτι,
+ Κένταγε βράχον ένδοξο, περίφανο, μεγάλον,
+ Από τον ήλιο κόκκινο κι’ από τα χρόνια μαύρο,
+ Και στην κορφή τον ξακουστό και θείον Παρθενώνα,
+ Της Τέχνης άγιο λείψανο, του Ωραίου άγιο βήμα,
+ Προσκυνητάρι σεβαστό του κόσμου πέρα ως πέρα.
+ Κι’ εμπρός του τον Πολιτισμό δειλά γονατισμένο,
+ Να σκύβη το κεφάλι του και να τον προσκυνάη.
+
+ Κι’ εκεί οπού αργοτέλειονε τ’ ωριόπλουμο μαντήλι,
+ Όλη τη γνώση βάνοντας κι’ όλη την εξυπνάδα,
+ Να σου και μπαίνει ο Κωσταντής, αρματοφορεμένος,
+ Με τη χαρά στο πρόσωπο, γλυκά ζωγραφισμένη,
+ Και την αγάπη στην καρδιά, σα ριζωμένο δέντρο :
+ — Καλή σου μέρα. Λυγερή!
+ — Καλώς μου τον λεβέντη!
+ — Τι νάναι αυτό το κέντημα;
+ — Του γάμου μας το δώρο,
+ Που θα σου δώσω, Κωνσταντή κι’ αρραβωνιαστικέ μου,
+ Την Κυριακή του γάμου μας την άγια εκείνη ημέρα,
+ Που θα μας βάλη ο παπάς τα τίμια μας στεφάνια,
+ Μπρος στο Βαγγέλιο το ιερό και μπρος την Παναγία,
+ Και στον αφέντη το Χριστό και σ’ όλους τους Αγίους.
+ Ιδέ και πε μου, Κωνστανή, καμάρι της καρδιάς μου.
+ Σου αρέσουν τα κεντήματα; Σου αρέσει το μαντήλι;
+ Μαρτύρους βάνω το Χριστό και τη Κυρά Παρθένα,
+ Ότι σου τ’ ωριοκέντησα με την καρδιά μου όλη....
+ Όπως δε θα είταν ικανή καμμιά άλλη να το κάνη....
+ Πε μου σου αρέσει, Κωνσταντή, τ’ ωριόπλουμο μαντήλι;—
+
+ Ρίχνει τα μάτια ο Κωνσταντής απάντω στα κεντίδια,
+ Κυττάζει και θυαμαίνεται της κόρης την αξιάδα.
+ Οπού δεν έχει ταίρι της σ’ Ανατολή και Δύση
+ Στην ωμορφιά και στην τιμή, στη γνώση και στο ξόμπλι...
+ Κυττάζει, συλλογίζεται και δεν απολογιέται,
+ Σα ναύρισκε ένα φταίξιμο, κάποιο βαρύ ψεγάδι,
+ Μες στ’ άπειρα κεντήματα, τα χιλιοξομπλιασμένα,
+ Κι’ η Κόρη από τη βιάση της και τον πολύν καημό της,
+ Του λέγει με ανυπομονησιά και με κρυφή λαχτάρα :
+ — Μη δε σου αρέσει, Κωνσταντή, του γάμου το μαντήλι;
+
+ Κι’ ο Κωνσταντής περίφανος για τα κεντήματά της,
+ Πνιγμένος από τη χαρά γυρίζει και της λέγει:
+ — Τι λες, Χρυσάιδω μου γλυκειά; Τι λες, χρυσό μου ταίρι;
+ Και ποια άλλη μπόρεσε ποτέ και ποια άλλη θα μπορέση
+ Στον κόσμο τέτοιο κέντημα χιλιόπλουμο να φκιάση;
+ — Κι’ όμως μου φαίνεται να λες, σαν κάτι να του λείπη.
+ — Αλήθεια κάτι λείπεται π’ αυτό το κέντημά σου....
+ Αλήθεια μες στ’ αμέτρητα και πλούσια του κεντίδια,
+ Του λείπεται ένα, που έπρεπε καθόλου να μη λείπη....
+ Αχ! ένα που είχαμε ποτε και που μας λείπει τώρα!
+
+ Γεμίσαν από δάκρυα του Κωνσταντή τα μάτια
+ Και στα πλατυά τα στήθια του σπαρτάριζε η καρδιά του,
+ Σα να ήθελε να πεταχτή, και σαν πουλλί να φύγη....
