summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--34434-0.txt6387
-rw-r--r--34434-0.zipbin0 -> 110699 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6403 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/34434-0.txt b/34434-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..2983490
--- /dev/null
+++ b/34434-0.txt
@@ -0,0 +1,6387 @@
+The Project Gutenberg EBook of Macbeth, by William Shakespeare
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Macbeth
+
+Author: William Shakespeare
+
+Translator: Demetrios Vikelas
+
+Release Date: November 24, 2010 [EBook #34434]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MACBETH ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic,
+otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are
+included in &. Two footnotes in the Notes section have been converted to
+endnotes. The book I have in my hands is a badly scanned copy. Especially
+in the Notes section the words towards the center of the two opposite
+pages are often partly missing. I was able to imagine most of them, I
+hope correctly. However, there were eleven words that I was unable to
+find and I leave them with question marks.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
+Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους
+χαρακτήρες περικλείονται σε &. Δύο υποσημειώσεις που βρίσκονται στο
+κεφάλαιο των Σημειώσεων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το βιβλίο
+που είχα στα χέρια μου ήταν πλημμελώς σκαναρισμένο. Ιδίως στο μέρος των
+σημειώσεων οι λέξεις προς το κέντρο των δυο σελίδων συχνά ήταν μερικώς
+ελλιπείς. Οι περισσότερες μαντεύτηκαν ελπίζω σωστά. Έντεκα όμως λέξεις
+ήταν αδύνατο να τις βρω και τις αφήνω με ερωτηματικά.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+
+
+
+ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ
+ΕΜΜΕΤΡΩΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ
+ΥΠΟ
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ
+
+
+
+Μ Α Κ Β Ε θ
+
+
+
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ
+
+1896
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+
+
+
+ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ
+
+ΕΜΜΕΤΡΩΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ
+ΥΠΟ
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ
+
+Μ Α Κ Β Ε Θ
+
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ
+1896
+
+
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+
+
+
+ΤΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ
+
+
+
+ΔΟΓΚΑΝ, βασιλεύς της Σκωτίας.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ, )
+ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ,) υιοί αυτού.
+
+ΜΑΚΒΕΘ,)
+ΒΑΓΚΟΣ,) στρατηγοί Σκώτοι.
+
+ΜΑΚΔΩΦ, )
+ΡΩΣ, ) ευγενείς Σκώτοι.
+ΜΕΝΤΗΘ, )
+ΑΓΚΟΣ, )
+ΚΑΙΘΝΗΣ,)
+
+ΦΛΗΝΣ, υιός του Βάγκου.
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ, κόμης της Νορθουμβερλάνδης, στρατηγός Άγγλος.
+Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΣΙΒΑΡΔΟΥ.
+ΣΕΥΤΩΝ, αξιωματικός του Μάκβεθ.
+Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΔΩΦ, μειράκιον.
+ΙΑΤΡΟΣ ΑΓΓΛΟΣ.
+ΙΑΤΡΟΣ ΣΚΩΤΟΣ.
+ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΣΚΩΤΟΣ.
+ΘΥΡΩΡΟΣ.
+ΓΕΡΩΝ ΣΚΩΤΟΣ.
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ.
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ της Λαίδης Μάκβεθ.
+ΕΚΑΤΗ.
+ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ.
+Άρχοντες, Αξιωματικοί, Στρατιώται, Δολοφόνοι,
+Υπηρέται, Αγγελιαφόροι και Φάσματα.
+
+
+Η σκηνή εν Σκωτία, εν τέλει δε της τετάρτης πράξεως
+εν Αγγλία.
+
+
+
+ΜΑΚΒΕΘ (1)
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'
+
+
+
+ Εξοχή άδενδρος· Κεραυνοί και αστραπαί.
+ Εισέρχονται ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ.
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Πότε θα ξαναϊδούμε μια την άλλη μας;
+ Με την ανεμοζάλη; μ' αστραπόβροντα;
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Αφού ο κρότος παύση κ' η οχλοβοή,
+ κ' η μάχη τελειώση, — χάσουν ή χαθούν.
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Προτού ο ήλιος δύση τούτο θα γενή.
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Το μέρος πού;
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ 'Σ τον λόγγο.
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Θ' απαντήσωμεν
+ τον Μάκβεθ εκεί πέρα.
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Να 'μ', Ασπρόγατα (2)!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Μας κράζ' η Κουβακίνα.
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ήλθα, — έφθασα !
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά.
+ Άνεμοι πάρετέ μας, πάχνη κρύψε μας!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Β'
+
+
+
+ Στρατόπεδον πλησίον της πόλεως Φόρες.
+ Σάλπιγγες έσωθεν. Εισέρχονται ο ΔΩΓΚΑΝ, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ, και
+ ο ΛΕΝΟΞ μετά συνοδίας στρατιωτικής, συναντώσι δ' επί της σκηνής
+ πληγωμένον αξιωματικόν.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Τι είν' ο άνθρωπος αυτός ο αιματοβαμμένος;
+ Αν κρίνω απ' την όψιν του, να μας ειπή θα 'ξεύρη
+ τα νέα από τον πόλεμον.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Είναι αυτός ο ίδιος,
+ που μ' έσωσ' η ανδρεία του απ' την αιχμαλωσίαν.
+ Καλώς σε ηύρα, φίλε μου! Ειπέ 'ς τον βασιλέα
+ πώς άφησες τον πόλεμον;
+
+ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ
+ Αμφίβολον ακόμη.
+ Ήτο 'σαν δυο κολυμβηταί, κ' οι δύο κουρασμένοι,
+ που προσπαθούν αγκαλιαστοί τον άλλον ποιος να πνίξη.
+ Ο άσπλαγχνος Μακδόβαλδος... — (ο άξιος αλήθεια
+ να είν' αντάρτης! Δι' αυτό τον 'προίκισεν η φύσις
+ με όλας τας κακίας του!) έλαβ' επικουρίαν
+ απ' της Σκωτίας τα νησιά, οπλίτας και τοξότας·
+ κ' η Τύχη γλυκοκύτταξε τα ανομήματά του
+ κ' ενόμιζες πως έγεινε η πόρνη του αντάρτου!
+ Τα πάντα όμως του κακού, διότι ο γενναίος
+ ο Μάκβεθ, — το επίθετον Γενναίος το αξίζει, —
+ ο Μάκβεθ Τύχην δεν ψηφά, φουκτόνει το σπαθί του
+ από το αίμα της σφαγής ακόμη αχνισμένο,
+ ανοίγει δρόμον, προχωρεί, το θρέμμα της Ανδρείας,
+ ως που τον άπιστον εχθρόν τον αντιμετωπίζει·
+ κ' εκεί, αντί χαιρετισμόν ή καλημέρισμά του,
+ από τον ώμον 'ς την κοιλιά τον κόπτει πέρα πέρα,
+ κ' επάνω εις τους πύργους μας στήνει την κεφαλήν του.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Ω τον ανδρείον στρατηγόν, τον άξιόν μου φίλον!
+
+ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ
+ Καθώς ανεμοστρόβιλοι και κεραυνοί ξεσπάνουν
+ εκεί απ' όπου την αυγήν ο ήλιος πρωτολάμπει,
+ το ίδιον τώρα, — βάσανα καινούρια ξεφυτρόνουν
+ απ' την πηγήν που έλεγες πως θάλθη η σωτηρία.
+ Μόλις την ράχιν οι εχθροί μας έδειξαν, διωγμένοι
+ απ' του Δικαίου το σπαθί 'ς το χέρι της Ανδρείας,
+ κι' ο αρχηγός των Νορβεγών την ευκαιρίαν βλέπει,
+ και με νεόπαστρα σπαθιά και με συμμάχους νέους
+ αρχίζει νέαν έφοδον.
+
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Τον Μάκβεθ και τον Βάγκον
+ αυτό δεν τους ετάραξε;
+
+ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ
+ Ω ναι, όσον ταράζει
+ το λεοντάρι ο λαγός ή αετόν σπουργίτης!
+ Ήσαν κ' οι δυο, — διά να 'πώ αληθινά πώς ήσαν, —
+ ωσάν κανόνια με διπλά γεμίσματα γεμάτα!
+ Διπλά κ' οι δύο τον εχθρόν και τρίδιπλα 'κτυπούσαν
+ ωσάν να θέλουν να λουσθούν εις αίματ' αχνισμένα,
+ ή ένα νέον Γολγοθά ν' αναστηλώσουν... Όμως
+ 'λιγοθυμώ... Βοήθειαν γυρεύουν αι πληγαί μου.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Επίσης με τα λόγια σου σ' αρμόζουν κ' αι πληγαί σου·
+ τιμήν μυρίζουν και τα δυο. — Χειρούργους φέρετέ του.
+
+ (Εξέρχεται ο αξιωματικός συνοδευόμενος).
+
+ Ποιος είν' αυτός που έρχεται;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Είναι του Ρως ο Θάνης (3).
+
+ΛΕΝΟΞ
+ Λάμπει η ορμή 'ς τα μάτια του! Αυτήν την όψιν έχει
+ ένας, που έρχεται να 'πη μεγάλα νέα!
+
+ΡΩΣ εισερχόμενος.
+ Ζήτω
+ ο Δώγκαν!
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Πόθεν έρχεσαι, ω άξιέ μου Θάνη;
+
+ΡΩΣ
+ Από το Φάιφ, βασιλεύ, από το Φάιφ, όπου
+ των Νορβεγών τα φλάμπουρα με τον αέρα παίζουν
+ και μας δροσίζουν τον στρατόν με το ανέμισμά των.
