diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 32852-0.txt | 6271 | ||||
| -rw-r--r-- | 32852-0.zip | bin | 0 -> 151136 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6287 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/32852-0.txt b/32852-0.txt new file mode 100644 index 0000000..092fa20 --- /dev/null +++ b/32852-0.txt @@ -0,0 +1,6271 @@ +The Project Gutenberg EBook of Athanasis Diakos - Astrapogiannos, by +Aristotelis Valaoritis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Athanasis Diakos - Astrapogiannos + +Author: Aristotelis Valaoritis + +Release Date: June 17, 2010 [EBook #32852] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ATHANASIS DIAKOS - ASTRAPOGIANNOS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George +Canonis. Italian text was corrected by Carlo Traverso + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Words in italics have been included in _. +Fotnotes have been cnverted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει +ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί +σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο +τέλος του βιβλίου. + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ + +ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ + +ΥΠΟ +ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ, + + +ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΥΠΟ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ. + +ΑΘΗΝΑΙ, + +ΤΥΠΟΙΣ Χ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΩΣ. +(Παρά τη πύλη της Αγοράς αριθ. 4) + +1867. + + + + + ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ + ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟΙΣ. + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ. + + + +ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ. + + + + »Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη + Τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, που βγάν' η γη χορτάρι.» + + +Ειδόν ποτε μητέρα οικτρώς οδυρομένην επί του τάφου του μονογενούς +αυτής τέκνου, και σιωπηλώς και μετά σεβασμού υπό ανεκφράστου +βαρυθυμίας κατεχόμενος ετόλμησα να προσέλθω επ' ελπίδι, ότι +ήθελον δυνηθή μικράν τινα να προσενέγκω ανακούφισιν εις το +αφόρητον άλγος της πενθούσης διά των τετριμμένων εκείνων +παραινέσεων, δι' ων συνήθως πειρώμεθα να καταστείλωμεν τας +ακαθέκτους εκρήξεις ηπηλπισμένης τινός καρδίας. + +Ούτε κυπάρισσοι ούτε ιτέαι ούτε πολύτιμα άνθη ούτε σιδηραί +κιγκλίδες ούτε μάρμαρα περιεκόσμουν ή επεσκίαζον το τελευταίον +εκείνο κατοικητήριον. Είς μόνος ανεξέργαστος λίθος εσημείου την +κεφαλήν και επ' αυτού εκάπνιζεν ο νεκρολίβανος, καιόμενος εντός +του κοιλώματος ευτελούς κεράμου. — Το χώμα προσφάτως ανασκαφέν +εφαίνετο εξωγκωμένον και κύκλω ολίγη χλόη εχάραττε τα στενώτατα +όρια, εν οις πάντα περικλείονται τα ανθρώπινα. — Ένθεν κακείθεν +άλλα διεσπαρμένα μνήματα και έν τινι γωνία προσηλωμένον επί +γηραιάς ελαίας το σήμαντρον του κοιμητηρίου, πολλαχώς εκ της +σκωρίας πεποικιλμένον και μη κινούμενον παρά διά μακρού σχοινίου +έρποντος σπειροειδώς περί τον απηρχαιωμένον κορμόν. + +Μετά θρησκευτικού φόβου προσεγγίσας και ιδών την γυναίκα +γονυπετή, φέρουσαν επί του τραχήλου ατάκτως λελυμένην την κόμην, +δρύπτουσαν διά των ονύχων τας παρειάς και αδιαλείπτως ποτέ μεν +καταφιλούσαν την γην, ποτέ δε κλίνουσαν το ωτίον επί του μνήματος +και ωσανεί ακροαζομένην της φωνής του τεθνεώτος, ησθάνθην εμαυτόν +συντετριμμένον, και καταληφθείς υπό αφάτου συγκινήσεως έμεινα +ασκεπής και όρθιος απέναντι του μητρικού πάθους μη τολμών να +διαταράξω τον μυστηριώδη διάλογον, δι' ου προφανώς ετίθετο εις +συγκοινωνίαν η ζώσα προς τον εν τω άδη πεφιλημένον αυτής υιόν. + +Ήκουσα τότε πρώτον, μετά βαθυτάτης κατανύξεως, τα κάλλιστα των +ημετέρων μ ο ι ρ ο λ ο γ ί ω ν και έμεινα μέχρι τέλους απορροφών +τας αναθυμιάσεις της νεκρικής εκείνης ποιήσεως, ίσως +προαισθανόμενος ότι έμελλε να έλθη ποτέ ώρα, καθ' ην θρηνωδών κ' +εγώ ήθελον δυνηθή ν' αποτίσω την οφειλήν μου προς εκείνους, +οίτινες, αφού τα ιερά αυτών λείψανα διέσπειραν απανταχοΰ της +Ελλάδος προς γονιμοποίησιν του πολυπαθούς ημών εδάφους, κείνται +αμνημόνευτοι, αμοιρολόγητοι. + +Ούδ' έπαυον αι ολολυγαί της τρισαθλίας μητρός! Η θύελλα του +κοπετού προέβαινεν αεννάως, οι δε στεναγμοί συνοδευόμενοι υπό +οδυρμών και ραγδαίων δακρύων τηλικαύτην είχον λάβει επίτασιν, +ώστε δεν εδυνάμην πλέον ούτε του μέτρου την αρμονίαν ούτε των +ιδεών την συνάφειαν να παρακολουθήσω. Και όμως ανωτέρα τις και +ακαταμάχητος δύναμις μ' εκράτει ακίνητον επί του εδάφους, όπου +διεδραματίζετο το ελεεινόν θέαμα. Ο διάλογος ανεξάντλητος. Νέαι +ερωτήσεις προεκάλουν νέας απαντήσεις, αφ' ενός η ζωή εκθέτουσα τα +του κόσμου, αφ' ετέρου ο θάνατος αφηγούμενος τα του άδου, φοβερά +και σπαραξικάρδιος συνέντευξις εμπνέουσα απερίγραπτον τρόμον αλλά +συνάμα επιχέουσα απροσδοκήτους παραμυθίας διά του ύψους και της +καλλονής των αισθημάτων άτινα εγείρονται εκ της πενθίμου εκείνης +παραστάσεως. + +Μεταξύ των αδομένων ήκουσα ως παρά του νεκρού απαγγελλόμενον και +το επί κεφαλής των προλεγομένων μου δίστιχον. Και αφ' ου επί +πολύν χρόνον έμεινε τεθαμμένον εν τη καρδία μου, έκαστον δε αυτού +στοιχείον, εκάστη συλλαβή υπήρξαν τα ψιχία, εξ ων πολλάκις +ετράφησαν τα ποιητικά μου ονειροπολήματα, έρχεται πάλιν ακέραιον +εν πάση τη αρχική αυτού καλλονή, τοιούτο οίον εξήλθε των χειλέων +του ποιήσαντος αυτό, περιβεβλημένον την αμίμητον αρμονίαν και +ώσπερ αναδεδυκός εκ του πελάγους των αισθημάτων, εν οις ευρέθη +βεβυθισμένη η μεγαλουργός ψυχή του αγωνιώντος ποιητού, έρχεται, +λέγω, πάλιν να με συνοδεύση κατά τον νέον διάπλουν ον επεχείρησα. + +Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο χάρος να με πάρει +Τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά, που βγάζ' η γη χορτάρι! + +Το εύοσμον, το αειθαλές τούτο άνθος ομολογουμένως εβλάστησεν εκ +των σπλάγχνων του Αθανασίου Διάκου, ουχί διότι βεβαιούται παρά +των ιστορικών, (1) ούτε διότι η κοινή συνείδησις επεκύρωσε την +παράδοσιν, αλλά διότι προς τους τα τοιαύτα μεμυημένους εν ταις +ολίγαις εκείναις λέξεσι διασώζεται φωτογραφημένος ο ήρως, ο +θεοσεβής αθλητής, το πρότυπον του ηθικού και φυσικού κάλλους, ο +αληθής και γνήσιος γόνος του μεσαιωνικού αρματωλισμού, ο σεμνός +μαχητής, ο απόστολος ο αποδεχόμενος εν πλήρει πνεύματος ηρεμία +τας βασάνους του μαρτυρίου, αλλά και ομολογών πάσαν την πικρίαν +ην παρήγαγεν εν αυτώ η συναίσθησις του θανάτου εν στιγμή, καθ' ην +μετά της ανθοστεφούς ανοίξεως ήρχοντο αναφυόμενοι και οι πρώτοι +βλαστοί της εθνικής αναγεννήσεως. Η διάγνωσις αύτη είναι +ακράδαντος, ίσταται δε υπεράνω της μαρτυρίας των χρονογράφων και +του κύρους της κοινής γνώμης. Άλλως προς τα όμματα εμού, οι δύο +εκείνοι στίχοι τεταγμένοι παραλλήλως περιέχουσι τοσαύτην ευωδίαν +και διεγείρουσιν εντυπώσεις τοσούτον θελκτικάς ώστε οσάκις στρέφω +επ' αυτούς το βλέμμα, διακρίνω νοερώς ιχνογραφημένων την λάρνακα +ένθα καθεύδει η καρδία του τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρες. + +Ουδεμία λοιπόν αμφιβολία περί της γνησιότητας του βραχύτατου αλλ' +απεράντου εκείνου θρήνου. Είναι βαρύτιμον κληροδότημα +μεταβιβασθέν παρά του Διάκου εις τους ποιητάς της νέας Ελλάδος, +είναι κελάδημα ικανόν να συγκινήση τους ανυδροτέρους οφθαλμούς +και τας τραχυτέρας καρδίας. Κατέστη δε τοσούτον δημοτικόν ώστε +σπανίως παραλείπεται οσάκις στενώτατός τις εκ των οικείων λαλή +αντί του τεθνεώτος και μέμφεται την μοίραν ήτις ηθέλησε να τον +αφαρπάση ενώ μόλις σφριγών και νέος έθετε τον πόδα εντός των +ανθώνων της ζωής και του κόσμου. + +Αλλ' ως αναντίρρητον ότι ποιητής αυτοσχέδιος της μυροβλήτου +στροφής υπήρξεν ο Διάκος, ούτω και αληθές ότι αφότου ευτύχησα ν' +ακούσω το νεκρώσιμον άσμα, εγεννήθη εν τη διανοία μου η ιδέα του +επομένου στιχουργήματος, ουδ' έπαυσα διαλογιζόμενος τίνι τρόπω να +εξυμνήσω επαξίως τον γίγαντα της Δωρίδος και πώς να τελέσω +μνημόσυνον υπέρ ψυχής πληρούσης απ' άκρου εις άκρον της φαντασίας +μου το στερέωμα. + +Η ιδέα αυτή μ' εβασάνιζεν ασχολούμενον περί τον καταρτισμόν του +ημετέρου εθνικού μαρτυρολογίου. Σήμερον δε ότε παρίσταμαι ίνα +καταθέσω επί της γης, ήτις έπιε το αίμα του αειμνήστου θύματος, +το ευτελές θυμίαμά μου, σήμερον τρέμω μη αναδειχθώ ανάξιος και μη +υπό το μέγεθος τηλικούτου επιχειρήματος αποκαλυφθή πάσα η +μικρότης και η αδυναμία μου. + +Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης ο μεγάθυμος ήρως, ο εν μέσω των +καταιγίδων του χειμώνος ευαρεστηθείς να συμβιώση μετ' εμού, ο επί +μήνας ολοκλήρους επισκιάσας τον ύπνον μου, ο παρακολουθήσας τα +διαβήματά μου εν ξηρά και θαλάσση, ο μετά στοργής ακροασάμενος +των μυστικών μου θλίψεων επί του ερήμου σκοπέλου ένθα +προσωρμίσθην. + +Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης! + +Μ α δ ο υ ρ ή. + +Περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος εγεννήθη εν +Μουσουνίτζα της Παρνασσίδος ο Αθανάσιος Γραμματικός, προπάτωρ του +ημετέρου ήρωος. — Νέος έτι την ηλικίαν ησπάσθη το στάδιον των +όπλων και μεθ' ενός αδελφού κ' ενός πρωτεξαδέλφου κατετάχθη εις +την αρματωλικήν συμμορίαν του εξ αγίας Ευθυμίας διαβοήτου +Κωσταντάρα. — Περί του εν γενναίοις τούτου γενναίου κρίνω +περιττήν πάσαν μνείαν, ου μόνον διότι φοβούμαι μη δικαίως μ' +επικρίνη τις ως περιττολόγον, αλλά διότι και ακριβή βιογραφίαν +αυτού εξέδωκε πρό τινος χρόνου ο αξιότιμος φίλος μου Κωνσταντίνος +Σάθας (2), προς ον απευθύνω δημοσία χάριτας δι' ας μετά +παραδειγματικής προθυμίας μοι έδωκε πολυτίμους ιστορικάς +ειδήσεις, παραλαβών με συμμέτοχον του θησαυρού ον απεταμίευσεν +ούτε θυσιών φειδόμενος ούτε μόχθων, αλλά νύχτα και ημέραν +εργαζόμενος, όπως διασώση εκ του ολέθρου τα άθλα και τα ονόματα +των υπέρ πίστεως και πατρίδος επί τέσσαρας όλους αιώνας +αγωνισαμένων. + +Μετά τον θάνατον του Κωσταντάρα συνεκρότησεν ο Γραμματικός ίδιον +σώμα δι' ου έβλαπτε συνεχώς τους εν Παρνασσίδι και Δωρίδι +Οθωμανούς. Αλλά πεσόντος του αυταδέλφου έν τινι συμπλοκή και +πολλών εκ των εταίρων διασκορπισθέντων, το μεν σώμα ταχέως +διελύθη, ο δε Αθανάσιος τυχών αμνηστείας απεσύρθη εις την πατρίδα +αυτού, όπου και ετελεύτησε καταλιπών τρεις υιούς τον Μήτρον, τον +Κωστούλαν, τον Νίκον, και μίαν θυγατέρα την Στάμω. + +Ο Μήτρος και ο Κωστούλας συνεστράτευσαν και συνηγωνίσθησαν μετά +του εκ Βουνιχώρας Βλαχοθανάση, ύστερον δε συνετάχθησαν τω +Ανδρούτζω παραλαβόντι την αρχηγίαν, και παρηκολούθησαν πιστώς εις +την τρικυμιώδη πνοήν της λαίλαπος εκείνης. — Και ο μεν Κωστούλας +αξίως λόγου μαχόμενος έπεσε κατά την εν έτει 1796 αείμνηστον διά +της Πελοποννήσου κάθοδον του Ανδρούτζου. Ο δε Μήτρος συμμαχήσας +μετά του Λουκά Καλλιακούδα εφονεύθη και ούτος εν τη κατά το 1802 +μάχη της Καβρολίμνης. — Ο μόνος επιζήσας εκ των τριών αδελφών +Νίκος αφιερωθείς παιδιόθεν εις τον ποιμαντικόν βίον, έζησεν εν +Μουσουνίτζα, τελευτήσας δε εν έτει 1809 κατέλιπε δύο υιούς, τον +Μήτρον επωνομαζόμενον Μασσαβέταν, ως υιοθετηθέντα παρά του +Ιωάννου Μασσαβέτα ατέκνου συζύγου της εκ πατρός θείας αυτού +Στάμως, και τον Α θ α ν ά σ ι ο ν. — + +Ούτος εγεννήθη κατά τινας μεν περί τα 1792 (3) κατά δε τον γηραιόν +φίλον μου Ιωάννην Φιλήμονα, όστις μόνος εκ των ημετέρων +ιστοριογράφων εκόσμησε το πολύτιμον Δοκίμιόν του διά βιογραφικών +λεπτομερειών ικανών να δώσωσιν ακριβή τινα του Διάκου εικόνα, +περί τα 1780. — Η διαφωνία αύτη ευκόλως εξηγείται εάν τις λάβη +υπ' όψιν την αθλίαν κατάστασιν εν η διετέλει τότε χώρα +διοικούμενη υπό αλλοφύλων ουδόλως ενδιαφερομένων περί τακτικής +και επισήμου πιστοποιήσεως των γεννήσεων και των θανάτων. + +Ο Αθανάσιος μόλις έφηβος εισήχθη παρά του πατρός ως δόκιμος εις +την παρά τον Ερινεόν, (Αρτοτίναν), μονήν του αγίου Ιωάννου του +Προδρόμου όπου μετ' ολίγον και εχειροτονήθη Δ ι ά κ ο ν ο ς. + +Η πρώτη αύτη δοκιμασία βεβαίως συνέτεινε προς διάπλασιν της ψυχής +του νεοφύτου και εις ταύτην οφείλει τις ν' αποδώση την κοσμιότητα +του βίου, την παραδειγματικήν μετριοφροσύνην και την προς τον +Θεόν απέραντον και ανεξάντλητον αυτού πίστιν. Τοιουτοτρόπως ο +ιερατικός χαρακτήρ συνδυασθείς ύστερον μετά του πολεμικού +πνεύματος κατέστησεν αυτόν πρότυπον θεοσεβείας και γενναιότητος. +Ου μην αλλά και υπήρξεν η ασφαλεστέρα σανίς, ην ενηγκαλίσθη και +δι' ης θαυμασίως εσώθη ότε διέπλευσε τον στενώτατον και +πολυκύμαντον πορθμόν μεταβαίνων από του πελάγους της ζωής εις τον +αχανή της αιωνιότητος ωκεανόν. Διό και απ' αρχής μέχρι τέλους του +ποιήματός μου προσεπάθησα παντί σθένει να διατηρήσω σώαν την +διπλήν ιδιότητα και να μη διαζεύξω ποτέ τα στοιχεία τα +απαρτίζοντα την ψυχήν του Διάκου, την του μοναχού και την του +στρατιώτου. + +Καίτοι περιφρουρουμένου εντός θείας ακροπόλεως περιλάλητος +εγένετο η σπανία του νέου καλλονή και Φερχάτβεής τις εκ των +αγάδων της Δωρίδος βαθύπλουτος και λάγνος επεθύμησε να ίδη εκ του +πλησίον το άνθος όπερ έθαλλεν εν ταις αγκάλαις της εκκλησίας. — +Εγκαίρως πληροφορηθείς ο Αθανάσιος, τη προτροπή του Ηγουμένου +λάθρα ανεχώρησε (4) και κατέφυγεν εις την επί των ορέων της +Δωρίδος ενδιαιτωμένην συμμορίαν του Δήμου Σκαλτζά και του Γούλα. +Εκείθεν απηύθυνε προς τον αισχρόν Οθωμανόν απειλητικήν επιστολήν +εν η περιέκλεισε και το ξυρισθέν γένειον ως σύμβολον του πολέμου +ον εκήρυττεν έκτοτε προς τους εχθρούς της Ελλάδος. — Απεκδυθείς +δε το ράσον, περιεβλήθη τον περιφανή των αρματωλών χιτώνα, έζωσεν +επί τον μηρόν την ρομφαίαν και ούτω μετεσχηματισμένος έλαμψε +κεραυνοβόλος ως αν ήθελεν ανατείλη επί του μετώπου του προφητικόν +τι και ανέσπερον σέλας. + +Από της εποχής εκείνης προς ανάμνησιν της πρώτης του βίου του +περιπετείας, παρήτησε το πατρογονικόν επώνυμον και ησπάσατο το +του υπηρέτου της Εκκλησίας υπογραφόμενος αείποτε (ως προκύπτει εκ +των πρωτοτύπων επιστολών αυτού) Α θ α ν ά σ η ς Δ ι ά κ ο ς. (5) + +Συναγωνιζόμενος μετά του Σκαλτζά και του Γούλα δεν εβράδυνεν ο +πρωτόπειρος πολεμιστής να διακριθή επί συνέσει και τόλμη. +Κράτιστος δε ανεδεικνύετο πάντων κατά την ποδωκίαν, την +σκοπευτικήν και το άλμα. Αλλ' εκτός των φυσικών τούτων +προτερημάτων διά της εμφύτου αγαθότητος και της μετριοπαθείας της +ψυχής του εδυνήθη ο Διάκος να κατακτήση την αγάπην των αρχηγών, +ώστε αναχωρών συνήθως ο Σκαλτζάς κατά τον χειμώνα εις Βάλτον προς +περισσοτέραν εξασφάλισιν, παρέδιδε την αρχηγίαν προς τον +Αθανάσιον, πεποιθώς ότι επανερχόμενος κατά την εαρινήν ώραν +ακμαίαν έμελλε να παραλάβη και αρειμανή την φάλαγγά του. + +Διορισθέντος μετ' ου πολύ του Φερχάτου Βοεβόδα Σαλόνων, έπρεπε +κατά το επικρατούν έθιμον πάντες της επαρχίας οι αρματωλοί να +προσέλθωσι μετά δώρων και να συγχαρώσι τον άρχοντα. Μόνος ο +Διάκος ως αντιπρόσωπος του Σκαλτζά δεν έστερξε να υποβληθή εις +την υβριστικήν ταπείνωσιν. Ο δε Φερχάτης λαβών αφορμήν εκ τούτου +έγραψε προς τον Αλή πασάν και χαρακτηρίσας τον Διάκον ως +ταραξίαν, ως εχθρόν επικίνδυνον και καταστροφέα των εν τη Δωρίδι +κτημάτων του, εξητήσατο και έλαβε την άδειαν ίνα τον φονεύση· +εξήλθεν επομένως μετά εκλεκτού σώματος προς καταδίωξιν του εχθρού +του, αλλ' επανήλθε καθημαγμένος. Εννοήσας τότε ότι διά των όπλων +αδύνατον ήτο να τύχη του ποθουμένου, έπεισε τους αρματωλούς και +τους προύχοντας ίνα πορευθώσι προς τον δυστροπούντα και +υποδείξωσιν αυτώ τας θλιβεράς συνεπείας ας ήθελε προκαλέσει κατά +του τόπου η παράλογος απείθεια και πεισμονή του. — Ο Διάκος +υπεσχέθη μεταμέλειαν και έταξεν ημέραν καθ' ην ήθελε παρουσιασθή +προς τον Βοεβόδαν. — Πλήρης χαράς έμαθεν ο Φερχάτης την απόφασιν +του Διάκου και έσπευσεν επομένως να τοποθετήση καταλλήλως εκατόν +εκ των δορυφόρων του, ίνα προσερχόμενον τον φονεύσωσιν. Αλλ' ο +Αθανάσιος προαισθόμενος την απάτην, διά της οδού της Τέχολης μετά +ογδοήκοντα συνεταίρων εισήλθεν εις Σάλονα. — + +Έντρομος ο Φερχάτης μαθών την απροσδόκητον άφιξιν διέταξε τους +σωματοφύλακας ίνα καταλάβωσι την θύραν του Σεραγίου και +πυροβολήσωσι κατά του Διάκου άμα ήθελε δώσει το σύνθημα. Αλλ' +εκείνος προνοητικός αφού ετοποθέτησεν έξωθεν τους εβδομήκοντα +παρέλαβε δέκα εκ των συντρόφων και μετ' αυτών ήλθε προς τον +Βοεβόδαν. Ο δόλιος και δειλός Οθωμανός προσεπάθησε διά παντός +τρόπου να τον απομονώση, προφασιζόμενος ότι είχεν ανάγκην κατά +μόνας να συνδιαλεχθή μετά του αρχηγού. Αλλ' οι πιστοί φύλακες του +Αθανασίου απεποιήθησαν ν' απομακρυνθώσιν εμπαικτικώς +ισχυριζόμενοι ότι έμενον παρόντες ίνα κορέσωσι τα όμματά των +ατενίζοντες εις πρόσωπον τοσούτω προσφιλές. — Ποτόν δε +δηλητηριασμένον προσηνέχθη, αλλά και τούτο απεκρούσθη. Τέλος αφού +προσέφερε τω Φερχάτη το ειθισμένον δώρον (ήτο δε άργυρούν +ποτήριον, εφ' ου εν αναγλύφω απεικονίζετο η Μονή του Προδρόμου +και ο Διάκος φέρων του Μοναχού το σχήμα) απήλθε σώος επί των +ορέων του. — + +Μετά τινα χρόνον μιμούμενος το παράδειγμα των διασημοτέρων της +Ελλάδος πολεμιστών, μετέβη εις Ιωάννινα και μέχρι του έτους 1816 +υπηρέτησεν εν τω λόχω των σωματοφυλάκων του Τεπελενλή. Η αυλή του +τρομερού Βεζύρου είχε μεταμορφωθή εν ταις ημέραις εκείναις εις +αληθή εφεδρείαν του Ελληνισμού, καθότι και πολιτικοί και +πολεμικοί συνήρχοντο ώσπερ εκ συνθήματος κύκλω του αιμοχαρούς +σατράπου, ως αν επρόκειτο περί εκτελέσεως προμεμελετημένου τινος +σχεδίου, υποκρύπτοντος την ιδέαν της κατ' ολίγον απορροφήσεως +πάντων των μέσων δι' ων ο περιβόητος Ελληνομάχος εδύνατο, χρείας +τυχούσης, να καταθλίψη πάσαν ενέργειαν υπέρ της εθνικής +ανεγέρσεως. + +Εν Ιωαννίνοις συνεσχετίσθη ο Διάκος μετά της ηρακλείου εκείνης +γενεάς, ήτις επέπρωτο και το αίμα των πατέρων να εκδικήση και το +ελληνικόν όνομα να σώση από του απειλουμένου ολέθρου. Εν μέσω των +τρυφών και της εξαχρειώσεως, των δολοπλοκιών, της εσχάτης +διαφθοράς, των καταστροφών και της δουλοφροσύνης διετήρησεν +άμωμον την καρδίαν, ακηλίδωτον το μέτωπον, άσπιλον την ψυχήν, +ώστε υποπτεύσας αυτόν ο Αλής, ο εκ συστήματος επιδιώκων την +αμαύρωσιν των χαρακτήρων και την βεβήλωσιν πάσης παρθενίας, +έδωκεν εντολήν προς τον Οδυσσέα να τον δολοφονήση. Αλλ' ο υιός +του Ανδρούτζου αναδεχθείς πάσαν παρά τω Σατράπη ευθύνην, ούτε την +διαταγήν εξετέλεσεν ούτε ποτε ωμολόγησε προς τον Διάκον την +φιλικήν υπηρεσίαν. + +Κατά το 1816 ο Οδυσσεύς διορισθείς αρματωλός Λεβαδείας παρέλαβεν +αυτόν ως πρωτοπαλλήκαρον και έκτοτε αδιάρρηκτοι δεσμοί +αδελφότητος συνήνωσαν επ' αγαθώ της πατρίδος τους δύο τούτους +σταυραετούς. + +Δύο έτη μετά ταύτα κατά το 1818 ο υιός του αειμνήστου Ανδρούτζου +ώμοσεν επί του ιερού Ευαγγελίου τον υπέρ πίστεως και πατρίδος +όρκον των φιλικών. Περί την εποχήν ταύτην κοινωνός του φοβερού +μυστηρίου εγένετο και ο Διάκος κατηχηθείς και ούτος, ως πολλοί +των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδος, παρά του Κωνσταντίνου +Σακελλίωνος Κοκοσιώτου, και ούτω διά της δευτέρας ταύτης +χειροτονίας προπαρεσκευάσθη ίνα προσέλθη σφάγιον επί του +θυσιαστηρίου της πατρίδος. + +Ενσκήψαντος του πολέμου κατά του Αλή πασά και αναγκασθέντος του +Οδυσσέως να παραιτήση την Βοιωτίαν προς αποφυγήν του Μπαμπά πασά, +τα πρωτοπαλλήκαρα, επτά τον αριθμόν, κατά την αρματωλικήν +παράδοσιν, ανηγόρευσαν ομοφώνως οπλαρχηγόν Λεβαδείας τον Διάκον +και την εκλογήν ταύτην ανεγνώρισαν προθύμως οι πρόκριτοι, +εσεβάσθη δε και τυπικώς εκύρωσεν η Τουρκική αρχή. + +Εύρε λοιπόν η επανάστασις τον Διάκον κατέχοντα επίκαιρον +στρατιωτικήν θέσιν δυναμένην να συντέλεση ουκ ολίγον εις ευόδωσιν +του εθνικού κινήματος. Ότι δε η ενέργεια αυτού υπήρξε σύντονος, +μεγάλη η ετοιμότης δι' ης κατεπράυνε τους Τούρκους ανησυχούντας +ήδη ένεκεν των εκ πολλού διαθρυλλουμένων και υποπτεύοντας πάντας +διά την παράτολμον διαγωγήν του Βούσγου, έτι, μετά την εν τη μονή +του Οσίου Λουκά σύσκεψιν, όπου εκτός πολλών παρευρέθησαν και ο +επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο Αμφίσσης Ησαΐας, ταχέως διά +της αποφασιστικότητος αυτού διεδόθη ανά πάσαν την Βοιωτίαν το πυρ +της επαναστάσεως, εύκολον είναι προς πάντας τους περί τα τοιαύτα +μετά πόθου ασχολουμένους καθαράν να λάβωσιν αντίληψιν, εάν +διέλθωσι την ιστορίαν των ημερών εκείνων, ιδίως δε τας σελίδας +ένθα ο Φιλήμων μετά θαυμαστής ακριβείας και νεανικού οίστρου +κατέταξε και συνηρμολόγησε γεγονότα, ως εκ της επικρατούσης +συγχύσεως πολλαχώς διαστραφέντα ή ολοσχερώς παραλειφθέντα. + +Ούδ' ήθελον παρενοχλήση τους αναγνώστας διά της διηγήσεως ταύτης +αν δεν ενόμιζον αναγκαίαν αείποτε την λεπτομερή έρευναν των +πρώτων εν τω κόσμω διαβημάτων του Αθανασίου Διάκου, ίνα ακριβώς +εκτυπωθή και σαφώς προκύψη ο χαρακτήρ του ανδρός είτε καθ' ην +στιγμήν ανεδέχθη να σώση εν Θερμοπύλαις την τιμήν της +επαναστάσεως είτε καθ' ην ώραν εν μέσω απεριγράπτων περιφρονήσεων +απεδέχετο μειδιών το φρικωδέστερον των μαρτυρίων. + +Παρέλαβον εν τω επομένω στιχουργήματι τον Διάκον κατά την +παραμονήν της καταστροφής και εχωρίσθην απ' αυτού αφού ούτε ίχνος +απέμενε πλέον εκ του σώματός του επί της γης. Ώφειλον επομένως να +συμπληρώσω διά του πεζού λόγου ό,τι εξ ανάγκης παρέλιπεν η +ποίησις, ίνα, ουχί εν προτομή αλλ' εν τη ολομελεία αυτού, ιδρυθή +επί του βάθρου της ιστορίας ο ανδριάς του εθνομάρτυρος. + +Κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος, η σφαγή των φιλελλήνων εν Πέτα +και η καταστροφή του Διάκου εν Θερμοπύλαις παρίστανται ως +ουρανομήκεις μέλαιναι κυπάρισσοι παρά τη εισόδω του μεγάλου +νεκροταφείου της επαναστάσεως. Αιτία της πρώτης υπήρξεν η +προδοσία του Γώγου και ο παράκαιρος ιπποτισμός των φιλελλήνων, +επήνεγκε την δευτέραν η αμφιταλάντευσις και η χαλαρά ενέργεια +τινών εκ των μετά του Διάκου συναγωνισθέντων οπλαρχηγών. + +Ο Μήτζος Κοντογιάννης προφασιζόμενος ότι καθήκον είχε να μη +εκθέση εις αναπόφευκτον εξόντωσιν επαρχίαν γεωγραφικώς +τοποθετημένην ως εν εμπροσθοφυλακή, πράγματι δε θεωρών την +εθνικήν ανέγερσιν ονειροπόλημα νοσούσης φαντασίας μη παρέχον +ουδεμίαν ελπίδα ευοδώσεως και επιτυχίας, μόνος έμενεν αδρανής +ούδ' έστεργε να ενδώση εις τας επιμόνους και πατριωτικάς +προτροπάς του τε Διάκου, του Πανουριά και του Δυοβουνιώτου. +Ένεκεν των συνεχών και στενών αυτού σχέσεων προς τους Οθωμανούς, +και της ιδέας ην είχε περί της Τουρκικής δυνάμεως, ενόμιζεν +εαυτόν ευτυχή εάν, εν μέσω των αεννάων περισπασμών της ελληνικής +φυλής, εδύνατο διά της διαγωγής του να σώση το προσφιλές +αρματωλίκιον. Όπως δήποτε η αδράνειά του παρέλυσεν επί πολύ τας +προσπαθείας των άλλων, ενεθάρρυνε τους πολεμίους εν ανέσει +προπαρασκευαζομένους, και το χείριστον πάντων εσάλευε τας +πεποιθήσεις και ενέπνεεν ολεθρίους δισταγμούς. + +Προσκληθείς παρά των εν Κομποτάδαις συσκεπτομένων στρατηγών όπως +συνεκστρατεύση, άπαξ, δις και τρις απεποιήθη και έμεινεν +αμετάτρεπτος απέναντι των παραστάσεων και των δεήσεων του +Γεωργίου Δεσποτοπούλου, του Δημητρίου Καλύβα και του Βακογιάννου, +αποσταλέντων προς αυτόν ίνα διά παντός μέσου εξεγείρωσι την +αναλγησίαν και ηλεκτρίσωσι τον πατριωτισμόν του. Μάτην. Ο +Κοντογιάννης εκώφευεν ενώ ο χείμαρρος λάβρος προέβαινε και τα +κύματα αυτού ήγον ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς και ο Ομέρ Βρυόνης. Τέλος +ο Διάκος, ο Πανουριάς, ο Δυοβουνιώτης προαισθανόμενοι την +καταιγίδα, απεφάσισαν να βαδίσωσι κατά της Υπάτης και τότε εκών +άκων ο Κοντογιάννης ηναγκάσθη να υψώση την Ελληνικήν σημαίαν και +να συναγωνισθή. — Αλλ' αι χρονοτριβαί ας παρενέβαλε διά της +αξιομέμπτου διαγωγής του παρήγαγον αποτέλεσμα την μη έγκαιρον υπό +των επαναστατών εκπόρθησιν της Υπάτης, διότι επιστρατευσάντων των +Τουρκαλβανών, η πολιορκία διελύθη, και ο μεν Διάκος, Πανουριάς +και Δυοβουνιώτης επανήλθον εις Κομποτάδαις όπως σκεφθώσι περί του +πρακτέου, ο δε Κοντογιάννης βυθιζόμενος πάλιν εις την προτέραν +απάθειαν κατέφυγε προς ασφάλειαν εν τη μονή της Αγάθωνας +καραδοκών την εκατέρωθεν των πραγμάτων πορείαν. + +Τοιαύτη υπήρξεν η διαγωγή του γέροντος αρματωλού. Ουδεμία δε +απομένει αμφιβολία ότι άλλως ήθελε διεξαχθή το δράμα των +Θερμοπυλών αν απ' αρχής ενίσχυε διά των δυνάμεών του τους +συναδέλφους του ή αν επί τέλους δεν απεσύρετο εντός του περιβόλου +της Αγάθωνας. + +Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης, καί τοι μετά πολλής αυταπαρνήσεως +αποδυθείς εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα και μεγάλας υπερνικήσας +δυσχερείας όπως εν τη επαρχία αυτού συγκρατήση και γονιμοποιήση +επ' αγαθώ της πατρίδος τα μικρά μέσα όσα εδύνατο να διαθέση, καί +τοι ουδέ στιγμήν διστάσας να επιπέση ξιφήρης κατά των Οθωμανών +και να τους αποκλείση εντός της Οπουντίου ακροπόλεως, εις ουδέν +λογισθείς την ακροσφαλή θέσιν του πρωτοτόκου υιού του Γεωργίου, +ομηρεύοντος παρά τω Αλή πασά, ουχ ήττον οφείλει τις να ομολογήση +ότι ευρεθείς κατά την μάχην τοποθετημένος μετά τετρακοσίων +μαχητών, εν οις και ο Λουκάς Κόκκαλης, προς φυλακήν της επί του +Δύρα (Γοργοποτάμου) γεφύρας, ουδέ την επίθεσιν υπέμεινε του +Βρυόνου, αλλ' υπεχώρησεν αμαχητί εις το Δέμα. Καταδιωχθείς δε και +εκείθεν απήλθεν εις το χωρίον Δύο Βουνά τόπον της γεννήσεώς του. + +Η παρά πάσαν ελπίδα απροσδόκητος αύτη του Δυοβουνιώτου υποχώρησις +εξέθηκεν εις προφανή κίνδυνον τον Πανουριάν, όστις είχε καταλάβει +την Χαλκομμάταν, διά δε των αξιωματικών αυτού Παπά Ανδρέου +Κοκοβιστιανού και Κομνά Τράκα Αγοργιανίτου, το χωρίον του +Μουσταφάμπεη. Άπασα δε των αλβανών η στρατιά υπό την οδηγίαν του +Βρυόνου ουδεμίαν παθούσα αποτριβήν ουδ' επί στιγμήν, +ανακρουσθείσα υπό του Δυοβουνιώτου, έξαλλος και παράφρων επί τη +αδοκήτω επιτυχία, μανιώδης επιπεσούσα κατεσπάραξε τους περί τον +Πανουριάν προκινδυνεύσαντα γενναίως και την ζωήν αυτού αφειδώς +εκθέσαντα προς εμψύχωσιν των συνεταίρων. — Έπεσεν εκεί ο +επίσκοπος Ησαΐας και ο αδελφός αυτού Παπαγιάννης, αι δε κεφαλαί +αυτών αποκοπείσαι και φερόμεναι υπό των προπορευομένων εμήνυσαν +μακρόθεν προς τον Διάκον την προσέγγισιν της καταιγίδος ήτις +απειλητική προέβαινεν όπως τον περικυκλώση διά των πτερύγων της. + +Διό ουδέν παράδοξον αν και οι περί τον Διάκον κατεστράφησαν. +Παράδοξος και ακατανόητος είναι η μέχρι τέλους ακλόνητος επιμονή +του ήρωος και η απόφασις αυτού ν' αποθάνη αφού εγίνωσκεν ότι +περιττή απέβαινεν η θυσία και αφού συνησθάνετο βεβαίως ότι +αναγκαία ήτο προς την πατρίδα η ζωή του. Αλλ' υπό αισθημάτων +πάντη διαφόρων εμπνεόμενος ο Διάκος και θεωρών τας Θερμοπύλας +προωρισμένας ανέκαθεν να ήναι του Ελληνισμού το αιματόφυρτον +Γολγοθά, υπέμεινε μέχρι τέλους, απέκρουσε μετ' αγανακτήσεως τας +δεήσεις των φίλων προτρεπόντων αυτόν εις φυγήν και επί τούτω +προσαγαγόντων αυτώ την ίππον, και απεδέχθη το μαρτύριον συνειδώς +ότι αι μεγάλαι ιδέαι βλαστάνουσι και καρποφορούσι ποτιζόμεναι διά +του αίματος και τρεφόμεναι διά των βασάνων. + +Περιγράφων την εν Θερμοπύλαις μάχην προέκρινα πανταχού τας +δοκούσας μοι ακριβεστέρας πληροφορίας, συνειδώς ότι η δημοτική +Ελληνική ποίησις εκ των μυχών της ιστορίας εκπορευομένη κυρίως +προτίθεται την ακριβή αφήγησιν των γεγονότων, περικοσμούσα μεν +και χρωματίζουσα αυτά ποικιλοτρόπως προς εκφανεστέραν του θέματος +διατράνωσιν, αλλ' ούτε την παραμόρφωσιν της αληθείας ανέχεται +ούτε την αποσιώπησιν όταν δι' αυτών καταστρέφονται αι βάσεις εφ' +ων εγείρονται οι ιδανικοί αυτής πύργοι. Απέκλινα επομένως τον +ρωμαντισμόν εφ' ω κακή τύχη αγάλλονται πολλάκις και ενασμενίζουσι +φαντασιοκόποι τίνες, μιμηταί ξένων εθίμων, ξένων παραδόσεων, +ψευδαπόστολοι και εισηγηταί αλλοτρίων δογμάτων, πεποιθώς ότι +σχετικώς προς την ηλικίαν και τας περιστάσεις του έθνους τοιαύται +νεολογίαι πρέπει να καταδικάζωνται ως αναχρονισμοι και να +εκλαμβάνωνται ως μιάσματα ικανά, διά της επιδράσεως αυτών, +επικινδύνως να νοθεύσωσι και διαφθείρωσι τον αληθή οργανισμόν της +ιθαγενούς γραμματολογίας. (6) + +Ιστορία λοιπόν τουτέστιν αλήθεια είναι η κυριωτέρα βάσις της +Εθνικής ποιήσεως και οδυνηρόν και αξιοδάκρυτον είναι οσάκις εκ +των περιστάσεων της εποχής ή της ολιγωρίας των χρονογράφων τινά +εκ των σημαντικωτέρων γεγονότων εκτίθενται ανακριβώς και +συγκεχυμένως· είναι αδύνατον να περιγράψη της την ανυπόφορον +αδημονίαν εξ ης πάσχει ο ποιητής όταν εν μέσω του πυρετού της +εμπνεύσεως αίφνης παρίστανται αυτώ τοιούτου είδους προσκόμματα· +το ατύχημα τούτο συνέβη και προς εμέ ότε ανεκάλυψα σπουδαίαν +μεταξύ των ιστοριογράφων της νεωτέρας Ελλάδος διαφωνίαν περί της +εποχής καθ' ην συνεκροτήθη η καταστρεπτική σύγκρουσις. Μη δε +νομίση τις ότι αλόγως επί μικροίς δυσχεραίνω, ή ότι ακαίρως +υπερβοώ προκειμένου περί ασημάντου χρονικού λάθους. Έκαστον +γεγονός σχετίζεται μυστηριωδώς προς άλλα και ούτε επιεικές είναι +ούτε δίκαιον να βλέπη τις αίφνης διατεμνόμενον των ιδεών τον +συνειρμόν και ριπτομένας εις το μέσον αμφιβολίας αίτινες +διαταράττουσι της φαντασίας το δρομολόγιον. + +Πριν ή λάβω ανά χείρας την Ελληνικήν Ιστορίαν του Κυρίου +Σπυρίδωνος Τρικούπη και το Δοκίμιον του Κυρίου Φιλήμονος, βαθέως +είχε ριζωθή εις την μνήμην μου η αποφράς ημέρα της 14 Απριλίου, +διότι και παρά του γηραιού Περραιβού και παρά του Κυρίου +Σπηλιάδου είχον μάθει ότι εν εκείνη έπρεπε να μνημονεύηται η +αγωνία, εν δε τη επιούση το μαρτύριον του Διάκου. Eρειδόμενος επί +της διαβεβαιώσεως ταύτης ήρχισα ιχνηλατών τήδε κακείσε σύγχρονα +δυστυχήματα όπως διά της συμπτώσεως και του συνδυασμού παραστήσω +αυτά συνδεδεμένα και τοιουτοτρόπως ανεξίτηλος διασωθή εν τη μνήμη +του έθνους η νεκρώσιμος εποχή. — Ησθάνθην δε ανέκφραστον +αγαλλίασιν ότε εύρον τον κρίκον δι' ου συνεζεύγνυτο η +φρικωδεστάτη του Διάκου τελευτή, μετά της απαγχονίσεως του +Πατριάρχου Γρηγορίου και της εκ των σπλάγχνων του Βοσπόρου +θαυμασίας αναδύσεως του ιερού εκείνου λειψάνου. + +Αίφνης αναδιφών τας σελίδας του Κυρίου Φιλήμονος παρετήρησα μετ' +εκπλήξεως και ψυχικού άλγους ότι ουχί πλέον κατά την 14 αλλά κατά +την 23 Απριλίου συνεκροτήθη η μάχη. — Η διαφωνία αύτη προς μεν +την ιστορίαν ίσως ήτο αδιάφορος, προς δε την ποίησιν είχεν +ακαταλόγιστον βαρύτητα. Κ' ενώ αφ' ενός δεν ήθελον να μεταβάλω το +σχέδιον του τετάρτου άσματος, άφ' ετέρου ελυπούμην σφόδρα διά την +ανακρίβειαν, ούδ' έστεργον να αρυσθώ εκ των απόρων απολογίας +προσπίπτων εις την μακροθυμίαν της Π ο ι η τ ι κ ή ς Α δ ε ί α ς +άν ποτε εδείκνυντο αληθείς αι ρήσεις του Κυρίου Φιλήμονος και +Τρικούπη, εξηλέγχοντο δε ψευδείς και ανυπόστατοι αι των προ αυτών +γραψάντων. + +Αλλά προς μείζονα ταλαιπωρίαν του νοός μου ο μεν Περραιβός, αφού +εν τη εισαγωγή των πολεμικών αυτού απομνημονευμάτων ανηλεώς +επιτίθεται κατ' εκείνων οίτινες εξ αγνοίας διαστρέφουσι την τε +χρονολογίαν και τα άθλα της επαναστάσεως, περιγράφων την μάχην +και θέλων εκ προθέσεως να σημειώση την αξιομνημόνευτον εποχήν, +διαβεβαιοί μετά παρρησίας ότι αύτη συνέβη κατά την 14 Απριλίου, +«π έ μ π τ η ν τ η ς δ ι α κ α ι ν ησ ί μ ο υ.» (7) Τούθ' όπερ +και ο Κύριος Σπηλιάδης παρεδέχθη άνευ αντιρρήσεως. — Ο δε Φιλήμων +αποτόμως διακηρύσσει ότι συνεκροτήθη τη 23η «η μ έ ρ α τ ο υ αγ ί +ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ» — (8). Ο τελευταίος ούτος ισχυρισμός +στηρίζεται εφ' όλης εν γένει της χρονολογίας του Ιστορικού +Δοκιμίου, κυρίως δε επί της επιστολής του Νικολάου Νάκου, Ιωάννου +Στάμου, Ιωάννου Φίλωνος και Βασιλείου Βούσγου προς τον Γεώργιον +Κόκκινον και Νικόλαον Μανούσκον ημερολογημένης τη 19 Απριλίου, +δι' ης αγγέλλεται η άλωσις της Υπάτης καθ' α έγραφεν εις αυτούς ο +Διάκος, (9) Αν λοιπόν η επιστολή εγράφη τη τρίτη του Θωμά πώς +είναι δυνατόν να συνέβη η εν Θερμοπύλαις καταστροφή κατά την +πέμπτην της διακαινησίμου και να μη γίνεται περί αυτής λόγος εν +τω εγγράφω; + +Εκτός τούτου διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τω Ιστορικώ Δοκιμίω ο +παρά των προυχόντων Λεβαδειέων διορισμός του Βούσγου ως +οπλαρχηγού, εις αντικατάστασιν του Διάκου, ημερολογημένος τη 23η +Απριλίου, τουτέστι τη αυτή ημέρα καθ' ην συνέβαινε το δυστύχημα. +Βεβαίως τοιαύται αποδείξεις είναι ικαναί να άρωσι πάσαν +αμφιβολίαν μολονότι διεγείρει εις εμέ έκπληξιν ου μικράν η σπουδή +μεθ' ης οι Λεβαδειείς προέβησαν εις την αναπλήρωσιν μη +θελήσαντες, χάριν σεβασμού προς τον άνδρα, ν' αναβάλωσιν εις την +επιούσαν τον διορισμόν άλλου, ότε την πράξιν ταύτην ήθελε +δικαιώση ο θάνατος του προσφιλούς αυτοίς στρατηγού. + +Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας τρίβων περί τα τοιαύτα θεωρεί επίσης +αναντίρρητον την χρονολογίαν του Κυρίου Φιλήμονος συνεπεία +διαβεβαιώσεων συλλεχθεισών επί τόπου ένθα διασώζεται και η φήμη +ότι ο αείμνηστος είδε κατ' όναρ και τον άγιον της ημέρας +προτρέποντα αυτόν εις μάχην. Εις επίμετρον πάντων τούτων έρχεται +τέλος επιστολή ανέκδοτος του Διάκου προς τους άρχοντας της +Λεβαδείας ημερολογημένη τη 11η Απριλίου και υπάρχουσα εις χείρας +του Κυρίου Φιλήμονος, εν η αναγγέλλεται παρ' αυτού του οπλαρχηγού +η μετάθεσις του στρατοπέδου από Αλαμάνας εις Υπάτην. +Τοιουτοτρόπως λύεται οριστικώς το ζήτημα και προκύπτει +αναμφιλέκτως ότι καθ' ην ημέραν η ορθόδοξος ημών εκκλησία +πανηγυρίζει την μνήμην του τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, +πάσα εθνική καρδία οφείλει να εορτάζη και την μνήμην του +τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Αθανασίου Διάκου. + +Την επιστολήν ταύτην δημοσιεύω παρά πόδας ουχί μόνον προς +ένδειξιν της αληθείας, αλλ' όπως ίδωσι και μάθωσιν οι +μεταγενέστεροι διά τίνων μέσων ανεδέχθησαν οι λεοντοκάρδιοι της +εποχής εκείνης ίνα εγείρωσιν εκ του τάφου την εθνικήν αυτονομίαν· +πεισθώσι δε ότι ακράδαντος θέλησις στηριζομένη επί τυφλής προς +τον Θεόν πίστεως είναι όπλον ακαταμάχητον και μοχλός πανίσχυρος +ικανός αείποτε να ανατρέψη ετοιμόρροπα και σκωληκόβροτα +οικοδομήματα (10), + +Επανερχόμενος εις το προκείμενον λέγω ότι, παραδεχθείς αδιστάκτως +την χρονολογίαν του Ιστορικού Δοκιμίου και δι' αυτής επιγράψας το +τέταρτον άσμα, επίστευσα θεμιτόν να συμπεριλάβω και τον θάνατον +του Πατριάρχου καθ' όσον πρόκειται περί γεγονότος τετελεσμένου +μεν προ δεκατριών ημερών αλλά μήπω συμπεπληρωμένου. Ουδείς ο +αγνοών ότι καθ' ην ώραν παρεδίδετο εις τας φλόγας ο Διάκος, το +λείψανον του Γρηγορίου διεπέρα σώον και άφθαρτον τον Εύξεινον +Πόντον και ότι το μετακομίζον το ιερόν φορτίον πλοίον του εκ +Κεφαλληνίας Ιωάννου Σκλάβου, μόνον κατά την 11 Μαΐου +ηγκυροβόλησεν εις Οδησσόν. + +Συνελθόντων των Λεβαδειέων κατά την θέσιν Αγίαν Παρασκευήν και +καθαγιασθείσης της επαναστάσεως διά της ευλογίας και των ευχών +του μητροπολίτου Αθηνών Διονυσίου και των επισκόπων Ταλαντίου και +Αμφίσσης, Νεοφύτου και Ησαΐου, ανεκηρύχθησαν ομοφώνως παρά των +αρχιερέων, των προυχόντων, του