+ Κι’ η Κόρη κατατρόμαξεν από την ταραχή του,
+ Και του είπε παρακαλεστά και με πολλήν αγάπη :
+ — Μη Κωνσταντή μου θλίβεσαι και βαρυαναστενάζης....
+ Μον πε μου τι του λείπεται και ποιο είναι το ψεγάδι,
+ Κι’ αν δεν το φκιάσω, όπως μου πης κι’ όπως μου παραγγεί-
+ Την αρραβώνα γύρνα μου και μη με κάνης ταίρι... [λης,
+ Και τότε από τη λύπη κι’ από την εντροπή μου,
+ Θα κόψω τα μαλλάκια μου και θα φορέσω μαύρα
+ Και θα τραβήσω μακρυά μ’ απελπισιά μεγάλη,
+ Σε μοναστήριν άγνωστο τα νειάτα μου να κλείσω.
+ Αν όμως δώση ο Θεός κι’ η Παναγιά η Παρθένα
+ Και σου το φκιάσω, Κωνσταντή, κατά την αρεσιά σου,
+ Ρόιδο και μήλο κόκκινο θα σου ξεπροβοδήσω,
+ Το ρόιδο για το κέντημα, το μήλο για το γάμο.—
+
+ Τότε γυρίζει ο Κωνσταντής με δάκρυα και της λέγει:
+ — Πάρε κλωστές ολάργυρες, χρυσές και μεταξένιες,
+ Που νάχουν τόσα χρώματα, όσα έχουν τα λουλούδια
+ Των λειβαδιών την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι,
+ Ασπροκαθάριες, κίτρινες, σταχτιές, γαλάζιες, μαύρες,
+ Ασπρόμαυρες, κεραμιδιές, μουντές, κροκιές, γεράνιες,
+ Άλικες, βαθυκόκκινες, τριανταφυλλιές, κρασάτες,
+ Πράσινες, μαυροπράσινες, καφιές και καστανάτες,
+ Κι’ ολόγυρα στον ξακουστό και θείον Παρθενώνα
+ Κέντα μια Ελλάδα απέραντη, πανένδοξη, μεγάλη....
+ Ελλάδα του Θεμιστοκλή, Ελλάδα του Αλεξάντρου,
+ Που να ξαπλώνεται βαρυά σ’ Ανατολή και Δύση....
+ Κι’ ανάμεσα απ’ Ανατολή κι’ ανάμεσα από Δύση.
+ Κέντα μια πόλην ώμορφην, εφτάλοφη, μεγάλη,
+ Με κυπαρίσσια αρίφνητα, μ’ ολόχρυσα παλάτια,
+ Με πύργους, κάστρα και τζαμιά κι’ ευρύχωρα λιμάνια....
+ Κέντα, σαν κέρατο χρυσό κι’ ένα βαθύ λιμάνι,
+ Κι’ απάνω του δυο μακρυά γεφύρια κυρτωμένα,
+ Γεμάτα κοσμοσυννεφιά, να πάη πέρα-δώθε....
+ Στο στόμα αυτού του λιμανιού και παραμέσα ακόμα,
+ Και παραέξω στο βαθύ, που μοιάζει σαν ποτάμι,
+ Κέντα βαρκούλες άμετρες, κέντα καράβια μύρια,
+ Άλλα να τρέχουν με φωτιά κι’ άλλα με τον αγέρα,
+ Άλλα να πάνε πίσω—μπρος κι’ άλλα να σταματούνε,
+ Ανθρώπους και φορτώματα να μπάζουν και να βγάζουν...
+ Κι’ από την δέξια τη μεριά, στου λιμανιού το έβγα,
+ Κέντα μια ράχην ώμορφη με σπίτια και παλάτια,
+ Κι’ απάνω της καταρραχής μιαν Εκκλησιά μεγάλη,
+ Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες,
+ Κάθε καμπάνα με παπά και σήμαντρο με διάκο(6).
+ Κέντα μπροστά στην Εκκλησιά μια απέραντη πλατεία,
+ Γεμάτη ελληνικό στρατό, πεζούρα και καβάλλα,
+ Σημαίες και σπαθιά γυμνά, ντουφέκια και κανόνια,
+ Κι’ εμπρός στη θύρα την τρανή, στη μεσιανή τη θύρα,
+ Κέντα φρουρά περίφανη, σε δυο γραμμές μεγάλες,
+ Δυο τάγματα ευζωνικά μ’ όλο παιδιά βουνίσια,
+ Κατακαθάρια κι’ ώμορφα, μ’ αφράτες φουστανέλλες....