+ Ο βασιλεύς των Νορβεγών με τ' άπειρά του πλήθη,
+ με βοηθόν τον Καουδώρ, τον άτιμον προδότην,
+ ήρχισε πόλεμον φρικτόν. Αλλά τον αντικρύζει
+ ο Μάκβεθ ο ατρόμητος, ο ψυχοϋιός της Νίκης,
+ στήθος με στήθος, το σπαθί 'ς το χέρι, έως ότου
+ εκλόνισε κ' εδάμασε την τύχην του αντάρτου
+ και είμεθα οι νικηταί ημείς!
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Ω ευτυχία!
+
+ΡΩΣ
+ Τώρα ζητεί συμβιβασμόν ο Νορβεγός, ο Σβένος·
+ αλλά δεν τον αφίνομεν να θάψη τους νεκρούς του
+ αν δεν πληρώση εις μετρητά το πρόστιμον της νίκης (4).
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Δεν θα προδώση 'ς το εξής του Καουδώρ ο Θάνης!
+ Πήγαινε, δόσε προσταγήν να φονευθή αμέσως,
+ και να δοθή του Καουδώρ ο τίτλος εις τον Μάκβεθ.
+
+ΡΩΣ
+ Θα γείνη όπως ώρισες.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Ό,τι εκείνος χάνει,
+ τ' αξίζει και το αποκτά ο ευγενής ο Μάκβεθ!
+
+ (Εξέρχονται)
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Γ'.
+
+
+
+ Εξοχή άδενδρος πλησίον του Φόρες. Κεραυνοί.
+ Εισέρχονται αι ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ.
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Πού ήσουν αδελφή μου;
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χοίρους έσφαζα.
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Συ, αδελφή, πού ήσουν;
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Μία ναύτισσα
+ εις την ποδιά της μέσα είχε κάστανα
+ κ' εμάσσα, 'μάσσα 'μάσσα. — Δος μου, λέγω της.
+ — Κρημνίσου, στρίγγλα, λέγει, πήγαιν' απ' εδώ
+ Και μ' έδιωξ' η βρωμούσα, η αχόρταγη!
+ 'Σ τα ξένα ταξειδεύει τώρ' ο άνδρας της·
+ πηγαίνει 'ς το Χαλέπι (5) το καράβι του·
+ κ' εγώ εκεί θα 'πάγω 'ς ένα κόσκινο·
+ θα είμ' ένα ποντίκι με χωρίς ουρά (6),
+ να κάμω και να κάμω, να της δείξω 'γώ!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Θα έχης από 'μένα έναν άνεμον.
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ευχαριστώ.
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Σου δίδω άλλον ένα 'γώ.
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Έχω κ' εγώ τους άλλους· έχω μάλιστα
+ και όλους τους λιμένας όπου θα φυσούν,
+ και όλα τα σημεία όθεν έρχονται,
+ και όσα έχει η χάρτα των θαλασσινών,
+ θα τον αποστεγνώσω 'σαν το άχυρο. —
+ Ο ύπνος, νύκτα 'μέρα, δεν θα έρχεται
+ 'ς την κουρασμένη σκέπη των βλεφάρων του·
+ ωσάν αφωρισμένος άνθρωπος θα ζη·
+ εννηά φοραίς εννέα επταήμερα
+ θα λυόνη, θα στραγγίζη, θα μαραίνεται!
+ Θα τον ανεμοδέρνω εις τα κύματα
+ κι' ας μη 'μπορώ να πνίξω το καράβι του!
+ Κύτταξ' εδώ τι έχω.
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Δόσε μου να ιδώ.
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ενός πιλότου έχω ένα δάκτυλο,
+ οπού ενώ γυρνούσεν εναυάγησε,
+
+ (Τύμπανα έσωθεν).
+
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Τα τύμπανα! Ο Μάκβεθ έρχετ', έρχεται!
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Τρεις Μοίραις, καλομοίραις, αδελφαίς κ' αι τρεις
+ της γης και του αέρος ταξειδεύτριαις,
+ γυρνούν χειροπιασμέναις ολοτρίγυρα
+ Τρεις γύρους δι εσένα, τρεις φοραίς εγώ,
+ και τρεις φοραίς ακόμη, — έγειναν εννηά (7)!
+ Τελείωσαν τα μάγια! Τώρα σιωπή!
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΒΑΓΚΟΣ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν είδα 'μέραν, 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Πόσον να θέλη απ' εδώ 'ς το Φόρες;... Ω! Τι είναι
+ αυτά τα όντα τ' άγρια, τα καταζαρωμένα;
+ Δεν 'μοιάζουν κάτοικοι της γης αν και πατούν το χώμα!
+ Τι είσθε; Ζήτε; Άνθρωπος 'μπορεί να σας λαλήση;
+ Αποκριθήτε! Φαίνεσθε ωσάν να μ' εννοήτε,
+ διότι αναιβάζετε η κάθε μια συγχρόνως
+ το ξεραμένο δάκτυλο 'ς τα μαραμένα χείλη.
+ Αν έλειπαν τα γένεια σας θα έλεγα ότ' είσθε
+ γυναίκες!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ομιλήσετε αν δύνασθε! Τι είσθε;
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χαίρε, ω Μάκβεθ, χαίρε συ, Μάκβεθ, του Γλάμη Θάνη!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χαίρε, ω Μάκβεθ, χαίρε συ, του Καουδώρ ο Θάνης!
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χαίρε, ω Μάκβεθ, Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ω φίλε, τι ξιππάζεσαι, ωσάν να σε φοβίζουν
+ ακούσματα ευχάριστα; — Εσείς, σας εξορκίζω,
+ αποκριθήτε! — Πλάσματα της φαντασίας είσθε,
+ ή όντα είσθ' αληθινά κ' αι τρεις, καθώς σας βλέπω;
+ 'ς τον σύντροφόν μου είπετε τον τωρινόν του τίτλον,
+ και του επρομαντεύσετε με τους χαιρετισμούς σας
+ και μέλλουσαν ευγένειαν κ' ελπίδα βασιλείας,
+ ώστ' έμεινε εις έκστασιν. Δεν μου 'μιλείτ' εμένα;
+ Ανίσως και προβλέπετε ο Χρόνος τι θα σπείρη,
+ εάν να 'πήτε δύνασθε ποιος σπόρος θα φυτρώση
+ και ποίος όχι, 'πήτε μου κ' εμέ, που δεν γυρεύω
+ την χάριν ή την έχθραν σας, αλλ' ούτε την φοβούμαι!
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χαίρε και συ!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χαίρε και συ!
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Χαίρε και συ, ω Βάγκε!
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Του Μάκβεθ ταπεινότερε και μεγαλείτερέ του!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Όχι εξ ίσου ευτυχή, αλλ' ευτυχέστερέ του!
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Συ θα γεννήσης βασιλείς κι' αν βασιλεύς δεν γείνης.
+ Λοιπόν κ' οι δύο χαίρετε, ο Μάκβεθ και ο Βάγκος!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Σταθήτε, γλώσσαι σκοτειναί, και άλλα να μου' πήτε,
+ Του Γλάμη Θάνην μ' έκαμεν ο θάνατος του Σίνελ (8)
+ αυτό το ξεύρω· αλλά πώς του Καουδώρ ο τίτλος;
+ Ο Θάνης ζη του Καουδώρ κ' είναι πολύς και μέγας!
+ Το δε να γείνω βασιλεύς, απίθανον εξ ίσου
+ όσον να γείνω Καουδώρ. Να μου ειπήτε πόθεν
+ σας έρχετ' η ανήκουστος αυτή πληροφορία;
+ και διατί 'ς αυτόν εδώ τον έρημον τον λόγγον
+ μ' αυτούς σας τους προφητικούς χαιρετισμούς κ' αι τρεις σας
+ τον δρόμον μας εκόψετε; Σας εξορκίζω, 'πήτε!
+
+ (Αι Μάγισσαι εξαλείφονται)
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Βγάζει κ' η γη, 'σαν το νερό κ' εκείνη, φουσκαλίδες!
+ Φούσκαις της γης ήσαν κι' αυταί. Τι έγειναν; πού είναι;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εις τον αέρα. 'Σκόρπισε το άυλο κορμί των
+ καθώς αχνός 'ς τον άνεμον. Ας έμεναν ακόμη!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Τα όντ' αυτά τα είδαμεν αληθινά εμπρός μας,
+ ή μη εφάγαμεν κ' οι δυο απ' το φυτόν της τρέλλας
+ κ' έφυγε ο νους μας;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Βασιλείς θα γείνουν τα παιδιά σου!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Συ βασιλεύς!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Και Καουδώρ προς τούτοις. Δεν το είπαν;
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Αυτά ήσαν τα λόγια των! — Αλλά ποιος πλησιάζει;
+
+ (Εισέρχονται ο ΡΩΣ και ο ΑΓΚΟΣ)
+
+ΡΩΣ
+ Ο βασιλεύς μας έλαβε με αγαλλίασίν του
+ Την είδησιν της νίκης σου· κι' όταν ακούη, Μάκβεθ,
+ πόσην ανδρείαν έδειξες 'ς τον πόλεμον, θαυμάζει
+ και δεν ευρίσκει τι να 'πή διά να σ' επαινέση,
+ κι' αρχίζει πάλιν να 'ρωτά της μάχης τα συμβάντα,
+ κι' ακούει πώς 'ς των Νορβεγών τ' ανδρειωμένα στίφη
+ αντίκρυζες ατρόμητος τα έργα των χειρών σου,
+ φρικτά θεάματα σφαγής! Πυκνοί 'σαν το χαλάζι
+ οι ταχυδρόμοι έρχονται, κ' ένας μετά τον άλλον
+ θριάμβους σου κ' επαίνους σου του διηγούνται νέους!