περιεστώτος λαού και των αποστόλων +της Φιλικής εταιρίας Αθανασίου Ζαρείφη και Δήμου Αντωνίου, +πεντακοσίαρχοι μεν ο Βούσγος, ο Λάππας, ο Τριανταφυλλίνας και ο +Σιμαρέσης, αρχηγός δε των όπλων της επαρχίας ο Αθανάσιος Διάκος. +Τότε ανεπέτασεν ούτος και την σημαίαν του, τα μεν άλλα λευκήν, +φέρουσαν δε αφ' ενός την εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος +Γεωργίου, και αφ' ετέρου την φοβεράν ρήτραν Ε λ ε υ θ ε ρ ί α ή +Θ ά ν α τ ο ς. Αλλά σύμβολον αληθές της διανοίας του Διάκου και +μονόγραμμα και προφητικός γρίφος περικαλύπτων πάσας τας +απορρήτους ελπίδας, πάσας του έθνους τας πατροπαραδότους ευχάς, +ήτο η πολεμική αυτού σφραγίς, ένθα διέλαμπεν εγκεχαραγμένος επί +κεφαλής μεν ο Σταυρός, κάτωθεν δε ο δικέφαλος Βυζαντινός αετός +κεκοσμημένος διά των κεφαλαίων Ο. Θ. Ν. Κ., τουτέστιν ο Θ ε ό ς +ν ι κ ά» + +Τα σημεία ταύτα έφερον και άλλοι εκ των συγχρόνων οπλαρχηγών ως ο +Πανουριάς. Αλλ' άξιον θαυμασμού είναι ότι διετηρήθησαν ανέκαθεν +απαράλλακτα, αμεταποίητα, αμετάβλητα εις τας στιβαράς χείρας των +αρματωλών καθ' όλην την διάρκειαν του μεσαιωνικού κατακλυσμού. +Ανατραπέντος του θρόνου έδραξεν ο Ελληνισμός την Μεγάλην της +Αυτοκρατορίας Σφραγίδα και μετ' αυτής εσώθη επί των χιονοστεφών +ορέων εφ' ων το συμβολικόν πτηνόν εδύνατο να στήση την φωλεάν +αυτού και να δορυφορηθή υπό ζώντων αληθών αετών, (11) + +Τοιουτοτρόπως το Ελληνικόν έθνος έζησεν εν μέσω της αβύσσου, έχον +τουλάχιστον εν τη καρδία αυτού ένα όνειρον, έν δόγμα, ένα σκοπόν, +θείον, ευγενή, μεγάλον, και τον επεδίωκεν ακαταπαύστως, εις ουδέν +λογιζόμενον ούτε φυλακάς, ούτε μαστιγώσεις, ούτε απαγχονίσεις. +Πεινών, διψών, γυμνητεύων εσύρετο ο Έλλην μαχητής από χαράδρας +εις κρημνόν και από κρημνού εις υπόγεια και ζοφερά σπήλαια, +μετακομίζων αείποτε τον μυστικόν θησαυρόν του και προσδοκών καθ' +εκάστην ν' ακούση αντηχούν εις τας ακοάς του, το θυελλώδες +πτερύγισμα του άνακτος των ορνέων και να ίδη επανερχομένην την +βασιλείαν του Σταυρού του. + +Εύρον οι Φιλικοί την ιδέαν ταύτην βαθέως ερριζωμένην εν τοις +σπλάγχνοις της φυλής και επεχείρησαν να την καλλιεργήσωσι +καταβαλόντες προσπαθείας γιγαντώδεις προς πραγματοποίησιν αυτής. +Όταν αναγινώσκη τις τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας +ακαταλογίστους θυσίας, τους διηνεκείς κινδύνους, την απεριόριστον +αυταπάρνησιν, τους αγώνας, τα τολμηρά σχέδια των συνεταίρων και +συγκρίνη ταύτα προς την παρούσαν νέκρωσιν, προς την απάθειαν, +προς την μικρότητα ημών των αμέσως διαδεχθέντων εκείνους, +καταλαμβάνεται υπό ανεκφράστου απελπισίας. Τότε ωκεανός +πολυτάραχος, αλλ' αχανής, τώρα λίμνη τεθολωμένη και νεκρά ύδατα. +Τότε ήλιος διαλάμπων εν μέσω πορφυροχρόων νεφελών, τώρα λυχνία +ημίσβεστος, αμυδράν εκπέμπουσα λάμψιν. (12) + +Υπό την έποψιν ταύτην η κατάρτισις του Ελληνικού Βασιλείου +υπήρξεν αληθής δολοφονία της μεγάλης εθνικής ιδέας. Εφυλακίσθη το +γένος εντός στενοχώρου ειρκτής, κατεσκευάσθη διά χειρών αλλοτρίων +βάθρον ταπεινόν εφ' ου ετέθη εύθραστον θρονίον, εδωρήθη εις ημάς +μανδύας ον ειρωνικώς απεκάλεσαν πορφύραν, εχαλκεύθη σκήπτρον +κουφότερον καλάμου, εχαράχθησαν επ' αυτού τερατώδη σύμβολα, και +ημείς νήπιοι επεκροτήσαμεν την θεατρικήν παράστασιν, και +ανεπαύθημεν. Το πολεμικόν πνεύμα της φυλής εσβέσθη, κατέφαγεν η +σκωρία τα αιμοβαφή όπλα των πατέρων, οι απόγονοι των διασημοτέρων +αρματωλών μετεμορφώθησαν εις δικηγορίσκους και σήμερον αεννάως +αλληλλομαχούντες και διαπληκτιζόμενοι, προήλθομεν εις τοσούτον +ώστε να πιστεύωμεν ότι μεγάλας προσφέρομεν εις την Ελληνικήν +εθνότητα υπηρεσίας, όταν μετά σφοδράν και δριμυτάτην πάλην +επιτύχωμεν την καταδίκην πολιτικής τινος μερίδος και ταύτης εξ +Ελλήνων συγκεκροτημένης και χαρακτηρίσωμεν αυτήν φαύλην, +αντεθνικήν, διεφθαρμένην. + +Αλλά κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος εις ουδενός τον νουν, όσον +στενόν και στείρον αν τον υποθέση τις, εχώρησεν η ιδέα τοιούτου +Βασιλείου. Εμειδία προς πάντας η ελπίς της μεγάλης εθνικής +αναγεννήσεως, της πλήρους ανακτήσεως των προγονικών δικαιωμάτων +και επομένως ανάλογος προς το μέγεθος του σκοπού υπήρξεν η +αυταπάρνησις, ο ενθουσιασμός, αι θυσίαι, η καρτερία, ανάλογα και +τα σημεία εν οις η ανεγειρομένη φυλή διετύπονε το επιζητούμενον +γέρας. + +Ο Διάκος, είς των θερμοτέρων αποστόλων του εθνικού τούτου +δόγματος, αληθής ενσάρκωσις του αρματωλικού πνεύματος, επόμενον +ήτο ότι έπρεπε να φέρη επί της σφραγίδος απεικονισμένον το +αίνιγμα, όπερ είχεν ομόση ή διά της σπάθης να λύση ή διά του +αίματος να καθαγιάση. Την ιδέαν ταύτην πολυειδώς και πολυτρόπως +ηθέλησα να διατρανώσω και να εμφυσήσω εις το στιχούργημά μου +θεωρών αυτήν ως την ψυχήν δι' ης ανέκαθεν εζωογονήθη το έθνος, +υπέρ ης ηγωνίσθη, εμαρτύρησε, και ης τη αρωγή, θεού ευδοκούντος, +θέλει πάλιν ανορθωθή. + +Αφαιρουμένης ταύτης η εθνική ποίησις, το Εγώ του Έλληνος, μένει +νεκρόν γράμμα, και τα άθλα και τα βάσανα και αι προσδοκίαι +τοσούτων αιώνων αποβάλλουσιν εκ μιας το ιδανικόν δι' ου +περικοσμούνται και παρίστανται ως πελώριος όγκος ελεεινών +ερειπίων, ασκόπως σεσωρευμένων και οικτρώς συνεχομένων διά μόνου +του αίματος και της σαρκός απειραρίθμων γενεών. Τοιαύτη εξόμωσις +της εθνικής πίστεως είναι ασυγχώρητον έγκλημα, τουλάχιστον προς +τα όμματα εκείνων οίτινες πρεσβεύουσιν ότι εν πάση σελίδι της +ημετέρας Ιστορίας καταφανής διαλάμπει ο δ ά κ τ υ λ ο ς του Υ ψ +ί σ τ ο υ. + +Συνηγωνίσθησαν μετά του Διάκου τετρακόσιοι περίπου μαχηταί. Αλλ' +εξ αυτών μόνοι τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα έμειναν μέχρι τέλους επί +του πεδίου της μάχης· οι λοιποί πτοηθέντες εκ του μεγάλου όγκου +των πολεμίων, ουδ' επιρρωννύμενοι έστω και εξ αμυδράς τινος +ελπίδος επιτυχίας, έστρεψαν απ' αρχής τα νώτα. Πλην δε του +αειμνήστου Ησαΐα και του εν Χριστώ αδελφού αυτού Ιερομονάχου +Παπαγιάννη, πλην του Βακογιάννη και του Καλύβα οίτινες, αφού +κατέστησαν απόρθητον ακρόπολιν το Χάνι της Αλαμάνας, έπεσαν +ξιφήρεις εις μέσον των εχθρών και κατεκρεουργήθησαν, ονομαστί +μνημονεύονται ο Κομνάς Τράκας εξ Αγόργιανης της Παρνασσίδος, ο +Ιωάννης Μητρόπουλος και Νικόλαος Κίρκος, οπλαρχηγοί Γαλαξειδίου +και ο Μήτρος Μασσαβέτας αυτάδελφος του Διάκου. Το πτώμα του +Μασσαβέτα εχρησίμευσε μάλιστα ως τελευταίον οχύρωμα, διότι +όπισθεν αυτού φυλαττόμενος ηγωνίσθη ο Διάκος τον τελευταίον αυτού +αγώνα. Ο δε Μητρόπουλος, αφού επί ματαίω προσεπάθησε ν' αποσπάση +εκείθεν τον αρχηγόν, απέκοψε την κεφαλήν του Μήτρου και απήλθε +σώσας αυτήν εκ των ύβρεων. + +Εκ των παρά τω Διάκω μέχρις εσχάτης ώρας συμπολεμησάντων μόνον +του αδελφού έκρινα εύλογον να διάμνημονεύσω το όνομα. Προετίμησα +δε να θεραπεύσω τας ανάγκας της ποιήσεως δι' ενός ή δύο πλαστών +ονομάτων, προς αποφυγήν δυσαρέστων αντιλογιών + +Προς τους ευαρίθμους τούτους μαχητάς αντεστράτευον ο Κιοσέ +Μεχμέτ, Κεχαγιάμπεης του Χουρσήτ και ο Ομέρ Βριόνης. Τον πρώτον +έκρινα ανάξιον πάσης προσοχής και μόνον εισήγαγον αυτόν ίνα τω +αναθέσω το απεχθές έργον του δημίου, ότε ο Χαλήλμπεης προσπεσών +εξητήσατο προσωπικήν ικανοποίησιν, τον παραδειγματικόν θάνατον +του Διάκου. + +Αλλ' εν τω προσώπω του Ομέρ Βριόνου εύρον ανταγωνιστήν εφάμιλλον +και προσεπάθησα να τον παραστήσω καθ' ην εμόρφωσα προ χρόνων +ιδέαν περί του χαρακτήρος, περί της γενναιότητος, και καθόλου +περί των προτερημάτων και των ελαττωμάτων της φύσεως αυτού, αφού +πιστώς τον παρηκολούθησα καθ' όλην την διάρκειαν του πολεμικού +του σταδίου. + +Είλκεν ούτος το γένος εκ των Παλαιολόγων Βριόνων, επί Βυζαντινής +Αυτοκρατορίας δεσποτών της εν Αλβανία Μουζακίας. Υπάρχει δε +αναντίρρητον ότι οι περιφανείς αυτού πρόγονοι ετήρησαν διαδοχικώς +την ηγεμονίαν μέχρι της καταστροφής Γεωργίου του Καστριώτου. Τότε +εκ των δύο της γενεάς διακλαδώσεων η μεν μία εβιάσθη εις +εξόμωσιν, η δε άλλη εμμείνασα εις το πάτριον θρήσκευμα μετώκησεν +αλλαχού. Εκ της πρώτης κατάγεται ο επί Αλή πασά μέγας και πολύς +Χασνατάραγας (θησαυροφύλαξ), εκ της δευτέρας πηγάζουσιν αι εν +Επτανήσω σωζόμεναι οικογένειαι των Βριόνων. + +Νεανίας έτι ο Ομέρ εδεικνύετο υπερήφανος και την έμφυτον ταύτην +αγερωχίαν υπέθαλπεν η συναίσθησις της καταγωγής ήτις και τον +παρέσυρε πολλάκις εις νεφελώδεις ρεμβασμούς. Ουδαμώς ανεχόμενος +την ταπείνωσιν και βαρέως φέρων την υπερίσχυσιν του Ιμβραήμ, +γαμβρού και διαδόχου του Κουρτ πασά, αμειλίκτου εχθρού του, εν τη +σατραπεία του Βερατίου, ανεχώρησεν εις Αίγυπτον και προσήνεγκε τω +Μεχμέτ Αλή την σπάθην, πολεμούντι τότε προς τους Κιολεμενίδας. +Εύρεν εκεί ο Βριόνης ευρύ στάδιον προς την φιλοδοξίαν του. Εκεί +εν μέσω των ερήμων διεπλάσθη το πνεύμα του καθ' ομοίωσιν των +εκτάσεων ας διέτρεχε και του επισκέποντος απεράντου ουρανού· +έκτοτε χρονολογείται και η διά βίου κατασχούσα την ψυχήν αυτού +μανία να τρέφη τους ευγενεστέρους και θαρραλεωτέρους ίππους και +οχούμενος να επιδεικνύη το αρρενωπόν ήθος. + +Ότε, έν τινι κατά του Σουλίου εκστρατεία συνοδεύων τον Αλήν, +απώλεσε προσφιλεστάτην φορβάδα γένους περιφανούς, εξέθηκε την +ζωήν του εις προφανή κίνδυνον, προχωρήσας μέχρι των προφυλακών +του Σουλιωτικού στρατοπέδου όπως διαπραγματευθή την εξαγοράν, +αποτυχών δε εγένετο φρενήρης εκ της απελπισίας. + +Κατακτήσας εν Αιγύπτω δόξαν και πλούτον μέγαν επανήλθεν εις +Ήπειρον και εταύτισε την τύχην του μετά του Αλή, επ' ελπίδι ότι +έμελλε να έλθη ώρα και τον Ιβραήμ να εκδικηθή και κυριάρχης εν τη +πατρίδι αυτού ν' αναδειχθή. Ο Αλής εκτιμών την αξίαν του ανδρός +και θεωρήσας αυτόν κατάλληλον προς εκπλήρωσιν των κατά της +σατραπείας του Βερατίου κατακτητικών σκοπών του, κατέστησεν αυτόν +θησαυροφύλακα και τω επέτρεψε να στρατολογήση εν τάχει και +επιτεθή κατά του Ιβραήμ· Εξελθών ο Βριόνης κατετρόπωσε τον εχθρόν +και τον εκράτει στενώς περιωρισμένον εντός του φρουρίου της +πρωτευούσης του, ότε ο Αλής δραμών δήθεν όπως μεσιτεύση προς +συνδιαλλαγήν των διαμαχομένων ήρπασεν, ως εικός, την περιουσίαν +του Ιβραήμ και έδωκε προς τον Ομέρ να εννοήση ότι, ζώντος αυτού, +εις ουδένα επετρέπετο να υψώνη τον τράχηλον. + +Αποκηρυχθέντος του Αλή, ο φιλόδοξος Ομέρ προβλέπων την +καταστροφήν, ηνώθη μετά των Σουλτανικών αλλά εν τη αγερωχία αυτού +μη ανεχόμενος να βλέπη εαυτόν συγχεόμενον μετά της τύρβης των +πασάδων, εν τω κρυπτώ διελογίζετο διά τίνων μέσων να γίνη +περιφανής και περίβλεπτος. + +Στενώς συνδεδεμένος προς πάντας σχεδόν τους διασημοτέρους της +Ελλάδος οπλαρχηγούς, και μη στέρξας ουδέποτε να μολύνη τας χείρας +εις τα Αληπασικά κακουργήματα, αφ' ετέρου εν γνώσει διατελών των +ενεργειών της Φιλικής Εταιρίας και προαισθανόμενος την +επικειμένην επαναστατικήν έκρηξιν, ήλθε τότε εις επαφήν προς τον +αρματωλόν της Λεβαδείας και γενικόν οδοφύλακα της Στερεάς, +Οδυσσέα Ανδρούτζον και επιδεικνύμενος συμπάθειαν υπέρ της +αναξιοπαθούσης Ελλάδος, απεριόριστον δε σεβασμόν προς την +ανδρείαν των τέκνων της, εφάνη διατεθειμένος να προτείνη φιλικήν +χείρα προς ανόρθωσιν εκείνων ους εθεώρει, ως εκ της ταυτότητος +της καταγωγής, αδελφούς και συμπατριώτας. Τότε συνωμολογήθη, επί +τω όρω αυστηροτάτης εχεμυθίας, μεταξύ του Οδυσσέως και του +Βριόνου η περίεργος εκείνη συμφωνία δι' ης οι συμβαλλόμενοι +υπεχρεούντο αμοιβαίως να υποστηριχθώσι διά των όπλων προς +αναστάτωσιν της Αλβανίας και της Στερεάς Ελλάδος, προβώσι δε μετά +την επιτυχίαν εις την κατάρτισιν δύο αυτονόμων Κρατών, του μεν +υπό την κυριαρχίαν του Ομέρ, του δε υπό την ηγεμονίαν του +Οδυσσέως. (13) + +Και ο μεν Βριόνης, ίσως σπουδάζων ειργάσθη τα τοιαύτα, αλλ' +ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το γενναίον τέκνον του διαβοήτου +Ανδρούτζου προέβη εις το βήμα τούτο μόνον προς τον σκοπόν ν' +αποσοβήση ή να ουδετερώση επ' αγαθώ της επαναστάσεως πάσαν +αντενέργειαν εκ μέρους των Αλβανών. + +Εκ της διαθρυλληθείσης συμφωνίας ωφεληθέντες μετά ταύτα +αρχολίπαροί τινες, προσωπικοί εχθροί του Οδυσσέως, υπέσκαψαν την +επιρροήν του, παρέστησαν αυτόν προδότην και τέλος κατώρθωσαν διά +χειρών Ελλήνων να δολοφονήσωσι τον ατρόμητον εκείνον λέοντα. + +Καταρτισθέντος του συμβολαίου υπέβαλεν ο Βριόνης, ως μέσον +υπεκφυγής, παρατηρήσεις τινας σχετιζομένας προς την ιδιαιτέραν +θέσιν του, και ωμολόγησεν ειλικρινώς ότι επεθύμει να θεωρήται +απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως, αν τυχόν ο Σουλτάνος εκτιμών την +βαρύτητά του, ήθελε τον αναγόρευση Πασάν επί τρισίν ουραίς. + +Εκραγείσης της επαναστάσεως και θέλων ο Χουρσήτ να καταπνίξη την +φλόγα εν τη γενέσει αυτής, τον μεν Κιοσέ έταξεν επί κεφαλής του +πρώτου κατά της Ελλάδος ορμήσαντος στρατού, καθιστών αυτόν +Βεζίρην αντιπρόσωπόν του, τον δε Βριόνην υπέβαλεν εις τας αμέσους +διαταγάς του. + +Λαμβάνων υπ' όψιν την έμφυτον αστασίαν του χαρακτήρος του Ομέρ, +την άκρατον αυτού φιλοδοξίαν και θέτων αυτόν εις επαφήν προς τον +Διάκον, ου μόνον απέβλεψα εις τον παραλληλισμόν, αλλ' ενόμισα +παντός λόγου άξιον να διασώσω την απόρρητον ομολογίαν ήτις έλαβε +χώραν μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως και να αναφέρω αυτήν ως +προτεινομένην εκ νέου εις άνδρα προ πολλών ετών αδιασπάστως +συνδεδεμένον μετά του οπλαρχηγού της Λεβαδείας και υποτιθέμενον +εν γνώσει των κρυφιωτέρων αυτού διαλογισμών. + +Εκτός των ιστορικών τούτων ανταγωνισμών υπεράνω πάσης άλλης +βασάνου, πάσης άλλης περιφρονήσεως, έθεσα πλησίον του Διάκου, αφ' +ης στιγμής συνελήφθη μέχρι του μαρτυρίου, ανώνυμον και ειδεχθή +δαίμονα τον Γ ύ φ τ ο ν. + +Άδεται ότι, άν ποτε επί πλοίου, εν μακραίς και υπερωκεανίοις +θαλασσοπορίαις, ενσκήψη επιδημία, εκ δε των νοσούντων υπάρχη τις +θανατηφόρως προσβεβλημένος, λάβρος, απαθής, αποτρόπαιος, εν +αποστάσει τινί όπισθεν της πρύμνης, εμφανίζεται ο καρχαρίας, +αλάνθαστος οιωνός του επικειμένου πένθους, μνήμα περιπλανώμενον, +αδηφάγον, προσμένων να καταβροχθίση το πτώμα άμα παραδιδόμενον +εις τα κύματα. Τοιούτος κατά τον μέγαν και φοβερόν διάπλουν του +Ελληνισμού τυγχάνει ο Γύφτος. + +Υπήρξε το όργανον της στρεβλώσεως, ο βρόχος της αγχόνης, ο +πολυμήχανος εφευρέτης των βασάνων εν ταις χερσί των κατακτητών +και το έργον αυτού εξεπλήρωσεν εκθύμως, πιστώς, εντρυφών και +αγαλλόμενος οσάκις εις τους όνυχας αυτού παρεδίδετο το σφάγιον. + +Αγνοώ αν η επικατάρατος αύτη φυλή, αρχαία ως ο Κάιν, κατά τας +πολυειδείς φάσεις του μυστηριώδους βίου της, περιήλθέ ποτε εις +την εξαχρείωσιν εις ην έφθασε διοδεύουσα την Ελληνικήν χώραν, +προαιώνιος ακόλουθος της καταστροφής και του ολέθρου. + +Υπάρχουσιν έτι παρ' ημίν οι απαίσιοι ούτοι σκώληκες, αδιαπαύστως +περιπλανώμενοι, πελιδνοί, δυσώδεις, ως αγέλαι ακατανομάστων +κτηνών, οικτρά καταγώγια ρυπαρωτάτων διαδοχικών ασθενειών, +φέροντες επί των ώμων, δίκην παμμεγέθους κοχλίου, τας ζοφεράς +σκηνάς των και σύροντες μεθ' εαυτών τον άκμονα, την σφύραν, τας +τανάγρας, την φύσσαν εκ δύο ασκών συγκεκροτημένην, τους άνθρακας, +τεμάχιά τινα ακατεργάστου σιδήρου και σχεδόν πάντοτε λιμώττοντας +κύνας, μέλανας αιλούρους ή αλυσιδέτους άρκτους προς επίδειξιν, +όθεν πολλάκις Α ρ κ ο υ δ ό γ υ φ τ ο ι προσαγορεύονται. + +Μετέρχονται την χειρομαντείαν, και συνθέτουσι παράδοξα φάρμακα +ουχί προς θεραπείαν ασθενειών ή τραυμάτων, αλλ' όπως δι' αυτών +προκαλώσιν εξαμβλώσεις, τεκταίνωνται μαγγανίας και παντός είδους +αθεμιτουργίας. + +Άθεοι, απάτορες, ακοινώνητοι, ουδέποτε μεριμνώντες περί της +επιούσης, αγνοούντες πόθεν έρχονται ή πού πορεύονται, εν τη +αποκτηνώσει αυτών ασεβώς εναγκαλιζόμενοι αντί της συζύγου την +θυγατέρα· οσάκις προσέρχονται είς τινα εκ των ημετέρων πόλεων +συνήθως διαμένουσι σκηνίται εκτός του περιβόλου, ωσανεί +συναισθανόμενοι την απέχθειαν ην αείποτε διεγείρει η παρουσία +των, ή μη αποτολμώντες να ίδωσι κατά μέτωπον την κοινωνίαν ην +εβασάνισαν. + +Τοιούτου ανθρωπομόρφου τέρατος δεν ηθέλησα να παραλείψω την +απεικόνισιν, εξορύξας συνάμα εκ των πολυτίμων της δημώδους +γλώσσης μεταλλείων την κατάλληλον κυριολεξίαν προς καθιέρωσιν των +ιδεών και των φράσεων δι' ων ήκουσα πολλάκις τον λαόν να +χαρακτηρίζη και να περιγράφη εκείνα του άδου τα μιαρά εκβράσματα. + +Ταύτα έκρινα εύλογον να εκθέσω και προς διασάφησιν του θέματος +και προς συμπλήρωσιν ιστορικών τινων γεγονότων, συγκεχυμένως πως +αναφερομένων και ατάκτως τήδε κακείσε διεσπαρμένων. Λυπούμαι ότι +ηναγκάσθην να εκταθώ πέραν του δέοντος και προβλέπω ότι δεν είναι +δύσκολον να εφαρμοσθή κ' επί του βιβλιαρίου μου τούτου ο +Διογένειος χαριεντισμός, ν' ακούσω δε και την παραίνεσιν +μωμοσκόπου τινος ότι συμφέρει να φυλάξω το ποίημα μη τυχόν εξέλθη +των μεγάλων της εισαγωγής πυλών. + +Αλλ' αι ταλαιπωρίαι και τα δυστυχήματα της φυλής και εν πεζώ λόγω +ιστορούμενα είναι πάντοτε ποίησις· εάν δε απ' αρχής μέχρι τέλους +παρακολουθήση τις εις τον βαθμιαίον εξελιγμόν του εθνικού +δράματος και την αλληλουχίαν των περιστάσεων, εν αις +συγκεφαλαιούται ο μυριετής αγών, ουδέν άλλο βλέπει, ειμή γενεάς +επί γενεών ως επί δέλτου νεκρικού ημερολογίου στιχηδόν +τεταγμένας, οιονεί πολυαρίθμους χορδάς γιγαντιαίας Αιολικής +φόρμιγγος παράλογος μεν επί πλείστον αμνηστουμένης, αείποτε δε +προσδοκώσης πεπειραμένους δακτύλους, ίνα διά της πρώτης αυτών +κρούσεως εκπέμψη φθόγγους ηδίστους και εξαισίους υμνωδίας. + +Το περί γλώσσης ζήτημα παρέρχομαι όλως άθικτον, αποκλίνων και +αύθις πάσαν περί αυτού κενήν λογομαχίαν. Ερριζώθη εν εμοί και +εσαρκώθη ως δόγμα, ως σύμβολον ορθοδοξίας, όταν πρόκηται περί +ποιήσεως. Προέβη δε εις τοσούτον η προκατάληψις ώστε και αυτά τα +ένδοξα αρχαία ελληνικά ονόματα ασυμβίβαστα θεωρώ προς την +αρμονίαν του στίχου και γράφων τον Αθανάσιον Διάκον ουδαμού του +ποιήματος εδυνήθην να εισαγάγω ούτε τας Θερμοπύλας ούτε τον +Λεωνίδαν. Απ' εναντίας τα ονόματα των δημίων της Ελλάδος +παρετήρησα ότι αφομοιούνται πληρέστατα και συγχωνεύονται μετά της +δημοτικής ποιήσεως, είτε διότι ο χρόνος και η επιμιξία συνέτειναν +εις τούτο, είτε διότι αι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί +υποκρύπτουσιν ανεπαίσθητα και αδιόρατα σημεία επαφής συντελούντα +προς διάπλασιν των καλλιτεχνικών έργων. + +Τι δε είπωμεν περί θεμάτων λαμβανομένων εξ αλλοτρίας ιστορίας, +και τι περί της οικτράς εξελληνίσεως των ηρωικών της Δύσεως, +ονομάτων όταν κακή τύχη εισαγώγιμα γίνωνται εις την ημετέραν +ποίησιν! Αλλά περί τούτου κρινέτωσαν άλλοι ήττον εμού +προκατειλημμένοι· εν τέλει δε θέλει δικάση το μέλλον. Το κατ' εμέ +θέλω προσπαθήση, όσον αι δυνάμεις μοι το επιτρέπουσιν, είτε +εισερχόμενος εις την καλύβην του ποιμένος, είτε διατρέχων τα όρη +και τας θαλάσσας, είτε παρευρισκόμενος όπου δήποτε η χαρά ή ο +πόνος εκβιάζει την εκδήλωσιν των αισθημάτων, να συλλέγω και +βαθμηδόν να διασώζω τα πολύτιμα κειμήλια της δημοτικής γλώσσης, +πεποιθώς ότι εν αυτή λανθάνει άφθονος ύλη εις γλωσσολογικάς +μελέτας, και αυτός ο απόρρητος σύνδεσμος ο δεικνύων την +γνησιότητα της καταγωγής, ο μαρτυρών ότι ο πέλεκυς της +ξενοκρατίας ουδέποτε επέτυχε να καταστρέψη την ενότητα της +ημετέρας φυλής, θαυμασίως διασωθείσης τη παντοδυνάμω συνάρσει της +ορθοδόξου ημών πίστεως εν τω απεράντω χαρτοφυλακείω των εθνικών +παραδόσεων. + +ΣΗΜ. Ιστορικαί διασαφήσεις μετά τινων περί του λεκτικού +παρατηρήσεων καταχωρίζονται εν τέλει εκάστου άσματος. + + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ + + + + +ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ + + + + +Η Π Α Ρ Α Μ Ο Ν Η. + + »Αναίβα, Μήτρε, στου βουνού κατάκορφα τη ράχη, + Πάρε το μάτι ταητού και ταλαφιού το πόδι + Και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι. + Κι' αν 'δής χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα, + Με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης, + Στάσου, πολέμα μοναχός. Κι' αν 'δής μες το φυσσάτο + Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη, + Πέτα, ροβόλα, κράξε με... Σύρε με την ευχή μου.» + Άστραψε απ' άγρια χαρά το μέτωπο του κλέφτη, + Εβρόντησαν τα χαϊμαλιά, ανέμισε η φλοκάτη, + Έλαμψε ο Μήτρος μια στιγμή κ' εσβύστηκε σαν άστρο. + Ο Διάκος τον συντρόφεψε για λίγο με το μάτι + Κ' ύστερα πέφτει καταγής γονατιστός στην πέτρα. + + »Αδέρφια παλληκάρια μου! Ελάτε ολόγυρά μου + Και γονατίσετε μ' εμέ. Ο κόσμος στη χαρά του + Είν' ανθοστόλιστη εκκλησιά, κ' εδώ μας παραστέκει + Εκείνος που την έχτισε, για να τον προσκυνούμε.» + + Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, η λαγκαδιαίς, τα δέντρα, + Η βρύσαις, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι, + Στέκουν βουβά ν' ακούσουνε, την προσευχή του Διάκου. + + »Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα, + Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια, + Και μώλεγε να δεηθώ για κειούς που το χειμώνα + Σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά, με χιόνια, μ' αγριοκαίρια + Για να μη ζούνε στο ζυγό, ένοιωθα τη φωνή μου + Να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου, + Μου ετρέμανε τα γόνατα, σαν νάθελε η ψυχή μου + Να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.» + + «Ύστερα μώλεγε κρυφά να σου ζητώ τη χάρη + Να μ' αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω + Και να μην έρθη ο θάνατος να μ' εύρη, να με πάρη + Πριν πολεμήσω ελεύθερος, για σε πριν το ματώσω. + Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου + Μου φύτεψες μες την καρδιά, αγάπη, πίστη, ελπίδα, + Έδωκες μιαν αχτίδα σου, αθέρα στο σπαθί μου + Και μούπες, τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα.» + + »Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαίς ακόμα + Και σβυόνται τ' άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάση + Τώμορφο γλυκοχάραμμα. Θα μου κλειστή το στόμα + Που εκελαδούσε στα βουνά, στη ρεμματιά, στη βρύση, + Θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα + Που μούταν αδερφοποιτή κι' οπού με εμέ στη φτέρη + Αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα + Και 'ς τάψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.» + + »Όλα τ' αφίνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω. + Και τώχω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα + Αυτήν την έρμη την πορειά με το κορμί να φράξω. + Ευχαριστώ σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα + Και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου. + Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση + Και στοίχειωσε κάθε κλονί από τα χώματά μου + Να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.» + + »Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε την αυρινή τη μέρα! + Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώγ' η ζήλια. + Θα χλημητάνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα + Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια, + θα γενούν πάλαι τα Θερμιά, λαίμαργη καταβόθρα... + Χιλιάδαις ήρθαν θερισταί και χάρος οργοτόμος, + Μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πως δε θα μείνη λώθρα + 'Σ αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος»... + + »Κ' εμείς θα πάμε με χαρά 'ς αυτόν τον καταρράχτη. + Επάνωθέ μας θάσαι συ, και τα πατήματά μας + Θα νάχουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη + Πώμεινε σπίθ' ακοίμητη βαθειά στα σωθικά μας. + Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση + Πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση + Τώρα με τα Μαγιάπριλα η δουλωμένη χώρα. + Ευλογημέν' η ώρα!» + + Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη + Κ' εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα. + Έβραζε μέσα του η καρδιά, και στα ματόκλαδά του + Καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ... + Χαρά ’ς το χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση! + + Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Τα νειώτα, τη θωριά του + Τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφίνουν + Κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του. + Μοσχοβαλάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει + 'Στον κόρφο της η άνοιξη, σαν νάτανε παιδί της. + Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπό του. + Χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη + Ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα, + Γλυκαίνει το χαμαίδρυο, ’ς του χαμαιλειού τη ρίζα + Αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι + Που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του + Αλλού στηλόνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα + Τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση + 'Σ τ' ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν + Στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του. + + Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Του ύπνου του η ώραις + Όσο κι' αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν + Ν' αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα + Του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην τη ρανίδα + Πώσταξ' από τα μάτια του, θα ξεπλυθή η μαυράδα + Που ελαίρονε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι. + Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη + Σαν αητός μες τη φωλειά, ολάκερο ένα γένος + Έκλωθ' εκείνην τη βραδειά. Όταν προβάλ' η μέρα + Θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια + Με θεριεμμένα τα φτερά ν' αρχίσουν το κυνήγι... + Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους + Πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, ΄ς τα δουλωμένα πλάγια + Να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση! + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ + + +«Κι' αν' δης χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα» σ.55 + +_Άλογο_. Ενικώς, έχει ως και παρά τοις αρχαίοις η _ίππος_ +περιληπτικήν σημασίαν, ιππικόν. Εκφέρεται δε και πληθυντικώς +_άλογα_, αλλά τότε προστίθεται το _πολλά, ολίγα_, ή +προσδιορίζεται ο αριθμός, εν ω διά του πρώτου χαρακτηρίζεται το +είδος των μαχητών. + +» Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη » σ. 55. + +_Πηλαλάει_. Όταν ο ίππος οιστρηλατήται χρεμετίζων και ορθούμενος. + +»Έδωκες μιαν αχτίδα σου αθέρα στο σπαθί μου » σ. 57. + +_Αθέρας_. Κυρίως ο αθήρ του στάχυος, καθόλου δε το ακρότατον, το +λεπτότατον, το εκλεκτότατον. Επί κοπτερών όπλων το ακρότατον της +ακμής του ξίφους. Τα ανώτατα στρώματα της θαλάσσης όθεν και +_Αθερίνα_ είδος μικροτάτου ιχθύος διαιτωμένου εν τω αφρώ του +πελάγους. + +»Αραχνιασμέν' η λύρα.» σ. 57. + +_Λύρα_. Η πιστή ακόλουθος του κλέφτου ραψωδού, απετέλει μέρος της +πολεμικής αυτού συσκευής, ήτο δε το όργανον δι' ου ετονίζοντο τα +ηρωικά ημών άσματα. + +»Αυτήν την έρμη την πορειά.» σ. 58. + +_Πορειά_. Στενή δίοδος, το μέρος περιπεφραγμένου τινος τόπου όπερ +μένει ανοικτόν, και όχι τα παρά τη μονή της Δαμάστας Ποριά ων +ποιείται μνείαν ο Κύριος Τρικούπης εν σελίδι 263 της Ιστορίας +του, ούτως επονομασθέντα διότι ίσως υπάρχει εκεί και πλεονάζει το +είδος του λίθου όπερ καλείται _Πωρί_. _Πωρί_ καλείται επίσης πάσα +λιθοειδής υπόστασις προσαπτομένη τοις ένδον αγγείου, οχετού τινος +ή υδραγωγείου. + +»Τ' άχαρα κόκκαλά μου.» σ. 58. + +_Άχαρα_. Σημαίνει ενταύθα οικτιρμόν, ταλανισμόν ως και το φτωχός +και το δύστυχος και τα παραπλήσια. Ως εκφαυλιστικόν δε +συνεκφέρεται συνήθως μετ' άλλης επεξηγητικής λέξεως ως π.χ. +_άχαρος_ και _κακόμοιρος_.» + +Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια. σ.58 + +ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας, έν τινι αξιολόγω πονηματίω +επιγραφομένω «Η κατά τον ΙΖ'. αιώνα επανάστασις της ελληνικής +φυλής» διατείνεται εν Σελ. 14 ότι το γνωστόν _Καρυοφύλλι_ +ωνομάσθη ούτω από του εν Βενετία, οπλοποιοϋ Carlo figlio (Καρόλου +υιού)· Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις αλλ' ουδόλως +ευάρεστος. Τολμώ μάλιστα να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται +οιωδήποτε η διά τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, +δι' ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκηται να βασιλεύση επωφελής τις +αλήθεια. Πού τώρα τα ποιητικώτατα και βαρύβρομα _καρυοφύλλια_ και +πού τα πεζώτατα και άφωνα και παράχορδα _Καρλοφίλια_! Εκ μιας το +διαβόητον αιθαλόεν όπλον των πατέρων μετεσχηματίσθη εις ευτελή +σιδηρούν σωλήνα χαλκευθέντα εν Βενετία. Αύριον ίσως ο Κύριος +Σάθας διανοείται να μας είπη πόθεν παράγεται και το _μιλλιώνι_ +και το _αρμούτι_, και σπεύδω ν' αναχαιτίσω ει δυνατόν την +ακάθεκτον περί τα τοιαύτα ορμήν του. Το κατ' εμέ βεβαίως δεν θέλω +στρέψη συμπαθές βλέμμα προς το νέον βάπτισμα του αρματωλικού +πυροβόλου, ουδέ στέργω να παραδεχθώ την αγενή καταγωγήν. Απ' +εναντίας επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα ωνομάσθησαν ούτω, +διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδεί ζώνη, το ομώνυμον εύοσμον +φυτόν, όπερ καλούμεν _Καρυοφύλλι_. + +Όταν παρά τινος τυμβωρύχου φιλολόγου ανεκαλύφθη και προέκυψεν ότι +τα ποιήματα του Όσσιαν δεν ήσαν ειμή πλαστογραφίαι του +Μακφερσώνος, διεσκεδάσθησαν δε εκ μιας ωσεί καπνός τα ιδανικά +αυτών θέλγητρα, απερίγραπτος λύπη κατέλαβε πολλούς εκείνων, +οίτινες είχον συνηθίσει να πιστεύωσιν εις την ύπαρξιν του Βάρδου +πολεμιστού. Αν δε η μνήμη δεν με λανθάνη, ο μέγας Chateaubriant +εθεώρησε την ανακάλυψιν αληθές δυστύχημα. Προτρέπω κ' εγώ τον +φίλον Κύριον Σάθαν να μη επιζητή τοιαύτα, διότι αυτός πρώτος +βλάπτεται εκ του μαρασμού των ανθέων της δημοτικής ποιήσεως. + +»Και χάρος οργοτόμος.» σ. 58. + +_Οργοτόμος_ ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει εν ταις +αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς, ο χαράττων την +γραμμήν ήτις τίθεται ως όριον εις τας γινομένας ανασκαφάς. +_Όργος_ ή _οργός_ ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή. + +»Πως δε θα μείνη λώθρα.» σ. 58. + +_Λώθραι_, τα αποκοπτόμενα οξέα μέρη των ήλων δι' ων προσηλούνταν +τα πέταλα τη οπλή των ίππων. Όθεν _λωθροκόβεται_ επί ζώου +συγκρούοντος ένεκεν ελαττωματικού τινος βηματισμού, και +τιτρώσκοντος τους αστραγάλους (κοινώς τα _πουλάκια_) εάν εξ +ολιγωρίας, τα σιδερά ταύτα κέντρα μη αποκοπώσι. Μεταφορικώς, +λώθρα, παν ό,τι ελάχιστον ευκαταφρόνητον, ουδεμιάς αξίας. Όθεν +_Να μη μείνη λώθρα_ κατάρα εμφαίνουσα εξόντωσιν, καταστροφήν και +όλεθρον μέχρι και αυτών των ευτελεστέρων περιτριμμάτων του οίκου. + +»'Σ αυτόν τον καταρράχτη.» σ. 58. + +_Καταρράχτης_, ως και παρά τοις αρχαίοις σημαίνει μέγαν όγκον +υδάτων κρημνιζομένων από αποτόμου βράχου. Αλλά _καταρράχτης_ και +η καταπακτή θύρα. Όταν δε επί τινων ευρέων παραθύρων συνήθως εν +χρήσει παρά τοις εργαστηρίοις των καπήλων και καλουμένων +_προβολών_ εφαρμόζεται ο _καταρράχτης_ τότε καλείται +_καταπρόβολον_. + +»Θα νάχουνε για στήριγμα.»σ. 58. + +Το _στηρίζω_ και _υποστηρίζω_ εύχρηστα παρά τω λαώ ως εν τη +κοινοτάτη φράσει «_το θέλω και το υποστηρίζω_» αλλά το _στήριγμα_ +σπανίως ακούεται και μόνον εκ στόματος των _γραμματισμένων_· +νομίζω επομένως συγγνωστήν την χρήσιν εν τη παρούση περιπτώσει, +καθόσον ο Διάκος υπηρετήσας εν τη εκκλησία πολλάκις αναμφιβόλως +εξεφώνησε την λέξιν. Παρά τω Ελληνικώ λαώ συνήθως η ιδέα της +ενισχύσεως, της υποστηρίξεως, δηλούται διά τοιούτων φράσεων +αίτινες δεν αναφέρονται εις την εδραίαν και ασφαλή των ποδών +στάσιν. Ούτω, λόγου χάριν, _έχει καλά πλευρά, τον επλεύρωσε_. +Επικρατεστέρα δε όσα εμφαίνουσι περιφρούρησιν της κεφαλής, +εννοείται μεταφορικώς, ως ο _ίσκιος «Καλό δένδρο τον ισκιάζει»_, +τουτέστι έχει τις ισχυρόν προστάτην. «_Να ζήσω στον ίσκιο σου_» +και τα τοιαύτα. Αλλά και το _κέραμος_ (κεραμίδι) χρησιμεύει +πολλάκις εις ωραίας μεταφοράς. Ούτω περί βασιλέως ήκουσα, » _Ο +Βασιλειάς είναι στη σκέπη (του οίκου) κεραμίδι_» Και _κεραμόνω_ +προφυλάττω, σκέπω τινά ή τι. Κλάδος δένδρου επισκιάζων την οδόν, +«_κεραμόνει το δρόμο._» Και, «_όπου κεραμόνει τ' α όσκιο,_» +σημαίνει την γραμμήν όπου φθάνει η σκιά των ορέων όταν ο ήλιος, +κλίνη προς την δύσιν. + +Ο έρμος ο αζώηρος. σ. 60. + +_Αζώηρος ο ανάγυρος ή αναγύρις_ των αρχαίων. Anagyris foetida. +Θάμνος δυσώδης εκ της οικογενείας των oσπριοειδών. Κατέχει θέσιν +ευτελεστάτην εν τη κοινωνία των φυτών. Η αποφορά αυτού διαδίδεται +και διά της ελαφροτέρας επαφής. Όθεν το των αρχαίων, «_Μη κινείν +τον ανάγυρον_» και το δημώδες, «_Μην ξυπνάς τον αζώηρο ή μην +ανακατόνης τον αζώηρο_. Λέγεται και _αζωήρι_. Ήκουσα δε +προφερόμενον και _οζώηρον_ και τότε δεν είναι απίθανον ρίζα αυτού +να ήναι το _Όζω_. Εν χρήσει παρά τω λαώ προς θεραπείαν του κατά +την εαρινήν ώραν μαστίζοντος τα ποίμνια των προβάτων και τας +αγέλας των βοών θανατηφόρου τυμπανίτου, προερχομένου εκ της +βοσκής χόρτων τινων αναπτυσσόντων αέρια πολλά κατά την πέψιν. Εν +τοιαύτη περιπτώσει οι ποιμένες, ημών λαμβάνουσι τα φύλλα του +αναγύρου και δι' αυτών εντρίβουσι τον οισοφάγον, τον ουρανίσκον, +την γλώσσαν του πάσχοντος ζώου μέχρις ου επέρχονται εκκενώσεις +και εμετός, δι ων συνήθως οιωνίζεται η προσεχής παύσις του κακού. +Την θαυμασίαν ενέργειαν του φαρμάκου τούτου είδον αυτός εγώ επί +βαρυτίμου αγελάδος, αγγλικού γένους, αιφνιδίως προσβληθείσης υπό +της νόσου αφού επί στιγμάς τινας είχε φάγει μετά λαιμαργίας +τρίφυλλον κάθυγρον εκ της πρωινής δρόσου. + +Κατά τους τελευταίους χρόνους μεγάλαι εγένοντο εν Ευρώπη +προσπάθειαι προς εύρεσιν δραστηρίου αντιφαρμάκου κατά νοσήματος +επιφέροντος πολλάκις φθοράν μεγάλην εις τα πλούσια κατ' εξοχήν +της Ελβετίας ποίμνια. Η παρακέντησις εις ην προσέδραμον πολλάκις +οι ποιμένες ήτο μέσον λίαν επικίνδυνον και μετά πολλά και παντοία +πειράματα θεωρείται σήμερον ως κατάλληλος η υγρά αμμωνιακή +(ammoniaca liquida), αλλ' εγώ εύρον αυτήν ανωφελή. Ευχής έργον +επομένως θα ήτο αν o περιφρονημένος _Aζώηρος_ απεδεικνύετο +ειδικόν φάρμακον, καθ' όσον απροσδοκήτως ήθελεν αναβιβασθή εις +υψηλοτάτην περιωπήν εν χώραις όπου η κτηνοκομία φέρει πλούτον +μέγαν. + +»Η ποταπή η λαψάνα.» σ. 60. + +_Λαψάνα_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Lapsana stellata. Ποταπή δε +διά το ταπεινόν και χαμαίζηλον αυτής. + +»Γλυκαίνει το χαμαίδρυο. » σ. 60. + +_Χαμαίδρυο_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Teucrium Chamaedrys. +Πικρότατον· εν χρήσει δε προς ίασιν στομαχικών νοσημάτων. + +»Στου χαμαιλειού τη ρίζα»... σ. 60. + +_Χαμαιλειός_ ο χαμαιλέων των αρχαίων. Carlina Acaulis, ανήκει εις +την οικογένειαν των κυναροκεφάλων. Η ρίζα, φυματώδης, επιμήκης, +πλήρης οπού λευκού, όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πηγνύεται και +γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η +γεύσις της ρίζας υπόγλυκος, έχει αποφοράν βαρείαν ως την του +κωνίου. Εκ του καρπού ή της κυνάρας αυτού εξάγεται ο ιξός. Πρό +τινων ετών ολόκληρος οικογένεια εκ του χωρίου Σύβρου, +περιλαμβανομένου, σήμερον εις τον δήμον Ευγηραίων, απατηθείσα, εκ +της ευαρέστου γεύσεως της ρίζης, απώλετο εν τη πατρίδι μου. Τα +φύλλα αυτού ακανθώδη ποικιλόχροα, όθεν βεβαίως και το όνομα. + + Και το περιπλοκάδι +Που πάντα κρύβεται δειλό, και τ' άπλερο κορμί του +Αλλού στηλόνει το φτωχό... σ. 60. + +_Περιπλοκάδι_. Χαριέστατον φυτόν διά των λεπτοτάτων αυτού νεύρων +περιπλεκόμενον εις τα στελέχη των παρ' αυτώ φυομένων θάμνων. +Ευρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον εν ταις αιμασιαίς. Άπλερο δε +ένεκεν της ευλυγιστίας και της αδυναμίας αυτού, τουτέστι μη +πλήρες. Αντίθετον του _άπλερος_ είναι το _μεστός, σταλωμένος. +Άπλερα_ λέγονται επίσης και ζώα ή πτηνά γεννώμενα προ καιρού και +τότε είναι συνώνυμον του _Απασπάλωτα_ τουτέστι έχοντα σώμα +άμορφον. + + + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ + + + + +ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ + + + +Ο I Τ Ρ Ε Ι Σ. +ΔΙΑΚΟΣ, ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ, ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. + + — Διάκε, χαρά ’ς τον ύπνο σου! + + — Καλώς το Δυοβουνιώτη, + Καλή σου μέρα, Πανουριά.. Μη με προπήρ' η ώρα; + Εξέχασα, εγελάστηκα, γλυκά κρυφομιλώντας + Αδέρφια, με τη μάνα μου πούρθε να μ' εύρη απόψε. + + — Θανάση, αν δε σου ζήλεψα τα νειώτα, την ανδριά σου, + Τ' άρματα τ' αξετίμωτα, το μάτι, το τραγούδι, + Ζηλεύω αυτήν τη ξαστεριά πώχει το μέτωπό σου! + Έστησε ’ς το κατώφλι μας το νεκροκρέββατό του + Ο Χάρος και μας καρτερεί. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις + Μανάδαις αναρίθμηταις με κουφωμένα στήθια + Φεύγουν ’ς τα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια. + Τα όρνια εμυριστήκανε το σκοτωμό που θάρθη + Και γρούζουν ανυπόμονα τροχίζοντας τα νύχια, + Και συ, κοιμάσαι σαν αρνί!... Θανάση, σε ζηλεύω!.. + + — Δεν έχω πέτρινη ψυχή. Του κόσμου τη λαχτάρα + Μέσα στη φλέβα της καρδιάς σα σίδερο λυωμένο + Τη νοιώθω π' αναδεύεται και με σαρακοτρώγει. + Συχώρεσέ με, Πανουριά. Πρώτη φοράν απόψε + Αφ' ότου ζώνω τ' άρματα μ' εξάφνισε τ' Αστέρι. + Μη μώχετε βαρύγνωμο. Ποιος ξέρει μην η μοίρα, + Αδέρφια, μ' αποκοίμισε για να με συνειθίση + 'Σ του τάφου το τρισκόταδο. Εγώ κι' ο γέρο Χάρος + Εψές λογαριαστήκαμε, και ’ς το κατάστιχό του + Ένα μικρό καταιβατό μένει άγραφο για μένα. + Γνοιαστήτ' εσείς τους ζωντανούς. Εγώ θα πολεμήσω + Για τα παληά μας κόκκαλα. Στη φλόγα του πολέμου, + Σα μέσα 'ς ένα θυμιατό, θα ρίξω το κορμί μου + Να γένω νεκρολίβανο ’ς το φοβερό τρισάγιο. + + — Μην τα ξεσυνερίζεσαι του Πανουριά τα λόγια. + Θυμήσου, Διάκε, μοναχά πως άδειασεν η φλέβα + Του δύστυχου του γένους μας, και μια ρανίδα τώρα, + Αν στάξη από το αίμα μας ’ς τη γη χωρίς ελπίδα, + Αντί νάναι μνημόσυνο, μπορεί νάναι κατάρα. + Ξέρω τι κρύβεις 'ς την καρδιά, γνωρίζω τι θα κάμης.... + + — Ποιος μ' εμαρτύρησε 'ς εσάς; + + — Κανένας, μη θυμόνης... + Είδα κ' εγώ τη μάνα σου απόψε ’ς τώνειρό μου + Και μούπε νάρθω να σ' ευρώ και να σού 'πώ, Θανάση, + Που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάση ο κόσμος + Και θα χουμήση η Αρβανιτιά πυκνή σαν την ακρίδα, + Και τάλογο του Ομέρπασα ποιος θα τ' αποστομώση; + + — Ο γυιός του Ανδρούτζου 'ς τη Γραβιά!!... + + Τι θέλεις, Δυοβουνιώτη; + Να πάη το Γοργοπόταμο, θολό κ' εντροπιασμένο + Να 'πή στην άγρια θάλασσα, πως δεν ευρέθηκ' ένας + Τα ξακουσμένα του νερά, με δύο ρανίδαις αίμα + 'Σ αυτό το πρώτο βάφτιμα, ν' αγιάση να μυρώση; + Κ' η θάλασσα μουγκρίζοντας να τρέξη ’ς ' ακρογιάλια, + Σα φοβερός διαλαλητής, κι' Ανατολή και Δύση + Να μάθουν πώς γηορτάζομε τη νεκρανάστασή μας;... + Νάναι ο Βριόνης στα Θερμιά και να μην εύρη εμπρός του + Δέκα κουφάρια ξαπλωτά για να σκοντάψη επάνω! + Να μη βαφή το πέταλο στου αλόγου του το νύχι!... + Αδέρφια, ταποφάσισα και μοναχός αν μείνω, + Θ' απλώσω οργυιά τα χέρια μου, τα πόδια θα ριζώσω, + Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε κι' αν δε με κατακόψουν, + Δε θα με διώξουν απεκεί, δε θα μου ιδούν τη φτέρνα. + Και συ τι λέγεις, Πανουριά; + + — Μ' εθάμπωσε η αχτίδα, + Παστράφτει από τα μάτια σου. Τριγύρω 'ς τα μαλλιά σου + Παίζει το γλυκοχάραμμα. Μου φαίνεσαι μεγάλος, + Ψηλός ωσάν τον Όλυμπο και στέκω και προσμένω + Εμπρός σου ακίνητος, βουβός, Διάκε, να ιδώ τον ήλιο, + Πώραν την ώρα θα προβή απ' τ' αντικέφαλό σου. + + — Τί λόγος, γέρο Πανουριά, τι φοβερή βλαστήμια + Ξαγλίστρησ' απ' τα χείλη σου! Αυτό το φως που βλέπεις + Ας μη το σκοτειδιάσωμε... Εσύ στη Χαλκομμάτα + Σύρε να ρίξης θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία + Να πάη στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνά τον Τράκα. + Και πριν αρχήση ο πόλεμος, θυμήσου, ο Ησαΐας + Να βγη ψηλά 'ς το ξέφαντο κ' εκείθε να κηρύξη + Το φοβερόν τον όρκο μας, για να γνωρίση ο κόσμος + Ότι το ράσο του παπά κ' η μίτρα του Δεσπότη + θα γένουν Χάρου φλάμπουρο και σκιάχτρο και σκοτάδι + Και κατασάρκι μελανό στην Άγια Τράπεζά μας, + Όσο σ' αυτά τα χώματα δαφνοστεφανωμένη + Η Βουλωμένη εκκλησιά το μέτωπο δε δείξη. + + — Δεν είμαι, Διάκε, Πανουριάς, νάμαι γυναίκα χήρα + Και να με πνίξη το ψωμί που εφάγαμε ’ς τα πλάγια + Αν λησμονήσω σήμερα το βάφτισμα, τον όρκο. + + — Εσύ το Γοργοπόταμο θα πιάσης, Δυοβουνιώτη, + Και πολεμώντας τον εχθρό λησμόνησε πως έχεις + Κλεισμένο μες τα Γιάννινα το Γεώργο, το παιδί σου. + Βλέπε το ρέμμα του νερού, κάμε το ν' αρμυρίση + Με δάκρυ της Αρβανιτιάς. Στείλε το ματωμένο + Στα μακρυνά τ' αδέρφια μας τον τρύγο σου να φέρη + Ωσάν πρωτόλουβον καρπό, μαζύ με τώνομά σου. + Ο Βακογιάννης στα ριζά, και πλεύρα ’ς το γεφύρι + Της Αλαμάνας, Πανουριά, θα στήσω τον Καλύβα. + Εις τη Δαμάστα μένω εγώ, σας το ζητώ για χάρη, + Κι' όταν αρχίσουνε... Σιωπή!... μου κάστηκε πως είδα + Σαν έναν ίσκιο να διαβή... Εσ' είσαι, μωρέ Μήτρε; + + — Εγώμαι, καπετάνε μου. + + — Πατείς βουβά τη νύχτα + Και δε σ' εγνώρισα με μιας. Με δίκηο νυχτοπούλι + Σε κράζουν οι συντρόφοι μας. Τι φέρνεις παλληκάρι; + + — Εκίνησε ο Ομέρπασας από το Λιανοκλάδι. + + — Πέτα, ροβόλα, Πανουριά... Στάρματα, Δυοβουνιώτη... + Χριστός ανέστη αδέρφια μου! Καλώς ν' ανταμωθούμε + Απόψε πάλε νικηταί. Κι' αν δε με μεταϊδήτε, + Δεν θέλω να με κλάψετε, θέλω σαν πολεμάτε + Την πρώτη σας την τουφεκιά, το πρώτο σας το βόλι + Για μένα να το ρίχνετε, για την ψυχή του Διάκου. + + Εφιληθήκανε και οι τρεις. Τα χείλη του Θανάση + Ελουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολούν τα μάτια. + Στο κρυό ταγέρι του βουνού καπνίζει ο ανασασμός του, + Λες ότι από το στόμα του ορμούν και ξεθυμαίνουν + Σαν από βράχου σχισματιά η ακοίμηταις η φλόγαις, + Όπου κρυφόβραζαν βαθειά ’ς του γένους μας τα σπλάχνα. + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. + + + +_Πανουριάς_ και _Πανουργιάς Ξηροτύρης_ το επώνυμον. Άδεται ότι ο +ανάδοχος αυτού, κελεύσαντος του ιερέως ίνα προσκαλέση το νήπιον, +εν ω ετελείτο το βάπτισμα, απήντησε, Πανώρηα, ως εάν το +βαπτιζόμενον ήτο θήλυ. Άλλα νοήσας παραχρήμα το λάθος μετέτρεψε +το όνομα αυθαιρέτως εις το Πανουριάς. + +Εγεννήθη περί τα 1759 εις Ντρέμισαν της Παρνασσίδος και έζησε +μέχρι τινος βίον ποιμαντικόν. Ύστερον συνεστράτευσε μετά του +Ανδρούτζου και του Καλλιακούδα. Εν έτει δε 1817 πορευθείς εις +Ιωάννινα, προσεκύνησε τω Αλή, και περί τα 1820 διωρίσθη αρματωλός +Παρνασσίδος. Ήτο πελώριος το σώμα, απλοϊκός και υπέρ το δέον +ευτράπελος, (Όρα Φιλήμονος. Ιστορ. δοκ. Τόμος 3. Σελ. 68). + +_Δυοβουνιώτης Ιωάννης, εκ Δύο Βουνών της Φθιώτιδος_. Υπηρέτησεν +υπό τον Καλλιακούδαν, υπήρξε συνοπαδός του Αλεξίου Καλογήρου και +εύρεν αυτόν η επανάστασις αρματωλόν Σαλόνων. (Όρα Φιλήμονος +Ιστορ. Δοκ. 3. Σελίς 88). + +Μ' εξάφνισε τ' Αστέρι, σ. 74. + +_Αστέρι_. Όταν εκφέρεται ενικώς είναι ταυτόσημον του Αυγερινού +Εωσφόρου, Η Ανατολή αυτού ήτο παρά τοις ορεσιβίοις μαχηταίς η +συνήθης ώρα της εκ του ύπνου ανεγέρσεως. + +Ο γυιός του Ανδρούτζου στη Γραβιά, σελ. 75. + +Η εις το Χάνι της _Γραβιάς_ πολύκροτος μάχη του Οδυσσέως έλαβε +χώραν εις εποχήν μεταγενεστέραν, κατά την 8 Μαΐου. Προφητικώς +επομένως αναγγέλλει ο Διάκος το κατόρθωμα εκείνο, ωσανεί +πρααισθανόμενος ότι αδύνατον ήτο ο υιός του Ανδρούτζου να μη +νικήση καταλαμβάνων την Γραβιάν, τας δευτέρας ταύτας της Ελλάδος +Θερμοπύλας. + +»Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε.» σ. 76. + +_Ξεχωνιάζω, ξεχώνιασμα_. Η βαθεία ανασκαφή ακαλλιεργήτου εδάφους. + +»Θυμήσου ο Ησαΐας.» σ. 77. + +_Ησαΐας_. Υιός του ιερέως Παπαστάθη εκ Δεσφίνης της Παρνασσίδος. +Εγεννήθη περί τα 1779, εσπούδασεν εν τη σχολή των Σαλόνων, +διευθυνομένη υπό του ιερομονάχου Γερασίμου Λύτζικα. Δεκαοκταετής +εισήλθεν εις την εν Δεσφίνη μονήν του Προδρόμου και περί τα 1818, +εχειροτονήθη επίσκοπος Σαλόνων. Ήτο δε λόγιος, έγραψεν +εκκλησιαστικούς λόγους σωζομένους ανεκδότους και χρονολογίαν τινα +της Ρούμελης απολεσθείσαν. Υπήρξεν ο αείμνηστος είς των +θερμοτέρων αγωνιστών κατά τον βραχύτατον αυτού πολεμικόν βίον και +εφονεύθη μετά του Παπαγιάννη εν Χαλκομμάτα προτιμήσας τον θάνατον +της φυγής. + +Ευτυχώς διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τη αξιολόγω συλλογή του Κυρίου +Γ. Π. Αγγελοπούλου (τα κατά τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού +των Ελλήνων αγώνος Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον έ. +Αθήναις 1865) επιστολή του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής +εκκλησίας προς τον Ησαΐαν, ην ευχαρίστως αντιγράφω προς +επικόσμησιν των σημειώσεών μου. Εκ ταύτης προκύπτει εναργώς η +υπέρ της εθνικής αναγεννήσεως διαπρύσιος μέριμνα του μεγάλου +Πατριάρχου· εξαφανίζονται δε αι στυγεραί συκοφαντίαι, αίτινες +εξυφάνθησαν κατά της διαγωγής του Γρηγορίου, προς αιωνίαν τιμήν +του ανωτέρου ημών κλήρου και προς καταισχύνην και όνειδος των +κατηγόρων. + + ΤΩ ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΣΑΛΟΝΩΝ. + + Θεοφιλέστατε επίσκοπε και αδελφέ Ησαΐα + + ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ κτλ. + +Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς διά του αγαθού πατριώτου καπετάνου +Φούντα Γαλαξειδιώτου ασφαλώς εδεξάμην και των εν αυταίς τιμίων +σου λόγων έγνων. + +Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα, +οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και +μοχθηρών ζύμη, αφ' ης, ως ψωραλέου προβάτου, φυλάττεσθε. Κακόν +γάρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα. + +Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις +πατριώταις, τα εχεμυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται οις συνεχώς +επιστέλλεις μοι, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ' ων έγνων +αδύνατον αντί παντός τιμίου ούδ' ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων +φυγείν· ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα +κομίζουσί μοι. + +Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, +κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν, +εν φανερώ δ' άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ' ότε κ' επίκρινε τοις +θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία Πράυνον τον Βεζύρην +λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. + +Άσπασαι συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων +εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ως περ +λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε εστί +το του Σωτήρος πάσχα. + +Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου, αδελφέ μου +Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεωργία δώσει σοι ο Πανύψιστος. + +Κωνσταντινουπόλει 28 Δεκεμβρίου 1820. + + ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ + +»Και σκιάχτρο και σκοτάδι.» σ. 77. + +_Σκιάχτρα_. Κυρίως τα φόβητρα διά ων εκφοβίζουσιν οι γεωργοί τα +πτηνά όταν επιπίπτωσι φθοροποιά και πειναλέα. + +»Και κατασάρκι μελανό.» σ. 77. + +_Κατασάρκι_. Το κατά την εγκαινίασιν της αγίας Τραπέζης πρώτον +επιτιθέμενον αυτή ύφασμα. + +»Και να με πνίξη το ψωμί.» σ. 77. + +Κατάρα συνηθεστάτη ριπτομένη συνήθως κατα προδότου, ή αγνώμονος. +«Θα σηκωθή το ψωμί που σώδωκα και θα σε πνίξη,» Απευθύνεται προς +τους λησμονούντας ταχέως τας χάριτας και τας περιθάλψεις. + +»Ωσάν πρωτόλουβον καρπό.» σ. 78. + +_Πρωτόλουβος καρπός_. Ο πρώτος ωριμάζων. Λέγεται και +_πρωτολάτης_. + +Με δίκηο νυχτοπούλι.» σ. 78. + +Τα νυκτερινά πτηνά καίτοι μεγάλας έχοντα πτέρυγας διέρχονται εν +τη σκοτία αψοφητί. Αντί _νυχτοπούλι_ έγραψα απ' αρχής _γιδοβύζι_ +καθόσον τούτο περιφέρεται κυρίως περί το λυκαυγές και διά πολλών +ελιγμών και μετά πολλής ταχύτητος διώκει τα έντομα χωρίς ν' +ακούεται ουδόλως το πτερύγισμά του. Αλλά αντικατέστησα +γενικωτέραν έκφρασιν προς το ευπρεπέστερον. Πιστεύεται υπό του +λαού ότι το _γιδοβύζι_ προβαίνει λάθρα μέχρι των μαστών της αιγός +και υποκλέπτει το γάλα θηλάζον. Εκ της ιδέας ταύτης προήλθε και +το όνομα αναντιρρήτως. Το αυτό τούτο νυκτερόβιον πτηνόν κοινώς +ονομάζεται και ιταλιστί tetta-vacche, όπερ μεθερμηνευόμενον εν τη +δημοτική γλώσση ήθελεν αντιστοιχεί προς το _γελαδοβύζι_. Φαίνεται +επομένως ότι η αυτή πρόληψις υπάρχει και παρά τω συγγενεί Ιταλικώ +λαώ πλην ότι αντί της αιγός τίθεται η αγελάς. Αποβαίνουσιν εις +εμέ λίαν ευάρεστοι αι συναντήσεις αύται και παρέχουσιν +αντικείμενον εις εθνολογικάς ερεύνας. Επειδή δε το _γιδοδύζι_ +πλανάται συνήθως πέριξ των μερών όπου αγελάζονται τα ποίμνια, +ίσως προς αφθονωτέραν άγραν ζωαρίων γεννωμένων εν ταις μάνδραις, +βεβαίως προήλθεν ο περί αυτού θρυλλούμενος μύθος εκ της +περιστάσεως ταύτης. + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ + + + +ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ + +ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ + + Μνήμη τον Αγίου και Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος + + ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ. + + Λαλούν η πέρδικες, γλυκά κι' ο ήλιος ’ς τη χαρά του + Απλόνει μιαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης + Τα παρδαλά τα στήθια τους κι' αυταίς αναγαλλιάζουν. + Κατάκορφα ’ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης + Ταητού πρωτοπαλλήκαρο, να βάψη τα φτερούγια + Μες ’ς τον αθέρα της αυγής πριν έβγη ’ς την παγάνα. + Πλένουν τα φύλλα στη δροσιά χαρούμενα ταρείκη, + Και ’ς το ελαφρό το φύσημα του αγέρα που διαβαίνει + Συναπαντούσε φιλικά με τον ανασασμό του + Το θρούμπι, την αληφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα. + Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια ’ς το λιοπύρι, + Ακούοντ' η νεροσυρμαίς από εγκρεμό σε βράχο + Να παραδέρνουνε γοργά και λες με τη γαργάρα + Πανάκραζαν την κλεφτουριά και την αποζητούσαν. + Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρά του ζευγολάτη, + Και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν' ένα στάχυ + Και έγερν' εδώ, κ' έγερν' εκεί, το τρυφερό κεφάλι + Ωσάν να παραμόνευε να ιδή κι' αυτό το Διάκο. + + Κι' ωστόσο ανθρώπινη φωνή μέσα σ' αυτόν τον κόσμο + Που φαίνετ' ολοζώντανος, καμμιά δεν αγροικιέται. + Ούτε φλογέρα ποιστικού, ούτε χαράς τραγούδι + Ούτ' αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ' όλη η φύσις + Λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα + Όπου εγεννήθηκε βουβή κι' όπου την παραστέκει + Η μαυρισμέν' η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξη + Μαζύ μ' ένα χαμόγελο ’ς τα χείλη κ' η λαλιά της. + + Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω ’ς τη Δαμάστα + Άλλοι στρωμένοι κατά γης, άλλοι το διπλοπόδι, + Περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι αντρειωμένοι. + Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου + Ανέμιζε τρομαχτικό, και ΄ς το ξεδίπλωμά του + Λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γηώργης + Με τ' άγριό του τ' άλογο κρατώντας καρφωμένο + Τ' άσπλαχνο το κοντάρι του ΄ς το διάπλατο λαρύγκι + Του φοβερού του δράκοντα που δέρνεται ΄ς το χώμα. + Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη + Κ' επάνω της εξέσερνε γοργά το δάχτυλό του, + Ποιος επελέκαε τεχνικά τη στουρναρόπετρά του + Στο λύκο του καρυοφυλλιού, ποιος τρίβει τα παφήλια + Συγνεφιασμέν' από νοτιά και ποιος για να ξεδώση + Εθόλωνε με τον αχνό του μαχαιριού τη λάμψη. + + Κανένας δεν ανάσαινε. Σ' ένα κοντρί μονάχος + Κυττάζει ο Διάκος σιωπηλός κατά το Λιανοκλάδι. + Έξυπνος κι' ονειρεύεται. Από το ριζοβούνι + Αναίβηκε κ' η καταχνιά, ψιλός αφρός του αγέρα, + Και μια στιγμή τον έκρυψε ’ς τη δροσερή αγκαλιά της, + Λες ότι εκείνην την αυγή λησμονημέν' αχνάρια + Έσμιξαν σ' ένα σύγνεφο κ' ήρθαν από τον Άδη + Να μυριστούν το σκοτωμό, να ιδούνε το Θανάση. + + Μες ΄ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα, + Μαρμάρα, φίδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει + Στρωμένη, ετοιμοπόλεμη. Την είχε πάρει ο Διάκος + Χρονιάρικη ’ς τα Γιάννινα κι' από τ' αστέρι πούχε + Καταμεσής ’ς το μέτωπο την έκραζεν Α σ τέ ρ ω. + + Έβραζ' ο πόλεμος μακρά και κούφια τη βοή του + Την έφερν' ο αντίλαλος σα μούγκρισμα πελάγου. + Όλοι προσμένουνε βουβοί... Κανένας πεζοδρόμος + 'Σ το ξάγναντο δε φαίνεται... ο Μήτρος, πουν' ο Μήτρος; + + — Γέρο Διαμάντη, δε μιλείς, δε μας καλημερίζεις; + Όλος ο κόσμος χαίρεται για την ανάστασή μας + Και στολισμένος μας θωρεί. Σε λίγο το σπαθί σου, + Που εσκούριασε ’ς τη θήκη του θα πιη να ξεδιψάση, + Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι + Εκλείδωσες τα χείλη σου;.. Τί σ' έπιασε, Διαμάντη; + + — Σαράντα χρόνια πολεμώ. Απ' την κορφή ΄ς τα νύχια + Μ' έγδαρε, με ξεφλούδισε το βόλι, το λεπίδι... + Μ' έφαγε η γύμνια κ' η ερμιά... Έβαψε τα παλιούρια + Η ξεσχισμένη φτέρνα μου... Μ' έδειρε το χαλάζι... + Έστρωσα το κρεββάτι μου μες ’ς τη μονιά του λύκου... + Κυνηγημένος σα θεριό τη νύχτα ’ς τα λαγκάδια + Έβγαινα κ' έβοσκ' αρπαχτά τα κούφια βελανίδια + Που εσέποντο ’ς τα χώματα, κ' εζούσα μ' αποφάγια + Π' αφίναν τ' αγριογούρουνα... Κι' όταν τον αλωνάρη + Μούχαν πιασμένα τα νερά και μ' έφριγεν η δίψα, + Ακούστε το, μωρές παιδιά, εζύμονα ’ς τα δόντια + Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι, + Και δε θυμούμαι νάνοιωσα ποτέ μου τη λαχτάρα + Όπου με σφάζει σήμερα, και σα μονομερίδα + Απών' αρμό ’ς τον άλλονε, κρυφά κρυφά χωνεύει + Και μου ρουφάει τη δύναμη και με νεκρόνει, Λάμπρε. + + — Γέροντα, τ' είναι πώπαθες!.. Ανάθεμα την ώρα + Που ο Γούμενος τ' Άη Γιαννιού από την Αρτοτίνα + Το λαμπριάτικο τ' αρνί, θυμήθηκε να στείλη. + Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι + Σου εδείξανε την πλάτη του!.. Πες μας τι γράφ' η μοίρα; + + Εστρώθηκαν ’ς τη χλωρωσά τριγύρω ’ς το Διαμάντη + Ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι του. Άπλωσε ο γέρο κλέφτης + Κ' επήρε από τη ζώστρα του το φοβερό το χτένι, + Το πέρασε δυο τρεις φοραίς, απώνα χέρι σ' άλλο, + Με φόβο το ψηλάφισε, το κύτταξε ’ς τον ήλιο, + Κ' ύστερα σαν να ευρέθηκε με μιας σε ξένον κόσμο + Σαν να λησμόνησε με μιας σκοντάμματα και πάθη, + Ένα προς ένα εδιάβαζε τα μυστικά σημάδια + Και τα παιδιά ακουρμένονται. Τους έδειξε μια φλέβα + Μες ’ς τη διχάλα, κόκκινη.. Δεξιά, ζερβιά, μαυρύλαις + Σαν κυπαρίσια νεκρικά, κ' εδώ κ' εκεί λειψάδαις + Και σκοτεινά κοιλώματα. Τους έδειξε μια σκλήθρα + Κ' είπε πως ήτανε κεντρί.. Κι' όταν ο γέρο μάντης + Εξάνοιξε ’ς την αγκωνή, μελαχρινή λουρίδα, + Που πρόβαινε σα σερπετό, του θόλωσαν τα μάτια, + Που πιάστηκε η αναπνοά, του αχνίσανε τα χείλη, + Βαρειά, βαρειά αναστέναξε κ' εκόπηκε η φωνή του... + + — Διαμάντη, τι σ' εξάφνισε;... + + — Οχιά με τον οσκρό της. + + Αρχίζει πάλ' ο γέροντας το πρώτο διάβασμά του, + Και μέσ' απώνα σύγνεφο τους έκραξε να ιδούνε + Όπου ξεφύτρωνε πουλί πούχε διπλό κεφάλι... + Πλατειά φτερούγια ολάνοιχτα. Στη μια την απαλάμη + Βαστούσε δίστομο σπαθί και με την άλλη σφίγγει + Στεφανωμένονε Σταυρό. Ολόγυρά του αχτίδαις + Και ξημερώματα γλυκά, και ξαστεριά και λάμψη... + + Ταπίστευτο το θέαμα, γυρτοί, συμπυκνωμένοι, + Εκύτταζαν αχόρταγα ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι, + Κ' εν ω με χίλιαις ξέλεξαις επνίγανε το μάντη + Ακούσανε που εφρύμαζε συχνά συχνά η Αστέρω + Σαν κάτι νάθελε να 'πή κ' εχτύπαε το ποδάρι, + Κι' όλοι φωνάζουνε με μιας — Ο Μήτρος!... Το ξηφτέρι. + + — Στ' άρματ' αδέρφια, ’ς τ' άρματα! Κ' επλάκωσ' ο + [Βριόνης. + + — Και συ πώς είσαι, Μήτρε, αχνός;...Από την τραχηλιά σου + Ρένε τα αίματα στη γη... Πού σ' έχουνε βαρέση; + + — Μάγλειψε, Διάκε, ξώδερμα το βόλι ένα παγίδι + Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι... + Θανάση, μας εχάλασαν... + + — Πάψε... Γέρο Διαμάντη, + Δος μου το μήλι σου να ιδώ.. Μην κρένης... ξεστηθώσου.. + Καλά σου την εφύτεψαν... Ο χάρος από τρίχα... + Ξανθό.. Φρυμμένη πηγανιά... Ό,τ' είναι... Τώρα πες μου. + + — Θανάση, μας εχάλασαν... Δεν είχε σκάση ο ήλιος, + Που εχύθηκε ο Ομέρπασας... Χτυπάει το Δυοβουνιώτη + Και τόνε πέρνει 'ς το φτερό.. Δεν έπαιξε λεπίδι... + + — Θάχε το νου του 'ς το παιδί... Κήτανε τετρακόσοι!... + Είδες εκεί τον Κόκκαλη; + + — Εθόλωσε το φως μου, + Μ' επήρε το παράπονο κ' εδάκρυσα... δεν είδα... + Ακούστηκ' ένα ρυάσιμο από τη Χαλκομμάτα, + Και ρίχνονται του Πανουριά... Πρώτη φωτιά κ' εσμίξαν. + Εζήλεψα κ' εχούμησα... Το ράσο του Δεσπότη + Αντάρα, μαύρη θάλασσα... Εκεί κι' ο Παππαγιάννης... + Ολόγυρά τους σκοτωμός... αθεμωνιά κουφάρια... + Βόσκει του Γούρα το σπαθί... αστροπελέκι, χάρος... + Οι λαβωμένοι σφάζονται 'ς το χώμα με το δόντι... + Μας έπνιξε η Αρβανιτιά... Τάλογο του Βριόνη + Ανεμοστρόβιλος, οργή... Τα δυο του τα ρουθούνια + Ξερνούν αντάρα και καπνό... πλακόνουν κι' άλλοι... κι' + [άλλοι... + Λες κι' αναβράνε από τη γη... Δριμόχολο, τρομάρα... + Με κράζει ο γέρο Πανουριάς: — «Τρέχα να πης του Διάκου, + Που αν ήμαι ακόμα ζωντανός δε φταίω 'γώ... το βόλι» .. + Κ' εμούγκριζε σα δράκοντας... Τον άρπαξε ο Μανίκας.. + Εκείνος ανδρειεύεται... του πέφτει κι' ο Καπλάνης... + Οι δυο τους τον ελύγισαν... Φεύγουνε πολεμώντας... + Ριπίζω... μ' εκυνήγησαν... ματώνομαι... με χάνουν. + + — Τον είδες τον Παπαντρειά; + + — Με τον Κομνά τον Τράκα + Κρατούν του Μουσταφάμπεη. + + — Και τον Κιοσέ Μεχμέτη; + + — Τον είχα ιδή που εμούδιασε. Του μύρισ' ο Καλύβας + 'Σ της Αλαμάνας τα νερά. Του Βακογιάννη ο ίσκιος + Είναι βαρύς, θανατερός κι' όποιος περάση εκείθε + Σκοτάδι κι' αποκάρωμα. θα τώμαθε και μένει + Ναρθή με τον Ομέρπασα. + + — Καλώς νανταμωθούμε... + Δεν ειν' αλήθεια, αδέρφια μου; Εψές 'ς την προσευχή μας + Το τάξαμε 'ς τον Πλάστη μας... 'Σ τη θέση του καθένας... + Νερό να μη διψάσετε... Κανείς σας δε θα ρίξη + Πριν δώσω εγώ την προσταγή, θέλω μια τέτοια μέρα + Να μετρηθούν τα βόλια μου με τόσους σκοτωμένους. + Μη σημαδεύετε ψηλά... Κι' αν πέσω, θυμηθήτε, + Τ' άρματα, το κεφάλι μου... Ας τάχη ο γυιός τ' Ανδρούτζου + Να μη τα πάρη η Αρβανιτιά... 'Σ τον κόρφο κρεμασμένο + Όποιος μου ψάξη το κορμί, θαυρή το φυλαχτό μου... + Μου τώχει ρίξη στο λαιμό η μάνα μου τη νύχτα + Που εβγήκα κλέφτης 'ς τα βουνά... Πάραυτα να το πάτε + 'Σ το μοναστήρι τ' Άη Γιαννιού... Θέλω το δαχτυλίδι + θέλω να μείνη μαρτυριά ς' το χέρι το δεξί μου, + Να με γνωρίση ο Ομέρπασας. Εκεί θαυρή γραμμένη + Την πίστη μας 'ς ένα Σταυρό, τώνειρο, την ελπίδα + 'Σ ένα δικέφαλο πουλί... Τούπε ο Θεός θα γένη... + Σήμερ' αρχίζει ο κάματος. Ήρθαν τα πρωτοβρόχια, + Θάμεθα 'μείς η προοιμιά. Άφαντος ζευγολάτης + Που δε δελιάζει 'ς τη σπορά, κρατεί το χερουλάτη. + Ταλέτρι τρίζει 'ς τώργωμα ... Ήταν η γη χερσάδα + Και το γενί θαμπή βαθειά... Το γήμορο δικό μας... + Ψυχή, παιδιά μου, 'ς τ' άρματα!.. Τούπε ο Θεός θα γένη! + Να μη σας λείψη το νερό... Γέρο Διαμάντη, Μήτρε, + Σταθήτε σεις εδώ μ' εμέ ... 'Σ τη θέση του καθένας. + + Εσκόρπισαν ολόγυρα. Ποιος πιάνει ένα θυμάρι + Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά, τ' αφωρεσμένο δέντρο. + Τα καρυοφύλλια δείχνουνε μες 'ς τα κλαριά το στόμα + Σαν άγρυπναις δεντρογαλιαίς. Εδώθ' εκείθ' αστράφτουν + Άγρια μάτια φλογερά, ανάμεσα 'ς τα φύλλα, + Λες κ' ήταν θράκια σκεπαστά. Πρώτη πνοή θ' ανάψουν. + + Ένοιωθε κι' αναγάλλιαζε τη δύναμή του ο Διάκος. + + Μένει με μιας ακίνητος. Εσταύρωσε τα χέρια + Και κατά την Αγάθωνα το πρόσωπό του στρέφει. + 'Σ το μέτωπό του το πλατύ που το φωτίζ' ο ήλιος + Επέρασ' ένα σύγνεφο. Το μάτι του κατάρα... + Από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε η πικράδα + 'Σ τα δροσερά τα χείλη του και του τα φαρμακεύει + Σαν νάχε πιή την αλοή... + + — Αχ! Μήτζε Κοντογιάννη, + 'Σ τον άδη που θα καταιβώ, αν μ' εύρη ο γέροντάς σου + Και με ρωτήση, τι θα 'πώ;... Πως μ' έν' αρματωλίκι.. + + Είπε και στέναξε βαρειά. Εδιάβηκε η μαυρύλα + Κ' έρχεται πάλαι η ξαστεριά. Θολός, συγνεφιασμένος + Δε μένει τέτοιος ουρανός, ώρα πολλή δε μένει. + + — Καπνούρα, Μήτρε, καταχνιά... δε μας χασομεράνε. + Όθε περάσουν, ερημιά, μένει το χώμα στείρο. + + — Έρχετ' εμπρός η Λιαπουριά με τον Ομέρ Βριόνη.. + Διαμάντη, κύτταξε και συ, σαν και να σταματήσαν. + + — Χωρίστηκε ο Κιοσέ πασάς.. Χτυπάει την Αλαμάνα... + Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι!... + Να μην πεθάνω εδώ με σας, αν δεν ην' του Καλύβα. + Τούχα γνωρίση 'ς τ' 'Αγραφα... Πούσαι καϋμένε, Δίπλα, + Να ιδής που δεν εβράχνιασεν ο λάρυγγάς του ακόμα!.. + Έψησ', εμαύρισε καρδιαίς... Θα εδάγκασε κουφάρι.. + Το βόλι δεν εδιάβηκε ... Γονάτισ' ένας ... πέφτει... + Καλή αρχή... ματώθηκαν... ανάφτει το γεφύρι... + Πώς πολεμούνε τα σκυλιά!... Διάκε; ...καπνός... δε βλέπω. + + — Καλήτερα για σένανε. Τους βλέπω εγώ, Διαμάντη + 'Σ του Βακογιάννη τα πλευρά, 'ς τα στήθια του Καλύβα + Χτυπάει το κύμα και σκορπά. Τους έζωσε η πλημμύρα + Και δε σπαράζουν απεκεί. Τρέχα να πης του Λάμπρου + Να πάη μ' εξήντα διαλεχτούς... Φτερά... κ' η ώρα σφίγγει. + Μήτρε μου! Το μιλλιόνι μου... Μας είδανε... Ο δερβίσης + Στάθηκ' εμπρός και ρυάζεται... Κρατεί και δυο κεφάλια!.. + + — Εδώθε του Δεσπότη μας, ζερβιά του Παπαγιάννη. + + — Δε μούπες πως τους έκοψαν!... Νάχωμε την ευχή τους... + Κύτταξε, Μήτρε, το σκυλί, για να μας φοβερίση, + Τώρα τα πέταξε 'ς τη γη και τα ποδοκυλάει... + Τα πήρε παραμάσχαλα... Επρόβαλ' ένας άλλος... + Αναίβηκε 'ς το ψήλωμα.... Διαλαλητής... Τί θέλει;... + + — Θανάση Διάκε;... Εισ' αυτού;... (14) + + — Εδώμαι.... Ποιος με κράζει; + + — Ο αφέντης ο Ομέρπασας... + + — Στη γη δεν έχω αφέντη. + Κι' όθε περάση ο ίσκιος μου, ορίζω εγώ... Το ξέρει. + + — Δόσε μας διάβα, κι' ό,τι πης, τιμαίς... και βιο... και + [χάραις. + + — Πόλεμο θέλω... πόλεμο... Ποιος είσαι συ που κρένεις; + + — Πιστεύω, ό,τι πιστεύετε... + + — Αφωρεσμένος νάσαι + Πώχεις ψυχή 'ς τη γλώσσα μας, 'ς αυτόν τον Άγιον Τάφο + Να βλαστημήσης προδοσαίς... Αφωρεσμένος νάσαι... + + Κι' ο αντίλαλος εφτά φοραίς από σπηληαίς σε βράχους + Από βουνά σε λαγκαδιαίς φαρμάκεψε ταγέρι + Μ' εκείνον τον αφορεσμό. Τα χείλη του Ησαΐα + Αραχνιασμένα και βουβά 'ς τον ύπνο τους σπαράζουν + Και μουρμουρίζουνε βραχνά: — » Αφωρεσμένος νάναι» ... + Έφτυσεν αίμα καταγής του Παπαγιάννη η γλώσσα + Κι' ανταποκρίθηκε κι' αυτή: — » Αμήν... αφωρεσμένος.» — + Εχάθηκ' ο διαλαλητής... ανατριχύλα... τρόμος. + + Μηρμύγκιαζε η Αρβανιτιά. Τάλογο του Βριόνη + Τους διαχωρίζει εδώ κ' εκεί και τους δαγκάει την πλάτη. + Σαλάγα τους Ομέρπασα! Σπρώχνε, βορειά, το κύμα + Να φάη την πέτρα του γιαλού. Θα ξαφνιστής μια μέρα + Να ιδής τη νεκροθάλασσα το βράχο ν' αγαπήση. + Θαγκαλιαστούν τα δυο θεριά και τότε αδερφωμένα + Θα χλημητίσουν φοβερά, κι' ο άνεμος θα πέση. + Σαλάγα τους Ομέρπασα! Μάτονε τη βουκέντρα + Να τρέχουν τα καματερά. Θα νάρθη εκείν' η ώρα + Που αγριεμένα θα τα ιδής. Θα ν' αντιστηλωθούνε + Θα να τινάξουν το ζυγό, θα φύγουν με τ' αλέτρι + Και θάρθουνε μουγκρίζοντας 'ς το πρώτο βουκολειό τους. + Σαλάγα τους!... Σαλάγα τους!... Τάλογο πάντ' αστράφτει. + Μέσα 'ς τη μαύρη συγνεφιά... Εμπρός τα δυο κεφάλια. + + Ακούστηκε σα μια βροντή... 'Σ τα σωθικά του Διάκου + Κρυφά λες κ' είχαν σωριαστή, φαρμακεμμένοι πόνοι, + Χίλιων χρονών εκδίκησαις, στείραις ευχαίς, ορφάνια, + Του βρόχου το λαχτάρισμα, τυραγνισμένη φτώχια, + Κατάραις, ψυχομάχημα, βάσανα, μοιρολόγια, + Κ' εξέσπασε με μια φωνή το βογκητό του γένους: — + » Αδέρφια μου!.. Φωτιά . .. Φωτιά» ... + + Το βόλι του Θανάση + Δε θέλει σάρκα ανθρωπινή. Γυρεύει ν' απαντήση + Τάλογο πανδρειεύεται. θέλει να πιη τη φλόγα + Πώβραζε μες τη φλέβα του και 'ς τ' άγριο πέρασμά του + Του χάραξε το λάρυγγα, του θέρισε το σφάχτη + Του ρούφηξε τη λεβεντιά, του σβει την περηφάνεια + Και μεθυσμένο από χαρά φυσσομανάει και φεύγει. + Το άτι αναστηλώθηκε, στερνή παλληκαριά του, + Τα λάγανά του αιμάτωσαν, λυγάνε η κλείδωσαίς του + Και ροβολά νεκρό 'ς τη γη. Ψυχομαχάει κι' ακόμα + Κρατεί τ' αυτιά του τεντωτά... + + Ομέρπασα Βριόνη + Σου στέλνει χαιρετίσματα του Διάκου το μιλλιόνι. + + — Μήτρε, τα μετωρίσματα, παλληκαριά δεν είναι, + Όπου είν' ο χάρος Βασιλειάς... Διαμάντη!...Τον δερβίση. + + — Θανάση, ως τώρα τρεις φοραίς τον έβαλα 'ς το μάτι + Και δε μου δείχνει μέτωπο. Θα να τον τρώγη το αίμα. + + — Νάτος... Εξεσκεπάστηκε... Φωτιά... Διαμάντη... ρίξε... + + Βογκάει τ' αρμούτι το παληό... Ερρέκαξε ο Δερβίσης + Απλώθηκε ταπίστομα κι' ακόμα με τα νύχια + Κρατεί σφιχτ' από τα μαλλιά τα δυο του τα κεφάλια. + + — Μήτρε, μην επαράδραμα; + + — Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη, + Του ξήλωσες τα καύκαλα. — Τάνοιξες τρίτο μάτι + Για να διαβαίνη θαρρετά, να περβατή 'ς τον Άδη. + + — Μήτρε, μ' αρέσει να μ' ακούς... κ' εγώ το θάνατό του. + + Λυσσομανάει η αρβανιτιά τριγύρω 'ς το κουφάρι. + Βάφουν 'ς το αίμα τα σπαθιά... Παραδαρμός, φοβέραις. + Βουβάλια πού αγριέψανε... Τρώγονται συνατοί τους... + Στέκουν και ξεδιαλέγονται... αθέρας... ένας κ' ένας... + Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς.... Ότι και ξεφυτρώναν + Της νειότης τα τριαντάφυλλα. Λουλούδια, βλασταράκια, + Τα κύλησε η νεροποντή και 'ς τον καταποτήρα + Τα παρασέρνει ο ποταμός. Παιδιά, τα πήρε η τύφλα + Και χύνονται μες 'ς τη φωτιά... Του Διάκου τα λιθάρια + Με τα λεπίδια πελεκούν να τα ξεθεμελιώσουν. + Αρπάζουνε για ν' αναιβούν την πέτρα με τα νύχια + Κι' ότι φανούν τα δάχτυλα, το σίδερο θερίζει. + Τρεις ώραις ανδρειεύονται... Πλακόνει κι' ο Βριόνης + Σα μαύρη βαρυχειμωνιά... Χαλάζι το μολύβι... + Σκάφτουν το χώμα τάλογα... Σίφουνας, συντελεία... + Χνώτο με χνώτο πολεμούν... Αδερφωμένο βρέχει + Το αίμα ταρβανίτικο τη γη με το δικό μας... + Έχουν την ίδια τη βαφή... Αν σμίγουν πεθαμένα + Πώς δε θα σμίξουν ζωντανά;.. + + — Διαμάντη, τι με θέλεις; + Πώς άφησες το σκοτωμό και πώς με την Αστέρω + Μου πέρνεις τα πατήματα;... + + — Θανάση;.. Με γνωρίζεις.. + Δεν παρακάλεσα ποτέ... Κ' εμπρός σου... γονατίζω. + + — Πες μου, τι θέλεις;... γρήγορα.. + + — Αυτό το έρμο χώμα + Αν ήν' αλήθεια παγαπάς, Θανάση... γλύτωσέ το... + + — Σου φαίνεται να δείλιασα; + + — Φύγε, Θανάση, φύγε. + + — Μη φαρμακεύης, γέροντα, το ψυχομάχημά μου. + + — Δε βλέπεις πόσοι εμείναμε;... 