+ Και κάτω από την Εκκλησιά, μες στον πλατύ το δρόμο,
+ Κέντα με νου και με καρδιά δυο μακρυά φουσάτα:
+ Τώνα ντυμένο στα χρυσά, τ’ άλλο ντυμένο μαύρα....
+ Στο ένα, το χρυσόντυτο, να λάμπη ο Βασιλιάς μας,
+ Καβάλλα σ’ άτι αράπικο, με το σπαθί βγαλμένο,
+ Και στ’ άλλο ο Πατριάρχης μας με το σταυρό στο χέρι..
+ Κι’ ολόγυρα στην Εκκλησιά, σα σύννεφο μεγάλο,
+ Κέντα χιλιάδες Χριστιανούς, παιδιά, γυναίκες, άντρες,
+ Να προχωρούν, μ’ αλλαλαγμό, για νάμπουν όλοι μέσα
+ Στην Εκκλησιά τη διάπλατη, στο μέγα Μαναστήρι,
+ Ν’ ακούσουνε τη λειτουργιά, που είταν κυνηγημένη,
+ Τόσους αιώνες σκοτεινούς, τόσους αιώνες μαύρους...
+ Ν’ ακούσουνε τη λειτουργιά, το νιο &«Χριστός—ανέστη»&.
+
+ Κέντα, Χρυσάιδω μου καλή, κέντα χρυσό μου ταίρι,
+ Κέντα στες τέσσερες γωνιές της σκλάβας Εκκλησιάς μας,
+ Τέσσαρα κάτασπρα τζαμιά, θεώρατα, μεγάλα,
+ Γυρμένα ξάπλα καταγής, συθέμελα πεσμένα,
+ Σα να είταν ξεθεμέλειωτοι, σεισμοδαρμένοι πύργοι...
+ Κάθε τζαμί κατάκοιτο να δείχνη κι’ έναν τόπο :
+ Τώνα να δείχνη τη Φραγκιά και τ’ άλλο τη Ρωσσία,
+ Το τρίτο την Ανατολή, το τέταρτο τη Μέκκα...
+ Κάθε τζαμί από κάτω του νάχη κι’ απώνα Χότζα
+ Με πασουμάκια κίτρινα και πράσινο σαρίκι.
+ Αιματωμένον, κάτωχρο και νεκροτεντωμένο....
+ Κι’ εμπρός στη θύρα την τρανή, την μεσιανή τη θύρα
+ Κέντα σημαία κόκκινη, κατάχαμα απλωμένη,
+ Που νάχη μισοφέγγαρο κι’ αστέρι μες στη μέση...
+ Κέντα στην άκρη του ιερού, προς του βοριά το μέρος,
+ Μια θυροπούλα απόκρυφη κι’ έναν παπά να μπαίνη...
+ Κείνον τον ίδιον τον Παπά, τον άγιο, τον φευγάτο,
+ Να ξαναπή τα γράμματα και να ξακολουθήση
+ Τη λειτουργιάν, οπού άφησε μισοτελειωμένη( 7),
+ Όταν εμπήκεν ο Αμηράς στην Πόλη καβαλλάρης...
+ Κι’ απανωθιώ στης Εκκλησιάς τον χρυσαφένιον τρούλλο,
+ Οπού σηκόνει αδιάκοπα αιώνες τώρα πέντε,
+ Αφωρισμένο φόρτωμα, καταραμένο βάρος,
+ Έν’ άγριο Μισοφέγγαρο, μ’ ολάνοιχτο το στόμα,
+ Φοβέρα του Πολιτισμού και της Χριστιανωσύνης,
+ Κέντα σημαία με Σταυρό, μεγάλη, ασπρογαλάζια,
+ Με κάμπο καταγάλαζιο και το Σταυρό της άσπρο,
+ Και κέντα την ολάνοιχτη, σ’ υπέρψηλο κοντάρι,
+ Που νάχη απάνω στην κορφήν αητό με δυο κεφάλια,
+ Και πλειό ψηλά από τον αητόν, ωσάν ουράνιο τόξο,
+ Κέντα μι’ αχτίδα ολάχρυση, του Ήλιου θυγατέρα
+ Και μες στον αχτιδόκαμπο(8) γράψε έναν άγιο στίχο :
+ &«Πάλε με χρόνους και καιρούς, πάλε δικά μας θα είνε»
+ Που φώτιζε το Γένος μας σε χρόνους μαυρισμένους,
+ Και μας θερμαίνει την καρδιά και μας γεννάει ελπίδες,
+ Ελπίδες χρυσοφτέρωτες, χρυσοστεφανωμένες.