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Μας στέλλει να σ' εκφράσωμεν την ευχαρίστησίν του,
+ και να σε οδηγήσωμεν ενώπιόν του. Όμως
+ δεν σ' ανταμείβει με αυτό.
+
+ΡΩΣ
+ Ως πρώτην αμοιβήν σου
+ διέταξεν εκ μέρους του να σ' ονομάσω Θάνην
+ Του Καουδώρ. Χαίρε λοιπόν, γενναίε Θάνη, χαίρε!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Πώς! Γίνεται ο δαίμονας αλήθειαν να είπε!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ο Θάνης ζη του Καουδώρ. Με δανεικά στολίδια
+ πώς με στολίζετε;
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Ναι, ζη αυτός που ήτο Θάνης,
+ αλλ' η ζωή του 'κρίθηκε, κι' αξίζει να την χάση!
+ Ή σύμμαχος των Νορβεγών, ή φίλος του αντάρτου
+ και βοηθός του μυστικός, ή με τους δυο συγχρόνως
+ συνώμοσε τον τόπον του να βλάψη, δεν γνωρίζω.
+ Αλλ' απεδείχθη φανερά προδότης της πατρίδος·
+ ο ίδιος τ' ομολογεί, και τώρα τιμωρείται!
+
+ΜΑΚΒΕΘ κατ' ιδίαν.
+ Γλάμης και Θάνης Καουδώρ! Το μέγιστον κατόπιν!
+
+ (προς τον ΡΩΣ και τον ΑΓΚΟΝ)
+
+ Σας είμ' ευγνώμων, άρχοντες, ευγνώμων διά βίου!
+
+ (προς τον ΒΑΓΚΟΝ κατ' ιδίαν)
+
+ Και δεν ελπίζεις βασιλείς τα τέκνα σου να γείνουν,
+ αφού το υπεσχέθησαν εκείναι που προείπαν
+ ότι θα γείνω Καουδώρ;
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Μη το πολυπιστεύης,
+ και σου ανάψη την ψυχήν και η ελπίς του θρόνου,
+ μετά τον τίτλον Καουδώρ. — Και όμως είναι θαύμα!
+ Αλλά συμβαίνει κάποτε τα όργανα του Σκότους
+ να λέγουν την αλήθειαν διά να μας κολάσουν,
+ με τα μικρά χαρίσματα μας δελεάζουν πρώτα
+ και μας ελκύουν έπειτα 'ς τα φοβερά των δίκτυα!
+ Δυο λόγια, καλοί φίλοι μου.
+
+ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν.
+ Αλήθευσαν τα δύο,
+ ευάρεστα προοίμια μεγάλου επιλόγου, —
+ του θρόνου προεόρτια! (προς τον ΡΩΣ κτλ.) — Ευχαριστώ, αυθένται. —
+
+ (καθ' εαυτόν)
+
+ Ω! η προειδοποίησις αυτή η παρά φύσιν
+ δεν ημπορεί να είν' κακή, ούτε καλή να είναι.
+ Κακή αν είναι, διατί μ' αλήθειαν αρχίζει,
+ κ' ευθύς ευθύς ενέχυρον του μέλλοντος μου δίδει;
+ Έγεινα Θάνης Καουδώρ· ιδού! — Καλή αν είναι,
+ ω, διατί ο πειρασμός αυτός με κυριεύει,
+ που μου ορθόνει τα μαλλιά της φρίκης του η σκέψις,
+ και κάμνει ώστε η καρδιά κτυπά εις τα πλευρά μου;
+ σαν να θα 'βγή; Καλλίτερα ο φόβος του παρόντος,
+ παρά διανοήματα απαίσια! Ο νους μου,
+ με μόνον τώρα μέσα του το φάντασμα του φόνου,
+ πόσον πολύ κλονίζεται, ώστ' η ενέργειά του,
+ παρέλυσε κ' η σκέψις μου 'ς τ' ανύπαρκτα πλανάται!
+
+ΒΑΓΚΟΣ προς τον ΡΩΣ
+ Την έκστασίν του βλέπετε;
+
+ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν
+ Εάν το θέλη η Τύχη
+ να βασιλεύσω, μόνη της η Τύχη ας με στέψη!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Καθώς και τα φορέματα, τα νέα μεγαλεία,
+ αν δεν τα συνειθίσωμεν επάνω μας δεν στρώνουν.
+
+ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν
+ Ό,τι κι' αν έχη να συμβή, ο κόσμος να χαλάση,
+ να γείνη με την ώραν του!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Στους ορισμούς σου, Μάκβεθ!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Με συγχωρείτε! Έτρεχεν ο βαρημένος νους μου
+ εις ξεχασμένα πράγματα. Αγαπητοί μου φίλοι,
+ την τόσην καλωσύνην σας την γράφω εις βιβλίον,
+ που μήτε 'μέρα θα περνά να μη φυλλομετρήσω.
+ Είμ' έτοιμος· πηγαίνωμεν 'ς τον βασιλέα.
+
+ κατ' ιδίαν προς τον ΒΑΓΚΟΝ
+
+ Σκέψου
+ αυτά που ηκολούθησαν 'ς τον νουν σου ζύγισέ τα
+ και με την ησυχίαν μας καμμίαν άλλην ώραν
+ ανοίγομεν ο ένας μας 'ς τον άλλον την καρδιάν μας.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Καλά.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ως τότε σιωπή. — Πηγαίνωμεν, ω φίλοι.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Δ'
+
+
+
+ Τα ανάκτορα εις Φόρες.
+ Εισέρχονται ο ΔΩΓΚΑΝ, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ,
+ ο ΛΕΝΟΞ και συνοδία.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Δεν τον απεκεφάλισαν τον Καουδώρ ακόμη;
+ Πού είναι οι εκτελεσταί της αποφάσεώς μου;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ακόμη δεν επέστρεψαν, αυθέντα σεβαστέ μου,
+ αλλ' όμως ένας, που παρών τον είδε ν' αποθάνη,
+ μου είπ' ότι εκήρυξε το κρίμα του πανδήμως
+ και ότι παρεκάλεσε να του το συγχωρήσης,
+ κι' απέδειξε μετάνοιαν μεγάλην. Την ζωήν του
+ τίποτε τόσον δεν τιμά όσον ο θάνατος του!
+ Απέθανε 'σαν άνθρωπος καλά ετοιμασμένος
+ το ό,τι πλέον ακριβόν να το αποτινάξη
+ ωσάν να ήτο η ζωή πράγμα χωρίς αξίαν.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Αν ήτο τρόπος την ψυχήν το πρόσωπον να δείχνη!
+ Είχα 'ς τον άνθρωπον αυτόν τυφλήν εμπιστοσύνην (9)!
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, ο ΒΑΓΚΟΣ, ο ΡΩΣ και ο ΑΓΚΟΣ)
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Το είχα βάρος 'ς την καρδιάν ότι σου είμ' αγνώμων,
+ Ξάδελφέ μου· αλλά συ τόσον γοργά πηγαίνεις,
+ ώστ' όσον γρήγορα πτερά η Αμοιβή κι' αν έχη,
+ να σε προφθάση δεν 'μπορεί! Να μην αξίζης τόσον
+ μόνον και μόνον δι' αυτό το ήθελα, ω Μάκβεθ,
+ διά να είναι δυνατόν να σου ανταποδώσω
+ τους επαίνους χρεωστώ κι' όσον μισθόν σου πρέπει,
+ Δεν έχω άλλο να σου 'πώ παρά πως μ' ό,τι δώσω
+ την πληρωμήν του χρέους μου δεν θα την ξεπληρώσω.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Σου χρεωστώ την πίστιν μου και την εκδούλευσίν μου
+ κ' είναι μισθός μου αρκετός το χρέος μου αν κάμνω.
+ Συ έχεις δικαιώματα εις τα καθήκοντά μου,
+ αυτά είναι του θρόνου σου τα τέκνα και οι δούλοι
+ κι' ούτε σου έκαμαν ποτέ, με ό,τι και αν κάμουν
+ παρ' όσον 'ς την αγάπην σου κ' εις την τιμήν οφείλουν.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Καλώς μου ήλθες! Έργον μου και πόθος μου θα είναι
+ καθώς σ' επρωτοφύτευσα και να σε μεγαλώσω! —
+ Ω Βάγκε, ολιγώτερον δεν χρεωστώ κ' εσένα.
+ και ούτε ολιγώτερον ποθώ να σου το δείξω.
+ Εις την καρδιάν μου έλα 'δώ κ' εσένα να σε σφίξω.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ 'Εάν φυτρώσω μέσα της, 'δικός σου ο καρπός της!
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Απ' την πολλήν της την χαράν 'ξεχείλισ' η καρδιά μου
+ και ξεθυμαίνει με αυτούς τους σταλαγμούς της λύπης.