'Σ το Χάνι ο Βακογιάννης + Με τον Καλύβα εκλείστηκαν ... + + — Κ' εγώ... χειρότερός τους; + + — Όχι, Θανάση, μένω εγώ, πώφαγα το ψωμί μου + Και δε μ' αποζητάει κανείς... Μένει μ' εμέ κι' ο Μήτρος, + Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου + Και δε θα σ' εντροπιάσωμε ... + + — Πώς είπες;... Τώνομά μου;... + Δε θα κοτήση ο θάνατος, Διαμάντη, να το πάρη + Και σεις θα μου το κλέψετε; + + — Θανάση, σχώρεσέ μας. + + — Εσείς μ' εμέ, κ' εγώ με σάς... Συχωρεμένοι νάσθε. + + Κ' εκεί που ο ανεμοστρόβιλος μουγκρίζει του πολέμου + Πηδούν οι λειονταρόψυχοι και κολυμπούν μιαν ώρα + Μες 'ς τη φωτιά, μες 'ς τη σφαγή... Παράδερνε η + [Αστέρω..; + + — Όσοι είστε ακόμα ζωντανοί, ελάτε ολόγυρά μου ... + + Φωνάζει ο Διάκος, κ' έρχονται... Δε μένουν παρά δέκα. + Ο ήλιος στέκει για να ιδή. Κάδε στιγμή πού φεύγει + Τους έσφιγγε στενά στενά 'ς την αγκαλιά του ο Χάρος. + + Μέσα σε τέτοιο πέλαγο, βαθύ μελανιασμένο, + Έν' ακρογιάλι μακρυνό, το μάτι του Θανάση + Ξανοίγει που τους έκραζε . — «Παιδιά, ς' το Μοναστήρι...» + Και δρασκελίζουν πεταχτά τη σιδερένια φράχτη + Πωλόγυρά τους έπηξε... Σεισμός το πέρασμά τους. + Τα όρνηα αναφτερούγιασαν... Τους κυνηγούν... προφτάνουν + Και πλημμυρίζουν την αυλή... Η εκκλησιά 'ς τη μέση + Παραιτημένη, ολόκλειστη... Ιδρόνει ο τοίχος αίμα... + Τρίζουνε τα κονίσματα ... Τα βόλια που ανεμίζουν + Εδέρνανε τα σήμαντρα και τα βουβά γλωσσίδια + Ξυπνούν, λαλούνε νεκρικά... Λες κ' είχε να περάση + Κανένα λείψανο απεκεί... + + — Θανάση!... Παραδόσου... + Επέσανε οι συντρόφοι σου... Δε σώμεινε κανένας. + + — Θα παραδώσω την ψυχή, τ' άρματα δεν τα δίνω. + Αν δεν το ξέρης, μάθε το... Ποιος είσαι;.. τη φωνή σου... + + — Θανάση, είμ' ο διαλαλητής... + + — Προδότη, αφωρεσμένε!... + Μη μου πατής τα μνήματα... Ακόμα ζης εμπρός μου;... + + Και τη στερνή του πιστολιά, τη ρίχνει αστροπελέκι + Και του βουβαίνει την καρδιά... Πέφτουνε τα κοράκια + Να τόνε φάνε ζωντανόν... Στηλόνει 'ς τάγιο Βήμα + Την πλάτη ο Διάκος... καρτερεί... Δεν τώμεινε 'ς το χέρι + Παρά μια σπιθαμή σπαθί... Τον έχουν 'ς το σημάδι... + Το πρόσωπό του ανάσταση... Εμπρός του αγκαλιασμένα + Δύο λείψανα ξαπλωταριά... Ο Μήτρος κι' ο Διαμάντης... + Δεν τον αφίνουν ούτ' εκεί. . Κανένας δε σιμόνει... + Τ' ανδρειωμένα κόκκαλα συντρίβουν τα μολύβια, + Και ο πύργος μένει πάντα ορτός... Το μάτι του άλλος + [κόσμος... + Τον τουφεκίζουνε με μιας... Ταδειάζουνε τη φλέβα + Και χίλιοι τον αρπάζουνε... Δεμένο το λειοντάρι + Τώχουν 'ς τη γη και το πατούν... Του στρίφουνε τα χέρια + Πιστάγκωνα με την τριχιά... Προβαίνουνε 'ς τον ώμο + Η σχίζαις απ' την κλείδωση... Αίμα ρονιά... μεδούλι... + Κ' ενώ τον εμαρτύρευαν κρυφά, κρυφά το στόμα + Απλόνει ο Διάκος και φιλεί το Μήτρο, το Διαμάντη. + + Χιλιάδαις τόνε σέρνουνε. Εμπρός τους λαβωμένη + Εμούγκριζε η φοράδα του... Την ανακράζει ο Διάκος + Κι' αυτή μ' ένα χλημήτισμα τον χαιρετάει και πέφτει. + + Εστάθηκαν να τόνε ιδούν... Τους φαίνεται σαν ψέμμα. + 'Σ την Αλαμάνα ο πόλεμος δεν έπαψεν ακόμα, + Το Χάνι το τοιμόρροπο σ έναν Κιοσέ Μεχμέτη + Δε θέλει να παραδοθή. Απ' τη χαρά του ο Διάκος + Νοιώθει βαθειά 'ς τα σωθικά την πρώτη δύναμή του + Που αναγεννήθηκε με μιας... + + — Καλύβα!... Βακογιάννη!... + Δέκα χιλιάδες με κρατούν... Σχωράτε με... πεθαίνω. + + Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο + Πούχανε βγη τα δυο θεριά και τάχε αρπάξει η φλόγα. + Κρύβεται ο ήλιος 'ς τα βουνά. Τα πλάγια σκοτειδιάζουν + Και μένουν έρμα τα Θερμιά... Νεκρύλα... βουβαμάρα. + Δε σειέται φύλλο 'ς τα κλαριά... Κανένα νυχτοπούλι + Μοιρολογάει το σκοτωμό και κάπου κάπου οι λύκοι + Που ανάμεσό τους γρούζουνε ποιος να πρωτοχορτάση + Με τα πηχτά τα αίματα... Εδώ κ' εκεί κουφάρια + Και ροχχαλιάσματα βαθειά... + + 'Σ ταγέρι κρεμασμένα + Ωσάν καντήλια τ' ουρανού, αποβραδής δύο φώτα + Εφάνηκαν 'ς τη σκοτεινιά... Κάνεις δεν τάχε ανάψη... + Κ' ένας που επέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης, + Κ' είδε το θάμμα κ' έδραμε, 'ς τη λάμψη δύο κεφάλια + Ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά... Τώνα του Παπαγιάννη + Και τάλλο του Δεσπότη του. — Γονατιστός εμπρός τους + Έμειν' ο γέρος κ' έκλαψε... Τους έρριξε τρισάγιο, + Τα φίλησε 'ς το μέτωπο και με το δοκανίκι + Έσκαψε λάκκο κ' έθαψε τ' αχώριστα τ' αδέρφια. + Βλογάει το χώμα τρεις φοραίς... Έκαμε το σταυρό του + Και χάνεται στην ερημιά... Εσβύστηκαν τα φώτα. + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. + +Λαλούν η πέρδικαις γλυκά κι' ο ήλιος 'ς τη χαρά του» σ.89 + +Το χαριέστατον τούτο πτηνόν καθήμενον κατά τας πρώτας εωθινάς +ώρας επί των αποτομωτέρων βράχων τέρπεται στρέφον προς τον ήλιον +ως αν επιδεικνύμενον το ποικιλόχρουν και αβρόν στήθος. Ότι δε η +πέρδιξ είναι εκ των συμπαθεστέρων ορνέων μαρτυρεί και το +_περδικοστήθω_ επίθετον λεγόμενον επί παρθένου καλόν εχούσης και +οίον επανεστηκότα τον κόλπον. + +«Κατάκορφα 'ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης.» σ. 89 + +_Πετρίτης, είδος ιέρακος εκ των αγριωτέρων_. Εκλέγει συνήθως τας +υψηλοτέρας πέτρας κ' εκείθεν αρειμανίως κατασκοπεύει και +επιτίθεται, όθεν και η παραγωγή του ονόματος. Εν χρήσει προς +έπαινον νεανίου έχοντος πολεμικόν το ήθος. + +»Πριν έβγη 'ς την παγάνα» σ. 89 + +_Παγάναι_· Συνήθως αι εκδρομαί αίτινες γίνονται εις τα δάση προς +κυνηγεσίαν. Αλλά κυρίως εμφαίνει τους ελιγμούς και τας +περιστροφάς του κυνηγού πλανωμένου ένθεν κακείθεν προς ανακάλυψιν +της ποθητής άγρας, όθεν και το ρήμα _παγανίζω_. + +» Χαρούμενα τ' αρείκη » σ. 90. + +_Ερείκη ή ρείκη_ Erica vulgaris. Πάντοτε πληθυντικώς. + +Το θρούμπι, την αλιφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα. σ.90 + +_Θρούμπι — Θύμβρα_. Thymbra capitala. +_Αλιφασκιά. Ελελίφασκος_. Salvia Pomifera. +_Σφελαχτός_. — Spartium scorpius. Θάμνος ακανθώδης, εκ των πρώτων +φυτών άτινα αναγγέλλουσι το έαρ διά των ωραίων κίτρινων ανθέων +των. + +Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια 'ς το λιοπύρι. σ. 90 + +_Απάρθενα - Αειπάρθενα. Λιοπύρι_, η ηλιακή θερμότης. + +Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη. σ.91 + +Όστις έτυχε να συναντηθή μετά πολεμικής τινος εταιρίας είδε +βεβαίως πώς δαπανώνται αι ώραι της αναπαύσεως. Ευελπιστώ ότι +πιστώς απεικόνισα τα έθιμα των ορεσιβίων μαχητών της Ελλάδος +γενόμενος ουχί εφευρέτης, αλλ' απλούς αντιγραφεύς. + +_Συντυχαίνω — συντυγχάνω_, συνομιλώ. + +_Παφήλια_ — αι εκ μετάλλου πολυτίμου ή ευτελούς ζώναι των +πυροβόλων. Η στρατιωτική τιμή επέβαλλεν επί ποινή καταισχύνης, +την άκραν καθαριότητα των όπλων. Αλλά προς ισοστάθμισιν της +τοιαύτης απαιτήσεως ουδεμία αξίωσις υπήρχεν ως προς την λευκότητα +της _φουστανέλλας_ διό έβλεπέ τις απαστράπτοντα τα όπλα επί του +ζοφερού χιτώνος ως αστέρας επί μέλανος ουρανού. + +Μες 'ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα, +Μαρμάρα, φίδι φτερωτό.. σ. 92. + +_Τριφύλλι_. Το γνωστόν τρίφυλλον κληθέν ούτως από των τριών +φύλλων, εξ ων απαρτίζεται έκαστος αυτού κλαδίσκος. Αν δέ ποτε +ευρεθή έχον, ως εξ ιδιοτροπίας της φύσεως, τέσσαρα φύλλα, +θεωρείται επιτήδειον εις μαγείας. + +_Σιδέρικη_. Η χροιά αυτή της τριχός συνιστά πολύ παρά τω λαώ τον +ίππον, και θεωρείται ως σημείον αλάνθαστον γενναιότητος, +προσαπτομένων εις το ζώον πάντων των χαρακτηριστικών του σιδήρου, +όθεν και το επίθετον. Και τούτο μεν συντελεί εις υπερτίμησιν ήτις +όμως έτι μάλλον επαυξάνεται όταν ο ίππος φέρη προσέτι επί του +μετώπου και λευκόν αστέρα. + +_Μαρμάρα. Στείρα ίππος_, Αγνοώ πόθεν προέρχεται η λέξις αύτη. +Εκτός αν έχη κοινόν τι προς το μάρμαρον όπερ παραλαμβάνεται εις +πολλάς μεταφοράς προς χαρακτηρισμόν νεκρών, αναισθήτων, ή ψυχρών +πραγμάτων. Ούτω λ.χ. «_Έμεινε μάρμαρο» = έμεινεν ακίνητος_. Και ο +περί τινος εν συμπλοκή πληγέντος ερωτώμενος εάν έπεσεν, +αποκρίνεται, _Μάρμαρο = Νεκρός_ (raide mort). Επειδή δε η +γονιμότης των ζώων αποδίδεται εις ζωτικήν τινα θερμότητα +αναπτυσσομένην εν τη μήτρα κατά τινας ώρας του έτους, και ταύτην +χαρακτηρίζει ο λαός διά του _φωτιά_, δεν είναι απίθανον να ελήφθη +κατ' αρχάς η λέξις _μάρμαρα_ εις δήλωσιν της ψυχρότητος του +αίματος εικαζομένης εκ της αδρανείας των γεννητικών οργάνων. + +» Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι» σ.99 + +Οι αλέκτορες και εν γένει πάντα τα πτηνά τα προαναγγέλλοντα την +αρχήν της ημέρας ήσαν τα ξυπνητήρια των επί των ορέων +διαιτωμένων. + +_Ορνίθι_ και πληθυντικώς ορνίθια τα κατοικίδια πτηνά. Αλλ' όταν +θέλη τις να δηλώση τας καθ' ωρισμένας νυκτερινάς ώρας φωνάς του +αλέκτορος, τότε συνηθέστερον ενικώς λ.χ. » _Ελάλησε τωρνίθι_. » + +Έβαψε τα παλιούρια, σ. 93. +Παλίουρος το γνωστόν ακανθώδες φυτόν. + +Μες τη μονιά του λύκου. σ. 93. + +_Μονιά επί τετραπόδων ζώων_. Φωλεά επί πτηνών, όθεν _μονιάς_ ο +λαγωός, ο λύκος, ο άγροιόχοιρος ή άλλο τι των θηρίων εκ γήρατος, +ή χαρακτήρος αγρίου μη στέργοντος την μετά των ομοφύλων +συμβίωσιν. + +»Τα κούφια βελανίδια. » σ. 93. + +Αι καταπίπτουσαι από της δρυός βάλανοι, αι διακρινόμεναι διά της +λέξεως _χαμάδα_, είναι η κυριωτέρα τροφή των αγριοχοίρων. + +»Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι.» σ.93 + +Πιστεύεται κοινώς ότι τεμάχιον μολύβδου στρεφομένου διά της +γλώσσης εντός του στόματος, πραΰνει την δίψαν. Προς τούτο +θεωρείται κατάλληλος και μικρός τις θαλάσσιος λίθος, όστις και +_δίψα_ ονομάζεται. + +» Και σαν μονομερίδα » σ. 93. + +_Μονομερίδα_. Όφις μικρός, θανατηφόρος. Εκ δε της αμβλύτητος της +ουράς προήλθεν η ιδέα ότι δικέφαλον είναι το ερπετόν τούτο. +Εμποιεί τρόμον η ζοφερά αυτού χροιά, και καθίσταται λίαν +επικίνδυνον ως εκ της μικρότητος αυτού. Προς τον επιμόνως +αρνούμενον την εκτέλεσιν επανειλημμένης προσταγής και εντόνως +εκφωνούντα, _όχι_, εκτοξεύεται το, » _Οχιά και μονομερίδα_.» Το +μεν πρώτον ως παρήχησιν του όχι και ως εμφαίνον άλλον όφιν επίσης +θανατηφόρον, το δε δεύτερον προς επίτασιν της κατάρας. + +Εκτός των δύο τούτων, επικίνδυνοι θεωρούνται παρ' ημίν ο +_αστρίτης_ και το _ακονάκι_ περί ου και το δημώδες + + Αν σε φάη τακονάκι + Το τζαπί και το φτιαράκι. + +Η _δενδρογαλιά, ο σαπίτης, ο τυφλίτης, το σαΐτάρι_ θεωρούνται +ακίνδυνα. Ως φάρμακον εις ουδετέρωσιν του ιού των όφεων παρέχεται +λευκή τις κόνις κατασκευαζομένη έκ τινος φυτού όπερ και +_φιδοχόρτι_ καλείται. Τινές πιστεύουσιν ότι την αυτήν θαυμασίαν +ιδιότητα έχει και η δρακοντία (άρον, δρακόντιον, των αρχαίων, +Arum Italicum) φυτόν περικλείον εντός πρασινωπής θήκης καυλόν +ερυθροειδή κοινώς λεγόμενον _γκάρδην_. Ο καυλός ούτος +αποτεφρούμενος είναι το αντιφάρμακον. Αρκεί να πίη τις την κόνιν +δις εντός εβδομάδος, αλλά μόνον κατά την τετράδην και την +παρασκευήν, μόλις εγειρόμενος του ύπνου και προ πάσης εδωδής και +πόσεως. Η θεραπεία αύτη καλείται _πότισμα_ και _ποτισμένος_ ο διά +του τρόπου τούτου καταστάς άτρωτος. Ο σίελος αποκτά τότε +καταπληκτικήν ιδιότητα ώστε διά της απλής επιθέσεως αυτού όχι +μόνον ο όφις καταλαμβάνεται υπό νάρκης, αλλά θεραπεύονται τα +τραύματα και εκλείπουσι τα φαινόμενα της δηλητηριάσεως. + +Απώνα αρμό 'ς τον άλλονε. σ. 93. + +_Αρμός ή άρθρωσις_. Όθεν και η συνήθης απειλή. » _Θα σε κόψω από +αρμό 'ς αρμό._» + + Ανάθεμα την ώρα, +Που ο Γούμενος τ' άη 'Γιαννιού από την Αρτοτίνα σ. 93 + +Καθ' όσον εν τη μονή ταύτη είχε χειροτονηθή ο Διάκος. + +Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι +Σου εδείξανε την πλάτη του.. σ. 94. + +Ότε απεφάσισα μετ' ακριβείας να μάθω τα περί της οιωνοσκοπείας +ταύτης θρυλλούμενα, επορεύθην πρός τινα υπερεκατοντούτην +βλαχοποιμένα, και εύρων αυτόν εν ώρα χειμώνος θερμαινόμενον υπό +τον ήλιον και επιτηρούντα μακρόθεν το ποίμνιον, + + — Καλώς τα κάνεις, γέροντα. + + — Καλώς το το παιδί μου. + + — Τα χρόνια σε βαρένουνε... Πώς απερνάς; ..Πώς είσαι; + + — Μου φαίνεται πως ήρθα χθες. Εμπήκ' από μια θύρα +Κι' από μιαν άλλη θα να βγω. — Πώς είμαι θες να μάθης; + + Η βρύσαις εκινήσανε, + Οι μύλοι εσταματήσανε, + Και τα βουνά εχιονίσανε + Και τα δυο γινήκαν τρία. + +Προσκληθείς δε υπ' εμού ίνα εξηγήση το αίνιγμα, απήντησεν ότι εκ +του γήρατος οι οφθαλμοί έρρεον δάκρυα, οι οδόντες είχον πέσει, η +κόμη επολιώθη και ότι αντί δύο είχε προσλάβει και τρίτον πόδα την +βακτηρίαν. Μετά την εισαγωγήν ταύτην αφού επί μακράν ώραν διά +μυρίων ελιγμών αφήρπασα εκ του στόματός του αρχαία τινα +διηγήματα, ήλθον εις το ποθούμενον θέμα. Ήκουσα παρ' αυτού αληθώς +τεράστια· ομολογώ δε ότι η πεποίθησις μεθ' ης εξεφράζετο ο +οιωνοσκόπος, κατελάμβανε βαθμηδόν και εμέ, ώστε μοι μετέδωκε την +πίστιν και τας δοξασίας του. + +Αλλά μη αρκούμενος ο γέρων εις γενικάς παρατηρήσεις και εις το +κύρος της μακροχρονίου αυτού πείρας, έβαλε την χείρα εις την +ζώνην και εξήγαγε δύο ή τρία πεπαλαιωμένα οστά, εφ' ων μοι +εδίδαξε την ανάγνωσιν των σημείων εν πρωτοτύπω. Εκ της +διδασκαλίας εκείνης επορίσθην τα εν τω αποσπάσματι τούτω του +στιγουργήματός μου καταχωρισθέντα. + +Ο αμνός του Πάσχα και ο κατά την εορτήν του αγίου Γεωργίου +θυόμενος περιέχει σχεδόν πάντοτε αλανθάστους προφητείας. Κατά δε +το αρματωλικόν έθιμον οσάκις παρετίθετο κριός ή αμνός (λειάνωμα) +και κατεκερματίζετο, η ωμοπλάτη ανήκε δικαιωματικώς εις τον +αρχηγόν, όστις και δεν παρέλειπεν ακριβώς να εξετάση τα εν αυτή +σημεία. + +Εκτός της ωμοπλάτης και το ήπαρ και ο σπλήν και τα έγκατα εν +γένει χρησιμεύουσι πολλάκις εις προφητικάς διαγνώσεις. Αλλά περί +τούτων ουδεμίαν ηυτύχησα να συλλέξω ακριβή πληροφορίαν. Είναι +ακατονόητον πόσον φείδονται των εξηγήσεων οι δημοτικοί μάντεις +και πόσον αποποιούμενοι πολλάκις αδράς αμοιβάς αρνούνται ν' +αποκαλύπτωσι τα μυστήρια της προπατορικής επιστήμης. + +» Τους έδειξε μια φλέβα. » σ. 94. + +Σημείον αιματοχυσίας, καθώς αι σκιαί, αίτινες παρατηρούνται επί +του οστού, (όπερ ιδίως καλείται _χτένι_) προμηνύουσι πένθος· Αι +_λειψάδαις_ και τα _κοιλώματα_ εικονίζουσι μνήματα ανεωγμένα. + +Η λέξις _λειψάδα_ εκ του _λείπω_ σημαίνει κενόν σχηματισθέν εκ +της αφαιρέσεως τεμαχίου τινός από στερεού σώματος. Το δε +_κοίλωμα_ φυσικόν βαθύλωμα. Η αυτή της ελλείψεως έννοια άλλως +τροπολογηθείσα φαίνεται και εν τοις _λειψός, λειψή_. Εντεύθεν και +τηγανίταις _λειψαίς και αναιβαταίς_, αι μεν άζυμοι, αι δε +ένζυμοι. + +Εξάνοιξε 'ς την αγκωνή μελαχρινή λουρίδα +Που πρόβαινε σα σερπετό. σ. 94. + +_Λουρίδα, λωρίον_. Σημαίνει ενταύθα γραμμήν μέλαιναν δίκην +έρποντος όφεως καμπτομένην. + +_Σερπετό και ερπετό_. Επροτίμησα το πρώτον προς διατήρησιν της +περιέργου ταύτης διαλεκτικής διαφοράς. + +Του πιάστηκε η αναπνοά. σ. 94. + +Μη πιστεύση τις ότι κατά λάθος έγραψα _αναπνοά_ αντί _αναπνοή_, +ηθέλησα εκ προθέσεως να τηρήσω τον περισωθέντα τούτον +αιολοδωρικόν πλατειασμόν. + +» Οχιά με τον οσκρό της. σ. 95. + +_Οσκρός το κέντρον_ του σφηκός και της μελίσσης λεγόμενον και επί +της γλώσσης του όφεως. Σύμβολον έριδος και εμφυλίων σπαραγμών. + +Ακούσανε που εφρύμαζε. σ. 95. + +_Εφρύμαζε_. Το άγριον φύσημα του ίππου σημαίνον έκπληξιν +ή τρόμον. + +» Ξώδερμα, Διάκε, μάγλειψε το βόλι ένα παγίδι. σ. 96. + +_Του γλείφω_ γίνεται χρήσις εις δήλωσιν επιπολαίου τραύματος διά +σφαίρας. + +_Παγίδι και παγίδια_, αι πλευραί. + +» Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι » σ. 96. + +Το ξανάφτω επί ερεθισμού και φλογώσεως των τραυμάτων. + +» Δος μου το μήλι σου να ιδώ. » σ. 96. + +Το _μήλι_. Η μήλη των αρχαίων ήτο το μόνον ίσως χειρουργικόν +εργαλείον των αρματωλών δι' ου κατεμετρείτο το βάθος των πληγών. + +Ξανθο ..φρυμμένη πηγανιά. » σ. 96. + +Εκ των προχείρων μέσων προς κατάπαυσιν της αιμορραγίας +συνηθέστατον ήτο ο αποτεφρωμένος πήγανος, ο φλοιός αγρίας συκής, +ο μοτός και άλλα. + +» Δεν έπαιξε λεπίδι » σ. 96. + +Φράσις πολεμική σημαίνουσα συμπλοκήν εκ του συστάδην. Καθώς και +το: _Τόνε πέρνει στο φτερό_, σημαίνει νίκην προερχομένην εκ της +φυγής των εναντίων άνευ τινος αντιστάσεως. + +» Δριμόχολο, τρομάρα.» σ. 97. + +_Δριμόχολο_, αιφνίδιος, ορμητικώτατος βορειοανατολικός άνεμος, +επικίνδυνος εν θαλάσση και καταστρέφων τους καρπούς της γης. + +» Ριπίζω .. με κυνήγησαν» σ. 97. + +Το _ριπίζω_ κυρίως διασκορπίζω, αλλά και εν χρήσει προς δήλωσιν +ορμητικής φυγής. + +Τον είχα ιδεί που εμούδιασε» σ. 98. + +Εμούδιασε ενταύθα σημαίνει μεταφορικώς νάρκην ηθικήν. + +Αν πέσω θυμηθήτε, — Τάρματα, το κεφάλι μου. σ. 98. + +Θέλω λάβει αφορμήν εν τοις επομένοις να είπω τινα σχετιζόμενα +προς τας ιδέας των αρματωλών όταν επρόκειτο περί προφυλάξεως της +κεφαλής αυτών από των εχθρικών ύβρεων. Γνωσταί δε υπάρχουσιν αι +περιφρονήσεις εις ας απέκειτο το ευγενές τούτο μέλος του +ανθρωπίνου σώματος, η καθέδρα της διανοίας, οσάκις περιέπιπτεν +εις των εχθρών τας χείρας. + +» Σήμερ' αρχίζει ο κάματος, κ.τ.λ. 99. + +Το ημέτερον άροτρον διατηρηθέν σώον ως το παρέδωκε τοις προγόνοις +ημών ο καλός Τριπτόλεμος σύγκειται εκ των επομένων μερών. + +_Αλέτρι, ζυγός, κέρος ή σύβαλμα, γενί ή ινί, αλετροπόδα, φτερά, +σπάθη, σταβάρι, χερουλάτης, ζεύλαις, ασκάλι, κλειδί, βουκέντρα, +σπαθότρυπα και αλπός_ αι δύο οπαί αίτινες υπάρχουσιν επί της +_αλετροπόδας_. + +_Προοιμιαίς_ αι κατά την χειμερινήν ώραν γινόμεναι _σποραί_. + +_Οψιμιαίς_ αι κατά την εαρινήν. + +_Κάματος_. Η των αροτήρων βοών και η του ζευγηλάτου εργασία. Και +το εκ της εργασίας ταύτης προϊόν. + +_Χερσάδα_. Η γη ήτις από πολλών ετών μένει χέρσος, ακαλλιέργητος. + +Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά τ' αφωρεσμένο δένδρο. σ. 99 + +_Λοιδοριά και αλλοιδοριά_. Δρυς αειθαλής, Quercus illex. Το είδος +τούτο της δρυός θεωρείται υπό του λαού, κατηραμένον. Μυθολογείται +δε ότι θαυμασίως πως και μυστηριωδώς διαδοθείσης της καταδίκης +του Ιησού Χριστού, έντρομα συνήλθον εις νυκτερινόν συνέδριον +πάντα τα φυτά και συσκέψεως γενομένης, παρεδέχθησαν ομοθυμαδόν ν' +αρνηθώσι το ξύλον αυτών προς κατασκευήν του σταυρού, εφ' ου +επέπρωτο να προσηλωθεί ο υιός του Θεού. Αλλ' ως εν μέσω των +Αποστόλων είχεν ευρεθή ο Ιούδας, ούτω και μεταξύ των δένδρων +παρέστη η _Λοιδορία_ ήτις μόνη εδήλωσεν ότι ουδόλως διενοείτο να +υποκύψη εις την γενομένην απόφασιν. Η βδελυρά αύτη διαγωγή +εστιγματίσθη διά φοβερού αναθέματος υπο τών βουλευομένων και ούτω +παρεδόθη εις τας αράς των αιώνων ως ένοχον φρικαλέας προδοσίας το +αποτρόπαιον φυτόν. + +Επελθούσης της ώρας καθ' ην Ιουδαίοι τεχνίται διετάχθησαν να +κατασκευάσωσι το όργανον του μαρτυρίου, παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως +ότι ουδέν εκ των γνωστών ξύλων έστεργε να τηρήση την συνήθη +απάθειαν, αλλ' ως αν εν τω οργανισμώ αυτού εφώλευε μυστηριώδες τι +πνεύμα, διερρηγνύετο πανταχόθεν, και απεσκίρτα συστρεφόμενον και +διακρούον την μανιώδη καταφοράν και παραλύον των εργατών τα +τεχνάσματα. Αφ' ου εκ περιτροπής εβασανίσθησαν άπαντα, μόνη η +_Λοιδορία_ προσηνέχθη φιλικώς και ούτω μετά πολλούς αγώνας +κατηρτίσθη το πολύμοχθον έργον. + +Του δένδρου τούτου ο φλοιός, οι κλάδοι, τα φύλλα και εν γένει +πάσα η κατασκευή διεγείρει ανεξήγητον αποστροφήν είτε διότι +φαίνεται ως ειδεχθές έκτρωμα εν τη οικογενεία εις ην ανήκει, είτε +διότι εις του λαού τα βλέμματα παρίσταται φέρον ανεξίτηλον το +προαιώνιον στίγμα. + +Οι δε επί των ορέων ξυλευόμενοι παραγκωνίζουσιν αυτό εκ +συστήματος, φοβούμενοι μη τον πέλεκυν μολύνωσι, κυρίως δε μη την +αγνότητα της φλογός μιάνωσιν, εισάγοντες αυτό εις την +οικογενειακήν εστίαν. Ότι δε ο Ελληνικός λαός αποδίδει +θρησκευτικόν σεβασμόν εις το πυρ, μαρτύριον έστω η καταρίθμησις +αυτού μεταξύ των κυριωτέρων δυνάμεων της φύσεως και η διατύπωσις +ιδιαιτέρας ορκομωσίας απαγγελλομένης συνήθως εν κρισίμοις +περιστάσεσι και συνοδευομένης διά σχήματος όπερ εκτελεί τις ψαύων +ταχέως διά του δείκτου και του λιχανού την φλόγα εκ των κάτωθεν +προς τα άνω. ο τύπος του όρκου διαφέρει πολλάκις κατά την φράσιν, +είναι δε πάντοτε ο αυτός ως προς την έννοιαν. » Μα το φως που μας +φωτίζει. » — » Μα τη φωτιά που μας παραστέκει. » + +Την φλόγα του πυρός θεωρεί επίσης ο λαός ως εξαγνίζουσαν και +απομακρύνουσαν τα πονηρά πνεύματα άτινα δολίως πολιορκούσι τον +άνθρωπον. Ούτω λ.χ. εντός του θαλάμου όπου κείται η λεχώ, αρτίως +απαλλαχθείσα των ωδίνων του τοκετού, ουδείς εκ των έξωθεν του +οίκου εισέρχεται νύχτωρ πριν ή διασκελίση ή ψαύση διά των +δακτύλων την φλόγα. + +Και αυτή της βασκανίας η διάγνωσις τελείται διά πεπυρωμένων +ανθράκων, βαλλομένων εις ψυχρόν ύδωρ. Τότε ο μαντευόμενος +προφέρει συγχρόνως το όνομα του πάσχοντος και αν αληθώς υπάρχη +βασκανία, είς των ανθράκων κρημνίζεται μετά πολλού του ψόφου εις +τον πυθμένα. Εννοείται οίκοθεν ότι η πράξις αύτη συνοδεύεται υπό +μυστικών εξορκισμών. Τούτου πραχθέντος νίπτεται ο πάσχων διά του +ύδατος του χρησιμεύσαντος εις την εκπλήρωσιν του μυστηρίου, πίνει +και θεραπεύεται αυθωρεί. + +Αλλ' επανερχόμενος επί το προκείμενον, λέγω, ότι τοιαύτης ούσης +της περί _λοιδορίας_ δημώδους παραδόσεως, έκρινα εύλογον να +εισαγάγω αυτήν εις την διαδραματιζομένην σκηνήν, ως διά της +παρουσίας αυτής προοιωνίζουσα την επικειμένην καταστροφήν. + +Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι. +Να μην πεθάνω εδώ με σας κ.τ.λ. σ. 101 + +Διασήμων τίνων όπλων η φωνή υπήρχε γνωστή, και δεν ήτο σπάνιον εν +μέσω απείρων πυροβολισμών, γεγυμνασμένον ωτίον να διακρίνη εκ της +εκπυρσοκροτήσεως, αν εκεί εμάχετο γνωστός τις φίλος ή εχθρός. +Τούτο συνέβη και εν τη περιστάσει ταύτη, καθ' ην ο Διαμάντης +αναγνωρίζει εκ του ήχου το όπλον του διαβοήτου Δίπλα, του γνωστού +τούτου συνεταίρου του Κατζαντώνη. + +Ότι δε το καρυοφύλλι (πώς να μη καταρασθώ την ανακάλυψιν του +φίλου μου Κυρίου Σάθα!) εφημίζετο ως υπέρ παν άλλο ηχητικόν και +βροντοφώνον δηλοί σαφώς το κλέφτικον αξίωμα, + + Αρμούτι έβγα 'ς τον πόλεμο, νταλιάνι 'ς το σημάδι + Και καρυοφύλλι 'ς τη φωνή, σαν άξιο πολληκάρι. + +» Βάσανα, μοιρολόγια. » σ. 105 + +Κρίνω εύλογον να σημειώσω ότι κυρίως μοιρολόγι σημαίνει θρήνος +μετά νεκρικού άσματος. Απλαί δε οιμωγαί και ολολυγμοί, δι' ων +αγγέλλεται τραγικόν τι συμβάν, λέγοντας _απόφωνα_. + +» Τα λάγανά του αιμάτωσαν» σ. 105 + +_Λάγανα_. Τα έσωθεν των οδόντων ούλα των ίππων. Ταύτα οσάκις +εξογκούνται εμποδίζουσι το ζώον να βοσκήση. Το δε νόσημα τούτο +σημαίνεται διά της φράσεως. » Έχει τα _λάγανα_.» + +» Και δε μου δείχνει μέτωπο» σ. 106 + +Όταν δεν παρουσιάζεται τις κατά πρόσωπον. Οι περίφημοι δε +σκοπευταί δεν έστεργον να εμβάλωσι την σφαίραν άλλοτε ειμή εις το +μέσον του μετώπου (καλούμενον _σταυρός — αστέρι_) ή της καρδίας. +Διό και παρακατιών φοβούμενος ο Διαμάντης μετά τον πυροβολισμόν +μη παρέδραμεν, ερωτά περί τούτου τον Μήτρον. + +» Θα να τον τρώγη το αίμα. σ. 106 + +Φράσις εμφαίνουσα κακόν τι προαίσθημα και επικείμενον δυστύχημα. + +» Ερρέκαξε ο δερβίσης.» σ. 106 + +Το _ρεκάζω_, σημαίνει εκπέμπω φωνήν απότομον προκαλουμένην υπό +σφοδροτάτου και αιφνιδίου άλγους. Είναι στεναγμός του +προσβαλλομένου υπό απροσδοκήτου θανάτου. Συνηθέστερον επί ζώων, +κυρίως, αιγών ή τράγων, όταν σφαδάζωσιν υπό την μάχαιραν. +«_Τώδωσε όσο που ερρέκαζε» — Θα σε κάμω να ρεκάξης_» = +Εμαστίγωσεν αυτόν μέχρι θανάτου. Θέλω σε εξοντώση, καταστρέψη. + + Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη, +Του ξήλωσες τα καύκαλα. κ.τ.λ. σ. 106 + +_Ραφή_, η ραφή ήτις συνδέει τα δύο ημικράνια. _Καύκαλα και +κούτελο_ το έμπροσθεν μέρος του κρανίου. + +» Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς. » σ. 107 + +Στρατολογήσας εν βία ο Ομέρ Βριόνης είχε παραλάβει πολλούς +νεανίσκους αλβανούς και περί τούτων γίνεται λόγος ενταύθα, + +«Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου» σ. 109 + +ο Δίπλας, ιδών ποτε τον Κατζαντώνην προκινδυνεύοντα, τους δε +πολεμίους αθρόους επιπεσόντας επ' αυτόν άμα εξαγγείλαντα το ίδιον +όνομα, και ελπίζοντας να τον ζωγρήσωσιν ή αποκτείνωσιν εισορμήσας +εκραύγασε. »_Μη τον πιστεύετε, εγώ είμαι ο Κατζαντώνης. Αν σας +βαστά, βαρείτε μου._» Τότε δη στρέψαντες οι εχθροί κατ' αυτού τα +όπλα εθανάτωσαν τον εκουσίως εαυτόν προσενεγκόντα θύμα υπέρ της +φιλίας. + +» Παιδιά, 'ς το μοναστήρι. σ. 110 + +Εννοείται η μονή της Δαμάστας όπου ο Διάκος πολεμών απεσύρθη και +έμεινε μέχρι τελευταίας στιγμής, η θέσις αύτη, κατα τον Κύριον +Τρικούπη καλείται _Ποριά_. + + Δεν τώμεινε 'ς το χέρι, +Παρά μια σπιθαμή σπαθί. κ.τ.λ. σ. 111 + +Υπάρχει αναντίρρητον ότι τότε μόνον συνελήφθη ο Διάκος αφ' ου και +το πυροβόλον διερράγη και το ξίφος αυτού εθραύσθη. Επίσης +διαβεβαιούσι πάντες ότι είχε τραυματισθή καιρίως κατά τον ώμον. + +Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο σ. 112 +Πούχανε βγει τα δυο θεριά και τάχε αρπάξη η φλόγα. + +0 Καλύβας και ο Βαχογιάννης αντέσχον σχεδόν μόνοι κατά +πολυαρίθμων εχθρών ωχυρωμένοι εντός του μικρού ξενοδοχείου της +Αλαμάνας. Αλλ' ότε είδον τον αρχηγόν αιχμάλωτον, τότε ξιφήρεις +πεσόντες κατά των πολεμίων εθανατώθησαν. Βλέπων αυτούς μακρόθεν ο +Διάκος και εκτιμών την απαραδειγμάτιστον γενναιότητα ανέκραξε + + Δέκα χιλιάδας με κρατούν + +τουτέστι με κωλύουσι να δράμω προς βοήθειαν. + +Και μένουν έρμα τα Θερμιά. 113 + +Μετά την νίκην ο Τουρκαλβανικός στρατός επανήλθεν εις Ζητούνι +φέρων εν θριάμβω τας κεφαλάς των φονευθέντων και δέσμιον τον +Διάκον. Τα εν τοις επομένοις άσμασιν ιστορούμενα θεωρούνται +επομένως ως συμβάντα εν Λαμία. Εφ' άπαξ δε οφείλω να διαδηλώσω +ότι, εάν προς ταις ιστορικαίς σημειώσεσιν αναγκαίον έκρινα να +προσθέσω και διαλεκτικά τινα, ουχί σχολαστικής επιδείξεως χάριν +ήλθον εις τοιαύτας διατριβάς, αλλ' ίνα ερμηνεύων λέξεις και +φράσεις ουχί συνήθεις παρά πάσι τοις Έλλησι, παράσχω αφορμήν εις +ερεύνας δυστυχώς μέχρι τούδε παραμεληθείσας, επί βλάβη της +εθνικής ημών γλώσσης, ήτις αδιασπάστως συνδέεται μετά της +ιστορίας των Ελληνικών γραμμάτων. + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ. + + + +ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ +ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ. + + Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη, + Μες 'ς την πυκνή τη χλωρωσά. Τόσαις χιλιάδαις κόσμος, + Κι' ούτ' ένα όνειρο γλυκό, ούτ' ένα καρδιοχτύπι! + 'Σ του ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδαις, + Δε φέγγει πόθος μακρυνός. 'Σ τα μάτια της μαυρύλα + Και 'ς την καρδιά της ερημιά. Τανθρώπινα κοπάδια + Απ' το βαρύν τον κάματο, βουβά, αποκαρωμένα, + Μες 'ς τα λουλούδια ταπριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν, + Σαν νάτανε συντρίμματα, χορταριασμέναις πέτραις + Όπου είχε πάρη ο χαλασμός από κανέναν πύργο + Και τάχε σπείρη εδώ κ' εκεί με του σεισμού το χέρι. + + Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα + Τωρνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη + Το δρέπανο του φεγγαριού 'ς ενός βουνού τη ράχη + Εστάθηκε για μια στιγμή και πικραμένο ρίχνει + Την ύστερή του τη ματιά 'ς το έρμο το Ζητούνι. + Εμαύρισαν η λαγκαδιαίς. 'Σ το μελανό του κύμα + Ταγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια, + Γένονται θάλασσα η στερηαίς, λες ότι αυτό το βράδυ + Ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι' αργεί να ξημερώση. + + Μες 'ς το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι + Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομάνητό του. + Στοιχειό της γης περήφανο, βουλήθηκε να φτάση + Τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον άδη με τη ρίζα, + Και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος + Τούχε φωλιάση 'ς την καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι + Δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του. + + Εις το βαρύν τον ίσκιο του, περίχαρο λουλούδι + Ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι + Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι + Και δρακοντιαίς φαρμακεραίς. 'Σ το χώμα κάπου κάπου + Σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τάχε ξεσαρκώση + Ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι, + Εσέποντο χωρίς ταφή. Κι' ανίσως πλανεμένος + Κανείς εδιάβαινε απ' εκεί κ' ένοιωθε τα σαράκια + Να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια, + Κι' ολονυχτύς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του + Κι' ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο, + + 'Σ τη μαύρην την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος, + Γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος, + Ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι. + Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάχνα + Έχθρα κρυφή, παντοτεινή, για τάνθη, για ταστέρια + Για του παιδιού την ευμορφιά, κ' έτρωγε με το μάτι + Ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη. + Έκλωθε τη σαπύλα του στρωμένος 'ς τα ξεσκλίδια + Που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα. + Αχώριστοί του σύντροφοι, σφυριά, τριχιαίς, αμμώνι, + Στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδαις, + Μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα. + Κανένας δεν εγνώριζε 'ς τη Λιβαδειά πώς ήρθε. + Τον είχε ρίξη σύγνεφο;... Τον είχανε ξεράση + Τα χώματα του ρουπακιού;... Κανένας δεν το ξέρει. + Όταν τη νύχτα 'ς τον τροχό τα σύνεργα επερνούσε + Κι' ανάδευε τα χέρια του κ' έτρεμε το κεφάλι, + Παρασαρκίδα αφύσικη μες 'ς την κοιλιά του δέντρου, + Εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο + Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που πρόσμενε κυνήγι + Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του, + + 'Σ αυτόν το λάκκο από βραδύς θαμμένος είν' ο Διάκος, + Ταστροπελέκι του βουνού σβυέται 'ς αυτό το μνήμα. + Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι + Και του βυζαίνει την ψυχή. Ξεραίς παλαμονίδαις + Του στρόνει μέσα 'ς τη σπηλειά και τόνε ρίχνει επάνω. + Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει + Και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια, + Χαλκά του σφίγγει 'ς το λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει + Μ' έν' αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει + Και τα τινάζει επάνω του... Ύστερα, διπλοπόδι, + Τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε + Κι' αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους. + Ακοίμητο, αγρυπνούσ' εκεί και του Θεού το μάτι. + + Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση + Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο + Με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους, + Και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν. + 'Σ τη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμέναις, + Απλόνουν τα φτερούγια τους κ' επάνωθέ του ανοίγουν + Βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν + Μ' αθάναταις ενθύμησαις, μοσχοβολιαίς του τάφου. + + Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό 'ς το χέρι + Και λιβανίζει κ' ευλογά. Μαζύ του κι' ο Δημήτρης + Κρατώντας 'ς το δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη + Ταγαπημένα λείψανα, σαν να ζητούσε ναύρη + Λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μιαν άκρη + Πα να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας, + Πλατύς ψηλός σαν έλατος κι' ο Πάνος Μεϊντάνης + Με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη. + Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη, + Με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα + Γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν νάφτανε τρεχάτος + Ψηλ' από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας. + Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος, + Θαλασσοπούλι πώσταζεν αφρούς απ' την Κασσάνδρα. + Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας, + Πούχε παράπονο κρυφό γιατ' ήτον πεθαμένος + Και δεν μπορούσε μια φορά να μαρτυρήση ακόμα + Για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος. + Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης + Και δείχνει τ' Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη + 'Στήν αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι' ο Αμπελογιάννης + Με τρεις θηλειαίς που εσφίγγανε τον άγριο το λαιμό του. + Ο Κωσταντάρας πώφερνε 'ς τον ώμο το παιδί του + Σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα, + Γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε, τάρματα, τη γενειά του. + Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γέρο Κώστα Πάλλας, + Ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης, + Τ' Ανδρούτζου τάσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι + Με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση, + Λειοντάρια που δεν άφιναν τον άδη 'ς ησυχία. + Ο Λιάκος απ' τον Όλυμπο. Εκεί κι' ο Κοντογιάννης + Που γύρευε συχώρεση να πάρη για το Μήτζο. + Ο Κατζαντώνης πώδειχνε με κρυφοπερηφάνια + 'Σ τα κόκκαλά του το σφυρί... Ο Δίπλας 'ς το πλευρό του. + Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι, + Αχώριστοι 'ς το σκοτωμό, 'ς το μνήμ' αδερφωμένοι. + Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας. + Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος + Εμπρός 'ς το Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης. + Κρατεί 'ς τη ζώνη τα κλειδιά που πήρε από το Κούγγι + Όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδαις τα μαλλιά του + Τα γένεια σπίθαις και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι + 'Σ τον ώμο τους τονέ βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω + 'Σ το φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια, + Αγράμπελαις που εφύτρωσαν 'ς το βράχο του Ζαλόγγου, + Καθένα τούχε η μάνα του 'ς την τραχηλιά της ρόδο. + Κι' ανάμεσό τους φαίνεται ο γέρο πολεμάρχος + Σαν περατάρης γερανός που σέρνει 'ς τα φτερούγια + Τα χηλιδόνια του Μαρτιού δαρμέν' απ' την αντάρα. + + Μ' ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος + Το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση, + Κ' επίστεψεν από μακρά ότ' είδε το λημέρι + Που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του + Βαθύτερα 'ς τα σωθικά, του φώλιασε 'ς τα μάτια + Γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φως του + Κι' αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν + 'Σ τ' αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι' ο γύφτος, + Η φύσις όλη εσίγησε, λες κ' ήθελε ν' αφήση + Ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου. + + *** + + Κ' ιδού του κάστηκε με μιας ότ' είδε την κουφάλα + Του δέντρου ν' αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα + Να πέσουν όλα καταγής, να μεταμορφωθούνε + Να γένουν σάρκαις ζωνταναίς, και τάψυχο το ξύλο + Να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της + Χωρίζει, ξεδιπλόνεται, και τότε με το χέρι, + Το σιωπηλό το φάντασμα που στέκει επάνωθέ του, + Τη σήκωσε, την έρριξε 'ς την πλάτη του σα ράσο, + Κ' έμειν' εμπρός του ακίνητο... Τριγύρω 'ς το λαιμό του + Χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν νάθελε περάση + Εκείθε η κόψη του σπαθιού... + + — Χριστός ανέστη, Διάκε!... + + — Παπά, τι θέλεις από με;... πούθ' έρχεσαι;... ποιος + [είσαι;... + + — Ποιος είμαι, Διάκε;... και ρωτάς;... κύτταξε... ο + [Ησαΐας. + Έλα μαζύ μου γρήγορα μη μας προλάβ' η μέρα. + + — Δεσπότη μου, μ' εδέσανε ... Τα σίδερά μου κόψε. + + — Θανάση, μην είσ' άπιστος ...Δε σε κρατεί κανένας. + + Ανέβηκαν μεισουρανύς. Πετούν... Πετούν ακόμα .. + Αφίνουν πίσω τους βουνά και πέλαγα κι' αστέρια. + Τρυγόνια διαβατάρικα που πήγαιναν 'ς τη Δύση + Τους απαντούν 'ς τα σύγνεφα και τους καλημερίζουν. + Ο Διάκος τα χαιρέτησε, ταυλόγησε ο Δεσπότης + Και τα ρωτά πού θα σταθούν να ξεκαλοκαιρέψουν, + Κ' εκείν' απηλογήθηκαν: — » 'Σ τα Σάλονα, 'ς την Κιόνα, + 'Στη Λιάκουρα τη δροσερή, 'ς της Γούρας τ' ακροβούνια» — + — » Αλλάξετε το δρόμο σας, πουλιά μου ευλογημένα, + » Συρέτε αλλού να ζήσετε και να ζευγαρωθήτε. + » Εκεί εθολώσαν τα νερά, είναι φωτιά ταγέρι, + » Και δε θαυρήτε για φωλειά ούτε κλωνί χορτάρι.» — + + Η δυο ψυχαίς πάντα, πετούν... Πετούν ολίγο ακόμα + Και φτάνουν 'ς ένα ψήλωμα... + + — Θανάση, στάσου τώρα + Κι' ολόγυρά σου κύτταξε. + + — Δεσπότη!... Ποια είν' εκείνη + Η χώρα που μαυρολογά, χτισμένη 'ς εφτά ράχαις;.. + Μου φαίνεται άγρια θάλασσα, και το ροχχάλιασμά της + Τακούω που φτάνει ως εδώ;... + + — Προσκύνησε το θρόνο + Του πρώτου μας του Βασιλειά, το μνήμα του στερνού μας.. + Πώς τρέμεις, Διάκε; Γιατί κλαις;.. Θανάση!... είναι δική + [μας + + — Ελεημοσύνη... Ένα σπαθί... Πριν φέξη τήνε πέρνω. + + — Διάκε, δεν ήρθ' η ώρα μας. Θα βαφτιστούμε πρώτα + 'Σ το αίμα, 'ς τα παθήματα και κοφτερά στουρνάρια + 'Σ το μετερίζι του βουνού το γόνα μας θα τρίψουν. + Θα πιούμε τον ιδρώτα μας. Θα μείνη μαύρη χήρα + Η γη μας η ταλαίπωρη και τα κοιλόρφανά της. + Θα μάθουν να χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδαις, + Και του νερού τα κάρδαμα, παρά να τα σαρκόνη + Του ξένου το άτιμο ψωμί, πώχει προζύμι πάντα + Φαρμάκια, καταφρόνεσαις, περίγελα και δάκρυ. + Τότε θαρθή περήφανο το γένος να χτυπήση + Τη θύρα της Αγιάς Σοφιάς με του σπαθιού τη φούχτα, + Τα σιδερένια μάνταλα, 'ς την προσταγή θα πέσουν, + Κ' εκεί που τώρ' ανάσκελα, μ' ολόρθα δαγκανάρια + Με το λαρύγγι διάπλατο, θρασομανάει και χάσκει + Το μισοφέγγαρο χρυσό, σαν νάθελε με πείσμα + Αφ' ου μας έφαγε τη γη, να πιη τον ουρανό μας, + Ο Σταυρωμένος θα σταθή... Μην κλαις... είναι δική μας. + + — Κ' εμείς, πατέρα μου, οι φτωχοί, θάμεθα πεθαμμένοι;... + + — Θα να χτιστή με κόκκαλα το μακρυνό γεφύρι. + + Μην ήσαι, Διάκε, αχόρταγος. Κύτταξ' εκεί ποιος άλλος + Με το κορμί τα θέμελα θα να στοιχειώση τώρα. + Θανάση μου! Γονάτισε ... κρεμούν τον Πατριάρχη. + + Εγονατίσανε βουβοί. Κ' ευθύς 'ς την έρμη χώρα + Έβρεξε φως από ψηλά και τήνε πλημμυρίζει. + Και κόσμον είδανε πολύν, σιμά 'ς το περιγιάλι + Να μερμηγκιάζη ανήσυχος και μέσ' απώνα ξύλο, + Όπου είχε αράξη βιαστικά, το Γέρο να προβάλη + Με τ' απανωκαλύμμαυκο, με το ραβδί 'ς το χέρι. + Τα βάσανά του, η αγρυπνιαίς, τα χρόνια του, η νηστείαις, + Το φοβερό το μυστικό, που εκράτει κλειδωμένο + Βαθειά ς' τα φυλλοκάρδια του, τον είχανε συντρίψη + Κ' είναι το πάτημά του αργό. Φονειάδες λυσσασμένοι + Τον έσπρωχναν να περπατή και τα γεράματά του + Περιγελούσανε σκληρά: — » Τη λαγουριά σου χτύπα... + «Εμπρός... κ' οι λύκοι, ποιστικέ, θα φαν τα πρόβατά σου.» +— + Τον έσυραν 'σε μια αδειά... Πέφτει 'ς τη γη... Σταυρόνει + Τα χέρια να τον κόψουνε... «Εμπρός... εμπρός... Δεσπότη + Δεν έχεις σβέρκο για σπαθί... Ακαίρηος θα πεθάνεις.» — + + Μουγκρίζει ο ανεμοστρόβιλος. Σφιχτά τον αγκαλιάζουν + Και τόνε διώχνουν παρεμπρός: «Μόχτα.. Δεσπότη... μόχτα + »Και 'ς το πατριαρχείο σου θαυρής να ξαποστάσης.» + — Κι' ανεμοδέρνει ταλαφρό, το μαραμμένο φύλλο. + Αφ' ου τον έφεραν εκεί κι' αφ' ου τον παραδώκαν + Εβουβαθήκανε με μιας. Ένας 'ς τον άλλο επάνω + Λαχομανούν, αφρίζουνε.. 