+
+ Κι’ εκεί κοντά στην Εκκλησιά και δίπλα στην πλατεία,
+ Κέντα έναν τάφο πενιχρό, λησμονημένον τάφο,
+ Μ’ ένα καντήλι, ταπεινό να καίη στο κεφάλι,
+ Κι’ απάνω στην κατάλευκη και την τρισάγια πλάκα,
+ Κέντα μι’ απλήν επιγραφή, μ’ αυτές τες λέξες μόνο :
+ «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς-Ο Μάρτυρας του Γένους» (9).
+
+ Κι’ ενώ μιλούσε ο Κωσταντής, τα μάτια της Χρυσάιδως
+ Από τα δάκρυα τα πολλά, ετρέχανε σα βρύσες,
+ Γιατί την έκαψε βαθυά ο πόνος της Πατρίδας,
+ Που βρίσκεται αλυσόδετη στ’ Αγαρηνού τα χέρια,
+ Κι’ ο πόνος του Μοναστηριού, του κοσμοξακουσμένου,
+ Που το πατούν οι άπιστοι και τώχουνε τζαμί τους,
+ Κι’ όταν απόειπε ο Κωσταντής τες ώμορφες ωρμήνιες,
+ Γυρίζει με πολλή χαρά και λέγει του η Χρυσάιδω :
+ —Μετά χαράς σου, Κωνσταντή, καμάρι της ψυχής μου,
+ Κι’ αν δεν σου τάχω έτοιμα σε τρεις βδομάδες μέσα,
+ Όπως μου τα είπες ταχτικά με την αράδαν όλα,
+ Να μη με πούνε ταίρι σου, να μη με πουν Χρυσάιδω!—
+
+ Άμ’ άκουσε της Λυγερής τ’ αγαπημένα λόγια,
+ Ο Κωσταντής ξεκίνησε και πάη στ’ αρχοντικό του,
+ Και πριν να σώση ο καιρός και κλείσουν τρεις βδομάδες.
+ Η Λυγερή αποκέντησε τ’ ωριόπλουμο μαντήλι,
+ Κατά πώς την ωρμήνεψε και το ήθελε η καρδιά του,
+ Κι’ αμέσως του προβόδησε το ρόιδο και το μήλο(9),
+ Το ρόιδο για το κέντημα, το μήλο για το γάμο.
+
+ Κι’ ο Κωσταντής, λαβαίνοντας το μήνυμα της Κόρης,
+ Της έστειλε γι’ αντιλογιά φλωρί κωσταντινάτο(10),
+ Εκάλεσε τους φίλους του και τη γενιά του όλη,
+ Κι’ έστησε γάμο και χαρά και μέγα πανηγύρι,
+ Και κίνησε χαρούμενος, γαμπρός καμαρωμένος,
+ Με φλάμπουρο και με βιολιά και χίλιους καλεσμένους.
+ Και πάη να πάρη ταίρι του τη λυγερή Χρυσάιδω.
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
+ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
+
+
+
+1) Γαμήλια συνοδεία, από το λατινικό obsecvium.
+
+2) Φυλαχτάδες λέγονται η συνοδεία της νύφης. Αυτοί είναι υπόλογοι
+προς τους γονέους της, να την παν χωρίς να πάθη τίποτα ως το σπίτι
+του γαμπρού.
+
+3) Στην Ήπειρο σώζεται σε πολλά χωριά ακόμα σημαία σταυροφόρο με
+τον Άγη Γιώργη στη μέση. Αυτή η σημαία χρησιμεύει ως στρώμα της
+Άγια-Τράπεζας, κι’ όταν γένεται γάμος, προσαρμόζεται σ’ ένα μακρύ
+κοντάρι, στήνεται στο προαύλιο του σπητιού του γαμπρού και
+προπορεύεται στη συνοδεία, που πηγαίνει να πάρη τη νύφη.
+
+4) Γράφοντας αυτόν τον στίχο, είχα στο νου μου τα Γιάννινα.
