diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 34434-0.txt | 6387 | ||||
| -rw-r--r-- | 34434-0.zip | bin | 0 -> 110699 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6403 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/34434-0.txt b/34434-0.txt new file mode 100644 index 0000000..2983490 --- /dev/null +++ b/34434-0.txt @@ -0,0 +1,6387 @@ +The Project Gutenberg EBook of Macbeth, by William Shakespeare + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Macbeth + +Author: William Shakespeare + +Translator: Demetrios Vikelas + +Release Date: November 24, 2010 [EBook #34434] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MACBETH *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, +otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are +included in &. Two footnotes in the Notes section have been converted to +endnotes. The book I have in my hands is a badly scanned copy. Especially +in the Notes section the words towards the center of the two opposite +pages are often partly missing. I was able to imagine most of them, I +hope correctly. However, there were eleven words that I was unable to +find and I leave them with question marks. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. +Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους +χαρακτήρες περικλείονται σε &. Δύο υποσημειώσεις που βρίσκονται στο +κεφάλαιο των Σημειώσεων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το βιβλίο +που είχα στα χέρια μου ήταν πλημμελώς σκαναρισμένο. Ιδίως στο μέρος των +σημειώσεων οι λέξεις προς το κέντρο των δυο σελίδων συχνά ήταν μερικώς +ελλιπείς. Οι περισσότερες μαντεύτηκαν ελπίζω σωστά. Έντεκα όμως λέξεις +ήταν αδύνατο να τις βρω και τις αφήνω με ερωτηματικά. + + + +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ + + + +ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ +ΕΜΜΕΤΡΩΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ +ΥΠΟ +ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ + + + +Μ Α Κ Β Ε θ + + + +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ + +1896 + + + + +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ + + + +ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ + +ΕΜΜΕΤΡΩΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ +ΥΠΟ +ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ + +Μ Α Κ Β Ε Θ + +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ +1896 + + + +ΜΑΚΒΕΘ + + + +ΤΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ + + + +ΔΟΓΚΑΝ, βασιλεύς της Σκωτίας. + +ΜΑΛΚΟΛΜ, ) +ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ,) υιοί αυτού. + +ΜΑΚΒΕΘ,) +ΒΑΓΚΟΣ,) στρατηγοί Σκώτοι. + +ΜΑΚΔΩΦ, ) +ΡΩΣ, ) ευγενείς Σκώτοι. +ΜΕΝΤΗΘ, ) +ΑΓΚΟΣ, ) +ΚΑΙΘΝΗΣ,) + +ΦΛΗΝΣ, υιός του Βάγκου. +ΣΙΒΑΡΔΟΣ, κόμης της Νορθουμβερλάνδης, στρατηγός Άγγλος. +Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΣΙΒΑΡΔΟΥ. +ΣΕΥΤΩΝ, αξιωματικός του Μάκβεθ. +Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΔΩΦ, μειράκιον. +ΙΑΤΡΟΣ ΑΓΓΛΟΣ. +ΙΑΤΡΟΣ ΣΚΩΤΟΣ. +ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΣΚΩΤΟΣ. +ΘΥΡΩΡΟΣ. +ΓΕΡΩΝ ΣΚΩΤΟΣ. +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ. +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ της Λαίδης Μάκβεθ. +ΕΚΑΤΗ. +ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ. +Άρχοντες, Αξιωματικοί, Στρατιώται, Δολοφόνοι, +Υπηρέται, Αγγελιαφόροι και Φάσματα. + + +Η σκηνή εν Σκωτία, εν τέλει δε της τετάρτης πράξεως +εν Αγγλία. + + + +ΜΑΚΒΕΘ (1) + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ + + + +ΣΚΗΝΗ Α' + + + + Εξοχή άδενδρος· Κεραυνοί και αστραπαί. + Εισέρχονται ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ. + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Πότε θα ξαναϊδούμε μια την άλλη μας; + Με την ανεμοζάλη; μ' αστραπόβροντα; + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Αφού ο κρότος παύση κ' η οχλοβοή, + κ' η μάχη τελειώση, — χάσουν ή χαθούν. + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Προτού ο ήλιος δύση τούτο θα γενή. + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Το μέρος πού; + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + 'Σ τον λόγγο. + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Θ' απαντήσωμεν + τον Μάκβεθ εκεί πέρα. + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Να 'μ', Ασπρόγατα (2)! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Μας κράζ' η Κουβακίνα. + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ήλθα, — έφθασα ! + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά. + Άνεμοι πάρετέ μας, πάχνη κρύψε μας! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Β' + + + + Στρατόπεδον πλησίον της πόλεως Φόρες. + Σάλπιγγες έσωθεν. Εισέρχονται ο ΔΩΓΚΑΝ, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ, και + ο ΛΕΝΟΞ μετά συνοδίας στρατιωτικής, συναντώσι δ' επί της σκηνής + πληγωμένον αξιωματικόν. + +ΔΩΓΚΑΝ + Τι είν' ο άνθρωπος αυτός ο αιματοβαμμένος; + Αν κρίνω απ' την όψιν του, να μας ειπή θα 'ξεύρη + τα νέα από τον πόλεμον. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Είναι αυτός ο ίδιος, + που μ' έσωσ' η ανδρεία του απ' την αιχμαλωσίαν. + Καλώς σε ηύρα, φίλε μου! Ειπέ 'ς τον βασιλέα + πώς άφησες τον πόλεμον; + +ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ + Αμφίβολον ακόμη. + Ήτο 'σαν δυο κολυμβηταί, κ' οι δύο κουρασμένοι, + που προσπαθούν αγκαλιαστοί τον άλλον ποιος να πνίξη. + Ο άσπλαγχνος Μακδόβαλδος... — (ο άξιος αλήθεια + να είν' αντάρτης! Δι' αυτό τον 'προίκισεν η φύσις + με όλας τας κακίας του!) έλαβ' επικουρίαν + απ' της Σκωτίας τα νησιά, οπλίτας και τοξότας· + κ' η Τύχη γλυκοκύτταξε τα ανομήματά του + κ' ενόμιζες πως έγεινε η πόρνη του αντάρτου! + Τα πάντα όμως του κακού, διότι ο γενναίος + ο Μάκβεθ, — το επίθετον Γενναίος το αξίζει, — + ο Μάκβεθ Τύχην δεν ψηφά, φουκτόνει το σπαθί του + από το αίμα της σφαγής ακόμη αχνισμένο, + ανοίγει δρόμον, προχωρεί, το θρέμμα της Ανδρείας, + ως που τον άπιστον εχθρόν τον αντιμετωπίζει· + κ' εκεί, αντί χαιρετισμόν ή καλημέρισμά του, + από τον ώμον 'ς την κοιλιά τον κόπτει πέρα πέρα, + κ' επάνω εις τους πύργους μας στήνει την κεφαλήν του. + +ΔΩΓΚΑΝ + Ω τον ανδρείον στρατηγόν, τον άξιόν μου φίλον! + +ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ + Καθώς ανεμοστρόβιλοι και κεραυνοί ξεσπάνουν + εκεί απ' όπου την αυγήν ο ήλιος πρωτολάμπει, + το ίδιον τώρα, — βάσανα καινούρια ξεφυτρόνουν + απ' την πηγήν που έλεγες πως θάλθη η σωτηρία. + Μόλις την ράχιν οι εχθροί μας έδειξαν, διωγμένοι + απ' του Δικαίου το σπαθί 'ς το χέρι της Ανδρείας, + κι' ο αρχηγός των Νορβεγών την ευκαιρίαν βλέπει, + και με νεόπαστρα σπαθιά και με συμμάχους νέους + αρχίζει νέαν έφοδον. + + +ΔΩΓΚΑΝ + Τον Μάκβεθ και τον Βάγκον + αυτό δεν τους ετάραξε; + +ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ + Ω ναι, όσον ταράζει + το λεοντάρι ο λαγός ή αετόν σπουργίτης! + Ήσαν κ' οι δυο, — διά να 'πώ αληθινά πώς ήσαν, — + ωσάν κανόνια με διπλά γεμίσματα γεμάτα! + Διπλά κ' οι δύο τον εχθρόν και τρίδιπλα 'κτυπούσαν + ωσάν να θέλουν να λουσθούν εις αίματ' αχνισμένα, + ή ένα νέον Γολγοθά ν' αναστηλώσουν... Όμως + 'λιγοθυμώ... Βοήθειαν γυρεύουν αι πληγαί μου. + +ΔΩΓΚΑΝ + Επίσης με τα λόγια σου σ' αρμόζουν κ' αι πληγαί σου· + τιμήν μυρίζουν και τα δυο. — Χειρούργους φέρετέ του. + + (Εξέρχεται ο αξιωματικός συνοδευόμενος). + + Ποιος είν' αυτός που έρχεται; + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Είναι του Ρως ο Θάνης (3). + +ΛΕΝΟΞ + Λάμπει η ορμή 'ς τα μάτια του! Αυτήν την όψιν έχει + ένας, που έρχεται να 'πη μεγάλα νέα! + +ΡΩΣ εισερχόμενος. + Ζήτω + ο Δώγκαν! + +ΔΩΓΚΑΝ + Πόθεν έρχεσαι, ω άξιέ μου Θάνη; + +ΡΩΣ + Από το Φάιφ, βασιλεύ, από το Φάιφ, όπου + των Νορβεγών τα φλάμπουρα με τον αέρα παίζουν + και μας δροσίζουν τον στρατόν με το ανέμισμά των. + Ο βασιλεύς των Νορβεγών με τ' άπειρά του πλήθη, + με βοηθόν τον Καουδώρ, τον άτιμον προδότην, + ήρχισε πόλεμον φρικτόν. Αλλά τον αντικρύζει + ο Μάκβεθ ο ατρόμητος, ο ψυχοϋιός της Νίκης, + στήθος με στήθος, το σπαθί 'ς το χέρι, έως ότου + εκλόνισε κ' εδάμασε την τύχην του αντάρτου + και είμεθα οι νικηταί ημείς! + +ΔΩΓΚΑΝ + Ω ευτυχία! + +ΡΩΣ + Τώρα ζητεί συμβιβασμόν ο Νορβεγός, ο Σβένος· + αλλά δεν τον αφίνομεν να θάψη τους νεκρούς του + αν δεν πληρώση εις μετρητά το πρόστιμον της νίκης (4). + +ΔΩΓΚΑΝ + Δεν θα προδώση 'ς το εξής του Καουδώρ ο Θάνης! + Πήγαινε, δόσε προσταγήν να φονευθή αμέσως, + και να δοθή του Καουδώρ ο τίτλος εις τον Μάκβεθ. + +ΡΩΣ + Θα γείνη όπως ώρισες. + +ΔΩΓΚΑΝ + Ό,τι εκείνος χάνει, + τ' αξίζει και το αποκτά ο ευγενής ο Μάκβεθ! + + (Εξέρχονται) + + + + +ΣΚΗΝΗ Γ'. + + + + Εξοχή άδενδρος πλησίον του Φόρες. Κεραυνοί. + Εισέρχονται αι ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ. + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Πού ήσουν αδελφή μου; + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χοίρους έσφαζα. + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Συ, αδελφή, πού ήσουν; + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Μία ναύτισσα + εις την ποδιά της μέσα είχε κάστανα + κ' εμάσσα, 'μάσσα 'μάσσα. — Δος μου, λέγω της. + — Κρημνίσου, στρίγγλα, λέγει, πήγαιν' απ' εδώ + Και μ' έδιωξ' η βρωμούσα, η αχόρταγη! + 'Σ τα ξένα ταξειδεύει τώρ' ο άνδρας της· + πηγαίνει 'ς το Χαλέπι (5) το καράβι του· + κ' εγώ εκεί θα 'πάγω 'ς ένα κόσκινο· + θα είμ' ένα ποντίκι με χωρίς ουρά (6), + να κάμω και να κάμω, να της δείξω 'γώ! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Θα έχης από 'μένα έναν άνεμον. + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ευχαριστώ. + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Σου δίδω άλλον ένα 'γώ. + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Έχω κ' εγώ τους άλλους· έχω μάλιστα + και όλους τους λιμένας όπου θα φυσούν, + και όλα τα σημεία όθεν έρχονται, + και όσα έχει η χάρτα των θαλασσινών, + θα τον αποστεγνώσω 'σαν το άχυρο. — + Ο ύπνος, νύκτα 'μέρα, δεν θα έρχεται + 'ς την κουρασμένη σκέπη των βλεφάρων του· + ωσάν αφωρισμένος άνθρωπος θα ζη· + εννηά φοραίς εννέα επταήμερα + θα λυόνη, θα στραγγίζη, θα μαραίνεται! + Θα τον ανεμοδέρνω εις τα κύματα + κι' ας μη 'μπορώ να πνίξω το καράβι του! + Κύτταξ' εδώ τι έχω. + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Δόσε μου να ιδώ. + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ενός πιλότου έχω ένα δάκτυλο, + οπού ενώ γυρνούσεν εναυάγησε, + + (Τύμπανα έσωθεν). + + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Τα τύμπανα! Ο Μάκβεθ έρχετ', έρχεται! + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Τρεις Μοίραις, καλομοίραις, αδελφαίς κ' αι τρεις + της γης και του αέρος ταξειδεύτριαις, + γυρνούν χειροπιασμέναις ολοτρίγυρα + Τρεις γύρους δι εσένα, τρεις φοραίς εγώ, + και τρεις φοραίς ακόμη, — έγειναν εννηά (7)! + Τελείωσαν τα μάγια! Τώρα σιωπή! + + (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΒΑΓΚΟΣ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Δεν είδα 'μέραν, 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν! + +ΒΑΓΚΟΣ + Πόσον να θέλη απ' εδώ 'ς το Φόρες;... Ω! Τι είναι + αυτά τα όντα τ' άγρια, τα καταζαρωμένα; + Δεν 'μοιάζουν κάτοικοι της γης αν και πατούν το χώμα! + Τι είσθε; Ζήτε; Άνθρωπος 'μπορεί να σας λαλήση; + Αποκριθήτε! Φαίνεσθε ωσάν να μ' εννοήτε, + διότι αναιβάζετε η κάθε μια συγχρόνως + το ξεραμένο δάκτυλο 'ς τα μαραμένα χείλη. + Αν έλειπαν τα γένεια σας θα έλεγα ότ' είσθε + γυναίκες! + +ΜΑΚΒΕΘ + Ομιλήσετε αν δύνασθε! Τι είσθε; + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χαίρε, ω Μάκβεθ, χαίρε συ, Μάκβεθ, του Γλάμη Θάνη! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χαίρε, ω Μάκβεθ, χαίρε συ, του Καουδώρ ο Θάνης! + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χαίρε, ω Μάκβεθ, Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης! + +ΒΑΓΚΟΣ + Ω φίλε, τι ξιππάζεσαι, ωσάν να σε φοβίζουν + ακούσματα ευχάριστα; — Εσείς, σας εξορκίζω, + αποκριθήτε! — Πλάσματα της φαντασίας είσθε, + ή όντα είσθ' αληθινά κ' αι τρεις, καθώς σας βλέπω; + 'ς τον σύντροφόν μου είπετε τον τωρινόν του τίτλον, + και του επρομαντεύσετε με τους χαιρετισμούς σας + και μέλλουσαν ευγένειαν κ' ελπίδα βασιλείας, + ώστ' έμεινε εις έκστασιν. Δεν μου 'μιλείτ' εμένα; + Ανίσως και προβλέπετε ο Χρόνος τι θα σπείρη, + εάν να 'πήτε δύνασθε ποιος σπόρος θα φυτρώση + και ποίος όχι, 'πήτε μου κ' εμέ, που δεν γυρεύω + την χάριν ή την έχθραν σας, αλλ' ούτε την φοβούμαι! + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χαίρε και συ! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χαίρε και συ! + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Χαίρε και συ, ω Βάγκε! + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Του Μάκβεθ ταπεινότερε και μεγαλείτερέ του! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Όχι εξ ίσου ευτυχή, αλλ' ευτυχέστερέ του! + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Συ θα γεννήσης βασιλείς κι' αν βασιλεύς δεν γείνης. + Λοιπόν κ' οι δύο χαίρετε, ο Μάκβεθ και ο Βάγκος! + +ΜΑΚΒΕΘ + Σταθήτε, γλώσσαι σκοτειναί, και άλλα να μου' πήτε, + Του Γλάμη Θάνην μ' έκαμεν ο θάνατος του Σίνελ (8) + αυτό το ξεύρω· αλλά πώς του Καουδώρ ο τίτλος; + Ο Θάνης ζη του Καουδώρ κ' είναι πολύς και μέγας! + Το δε να γείνω βασιλεύς, απίθανον εξ ίσου + όσον να γείνω Καουδώρ. Να μου ειπήτε πόθεν + σας έρχετ' η ανήκουστος αυτή πληροφορία; + και διατί 'ς αυτόν εδώ τον έρημον τον λόγγον + μ' αυτούς σας τους προφητικούς χαιρετισμούς κ' αι τρεις σας + τον δρόμον μας εκόψετε; Σας εξορκίζω, 'πήτε! + + (Αι Μάγισσαι εξαλείφονται) + +ΒΑΓΚΟΣ + Βγάζει κ' η γη, 'σαν το νερό κ' εκείνη, φουσκαλίδες! + Φούσκαις της γης ήσαν κι' αυταί. Τι έγειναν; πού είναι; + +ΜΑΚΒΕΘ + Εις τον αέρα. 'Σκόρπισε το άυλο κορμί των + καθώς αχνός 'ς τον άνεμον. Ας έμεναν ακόμη! + +ΒΑΓΚΟΣ + Τα όντ' αυτά τα είδαμεν αληθινά εμπρός μας, + ή μη εφάγαμεν κ' οι δυο απ' το φυτόν της τρέλλας + κ' έφυγε ο νους μας; + +ΜΑΚΒΕΘ + Βασιλείς θα γείνουν τα παιδιά σου! + +ΒΑΓΚΟΣ + Συ βασιλεύς! + +ΜΑΚΒΕΘ + Και Καουδώρ προς τούτοις. Δεν το είπαν; + +ΒΑΓΚΟΣ + Αυτά ήσαν τα λόγια των! — Αλλά ποιος πλησιάζει; + + (Εισέρχονται ο ΡΩΣ και ο ΑΓΚΟΣ) + +ΡΩΣ + Ο βασιλεύς μας έλαβε με αγαλλίασίν του + Την είδησιν της νίκης σου· κι' όταν ακούη, Μάκβεθ, + πόσην ανδρείαν έδειξες 'ς τον πόλεμον, θαυμάζει + και δεν ευρίσκει τι να 'πή διά να σ' επαινέση, + κι' αρχίζει πάλιν να 'ρωτά της μάχης τα συμβάντα, + κι' ακούει πώς 'ς των Νορβεγών τ' ανδρειωμένα στίφη + αντίκρυζες ατρόμητος τα έργα των χειρών σου, + φρικτά θεάματα σφαγής! Πυκνοί 'σαν το χαλάζι + οι ταχυδρόμοι έρχονται, κ' ένας μετά τον άλλον + θριάμβους σου κ' επαίνους σου του διηγούνται νέους! + +ΑΓΚΟΣ + Μας στέλλει να σ' εκφράσωμεν την ευχαρίστησίν του, + και να σε οδηγήσωμεν ενώπιόν του. Όμως + δεν σ' ανταμείβει με αυτό. + +ΡΩΣ + Ως πρώτην αμοιβήν σου + διέταξεν εκ μέρους του να σ' ονομάσω Θάνην + Του Καουδώρ. Χαίρε λοιπόν, γενναίε Θάνη, χαίρε! + +ΒΑΓΚΟΣ + Πώς! Γίνεται ο δαίμονας αλήθειαν να είπε! + +ΜΑΚΒΕΘ + Ο Θάνης ζη του Καουδώρ. Με δανεικά στολίδια + πώς με στολίζετε; + +ΑΓΚΟΣ + Ναι, ζη αυτός που ήτο Θάνης, + αλλ' η ζωή του 'κρίθηκε, κι' αξίζει να την χάση! + Ή σύμμαχος των Νορβεγών, ή φίλος του αντάρτου + και βοηθός του μυστικός, ή με τους δυο συγχρόνως + συνώμοσε τον τόπον του να βλάψη, δεν γνωρίζω. + Αλλ' απεδείχθη φανερά προδότης της πατρίδος· + ο ίδιος τ' ομολογεί, και τώρα τιμωρείται! + +ΜΑΚΒΕΘ κατ' ιδίαν. + Γλάμης και Θάνης Καουδώρ! Το μέγιστον κατόπιν! + + (προς τον ΡΩΣ και τον ΑΓΚΟΝ) + + Σας είμ' ευγνώμων, άρχοντες, ευγνώμων διά βίου! + + (προς τον ΒΑΓΚΟΝ κατ' ιδίαν) + + Και δεν ελπίζεις βασιλείς τα τέκνα σου να γείνουν, + αφού το υπεσχέθησαν εκείναι που προείπαν + ότι θα γείνω Καουδώρ; + +ΒΑΓΚΟΣ + Μη το πολυπιστεύης, + και σου ανάψη την ψυχήν και η ελπίς του θρόνου, + μετά τον τίτλον Καουδώρ. — Και όμως είναι θαύμα! + Αλλά συμβαίνει κάποτε τα όργανα του Σκότους + να λέγουν την αλήθειαν διά να μας κολάσουν, + με τα μικρά χαρίσματα μας δελεάζουν πρώτα + και μας ελκύουν έπειτα 'ς τα φοβερά των δίκτυα! + Δυο λόγια, καλοί φίλοι μου. + +ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν. + Αλήθευσαν τα δύο, + ευάρεστα προοίμια μεγάλου επιλόγου, — + του θρόνου προεόρτια! (προς τον ΡΩΣ κτλ.) — Ευχαριστώ, αυθένται. — + + (καθ' εαυτόν) + + Ω! η προειδοποίησις αυτή η παρά φύσιν + δεν ημπορεί να είν' κακή, ούτε καλή να είναι. + Κακή αν είναι, διατί μ' αλήθειαν αρχίζει, + κ' ευθύς ευθύς ενέχυρον του μέλλοντος μου δίδει; + Έγεινα Θάνης Καουδώρ· ιδού! — Καλή αν είναι, + ω, διατί ο πειρασμός αυτός με κυριεύει, + που μου ορθόνει τα μαλλιά της φρίκης του η σκέψις, + και κάμνει ώστε η καρδιά κτυπά εις τα πλευρά μου; + σαν να θα 'βγή; Καλλίτερα ο φόβος του παρόντος, + παρά διανοήματα απαίσια! Ο νους μου, + με μόνον τώρα μέσα του το φάντασμα του φόνου, + πόσον πολύ κλονίζεται, ώστ' η ενέργειά του, + παρέλυσε κ' η σκέψις μου 'ς τ' ανύπαρκτα πλανάται! + +ΒΑΓΚΟΣ προς τον ΡΩΣ + Την έκστασίν του βλέπετε; + +ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν + Εάν το θέλη η Τύχη + να βασιλεύσω, μόνη της η Τύχη ας με στέψη! + +ΒΑΓΚΟΣ + Καθώς και τα φορέματα, τα νέα μεγαλεία, + αν δεν τα συνειθίσωμεν επάνω μας δεν στρώνουν. + +ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν + Ό,τι κι' αν έχη να συμβή, ο κόσμος να χαλάση, + να γείνη με την ώραν του! + +ΒΑΓΚΟΣ + Στους ορισμούς σου, Μάκβεθ! + +ΜΑΚΒΕΘ + Με συγχωρείτε! Έτρεχεν ο βαρημένος νους μου + εις ξεχασμένα πράγματα. Αγαπητοί μου φίλοι, + την τόσην καλωσύνην σας την γράφω εις βιβλίον, + που μήτε 'μέρα θα περνά να μη φυλλομετρήσω. + Είμ' έτοιμος· πηγαίνωμεν 'ς τον βασιλέα. + + κατ' ιδίαν προς τον ΒΑΓΚΟΝ + + Σκέψου + αυτά που ηκολούθησαν 'ς τον νουν σου ζύγισέ τα + και με την ησυχίαν μας καμμίαν άλλην ώραν + ανοίγομεν ο ένας μας 'ς τον άλλον την καρδιάν μας. + +ΒΑΓΚΟΣ + Καλά. + +ΜΑΚΒΕΘ + Ως τότε σιωπή. — Πηγαίνωμεν, ω φίλοι. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Δ' + + + + Τα ανάκτορα εις Φόρες. + Εισέρχονται ο ΔΩΓΚΑΝ, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ, + ο ΛΕΝΟΞ και συνοδία. + +ΔΩΓΚΑΝ + Δεν τον απεκεφάλισαν τον Καουδώρ ακόμη; + Πού είναι οι εκτελεσταί της αποφάσεώς μου; + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ακόμη δεν επέστρεψαν, αυθέντα σεβαστέ μου, + αλλ' όμως ένας, που παρών τον είδε ν' αποθάνη, + μου είπ' ότι εκήρυξε το κρίμα του πανδήμως + και ότι παρεκάλεσε να του το συγχωρήσης, + κι' απέδειξε μετάνοιαν μεγάλην. Την ζωήν του + τίποτε τόσον δεν τιμά όσον ο θάνατος του! + Απέθανε 'σαν άνθρωπος καλά ετοιμασμένος + το ό,τι πλέον ακριβόν να το αποτινάξη + ωσάν να ήτο η ζωή πράγμα χωρίς αξίαν. + +ΔΩΓΚΑΝ + Αν ήτο τρόπος την ψυχήν το πρόσωπον να δείχνη! + Είχα 'ς τον άνθρωπον αυτόν τυφλήν εμπιστοσύνην (9)! + + (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, ο ΒΑΓΚΟΣ, ο ΡΩΣ και ο ΑΓΚΟΣ) + +ΔΩΓΚΑΝ + Το είχα βάρος 'ς την καρδιάν ότι σου είμ' αγνώμων, + Ξάδελφέ μου· αλλά συ τόσον γοργά πηγαίνεις, + ώστ' όσον γρήγορα πτερά η Αμοιβή κι' αν έχη, + να σε προφθάση δεν 'μπορεί! Να μην αξίζης τόσον + μόνον και μόνον δι' αυτό το ήθελα, ω Μάκβεθ, + διά να είναι δυνατόν να σου ανταποδώσω + τους επαίνους χρεωστώ κι' όσον μισθόν σου πρέπει, + Δεν έχω άλλο να σου 'πώ παρά πως μ' ό,τι δώσω + την πληρωμήν του χρέους μου δεν θα την ξεπληρώσω. + +ΜΑΚΒΕΘ + Σου χρεωστώ την πίστιν μου και την εκδούλευσίν μου + κ' είναι μισθός μου αρκετός το χρέος μου αν κάμνω. + Συ έχεις δικαιώματα εις τα καθήκοντά μου, + αυτά είναι του θρόνου σου τα τέκνα και οι δούλοι + κι' ούτε σου έκαμαν ποτέ, με ό,τι και αν κάμουν + παρ' όσον 'ς την αγάπην σου κ' εις την τιμήν οφείλουν. + +ΔΩΓΚΑΝ + Καλώς μου ήλθες! Έργον μου και πόθος μου θα είναι + καθώς σ' επρωτοφύτευσα και να σε μεγαλώσω! — + Ω Βάγκε, ολιγώτερον δεν χρεωστώ κ' εσένα. + και ούτε ολιγώτερον ποθώ να σου το δείξω. + Εις την καρδιάν μου έλα 'δώ κ' εσένα να σε σφίξω. + +ΒΑΓΚΟΣ + 'Εάν φυτρώσω μέσα της, 'δικός σου ο καρπός της! + +ΔΩΓΚΑΝ + Απ' την πολλήν της την χαράν 'ξεχείλισ' η καρδιά μου + και ξεθυμαίνει με αυτούς τους σταλαγμούς της λύπης. + Ακούσατέ με, τέκνα μου και συγγενείς και Θάναι + και όλοι σεις πλησίον μου. Εις τον πρωτότοκόν μου, + τον Μάλκολμ, την διαδοχήν του θρόνου μου ορίζω· + εις το εξής θα λέγεται της Κουμβερλάνδης πρίγκηψ! + Αλλ' ασυντρόφευτον αυτόν δεν τον τιμώ και μόνον· + άστρα πολλά θα μοιρασθούν, σημεία ευγενείας, + 'ς τα στήθη να λαμποκοπούν εκείνων που τ' αξίζουν. + Πηγαίνω εις το Ίνβερνες όπου θα με ξενίσης. + +ΜΑΚΒΕΘ + Να κοπιάζω διά σε ανάπαυσίς μου είναι. + Τον ερχομόν σου μόνος πηγαίνω να αναγγείλω, + και πρώτος την γυναίκα μου να την χαροποιήσω + μ' αυτήν την καλήν είδησιν! Σε προσκυνώ, αυθέντα. + +ΔΩΓΚΑΝ + Αγαπητέ μου Καουδώρ! + +ΜΑΚΒΕΘ (καθ' εαυτόν) + Της Κουμβερλάνδης πρίγκηψ! + Αυτό είναι ανύψωμα, όπου ή θα σκοντάψω + να κρημνισθώ, ή χρεωστώ να το υπερπηδήσω! + Με σταματά 'ς τον δρόμον μου. — Κρύψετε την φωτιά σας, + ω άστρα, φως να μην ιδή τον σκοτεινόν μου πόθον, + να μην ιδή το 'μάτι μου το χέρι! — Πλην να γείνη + ό,τι το 'μάτι να ιδή θα τρέμη, όταν γείνη! + + (Εξέρχεται). + +ΔΩΓΚΑΝ + Αλήθεια, Βάγκε αγαθέ, γενναίος είν' ο Μάκβεθ! + Κατήντησα να τρέφομαι με τα εγκώμια του + συμπόσιόν μου είν' αυτά! Πηγαίνωμεν! Εκείνος + επήγ' εμπρός με τον σκοπόν να μας προϋπαντήση. + Τι συγγενής! Το ταίρι του ο κόσμος δεν το έχει! + + (Σάλπιγγες. Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Ε' + + + + Ίνβερνες. Θάλαμος εν τω μεγάρω του Μάκβεθ. + Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ αναγινώσκουσα επιστολήν. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + «Με απήντησαν την ημέραν της νίκης, αι ασφαλέστεραι + «δε αποδείξεις με πείθουν, ότι γνωρίζουν περισσότερα παρά + «όσον φθάνει νους ανθρώπου. Ενώ μ' έκαιεν η επιθυμία να + «τας ερωτήσω και άλλα, έγειναν αέρας και ανελήφθησαν εις + «τον αέρα. Ενώ δε έμενα εκστατικός ακόμη από τον θαυμα- + «σμόν μου, ήλθε μήνυμα του βασιλέως ότι με αναγορεύει Θά- + «νην του Καουδώρ, καθώς με είχαν χαιρετήσει προ ολίγου αι + «τρεις Μάγισσαι, όταν με παρέπεμψαν και εις τα μέλλοντα + «με το: Χαίρε συ, που βασιλεύς θα γείνης. Αυτά ενόμισα + «καλόν να τα κοινοποιήσω εις εσέ, την αγαπητήν σύντροφον + «των μεγαλείων μου, διά να μη στερηθής ό,τι σου ανήκει + «από την χαράν μου, μη γνωρίζουσα τι μεγαλείον ακόμη σε + «περιμένει. Κρύψε τα αυτά εις την καρδίαν σου και υγίαινε». + Ιδού που είσαι Καουδώρ και Γλάμης, και θα γείνης + κι' ό,τι σου έταξαν! Αλλά φοβούμαι την καρδιά σου· + μήπως γεμάτη απ' το γλυκύ της ευσπλαγχνίας γάλα + τον δρόμον τον σιμότερον να πάρης δεν σ' αφήση! + Τα μεγαλεία τα ποθείς, — φιλοδοξίαν έχεις, + αλλά δεν έχεις με αυτήν κι' όσην κακίαν πρέπει + να έχη ο φιλόδοξος! Με το καλόν το θέλεις + εκείνο που επιθυμείς. Το άδικον δεν θέλεις, + αλλά το κέρδος τ' άδικον ποθείς να τ' αποκτήσης! + Κάτι να έχης έπρεπεν, ω Γλάμη, να σου λέγη: + Ιδού πώς πρέπει να φερθής διά να κατορθώσης + εκείνο, που πλειότερον φοβείσαι να το κάμης + παρά που έχεις μέσα σου τον φόβον μη δεν γείνη! + Ω! Έλα γρήγορα εδώ, να χύσω 'ς την ψυχήν σου + την τόλμην μου, κ' η γλώσσα μου να σου εκμηδενίση + όσα κι' αν είν' εμπόδια ως τον χρυσόν τον κύκλον, + όπου η Τύχη, και μ' αυτήν Δυνάμεις υπέρ φύσιν, + να βάλουν τ' απεφάσισαν 'ς την κεφαλήν σου στέμμα! + + (Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ) + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι θέλεις συ; + +ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ + Ο βασιλεύς έρχετ' εδώ απόψε. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι λέγεις; Ετρελλάθηκες, ω άνθρωπε! Μαζή του + δεν είναι κι' ο αυθέντης σου; — Θα είχα μήνυμά του + διά να προετοιμασθώ, αν ήρχετο απόψε. + +ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ + Αλήθεια! Ο αυθέντης μου έρχετ' εδώ κ' εκείνος, + Να τρέξη γρηγορώτερα επρόκαμ' ένας δούλος + και μόλις έφθασεν εδώ. Αναπνοήν δεν είχε! + Μόλις του έμειν' αρκετή να 'πή το μήνυμά του. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Περιποιήσου τον καλά. Μεγάλα νέα φέρνει! + + (Εξέρχεται ο ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ). + + Ακόμη ως κι' ο κόρακας εβράχνιασε κ' εκείνος + που κράζει ότι έρχεται 'ς τους πύργους μου ο Δώγκαν! + Ελάτε σεις, Δαιμόνια, εσείς που 'ς των φονέων + τας σκέψεις παραστέκεσθε, ξεγυναικώσετέ με! + Με άσπλαγχνην σκληρότητα εσείς γεμίσετέ με + από τα νύχια 'ς την κορφήν, — το αίμα πήξετέ μου, — + τους δρόμους όλους φράξετε εις την συνείδησίν μου, + ώστε της φύσεως ορμή ευσπλαγχνική καμμία + να μη μπορή τον φοβερόν σκοπόν μου να κλονίση, + ούτε να φέρη δισταγμόν εις την εκτέλεσίν του! + Εσείς του Φόνου όργανα, όπου και αν πλανάσθε + κι' αόρατα συντρέχετε 'ς ό,τι κακόν κι' αν γείνη, + ελάτε, κάμετε χολήν το γάλα των μαστών μου! + Έλα και συ, Νύκτα βαθειά, σκεπάσου με του Άδου + τον σκοτεινότερον καπνόν, ώστε η μάχαιρά μου + να μην ιδή την μαχαιριά, και ούτε απ' επάνω + να ημπορή ο Ουρανός να με παραμονεύση + 'πίσ' απ' τον πέπλον της νυκτός και να φωνάξη: Στάσου! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ) + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ω, έλα, Γλάμη ένδοξε και Καουδώρ μεγάλε, + ω έλα, μεγαλείτερε ακόμη κι' απ' τα δύο + κατά τον τελευταίον των χαιρετισμόν εκείνον! + Το γράμμα σου μ' εσήκωσε απ' το παρόν, και τώρα + το μέλλον προαισθάνομαι! + +ΜΑΚΒΕΘ + Αγάπη μου, απόψε + ο βασιλεύς έρχετ' εδώ. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Πότε θ' αναχωρήση; + +ΜΑΚΒΕΘ + Καθώς σκοπεύει, αύριον. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Δεν θα ιδή ο ήλιος + αυτό το αύριον ποτέ! Αλλά το πρόσωπόν σου + είναι βιβλίον ανοικτόν, καλέ μου Μάκβεθ, όπου + πράγματ' αλλόκοτα 'μπορεί καθένας ν' αναγνώση. + Θέλεις τον κόσμον να γελάς; Καθώς τον κόσμον κάμνε! + Χαράν να λέγη η γλώσσα σου, το 'μάτι σου, το χέρι· + να φαίνεσαι 'σαν τ' άκακο το άνθος, πλην να ήσαι + το φίδι αποκάτω του! Εκείνος που θα έλθη + την πρέπουσαν περίθαλψιν θα λάβη. Να μ' αφήσης + εγώ τα πάντα μόνη μου απόψε να φροντίσω. + + Το μέγα έργον, που αυτήν θα τελεσθή την νύκτα, + εξασφαλίζει και αρχήν και παντοδυναμίαν + δι' όλας τας ημέρας μας και νύκτας εις το μέλλον. + +ΜΑΚΒΕΘ + Τα ξαναλέγομεν αυτά! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Αλλ' απαθής να ήσαι· + εάν αλλάζη η όψις σου, θα 'πή ότι φοβείσαι. + Άφησε τ' άλλα εις εμέ. Εγώ θα τα φροντίσω! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΣΤ' + + + + Έμπροσθεν του μεγάρου του ΜΑΚΒΕΘ. + Αυλοί και δαυλοί. — Εισέρχονται ο ΔΩΓΚΑΝ, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ, ο + ΒΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΟΞ, ο ΜΑΚΔΩΦ, ο ΡΩΣ, ο ΑΓΚΟΣ, μετά συνοδίας. + +ΔΩΓΚΑΝ + Ωραίον μέρος είν' αυτό! Ο ελαφρός αέρας + πνέει εδώ γλυκά γλυκά κ' ευφραίνει τας αισθήσεις. + +ΒΑΓΚΟΣ + Και το πετροχελίδονον — ο πτερωτός μας ξένος + που έρχεται την άνοιξιν και 'ς τους ναούς φωληάζει. — + αυτό ακόμη μαρτυρεί με τα κτισίματά του + ότ' η πνοή των ουρανών γλυκά εδώ μυρίζει. + Δεν έχει σκέπης εξοχήν, δεν έχει κορωνίδα, + δεν έχει τοίχου στύλωμα, γωνιάν δεν έχει, όπου + να μη κρεμνιέτ' η κούνια του και κλίνη των παιδιών του. + Εκεί που συχνοέρχεται να κάμη την φωληά του, + είναι συνήθως καθαρός κ' ευώδης ο αέρας (10). + + (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ) + + +ΔΩΓΚΑΝ + Ιδού και η αρχόντισσα! Κυρία, καλώς σ' ηύρα. + Μας είναι βάρος κάποτε η φορτική φιλία + αν κ' είμεθα ευγνώμονες 'ς το δείγμα της φιλίας, + ώστε αν τώρα σ' ενοχλώ, εύχεσαι μολοντούτο + να μου πληρώση ο Θεός τον κόπον οπού παίρνεις, + και μου υποχρεόνεσαι διότι σου τον δίδω. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Όσα κι' αν κάμω, και διπλά και τρίδιπλα να είναι, + είναι μικρά και πενιχρά και δεν αντιζυγίζουν + όσ' αγαθά κι' όσην τιμήν μας επιδαψιλεύεις. + Δι' όλα σου τα παλαιά ευεργετήματά σου, + κι' όσα κοντά 'ς τα παλαιά εσώρευσες και πάλιν, + ευχέται σου θα είμεθα παντοτεινοί, αυθέντα. + +ΔΩΓΚΑΝ + Πού είν' ο Θάνης; Έτρεχα τα ίχνη του να φθάσω, + με τον σκοπόν εγώ εδώ να τον προϋπαντήσω· + αλλά μ' επρόλαβεν αυτός. Ως άλλο φτερνιστήρι + τον έσπρωχν' η αγάπη του, και έφθασεν ο πρώτος. + Φιλοξενίαν σου ζητώ την νύκτ' αυτήν, Κυρία. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Αυθέντα μου, οι δούλοι σου, ό,τι καλόν κι' αν έχουν, + ανθρώπους, χρήματα, παιδιά, και την ζωήν ακόμη, + τα έχουν εις την θέλησιν και την διάθεσίν σου + και δεν σου δίδουν μ' όλ' αυτά παρ' ό,τι σου ανήκει. + +ΔΩΓΚΑΝ + Πηγαίνομεν να εύρωμεν λοιπόν τον σύζυγόν σου. + Τον αγαπώ παραπολύ κι' ούτε ποτέ θα παύση + η εύνοιά μου προς αυτόν! Οδήγησέ μ' αν θέλης. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Ζ' + + + + Εν τω μεγάρω του ΜΑΚΒΕΘ. + Δούλοι και δαυλοί. Διέρχεται επιστάτης ακολουθούμενος υπό υπηρετών + φερόντων σκεύη και φαγητά από της τραπέζης. Μετ' αυτούς ο ΜΑΚΒΕΘ. + +ΜΑΚΒΕΘ + Αν ήτο να εγίνετο και να τελειόνη, τότε + ας γείνη το ταχύτερον! — Αν η δολοφονία + συνέπαιρνε 'ς τα βρόχια της τα επακόλουθά της, + αν η επιτυχία της ησφάλιζε τα τέλη, + αν ήτο ένα κτύπημα ν' αρκή αυτό και μόνον, + αυτό να είναι και αρχή και τέλος εδώ κάτω, + εδώ 'ς αυτό το άβαθο του Χρόνου περιγιάλι, — + τότε την μέλλουσαν ζωήν την αψηφώ! Αλλ' όμως + τα έργ' αυτά έχουν κ' εδώ την ανταπόδοσίν των. + Γίνετ' εις άλλους μάθημα το αίμα το χυμένον, + και στρέφεται το μάθημα και τιμωρεί εκείνον + που πρώτος το εδίδαξε. Η δε Δικαιοσύνη + μας παίρνει το φαρμάκι μας 'ς τα σύμμετρά της χέρια + και έπειτα 'ς τα χείλη μας προσφέρει το ποτήρι. — + Αυτόν εδώ η σκέπη διπλά τον προστατεύει· + εν πρώτοις είμαι συγγενής, κ' υπήκοός του είμαι· + δεσμοί μεγάλοι και οι δυο· προς τούτοις τον ξενίζω + κ' εγώ την θύραν χρεωστώ να κλείσω 'ς τον φονέα, + όχι επάνω του εγώ μαχαίρι να σηκώσω! + Αλλά και εις τον θρόνο του ήμερος ήτο τόσον, + εφάνη τόσον αγαθός 'ς την υψηλήν του θέσιν, + ώστ' αι πολλαί του αρεταί τόσαι φωναί θα γείνουν, + ωσάν αγγέλων σάλπιγγες, να καταμαρτυρήσουν + ως έργον καταχθόνιον την εξολόθρευσίν του! + Κ' εις τον ανεμοστρόβιλον επάνω καθισμένος, + 'σαν βρέφος νεογέννητον κι' ολόγυμνον, ο Οίκτος, — + ή με μορφήν των Χερουβείμ, που σχίζουν τον αιθέρα + 'ς τους αοράτους τ' ουρανού επάνω ταχυδρόμους, — + την φρίκην του ακούσματος θα την διασκορπίση + με ήχον τόσον φοβερόν 'ς τα 'μάτια των ανθρώπων, + ώστ' ο αέρας θα πνιγή απ' το πολύ το δάκρυ! + + Άλλο αυτός μου ο σκοπός δεν έχει φτερνιστήρι + να του κεντήση τα πλευρά, ειμή φιλοδοξίαν, + που το σημάδι ξεπερνά 'ς το πήδημα και πέφτει (11)... + + (Εισέρχετα, η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Τι θέλεις; αι; Τι γίνεται; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Απέφαγε; Ειπέ μου + πώς έφυγες; + +ΜΑΚΒΕΘ + Μ' εζήτησε; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ωσάν να μη το 'ξεύρης! + +ΜΑΚΒΕΘ + Δεν θέλω να το σπρώξωμεν μακρύτερα το πράγμα. + Τόσας τιμάς του χρεωστώ· τον έπαινόν μου λέγει + ο κόσμος όλος. Την χρυσήν αυτήν υπόληψίν μου + να την φορώ 'ς την λάμψιν της ως στολισμόν προκρίνω, + και όχι απ' επάνω μου ευθύς να την πετάξω. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Και η Ελπίς που 'φόρεσες μην ήτο μεθυσμένη; + ή μη απεκοιμήθηκε 'ς το μεταξύ, και τώρα + ξυπνά και βλέπει κίτρινη και κατατρομαγμένη, + εκείνο που εχαίρετο προτήτερα να βλέπη; + Το μέτρον της αγάπης σου με τούτο μου το δίδεις! + Εκείνο πώχεις 'ς την καρδιά, δεν έχεις και την τόλμην + να φανερώσης μ' έργα σου, με την παλληκαριά σου; + Θέλεις αυτά που εκτιμάς ως στολισμόν του βίου, + και άνανδρος 'ς την ίδια σου εκτίμησιν να ήσαι; + θέλεις ν' αφίνης πάντοτε κατόπιν απ' το &θέλω& + ν' ακολουθή το &δεν τολμώ&; + +ΜΑΚΒΕΘ + Παρακαλώ, σιώπα! + Τολμώ να κάμω κάθε τι οπού αρμόζει 'ς άνδρα. + Εκείνος που πλειότερον τολμά, δεν είναι άνδρας! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Λοιπόν τι ζώον σ' έκαμε να μου ανακαλύψης + τα σχέδιά σου; Τότε δα ήσο αλήθεια άνδρας, + όταν δεν σ' έλειπ' η καρδιά και να τα εκτελέσης! + Και όσον μεγαλείτερος ζητείς να γείνης, τόσον + είσ' άνδρας! Δεν συνέτρεχε τόπος ή ώρα τότε, + αλλ' όμως ήθελες εσύ να φέρης και τα δύο. + Ιδού πού ήλθαν μόνα των! Αλλά ενώ τα ηύρες, + συ χάνεσαι! — Το γάλα μου το έδωκα και 'ξεύρω + πώς τ' αγαπά το βρέφος της μια μάννα που βυζάνει· + πλην κι' αν μ' εγλυκοκύτταζε 'ς τα 'μάτια το παιδί μου + θα ήρπαζα την ρώγα μου απ' τ' απαλά του γούλια + να του συντρίψω τα μυαλά, αν είχα κάμει όρκον, + καθώς εσύ τ' ωρκίσθηκες αυτό! + +ΜΑΚΒΕΘ + Κι' αν αποτύχω; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ποιος θ' αποτύχη; Στύλωσε την γενναιότητά σου + και δεν αποτυγχάνομεν. Ενώ κοιμάτ' ο Δώγκαν, — + κ' ύπνον βαρύν του ταξειδιού ο κόπος θα του φέρη, — + τους δυο θαλαμηπόλους του θα τους δαμάσω τόσον + με τα συχνοκεράσματα, που το μνημονικόν των, + ο φύλακας του λογικού, ένας ατμός θα γείνη, + και μέσ' από την θήκην του ο νους θα ξεθυμάνη. + Ενώ εκείνοι κοίτονται ωσάν αποθαμένοι + 'ς τον ύπνον τον κτηνώδη των, και τι δεν ημπορούμεν + οι δυο μας ανεμπόδιστοι να κάμωμεν τον Δώγκαν, + και ν' αποδώσωμεν το παν 'ς τους δύο φύλακάς του, + ώστε αυτοί να φορτωθούν του έργου μας το βάρος; + +ΜΑΚΒΕΘ + Να μου γεννάς αρσενικά, διότι μόνον άνδρες + αξίζει απ' τ' αδάμαστα τα σπλάγχνα σου να 'βγαίνουν! + Και ποιος τω όντι δεν θα 'πή, — τους δύο κοιμισμένους + αφού τους πασαλείψωμεν με αίμα, και συγχρόνως + αν κάμωμεν των μαχαιριών των ιδικών των χρήσιν, — + ποιος δεν θα 'πή ότ' είν' αυτοί οι ένοχοι και μόνοι; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ποιος θα τολμήσει να ειπή ή να πιστεύση άλλο, + όταν ιδούν τους θρήνους μας διά τον θάνατόν του; + +ΜΑΚΒΕΘ + Επήρα την απόφασιν, κι' όλαι μου αι δυνάμεις + εις τούτο μόνον θα στραφούν το φοβερόν το έργον. + Πηγαίνωμεν! Ας ήμεθα φαιδροί 'ς τον κόσμον όλον, + ας κρύψη ο δόλος του 'ματιού του στήθους μας τον δόλον! + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ + + + +ΣΚΗΝΗ Α' + + + + Πρόδομος εν τω μεγάρω του Μάκβεθ. + Εισέρχεται ο ΦΛΗΝΣ φέρων εις χείρας δαυλόν, ακολουθούμενος δε υπό + του ΒΑΓΚΟΥ. + +ΒΑΓΚΟΣ + Τι ώρα είναι της νυκτός; + +ΦΛΗΝΣ + Δεν ήκουσα την ώραν, + αλλ' η σελήνη έδυσε. + +ΒΑΓΚΟΣ + Και τώρα βασιλεύει + μεσάνυκτα. + +ΦΛΗΝΣ + Αργότερα μου φαίνεται ότ' είναι. + +ΒΑΓΚΟΣ αφοπλιζόμενος. + Να το σπαθί μου· πάρε το. — Ο ουρανός απόψε + δεν εξοδεύεται. Σβυστοί οι λύχνοι του είν' όλοι. — + Πάρε και τούτο. — Μ' έρχεται ο ύπνος 'σαν μολύβι + και όμως ν' αποκοιμηθώ δεν ήθελα. Ω Θείαι + Δυνάμεις, διώξετ' από 'μέ τους στοχασμούς τους μαύρους + που κυριεύουν την ψυχήν 'ς του ύπνου την γαλήνην! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ, προπορευομένου υπηρέτου δαυλούχου). + +ΒΑΓΚΟΣ + Δος το σπαθί μου γρήγορα! — Εκεί ποιος είναι! + +ΜΑΚΒΕΘ + Φίλος! + +ΒΑΓΚΟΣ + Ακόμη δεν επλάγιασες; Ο βασιλεύς κοιμάται. + Ήτο 'ς το άκρον εύθυμος και ευχαριστημένος. + εφιλοδώρησ' άφθονα τους δούλους σου, και τούτο + το δακτυλίδι μ' έδωκε διά την σύζυγόν σου, + κι' απεκοιμήθηκ' ήσυχος. + +ΜΑΚΒΕΘ + Μας ηύρε ανετοίμους + την δε καλήν μας θέλησιν εδέσμευαν ελλείψεις, + δεν μας ήτο δυνατόν να γείνουν όσα πρέπει. + +ΒΑΓΚΟΣ + Τα πάντα έγειναν καλά! — Την περασμένην νύκτα + ταις τρεις εκείναις μάγισσαις ταις είδα 'ς τ' όνειρόν μου + ήσαν όλα ψεύματα εκείνα που σου είπαν! + +ΜΑΚΒΕΘ + Μου είχαν έβγει απ' τον νουν! Αλλά καμμίαν ώραν, + οπόταν έχης τον καιρόν, αλλάζομεν δυο λόγια + περί της υποθέσεως αυτής. + +ΒΑΓΚΟΣ + Όταν θελήσης! + +ΜΑΚΒΕΘ + Αρκεί να σ' εύρω σύμφωνον όταν θα έλθη η ώρα + και θα κερδίσης εις τιμήν. + +ΒΑΓΚΟΣ + Από αυτήν που έχω + να χάσω δεν επιθυμώ ζητών να την αυξήσω. + Θα κάμω ό,τι χρεωστώ εις τρόπον να φυλάξω + την πίστιν μου αμόλυντον και καθαράν καρδίαν. + +ΜΑΚΒΕΘ + Καλή σου νύκτα κι' αγαθή εν τούτοις. + +ΒΑΓΚΟΣ + Καλή νύκτα! + + (Εξέρχονται ο Βάγκος και ο ΦΛΗΝΣ). + +ΜΑΚΒΕΘ προς τον υπηρέτην + Ειπέ εις την κυρίαν σου, εσύ, να μου σημάνη + όταν μου κάμη το πιοτόν, και πέσε να πλαγιάσης (12). + + (Εξέρχεται ο υπηρέτης). + + Τι είναι τούτο, μάχαιρα, που βλέπω αντικρύ μου, + με την λαβήν της προς εμέ. Ω έλα να σε πιάσω!... + Δεν σ' έπιασα, αλλά εκείνα τα 'μάτια μου σε βλέπουν!... + Ω φάντασμα απαίσιον, δεν είσαι κ' εις το χέρι + καθώς ς' τα μάτια αισθητόν; ή μη δεν είσαι άλλο + παρά μαχαίρι φανταστόν, απάτης μόνον πλάσμα + που το γεννά η κεφαλή 'ς την έξαψιν της θέρμης; + Όμως σε βλέπω πάντοτε, ψηλαφητόν σε βλέπω + καθώς αυτό, που το τραβώ από την θήκην τώρα! + Τον δρόμον όπου έμελλα να πορευθώ μου δείχνεις, + και όμοιόν σου σύνεργον θα είχα εις το χέρι!... + Μη παίζουν με τα 'μάτια μου αι άλλαι μου αισθήσεις, + μη τα πάντα ξεπερνά η όρασίς μου μόνη; + δε βλέπω, να! κ' εις την λαβήν κ' επάνω 'ς την λεπίδα + αίματος είναι σταλαγμοί, όπου δεν ήσαν πρώτα! + Όχι! απάτη μου το παν! Ο φονικός σκοπός μου + το σχήμ' αυτό τ' ανύπαρκτον 'ς τα 'μάτια μου λαμβάνει!... + αυτήν την ώραν της νυκτός 'ς το ήμισυ της σφαίρας + η φύσις φαίνετ' ως νεκρά, — κ' εξαπατούν τον ύπνον + όνειρα τώρα τρομερά μέσ' 'ς τα σκεπάσματά του. + Τώρα γυρνούν Εξωτικά, κ' εις την χλωμήν Εκάτην + προσφέρουν την λατρείαν των. Κι' ο άσαρκος ο Φόνος + ακούει τα ουρλιάσματα του λύκου, του φρουρού του, + και ξεκινά, κι' αργοπατεί 'ς το σκότος, με το βήμα + που 'πήγαιν' ο Ταρκίνιος 'ς το έργον του... 'σαν φάσμα! — + Εσύ ω Γη ακίνητη, γερά θεμελιωμένη, + τα βήματά μου μη τ' ακούς εκεί όπου πηγαίνουν, + μη τύχη και οι λίθοι σου βαλθούν να φλυαρήσουν + και διώξουν έξαφν' απ' εδώ την φρίκην, που αρμόζει + ς' αυτής της ώρας τον σκοπόν! — Ενώ τον φοβερίζω + εκείνος ζη. Τέτοια φωτιά με λόγια δεν ανάπτει! + + (Ακούεται σήμαντρον) + + Πηγαίνω, και τετέλεσται! Το σήμαντρον με κράζει! + Σημαίνει, Δώγκαν, διά σε! Νεκρώσιμα σημαίνει! + Μη το ακούς! Ή Ουρανός ή Άδης σε προσμένει! + + (Εξέρχεται). + + + + +ΣΚΗΝΗ Β' + + + + Εν τω αυτώ προδόμω. + Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Εκείνο που τους 'μέθυσε, καρδιά 'ς εμένα δίδει· + εκείνο που τους 'δρόσισεν, εμένα με φλογίζει!... + Τι είναι τούτο; — Σιωπή!... Η κουκουβάγια ήτον, + ο κράκτης ο απαίσιος, που άγρια φωνάζει + την μαύρην καλήν-νύκτα του! — Ο Μάκβεθ είναι μέσα, + η θύρα είναι ανοικτή, κ' οι δούλοι μεθυσμένοι + εμπαίζουν το καθήκον των με τα ροχαλητά των. + Εδόλωσα με βότανα το βραδυνόν πιοτόν των, + ώστ' η Ζωή κι' ο Θάνατος μαλλόνουν, και δεν 'ξεύρουν + αν ζουν ή αν απέθαναν! + +ΜΑΚΒΕΘ έσωθεν + Ποιος είναι! Ω! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι λέγει; + Φοβούμαι μη εξύπνησαν και τίποτε δεν γείνη! + Ω! είναι η εκτέλεσις ο φόβος, όχι η πράξις! + Άκουε!... Έτοιμα εκεί τα είχα τα μαχαίρια, + Αδύνατον να μη τα ιδή! — Μ' εφάνη 'σάν να βλέπω + εμπρός μου τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο, + αλλέως εγώ μόνη μου το έκαμνα!... Ο Μάκβεθ! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Τετέλεσται! — Δεν ήκουσες κανένα κρότον; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Μόνον + της κουκουβάγιας την φωνήν και την βοήν των γρύλλων. + Δεν ήσο συ που 'φώναξες; + +ΜΑΚΒΕΘ + Αι; Πότε; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τώρα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Τώρα; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Μάλιστα! Τώρα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Άκουσε, 'ς το πλάγι ποιος κοιμάται; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ο Δοναλβαίν. + +ΜΑΚΒΕΘ βλέπων τας χείρας του. + Ω θέαμα φρικτόν! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ανοησίαι, + να λέγης: θέαμα φρικτόν! + +ΜΑΚΒΕΘ + 'Σ τον ύπνον του ο ένας + εγέλασε, κι' ο δεύτερος εφώναξε «Σκοτόνουν» + κ' ένας τον άλλον 'ξύπνησε. Εστάθηκα ν' ακούσω, + κι' αφού επροσευχήθηκαν τους ξαναπήρε ο ύπνος. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Κοιμούντ' οι δύο των μαζί εκεί + +ΜΑΚΒΕΘ + Ο ένας είπε: + Βοήθειά μου ο Θεός! κ' είπε «Αμήν» ο άλλος, + ωσάν να μ' έβλεπαν μ' αυτά τα φονικά τα χέρια! + Τους ήκουα που 'τρόμαζαν, αλλά δεν ημπορούσα + να 'πώ «Αμήν», που έλεγαν «Θεέ, βοήθειά μας», + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Άφες τα τούτα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Διατί κ' εγώ δεν ημπορούσα + να το προφέρω το Αμήν; Είχα πολλήν ανάγκην + από την χάριν του Θεού, και όμως εκολνούσε + 'ς τον λάρυγγά μου το Αμήν! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Μη συλλογείσαι τόσον + αυτά τα πράγματα, ειδέ ίσως μας έλθη τρέλλα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Μ' εφάνη 'σάν να ήκουα μίαν φωνήν να κράζη: + «Ύπνον δεν έχεις 'ς το εξής! Εσκότωσε τον Ύπνον + ο Μάκβεθ, τον εσκότωσε τον Ύπνον τον αθώον, + αυτόν που το κουβάριασμα ξεπλέκει των φροντίδων, + τον θάνατον εις την ζωήν της κάθε μας ημέρας + λουτρόν του κόπου, βάλσαμον του νου του πονεμένου, + το άρτυμα της φύσεως, τον μέγαν τροφοδότην + 'ς του βίου το συμπόσιον (13).» + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι είν' αυτά που λέγεις; + +ΜΑΚΒΕΘ + «Δεν έχεις ύπνον 'ς το εξής», εβόυζε. « Τον Ύπνον + ο Γλάμης τον εσκότωσεν, ώστε δεν έχει πλέον + να κοιμηθή ο Καουδώρ, να κοιμηθή ο Μάκβεθ!» + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ποίος τα έκραξεν αυτά; — Αγαπητέ μου Θάνη, + λυγά και χαλαρόνεται η ανδρική καρδιά σου, + εάν αφίνης εις αυτά να χάνεται ο νους σου. + Πήγαιν' ευθύς, εύρε νερόν και ξέπλυνε αμέσως + από τα χέρια σου αυτόν τον μαύρον καταδότην. — + Τι μου τα έφερες εδώ τα δύο τα μαχαίρια; + Πρέπει εκεί 'ς το πλάγι του να μείνουν! Πήγαινέ τα + και άλειψε με αίματα τους κοιμισμένους δούλους! + +ΜΑΚΒΕΘ + Δεν 'πάγω! Το τι έκαμα, να το σκεφθώ και μόνον + με πιάνει τρόμος. Δεν τολμώ να το ιδώ και πάλιν! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Μικρόψυχε! Δος τα εδώ εμένα τα μαχαίρια! + Οι κοιμισμένοι κ' οι νεκροί είναι ωσάν εικόνες. + Τον διάβολον ζωγραφιστόν μόνον παιδιά τον τρέμουν. + Αν τρέχη αίμ' απ' την πληγήν, το πρόσωπον των δούλων + θα πασαλείψω, να φανούν ως ένοχοι εκείνοι. + + (Εξέρχεται. Ακούεται έξωθεν κρότος θύρας κρουομένης). + +ΜΑΚΒΕΘ + Ποιος να κτυπά; Τι έπαθα και με κατατρομάζει + κάθε βοή που ακουσθή; — Τι είν' αυτά τα χέρια; + Α! με στραβόνουν! Ημπορεί του Ποσειδώνος όλος + ο άπειρος Ωκεανός αυτό ποτέ το αίμα + να πλύνη απ' το χέρι μου; Όχι! Το χέρι τούτο + το πέλαγος τ' απέραντον θα καταπορφυρώση, + να κάμη κατακόκκινα τα γαλανά νερά του (14)! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ επιστρέφουσα. + Τα χέρια μου κοκκίνισαν 'σάν τα δικά σου· όμως + θα εντρεπόμην την καρδιάν αχνήν να έχω τόσον! + + (Κρούεται έξωθεν η θύρα). + + Κάποιος την θύραν μας κτυπά· ακούεις; — Έλα μέσα· + 'λίγο νερό την πράξιν μας αρκεί να την ξεπλύνη· + τόσον αρκεί! Τι έγεινε το παλαιόν σου θάρρος; + Άκουε! Εξακολουθεί ο κρότος εις την θύραν! + Το νυκτικόν σου φόρεσε, μη πρέπει να φανώμεν + κ' ιδούν πως δεν 'πλαγιάσαμεν. — Μη χάνεσαι εις σκέψεις! + +ΜΑΚΒΕΘ + Να 'ξεύρω το τι έκαμα! Ας ήτο να μη 'ξεύρω + την ύπαρξίν μου! + + (Κρούεται η θύρα). + + Κτύπα συ! Μη θέλης να 'ξυπνήσης + τον Δώγκαν με τον κρότον σου; Ω! Είθε να 'μπορούσες! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Γ' + + + + Εν τω αυτώ προδόμω. Κρούεται έξωθεν η θύρα. + (Εισέρχεται θυρωρός). + +ΘΥΡΩΡΟΣ + Να κτύπημα, αλήθεια κι' αλήθεια! Αν ήτο να κάμνη κανείς + τον θυρωρόν εις την κόλασιν, ησυχίαν δεν θα είχεν· όλο + θα εγύριζε το μάνδαλο. (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, κτύπα, + κτύπα! — Ποίος είν' εκεί, δι' όνομα του Βελζεβούλ! — Ίσως + είναι κανείς μυλωνάς, που εκρεμάσθηκε διότι περιμένει ευφορίαν + της γης. Καλώς ώρισες! Φέρε μαζή σου προσόψια πολλά· + θα έχης να ιδροκοπήσης εδώ δι' αυτό που έκαμες. (Εξακολουθεί + ο κρότος). Ποίος είν' εκεί, μα του άλλου διαβόλου το όνομα! + — Θα ήναι μα την πίστιν μου, κανείς διπρόσωπος, απ' εκείνους + οπού σου πέρνουν όρκον, ότι το άσπρο είναι μαύρο και + το μαύρο άσπρο, — κανείς άξιος να πωλήση και την ψυχήν + του διά την αγάπην του Θεού, και όμως δεν κατώρθωσε να + τον γελάση τον Θεόν διά να του ανοίξη την πύλην των Ουρανών. + Κόπιασε μέσα, διπρόσωπε! (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, + κτύπα, κτύπα! — Ποίος είναι; — Θα ήναι, μα την πίστιν + μου, κανείς ράπτης Άγγλος, κ' έρχεται εδώ διότι έκλεψε πανί + από βράκαν Γαλλικήν (15). Έλα, ράπτη, να πυρώσης εδώ το + σίδερό σου. (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, κτύπα! — Ησυχίαν δεν + με αφίνουν! — Ποίος είσαι του λόγου σου;... Όμως κάμνει + κρύον! Δεν είναι η κόλασις εδώ· εκεί κάμνει ζέστην. Λοιπόν, + δεν κάμνω κ' εγώ τον θυρωρόν του διαβόλου. — Μου είχεν έλθει + 'ς τον νουν ν' ανοίξω την θύραν του εις ένα από κάθε + συντεχνίαν, απ' εκείνους οπού πηγαίνουν εις το αιώνιον πυρ μέσα + από των ανθών τον δρόμον. (Εξακολουθεί ο κρότος). Να με, να με! + Έφθασα! Μη ξεχνάτε τον θυρωρόν, παρακαλώ. + + (Ανοίγει την θύραν. Εισέρχονται ο ΜΑΚΔΩΦ και ο ΛΕΝΟΞ). + +ΜΑΚΔΩΦ + Πάρα πολύ θα ήργησες, καλέ μου, να πλαγιάσης, + και δεν σου έκαμνε καρδιά το στρώμα σου ν' αφήσης. + +ΘΥΡΩΡΟΣ + Μα την πίστιν μου, Κύριε, το εδιασκεδάσαμεν ως που + έκραξεν ο πετεινός. + +ΜΑΚΔΩΦ + Κοιμάται ο αυθέντης σου; + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ). + + Ιδού, — ο θόρυβός μας + τον έκαμε κ' εξύπνησε. + +ΛΕΝΩΞ + Καλή ημέρα, Μάκβεθ! + +ΜΑΚΒΕΘ + Καλή σας 'μέρα κι' αγαθή, κ' οι δυο. + +ΜΑΚΔΩΦ + Καλέ μου Θάνη, + ακόμη δεν εξύπνησεν ο βασιλεύς; + +ΜΑΚΒΕΘ + Ακόμη. + +ΜΑΚΔΩΦ + Να τον ξυπνήσω 'πρόσταξε πρωί πρωί. Φοβούμαι + μην ήργησα. + +ΜΑΚΒΕΘ + Πλησίον του εγώ να σ' οδηγήσω, + +ΜΑΚΔΩΦ + Τον κόπον μ' ευχαρίστησιν θα λάβης, το γνωρίζω, + αλλ' όμως κόπος πάντοτε θα ήναι. + +ΜΑΚΒΕΘ + Όχι, όχι! + Οπόταν είν' ευχάριστος ο κόπος ξεκουράζει. + Ιδού, η θύρα είν' αυτή. + +ΜΑΚΔΩΦ + Θα έμβω μ' άδειάν σου. + Μου το διέταξε. + + (Εξέρχεται). + +ΛΕΝΩΞ + Λοιπόν ο βασιλεύς σκοπεύει + ν' αναχωρήση σήμερον; + +ΜΑΚΒΕΘ + Αυτός είν' ο σκοπός του. + +ΛΕΝΩΞ + Τι νύκτ' απόψε τρομερά! Εις το κατάλυμά μας + έρριξε κάτω ταις γωνίαις η βία του ανέμου! + Μου λέγουν ότ' ηκούσθησαν εις τον αέρα θρήνοι, + κραυγαί θανάτου φοβεραί, ωσάν να προμηνύουν + ελεεινήν καταστροφήν κι' ανήκουστα συμβάντα + 'ς την δυστυχή πατρίδα μας. Κ' η Γη, καθώς μου είπαν, + είχε κι' αυτή παροξυσμόν και έτρεμε! + +ΜΑΚΒΕΘ + Αλήθεια, + ήτο αγρία η νυκτιά! + +ΛΕΝΩΞ + Η νεαρά μου μνήμη + δεν ενθυμείται 'σάν αυτήν να ξαναείδε άλλην. + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ). + +ΜΑΚΔΩΦ + Ω! Φρίκη! Φρίκη! Να το 'πη δεν δύναται η γλώσσα, + να το χωρέση και ο νους δεν ημπορεί! + +ΜΑΚΒΕΘ και ΛΕΝΩΞ + Τι είναι; + +ΜΑΚΔΩΦ + Ο Άδης εξεπέρασε τα κατορθώματά του! + Με χέρια ιερόσυλα εχώθηκεν ο Φόνος + εις του Κυρίου τον ναόν και έκλεψ' από μέσα + του κτίσματος την ύπαρξιν (16)! + +ΜΑΚΒΕΘ + Τι ύπαρξιν; Τι λέγεις; + +ΛΕΝΩΞ + Τι εννοείς; Ο βασιλεύς;... + +ΜΑΚΔΩΦ + Ελάτε να ιδήτε, + ελάτε, νέα Μέδουσα το φως σας να τυφλώση! + Μη μου ζητήτε να τα 'πώ, πηγαίνετε, ιδέτε, + και έπειτα λαλήσετε. + + (Εξέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΛΕΝΩΞ) + + Ξυπνήστε! Σηκωθήτε! + Σημάνετε το σήμαντρον! Ω! Φόνος! Προδοσία! + Ξυπνήστε, Βάγκε, Δοναλβαίν και Μάλκολμ! Σηκωθήτε, + τινάξετ' απ' επάνω σας τον ήσυχον τον ύπνον, — + τον θάνατον τον ψεύτικον, — κ' ελάτ' εδώ να ιδήτε + τον θάνατον αληθινόν! Ξυπνήστε, σηκωθήτε + της τελευταίας Κρίσεως να ιδήτε την εικόνα! + Ελάτε! Μάλκολμ, Δοναλβαίν και Βάγκε! Σηκωθήτε, + ωσάν να εσηκόνεσθε μέσ' απ' τα σάβανά σας, + ωσάν νεκροφαντάσματα ελάτ', αυτήν την φρίκην + να την ιδούν τα 'μάτια σας! — Τα σήμαντρα κτυπάτε! + + (Κρούονται οι κώδωνες). + + (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ). + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι τρέχει, και το σήμαντρον με την φρικτήν κραυγήν του + μας κράζει απ' τον ύπνον μας όλους εδώ; Ομίλει. + ειπέ! + +ΜΑΚΔΩΦ + Καλή Κυρία μου, δεν είναι να τ' ακούσης + εκείνο πώχω να ειπώ· ο ήχος του σκοτόνει, + αν έμβη εις γυναικός αυτί. + + (Εισέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ). + +ΜΑΚΔΩΦ + Ω Βάγκε, Βάγκε, Βάγκε! + Τον Δώγκαν τον εσκότωσαν! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ω, συμφορά! ω, φρίκη! + Εδώ 'ς την στέγην μου! + +ΒΑΓΚΟΣ + Φρικτόν όπου και αν συνέβη! + 'Πέ ότι έσφαλες, Μακδώφ, 'πέ μου πως ήτο ψεύμα. + + (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΛΕΝΩΞ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Αν ήτο και απέθνησκα πριν τούτου μίαν ώραν, + θα έλεγα πως έζησα ζωήν ευτυχισμένην! + Τώρα εις τα εγκόσμια ουσίαν δεν ευρίσκω· + τα πάντα μάταια· νεκρά και η χαρά κ' η δόξα· + 'πάγει ο οίνος της ζωής — το καταπάτι μένει, + του πίθου μόνον καύχημα εις το εξής (17). + + (Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ) + +ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ + Τι τρέχει; + Ποιος εκακόπαθε; + +ΜΑΚΒΕΘ + Εσύ! Εσύ, και δεν το 'ξεύρεις. + Του αίματός σου η πηγή, η κεφαλή, η βρύσις, + εστείρευσεν! Εκόπηκε το ρεύμα της ζωής σου! + +ΜΑΚΔΩΦ + Τον Δώγκαν, τον πατέρα σου τον 'σκότωσαν! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ω! — Ποίος; + +ΜΑΚΔΩΦ + Οι φύλακές του, φαίνεται. Αιματωμένα ήσαν + τα πρόσωπα, τα χέρια των, καθώς και τα μαχαίρια + που ηύραμεν ασκούπιστα εις τα προσκέφαλά των. + Εφαίνοντο εμβρόντητοι και παραζαλισμένοι. + Σ' αυτούς ζωή δεν έπρεπε να πιστευθή ανθρώπου! + +ΜΑΚΒΕΘ + Και όμως μετενόησα πώς εις την έξαψίν μου + να τους φονεύσω και τους δυο! + +ΜΑΚΔΩΦ + Ω! Διατί, ω Μάκβεθ; + +ΜΑΚΒΕΘ + Ποιος δύνατ' έξω εαυτού και φρόνιμος να ήναι, + ήμερος κι' άγριος, — ψυχρός και αφωσιωμένος, + όλα 'ς τον ίδιον καιρόν; Κανείς! 'ς την έξαψίν μου + ο χαλινός του λογικού δεν μ' εκρατούσε πλέον. + Νεκρός εκεί ο βασιλεύς, με καταπλουμισμένο + το ασημένιο δέρμα του απ' το χρυσό του αίμα, + κ' αι ανοικταί του αι πληγαί μ' εφαίνοντο να ήσαν, + είσοδοι τόσαι της φθοράς, της φύσεως χαλάστραι! — + Κ' εκεί οι δολοφόνοι του, 'ς το χρώμα βουτημένοι + του φόνου, — τα μαχαίρια των αιματοτυλιγμένα... + Ποίος εκεί την δύναμιν να κρατηθή θα είχε, + καρδιάν αν είχε ν' αγαπά, κ' εις την καρδιάν την τόλμην + να δείξη την αγάπην του; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Βοήθεια! Ω! να φύγω (18)! + +ΜΑΚΔΩΦ + Λιγοθυμά, ιδέτε την! + +ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ κατ' ιδίαν προς τον ΜΑΛΚΟΛΜ + Την γλώσσαν τι κρατούμεν, + ενώ προ πάντων εις ημάς εδώ ανήκει λόγος; + +ΜΑΛΚΟΛΜ κατ' ιδίαν, + Εδώ τι λόγος ωφελεί, που μας παραμονεύει + κρυμμένη μέσ' 'ς την τρύπαν της η Μοίρα η κακή μας, + και να χυθή επάνω μας ζητεί, να μας αρπάξη; + Να φύγωμεν! Δεν 'μέστωσε το δάκρυ μας ακόμη! + +ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ κατ' ιδίαν + Κι' ακόμη δεν εξύπνησεν ο πόνος της ψυχής μας! + +ΒΑΓΚΟΣ + Την Λαίδην βοηθήσετε! + + (Η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ φέρεται έξω της σκηνής). + + Κ' ημείς, τα σώματά μας + αφού τα προφυλάξωμεν απ' την γυμνότητά των, + εδώ ενταμονόμεθα να κάμωμεν ερεύνας, + αυτό να εξετάσωμεν το φρικαλέον πράγμα. + Τώρα τον νουν μας δισταγμοί και φόβοι τον κλονίζουν. + Αλλά εδώ, εις τον Θεόν ενώπιον, ομνύω + να πολεμήσω τους κρυφούς σκοπούς της προδοσίας! + +ΜΑΚΔΩΦ + Κι εγώ τ' ομνύω! + +ΠΑΝΤΕΣ + Όλοι μας! + +ΜΑΚΒΕΘ + Πηγαίνωμεν αμέσως + την ανδρικήν να βάλωμεν στολήν μας, και κατόπιν + εδώ ενταμονόμεθα όλοι μαζί. + +ΠΑΝΤΕΣ + Προθύμως. + + (Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΜΑΛΚΟΛΜ και του ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ) + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Συ τι σκοπεύεις; Απ' αυτούς ν' απέχωμεν προκρίνω. + 'Σ τον άπιστον είν' εύκολον να προσποιήται λύπην. + Εις την Αγγλίαν 'πάγω 'γώ. + +ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ + Κ' εγώ 'ς την Ιρλανδίαν. + Ασφαλεστέρα χωριστά η τύχη καθενός μας. + Εδώ μαχαίρια κρύπτονται 'ς τα χαμογέλοια μέσα· + τα δε συγγενικώτερα βαθύτερα πληγόνουν. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Το βέλος 'ς το σημάδι του δεν έπεσεν ακόμη· + — καλόν να τ' αποφύγωμεν, εμπρός του μη μας εύρη! — + Εις τ' άλογα! Χαιρετισμοί κ' ευγένειαι ας λείψουν· + ωσάν τους κλέπτας φεύγωμεν. Κλοπή συγχωρημένη + κανείς να κλέπτετ' απ' εκεί, όπου ελπίς δεν μένει. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Δ΄ + + + + Έξωθεν του μεγάρου του ΜΑΚΒΕΘ. + (Εισέρχονται ο ΡΩΣ και είς ΓΕΡΩΝ). + +ΓΕΡΩΝ + Θυμούμαι όσα έγειναν προ εβδομήντα χρόνων, + κ' εις όλον το διάστημα της μακρινής μου πείρας + είδα και ώραις φοβεραίς κι' αλλόκοτα συμβάντα· + αλλ' η φρικτή αυτή νυκτιά 'ξεπέρασε τα πάντα! + +ΡΩΣ + Καλέ μου γέρε κι' αγαθέ, ο Ουρανός, ιδέ τον, + ωσάν να τον ετάραξαν τα έργα του ανθρώπου, + το σκήνωμά του απειλεί το αιματοβαμμένον. + Να λάμπη τώρα έπρεπε φως της ημέρας, κι' όμως + σβύνει το σκότος της νυκτός τον ταξειδιάρην λύχνον. + Η 'μέρα μην εντρέπεται; ή θριαμβεύει η Νύκτα, + κι' αντί ν' ασπάζεται την γην το φως το ζωογόνον, + το πρόσωπόν του έκρυψε 'ς τα σάβανα του σκότους; + +ΓΕΡΩΝ + Και τούτο είν' αφύσικον, κ' επίσης παρά φύσιν + το έγκλημα που έγεινε. — Την περασμένην Τρίτην + εκεί που υπερήφανα 'πετούσ' ένα ιεράκι + μια κουκουβάγια τάρπαξε και τόκαμε κομμάτια! + +ΡΩΣ + Κι' αυτά του Δώγκαν τ' άλογα, — παράδοξον και όμως + αληθινόν, — ζώα λαμπρά, το άνθος των αλόγων, + αγρίευσαν, και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν + κ' εχύθηκαν ακράτητα κ' επαναστατημένα, + 'σάν νάθελαν τον πόλεμον να κάμουν 'ς τους ανθρώπους! + +ΓΕΡΩΝ + Το ένα τ' άλλο έφαγε, μου είπαν. + +ΡΩΣ + Είν' αλήθεια! + Το είδα με τα μάτια μου και μ' έπιασε τρομάρα! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ) + +ΡΩΣ + Να κι' ο Μακδώφ! — Αι, φίλε μου, ο κόσμος πώς τα 'πάγει; + +ΜΑΚΔΩΦ + Και δεν τον βλέπεις; + +ΡΩΣ + Τους φονείς τους ηύραν τίνες είναι; + +ΜΑΚΔΩΦ + Εκείνοι που εφόνευσεν ο Μάκβεθ! + +ΡΩΣ + Ω Θεέ μου! + Και τι καλόν επρόσμεναν; + +ΜΑΚΔΩΦ + Άλλοι τους είχαν βάλλει. — + Του βασιλέως τα παιδιά, ο Δοναλβαίν κι' ο Μάλκολμ, + κρυφά κ' οι δύο έφυγαν, ώστ' είναι υποψία + ότ' είν' εκείνοι ένοχοι. + +ΡΩΣ + Και τούτο παρά φύσιν! + Φιλοδοξί' απρόβλεπτη, την μέλλουσαν τροφήν σου + την κατατρώγεις μόνη σου! — Και βασιλεύς θα γείνη + ο Μάκβεθ ίσως; + +ΜΑΚΔΩΦ + Έγεινε, και εις το Σκων επήγε + διά την στέψιν. + +ΡΩΣ + Κι' ο νεκρός τι έγεινε του Δώγκαν; + +ΜΑΚΔΩΦ + Στ' αγιασμένα χώματα κ' εκείνον τον επήγαν + εκεί που μένουν τα οστά των πρώην βασιλέων. + +ΡΩΣ + Και συ πηγαίνεις εις το Σκων; + +ΜΑΚΔΩΦ + Όχι, εξάδελφέ μου. + Διά το Φάιφ ξεκινώ. + +ΡΩΣ + Εγώ 'ς το Σκων θα 'πάγω. + +ΜΑΚΔΩΦ + Είθε να έβγουν εις καλόν όσα εκεί θα γείνουν! + Υγίαινε, και άμποτε να στρώση 'ς τα κορμιά μας + καλλίτερ' απ' την πρώτην μας η νέα φορεσιά μας. + +ΡΩΣ + Ώρα καλή, πατέρα μου! + +ΓΕΡΩΝ + Νάν' ο Θεός μαζί σου, + και μ' όποιον 'ξεύρει το κακόν εις αγαθόν να τρέψη + και τον εχθρόν του δύναται εις φίλον του να στρέψη. + + (Εξέρχονται) + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ + + + +ΣΚΗΝΗ Α' + + + + Εν τω βασιλικώ ανακτόρω εις Φόρες. + (Εισέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ). + +ΒΑΓΚΟΣ + Ιδού, τα έχεις: Βασιλεύς και Καουδώρ και Γλάμης, + τα πάντα όσα έταξαν αι τρεις των. Και φοβούμαι + ότι το παν επρόδωκες διά να τ' αποκτήσης! + Αλλ' είπαν δεν θα τα χαρή αυτά η γενεά σου, + κ' εγώ θα γείνω κεφαλή και ρίζα βασιλέων. + Εάν από το στόμα των εξέρχεται αλήθεια, — + καθώς σου το απέδειξαν τα λόγια των, ω Μάκβεθ, — + εάν αι προφητείαι των αλήθευσαν 'ς εσένα, + και εις εμένα διατί να μην επαληθεύσουν; + Και διατί καθώς εσύ κ' εγώ να μην ελπίζω; + Αλλ' όμως σιωπή! + + Σάλπιγγες. Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ ως βασιλεύς, η Λαίδη + ΜΑΚΒΕΘ ως βασίλισσα, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ, + Άρχοντες, αρχόντισσαι και συνοδία. + +ΜΑΚΒΕΘ + Ιδού ο πρώτιστός μας φίλος! + + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Αν έλειπε, μέγα κενόν θα είχε η εορτή μας, + ωσάν να έλειπε το παν! + +ΜΑΚΒΕΘ + Θα έχωμεν απόψε + συμπόσιον επίσημον. Παρακαλώ να έλθης. + +ΒΑΓΚΟΣ + Σ' τους ορισμούς σου! Μ' έχεις δε εις τα προστάγματά σου + δεμένον μ' άλυτα δεσμά. + +ΜΑΚΒΕΘ + Σκοπεύεις να ιππεύσης; + +ΒΑΓΚΟΣ + Μάλιστα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Ήθελα πολύ την γνώμην σου εις κάτι. + Την ηύρα πάντοτε σωστήν και γνωστικήν. Αλλ' όμως + δεν είναι βία· αύριον ζητώ να μου την δώσης. — + Κι' ως πού πηγαίνεις; + +ΒΑΓΚΟΣ + Ως εκεί που να περάση η ώρα + έως το δείπνον. Αλλ' εάν δεν τρέχη τ' άλογόν μου, + τότε μιαν ώραν ή και δυο θα κλέψω απ' την νύκτα. + +ΜΑΚΒΕΘ + Μη λείψης 'ς το συμπόσιον. + +ΒΑΓΚΟΣ + Βεβαίως δεν θα λείψω. + +ΜΑΚΒΕΘ + Μανθάνω ότι έφυγαν οι δυο εξάδελφοί μου, + 'ς την Ιρλανδία ο ένας των, ο άλλος 'ς την Αγγλίαν, + κι' αντί την αμαρτίαν των να εξομολογήσουν, + άλλα των άλλων φλυαρούν εις όσους τους ακούουν! + Αλλ' αύριον τα λέγομεν. Θα έχωμεν συγχρόνως + και άλλα να κυττάξωμεν συμφέροντα του Κράτους. + Πήγαινε τώρα, και καλήν επιστροφήν το βράδυ! + Μαζί σου τώρα και ο Φληνς θα έλθη; + +ΒΑΓΚΟΣ + Ναι, θα έλθη. + Καιρός να φεύγωμεν + +ΜΑΚΒΕΘ + Γοργά να είναι τ' άλογά σας + και ασφαλή τα πόδια των. Η ώρα η καλή σας! + + (Εξέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ) + + Ως τας επτά καθένας σας ας κάμη ό,τι θέλει. + Διά να μ' είν' η συντροφιά ακόμη γλυκυτέρα, + κι' εγώ σκοπεύω μόνος μου να μείνω ως το βράδυ. + Λοιπόν, μαζί σας ο Θεός! + + (Εξέρχονται πάντες πλην του ΜΑΚΒΕΘ και ενός υπηρέτου). + +ΜΑΚΒΕΘ + Εσύ, — εσένα λέγω· + ακόμη δεν εφάνησαν οι άνθρωποι εκείνοι; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + 'Σ του παλατιού, αυθέντα μου, την θύραν περιμένουν. + +ΜΑΚΒΕΘ + Πήγαινε, φέρε τους εδώ. + + (Εξέρχεται ο υπηρέτης) + + Να είμ' αυτό που είμαι + δεν είναι τίποτε, — εκτός και ασφαλής αν ήμαι! + Ο φόβος μ' εκυρίευσε του Βάγκου. Έχει κάτι + βασιλικόν επάνω του, που προκαλεί τον φόβον. + Τα πάντα είναι άξιος αυτός να τα τολμήση, + κ' εις την ακαταδάμαστην ανδρείαν της ψυχής του + υπάρχει και η φρόνησις, που οδηγεί το χέρι + πού να κτυπήση ασφαλώς. Μόνον αυτόν φοβούμαι, + μόνον αυτόν! — Ο δαίμων του εμένα μ' αμαυρόνει + καθώς και τον Αντώνιον του Καίσαρος ο δαίμων (19)! + οπόταν μ' εχαιρέτισαν αι τρεις ως βασιλέα + εθύμωσε, κ' εζήτησε κι' αυτόν να του λαλήσουν· + κ' εκείναι τον 'προφήτευσαν πατέρα βασιλέων, + Διάδημα μου έβαλαν 'ς την κεφαλήν μου στείρον, — + άκαρπον σκήπτρον να κρατώ μου έδωκαν 'ς το χέρι, + διά να μου αφαιρεθή κατόπιν από ξένους, + χωρίς να έχω τέκνον μου εγώ διάδοχόν μου! + Λοιπόν, προς χάριν της σποράς του Βάγκου, την ψυχήν μου + εγώ την εκηλίδωσα, κ' εσκότωσα τον Δώγκαν, + κ' εγέμισα τον κάλυκα της συνειδήσεώς μου + φαρμάκια; 'ς τον αντίπαλον του ανθρωπίνου γένους + παρέδωκα τ' αθάνατον εγώ κειμήλιόν μου, + διά να γείνουν βασιλείς μετέπειτα εκείνοι; + Οι υιοί του Βάγκου βασιλείς! Παρά να γείνη τούτο, + έλα ω Τύχη, πρόβαλε καλλίτερα εμπρός μου, + να πολεμήσωμεν μαζί, όσον ζωή μου μένει!... + Ποιος είν' εκεί; + + (Εισέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ακολουθούμενος υπό δύο ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Πήγαινε συ· περίμενε 'ς την θύραν + ως που να κράξω. + + (Εξέρχεται ο υπηρέτης) + + Χθες με σας δεν ήτο που τα είπα; + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Μάλιστ', αυθέντα μου. + +ΜΑΚΒΕΘ + Λοιπόν, 'σκεφθήκετ' όσα είπα; + Εκείνος σας κατέτρεξε τα περασμένα χρόνια, + εκείνος, να το 'ξεύρετε· όχι εγώ ποτέ μου, + καθώς το ενομίζετε! Εγώ είμαι αθώος! + Αυτό σας το απέδειξα· φως φανερόν σας είπα + το ποιος και πώς σας έπαιξε, τι μέσα, τι απάτην· + τα πάντα σας εξήγησα εις τρόπον που καθένας + όσον κι' αν έχη 'λίγον νουν, 'μισήν ψυχήν κι' αν έχη + να 'πή: Αυτά τα έκαμεν ο Βάγκος! + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Μας τα είπες. + +ΜΑΚΒΕΘ + Επήγα και μακρύτερα. Και δι' αυτόν τον λόγον + σας ξαναέφερα εδώ. — Ειπέτε μου να 'ξεύρω: + τόσον μεγάλη υπομονή σας κυριεύει, ώστε, + να παραβλέψετε αυτό, ή μη κ' οι δύο είσθε + τόσον καλοί Χριστιανοί ώστε 'ς την προσευχήν σας + παρακαλείτε δι' αυτόν και διά τα παιδιά του, + αυτόν τον καλόν άνθρωπον, που ήνοιξε τον τάφον + και έφερε την ζητανιά εις 'σας και τους 'δικούς σας; + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Αυθέντα, άνδρες είμεθα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Ω ναι· 'ς τους καταλόγους + ως άνδρες λογαριάζεσθε, καθώς κ' οι σκύλοι όλοι, — + αυλόσκυλοι, μανδρόσκυλοι, λαγωνικά, ζαγάρια, + θαλασσινοί, μισόλυκοι, μικρά σκυλάκια, μούργοι, + όλοι των σκύλοι λέγονται. Αλλά τους ξεχωρίζει + καθένα η αξία του· γοργός ο ένας είναι, + αργός ο άλλος, κυνηγός, πιστός, ανοικτομμάτης, + καθείς κατά το χάρισμα πού έχει απ' την φύσιν· + ώστε προσθήκην ο καθείς ξεχωριστήν λαμβάνει + 'ς την γενικήν καταγραφήν, όπου με μίαν λέξιν + όλους τους έγραψαν μαζί. Το ίδιον κ' οι άνδρες. — + Λοιπόν και σεις, απ' τον σωρόν αν σας χωρίζη κάτι, + εάν 'ς την ανθρωπότητα οι έσχατοι δεν είσθε, + ειπήτε μου το· — τότ' εγώ θα σας ξεμυστερεύσω + πράγμα, που αν εκτελεσθή, θα φάγη τον εχθρόν σας, + και σας εις την καρδίαν μου θα σας αλυσσοδέση + κ' εις την αγάπην μου, — εμού, που η ζωή του είναι + αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του (20)! + +Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Είμ' άνθρωπος, αυθέντα μου, αγριωμένος τόσον + από του κόσμου τ' άδικα κι' απ' την καταδρομήν του, + ώστε τα πάντα τ' αψηφώ 'ς το πείσμα του! + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Κ'εμένα + η συμφορά μ' απέκαμε, μ' έδειρ' η Τύχη τόσον, + που δεν το έχω τίποτε να παίξω την ζωήν μου, + και ή την ξεφορτώνομαι ή την καλλιτερεύω. + +ΜΑΚΒΕΘ + Κ' οι δύο το γνωρίζετε: εχθρός σας είν' ο Βάγκος! + +ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ + Εχθρός μας είν', αυθέντα μου! + +ΜΑΚΒΕΘ + Κ' εχθρός 'δικός μου είναι! + Τόσον εχθρός, που όσον ζη και όσον αναπνέει, + κάθε στιγμή του μαχαιριά 'ς τα σωθικά μου είναι! + Από το πρόσωπον της γης 'μπορούσα να τον 'βγάλω + 'ς το φανερόν, και νόμος μου να ήν' η θέλησίς μου. + Πλην δεν συμφέρει, επειδή κάποιοι 'δικοί του φίλοι, + είναι και φίλοι μου. Λοιπόν διά να μη τους χάσω. + θα φαίνωμ' ότι τον θρηνώ, ενώ τον καταστρέφω. + Ιδού ο λόγος διατί ζητώ την συνδρομήν σας, + ώστε το πράγμα να κρυφθή απ' των πολλών τα 'μάτια, + διά πολλάς και σοβαράς αιτίας. + +Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Ό,τι θέλεις, + αυθέντα, θα το κάμωμεν! + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Και αν με την ζωήν μας... + +ΜΑΚΒΕΘ + Λάμπει η καρδιά 'ς τα 'μάτια σας! Μια ώρα πριν περάση + θα σας ειπώ πού έχετε να κάμετε καρτέρι, + ποιαν ώραν να διαλέξετε, ποίαν στιγμήν, — τα πάντα! + Το πράγμα πρέπει άφευκτα την νύκτ' αυτήν να γείνη, + κάπως μακράν από εδώ· διότι, μη ξεχνάτε + οτ' είν' ανάγκη να φανώ αθώος. Και μαζί του, — + μη μείνη εις το έργον μας ή ρόζος ή σχισμάδα, — + πρέπει συγχρόνως και ο Φληνς, που θα τον συνοδεύη, + μαζί με τον πατέρα του να έβγη απ' την μέση! + Συγχρόνως ναύρη και αυτόν η Μοίρα η κακή του! + Λοιπόν, αποφασίσετε. — Πηγαίνω κ' επιστρέφω. + +ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ + Αυθέντα, την απόφασιν την έχομεν παρμένην. + +ΜΑΚΒΕΘ + Μέσα πηγαίνετε, κ' ευθύς θα έλθω να σας εύρω. + + (Εξέρχονται οι Δολοφόνοι) + + Τετέλεσται! 'ς τους ουρανούς, ω Βάγκε, αν θ' αναίβης, + νάχης απόψε 'ς τα εκεί τον δρόμον να γυρεύης! + + + + +ΣΚΗΝΗ Β' + + + + Εν τω μεγάρω. + (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ και υπηρέτης)· + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Έφυγ' ο Βάγκος; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Ναι, αλλά το βράδυ επιστρέφει. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Σ' τον βασιλέα πήγαινε κ' εκ μέρους μου ειπέ του + ότ' ήθελα, αν ευκαιρή, να του ειπώ δυο λόγια. + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Αμέσως. (Εξέρχεται). + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Κέρδος μάταιον, ωφέλεια χαμένη, + να έχη τις ό,τι ποθεί, κι' ανήσυχος να μένη. + Καλλίτερα να ήμ' εγώ εκείνος οπού 'πάγει, + παρά να τον κατέστρεψα κ' η λύπη να με φάγη! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ) + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι γίνεσαι, αυθέντα μου; Κατάμονος τι μένεις, + με συντροφιάν τα θλιβερά φαντάσματά σου μόνον; + Τι τρέφεσαι με στοχασμούς, που έπρεπε να ήσαν + μ' αυτούς που συλλογίζεσαι μαζί κι' αυτοί θαμμένοι; + Όσα δεν έχουν ιατρικόν, να λησμονούνται πρέπει! + Το ό,τι έγειν', έγεινε! + +ΜΑΚΒΕΘ + Εκόψαμεν το φίδι + αλλά δεν το 'σκοτώσαμεν. Θα ιατρευθή η πληγή του, + θα στυλωθή, κι' ο κίνδυνος και πάλιν του 'δοντιού του + τον δόλον μας τον μάταιον θα ξαναφοβερίζη. + Αλλά το σύμπαν ας χαθή, οι κόσμοι ας χαλάσουν, + παρά να κρυφοτρώγωμεν με φόβους το ψωμί μας, + κι' ο ύπνος να μας έρχεται την νύκτα, ταραγμένος + απ' τ' άγρια ονείρατα που μας τρομάζουν! Όχι! + Καλλίτερα να ήμεθα με τους αποθαμένους, — + μ' εκείνους που εστείλαμεν 'ς του τάφου την ειρήνην + διά να ζήσωμεν ημείς τον βίον εν ειρήνη, — + παρά τον νουν μας βάσανα αιώνια να τρώγουν + Ο Δώγκαν αναπαύεται 'ς το μνήμα του. Κοιμάται· + του βίου τον παροξυσμόν τον 'γλύττωσεν εκείνος· + η προδοσία έκαμε ό,τι είχε να του 'κάμη. + Εκεί που είναι, μάχαιρα, φαρμάκι δεν τον φθάνει, + ούτε ο δόλος συγγενών, ούτε η έχθρα ξένων· + τίποτ' εκεί να φοβηθή αυτός δεν έχει! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Έλα, + αυτά τ' αγριωμένα σου τα μάτια πράυνέ τα· + 'ς το δείπνον κύτταξ' εύθυμος και ζωηρός να ήσαι. + +ΜΑΚΒΕΘ + Θα ήμ', αγάπη μου. Και συ προσπάθησε να ήσαι. + Να έχης δε κατ' εξοχήν τον νουν σου εις τον Βάγκον. + Σ' το 'μάτι σου, 'ς την γλώσσαν σου εκείνος να πρωτεύη. + Ο κίνδυνος δεν έλειψεν, ενόσω είν' ανάγκη + να πλύνωμεν την δόξαν μας εις τα νερά του δόλου + και πάντοτε να έχωμεν κ' οι δυο το πρόσωπόν μας + ως προσωπίδα της καρδιάς, διά να μας την κρύπτη. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Άφες τ' αυτά! + +ΜΑΚΒΕΘ + Ω! την ψυχήν έχω σκορπιούς γεμάτην! + Κι ο Βάγκος και το τέκνον του ακόμη ζουν, το 'ξεύρεις; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν! + +ΜΑΚΒΕΘ + Τα πάντα δεν εχάθηκαν. Αθάνατοι δεν είναι. + Λοιπόν και συ κάμε καρδιά. Απόψε, πριν αρχίση + μέσ' 'ς ταις καμάραις να πετά τυφλά η νυκτερίδα, + πριν κράξη τον ασκάθαρον η σκοτεινή Εκάτη + το νυσταγμένον σήμαντρον της Νύκτας να βοΰση, + πράγμα φρικτόν και φοβερόν θα γείνη! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Τι θα γείνη; + +ΜΑΚΒΕΘ + Αγάπη μου, καλλίτερα εσύ να μη το 'ξεύρης, + ως που να έχης να χαρής αφού θα γείνη! — Έλα, + έλα ω Νύκτα σκοτεινή, τον πέπλον σου να ρίξης + 'ς τα 'μάτια τα ευαίσθητα της αγαθής Ημέρας! + Ω έλα με αόρατον αιματωμένον χέρι + να σχίσης το συμβόλαιον, κομμάτια να το κάμης + το μέγα το συμβόλαιον που με κερόνει εμένα (21)! + Πήζει το φως, ο κόρακας παίρνει το πέταγμά του + 'ς το δάσος του. Τα πλάσματα τ' αθώα της Ημέρας + αρχίζουν να κουρνιάζονται να γλυκοησυχάσουν, + ενώ τα μαύρα εξυπνούν δαιμόνια του σκότους + 'ς το άρπαγμά των να χυθούν! — Θαυμάζεις μ' όσα λέγω; + Ησύχασε, ησύχασε! Ό,τι και αν αρχίση + με το κακόν να σπείρεται, με το κακόν θ' αυξήση! — + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Γ' + + + + Δάσος παρά τα ανάκτορα. + (Εισέρχονται τρεις ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ) + +Α’ Δολοφόνος + Ποιος να μας κάμης συντροφιά σ' έστειλ' εδώ; + +Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Ο Μάκβεθ (22). + +Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Τι τον υποπτευόμεθα αφού σωστά τα λέγει, + ποιοι είμεθα, τι έχομεν να κάμωμεν, τα πάντα + καθώς μας τα παρήγγειλαν; + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Μείνε λοιπόν μαζί μας. — + Το φως ακόμη πού και πού την δύσιν χαρακόνει. + Τώρα 'ς τον δρόμο τ' άλογο κεντά ο ταξειδιώτης + να φθάση γρήγορα εκεί όπου θα ξενυκτίση. + Όπου κι' αν ήναι θα φανή κι' αυτός που καρτερούμεν. + +Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Ακούω ποδοβολητόν. + +ΒΑΓΚΟΣ έσωθεν. + Φέξετ' εδώ! Πού είσθε; + +Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Εκείνος είναι βέβαια! Οι άλλοι ήλθαν όλοι! + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Τα άλογα του έφυγαν! + +Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Συνήθειά του είναι. + Πεζός πηγαίνει απ' εδώ 'ς του παλατιού την θύραν. + +Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Έρχονται φώτα! + +Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Είν' αυτός! + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Επάνω του κ' οι τρεις μας! + + (Εισέρχονται ο ΒΑΓΚΟΣ, και ο ΦΛΗΝΣ κρατών δαυλόν.) + +ΒΑΓΚΟΣ + Ωσάν να φαίνετ' ο καιρός προς την βροχήν. + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Ας βρέξη! + + (Επιπίπτουσι κατ' αυτού οι δολοφόνοι). + +ΒΑΓΚΟΣ + Ω! προδοσία! Φύγε, Φληνς! Ω, φύγε, φύγε, φύγε! + Ίσως εσύ μ' εκδικηθής! Ω! φύγε! — Ω προδότη! + + (Αποθνήσκει. Ο ΦΛΗΝΣ φεύγει.) + +Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Τα φώτα ποιος τα έσβυσε; + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Δεν έπρεπε να σβύσουν; + +Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Ο ένας μόνον έπεσε. Μας έφυγε ο υιός του (23). + +Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα. + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Εκείνο τώρα πώγεινε ας' πάμε να το πούμε. + + (Εξέρχονται). + + + + +ΣΚΗΝΗ Δ' + + + + Συμπόσιον εν τοις ανακτόροις. + (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ, ο ΡΩΣ, ο ΛΑΙΝΩΞ, ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ + και υπηρέται). + +ΜΑΚΒΕΘ + Λάβετε θέσιν. Ο καθείς γνωρίζει τον βαθμόν του. + Καλώς ωρίσετ' όλοι σας, κι' ο έσχατος κι' ο πρώτος! + +ΠΑΝΤΕΣ + Ευχαριστούμεν, βασιλεύ. + +ΜΑΚΒΕΘ + Θα μείνω μεταξύ σας, + ωσάν να ήμαι ταπεινός κ' εγώ προσκεκλημένος, + και όλους η βασίλισσα ας μας φιλοξενήση, + και το &καλώς μας ήλθετε& ας το ειπή εκείνη. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ειπέ το συ εκ μέρους μου εις τους καλούς μας φίλους. + Το λέγει 'ς όλους των μαζί εμένα η καρδιά μου. + + (Ο Α' ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ εμφανίζεται επί της θύρας). + +ΜΑΚΒΕΘ + Ιδέ, κι' αυτοί με την καρδιάν ευχαριστώ σου λέγουν. + Καθίσετ' όλοι σας. Εδώ 'ς την μέσην θα καθίσω, + Χαρήτε, ξεφαντώσετε. — Τώρα ευθύς θα έλθω + να πιω εις την υγείαν σας. (Βαδίζει προς την θύραν). + Γεμάτο αίμα είνε + το πρόσωπόν σου, άνθρωπε! + +ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Είναι του Βάγκου αίμα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Καλλίτερα επάνω σου ή μέσα 'ς το κορμί του! + Τον εξεκάμετε; + +ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Εγώ έκοψα τον λαιμό του! + +ΜΑΚΒΕΘ + Α! λαιμοκόπος το λοιπόν κανείς καλλίτερός σου! + καλός κ' εκείνος που του Φληνς του έκαμε τα ίδια. + Αν συ το έκαμες κι' αυτό, τότε δεν έχεις ταίρι! + +ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Ο Φληνς, αυθέντα, 'ξέφυγε! + +ΜΑΚΒΕΘ (καθ' εαυτόν) + Τότε λοιπόν και πάλιν + άρρωστος είμαι! Ειδεμή εξαίρετα θα ήμουν (24), + 'σάν μάρμαρον ακέραιος και στερεός 'σάν βράχος, + 'σάν τον αέρα ελαφρός ολόγυρά μου! Τώρα + είμαι σφιγμένος, δέσμιος, κλεισμένος, πλακωμένος, + δεμένος χειροπόδαρα με φόβους κ' υποψίας! — + Αλλά, είπε μου, έχομεν τουλάχιστον τον Βάγκον; + +ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Τον έχομεν, αυθέντα μου, 'ς ένα χανδάκι μέσα, + με είκοσι ορθάνοικταις πληγαίς 'ς την κεφαλήν του, + Από αυταίς του έφθανε και μια! + +ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν + Καλόν και τούτο! + Το μέγα φίδι έλειψε. Εσώθη το σκουλήκι + και έχει μέσα του ζωήν ως που να έλθ' η ώρα + να χύση το φαρμάκι του· τώρα δεν έχει 'δόντια! + Φύγε! Σε βλέπω αύριον. + + (Εξέρχεται ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ)· + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Πώς δεν μας ζωηραίνεις, + αυθέντα; Το συμπόσιον δεν έχει πλέον χάριν + εάν ενόσω γίνεται, κανείς δεν συχνοβλέπη + ότι φιλεύει με χαράν εκείνος που φιλεύει. + Αν ήναι μόνον το φαγί, τρώγει κανείς και μόνος· + του φαγητού καρύκευμα είν' η φιλοφροσύνη· — + χωρίς αυτήν η συντροφιά δεν έχει νοστιμάδα. + +ΜΑΚΒΕΘ + Εσύ γλυκέ μου σύμβουλε! — Λοιπόν, 'ς την όρεξίν σας + εύχομαι χώνευσιν καλήν, και εις τα δύο υγείαν! + +ΛΕΝΩΞ + Δεν κάθεσαι, αυθέντα μου; + + (Εισέρχεται η σκιά του ΒΑΓΚΟΥ και κάθηται εις την θέσιν του ΜΑΚΒΕΘ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Η στέγη μας απόψε + δόξαν θα εσκέπαζεν αυτού του τόπου όλην, + εάν εδώ ήτο παρών κι' ο Βάγκος μας. — Αλλ' όμως + καλλίτερα να έπταισε και μάλλωμα ν' αξίζη, + παρά να εκακόπαθε ώστε να αξίζη λύπην. + +ΡΩΣ + Τον εαυτόν του αδικεί αν έλειψε να έλθη. + Δεν κάθεσαι, αυθέντα μου, και συ, να μας τιμήσης; + +ΜΑΚΒΕΘ + Είναι γεμάτη η τράπεζα. + +ΛΕΝΩΞ + Ιδού εδώ μια θέσις. + +ΜΑΚΒΕΘ + Πού; + +ΛΕΝΩΞ + Να, εδώ. — Τι έπαθες και είσαι ταραγμένος; + +ΜΑΚΒΕΘ + Ποιος από σας τόκαμ' αυτό; + +ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΔΙΑΦΟΡΟΙ + Τι πράγμα, ω αυθέντα; + +ΜΑΚΒΕΘ προς το φάσμα. + Δεν ημπορείς να μου ειπής ότι εγώ σου πταίω!.., + Μη τα μαλλιά σου μου κινής τα αιματοβαμμένα! + +ΡΩΣ + Δεν είναι, άρχοντες, καλά ο Μάκβεθ! Σηκωθήτε! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Καθήσετε, ω άρχοντες. Αυτά συχνά τα έχει, + και από νέος μάλιστα! Κανείς σας μη σαλεύση! + Είναι το πράγμα της στιγμής! Θα του περάση τώρα. + Ανίσως τον προσέχετε και τον παρατηρείτε + θα πειραχθή, και το κακόν χειρότερον θα γείνη! + Αφήτε τον και τρώγετε, ω φίλοι. — + (Πλησιάζουσα προς τον Μάκβεθ) Άνδρας είσαι; + +ΜΑΚΔΩΦ + Ναι! Κ' είμαι άνδρας τολμηρός, αφού τολμώ και βλέπω + εκείνο που θα 'τρόμαζε κι' ο Σατανάς να βλέπη! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ανοησίαι! Πλάσματα του φόβου σου είν' όλα! + Και τούτο σαν την μάχαιραν θα ήναι 'ς τον αέρα, + που έλεγες πως σ' έδειχνε τον δρόμον προς τον Δώγκαν! + Αυτά τα σπαρταρίσματα και τα ξιππάσματά σου, + αυτά τ' αναγελάσματα του φόβου, άφησέ τα + κι όταν, χειμωνιάτικα κοντά εις την φωτιά της, + ακούεις μια γερόντισσα να λέγη παραμύθια + που τάμαθ' απ' την νόννα της! Αλήθεια εντροπή σου! — + Τι χάσκεις; Τι; Είναι σκαμνί αυτό εκεί που βλέπεις! + +ΜΑΚΒΕΘ + Δεν βλέπεις; Να! Κύτταξ' εκεί! Ιδέ τον! — + + (προς το φάσμα) + + Τι μου λέγεις; + Α! Δεν με μέλει! Λάλησε, αφού 'μπορείς και νεύεις. + Αν ήναι και οι τάφοι μας και τα νεκροταφεία + να στέλνουν τους θαμμένους μας οπίσω, — μνήματά μας + εις το εξής των αετών ας γείνουν τα στομάχια (25)! + + (Εξαλείφεται το φάσμα). + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Η τρέλλα σ' έκαμε δειλόν; + +ΜΑΚΒΕΘ + Καθώς σε βλέπω τώρα, + τον είδα! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Δεν εντρέπεσαι! (Επιστρέφει προς τους προσκεκλημένους) + +ΜΑΚΒΕΘ μόνος + Αίμα πολύ εχύθη + τους περασμένους τους καιρούς, προτού να ημερώσουν + τον κόσμον νόμοι δίκαιοι, και από τότε πάλιν + έγειναν φόνοι, που κανείς αν τους ακούση φρίττει! + Ήτο καιρός που έφθανε να χύσης τα μυαλά του, + κι' απέθνησκε ο άνθρωπος, — 'τελείοναν τα πάντα. + Και τώρα, — ανασταίνονται κ' εβγαίνουν απ' τους τάφους + κι' απ' τα σκαμνιά μας μάς σκουντούν! Ω! τούτο είναι θαύμα + που κ' ένα φόνον ξεπερνά ωσάν αυτόν!... + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Αυθέντα, + σ' αποζητούν οι φίλοι σου. + +ΜΑΚΒΕΘ + Ω! Είχα λησμονήσει. — + Να μη με συνερίζεσθε, αγαπητοί μου φίλοι. + Ασθένεια παράδοξος με βασανίζει· όμως + δεν είναι τίποτε αυτό δι' όσους με γνωρίζουν. — + Χαρά κ' υγεία 'ς όλους σας! Ελάτε. Ας καθίσω. + Δότε μ' εδώ 'λίγο κρασί· γεμάτο το ποτήρι! + 'Σ όλης εδώ της συντροφιάς προπίνω την υγείαν, + κ' εις του καλού του φίλου μου του Βάγκου, που μας λείπει + Ας ήτο να μας ήρχετο! Εις όλους κ' εις εκείνον + η πρόποσίς μου. Εύχομαι εις άπαντας τα πάντα! + +ΠΑΝΤΕΣ + Πολλά τα έτη και καλά του Βασιλέως! + + (Εισέρχεται εκ νέου το φάσμα). + +ΜΑΚΒΕΘ + Λείψ' απ' τα 'μάτια μου εμπρός! 'Σ της γης τα βάθη κρύψου, + Έχεις τα κόκκαλα στεγνά, το αίμα παγωμένον, + είν' άψυχα τα μάτια σου αυτά που με κοιτάζουν + ακίνητα! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Είναι αυτό συνειθισμένον πράγμα, + αγαπητοί μου άρχοντες· δεν είναι τίποτ' άλλο· + αλλά την ευχαρίστησιν χαλνά της συντροφιάς μας. + +ΜΑΚΒΕΘ + Άνθρωπος ό,τι κι' αν τολμά, τολμώ! Παρουσιάσου + ωσάν αρκούδα μαλλιαρή, αν θέλης, της Ρωσίας, + ή ένοπλος ρινόκερως, ή τίγρις Υρκανίας, — + Λάβε μορφήν εκτός αυτής που έχεις κάθε άλλην + και να ιδής αν κλονισθούν τα στερεά μου νεύρα! + Ή ξαναγείνου ζωντανός κι' αντιμετώπισέ με + με το σπαθί 'ς το χέρι σου, 'ς την έρημον, — κι' αν τρέμω, + μωρό παιδί να με ειπής! ...Απάτης πλάσμα, φύγε! + Έξω απ' εδώ, φρικτή σκιά! (Εξαλείφεται το φάσμα). + Ιδού! Ευθύς που λείψη, + άνδρας εκ νέου γίνομαι. — Καθήσετε, ω φίλοι! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Απ' την πολλήν σου ταραχήν η ευθυμία 'πάγει. + Την συντροφιά την έκαμες να γείνη άνω κάτω. + +ΜΑΚΒΕΘ + Πώς είναι τρόπος πράγματα τοιαύτα να συμβαίνουν, + να έρχωνται 'σάν σύννεφο καλοκαιριού εμπρός μας, + και να μη φέρουν θαυμασμόν; Με κάμνετε, αλήθεια + κι εγώ ο ίδιος ν' απορώ με την κατάστασίν μου. + όταν σας βλέπω, με αυτό το θέαμα εμπρός σας. + τα μάγουλά σας κόκκινα να τάχετε ακόμη, + ενώ εγώ 'κατάλευκα τα νοιώθω· απ' τον φόβον! + +ΡΩΣ + Τι θέαμα, αυθέντα μου; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Να μη του ομιλήτε + και γίνεται χειρότερα! Αν τον 'ρωτούν, ανάπτει. + Καλή σας νύκτα! Φύγετε. Αφήσετε την τάξιν + και την σειράν. Πηγαίνετε αμέσως! + +ΛΕΝΩΞ + Καλή νύκτα! + Και είθε την υγείαν του ο βασιλεύς να εύρη! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Καλή σας νύκτα κι' αγαθή εις όλους. + + (Εξέρχονται άπαντες εκτός του ΜΑΚΒΕΘ και της ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΒΕθ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Αίμα θέλει! + Καλά το λέγει το ρητόν: Το αίμα θέλει αίμα (26). + Ηκούσθη δένδρα να 'μιλούν και να κινούνται λίθοι, + και από κίσσαις και κολοιούς και από καρακάξαις + να έβγη έξαφνα 'ς το φως ο φόνος ο κρυμμένος!... + 'Ξημέρωσε; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Φιλονεικούν η Νύκτα και η 'Μέρα. + Σκότος δεν είναι ούτε φως. + +ΜΑΚΒΕΘ + Πώς σου εφάνη, 'πέ μου, + να τον προστάξω τον Μακδώφ κ' εκείνος ν' απειθήση; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Έστειλες άνθρωπον 'ς αυτόν; + +ΜΑΚΒΕΘ + Το έμαθα εκ τύχης· + Αλλά θα στείλω. — Απ' αυτούς δεν είναι μήτε ένας + που άνθρωπόν μου μισθωτόν κοντά του να μην έχη. — + Πρωί πρωί 'ς ταις αδελφαίς ταις Μάγισσαις θα 'πάγω. + Θέλω και άλλα να μου 'πούν. Έχω σκοπόν να μάθω + με κάθε τρόπον κάθε τι, όσον κακόν κι' αν ήναι! + Το παν εις το συμφέρον μου, το παν, θα θυσιάσω! + Τόσον βαθειά εχώθηκα 'ς το αίμα έως τώρα, + ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω πίσω + θα είν' επίσης δύσκολον καθώς να προχωρήσω. + Όσα ο νους μου μελετά, το χέρι θα τα πράξη. — + Ας γείνουν πρώτα, κ' έπειτα τα στόμ' ας τα φωνάξη! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Το μέγα δυναμωτικόν που θέλει κάθε σώμα. + ο ύπνος, σου χρειάζεται. + +ΜΑΚΒΕΘ + Πηγαίνωμεν 'ς το στρώμα. + Αυτά που εφαντάσθηκα ο φόβος τα εμπνέει. + Μας λείπει πράξις· 'ς την τριβήν είμεθ' ακόμη νέοι. + + (Εξέρχονται) + + + +ΣΚΗΝΗ Ε' + + + + Εξοχή άδενδρος. Κεραυνοί. + (Εισέρχονται εξ ενός αι ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ και αφ' ετέρου η ΕΚΑΤΗ) + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Τι έχεις, ω Εκάτη; τι εθύμωσες; + +ΕΚΑΤΗ + Και πώς να μη θυμώσω, ω βρωμόστριγλαις, + με την αυθάδειάν σας και την τόλμην σας! + Πώς λόγια με τον Μάκβεθ παιρνοδίδετε, + κ' εμέ, των μαγικών σας την δασκάλισσαν, + την μυστικήν τεχνήτραν κάθε βασκανίας, + ποτέ να λάβω μέρος δεν μ' εκράξετε + την τέχνην μας να δείξω εις την δόξαν της; + Το δε χειρότερόν σας, — ό,τι έγεινε, + δι' ένα φανταγμένον το εκάματε, + ένα διεστραμμένον κ' υπερήφανον. — + Κι' αυτός σας καλοπιάνει, όχι διά σας, + πλην διά τους σκοπούς του και τα τέλη του. + Πληρώσετε το λάθος! Φύγετ' απ' εδώ. + 'ς το σπήλαιον να 'πάτε του Αχέρωνος! + Εκεί κ' εγώ θα έλθω αύριον πρωί. + Την Μοίραν του να μάθη θάλθη και αυτός. + Τα μαγγανεύματά σας ετοιμάσετε, + τα μάγια, τα κακκάβια κι' όλα τα λοιπά. + Ν' αναίβω έχω τώρα 'ς τα αιθέρια. + Αυτήν την νύκτα έχω, — πριν φανή το φως, — + φρικτόν να κάμω έργον και τεράστιον. + 'Σ την άκρη της Σελήνης τρεμοκρέμεται + βαρειά κι' ατμούς γεμάτη μια σταλαγματιά. + Προτού να πέση κάτω θα την πιάσω 'γώ. + Θα την κατασταλάξω με τα μάγια μου, + να βγάλω από μέσα τα εξωτικά, + που η απατηλή των η εμφάνισις + τον Μάκβεθ θα τον κάμη να καταστραφή. + Τον Θάνατον, την Τύχην, δεν θα τα ψηφά· + θα υποβάλη όλα 'ς την ελπίδα του, + και φρόνησιν και φόβον και ευσέβειαν! + Εχθρός δε του ανθρώπου, — ο χειρότερος, — + είν' η απροβλεψία και η οίησις! + + (Μουσική έσωθεν) + + Με κράζουν! — Το μικρόν μου το δαιμόνιον, + εις σύννεφο επάνω παχνοσκέπαστο, + με περιμένει. (Εξέρχεται). + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + 'Πάμε, 'πάμε γρήγορα! + Κι αυτή όπου κι αν ήναι ξαναέρχεται. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΣΤ' + + + + Εν τω ανακτόρω εις Φόρες. + (Εισέρχονται ο ΛΕΝΩΞ και ο ΑΓΚΟΣ (27) ). + +ΛΕΝΩΞ + Τα όσα είπα συφωνούν μ' όσα 'ς τον νουν σου είχες. + Μπορούσα κι' άλλα να ειπώ, σου λέγω μόνον ότι + συνέπεσαν παράδοξα τα πράγματα: Τον Δώγκαν + έκλαυσ' ο Μάκβεθ. — Μάλιστα, — αφού είχε αποθάνει. + Ο Βάγκος δε συνέπεσε να νυκτωθή 'ς τους δρόμους. + Αν αγαπάς, τον φόνον του 'ς τον Φληνς απόδωσέ τον, + αφού εξέφυγεν ο Φληνς. — Ποιος δε να μη το λέγη + ότ' ήσαν δύο τέρατα ο Δοναλβαίν κι' ο Μάλκολμ, + να σφάξουν τον πατέρα των! Αφορισμένη πράξις! + Και πώς το ελυπήθηκε ο Μάκβεθ! Δεν τον είδες + πώς ήναψε το αίμα του και ώρμησεν αμέσως + κ' εσκότωσε τους φύλακας, ενώ κ' οι δύο ήσαν + δούλοι ακόμη του πιοτού κ' αιχμάλωτοι του ύπνου; + Μη δεν το έκαμε καλά; — Και γνωστικά προς τούτοις! + Διότι ποιος δεν ήθελε μ' αυτούς αγανακτήσει + αν ήκουε να τ' αρνηθούν αυτοί κατόπιν; Ώστε + συνέπεσαν τα πράγματα περίφημα, σου λέγω. + Ως προς του Δώγκαν δε τους υιούς, 'ς το χέρι αν τους είχε + (και να μη δώση ο Θεός ποτέ του να τους έχη), + θα έβλεπαν το τι θα 'πή πατέρα να σκοτώσουν! + Κι' ο Φληνς θα τόβλεπε! — Αλλά, τα λόγια μας ολίγα. + Δι' ένα λόγον ο Μακδώφ απρόσεκτον, κ' επίσης + διότι 'ς το συμπόσιον δεν ήλθε του τυράννου, + καθώς μου λέγουν, έπεσεν εις την οργήν του τώρα. + Πού άρα γε κατέφυγε, είδησιν έχεις μήπως; + +ΑΓΚΟΣ + Του Δώγκαν ο διάδοχος, — τον θρόνον του οποίου + ο Μάκβεθ σφετερίζεται, — εις την Αγγλίαν μένει. + Ο δε καλός ο βασιλεύς εκεί, εις την αυλήν του + τόσον τον καλοδέχεται και τον περιποιείται, + ώστε η Μοίρα η κακή, με την καταδρομήν της + ποσώς δεν τον εξέπεσεν από τ' αξίωμά του. + Εκεί επήγε κι' ο Μακδώφ διά να ενταμώση + τον Εδουάρδον, και θερμά να τον παρακαλέση + τον άξιόν του στρατηγόν Σιβάρδον να μας στείλη, + ώστε μ' αυτήν την συνδρομήν, και με την προστασίαν + Εκείνου, που το έργον μας θα ευλογή εξ ύψους, + ν' αξιωθή καθένας μας να χαίρεται και πάλιν + 'ς την τράπεζάν του την τροφήν, 'ς το στρώμα του τον ύπνον + χωρίς μαχαίρια κ' αίματα εις τα συμπόσιά μας, — + και νόμιμον να έχωμεν του τόπου βασιλέα + χωρίς ν' ατιμαζώμεθα απ' τας τιμάς που δίδει, + κι' ό,τι καθένας λαχταρεί να τ' αποκτήση πάλιν! — + Αλλά ο Μάκβεθ όλ' αυτά τα επληροφορήθη, + κ' εις τόσην αγανάκτησιν τον έφερε το πράγμα, + ώστε προετοιμάζεται να κάμη εκστρατείαν. + +ΛΕΝΩΞ + Και μήνυμα δεν έστειλεν εις τον Μακδώφ; + +ΑΓΚΟΣ + Ναι· όμως + ορθοκαταίβατ' ο Μακδώφ του απεκρίθη, Όχι! + Και σκυθρωπός ο μηνυτής εγύρισε ταις πλάταις + κ' εμούγκριζε 'σάν νάλεγε: Θα το μετανοήσης + ότι με την απόκρισιν αυτήν σου με φορτόνεις. + +ΛΕΝΩΞ + Αυτό να προφυλάττεται ίσως θα τον φωτίση + και όσον είναι γνωστικόν από εδώ ν' απέχη. + Ω! 