+ Ακούσατέ με, τέκνα μου και συγγενείς και Θάναι
+ και όλοι σεις πλησίον μου. Εις τον πρωτότοκόν μου,
+ τον Μάλκολμ, την διαδοχήν του θρόνου μου ορίζω·
+ εις το εξής θα λέγεται της Κουμβερλάνδης πρίγκηψ!
+ Αλλ' ασυντρόφευτον αυτόν δεν τον τιμώ και μόνον·
+ άστρα πολλά θα μοιρασθούν, σημεία ευγενείας,
+ 'ς τα στήθη να λαμποκοπούν εκείνων που τ' αξίζουν.
+ Πηγαίνω εις το Ίνβερνες όπου θα με ξενίσης.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Να κοπιάζω διά σε ανάπαυσίς μου είναι.
+ Τον ερχομόν σου μόνος πηγαίνω να αναγγείλω,
+ και πρώτος την γυναίκα μου να την χαροποιήσω
+ μ' αυτήν την καλήν είδησιν! Σε προσκυνώ, αυθέντα.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Αγαπητέ μου Καουδώρ!
+
+ΜΑΚΒΕΘ (καθ' εαυτόν)
+ Της Κουμβερλάνδης πρίγκηψ!
+ Αυτό είναι ανύψωμα, όπου ή θα σκοντάψω
+ να κρημνισθώ, ή χρεωστώ να το υπερπηδήσω!
+ Με σταματά 'ς τον δρόμον μου. — Κρύψετε την φωτιά σας,
+ ω άστρα, φως να μην ιδή τον σκοτεινόν μου πόθον,
+ να μην ιδή το 'μάτι μου το χέρι! — Πλην να γείνη
+ ό,τι το 'μάτι να ιδή θα τρέμη, όταν γείνη!
+
+ (Εξέρχεται).
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Αλήθεια, Βάγκε αγαθέ, γενναίος είν' ο Μάκβεθ!
+ Κατήντησα να τρέφομαι με τα εγκώμια του
+ συμπόσιόν μου είν' αυτά! Πηγαίνωμεν! Εκείνος
+ επήγ' εμπρός με τον σκοπόν να μας προϋπαντήση.
+ Τι συγγενής! Το ταίρι του ο κόσμος δεν το έχει!
+
+ (Σάλπιγγες. Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Ε'
+
+
+
+ Ίνβερνες. Θάλαμος εν τω μεγάρω του Μάκβεθ.
+ Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ αναγινώσκουσα επιστολήν.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ «Με απήντησαν την ημέραν της νίκης, αι ασφαλέστεραι
+ «δε αποδείξεις με πείθουν, ότι γνωρίζουν περισσότερα παρά
+ «όσον φθάνει νους ανθρώπου. Ενώ μ' έκαιεν η επιθυμία να
+ «τας ερωτήσω και άλλα, έγειναν αέρας και ανελήφθησαν εις
+ «τον αέρα. Ενώ δε έμενα εκστατικός ακόμη από τον θαυμα-
+ «σμόν μου, ήλθε μήνυμα του βασιλέως ότι με αναγορεύει Θά-
+ «νην του Καουδώρ, καθώς με είχαν χαιρετήσει προ ολίγου αι
+ «τρεις Μάγισσαι, όταν με παρέπεμψαν και εις τα μέλλοντα
+ «με το: Χαίρε συ, που βασιλεύς θα γείνης. Αυτά ενόμισα
+ «καλόν να τα κοινοποιήσω εις εσέ, την αγαπητήν σύντροφον
+ «των μεγαλείων μου, διά να μη στερηθής ό,τι σου ανήκει
+ «από την χαράν μου, μη γνωρίζουσα τι μεγαλείον ακόμη σε
+ «περιμένει. Κρύψε τα αυτά εις την καρδίαν σου και υγίαινε».
+ Ιδού που είσαι Καουδώρ και Γλάμης, και θα γείνης
+ κι' ό,τι σου έταξαν! Αλλά φοβούμαι την καρδιά σου·
+ μήπως γεμάτη απ' το γλυκύ της ευσπλαγχνίας γάλα
+ τον δρόμον τον σιμότερον να πάρης δεν σ' αφήση!
+ Τα μεγαλεία τα ποθείς, — φιλοδοξίαν έχεις,
+ αλλά δεν έχεις με αυτήν κι' όσην κακίαν πρέπει
+ να έχη ο φιλόδοξος! Με το καλόν το θέλεις
+ εκείνο που επιθυμείς. Το άδικον δεν θέλεις,
+ αλλά το κέρδος τ' άδικον ποθείς να τ' αποκτήσης!
+ Κάτι να έχης έπρεπεν, ω Γλάμη, να σου λέγη:
+ Ιδού πώς πρέπει να φερθής διά να κατορθώσης
+ εκείνο, που πλειότερον φοβείσαι να το κάμης
+ παρά που έχεις μέσα σου τον φόβον μη δεν γείνη!
+ Ω! Έλα γρήγορα εδώ, να χύσω 'ς την ψυχήν σου
+ την τόλμην μου, κ' η γλώσσα μου να σου εκμηδενίση
+ όσα κι' αν είν' εμπόδια ως τον χρυσόν τον κύκλον,
+ όπου η Τύχη, και μ' αυτήν Δυνάμεις υπέρ φύσιν,
+ να βάλουν τ' απεφάσισαν 'ς την κεφαλήν σου στέμμα!
+
+ (Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ)
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι θέλεις συ;
+
+ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
+ Ο βασιλεύς έρχετ' εδώ απόψε.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι λέγεις; Ετρελλάθηκες, ω άνθρωπε! Μαζή του
+ δεν είναι κι' ο αυθέντης σου; — Θα είχα μήνυμά του
+ διά να προετοιμασθώ, αν ήρχετο απόψε.
+
+ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
+ Αλήθεια! Ο αυθέντης μου έρχετ' εδώ κ' εκείνος,
+ Να τρέξη γρηγορώτερα επρόκαμ' ένας δούλος
+ και μόλις έφθασεν εδώ. Αναπνοήν δεν είχε!
+ Μόλις του έμειν' αρκετή να 'πή το μήνυμά του.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Περιποιήσου τον καλά. Μεγάλα νέα φέρνει!
+
+ (Εξέρχεται ο ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ).
+
+ Ακόμη ως κι' ο κόρακας εβράχνιασε κ' εκείνος
+ που κράζει ότι έρχεται 'ς τους πύργους μου ο Δώγκαν!
+ Ελάτε σεις, Δαιμόνια, εσείς που 'ς των φονέων
+ τας σκέψεις παραστέκεσθε, ξεγυναικώσετέ με!
+ Με άσπλαγχνην σκληρότητα εσείς γεμίσετέ με
+ από τα νύχια 'ς την κορφήν, — το αίμα πήξετέ μου, —
+ τους δρόμους όλους φράξετε εις την συνείδησίν μου,
+ ώστε της φύσεως ορμή ευσπλαγχνική καμμία
+ να μη μπορή τον φοβερόν σκοπόν μου να κλονίση,
+ ούτε να φέρη δισταγμόν εις την εκτέλεσίν του!
+ Εσείς του Φόνου όργανα, όπου και αν πλανάσθε
+ κι' αόρατα συντρέχετε 'ς ό,τι κακόν κι' αν γείνη,
+ ελάτε, κάμετε χολήν το γάλα των μαστών μου!
+ Έλα και συ, Νύκτα βαθειά, σκεπάσου με του Άδου
+ τον σκοτεινότερον καπνόν, ώστε η μάχαιρά μου
+ να μην ιδή την μαχαιριά, και ούτε απ' επάνω
+ να ημπορή ο Ουρανός να με παραμονεύση
+ 'πίσ' απ' τον πέπλον της νυκτός και να φωνάξη: Στάσου!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ)
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ω, έλα, Γλάμη ένδοξε και Καουδώρ μεγάλε,
+ ω έλα, μεγαλείτερε ακόμη κι' απ' τα δύο
+ κατά τον τελευταίον των χαιρετισμόν εκείνον!
+ Το γράμμα σου μ' εσήκωσε απ' το παρόν, και τώρα
+ το μέλλον προαισθάνομαι!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αγάπη μου, απόψε
+ ο βασιλεύς έρχετ' εδώ.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Πότε θ' αναχωρήση;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Καθώς σκοπεύει, αύριον.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν θα ιδή ο ήλιος
+ αυτό το αύριον ποτέ! Αλλά το πρόσωπόν σου
+ είναι βιβλίον ανοικτόν, καλέ μου Μάκβεθ, όπου
+ πράγματ' αλλόκοτα 'μπορεί καθένας ν' αναγνώση.
+ Θέλεις τον κόσμον να γελάς; Καθώς τον κόσμον κάμνε!
+ Χαράν να λέγη η γλώσσα σου, το 'μάτι σου, το χέρι·
+ να φαίνεσαι 'σαν τ' άκακο το άνθος, πλην να ήσαι
+ το φίδι αποκάτω του! Εκείνος που θα έλθη
+ την πρέπουσαν περίθαλψιν θα λάβη. Να μ' αφήσης
+ εγώ τα πάντα μόνη μου απόψε να φροντίσω.
+
+ Το μέγα έργον, που αυτήν θα τελεσθή την νύκτα,
+ εξασφαλίζει και αρχήν και παντοδυναμίαν
+ δι' όλας τας ημέρας μας και νύκτας εις το μέλλον.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τα ξαναλέγομεν αυτά!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Αλλ' απαθής να ήσαι·
+ εάν αλλάζη η όψις σου, θα 'πή ότι φοβείσαι.