+
+5) Αυτούς τους στίχους :
+
+ « Πώχει χιλιάδες δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες.
+ » Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτης
+ » Και στη ψηλότερη κορφή, στου Άγι’ Ηλιά τη ράχη» κτλ.
+
+τους πήρα από το τραγούδι του Ολύμπου:
+
+ « Ο Έλυμπος κι’ ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλλόνουν
+ » Ποιο ρίχνει τες πολλές βροχές, ποιο τα πολλά τα χιόνια.
+ » Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχές, κι’ ο Έλυμπος τα χιόνια.
+ » Τώνα παινιέται στα σπαθιά και τ’ άλλο στα ντουφέκια.
+ » Ο Κίσσαβος έχει σπαθιά κι’ ο Έλυμπος ντουφέκια...
+ » Γυρίζει ο κόντο-Κίσσαβος και λέει με περηφάνεια :
+ — «Εμένα λένε Κίσσαβο, της Λάρισσας καμάρι,
+ » Με χαίρεται όλη η Κονιαριά, με τ’ άσπρα τα σαρίκια,
+ » Κι’ οι μπέηδες οι Λαρισσινοί με τα γοργά τους τ’ άτια.
+ » Γυρίζει τότε ο Έλυμπος και λέγει του Κισσάβου :
+ — «Τι λες αυτού, μπρε Κίσσαβε, κονιαροπατημένε,
+ » Που σε πατούν οι Τούρκισσες, κι’ οι παλιο-Φατιμέδες,
+ » Εγώ είμαι ο γέρω-Έλυμπος, ο κοσμοξακουσμένος,
+ » Πώχω σαράντα-δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες,
+ » Κάθε κορφί και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτης,
+ » Και στην ψηλή μου την κορφή, στου Άγι-Ηλιά τη ράχη,
+ » Κουρνιάζει κι’ αντριεύεται αητός με δυο κεφάλια,
+ » Που μες τα νύχια του κρατεί βασιλικό κεφάλι,
+ » Και κάθε μέρα την αυγή, στο κρούξιμο του ήλιου,
+ » Κυττάει την Αγιά-Σοφιά και χύνει μαύρα δάκρυα».
+
+(ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ. Συλλογή Χ. Χριστοβασίλη σελ. 31, αριθ. 3).
+
+6) Συνειθίζεται η νύφη να δίνη του γαμπρού, πριν να στεφανωθούν,
+μαντήλι, κεντημένο.
+
+7) Αυτούς τους στίχους:
+
+ « Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες,
+ » Κάθε καμπάνα με Παπά και σήμαντρο με διάκο...»
+
+τους έχω πάλε παρμένους από τον «Εθνικό Θρήνο». (ΕΘΝΙΚΑ
+ΑΣΜΑΤΑ Χ. Χριστοβασίλη σελ. 13).
+
+ « Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα ουρά-
+ » Σημαίνει κι’ η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, [νια,
+ » Πώχει τριακόσιες καλογριές κι’ εξήντα δυο καμπάνες,
+ » Κάθε καμπάνα με παπά και σήμαντρο με διάκο...»
+
+8) Οι στίχοι:
+
+ « Κέντα στην άκρη του ιερού, προς του βοριά το μέρος,
+ » Μια θυροπούλα απόκρυφη κι’ έναν παπά να μπαίνη,
+ » Κείνον τον ίδιον τον Παπά, τον άγιο, τον φευγάτο,
+ » Να ξαναπή τα γράμματα και να εξακολουθήση
+ » Τη λειτουργιάν, οπού άφησε μισοτελειωμένη,
+ » Όταν εμπήκεν η Τουρκιά στην ξακουσμένη Πόλη»
+