'ς την Αγγλίαν άγγελος ας ήτο να πετάξη + να 'πή τα λόγια του Μακδώφ, προτού εκείνος φθάση, + ώστε χωρίς αναβολήν να έλθη σωτηρία, + 'ς την γην αυτήν που τυραννεί κατηραμμένο χέρι! + +ΑΓΚΟΣ + Ευχαί μου θα συνώδευαν θερμαί το πέταγμά του! + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ + + + + +ΣΚΗΝΗ Α' + + + + Σπήλαιον. Εν τω μέσω αυτού λέβης βράζων. Κεραυνοί. + Εισέρχονται αι ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ). + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Η γάτα τρις ως τώρα ενιαούρισε. + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Τρις 'μούγκρισε και μία ο σκανζόχοιρος. + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Είν' ώρα, είναι ώρα, κράζει η Άρπυια! + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ελάτε· — 'ς το κακκάβι ολοτρίγυρα, + και μέσα τα φαρμάκια και τα μαγικά: + Κούβακας· — πέτρα κρύα τον επλάκονε + σωστά τριάντα ένα ημερόνυκτα, + και ίδρωσε φαρμάκι μέσ' 'ς τον ύπνο του· — + 'ς την μαγευμένη βρύσι συ πρωτόβρασε! + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Γύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε. + Καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Κοιλιά φειδιού του βάλτου, βράσε, φούσκωσε! + Να 'μάτι γουστερίτσας, πόδι βαθρακού, + πούπουλο νυχτερίδας, σαύρας δακτύλο, + πτερό της κουκουβάγιας, στόμα σκουληκιού, + και γλώσσα μανδροσκύλου, και οχειάς κεντρί! + Όλ' ανακατωθήτε και αφρίζετε, + να γείνη στοιχειωμένος διαβολοχυλός! + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Γύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε. + καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό! + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Να λέπι από δράκο, δόντι λύκαινας, + δέρμ' από μούμια μάγας, λάμιας λάρυγγας, + νυκτοξερριζωμένο αψιθιάς κλαδί, + νεφρά βρωμο-Εβραίου, τράγου άντερο· + να και κομματιασμένα πριναρόκλαδα + που μ' έκλειψιν σελήνης εκλαδεύθηκαν· + να και Τατάρου χείλη, Τούρκου μύταρος + και δάκτυλ' από βρέφος, πόρνης γέννημα, + που τώρριξε 'ς τον τάφρο και το έπνιξε. — + Να βράση να χυλώση τ' ανακάτωμα! — + Να κι' άντερ' από τίγριν· βάλε τα κι' αυτά + νάχη απ' όλα μέσα το κακκάβι μας! + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Γύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε. + Καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Και τώρα ράντισέ το μ' αίμα της μαϊμούς, + να πήξη, να κρυώση το μαγόβρασμα. + + (Εισέρχεται η ΕΚΑΤΗ) + +ΕΚΑΤΗ + Καλά! τον έπαινόν μου τον αξίζετε. + Θα έχετε 'ς τα κέρδη όλαις μερτικό. + Του κακκαβιού τον γύρον τώρα κάμετε, + και 'σαν στοιχειά, 'σάν Μοίραις, 'σάν Νεράιδες + κι αι τρεις χειροπιασμέναις τραγουδήσετε. + + (Μουσική και ψαλμωδία. Η ΕΚΑΤΗ απέρχεται). + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Το δάκτυλο με τρώγει· κάποιος έρχεται. + Ανοίξετε, ω θύραις, όποιος κι' αν κτυπά! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Εσείς, μεσονυκτιάτικαις, κρυφαίς και μαύραις στρίγλαις, + τι πολεμάτε; + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Όνομα το έργον μας δεν έχει! + +ΜΑΚΒΕΘ + Σας εξορκίζω, μα αυτήν την μυστικήν σας τέχνην, + απ' όπου κι' αν σας έρχεται, να με αποκριθήτε! + Και αν από τα χέρια σας οι άνεμοι λυμένοι + λυσσομανούν και μάχωνται με τα καμπαναριά μας, + κι' αν καταπίνη καραβιαίς το αφρισμένο κύμα, + και αν κυλιούνται κατά γης τα γεμισμένα στάχυα, + τα δένδρ' αν ξερριζόνωνται, αν σχίζωνται τα κάστρα, + κ' επάνω αν κρημνίζωνται 'ς τους φυλακάτωράς των, + κι' αν γέρνουν τα κεφάλια των παλάτια, πυραμίδες, + ως που να σμίξ' η κορυφή με τα θεμέλιά των, + κι' όλ' η σπορά της φύσεως αν γείνη άνω κάτω, + εσείς αποκριθήτε με εις ό,τι κι' αν 'ρωτήσω! + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ερώτησέ μας! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Λάλησε! + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Απόκρισιν θα λάβης! + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Την θέλεις την απόκρισιν απ' τα 'δικά μας χείλη, + ή θέλεις ανωτέρους μας; + +ΜΑΚΒΕΘ + Να τους ιδώ! Ας έλθουν! + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Να αίμα μέσα σκρόφας, όπου έφαγε + και τα εννηά παιδιά της, μία γέννα της· + να κ' εις την φλόγα 'ξύγγι, όπου έσταξε + από φονηά κρεμάλα. + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Έλα, πρόκαμε! + Όπου κι' αν ήσαι τώρα, χαμηλά, 'ψηλά, + δείξε μας την μορφήν του και την τέχνην σου! + + (Κεραυνοί. Πρώτη οπτασία. Κεφαλή ένοπλος). + +ΜΑΚΒΕΘ + Άγνωστη Δύναμις, ειπέ... + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + 'Ξεύρει 'ς τον νουν τι έχεις. + Άκουε μόνον, μη λαλής! + +ΤΟ Α' ΦΑΣΜΑ (28) + Ω Μάκβεθ! Μάκβεθ! Μάκβεθ! + φυλάξου από τον Μακδώφ. — Αρκεί. Απόλυσέ με. + + (Βυθίζεται εντός της γης). + +ΜΑΚΒΕΘ + Ό,τι κι' αν ήσ', ευχαριστώ διά την συμβουλήν σου· + ταιριάζει με τους φόβους μου. Μίαν ακόμη λέξιν... + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Δεν δέχεται προστάγματα. Έρχεται άλλος τώρα + ακόμη πλέον ισχυρός. + + (Κεραυνός. Δευτέρα οπτασία. Βρέφος αιματόφυρτον). + +ΤΟ Β' ΦΑΣΜΑ + Ω Μάκβεθ! Μάκβεθ! Μάκβεθ! + +ΜΑΚΒΕΘ + Αν είχα και αυτιά τριπλά θα σ' ήκουα και πάλιν! + +ΤΟ Β' ΦΑΣΜΑ + Έχε και δίψαν αίματος κι' απόφασιν και τόλμην, + και μη ποτέ σου φοβηθής την δύναμιν ανθρώπου, + διότι γέννα γυναικός ποτέ δεν θα σε βλάψη! + + (Βυθίζεται). + +ΜΑΚΒΕΘ + Τότε λοιπόν ζήσε, Μακδώφ! Προς τι να σε φοβούμαι; + Αλλ' όμως την ασφάλειαν να την διπλώσω θέλω, + και να κρατώ ενέχυρον από την Ειμαρμένην. + Δεν σου χαρίζω την ζωήν, διά να έχω λόγον + τον φόβον τον χλωμόκαρδον να τον κηρύξω ψεύτην, + κι' ο Ύπνος να μου έρχεται και αν βροντά κι' αστράπτη + + (Κεραυνός. Τρίτη οπτασία. Βρέφος εστεμμένον, κρατούν + εις χείρας δένδρον). + + Τι είν' αυτό που 'πρόβαλε, 'σάν τέκνον βασιλέως, + και του στολίζει ο χρυσός της βασιλείας κύκλος + το βρεφικόν του μέτωπον: + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Σιώπα κι' άκουέ το! + +ΤΟ Γ' ΦΑΣΜΑ + Έχε ανδρείαν λέοντος και μη φοβού κανένα. + Συνωμοσίαν μη ψηφάς, ή γογγυσμούς, ή στάσιν! + ο Μάκβεθ δεν θα νικηθή, εκτός εάν κινήση + 'ς την Δουνσινάνην ν' αναιβή το δάσος της Βερνάμης! + + (Βυθίζεται) + +ΜΑΚΒΕΘ + Δεν γίνεται! ποιος ημπορεί τα δάση ν' αγγαρεύση; + ποιος είν' εκείνος που 'μπορεί το δένδρον να προστάξη + από της γης την αγκαλιά την ρίζα του να 'βγάλη; + Ω προμαντεύματα γλυκά! Ωραία! Ω χαρά μου! + Δεν θα σηκώσης κεφαλήν ποτέ, Αποστασία, + εκτός αν πρώτα σηκωθή το δάσος της Βερνάμης· — + κι' ο Μάκβεθ εις τον θρόνον του γερά στερεωμένος + βίον θα ζήση ευτυχή, ως πού να έλθ' η ώρα + τον φόρον του 'ς της φύσεως τον νόμον να πληρώση! + Αλλ' η καρδιά μου λαχταρεί να μάθω ένα πράγμα· + ειπήτε — αν η τέχνη σας έως εκεί πηγαίνη, — + εις το βασίλειον αυτό η γενεά του Βάγκου + θα βασιλεύση; + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Μη ζητής πλειότερα να μάθης! + +ΜΑΚΒΕΘ + Ειπήτε μου! Το απαιτώ! Αν μου το αρνηθήτε, + ανάθεμα αιώνιον επάνω σας να πέση!... + Βυθίζονται τα μάγια σας;... Τι κρότος είναι τούτος; + + (Βυθίζεται εντός της γης ο λέβης. Ακούονται αυλοί). + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ελάτε! + +Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ω! ελάτε! + +Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Ω! Ελάτ' εδώ! + +ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ + Ελάτε να φανήτε εις τα 'μάτια του, + ελάτε την καρδιά του να την καύσετε. + Ωσάν σκιαί φανήτε, φύγετ' ως σκιαί! + + (Εμφανίζονται αλληλοδιαδόχως αι σκιαί οκτώ βασιλέων, ο έσχατος των + οποίων κρατεί κάτοπτρον εις χείρας. Τελευταίον έπεται το φάσμα του + ΒΑΓΚΟΥ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Ω! Είσαι απαράλλακτον το φάντασμα του Βάγκου! + Φύγ' απ' εδώ! Το στέμμα σου τα 'μάτια μου τα καίει! — + Εσύ δευτέρα κεφαλή χρυσοστεφανωμένη, + έχεις τα ίδια τα μαλλιά ωσάν την πρώτην... Κι' άλλη, + ίδια κι αυτή! — Βρωμόστριγλαις, τι φέρνετε εμπρός μου. + Και τέταρτος! ...Ω 'μάτια μου, χυθήτε! ...Η σειρά + με μόνην την συντέλειαν του κόσμου θα τελειώση;... + Κι' άλλος! ακόμη! Κ' έβδομος! ...Άλλο να ιδώ δεν θέλω. + Ιδού και άλλος, και κρατεί καθρέπτην, και μου δείχνει + και άλλους μέσα βασιλείς πολλούς... και μερικοί των + τριπλόν διάδημα φορούν, τρία 'ς τα χέρια σκήπτρα (29)!... + Θέα φρικτή! Αληθινά είν' όλ' αυτά, το βλέπω! + διότ' ιδού, το φάντασμα αιματοκυλισμένον + του Βάγκου με χαμογελά, και μου τους δείχνει όλους, + 'σάν να μου λέγη: Βλέπε τους, είναι η γενεά μου. + + (Εξαλείφονται αι οπτασίαι). + + Αλήθεια ήσαν όλ' αυτά; + +Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ + Αλήθεια είναι όλα. Όμως διατί + τον Μάκβεθ τόσον θάμβος εκυρίευσε; + Ας δώσωμεν 'ς τον νουν του διασκέδασιν + και όλα τα καλά μας ας του δείξωμεν. + Μαγεύω τον αέρα και λαλεί εγώ, + ενώ χεροπιασμέναις σεις χορεύετε, + να μας ιδή ο μέγας βασιλεύς αυτός + με τι χαράν και σέβας τον δεχόμεθα! + + (Μουσική. Αι Μάγισσαι χορεύουσι και μετά ταύτα εξαλείφονται). + +ΜΑΚΒΕΘ + Πού είναι; 'χάθηκαν; — Αυτή η κολασμένη ώρα + με μαύρα γράμματ' ας γραφή 'ς του Χρόνου το βιβλίον + 'ς αιώνιον ανάθεμα! — Συ εκεί έξω, έλα! + + (Εισέρχεται ο ΛΕΝΩΞ) + +ΛΕΝΩΞ + Αυθέντα τι επιθυμείς; + +ΜΑΚΒΕΘ + Ταις Μάγισσαις, ταις είδες; + +ΛΕΝΩΞ + Δεν είδ', αυθέντα, τίποτε. + +ΜΑΚΒΕΘ + Δεν 'πέρασαν εμπρός σου; + +ΛΕΝΩΞ + Όχι αυθέντ', αληθινά, δεν είδα! + +ΜΑΚΒΕΘ + Μολυσμένος + απ' όπου κι' αν επέρασαν να μείνη ο αέρας, + και όποιος ταις πιστεύεται αναθεματισμένος! — + Μ' εφάνηκε να ήκουσα ποδόκτυπον αλόγων. + Ποιος ήλθε; + +ΛΕΝΩΞ + Ήλθαν δύο τρεις την είδησιν να φέρουν, + ότι επήγεν ο Μακδώφ κρυφά εις την Αγγλίαν. + +ΜΑΚΒΕΘ + Εις την Αγγλίαν; ...ο Μακδώφ! + +ΛΕΝΩΞ + Ναι, σεβαστέ αυθέντα. + +ΜΑΚΒΕΘ + Α! Ο Καιρός επρόλαβε τα κατορθώματά μου! + Πετά και φεύγει ο σκοπός, ανίσως δεν πετάξη + συγχρόνως κ' η εκτέλεσις! Εις το εξής, τ' ομνύω, + ό,τι ο νους γεννά, ευθύς το χέρι θα το κάμη! + Ιδού! Ευθύς τον στοχασμόν θα στεφανώσω μ' έργα! + Το είπα και το έκαμα! Εις του Μακδώφ το κάστρον + θα καταπέσω έξαφνα, θα του το κυριεύσω, + θα του περάσω απ' το σπαθί γυναίκα του, παιδιά του, + κάθε κακότυχο κορμί που συγγενή τον έχει. + Μεγάλα λόγια περιττά! Το πράγμα θα τελειώση, + προτού προφθάση ο σκοπός αυτός μου να κρυώση! + Αλλ' όχι πλέον φάσματα!... Πού είν' αυτοί που ήλθαν; + Εμπρός! τον δρόμον δείξε μου. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ Β' + + + + Εν τω μεγάρω του ΜΑΚΔΩΦ, εις Φάιφ. + (Εισέρχονται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ, ο ΥΙΟΣ της και ο ΡΩΣ). + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Τι έπταισε; Η βία του ποια ήτο να ξεφύγη; + +ΡΩΣ + Χρειάζεται υπομονή! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Εκείνος δεν την είχε! + Τρέλλα του ήτο καθ' αυτό να φύγη. Με τους φόβους, + αν όχι με τα έργα μας, γινόμεθα προδόται! + +ΡΩΣ + Δεν 'ξεύρεις αν τον ώθησε φόβος ή γνώσις. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Γνώσις! + Ν' αφήση την γυναίκα του, ν' αφήση τα παιδιά του, + το κάστρο του, τους τίτλους του, εκεί απ' όπου φεύγει! + Α! όχι, δεν μας αγαπά· — το έμφυτον δεν τόχει, + κι' ο τρυποφράκτης ο μικρός, μικρότερος απ' όλα + τ' άλλα πουλάκια, πολεμά κι' αυτός την κουκουβάγια + ανίσως κ' έχει τα μικρά εις την φωληά του μέσα!... + φόβος τα πάντα· τίποτε δεν 'ζύγισ' η αγάπη· + κ' η γνώσις ολιγώτερoν· διότι το να φύγη + δεν ήτο γνώσις βέβαια! + +ΡΩΣ + Καλή μου εξαδέλφη, + κυβέρνησε την λύπην σου. Ο άνδρας σου, το 'ξεύρεις, + είν' ευγενής και γνωστικός και φρόνιμος, και κρίνει + πόθεν ο άνεμος φυσά· άλλο να 'πώ δεν θέλω, + αλλ' είναι δύσκολοι καιροί αυτοί οπού περνούμεν, + ενόσω εν αγνοία μας γινόμεθα προδόται, + ενόσω τι φοβούμεθα κανείς μας δεν το 'ξεύρει, + και με τους φόβους του καθείς παρεξηγεί την φήμην, + και όλοι αρμενίζομεν εις άγρια πελάγη + όπου και όπως μας κυλά το ταραγμένον κύμα! + έχε υγείαν· γρήγορα θα ξαναέλθω πάλιν. + εις του κακού το έπακρον τα πράγματ' άμα φθάσουν, + παύουν, ή 'ς τα πρώτα των θ' αρχίσουν να γυρίζουν. — + Παιδάκι μου, ο Ύψιστος 'ς την σκέπην του να σ' έχη! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Πατέρα έχει το πτωχό, και είν' ωρφανευμένο. + +ΡΩΣ + Δεν ημπορώ να κρατηθώ. Υγίαινε. Αν μείνω + θα μ' εντροπιάση η λύπη μου και σε θα σε ταράξη. + + (Εξέρχεται) + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ (30) + Απέθαν' ο πατέρας σου, και τώρα τι θα γείνης, + και πώς θα ζήσης; + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Όπως ζουν και τα πουλάκια, μάννα. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + 'Σάν τα πουλάκια; Πώς; Και συ με μυίγαις, με σκουλήκια + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Με ό,τι εύρω. Μη κι' αυτά δεν ζουν με ό,τι εύρουν; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Καϋμένο συ πουλάκι μου! Και ούτε θα φοβήσαι + παγίδα, δίκτυ, 'ξόβεργα; + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Να φοβηθώ τι έχω; + Με όλ' αυτά δεν κυνηγούν μικρά μικρά πουλάκια. — + Δεν 'πέθαν' ο πατέρας μου, και ό,τι θέλεις λέγε! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Απέθανε, παιδάκι μου, και πού θα εύρης άλλον; + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Και συ, μαννούλα μου καλή, πού θαύρης άλλον άνδρα; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Όπου κι' αν 'πάγω είκοσι, αν θέλω, αγοράζω. + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Να τους πουλήσης; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Φλυαρείς όσον ο νους σου κόπτει. + Και όμως κόπτει κάμποσον. + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Προδότης είν' αλήθεια, + μητέρα, ο πατέρας μου; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Ναι. + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Τι θα 'πή προδότης; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Κείνος που επάτησε τους όρκους του. + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Και όλοι, + όσοι το έκαμαν αυτό, όλοι προδόται είναι; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Ναι· κι' όλοι θέλουν κρέμασμα. + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Όσοι πατήσουν όρκους + κρέμασμα θέλουν; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Όλοι των! + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Και ποιος θα τους κρεμάση; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Οι άνθρωποι οι χρήσιμοι. + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Όσοι πατούν τους όρκους + είναι ανόητοι λοιπόν· διότι έχει τόσους, + που τους χρησίμους έφθαναν αυτοί να τους κρεμάσουν. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Εσύ, μαϊμού! — Ώ! του Θεού την ευλογίαν νάχης! — + Πλην τι θα γείνης, πώς θα ζης χωρίς πατέρα τώρα; + +Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ + Α, μάννα, θα τον έκλαιες αν ήτο 'πεθαμένος. + Κι' αν δεν τον έκλαιες, αυτό θα ήτο το σημείον + ότι πατέρα γρήγορα καινούριον θα μου εύρης. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Πώς φλυαρείς, πολυλογά! + + (Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ) + +ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ + Αρχόντισσα καλή μου, + δεν με γνωρίζεις, αλλ' εγώ ποια είσαι το γνωρίζω· + φοβούμαι ότι κίνδυνος σου έρχεται μεγάλος. + Ενός ανθρώπου ταπεινού την γνώμην άκουσέ την + εδώ μη τύχη κ' ευρεθής! Να πάρης τα μικρά σου + και φύγετε! Είμαι σκληρός να σε τρομάζω τόσον, + αλλά θα ήτο φοβερόν χειρότερα να πάθης,... + και σ' έρχονται χειρότερα! — Θεός να σε φυλάξη! + Δεν μένω περισσότερον, Φοβούμαι! + + (Εξέρχεται) + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Πού να φύγω; + Εγώ δεν έκαμα κακόν. — Πλην λησμονώ ότ' είμαι + 'ς τον κόσμον τον επίγειον, όπου κακόν να κάμνης + είναι συχνά επαινετόν, το δε καλόν να κάμνης + το λογαριάζουν κάποτε ως κινδυνώδη τρέλλαν. + Λοιπόν κ' εγώ, αλλοίμονον, τι όφελος προσμένω; + από την υπεράσπισιν αυτήν την γυναικείαν, + ότι δεν έκαμα κακόν; + + (Εξέρχονται ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ) + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Τι είσθε, τι ζητείτε; + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Πού είν' ο άνδρας σου; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Εκεί, με του Θεού την χάριν, + όπου δεν φθάνετε ποτέ, εσύ κ' οι όμοιοί σου, + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Είναι προδότης! + +Ο ΥΙΟΣ + Ψεύδεσαι, βρωμο-αναμαλλιάρη! + +Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ + Εσύ, προδότου γέννημα! + + (Τον πληγόνει) + + +Ο ΥΙΟΣ + Μ' εσκότωσε, μητέρα! + Ω! φύγε συ! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ + Βοήθεια! + + (Εξέρχονται οι ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ διώκοντες αυτήν) + (Εξέρχεται κράζουσα). + + + + +ΣΚΗΝΗ Γ + + + + Εν Αγγλία. Έμπροσθεν του βασιλικού ανακτόρου. + (Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο ΜΑΚΔΩΦ). + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ω! έλα να καθίσωμεν παράμερα 'ς τον ίσκιο, + κι' ας ξεθυμάνη εις δάκρυα η πίκρα της καρδιάς μας. + +ΜΑΚΔΩΦ + Καλλίτερα ν' αδράξωμεν το φονικό σπαθί μας, + κι' ας τρέξωμεν 'ς τον τόπον μας τον καταπατημένον, + ωσάν γενναίοι άνθρωποι! Αυγή δεν ανατέλλει + που χήρες δεν μοιρολογούν και ορφανά δεν κλαίουν, + που νέος θρήνος 'ς τ' ουρανού την όψιν δεν ξεσπάνει· — + κι' αντιλαλεί ο ουρανός 'σάν να πονή μαζί μας + και κάθε λύπης συλλαβήν κι' αυτός αντιβοΰζει! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Όσα πιστεύω τα θρηνώ, πιστεύω όσα 'ξεύρω, — + και όσα επιδέχονται διόρθωσιν, την ώραν + αρκεί να εύρω βοηθόν, και θα τα διορθώσω! + Τα όσα λέγεις, πιθανόν να ήναι όπως λέγεις. + Αυτός, όπου την γλώσσαν μας την καίει τ' όνομά του, + ο τύραννος, ένα καιρόν ως έντιμος 'περνούσε· + τον είχες φίλον ακριβόν· δεν σ' έβλαψεν ως τώρα. — + Άπειρος νέος είμ' εγώ, αλλ' ίσως είναι τρόπος + να γείνω μέσον, δούλευσιν να κάμης εις εκείνον! + Ίσως κ' η γνώσις τ' απαιτεί, κανείς να θυσιάση + ένα πτωχό κι' αδύνατο και άκακο αρνάκι, + διά να παύση την οργήν Θεού αγριωμένου. + +ΜΑΚΔΩΦ + Δεν είμ' εγώ επίβουλος! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ο Μάκβεθ όμως είναι, + κ' εις βασιλέως προσταγήν 'μπορεί να υποκλίνη + και άνθρωπος ενάρετος. — Αλλά συμπάθησέ με. — + Οι στοχασμοί μου δεν αρκούν διά ν' αλλάξης φύσιν. + Οι Άγγελοι αιώνια φωτοβολούν και λάμπουν, + ακόμη κι' αν αμάρτανε ο φωτεινότερός των! + Της Αρετής το πρόσωπον το παίρνει η Αχρειότης, + πλην δεν αλλάζει δι' αυτό της Αρετής η όψις. + +ΜΑΚΔΩΦ + Α! Χάνω την ελπίδα μου! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ίσως εκεί την χάνεις + όπου εγώ του δισταγμού την αφορμήν ευρίσκω. + Πώς έξαφνα παραίτησες γυναίκα και παιδιά σου, + τα όντα τα πολύτιμα, τα καρδιακά δεσμά σου, + και ούτε καν εστάθηκες να τ' αποχαιρετήσης! — + Παρακαλώ, αν δύσπιστον με βλέπης, μη το πάρης + ως της τιμής σου προσβολήν, αλλ' ως προφύλαξίν μου. + Μπορεί να ήσαι αγαθός, όσον και αν διστάζω. + +ΜΑΚΔΩΦ + Κυλίσου μέσ' 'ς τα αίματα, πατρίς δυστυχισμένη! + Ω τυραννί' αγέρωχη, γερά θεμελιώσου + αφού δεν έχεις 'ς το εξής της αρετής τον φόβον! + Μη κρύπτεσαι· οι τίτλοι σου δεν σου φιλονεικούνται! — + Αυθέντα, σ' αποχαιρετώ! Δεν ήθελα να ήμαι + ο άθλιος που με θαρρείς, κι' αν ήτο ν' απολαύσω + τα κράτη που ο τύραννος 'ς τα νύχια του σπαράζει, + κι' όλους της γης τους θησαυρούς μαζί! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Δεν σε προσβάλλω, + και μόνον από φόβον σου δεν είναι όσα είπα. + Πιστεύω ότι ο ζυγός βαρύνει την πατρίδα· + τρέχει το αίμα της· πονεί· στενάζει· κάθε 'μέρα + και μία νέα μαχαιριά νέαν πληγήν ανοίγει. + Χέρια πολλά να σηκωθούν διά τα δίκαιά μου, + το 'ξεύρω, δεν θα έλειπαν. Κ' εδώ απ' την Αγγλίαν + χιλιάδες μου προσφέρονται. — Κι' αν όμως του τυράννου + την κεφαλήν αξιωθώ να την ποδοπατήσω, + ή να την έχω κρεμαστήν επάνω 'ς το σπαθί μου, + με τούτο της πατρίδος μας τα πάθη δεν τελειόνουν. + Διότι και χειρότερα να υποφέρη έχει + απ' τον διάδοχον αυτού. + +ΜΑΚΔΩΦ + Ποίον διάδοχόν του; + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Περί εμού σε ομιλώ, εμού οπού γνωρίζω + εντός μου ελαττώματα συσσωρευμένα τόσα, + ώστε αν έβγουν εις το φως, έως κι' ο μαύρος Μάκβεθ + άσπρος 'σάν χιόνι θα φανή, — το δε πτωχόν μας Κράτος + θα τον νομίζη ως αρνί, όταν θα τον συγκρίνη + με όσα εξ αιτίας μου δεινά θα υποφέρη. + +ΜΑΚΔΩΦ + 'Σ τα στίφη της Κολάσεως τα φοβερά δεν έχει + δαίμονα τόσον τρομερόν, ώστε να ξεπεράση + τον Μάκβεθ! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Είναι, συμφωνώ, εκείνος αιμοβόρος, + ευπαθής, φιλάργυρος, απατεών και ψεύτης, + είναι θυμώδης, πονηρός· κακία δεν υπάρχει + να μη την έχη και αυτήν! Αλλ' η ασέλγειά μου + δεν έχει όρια. Ποτέ, ποτέ δεν θα μου φθάσουν, + γυναίκες, θυγατέρες σας, παρθένοι, 'πανδρευμέναι, + το βάραθρον των πόθων μου να μου το 'ξεχειλίσουν, + κι' ούτε ποτέ θ' αντισταθή φραγμός 'ς την όρεξίν μου! + παρ' ένας τέτοιος βασιλεύς καλλίτερα ο Μάκβεθ! + +ΜΑΚΔΩΦ + Κι η άκρατη ασέλγεια μια τυραννία είναι. + Συνέβη εξ αιτίας της και βασιλείς να πέσουν + και πρόωρα να κενωθούν ευτυχισμένοι θρόνοι. + Μη διά τούτο στερηθής το ό,τι σου ανήκει. + Την όρεξίν σου εύκολα θα εύρης να χορτάσης, + και να περνάς ως εγκρατής και να γελάς τον κόσμον. + Καλόβολαις αρχόντισσαις δεν λείπουν· μη σε μέλει + Δεν είναι τρόπος όρνεον εντός σου να υπάρχη + τόσον πολύ αρπακτικόν, που να καταβροχθίση + όσαις θα τρέξουν να δοθούν 'ς τον κάτοχον του θρόνου. + άμα ιδούν την κλίσιν του. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Δεν είναι μόνον τούτο, + αλλά κοντά εις τα αισχρά τα φυσικά μου τ' άλλα + υπάρχει και ακόρεστη πλεονεξία, ώστε + αν εγινόμην βασιλεύς θα μ' έβλεπες να κόπτω + τους άρχοντας του κράτους μου διά τα κτήματά των. + Ενός το σπίτι θα φθονώ, του άλλου τα διαμάντια, + και κάθε μου απόκτησις ορεκτικόν θα ήναι + να μου κεντά την όρεξιν, — και θα ζητώ προφάσεις + να πιάνωμαι με τους χρηστούς και τους πιστούς αδίκως, + και θα τους παίρνω την ζωήν, τα πλούτη των ν' αρπάξω. + +ΜΑΚΔΩΦ + Ριζοβολεί βαθύτερα η φιλοχρηματία, + φυτρόνει στερεώτερα τα βλαβερά κλαδιά της + και από την ασέλγειαν ακόμη, και εστάθη + αυτή αιτία να σφαγούν πολλοί μας ηγεμόνες. + Πλην μη φοβού. Είν' άπειρα τα πλούτη της Σκωτίας· + να σε χορτάσουν ημπορούν κι' όσα σ' ανήκουν μόνα. + Κοντά εις άλλας αρετάς υποφερτά τα πάντα! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Καμμιάν δεν έχω! — Αρετήν βασιλικήν καμμίαν! + Πραότης, φιλαλήθεια, φιλοδικαιοσύνη, + σεμνότης, επιείκεια και γενναιοδωρία, + ευσέβεια, υπομονή, ανδρεία, καρτερία, + μου είναι ξένα όλα των. Κάθε κακίαν όμως, + εις όλην της την έκτασιν και δύναμιν, την έχω! + Εάν μου ήτο δυνατόν, θα έχυνα προθύμως + μέσα 'ς τον Άδην το γλυκύ της ομονοίας γάλα, + την ησυχίαν του παντός να φέρω άνω κάτω + κι' από το πρόσωπον της γης να διώξω την ειρήνην! + +ΜΑΚΔΩΦ + Σκωτία, ω Σκωτία μου! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Όπως σου λέγω είμαι. + Αν με νομίζης άξιον να κυβερνώ ειπέ το! + +ΜΑΚΔΩΦ + Να κυβερνάς; — Ούτε να ζης! — Πατρίς δυστυχισμένη, + με τύραννον παράνομον 'ς το αίμα θρονιασμένον, + πότε, ω! πότε θα ιδής καλάς ημέρας πάλιν, + αφού αυτός, του θρόνου σου το γνήσιον βλαστάρι, + τον εαυτόν του μόνος του τον αναθεματίζει + και βλασφημεί το γένος του και την καταγωγήν του! — + Ο Δώγκαν, ο πατέρας σου, αγίασε 'ς τον θρόνον, + κ' η μάννα που σ' εγέννησε, εις όλην την ζωήν της + συχνότερα 'ς τα γόνατα παρά 'ς τα πόδια ήτον + και καθ' ημέραν κι' ώραν της απέθνησκε (31)! — Θα φύγω! + Τα όσα καταμαρτυρείς κατά του εαυτού σου, + από τον τόπον όπου ζης εμένα μ' εξορίζουν. + Ω! ετελείωσεν εδώ, καρδιά μου, η ελπίς σου! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Μακδώφ γενναίε κι' αγαθέ, ο ευγενής θυμός σου + εις την ψυχήν μου έσβυσε τους δισταγμούς τους μαύρους, + κι' αποδεικνύει την τιμήν, την ειλικρίνειάν σου! + Ο Μάκβεθ ο παμπόνηρος μ' αυτά συχνά τα μέσα + να στήση επροσπάθησε παγίδα να με πιάση, + ώστε η γνώσις τ' απαιτεί ν' αργώ να δίδω πίστιν. + Αλλ' όμως, μάρτυς ο Θεός να ήναι μεταξύ μας, + αφίνομαι 'ς τα χέρια σου από εδώ και πέρα. + Τα όσα εναντίον μου σου είπα, τα ξελέγω. + Αποκηρύττω όσα κακά κι' όσας κατηγορίας + εφόρτωσα επάνω μου. Μου είναι όλα ξένα! + Γυναίκα δεν εγνώρισα, επίορκος δεν είμαι, + δεν επεθύμησα ποτέ ούτε 'δικόν μου πράγμα, + ποτέ μου δεν επάτησα τον λόγον τον δοσμένον, + δεν θέλω κ' ένα δαίμονα 'ς τον άλλον να προδώσω, + κ' ίσα μ' αυτήν μου την ζωήν λατρεύω την αλήθειαν! + Πρώτον μου ψεύδος είν' αυτό, κατά του εαυτού μου. + Αυτός που είμ' αληθινά, ιδού με, ιδικός σου + και δούλος της πατρίδος μας εις ό,τι διατάξη. + Πριν έλθης εξεκίνησεν ο γέρων ο Σιβάρδος· + δέκα χιλιάδες μαχηταί μαζί του εκστρατεύουν. + Πηγαίνωμεν κατόπιν των, και άμποτε να ήναι + τόσον η τύχη μας καλή, όσον το δίκαιόν μας! + Τι σιωπαίνεις; + +ΜΑΚΔΩΦ + Δύσκολον ο νους να συμβιβάση + τόσα πολλά δυσάρεστα κ' ευχάριστα συγχρόνως. + + (Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ) + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Παρακαλώ, ο βασιλεύς σκοπεύει να εξέλθη; + +ΙΑΤΡΟΣ + Εξέρχεται! Ένας σωρός κορμιά δυστυχισμένα + προσμένουν απ' το χέρι του να λάβουν θεραπείαν. + Το πάθος των την δύναμιν της τέχνης υπερβαίνει, + αλλά η χάρις του Θεού 'ς το χέρι του εδόθη + και όλοι θεραπεύονται ευθύς που τους εγγίση. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ευχαριστώ, καλέ ιατρέ. + + (Εξέρχεται ο ΙΑΤΡΟΣ). + +ΜΑΚΔΩΦ + Τι είν' αυτό το πάθος; + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Το λέγουν πάθος πονηρόν. Θαυματουργεί αλήθεια + ο βασιλεύς ο αγαθός αυτός! Συχνά το είδα + απ' τον καιρόν που έφθασα εδώ εις την Αγγλίαν. + πώς έλαβε το χάρισμα ο Θεός μόνος 'ξεύρει! + Παθιασμένοι έρχονται, πρησμένοι, πληγωμένοι, + ελεεινοί, απ' τους ιατρούς απηλπισμένοι όλοι, + εκείνος νόμισμα χρυσούν κρεμνά εις τον λαιμόν των + και τους διαβάζει μίαν ευχήν, και θεραπεύοντ' όλοι. + Αυτό το θείον χάρισμα θα το κληρονομήσουν, + καθώς με εβεβαίωσαν, και οι διάδοχοί του (32). + Εκτός αυτού, την δύναμιν να προφητεύη έχει, + κ' άλλαι πολλαί τον θρόνον του στολίζουν ευλογίαι, + σημεία θείας χάριτος! + + (Εισέρχεται ο ΡΩΣ) + +ΜΑΚΔΩΦ + Ποιος είν' αυτός πού ήλθε; + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Πατριώτης φαίνεται, αλλά δεν τον γνωρίζω. + +ΜΑΚΔΩΦ + Εσύ εδώ, εξάδελφε καλέ μου! Καλώς ήλθες! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Α! τώρα τον εγνώρισα! — Θεέ μου, μη βραδύνης + να παύσης τα εμπόδια όπου μας κάμνουν ξένους! + +ΡΩΣ + Αμήν, αμήν, αυθέντα μου! + +ΜΑΚΔΩΦ + Πώς είναι η Σκωτία; + +ΡΩΣ + Πατρίς καϋμένη! Δεν τολμά κι' αυτή να εξετάση + πώς είναι. Ως μητέρα μας να μη την θεωρώμεν + αλλά ως τάφον μας, — αφού ποτέ μειδίαμα δεν βλέπεις + παρά 'ς τα χείλη των νεκρών, — αφού τα μοιρολόγια + και οι κλαυθμοί κ' οι οδυρμοί ξεσχίζουν τον αέρα + κι' ακούοντ' ακατάπαυστα, πλην δεν παρατηρούνται, — + αφού κατήντησε συρμός ο σπαραγμός της λύπης! + Μόλις 'ρωτούν ποιος 'πέθανε όταν κτυπά καμπάνα. + Οι άνθρωποι μαραίνονται ταχύτερ' από τ' άνθη + και τους πλακόνει θάνατος, πριν τους πλακώση αρρώστια! + +ΜΑΚΔΩΦ + Περιγραφή ελεεινή και πιστοτάτη όμως! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Τι ήτο το δυστύχημα το τελευταίον, 'πέ μας. + +ΡΩΣ + Εκείνα που συνέβησαν εντός μιας ώρας μόνον + κανείς αν έχη να τα 'πή, η γλώσσα του μαλλιάζει. + Κάθε στιγμή οπού περνά γεννοβολά και νέα! + +ΜΑΚΔΩΦ + Πώς είνε η γυναίκα μου; + +ΡΩΣ + Καλά! + +ΜΑΚΔΩΦ + Και τα παιδιά μου; + +ΡΩΣ + Επίσης! + +ΜΑΚΔΩΦ + Μου τους άφησεν ο τύραννος ησύχους; + +ΡΩΣ + Οπόταν έφυγ' απ' εκεί τους άφησα ησύχους. + +ΜΑΚΔΩΦ + Μη μου φιλαργυρεύεσαι τα λόγια σου! Τι τρέχει; + +ΡΩΣ + Οπόταν έφευγ' απ' εκεί να έλθω να σας φέρω + τα νέα, 'πού το βάρος των πλακόνει την καρδιά μου, + ηκούσθη ότι μερικοί 'σηκώθηκαν 'ς τα όπλα. + Το πράγμα δε απίθανον διόλου δεν μ' εφάνη, + διότι τας δυνάμεις του ο τύραννος συνάζει. + Καιρός να βοηθήσετε! Μία 'ματιά σας μόνη, + κι' όλ' η Σκωτία παρευθύς θα σηκωθή 'ς τα όπλα! + ακόμη κ' αι γυναίκες μας θα οπλισθούν κ' εκείναι + να λυτρωθούν απ' τα δεινά κι' από τα βάσανά των! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Παρηγορήσου κ' ήλθαμεν! Μας έδωκ' η Αγγλία + δέκα χιλιάδες στράτευμα και τον καλόν Σιβάρδον. + Άλλον δεν έχει στρατηγόν η Χριστιανοσύνη + με τόσην πείραν κι' αρετήν! + +ΡΩΣ + Ω! Είθε να 'μπορούσα + καθώς με παρηγόρησες να σας παρηγορήσω! + Αλλ' έχω λόγια να ειπώ, που ήθελα να ήμαι + 'ς την έρημον να τάκραζα κι' αυτί να μη τ' ακούη! + +ΜΑΚΔΩΦ + Είναι κοινόν δυστύχημα; ή μήπως φόρος λύπης, + οπού θα έχη μια καρδιά να τον πληρώση μόνη; + +ΡΩΣ + Και ποια καρδιά τόσον καϋμόν να μη τον συμπονέση; + Αλλά ο μεγαλείτερος ο πόνος ιδικός σου! + +ΜΑΚΔΩΦ + Αν ιδικός μου, δος μου τον μη μου τον κρύπτης· λέγε! + +ΡΩΣ + Μη σιχαθούν διά παντός τ' αυτιά σου την φωνήν μου, + αν έχη τον σκληρότερον τον ήχον να τα δώση + οπού ποτέ των άκουσαν ως τώρα! + +ΜΑΚΔΩΦ + Ω! Μαντεύω. + +ΡΩΣ + Επάτησαν το κάστρον σου! Γυναίκα σου, παιδιά σου + τα έσφαξαν αλύπητα! Να 'πώ το πώς, θα ήναι + κοντά 'ς αυτά τα θύματα και σε να θανατώσω. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Θεέ ελέους κ' οικτιρμών! — Και συ, μη τα σκεπάζης, + άνθρωπε, τα 'μάτια σου. Δόσε φωνήν 'ς την λύπην! + Όταν η λύπη σιωπά και λόγια δεν ευρίσκη, + κρυφολαλεί με την καρδιάν και να σχισθή της λέγει! + +ΜΑΚΔΩΦ + Και τα παιδιά μου; + +ΡΩΣ + Όλους σου, — παιδιά, γυναίκα, δούλους, + όσους κι αν ηύραν! + +ΜΑΚΔΩΦ + Και εγώ από εκεί να λείπω! + σφαγμένη κ' η γυναίκα μου; + +ΡΩΣ + Κ' εκείνη· — σου το είπα. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ησύχασε! Το ιατρικόν του φοβερού μας πόνου + είναι η εκδίκησις! + +ΜΑΚΔΩΦ + Αυτός παιδιά δεν έχει (33). + ?α, μου είπες όλα των; — Ανήμερον θηρίον! + εύμορφα πουλάκια μου, κ' η μάννα των μαζί των, + μαζί; + +ΜΑΛΚΟΛΜ + 'Πολέμησε την λύπην σου 'σάν άνδρας. + +ΜΑΚΔΩΦ + Ναι! Αλλ' όμως χρεωστώ και να πονώ 'σάν άνδρας + ? είναι τρόπος απ' τον νουν να μ' έβγη πώς τα είχα + τα όντα μου τα φίλτατα! — Κι' ο Ουρανός το είδε + και δεν τα επροστάτευσε; Συ είσαι η αιτία, + εσύ, Μακδώφ, αμαρτωλέ! Δεν έπταισαν εκείνα· + τα κρίματά μου έγειναν αιτία της σφαγής των, + τα κρίματά μου! — Ο Θεός να τ' αναπαύση τώρα! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Αυτό ας ήναι, ω Μακδώφ, ακόνι του σπαθιού σου. + Ας δώση τόπον 'ς την οργήν η λύπη· την καρδιά μας + να μη την πνίξ' η λύπη μας, να την ανάψη! + +ΜΑΚΔΩΦ + Τώρα + 'σάν γυναικός τα 'μάτια μου να κλαίουν ημπορούσαν, + κ' η γλώσσα μου να φλυαρή. Αλλ' όχι! — Ω Θεέ μου + μη συγχωρής αναβολήν! στήθος με στήθος φέρε + εμένα και τον δαίμονα εκείνον της Σκωτίας! + Να με χωρίζη απ' αυτόν, το μάκρος του σπαθιού μου, + κι' όσον γλυτώση απ' εμέ, τόσο καλό να εύρη! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Τώρα είσ' άνδρας! Έλα 'δώ! 'ς τον βασιλέα 'πάμε. + Το στράτευμα είν' έτοιμον. Αφίνομεν υγείαν + και ξεκινούμεν. — Ώριμος να πέση είν' ο Μάκβεθ, + αι δε δυνάμεις τ' ουρανού στήνουν τα σύνεργά των. + Αρκέσου μ' όσην' ο Θεός παρηγοριάν σου στείλη. + Όσον η νύκτα κι' αν βαστά, η 'μέρα θ' ανατείλη! + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ + + + +ΣΚΗΝΗ Α' + + + + Εν Δουνσινάνη. Προθάλαμος εν τω μεγάρω. + (Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ και η ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ της ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΒΕΘ). + +ΙΑΤΡΟΣ + Δύο νύκτας αγρύπνησα εδώ μαζί σου, αλλ' ακόμη τίποτε + από όσα μου είπες δεν είδα. Πότε ήτον η τελευταία φορά + οπού επεριπάτησε; + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Από τον καιρόν οπού ο βασιλεύς εξεστράτευσε, την βλέπω + κάθε νύκτα να σηκόνεται από το στρώμα, να φορή το νυκτικόν + της, να ανοίγη το γραφείον της, να παίρνη χαρτί, να το + διπλόνη, να γράφη, να διαβάζη όσα έγραψε, έπειτα να το + βουλλόνη και να ξαναγυρίζη εις το κρεβάτι της· — και όλα + αυτά ενώ είναι εις ύπνον βαθύν. + +ΙΑΤΡΟΣ + Μεγάλη της φύσεως διατάραξις! Ν' απολαμβάνη τα αγαθά + του ύπνου, και συγχρόνως να κάμνη όσα θα έκαμνε και έξυπνη. + Εις αυτά τα κοιμισμένα πήγαιν' -έλα της, εκτός του να + περιπατή και όσα άλλα μου είπες, την ήκουσες, ποτέ να λέγη + τίποτε; + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Την ήκουσα να λέγη πράγματα τα οποία δεν ημπορώ να + επαναλάβω. + +ΙΑΤΡΟΣ + Εις εμένα ημπορείς και πρέπει μάλιστα! + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Ούτε εις εσένα ούτε εις άλλον κανένα, αφού δεν έχω και + μάρτυρα να επιβεβαιώση τα λόγια μου. + + (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ κρατούσα λύχνον). + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Ιδέ! Να την! Έρχεται, καθώς πάντοτε και, μα την ζωή + μου, κοιμάται 'ς τα βαθειά. Παρατήρησέ την πήγαινε κοντά. + +ΙΑΤΡΟΣ + Πού το ηύρε το φως; + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Ήτο 'ς το πλάγι της. Ο λύχνος καίει πάντοτε κοντά της + κατά προσταγήν της. + +ΙΑΤΡΟΣ + Κύταξε, έχει ανοικτά τα μάτια! + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Ναι, ο νους των όμως είναι κλεισμένος. + +ΙΑΤΡΟΣ + Τι κάμνει τώρα; Ιδέ την πώς τρίβει τα χέρια! + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Το συνειθίζει· — ωσάν να πλύνεται· — την είδα να το κάμνη + αυτό δι' εν τέταρτον της ώρας, χωρίς να παύη. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Έχει ακόμη κηλίδα! + +ΙΑΤΡΟΣ + Άκουε, ομιλεί. — Θα γράψω όσα ειπή διά να τα ενθυμούμαι + καλλίτερα. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Έβγα, κηλίς κατηραμένη! Έβγα! — Μία, δύο· — ώρα + να γείνη το πράγμα... Ο Άδης είναι σκοτεινός (34)! ... + Εντροπή, άνδρα μου, εντροπή! Στρατιώτης, και να φοβήσαι! + Τι σε μέλει αν το μάθουν; Ποίος θα τολμήση να μας ζητήση + λόγον;... Αλλά πού ημπορούσε κανείς να το φαντασθή, + ότι ο γέρος είχε μέσα του τόσον αίμα! + +ΙΑΤΡΟΣ + Το ήκουσες τούτο; + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Ο Θάνης του Φάιφ είχε γυναίκα. Πού είναι τώρα;... + Πώς; Δεν θα καθαρίσουν ποτέ αυτά τα χέρια; Μη Μάκβεθ, + Μη! Χαλνούν τα πάντα με αυτούς σου τους τρόμους. + +ΙΑΤΡΟΣ + Ακούεις! Ακούεις! Έμαθες όσα δεν έπρεπε να γνωρίζης! + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Αυτή είπεν όσα δεν έπρεπε! Τα πόσα ηξεύρει, ο Θεός το + γνωρίζει! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Μυρίζει ακόμη το αίμα! Όλα τα αρώματα της Αραβίας + δεν ημπορούν πλέον να μοσχομυρίσουν αυτό το χεράκι! Ωχ! + Ωχ Ωχ! + +ΙΑΤΡΟΣ + Τι αναστεναγμός! Βαρειά καρδιά που έχει! + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Δεν ήθελα να την έχω την καρδιά της, και όλα της τα + μεγαλεία να είχα! + +ΙΑΤΡΟΣ + Καλά, καλά, καλά! — + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Άμποτε να ήσαν καλά, ιατρέ μου! + +ΙΑΤΡΟΣ + Αυτή η ασθένεια ξεπερνά την τέχνην μου (35). Και όμως! + έτυχαν άνθρωποι να περιπατούν εις τον ύπνον των, και ν' + αποθάνουν άγια και αναπαυμένα εις το στρώμα των. + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + Πλύνε τα χέρια σου, βάλε το νυκτικό σου· μη φαίνεσαι τόσον + χλωμός! Σου το λέγω και πάλιν: ο Βάγκος είναι εις τον + τάφον του· δεν ημπορεί να έβγη από το μνήμα! + +ΙΑΤΡΟΣ + Και εκείνον! + +ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ + 'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα! Κτυπούν την θύραν. Έλα, + έλα, έλα, έλα! δος μου το χέρι! Ό,τι έγεινε δεν ξεγίνεται. + 'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα, 'ς το στρώμα! + + (Εξέρχεται). (36) + +ΙΑΤΡΟΣ + Πηγαίνει να πλαγιάση τώρα; + +ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ + Αμέσως! + +ΙΑΤΡΟΣ + Ο κόσμος έξω πράγματα φρικώδη ψιθυρίζει! + Γεννούν αφύσικα δεινά τα παρά φύσιν έργα! + Όπου συνείδησις βαρειά, ο νους τα μυστικά του + εις τα κουφά προσκέφαλα θα τα ξεμυστηρεύση. — + Όχι ιατρού, πνεματικού έχει αυτή ανάγκην! + Θεέ, Θεέ Πανάγαθε, ελέησέ μας όλους!... + Συ, πρόσεχέ την. Κύτταξε κοντά της να μην έχη + τίποτε πράγμα να βλαφθή. Πηγαίνω. Καλήν νύκτα. + Εθάμβωσε τα 'μάτια μου κ' ετάραξε τον νουν μου + τάχω 'ς τον νουν, πλην δεν τολμά να τα ειπή η γλώσσα. + + + +ΣΚΗΝΗ Β' + + + + Εξοχή παρά την Δουνσινάνην. + (Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ, + ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ). + +ΜΕΝΤΗΘ + Εδώ κοντά ευρίσκεται το στράτευμα των Άγγλων + κι' ο Μάλκολμ επί κεφαλής, κι' ο θείος του Σιβάρδος (37), + και ο Μακδώφ. Εκδίκησις τα στήθη των ανάπτει! + Αλλά τα όσα έπαθαν είν' αρκετά να κάμουν + ν' ανάψη κ' ένας ασκητής και να χωθή 'ς το αίμα! + +ΑΓΚΟΣ + Θα τους συναπαντήσωμεν 'ς το δάσος της Βιρνάμης. + +ΚΑΙΘΝΗΣ + Γνωρίζετε αν έρχεται κι' ο αδελφός του Μάλκολμ; + +ΜΑΚΔΩΦ + Όχι! Εις τον κατάλογον δεν είναι των αρχόντων. + Αλλά μαζί των έρχονται κι' ο νέος ο Σιβάρδος + και άλλ' αγένεια παιδιά, να πρωτοδείξουν τώρα + ότ' είναι άνδρες και αυτοί. + +ΜΕΝΤΗΘ + Ο τύραννος τι κάμνει; + +ΚΑΙΘΝΗΣ + Να οχυρώση προσπαθεί την Δουνσινάνην. Λέγουν + πως ετρελλάθη· άλλοι δε 'λιγώτερον εχθροί του, + ηρωικήν παραφοράν του αποδίδουν. Όμως + το κόμμα του παρέλυσε, κι' αυτός ισχύν δεν έχει + 'ς την ζώνην της υποταγής και πάλιν να το σφίξη. + +ΑΓΚΟΣ + Α! Τώρα θα αισθάνεται τους μυστικούς του φόνους + να του κολνούν 'ς τα χέρια του! Εις κάθε ανταρσίαν + τώρα της προδοσίας του την τιμωρίαν βλέπει! + Όσοι κοντά του έμειναν κι' ακόμη τον δουλεύουν, + δουλεύουν από φόβον των, από αγάπην όχι! + Αισθάνεται τον τίτλον του χαλαρωμένον τώρα, + 'σάν γίγαντος φορέματα 'ς την ράχιν νάνου κλέπτου! + +ΜΕΝΤΗΘ + Και πώς να μην κλονίζεται ο ταραγμένος νους του + αφού το παν εντός αυτού το έχει εντροπήν του + ότι ευρίσκεται εκεί! + +ΚΑΙΘΝΗΣ + Εμπρός λοιπόν ω φίλοι + να δείξωμεν την πίστιν μας εκεί όπου ανήκει! + Πηγαίνωμεν 'ς τον ιατρόν του ασθενούς μας κράτους + και μέσα εις το ιατρικόν που θα το θεραπεύση + κάθε ρανίδα ας χύσωμεν καθείς του αίματός μας! + +ΜΑΚΔΩΦ + Ας τρέξη, το βασιλικόν βλαστάρι να δροσίση, + κι' ας πνίξη τ' αγριόχορτα! Εμπρός, εις την Βιρνάμην! + + (Εξέρχονται εν πολεμική παρατάξει). + + + +ΣΚΗΝΗ Γ' + + + + Εν Δουνσινάνη. Αίθουσα εν τω μεγάρω. + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ, ΙΑΤΡΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΑΙ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Να μη τ' ακούω 'ς το εξής! Ας φύγουν όσοι θέλουν! + Ενόσω δεν σηκόνεται το δάσος της Βιρνάμης + ΄ς την Δουνσινάνην ν' αναβή, φόβον εγώ δεν 'ξεύρω! + Τι είν' ο Μάλκολμ; — Γυναικός μη γέννημα δεν είναι; — + Εμένα τα δαιμόνια, που το γραπτόν γνωρίζουν, + μου το προείπαν καθαρά: Μη έχης φόβον, Μάκβεθ, + Διότι γέννα γυναικός δεν έχει να σε βλάψη. — + Φύγετ' αν θέλετε λοιπόν, ω Θάνοι χωρίς πίστιν! + Πηγαίνετε να εύρετε τους μαλθακούς τους Άγγλους! + Ενόσω ζω, εις δισταγμούς ο νους μου δεν θα πέση, + ούτε 'ς το στήθος μου ποτέ ο φόβος θα χωρέση! + + (Εισέρχεται ΥΠΗΡΕΤΗΣ) + +ΜΑΚΒΕΘ + + Να σε μαυρίσ' η Κόλασις, κιτρινιασμένε δούλε! + Αυτήν σου την κατάφοβην την όψιν πού την ηύρες; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Δέκα χιλιάδες έρχονται... + +ΜΑΚΒΕΘ + Τι; Χήνες; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Στρατιώται. + +ΜΑΚΒΕΘ + Φύγε απ' εδώ και πήγαινε τα μούτρα σου να τρίψης + να κοκκινίσ' η όψις σου, χολοπερεχυμένε! + Τι στρατιώται, κνώδαλον, — ο Χάρος να σε πάρη! + Με τα σαβανωμένα σου αυτά τα μάγουλά σου + όποιος σε ιδή θα φοβηθή! Τι στρατιώται; λέγε! + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Οι Άγγλοι, ω αυθέντα μου. + +ΜΑΚΒΕΘ + Φύγε απ' εδώ! Κρημνίσου! + + (Εξέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Πού είσαι; Έλα, Σεύτων! — Σιχαίνομαι να βλέπω ... + Αι, Σεύτων! — Αυτ' η σπρωξιά ή θα με στερεώση, + ή θα με ρίξη κατά γης. — Επέρασ' η νεότης· + εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου· + το φύλλον εκιτρίνισε· κι' απ' όλα όσα πρέπει + να έχουν τα γηράματα, — τιμήν, αγάπην, σέβας, + σωρόν τους φίλους, — τίποτε δεν έχω να προσμένω· — + κατάραις μόνον σιγαναίς, αλλά θερμαίς θα έχω, + κι' αγάπην μόνον ψεύτικην από τα χείλη, — λόγια, + που η καρδιά να τ' αρνηθή θα ήθελ' η καϋμένη + πλην δεν τολμά. — Αι, Σεύτων! + + (Εισέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ) + +ΣΕΥΤΩΝ + Αυθέντα, τι προστάζεις; + +ΜΑΚΒΕΘ + Τι άλλα νέα έμαθες; + +ΣΕΥΤΩΝ + Όσα μας είπαν, όλα + αλήθεια είν', αυθέντα μου! + +ΜΑΚΒΕΘ + Θα μάχωμ' έως ότου + θα λιανισθή το κρέας μου από τα κόκκαλά μου! + Δος μου τα όπλα μου εδώ! + +ΣΕΥΤΩΝ + Δεν είν' ακόμ' η ώρα. + +ΜΑΚΒΕΘ + Τα θέλω! Στείλε ιππικόν την χώραν να γυρίση, + κι' όσους φοβούνται, κρέμασμα! ...Φέρε μου συ αμέσως + την πανοπλίαν μου... Ιατρέ, πώς είν' η άρρωστή σου; + +ΙΑΤΡΟΣ + Δεν είναι τόσον άρρωστη, αλλ' είναι ταραγμένη + απ' τα πυκνά φαντάσματα που της χαλνούν τον ύπνον. + +ΜΑΚΒΕΘ + Θεράπευσέ την απ' αυτό. Την τέχνην δεν κατέχεις + πώς εις την πονεμένην την ψυχήν να φέρης θεραπείαν; + Από την μνήμην δεν 'μπορείς να ζερριζώσης λύπην, + να σβύσης όσα 'ς το μυαλό εχάραξεν η έννοια; + Δεν έχεις αντιφάρμακον, λήθης πιοτόν δεν έχεις + μέσ' απ' το στήθος το βαρύ να 'βγάζη το φαρμάκι, + οπού πλακόνει την καρδιά; + +ΙΑΤΡΟΣ + Ο άρρωστος, αυθέντα, + αυτά τα πάθη μόνος του να τα ιατρεύση πρέπει. + +ΜΑΚΒΕΘ + Τότε λοιπόν τα ιατρικά 'ς τους σκύλους πέταξέ τα! + Δεν μου χρειάζονται!,.., + + (προς τον υπηρέτην) + + Εσύ, την πανοπλίαν φέρε. + Δος μου το σκήπτρον... Σεύτων, το ιππικόν να στείλης. — + Φεύγουν οι Θάνοι μου, Ιατρέ! — + + (προς τον υπηρέτην) + + Συ, τι προσμένεις; Έλα. — + Ιατρέ, αν ήτο δυνατόν και το βασίλειόν μου + να του σκαλίσης τα νερά, να εύρης το τι πάσχει, + και πάλιν εις τα πρώτα του να μου το 'ξαναφέρης, + θα έκραζα εις την Ηχώ εγκώμιά σου τόσα, + που ως κι' αυτή να σ' επαινή... + + (προς τον υπηρέτην) + + 'Βγάλε την, δεν την θέλω. + + (αφαιρεί την πανοπλίαν) + + 'Σάν τι καθάρσιον, ιατρέ, τι σέννα, τι ραβέντι + αυτούς τους Άγγλους ημπορεί να μου τους ξεπαστρεύση + Το ήκουσες πως έρχονται; + +ΙΑΤΡΟΣ + Το ήκουσα. Το λέγουν + κ' αι προετοιμασίαι σου. + +ΜΑΚΒΕΘ (προς τον υπηρέτην.) + Κατόπιν μου την φέρνεις. — + + (Εξέρχεται). + + + +ΣΚΗΝΗ Δ' + + + + Παρά το δάσος της Βιρνάμης. + (Εισέρχονται, μετά τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο γέρων + ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο υιός αυτού, ο ΜΑΚΔΩΦ, ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ, + ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ και στρατός εν πορεία). + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Καλοί μου φίλοι, ο καιρός, ελπίζω, πλησιάζει + εις την νύκτα ήσυχος κανείς 'ς το στρώμα να κοιμάται. + +ΜΕΝΤΗΘ + Ω, ναι! + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Τι δάσος είν' αυτό; + +ΜΕΝΤΗΘ + Το δάσος της Βιρνάμης. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ο κάθε στρατιώτης μας ένα κλαδί ας κόψη + κι ας το κρατή 'ς τα χέρια του, ώστε η δύναμίς μας + να σκιασθή· και ο εχθρός, που μας παραμονεύει, + να γελασθή 'ς το μέτρημα. + +ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ + Θα γείν' η προσταγή σου! + ούτε τον θάνατον ψηφώ ούτ' έχθρικάς δυνάμεις, + αν δεν ιδώ να κινηθή το δάσος της Βιρνάμης! + + (Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΙΑΤΡΟΥ). + +ΙΑΤΡΟΣ + Ας ήτο τρόπος απ' εδώ κρυφά ν' αναχωρήσω, + και τίποτε δεν μ' έκαμνε οπίσω να γυρίσω. + + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + 'Σ την Δουνσινάνην ήσυχος καθώς πληροφορούμαι + μένει ο τύραννος κλειστός, κ' εκεί θα μας προσμένη + να τον πολιορκήσωμεν. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Και τι να κάμη άλλο, + αφού μεγάλοι και μικροί τον παραιτούν και φεύγουν, + άμα προς τούτο βοηθόν και ευκαιρίαν εύρουν; + και όσοι δε του έμειναν διά της βίας μένουν + η δε καρδιά των είν' αλλού! + +ΜΑΚΔΩΦ + Εκείνα που αξίζει + τα λέγομεν αργότερα, αφού τον κρίν' η Τύχη. + Έργων καιρός πολεμικών κι' ανδρείας είναι τώρα! + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Η ώρα επλησίασε, κι' αυτή θ' αποφασίση + εκείνο πώχει ο καθείς να χάσ' ή να κερδίση. + Από τα λόγια τα κενά ελπίδες μόνον βγαίνουν, + αλλά τα έργα τ' ασφαλή με το σπαθί συμβαίνουν. + Λοιπόν εμπρός, 'ς τον πόλεμον! + + (Εξέρχονται εν στρατιωτική παρατάξει) + + + +ΣΚΗΝΗ Ε' + + + + Εις Δουνσινάνην εντός του φρουρίου. + (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, ο ΣΕΥΤΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Κρεμάσετε τα φλάμπουρα 'ς τα τείχη μας απ' έξω. + Όλοι μου λέγουν: Έρχονται! — Το δυνατόν μας κάστρον + την πολιορκίαν των θα έχη να γελάση. + Να μείνουν ως που λοιμική και πείνα να τους φάγη! + Αν μη τους εδυνάμοναν εκείνοι που μ' αφήκαν, + αφόβως τους αντίκρυζα στήθος με στήθος τώρα, + και να τους έδιωχν' απ' εδώ! + + (Ακούονται κραυγαί γυναικείαι έσωθεν). + + Τι είναι; Ποιος φωνάζει; + +ΣΕΥΤΩΝ + Γυναικών ξεφωνητά μου φαίνονται, αυθέντα. + + (Εξέρχεται) + +ΜΑΚΒΕΘ + Σχεδόν το ελησμόνησα τι πράγμα είν' ο φόβος. + Δεν είν' καιρός που μιαν κραυγήν να ήκουα την νύκτα, + επάγοναν τα μέλη μου, — που ένα παραμύθι + να μου ορθώση τα μαλλιά 'ς την κεφαλήν 'μπορούσε, + ως να εζωντάνευαν! — Εχόρτασ' από φρίκην, + οι ιδικοί μου λογισμοί συνείθισαν τον τρόμον, + εις το εξής δεν ημπορεί να με 'ξιππάση πλέον! + + (Επανέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ) + +ΣΕΥΤΩΝ + Η βασίλισσα, αυθέντα σεβαστέ μου, + απέθανε. + +ΜΑΚΒΕΘ + Αργότερα 'μπορούσε ν' αποθάνη (38). + Ας ήτο κι' άλλοτε καιρός αυτό να το ακούσω. + Αύριον, και αύριον, και αύριον — και φεύγει + ακολουθεί σιγά σιγά ημέρα την ημέραν, + ως την εσχάτην συλλαβήν 'ς του Χρόνου το βιβλίον! + Και κάθε χθες οπού περνά, ήτο φανός να φέξη + μωρούς θνητούς να σκονισθούν 'ς τον δρόμον του θανάτου! + Σβύσε, 'λιγόζωε δαυλέ! Δεν είν' ο βίος άλλο + παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος + οπού πηγαινοέρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του, + και πλέον δεν ακούεται, είν' ένα παραμύθι + που λέγει ένας παλαβός, βοήν, θυμούς γεμάτον, + αλλά δεν έχει νόημα! + + (Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ) + +ΜΑΚΒΕΘ + Η γλώσσα σου εσένα + κάτι γυρεύει να ειπή. Είπε μου το αμέσως! + +ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ + Αυθέντα, ήθελα να 'πώ το πράγμα οπού είδα, + αλλ' όμως πώς να σου το 'πώ δεν 'ξεύρω. + +ΜΑΚΒΕΘ + Λέγε μου το! + +ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ + Εκεί που είχα να φρουρώ 'ς την κορυφήν τον λόφου, + προς την Βιρνάμην έβλεπα, και έξαφνα μ' εφάνη + ότι το δάσος προχωρεί. + +ΜΑΚΒΕΘ + Κατηραμένε, ψεύτη! + +ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ + Εάν σου λέγω ψεύματα, να πέσω 'ς την οργήν σου! + Αυθέντα, βλέπεις κ' έρχεται, εδώ και τρία μίλια. — + Σου λέγω, δάσος κινητόν! + +ΜΑΚΒΕΘ + Εάν μου είπες ψεύμα, + στο πρώτον δένδρον ζωντανόν να σε κρεμάσω θέλω, + όπου να γείνης, κρεμαστός, ξερός από την πείναν! + Αν ήν' αλήθεια, τότε συ, αν θέλης, κρέμασέ με! + κλονίζεται το θάρρος μου κι' αρχίζω ν' αμφιβάλλω + αν μ' απατά ο Σατανάς κ' είν' η αλήθεια ψεύδος! + «Ο Μάκβεθ δεν θα νικηθή, εκτός εάν κινήση + εις την Δουνσινάνην ν' αναβή το δάσος της Βιρνάμης.» + Ιδού, το δάσος έρχεται 'ς την Δουνσινάνην τώρα! — + τα όπλα, κ' έξω! — Αν αυτός το είδεν όπως λέγει, + ούτε να φύγω μ' ωφελεί και ούτ' εδώ να μείνω. + Αρχίζω να βαρύνωμαι τον ήλιον και να θέλω + να γείνη τώρα έξαφνα συντέλεια του κόσμου. — + Σημάνετε τα σήμαντρα! 'ς τα όπλα! Εις τα όπλα! + Αέρα φύσα, μάνιζε! — Αν ήναι ν' αποθάνω, + θα πέσω με τα όπλα μου 'ς το στήθος μου επάνω! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΣΤ' + + + + Εις Δουνσινάνην, παρά το φρούριον. + Εισέρχονται, μετά τυμπάνων, και σημαιών ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο στρατηγός ο + ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΜΑΚΔΩΦ και στρατιώται φέροντες κλάδους). + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Πλησίον είμεθ' αρκετά. Την φουντωτήν σας σκέπην + πετάξετέ την κατά γης. Φανήτ' αυτοί που είσθε. + ?, ω θείε μου καλέ, με τον εξάδελφόν μου, + και υιόν σου τον ατρόμητον, αρχίζετε την μάχην. + Eγώ κι' ο άξιος Μακδώφ ερχόμεθα κατόπιν, + καθώς εσυμφωνήσαμεν την τάξιν του πολέμου. + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Ώρα καλή! Ο τύραννος ας έβγη αντικρύ μας, + κι' αν δεν τον πολεμήσωμεν, η εντροπή 'δική μας, + +ΜΑΚΔΩΦ + Εμπρός αι σάλπιγγες! Ας 'πούν το διαλάλημά των + οι κήρυκες οι βροντεροί αιμάτων και θανάτων! + + (Εξέρχονται) + + + +ΣΚΗΝΗ Ζ' + + + + Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης. Ακούονται σάλπιγγες· + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Πώς να τους φύγω; Μ' έδεσαν επάνω 'ς το παλούκι + 'σάν την αρκούδα! Τα σκυλιά λοιπόν ας πολεμήσω! + Ποιος από σπλάγχνα γυναικός δεν είναι γεννημένος; + Μόνον αυτόν θα φοβηθώ! Άλλον κανένα όχι! + + (Εισέρχεται ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ). + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Ποιος είσαι συ; + +ΜΑΚΒΕΘ + Αν σου το 'πώ, τρομάρα θα σε πιάση! + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Ποτέ! Κι' αν έχης όνομα φρικτότερον ακόμη + απ' όσα κι' αν ακούωνται 'ς τον Άδην. + +ΜΑΚΒΕΘ + Είμαι ο Μάκβεθ! + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Να μου 'προφέρη όνομα κι' ο Σατανάς δεν έχει + που να μισώ όσον αυτό! + +ΜΑΚΒΕΘ + Και τόσον να φοβήσαι. + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Ψεύδεσαι, τύραννε φρικτέ! Θα σ' αποδείξω ψεύστην + με το σπαθί οπού κρατώ! + + (Μάχονται· Ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ φονεύεται). + + Σ' εγέννησε γυναίκα! + Γελώ τον κίνδυνον, σπαθί δεν με τρομάζει, όχι, + γέννημ' αν ήναι γυναικός όποιος 'ς το χέρι τώχει. + + (Εξέρχονται) + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ). + +ΜΑΚΔΩΦ + Ο κρότος ήτον απ' εδώ. — Ω τύραννε, πού είσαι; + Το πρόσωπόν σου δείξε μου. Αν πάρη την ζωήν σου + άλλος κανείς κι' όχι εγώ, ανάπαυσιν δεν θαύρουν + της γυναικός μου η ψυχή ποτέ και των παιδιών μου! + Δεν ημπορώ να πολεμώ ανθρώπους τιποτένιους + που τα κοντάρια των κρατούν εις χέρια μισθωμένα. + Εσένα θέλω! Ειδεμή 'ς την θήκην το σπαθί μου + το ξαναβάζω άπρακτον, μ' ακτύπητον την κόψιν, + Καταντικρύ μου σ' ήθελα, εδώ!... Ποιος πλησιάζει; + Το τόσον βροντοκόπημα σημαίνει πως θα ήναι + κανείς πολύ σημαντικός. — Ω Τύχη, ας τον εύρω + και άλλο τι δεν σου ζητώ! + + (Εξέρχεται. Σάλπιγγες). + + (Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ). + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Έλ' απ' εδώ, αυθέντα. + Το κάστρον παρεδόθηκε· — 'χωρίσθηκαν εις δύο + του Μάκβεθ τα στρατεύματα και μάχοντ' ένα τ' άλλο. + Γενναίως αγωνίζονται οι ευγενείς σου Θάνοι. + Η νίκη πλέον φαίνεται 'δική σου από τώρα, + κι ολίγον μας απέμεινε να κάμωμεν ακόμη. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Εμπρός μας ηύραμεν εχθρόν που ελαφρά πληγόνει. + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Ας έμβωμεν 'ς το φρούριον. + + (Εξέρχονται. Σάλπιγγες). + + + +ΣΚΗΝΗ Η' + + + + Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης. + Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ). + +ΜΑΚΒΕΘ + Προς τι 'σάν τον ανόητον εκείνον τον Ρωμαίον (39) + 'ς το ιδικόν μου το σπαθί επάνω ν' αποθάνω; + Ενόσω βλέπω ζωντανούς, καλλίτερ' ας πληγόνω + ξένα κορμιά! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ). + +ΜΑΚΔΩΦ + Γύρνα εδώ, γύρνα, σκυλί του Άδου! + +ΜΑΚΒΕΘ + Εσέν' απ' όλους μεταξύ σ' απέφευγα. Τραβήξου! + Μου φθάνει όσον αίμα σου βαρύνει την ψυχήν μου. + +ΜΑΚΔΩΦ + Δεν έχω λόγια! Το σπαθί είν' η φωνή μου. Τέρας, + που τ' όνομά σου δεν 'μπορεί να 'πή ανθρώπου γλώσσα! + + (μάχονται) + +ΜΑΚΒΕΘ + Χαμένος είν' ο κόπος σου. Όσον 'μπορεί να βλάψη + το κοπτερόν σου το σπαθί τον άυλον αέρα, + τόσον του είναι δυνατόν κ' εμέ να αιματώση. + Τρωτά κεφάλια να κτυπάς! Έχ' η ζωή μου μάγια, + και δεν φοβάται άνθρωπον γυναικογεννημένον. + +ΜΑΚΔΩΦ + Δεν ωφελούν τα μάγια σου! Εκείνος που δουλεύεις, + ο Σατανάς ας σου ειπή, ότι εξερριζώθη + απ' της μητρός του ο Μακδώφ τα σπλάγχνα πριν της ώρας! + +ΜΑΚΒΕΘ + Κατάρα και ανάθεμα 'ς την γλώσσαν που το' λέγει, + ?