'Σ τη μεσινή τη θύρα + Σε λίγο τρίζει το σχοινί... Αλλαλαγμός, κατάραις... + Σπαράζει τάγιο λείψανο... Ταχόρταγα τα όρνεια + Ολόγυρά του σφίγγονται... Του ξέσχιζαν τα ράσα... + ξεγύμνωσαν τα στήθια του κ' εφάνηκε 'ς τον ήλιο + Απόκρυφη λαβωματιά... Πλευρόνουν την κρεμάλα + Γρηαίς αρκουδογύφτισαις και με τα δοκανίκια + Του δέρνουνε το πρόσωπο... Πλακώσαν κ' οι Εβραίοι + Και ξεκρεμάσαν το νεκρό... Αρπάζουν την τριχιά του, + Δαιμονισμένοι τρέχουνε... Οπίσωθε αλυχτούσαν + Χιλιάδαις σκύλοι νηστηκοί... Εφτάσαν 'ς τακρογιάλι... + 'Σ του Πατριάρχη το λαιμό, δένουν σφιχτά μια πέτρα + Και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό που τάκουσαν οι τάφοι + Και τα παιδιά μες 'ς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν + Και τον πετούν 'ς την θάλασσα.,. Νυχτόνει... ο πεθαμμένος + Προβαίνει 'ς την αστροφεγγιά... Σιωπηλά ταγέρι + Φυσσά μες 'ς τάσπρα του μαλλιά... Το λείψανο αρμενίζει. + Τακολουθούν τα κύματα... Η νεκροσυνοδεία + Σένα καράβι σταματά... Του μάρτυρα τα πόδια + Χτυπούν τη πρύμμη μια φορά... χτυπούν πάλαι την πλώρη + Ετρύξανε η ξυλοδεσαίς ... Ξυπνούν ... τον ανεβάζουν + Εμπρός του γονατίζουνε... Ο πρωτοσύγκελλός του + Τόνε γνωρίζει... του φιλεί το μέτωπο, τα χέρια... + Σηκόνουνε το σίδερο... Με τα πανιά απλωμένα + Σχίζει την άβυσσο ο νεκρός 'ς το ξυλοκρέββατό του... + + — Θανάση μου, ενικήσαμε!... το ψυχομάχημά του + Μεταλαβή κι' αντίδωρο... + + — Πατέρα, δε θα νάρθη + Για μας, που προοιμίζομε, Δευτέρα Παρουσία + 'Σ αυτήν την ακροπελαγιά;... Αυτό το έρμο χώμα + Δε θα το ιδούν ελεύθερο μια μέρα οι πεθαμμένοι; + + — Πίστευε, Διάκε, 'ς του θεού την παντοδυναμία. + + — Δεσπότη μου!... πνευματικέ!... 'Σ του δέντρου την + [κουφάλα + Πριν ξημερώση να με πας... Και μη με παραιτήσης... + + — Θα σούναι πάντα 'ς το πλευρό μ' εμέ κι' ο Πατριάρχης. + + Απλόνουν πάλαι τα φτερά. Συχνά, συχνά ο Θανάσης + Πετώντας έστρεφε να ιδή, 'ς τη νεκρωμένη χώρα + Το θόλο της Αγιάς Σοφιάς, όπου φεγγοβολούσε + 'Σ το πρώτο γλυκοχάραμμα, όσο που λίγο, λίγο + Τον έχασε απ' τα μάτια του. ... Ελάλησε τωρνίθι + Και τώνειρό του εσβύστηκε... Ξυπνά και βλέπει ακόμα + Το γύφτο που ροχχάλιαζε κ' επάνωθέ του μαύρα + Του φοβερού του ρουπακιού, τα φύλλα, τα κλωνάρια. + + + +Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ. + + + +«Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά» σ. 137 + +Μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην επανήλθεν ο Τουρκαλβανικός στρατός +εις Λαμίαν (Ζητούνι) ολίγον απέχουσαν εκείθεν παρίστανται δε οι +εχθροί διεσπαρμένοι, και υπνώττοντες κατά τους εκτός της πόλεως +αγρούς. + +«Χιλιόχρονο ρουπάκι» σ. 138 + +Ρουπάκι είδος δρυός. Quercus robur. Εκ των ωραιοτέρων και +ρωμαλαιοτέρων της μεγάλης ταύτης οικογενείας διακλαδώσεων. Η +κυρίως _δρυς_ καλείται _δένδρον_, ίσως ως το κατ' εξοχήν φυτόν +καθώς και _άλογον_ ο ίππος. Η δε μακροβιότης του _ρουπακιού_ +κατήντησε παροιμιώδης. + +«Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομανητό του » σ. 138 + +_Αγριομανώ_ ως το υλημανώ των αρχαίων εις δήλωσιν υπερβαλλούσης +βλαστήσεως όθεν και το «_όταν αι σποραί αγριομανούν, θρέφουν του +εαυτού των._» Σημειώ δε την φράσιν διά την παράδοξον σύνταξιν του +_θρέφω_ μετά γενικής και την ουχ ήττον παράδοξον έννοιαν ότι τα +υλημανούντα φυτά δεν φέρουσι καρπόν ως αναλισκομένης πάσης της +ζωτικής αυτών ουσίας εις διατροφήν των φύλλων. Τούτο συμβαίνει +συνήθως όταν ο σπόρος ρίπτεται εις τόπους αρτίως καλλιεργηθέντας, +αλλά εκ πολλού μείναντας χέρσους. Υπάρχουσι δε και άλλα ομοίως +συντεθειμένα ρήματα, εν οις το δεύτερον της συνθέσεως μέρος +επιτείνει την σημασίαν του πρώτου. + +«Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. σ. 138 + +_Κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά_. Κυκλάμινος των αρχαίων. +Cyclamen ouropaeum. Χαριέστατον άνθος αναφυόμενον κατά τας πρώτας +ημέρας του φθινοπώρου. Τα φύλλα αυτής έχουσι χρώμα πράσινον βαθύ, +μαρμαροειδές, όθεν και το επίθετον _χολάτη_. + +Η ρίζα φυματώδης, μελανή έξωθεν, ερυθροειδής έσωθεν. Οι αλιείς, +όταν δεν δύνανται άλλως να ελκύσωσιν έξω του κατοικητηρίου του +τον πολύποδα προσαρμόζουσιν αυτήν εις μακρόν κάλαμον, και +εισάγουσιν εις την κοίτην του ζώου. Προς τοιαύτην δοκιμασίαν ουδ' +ο ισχυρογνωμονέστερος πολύπους αντέχει, αλλ' εξέρχεται βιαίως και +τότε τιτρώσκεται διά του αλιευτικού όπλου όπερ καλείται _διγόφι_. +Το μηχάνημα τούτο εν τη φρασιολογία των αλιέων λέγεται «_βάλλω +φωτιά_» ίσως διά την βιαίαν εξόρμησιν του πολύποδος ώσπερ +φεύγοντος το πυρ. + +Οι χοίροι λαιμάργως καταβιβρώσκουσι την ρίζαν όθεν πολλάκις η +_κυκλαμιά_ καλείται _γουρουνοχόρτι_. + +«Ολόγυρά του σπλόνοι. » σ. 138 + +_Σπλόμος_, ο φλόμος των αρχαίων. Verbascum Thapsus. Και διά της +ρίζης του φυτού τούτου δηλητηριάζοντες οι αλιείς τα θαλάσσια +ύδατα συλλαμβάνουσι τους προστυγχάνοντας ιχθύας. Το άνθος αυτού +κιτρινωπόν, ουδεμίαν έχει γνωστήν παρά τω λαώ χρήσιν. Υπάρχει και +ρήμα _σπλονίζω_ εις δήλωσιν της διά του φυτού τούτου γινομένης +δηλητηριάσεως. _Σπλονίζει_ δε και _σπλομανάει ή σπλονομανάει το +μάτι_ ταυτόν τω άλλεται ο οφθαλμός. + +Γράφων περί των φυτών τούτων οφείλω να εκδηλώσω την λύπην ην +αισθάνομαι βλέπων όλως παρημελημένην την έρευναν, δι' ης ήθελον +συναχθή πολλά ονόματα ικανά να διαφωτίσωσι την αρχαίαν +βοταναλογίαν και να προσθέσωσιν εις την θεραπευτικήν πλούτον ουχί +ευκαταφρόνητον. Εκτός των εν κοινοτάτη χρήσει ανάξια προσοχής δεν +είναι και τα επόμενα. _Αγιανίτης, αγιόκλιμα, αγκλέουρας, +αδεσκιαμός, αζώηρος, βλίτον, βοϊδόγλωσσος, γουργογιάννης, +γριπάρι, ζόγγος, ζόχος, κορκόνδυλος, κρίτανον, κούλιανδρος, +καπνίδι, λοβοδιά, λύκος, λάπατον, μελιός, νεροκράτης, οβρυά, +πεντενεύρι, περδικάκι, πρικάγγουρο, σκολύμπρι, στεκούλι, σταρίδα, +σμέρνα, σαρκοθρέφτης, τριβόλι, φράξος, φελίκι, φορδοκοκήλα, +φλισκούνι, χύμελη, ίλακας, σκορπίδι, σπάρτο, καταποδάκι, +αλογουρά, αλωπουρά, παπύρι, λεύκα, πρισμάκι, λαγωγρίδα, αχάλι, +αύκος, σκορδαψός, χορτάρι της Παναγιάς_, και μυρία άλλα ή όλως +άγνωστα προς εμέ ή κατά την στιγμήν ταύτην μη παριστάμενα εις την +μνήμην μου. + +Υπάρχουσιν ευτυχώς εν Ελλάδι δύο αξιόλογοι βοτανικοί ο Κύριος +Θεόδωρος Ορφανίδης όστις προς τοις άλλοις διά της ποιητικής του +ευφυίας ηδύνατο ευστόχως να διαδώση γράφων μέγα μέρος του +δημώδους των φυτών ονοματολογίου, και ο εκ Λευκάδος Πέτρος +Βριόνης όστις και μεγάλας κατέβαλε προσπαθείας εις καταρτισμόν +του Ελληνικού βοτανολογίου και πολλά της Ελλάδος διέτρεξεν όρη, +αδρώς μισθοδοτούμενος υπό του επιστήμονος Βρετανού Κυρίου William +Herbert, Deen of Manchester, αδελφού του Κόμητος της Κορνουάλης +(15) + +Αλλ' ενώ πάντες αγωνιώσι προς εύρεσιν του αρχαίου ονόματος ή του +αντιστοιχούντος λατινικού, ας ασχοληθώσιν απ' εναντίας +ιχνηλατούντες την δημώδη κυριολεξίαν, ιδίως δε την χρήσιν +εκάστου φυτού παρά τω λαώ. Φρονώ και αδιστάκτως διαβεβαιώ, +ορμώμενος εκ της μικράς μου πείρας, ότι πολλά μυστήρια θέλουσιν +ανακαλυφθή διά ταύτης της ερεύνης και θέλει προκύψη ότι συν τοις +άλλοις ο ελληνικός λαός διατελεί εισέτι ο πιστός φύλαξ της +θεραπευτικής επιστήμης των αρχαίων προγόνων του. + +Αποτεινόμενος δε προς τον φίλον Βριόνην λέγω, ότι άν ποτε στέρξη +τοιαύτην τινα αληθώς εθνοφελή να παράσχη υπηρεσίαν, θέλει +αναμφιβόλως ευεργετήση την δημοτικήν ποίησιν και ταυτοχρόνως +θέλει δώση πλήρη και δικαίαν ικανοποίησιν εις πάντα τα τρυφερά +άνθη, όσα σκληρώς συνέθλασαν και κατεμάραναν οι πόδες του +αρειμάνιου Ομέρ, ομαίμονος συγγενούς αυτού, και καταγομένου εκ +των πάλαι δεσποσάντων της Μουζακίας Παλαιολόγων. + +« Κ' ένοιωθε τα σαράκια. » σ. 139 + +_Σαράκι_. Το γνωστόν έντομον το νύχτα και ημέραν εργαζόμενον και +διά της επιμονής αυτού τρίβον αρχαία ξύλα ή οστά. Πάντες βεβαίως +γινώσκουσι τον μονότονον και έρρυθμον τρυγμόν του ζωυφίου τούτου +και την δυσάρεστον εντύπωσιν ην προξενεί ιδίως εν ώρα νυκτός. +_Σαράκι_, μεταφορικώς κρυφία θλίψις φθείρουσα ηθικώς τον +άνθρωπον. «_Τώχω σαράκι 'ς την καρδιά._» + +Στη μαύρην τη κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος. σ.159 + +_Κουφάλα_. Το εκ παλαιότητος εν τω στελέχει δένδρου τινος +κοίλωμα. _Εμόνιασε_ εκ του _μονιάζω_, λεγομένου επί θηρίων +οικούντων εν φωλεοίς. Επί ανθρώπων δε αποσυρομένων εκ του κόσμου +όχι _μονιάζω_ αλλά _μονάζω_. + +Γέροντας, κακοτράχαλος. σ. 139 + +_Κακοτράχαλος_ δεν σημαίνει τον κακόν ή σκληρόν έχοντα τον +τράχηλον, αλλά την κατασκευήν όλου του σώματος αθλίαν και +ραχιτικήν. + +Παρασαρκίδ' αφύσικη. σ. 140 + +_Παρασαρκίδαις ή παρασαρκώματα_ λέγονται και αι τερατώδεις και +παρά φύσιν εξογκώσεις του φλοιού παλαιών δένδρων. + +«Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που επρόσμενε κυνήγι +Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.» σ. 140 + +_Χταπόδι_, ο πολύπους. + +_Θαλάμη και αθαλάμη_. Είναι περίεργον ότι ενώ η δημοτική γλώσσα +δεν διετήρησε το _θάλαμος_, επί της συνηθεστέρας χρήσεως διέσωσε +το _θαλάμη_, περιστείλασα όμως την σημασίαν ιδίως επί της κοίτης +του πολύποδος. + +Τοιαύτη του σημαινομένου περιστολή παρατηρείται και επ' άλλων +λέξεων. Ούτε λ.χ. ο _αλιεύς_ ούτε το _αλιεύω_ διετήρησαν την +γενικήν αυτών σημασίαν. Αλλά το _αλιάς_ και _αλεύω_ ή _αλιεύω_ +περιωρίσθησαν εις δήλωσιν μόνον των ασχολουμένων εις την άγραν +του πολύποδος, των θαλασσίων οστράκων (άτινα εν παρόδω ο ποιητής +λαός αποκαλεί _αγνά_) των σπόγγων και των τοιούτων. Τούτων δε των +αλιέων τον οπλισμόν απαρτίζουσι μόνον ο _πιννολόγος, η ξύστρα, το +διγόφι_ καί τινα άλλα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Τα δε πλοιάρια +αυτών, οιαςδήποτε κατασκευής και αν ήναι καλούνται _αλιάτικα_. + +Οι βραχίονες ή πόδες του πολύποδος λέγονται, _αποκλαμοί_. + +Πόσον θησαυρόν λέξεων και φράσεων ηδύνατό τις να συλλέξη ερευνών +και τούτο το τμήμα του δημώδους γλωσσολογικού αρχειοφυλακείου, +και πόσον ήθελε φανή αξία θαυμασμού η ακατανόητος διαφύλαξις της +πατρικής περιουσίας! + +Εντός του ευτελούς και πενιχρού _μονοξύλου_ του Έλληνος αλιέως +ήθελεν ευρεθή ο _πεζόβολος, ο γρίπος και το πεζογρίπι, η ψάθα, τα +καλαμωτά, το καμάκι, η πρυά (πυρά), ο ολκός ή βολκός, η πόχα, ο +δόλος, η τονιά, τα φελούρια, η συρτή_. Καθώς ήθελεν ευρεθή +άθικτος και αβλαβής εν τοις κόλποις του αλιευτικού κοφίνου, ο +_χάνος, η πέρκα, η χελούδα, η δράκαινα, η σμέρνα, ο ολφός, ο +σαργός, το μελανούρι, ο πιννοτήρας, η μαρίδα, ο όρκυνας, ο +κέφαλος, ο αχινιός ή αχινός, το μύδι, ο προσφορίτης, ο κοχλιός, η +ριχτιά, το μηλοκόπι, ο σπάρος, το λαυράκι, η ρίνα, το σαλάχι_, +(ούτινος το κέντρον επιζήτητον εις παρακέντησιν του φλέγμονος εξ +ου προσβάλλονται τα κτήνη), _η μουδιάστρα, ο σκύλος, η μαινίδα, η +φώκα, η αιθερίνα, ο δάκτυλος, η σουλήνα, το σταυρίδι, ο κολιός, ο +λεθρίνος, ο μουρμουράς_, ο αποτρόπαιος _πορφύρας_ και πλήθος +άλλων λίαν περιέργων είτε ένεκεν των διαλεκτικών παραμορφώσεων ας +υπέστησαν είτε ένεκεν της εντελούς αυτών διατηρήσεως. + +Εν γένει παρετήρησα ότι αι τάξεις, αίτινες δεν διεφθάρησαν εκ της +προς τους ξένους επιμιξίας, αλλ' ένεκεν του βίου, ον διήγον, +έμειναν κεχωρισμέναι, διέσωσαν τον αρχαίον πλούτον. Τοιαύται +λογίζονται κυρίως αι τάξεις των ποιμένων, των αλιέων, των +γεωργών, των πολεμιστών. Πρέπει λοιπόν εκείσε να προσδράμη τις +και να σταχυολογήση πριν ή η πλημμύρα του νέου πολιτισμού εισβάλη +μέχρι των κρυψώνων εκείνων και παρασύρη και πνίξη παν ό,τι +ανελπίστως και θαυμασίως διεσώθη. + +«Ξεραίς παλαμονίδαις...» σ. 140 + +_Παλαμονίδα_ είδος σκληράς ακάνθης. Όνωνις των αρχαίων Ononis +spinosa. + +Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι. σ.140 + +_Σφαλάγγι_. Το φαλάγγιον των αρχαίων. + +Τα σερπετά μαυλίζει. σ. 140 + +Το _μαυλίζω_ δεν λαμβάνεται ενταύθα επί της φαύλης σημασίας ην +είχε παρά τοις αρχαίοις. Κυρίως σημαίνει, κράζω δι' ιδιαιτέρου +τινος φθόγγου τα κατοικίδια πτηνά ή κτήνη. Τοιουτοτρόπως +_μαυλίζει_ τις ή _μαυλά_ τας όρνιθας, τον αίλουρον, τον κύνα. +Μαυλίζει τις και τον _γονόν_ των μελισσών, όπως τον εφελκύση +εντός του κοσκίνου του παρασκευασθέντος πρότερον διά του +μελισσοχόρτου. Έκαστον _μαύλισμα_ τελείται δι' ιδιαιτέρας φωνής. +Μεταξύ των πολλών λίαν περιέργων εθεώρησα το εις πρόσκλησιν των +ορνίθων απειράκις επαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον, _γυψ ... γυψ... +γυψ_, ωσανεί επρόκειτο διά της εκφωνήσεως του ονόματος επιφόβου +ορνέου να βιάση τις την επάνοδον αυτών. Περιεργότερον δε το των +ποιμένων, όταν προπορευόμενοι του ποιμνίου αδιαλείπτως και +βραδέως αναβοώσιν _οβς, οβς, οβς_. Μα την αλήθειαν, όταν τους +ακούη τις, πιστεύει ότι ψιττακίζουσι το αρχαίον _όις_, όθεν +πασιφανώς και το των Λατίνων ovis. + +Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση +Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο, σ. 141 + +Αι αναγκαίαι ιστορικαί σημειώσεις προς κατάληψιν των επομένων +στίχων εκτίθενται καθ' ην τάξιν διαμνημονεύονται εν τω κειμένω τα +ονόματα των τεθνεώτων ηρώων και ουχί καθ' ην απαιτεί η όλως +ασήμαντος και ουχί βεβαίως εξηκριβωμένη διαφορά της χρονολογίας. + +ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ +ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΥΡΜΑΣ. + +Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς, οίτινες διετάραξαν +την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της +δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη +διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684 +μέχρι του έτους 1715. + +Δεν προτίθεμαι βεβαίως να διεξέλθω πάντα τα αιματηρά επεισόδια, +δι ων εβάφησαν αι σελίδες της ιστορίας εκείνης. Ο κύριος +Κωνσταντίνος Σάθας εν συντόμω περιγράψας την επανάστασιν του ΙΖ' +αιώνος και διανοούμενος να επανέλθη εις το θέμα τούτο, δεν ήθελεν +ανεχθή αλλοτρίαν επέμβασιν. Αλλά χάριν διασαφήσεως των εν τω +ποιήματι μνημονευομένων, επιτραπήτω μοι να αρυσθώ εκ του +πονήματός του, τας ειδήσεις δι' ων μάλλον ευκατάληπτος αποβαίνει +η οπτασία του Διάκου. + +Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας +κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη +αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της +Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών, +Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας, +υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν. +Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε +κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας +Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος +εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι. + +Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου +στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν +εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να +καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της +φίλης πατρίδος. + +Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε +πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και +γενναίαν ψυχήν. Η ως εκ θαύματος διασωθείσα διαθήκη του +αυταδέλφου αυτού Δημητρίου Χαριτοπούλου, περιουσία ανεκτίμητος +και πολιτικόν ευαγγέλιον περιέχον εν τη απλοϊκωτέρα αυτού +διατυπώσει το σύμβολον της εθνικής πίστεως, μαρτυρεί περί πάντων +τούτων. Ασμένως δε καί τοι δημοσιευθείσαν καταχωρίζω ενθάδε, +αΐδιον μεν του διαθέτου μνημόσυνον καλόν δε παράδειγμα προς ημάς +απαραίτητον έχοντας ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας, κόσμον δε του +βιβλιαρίου μου τούτου. + +Συγχρόνως επί των ορέων της δυτικής Ελλάδος ηγείροντο +κεραυνοβόλοι οι αρματωλοί Αγγέλης Σουμήλας επονομαζόμενος Βλάχος, +Χρήστος Βαλαωρίτης ο ημέτερος γενάρχης μετά του μονογενούς αυτού +υιού Μόσχου, ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο +Σπαθόγιαννος. + +Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους +εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών +προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των +εχθρών δύναμιν. Εκ του δουκικού διατάγματος δι' ου ο Σουμήλας, +προσφυγών εις Λευκάδα μετά του Χρήστου και Μόσχου των Βαλαωριτών, +εις αμοιβήν των θυσιών και των αγώνων του απήλαυσε τον χρυσούν +του Αγίου Μάρκου σταυρόν, προκύπτει ότι ο αθλητής ούτος, ιδίαις +δαπάναις καθ' όλην του πολέμου την διάρκειαν, διετήρησε σώμα εκ +χιλίων και επέκεινα μαχητών διατρέχων εφ' όλην εικοσαετίαν +Στερεάν και Πελοπόννησον και καταπλήττων απανταχού τους +πολεμίους. Είς αδελφός αυτού και είς πρωτεξάδελφος εθανατώθησαν +εν ταις εκδρομαίς εκείναις, ηκρωτηριάσθη δε και ο Μόσχος +Βαλαωρίτης, κατά την εν Καβοράκλι μάχην, τον αριστερόν βραχίονα, +εφ' ου και τεθειμένον ύστερον προσήγαγε προς τον τότε διοικητήν +υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού. + +Ούτε του Σουμήλα ούτε των Βαλαωριτών τα ονόματα, ανέκαθεν +αδιασπάστως συνδεδεμένα διά τε των δεσμών της συγγενείας και του +υπέρ πατρίδος χυθέντος αίματος, ηθέλησα να μνημονεύσω απτόμενος +της εποχής εκείνης, ίνα μη τις μοι προστρίψη μώμον ως δήθεν εκ +προθέσεως περιαυτολογούντι. Ουχ ήττον ομολογώ ότι πολλάκις μοι +επήλθε τοιούτος φιλοτιμίας πειρασμός. + +Ο Σουμήλας απολαβών παρά της Βενετικής Δημοκρατίας πολλά κτήματα +κατώκησεν εν Λευκάδι ένθα και κατέλυσε τον βίον διατηρήσας μέχρι +τέλους πολλήν εν τη νήσω βαρύτητα, προελθούσαν μάλιστα επί +τοσούτον ώστε οι οπωςδήποτε και υπ’ αυτής της αρχής διωκομένοι +εσώζοντο εισελθόντες άπαξ εις την οικίαν αυτού. Εντεύθεν και το +δημώδες «_επιάστηκε από το χαλκά του Καπετάν Αγγέλη._» Εν Σιβίστα +κωμοπόλει του εν Αιτωλία δήμου Μακρυνίας διεσώθησαν οι πέντε +πρώτοι στίχοι δημοτικού άσματος αναγομένου βεβαίως εις την +ηρωικήν εκείνην εποχήν, εν ω μνημονεύονται τα ονόματα του Αγγέλη +Σουμήλα και Χρήστου Βαλαωρίτου. + +ΑΓΓΕΛΗΣ ΣΟΥΜΗΛΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΩΡΑΣ, + +Σαν τι μεγάλη καταχνιά 'ς τη Σίβιστα 'ς τη ράχη. +Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας +Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις ή δέκα +Μόν' είν' χιλιάδες δεκατρείς, χιλιάδες δεκαπέντε. +Τζαφέρμπεης εχούγιαξε κι' ο Αγγέλης πηλογιέται... + +Οι Βαλαωρίται, αφ' ου επί τινα χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το +αρματωλίκιον του Βάλτου, λαβόντες επίσης γαίας εις αμοιβήν της +καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον και ούτοι εις Λευκάδα, όπου +και διέμειναν, ο δε οικογενειακός αυτών τάφος υπάρχει εν τω ναώ +του Σωτήρος. + +0 Μόσχος Βαλαωρίτης μετά την καταστροφήν της επαναστάσεως είχε +περιέλθει εις εσχάτην πενίαν· σώζεται δε παρ' ημίν επιστολή αυτού +ιδιόγραφος προς τους εν τη Στερεά φίλους (αιτήσαντας ως φαίνεται +χρηματική τινα παρ' αυτού βοήθειαν,) εν η διαβεβαιοί ότι ουδέν +έτερον υπελείπετο πλέον αυτώ ειμή τα όπλα. + +Το ξίφος του Σουμήλα περίδοξον και πολύτιμον, κατακτηθέν εν +πολέμω υπ' αυτού του Αγγέλη ιδίαις χερσί φονεύσαντος πασάν τινα, +διετηρήθη εν τη οικογενεία μέχρις ου αλβανός τις διάσημος (ο Βελή +Γκέκας νομίζω ή ο Βεκήρ Ζουγαδούρος) ηγόρασεν αυτό και απέστειλε +δώρον προς τον Αλή πασάν. Ενομίζετο δε ότι το ξίφος τούτο είχε +προς τοις άλλοις την δύναμιν να διαλύη τας επιδέσεις και να +ουδετερώνη την ενέργειαν των πονηρών πνευμάτων. + +Ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος έπεσαν +εν πολέμω. + +Προς επιβεβαίωσιν δε όσων προηγουμένως ερρέθησαν περί Μόσχου +Βαλαωρίτου και προς διάψευσιν των λοιδοριών, ας μετά ιδιαζούσης +χαριτολογίας και αληθώς αξιοθαυμάστου ιστορικής ακριβείας +εξετόξευεν άλλοτε κατά της Ελλάδος, ιδίως δε κατά τινων εκ των +σημαντικοτέρων της Επτανήσου οικογενειών ο Βρετανός Whyte Jervis, +εν αις περιλαμβάνει και την ημετέραν, αποδίδων αυταίς ξενικήν +καταγωγήν, παραθέτομεν ενθάδε τα δύο δουκικά διατάγματα δι' ων +ανεγνωρίσθησαν αι πολεμικαί αυτού υπηρεσίαι, προς δε καί τινα +αποσπάσματα εκ του προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπομνήματος αυτού +και της εκθέσεως του τότε διοικητού συνιστώντος θερμώς την +παραδοχήν των αιτήσεων του πενομένου αρματωλού και επικαλουμένου +υπέρ αυτού την μεγαλοδωρίαν της Κυβερνήσεως (16) + +Επισυνάπτομεν προς τούτοις και έτερον δίπλωμα, δι' ου ο Ανδρέας +Πισάνης Βενετός ναύαρχος μαρτυρεί περί της ανδρείας, ην ο +Γεώργιος Βαλαωρίτης, υιός του Μόσχου, έδειξεν ως εθελοντής κατά +την αιματηράν προς τους Οθωμανούς ναυμαχίαν εν τω Κερκυραϊκώ +πορθμώ, τη 8 Ιουλίου 1716. Αυτός ούτος διεκρίθη και κατά την +εκπόρθησιν της Βονίτζης, ως προκύπτει εκ του υπομνήματος, δι ου ο +Πισάνης εξαιτείται παρά της Δημοκρατίας δωρεάν κτημάτων εις +αμοιβήν των υπηρεσιών αυτού. + + +Alivisius Mocenico, dei gratia, Dux Venetiae, Nob[ilissi]mi et +sap[ientissi]mi Viri Johanni Pizzamano, Proved[ito]re. Nostro +straordinario. + +Sopra l'istanzia che troverete unita con l'informazione di essa +del prov. del'isola, dei cap[ita]ni Mosco di Cristo dale terre di +Luro ed Apostoli Anifandi, dal territorio di Comboti sotto +l'Arta, che si sono nella guerra accorsa sognalati contro Turchi, +siamo persuasi d'esprimervi, che confermandosegli le case a loro +spese fabricate nelle quali sono al presente le famiglie d'essi +collocate nel Borgo di codesta Piazza e nella terra di Lefcada +abbiasi poi con le solite annuali corrisponsioni in cassa Publica +ad assegnarli tanti de' terreni inculti già di ragione de' Turchi +che possano coltivati rendergli quaranta in cinquanta Reali per +cadaunno all'anno così trovandosi proprio e conveniente +verso la loro fede e distinte benemerenze. + +Alivisius Mocenigo, Dei gratia, Dux Venetiae Nob[ilissi]mi, et +Sap[ientissi]mi Viri Iohanni Pizzamano. + +Concorsi con le antecedenti Ducali de dì 24 Settembre ad +assegnare in retribuzione de' servizii resi alla Signoria Nostra +dal Capitano Cristo Mosco ed altro suo compagno, terreni inculti +in quella quantita che poi coltivati possano rendere per cadauno +quaranta in cinquanta Reali all'anno. Hora esprimendosi il +Capitano Mosco sudetto riuscirgli impossibile per trovarsi privo +di un braccio perduto in battaglia C a v o r a c l i per la sua +povertà farli coltivare vi diciamo che per questo straordinario e +compatibile caso habbiate ad assegnarli di questi coltivati per +la rendita annuale predetta di quaranta in cinquanta Reali non +che però si levino ad altri che ne fossero legalmente al +possesso, così trovando proprio e conveniente. + +Εκ του υπομνήματος όπερ προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπέβαλεν ο +Μόσχος Βαλαωρίτης. + + (παραλείπονται) + +Αναλαβόντες μετά της ημετέρας πολυαρίθμου στρατιωτικής ακολουθίας +την περιφρούρησιν των χριστιανών κατοίκων της τε Λευκάδος και +Πρεβέζης και δι' επισήμων διπλωμάτων των υμετέρων αντιπροσώπων +αναγνωρισθέντες _Αρματωλομπασίδες_ τουτέστι πρόμαχοι της ζωής και +της περιουσίας τών υπηκόων υμών, ανεδείχθημεν άξιοι της υμετέρας +εμπιστοσύνης και παρέσχομεν αναντίρρητα τεκμήρια πίστεως, +εκτελούντες τας ανωτέρας διαταγάς, ιδίως δε ότε ανετέθη ημίν η +είσπραξις των δημοσίων προσόδων και ότε συνεχώς συμπλεκόμενοι +προς τους Οθωμανούς, συνελαμβάνομεν και παρεδίδομεν στρατιώτας +λειποτάκτας δραπετεύοντας εκ των φρουρίων και συνασπιζομένους +μετά των εχθρών. + +Έκαστος ημών είδεν αποσφαζομένους υπό των βαρβάρων αδελφούς και +συγγενείς. Αλλ' εγώ ο οπλαρχηγός Μόσχος μετά πολυχρονίους +αιματηράς θυσίας απώλεσα μαχόμενος και τον αριστερόν βραχίονα· +αφ' ου όμως πολεμών ηυτύχησα πρώτον ν' αρπάσω εκ των χειρών του +εχθρού τους εν δουλεία συρομένους χριστιανούς αιχμαλώτους και να +τρέψω εις φυγήν και να εξοντώσω την στρατιάν των αλλοφύλων, ως +εναργώς προκύπτει εκ των παρ' ημίν ενδεικτικών, δι' ων οι +υμέτεροι στρατηγοί περί πάντων τούτων μαρτυρούσι. + +_Εκ της εκθέσεως, δι ης ο προβλεπτής Κορρέρ συνιστά την παραδοχήν +των αιτήσεων του οπλαρχηγού Μόσχου Βαλαωρίτου_ + + (παραλείπονται) + +Οι προμνησθέντες οπλαρχηγοί, αφού απέλιπον την οθωμανικήν χώραν, +έλαβον μετά της πολυαρίθμου ακολουθίας των αρματωλών των +υπηρεσίαν υπό την Βενετικήν σημαίαν, και μεγάλη προήλθεν ωφέλεια +εκ της υποστηρίξεως ταύτης κατά την μακράν διάρκειαν του πολέμου. +Προς πολλούς δε εξ αυτών διεπιστεύθημεν την ασφάλειαν των εν τω +Ξηρομέρω ημετέρων επαρχιών, ας και έσωσαν διά του ιδίου αίματος +και της θυσίας των αδελφών, από των αδιαλείπτων εχθρικών +επιδρομών. + +Ούτε ήθελόν ποτε εξασφαλισθή, άνευ της αρωγής των όπλων των, αι +πολυάριθμοι οικογένειαι αίτινες προσέφυγαν εις τα προάστεια της +Λευκάδος και της Πρεβέζης, ότε δε δι' αιφνιδίων νυκτερινών +επιθέσεων επετύγχανον ενίοτε οι εχθροί ν' αρπάσωσι χριστιανούς +αιχμαλώτους και κτήνη εν τοις αγροίς βόσκοντα, οι οπλαρχηγοί +ούτοι, άμα τη εκπυρσοκροτήσει του πρώτου τηλεβόλου των φρουρίων, +εν ακαρεί συνησπίζοντο και μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου, +προλαμβάνοντες τους οθωμανούς, ενέδρευον εν σκοτειναίς κρύπταις +και επιπίπτοντες κατέσφαζαν αυτούς ανηλεώς, διέσωζαν τα λάφυρα +και απέδιδον προς τους αθλίους αιχμαλώτους την προτέραν +ελευθερίαν. (facevano d'essi sanguinosa stragge, ricuperavano le +depredate spoglie, et armenti, ridonando a' miserabili schiavi la +pristina libertà.) + +NOI ANDREA PISANI + +DELLA SERRENISSIMA REPUBLICA DI VENEZIA + +Capitan General. + +Imbarcatosi Giorgachi Valagoriti sopra la publica nave, T e r r o r, +in qualita di volontario ha nell'occasione del combattimento +seguito li 8 Luglio passato nel canal di Corfù, dato prove del +suo coragio e fede come viene comprobato dalle attestazioni +dell'Illustrissino Proveditor Correr, gradendo noi le dimostrazioni +benemerite del medesimo lo accompagniamo con le presenti a ciò li +facino scorta al conseguimento delle publiche grazie. + +Galera Cap[ita]nia Generale + +Li 25 Novembre 1716 S. N. + + PORTO CLIMENÒ + +ΔΙΑΘΗΚΗ +Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Υ Χ Α Ρ I Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ, + +Εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι. + +Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν +και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν. + +Εδώ κάνω κατάγραμμο της δυστυχισμένης φαμίλιας μας που +καταγώμαστε σκλιτάδα και σκλιτάδα από τη Ρούμελη και ήρθαμε σε +τούτο το νησί της Ζακύνθου από κατατρεμμό και όχι από άλλο. + +Ο πατέρας μας, που ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του, ελέγονταν Γιάννης +και ήτον από την χώραν Αγιθυμιά, και η μάνα μας, που ο θεός να τη +σχωράη, Σαλονίτισα, και ελέγονταν Βιολέτα. Γεννηθήκαμε τέσσαρα +αδέρφια. Ο μεγαλήτερος ελέγονταν Φίλιππος και καλογερεύοντας +επήρε όνομα Φιλόθεος και είναι, ο Δεσπότης, ο δούλος του Θεού, +που να έχω την αγίαν του ευχή εγώ και πας άλλος χριστιανός, +αγκαλά και απεθαμένος. Ύστερα έρχομαι στην αράδα εγώ, και η +αδερφή μου η Μάρω και το αδέρφι μου ο Γηώργης. Και ο πατέρας μου +πέθανε χρόνωνε ογδοήντα με θάνατο χριστιανικό, σαν καλός +χριστιανός οπού ήτανε, κάνοντας ψυχικά, και ποτέ στο ζύγι μην +αγελώντας, και αξιώθηκε να τον εβγάλη ο Φιλόθεος ο Δεσπότης που +του έδωκε και την αγίαν του ευχή. Και η μάνα μας πέθανε από τη +λοιμική που μας ηφέρανε οι Βενετζιάνοι και πολύς κόσμος εχάθηκε, +χρόνωνε εξήντα τρία. + +Ο Φιλόθεος είχε γραμματαλλαγή με τους Βενετζιάνους, να το +βαρέσουνε λευθερόνοντας το σκλαβωμένο γένος μας και αγροικόταν με +τους Καπεταναίους και δεσποτάδες της Ρούμελης. Κατά καιρό που +κατέβηκε η αρμάδα στα νησιά, ούλη η Ρούμελη εδούλεψε σπαθί, και +εκλάδεψαν πάσα ψυχή αλλόπιστων αγαρηνών. Τότε ήτονε καπετάνιος +Σάλονα και Λοιδορίκη ο Καπετάν Κούρμας και με πεντακόσιους +αρματολούς επήρε Σάλονα, Λοιδορίκη και Έπαχτο, και περίττο από +δυο χιλιάδες Τούρκων έσφαξαν. + +Ύστερα σε λίγο μας ήρθε η λοιμική και πολύς κόσμος εχάθη. Τότε +και η μάνα μας η μακαρίτισσα, ο Θεός να την σχωράη, πέθανε, και η +αδερφή μου Μάρω χρονών είκοσι οκτώ. + +Σάμπως ήρθαν οι Τούρκοι, οι Βενετζιάνοι εμπήκαν στα κάτεργα και +αφήσαν εμάς τους δύστυχους. Και ο Καπετάν Κούρμας με τετρακόσους +εβγήκε και τους ετζάκισε σε τέσσεραις πάνταις. Ήρθε και ο +Φιλόθεος που ο Καπετάν γκενεράλες τον είχε μαζή του, γιατί είχε +υπόληψι και στίμα και ακουόνταν απ' όλους τους Ρουμελιώταις και +έκαμαν με τον Καπετάν Κούρμα βουλή να πάρουνε και το Ζητούνι. Μα +δε μπόρεσαν, γιατί εκλείστηκαν οκτώ πασάδες, και έκαψαν και τη +Θήβα, εκτυπήσαν και το ορδί του Τούρκου κοντά στο Πατραντζίκι, +και το Ταλάντι επήραν και ο Κούρμας λαβώθηκε. Ήρθε ο Λιμπεράκης +να πάρη το Σάλονα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο +Καρπενήσι και σε τρίχα να τόνε πιάση και ολοζώντανο. Ο δεσπότης ο +Φιλόθεος εβαρέθη στο λαιμό, στον πόλεμο, και σε δέκα μέραις +επρίστηκε και πέθανε και ο Κούρμας εσκοτώθη. + +Ήρθαν οι Τούρκοι και έδιωξαν τους Βενετσιάνους και εγώ με άλλους +πολλούς αγκαλά και μας έταξαν οι Τούρκοι με όρκο να μη μας +πειράξουν, έφυγα με το αδέρφι μου το Γηώργη και με κάτεργο του +καπετάν Στάθη Βλαστού ήρθα σε τούτο το νησί της Ζακύνθου. + +Σαν αληθινός χριστιανός χρήζοντας να ήμαι έτοιμος σε πάσα ώρα και +στιγμή να παρουσιαστώ εις το τρομερό και φρικτό του Θεού +κριτήριον, ερεγολάρησα τα πράγματά μου. Και πρώτο συχωράω πάσα +άνθρωπο που με έβλαψε και ζητάω απ' ούλα τ' αδέρφια μου τους +χριστιανούς συγχώρεσι σε ό,τι τους επίκρανα και τους εζημίωσα. +Αφίνω το τίποτές μου εις το αδέρφι μου το Γηώργη και θέλω να με +θάψη, χωρίς καμμία εξόδευσι και κοσμοπομπή. Να μου αφίση μονάχα +το βρακί και το μαύρο ποκάμισο και τίποτας άλλο, και να με ρίξη +σ' ένα ταφί. Και αν δώση ο πανάγαθος και πανοικτήρμονας Θεός και +καπιτάρει να ελευθερωθή το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό +και αντίχριστο και ανελεήμονα αγαρηνόν, να ξεθάψη τα κόκκαλά μου, +και τα κόκκαλα του μακαρίτου αδερφού μου Φιλόθεου που τα έχω +κρυμμένα σε μια σακκούλα στην σπηλιάν που εγνωρίζει και να τα +θάψη μαζή και κοντά στα κόκκαλα των γονηών μας εις την εκκλησιά +της πατρίδος μας· μα, το ξαναλέγω, _σαν ελευθερωθή και όχι τώρα +που είμαστε σκλάβοι_. Και αν κάμη έτζι νάχη την ευχή του Φιλόθεου +και εμένα, αλλέως τη κατάρα μας· _γιατί έτζι με ώρκησε στο +Ευαγγέλιο ο μακαρίτης Φιλόθεος ωσάν εξεψύχου_. + +Αφίνω ακόμα διάτα και τόνε βάνω σε όρκο φρικτό εις το όνομα του +Θεού, του Χριστού, της Παρθένος, εις τα κόκκαλα των γονηών μας +και του αδερφού μας Φιλόθεου, και εξορκίζω τον αδερφό μας Γηώργη, +το σταυρό το μαλαματένιο να μην τόνε πειράξη· να τον απιθώση σε +μια εκκλησιά να λειτουργιέται και να κάμη κολάγι και τόνε στείλη +στην πατρίδα μας του Παπαθανάση να τον απίθώση στην εκκλησιά μας, +γιατί άνθρωποι είμαστε και πέφτομε σε λάθο· αυτός ο σταυρός είναι +του μακαρίτου αδερφού μας Φιλόθεου και νάχης την ευχή του, Γηώργη +μου, να τον φυλάξης. + +Αφίνω και στον αδερφό μου Μήτρο να δώση 30 τζεκίνια στην κάσα για +ελευθέρωμα σκλαβών, και 10 στο οσπιτάλε και χωρίς άλλο να το +κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και +υστερινή μου θέλησι. + +ΔΗΜ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ. + +Επληρώθη άραγε η παραγγελία του αειμνήστου φιλοπάτριδος ή τα οστά +αυτού κείνται εισέτι κεχωρισμένα των του Φιλόθεου και των γονέων +αυτού;... + +ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ. + +Ήκμασε περί τα μέσα τις παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Συνηγωνίσθη +μετά των αδελφών Μήτρου και Λάμπρου Τζεκούρα. Εμβαλών εις Ήπειρον +εισήλθε ξιφήρης εις Άρταν και ηχμαλώτισε τον κατήν και δύο +αγάδας. Το ανθραγάθημα τούτο προυκάλεσε Σουλτανικόν φιρμάνιον, +δι' ου διετάττετο η σύντονος αυτού καταδίωξις. Τότε ο εν +Ακαρνανία δερβέναγας, Μουχτάρ Κλεισούρας, μετά του προεστώτος +Πάνου Μαυρομμάτου, εξεστράτευσαν μεν κατ' αυτού, αλλά +καταληφθέντες υπό φόβου ενήργουν μετά πολλής αδρανείας και +απέφευγον πάσαν συνάντησιν. Διαφθείραντες ύστερον Σουλεϊμάνην +τινα φίλον στενώτατον τω Μηλιόνη, ενετείλαντο αυτώ την +δολοφονίαν. Πορευθείς ούτος προς τον αρματωλόν έτυχεν αδελφικής +δεξιώσεως ώστε σκληρώς ελεγχόμενος υπό του συνειδότος εδήλωσε τον +σκοπόν της αποστολής του, ελπίζων ότι οικειοθελώς έμελλε να +παραδοθή ο γενναίος εκείνος· Αλλ' ο Μηλιόνης αφ' ου απήντησε, + +_Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει_ + +έδραξε το πυροβόλον και εξελθών εμονομάχησε προς τον Σουλεϊμάνην. + +Με το τουφέκι ετρέξανε ένας να φάη τον άλλο +Φωτιάν εδώκαν 'ς τη φωτιά πέφτουν κ' οι δύο 'ς τον τόπο. + +ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. + +Γιος του Δήμου, ωρμάτο εκ Σακαρετζίου του Βάλτου, διέπρεψε δε +μαχόμενος διά βίου προς τους Οθωμανούς. Αλλ' εν έτει 1767 επί +κεφαλής 300 αρματωλών κατετρόπωσε τον Μούρτο Χούσον πάππον του +Αλήπασα, σταλέντα παρά του Κουρτ πασά προς καταδίωξιν αυτού, εν +τη εν Κερασόβω μάχη. Συνέδραμαν αυτόν τότε και ο Σταθάς και ο +Καρακίτζος και ο Κοντογιάννης και ο Στουρνάρης, αλλά την ανωτέραν +διεύθυνσιν είχεν ο Μπουκουβάλας και προς αυτόν οφείλεται η εν +τοις δημοτικοίς ημών άσμασι διασαλπιζομένη εκείνη νίκη. Ύστερον +κατέβαλε την οφρύν των εχθρών πάλιν εις _Χοτένια_ και τέλος +μετέσχε της περί το 1769 άλλης εθνικής επαναστάσεως. + +Μετ' αυτού συνηγωνίσθη πολλάκις και ο εξ Ευρυτανίας Μητρομάρας, +πρωτοπαλλήκαρον του διαβοήτου Τζόλκα, όστις διαπρέψας κατά γην +ανεδείχθη τρομερός και κατά θάλασσαν πειρατής και πολλήν επήνεγκε +βλάβην εις τας νήσους του Αιγαίου τας μη μετασχούσας της +επαναστάσεως. Συνεκρότησεν ύστερον πολλάς κατά ξηράν μάχας υπό +Μοσχοβητικήν σημαίαν· ενίκησεν εν Αθήναις και εν Μεγάροις τους +Τούρκους και πληγωθείς περί την Ελευσίνα απεβίωσεν εν Σαλαμίνι. + +Επεξερχόμενος πολλάκις την αξιόλογον συλλογήν του Κυρίου Πασσόβ +μετά λύπης παρετήρησα ότι εκτός προφανεστάτων αναχρονισμών, εκτός +πολλών αμαρτημένων στίχων, ουδεμία υπάρχει εν εκάστω άσματι, ούτε +προτεταγμένη ούτε επιτεταγμένη ιστορική διασάφησις. Εντεύθεν +σκότος μέγα επικρατεί και ακατανόητος αποβαίνει η διήγησις ιδίως +προς τους ξένους. Αισθάνομαι ότι το έργον τούτο απόκειται εις +ημάς και ότι πρέπει όπως δήποτε να ευγνωμονώμεν προς τον Κύριον +Πασσόβ και να αποδίδωμεν αυτώ χάριτας επί τω γιγαντιαίω έργω όπερ +επεχείρησε. Αλλ' ομολογώ ότι έλλειψις αποβαίνει επαισθητή και +ευχής άξιον εάν εθεραπεύετο όσον τάχιον. + +ΣΤΑΘΑΣ. + +Σταθάς Γεροδήμος εκ Βάλτου ήκμασε περί τα μέσα της παρελθούσης +εκατονταετηρίδος. Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745 +κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν +ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των +Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο +Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο +Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε +κατά την επανάστασιν των 1769. Κατά το έτος 1772 συνεκρότησε την +εν Κασσάνδρα της Μακεδονίας περιλάλητον ναυμαχίαν, το δε εις την +νίκην εκείνην αναφερομένον άσμα ημαρτημένως ανάγεται υπό του +Κυρίου Πασσόβ εις την μεταξύ του 1750 και του 1760 διαγενονομένην +δεκαετίαν. Κατέφυγεν ύστερον μετά του Ορλώφ εις Ρωσσίαν όπου και +έλαβε βαθμόν λοχαγού εν τω στρατώ. Οι εν τω Βάλτω απόγονοι αυτού +δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι το αρματωλίκιον, περιελθόν μετά +ταύτα εις τον συγγενή αυτού Ίσκον. + +ΖΗΔΡΟΣ. + +Η οικογένεια του Ζήδρου εκ των αρχαιοτέρων και ρωμαλεωτέρων του +Πίνδου παραφυάδων, ήκμασεν ως απόλυτος κυρίαρχος εν Ελασσώνι περί +τα διακόσια έτη. Αλλ' ο Πάνος Ζήδρος περί τας αρχάς του δεκάτου +ογδόου αιώνος, δι' ακαταπαύστων πολέμων εξέτεινε την γραμμήν και +τα όρια του προγονικού αρματωλικίου, ανεκηρύχθη δε διά +Σουλτανικού φιρμανίου έξαρχος Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο τίτλος +ούτος αναφερομένος εν τω δημοτικώ άσματι τω παρά τω Κυρίω Πασσόβ +δημοσιευθέντι υπ' αριθμόν XVI εγράφη ημαρτημένως και χρήζει +διορθώσεως. + + Ήσουν και πρώτος _έπαρχος_ 'ς όλα τα μοναστήρια +αντί + Ήσουν και πρώτος _έξαρχος_... + +Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς +τας Επαρχίας των, ούδ' ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, Οθωμανός να θέση +τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω +και θέλων ν' ανταμείψη τους μετ' αυτού αγωνισθέντας απένειμεν +εκτεταμένα _κόλια_ (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά +του και διώρισε τον Βλαχάβαν εις Χάσια, τον Λάζον εις +Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζώτην εις Βέρροιαν, +τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους +αλλαχόσε. + +Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του +εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον +εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό +την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο +και απεφάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού +ζητήματος. + +Έζησεν ο Ζήδρος έτη 128 ή 130 και συνήψε πρώτον γάμον ότε ήτο +υπερεννεντηκοντούτης. Κατέλιπε δε ένα μόνον υιόν τον Φώτον, +δολοφονηθέντα περί τα 1768. Τοιουτοτρόπω αποσβεσθείσης της +διασήμου γενεάς, παρέλαβε την ήδη κατακερματισθείσαν κληρονομίαν +ο επί θυγατρί γαμβρός του Πάνου Ζήδρου, Πάνος Τζάρας, πάππος του +διαβοήτου Νίκου Τζάρα. + +Έξαρχοι, εκτός του Ζήδρου, υπήρχον και ο Μάρκο-Πούλιος εν Ηπείρω, +ο Τριμπούκης εν Ακαρνανία, ο Τζόλκας εν Ευρυτανία και Φθιώτιδι, +ο Βρυκόλακας εν Παρνασσίδι, Δωρίδι και Ναυπακτία. + +Οι έξαρχοι ούτοι, ως προείπον, εκυβέρνων διά τοπαρχών, εδίκαζον +πολιτικάς και θρησκευτικάς διαφοράς, επώπτευον τα μοναστήρια, +είχον ιδίαν σημαίαν και σωματοφυλακήν. + +ΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ. + +Υιός του Αθανασίου, αρματωλού των Χασίων. Προς συμπλήρωσιν δε +όσων περί αυτού έγραψα εν τοις Μνημοσύνοις, προστεθήτω ότι την +υπ' αυτού κινηθείσαν επανάστασιν εν έτει 1808 προέδωκαν οι εκ +Μετζόβου οπλαρχηγοί Δεληγιάννης και Βλαχοθώδωρος. Ο Ευθύμιος μετά +την αποτυχίαν επειράθη να στρατολογήση εν Επτανήσω και εν Ηπείρω +νέας δυνάμεις, αλλά συλληφθείς παρεδόθη τω Αλή και εστέφθη διά +του μαρτυρίου. Ο υιός αυτού Φλώρος κληρονομήσας το πατρικόν +αίσθημα, προσεπάθησε να αναστατώση την Θεσσαλίαν κατά το 1814, +αλλά προδοθείς και ούτος παρά των εν Χασίοις _καπητανευόντων_ +Ψιραίων συνελήφθη, παρεδόθη τω Αλή και ετελεύτησεν, ως ο αοίδιμος +αυτού πατήρ, εν βασάνοις. + +ΒΛΑΧΑΡΜΑΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ. + +Αρματωλός εκ Μαυρολιθαρίου, είς εκ των γενναίων οίτινες ύψωσαν +την σημαίαν της επαναστάσεως κατά το 1750 — 1760 εν Παρνασσίδι +και εν Δωρίδι. Βαρέως πληγωθείς εν τη παρά τω χωρίω Δεσφίνα +γενομένη συμπλοκή κατέφυγεν εις το εν Δαυλία μετόχιον του +μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, κείμενον παρά τοις Δελφοίς. Διωκόμενος δε +προσέφυγεν είς τι παρακείμενον σπήλαιον αλλά προδοθείς υπέστη +σκληρότατον θάνατον. Το πτώμα αυτού εσύρθη επί της πετρώδους +οδού, ήτις άγει εκ Δελφών προς το Κρισσαίον πεδίον και +κατακερματισθέν ανεστηλώθη επί πασσάλων κατά το διασταύρωμα των +προς Χρυσόν και Σάλονα οδών. + +ΗΛΙΑΣ ΒΙΔΑΒΙΩΤΗΣ. + +Κατά τα 1770 νέα απόπειρα εκ μέρους των αρματωλών εγένετο προς +ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας. Προεξήρχον δε ο Βλαχοθανάσης εκ +Βουνιχώρας, ο Αλέξης Καλόγερος εκ Χρυσού, ο Κώστας Σουσμάνης εκ +Γαλαξειδίου, ο Μήτρος Δενδούσης εξ Αγίας Ευθυμίας, ο Νίκος +Μαραβέλης εκ Σιγδίτζης και ο Ηλίας Βιδαβιώτης. Απαντες οι +γενναίοι ούτοι είτε εν πολέμω, είτε εν βασάνοις κατέλυσαν τον +πολυτάραχον βίον, παράδειγμα γενόμενοι μοναδικής καρτερίας και +τόλμης απαραμίλλου. Τα κατά την επαναστατικήν ταύτην απόπειραν +αιματηρά συμβάντα ακριβώς εξιστορούνται υπό του κυρίου Σάθα εν τω +_ανεκδότω_ αυτού _Χρονικώ του Γαλαξειδίου_. + +ΛΑΜΠΕΤΗΣ — ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ + +Εκ των ωραιοτέρων επεισοδίων δι' ων πενθηφορούσαι κοσμούνται αι +αιμοσταγείς σελίδες της ιστορίας του μεσαιωνικού αρματωλισμού, +αφόβως δύναται να υποστηρίξη τις ότι τα περί Αστραπογιάννου και +Λαμπέτη δίδουσιν ακριβή ιδέαν των αισθημάτων, υφ' ων ενεπνέοντο +αι ψυχαί των ακαταδαμάστων εκείνων πολεμιστών. + +Κατήγετο ο Αστραπόγιαννος εκ του χωρίου Αγίας Ευθυμίας και ήκμασε +περί τα μέσα του παρελθόντος αιώνος. Υπηρέτησε κατά πρώτον ως +απλούς κλέφτης υπό την σημαίαν των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου +Τζεκούρα και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά τον σκληρόν θάνατον +τούτων συνεκρότησεν ο Αστραπόγιαννος ίδιον σώμα και επιβληθείς +διά των όπλων ανεγνωρίσθη επισήμως αρματωλός της Δωρίδος και +χρόνον τινα ησύχασε. Αλλά του Δερβέναγα των Σαλόνων Μίρτζα, +βιάσαντος γυναίκα τινα υπαγομένην εις το αρματωλίκιον αυτού, μη +ανεχόμενος την ύβριν, ήλθεν εις ρήξιν και μάχη πεισματώδης +συνήφθη έξω του Γαλαξειδίου, εν η κατεστράφησαν οι οθωμανοί. Όσοι +δε εκ των πολεμίων ώρμησαν προς την θάλασσαν ζητούντες διέξοδον +και σωτηρίαν, έπεσον και ούτοι υπό την μάχαιραν του φοβερού +αρματωλού μη φεισθέντος μηδενός. + +Οι επομένοι στίχοι, οι μόνοι διασωθέντες έκ τινος δημοτικού +άσματος, μαρτυρούσι περί τούτων. Λυπηρόν δε είναι ότι δεν +διεφυλάχθη ακεραία η διήγησις. + +Ο Μίρτζας εξεκίνησε κατά το Γαλαξείδι +Πιάνει και γράφει μια γραφή, πικρή φαρμακεμμένη: + « Σε σέ μώρ' Αστρατόγιαννε, ναρθής να φιληθούμε + » Και μη γυρεύεις πόλεμο και μη ζητείς τουφέκι, + » Συμπάθησέ με.... + +Πρωτοπαλλήκαρον αυτού υπήρξεν ο Λαμπέτης εκ Βουνιχώρας. Έν τινι +δε συμπλοκή θανατηφόρως πληγωθείς ο Αστραπόγιαννος, εστράφη προς +τον πιστόν τούτον συναγωνιστήν και εξητήσατο παρ' αυτού να +αποκόψη την κεφαλήν και απαλλάξη αυτήν από των ύβρεων των +πολεμίων. Υπακούσας ο φίλος εξετέλεσε την σκληράν διαταγήν και +λαβών την προσφιλή του αρχηγού του κεφαλήν, κατέθεσεν αυτήν εντός +δισακκίου και εσώθη φεύγων. Διωκόμενος ακαταπαύστως υπό των +εχθρών και μη στέργων να παραιτήση την πολύτιμον παρακαταθήκην, +έτρεχεν επί πολλάς ημέρας, εν μέσω κρημνών και βράχων, ζητών +απόκεντρον και άγνωστον τινα κρύπτην, όπως ασφαλώς ενταφιάση το +πεφιλημένον λείψανον. Κατά την νεκρώσιμον ταύτην περιοδείαν, +οσάκις ο Λαμπέτης, ασθμαίνων, κεκμηκώς, ανεπαύετο παρά ταις +πηγαίς υπό την σκιάν των δένδρων, ετοποθέτει απέναντι αυτού την +τάλαιναν κεφαλήν, και αφού την περιέβρεχε διά των δακρύων του, +εδιχοτόμει τον επιούσιον αυτού άρτον, και απένεμεν εις τον νεκρόν +το σιτηρέσιον, εδρόσιζε τα άφωνα χείλη διά καθαρού ύδατος, την +κατέθετε πάλιν εντός του σάκκου και εβάδιζεν. Η ακατανόητος αύτη +και υπερανθρώπινος καρτερία παρετάθη μέχρις ου αι σάρκες ήρξαντο +καταρρέουσαι υπό σήψεως και απογυμνούσαι το κρανίον. Τότε ο +Λαμπέτης αλλά τότε μόνον, απεφάσισε να χωρισθή από του νεκρού και +φθάσας εις Παλάτια άνωθεν του χωρίου Πέντε Ορίων, ανέσκαψε την +γην παρά τους πόδας αποτόμου πέτρας και ενεταφίασε την κάραν. +Εκεί καθ' εκάστην πορευομένος ησπάζετο το χώμα και διελέγετο προς +τον φίλον. + +Αλλά φονευθέντος του Αστραπογιάννου, διωρίσθη αρματωλός και +πληγωθείς καιρίως επί του όρους Τρικόρφου, ήδη επιθάνατος ων, +διήλθεν έρπων από θάμνου εις θάμνον, μακράν και δύσβατον οδόν, +μέχρις ου φθάσας επί του προσφιλούς μνήματος και επιθέσας τον +τελευταίον ασπασμόν εξέπνευσεν ο λεοντοκάρδιος. + +Είναι αδύνατον νομίζω το αίσθημα της φιλίας να λάβη ποτέ +ευρυτέραν ανάπτυξιν και ποιητικωτέραν εκδήλωσιν! + +Μνημονεύονται δε και άλλαι περιστάσεις, δι' ων αποδεικνύεται +τίνων θυσιών και παθημάτων ελογίζετο αξία η κεφαλή των εν πολέμω +πιπτόντων συμμαχητών και συναδέλφων. + +Ο εκ Δωρίδος αρματωλός Λουκάς Καλλιακούδας εφονεύθη, ως γνωστόν, +εν τη μάχη της Καβρολίμνης. Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος +Σάκος, ο εξ Ακαρνανίας, κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού +απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων, +περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλλας και υπεχώρει μαχομένος +διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς τον Μήτζου +Μπόνου. Αλλ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος +κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής +ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των αλβανών, ένθεν δε μόνου του +Σάκου. Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις, αλλ' επί τέλους +πληγωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν' +ανακτήση το πολύαθλον γέρας, εκτραπέν υπό των εχθρικών +λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραφε το ξίφος, επέπεσε +μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ' ην στιγμήν έψαυε διά +των δακτύλων την κόμην του Καλλιακούδα. + +Ο εξ Αγράφων αρματωλός Κώστας Χρήστος συναντηθείς μετά των +οθωμανών έξω του Καρπενησίου, εννόησε μετά την νίκην ότι οι +φυγάδες εχθροί είχον αποκόψη και λάβει την κεφαλήν ενός των +συνεταίρων, ην μετακομίσαντες εις Καρπενήσιον κατέπηξαν επί δοκού +και έστησαν εν τη αγορά προς επίδειξιν ενταυτώ και τρόμον. Ο +Κώστας Χρήστος μη ανεχομένος την ύβριν, εισήλασε νύχτωρ εις +Καπερνήσιον, εφόνευσε τας τουρκικάς περιπόλους μεθ' ων συνηντήθη, +ανέκτησε την κεφαλήν και βαλών πυρ εις το Σεράγιον απήλθε σώος. + +Ο αρματωλός Γηώργος Σιγδίτζας στενώς επολιόρκησε τα Σάλονα +εκζητών την απόδοσιν της κεφαλής φονευθέντος συντρόφου. + +Ο Χρόνης Λευκαδίτης, κλέφτης περίφημος εκ Λοιδορικίου, συλληφθείς +διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω, την δε κεφαλήν αυτού έστησαν +οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά +παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον +Ανδρούτζον εζητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του +Χρόνη. Ο Ανδρούτζος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην +απήτησε την παράδοσιν των φονέων. Επειδή δε, ο μεν είς εξ αυτών +είχεν αποθάνει, συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού +την έστησεν εκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθή η του Χρόνη. Μετά τούτο +πορευθείς εις Λεβαδείαν, όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων, +απήτησε και αυτού την παράδοσιν. Αλλ' ούτος προειδοποιηθείς +εδραπέτευσεν, οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μη επιτρέψωσιν +ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον. + +ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΝ. + +Κατά τον χειμώνα του 1865, ενώ η ληστεία ελυμαίνετο τας επαρχίας +του Βάλτου και της Ακαρνανίας, εγώ και άλλοι τινες φίλοι τεθέντες +υπό την άμεσον οδηγίαν του ταγματάρχου Ηλία Δημητρακαράκου +εξήλθομεν χάριν κυνηγεσίας εις Χελογίβαρον. Αφ' ου δε διετρέξαμεν +τα ωραιότατα δάση τα περικυκλούντα την λίμνην, διενυκτερεύσαμεν +εν τη συνοικία των Βλαχοποιμένων αδελφών Φερεντίνου. + +Όσον και αν ζήσω δεν θέλω λησμονήση τας τερπνοτάτας εντυπώσεις +της εκδρομής εκείνης! + +Συνελθόντες εντός πενιχράς, αλλά καθαροτάτης καλύβης και +ευχαρίστως επαναλαμβάνοντες κύκλω σφριγώντος πυρός τας +περιπετείας της ημέρας, αφού κατά το πατρώον έθιμον +κατεβροχθήσαμεν αμνόν ανεκτίμητον προσενεχθέντα ακέραιον, +εξηντλήσαμεν δε τας συνήθεις προπόσεις και επολιτικολογήσαμεν +μέχρι κόρου, κεκμηκότες εκ της επιπόνου οδοιπορίας, χαύνοι, ενώ +παρεσκευαζόμεθα να παραδοθώμεν εις τας αγκάλας του ύπνου, ήλθε +και παρεκάθησε μεθ' ημών ο Αθανασούλας Φερεντίνος, επανακάμπτων +εκ Βονίτζης. Ήρξατο και ούτος διηγούμενος περί ληστών, περί της +μαστιζούσης τα ποίμνια επιζωοτίας, περί βουλής, περί συντάγματος, +εκφέρων παρατόλμους δοξασίας ουδέν συναδούσας (λυπούμαι να το +είπω) προς τας ομολογίας των εν τη πρωτευούση ελευθεροφρόνων +δογματολόγων, μέχρις ου, επελθούσης γενικής ναρκώσεως, παρελύθη +ολοσχερώς η συνδιάλεξις και την επικρατούσαν σιγήν μόλις εκ +διαλειμμάτων διέκοπτον αρνητικά ή καταφατικά τινα μονοσύλλαβα +τυχαίως ριπτόμενα εν τω μέσω προς τιμήν του ευφραδούς και +φιλοξένου οικοδεσπότου. + +Οι λύκοι ωρύοντο μακρόθεν, εβληχώντο τα ποίμνια, οι φρουρούντες +αυτά κύνες υλάκτουν ακαταπαύστως, και η μοναδική και απερίγραπτος +αύτη αρμονία, ενώ πολλούς εκ των συνεταίρων απεκοίμιζεν +ευχαρίστως, διήγειρεν εν εμοί ακάθεκτον επιθυμίαν ν' ακούσω και +μάθω αρχαίαν τινα ιστορίαν σχετιζομένην προς την φυσικήν τάσιν +του πνεύματός μου. + +Εκδηλώσας τον πόθον τούτον, είδον μετ' αγαλλιάσεως τον φίλον +Θανασούλαν πρόθυμον να με ικανοποιήση και επί παρουσία του Κυρίου +Ηλία Δημητρακαράκου διοικητού του εν Λευκάδι εδρεύοντος τάγματος, +του αυταδέλφου μου Ξενοφώντος, του Νικολάου Σικελιανού και του +γαμβρού μου Δημητρίου Σούντια, ήκουσα τα κατά Αμπελογιάννην και +ιδού παραδίδω εις τας σημειώσεις ταύτας την περί αυτού φημηγορίαν +(legende) χαίρων ότι δύναμαι να προσθέσω σελίδα μικράν εις την +ογκώδη βίβλον των αρματωλικών παραδόσεων. + +Ο Αμπελογιάννης ή Μπελογιάννης, μονογενής υιός και κληρονόμος +πατρός κτηνοκόμου, διήνυσε τον πρώτον αυτού νεανικόν βίον +περιθάλπων και επιτηρών τα ποίμνια. Αλλ' εν μέσω των ερήμων +διαιτώμενος και αδιαπαύστως συναντώμενος μετά φιλοπολέμων +συνεταίρων, τυχών δε του βαπτίσματος των καταιγίδων και την ψυχήν +αυτού αναθρέψας νηπιόθεν εν μέσω των απεριγράπτων καλλονών +αειπαρθένου και σοβαράς φύσεως, ησθάνθη ταχέως εαυτόν +προωρισμένον να διατρέξη άλλο παρά το ποιμαντικόν στάδιον και +βαθμιαίως αναπτυσσομένην εν τη καρδία του ακατάσχετον ορμήν προς +τον πολεμικόν βίον. + +Εμφορούμενος υπό τοιαύτης ιδέας, είδε κατ' όναρ ότι ευρέθη όρθιος +εν μέσω της κοίτης του Αχελώου και ότι έχων τα νώτα εστραμμένα +προς τας εκβολάς αυτού αντιπαρέταττε το στήθος προς την ορμήν των +ρευμάτων μηδόλως πτοούμενος εκ της μεγάλης των υδάτων εξογκώσεως. + +Ενώ δε το κύμα του ποταμού ανυψούμενον συνεστρέφετο ήδη περί τον +τράχηλον και τον πώγωνα και τα χείλη περιέβρεχεν απειλητικόν και +επίφοβον, ηνέωξεν αυτομάτως το στόμα και ησθάνθη ότι εντός του +λάρυγγος αυτού, ως εις αχανές βάραθρον βυθιζομένης της πλημμύρας, +ο κίνδυνος βαθμηδόν ηλαττούτο, οι δε πόδες αυτού εκραταιούντο και +αι δυνάμεις επηύξανον. Το απροσδόκητον φαινόμενον διήρκεσεν επί +πολλήν ώραν, μεθ' ο κατενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι είχεν +απορροφήση πάντα τα νάματα του καταπληκτικού Αχελώου μέχρι +παντελούς αποξηράνσεως. + +Εγερθείς του ύπνου προς ουδένα έφρασε την οπτασίαν, αλλ' αύτη επί +τρεις κατά συνέχειαν νύχτας επανήλθε και σπουδαίαν ενεποίησε τότε +εντύπωσιν εις την παράθερμον του νεανίου διάνοιαν. Ουχ ήττον +ετήρησε πάλιν αυστηράν εχεμυθίαν και προσεπάθει μόνος, άνευ της +αρωγής ονειροκρίτου τινος να εξηγήση το καταπληκτικόν όνειρον. + +Επήλθεν εν τοσούτω η ημέρα, καθ' ην οι ποιμένες εορτάζουσι την +μνήμην του αγίου Γεωργίου. Ο δε Αμπελογιάννης σφάξας τον αμνόν +αυτού ανέγνωσε και επί της ωμοπλάτης σημεία αναντίρρητα, +επιβεβαιούντα και σχολιάζοντα το δράμα. Γενομένου δε κατά την +στιγμήν εκείνην ραγδαίου υετού, έρριψε την καταβραχείσαν κάπαν +επί τινα θάμνον και ρεμβάζων εφύλαττεν έως ο εμφανισθείς ήλιος +την αποξηράνη. Αίφνης εγείρεται τότε θύελλα και ορμητικός +στρόβιλος ανήρπασεν εν τη δίνη αυτού την μηλωτήν, ήτις +μετεωρισθείσα μέχρι νεφελών κατέπεσε μετ' ολίγον επί τους ώμους +του ποιμένος. + +Ενταύθα η διήγησις προς στιγμήν διεκόπη, και ο απλοήθης φημηγόρος +αναλαβών σοβαρώτερον ήθος, προσέθηκε μετ' αφελείας ότι εκ της +θαυμασίας εκείνης της _κάπας_ καταπτώσεως προήλθεν ο πολεμικός +των αρματωλών τίτλος _καπετάνος_, ως αν ήθελε σπουδάζων ν' +ανασκευαστή την περί της ξενοφωνίας ταύτης επικρατούσαν δόξαν +(capetano) προκειμένου λόγου περί του εθνοπαραδότου εκείνου +συμβόλου της στρατιωτικής ισχύος, περί της πορφύρας δι' ης +περιεβάλλετο ανέκαθεν ο βασιλεύς των ορέων, ο ακαταδάμαστος και +άσπονδος εχθρός της οθωμανικής κατακτήσεως, ο αήττητος μαχητής, ο +κλέφτης. + +Μετά τοσαύτα και τοιαύτα σημεία πορευθείς ο Αμπελογιάννης προς +τον γηραιόν πατέρα ανήγγειλεν αυτώ ην είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν +να παραιτήση τον ποιμαντικόν βίον και να επιδοθή εις το πολεμικόν +στάδιον. Ματαίως εδάκρυσε γονυπετής ο γέρων, πειρώμενος ίνα τον +μεταπείση. Ο Αμπελογιάννης ησπάσατο την χείρα του γεννήτορος και +απήλθε. + +Ήτο τότε η ώρα καθ' ην οι ποιμένες απολείποντες τας πεδιάδας +άγουσι τα ποίμνια εις τας ακρωρείας, και ελθών εις την γέφυραν +της Τατάρνας όθεν συνήθως διέρχονται, είδε πολλούς εκ των +ομηλίκων και εκθέσας αυτοίς τα γενόμενα εστρατολόγησε και +επέπεσεν αμέσως κατά των πολεμίων. + +Η φήμη αυτού εμεγαλύνθη εν βραχυτάτω χρόνω και το όνομα του +Αμπελογιάννου αντηχούν απ' άκρου εις άκρον, διέσπειρεν απελπισίαν +και τρόμον παρά τοις οθωμανοίς, οίτινες βλέποντες καταστρεφομένην +την κυριαρχίαν αυτών συνεκέντρωσαν μεγάλας δυνάμεις και +επετέθησαν φοβούμενοι μη εκ του παραδείγματος εκείνου προκύψη +παντελής όλεθρος. Διήρκεσεν ο αγών επί πολύ αιματηρός, +φονικώτατος. Αλλά εξαντληθέντων των μέσων του αρματωλού καί τινων +εκ των συνεπαρχιωτών αντιφερθέντων κατ' αυτού, ενόησεν ο +Αμπελογιάννης ότι ώφειλε προς στιγμήν να διακόψη τας εχθροπραξίας +και να αναβάλη εις άλλην καταλληλοτέραν ώραν την επανάληψιν του +πολέμου. + +Απέστειλε λοιπόν τον Μούρτον και τον Βλαχογηωργάκην, εκ των +ανδρειοτέρων και πιστοτέρων αυτού συναγωνιστών, τον μεν εις +Ακαρνανίαν, τον δε εις Λευκάδα, αυτός δε μόνος επορεύθη εις τα +Μετέωρα της Θεσσαλίας, ένθα εύρεν άσυλον παρά τινι των εκεί +Ηγουμένων. Εξαγορεύσας δε το όνομα και τα πολλά παθήματα, +αφιέρωσε πάντα τον πλούτον εις την μονήν και λαβών του μοναχού το +σχήμα, ησύχασεν εν τη ιερά εκείνη ακροπόλει. + +Νοσήσαντος μετ' ου πολύ χαλεπήν νόσον, κατέρρευσεν εκ μιας η εκ +της ηλικίας και των δεινών αγώνων ήδη πολιωθείσα κόμη και μετ' +αυτής ο μύσταξ και το γένειον. Το σύμπτωμα τούτο θεωρηθέν +θανάσιμον έπεισε τον Ηγούμενον να εισέλθη παρά τω αγωνιώντι και +λάβη την τελευταίαν αυτού εξομολόγησιν. + +Αλλ' ώ του θαύματος! Ενώ ο Αμπελογιάννης παρεσκευάζετο εις +μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων, αίφνης ανθηρά, μέλαινα, +ανηβλάστησεν επί της κεφαλής η κόμη, ανεφύησαν οι μύστακες και το +γένειον, η χροιά μετεβλήθη και εν ακαρεί μετεμορφώθη ο επιθάνατος +εις ακμαίον και θάλλοντα νεανίαν υπό τα όμματα του πνευματικού. + +Το απροσδόκητον θαύμα υπέλαβεν ο Ηγούμενος κατόρθωμα σατανικόν, +οιωνόν αποτρόπαιον, όθεν δραμών λάθρα εις Λαμίαν κατήγγειλε τον +πρόσφυγα και παρέδωκεν αυτόν δέσμιον εις τους δημίους. + +Καταδικασθέντα εις τον δι' αγχόνης θάνατον, ήγαγον αυτόν οι +οθωμανοί εις τον τόπον της εκτελέσεως, αλλ' άπαξ και δις +αναρτήσαντες αυτόν είδον μετά τρόμου ρηγνύμενον το σχοινίον και +τον Αμπελογιάννην μετέωρον επί τινα ώραν διαμένοντα ώς περ +ερειδομένον επί αφανούς τίνος βάθρου. Η δε αρχή προς ην ηγγέλθη +το γενόμενον αναστείλασα την εκτέλεσιν έπεμψεν έκτακτον +ταχυδρόμον εις Κωνσταντινούπολη εκθέτουσα το συμβάν και αιτούσα +οδηγίας. + +Εν τοσούτω διεθρυλλήθη το θαύμα και τις εξ Ακαρνανίας Κυρ +Σταμούλης, μέγας και πολύς τω καιρώ εκείνω, αδιάλλακτος του +αρματωλού εχθρός, επορεύθη εις Λαμίαν και χλευάσας τους οθωμανούς +επί τη μικροψυχία αυτών ητήσατο και έλαβε την άδιαν ίνα ιδίαις +χερσί διαπράξη την απαγχόνισιν. Παραδοθέντος του ήρωος εις τας +χείρας του ομοπίστου και ομοφύλου εκείνου αλιτηρίου ετελέσθη η +καταδίκη, ενώ δε κατεβιβάζετο ο νεκρός από της αγχόνης, έφθανεν +εκ Κωνσταντινουπόλεως και η χάρις. + +Ο επιτυχής δήμιος εξελθών της Λαμίας επορεύθη εις Λευκάδα και +μεγαλαυχών ανήγγειλε το στυγερόν κατόρθωμα προς τον +Βλαχογεωργάκην. Συνάμα δε ηπείλησεν αυτόν και τω προείπε την +αυτήν τύχην άν ποτε επανήρχετο εις το αρχαίον στάδιον. + +Ο Βλαχογεωργάκης υπεκρίθη μεν μεταμέλειαν αλλά μαθών την ημέραν +καθ' ην ο φονεύς του προσφιλούς αρχηγού του έμελλε να επιστρέψη +εις τα ίδια, εξήλθε μετά των συνεταίρων και κατέλαβε δίοδόν τινα +στενήν παρά τη πηγή της Πλαγιάς. Εκεί επιπεσών εφόνευσε τους +συνοδεύοντας τον Σταμούλην οθωμανούς, συλλαβών δε ζώντα τον +βδελυρόν δήμιον απήγαγεν επί την κορυφήν του λόφου και τεταρτίσας +αυτόν, εκρέμασε σταυροειδώς τα τεμάχια επί τεσσάρων δένδρων και +έκτοτε η θέσις εκείνη επωνομάσθη Σταυροί. + +Ο Μούρτος διωκόμενος ακαταπαύστως και θέλων να μεταβή εις Βάλτον +ενέπεσεν εις ενεδρεύουσαν τινα εχθρικήν συμμορίαν και μονομαχήσας +προς τον φιλοπόλεμον αυτής αρχηγόν εφόνευσε μεν τον αντίπαλον +αλλά τρωθείς θανατηφόρως εζωγρήθη υπό των πολεμίων και παρέδωκε +το πνεύμα εν βασάνοις. + +0 προπάππος του Θανασούλα Φερεντίνου ήτο αυτάδελφος του Μούρτου. +Αφού δε παρηκολούθησεν απ' αρχής την ανύψωσιν του Αμπελογιάννου, +είδε δε μετά ταύτα την παντελή καταστροφήν αυτού τε και των +συνεταίρων, εν ώρα θανάτου, προσεκάλεσε τα τέκνα, εξέθηκεν αυτοίς +τα γενόμενα και εφ' όρω φοβεράς κατάρας παρήγγειλεν αυτοίς να μη +επιδοθώσι ποτέ εις τον κλέφτικον βίον. Διό και από του χρόνου +εκείνου οι απόγονοι αυτού έχοντες υπ' όψιν την ιστορίαν ταύτην +και του προπάτορος την αράν, διαδοχικώς ασχολούνται εις την +καλλιέργειαν των πολλών αυτών ποιμνίων. + +Ότε η διήγησις ετελείωσεν ο παρακολουθών τον φίλον Δημητρακαράκον +σαλπιγκτής, εσάλπισε το εωθινόν εγερτήριον και συγχρόνως πεζός +ταχυδρόμος καταφθάσας εκ Βονίτζης ανήγγειλε προς ημάς ότι +μεταβατικόν τι απόσπασμα είχε συγκρουσθή μετά της ληστρικής +συμμορίας του Μαριώλη και του Κρίκα κατά τα απέναντι ημών +υψούμενα Σκλάβενα. + +ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑΣ. + +Κρίνω όλως περιττήν πάσαν μνείαν περί του διαβοήτου τούτου +αρματωλού, αφού εν εκτάσει τον βίον αυτού συνέγραψε και εξέδωκεν +ήδη, ο Κύριος Σάθας εν τη Χρυσαλλίδι (φυλλάδ. ΞΑ'. — ΞΒ'.). Αλλά +προς ευχερεστέραν κατάληψιν των εις αυτόν αναγομένων στίχων μου, +νομίζω απαραίτητον να υπενθυμίσω ότι ο σιδηροκάρδιος ούτος +γίγας, ο διά των όπλων αναδειχθείς το φόβητρον των οθωμανών και +θέσας την πολεμικήν τιμήν του ονόματός του υπεράνω και αυτών των +τρυφερωτέρων και αγιωτέρων της καρδίας αισθημάτων, αφού έλαβε το +ατύχημα να ίδη φονευμένους τους δύο υιούς του, έμαθε δε παρά του +Χρόνη, υπό την σημαίαν αυτού υπηρετούντος, ότι ο τρίτος και +τελευταίος καθ' ον χρόνον εν τω νησιδρίω του αγίου Κωνσταντίνου +τω κειμένω εν τω Κρισσαίω κόλπω, εμαθήτευεν έν τινι +γραμματοδιδασκαλείω, είχεν εξοκείλει εις πολλά χαμερπή ατοπήματα, +καταισχύνων ούτω το ευκλεές πατρικόν όνομα, ιδίαις χερσίν +εθυσίασεν αυτόν, προτιμών να γίνη παιδοκτόνος παρά να ίδη +στιγματιζομένην την αρματωλικήν δόξαν του εν τω προσώπω του +απογόνου. + +Το τραγικόν τούτο γεγονός διεσώθη έν τινι δημοτικώ άσματι εσχάτως +δημοσιευθέντι, εξ ου και παραθέτω μόνον τους τελευταίους πέντε +στίχους. + + Κι ο Κωσταντάρας τάκουσε βαρυά του κακοφάνη. + » Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγγόνι + » Μου ντρόπιασες την λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια, + « Κάλλιο να κλάψω μια φορά, παρά να κλαίγω πάντα. » + Το γιαταγάνι ετράβηξε και σαν αρνί το σφάζει. + +ΛΑΖΟΣ. + +Ανήκεν εις αρχαίαν αρματωλικήν οικογένειαν εξ Αικατερίνης του +Ολύμπου. Συλληφθείς διά προδοσίας υπό του Βελή πασά κατά το 1818 +υπέστη μετά της πολυπληθούς αυτού οικογενείας και των αδελφών +Κώστα και Τόλια τον δι' ανασκολοπισμού θάνατον. + +ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ. + +Προκάτοχος του Κωσταντάρα, επονομασθείς ούτως εκ της μελανωπής +του προσώπου χροιάς. Ωρμάτο εξ αγίας Ευθυμίας και ανήκεν εις την +γενεάν των Κατζώνων, όθεν εβλάστησε μετά ταύτα και ο διαβόητος +Λάμπρος Κατζώνης. + +Αι ρωμαντικαί περιπέτειαι του δημοτικωτάτου τούτου αρματωλού +περιέχονται εν τω πρώτω μέρει της βιογραφίας του Κωσταντάρα. +Αρκεί μόνον να είπη τις ότι διά των κατορθωμάτων αυτού επιβληθείς +εις τας τουρκικάς αρχάς, ανεγνωρίσθη διά Σουλμανικού φιρμανίου +αυτόνομος δεσπότης ευρυτάτης επαρχίας συμπεριλαμβανούσης και το +Γαλαξείδιον επί τη μόνη υποχρεώσει να πέμπη κατ' έτος δώρον εις +την Υψηλήν Πύλην ένα ιέρακα (σαΐνι), + +ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΛΑΣ. + +Περί του αρματωλού τούτου ακμάσαντος κατά το 1730 διασώζεται +μόνον το επόμενον ανέκδοτον δημοτικόν άσμα. + +Κλαίν' τα βουνά με τη χιονιά, κ' οι κάμποι το χειμώνα, +Κλαίγει κι ο Πάλλας κλαίγεται, παρηγοριά δεν έχει. +Δεν έχει χέρι για σπαθί, μάτι για το τουφέκι +Αρματωλού παλληκαριά και κλέφτικο καμάρι, +» Μην κλαίτε μαύρα μου παιδιά, καϋμένα παλληκάρια! +» Εξήντα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης +» Να κυνηγάω την Τουρκιά να πελεκάω πασάδες. +» Μόν' τώχω ντέρτι 'ς την καρδιά, τώχω βαρύ μαράζι +» Πως σαν το μάθουν οι άπιστοι θα μπουν 'ς το σύνορό μου, +» Θα μου πατήσουν τα χωριά, το πατρικό μου κόλι. +» Για κόφτε το κεφάλι μου, βάλτε το 'ς την κοτρόνα +» Να καταιβούνε τα πουλιά να το μοιρολογήσουν, +» Να καταιβούν κ' οι σταυραητοί 'ς τα νύχια να το πάρουν. +» Να πάνε να το στήσουνε ταμπούρι 'ς τη φωλειά τους. +» Και σαν οι Τούρκοι καταιβούν 'ς το σύνορο του Πάλλα +» Να πάνε να το ρίξουνε ανάμεσα 'ς τ' ασκέρια, +» Για να το ιδούν οι άπιστοι και πίσω να γυρίσουν. » + +ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑΣ. + +Εκ Λοιδορικίου, πρωτοπαλλήκαρον του Ανδρούτζου μεθ' ου και +συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω. Διορισθείς αρματωλός, έπεσε +μαχόμενος κατά την εν Καβρολίμνη της Αιτωλίας μάχην. + +ΧΡΟΝΗΣ. + +Αρματωλός της Δωρίδας υπηρέτησεν υπό τον Κωσταντάραν. Ο Αλή +Τζεκούρας Δερβέναγας συλλαβών διά προδοσίας τα τέκνα του +κατέσφαξεν αυτά. Εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου περί τα 1791. Εις +ανάμνησιν της σφαγής των τέκνων διεσώθη το υπ' αριθμόν XLVIΙΙ εν +τη συλλογή του Κυρίου Πασσόβ αναγινωσκόμενον άσμα. + +Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλλιόνια, καρυοφύλλια, +Αλή Τζεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι. +Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδή πηγαίνοντας 'ς το σπήτι· +» Πολλά τα έτ' μπουλούκμπαση» — «Καλώς τονε το Χρόνη. +» Πώς τάχεις Χρόνη τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;» +«Σε προσκυνούν μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια, +» Δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω. + — » Αν θέλης Χρόνη μου να ιδής ώμορφα κεφαλάκια, +» Τήραξε μέσα τον τορβά να ιδής αγγελουδάκια. +Ο Χρόνης ανατρίχιασε τον έφαε μαύρο φίδι. +Πάει τηράζει 'ς τον τορβά, τηράζει και τι βλέπει; +Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλληκαράκι. +Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλια του παγώνουν· +Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι +Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω, +Σφάζει αρβανίτας δώδεκα και δυο μπουλουκμπασίδες. +Αλή Τζεκούρας έπεσε και τρεις επανωθειό του. + +ΓΥΦΤΑΚΗΣ. + +Γυφτάκης και Καλέμης αυτάδελφοι, ανεψιοί εκ μητρός του Μήτζου +Κοντογιάννη. Εφονεύθησαν περί το 1802 έξω της Υπάτης πολεμούντες +κατά του Ιουσούφ Αράπη. + +ΑΝΔΡΟΥΤΖΟΣ. + +Ανδρέας Βερούσης εκ του χωρίου Λιβανάταις της Αταλάντης, πατήρ +του διαβοήτου Οδυσσέως. Φοβούμενος μη προσβάλλω την μνήμην του +μεγαλουργού και μεγαλεπηβόλου τούτου αθλητού περικλείων το +Ηράκλειον όνομά του εντός των στενωτάτων ορίων περιληπτικής +σημειώσεως, αποφεύγω εκ προθέσεως να είπω τι περί του +καταπληκτικού βίου του. + +Συλληφθείς διά προδοσίας των Βενετών παρεδόθη τοις οθωμανοίς, +οίτινες και έπνιξαν αυτόν εν ταις ειρκταίς της +Κωνσταντινουπόλεως, ως μετά ταύτα διά χειρών ανόμων επνίγη και ο +υιός αυτού Οδυσσεύς εν τη ειρκτή της Αθηναϊκής ακροπόλεως. + +Δημοτικόν άσμα πρωτοτύπου ωραιότητος, εν ω παρίστανται τα όρη της +στερεάς Ελλάδος διαπληκτιζόμενα προς τας πεδιάδας και εκζητούντα +δι απειλών την απόδοσιν του Ανδρούτζου προσκαίρως παραιτήσαντος +αυτά, δίδει εν συνάψει ακριβή ιδέαν της μεγάλης του οπλαρχηγού +τούτου βαρύτητος. + + + Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά παρηγοριά δεν έχουν. + Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια, + Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κ' η Λιάκουρα της Γκιόνας: + «Βουνί πούσαι ψηλότερο, και πλειο ψηλ' αγναντεύεις, + »Ανδρούτζος τι να γίνηκε, η λεβεντιά πού νάναι; + »Τι να σου 'πω βουνάκι μου, τι να σου πω βουνί μου, + »Τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμέν' οι κάμποι, + »'Σ τους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν 'ς το + [σημάδι + »Τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια.» + Κ' η Λιάκουρα σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνη. + Τηράει δεξιά, τηράει ζερβιά, τηράει κατά τη Σκάλα, + «Βρε κάμπε αρρωστιάρηκε, βρε κάμπε μαραζάρη, + »Με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις; + »Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου, + »Μη λυώσ' όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω.» + +Το άσμα τούτο, εξ ου απορρέει κρουνηδόν ο πλαστικός οπός της +δημοτικής ποιήσεως, εποιήθη περί τα 1789, ότε ο μεν Ανδρούτζος +μετά πεντακοσίων πολεμιστών καταβάς από των ορέων αναπεπταμένας +έχων τας σημαίας, περιέτρεχε νικηφόρος την Στερεάν και την +Πελοπόννησον, το δε Γαλλικόν έθνος ανέτρεπεν εκ θεμελίων το +σαθρόν οικοδόμημα του μεσαιωνικού απολυτισμού και διεκήρυττε τ' +αθάνατα και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου. + +ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ. + +Εκ Βουνιχώρας της Παρνασσίδος, _ψυχοπατέρας_ του Ανδρούτζου, +αγαπών αυτόν ως ίδιον τέκνον, πρώτος τον καθωδήγησεν εις το +πολεμικόν στάδιον. Διατηρηθείς ακμαίος μέχρις εσχάτου γήρατος και +ουδέποτε απαυδήσας μαχόμενος, έπεσεν ο γενναίος πλησίον της +Ναυπάκτου, ότε ξιφήρης ώρμησεν εις μέσον των πολεμίων ίνα +συμπλακή προς τον διοικητήν αυτής Μουχτάρ πασάν. Εν τη ορμητική +ταύτη εφόδω μόλις επρόφθασε να τον ακολουθήση ο Ιωάννης +Ξυλικιώτης, όστις και εφονεύθη παρά τω πολιώ αρματωλώ. Μάχη +πεισματώδης συνήφθη μετά ταύτα προς κατάκτησιν της κεφαλής του +Βλαχοθανάση. Υπερισχύσαντες δε οι Αλβανοί ήρπασαν αυτήν και αφού +εν θριάμβω την περιέφερον ένθεν κακείθεν, την επώλησαν επί αδρά +αμοιβή προς τον βέην των Σαλόνων, όστις και διέταξε να στηθή επί +τινος κοπρώνος. + +Ο Ανδρούτζος θρηνών τον θάνατον του Βλαχοθανάση είπε: + + Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση, + Πέντε πλευρά μου τζάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη. + +ΛΙΑΚΟΣ ΚΟΥΤΑΒΑΣ. + +Αρματωλός του Ολύμπου περί ου και το υπ' αριθμόν LXXXIX εν τη +Πασσοβίω συλλογή δημοτικόν άσμα όπου διαλάμπουσιν οι τρεις +επόμενοι στίχοι. + + Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το Βηζύρη. + Όσο είν' ο Λιάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει· + Πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βηζύρη το τουφέκι. + +ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ. + +Ιωάννης Κοντογιάννης εκ Χαλικιοπούλων του Βάλτου, αρματωλός +Υπάτης. Παρευρέθη και διέπρεψε κατά την εν Κερασόβω μάχην. Επειδή +δε ο Κουρτ πασάς βαρέως φέρων την ήτταν διέταξε τον Μούρτο +Χούσον, ίνα διά νέων δυνάμεων επιπέση κατά του Μπουκουβάλλα, +ειδοποιηθέντες οι αρματωλοί συνεξεστράτευσαν πάντες, και ταύτην +την φοράν αναθέσαντες την αρχηγίαν εις τον Κοντογιάννην +επορεύθησαν προς συνάντησιν των πολεμίων. Ο Κοντογιάννης απ' +αρχής απέφυγε την συμπλοκήν μέχρις ου, διά στρατηγημάτων +εφελκύσας τους Αλβανούς εις Χόνια, σύμφυτον και αδιέξοδον χώρον +εν Βάλτω, επέπεσε κατ' αυτών και τους κατέστρεψε. Παρίσταται ο +αείμνηστος ούτος εν τω στιχουργήματι σκυθρωπάζων και εξαιτούμενος +συγγνώμην παρά του Διάκου υπέρ του απογόνου αυτού Μήτζου. (όρα +προλεγόμενα). + +ΚΑΤΖΑΝΤΩΝΗΣ. + +Ευχαρίστως επανέρχομαι εις το προσφιλές τούτο όνομα ου μόνον +διότι απ' αρχής του ποιητικού μου σταδίου συνηντήθην μετ' αυτού, +υπό την σκιάν του εν Ιωαννίνοις αιμοχαρούς πλατάνου, αλλά διότι +στενώς διατελεί συνδεδεμένον μετά της φίλης μου Λευκάδος. + +Αναδιφών την ιστορίαν των χρόνων εκείνων, καθ' ους, αφ' ενός μεν +Αλής ο Τεπελενλής διενοήθη να καταστρέψη το τελευταίον του +Ηπειρωτικού αρματωλισμού καταφύγιον, αφ' ετέρου δε οι +διασημότεροι των ημετέρων πολεμιστών απεφάσισαν αντί οιαςδήποτε +θυσίας να το διασώσωσι και διεξερχόμενος τα έγγραφα τα +επιμαρτυρούντα τας θυσίας ας υπέστη ο λαός της πατρίδος μου, τους +κινδύνους ους διέτρεξε, τας κακουχίας, την ακαταμάχητον +καρτερίαν, αγάλλομαι ενδομύχως βλέπων ανά πάσαν στιγμήν τον μεν +Κατζαντώνην επισκιάζοντα την ακρόπολιν ταύτην του Ελληνισμού διά +της κεραυνοβόλου σπάθης του, τον δε Ιωάννην Καποδίστριαν δι' +ακαταλογίστων προσπαθειών παρηγορούντα τους θλιβομένους και +αεννάως μεριμνώντα υπέρ της αγωνιώσης Λευκάδος. + +Μεθ' όσα εδημοσίευσεν ο Κύριος Επαμινώνδας Φραγγίστας υιός ενός +των γενναιοτέρων του Κατζαντώνη συναγωνιστών, μεθ' όσα