+Τους πήρα από μια εθνική παράδοση, η οποία λέγει:
+
+«Όταν εμπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, οι Χριστιανοί είχαν καταφύγει
+στην Αγιά Σοφιά, νομίζοντας, ότι θα καταιβή Άγγελος Κυρίου και
+κρατώντας πύρινη σπάθα θα τους έδιωχνε ως την &Κόκκινη Μηλιά& και
+θα λευτερόνονταν όλοι από τους Αγαρηνούς. Δυστυχώς όμως ο Άγγελος
+Κυρίου δεν κατέβηκε, γιατ’ είταν θέλημα Θεού, από τες αμαρτίες
+μας, να τουρκέψη η Πόλη, κι’ αυτή η Αγιά Σοφιά. Προχωρώντας-
+προχωρώντας οι Τούρκοι μπήκαν και στην Αγιά-Σοφιά, κι’ άρχισαν να
+πιάνουν και να σκλαβόνουν όσους είταν μέσα, και να αρπάζουν όλα τα
+πολύτιμα στολίδια της Μεγάλης Εκκλησιάς, και και τη στιγμή, που θα
+έπιαναν και τον λειτουργό τον Παπά, που δεν είχε τελειώσει ακόμα
+τα γράμματα της λειτουργιάς, άνοιξε μια θυροπούλα από την ζερβιά
+τη μεριά προς τον Γαλατά, που είταν σιδηροκλεισμένη, κι’ έφυγε απ’
+εκεί με το δισκοπότηρο στα χέρια, για να μην πέση η άγια
+&Κοινωνιά& στα τούρκικα τα χέρια, κι’ η θυροπούλα ματάκλεισε σαν
+που είταν πρώτα, κι’ ως τα σήμερα προσπαθούν οι Τούρκοι να την
+ανοίξουν, αλλά δε μπορούν. Όταν όμως σωθούν αι αμαρτίες μας, κι’
+ανατείλη η μέρα, που θα ελευτερωθή η Πόλη, ο Παπάς εκείνος, που
+μένει από τότε κλεισμένος και ζωντανός κάπου, θα ξαναγυρίση στην
+Αγιά Σοφιά, από την ίδια θυροπούλα, που βρίσκεται ως τα σήμερα
+κλεισμένη, ιεροφορεμένος, ξεσκούφωτος και κρατώντας στα χέρια του
+το άγιο δισκοπότηρο με την &Κοινωνιά&, και θα εξακολουθήση τη
+λειτουργιά, που δεν είχε αποτελειώσει, λέγοντας τα γράμματα, που
+υπολείπονται, και τη στιγμή, που θα ειπή το: &«Δι’ ευχών των αγίων
+πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς. Αμήν»& θα σωριαστή
+καταγής πεθαμένος. Στη στιγμή θα μπη στην Εκκλησιά ο νέος
+Κωσταντίνος(1) κι’ οι Τούρκοι θα γένουν άφαντοι από την Πόλη κι’
+απ’ όλο μας το Βασίλειο. Εκείνη την ημέρα τόσο αίμα θα χυθή στην
+Πόλη, που ένα δαμάλι τριέτικο, για να περάση από την άκρη ενός
+δρόμου στην άλλη, θα πλέξη μες σε ποτάμι από αίμα».
+
+ 1) Κωσταντίνος την έχασε την Πόλη και Κωσταντίνος θα την
+ πάρη, λέγει η εθνική παράδοση.
+
+9) Ο στίχος αυτός :
+
+ «Πάλε με χρόνους με καιρούς, πάλε δικά μας θα είναι»
+
+είναι παρμένος αυτούσιος από τον «Εθνικό Θρήνο. (ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ Χ.
+Χρηστοβασίλη σελ. 15 στιχ. 3ος).
+
+ «Σώπασε, Κυρά Δέσποινα και σεις Αγίοι μην κλαίτε.
+ «Πάλε με χρόνους με καιρούς πάλε δικά μας θα είναι»
+
+ 10) «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς».