ότι μέσα μου αυτό εδάμασε τον άνδρα! + τ' απατηλά δαιμόνια κανείς μη τα πιστεύη, + που με νοήματα διπλά μας παίζουν κι' όσα τάζουν + ας τα κρατούν 'ς την ακοήν και όχι 'ς την ελπίδα, + δεν πολεμώ με σε! + +ΜΑΚΔΩΦ + Δειλέ δόσε τα όπλα + σου και ζήσε! Γίνου θέαμα και παίγνιον του κόσμου, + να σ' έχωμεν ζωγραφιστόν επάνω 'ς ένα ξύλον, + ως ένα τέρας σπάνιον, μ' επιγραφήν να λέγη: + Κοιτάτ' εδώ, τον τύραννον ελάτε να ιδήτε! + +ΜΑΚΒΕΘ + Όχι, δεν παραδίδομαι ν' ασπάζωμαι το χώμα + όπου ο Μάλκολμ θα πατή, κι' ο όχλος να με 'βρίζη. + Ας ήλθεν εις το κάστρον μου το δάσος της Βιρνάμης, + γυναίκ' ας μη σ' εγέννησεν εσέ που μ' αντικρύζεις, + ως την εσχάτην μου πνοήν να πολεμήσω θέλω! + Ιδού με, εις το στήθος μου προτείνω την ασπίδα. + Εμπρός, Μακδώφ! Κτύπα εδώ! Εμπρός! κι' ανάθεμά + τον εκείνον απ' τους δύο μας που πρωτοκράξη: φθάνει! + + (Εξέρχονται μαχόμενοι. Σάλπιγγες} + (Εισέρχονται, μετά σαλπίγγων, τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο + γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΡΩΣ, έτεροι ΘΑΝΟΙ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ). + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ας έβλεπα τριγύρω μου κ' εκείνους που μας λείπουν. + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Θα σκοτωθούν και μερικοί! Απ' όσους όμως βλέπω, + πάλιν πληρόνετ' ευθηνά τόσον μεγάλη νίκη. + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Ο υιός σου λείπει κι' ο Μακδώφ. + +ΡΩΣ + Αυθέντα μου, ο υιός σου + επλήρωσε το χρέος του 'σάν στρατιώτης. Μόλις + να γείνη άνδρας έφθασε — και να το αποδείξη + με την ανδραγαθίαν του — κι' απέθανε 'σάν άνδρας! + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Απέθανε; + +ΡΩΣ + Τον έφεραν νεκρόν από την μάχην. + Μη κατά την αξίαν του την λύπην σου μετρήσης + διότι τότ' η λύπη σου θα ήναι χωρίς τέλος. + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Είν' η πληγή του απ' εμπρός; + +ΡΩΣ + 'Σ το στήθος! + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Στρατιώτης + εις του θεού τα τάγματα να γείνη! Εάν είχα + όσα μαλλιά και τόσους υιούς, θα ήτον η ευχή μου + τοιούτον θάνατον καλόν να εύρη ο καθένας! + Νεκρώσιμόν του σήμαντρον ας ήν' αυτό και μόνον! + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Του ήξιζε να δείξωμεν περισσοτέραν λύπην. + Εγώ του την υπόσχομαι. + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Τόση αρκεί! Μου είπαν + πως έκαμε το χρέος του κι' απέθανε γενναίως, + λοιπόν μαζί του ο Θεός! + + (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ φέρων την κεφαλήν του ΜΑΚΒΕΘ). + +ΣΙΒΑΡΔΟΣ + Ιδού παρηγορία! + +ΜΑΚΔΩΦ + Ζωή 'ς τον βασιλέα μας! Συ βασιλεύεις τώρα! + Ιδού, ιδού η κεφαλή του μιαρού τυράνου! + Ο κόσμος είν' ελεύθερος! Σε περιτριγυρίζει + το άνθος της πατρίδος μας, του κράτους σου, και όλοι + τα λόγια που επρόφερα τα λέγουν με τον νουν των. + Ενώσατ' όλοι δυνατά μαζί μου την φωνήν σας: + Ο Μάλκολμ ζήτω ο βασιλεύς! + +ΠΑΝΤΕΣ + Ο βασιλεύς μας ζήτω! (Σάλπιγγες). + +ΜΑΛΚΟΛΜ + Πολύ καιρού διάστημα δεν θα περάση, φίλοι, + πριν 'ς την αγάπην καθενός το χρέος μου πληρώσω + και εξοφλήσω μ' όλους σας. — Εσείς, οπλαρχηγοί μου + και συγγενείς μου, Κόμητες εις το εξής να ήσθε, + οι πρώτοι που τ' αξίωμα λαμβάνουν 'ς την Σκωτίαν. + Και όλα τα επίλοιπα, τα πάντα όσα πρέπει + με του καιρού την αλλαγήν να φυτευθούν εκ νέου, — + να ξαναφέρω δηλαδή από την εξορίαν + τους φίλους, όσοι έφυγαν τα βρόχια του τυράννου, + ή να παιδεύσω τους σκληρούς που είχε όργανά του + αυτός ο δήμιος εδώ και η βασίλισσά του, + ο δαίμονας ο σύσσωμος εκείνη, η οποία + μονάχη της, ως φαίνεται, επήρε την ζωήν της, — + αυτά και όσα χρεωστούν εκτός αυτών να γείνουν , + κ' έχουν να γείνουν δι' εμού, — με του Θεού την χάριν, + 'ς τον τόπον των, 'ς την ώραν των, τα πάντα θα τα πράξω! + Εις τον καθένα χωριστά υπόχρεως σας μένω, + κι' όλους μαζί 'ς την στέψιν μου, 'ς το Σκων, σας περιμένω (40). + + (Σάλπιγγες. Εξέρχονται). + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ + + + + (1) Η &Τραγωδία του Μάκβεθ& εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το έτος 1623. +Αλλ' εκ των περισωθεισών σημειώσεων αυτόπτου μάρτυρος, παρευρεθέντος +εις παράστασιν της τραγωδίας ταύτης κατά την 20ην Απριλίου 1610, +γνωρίζομεν ότι εγράφη προ του έτους εκείνου. Γνωρίζομεν δ' αφ' ετέρου, +εκ των εν τω δράματι υπαινιγμών του ποιητού, ότι εγράφη βασιλεύοντος +Ιακώβου του Αου , όςτις ανήλθεν επί του θρόνου της Αγγλίας κατά το +1603. Εξ ετέρων δε εσωτερικών τεκμηρίων ορίζεται ακριβέστερον η +χρονολογία του Μάκβεθ μεταξύ του έτους 1605 και του 1606 μ. Χ. +Οπωςδήποτε η τραγωδία αύτη εποιήθη κατά την τελευταίαν δεκαετηρίδα του +βίου του Σαικσπείρου. + +Την υπόθεσιν ηρύσθη ο ποιητής εκ της Χρονογραφίας του Holinshed «Τινές +«των μεταγενεστέρων εκδοτών κατέταξαν την τραγωδίαν ταύτην μεταξύ των +«ιστορικών του Σαικσπείρου δραμάτων, αλλ' ουδέν έχει αύτη το κοινόν μετ' +«εκείνων. Το ιστορικόν στοιχείον ουδαμώς υπερέχει εν τη συνθέσει του +«Μάκβεθ, ουδέ φροντίζομεν ποσώς εάν τα εν αυτώ εκτίθενται ως ιστορικά +«δήθεν γεγονότα, καθότι ταύτα ανήκουσιν αποκλειστικώς εις το βασίλειον +«της Ποιήσεως. Ηδυνάμεθα επίσης να καταλέξωμεν τον &Ληρ& και τον +«&Αμλέτον& μεταξύ των ιστορικών δραμάτων, επί λόγω ότι η υπόθεσις αυτών +«ελήφθη εκ των Χρονογράφων της εποχής εκείνης· — Εκ πηγών μάλλον +«αξιοπίστων ή ο Holinshed γνωρίζομεν ότι, βοηθούμενος υπό Νορβηγών +«επικούρων, ο Μάκβεθ αφήρπασε το στέμμα του βασιλέως της Σκωτίας Δώγκαν +«εν μάχη, καθ' ην ούτος εφονεύθη, και ότι μετά πολυετή βασιλείαν ο +«Μάκβεθ ηττηθείς υπό του υιού του Δώγκαν, έχοντος συμμάχους τους +«Άγγλους, εφονεύθη πολεμών. Εν τη αυτή Χρονογραφία του Holinshed +«υπάρχει ετέρα αφήγησις, η της δολοφονίας του βασιλέως Duff υπό του +«Donwald και της συζύγου του, εν τω φρουρίω αυτών, ένθα εφιλοξενείτο ο +«βασιλεύς. Ο Σαικσπείρος μετά τέχνης απαραμίλλου συνέπλεξεν εις έν τας +«δύο του Χρονογράφου αφηγήσεις, διασκευάσας εξ αυτών το μέγα τούτο +«αριστούργημά του.» (Κnight, Studies of Shakspeare). Κατά τον Holinshed +η μάχη καθ' ην ηττήθη και «εφονεύθη ο Μάκβεθ, εγένετο κατά το έτος +1057. + +«Η Τραγωδία αύτη, λέγει ο Γερβίνος, εξετιμήθη αείποτε ιδιαζόντως +«μεταξύ των λοιπών του Σαικσπείρου έργων. Ο Σχίλλερος την μετέφρασεν, ο +«Σχλέγελος μετ' ενθουσιασμού ομιλεί περί αυτής, ο Drake την αποκαλεί το +«μέγιστον προϊόν της διανοίας του Σαικσπείρου, το ύψιστον και +«καταπληκτικώτατον των δραμάτων όσα ποτέ εγράφησαν. Ο &Μάκβεθ& απήλαυσε +«παρά τοις μη Τευτονικοίς λαοίς δημοτικότητα πλειοτέραν ή αι έτεραι του +«Σαικσπείρου τραγωδίαι, είτε ως εκ της μεγαλειτέρας αυτού προς την +«αρχαίαν τραγωδίαν ομοιότητος, είτε ως εκ της ενότητος της πλοκής και +«της απλότητος περί την διέλιξιν της υποθέσεως, είτε επί τέλους διά +«την ευκρίνειαν των χαρακτήρων, τους οποίους ο ποιητής διέγραψε μετά +«ολιγωτέρου ή συνήθως παρ' αυτώ μυστηρίου· προπάντων δ' ίσως, ένεκα του +«γραφικού εν τη τραγωδία ταύτη γοήτρου και του ποιητικού της +«χρωματισμού. Τω όντι ο &Μάκβεθ& εξέχει ως προς την λαμπρότητα της +«ποιητικής εκφράσεως και ως προς την ζώσαν απεικόνισιν των καιρών, των +«προσώπων και των τόπων. Ο Σχλέγελος εκθειάζει την ζωηράν εν τω δράματι +«τούτω παράστασιν της ηρωικής εκείνης εποχής, του σιδηρού εκείνου της +«αρκτώας Ευρώπης αιώνος, καθ' ον αρετή ελογίζετο η ανδρεία. Πώς +«διαφαίνονται μεγαλοπρεπώς αι καταπληκτικαί εκείναι μορφαί, πώς +«παρίστανται αληθείς και γνήσιαι εν τη ηρωική αυτών διαστάσει! Η δε +«χώρα, εις την οποίαν ο ποιητής μεταφέρει εμάς, είναι η ορεινή Σκωτία, +«όπου τα πάντα κατέχονται υπό της επικρατούσης δεισιδαιμονίας, η δε +«συγκοινωνία μετά του υπέρ φύσιν τελείται αισθητώς, τρόπον τινά, διά των +«φαινομένων του εμψύχου και του αψύχου κόσμου, — όπου κατά συνέπειαν ο +«άνθρωπος έχει τον νουν εύπιστον, την δε φαντασίαν ευφλόγιστον και +«εκφράζεται διά γλώσσης ισχυράς, πλήρους ποιητικών εικόνων και +«αλληγοριών.» (Gervinus Shakespeare Commentaries). + + (2) Τας ονομασίας δι' ων προσαγορεύονται αι Μάγισσαι επροσπάθησα να +μεταφράσω διά λέξεων εμφαινουσών την σημασίαν αυτών, εν ελλείψει +αντιστοιχούντων όρων εν τη ημετέραν δαιμονολογία. Περί της πίστεως των +συγχρόνων του Σαικσπήρου εις την ύπαρξιν όντων υπερφυσικών, ίδε την +σημείωσιν εν τη μεταφράσει μου του &Ληρ& και την υπ' αριθ. (6) εν τη +του &Οθέλλου.& + + (3) &Θάνης& ήτο τίτλος ευγενείας, ισοδύναμος περίπου προς τον του +Κόμητος, &earl&. Eν τέλει του δράματος ο Μάλκολμ αναγορευόμενος +βασιλεύς, δίδει εις τους οπλαρχηγούς και συγγενείς του τον τελευταίον +τούτον τίτλον, κατά πρώτον εν Σκωτία. + + (4) Εν τω κειμένω ορίζεται το ποσόν εις δεκακισχίλια τάλληρα: + + till he disbursed, at Saint Colmes' inch + ten thousand dollars to our general use. + + (5) Παρέλειψα το όνομα του πλοίου, Tiger, εφ' ου ο θαλασσοπόρος ούτος +πλέει προς το μεσόγειον Χαλέπιον. Οι σχολιασταί μνημονεύουσι τας +περιηγήσεις του Hackluyt, βιβλίου ούτινος ο Σαικσπείρος ήτο προφανώς εν +γνώσει, ένθα γίνεται λόγος περί θαλασσοπόρου τινός, όςτις επί πλοίου +ονομαζομένου Tiger, μετέβη εις Τρίπολιν και εκείθεν διά ξηράς εις +Χαλέπιον. + + (6) Αι Μάγισσαι ηδύναντο, κατά την κοινήν πίστιν, να λάβωσι το σχήμα +οίου δήποτε ζώου, αλλ' άνευ της ουράς πάντοτε. + + (7) Ανακαλούσιν οι μαγικοί αριθμοί ούτοι το του Οιδίποδος επί Κολωνώ: + (474-475). + + Τρις εννέ' αυτή κλώνας εξ αμφοίν χεροίν ' + τιθείς ελαίας τας δ' επεύχεται λιτάς + + (8) Σίννελ, ο πατήρ του Μάκβεθ. + + (9) Αξιοσημείωτος η σκέψις αύτη του Δώγκαν, καθ' ην ακριβώς στιγμήν +παρουσιάζεται ενώπιον αυτού ο Μάκβεθ, εις ούτινος το πρόσωπον δεν +διαβλέπει ο ατυχής βασιλεύς την ψυχήν, καθώς δεν διείδεν αυτήν επίσης +και εις το του Καουδώρ. Ούτω και ο Ευριπίδης εν τη Μηδεία (ς. 516-520). + + ω Ζευ, τι δη χρυσού μεν ος κίβδηλος ή + τεκμήρι' ανθρώποις ώπασας σαφή, + ανδρών δ' ότω χρη τον κακόν διειδέναι, + ουδείς χαρακτήρ εμπέφυκε σώματι; + + (10) Η γλυκεία αύτη απεικόνισις της απόψεως της κατοικίας του Μάκβεθ +θαυμάζεται ευλόγως, ως έντεχνος αντίθεσις των προηγηθεισών αγρίων +σκηνών και της επερχομένης δολοφονίας, διαπραχθησομένης εντός αυτού +τούτου του ηρέμου και γοητευτικού μεγάρου επί των τοίχων του οποίου +κτίζει η χελιδών την φωλεάν της. + + (11) Η αλληλουχία των μεταφορών και η, κατά τα φαινόμενα, παραφθορά του +κειμένου αποκαθιστώσι λίαν σκοτεινόν το χωρίον τούτο, εις το οποίον +ποικίλαι ερμηνείαι και διορθώσεις προτείνονται υπό των σχολιαστών. + + Ύπν' οδύνας αδαής, ύπνε δ' αλγέων + ευαής ημών έλθοις, + ευαίων, ευαίων άναξ. + +Και εν τω Ορέστη του Ευριπίδου (στ. 174-175) + + Πότνια, πότνια νυξ, + υπνοδότειρα των πολυπόνων βροτών. + + (12) Το &βραδυνόν& τούτο &πιοτόν& ήτο, ως φαίνεται, σύνηθες προ του +ύπνου, κατά τους χρόνους του Σαικσπείρου. Εν τη επομένη σκηνή βλέπομεν +ότι η Λαίδη Μάκβεθ, κατά τα προσχεδιασθέντα, απενάρκωσε δι' αυτού τους +παρά τον Βασιλέα κοιμωμένους φύλακας. Συνίστατο δε, ως λέγεται, το +ποτόν τούτο, εκ μίγματος οίνου και γάλακτος. + + (13) Τα περί του ύπνου ταύτα ανακαλούσι τον ωραίον χορόν εν Φιλοκτήτη +του Σοφοκλέους (στ. 826 κτλ.) + + (14) Εν τη &Εστία& της 7 Ιανουαρίου 1880 ο Κος Ροϊδης υπέδειξεν ήδη την +ομοιότητα της παραβολής ταύτης (επαναλαμβανομένης και υπό της Λαίδης +Μάκβεθ εν τη σκηνή της υπνοβασίας) προς το Αισχύλειον: + + — Πόροι τε πάντες εκ μιας οδού + βαίνοντες τον χαιρομυσή + φόνον καθαίροντες ιούσαν άτην. (Χοηφόροι 70 — 72) + +Ούτω και ο Σοφοκλής εις Οιδίπουν Τύραννον (στ. 1214-5) + + Οίμαι γαρ ούτ' αν Ίστρον, ούτε Φάσιν αν + νίψαι καθαρμώ την δε την στέγην. + +Ο Κος Stapfer σημειών ταύτα και άλλα παραδείγματα παρεμφερών χωρίων, +επιλέγει: «Εάν εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου και εν τω της αρχαίας +«Ελλάδος απαντώμεν σκέψεις, εικόνας ή και περιπλοκάς ομοιαζούσας προς +«αλλήλας την τοιαύτην ομοιότητα ουδαμώς οφείλομεν ν' αποδώσωμεν εις +«μίμησιν δήθεν, αλλ' απλώς και μόνον εις το ότι οι αρχαίοι ποιηταί και +«ο νεώτερος ήντλησαν επίσης εις την αυτήν αέναον πηγήν πάσης ποιήσεως» + (Shakespeare et al Antiquité τόμ. Β' σελ. 16). + +Αλλ' εις τον έλληνα αναγνώστην παρέχουσι διπλούν ενδιαφέρον οι τοιούτοι +παραλληλισμοί· τούτο δ' έστω η απολογία μου διά τας τοιούτου είδους +παραθέσεις εις τας σημειώσεις ταύτας. + + (15) Ο αστεϊσμός ούτος του θυρωρού θεωρείται ως αναγόμενος εις το +στενόν των Γαλλικών περισκελίδων της εποχής εκείνης. Ο ράπτης ο +δυνάμενος να υποκλέψη ύφασμα εξ αυτών ηδύνατο να θεωρηθή επιτήδειος τω +όντι περί το κλέπτειν. + + (16) Most sacrilegious murder hath brok ope + the lord's anointed temple, and stole thence + the life of the building. + +Το παράδειγμα τούτο της αλληλουχίας των μεταφορών, ήτις χαρακτηρίζει +ιδίως εν τω δράματι τούτω το ύφος του Σαικσπείρου, και των ανυπερβλήτων +συχνάκις δυσκολιών προς τας οποίας έχει να παλαίση ο μεταφραστής, τινές +των σχολιαστών θέλησαν να είπωσιν ενταύθα λογοπαίγνιον (temple μήνιγξ +και ναός). Ο ποιητής αινίττεται κατ' αυτούς, το χωρίον της προς +Κορινθίους επιστολής: «Υμείς γαρ ναός Θεού εστέ ζώντος» ς. 16 και το +Βασιλειών Α' ι': «και τούτο σοι το σημείον ότι έχρισε σε Κύριος επί +κληρονομίαν αυτού εις άρχοντα». Τοιαύτα τεκμήρια της αναγνώσεως των +ιερών Γραφών συχνάκις ευρίσκει τις εις τα έργα του Σαικσπείρου. + + (17) Η υπερβολή των εκφράσεων μαρτυρεί το ανειλικρινές της λύπης του +Μάκβεθ. + + (18) Η κοινή εξήγησις ενταύθα είναι ότι η Λαίδη Μάκβεθ πράγματι +λιποθυμεί, μη αντέχουσα επί πλέον εις του νευρικού συστήματος την +έντασιν. Επί του θεάτρου, εν Αγγλία, φέρεται έξω της σκηνής υπό των +θαλαμηπόλων αυτής, αίτινες παρουσιάζονται εν νυκτερινή ενδυμασία, ωσεί +αίφνης αφυπνιθείσα. + +«Ενώ η Λαίδη Μάκβεθ λιποθυμεί, ο μεν Βάγκος και ο Μακδώφ ανησυχούσι +«περί αυτής, ο δε Μάκβεθ διά της αδιαφορίας του φαίνεται ως θεωρών +«προσποιητήν την λιποθυμίαν. Αλλά παρατηρητέον ότι, κατά την περίστασιν +«ταύτην, κακούργος απεσκληρυμένος ήθελεν επιδείξει έκπληξιν και +«ανησυχίαν, προς αποφυγήν της τοιαύτης εξηγήσεως της αδιαφορίας του. Ο +«Μάκβεθ δεν είναι εισέτι ικανώς κύριος εαυτού, όπως προσποιηθή τούτο.» +(Malone). + + (19) and under him + my Cenius is rebuked, as it is said + Mark Antony's was by Cesar. + +Ανάγονται ταύτα εις τον βίον του Αντωνίου. Η αγλικήν Πλουτάρχου +μετάφρασις, ως εκ πολλών τεκμηρίων γίνεται δήλον ότι ήτο προσφιλές του +Σαικσπείρου ανάγνωσμα. Ιδού το χωρίον εις το οποίον αναφέρονται οι +άνωθι στίχοι: «Ην γαρ τις ανήρ συν αυτώ μαντικός απ' Αιγύπτου των τας +«γενέσεις επισκοπούντων, ος είτε Κλεοπάτρα χαριζόμενος, είτε χρώμενος +«αληθεία προς τον Αντώνιον, επαρρησιάζετο λέγων την τύχην αυτού, +«λαμπροτάτην ούσαν και μεγίστην, υπό της Καίσαρος αμαυρούσθαι, και +«συνεβούλευε πορρωτάτω του νεανίσκου ποιείν εαυτόν. Ο γαρ σος, έφη, +«δαίμων τον τούτου φοβείται και γαύρος ων και υψηλός, όταν η καθ' +«εαυτόν, υπ' εκείνου γίνεται ταπεινότερος εγγίσαντος και αγενέστερος» +(κεφ. λγ') + + (20) «Άξιον σημειώσεως ότι ο Μάκβεθ παροτρύνει τους δολοφόνους διά των +«αυτών επιχειρημάτων, δι' ων και η σύζυγός του παρώτρυνεν αυτόν εις τον +«φόνον του Δώγκαν. Φέρει αυτούς εις φιλοτιμίαν επικαλούμενος το ανδρικόν +«φρόνημά των» (Γερβίνος σελ. 601). + + (21) Το συμβόλαιον περί του οποίου ομιλεί η Λαίδη Μάκβεθ ολίγον +ανωτέρω: Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν. + + (22) Μαρτυρεί το φιλύποπτον του Μάκβεθ η αποστολή και τρίτου προς +επιτήρησιν των δύο δολοφόνων, εις τους οποίους ανέθεσεν ανέκαθεν την +εντολήν του να θανατώσωσι τον Βάγκον. Οι δύο εκείνοι, ως διαφαίνεται εκ +της μετά του Μάκβεθ συνομιλίας των, δεν είναι εξ επαγγέλματος +δολοφόνοι, αλλά πολεμισταί έχοντες λόγους δυσαρεσκείας κατά του Βάγκου. + + (23) Ο Φληνς διαφυγών εις Ουαλίαν, ενυμφεύθη εκεί την θυγατέρα του +ηγεμόνος, εγέννησε δε υιόν, όςτις μεταβάς εις Σκωτίαν ανήλθεν εις το +αξίωμα του Stewart. Εξ αυτού δε κατ' ευθείαν γραμμήν εγενεαλογείτο ο +βασιλικός οίκος των Εδουάρδων και ο Ιάκωβος Α', επί βασιλείας του +οποίου έγραψεν ο Σαικσπείρος την τραγωδίαν ταύτην. + + (24) Ούτω, εν σκηνή Α' της τρίτης πράξεως, ο Μάκβεθ λέγει προς τους +δολοφόνους ότι η ζωή του Βάγκου είναι + + αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του. + + (25) Τάφω δ' εκείνον ουχί κρύψετε + ουδ' ει θέλουσ' οι Ζηνός αιετοί βοράν + φέρειν νιν αρπάζοντες ες Διός θρόνους. + (Αντιγόνη Σοφοκλέους ς. 1032-34 . + +«Μάλλον κολακεύετε τα θηρία, &ίνα μοι τάφος γένωνται&, και μηδέν +καταλίπωσι του σώματός μου.» (Αγίου Ιγνατίου επιστολή προς Ρωμαίους). + + (26) Αλλά νόμος μεν φονίας σταγόνος + χυμένας εις πέδον, άλλο προσαιτείν + αίμα. (Αισχ. Χοηφόροι ς· (400-402). + + (27) Αι Αγγλικαί εκδόσεις φέρουσιν ενταύθα ότι εισέρχεται ο Λένωξ και +&έτερος λόρδος&. Ο Johnson προέτεινε την διόρθωσιν, την οποίαν +παρεδέχθην, αντικαθιστών διά του Αγγλικού τον έτερον λόρδον. + + (28) Η ένοπλος της πρώτης οπτασίας κεφαλή εξηγείται ως συμβολική +παράστασις της κεφαλής του Μάκβεθ αυτού, καθώς αποκεφαλισθησομένου υπό +του Μακδώφ. Η δευτέρα οπτασία, το αιματόφυρτον βρέφος, παριστά τον +Μακδώφ, όστις + + απ' της μητρός του πρόωρα τα σπλάγχνα εχωρίσθη.& + +Το δε της τρίτης οπτασίας εστεμμένον βρέφος μετά δένδρου εις χείρας, +παριστά τον Μάλκομ, όςτις επιστρέφων προς ανάκτησιν του βασιλείου του +διατάσσει τους στρατιώτας αυτού να φέρωσι κλάδους εις χείρας. Οι οκτώ +επί τέλους βασιλείς και οι μετ' αυτούς, παριστώσι την σειράν των επί +του θρόνου ανελθόντων διαδόχων του Βάγκου μέχρι του συγχρόνου του +Σαικσπείρου Ιακώβου του Α'. + + (29) Το διπλούν διάδημα αινίττεται την εν Σκωτία και μετέπειτα εν +Αγγλία στέψιν του Στουάρδου Ιακώβου του Α'. Τα δε τρία σκήπτρα είναι τα +της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας. + + (30) Ο διάλογος ούτος μεταξύ της Λαίδης Μακδώφ και του υιού της είναι +εις το πεζόν εν τω αγγλικώ κειμένω. + + (31) Ήτοι πάσα της ζωής αυτής ημέρα ήτο προπαρασκευασθείσα διά τον +θάνατον: « Καθ' ην ημέραν αποθνήσκω.» προς Κορινθίους επιστολή Α', ιε' +35. + + (32) Τα περί θεραπείας των πασχόντων διά της επιθέσεως των βασιλικών +χειρών, ουδέν κοινόν μετά του δράματος έχοντα, παρεισάγονται προφανώς +ενταύθα προς κολακείαν του βασιλέως Ιακώβου, όςτις επίστευεν ότι έχει +εκ Θεού την χάριν του θεραπεύειν ούτω το λεγόμενον «βασιλικόν νόσημα», +ο εστι τας χοιράδας. Ο αναφερόμενος εν τη τραγωδία βασιλεύς της Αγγλίας +Εδουάρδος ο Ομολογητής επιστεύετο ως τω όντι θαυματουργών διά της +επιθέσεως των χειρών του, ο δε πάπας Αλέξανδρος ο Γ', ο ανακηρύξας +αυτόν άγιον, ανομολογεί την εκ Θεού δύναμίν του ταύτην. Η κατά +παράδοσιν πίστις εις την τοιαύτην ιαματικήν δύναμιν των βασιλέων της +Αγγλίας διήρκεσεν επί πολύ. Εν τη βιογραφία του Dr Johnson υπό του +Boswel, μνημονεύεται ότι παίδα έτι όντα τον εισήγαγον ενώπιον της +βασιλίσσης Άννης, εν έτει 1712 όπως τον θεραπεύση νοσούντα, διά της +επιθέσεως των βασιλικών χειρών της. + + (33) Η επιφώνησις αύτη του Μακδώφ εξηγείται παρά τινων μεν ως +αποτεινομένη εις τον Μάλκολμ, παρ' ετέρων δε ως εις τον Μάκβεθ +αναγομένη. Ο Γερβίνος θεωρεί ως εσφαλμένην την πρώτην των εξηγήσεων +τούτων, την οποίαν όμως παρεδέχθη ο περιώνυμος γερμανός μεταφραστής +Tieck. Και εν ετέρα του Σαικσπείρου τραγωδία (King John) η θρηνούσα τον +υιόν αυτής βασίλισσα αποκρίνεται προς τον θέλοντα να την παρηγορήση: + + He talks to me that never had a son. + +«Ομιλεί προς με, ο μη αποκτήσας ποτέ υιόν». Η αναλογία των περιστάσεων +δικαιοί του Tieck την εξήγησιν. Εκτός δε τούτου, καθ' ά αυτός ούτος ο +Γερβίνος παρατηρεί, ο Μάκβεθ δεν ήτο άπαις. Αγνοούμεν εάν, διαρκούσης +της τραγωδίας, έζων τα τέκνα του, αλλ' εκ των λόγων της Λαίδης Μάκβεθ, +εν τέλει της Α' πράξεως, γνωρίζομεν ότι απέκτησε τέκνον ή τέκνα. +Οπωςδήποτε, η δευτέρα των ερμηνειών τούτων φαίνεται κοινώς ήδη +παραδεδεγμένη. «Ο Μάκβεθ δεν έχει τέκνα, άρα δεν δύναμαι να τον +εκδικηθώ αρκούντως». Ο Γερβίνος όμως, καί τοι αποδίδων εις τον Μάκβεθ +την φράσιν του Μακδώφ, δεν παραδέχεται το αιτιολογικόν τούτο &άρα&, +αλλά φαίνεται εξηγών αυτήν ως εκφερομένην υπό το κράτος λύπης αφάτου: +«ο Μάκβεθ δεν έχει τέκνα, διά τούτο είχε την καρδίαν να φονεύση τα +ιδικά μου». Ο έλλην αναγνώστης δύναται να παραδεχθή εν τη μεταφράσει +μου οίαν δήποτε των δύο ερμηνειών προκρίνει. Το κατ' εμέ ομολογώ ότι +αποκλίνω προς την πρώτην. + + (34) Και τούτο το χωρίον ερμηνεύεται διπλώς. Κατά τους μεν η Λαίδη +Μάκβεθ φαντάζεται ότι συνομιλεί μετά του συζύγου της και ότι ακούσασα +δήθεν εκείνον ειπόντα: «Ο Άδης είναι σκοτεινός», (ο Άδης δηλονότι όπου +θα υπάγωμεν ένεκα της πράξεως ημών), επαναλαμβάνει τας λέξεις του +περιφρονητικώς, ειρωνευομένη την δειλίαν του. Κατ' άλλους δε, εν τη +φαντασία της υπνοβατούσης διέρχονται αλληλοδιαδόχως αι αναμνήσεις των +διαπραχθέντων και οι φόβοι των συνεπειών και αι τύψεις του συνειδότος, +αίτινες προκαλούσι την φράσιν ταύτην. + + (35) Εν τω &Βασιλεί Ληρ& ελάβομεν αφορμήν (σημ.52) να εξετάσωμεν την +θαυμασίαν του Σαικσπείρου ακρίβειαν περί την μελέτην των παθημάτων της +ανθρωπίνης φύσεως. Και η σκηνή αύτη της υπνοβασίας θεωρείται δικαίως ως +τεκμήριον της ακριβείας των τοιούτων παρατηρήσεών του. Μολονότι η +ασθένεια της Λαίδης Μάκβεθ «ξεπερνά την τέχνην» του Ιατρού, ο ψυχολόγος +ποιητής περιγράφει τα συμπτώματα και συνδέει αυτά μετά των λόγων +οίτινες τα προεκάλεσαν, μετά τοσαύτης τέχνης, ώστε η σκηνή αύτη δύναται +και σήμερον να χρησιμεύση ως παράδειγμα ιατρικής περιγραφής. Ο Κ. +Regnard, (directeur du Laboratoire de Physiologie à l' école des hautes +études, Professeur κτλ.) πραγματευόμενος εν τη Σορβόννη των Παρισίων το +θέμα του ύπνου και υπνοβασίας, εν δημοσία διαλέξει, λέγει: «Κατά τον +Μεσαίωνα και μέχρι της παρελθούσης έτι εκατονταετηρίδος, οι υπνοβάται +κατετάσσοντο, μετά των υστερικών και των επιληπτικών εις την κατηγορίαν +των δαιμονισμένων και των μάγων, υπεβάλλοντο δε εις εξορκισμούς και +ενίοτε κατεδικάζοντο εις τον διά πυρός θάνατον. Αλλ' εν τη εποχή εκείνη +του σκότους ευρέθη άνθρωπος, ο μέγας της Αγγλίας δραματουργός, όστις +παρατηρήσας μετ' εξόχου ακριβείας τα φαινόμενα της φυσικής υπνοβασίας, +αφήκε περιγραφήν, την οποίαν ουδόλως ήθελεν απαρνηθή σύγχρονος ημών +νευρολόγος.» Και παραθέτει εν τη διαλέξει του ολόκληρον την σκηνήν +ταύτην. Ίδε Bulletin de l' association Scientifique de France, Avril +1881). + + (36) Η περιώνυμος Aγγλίς ηθοποιός Siddons κατέγραψε τα εξής εις τας +περισωθείσας αυτοβιογραφικάς σημειώσεις της: + +«Είχον την συνήθειαν να προετοιμάζωμαι διά την σκηνήν την νύκτα αφού +«τα πάντα, έμενον εν σιωπή, και ησυχία εν τη οικία μου. Την παραμονήν +«της πρώτης μου παραστάσεως του προσώπου της Λαίδης Μάκβεθ, εκλείσθην +«κατά το σύνηθες μόνη εν τω δωματίω μου και ήρχισα να μελετώ +«αποστηθίζουσα. Εφρόνουν ότι ολίγη ώρα ήρκει προς εκμάθησιν του +«προσώπου. Ήμην εικοσαετής τότε και εθεώρουν, ως πολλοί νομίζουσιν, +«ότι διά της εναποταμιεύσεως των στίχων εν τη μνήμη μου εξετέλουν τα +«κατ' εμαυτήν. Δεν είχον εισέτι τότε εννοήσει την ανάγκην της ερεύνης +«και της μελέτης των χαρακτήρων. Εξηκολούθουν λοιπόν εν τη σιωπή της +«νυκτός, νυκτός την οποίαν ουδέποτε θα λησμονήσω, εξηκολούθουν +«εκμανθάνουσα τους στίχους μέχρις ου έφθασα εις την σκηνήν της +«δολοφονίας. Αιφνιδίως κατελήφθην υπό της φρίκης της σκηνής εκείνης εις +«τοιούτον βαθμόν, ώςτε μοι ήτο αδύνατον να εξακολουθήσω. Ήρπασα τον +«λύχνον και πλήρης ταραχής εξήλθον του δωματίου. Το φόρεμά μου ήτο +«μεταξωτόν, καθόσον δε ανηρχόμην την κλίμακα, ο ήχος του μοι εφαίνετο +«ως ο κρότος φάσματος διώκοντός με. Έφθασα επί τέλους εις τον κοιτώνα +«μου. Ο σύζυγός μου εκοιμάτο βαθέως. Έρριψα επί της τραπέζης τον +«λύχνον, αλλά δεν είχον την δύναμιν να τον σβύσω. Χωρίς δε να λάβω τον +«καιρόν να εκδυθώ ερρίφθην επί της κλίνης μου.» + + (37) Η μήτηρ του Μάλκομ ήτο θυγάτηρ του γέροντος Σιβάρδου. + + (38) Η αδιαφορία μεθ' ης ο Μάκβεθ ακούει τον θάνατον της συζύγου του +μαρτυρεί ότι τα εγκλήματα και η απελπισία τον αποκατέστησαν αναίσθητον +και εις λύπην και εις φόβους, ως αυτός ούτος λέγει εις τους +προηγουμένους στίχους. + + (39) Υπαινίττεται τον Βρούτον ή τον Κάσιον, ή και αμφοτέρους. + + (40) Παραθέτω ενταύθα την εν τω Αθηναίω του Ιουλίου 80 δημοσιευθείσαν +μετάφρασίν μου των περί Μάκβεθ τριών κεφαλαίων εκ του περισπουδάστου +συγγράμματος του Κου Paul Stapfer, υπό την επιγραφήν Shakespeare et l' +Antiquité. Συντομίας χάριν, αφαιρούνται τα εκ της προκειμένης +τραγωδίας παρενειρόμενα εις την μελέτην ταύτην χωρία. + +&Α'. Το υπέρ φύσιν εν τω Μάκβεθ και εν τη Τραγωδία εν γένει.& + +Εξ απασών των τραγωδιών του Σαικσπείρου η μάλλον κατά τε την μορφήν και +την ουσίαν προσομοιάζουσα προς τα προϊόντα της αρχαίας δραματουργίας +είναι η του Μάκβεθ. Έχει αύτη την ενότητα και το γοργόν των κλασικών +δραμάτων, άνευ είτε συγχύσεως είτε παρεμποδίσεώς τινος κατά την +εξέλιξιν της δράσεως, ήτις από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σκηνής +βαίνει ταχέως προς την λύσιν. Ο δε πλαστικός της αρχαίας τραγωδίας +χαρακτήρ ανευρίσκεται επίσης, μέχρι τινός, εν τω Μάκβεθ, ένθα τα +εξωτερικά συμβεβηκότα κινούσι το ενδιαφέρον πλειότερον ή τα ενδόμυχα +των δρώντων προσώπων αισθήματα. Εν τω Μάκβεθ ενυπάρχει βεβαίως +ψυχολογία πλειοτέρα ή εις οιονδήποτε του Αισχύλου έργον, αλλ' όμως +πολλώ ολιγωτέρα ή εν τω Οθέλλω ή τω Αμλέτω. Το ύψος εν αυτώ υπερβαίνει +το πάθος, υπερέχει δ' εν συνόλω το αίσθημα της φρίκης, — αίσθημα +παραπλήσιον του θάμβους, — ενώ το εξεγειρόμενον έλεος δεν πιέζει την +ψυχήν όσον εις έτερα του Σαικσπείρου έργα. + +Αλλά το προ πάντων ανακαλούν την αρχαιότητα εν τη τραγωδία ταύτη είναι +η επίδρασις Δυνάμεων υπερφυσικών περιστελλουσών την ελευθερίαν του +ατόμου. Έχομεν εν τω Μάκβεθ χρησμούς λοξούς οίτινες, κατά γράμμα +εκπληρούμενοι, εξαπατώσιν ουχ ήττον τους προς ους εδόθησαν έχομεν προ +πάντων τας Μαγίσσας, τα σατανικά εκείνα όντα, των οποίων η άπαξ επί της +εκθάμβου σκηνής εμφάνισις αρκεί, όπως εμφυσήση εις ολόκληρον το δράμα +το δέος της παρουσίας και της επικρατήσεως αυτών. + +Οι περί των εν Αισχύλω ειδώλων γράψαντες κριτικοί ηναγκάσθησαν να +κατέλθωσι μέχρι του Σαικσπείρου, όπως εύρωσιν ανταγωνιστήν, εφάμιλλον +του Έλληνος ποιητού, περί την τέχνην του επάγειν δαιμόνια ή φάσματα· +πάντες δ' ομοφώνως αναγορεύουσι τους δύο τούτους ως τους μόνους μετά +πλήρους επιτυχίας δυνηθέντας να χρησιμοποιήσωσι τα υπέρ φύσιν εις τα +δράματα αυτών — Πόθεν τούτο; — Άρα γε διότι ήσαν εντεχνότεροι των +λοιπών ούτοι περί την εκμετάλλευσιν της δεισιδαιμονίας, ήτις +υπολανθάνει αείποτε εις την φύσιν του ανθρώπου; Ή διότι αι επικρατούσαι +κατά την εποχήν εκάστου αυτών προλήψεις εχορήγησαν εις αμφοτέρους +βάσιν, της οποίας εστερούντο οι ποιηταί οι ζήσαντες εις εποχάς μάλλον +πεφοτισμένας; — Το κατ' εμέ, παραδέχομαι ταυτοχρόνως αμφοτέρας ταύτας +τας εξηγήσεις. + +Εν τω μεσαιωνικώ θεάτρω παρεισήγοντο επίσης αι Δυνάμεις του Άδου και +του Ουρανού· και υπήρχε μεν τότε η πίστις, όπως οι θεαταί παραδέχωνται +αφελώς τας τοιαύτας επί της σκηνής εμφανίσεις, δεν υπήρχεν όμως η +τέχνη, όπως αποδώσωμεν εις αυτάς, και σήμερον έτι, τον φόρον του +ημετέρου θαυμασμού. Ο Γκαίτης και ο Βύρων εισήγαγον επίσης δαιμόνια και +φάσματα εν τω Φαύστω και τω Μάμφρεδ, αμφότεροι δ' ούτοι οι ποιηταί +είχον πλούτον και φαντασίας και τέχνης αλλά το υπερφυσικόν αυτών δεν +εμποιεί ισχυράν δραματικήν εντύπωσιν διά τον λόγον ότι διαφαίνεταί τι +το επιτετηδευμένον εις το υπερφυσικόν αυτών τούτο, ουδ' ενυπάρχει η +απαιτουμένη αρμονία μεταξύ της εμπνεύσεως του ποιητού αφ' ενός και της +επικρατούσης αφ' ετέρου πίστεως. + +Τον διπλούν τούτον όρον, τέχνης δηλονότι άκρας και εμπνεύσεως +συναδούσης μετά της εθνικής πίστεως, μόνοι ο Αισχύλος και ο +Σαικσπείρος, εκ τε των αρχαίων και των νεωτέρων ποιητών, εκπληρούσι +καθ' ολοκληρίαν. + +Ο Αισχύλος επίστευεν εις τους δαίμονας. Αι Ευμενίδες αυτού ουδ' +αλληγορία τις απλώς ήτο, ουδέ ποιητική προσωποποποίησις των τύψεων του +συνειδότος. Ήσαν αύται δυνάμεις του Άδου, έχουσαι πράγματι ύπαρξιν· ο +δε προορισμός των, εκτελούμενος δι' υλικών μάλλον ή ηθικών μέσων, ήτο η +ποινή των πατροκτόνων, των καταπατησάντων τον πρώτιστον της φύσεως +νόμον. Ετιμώρουν δε τον πταίστην σωματικώς, είτε διά νόσου τινός, της +λέπρας λόγου χάριν, είτε εκμυζώσαι το αίμα του φονέως. + + αλλ' αντιδούναι δει σ' από ζώντος ροφείν + ερυθρόν εκ μελέων πέλανον· από δε σου + φεροίμαν βοσκάν πώματος δυσπότου (ς. 264 — 267) + +Ο Ορέστης, καταδιωκόμενος υπό των αγρίων τούτων και αιμοχαρών τιμωρών, +πάσχει ως θύμα και ως παίγνιον των Ευμενίδων, ουχί ως ήθελε πάσχει +εγκληματίας τις των καθ' ημάς χρόνων, βασανιζόμενος υπό των τύψεων της +συνειδήσεως. Ακράδαντος εν τη θρησκευτική αυτού πίστει, επαναπαύεται +εις την αντίληψιν ετέρου θεού, αντιμαχομένου προς τας Ευμενίδας, του +Απόλλωνος, όςτις τω επέβαλε τον φόνον της μητρός του. Τοιούτος ο +χαρακτήρ της δραματικής πάλης εν τη αρχαία τραγωδία, πάλης εξωτερικής +όλως και θείας. + +Αδύνατον να φαντασθή τις μεταβολήν ριζικωτέραν της κατά φυσικήν +εξέλιξιν, γενομένης εν τη Ελληνική τραγωδία οπότε μετά τον Αισχύλον +έφερεν ο Ευριπίδης επί της σκηνής την αυτήν υπόθεσιν. Ποιητής ούτος +ηθικός, φιλόσοφος πεφωτισμένος, και σκεπτικός ως προς τα της θρησκείας, +δεν ηδύνατο ή να μεταλλάξη ουσιωδώς την παράστασιν παραδόσεων +θρησκευτικών, εις τας οποίας οι έγκριτοι των συγχρόνων αυτού δεν +επίστευον πλέον, ως ουδ' αυτός επίστευεν εις την αντικειμενικήν ύπαρξιν +των Δυνάμεων του Ουρανού και Άδου. Ο Ευριπίδης δεν παρεδέχετο το +καταπληκτικόν μυστήριον, το αποτελούν την θεολογίαν άπασαν του αρχαίου +δράματος, την οντότητα δηλαδή προσώπων &οσίως πανουργούντων&, οίος ο +Ορέστης ή η Αντιγόνη, και προσκτωμένων τον τραγικόν αυτών χαρακτήρα δι' +αυτής ταύτης της συνενώσεως του δικαίου μετά του αδικήματος, facto pius +et sceleratus eodem. + +Εν τοις δράμασι του Ευριπίδου οι θεοί δεν κατέχουσι την πρωτίστην +θέσιν, το δ' υπέρ φύσιν εξαλείφεται, και η ανθρωπότης παρίσταται μετά +των αληθών παθημάτων και παθών αυτής. Ο Ορέστης αυτού είναι πταίστης +ελεεινός, καταβιβρώμενος υπό των τύψεων του συνειδότος και +καταβεβλημένος ψυχή τε και σώματι. Ότε ο Μενέλαος τον ερωτά τι πάσχει, +και ποία η νόσος του, αποκρίνεται: + +&Η σύνεσις, ότι σύνοιδα δείν' ειργασμένος. + +Πιεζόμενος υπό της ιδέας, υφ' ης και μόνης κατέχεται, περιπίπτει εις +μανίαν αληθή. Η λέξις αύτη δεν εφαρμόζεται εις το ιερόν θάμβος του +Ορέστου εν τη τραγωδία του Αισχύλου. Αλλ' ο του Ευριπίδου Ορέστης έχει +καθ' εαυτό φρενολήπτου οπτασίας. + +Η Ηλέκτρα κάθηται παρά την κοίτην του ασθενούς αυτής αδελφού: + + Οίμοι, κασίγνητ', όμμα σον ταράσσεται, + ταχύς δε μετέθου λύσσαν, άρτι σωφρονών. + + Ορ. Ω μήτερ, ικετεύω σε, μη 'πίσειέ μοι + τας αιματωπούς και δρακοντώδεις κόρας· + αύται γαρ αύται πλησίον θρώσκουσί μου. + + Ηλ. Μέν', ω ταλαίπωρ', ατρέμα σοις εν δεμνίοις· + οράς γαρ ουδέν ων δοκείς σάφ' ειδέναι. + + Ορ. Ω Φοίβ', αποκτενούσι μ' αι κυνώπιδες + γοργώπες ενέρων ιερίαι, δειναί θεαί. + + Ηλ: Ούτοι μεθήσω, χείρα δ' εμπλέξασ' εμήν + σχήσω σε πηδάν δυστυχή πηδήματα. + + Ορ. Μέθες· μί' ούσα των εμών Ερινύων, + μέσον μ' οχμάζεις, ως βάλης, εις Τάρταρον. + + Ηλ. Οι 'γώ τάλαινα, τίν' επικουρίαν λάβω.... + επεί το θείον δυσμενές κεκτήμεθα; + + Ορ. Δος τόξα μοι κερουλκά, δώρα Λοξίου, + οις μ' είπ' Απόλλων εξαμύνεσθαι θεάς. + ει μ' εκφοβοίεν μανιάσιν λυσσήμασιν... + Ουκ εισακούετ'; ουχ οράθ' εκηβόλων + τόξων πτερωτάς γλυφίδας εξορμωμένας; + α α· + Τι δήτα μέλλετ'; εξακρίζετ' αιθέρα + πτεροίς· τα Φοίβου δ' αιτιάσθε θέσφατα. + Έα· + Τι χρήμ' αλύω, πνεύμ' ανείς εκ πλευμόνων; + Ποι ποι ποθ' ηλάμεσθα δεμνίων άπο; + +Ο Ορέστης ούτος του Ευριπίδου πάσχει τας φρένας, ο θεατής βλέπει εν +αυτώ μανίαν αληθή, τα δε φάσματα, άτινα φιλόσοφος ποιητής παρεισάγει εν +τω θεάτρω αυτού, ουδαμώς αντιβαίνουσιν εις της επιστήμης τους ορισμούς· +είναι φάσματα υποκειμενικά, πλάσματα νοσούσης φαντασίας. + +Παρομοίως το εν τη Εκάβη προλογίζον είδωλον του Πολυδώρου ουδεμίαν έχει +δραματικήν αξίωσιν, αλλ' απλώς μόνον χρησιμεύει εις προεισαγωγήν της +του δράματος υποθέσεως. + +Εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου τα φάσματα είναι οτέ μεν αντικειμενικά, +έχουσι δηλαδή ύπαρξιν πραγματικήν, ανεξαρτήτως της διανοητικής +καταστάσεως των βλεπόντων αυτά προσώπων του δράματος, οτέ δε +υποκειμενικά, ήτοι αισθητά εις την όρασιν ενός μόνου προσώπου +νοσούντος, μολονότι γίνονται και προς τους θεατάς ορατά, οπόταν ο +ποιητής θέλει να &υποκειμενίση& τας οπτασίας. + +Παραδεχόμενος την σωματικήν επί της σκηνής εμφάνισιν όντων υπερφυσικών, +ο Σαικσπείρος υπείκεν εν πρώτοις εις το ποιητικόν αυτού έμφυτον. Οι +άνθρωποι, είτε φανερώς είτε λάθρα, πιστεύουσιν εις το υπεράνθρωπον. Οι +δ' έμφρονες δεν καταδικάζουσι τας δεισιδαιμονίας των αφρόνων διότι εάν +τω όντι σώφρονες, είναι και μετριόφρονες, θα είπωσι δε μετά του +Αμλέτου. + + 'ς τον ουρανόν και εις την γην τόσα και τόσα έχει + που η φιλοσοφία σου δεν βλέπει 'ς τ' όνειρόν της. + +Ίσως μάλιστα είπωσι μετά του γηραιού Lafeu, ετέρου του Σαικσπείρου +προσώπου (All's well that ends well): + +«Λέγουσιν ότι θαύματα δεν γίνονται πλέον, και έχομεν τους φιλοσόφους να +μας κάμνουν απλά και συνειθισμένα πράγματα, τα υπερφυσικά και τα +ανεξήγητα. Διά τούτο παίζομεν με την φρίκην και προσποιούμεθα τους +γνωστικούς, αντί να υποτασσώμεθα εις τον φόβον του αγνώστου». + +Δεν έχουσι δεισιδαιμονίας οι ποιηταί μόνοι, οι κατεχόμενοι υπό της +φαντασίας αυτών, αλλά και άνδρες ψυχροί και θετικοί άμα επί ολίγον +παύσωσιν επιβλέποντες εαυτούς. Ο μέγας Άγγλος υλιστής Hobbes εδειλία να +μείνη μόνος τας νύκτας, φοβούμενος τας οπτασίας. Ο Malherbe, εν +επιστολή του τινι, περιγράφει αφελώς υπερφυσικόν φαινόμενον, επισυμβάν +κατά τον φόνον Ερρίκου του Δου, αλλαχού δ' αφηγείται σπουδαίως +εμφάνισιν της σκιάς νεκρού τινος. Ο Γκαίτης και ο Μe?