+ Άφησε τ' άλλα εις εμέ. Εγώ θα τα φροντίσω!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΣΤ'
+
+
+
+ Έμπροσθεν του μεγάρου του ΜΑΚΒΕΘ.
+ Αυλοί και δαυλοί. — Εισέρχονται ο ΔΩΓΚΑΝ, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ, ο
+ ΒΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΟΞ, ο ΜΑΚΔΩΦ, ο ΡΩΣ, ο ΑΓΚΟΣ, μετά συνοδίας.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Ωραίον μέρος είν' αυτό! Ο ελαφρός αέρας
+ πνέει εδώ γλυκά γλυκά κ' ευφραίνει τας αισθήσεις.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Και το πετροχελίδονον — ο πτερωτός μας ξένος
+ που έρχεται την άνοιξιν και 'ς τους ναούς φωληάζει. —
+ αυτό ακόμη μαρτυρεί με τα κτισίματά του
+ ότ' η πνοή των ουρανών γλυκά εδώ μυρίζει.
+ Δεν έχει σκέπης εξοχήν, δεν έχει κορωνίδα,
+ δεν έχει τοίχου στύλωμα, γωνιάν δεν έχει, όπου
+ να μη κρεμνιέτ' η κούνια του και κλίνη των παιδιών του.
+ Εκεί που συχνοέρχεται να κάμη την φωληά του,
+ είναι συνήθως καθαρός κ' ευώδης ο αέρας (10).
+
+ (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ)
+
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Ιδού και η αρχόντισσα! Κυρία, καλώς σ' ηύρα.
+ Μας είναι βάρος κάποτε η φορτική φιλία
+ αν κ' είμεθα ευγνώμονες 'ς το δείγμα της φιλίας,
+ ώστε αν τώρα σ' ενοχλώ, εύχεσαι μολοντούτο
+ να μου πληρώση ο Θεός τον κόπον οπού παίρνεις,
+ και μου υποχρεόνεσαι διότι σου τον δίδω.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Όσα κι' αν κάμω, και διπλά και τρίδιπλα να είναι,
+ είναι μικρά και πενιχρά και δεν αντιζυγίζουν
+ όσ' αγαθά κι' όσην τιμήν μας επιδαψιλεύεις.
+ Δι' όλα σου τα παλαιά ευεργετήματά σου,
+ κι' όσα κοντά 'ς τα παλαιά εσώρευσες και πάλιν,
+ ευχέται σου θα είμεθα παντοτεινοί, αυθέντα.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Πού είν' ο Θάνης; Έτρεχα τα ίχνη του να φθάσω,
+ με τον σκοπόν εγώ εδώ να τον προϋπαντήσω·
+ αλλά μ' επρόλαβεν αυτός. Ως άλλο φτερνιστήρι
+ τον έσπρωχν' η αγάπη του, και έφθασεν ο πρώτος.
+ Φιλοξενίαν σου ζητώ την νύκτ' αυτήν, Κυρία.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Αυθέντα μου, οι δούλοι σου, ό,τι καλόν κι' αν έχουν,
+ ανθρώπους, χρήματα, παιδιά, και την ζωήν ακόμη,
+ τα έχουν εις την θέλησιν και την διάθεσίν σου
+ και δεν σου δίδουν μ' όλ' αυτά παρ' ό,τι σου ανήκει.
+
+ΔΩΓΚΑΝ
+ Πηγαίνομεν να εύρωμεν λοιπόν τον σύζυγόν σου.
+ Τον αγαπώ παραπολύ κι' ούτε ποτέ θα παύση
+ η εύνοιά μου προς αυτόν! Οδήγησέ μ' αν θέλης.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Ζ'
+
+
+
+ Εν τω μεγάρω του ΜΑΚΒΕΘ.
+ Δούλοι και δαυλοί. Διέρχεται επιστάτης ακολουθούμενος υπό υπηρετών
+ φερόντων σκεύη και φαγητά από της τραπέζης. Μετ' αυτούς ο ΜΑΚΒΕΘ.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αν ήτο να εγίνετο και να τελειόνη, τότε
+ ας γείνη το ταχύτερον! — Αν η δολοφονία
+ συνέπαιρνε 'ς τα βρόχια της τα επακόλουθά της,
+ αν η επιτυχία της ησφάλιζε τα τέλη,
+ αν ήτο ένα κτύπημα ν' αρκή αυτό και μόνον,
+ αυτό να είναι και αρχή και τέλος εδώ κάτω,
+ εδώ 'ς αυτό το άβαθο του Χρόνου περιγιάλι, —
+ τότε την μέλλουσαν ζωήν την αψηφώ! Αλλ' όμως
+ τα έργ' αυτά έχουν κ' εδώ την ανταπόδοσίν των.
+ Γίνετ' εις άλλους μάθημα το αίμα το χυμένον,
+ και στρέφεται το μάθημα και τιμωρεί εκείνον
+ που πρώτος το εδίδαξε. Η δε Δικαιοσύνη
+ μας παίρνει το φαρμάκι μας 'ς τα σύμμετρά της χέρια
+ και έπειτα 'ς τα χείλη μας προσφέρει το ποτήρι. —
+ Αυτόν εδώ η σκέπη διπλά τον προστατεύει·
+ εν πρώτοις είμαι συγγενής, κ' υπήκοός του είμαι·
+ δεσμοί μεγάλοι και οι δυο· προς τούτοις τον ξενίζω
+ κ' εγώ την θύραν χρεωστώ να κλείσω 'ς τον φονέα,
+ όχι επάνω του εγώ μαχαίρι να σηκώσω!
+ Αλλά και εις τον θρόνο του ήμερος ήτο τόσον,
+ εφάνη τόσον αγαθός 'ς την υψηλήν του θέσιν,
+ ώστ' αι πολλαί του αρεταί τόσαι φωναί θα γείνουν,
+ ωσάν αγγέλων σάλπιγγες, να καταμαρτυρήσουν
+ ως έργον καταχθόνιον την εξολόθρευσίν του!
+ Κ' εις τον ανεμοστρόβιλον επάνω καθισμένος,
+ 'σαν βρέφος νεογέννητον κι' ολόγυμνον, ο Οίκτος, —
+ ή με μορφήν των Χερουβείμ, που σχίζουν τον αιθέρα
+ 'ς τους αοράτους τ' ουρανού επάνω ταχυδρόμους, —
+ την φρίκην του ακούσματος θα την διασκορπίση
+ με ήχον τόσον φοβερόν 'ς τα 'μάτια των ανθρώπων,
+ ώστ' ο αέρας θα πνιγή απ' το πολύ το δάκρυ!
+
+ Άλλο αυτός μου ο σκοπός δεν έχει φτερνιστήρι
+ να του κεντήση τα πλευρά, ειμή φιλοδοξίαν,
+ που το σημάδι ξεπερνά 'ς το πήδημα και πέφτει (11)...
+
+ (Εισέρχετα, η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι θέλεις; αι; Τι γίνεται;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Απέφαγε; Ειπέ μου
+ πώς έφυγες;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μ' εζήτησε;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ωσάν να μη το 'ξεύρης!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν θέλω να το σπρώξωμεν μακρύτερα το πράγμα.
+ Τόσας τιμάς του χρεωστώ· τον έπαινόν μου λέγει
+ ο κόσμος όλος. Την χρυσήν αυτήν υπόληψίν μου
+ να την φορώ 'ς την λάμψιν της ως στολισμόν προκρίνω,
+ και όχι απ' επάνω μου ευθύς να την πετάξω.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Και η Ελπίς που 'φόρεσες μην ήτο μεθυσμένη;
+ ή μη απεκοιμήθηκε 'ς το μεταξύ, και τώρα
+ ξυπνά και βλέπει κίτρινη και κατατρομαγμένη,
+ εκείνο που εχαίρετο προτήτερα να βλέπη;
+ Το μέτρον της αγάπης σου με τούτο μου το δίδεις!
+ Εκείνο πώχεις 'ς την καρδιά, δεν έχεις και την τόλμην
+ να φανερώσης μ' έργα σου, με την παλληκαριά σου;
+ Θέλεις αυτά που εκτιμάς ως στολισμόν του βίου,
+ και άνανδρος 'ς την ίδια σου εκτίμησιν να ήσαι;
+ θέλεις ν' αφίνης πάντοτε κατόπιν απ' το &θέλω&
+ ν' ακολουθή το &δεν τολμώ&;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Παρακαλώ, σιώπα!
+ Τολμώ να κάμω κάθε τι οπού αρμόζει 'ς άνδρα.
+ Εκείνος που πλειότερον τολμά, δεν είναι άνδρας!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Λοιπόν τι ζώον σ' έκαμε να μου ανακαλύψης
+ τα σχέδιά σου; Τότε δα ήσο αλήθεια άνδρας,
+ όταν δεν σ' έλειπ' η καρδιά και να τα εκτελέσης!
+ Και όσον μεγαλείτερος ζητείς να γείνης, τόσον
+ είσ' άνδρας! Δεν συνέτρεχε τόπος ή ώρα τότε,
+ αλλ' όμως ήθελες εσύ να φέρης και τα δύο.