κ' εγώ +εσημείωσα εν τοις Μνημοσύνοις, περιττή απέβαινε, πάσα περαιτέρω +έρευνα αν δεν ησθανόμην βαρείαν του συνειδότος τύψιν παρασιωπών +τας σπουδαίας υπηρεσίας ας παρέσχε τότε τη πατρίδι, ο φιλόπατρις +ημών κλήρος έχων επί κεφαλής τον δημοτικώτατον αυτού ιεράρχην, +τον διά του ιδίου παραδείγματος αδιαλείπτως διεγείροντα εις τας +ψυχάς απάντων την εθνικήν φιλοτιμίαν, τον απ' αρχής μέχρι τέλους +της μακράς εκείνης πολιορκίας γενναίως προκινδυνεύσαντα, τον μη +φεισθέντα ούτε αγώνων ούτε μόχθων προς ματαίωσιν των εθνοκτόνων +βουλών του τρομερού Βεζύρου. + +Ο Μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης έσχε τότε την τιμήν +να υποδεχθή τον Αρτης Ιγνάτιον, ηυτύχησε δε τας ευλογίας αυτού να +επιδαψιλεύση και επί της αρειμανίου κεφαλής του Κατζαντώνη, +δραμόντος προς ενίσχυσιν των διακινδυνευόντων αδελφών του. Ακμαία +διατηρείται εισέτι εν τη μνήμη των γερόντων η ιστορία των ημερών +εκείνων, διασώζεται δε ζωηροτάτη και η εθνική και απαράμιλλος +διαγωγή του Παρθενίου. Μετά την αποσόβησιν του κινδύνου ο Κόμης +Ιωάννης Καποδίστριας, ο έκτακτος απεσταλμένος της Ιονίου +Κυβερνήσεως, θέλων να επισημοποιήση τα διατρέξαντα απηύθυνε προς +τον ιεράρχην ευχαριστήριον επιστολήν, ην ασμένως δημοσιεύω, +καθόσον εξ αυτής προκύπτουσι γεγονότα τότε μεν επαξίως +εκτιμηθέντα, σήμερον δε εις ουδέν λογιζόμενα επί μεγάλη βλάβη των +συμφερόντων του Ελληνισμού. + +Επίσης δημοσιεύω επίσημον δίπλωμα, δι' ου ο Κόμης Γεώργιος +Μοτζενίγος εκφράζει προς τον Λευκάδος μητροπολίτην την +ευγνωμοσύνην της Κυβερνήσεως, και επιστολήν του Παρθενίου προς +τον Ιγνάτιον, εν η μετά χριστιανικής μετριοφροσύνης και +σεμνότητος αποδίδεται πάσα της επιτυχίας η τιμή εις τας +ενδελεχείς προσπαθείας του διασήμου εκείνου πρόσφυγος. + +Ο ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ + +Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος. + +Τη 23 Αυγούστου 1807. + +Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω εις Κέρκυραν. Αλλά +κοινοποιών υμίν, Πανιερώτατε, την αγγελίαν ταύτην δεν δύναμαι να +μη εκδηλώσω συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου προς υμάς, εν +δυσχερεστάταις περιστάσεσιν ευαρεστηθέντας ίνα μοι παράσχητε +συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ην εξασκείτε επί της ψυχής +του λαού τούτου ανέκαθεν εκτιμήσαντος τας αρετάς, δι' ων +περικοσμείσθε, και δικαίως ανυψώσαντος υμάς εις την υψηλήν έδραν, +ην κατέχετε. + +Γλυκυτάτην θέλω φέρει μετ' εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ' +ην, πιστώς υπηρετούντες τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα +κατασκευαζόμενα υπό την βολήν των εχθρικών τηλεβόλων, +παριστάμενοι εντός των τάφρων δι' ων περιεζώσθη η πόλις. Ούτε +θέλω λησμονήση τας ημέρας καθ' ας περιτρέχοντες τα όρη της Νήσου +ενεπνέετε εις τας καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν +υπέρ Πατρίδος και πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και +του υμετέρου παραδείγματος ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους +και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας (fatiche e incessanti dispendii +gravosissimi) αυτοί δ' εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως +ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων, προέταξαν εν ώρα +κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων, και ο +βάρβαρος και αυθάδης εχθρός όστις μας ηπείλει ωχρίασεν ενώπιόν +των, (ed all'uopo quei stessi che sostennero il peso dei +travagli, si presentarono nelle esteriori trinciere a far +impallidire il prepotente ed il barbaro nemico che ei +minacciava). + + +Τηλικαύται υπηρεσίαι μεγάλως τιμώσαι την υμετέραν Πανιερότητα και +την πατρίδα, ήτις ευτύχησε να έχη υμάς, αναντιρρήτως συνέτειναν +προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής ην ανεδέχθην ως +έκτακτος απεσταλμένος της εκλαμπροτάτης Γερουσίας εν ταύτη τη +Νήσω. + +Διό παρακαλώ υμάς ίνα αποδεχθήτε τας εν τω επισήμω τούτω εγγράφω +κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοι επιτρέψητε δε συγχρόνως +ίνα μετά της αυτής ειλικρινείας υποβάλω τη εκλαμπροτάτη Γερουσία +τας πατριωτικάς υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της +ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων άτινα οφείλονται προς την υμετέραν +Πανιερότητα. + +Εύχομαι ίνα η χειρ του Υψίστου, η προστατεύσασα αείποτε, την +νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα +κίνδυνον εκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν +αυτής εις αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινε (a cui ha diritto +di aspirare dopo le sventure sofferte). + +Η ευχή αύτη ην εγώ απευθύνω προς τον παντοδύναμον, εμπνεόμενος +υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος και +γνωρίζων, κακή τύχη, την οικτράν κατάστασιν εις ην περιήλθεν η +Νήσος, εξέρχεται εκ των μυχών της καρδίας μου. + +Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων, να +εμπνεύσητε τω λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν, +παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του υμετέρου βλέμματος. + +Δέξασθε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης υπολήψεώς μου. + +Κόμης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. + + +ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ. +Κόμητος Γεωργίου Μοτζενίγου. +Επειδή προκύπτει ημίν εξ επισήμων διαβεβαιώσεων, η ενδελεχής +συνδρομή του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος Παρθενίου υπέρ +της αισίας διεξαγωγής της επιχειρήσεως, ην από κοινού ανεδέχθησαν +ότε Ρωσσικός στρατός και η Ιονική Κυβέρνησις προς σωτηρίαν και +ασφάλειαν της Λευκάδος κατά την διάρκειαν του πολέμου, παρέχομεν +αυτώ την παρούσαν εις ένδειξιν της υμετέρας ευγνωμοσύνης και της +πλήρους ευαρεσκείας της Σεπτής Αυτοκρατορικής ημών αυλής. + +Πεποίθαμεν ότι η πατρίς του αγαθωτάτου ποιμενάρχου εκτιμώσα τας +αρετάς και τας υπηρεσίας δι' ων κατέκτησε την συμπάθειαν των +Ρωσσικών όπλων και της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλει και εν τω +μέλλοντι αποδίδει αυτώ αγάπην αμετάτρεπτον προς αμοιβήν του ιερού +χαρακτήρος, των αρετών δι' ων περικοσμείται, και των εξόχων +υπηρεσιών ας προσήνεγκε. (17) + +Κερκύρα τη 15 Αυγούστου 1807. + Κόμης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΤΖΕΝΙΓΟΣ. + + +ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ. + +_Πανιερώτατε και θεοπρόβλητε Δέσποτα._ + +Είναι γνωστόν και ομολογούμενον από όλους σχεδόν και τους +εγκρίτους της πόλεως και τους κατοίκους ταύτης της Νήσου, πόσος +ήτον ο κίνδυνος του τόπου τούτου και ο μέγας φόβος, οπού δι' +αυτόν περιείχε δικαίως τας ψυχάς όλων των εντοπίων, και πόσον εξ +εναντίας ενεψύχωσεν όλους η παρουσία της υμετέρας Πανιερότητος. + +Οι ελλόγιμοι και πατρικοί αυτής λόγοι, τα γενναία και ηρωικά +κατορθώματα του εκλάμπρου υποκειμένου της, οπού διά φυσικήν αυτής +καλοκαγαθίαν και ζήλον ένθερμον πατριωτισμού κατά συνέχειαν και +πόνοις και ιδρώσιν εις όλους εδείκνυε, δεν εδυνήθησαν παρά να +αποδιώξωσι κάθε κίνδυνον και να δώσωσι ψυχήν και εις τους πλέον +αψύχους. + +Όθεν όλοι κοινώς δι' εμού του ελαχίστου αυτών ποιμένος +απονέμουσιν εις την ιεράν και ευεργετικήν αυτής ψυχήν τας διά +λόγου οφειλομένας χάριτας, ομολογούντες απανταχού το μέγεθος των +προτερημάτων της. + +Δέξαι λοιπόν, πανιερώτατε Δέσποτα, εις απόδειξιν της ευχαρίστου +προς αυτήν ημών διαθέσεως την παρούσαν ομολογίαν, οπού δι εμού +γίνεται, δεομένου του παντοδυνάμου Θεού υπέρ της υγείας και +παντός άλλου αγαθού της υμετέρας Πανιερότητος. + + +Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και αγίας Μαύρας. + + ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ. + + +ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ. + +Νέος έτι εισήλθεν ως μοναχός εν τη μονή του προφήτου Ηλιού. Η +σπανία αυτού καλλονή τον υπεχρέωσε ν' αποδυθή εις το πολεμικόν +στάδιον, όπως διαφύγη τας αισχράς των οθωμανών καταδιώξεις. Προς +ανάμνησιν δε του καλογηρικού του βίου προσηγορεύθη _Καλόγερος_, +ενώ της οικογενείας αυτού το επώνυμον ήτο _Ρουμάνης_. Υπηρέτησεν +υπό τον Ανδρούτζον. Συλληφθείς δε διά προδοσίας εφονεύθη εις +Σάλονα. + +ΚΑΤΖΙΚΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ. + +Την δραματικοτάτην ιστορίαν της οικογενείας ταύτης ευχαρίστως +αναφέρω εν ταις σημειώσεις μου, ου μόνον διότι αδίκως μέχρι τούδε +παρεσιωπήθησαν αι σπουδαίαι υπηρεσίαι, ας προσήνεγκε τη πατρίδι, +αλλά και διότι εκ των πολλών επιστολών, αίτινες διασώζονται εν τω +χαρτοφυλακείω της Λευκάδος, προκύπτει η ακατανόητος επιμονή, αφ' +ενός μεν του Αλή πασά προς εξόντωσιν αυτής, αφ' ετέρου δε των +εγχωρίων αρχών της πατρίδος μου, όπως την διαφυλάξωσιν. + +Κατά το έτος 1802 και 1803 οι αδελφοί Χρήστος και Απόστολος +Κατζικογιάνναι κατείχον το καπιτανάτον της Ακαρνανίας. Αμφότεροι +ούτοι, εξαιρέτως δε ο Χρήστος, κηρυχθέντες κατά του σατράπου των +Ιωαννίνων, επί πολλά έτη εβασάνισαν αυτόν επιπίπτοντες κατά των +αλβανών Δερβεναγάδων, οίτινες ανηλεώς τους κατεδίωκον. + +Νοήσας ο Αλής ότι αδύνατον ήτο να τους εξολοθρεύση διά του +πολέμου, απεφάσισε να προστρέξη εις την στυγερωτέραν των +προδοσιών. Προσεκάλεσε τον Βεκήρ Τσουγαδούρον, _αδελφοποιητόν_ +του Χρήστου και του Αποστόλου, και ενετείλατο αυτώ την +δολοφονίαν, αφού διεφήμισεν ότι λησμονών τα παρελθόντα, έπεμπε +τον διαβόητον τούτον αλβανόν, όπως διαβιβάση προς τους παλαιούς +φίλους του την διαβεβαίωσιν της πατρικής στοργής του. + +Ο Βεκήρ παραλαβών εκλεκτήν συνοδείαν μετέβη εις Ακαρνανίαν και +μαθών ότι οι Κατζικογιάνναι διέμενον κατά τας ημέρας εκείνας εις +Πλαγιάν, έδραμεν αυθωρεί, παραγγείλας προς τους παρακολουθούντας +αυτόν να πυροβολήσωσι κατ' εκείνων, ους ήθελεν ασπασθή. + +Αφού οι δύο αδελφοί έμαθον την άφιξιν του αρχαίου φίλου εξήλθον +εις προϋπάντησιν αυτού. Τον υπεδέχθησαν δε περιπαθώς και +φιλοφρόνως υπό την σκιάν της πλατάνου παρά τη πηγή της Πλαγιάς· +εκεί ο Ισκαριώτης εναγκαλισθείς αυτούς, υπέδειξε τα θύματα, και +οι αλβανοί πυροβολήσαντες εκ των νώτων εφόνευσαν αμφοτέρους. + +Μετ' ου πολύ έφθασεν επιστολή εκ Πρεβέζης, δι' ης ο Κάσκαρης, +στενός αυτών συγγενής, έγραφε προς τους δολοφονηθέντας την εις +Ακαρνανίαν μετάβασιν του Τσουγαδούρου, και αινιγματωδώς +εσυμβούλευεν εν τη συναντήσει αυτών μετά του αλβανού δερβέναγα, +να προσέχουν ώστε, «_όπου είναι ο Χριστός να μην ήναι και ο +Απόστολος,_» υποδεικνύων ούτω πως την τεκταινομένην προδοσίαν και +προειδοποιών περί αυτής τον Χρήστον και τον Απόστολον. Αλλ' ότε η +αγγελία έφθασεν, ο φόνος είχεν εκτελεσθή και ο Βεκήρ επανήρχετο +τροπαιοφόρος άγων μετ' αυτού και τας πενθηφορούσας οικογενείας +των προδοθέντων φίλων του. Κατά την οδοιπορίαν ταύτην η σύζυγος +του Αποστόλου, επί επιμόνω αυτής αιτήσει, έλαβε τας δύο κεφαλάς +ταριχευμένας ήδη, και εγκολπωθείσα αυτάς τας μετέφερε μεχρις +Ιωαννίνων. + +Ο Αλής προσεποιήθη βαθυτάτην λύπην επί τη αυθαιρέτω, ως έλεγε, +διαγωγή του Τσουγαδούρου, αλλά μη δυνάμενος να επανορθώση το +κακόν ηθέλησε διά πολλών περιποιήσεων να δείξη προς τας +οικογενείας των φονευθέντων την εύνοιαν και την αγάπην του, και +διέταξεν ίνα αρμόδιον κατάλυμα χορηγηθή αυταίς εν τοις ιδίοις +σεραγίοις. + +0 Χρήστος αφήκεν υιούς τον Μήνιον φονευθέντα κατά τον ιερόν αγώνα +εις τον Ανηφορίτην πλησίον των Θηβών, τον Σπύρον φονευθέντα +επίσης κατά τα 1821 εις Καγκέλια, τον Στάθην προαχθέντα +συνταγματάρχην και αποθανόντα κατά το 1836 και μίαν θυγατέρα την +Μπήλιω. + +Ενώ η οικογένεια διέμενεν εν Ιωαννίνοις ηράσθη αυτής ο Βεζύρης +και επειράθη να την εισαγάγη εντός του Χαρεμίου του, αλλ' ο +αδελφός αυτής Μήνιος μη ανεχόμενος την ατιμίαν, ιδίαις χερσί την +εφόνευσε. + +Ο δε Απόστολος αφήκε τον Κωστούλαν φονευθέντα εις Βλαχίαν υπό την +σημαίαν του Υψηλάντου, τον Αποστόλην πεσόντα εν τη ακροπόλει των +Αθηνών, και τον Πρέβαν αποθανόντα εις Πάτρας επί Κυβερνήτου. + +Ο Συνταγματάρχης Ευστάθιος Κατζικογιάννης αριθμείται μεταξύ των +γενναίων εκείνων, οίτινες υπό την αρχηγίαν του Οδυσσέως +εκλείσθησαν εις το χάνι της Γραβιάς, και διά της περιφανεστέρας +ανδραγαθίας αντεστάθμισαν την ήτταν των Θερμοπυλών. + +ΓΡΙΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. + +Κατά τινα νεωτέραν ανακάλυψιν περί ης εν εκτάσει πραγματεύεται ο +Κύριος Σάθας εν τω κατά την στιγμήν ταύτην εκδιδομένω πονήματι +αυτού, «_Ανδραγαθήματα Μπούα,_» η αρειμανής των Γριβών οικογένεια +αριθμείται μεταξύ των πολλών παραφυάδων, οίτινες ανεβλάστησαν εκ +του περιφανούς των Μπουκίων γένους όθεν ανεφύησαν και οι Σπάται, +και οι Σγούροι και άλλοι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ηγεμόνες +της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Ακαρνανίας. + +Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοπονήσω οθωμανικήν +εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού +Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια +εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις +την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν. + +Σίμος Γρίβας Μπούας αρματωλός της Ακαρνανίας περί τα τέλη του +ΙΖ'. αιώνος κατέφυγεν εις Λευκάδα και τον μοναχικόν ασπασάμενος +βίον ετελεύτησεν εκεί κατά το 1622 και ετάφη εν τη μονή του αγίου +Ιωάννου του Προδρόμου. + +Ο συγγενής αυτού Θεόδωρος ανέκτησε διά του ξίφους το αρματωλίκιον +του Σίμου και απέθανε κατά το 1653 δολοφονηθείς κατά την θέσιν +ήτις σήμερον εισέτι καλείται «_του Μπούα ταυλάκι._» + +Δράξας την ευκαιρίαν ταύτην ο εκ Βάλτου Τζεκούρας εισήλασεν εις +Ακαρνανίαν και ήρπασε περί το 1680 το κληρονομικόν των Γριβαίων +αξίωμα. Ολίγον ύστερον ο Απόστολος Γρίβας, όστις διέμενεν εις +Τόσκεσι του Σουλίου, επέπεσε μετά 100 οπαδών κατά του Τζεκούρα +και ανακτήσας το αρματωλίκιον κατώκησεν εν Περατιά της Ακαρνανίας +παρά τους πρόποδας του όρους Λάμιας. Τούτον διεδέχθη ο υιός του +Χρήστος, τον δε Χρήστον ο ομώνυμος τω πάππω Απόστολος και τον +Απόστολον ο εν τη οπτασία του Διάκου εμφανιζόμενος Χρήστος όστις +και συνήψε γάμον μετά νεάνιδος εκ του οίκου των Κατζικογιανναίων. + +Κατά την επανάστασιν του 1769 ανέλαβεν ούτος την αρχηγίαν πάντων +των εν τη δυτική Ελλάδι αρματωλών και εξεστράτευσε κατά του +Βραχωρίου, αλλ' αποτυχών υπεχώρησεν εις _άγιον Ηλίαν_ του +Αγγελοκάστρου ένθα και υπέμεινε τους επελθόντας πολυαρίθμους +εχθρούς προς ους και συνεπλάκη. Εν τω διαβοήτω τούτω αγώνι έπεσεν +ο γενναίος και το απαίσιον εκείνο πεδίον της μάχης, βαπτισθέν διά +του αίματός του, προσηγορεύθη έκτοτε «_τα κόκκαλα του Γρίβα._» + +Αλλ' ό,τι πλήττει την φαντασίαν εμού γινώσκοντος ακριβώς πάσας +τας αιματηράς θυσίας ας οι Γρίβαι προσήνεγκον τη πατρίδι από +διακοσίων και επέκεινα ετών, είναι η περίεργος σύμπτωσις καθ' ην +εκ μακρών διαλειμμάτων παρίσταται ο προφήτης Ηλίας, ώς περ +επιθεώμενος τους διαπρεπεστέρους άθλους της φιλοπολέμου ταύτης +οικογενείας. + +Εν αγίω Ηλία του Αγγελοκάστρου έπεσε μαχόμενος ο Χρήστος Γρίβας. + +Εν αγίω Ηλία της Ακαρνανίας ήρατο περιφανεστάτην νίκην ο +περιώνυμος αυτού απόγονος στρατάρχης Θεόδωρος, ότε ανακρούσας τα +κύματα της πρώτης Αλβανικής εισβολής, κατώρθωσε να σώση τα +απανθρώπως εκ Καλάμου εξελασθέντα γυναικόπαιδα. + +Εν αγίω Ηλία της Αργολίδος ο υιός του Στρατάρχου Δημήτριος +αντετάχθη προς τον βασιλικόν στρατόν και έσωσε προκινδυνεύων την +στρατιωτικήν τιμήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αναδειχθείς άξιος +απόγονος του περιλαλήτου Χρήστου και υιός εφάμιλλος του πατρός +αυτού Θεοδώρου. + +Επειδή δε τα περί της οικογενείας ταύτης απαιτούσι λίαν +διεξοδικήν αφήγησιν υπερβαίνουσαν τα στενά όρια βραχείας, +σημειώσεως, αναγκάζομαι και άκων να περιστείλω τον λόγον εις μόνα +τα προς τον εν τω κειμένω μνημονευόμενον Χρήστον αναφερόμενα. + +ΣΑΜΟΥΗΛ. + +Ο γνωστός πολέμαρχος, ο θεόπνευστος προφήτης, ο εν τη εκκλησία +της αγίας Παρασκευής πυρίκαυστος γινόμενος, ο διά της θυσίας +αυτού απαθανατίσας το Κούγγι, έρχεται τελευταίος εν τη οπτασία +του Διάκου συνοδευόμενος υπό των πέντε συνεταίρων αυτού, και της +χορείας των νηπίων, άτινα καθηγίασαν διά του αθώου αίματός των +τον βράχον του Ζαλόγγου, ότε αι μητέρες αυτών προς αποφυγήν της +επικειμένης καταισχύνης πρώτον μεν εξεσφενδόνισαν αυτά κατά του +κρημνού, ύστερον δε τα παρηκολούθησαν πίπτουσαι μία μετά την +άλλης εις τα βάθη του αχανούς βαράθρου. (όρα Μνημόσυνα). + +Λαθύρια, βρακανίδαις. σ. 147. + +_Λαθύρια_ όσπριον εκ των ευτελεστέρων. _Βρακανίδα_, αγριολάχανον +περιφρονούμενον ως και η _βρούβα_. + +Κρεμούν τον Πατριάρχη, σ. 148. + +Παρηκολούθησα πιστώς τας ακριβεστέρας πληροφορίας περιγράφων το +μαρτύριον του αειμνήστου εθνομάρτυρος Γρηγορίου. + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ + + + +ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ + +ΟΜΕΡ ΒΡΙΟΝΗΣ. + +«Όπου αγαπά — Συχναπαντά.» + + Ο ύπνος, πούναι της ψυχής κρυφό περιβολάκι + Με χίλια μύρια βότανα για να γιατρεύη πόνους, + Είχε γλυκάνη την καρδιά του Ομέρπασα Βριόνη + Και τούχε σβύση τη χολή, την άγρια την αψάδα + 'Σ τ' ανδρειωμένα σωθικά. Καμμιά φορά 'ς το νου του + Το διάνεμα γοργά γοργά του αλόγου του επερνούσε, + Τάκουε που χλημήτιζε... 'ς το φυσσομανητό του + Ταντιβοούσανε ταυτιά, του ξάναφταν τα μάτια, + Κ' ύστερα πάλ' επλάκωνε με τη χαρά της νίκης + Κάθε πικρό συλλογισμό, κι άφινε να φωτίζουν + Το μέτωπό του το τραχύ παράδοξαις ελπίδαις. + Αντραγαθήματα παληά, χρυσοπλασμένα γνέφη, + Μ' ένα χαμόγελο πικρό για τον Κιοσέ Μεχμέτη. + Τα περασμένα χρόνια του, τώνα σιμ' από τάλλο, + Μισοσβυσμένα, σκοτεινά, χωρίς να τα φωτίζη + Της νειότης το ξημέρωμα, τη μνήμη του χτυπούνε + Με το νεκρό τους τον αφρό. — Θυμήθηκε την ώρα + Που θρονιασμένος βασιλειάς 'ς του αλόγου του τη ράχη, + Μ' ένα με δυο πηδήματα, βορειάς, ανεμοζάλη, + Πετάχτηκε 'ς την Αραπιά. — Τα σωθικά του τότε + Δεν τα φαρμάκευαν κρυφοί και φλογισμένοι πόθοι, + Ούτε του κόσμου ψεύτικαις αναλαμπαίς και δόξαις. + Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του + Μες 'ς την πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια, + Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη + Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση. + Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέρι + 'Σ το νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία, + Κ' επήρε τον ανήφορο... Αναίβαινε τρεχάτος... + Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει + Να τον αφήση να διαβή. Γλιστρά... γυρίζει πίσω, + Με λίγο χιόνι 'ς τα μαλλιά, με καταχνιά 'ς την όψη. + Περνούν η μέραις σα νερό ... Ανέλπιστο λιοβόρι + Τη φλόγα του Τεπελενλή τη σβει, τη συνεπέρνει. + Πόλεμος πάντα πόλεμος... 'Σ τάρματα μέρα νύχτα ... + Τότε για τον Αλήπασα. Τώρα... για ποιόνε τώρα;... · + Η μοίρα τον εγλύκαινε με ταγκαλιάσματά της. + Και φιλενάδα του πιστή εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα + Τώστρωσε δάφναις να διαβή... Αν έσφιγγε τα φρύδια + 'Σ το θέλημά του η Αρβανιτιά με τρόμο επροσκυνούσε + Κρατεί 'ς τα χέρια του σφιχτά δεμένο το λειοντάρι. + Που τούχε φράξη τα Θερμιά... Γιατί, γιατί θα νάναι + Πάντοτε ίσκιος κι' όχι φως;.... Μ' αυτούς που πολεμούσε + Γνωρίζει ότι τον έδεναν, παληαίς αδερφοσύναις. + Πως μια φορά κ' έναν καιρό, μια μόν' ήταν η ρίζα + Και χίλια τ' αντιρίμματα... 'Στα στήθια του αναβράζουν + Σα 'ς το κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση, + Αμέτρητα φαντάσματα, και πότε ο λογισμός του, + Ανήμερο αγριοπούλαρο, πετιέται, λειβαδεύει + Και βόσκει μες 'ς τα ονείρατα, πότε του παραστένει + Την άβυσσο, που ερούφηξε το βράχο πούχε χτίση + Με στοιχειωμένα ριζιμιά 'ς τα Γιάννινα ο Βηζύρης, + Και τότ' ενύχτονε η χαρά με μιας 'ς το μέτωπό του + Επίκραιναν τα χείλη του, κι' ανατριχύλαις κρύαις + Του ράγιζαν τα κόκκαλα και τώκοβαν το αίμα. + + Τεντόνει το παράθυρο. Βλέπει πασπρογαλιάζει + Το χάραμμα 'ς τον ουρανό, και τάστρα λίγο λίγο + Να κρύβωνται, να φεύγουνε, καθώς κατακαθίζουν + Βαθειά 'ς τα φυλλοκάρδια του και σβυόνται της ψυχής του + Τα κούφια ταστραπόβροντα... Ξανοίγει το ρουπάκι... + Χτυπά τα χέρια τρεις φοραίς: «Οσμάν!..Οσμάν!..το Διάκο!» + + — Λεβέντη, η περηφάνεια σου, το φτερωτό σου μάτι + Σε λεν παιδί της Ρούμελης... Σ' είσ' ο Θανάσης Διάκος; + + — Όλος... Με ξέρει η Αρβανιτιά, κ' η πέτραις με + [γνωρίζουν. + + — Και πώς επιάστης ζωντανός; + + — Δέκα χιλιάδαις κ' ένας. + Ο Χάρος μ' απαρνήθηκε και το στερνό μου βόλι, + Όπου το φύλαγα για με, σας τώδωκα κ' εκείνο. + + — Αν έπεφτα 'ς τα χέρια σου τ' ήθες με κάμει, Διάκε; + + — Θα σου φορούσα τάρματα να ματωθούμε πάλε. + + — Μην αγριεύεσαι μ' εμέ. Πριν σ' εύρω 'ς τη Δαμάστα, + Σ' απάντησα 'ς τα Γιάννινα. 'Σ τον ίσκιο του Βηζύρη + Δεν ελημέριασες και συ; + + — Ομέρπασα Βριόνη, + Πνίγει το δέντρο κι' ο κισσός με ταγκαλιάσματά του. + + — Κι' όταν το δέντρο ξεραθή και γύρη ταντιστύλι + Θανάση Διάκε, κι' ο κισσός, το ξέρεις, γονατίζει. + + — Όχι, μα την ανάσταση του γένους μου, δεν πέφτει. + Τη γη που τον ανάθρεψε με τα βλαστάρια ζώνει, + Κι' όπου απαντήση ριζιμιό κι' όπου εύρη χαραμάδα + Γενειάζει εκεί βαθειά, βαθειά, κ' υφαίνει τον πλοκό του + Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κι' αιώνια φράχτη, + Για κείνους που συνείθισαν... να παρασυνορίζουν. + + — Θανάση, θα λησμόνησες!... Εχτές 'ς την Αλαμάνα + Εγώ δεν άνοιξα πορειά; + + — Ομέρπασα, φυλάξου + 'Σ το γύρισμά σου μην ευρής ορθά τα κόκκαλά μου + Και σ' εμποδίσουν να διαβής. + + — Να μη γυρίζω πίσω + Τώμαθα πάντ' από παιδί, και τα μαθηταρούδια + Τ' Αλήπασα δεν σκιάζονται, Θανάση, βρυκολάκους. + Συ το γνωρίζεις, πολεμώ, γιατί τροφή, χαρά μου, + Ειν' ο καπνός του τουφεκιού. Με σας δεν έχω πάθος. + Μαρέσει μέσα 'ς τη φωτιά να βλέπω το σπαθί μου + Να φέγγη, να σπιθοβολή, να μη θολόνη εμπρός σας. + Ζηλεύω την παλληκαριά, δεν τη φθονώ σαν άλλους... + Κι' όταν εγώ 'ς τα Γιάννινα, εσέ, το υιό τ' Ανδρούτζου, + Του Καραΐσκου το παιδί, το Θώδωρο το Γρίβα, + Με τάλογά σας έβλεπα να λάμπετε 'ς τον ήλιο, + Ν' ανεμοστροβιλίζετε, σας εχαιρόμουν, Διάκε, + Κ' έλεγα μέσα μου κρυφά, ένας Θεός το ξέρει, + Νάμουν εγώ το σύγνεφο και σεις ταστροπελέκια... + Καλός καιρός οπούτανε!... Τώρα και σας κ' εμένα + Μας άρπαξε το σύφλογο και ξεζευγαρωμένους + Μας δέρν' η ανεμοριπή... Θέλεις να ζήσης, Διάκε;... + + — Ένας μωρίζει τη ζωή, ό,τ' είπε θα να γένη. + Πώς με ρωτάς, Ομέρπασα;... Το χέρι το δεξί μου + Τώχασα χτες μες 'ς τη φωτιά. Με τάλλο ωρφανεμένο + Δε θα χορταίνω σκοτωμό. + Με φτάνει το ζερβί σου. + Αν είχες δυο δε σ' ήθελα... Ζύγωσε κι' άκουσέ με... + Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος + Με χιόνια, με τρισκότειδο, 'ς το σπήτι του Κροκίδα + Κλεφτά σας εσυμάζονε, κι' άγρυπνοι κάθε βράδυ + Εδιαλογίζεστε μαζύ πώς να την καταπιήτε + Του Αλήπασα τη δύναμη, τα μάτια του Ταχήρη + Πιστά σας παραμόνευαν κ' εφέγγαν 'ς το πλευρό σας + Ακοίμητα σαν τα κεριά, που ανάφτετε την ώρα + Οπού σας ώρκιζε ο πάπας 'ς το τετραβάγγελό σας. + Μια μέρα μ' έκραξε ο Αλής... Τα φρύδια του μαχαίρια, + Το στόμα τάφος ανοιχτός... Μου λέγει... «Ομέρ Βριόνη + »Απόψε τα κεφάλια τους...» Και βγάνει ένα δεφτέρι + Οπού είχε μες 'ς τον κόρφο του. Μου τώδωκε και φεύγει. + Τανοίγω κ' ανατρίχιασα... Δεν έλειπε κανένας... + Αστράψανε τα μάτια μου, η γλώσσα μου φαρμάκι... + Εγώ φονειάς;... Και μ' απιστιά;... Εγώ, Θανάσης + [Βάγιας!... + Διαβάζω ακόμα... τι να ιδώ;... Με τον Αλέξη Νούτζο, + Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο... + Έτρεξα 'ς τη Βασιλική... Πέφτει 'ς τα γόνατά του + Και το λειοντάρι ημέρεψε... Πες μου, Θανάση Διάκε, + Ξέρεις γιατί σας έσωσα;... + + — Δε θέλω να το μάθω. + + — Θυμήθηκα τον πάππο μου, που 'ς τα γεράματά του + Μώδινε πάντα μιαν ευχή, ποτέ να μην ξεχάσω... + Ότ' είμαι... βασιλόπουλο.. + + — Μας τούπε και ο Κυρ Μάνθος. + + — Κι' ότι η γενειά μου μια φορά της Μουζακιάς το + [θρόνο... + + — Χριστιανή κι ορθόδοξη κληρονομιά τον είχε... + + — Θανάση, δε σ' ερώτησα. Μη μ' αντικόβης, πάψε... + Εκάθηκε ο Αλήπασας και με το χαλασμό του + Ο σπόρος, που εκοιμότουνε κρυφά μες 'ς την καρδιά μου, + Ανάδωκε κ' εγέννησε ταγκαθερό λουλούδι, + Που μέρα νύχτα με κεντά... Είδες το γυιο τ' Ανδρούτζου; + + — Θα τον ευρής 'ς το δρόμο σου. + + — Θανάση, θα γνωρίζης + Ότ' είμεθα σαν αδερφοί. Το μυστικό που σούπα + Μας δένει τώρ' από καιρό... Σπαθί, φωτιά, τουφέκι, + 'Σ τους ξένους οπού επάτησαν τα χώματά μας, Διάκε. + Εμέ με φτάνει η Αρβανιτιά, και τάλλα, απ' άκρη 'ς άκρη + Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα, κλαρί και πέτρα. + + — Κι' αφού σ' εκάμανε πασά, με μιας τα ονείρατά σου, + Βριόνη, τα λησμόνησες και δούλος του Μεχμέτη + Σκοτώνεις τους συντρόφους σου... + + — Διάκε, νερό κι αλάτι... + Εσ' είσαι ακόμα ζωντανός, και τον Κιοσέ Βεζήρη + Τον έχομε 'ς τα νύχια μας, μ' ένα σου λόγο, σβυέται... + Δεν ξέρω παρακάλεσαις, δε διακονεύω σχώρια... + Στοχάσου... η ώραις φεύγουνε... και πες μου, ναι ή όχι; + + — Εψές τα παλληκάρια σου, Ομέρπασα Βριόνη, + Το δαχτυλίδι μάρπαξαν και το φορείς 'ς το χέρι.. + Πριν απαντήσω... το φιλείς; + + — Και τι σημάδια φέρνει; + + — Εκείνα πούχαν μια φορά, Βριόνη, οι γέροντές σου. + Ένα δικέφαλο αητό με τα φτερ' απλωμένα + Κ' επανωθέ του το Σταυρό... + + — Θανάση... ναι ή όχι; + + — Όχι... δε δίνω σ' άπιστον ούτε μια φούχτα χώμα + Από τη γη μου τη γλυκειά, ούτ' από τα νερά μου + Δε δίνω μια σταλαματιά. + + — Το κρίμα στο λαιμό σου... + Οσμάν!... πώς ήρθες;... τι θα πης; + + — Ομέρπασα, ο Βεζήρης, + Ακούστηκ' έξω αναβρασμός, φωναίς ξαγριωμέναις + Κι αλόγωνε ποδοβολή... Δειλιάζει, ανατριχιάζει + Ο λύκος της Αρβανιτιάς... τρέμ' η φωνή του... αχνίζει. + + — Θανάση, το κεφάλι μου... + + — Μη σκιάζεσαι. Μαζί μου + Το μυστικό σου θα ταφή ...τώχω βαθειά κρυμμένο. + Και συ τι θέλεις από με;... 'Σ τον κόσμο κάτι ορίζω. + + — Δος μου, το δαχτυλίδι μου. + + — 'Σ τα χέρια σου, Θανάση, + Αλυσωμένα, θα φανή και θα με μαρτυρήση. + + — Εδώ... 'ς το στόμα... γρήγορα... φέρε το...πίθωσέ το. + + Του τώδωκε ο Ομέρπασας. 'Σ τη φλογερή χαρά του + Ταρπάζει εκείνος, το φιλεί, δεν το χορταίνει ο Διάκος. + Ακόμα τανασπάζεται και κοινωνιά στερνή του + Το καταπίνει λαίμαργα, λες κ' ήθελε να σώση + 'Σ το είδωλό του το γλυκό τα σπλάχνα του κιβούρι. + + Πλακόνει ωστόσο κι ο Κιοσές. Μαύρη, θολή πλημμύρα + Το πάτημά του ακολουθεί, σαν νάταν ένα κύμα + Πώσερνε φύκη 'ς το γιαλό. Τασπράδι του ματιού του + Έσταζεν αίμα και χολή... + + — Ομέρπασα Βριόνη, + Μα τώνας είναι του Θεού ο φοβερός προφήτης, + Αν έλειπαν τα σίδερα 'ς αυτό ταγριοπούλι, + Θα πίστευα πώς είσαι συ, κατάδικος και φταίστης... + Τόσο σε βλέπω ανόρεχτον! .. Εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα + Δε σου πονούσεν η καρδιά να βλέπης τάλογό σου + Κουφάρια να ποδοπατή, 'ς το αίμα να βαλτόνη + Και τώρα σαν κ' εμούδιασες! + + — Βεζήρη, οι αρβανίταις, + Εχθρούς δεμένους δε κτυπούν. + + — Και μάλιστα όταν λάχη + Νάναι παληοί των σύντροφοι... Εμείς, ανατολίταις, + Σύγνεφα διαβατάρικα, όταν περνούμ' εδώθε, + Ομέρ Βριόνη, μάθε το, χαλάζι φορτωμένοι + Κι' αστροπελέκια φλογερά, δεν έχομε 'ς το νου μας + Παρά πώς να πλατύνωμε την ερημιά, το μνήμα. + Ούτε το σπόρο μες 'ς τη γη, ούτε κλαρί 'ς το λόγγο, + Ούτε παιδί μες 'ς την κοιλιά θ' αφήσωμε να ζήση. + Ως τα θεμέλια ο χαλασμός. Για πεντακόσια χρόνια + 'Σ αυτά τα στειρολίθαρα, πώσο και αν έχουν χώμα + Ταπόχτησανε τρώγοντας από τα κόκκαλά μας, + Μάτι ποτέ δεν έκλεισεν ούτ' ένας Μουσουλμάνος + Χωρίς να ιδή 'ς τον ύπνο του να λάμψη ένα τουφέκι + Ή να σφυρίξη ένα σπαθί. Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, + Θα ξεχωνιάσω αυτήν τη γη. Θα ιδώ 'ς τα σωθικά της + Ποιος δαίμονας εφώλιασε. Και αλλοίμονον 'ς εκείνον + Που μ' αντικόψη, Ομέρπασα, και που τον εύρω εμπρός μου... + Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη; Κι όσοι πιστοί, τι λέτε; + + — Βεζήρη, εχάθηκε η Τουρκιά. Πενήντα παληοκλέφταις + Μας εζεμάτισαν. Αμάν! Θέρισε, σώριασέ τους + 'Σ ένα ρογό και κάψε τους. Πελέκα αυτούς τους λύκους· + Ξεσπέρμεψέ τους απ' εδώ, κ' η στάχτη τους, Βεζήρη, + Ας ριπιστή 'ς τον άνεμο να μη ματαφυτρώσουν. + + — Όχι, δε χάνετ' η Τουρκιά. Να κλαίτε το μερμήγκι + Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια + Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά, ή 'ς το νερό θα πέση, + (Δεν είν' αλήθεια, Ομέρπασα;) και θαυρεθή πνιμμένο, + Ή θα ταρπάξη το πουλί... Πούναι το παλληκάρι + Που χτες μ' ανδρειευότουνε; + + — Εδώμαι, και σ' ακούω. + + — Ποιος είσ' εγώ δεν το ρωτώ. Για με τα ονόματά σας + θα να σβυστούν όλα με μιας κ' είναι καιρός χαμένος + Εμείς να τα μαθαίνωμε. Θέλεις να προσκυνήσης + Και να δεχτής την πίστη μου; + + — Κιοσέπασα δε θέλω. + + — Θα να σε ψήσω ζωντανόν. + + — Εμείς οι παληοκλέφταις + Έχομε σάρκα κάκοψη. + + — Χαλήλμπεη!.. δικός σου. + +*** + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ + + + +» Με χίλια μύρια βότανα. » σ. 219 + +_Βότανα_, χόρτα κατέχοντα ιαματικάς ιδιότητας, όθεν και το +δημώδες. + + Τα βότανα της γης γιατρεύουνε τα πάθη. + +» Την άγρια την αψάδα. » σ. 219 + +_Αψάδα_, κυρίως επί δριμέων υγρών, μεταφορικώς δε σημαίνει +_θυμόν. Αψής_ θυμοειδής. Συνηθέστατον επί ίππων. + +» Το διάνεμα γοργά γοργά. » σ. 219 + +_Διάνεμα_, σκιά φεύγουσα ταχέως, αστραπηδόν. + +» Αναλαμπαίς και δόξαις. » σ. 220 + +_Αναλαμπή_ η εκ μεγάλης πυρκαϊάς προκύπτουσα λάμψις, αλλά και +αυτή η θερμότης της φλογός. + +» Ανέλπιστο λιοβόρι. » σ. 221 + +_Λιοβόρι_ βορειανατολικός άνεμος πνιγηρός και καυστικός. + +» Και χίλια τ' αντιρίμματα. σ. 221 + +_Αντιρίμματα_ οι περί την ρίζαν δένδρου τινος φυόμενοι βλαστοί. + +Σα στο κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση. σ. 221 + +_Κυβέρτι_ το κύβεθρον, η κυψέλη. +_Γονός_ η νέα γενεά των μελισσών η κατά το έαρ απολείπουσα τον +γενέθλιον οίκον και μεταναστεύουσα αλλαχόσε. + +Όστις παρετήρησεν εκ του πλησίον τα πολύτιμα ταύτα έντομα δεν +παρέλειψε βεβαίως να σημειώση τον απερίγραπτον βόμβον, όστις +επικρατεί εντός της κυψέλης ολίγην ώραν πριν ή εξέλθη ο _γονός_. +Ήθελεν είπη τις, ότι αι μητέρες και οι πατέρες θρηνούσι συνάμα +και χαίρουσιν επί τη εξόδω των τέκνων. + +Ο _γονός_ εξερχομένος πρώτην φοράν εις το φως της ημέρας πλανάται +προς ολίγον ένθεν κακείθεν και προσκολλάται μετά ταύτα επί τινος +αποτόμου πέτρας, ή κάθηται επί κλαδίσκου τινός δένδρου. Αν δε +αμελήση τις να τον παραλάβη και τοποθετήση εντός κυψέλης, +απέρχεται προπορευομένης της _Ανάσσης_. Την αποχώρησιν ταύτην ως +και την πρώτην έξοδον του _γονού_ εκ της κυψέλης ήκουσα να +χαρακτηρίζωσιν οι ημέτεροι χωρικοί διά των λέξεων, »_Εκίνησεν ο +λαός._» Και μα την αλήθειαν δεν εδυνήθην να μη ενθυμηθώ την +διαβόητον Ομηρικήν παρομοίωσιν ένθα το «έθνεα πολλά μελισσάων» +αντιστοιχεί πληρέστατα προς το _λαός_. + +»Και τώκοβαν το αίμα.» σ. 222 + +Φράσις εμφαίνουσα την νευρικήν κατάπτωσιν ήτις προέρχεται ένεκα +φόβου αιφνιδίου. Πιστεύεται δε υπό του λαού ότι επί τοιούτων +περιστάσεων το αίμα αποσυντίθεται. Το αυτό ρήμα εν χρήσει επί +γάλακτος αποσυντεθειμένου. « _Έκοψε το γάλα._» + +Βλέπει πασπρογαλιάζει. σ. 222 + +_Ασπρογαλιάζει_ και _ασπρογάλιασμα_, το υπόλευκον χρώμα του +ουρανού και της θαλάσσης κατά το λυκαυγές της ημέρας. + +»Το φτερωτό σου μάτι.» σ. 223 + +Οφθαλμός περικυκλούμενος υπό μακρών και πυκνών βλεφαρίδων ή +επισκιαζόμενος υπό δασέων οφρύων, εθεωρείτο ως τεκμήριον ανδρείας +ψυχής και συνδυαζόμενον μετ' άλλων τινων προσόντων, καθωδήγει εις +εύστοχον εκλογήν των _παλληκαρίων_. + +Κι όπου απαντήση ριζιμιό κι όπου εύρη χαραμάδα, +Γενειάζει εκεί βαθειά βαθειά κ' υφαίνει τον πλοκό του +Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κ' αιώνια φράχτη +Για κείνους που συνείθισαν να παρασυνορίζουν. σ.224 + +_Ριζιμιό_, πέτρα ερριζωμένη, κατ' αντίθεσιν προς το »_πέτρα +πλεούμενη._» + +_Χαραμάδα_ τα σκίσματα εν γένει. + +_Γενειάζει_ επί φυτών, όταν βάλλωσι τας πρώτας οιονεί τριχοειδείς +ρίζας. Επί κισσού, όταν προσκολλάται διά των ελαστικωτάτων +νεύρων, άτινα αναφύονται εκ των απείρων αυτού γονάτων. + +_Πλοκός_ σύμπλεγμα εκ κλάδων προς ανακοπήν των υδάτων. Η εργασία +αύτη δηλούται διά του _υφαίνω_. + +_Γεροβολιά_ Κλείσμα, φραγμός κυκλοειδής διά καλαμών +κατασκευαζόμενος δι' ου πολιορκούνται οι ιχθύες ένθα +ενδιαιτώνται. Μεταφορικώς παν περίκλεισμα ασφαλές, ανυπέρβλητον. + +Μας άρπαξε το σύφλογον. σ. 225 + +_Σύφλογο_ η δίνη η προερχομένη εκ της συναντήσεως φλογών πρώην +κεχωρισμένων. Συνήθης κατάρα· »_Να σε πάρη το σύφλογο.» Μ' επήρε +το σύφλογο»!_ + +Μας δέρν' η ανεμοριπή. σ. 225 +_Ανεμοριπή_ ορμή ανέμου παρασύροντος παν το προστυχόν, και τούτο +προς δήλωσιν καταστροφής. »_Μας επήρε η ανεμοριπή._» + +Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος +Με χιόνια με τρισκότειδο 'ς το σπήτι του Κροκίδα +Κλεφτά σας εσυμάζονε. σ. 226 + +Αποφασισθείσης υπό του Σουλτάνου της καταστροφής του Αλή πασά οι +έφοροι της φιλικής εταιρίας απέστειλαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις +Ιωάννινα τον Χριστόδουλον Οικονόμου ίνα κατηχήση τον αδελφόν +αυτού Μάνθον, τον εξ απορρήτων του Βεζύρου, μεγάλην χαίροντα εν +Ηπείρω επιρροήν και υπόληψιν, τον Αλέξην Νούτζον, τον Ίσκον, τον +Στράτον, τους Φαρμάκιδες και άλλους τοιούτους. Ο δε Ασημάκης +Κροκίδας προς τον σκοπόν τούτον παρέσχε την εν τη πρωτευούση του +Τεπελενλή οικίαν του ήτις καθά διαβεβαιοί και ο Φιλήμων, εν ταις +ημέραις εκείναις ωμοίαζε προς άλλον μυστηριώδη και τρομερόν +στρατώνα, όπου κατά πάσαν νύχτα συνήρχοντο και συνεσκέπτοντο μετά +του απεσταλμένου των φιλικών Χριστοδούλου Οικονόμου, γαμβρού του +Κροκίδα, Ιωαννίται, Ζαγορίσιοι, Ακαρνάνες, Σουλιώται. + + Με τον Αλέξη Νούτσο + +Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο. +Έτρεξα 'ς τη Βασιλική. 