+
+Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ή στοιχειωμένος Βασιλιάς θεωρείται ο
+τελευταίος Έλληνας Αυτοκράτορας Κωσταντίνος Παλαιολόγος. Η εθνική
+παράδοση λέγει:
+
+ «Ο Κωσταντίνος σκοτώθηκε, αφού σκοτώθηκαν όλοι οι αρχηγοί του,
+κι’ όλοι οι στρατιώτες του. Στο δρόμο, που τον πήγαινε ο Χάρος στο
+Κάτω-Κόσμο με όλο το στράτεμμά του, ήκουσε σκοτωμένους Τούρκους,
+που κουβέντιαζαν κι’ έκλαιγαν για το σκοτωμό τους και δεν είταν
+ζωντανοί, να χαρούν τον κόσμο στην τουρκεμένη την Πόλη, που στον
+κάθε Τούρκο έλαχαν δέκα χριστιανικά σπίτια και δέκα Χριστιανές
+γυναίκες σα νεράιδες. Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Κωσταντίνος,
+παίρνει τους σκοτωμένους αρχηγούς του και στρατιώτες του, εφτά
+χιλιάδες πέρα-πέρα, και γυρίζει για τον Απάνω-Κόσμο. Προσπαθάει ο
+Χάρος να τους σταματήση, φοβερίζει... στάθηκε αδύνατο! Ο
+Κωσταντίνος με το στράτεμά του γύρισε στον Απάνω-Κόσμο, κι’ επειδή
+δε μπορούσαν να ξαναβρούν ο καθένας το σκοτωμένο κορμί του,
+στοιχειώθηκαν και περιφέρονται από τότε την νύχτα αρματωμένοι,
+άλλοι καβάλλα στ’ άλογα, κι’ άλλοι πεζοί, ενώ τα κορμιά τους
+μένουν άλυωτα στα μνήματά τους, καρτερώντας νάρθη η ώρα, που ο
+Κωσταντίνος θα μπη νικητής στην Πόλη, θα διώξη την Τουρκιά, και θ’
+ανοίξη την Αγιά-Σοφιά, όπου ο Πατριάρχης μ’ όλους τους δεσποτάδες
+του και τους αρχιμαντρίτες του, τους παπάδες του και τους διάκους
+τους, θα διαβάση την νεκρώσιμη &Ακολουθία&. Τότε στη στιγμή ο
+Κωσταντίνος ο Βασιλιάς με το στράτεμά του θα ξαφανιστούν και θα
+καταιβούν στον Κάτω-Κόσμο, και θα λυώσουν τα κορμιά τους και θ’
+αναιβή στο θρόνο της Πόλης Χριστιανός Βασιλιάς, Κωσταντίνος κι’
+αυτός λεγόμενος στ’ όνομά του, κι’ ο τόπος μας θα ελευτερωθή».
+
+11) «Κι’ αμέσως του προβόδησε το ρόιδο και το μήλο»
+
+Το _ρόιδο_ συμβολίζει την εκτέλεση, ενός πράγματος, που δεν είταν
+τελειωμένο, και το _μήλο_ τον προσδιορισμό της ημέρας του γάμου.
+
+12) «Της έστειλε γι’ αντιλογιά φλωρί κωσταντινάτο»
+
+Το κωσταντινάτο, ήτοι το βυζαντινό νόμισμα, που έχει από τη μια
+μεριά το Χριστό και από την άλλη τον Κωσταντίνο και την Ελένη με
+το Σταυρό ανάμεσά τους, θεωρείται ως το εξοχώτερο δώρο του γαμπρού
+προς τη νύφη, διότι νομίζεται ιερό και δυνάμενο ν’ αποδιώξη κάθε
+κακό, και μάλιστα μάγια και βασκανίες. Το «_κωσταντινάτο_»
+θεωρείται ακόμα και ως απαράβατο συμβόλαιο του γάμου.
+
+
+
+
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ
+Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΟΥ
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+
+
+ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
+
+ Α’. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ
+ 1) Διηγήματα της Στάνης.
+ 2) Διηγήματα της Ξενιτειάς.
+ β) Διηγήματα Θεσσαλικά.
+ 4) Διηγήματα του Βουνού και του Κάμπου (βραβευμένα στον
+ Ψυχάρειο διαγωνισμό για τη γλώσσα)
+ 5) Αγώνες του Σουλίου για την Πατρίδα (βραβευμένο δράμα
+ έμμετρο).
+ β) Για την τιμή (δράμα έμμετρο).
+ 7) Ο Κατσαντώνης (ιστορικό διήγημα).
+ 8) Σουλιώτες και Λιάπηδες (διήγημα).
+ 9) Ο Καπετάν Καλόγηρος (διήγημα).
+ 10) Εθνικά Άσματα.
+ 11) Ηπειρωτικά Παραμύθια.
+ 12) Η Αγάπη (Τριλογία).
+
+ Β’. ΠΟΛΙΤΙΚΑ
+ 1) Η Δύναμις του Ελληνισμού εν Ηπείρω (αναδημοσιευθέν υπό
+ της Κυανής Βίβλου της Αγγλίας 1903 Α’. 1901. Σελ. 104).
+ 2) Ήπειρος και Αλβανία.
+ 3) Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των
+ Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον.
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Love (trilogy), by Christos Christovasilis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOVE (TRILOGY) ***
+
+***** This file should be named 32304-0.txt or 32304-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/2/3/0/32304/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/32304-0.zip b/32304-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..9efe0ac
--- /dev/null
+++ b/32304-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..12368a0
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #32304 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32304)