+ Ιδού πού ήλθαν μόνα των! Αλλά ενώ τα ηύρες,
+ συ χάνεσαι! — Το γάλα μου το έδωκα και 'ξεύρω
+ πώς τ' αγαπά το βρέφος της μια μάννα που βυζάνει·
+ πλην κι' αν μ' εγλυκοκύτταζε 'ς τα 'μάτια το παιδί μου
+ θα ήρπαζα την ρώγα μου απ' τ' απαλά του γούλια
+ να του συντρίψω τα μυαλά, αν είχα κάμει όρκον,
+ καθώς εσύ τ' ωρκίσθηκες αυτό!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Κι' αν αποτύχω;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ποιος θ' αποτύχη; Στύλωσε την γενναιότητά σου
+ και δεν αποτυγχάνομεν. Ενώ κοιμάτ' ο Δώγκαν, —
+ κ' ύπνον βαρύν του ταξειδιού ο κόπος θα του φέρη, —
+ τους δυο θαλαμηπόλους του θα τους δαμάσω τόσον
+ με τα συχνοκεράσματα, που το μνημονικόν των,
+ ο φύλακας του λογικού, ένας ατμός θα γείνη,
+ και μέσ' από την θήκην του ο νους θα ξεθυμάνη.
+ Ενώ εκείνοι κοίτονται ωσάν αποθαμένοι
+ 'ς τον ύπνον τον κτηνώδη των, και τι δεν ημπορούμεν
+ οι δυο μας ανεμπόδιστοι να κάμωμεν τον Δώγκαν,
+ και ν' αποδώσωμεν το παν 'ς τους δύο φύλακάς του,
+ ώστε αυτοί να φορτωθούν του έργου μας το βάρος;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Να μου γεννάς αρσενικά, διότι μόνον άνδρες
+ αξίζει απ' τ' αδάμαστα τα σπλάγχνα σου να 'βγαίνουν!
+ Και ποιος τω όντι δεν θα 'πή, — τους δύο κοιμισμένους
+ αφού τους πασαλείψωμεν με αίμα, και συγχρόνως
+ αν κάμωμεν των μαχαιριών των ιδικών των χρήσιν, —
+ ποιος δεν θα 'πή ότ' είν' αυτοί οι ένοχοι και μόνοι;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ποιος θα τολμήσει να ειπή ή να πιστεύση άλλο,
+ όταν ιδούν τους θρήνους μας διά τον θάνατόν του;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Επήρα την απόφασιν, κι' όλαι μου αι δυνάμεις
+ εις τούτο μόνον θα στραφούν το φοβερόν το έργον.
+ Πηγαίνωμεν! Ας ήμεθα φαιδροί 'ς τον κόσμον όλον,
+ ας κρύψη ο δόλος του 'ματιού του στήθους μας τον δόλον!
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'
+
+
+
+ Πρόδομος εν τω μεγάρω του Μάκβεθ.
+ Εισέρχεται ο ΦΛΗΝΣ φέρων εις χείρας δαυλόν, ακολουθούμενος δε υπό
+ του ΒΑΓΚΟΥ.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Τι ώρα είναι της νυκτός;
+
+ΦΛΗΝΣ
+ Δεν ήκουσα την ώραν,
+ αλλ' η σελήνη έδυσε.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Και τώρα βασιλεύει
+ μεσάνυκτα.
+
+ΦΛΗΝΣ
+ Αργότερα μου φαίνεται ότ' είναι.
+
+ΒΑΓΚΟΣ αφοπλιζόμενος.
+ Να το σπαθί μου· πάρε το. — Ο ουρανός απόψε
+ δεν εξοδεύεται. Σβυστοί οι λύχνοι του είν' όλοι. —
+ Πάρε και τούτο. — Μ' έρχεται ο ύπνος 'σαν μολύβι
+ και όμως ν' αποκοιμηθώ δεν ήθελα. Ω Θείαι
+ Δυνάμεις, διώξετ' από 'μέ τους στοχασμούς τους μαύρους
+ που κυριεύουν την ψυχήν 'ς του ύπνου την γαλήνην!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ, προπορευομένου υπηρέτου δαυλούχου).
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Δος το σπαθί μου γρήγορα! — Εκεί ποιος είναι!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Φίλος!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ακόμη δεν επλάγιασες; Ο βασιλεύς κοιμάται.
+ Ήτο 'ς το άκρον εύθυμος και ευχαριστημένος.
+ εφιλοδώρησ' άφθονα τους δούλους σου, και τούτο
+ το δακτυλίδι μ' έδωκε διά την σύζυγόν σου,
+ κι' απεκοιμήθηκ' ήσυχος.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μας ηύρε ανετοίμους
+ την δε καλήν μας θέλησιν εδέσμευαν ελλείψεις,
+ δεν μας ήτο δυνατόν να γείνουν όσα πρέπει.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Τα πάντα έγειναν καλά! — Την περασμένην νύκτα
+ ταις τρεις εκείναις μάγισσαις ταις είδα 'ς τ' όνειρόν μου
+ ήσαν όλα ψεύματα εκείνα που σου είπαν!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μου είχαν έβγει απ' τον νουν! Αλλά καμμίαν ώραν,
+ οπόταν έχης τον καιρόν, αλλάζομεν δυο λόγια
+ περί της υποθέσεως αυτής.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Όταν θελήσης!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αρκεί να σ' εύρω σύμφωνον όταν θα έλθη η ώρα
+ και θα κερδίσης εις τιμήν.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Από αυτήν που έχω
+ να χάσω δεν επιθυμώ ζητών να την αυξήσω.
+ Θα κάμω ό,τι χρεωστώ εις τρόπον να φυλάξω
+ την πίστιν μου αμόλυντον και καθαράν καρδίαν.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Καλή σου νύκτα κι' αγαθή εν τούτοις.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Καλή νύκτα!
+
+ (Εξέρχονται ο Βάγκος και ο ΦΛΗΝΣ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ προς τον υπηρέτην
+ Ειπέ εις την κυρίαν σου, εσύ, να μου σημάνη
+ όταν μου κάμη το πιοτόν, και πέσε να πλαγιάσης (12).
+
+ (Εξέρχεται ο υπηρέτης).
+
+ Τι είναι τούτο, μάχαιρα, που βλέπω αντικρύ μου,
+ με την λαβήν της προς εμέ. Ω έλα να σε πιάσω!...
+ Δεν σ' έπιασα, αλλά εκείνα τα 'μάτια μου σε βλέπουν!...
+ Ω φάντασμα απαίσιον, δεν είσαι κ' εις το χέρι
+ καθώς ς' τα μάτια αισθητόν; ή μη δεν είσαι άλλο
+ παρά μαχαίρι φανταστόν, απάτης μόνον πλάσμα
+ που το γεννά η κεφαλή 'ς την έξαψιν της θέρμης;
+ Όμως σε βλέπω πάντοτε, ψηλαφητόν σε βλέπω
+ καθώς αυτό, που το τραβώ από την θήκην τώρα!
+ Τον δρόμον όπου έμελλα να πορευθώ μου δείχνεις,
+ και όμοιόν σου σύνεργον θα είχα εις το χέρι!...
+ Μη παίζουν με τα 'μάτια μου αι άλλαι μου αισθήσεις,
+ μη τα πάντα ξεπερνά η όρασίς μου μόνη;
+ δε βλέπω, να! κ' εις την λαβήν κ' επάνω 'ς την λεπίδα
+ αίματος είναι σταλαγμοί, όπου δεν ήσαν πρώτα!
+ Όχι! απάτη μου το παν! Ο φονικός σκοπός μου
+ το σχήμ' αυτό τ' ανύπαρκτον 'ς τα 'μάτια μου λαμβάνει!...
+ αυτήν την ώραν της νυκτός 'ς το ήμισυ της σφαίρας
+ η φύσις φαίνετ' ως νεκρά, — κ' εξαπατούν τον ύπνον
+ όνειρα τώρα τρομερά μέσ' 'ς τα σκεπάσματά του.
+ Τώρα γυρνούν Εξωτικά, κ' εις την χλωμήν Εκάτην
+ προσφέρουν την λατρείαν των. Κι' ο άσαρκος ο Φόνος
+ ακούει τα ουρλιάσματα του λύκου, του φρουρού του,
+ και ξεκινά, κι' αργοπατεί 'ς το σκότος, με το βήμα
+ που 'πήγαιν' ο Ταρκίνιος 'ς το έργον του... 'σαν φάσμα! —
+ Εσύ ω Γη ακίνητη, γερά θεμελιωμένη,
+ τα βήματά μου μη τ' ακούς εκεί όπου πηγαίνουν,
+ μη τύχη και οι λίθοι σου βαλθούν να φλυαρήσουν
+ και διώξουν έξαφν' απ' εδώ την φρίκην, που αρμόζει
+ ς' αυτής της ώρας τον σκοπόν! — Ενώ τον φοβερίζω
+ εκείνος ζη. Τέτοια φωτιά με λόγια δεν ανάπτει!
+
+ (Ακούεται σήμαντρον)
+
+ Πηγαίνω, και τετέλεσται! Το σήμαντρον με κράζει!
+ Σημαίνει, Δώγκαν, διά σε! Νεκρώσιμα σημαίνει!
+ Μη το ακούς! Ή Ουρανός ή Άδης σε προσμένει!
+
+ (Εξέρχεται).
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Β'
+
+
+
+ Εν τω αυτώ προδόμω.
+ Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Εκείνο που τους 'μέθυσε, καρδιά 'ς εμένα δίδει·
+ εκείνο που τους 'δρόσισεν, εμένα με φλογίζει!...