ée είχον επίσης +στιγμάς δεισιδαιμονίας, ο δε Σωκράτης ο σοφώτατος των ανδρών, ήτο και ο +δεισιδαιμονέστατος· φρονώ λοιπόν ότι ο Σαικσπείρος παρεισάγων το υπέρ +φύσιν εν τω θεάτρω αυτού, εξεμεταλλεύετο εν πρώτοις μετά μεγίστης +ποιητικής τέχνης την εν τω ανθρώπω ενυπάρχουσαν προς τούτο τάσιν. Αλλ' +εις τούτο μεγάλως ωθείτο και υπό των επικρατουσών κατά την εποχήν αυτού +προλήψεων. Έχομεν ως προς τούτο μερικάς μαρτυρίας περί πλείστων εξόχων +ανδρών της 16ης εκατονταετηρίδος, οίτινες ήσαν προληπτικοί και +δεισιδαίμονες. + +Εάν δε από των εκκρίτων κατέλθωμεν εις το πλήθος, ανευρίσκομεν απειρίαν +τοιούτων συγχρόνων μαρτυριών, ιδίως ως προς την πίστιν εις την μαγείαν +και τας μαγίσσας. Ο Reginald Scott εν τω συγγράμματι αυτού, η &Μαγεία +αποκαλυπτομένη&, περιγράφει λεπτομερώς τας μαγίσσας, η δε περιγραφή +αυτού συμφωνεί πληρέστατα προς τα εν τω Σαικσπείρω. + +Αι εν τω Μάκβεθ μάγισσαι και αι αλλόκοτοι συνδιαλέξεις περί των +κατορθωμάτων αυτών, — εν οις διαπρέπει η σφαγή χοίρων και οι λέβητες +εντός των οποίων μαγειρεύουσι τα ποικίλα και εκλεκτά αυτών καρυκεύματα, +— δεν είναι βαρβαρικής φαντασίας γεννήματα, αλλ' έχουσιν ιστορικήν, +ούτως ειπείν και πραγματικήν υπόστασιν. Παν ό,τι λέγουσιν ή πράττουσιν +ευρίσκεται εν τη &Δαιμονολογία& του βασιλέως Ιακώβου του Α' ή εν τοις +πρακτικοίς των τότε δικαστηρίων, και δύναται να εξηγηθή και σχολιασθή +διά μόνης της ερεύνης των συγχρόνων μνημείων. + +Υπό αισθητικήν δ' έποψιν, ο Σαικσπείρος ουδαμώς έσφαλεν διατηρήσας την +κατά παράδοσιν απεχθή μορφήν των τερατωδών τούτων όντων. Δεν αρμόζει το +κάλλος εις του Άδου τα όργανα. Τοιαύται ήσαν και αι αποτρόπαιοι +Ευμενίδες του Αισχύλου, αι «κατάπτυστοι κόραι», ως τας αποκαλεί ο +Απόλλων «αις ου μίγνυται θεών τις, ουδ' άνθρωποι, ουδέ θήρ ποτε» — Ότε, +λέγει ο Πολυδεύκης, ενεφανίσθησαν επί της σκηνής γυναίκες ελιποθύμησαν +και παιδία απεβίωσαν εκ του τρόμου. + +Αλλά δεν περιωρίσθη ο Σαικσπείρος εις μόνην την εγχώριον και δημώδη της +πατρίδος αυτού παράδοσιν. Παρεισάγων τας αναμνήσεις της αρχαιότητος, +αναμιγνύει τα κλασσικά του Απόλλωνος και της Εκάτης ονόματα μετά των +χυδαίων ονομασιών των Μαγισσών. Η δε βροχή και ο άνεμος και οι κεραυνοί +και η έρημος εξοχή, όπου συνέρχονται τα δαιμόνια του σκότους, +απαρτίζουσιν ατμοσφαίραν συναρμοζομένην προς τα σατανικά όντα, τα οποία +εντός αυτής παρουσιάζονται. Το όραμα του Μάκβεθ αποτελεί εν συνόλω +συμφωνίαν φαντασιώδη και πένθιμον, της οποίας την διαπασών ευθύς απ' +αρχής δίδει ο διάλογος των τριών Μαγισσών, εν τω μέσω της περικυκλούσης +αυτάς τρικυμίας. + +Αι δύο ή τρεις σκηναί, καθ' ας αι Μάγισσαι συνέρχονται μόναι, και η +εμφάνισις αυτών εις τον Μάκβεθ και τον Βάγκον ταυτοχρόνως, εναργώς +αποδεικνύουσιν ότι ο ποιητής παριστά αυτάς ως όντα υπαρκτά και +αντικειμενικά. Εν τούτοις κριτικοί τινες απεπειράθησαν να εξώσωσι τα +υπέρ φύσιν εκ του θεάτρου του Σαικσπείρου, εξηγούντες αυτά ως απλάς +δήθεν φρεναπάτας, όπως εν τω Ορέστη του Ευριπίδου... Θέλουσι, λόγου +χάριν, ότι η εμφάνισις και αι προφητείαι των Μαγισσών ουδέν άλλο +παριστώσιν, ή την συσσωμάτωσιν των εν τη καρδία του Μάκβεθ κρυπτομένων +πόθων, και την προσωποποίησιν του πειρασμού, υπό του οποίου ενδομύχως +ούτος κατέχεται. Τούτο αποτελεί τω όντι μέρος του σκοπού του ποιητού, +αλλά μέρος μόνον. Αι Μάγισσαί του εκπροσωπούσι την Ειμαρμένην. Η +τραγωδία του αύτη δεν παριστά άνδρα δοξομανή αδικούντα εξ ελευθέρας +αυτού βουλήσεως μόνον, αλλά παριστά προσέτι αυτόν ως θύμα θεοτήτων +κακεντρεχών, θύμα δυστυχές και άξιον οίκτου, παλαίον κατά της τύχης +του. Ούτω δε προσλαμβάνει το δράμα τύπον αρχαϊκόν· παρά τον τρόμον +συνυπάρχει και έλεος, αμφότερα δ' έχουσι θρησκευτικόν πως χαρακτήρα. +Εάν ο Μάκβεθ δεν συνηντάτο μετά των Μαγισσών, η καρδία του ήθελεν είναι +ουχ ήττον μεμολυσμένη, αλλ' αι χείρες του ήθελον ίσως διαμείνει αγναί. +Το φιλοσοφικόν ύψος της ποιητικής του Σαικσπείρου συλλήψεως εις τούτο +ιδίως συνίσταται, εις την συνάντησιν της διεφθαρμένης του Μάκβεθ +καρδίας μετά του έξωθεν πειρασμού. + +Αι τρεις Μάγισσαι είναι όντα αναντιρρήτως αντικειμενικά. Ουχ' ήττον +όμως αι υποκειμενικαί οπτασίαι είνε συνηθέστεραι εν τω θεάτρω του +Σαικσπείρου, και εις ταύτας φαίνεται προφανώς δίδων την προτίμησιν ο +μέγας ποιητής ως επί το πολύ· η ποιητική τε και ηθική αυτών αξία +υπερτερεί την των αντικειμενικών. + +Όπως γείνη επί του θεάτρου παραδεκτή η οντότης πλασμάτων υπερφυσικών, +απαιτείται τέχνη Αισχύλειος ή Σαικσπείρειος, απαιτείται δε συγχρόνως +και η επί της ποιητικής εμπνεύσεως επίδρασις των συγχρόνων δοξασιών. +Άλλως, αντί όντων προκαλούντων θάμβος και φρίκην, ήθελον κινείσθαι επί +της σκηνής γελοίαι μηχαναί μελοδράματος, διαβολίσκοι αντί δαιμόνων, και +αντί φαντασμάτων φαντασμαγορίαι. Αι υποκειμενικαί όμως οπτασίαι, τα +πλάσματα δηλαδή της φαντασίας εν παθολογική ευρισκομένης καταστάσει, +ανήκουσιν εις την τάξιν των φυσικών φαινομένων, και καθ' ό τοιαύτα +εφείλκυσαν ιδίως την περιέργειαν του Σαικσπείρου. + +Η απλουστέρα φάσις υποκειμενικής οπτασίας είναι το ενύπνιον. + +Κατά την παραμονήν της μάχης του Bosworth ο βασιλεύς Ρικάρδος ο Γ' +κοιμάται εν τη σκηνή αυτού. Ενώπιόν του παρίστανται αίφνης αι σκιαί των +θυμάτων του και προλέγουσι την ήτταν και τον θάνατόν του. Αφυπνίζεται +διά μιας ο Ρικάρδος και ανακράζει: «ω δειλή συνείδησις, πώς με +βασανίζεις!». + +Παρόμοια ενύπνια ετάρασσον τον ύπνον ετέρου βασιλέως ασθενεστέρου την +ψυχήν, Καρόλου του Θ' της Γαλλίας· αλλ' ούτος, εκτός των ενυπνίων, ήτο +υποκείμενος και εις φρεναπάτας ήδη. «Ο βασιλεύς Κάρολος έκραξε κατ' +«ιδίαν τον ιατρόν του και τω είπεν; Ιατρέ, δεν ηξεύρω τι έπαθον προ δύο +«ή τριών ημερών είμαι τεταραγμένος την ψυχήν και το σώμα· κοιμώμενος ή +«έξυπνος, ανά πάσαν στιγμήν, μοι φαίνεται ότι βλέπω εμπρός μου τα +«πτώματα των φονευθέντων με φρικτόν και αιματόφυρτον το πρόσωπον». Εκ +των λόγων του Καρόλου εξάγεται ότι αι οπτασίαι του δεν έχουσιν εισέτι +τοσαύτην ζωηρότητα, ώστε να εξαπατώσιν αυτόν ως προς την πραγματικότητά +των. Τοιαύτη και η φαντασιώδης μάχαιρα, την οποίαν ενώπιΌν του βλέπει ο +Μάκβεθ, (Πράξις Β', Σκ. Α') διατηρών όμως την συναίσθησιν της +φρεναπάτης του. + +Εις την αυτήν κατηγορίαν ανήκει και η εμφάνισις της σκιάς του Καίσαρος +εις τον Βρούτον, κατά την παραμονήν της εν Φιλίπποις μάχης, εν τη +τραγωδία του Σαικσπείρου &Ιούλιος Καίσαρ.& + +Η έντασις της ευαισθησίας του Βρούτου έχει αυτόν προπαρεσκευασμένον διά +τας επερχομένας εντυπώσεις. Είναι νυξ, νυξ επακολουθούσα ημέραν +ζοφεράν, καθ' ην ταυτοχρόνως έμαθε και της ευγενούς συζύγου του τον +θάνατον και την προσέγγισιν του εχθρικού στρατού. Είναι περίλυπος, προς +δε και δυσηρεστημένος καθ' εαυτού, διότι αδίκως ήρισε προς τον φίλον +του Κάσιον. Αγρυπνών εν τη σκηνή του, εν μέσω της βαθείας πέριξ +νυκτερινής σιγής, λαμβάνει βιβλίον εις χείρας, αλλά ματαίως προσπαθεί +ν' αναγνώση. Ο δούλος του, ο νεαρός Λούκιος ανακρούει κατ' αίτησίν του +μέλος τι, αλλά κεκμηκώς κλείει εντός ολίγου τα βλέφαρα και αποκοιμάται. +Τότε εις την τρέμουσαν λάμψιν του σβεννυμένου δαυλού, εμφανίζεται του +Καίσαρος η σκιά· + + Θαμπά που καίει ο δαυλός... Ποιος είναι που εμβαίνει;... + Είναι τα 'μάτια μου θαρρώ τα αδυνατισμένα + που πλάττουν τούτο το φρικτόν το φάντασμα εμπρός μου! + Κατάντικρύ μου έρχεται... Εσύ, τι πράγμα είσαι; + Θεός μην είσαι; Άγγελος, ή Δαίμονας; Με κάμνεις + κ' αι τρίχες μου ορθόνονται, το αίμα μου παγόνει... + Ειπέ τι είσαι; + + Η ΣΚΙΑ + Ο κακός ο δαίμων σου, ω Βρούτε. + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Τι θέλεις κ' ήλθες; + + Η ΣΚΙΑ + Να σου 'πώ πώς θα μ' ιδής και πάλιν + εις τους Φιλίππους. + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Α! καλά! Λοιπόν σε ξαναβλέπω; + + Η ΣΚΙΑ + Ναι· 'ς τους Φιλίππους... + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Θα σ' ιδώ λοιπόν εις τους Φιλίππους. .. + Τώρα που έκαμα καρδιάν, μου χάνεσ' απ' εμπρός μου! + Κακέ μου Δαίμον, ήθελα κι' άλλα να' πώ μαζί σου. — + Λούκιε! Βάρων! Κλαύδιε! Ακούσατε, 'ξυπνήστε! + Κλαύδιε! + + ΛΟΥΚΙΟΣ + Είναι η χορδή, αυθέντα, χαλασμένη. + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Φαντάζεται πως τ' όργανον παίζει ακόμη. — Ξύπνα, + αι, Λούκιε! + + ΛΟΥΚΙΟΣ + Αυθέντα μου. + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Τι είδες 'ς το όνειρόν σου, + και τόσον εξεφώνησες; + + ΛΟΥΚΙΟΣ + Αυθέντα, δεν ηξεύρω + πως 'φώναξα. + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Εφώναξες! Τι ήτον οπού είδες; + + ΛΟΥΚΙΟΣ + Δεν είδ', αυθέντα, τίποτε. + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Καλά. Ξανακοιμήσου. + Αι Κλαύδιε! Συ, κύριε! Ξυπνήσατε! + + ΒΑΡΩΝ + Αυθέντα! + + ΚΛΑΥΔΙΟΣ + Αυθέντα! + + ΒΡΟΥΤΟΣ + Τι επάθατε 'ς τον ύπνον σας κ' οι δύο, + και τόσον εφωνάξατε; + + ΚΛΑΥΔΙΟΣ + 'Φωνάξαμεν, αυθέντα; + + ΒΡΟΥΤΟΣ + 'Φωνάξατε! — Τι είδατε; + + ΒΑΡΩΝ + Τίποτ' εγώ δεν είδα. + + ΚΛΑΥΔΙΟΣ + Κ' εγώ δεν είδα τίποτε. + +Τα ερωτήματα του Βρούτου μαρτυρούσιν, ότι αμφιβάλλει περί της +πραγματικότητος της οπτασίας του, και υποπτεύεται μη ευρίσκεται υπό το +κράτος φρεναπάτης. + +Υπάρχουσι διάφοροι βαθμοί φρεναπάτης, ο δε Σαικσπείρος μετά πολλής +επιστασίας και τέχνης, προσέχει περί την διάκρισίν των. Καθώς ο +Βρούτος, και ο Αμλέτος επίσης είναι εκ της φυσιολογικής του +καταστάσεως, προδιατεθειμένος διά την επερχομένην οπτασίαν. Απ' αρχής +του δράματος κατέχεται υπό βαθείας μελαγχολίας. Αηδιάσας τον κόσμον και +του βίου επιζητεί την ερημίαν, και βλέπει τον νεκρόν ήδη πατέρα του + + με της ψυχής τα μάτια. + +Αλλά δεν τον εξαπατά εισέτι η φαντασία του και γνωρίζει ότι το όραμα +εκείνο είναι της εξημμένης κεφαλής του πλάσμα. Βαθμηδόν όμως οι +ρεμβασμοί του μεταβάλλονται εις παράνοιαν, η δε θλίψις του εις +παραφροσύνην, και τότε είναι ώριμος διά πλήρη φρεναπάτην. Εν τη σκηνή +μεταξύ του Αμλέτου και της μητρός του (Γ' Πράξις) το φάσμα είναι μεν +ορατόν προς τους θεατάς, αλλ' όμως διαμένει υποκειμενικόν, διότι η +μήτηρ του δεν το βλέπει. + +Και ο Μάκβεθ επίσης, κατ' αρχάς βλέπων την μάχαιραν εννοεί ότι είναι +ανύπαρκτος η πλάνη, αλλά βαθμηδόν εξαπτόμενος προβαίνει μέχρι τελείας +φρεναπάτης. + +Ο Βάγκος δολοφονείται κατ' εντολήν του, τον δε φόνον του πληροφορείται +εν μέσω του συμποσίου, εις το οποίον είναι προσκεκλημένος και ο +φονευθείς. Ενώ ετοιμάζετο να παρακαθήση εις την τράπεζαν, ταράσσεται η +όρασίς του και νομίζει ότι ουδεμία θέσις υπάρχει κενή. Είναι τούτο η +αρχή του κακού. Βαδίζει προς την έδραν του, αλλά κραυγή φρίκης +εξέρχεται του στήθους του! Βλέπει επ' αυτής καθήμενον τον νεκρόν +Βάγκον! Οι συνδαιτυμόνες ανεγείρονται έντρομοι, αλλ' ουδέν βλέπουσι, +διότι ουδέν υπάρχει. Η Λαίδη Μάκβεθ προσπαθεί μετά μεγίστης παρρησίας +πνεύματος να καθησυχάση τους παρά την τράπεζαν φίλους, εξηγούσα ότι ο +Μάκβεθ υπόκειται εις το πάθος τούτο από νεαράς ηλικίας, αλλ' ότι το +πράγμα δεν είναι σπουδαίον, — και απευθυνομένη μετά ταύτα κατ' ιδίαν, +προς τον σύζυγον προσπαθεί να τον επαναφέρη εις τας αισθήσεις του. + +Τα φαινόμενα ταύτα είναι πάντα φυσικά και γνωστά εις την επιστήμην, το +δε αληθές αυτών τα αποκαθιστά έτι μάλλον ενδιαφέροντα. Βλέποντες το +φάντασμα του Βάγκου εν τη σκηνή του συμποσίου, ενθυμούμεθα παρόμοια +πολλά γεγονότα της αυτής φύσεως και εν τη ιστορία, και εν μέσω της +νοσούσης ανθρωπότητος, καθ' εκάστην συμβαίνοντα... + +Είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά τα φάσματα, ανάγκη πάσα να υπάρχη +η απαιτουμένη προς όρασιν αυτών ψυχολογική προδιάθεσις εκ μέρους των +προσώπων του δράματος. Διά τί εν τη τραγωδία του Βολταίρου η +&Σεμίραμις&, ουδεμίαν προξενεί εντύπωσιν η εμφάνισις της σκιάς του +Νίνου; Ουχί, ως θέλει ο Λέσσιγκ, διότι παρουσιάζεται αναιδώς εν πλήρει +μεσημβρία, — ενώ η διακριτική και μυστηριώδης σκιά του πατρός του +Αμλέτου παρουσιάζεται κατά το μεσονύκτιον, εις ολίγων μόνον ανδρών τους +οφθαλμούς. Εις την λάμψιν της ημέρας εμφανίζεται και του Δαρείου το +είδωλον ενώπιον των γερόντων Περσών, αλλ' η νυξ ενυπάρχει εν τη +τραγωδία αυτή του Αισχύλου. Ότε ο βασιλεύς του ηττηθέντος εν Σαλαμίνι +κράτους εξέρχεται του τάφου του, η εμφάνισίς του είναι ήδη +προπαρεσκευασμένη, περιμένεται, προκαλείται, — υπάρχει δε πλήρης +αρμονία μεταξύ της εκ του Άδου προελεύσεως ταύτης και των πενθίμων +διανοημάτων των του δράματος προσώπων· Του Βολταίρου απ' εναντίας το +φάσμα είναι μηχανή θεατρική ουδέν άλλο σκοπούσα ή κατορθούσα, ή την +ανύψωσιν της πομπής του θεάματος. Εις μάτην προαναγγέλλεται η έλευσίς +του διά κεραυνών και κρότων έσωθεν· ουδέν κατορθοί διά της παρουσίας +του. + +Ενταύθα παρουσιάζεται το ζήτημα, εάν εν τη δραματική παραστάσει των +τοιούτων φαινομένων ήναι προτιμητέα, ή μη η επί της σκηνής παρουσίασις +των φασμάτων. Τω όντι, υπάρχει τι το αντιφατικόν εις την προς τους +θεατάς επίδειξιν αντικειμένων, τα οποία βλέπει ο νοσών μόνος, τα δε +λοιπά του δράματος πρόσωπα δεν βλέπουσιν. Αλλ' εν τω θεάτρω τα πλείστα +γίνονται κατά συνθήκην, της δε συνηθείας η ισχύς είναι τοσαύτη, ώστε οι +θεαταί ευκόλως παραδέχονται τα μη πιθανά. Όθεν η λύσις του ζητήματος +εναπόκειται κυρίως εις τους εργολάβους. + +Ότε εδιδάχθη η Ορέστεια του Αισχύλου, παρουσιάσθη η εξής δυσκολία. Κατά +το τέλος της τραγωδίας των Χοηφόρων, δευτέρου της τριλογίας μέρους, αι +Ευμενίδες, των οποίων επίκειται ακολούθως η επί της σκηνής εμφάνισις, +εγείρονται βραδέως από του εδάφους και τας βλέπει μεν ο Ορέστης, αλλ' +ουχί και ο Χορός. Ήτο δ' επάναγκες να γείνη προς τους θεατάς ορατή η +παρουσία των, διότι ενταύθα δεν πρόκειται περί φρεναπάτης, ως εν +Ευριπίδη, αλλά περί φρικώδους πραγματικότητητος, ο δ' Αισχύλος ήθελε +την τοιαύτην εμφάνισίν των ως σύνδεσμον μεγαλοπρεπή μεταξύ του δευτέρου +και του τρίτου μέρους της τριλογίας αυτού. Η διάταξις του εν Αθήναις +θεάτρου επέτρεψε την ανύψωσιν των Ευμενίδων από της ορχήστρας, ένθεν αι +δρακοντόμαλλοι κεφαλαί των, προβάλλουσαι βαθμηδόν, ήσαν οραταί εις +μόνους τους θεατάς και τον Ορέστην, ουχί δε εις τον χορόν· + + Α α, δμωαί γυναίκες, αίδε Γοργόνων δίκην + φαιοχίτωνες και πεπλεκτανημέναι + πυκνοίς δράκουσιν! ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ. + — Τίνες σε δόξαι, φίλτατ' ανθρώπων πατρί, + στροβούσιν;... + — Ουκ εισί δόξαι τώνδε πημάτων εμοί· + σαφώς γαρ αίδε μητρός έγκοτοι κύνες... + Άναξ Άπολλον, αίδε πληθύουσι δη, + καξ ομμάτων στάζουσιν αίμα δυσφιλές... + υμείς μεν ουχ οράτε τας δ', εγώ 'δ ορώ. + ελαύνομαι δε, και ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ. + +Νομίζω μοναδικήν εν τω θεάτρω την αντικειμενικήν ταύτην παράστασιν +όντων μη ορατών εις άπαντα τα δρώντα πρόσωπα. Αλλ' ότε πρόκειται περί +υποκειμενικών οπτασιών, αύται δύνανται κατ' αρεσκείαν να γίνωσιν +οραταί, ή μη, προς τους θεατάς. Εάν τα μηχανήματα δεν είναι εκ των +εντελεστέρων ο δε ηθοποιός απ' εναντίας έχη την απαιτουμένην ικανότητα, +προτιμητέα η αποφυγή μηχανών, αίτινες αντί τρόμου ενδέχεται να +προξενήσωσι γέλωτα. + +Εσπέραν τινά ο περιώνυμος Γάλλος ηθοποιός Τάλμας, συνδειπνών μετά +φίλων, παρεκλήθη ν' απαγγείλη την γνωστήν ?ήν της γ' πράξεως του +Αμλέτου. Μόναι σκηνικαί προπαρασκευαί ήσαν εξ ανάγκης τα έπιπλα του +εστιατορίου, ο δε Τάλμας απήγγειλε τους γαλλικούς στίχους της ψυχράς +του Ducis παραφράσεως. Εν τούτοις οι ακροαταί κατελήφθησαν υπό φρίκης. +Δεν είχε χρείαν φάσματος άντικρύ του. Οι ιδόντες αυτόν έλεγον ότι +έβλεπον το φάσμα εις τους οφθαλμούς και την φωνήν του ηθοποιού. + + + +Β'. &Ο Μάκβεθ.& + +&Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης& + +Αι Δυνάμεις του Άδου εν τη τραγωδία του Σαικσπείρου ενεργούσιν +αντιστρόφως ή εν τη τριλογία του Αισχύλου. Παρουσιάζονται επί της +σκηνής ουχί μετά το έγκλημα, αλλά προ αυτού, ουχί προς τιμωρίαν, αλλά +προς πειρασμόν. + +Απεδώκαμεν εις τας Μαγίσσας ύπαρξιν πραγματικήν, αντικειμενικήν, +παραβάλλοντες δε τον Μάκβεθ προς τας αρχαίας τραγωδίας υπεδείξαμεν ότι +η μεταξύ αυτών ομοιότης προέρχεται προ πάντων εκ της ενυπαρχούσης εις +το δράμα της επιδράσεως Δυνάμεων υπερφυσικών, αιωρουμένων υπεράνω επί +της σκηνής προσώπων. + +Αλλά, λέγοντες και παραδεχόμενοι ταύτα, ούτε αποδίδομεν μεγαλειτέραν +του δέοντος αξίαν εις την ενταύθα επικράτησιν της Ειμαρμένης, ούτε +παραβλέπομεν την μεγίστην ? λως διαφοράν μεταξύ του νεωτέρου τούτου +αριστουργήματος και της αρχαίας εν γένει τραγωδίας. Διότι, επί τέλους, +μεθ' όλα τα ήδη λεχθέντα, το εξέχον εν τω Μάκβεθ είναι ηθική ελευθερία, +ελευθερία σχετική βεβαίως και περιωρισμένη καθό ανθρωπίνη, αλλ' όπως +δήποτε περιέχουσα την ελαστικότητα, την οποίαν η λέξις εμφαίνει, οπότε +εφαρμόζεται εις τον άνθρωπον. + +Η Ειμαρμένη, εις την οποίαν ο Μάκβεθ υπείκει, είναι απλώς μόνον ο +φυσικός νόμος, καθ' ον το έγκλημα γεννά το έγκλημα, η δε ανομία +διαδέχεται την ανομίαν. Ο άπαξ τολμήσας να θέση τον πόδα επί της +ολισθηράς κατωφερείας, κυλιέται μέχρι βάθους του βαράθρου, αλλ' όμως +δεν απαλλάσσεται της ευθύνης του πρώτου τουλάχιστον βήματος· ηδύνατο δε +πίπτων έτι να επικαλεσθή και να εύρη χείρα πρόθυμον συμπαθείας. Τα +Δαιμόνια εν τω Σαικσπειρείω δράματι εκπροσωπούσι τον πειρασμόν, εις τον +οποίον ναι μεν υποκύπτει ο αφρόνως προσηλών επ' αυτού τον οφθαλμόν, +αλλ' ουχί και ο έχων την γνώσιν ν' αποστρέψη το πρόσωπον. Αι Μάγισσαι, +διά της εμφανίσεως και των προφητειών αυτών, δεν εξασκούσιν επί της +θελήσεως του Μάκβεθ πίεσιν αναπόδραστον, ουδ' αναγκαζουσιν αυτόν διά +της βίας, τρόπον τινά, να πράξη το κακόν. ? ούτος μέχρι τέλους οίος ο +άνθρωπος παρίσταται εις άπαντα του Σαικσπείρου τα έργα, και οποίος +είναι πράγματι τω βίω, ο κύριος δηλαδή της τύχης του εργάτης. Εάν δεν +δυνάμεθα να ερωτήσωμεν τον Μάκβεθ αυτόν, τι περί τούτου φρονεί, ήθελεν +υπερηφάνως αρνηθή, να επιρρίψη την ευθύνην των πράξεών του εις +οιονδήποτε άλλον, έστω και εις τον σατανάν. Ουδένα ποτέ μέμφεται, ουδέ +την σύζυγόν του, ουδέ τας Μοίρας, ουδ' ανακράζει ούτος ως ο Ορέστης του +Ευριπίδου, ο Απόλλων πταίει. + + Τούτω' πιθόμενος την τεκούσαν έκτανον. + Εκείνον ηγείσθ' ανόσιον και κτείνετε· + εκείνος ήμαρτ', ουκ εγώ. + +Όθεν, εάν σφάλλωσιν όσοι των κριτικών θέλουσι να σμικρύνωσι την +επίδρασιν του πειρασμού επί της ψυχής του Μάκβεθ σφάλλουσιν όμως έτι +μάλλον οι παραγνωρίζοντες την ελευθερίαν της βουλήσεώς του. + +Ο Άγγλος χρονογράφος Holinshed, εξ ου ηρύσθη την υπόθεσιν του δράματος +ο Σαικσπείρος, λέγει, ότι «ημέραν τινα καθ' ην ο Μάκβεθ και ο Βάγκος +«μετέβαινον εις Φόρες, όπου ο βασιλεύς κατ' εκείνο του χρόνου διέμενεν, +«ενώ μόνοι οι δε διέτρεχον προς διασκέδασιν δάση και αγρούς, συνήντησαν +«αίφνης τρεις γυναίκας αλλοκότως ενδεδυμένος, και ομοιαζούσας προς +«άλλης εποχής όντα.» + +Ο ποιητής τροποποίησαν ουσιωδώς του χρονογράφου την περιγραφήν. Εν τη +τραγωδία δεν συναντά τυχαίως τας Μαγίσσας ο Μάκβεθ διατρέχων μετά του +Βάγκου δάση και αγρούς αλλ' επιστρέφων εκ της μάχης φόνου και δόξης +μεστός. Η ανδρεία του έσωσε τον βασιλέα, τον χρηστόν και ειρηνικόν +Δώγκαν, ούτινος τον θρόνον εκλόνιζε φοβερά αποστασία. Άνευ του Μάκβεθ +κατεστρέφετο η βασιλεία. Χείμαρρος αισθημάτων συγκεχυμένων, στοχασμών +εξ εκείνων τους οποίους ονειρεύεται έξυπνος, πλημμυρεί τον νουν και την +καρδίαν του. «Άνευ εμού, λέγει καθ' εαυτόν, τι θα εγίνετο ο Δώγκαν; +«Εις τον βραχίονά μου οφείλει και θρόνον και ζωήν. Εάν έπρεπε να +«βασιλεύη ο ικανώτερος, ήθελεν είναι ούτος ο βασιλεύς της Σκωτίας; » + +Αλλά τοιούτον μονόλογον ο Σαικσπείρος δεν θέτει εις τα χείλη του ήρωός +του, ουδέ περιπίπτει εις το λάθος του να δώση σώμα και μορφήν εις ό,τι +ώφειλε ν' αφήσει αόριστον και ασαφές. Εξ αυτών όμως των πρώτων του +Μάκβεθ λέξεων διαβλέπομεν, ότι υφίσταται μυστηριώδης τις σύνδεσμος +μεταξύ των Δαιμονίων του σκότους και των μυχίων αυτού στοχασμών. Οι +τελευταίοι κατά την πρώτην σκηνήν λόγοι των Μαγισσών ήσαν: + + Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά. + +Ο δε Μάκβεθ μετ' ολίγον, εισερχόμενος επί της σκηνής, λέγει προς τον +Βάγκον: + +&Δεν είδα ημέραν 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν.& + +Ομιλεί περί του καιρού ή περί της μάχης; Υπάρχει ως προς τούτο +αμφιβολία τις, ως εκ του διφορουμένου των λέξεων, αλλ' αδιάφορον τούτο. +Το πράγμα έχει σημασίαν μεγάλην, καθό υποδεικνύον (εν ελλείψει +μονολόγου) την αισθητικήν ούτως ειπείν υπόστασιν του Μάκβεθ, +βασιζομένην επί της επιδράσεως του Άδου. + +Τοιαύτη η ηθική του ήρωος κατάστασις, καθ' ην στιγμήν συναντάται μετά +των Μαγισσών, αίτινες προσαγορεύουσι τον νικητήν της αποστασίας ως +μέλλοντα της Σκωτίας βασιλέα. Ο Μάκβεθ έκθαμβος, καταλαμβάνεται υπό +ρίγους, ο δε χρηστός Βάγκος εκπλήττεται: + + ω φίλε, τι 'ξιππάζεσαι, ωσάν να σε φοβίζουν + ακούσματα ευχάριστα; + +Ουδ' έχει άδικον εκπληττόμενος ο Βάγκος. Εν περιπτώσει θανάτου του +βασιλέως της Σκωτίας, διαδέχεται αυτόν, κατά νόμον, ο εγγύτερος +συγγενής του. Επειδή δε του Δώγκαν οι υιοί είναι ανήλικοι, +αποθνήσκοντος αυτού δικαιούται να καθέξη τον θρόνον ο νικητής, και +τροπαιούχος εξάδελφος του Μάκβεθ. Αλλά κατελήφθη ούτος υπό ρίγους, +διότι επεχύθη αίφνης φως απαίσιον εντός της αβύσσου της καρδίας του. Οι +λόγοι των Μαγισσών έδωκαν διά μιας σώμα εις τους συγκεχυμένους +στοχασμούς, τους οποίους ησχύνετο μέχρι τούδε ν' αποκαλύψη εις εαυτόν, +«Βασιλεύς της Σκωτίας ! . . . Πότε;» Μετά χρόνον πολύν ίσως. . . Αλλ' ο +Δώγκαν δύναται να ζήση επί πολύ έτι, οι δε υιοί του, ν' ανδρωθώσιν εν +τω μεταξύ . . . Ω ! το σκήπτρον, το σκήπτρον ! Μοι προφητεύουσιν ότι θα +μοι δοθή . . . Διατί να μη το αρπάσω ; . . . Πόθεν έρχεται ο πειρασμός + + που μου ορθώνει τα μαλλιά με την εμφάνισίν του,» + +κτλ. (εν Σκ. Γ' της Α' Πράξεως). + +Αλλ' ο Μάκβεθ δεν είναι εκ των αφινόντων εις την τύχην την φροντίδα του +να εργασθή, υπέρ εαυτών, η δε τύχη φαίνεται προδιατεθειμένη να +εξαπατήση τας ελπίδας του, εάν αφεθή εις αυτήν και μόνην. + +Ο βασιλεύς ανταμείβων μεγαλοπρεπώς αυτόν τε και τον Βάγκον και τους +λοιπούς του θρόνου του υπερμάχους, αναγέλλει τας διά το μέλλον +αποφάσεις του και αναγορεύει τον υιόν του Μάλκολμ διάδοχον του θρόνου. + +Τότε πρώτον ο Μάκβεθ συλλαμβάνει οριστικώς, μετ' αποφάσεως σταθεράς +αλλ' ουχί άνευ φρίκης, τον σκοπόν του φόνου. + +Ενίκησεν ο Άδης, διότι ο Μάκβεθ έχει την καρδίαν διεστραμμένην. Εάν ο +νους και η καρδία του δεν έρρεπον προς το κακόν, ουδέποτε ήθελεν ισχύση +να τον σπρώξη μέχρι της διαπράξεως του εγκλήματος ο Σατανάς, υπό την +μορφήν παρουσιαζόμενος των Μαγισσών ή της συζύγου του. Ο αγαθός Βάγκος +είδεν επίσης τας Μαγίσσας, αλλά τα πονηρά Δαιμόνια δεν απευθύνουσι προς +εκείνον τον λόγον, διότι γνωρίζουσιν ότι δεν νικάται υπό του πειρασμού. +Ο Βάγκος αυτός τας προσκαλεί να τω λαλήσωσι. Αι Μάγισσαι προλέγουσι +τότε εις τον Βάγκον, ότι τα τέκνα του θα καθέξωσι τον θρόνον, η δε +προφητεία τον ταράσσει· συναισθάνεται ότι προέρχεται εκ του Άδου η φωνή +και προτρέπει τον Μάκβεθ να προφυλάττηται από του πονηρού. + +Μετανοεί μάλιστα ο Βάγκος διά τας προς τα δαιμόνια ερωτήσεις του, διότι +ναι μεν αι προφητείαι των ουδαμώς ισχύουσιν επί της καρδίας του, αλλ' +όμως ταράττουσι τον νουν και ανησυχούσι τον ύπνον του. Έξυπνος δεν +φοβείται, αλλά την νύκτα κοιμώμενος δεν είναι τις κύριος εαυτού. Όθεν +προσεύχεται πριν ή κατακλιθή. Καρδία καθαρά και προσευχή προς τον Θεόν, +ιδού τα όπλα δι' ων ο Βάγκος παλαίει κατά του Σατανά. + +Εν τη ποιήσει του Σαικσπείρου αλλέως βλέπουσι την φύσιν οι χρηστοί, +αλλέως δ' οι κακοί. Ο μεν τεταραγμένος την ψυχήν Μάκβεθ ελκύεται υπό +του μεγαλείου της τρικυμίας, ή υπό του γοήτρου των κεραυνών και της +ανεμοζάλης, η δε σκληροκάρδιος σύζυγός του προσέχει εις μόνον των +ορνέων τον κρωγμόν· ενώ την ψυχήν του Βάγκου ευφραίνουσιν αι χελιδόνες +αγγέλλουσαι το έαρ και η γλυκύτης του αέρος. + +Και ουδ' αρκείται η ποίησις παριστώσα τον άνθρωπον μόνον επιρρεπή εις +το να αισθάνηται τα της φύσεως, αναλόγως των ψυχικών αυτού διαθέσεων. Η +φύσις αυτή συνταυτίζεται μετά του ανθρώπου και των πράξεών του. Καθ' ην +νύκτα δολοφονείται ο Δώγκαν, η γη τρέμει, γογγυσμοί ακούονται εις τον +αέρα, την δ' επιούσαν οι ίπποι του βασιλέως + + αγρίευσαν και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν + κ' εχάθηκαν ακράτητοι κ' επαναστατημένοι κτλ. + +Αι τοιαύται προσωποποιήσεις, των οποίων ανέκαθεν η ποίησις ποιείται +χρήσιν, δεν είναι απλώς σχήματα ρητορικά, αλλ' εκφράζουσι την +θρησκευτικήν συναίσθησιν της ενότητος απάσης της πλάσεως, και του +ενδιαφέροντος, μεθ' ου οι ουρανοί βλέπουσι τα επί γης... + +Ο Μάκβεθ δεν είναι φύσει ούτε τοσούτω μιαρός κακούργος, ώστε να +προκαλέση αφ' εαυτού και να προλάβη τον πειρασμόν, ούτε άγιός τις, +όστις υποκύπτει άκων εις την εκ του Άδου πίεσιν. Είνε άνθρωπος, ό εστι +μίγμα αγαθού και πονηρού, το δε πονηρόν βαθμηδόν νικά εν αυτώ και +υπερέχει. Ένθεν μεν ο χαρακτήρ αυτού παρίσταται φυσικός και πλήρης +αληθείας, η δ' εξιστόρησις των πράξεών του ενδιαφέρει ημάς. + +Ότε, αποφασίσας ήδη τον φόνον του Δώγκαν, ξενίζει αυτόν υπό την στέγην +του και έχει πρόχειρον το θύμα, διστάζει αναχαιτιζόμενος υπό της +ευκολίας αυτής του πράγματος και υπό του μη αποσβεσθέντος εισέτι +αισθήματος της τιμής. Άλλο όμως η τιμή και άλλο η φιλοτιμία (1). Την +φιλοτιμίαν, ουχί την τιμήν του Μάκβεθ εξάπτει η σύζυγός του, ότε +επιπλήττουσα αυτόν ως άνανδρον, και ως μη τηρούντα τον φρικτόν όρκον +του, ωθεί αυτόν εις το έγκλημα. Ο δε Μάκβεθ, μη φέρων την ύβριν, +στερεούται εις την φοβεράν απόφασίν του, μετά βίας όμως περιστέλλων τας +διαμαρτυρήσεις της συνειδήσεώς του. Αλλ' η τιμωρία, η δίκη επέρχεται +από της πρώτης στιγμής. Ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον· ο Μάκβεθ δεν θα +κοιμηθεί εις το εξής! Εάν ο ήρως της τραγωδίας του Σαισπείρου δεν +ησθάνετο τύψιν συνειδήσεως, εάν απ' αρχής εφαίνετο πάντη ανάλγητος, +ηθέλομεν παρακολουθήσει το θέαμα των κακουργημάτων του πλήρεις μεν +οίκτου και ελέους προς τα θύματά του, αλλ' αδιάφοροι όλως ως προς +εκείνον, μόνη δε η εν τέλει καταστροφή του ηδύνατο να ικανοποιήση υπό +αισθητικήν τε και ηθικήν έποψιν, την ψυχήν ημών. Αλλά δεν έχει ούτως η +υπόθεσις. Ο Μάκβεθ δεν τιμωρείται υπό της σπάθης μόνης του Μακδώφ, αλλ' +υπό της συνειδήσεώς του αυτής. Η ενδόμυχος δίκη του, συνταυτιζομένη +μετά του εγκλήματος, είναι σύγχρονος αυτού, ή μάλλον ειπείν +προγενεστέρα. Προηγηθείσα της πράξεως, ήρχισεν αφ' ότου συνελήφθη ο +σκοπός αυτής. + +Η ψυχική κατάστασις του Μάκβεθ αποκαθιστά αυτόν άξιον οίκτου μάλλον ή +αποστροφής. Θεωρούμεν τιμωρίαν ικανήν τον ενδόμυχον βασανισμόν του. Ότε +δ' επί τέλους αποθνήσκει ηρωικώς, θαυμάζομεν αυτόν, καίτοι άκοντες, +διότι ναι μεν είναι κακούργος φρικτός, αλλ' ουχί και ευτελής. Άλλως τε, +εν τω τραγικώ εν γένει του Σαικσπείρου θεάτρω, οι φαύλοι δεν έχουσιν +άνανδρον και χαμερπή την κακίαν. Αληθώς, ο δολοφονήσας τον Δώγκαν, όπως +τυραννήση επί της Σκωτίας, κινείται υπό σκοπών ιδιοτελών, κατά τούτο +ιδίως διαφέρων των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, των οποίων αι πράξεις +ανυψούνται και εξαγνίζονται διά της θείας έξωθεν επιδράσεως. Αλλ' η +φιλοδοξία, ει και ιδιοτελής, ουδέν όμως έχει το ταπεινόν, το δ' έγκλημα +του Μάκβεθ δεν εξευτελίζεται διά του στίγματος της χαμερπείας. Πλήρης +ανδρείας, μάχεται ως λέων οπότε δε, εκτελουμένης κατά γράμμα της +προφητείας, εκλείπει πάσα ελπίς, οπότε το δάσος της Βιρνάμης +μετακινούμενον προχωρεί κατ' αυτού, αποθνήσκει μαχόμενος και αψηφών την +τύχην. + +Ουδ' έχει μόνην του μαχητού την γενναιότητα. Από του δευτέρου αυτού +βήματος εν τη οδώ της ανομίας, παλαίει τολμηρώς κατά της ειμαρμένης. Αι +Μοίραι υπεσχέθησαν τον θρόνον εις τους απογόνους του Βάγκου· όθεν +αποφασίζει τον φόνον του Βάγκου και του υιού του, αλλά την νέαν ταύτην +πάλην αναλαμβάνει μόνος, η δε σύζυγος, ήτις τον παρέσυρεν εις το πρώτον +έγκλημα, μένει αμέτοχος του δευτέρου. Θέλει μόνος αυτός να φέρη την +ευθύνην τούτου. + +Παρεκτός της τοιαύτης γενναιότητος, ο Μάκβεθ έχει την ειλικρίνειαν του +να μη εξαπατά αυτός εαυτόν ως προς το μέγεθος των ανομημάτων του· +συναισθάνεται την κακίαν του και την αθωότητα των θυμάτων του. Ότε, +περί το τέλος του δράματος, μανθάνει την προσέγγισιν του εχθρικού +στρατού και την εν αυτώ παρουσίαν ενός των υιών του Δώγκαν, εννοεί ότι +επέρχεται η ώρα του απολογισμού: + + Επέρασ' η νεότης· + εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου κτλ. + +Μετά τον φόνον του Δώγκαν ο Μάκβεθ αναγορεύεται βασιλεύς, αλλά δεν +θεωρεί εαυτόν ασφαλή, ενόσω ο Βάγκος ζη. Ο Βάγκος, κοινωνός των +προφητικών υποσχέσεων των Μαγισσών, υποπτεύεται βεβαίως τον Μάκβεθ ως +ένοχον του φόνου, εκτός δε τούτου, ο Βάγκος είναι κατά τον χρησμόν +πατήρ και ρίζα των διαδόχων του Μάκβεθ. + +Όθεν εκμισθοί ο Μάκβεθ δύο δολοφόνους, όπως φονεύσωσι τον Βάγκον και +τον υιόν του. + +Εν μέσω της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως ευρισκόμεθα ενταύθα εις +σημείον άξιον προσοχής, ως προς την ψυχολογικήν του ήρωος μελέτην. Αφ' +ης στιγμής έδρεψε τους καρπούς του πρώτου αυτού εγκλήματος, προβαίνει +εις τα εμπρός μετά σατανικής όντως ευσταθείας, το δε βαρύνον εφεξής +αυτόν δεν είναι η συνείδησίς του, — την οποίαν εφόνευσεν εντός της +καρδίας του, — αλλ' ο φόβος, η ανησυχία μη δεν εξησφαλίσθη αρκούντως το +επιχείρημα, μη δεν αρκεί το μέχρι τούδε χυθέν αίμα. + +Ο Βάγκος δολοφονείται, αλλά χάρις εις ένα των δολοφόνων, σβύσαντα +αίφνης τους δαυλούς, διασώζεται ο υιός του, του οποίου επεζήτει ο +Μάκβεθ τον θάνατον, όσον και τον του Βάγκου αυτού· « Μας έφυγεν ο υιός +του!» ανακράζει είς των φονέων· + + Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα! + +Επιστρέφουσιν όπως δώσωσι λόγον των πράξεών των, και εισδύουσι μέχρι +της θύρας της αιθούσης, όπου εν μέσω φωτοχυσίας και πομπής, οι άρχοντες +συμποσιάζουσι μετά του βασιλέως. Ο Μάκβεθ, άμα ιδών αυτούς, +απομακρύνεται εν βία των συνδαιτυμόνων του, όπως πληροφορηθή τα +γενόμενα· + + — Γεμάτον αίμα είναι + το πρόσωπόν σου, άνθρωπε!... + +Ουχί πλέον η φρίκη του χυθέντος αίματος, αλλ' ο φόβος μη δεν εχύθη +ικανόν βασανίζει τον Μάκβεθ και κλονίζει μέχρι φρενοβλαβείας τον +εγκέφαλόν του. Απέχομεν ήδη πολύ των πρώτων της ψυχής αυτού σπαραγμών. +Τότε ηύχετο και επεθύμει ν' αναστήση τον Δώγκαν ο κρότος της κρουομένης +θύρας. Ήδη, ότε το φάσμα του Βάγκου εμφανίζεται ενώπιόν του, την +φρεναπάτην προξενούσιν ουχί αι τύψεις της συνειδήσεως, αλλ' αι +αδημονίαι της εντρόμου φαντασίας του. Εν τη παραφροσύνη του νομίζει ότι +ο Βάγκος ανεστήθη, διότι δεν εφονεύθη αρκούντως. + +Αφού δε, παρελθούσης της φρεναπάτης, επαναλαμβάνη τας αισθήσεις, οποίαι +αι πρώται του Μάκβεθ λέξεις; + + Αίμα ζητεί! Είναι γραπτόν: το αίμα θέλει αίμα! + Τόσον βαθειά 'ς τα αίματα εχώθηκα ως τώρα, + ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω 'πίσω + θα ήν' επίσης δύσκολον, καθώς να προχωρήσω. + +Θα προχωρήση! Σχεδιάζει τον φόνον και του Μακδώφ. Η Λαίδη Μάκβεθ εν +τούτοις τον παρακινεί ν' αναπαυθή. « Ας πλαγιάσωμεν», αποκρίνεται. Αλλ' +όχι! ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον! Ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθή εις το εξής! +Η συνείδησις ενεκρώθη εν αυτώ, αλλ' η φαντασία του όμως, άγρυπνος +αείποτε και έντρομος, διώκει και ύπνον και ησυχίαν. Πορεύεται και πάλιν +προς τας Μαγίσσας, αίτινες παριστώσιν ενώπιον του οπτασίαν νέαν αλλ' +αύτη ουδέν άλλο είναι, ή φαντασμαγορική παράστασις των σκέψεων υφ' ων +πιέζεται ο νους του. + +Η εσχάτη ψυχολογική κατάστασις, εις την οποίαν ο Μάκβεθ περιπίπτει, +είναι η αδιαφορία, η απονάρκωσις, γενική τις αναισθησία, εξ ης +εξέρχεται όπως αποθάνη γενναίως, όμοιος προς λύχνον, όστις πριν ή +αποσβεσθή, αναδίδει τελευταίαν λάμψιν. Κραυγαί και οιμωγαί αντηχούσιν +εντός του μεγάρου, αλλά μένει ούτος ατάραχος. + +Μανθάνει ανάλγητος της συζύγου του την αυτοχειρίαν, η δε μόνη της +θλίψεως αυτού έκφρασις είναι ο εξής απελπιστικός του βίου ορισμός: + + Δεν είν' ο βίος άλλο, + παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος, + οπού πηγαίνει κ' έρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του, + και πλέον δεν ακούεται. Είν' ένα παραμύθι + που λέγει ένας παλαβός — βοήν, θυμούς γεμάτον, + αλλά δεν έχει νόημα! + +Αι τύψεις της συνειδήσεως, αι ανησυχίαι της φαντασίας, η μέχρις +ηλιθιότητας απόγνωσις, ιδού οι τρεις κύριοι σταθμοί εν τη διελίξει της +ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως. Δεν εστερείτο μεγαλείου ο Μάκβεθ, ή +ευγενείας εμφύτου, ηδύνατο δε, καθώς ο Ιώβ, ν' αντιπαλαίση κατά του +Διαβόλου και να νικήση αυτόν, εάν εν ημέρα αλαζόφρονος μέθης δεν +συνηντάτο η φιλοδοξία του μετά του εξ Άδου πειρασμού: + + Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης! + +Γ'. Η Λαίδη Μάκβεθ. + +Ο χαρακτήρ του Μάκβεθ αποτελεί αξιόλογον υπόδειγμα της μεθόδου του +Σαικσπείρου περί την απεικόνισιν των τραγικών αυτού προσώπων. +Διασαφίζων την πρώτην του πάθους αφετηρίαν, παρακολουθεί την βαθμιαίαν +αυτού ανάπτυξιν μέχρι της καταστροφής, εις τρόπον ώστε ο θεατής έχει +προ αυτού, ουχί μίαν κρίσιμον στιγμήν της υπάρξεως του ήρωος, ως εν τω +αρχαίω θεάτρω, αλλά την ιστορίαν ολόκληρον της ψυχής αυτού απ' αρχής +μέχρι τέλους. Ο Μάκβεθ δεν παρίσταται εν αρχή του δράματος οποίος +φαίνεται εν τη δευτέρα πράξει, ουδέ αποκαλύπτεται όλος εν τη δευτέρα +ταύτη πράξει, αλλ' εν τέλει μόνον της τραγωδίας γνωρίζομεν αυτόν κατά +βάθος. Ούτω και ο Οθέλλος δεν παρίσταται ευθύς απ' αρχής ζηλότυπος· απ' +εναντίας, κατ' αρχάς έχομεν εν αυτώ άνδρα ειλικρινή και εύπιστον, ουδέν +άλλο ποθούντα και απολαμβάνοντα ή του έρωτος την ευτυχίαν. Τοιούτος και +Τίμων ο Αθηναίος, όστις, πριν ή καταλήξη εις μισανθρωπίαν, σπαταλεί εις +τους περί αυτόν την φιλίαν και τους θησαυρούς του. + +Αλλ' εν τω προσώπω της συζύγου του Μάκβεθ τολμώ ειπείν ότι ο ποιητής +παραβαίνει την τοιαύτην ψυχολογικήν αυτού μέθοδον. Άνευ ουδεμιάς +προπαρασκευής φέρει αίφνης ενώπιον ημών τέρας κακίας, μη προειδοποίησας +ουδαμώς τον θεατήν πόθεν η τοσαύτη κακία, ή τουλάχιστον διά τι υπό τας +υπαρχούσας εν τω δράματι περιστάσεις αναφαίνεται. + +Δυνάμεθα να παραδεχθώμεν, ότι η κακία των γυναικών υπερβαίνει την των +ανδρών, ως και ο Ευριπίδης ομολογεί εν Μηδεία: + + πεφύκαμεν + γυναίκες εις μεν έσθλ' αμηχανώταται, + κακών δε πάντων τέκτονες σοφώταται. + +Δυνάμεθα δ', ως προς τούτο, να επιφέρωμεν και ετέραν ιερωτέραν +μαρτυρίαν, την του Ευαγγελίου αυτού, εν ώ βλέπομεν τον Ιησούν και τους +Αποστόλους άπαξ μόνον εκβάλλοντας εξ ανδρός πνεύματα ακάθαρτα πλείονα +του ενός, ενώ εκ μιας και μόνης γυναικός επτά όλα δαιμόνια εξεβλήθησαν. +Ταύτα πάντα σημαίνουσιν, ότι οπότε το φύλον, το παρά Θεού πλασθέν +ασθενές και ευαίσθητον, παρεκκλίνει της ευθείας οδού, απολήγει εις +διαφθοράν ταχυτέραν και πληρεστέραν ή το αγροικότερον, συνάμα δε και +ισχυρότερον, ανδρικόν φύλον· ο δε ποιητής δικαιούται οπωςδήποτε ν' +απεικονίση την ανθρωπίνην φύσιν εν πάση αυτής τη μοχθηρία. Αλλά, όσω +μεγαλειτέρα η παρεκτροπή της γυναικείας καρδίας, τοσούτω αναγκαιοτέρα η +επεξήγησις του πώς προήχθη και ανεπτύχθη η τοιαύτη παρεκτροπή. Ο δε +Σαικσπείρος παρημέλησε να ικανοποιήση ως προς τούτο την δικαίαν ημών +περιέργειαν, καθότι η αρχή και η πρόοδος της κακίας της Λαίδης Μάκβεθ +μένουσι προς ημάς άγνωστοι, το δε υπό δραματικήν έποψιν σπουδαιότερον, +ουδέ των κινούντων αυτήν αιτίων έχομεν σαφή γνώσιν. + +Παρίσταται κατά πρώτον επί της σκηνής αναγινώσκουσα επιστολήν του +συζύγου της. + +Υπηρέτης εισερχόμενος αναγγέλλει την προσεχή άφιξιν του Μάκβεθ και του +βασιλέως Δώγκαν. «Ετρελλάθηκες!» ανακράζει η Λαίδη Μάκβεθ, μόλις και +μετά βίας πειθομένη ότι η Τύχη μετά τοσαύτης προθυμίας υποβοηθεί τους +φονικούς σκοπούς της. + +Ο μετά την αγγελίαν ταύτην μονόλογός της μαρτυρεί εις πόσην ανεξήγητον +έξαψιν και ταραχήν έρριψεν αυτήν διά μιας η ανάγνωσις επιστολής, +ευάρεστα μόνον αγγέλματα περικλειούσης. Αλλά διά τι τούτο; Ο Μάκβεθ +συνέλαβε μεν αιφνιδίως τον σκοπόν να φονεύση τον βασιλέα, αλλά +παρωρμήθη υπό των λόγων του Δώγκαν, αναγορεύσαντος ως διάδοχον του +θρόνου τον υιόν του, και διαψεύσαντος ούτω των Μαγισσών τας προφητείας. +Αλλ' εκ της επιστολής ήδη η Λαίδη Μάκβεθ πληροφορείται περί των +προφητειών και μόνων, αύται δε χαράν μόνον και αγαλλίασιν έπρεπε να +προξενήσωσιν, ως γράφει άλλως τε προς αυτήν ο Μάκβεθ. Διά τι +επιφέρουσιν αντίθετον όλως αποτέλεσμα; Προς δικαιολόγησιν της τοιαύτης +???ήξεως αισθημάτων αγρίων ανάγκη να προϋποθέσωμεν συνομιλίαν +προγενεστέραν των δύο συζύγων, καθ' ην αντηλλάγησαν πόθοι φιλόδοξοι και +σκοποί εγκληματικοί, ή προτροπή τινα της γυναικός προς τον σύζυγον όπως +καταλάβη διά της βίας τον θρόνον. Αλλ' η τοιαύτη συνδιάλεξις εγένετο εν +αγνοία ημών εις τα παρασκήνια, προ της ανυψώσεως της αυλαίας. Ήδη +έχομεν προ οφθαλμών γυναίκα αναγινώσκουσα εν επιστολή πράγματα +ευχάριστα, καταλήγουσαν δε εις συμπεράσματα αντιφατικά όλως προς τα εν +τη επιστολή αναγνωσθέντα. «Όντα υπερφυσικά προφητεύουσιν εις τον +σύζυγόν μου τιμάς και μεγαλεία, δεν φαίνονται δε ψευδόμενα, αφού η +προφητεία επληρώθη ήδη κατά το ήμισυ. Θα γείνωσι και τα επίλοιπα. Το +σκάφος ημών πλέει πλησίστιον προς τον λιμένα, ο δ' άνεμος επιπνέει +ούριος. Άρα λοιπόν, εκμανήτε, ω θύελλαι και πληρώσατε τρόμου και φρίκης +τον αίθριον ουρανόν». Τοιαύτη η λογική της Λαίδης Μάκβεθ. (2)Αλλά το +έγκλημα, οιαδήποτε η επιτυχία αυτού, είναι πράξις φοβερά, συνεπαγομένη +την βίαν και την αναστάτωσιν· όπως δ' εν τη γαλήνη βίου ευδαίμονος +διαπράξη τις αίφνης κακούργημα, ανάγκη να υπάρχη κατά το φαινόμενον +τουλάχιστον, λόγος ισχυρός προς τούτο. Έν ελλείψει τοιούτου τινός +ελατηρίου εν τη διαγωγή της Λαίδης Μάκβεθ, απορεί τις, εάν ο +Σαικσπείρος ηθέλησεν εν τω προσώπω αυτής να παραστήση γυναίκα αληθή, ή +την ενσάρκωσιν του πονηρού, τον Διάβολον αυτόν, όμοιον μεν ηθικώς προς +τας δυσειδείς και γενειούχους Μαγίσσας, αλλ' υπό μορφήν ευειδεστέραν. + +Ότε ο Μάκβεθ, πριν ή προβή εις τον φόνον του βασιλέως τον οποίον +ξενίζει, καταλαμβάνεται υπό δισταγμού εντίμου και ανακηρύττει ότι δεν +θέλει να σπρώξη μακρύτερον το πράγμα, τότε πάλιν ο Σατανάς, ό έστιν η +σύζυγος του, ενισχύει την εικονιζομένην απόφασίν του. + +Οπωςδήποτε, η τραγωδία αύτη είναι αναντιρρήτως, ως σύνθεσις, το +ωραιότερον των ποιητικών του Σαικσπείρου έργων· επειδή ο χαρακτήρ της +Λαίδης Μάκβεθ, καίτοι προκαλών, τας υποδειχθείσας ενστάσεις, συνέχεται +όμως αδιαρρήκτως μετά της όλης εν τω ποιήματι δράσεως (ουχί ως το άχαρι +του θυρωρού επεισόδιον εν τη γ' σκηνή της Β' πράξεως, το όποιον δύναται +ν' απαλειφθή, θεωρούμενον και ως υποβολιμαίον), διά τούτο οι σχολιασταί +απεπειράθησαν παντοίοις τρόποις ν' ανεύρωσι σύνδεσμόν τινα, συνέχοντα +το παρά φύσιν πρόσωπον τούτο κατά της συνήθους και πραγματικής +ανθρωπίνης φύσεως. Επέτυχον δ' ευκόλως, καθότι ως προς τούτο ο +Σαικσπείρος είναι ότι και αι ιεραί γραφαί: ο ζητών ευρήσει. + +Τα προς αναστήλωσιν της Λαίδης Μάκβεθ γραφέντα σχόλια αποτελούσι +μνημείον Σαικσπειρείου ερμηνείας, πλήρες ευτελούς σοφιστείας, ήτις, +έστιν ότε, εξελήφθη αντί εμβριθείας. Παρετηρήθη, λόγου χάριν, ότι η Λαίδη +ηγάπα τον σύζυγόν της. — Αληθώς, αύτη παρίσταται αφωσιωμένη όλως προς +τον Μάκβεθ, χάριν εκείνου ζητούσα την δόξαν και τα μεγαλεία ουχί δι' +εαυτήν. — Παρετηρήθη προσέτι ότι ο Μάκβεθ την ονομάζει &πουλάκι μου&, +και ηθέλησαν οι τοιούτοι σχολιασταί διά της τρυφερότητος του θηριώδους +ζεύγους τούτου να μαλάξωσι την καρδίαν ημών. Είς αυτών δεν έχει λόγους +προς ?ρασιν της συγκινήσεως, υφ' ης καταλαμβάνεται, αναλογιζόμενος ότι +μετά το συμπόσιον, του οποίου την ευθυμίαν κατέστρεψεν ο Μάκβεθ διά της +φρεναπάτης του, η σύζυγος αυτού αντί πάσης επιπλήξεως προτρέπει αυτόν +να υπάγη εις την κλίνην του! Εις την ρωμαντικήν εν Γερμανία σχολήν, +προεξάρχοντος του Tieck, οφείλονται αι τοιαύται ανακαλύψεις, δι' ων η +Λαίδη Μάκβεθ περιβάλλεται τον διπλούν στέφανον της αρετής και του +μαρτυρίου! + +Ταύτα πάντα έχουσι πολύ το γελοίον. Ουδέν εν τω προσώπω της Λαίδης +Μάκβεθ το αποδεικνύον την εν αυτώ ύπαρξιν του &ηθικού& ανθρώπου. Ο +Μάκβεθ κατέστρεψεν, ει και μετά κόπου την συνείδησιν εντός της καρδίας +του, αλλά συνείδησιν η Λαίδη Μάκβεθ ουδέποτε φαίνεται αποκτήσασα. Και +όμως υπάρχει το συνδέον αυτήν προς την ανθρωπότητα. Καίτοι ξένη προς +ημάς υπό ηθικήν έποψιν, ως πλάσμα όμως φυσικόν, διά του νευρικού αυτής +οργανισμού υπάγεται εις το γυναικείον φύλον. Ομιλεί που περί της +σμικρότητας των χειρών αυτής, εν συνόλω δε φανταζόμεθα αυτήν μικρόσωμον +και λεπτοφυή, ουδέ πρέπει να παριστά το πρόσωπον επί της σκηνής +ηθοποιός ρωμαλέα, εύσαρκος και μεγαλόσωμος. Απ' εναντίας, ανάγκη να +μεταδίδηται εις τον θεατήν η εντύπωσις της αντιθέσεως μεταξύ της +σωματικής ασθενείας της ηρωίδος και του εμφορούντος αυτής μένους. + +Ουδέν, λέγομεν, εν τω προσώπω της Λαίδης Μάκβεθ το φυσικόν ή +ανεπιτήδευτον. Κατά την ώραν της δολοφονίας πίνει ποτόν μεθυστικόν όπως +εξαφθή, ότε δε ο Μάκβεθ λέγει ότι εφόνευσε τους δύο παρακοιμωμένους +υπηρέτας του βασιλέως Δώγκαν, λειποθυμεί αύτη. Παρ' ολίγον εφόνευεν +αυτή τον Δώγκαν, αλλά δεν ετόλμησε, λέγει, διότι + + μ' εφάνη + πως βλέπω τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο. + +Μετά την πρώτην έξαψιν και κίνησιν επέρχεται στάσις εντελής και +αδράνεια. Μετά τον φόνον του Δώγκαν, ουδεμίαν είτε πρωτοβουλίαν είτε +μετοχήν λαμβάνει η Λαίδη Μάκβεθ διά τα μετέπειτα κακουργήματα, ουδέ +παρουσιάζεται σχεδόν, εκτός κατά την περιβόητον σκηνήν της υπνοβασίας, +οπότε φαίνεται η πλήρης του οργανισμού αυτής κατάπτωσις. + +Ο φόνος του Δώγκαν συνεπήνεγκε την δολοφονίαν του Βάγκου, την σφαγήν +της οικογενείας του Μακδώφ, τις οίδεν οπόσα εισέτι εγκλήματα, αλλ' +ουδέν τούτων προέβλεπεν εκείνη, ότε, μεθ' όσης εκέκτητο δυνάμεως, +ειργάζετο υπέρ της θανατώσεως του γηραιού βασιλέως. Μη φέρουσα ήδη +τοιούτου βάρους την πίεσιν αποκάμνει και καταπίπτει. Δεν μετανοεί, ουδ' +εκφράζει ουδαμού την συναίσθησιν της καταπατήσεως ηθικού τινος νόμου, +αλλ' η φρίκη των γενομένων, — ει μη ο φόβος μελλούσης κρίσεως και +ανταποδόσεως, — κλονίζει τας φρένας αυτής και προκαλεί την γνωστήν +εκείνην νόσον, καθ' ην ο πάσχων προκαλεί ενώ κοιμάται διά των λόγων ή +των αυτο?τικών πράξεών του τα βαρύνοντα τον νουν και την καρδίαν αυτού. + +Ιδού ό,τι έχει ανθρώπινον η γυνή αύτη· αδυναμία σωματική, διάνοια +νοσούσα, και επί τέλους φρενοβλάβεια, — τοιούτος ο βίος της. Ενώ δ' ο +σύζυγός της μάχεται και αποθνήσκει ως ήρως, αύτη, δαίμων αληθής εξελθών +του Άδου όπως κολάση τον Μάκβεθ, επιστρέφει εκουσίως εις τον Άδην, +αυτοχειριαζομένη. + +Η Λαίδη Μάκβεθ παρεβλήθη συχνάκις προς διαφόρους εν τη αρχαία τραγωδία +γυναίκας, ιδίως δε προς την Κλυταιμνήστραν, αλλ' αύτη υπερτερεί μεγάλως +κατά την τραγικότητα, ουδεμία δ' αληθώς υπάρχει μεταξύ των δύο σχέσις. +Η κινούσα τον Μάκβεθ και την σύζυγόν του φιλοδοξία φαίνεται όλως +ευτελής και μηδαμινή, παραβαλλομένη προς το αίσθημα, όπερ εξοπλίζει την +μητέρα της Ιφιγενείας κατά του Αγαμέμνονος. Υπάρχει, ναι μεν, εξωτερική +τις ομοιότης μεταξύ της ηρωίδος του Αισχύλου και της του Σαικσπείρου, +καθ' όσον αμφότεραι, υποκρύπτουσαι επιδεξίως τους σκοπούς αυτών, +δολοφονούσιν, εξάπτονται δε ως θηρία αιμοβόρα υπό της ορέξεως του φόνου +και του αίματος. Αλλ' ο παραλληλισμός δεν προβαίνει περαιτέρω, οι δε +χαρακτήρες διαφέρουσιν όσον και τα κινούντα εκάστην αίτια. Η μεν +Κλυταιμνήστρα, γίγας την τε ψυχήν και το ήθος, υπερβαίνει κατά την +δύναμιν απάσας τας γυναίκας του αρχαίου και νεωτέρου θεάτρου. +Ερειδομένη επί της ισχύος αυτής, μένει ατάραχος και κυρία αείποτε +εαυτής. Η δε Λαίδη Μάκβεθ διά της παραφοράς αυτής των εκφράσεών της +μαρτυρεί ότι συναισθάνεται την αδυναμίαν της. Της Ελληνίδος οι λόγοι +συμφωνούσι μετά των έργων, και οι στοχασμοί μετά των λόγων, πάσα δ' +αυτής λέξις πείθει ημάς, ότι η λέγουσα δύναται και να πράξη όσα λέγει. +Ουδέποτε η τέχνη παρήγαγεν ίνδαλμα εξισούμενον μετά της Κλυταιμνήστρας +ταύτης ως προς την πλαστικότητα, ήτις αποτελεί το ιδιάζον +χαρακτηριστικόν και το κάλλος των προσώπων της αρχαίας τραγωδίας. Η +Κλυταιμνήστρα ουδέ λειποθυμεί ως η Αγγλίς, ουδ' εξάπτει εαυτήν διά +μεθυστικών ποτών, ουδ' υπό εφιάλτου ενοχλείται τας νύκτας ουδέ +κατέχεται υπό φόβου, ή αισχύνης, ή τύψεων της συνειδήσεως. Ο φόνος του +Αγαμέμνονος δεν επιφέρει κλονισμόν εις τα νεύρα ή τον εγκέφαλόν της, +αλλ' απ' εναντίας ευφραίνει και ενισχύει αυτήν. + + Εμοί δ' αγών όδ' ουκ αφρόντιστος πάλαι + νείκης παλαιάς ήλθε, συν χρόνω γε μην. + Έστηκα δ' ένθ' έπαισ' επ' εξειργασμένοις. + Ούτω δ' έπραξα, και τάδ' ουκ αρνήσομαι, + ως μήτε φεύγειν μήτ' αμύνεσθαι μόρον, + άπειρον αμφίβληστρον, ώςπερ ιχθύων, + περιστιχίζω, πλούτον είματος κακόν. + Παίω δε νιν δις· καν δυοίν οιμώγμασι + μεθήκεν αυτού κώλα και πεπτωκότι + τρίτην επενδίδωμι, του κατά χθονός + Άδου νεκρών σωτήρος ευκταίαν χάριν. + Ούτω τον αυτού θυμόν ορμαίνει πεσών + κακφυσιών οξείαν αίματος σφαγήν + βάλλει μ' ερεμνή ψακάδι φοινίας δρόσου, + χαίρουσαν ουδέν ήσσον, ή διοςδότω + γάνει σπορητός κάλυκος εν λοχεύμασιν. + ως ώδ' εχόντων, πρέσβος Αργείων τόδε, + χαίροιτ' αν, ει χαίροιτ', εγώ δ' επεύχομαι... + Εγώ δ' ατρέστω καρδία προς ειδότας + λέγω. Συ δ' αινείν είτε με ψέγειν θέλεις + όμοιον. Ούτος εστιν Αγαμέμνων, εμός + πόσις, νεκρός δε τήσδε δεξιάς χερός, + +εν τη τραγωδία του Σοφοκλέους η Κλυταιμνήστρα αποβάλει το μεγαλοπρεπές +τούτο ήθος αγάλματος ωσεί μάρμαρον, μεταβάλλεται δ' εις γυναίκα +ηπιωτέραν και χρηστοτέραν. Η θυγάτηρ αυτής, η Ηλέκτρα, ανακαλεί πως την +Λαίδη Μάκβεθ. + +Κατά τον παρά τοις αρχαίοις θείον θεσμόν της &δίκης&, η Κληταιμνήστρα +λαμβάνει τα αντίποινα του φόνου του Αγαμέμνονος διά χειρός των τέκνων +εκείνου, του Ορέστου και της Ηλέκτρας. Κατά την διάπραξιν του φόνου η +Ηλέκτρα παροτρύνει τον Ορέστην και «εφάπτεται του ξίφους του». Σκληρόν +τούτο ως και άπαντα όσα προς την μητέρα λέγει και πράττει η Ηλέκτρα. Εν +συνόλω δε αύτη έχει τι το καθ' υπερβολήν ωμόν ως προς ημάς τους +νεωτέρους, ενώ, ως προς τους αρχαίους, της μητρός αυτής ο χαρακτήρ +φαίνεται ηπιώτερος του δέοντος. Αλλ' ο Σοφοκλής εκπροσωπεί περίοδον +μεταβάσεως μεταξύ του ύψους του Αισχύλου και του πάθους του Ευριπίδου. + +Εν Ευριπίδη η τραχύτης των αρχαίων ηθών εξημερούται, οι δε χαρακτήρες +εν τω θεάτρω αυτού προσλαμβάνουσι τύπον ανθρώπινον όλως. Αληθώς η +Ηλέκτρα του παρίσταται κατ' αρχάς άκαμπτος και ανάλγητος, εξαπατά δ' +ημάς ως παρά της ψυχής αυτής την φύσιν, ότε βλέπουσα τον Ορέστην +διστάζοντα, ως ο Μάκβεθ, προ του φόνου λέγει: + + Μων σ' οίκτος είλε, μητρός ως είδες δέμας; + Όρ. Φευ! + Πώς γαρ κτάνω νιν, ή μ' έδρεψε κάτεκεν; + Η. Ώσπερ πατέρα σον ήδε καμόν ώλεσεν. + +Αλλά μετά το έγκλημα, η καρδία της διαρρήγνυται εν σκηνή θαυμασία, της +οποίας παθητικωτέρα δεν υπάρχει εν τω θεάτρω + + Ηλ. Δακρύτ' άγαν, ω σύγγον', αιτία δ' εγώ· + διά πυρός έμολον α τάλαινα ματρί τάδ' + ά μ' έτικτε κούραν... + Ορ. Ιώ, Φοίβ', ανύμνησας δίκαν, + άφαντα φανερά δ' εξέπρα- + ξας άχεα φόνια δ' ώπασας λέχε' από γας Ελλανίδος. + + Τίνα δ' ετέραν μόλω πόλιν; τις ξένος, + τις ευσεβής εμόν κάρα + προσόψεται ματέρα κτανόντος; + Ηλ. Ιώ, ιώ μοι. Ποι δ' εγώ, τίν' εις χορόν, + τίνα γάμον είμι; τις πόσις με δέξεται + νυμφικάς ες ευνάς;... + + Ορ. Κατείδες, οίον α τάλαιν' εών πέπλων + εξέβαλ', έδειξε μαστόν εν φοναίσιν, + ιώ μοι, προς πέδω + τιθείσα γόνιμα μέλεα; τακόμαν δ' εγώ... + Βοάν δ' έλασκε τάνδε, προς γένυν γ' εμάν + τιθείσα χείρα; Τέκος εμόν, λιταίνω· + παρήδων τ' εξ εμάν + εκρήμναθ', ώστε χέρας εμάς λιπείν βέλος... + Εγώ μεν επιβαλών φάρη κόραις εμαίς + φασγάνω κατηρξάμαν + ματέρος έσω δέρας μεθείς. + +Δεινά δ' ειργάσω, φίλα, κασίγνητον ου θέλοντα». Ο εστιν η Ηλέκτρα φέρει +εις πειρασμόν τον Ορέστην, ως η Λαίδη Μάκβεθ τον σύζυγόν της. Εν γένει +δε, και εν τω θεάτρω και εν τω βίω, τον πειρασμόν εκπροσωπεί, από της +Εύας, η γυνή· η σαρξ ασθενής, αλλά το πνεύμα αυτής πρόθυμον. Η +πρωτοβουλία ανήκει εις ταύτην, διότι έχει την διάνοιαν ζωηροτέραν, ει +και ήττον ευρείαν, του ανδρός. Ούτος κατά την ώραν της εκτελέσεως +αναχαιτίζεται υπό σκέψεων παμπληθών, των οποίων η γυνή, καθ' ό +ευπαθεστέρα, μένει απηλλαγμένη. Η διάνοια αυτής, μη διασπωμένη ένθα +κακείθεν δεν αποπλανάται· βλέπουσα δ' ευκρινώς τα ενώπιον αυτής +κείμενα, δύναται εν στιγμή κινδύνου ή κρίσεως, να ίδη διέξοδον ή +απαλλαγήν, όπου ο νους του ισχυροτέρου φύλου εκθαμβούται. + +Ούτως η Λαίδη Μάκβεθ, ουχί ο σύζυγος αυτής σχεδιάζει τα της δολοφονίας +του Δώγκαν, ούτος δ' εξίσταται και θαυμάζει ακούων το τέχνασμα, δι' ου +η Λαίδη προτίθεται να επιρρίψη επί των κοιμωμένων δούλων την ευθύνην +του εγκλήματος, εξασφαλίζουσα την επιτυχίαν αυτού. Ότε δ' εν μέσω του +συμποσίου ο Μάκβεθ, βλέπων το φάσμα του Βάγκου, γίνεται άλλος εξ άλλου, +αύτη αναδεικνύει παρρησίαν πνεύματος έτι μάλλον αξιοθαύμαστον, συνάμα +δε και ήττον απεχθή. Εν τη σκηνή ταύτη η Λαίδη Μάκβεθ αναφαίνεται +ανωτέρα εαυτής. + +Παρεβλήθη η Λαίδη Μάκβεθ και προς ετέραν της αρχαίας τραγωδίας ηρωίδα, +την Μήδειαν του Ευριπίδου. Την πρώτην αφορμήν προς την τοιαύτην +σύγκρισιν παρέσχεν ίσως η φρικώδης εκείνη της Λαίδης Μάκβεθ έκφρασις: + + Το γάλα μου το έδωκα, και 'ξεύρω + πώς τ' αγαπά το βρέφος της μια μάνα που βυζάνει κτλ. + +Αλλά της Λαίδης Μάκβεθ οι λόγοι προξενούσι φρίκην μεγαλειτέραν ή τα +έργα της Μηδείας. Αύτη φονεύει τα ίδια τέκνα, τα τέκνα του Ιάσονος, +όπως εκδικηθή κατά του απίστου πατρός αυτών. Αλλά σφαγιάζουσα τα αθώα +εκείνα θύματα κατέχεται υπό τρόμου, υπό οίκτου, και ελεεινολογεί +εαυτήν: + + Φευ, φευ! τι προσδέρκεσθέ μ' όμμασιν, τέκνα, + τι προσγελάτε τον πανύστατον γέλων; + Αιαί τι δράσω; καρδία γαρ οίχεται, + γυναίκες, όμμα φαιδρόν ως είδον τέκνων. + Ουκ αν δυναίμην, χαιρέτω βουλεύματα + τα πρόσθεν... + + Δότ', ω τέκνα, + δότ' ασπάσασθαι μητρί δεξιάν χέρα. + Ο φιλτάτη χειρ, φίλτατον δε μοι κάρα + + και σχήμα και πρόσωπον ευγενές τέκνων + ευδαιμονοίτον, αλλ' εκεί· τα δ' ενθάδε + πατήρ αφείλετ'· ω γλυκεία προσβολή, + ω μαλθακός χρως πνεύμα θ' ήδιστον τέκνων. + Χωρείτε χωρείτ'· ουκέτ' ειμί προσβλέπειν + οία τ' ες υμάς, αλλά νικώμαι κακοίς. + +Εν τω νεωτέρω θεάτρω ηδύνατό τις μετά πλείστων αιμοβόρων και δοξομανών +ηρωίδων να παραλληλίση την Λαίδην Μάκβεθ... αλλ' οι τοιούτοι +παραλληλισμοί δεν ενδιαφέρουσιν ημάς όσον οι προς τας της αρχαιότητος. + + + +ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ +ΕΝ ΤΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ + + + + ΕΡΓΑ Δ. ΒΙΚΕΛΑ ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ: + ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ. Έκδοσις Γ' ... Δρ. 1.50 + ΟΘΕΛΛΟΣ...... » » » 1 50 + ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ .... » » » 1.50 + ΜΑΚΒΕΘ....... » » » 1 50 + ΑΜΛΕΤΟΣ .... » » » 1.50 + ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ » » » 1.50 + ΣΤΙΧΟΙ Έκδοσις νέα ......... » 2. — + ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ. Έκδοσις Δ', πολυτελής εις μέγα + 8ον μετά 75 εικόνων Θ. Ράλλη » 10 — + Έκδοσις απλή 0.80 + ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (Εξηντλημένον)....... » — + ΑΠΟ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΟΛΥΜΠΙΑΝ Επιστολαί 2.50 + προς φίλον + ΠΕΡΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ Μελέτη » 3. — + Η ΣΥΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ και + τα νέα όρια αυτού » 1. — + ΔΑΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ εκ των του Άνδερσεν » 1.50 + Ο ΜΕΓΑΣ ΓΑΛΕΟΤΟΣ. Δράμα Ιωσήφ Ετσεγαράη, + μεταφρασθέν εκ του Ισπανικού » 1. — + LA GRÈCE ΒΥΖΑΝΤΙΝΕ ΕΤ ΜΟDERNE Essais + historiques, Paris Fr. 7.50 + ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...... Δρ. 4. — + + + +Τιμάται δραχ. 1.50 + + + +Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896 — 1228 + +*** + +1) Η διάκρισις εν τω γαλλικώ κειμένω γίνεται μεταξύ των λέξεων +honneur και point d' honneur. + +2) Ο μεταφραστής αρκείται να παρατηρήση, ότι δεν παραδέχεται απάσας +ενταύθα του συγγραφέως τας ενστάσεις. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Macbeth, by William Shakespeare + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MACBETH *** + +***** This file should be named 34434-0.txt or 34434-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/4/4/3/34434/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/34434-0.zip b/34434-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..59ae554 --- /dev/null +++ b/34434-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..ffb6ae6 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #34434 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34434) |