226 + +Ο Αλέξης Νούτσος ενέμετο σχεδόν αποκλειστικώς επί πολύν χρόνον +την εύνοιαν του Αλή όστις και απεκάλει αυτόν παιδί του. + +ΒΑΣΙΛΙΚΗ. + +_Κίτσος Κονταξής_ εκ των προυχόντων της κωμοπόλεως Πλεισοβίτζας, +υπήρξεν ο πατήρ της εν τοις Αληπασικοίς χρονικοίς τοσούτον +σπουδαίαν κατεχούσης θέσιν διαβοήτου επί καλλονή και συνέσει +Βασιλικής. Ως εκ των γενεθλίων και της δεδοκιμασμένης αυτού +ανδρείας απελάμβανεν ούτος γενικής υπολήψεως παρά τοις +συμπολίταις αυτού δι' ο και ύποπτος γενόμενος σκληρώς κατεδιώχθη +υπό του αιμοχαρούς Βεζύρου. + +Εν ταις ημέραις εκείναις Μαρίνα τις, εκ της αυτής κωμοπόλεως +ορμωμένη, αντί μικράς ευεργεσίας έλαβε παρά του Αλή την εντολήν +να κλέψει και τω παραδώση την επταετή κόρην του Κίτζου, και το +μιαρόν γύναιον προσοικειωθέν τη συζύγω του Κονταξή μυρία ήρξατο +να τεκταίνεται προς πραγματοποίησιν του βδελυρού σχεδίου. + +Αποθανόντος δέ τινος των εν Φιλιάταις βέηδων ο Κίτζος μετέβη μετά +της συνεύνου Αναστασίας, όπως συλλυπηθή την χήραν του απελθόντος +φίλου, και κατά την απουσίαν αυτού η Μαρίνα παραλαβούσα δι' +απάτης εις την εαυτής οικίαν, την Βασιλικήν, έσπευσε να +ειδοποιήση τον Σατράπην, όστις αποστείλας αμέσως εις ορισθέν τι +μέρος ίππους ταχυδρομικούς και ένοπλον συνοδίαν, απήγαγε το +κοράσιον. + +Επανελθών ο Κίτζος και πληροφορηθείς παρά των κατοίκων, εν όπλοις +διατελούντων και υπισχνουμένων εκδίκησιν, τα περί απαγωγής της +προσφιλούς αυτώ θυγατρός, περιήλθεν εις τοιαύτην αδημονίαν ώστε +σχεδόν παρεφρόνησε. Και την μεν περιουσίαν κατηνάλωσεν αφειδώς +διανείμας αυτήν προς πάντας όσοι εκμεταλλευόμενοι την πατρικήν +στοργήν επηγγέλλοντο αυτώ την ανάκτησιν του τέκνου, αυτός δε +καταβληθείς υπό της λύπης ώρυξε τάφον εν τω υπογείω της οικίας, +απέβαλε τον οπλισμόν, εζώσθη σχοινίον και εν νηστείαις και +στερήσεσι διανυκτερεύων επεκαλείτο την Θεομήτορα υπέρ της +επανόδου της Βασιλικής. + +Εκ των τελαιπωριών τούτων και του ψυχικού άλγους προσβληθείς υπό +στηθικού νοσήματος, απεβίωσε μετ' ολίγον χωρίς να δυνηθή να +ασπασθή την θυγατέρα. Καί τοι προσκληθείς πολλάκις υπό του Αλή, +ουδέποτε έστερξε να συναντηθή μετά ασπόνδου εχθρού, του παραιτίου +της καταστροφής του. Αλλά περί τα τέλη του βίου ενδώσας εις τας +προτροπάς των συγγενών και ηττηθείς υπό του προς την θυγατέρα +φίλτρου, μετέβη εις Ιωάννινα, και παρεστάθη ενώπιον του +αιμοχαρούς Σατράπου. Ο Βεζήρης αφ' ου φιλοφρόνως τον υπεδέχθη, +διανοούμενος βεβαίως τίνι τρόπω και εν αυτή τη παραμονή του +θανάτου εδύνατο να καταστήση σκληροτέραν την αγωνίαν, ηρώτησεν +αυτόν ποίαν τινα χάριν ήθελε να τω απονείμη προς παραμυθίαν των +παθημάτων του. Ο δε Κίτζος δελεασθείς υπό της ψευδούς ταύτης +ευνοίας, συντετριμμένος την καρδίαν έπεσε κατά γης γονυπετής και +ανεβόησε δακρύων·» τα μάτια μου! Το φως μου! Το παιδί μου!» Τότε +εμβλέψας ο Αλής μειδιών προς τον γέροντα τω ηρνήθη αποτόμως και +μόνον τω επέτρεψε να ίδη μακρόθεν, αν ήθελε, το περιπόθητον +τέκνον. + +Είναι ανατίρρητον ότι ο Αλής, ο ανήμερος εκείνος λύκος, ηγάπησε +την Βασιλικήν μόλις παραδοθείσαν εις χείρας του, είτε διότι +προησθάνετο ποίον ευωδέστατον άνθος έμελλε να εκφανισθή εκ του +κάλυκος εκείνου, είτε διότι απ' αρχής τον κατεγοήτευσεν η έμφυτος +αφέλεια της επταετούς παρθένου. Διό και επειράτο παντί σθένει να +υπερνικήση διά των περιθάλψεων την προς αυτόν αμείλικτον +αντιπάθειαν του κορασίου. + +Ημέραν τινα η Βασιλική επισκεπτομένη τας κρύπτας των σεραγίων +εύρεν έν τινι γωνία την εικόνα της Θεομήτορος και λαβούσα αυτήν +έδραμε και προσπεσούσα τω Αλή εξητήσατο την χάριν ίνα εν τω ιδίω +θαλάμη καταθέση το παρήγορον εύρημα. Ο Βεζήρης επαινέσας τον +θρησκευτικόν αυτής ζήλον, έστερξε προθύμως και ούτω χάριν της +Βασιλικής εν αυτή τη φωλεά του θηρίου κατηρτίσθη πολύτιμον +προσευκτήριον, όπου πολλάκις και το ανθρωπόμορφον εκείνο τέρας εν +ταις μεγάλαις αυτού δυσχερείαις προσήρχετο ικετεύων. + +Δεκαπενταετή ήδη ενυμφεύθη αυτήν ο Αλής κατά το οθωμανικόν +θρήσκευμα και έκτοτε την ηγάπησε μανιωδώς καί τοι γέρων. Ουδεμία +δε υπάρχει αμφιβολία ότι εις την μεγάλην επιρροήν αυτής επί την +ψυχήν του τυράννου πρέπει ν' αποδοθή η σωτηρία πολλών. + +Αλλ' όσον ο Βεζήρης ηγάπα την Βασιλικήν τόσον εμίσει τον αδελφόν +αυτής Γεώργιον Κίτζον, τον όντως μεγαλοπρεπή και ωραιότατον +οπλαρχηγόν της Πλεσσοβίτζας, τον διά της ανδρείας αυτού +απαθανατίσαντα μετά ταύτα την αιματόφυρτον του Μεσολογγίου +Λουνέταν. Μη ανεχόμενος ο ζηλότυπος Σατράπης την υπεροχήν ην +απήλαυεν εν τη αυλή των Ιωαννίνων ως γυναικάδελφος αυτού +απεφάσισε να τον δολοφονήση, και πρώτον επεχείρησε την εκπλήρωσιν +του μελετωμένου κακουργήματος προπαρασκεύασας διά κωνίου φύλλα +νικοτιανής· αλλ' απέτυχεν ειδοποιηθέντος του Κίτζου υπό του +Ιωάννου Κωλέτου. Ύστερον προσεκάλεσεν αυτόν εις μέγα τι +κυνηγέσιον και διέταξε δύο εκ των πιστών δημίων να πυροβολήσωσι +κατ' αυτού. Εν τη δευτέρα ταύτη αποπείρα επληγώθη βαρέως ο Κίτζος +και ήθελεν ίσως αποθάνη νοσηλευόμενος υπό των ιατρών του Αλή, αν +η Βασιλική επί τω απαισίω ακούσματι δεν απήτει την ίασίν του και αν +δεν κατετρόμαζεν αυτόν διά της απειλής ότι ήθελεν +αυτοχειριαζομένη συναποθάνη μετά του αδελφού. Έντρομος ο Αλής ου +μόνον εφρόντισε να αναθέση την σωτηρίαν του τραυματίου εις τον +ικανώτερον των χειρουργών του, αλλά και αυτοπροσώπως επετήρει την +θεραπείαν προς εξιλασμόν της προσφιλούς συζύγου. + +Ούτω διήλθε τας τελευταίας ημέρας του βίου του τυμβογέρων ήδη ο +Αλής· κατά την μαρτυρίαν των επιζησάντων προκύπτει ότι απέναντι +της φοβεράς μεταβολής της τύχης, της προδοσίας των τέκνων του, +της λειποταξίας των διασημοτέρων οπλαρχηγών του, της επικειμένης +τιμωρίας των κακουργημάτων του, όταν κατέκλινε το πολιόν και +θυελώδες μέτωπον επί των αβρών γονάτων της Βασιλικής, εκ μιας +ελησμόνει τα πάντα και παρεδίδετο εις τας αγκάλας του ύπνου, ως +αν επίστευεν αδύνατον την καταστροφήν εν τοις κόλποις τοιούτου +παραδείσου. + +Ύστερον δε ότε απεκλείσθη εν τη λίμνη των Ιωαννίνων και έβλεπε +προεγγίζοντα τον αναπόφευκτον όλεθρον, εν ω την ακαταδάμαστον +αυτού ψυχήν δεν κατέβαλεν ο φόβος του θανάτου, την κατεσπάραττεν +η ιδέα ότι η Βασιλική έμελλε να περιέλθη εις χείρας των εχθρών +του. Όθεν εν τη απογνώσει αυτού, προσκαλέσας τον Αθανάσιον Βάγιαν +ενετείλατο να φονεύση την γυναίκα εάν ποτε ως εκ των περιπετειών +του πολέμου ήθελεν ιδεί αυτόν ζωγρηθέντα ή πεσόντα υπό το ξίφος +των πολεμίων. + +Ότε λοιπόν ο Αλής θανασίμως πληγείς απήτησε την εκτέλεσιν της +εντολής, εξελθών ο Βάγιας του δωματίου ένθα εν τω ιδίω αίματι +εκυλίετο ήδη ο αγωνιών λέων, επυροβόλησεν ασκόπως και επανακάμψας +ανήγγειλε προς τον θνήσκοντα την εκπλήρωσιν του τελευταίου πόθου +του. Τότε επί των ωχρών χειλέων του επήνθισεν έσχατον μειδίαμα +και χαίρουσα εξεδήμησεν η αγρία αυτού ψυχή. + +Η Βασιλική αιχμαλωτισθείσα επέμφθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του +αδελφού της Σίμου βέη, και εκείθεν εξωρίσθη εις Προύσαν. Κατά δε +το 1830 ελευθερωθείσα ήλθεν εις Μεσολόγγιον και κατώκησεν εν τη +Κωμοπόλει Κατοχή, οπόθεν μετά τον θάνατον του αδελφού, +καταβληθείσα υπό της λύπης και ασθενήσασα βαρέως μετέστη επί +θεραπεία εις Αιτωλικόν, ένθα και κατέλυσε τον βίον εν έτει 1835. + +Επειδή δε εκ της βιογραφίας ταύτης γίνεται δήλον ότι διά της +προστασίας της Βασιλικής πολλοί πολλάκις εσώθησαν των +κινδυνευόντων χριστιανών ουχί παραλόγως αποδίδεται εις αυτήν εν +τω ποιήματι η σωτηρία των Φιλικών, ων οι αγώνες και ο σκοπός +αναντιρρήτως δεν ελάνθανον την οξυδέρκειαν του Αλή. + +Μας τούπε κι' ο Κύρ Μάνθος. σ. 227 + +Υπήρξε καιρός καθ' ον τοιαύτη ήτο η υπόληψις ην έχαιρεν εν Ηπείρω +ο γνωστός ούτος επί συνέσει γραμματεύς του Αλή πασά, ώστε +παροιμιώδης κατήντησεν η αλήθεια των λόγων του. » _Τούπε ο Κυρ +Μάνθος_» εταυτίζετο προς το _αυτός έφα_. Ο Μάνθος καθ' ην στιγμήν +απεκλείσθη ο Αλής συνελήφθη υπό των Σουλτανικών και εκαρατομήθη +εν Μετζόβω. + +Και τ' άλλα απ' άκρη 'ς άκρη. + +Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα κλαρί και πέτρα. σ. 228 + +Το »_απ' άκρη ς' άκρη_» και το _χώμα κλαρί και πέτρα_, ήσαν +ρήτραι δι' ων συνήθως εν τοις παλαιοίς συμβολαίοις παρεχωρείτο η +απόλυτος κατοχή κτήματός τινος. + +Διάκε νερό κι' αλάτι. σ. 228 + +_Νερό κι αλάτι_ φράσις δημώδης, δι' ης εμφαίνεται η επανάληψις +φιλίας διακοπείσης ένεκεν σοβαρού τίνος λόγου. + +Το κρίμα 'ς το λαιμό σου. + +Άλλο δημώδες λόγιον δι' ου ανατίθεται ευθύνη εις τον μη στέργοντα +να παραδεχθή σπουδαίαν τινα πρότασιν. Ταυτόσημον τω »_Νίβομαι, κι +απονίβομαι,» »Έξω από το κρίμα νάμαι._» Και τα παραπλήσια. + +Φέρε το... πίθωσέ το. σ. 230 + +_Πίθωσε_ είναι το επίθεσον. Η μετά προσοχής και αβρότητος +τοποθέτησις πράγματός τινος. + +Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, σ. 232 + +Δηλοί, έφθασεν η ώρα καθ' ην η βία θέλει λύση το ζήτημα + +Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη. σ. 232 + +Ο μοχθηρός ούτος εκ των εγχωρίων αγάδων, υπήρξεν η αληθής ίσως δε +και η μόνη αιτία της καταδίκης του Διάκου. Παρουσιασθείς προς τον +Κιοσέ Μεχμέτ πασάν προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και μετά +δακρύων εζητήσατο παραδειγματικόν θάνατον προς τιμωρίαν ανδρός +θεωρουμένου τότε κινδυνωδεστάτου. + +'Σ ένα ρογό και κάψε τους. σ. 232 + +_Ρογός_ το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών οπού +αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός ο σωρός του σίτου. + + Να κλαίτε το μερμήγγι. +Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια +Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά. σ. 232 — 233 + +Δημώδης παροιμία στηριζομένη επί της ακριβούς παρατηρήσεως της +περιέργου παραμορφώσεως ην πάσχει ο μύρμηγξ, όταν αναφύωνται τα +πτερά επί των νώτων αυτού και μεταβάλλεται εις πτηνόν. + +Εδώμαι και σ' ακούω. σ 233 + +Το «_και σ' ακούω_» εν τοιαύταις περιπτώσεσιν έχει απειλιτικήν +και περιφρονητικήν έννοιαν. Εν τη Λακωνική εκείνη φράσει +περιέχεται πάσα η αηδεία και αγανάκτησις ην διήγειρεν εν τη +καρδία του Διάκου η θρασύτης των οθωμανών. + +Έχομε σάρκα κάκοψη. σ. 233 + +_Κάκοψος_ περί οσπρίων σκληρών, αντίθετον του _κάλοψος_. Τραχύς, +αντέχων εις την ενέργειαν του πυρός. + + + + +ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ + + + +ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ + +ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ. + + Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νειώτη + Κ' η περηφάνεια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα + Κ' η λευθεριά του ξηφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα + Τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω + 'Σ το Διάκο που ψυχομαχά. Τυφλή και μανιωμένη + Τον εκοιλούσε η Λιαπουριά. — Κεχρί παραδομένο + 'Σ τα δόντια του νερόμυλου, τριμμόψυχα ριμμένη + Μες 'ς το λαρύγκι ενός θεριού, προσάναμμα, αποκλάδι, + Χλωροκομμένο φρύγανο, που τώβοσκεν η φλόγα, + Ολόγυρά του εκύτταζε, σαν νάθελεν ακόμα + Να καταπιή με μια ματιά, να κρύψη 'ς την ψυχή του + Την έρμη την πατρίδα του κ' εκεί 'ς τον άλλον κόσμο + Να τήνε πάρη συντροφιά. — Επέρασε απ' το νου του + Φτωχή, κακογεράματη κ’ η δύστυχή του η μάνα + Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση, + Και μην πεθάνη νηστική. Επάγωσε η καρδιά του + Κ' ένα κελάδημα γλυκό, πλασμένο μ' όλα τ' άνθη, + Που τρέφ' ο κήπος της ζωής, του φύτρωσε 'ς τα χείλη. + + »_Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη + »Τώρα πανθίζουν τα κλαριά που βγαίν' η γη χορτάρι._» + + Λες κ' ήθελε πριν αναιβή 'ς του Πλάστη του τον κόρφο, + Τη ραγισμένη του καρδιά να σχίση για να φύγουν + Της νειότης του ταρώματα, που δε χωρούν 'ς το μνήμα. + + Τον επατούσαν τάλογα κι άγρια μεθυσμένα + Τόνε δαγκούν 'ς το πρόσωπο. Ταγέρι φορτωμένο + Φοβέραις και περίγελα και φλογισμένα χνώτα + Τριγύρω του εκουφόβραζε... Κανένα χηλιδόνι + Δε φαίνεται 'ς τον ουρανό να τον παρηγορήση... + Ο δρόμος ατελείωτος!.. Δεξιά, ζερβιά του τοίχος + Ανταριασμένοι οι Γκέγκιδες... τους ανακράζει ο Διάκος... + »Δεν είν' κανένας από σας καθάριος Αρβανίτης + »Να εντρέπεται τη γύμνια μου, την καταφρόνεσή μου, + »Να μου φυτέψη ψυχικό 'ς το μέτωπο ένα βόλι;... » + + Βουβοί δεν εταράχτηκαν, τόνε θωρούν με τρόμο. + Εφούσκονε ο κατακλυσμός... 'Σ το διάβα του ένας χτύπος + Ακούστηκε μικρός.. μικρός, σαν νάθε ξεροσκάση + Του λύκου τανασήκωμα, σαν νάθε απλώσει χέρι + 'Σ του πιστολιού το σκάνδαλο... Ανάμεσ' από τόσους + Μήπως εξύπνησε κανείς, όπου ήταν παλληκάρι;.. + Ξαφνίστηκε ο Χαλήλμπεης.. + + — Σκυλί, όποιος κι αν ήσαι + Τον έχω λάβει χάρισμα... είναι δικό μου ψώνι.. + Μάθε το... κάτου τ' άρματα... + + Και σαν τη νυχτερίδα + Κολλάει 'ς του Διάκου τα μαλλιά. Ξανάφτουνε οι φονιάδες. + Αψόνει πάλ' ο θόρυβος. Τρέχουν, πηδούνε, σκούζουν + Κι' αποσταμένοι πλακωτοί 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο + Αράζουνε και στέκονται. Ακίνητος ο γύφτος + Το φοβερό το σύνεργο 'ς τα χέρια του εκρατούσε, + Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι. + Εμπρός του, πίσω του βαθειά, διχαλωτοί δύο ψήσταις + Μπηγμένοι βρίσκονται 'ς τη γη. Ο πρώτος 'ς το κεφάλι, + Ο δεύτερος 'ς την ποδαριά. Σωρός χλωρά κλονάρια, + Και θράκια που ξεσπίθιζαν... Το δένδρο παραστάτης. + + »Πλάστη μεγαλοδύναμε! Χριστέ! παράλαβέ με. + »Βρέξε 'ς τη φλόγα μου δροσιά και κάμε αυτήν τη στάχτη + »Που θα ν' αφίση το κορμί του δούλου σου, Πατέρα, + »Να μη την πάρη ο άνεμος και να μη μείνη στείρα.» + + Είπε και παραδόθηκε. Δεμένος 'ς το δρομάρι + Ο μάρτυρας σιγά σιγά, παρακαλεί τη φλόγα + Με τον καπνό τη σάρκα του, πούταν γυμνή να κρύψη. + + Γυρίζει ο γύφτος το σουβλί... Το χέρι του ανεμίδι... + Κι' όταν εμένανε νεκρά καμμιά φορά από δείλια + Ταφωρεσμένα δάχτυλα και τάφρυγεν η πύρη, + Τότε ξυλιαίς και σάλαγος, κεντήματα και πέτραις. + Φωνάζει κι' ο Χαλήλμπεης... + + — Παληόγερε, ανδρειέψου... + Μέριασε εκείνο το δαυλί... για ιδές, ανάθεμά το + Τι γλώσσαις όπου επέταξε, και πώς τον έχει ζώση!... + Θα τον ρουφήξη γρήγορα... Ταράξου.. μέριασέ το... + + Κι' όσο κι' αν έσπρωχνε ο φονειάς το μυστικό το ξύλο + Τόσο ο καπνός τον έπνιγε, τόσο θεριεύει η φλόγα. + Διώχνει το γύφτο η αναλαμπή κι' ο κόσμος τρομασμένος + Φεύγει το στόμα του στοιχειού. Ανάφτουν τα δεμάτια + Πούσαν τριγύρω σωριαστά... Του ρουπακιού τα φύλλα + Φωτοκαμμένα ρεύουνε... Κανένας δεν ξανοίγει + Πούναι του Διάκου το κορμί 'ς αυτήν τη καταβόθρα. + + Κατακαθίζουν η φωτιαίς... τρέχουν σιμά με φόβο.. + Άφαντο τάγιο λείψανο!.. Σκαλίζουνε τη στάχτη + Μην εύρουν ένα κόκκαλο, μη ιδούν ένα σημάδι... + Τίποτε!.. δεν πιστεύουνε... Σκάφτουνε, ξεδιαλέγουν + Τα πεθαμένα κάρβουνα... Τίποτε!.. χτύπα, κέντα, + Μια σπίθ' αστράφτει από τη γη... Σηκόνουνε τα μάτια + Και βλέπουν ένα φτερωτό, χρυσό δαχτυλιδάκι + Που ανέβαινε 'ς τον ουρανό... Πότε, Θανάση, πότε; + Θα νάρθη πάλε να μας βρη και ποιος θα το φορέση + Το φυλαχτό σου τακριβό;.. Πότε, Θανάση, πότε;... + + Ρυάζονται, φεύγουν τα θεριά. Κλεφτά, κλεφτά κι' ο γύφτος + Χωνεύει 'ς την κουφάλα του. Κανείς δεν απομένει + Παρ' η αχτίδες του ηλιού, που ασπάζονται το μνήμα. + + + +Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ. + + + +Προσάναμμα, αποκλάδι. σ. 251 + +_Προσάναμμα_ ξηροί λεπτότατοι κλαδίσκοι, δι' ων ανάπτει τις +φλόγα. + +_Αποκλάδια_ κυρίως αι των αμπέλων κλαδευόμεναι ράβδοι και +χρησιμεύουσαι εις τον αυτόν σκοπόν. + +Χλωροκομμένο φρύγανο, σ. 251 + +_Φρύγανον_, φύλλα, κλαδίσκοι, σχίζαι, όταν αναμεμιγμένα +παραδίδωνται εις το πυρ. + + Επέρασε απ' το νου του +Φτωχή, κακογεράματη, κ' η δύστυχή του η μάνα +Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση. σ. 252 + +Η μήτηρ του Διάκου προ ολίγων μόνον ετών ετελεύτησε. Καθ' ην δα +έλαβον διαβεβαίωσιν, ο ηρωισμός του υιού της αντημείφθη διά +ισοβίου δωδεκαδράχμου συντάξεως!!! + +Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι. σ. 254 + +_Παραβλάσταρο_ ταυτόσημον τω _αντιρρίματι_, παραφυάς. + +_Σημαδούρι_, εν γένει παν το τιθέμενον και μακρόθεν διακρινόμενον +προς διάγνωσιν επικινδύνου τινος μέρους. Κυρίως δε τα βωτία δι' +ων σημειούνται αι ύφαλοι χάριν των διαπλεόντων τας θαλάσσας. + +Διχαλωτοί δυο ψήσταις. σ. 254 + +_Διχάλα_ ξύλον αυτοφυώς σχιζόμενον εις δύο διεστώτα μέρη. +_Ψήστης_, σιδηρούν ή ξύλινον εργαλείον υπερείδον τον οβελόν, + +Δεμένος 'ς το δρομάρι. σ. 254 + +_Δρομάρι_ παν επίμηκες ξύλον εν είδει λεπτής δοκού. + +Και τάφρυγεν η πύρη. σ. 254 + +Η εκ του πλησίον λίαν επαισθητή θερμότης καλείται _πύρη_, η δε +υπερβάλλουσα της φλογός λάμψις, _αναλαμπή_. + +Φωτοκαμμένα ρεύουνε. σ. 255 + +_Ρεύω_ επί φύλλων, ανθέων ή τρυφερών καρπών όταν έκ τινος +ατμοσφαιρικής επιρροής αιφνιδίως καταπίπτωσι. Λέγεται δε +μεταφορικώς και περί ανθρώπων από χρονίας και μακράς νόσου +τηκομένων. + +Χτύπα, κέντα. σ. 255 + +Παραλαμβάνονται εις τον λόγον εις δήλωσιν επιμόνου και +επιτεινομένης ενεργείας. Τοιαύτα και τα, »_Δώσε, δώσε._» »_Χτύπα, +βάρει_» και τα παραπλήσια. + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ. + + + +ΑΣΤΡΑΠΟΓ1ΑΝΝΟΣ + + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ. + + + +Η υπόθεσις του επομένου στιχουργήματος εύρηται εν ταις σημειώσεσι +του τετάρτου άσματος. Σελ. 182 υπό την επιγραφήν «Αστραπόγιαννος +— Λαμπέτης.» + + + + +ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ + + + + »Λαμπέτη, εδείλιασα!... Τα σωθικά μου + Άσπλαχνο εθέρισε βόλι, πικρό. + Νεκρά 'ς το σκάνδαλο τα δάχτυλά μου + Βλέπεις επάγωσαν... Δος μου νερό...» + + »Λαμπέτη, εσβύστηκα... Ώραν την ώρα + Φεύγ' ανυπόμονη, πετά η ψυχή. + 'Σ τα κρύα τα χείλη μου στέκεται τώρα + Σκύψε και πιέ τηνε μ' ένα φιλί.» + + »Λαμπέτη, χόρτασε τη δύναμή μου. + Μέσα 'ς τα στήθια σου θέλω ναυρώ + Στερνό λημέρι μου, θέλω η πνοή μου + Ναυρή 'ς τα σπλάχνα σου τον ουρανό.» + + »Μόχτα κ' επλάκωσαν σαν άγριοι σκύλοι + Για το κεφάλι μου... τι καρτερείς;... + Φορτώσου τάρματα, το καρυοφύλλι, + Κόψε με γρήγορα... μη μ' αρνηθής.» + + »Λαμπέτη, σφόγγισε, τρίψε με χώμα + Το γιαταγάνι σου, κ' είναι θολό... + Πώς κλαις;.. τι δέρνεσαι;.. Τρίψε το ακόμα, + Μην τρέμεις... ζύγωσε... Δος μου να ιδώ.» + + »Το αίμα τάπιστο με το δικό μου + Δε θέλω επάνω του νανταμωθή, + Φαρμάκι αγλύκαντο μες 'ς το λαιμό μου + Δε θέλω σύντροφο κάτου 'ς τη γη.» + + »Χτύπα, Λαμπέτη μου!.. Άπλωσε, πιάσε, + Σφίξε 'ς τα δάχτυλα τάσπρα μαλλιά... + Τα χέρια εσταύρωσα... Μη με φοβάσαι. + Κόψε με, πάρε με 'ς την αγκαλιά.» + + Ολόρθο επέταξε τάξιο λεπίδι, + Ταγέρι εξέσκισε πέρνει φτερό + Άστραψ' εσφύριξε γοργό σα φίδι, + Το δέντρο ελύγισε 'ς τη γη νεκρό. + + Βαρειά σπαράζει φοβερή 'ς το χέρι του Λαμπέτη + Η κάρα τ' Αστραπόγιαννου. Το μάτι ανταριασμένο + Του σκοτωμένου τρεις φοραίς αναιβοκατεβαίνει + Και βασιλεύει σκοτεινό. 'Σ το μέτωπό του η νύχτα + Ξαπλώθηκε αξημέρωτη. Δεν άφηκε η ψυχή του + Άλλο σημάδι οπίσω της παρά 'ς ταχνό το στόμα, + Σα μιαν αχτίδα φεγγαριού 'ς το μάρμαρο του τάφου, + Ένα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο + 'Σ του γέροντα ταρματωλού τα κάτασπρα τα γένεια. + + Σπρώχνει 'ς τη θήκη κόκκινο το γιαταγάνι ο κλέφτης, + Κι' αρπάζει το δισάκκι του! 'Σ τη μια μεριά φορτόνει + Το κρίθινό του το ψωμί, 'ς την άλλη ματωμένο + Το λείψανό του τακριβό. Το δάχτυλό του βάφει + 'Σ το αίμα πάφριζε 'ς τη γη, σταυρόνει το κουφάρι + Και χάνεται 'ς τη λαγκαδιά... Καπνός ο πεζοδρόμος. + + Τρέχουνε πίσω του ξαγριωμένοι + Πενήντα Λιάπιδες, τον κυνηγούν. + Ο ίσκιος έφευγε, πετά, διαβαίνει... + Η νύχτα επλάκονε, λυσσομανούν. + + 'Σ τη ράχη εμαύρισε σα συγνεφάκι... + Αδειάζουν τάρματα... στέκουν να ιδούν + Βροχή τα βόλια τους μες 'ς το δισάκκι + Τον Αστραπόγιαννο ψόφια χτυπούν. + + Ο κλέφτης άνοιξε το πάτημά του, + Πηδά χαλάσματα και λαγκαδιαίς, + Πέρνει το λείψανο 'ς την αγκαλιά του... + Κάλλιο 'ς την πλάτη του χίλιαις βολιαίς. + + Αγριοπρίναρα, παλούρια, βάτοι, + Τη σάρκα τώτρωγαν, όθε διαβή. + Το αίμα του έβαφε το μονοπάτι, + Εμπρός τρισκότειδο, και πίσω εχθροί. + + 'Σ το χιόνι εβάλτονε το παλληκάρι, + Τη γλώσσα τώφρυγε δίψα σκληρή, + Νύχτα θεότυφλη χωρίς φεγγάρι + Και δεν απόσταινε, πάντα πατεί. + + Περνούν μεσάνυχτα κ' η Πούλια σβυέται, + Τα πλάγια ασπρίζουνε, σιμόν' η Αυγή. + Στέκει.. ακουρμένεται... δεν αγροικιέται + Κανένα πάτημα... παντού σιγή. + + Ξύπνούν η πέρδικαις 'ς το χαραμέρι. + 'Στο λόγγο ερρίχτηκε, γύρω θωρεί... + Γνωρίζει ανέλπιστα παληό λημέρι, + Τη βρύση εξάνοιξε πώτρεχ' εκεί. + + Πάλ' ακουρμαίνεται... γέρνει ταυτιά του. + Πέφτει ταπίστωμα, τη γη ρωτά... + Χτύπο δεν άκουσε... Μόν' η καρδιά του + Μέσα 'ς τα στήθιά του, βαρεί, πετά. + + Του φάνηκε ότι εξέφυγε... Εμέτρησ' ένα ένα + Τάρματα τ' Αστραπόγιαννου, δεν έχασε κανένα + Το μαύρο το κλεφτόπουλο 'ς το φοβερό του δρόμο. + Σιμά 'ς τη βρύση εκάθισε, καταίβασε απ' τον ώμο + Το έρμο το δισάκκι του... Το μάτι του έχει αντάρα. + Απλόνει μες 'ς το σάβανο το χέρι με λαχτάρα... + Σφίγγει τα κρύα τα μαλλιά... Ο νους του ανεμοζάλη... + Ξεσέρνει το κεφάλι, + + Μ' ανατριχύλα το θωρεί. 'Σ τα χόρτα το καθίζει + Πέρνει 'ς τη φούχτα του νερό, το νίβει, το χτενίζει, + Ζερβιά του βάνει το σπαθί, δεξιά το καρυοφύλλι, + Πλένει το στόμα το βουβό και 'ς τα νεκρά τα χείλη + Βρίσκει ο Λαμπέτης άσβυστο σαν νάταν πετρωμένο + Του γέρου το χαμόγελο γλυκ' αποκοιμημένο. + Τότε εξαλάφρωσε η καρδιά, τότ' ένα δάκρυ πέφτει + 'Σ το πρόσωπο του κλέφτη. + + Έννοιωσ' ότ' είχε την ευχή ταρματωλού μαζί του + Και ξεσυγνέφιασε με μιας η θολερή ψυχή του. + Του φάνηκε ολοζώντανος εκεί με τάρματά του + Ο γέροντάς του νηστικός ότ' έστεκε σιμά του. + Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τη φτέρη ξεφυλλίζει + Πέρνει ένα κρίθινο ψωμί 'ς τη μέση το χωρίζει + Και τη μια σφήνα από ταις δυο τη δίνει 'ς το κεφάλι + Κι' αυτός κρατεί την άλλη. + + »Ξύπν' Αστραπόγιαννε, γλυκοχαράζει, + Γιατί εκοιμήθηκες τόσο βαρειά; + Ξύπνα ο Λαμπέτης σου γλυκά σε κράζει + Να ιδής τα φράξα σου, τα κρύα νερά.» + + »Τα μάτια σου άνοιξε, ψυχοπατέρα, + Να ιδής πού σ' έφερα σε μια βραδειά. + Μες 'ς το λημέρι σου μ' ηύρηκ' η μέρα, + Τώχω, Αστραπόγιαννε, κρυφή χαρά.» + + »Θυμάσαι, ανήλικο μ' είχε πετάξη + 'Σ το δρόμο η μοίρα μου, μικρό, μικρό, + Τη μάνα οι άπιστοι μούχανε σφάξη + 'Σ το λόγγο εκρύφτηκα γυμνό, ορφανό.» + + Εδώ επρωτώρθαμε... Μ' ακούς πατέρα;... + Εδώ μ' ανάστησες νεκρό, φτωχό. + Εδώ με πότισες δροσιά κι' αγέρα + Μ' έκαμες έλατο, πατέρα εδώ.» + + «Πρώτος συ μώδειξες του εχθρού την όψη + Και συ μ' εβάφτισες μες 'ς τη φωτιά. + Ποιος να σου τώλεγε πως θα σε κόψη + Το χέρι πώμαθες να πολεμά;» + + »Ξύπν' Αστραπόγιαννε, και κύτταξέ με + Φάγε μ' εμένανε λίγο ψωμί. + Φόρεσε τάρματα, χαιρέτησέ με + Ξύπνα, ζωντάνεψε κ' ήρθ' η αυγή.» + + »Εσύ επρωτόδινες ψηλά 'ς το βράχο + Το καλημέρισμα 'ς τον αητό, + συ πρώτος έδειχνες 'ς εμέ, 'ς το Ζάχο + Το γλυκοχάραμμα 'ς τον ουρανό.» + + »Τότ' εξεφύτρωνες σαν κυπαρίσσι + 'Σ τα καταράχια μας τρομαχτικό, + Τον ίσκιο σου έστελνες να φοβερίση + Κάτου τα Σάλονα ... και τώρα εδώ.» + + »Ο Ζάχος έπεσε .. κήταν γραμμένο + Εγώ, Αστραπόγιαννε, πάλ' ορφανό + Το ξυλοκρέββατο για σε να γένω + Για σε, πατέρα μου, γη να ζητώ.» + + Κ' εκεί που ο δύστυχος μοιρολογούσε + Με μιας αυτιάζεται... κ' ένα σκυλί + Μακρά του φάνηκε σαν κι' αλυχτούσε, + Κούφια σαν κι' άκουσε ποδοβολή. + + Τα δέντρα εσείστηκαν, τα χαμοκλάδια, + Σκιασμένα επρόβαιναν συχνά συχνά + Πλατώνια, αγριόπουλα, λαγοί, ζαρκάδια... + Μην επαγάνιζεν η Λιαπουριά;... + + Σκύφτει, ακουρμαίνεται... σιμόν' η αντάρα... + Τούβραν το πάτημα 'ς το χιόνι οι εχθροί. + Αρπάζει τάρματα, κρύβει την κάρα + Πετά, αναλήφτηκε σαν αστραπή. + + Τρέχει εδώθ', εκείθε γέρνει + Η έρμη φτέρνα 'ς το βουνό, + Μαύρο κύμα ανεμοδέρνει + Και δε βρίσκει ένα γιαλό. + + Τον επήρε γι' αγωγιάτη + Χάρος άγρυπνος, σκληρός... + Σαλαγάει, βαρεί την πλάτη + Πάντα πίσω του ο νεκρός. + + 'Σ το τυφλό το τρέξιμό του + Μες 'ς τη φούχτα του αρπαχτά + Για να βρέξη το λαιμό του + Πίνει πάχνη και περνά. + + Τον εθέριζε άγρια πείνα + Και δεν έχει άλλο ψωμί... + 'Σ το σακκί του μέν' η σφήνα + Τ' Αστραπόγιανου ξερή. + + 'Σ ταχαμνά τα δάχτυλά του + Την επήρε μια φορά.. + Θολωμέν' είν' η ματιά του + Και τα χείλη του ανοιχτά. + + Όλος έτρεμε... 'ς το στόμα + Την εζύγωσε σκιαχτά... + Δεν αμάρτησε, όχι, ακόμα... + Αναστέναξε βαρειά. + + Με μιας τώφυγ' ένα δάκρυ, + Την εφίλησε γλυκά, + Και 'ς τον κόρφο σε μιαν άκρη + Την εγώνιασε βαθειά. + + Πόσαις μέραις και πού τρέχει + Πόσαις νύχταις δε μετρά, + Μέσα ο νους του πάντα βρέχει + 'Σ την ψυχή του συγνεφιά. + + Μες 'ς το λόγγο αν σταματήση + Για να πάρη ανασασμό, + Κάποιος λύκος θα χουμήση + Για ν' αρπάξη το νεκρό. + + Καλιακούδαις και κοράκοι + Το κεφάλι κυνηγούν, + Με τα νύχια απ' το δισάκκι + Να το κλέψουν πολεμούν. + + Ανδρειεύεται η καρδιά του + Τρέχει ακόμα λίγο εμπρός, + Μια κρυφή βρίσκει σπηλειά του, + Μέσα ρίχνεται ο φτωχός. + + Ξεφορτόνεται, δειλιάζει, + Γέρνει αναίσθητος 'ς τη γη, + Κλει τα μάτια του, πλαγιάζει + Και το λείψανο κρατεί. + + Κ' εκεί πούτανε θαμμένος + Μες 'ς του ύπνου τη νυχτιά, + Σ' το πλευρό του ο σκοτωμένος + Ανταριάζεται, ξυπνά. + + Στέκει εμπρός του... Τα δυο μάτια + Κούφια χάσκουνε πλατειά. + Πέφτ' η σάρκα του κομμάτια + Τα δυο χείλη λαγγαδιά. + + Το γλυκό χαμόγελό του + Λίγο λίγο είχε σβυστή + Και περνούν 'ς το μέτωπό του + Μαύρα γνέφη εδώ κ' εκεί. + + »Παιδί μου, εγέρασε το λείψανό μου + Τόσα μερόνυχτα χωρίς ταφή + Ο Χάρος έφαγε το πρόσωπό μου + Δος μου, Λαμπέτη μου, μια φούχτα γη.» + + «Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος + Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ + Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος + Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.» + + »Βλέπεις μυρίστηκαν το σκοτωμό μου + Όρνεια ανυπόμονα, μαύρα πουλιά, + Πριν με ξεσκίσουνε 'ς το σάβανό μου + Παιδί μου, κρύψε με 'ς τη γη βαθειά.» + + »Τώρα που εκόρνιασαν κι' ολόγυρά μου + Σκοτάδι τρίδιπλο με πλημμυρεί + Πάρ' το δισάκκι σου, πάρ' τάρματά μου, + Ξύπνα να φύγωμε πριν έρθ' η αυγή.» + + »Θέλω το χάραμμα, πώβγαινε πρώτο + Και μου καμάρονε τη λεβεντιά, + Ταγέρι πώτρεχε, χνώτο με χνώτο, + Και μου ζωντάνευε τα σωθικά.» + + »Η αριαίς, τα πεύκα μου, τα κρύα νερά μου, + Θέλω Λαμπέτη μου, να μη με ιδούν, + Να μη γνωρίσουνε την ασκημιά μου... + Έλα να φύγωμε, μην πικραθούν.» + + »Τώρα που μ' έφερες ως τα Παλάτια, + Σκάψε το λάκκο μου 'ς αυτήν τη γη. + Εδώ δε φτάνουνε του εχθρού τα μάτια + Δεν αναιβαίνουνε παρά αητοί.» + + »Λαμπέτη, χώσε με με τάρματά μου + Ολόρθα, στήσε τα, δεξιά ζερβιά. + Νάναι 'ς το μνήμα μου κεροδοσά μου, + Πρωτοπαλλήκαρα 'ς την ερημιά.» + + »Κ' όταν, Λαμπέτη μου, με χωματίσης + Έβγα 'ς το Τρίκορφο γοργά, γοργά + Να πης πως σ' έστειλα να πολεμήσης + Πες χαιρετίσματα 'ς την κλεφτουριά.» + + »Εχτές επιάστηκε κ' εκεί τουφέκι + 'Σ τον ύπνο μου άκουσα το βογγητό + Εγώ αποσβύστηκα κι' αστροπελέκι + Λαμπέτη, μώμεινες εσύ στερνό.» + + «Μη μου πικραίνεσαι, κ' είναι γραμμένο + Μ' εμένα γρήγορα νανταμωθής, + Τρέχα πολέμησε και σε προσμένω + 'Σ το μνήμα μου άλυωτος όσο ναρθής.» + + Ξυπνά, αλαφιάζεται ο νους του ανάφτει + Βουβός επέρασε μια λαγγαδιά. + Βρίσκει έν' απόγωνο, το χώμα σκάφτει + Τα χείλη επέτρωσαν, πάντα βουβά. + + Τό νύχι αιμάτωνε μες 'ς το στουρνάρι + Έχωσε τάρματα και το ψωμί + 'Σ το λείψανο έστρωσε χλωρό γρυπάρι, + Το μνήμα εσφράγισε, σκύφτει, φιλεί. + + Βαστά το δάκρυ του, το καταπίνει + Δεν εξανάσαινε μην προδοθή, + Κυττάζει ολόγυρα, πετιέται, χύνει, + Τρέμει 'ς τον πόλεμο μη δε βρεθή. + + Βλέπει το Τρίκορφο σφίγγεται, φτάνει + Το λιανοτούφεκο πέφτει πυκνό. + Σέρνει 'ς τα δόντια του το γιαταγάνι + Ρουφά ανυπόμονα φλόγα, καπνό. + + Πούθε να πλάκωσε παρόμοια αντάρα + Παρόμοιος σίφουνας, ο εχθρός ρωτά. + Το χέρι εδούλευε και βουβαμάρα + Πάντα τα χείλη του κρατεί κλειστά. + + Χάρος ανέλπιστος περνά θερίζει + Αναστηλώθηκε κ' η κλεφτουριά. + Ρυάζετ' η Ρούμελη 'ς το μετερίζι + Ρίχνεται πίσω του παύει η φωτιά. + + Δεν τον επρόφταιναν... Τον ανακράζουν + Δεν αποκρένεται, διαβαίνει εμπρός. + Τα χέρια του άκοπα χτυπούνε, σφάζουν + Σκορπά, ανταριάζεται, φεύγει ο εχθρός. + + 'Σ το δρόμο του άξαφνα του λύεται η χαίτη + 'Σ την πλάτη ανέμισε σα δυο φτερά + Τότε του φώναξαν. — «Στάσου, Λαμπέτη, + «Άφησε κ' ένανε γι' άλλη φορά.» + + Κι' αυτός δεν ένοιωθε ποιος τόνε κράζει + Πάντα εσαλάγαγε τη Λιαπουριά, + Ταγέρι εθόλωσε, ξεμοναχιάζει... + Άστραψ' εβρόντησε μια πιστολιά, + + Τον ελαβώσανε... 'Σ το χώμα γέρνει, + Το βόλι εχώνεψε μες 'ς τα πλευρά. + Πέφτει ταπίστομα σιγά ξεσέρνει + Σα φίδι κρύβεται μες 'ς τα κλαριά. + + Έβοσκε ο θάνατος τα σωθικά του + Κ' εκείνος έτρεχεν ολονυχτύς + Πατεί, σωριάζεται, σβυέτ' η καρδιά του... + Πούσ' Αστραπόγιαννε να τόνε ιδής;... + + Διαβαίνει ανήφορους και μονοπάτια, + Βράχους απάτητους, νεροσυρμαίς, + Εξημερώθηκε μες 'ς τα Παλάτια, + Εψυγομάχησε χίλιαις φοραίς. + + Το μνήμα επρόσμενε ...Λιγάκι ακόμα + Να φτάση τώλειπε... πετιέται ορθός. + Πηδά, ανδρειεύεται... το έρμο χώμα + Σφίγγει 'ς τα δόντια του, πέφτει νεκρός. + + Το βράδυ ανέλπιστα πιάνει το χιόνι + Κι' ο τάφος κρύβεται βαθειά βαθειά. + Λες κ' εσαβάνωσαν 'ς ένα σεντόνι + Τα δυο τα λείψανα σφιχτά σφιχτά. + + + +ΤΕΛΟΣ. + + + + +1) Όρα Σπυρ. Τρικούπη, ιστορίαν της Ελλ. Επαναστάσεως· — Τόμος +Α', σελίς 265. + +2) Όρα Χρυσαλλίδα — Τομ. Γ' — Φυλλάδιον ΞΑ' — ΞΒ'. + +3) Την χρονίαν ταύτην εξάγω εκ των σημειώσεων του Κυρίου Σάθα, την +δε δευτέραν εκ του Ιστορικού Δοκιμίου του Κυρίου Φιλήμονος (Τομ. +3. Σελ. 197) όπου μνημονεύεται η ηλικία του Διάκου. + +4) Διατείνεται ο Περραιβός εν τοις Πολεμικοίς απομνημονεύμασι Σελ. +54 ότι ο Διάκος εφόνευσε τον Φερχάτην, αλλα τούτο διαψεύδεται εκ +του μετά ταύτα διορισμού του Φερχάτου ως Βοεβόδα. — + +5) Ενόμισα καθήκον να διατηρήσω αμεταποίητον το προσφιλές όνομα +και εν τη επιγραφή του ποιήματός μου. + +6) Ο ημέτερος Νικόλαος Θωμασαίος (λέγω δε ημέτερος καθ' όσον μέρος +της ευγενούς αυτού ψυχής εκ πολλού ανήκει εις την Ελλάδα) ο +ημέτερος Θωμασαίος, ο γνωστός ούτος διδάσκαλος και τελετάρχης +πάντων των ιερών της καρδίας μυστηρίων, ο μετά πατρικής στοργής +παραθαρρύνας με κατά το ουχί ευδιάνυτον της δημοτικής ποιήσεως +στάδιον, ο ουδέποτε απαυδήσας, κατά τον πολυτάραχον και +μαρτυρικόν αυτού βίον, μεριμνών περί του μέλλοντος της Ελληνικής +νεολαίας, ουδ' απαξιώσας τα ευτελή της φαντασίας μου προϊόντα να +εισαγάγη εις την αδελφήν Ιταλίαν ενδεδυμένα την κομψήν εσθήτα του +ευφραδούς λόγου του, ο Νικόλαος Θωμασαίος απευθύνας μοι εσχάτως +τας φιλικάς συμβουλάς του, με προτρέπει να φοβώμαι και να φεύγω +όσον ένεστι τον Ασιανόν ερωτολόγον ως ολεθριώτερον του Παρισινού. +«Tema il damerino Asiatico ch'e piu pernizioso del Parigino» +υπαινιττόμενος βεβαίως σκηνάς τινας εκ των εν τη Κυρά Φροσύνη. + +7) Όρα. Πολεμικά απομνημονεύματα Περραιβού Σελίς 59. + +8) Όρα — Ιστορικόν Δοκίμιον — Φιλήμονος — Σελίς 193. + +9) Όρα σελίδα 439 του αυτού Ιστορικού Δοκιμίου εν ταις σημειώσεσι +και εγγράφοις του γ'. τόμου. — + +10) Ιδού η επιστολή. + + Των ευγενέστατων αρχόντων Ληβαδειάς. + Προσκινητός. + + Εις Ληβαδεία. + +Την ευγενείαν σας προσκινώ. + +Σας ειδοποιώ ότι μας υπεσχέθησαν εις του Μαυρήλου να μας +προφθάσουν 80 οκάδες παρούτι και σήμερις εστείλαμε τα άσπρα διά +να μας την φέρουν. Διά τούτο από αυτού την ίδια ώρα οπού λάβετε +το γράμμα μου να φορτώσετε δύο φορτώματα βόλια και με σίγουρον +άνθρωπον να μας τα στείλτε εις Πατραντζήκι και από αυτού μην +αμελείτε διά τζεπ-χανέ. Κάμετε κάθε λογής τρόπους όπου να μην +κόβεται ο τζεπ-χανές. Επί τούτοις να βάλτε σφίξη χώρα και χωριά +όπου να μας ξεκινήσετε ανθρώπους ότι εδώ δεν έμεινε κανένας. +Έφυγαν πίσω. Τώρα άλλη δουλειά δε σας έμεινε μόνον αυτή η +φροντίδα των ανθρώπων και του τζεπ-χανέ. — Ημείς ξεκινήσαμε διά +Πατραντζίκι και με την δύναμι του Θεού αύριο τρίτη το βαρούμε. +Κατά παρόν νέο από κανένα μέρος δεν έχομε οπού να σας γράψω. +Ταύτα και μένω. + + ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ. + +Στείλτε μαζύ με μολήβια και 600 κόλλας χαρτί διά να δέσωμε +φουσέκια. — Στείλτε μας κάμποση ξερή μελάνι· Δώστε του και 8 +γρόσια διά τον κόπον του. + + (Η σφραγίς αυτού) +821 Απριλίου 11 — Αλαμάνα Χάνι. + +11) Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν τω Χρονικώ του Γαλαξειδίου +Σελίς 162 εδημοσίευσεν ήδη την παρά τω φίλω μου Παύλω Λάμπρω +ευρισκομένην σφραγίδα του αρματωλού Χρήστου Μηλιόνη φέρουσαν +επίσης τον αετόν. Πόσοι και ποίοι θα περιεφρόνησαν ίσως τον +πολύτιμον δακτυλιόλιθον πριν ή λάβη την τύχην να λιμενισθή εις +τας Ελληνικωτάτας και αληθώς πατριωτικάς χείρας του Παύλου +Λάμπρου! + +12) Ταύτα εγράφησαν καθ' ην εποχήν λυσιμελής νάρκη εφαίνετο +κατέχουσα το έθνος και πριν ή αναφανή ο ευγενής οργασμός υφ' ου +εξ ολίγου χρόνου ελαύνεται άπασα η Ελληνική φυλή. + +13) Όρα την εν τοις φυλλαδίοις ΝΖ'. — ΝΗ'. — ΝΣΤ' της Χρυσαλλίδος +δημοσιευθείσαν αξιόλογον βιογραφίαν του Οδυσσέως Ανδρούτζου υπό +του Κ. Σάθα. + +14) Διά των στιγμών τούτων δηλούται η παράτασις του τελευταίου +φθόγγου γινομένη συνήθως υπο των μακρόθεν μεγάλη τη φωνή +διαλεγομένων. + +15) Ο Κύριος Ηerbert εδημοσίευσεν ήδη κατά το έτος 1845 εν Λονδίνω +την περιήγησιν του Βριόνου επί των ορέων της Στερεάς Ελλάδος +επιγράφας το έργον αυτού· «Μονογραφίαν των ιριδοειδών.» Δευτέραν +άλλην περιοδείαν του Βριόνου εν Πελοποννήσω δεν επρόφθασεν ο +σοφός Βρετανός να δημοσιεύση καταληφθείς υπό αιφνιδίου θανάτου. +Εν ταύτη περιεγράφετο αυτόν τι εκ της οικογενείας των Κ ο λ χ ι κ +ώ ν όπερ ο Ηerbert διενοείτο ν' αποκαλέση Β ρ ι ό ν ε ι ο ν +διατεινόμενος ότι πρώτην φοράν ανεκαλύπτετο. + +16) The Ionian Islands during the present century by captain Whyte +Jervis M.P. 1863 London. Σελίς 115, + +»Travellers tell us that, as late as the sixteenth century Athens +was but a castle with a small village; and that Sparta divided by +two tribes of the Slavi, the Ezertiti and the Millingi, had not +only lost her ancient name but it was impossible to recognize the +site on which she had stood of old. + +»As to the Ionian Islands for hundreds of years they have had no +connection with Greece. The Volterra' s and Solomos' s of Zante, +the Loverdos’ s, Metaxa’s, Tibaldo’s and Focca’s of Cephalonia, +the Zambelli and V a l a o r i t i of Santa Maura, the Bulgari, +Dandolo’s of Corfu are all of Italian origin. + +17) Η τε επιστολή του Κόμητος Καποδιστρίου και το ευχαριστήριον +του Μοτζενίγου μετεφράσθησαν εκ των εις χείρας της οικογενείας +Κονιδάρη σωζομένων Ιταλικών πρωτοτύπων. + + + + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Athanasis Diakos - Astrapogiannos, by +Aristotelis Valaoritis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ATHANASIS DIAKOS - ASTRAPOGIANNOS *** + +***** This file should be named 32852-0.txt or 32852-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/2/8/5/32852/ + +Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George +Canonis. Italian text was corrected by Carlo Traverso + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + diff --git a/32852-0.zip b/32852-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..87ae870 --- /dev/null +++ b/32852-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..cbdd824 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #32852 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32852) |