+ Τι είναι τούτο; — Σιωπή!... Η κουκουβάγια ήτον,
+ ο κράκτης ο απαίσιος, που άγρια φωνάζει
+ την μαύρην καλήν-νύκτα του! — Ο Μάκβεθ είναι μέσα,
+ η θύρα είναι ανοικτή, κ' οι δούλοι μεθυσμένοι
+ εμπαίζουν το καθήκον των με τα ροχαλητά των.
+ Εδόλωσα με βότανα το βραδυνόν πιοτόν των,
+ ώστ' η Ζωή κι' ο Θάνατος μαλλόνουν, και δεν 'ξεύρουν
+ αν ζουν ή αν απέθαναν!
+
+ΜΑΚΒΕΘ έσωθεν
+ Ποιος είναι! Ω!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι λέγει;
+ Φοβούμαι μη εξύπνησαν και τίποτε δεν γείνη!
+ Ω! είναι η εκτέλεσις ο φόβος, όχι η πράξις!
+ Άκουε!... Έτοιμα εκεί τα είχα τα μαχαίρια,
+ Αδύνατον να μη τα ιδή! — Μ' εφάνη 'σάν να βλέπω
+ εμπρός μου τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο,
+ αλλέως εγώ μόνη μου το έκαμνα!... Ο Μάκβεθ!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τετέλεσται! — Δεν ήκουσες κανένα κρότον;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Μόνον
+ της κουκουβάγιας την φωνήν και την βοήν των γρύλλων.
+ Δεν ήσο συ που 'φώναξες;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αι; Πότε;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τώρα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τώρα;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Μάλιστα! Τώρα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Άκουσε, 'ς το πλάγι ποιος κοιμάται;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ο Δοναλβαίν.
+
+ΜΑΚΒΕΘ βλέπων τας χείρας του.
+ Ω θέαμα φρικτόν!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ανοησίαι,
+ να λέγης: θέαμα φρικτόν!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ 'Σ τον ύπνον του ο ένας
+ εγέλασε, κι' ο δεύτερος εφώναξε «Σκοτόνουν»
+ κ' ένας τον άλλον 'ξύπνησε. Εστάθηκα ν' ακούσω,
+ κι' αφού επροσευχήθηκαν τους ξαναπήρε ο ύπνος.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Κοιμούντ' οι δύο των μαζί εκεί
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ο ένας είπε:
+ Βοήθειά μου ο Θεός! κ' είπε «Αμήν» ο άλλος,
+ ωσάν να μ' έβλεπαν μ' αυτά τα φονικά τα χέρια!
+ Τους ήκουα που 'τρόμαζαν, αλλά δεν ημπορούσα
+ να 'πώ «Αμήν», που έλεγαν «Θεέ, βοήθειά μας»,
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Άφες τα τούτα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Διατί κ' εγώ δεν ημπορούσα
+ να το προφέρω το Αμήν; Είχα πολλήν ανάγκην
+ από την χάριν του Θεού, και όμως εκολνούσε
+ 'ς τον λάρυγγά μου το Αμήν!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Μη συλλογείσαι τόσον
+ αυτά τα πράγματα, ειδέ ίσως μας έλθη τρέλλα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μ' εφάνη 'σάν να ήκουα μίαν φωνήν να κράζη:
+ «Ύπνον δεν έχεις 'ς το εξής! Εσκότωσε τον Ύπνον
+ ο Μάκβεθ, τον εσκότωσε τον Ύπνον τον αθώον,
+ αυτόν που το κουβάριασμα ξεπλέκει των φροντίδων,
+ τον θάνατον εις την ζωήν της κάθε μας ημέρας
+ λουτρόν του κόπου, βάλσαμον του νου του πονεμένου,
+ το άρτυμα της φύσεως, τον μέγαν τροφοδότην
+ 'ς του βίου το συμπόσιον (13).»
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι είν' αυτά που λέγεις;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ «Δεν έχεις ύπνον 'ς το εξής», εβόυζε. « Τον Ύπνον
+ ο Γλάμης τον εσκότωσεν, ώστε δεν έχει πλέον
+ να κοιμηθή ο Καουδώρ, να κοιμηθή ο Μάκβεθ!»
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ποίος τα έκραξεν αυτά; — Αγαπητέ μου Θάνη,
+ λυγά και χαλαρόνεται η ανδρική καρδιά σου,
+ εάν αφίνης εις αυτά να χάνεται ο νους σου.
+ Πήγαιν' ευθύς, εύρε νερόν και ξέπλυνε αμέσως
+ από τα χέρια σου αυτόν τον μαύρον καταδότην. —
+ Τι μου τα έφερες εδώ τα δύο τα μαχαίρια;
+ Πρέπει εκεί 'ς το πλάγι του να μείνουν! Πήγαινέ τα
+ και άλειψε με αίματα τους κοιμισμένους δούλους!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν 'πάγω! Το τι έκαμα, να το σκεφθώ και μόνον
+ με πιάνει τρόμος. Δεν τολμώ να το ιδώ και πάλιν!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Μικρόψυχε! Δος τα εδώ εμένα τα μαχαίρια!
+ Οι κοιμισμένοι κ' οι νεκροί είναι ωσάν εικόνες.
+ Τον διάβολον ζωγραφιστόν μόνον παιδιά τον τρέμουν.
+ Αν τρέχη αίμ' απ' την πληγήν, το πρόσωπον των δούλων
+ θα πασαλείψω, να φανούν ως ένοχοι εκείνοι.
+
+ (Εξέρχεται. Ακούεται έξωθεν κρότος θύρας κρουομένης).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ποιος να κτυπά; Τι έπαθα και με κατατρομάζει
+ κάθε βοή που ακουσθή; — Τι είν' αυτά τα χέρια;
+ Α! με στραβόνουν! Ημπορεί του Ποσειδώνος όλος
+ ο άπειρος Ωκεανός αυτό ποτέ το αίμα
+ να πλύνη απ' το χέρι μου; Όχι! Το χέρι τούτο
+ το πέλαγος τ' απέραντον θα καταπορφυρώση,
+ να κάμη κατακόκκινα τα γαλανά νερά του (14)!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ επιστρέφουσα.
+ Τα χέρια μου κοκκίνισαν 'σάν τα δικά σου· όμως
+ θα εντρεπόμην την καρδιάν αχνήν να έχω τόσον!
+
+ (Κρούεται έξωθεν η θύρα).
+
+ Κάποιος την θύραν μας κτυπά· ακούεις; — Έλα μέσα·
+ 'λίγο νερό την πράξιν μας αρκεί να την ξεπλύνη·
+ τόσον αρκεί! Τι έγεινε το παλαιόν σου θάρρος;
+ Άκουε! Εξακολουθεί ο κρότος εις την θύραν!
+ Το νυκτικόν σου φόρεσε, μη πρέπει να φανώμεν
+ κ' ιδούν πως δεν 'πλαγιάσαμεν. — Μη χάνεσαι εις σκέψεις!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Να 'ξεύρω το τι έκαμα! Ας ήτο να μη 'ξεύρω
+ την ύπαρξίν μου!
+
+ (Κρούεται η θύρα).
+
+ Κτύπα συ! Μη θέλης να 'ξυπνήσης
+ τον Δώγκαν με τον κρότον σου; Ω! Είθε να 'μπορούσες!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Γ'
+
+
+
+ Εν τω αυτώ προδόμω. Κρούεται έξωθεν η θύρα.
+ (Εισέρχεται θυρωρός).
+
+ΘΥΡΩΡΟΣ
+ Να κτύπημα, αλήθεια κι' αλήθεια! Αν ήτο να κάμνη κανείς
+ τον θυρωρόν εις την κόλασιν, ησυχίαν δεν θα είχεν· όλο
+ θα εγύριζε το μάνδαλο. (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, κτύπα,
+ κτύπα! — Ποίος είν' εκεί, δι' όνομα του Βελζεβούλ! — Ίσως
+ είναι κανείς μυλωνάς, που εκρεμάσθηκε διότι περιμένει ευφορίαν
+ της γης. Καλώς ώρισες! Φέρε μαζή σου προσόψια πολλά·
+ θα έχης να ιδροκοπήσης εδώ δι' αυτό που έκαμες. (Εξακολουθεί
+ ο κρότος). Ποίος είν' εκεί, μα του άλλου διαβόλου το όνομα!
+ — Θα ήναι μα την πίστιν μου, κανείς διπρόσωπος, απ' εκείνους
+ οπού σου πέρνουν όρκον, ότι το άσπρο είναι μαύρο και
+ το μαύρο άσπρο, — κανείς άξιος να πωλήση και την ψυχήν
+ του διά την αγάπην του Θεού, και όμως δεν κατώρθωσε να
+ τον γελάση τον Θεόν διά να του ανοίξη την πύλην των Ουρανών.
+ Κόπιασε μέσα, διπρόσωπε! (Κρούεται η θύρα). Κτύπα,
+ κτύπα, κτύπα! — Ποίος είναι; — Θα ήναι, μα την πίστιν
+ μου, κανείς ράπτης Άγγλος, κ' έρχεται εδώ διότι έκλεψε πανί
+ από βράκαν Γαλλικήν (15). Έλα, ράπτη, να πυρώσης εδώ το
+ σίδερό σου. (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, κτύπα! — Ησυχίαν δεν
+ με αφίνουν! — Ποίος είσαι του λόγου σου;... Όμως κάμνει
+ κρύον! Δεν είναι η κόλασις εδώ· εκεί κάμνει ζέστην. Λοιπόν,
+ δεν κάμνω κ' εγώ τον θυρωρόν του διαβόλου. — Μου είχεν έλθει
+ 'ς τον νουν ν' ανοίξω την θύραν του εις ένα από κάθε
+ συντεχνίαν, απ' εκείνους οπού πηγαίνουν εις το αιώνιον πυρ μέσα
+ από των ανθών τον δρόμον. (Εξακολουθεί ο κρότος). Να με, να με!
+ Έφθασα! Μη ξεχνάτε τον θυρωρόν, παρακαλώ.
+
+ (Ανοίγει την θύραν. Εισέρχονται ο ΜΑΚΔΩΦ και ο ΛΕΝΟΞ).
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Πάρα πολύ θα ήργησες, καλέ μου, να πλαγιάσης,
+ και δεν σου έκαμνε καρδιά το στρώμα σου ν' αφήσης.
+
+ΘΥΡΩΡΟΣ
+ Μα την πίστιν μου, Κύριε, το εδιασκεδάσαμεν ως που
+ έκραξεν ο πετεινός.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Κοιμάται ο αυθέντης σου;
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).
+
+ Ιδού, — ο θόρυβός μας
+ τον έκαμε κ' εξύπνησε.
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Καλή ημέρα, Μάκβεθ!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Καλή σας 'μέρα κι' αγαθή, κ' οι δυο.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Καλέ μου Θάνη,
+ ακόμη δεν εξύπνησεν ο βασιλεύς;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ακόμη.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Να τον ξυπνήσω 'πρόσταξε πρωί πρωί. Φοβούμαι
+ μην ήργησα.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πλησίον του εγώ να σ' οδηγήσω,
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Τον κόπον μ' ευχαρίστησιν θα λάβης, το γνωρίζω,
+ αλλ' όμως κόπος πάντοτε θα ήναι.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Όχι, όχι!
+ Οπόταν είν' ευχάριστος ο κόπος ξεκουράζει.
+ Ιδού, η θύρα είν' αυτή.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Θα έμβω μ' άδειάν σου.
+ Μου το διέταξε.
+
+ (Εξέρχεται).
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Λοιπόν ο βασιλεύς σκοπεύει
+ ν' αναχωρήση σήμερον;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αυτός είν' ο σκοπός του.
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Τι νύκτ' απόψε τρομερά! Εις το κατάλυμά μας
+ έρριξε κάτω ταις γωνίαις η βία του ανέμου!
+ Μου λέγουν ότ' ηκούσθησαν εις τον αέρα θρήνοι,
+ κραυγαί θανάτου φοβεραί, ωσάν να προμηνύουν
+ ελεεινήν καταστροφήν κι' ανήκουστα συμβάντα
+ 'ς την δυστυχή πατρίδα μας. Κ' η Γη, καθώς μου είπαν,
+ είχε κι' αυτή παροξυσμόν και έτρεμε!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αλήθεια,
+ ήτο αγρία η νυκτιά!
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Η νεαρά μου μνήμη
+ δεν ενθυμείται 'σάν αυτήν να ξαναείδε άλλην.
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ).
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ω! Φρίκη! Φρίκη! Να το 'πη δεν δύναται η γλώσσα,
+ να το χωρέση και ο νους δεν ημπορεί!
+
+ΜΑΚΒΕΘ και ΛΕΝΩΞ
+ Τι είναι;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ο Άδης εξεπέρασε τα κατορθώματά του!
+ Με χέρια ιερόσυλα εχώθηκεν ο Φόνος
+ εις του Κυρίου τον ναόν και έκλεψ' από μέσα
+ του κτίσματος την ύπαρξιν (16)!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι ύπαρξιν; Τι λέγεις;
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Τι εννοείς; Ο βασιλεύς;...
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ελάτε να ιδήτε,
+ ελάτε, νέα Μέδουσα το φως σας να τυφλώση!
+ Μη μου ζητήτε να τα 'πώ, πηγαίνετε, ιδέτε,
+ και έπειτα λαλήσετε.
+
+ (Εξέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΛΕΝΩΞ)
+
+ Ξυπνήστε! Σηκωθήτε!
+ Σημάνετε το σήμαντρον! Ω! Φόνος! Προδοσία!
+ Ξυπνήστε, Βάγκε, Δοναλβαίν και Μάλκολμ! Σηκωθήτε,
+ τινάξετ' απ' επάνω σας τον ήσυχον τον ύπνον, —
+ τον θάνατον τον ψεύτικον, — κ' ελάτ' εδώ να ιδήτε
+ τον θάνατον αληθινόν! Ξυπνήστε, σηκωθήτε
+ της τελευταίας Κρίσεως να ιδήτε την εικόνα!
+ Ελάτε! Μάλκολμ, Δοναλβαίν και Βάγκε! Σηκωθήτε,
+ ωσάν να εσηκόνεσθε μέσ' απ' τα σάβανά σας,
+ ωσάν νεκροφαντάσματα ελάτ', αυτήν την φρίκην
+ να την ιδούν τα 'μάτια σας! — Τα σήμαντρα κτυπάτε!
+
+ (Κρούονται οι κώδωνες).
+
+ (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ).
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι τρέχει, και το σήμαντρον με την φρικτήν κραυγήν του
+ μας κράζει απ' τον ύπνον μας όλους εδώ; Ομίλει.
+ ειπέ!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Καλή Κυρία μου, δεν είναι να τ' ακούσης
+ εκείνο πώχω να ειπώ· ο ήχος του σκοτόνει,
+ αν έμβη εις γυναικός αυτί.
+
+ (Εισέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ).
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ω Βάγκε, Βάγκε, Βάγκε!
+ Τον Δώγκαν τον εσκότωσαν!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ω, συμφορά! ω, φρίκη!
+ Εδώ 'ς την στέγην μου!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Φρικτόν όπου και αν συνέβη!
+ 'Πέ ότι έσφαλες, Μακδώφ, 'πέ μου πως ήτο ψεύμα.
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΛΕΝΩΞ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αν ήτο και απέθνησκα πριν τούτου μίαν ώραν,
+ θα έλεγα πως έζησα ζωήν ευτυχισμένην!
+ Τώρα εις τα εγκόσμια ουσίαν δεν ευρίσκω·
+ τα πάντα μάταια· νεκρά και η χαρά κ' η δόξα·
+ 'πάγει ο οίνος της ζωής — το καταπάτι μένει,
+ του πίθου μόνον καύχημα εις το εξής (17).
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ)
+
+ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ
+ Τι τρέχει;
+ Ποιος εκακόπαθε;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εσύ! Εσύ, και δεν το 'ξεύρεις.
+ Του αίματός σου η πηγή, η κεφαλή, η βρύσις,
+ εστείρευσεν! Εκόπηκε το ρεύμα της ζωής σου!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Τον Δώγκαν, τον πατέρα σου τον 'σκότωσαν!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ω! — Ποίος;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Οι φύλακές του, φαίνεται. Αιματωμένα ήσαν
+ τα πρόσωπα, τα χέρια των, καθώς και τα μαχαίρια
+ που ηύραμεν ασκούπιστα εις τα προσκέφαλά των.
+ Εφαίνοντο εμβρόντητοι και παραζαλισμένοι.
+ Σ' αυτούς ζωή δεν έπρεπε να πιστευθή ανθρώπου!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Και όμως μετενόησα πώς εις την έξαψίν μου
+ να τους φονεύσω και τους δυο!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ω! Διατί, ω Μάκβεθ;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ποιος δύνατ' έξω εαυτού και φρόνιμος να ήναι,
+ ήμερος κι' άγριος, — ψυχρός και αφωσιωμένος,
+ όλα 'ς τον ίδιον καιρόν; Κανείς! 'ς την έξαψίν μου
+ ο χαλινός του λογικού δεν μ' εκρατούσε πλέον.
+ Νεκρός εκεί ο βασιλεύς, με καταπλουμισμένο
+ το ασημένιο δέρμα του απ' το χρυσό του αίμα,
+ κ' αι ανοικταί του αι πληγαί μ' εφαίνοντο να ήσαν,
+ είσοδοι τόσαι της φθοράς, της φύσεως χαλάστραι! —
+ Κ' εκεί οι δολοφόνοι του, 'ς το χρώμα βουτημένοι
+ του φόνου, — τα μαχαίρια των αιματοτυλιγμένα...
+ Ποίος εκεί την δύναμιν να κρατηθή θα είχε,
+ καρδιάν αν είχε ν' αγαπά, κ' εις την καρδιάν την τόλμην
+ να δείξη την αγάπην του;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Βοήθεια! Ω! να φύγω (18)!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Λιγοθυμά, ιδέτε την!
+
+ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ κατ' ιδίαν προς τον ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Την γλώσσαν τι κρατούμεν,
+ ενώ προ πάντων εις ημάς εδώ ανήκει λόγος;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ κατ' ιδίαν,
+ Εδώ τι λόγος ωφελεί, που μας παραμονεύει
+ κρυμμένη μέσ' 'ς την τρύπαν της η Μοίρα η κακή μας,
+ και να χυθή επάνω μας ζητεί, να μας αρπάξη;
+ Να φύγωμεν! Δεν 'μέστωσε το δάκρυ μας ακόμη!
+
+ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ κατ' ιδίαν
+ Κι' ακόμη δεν εξύπνησεν ο πόνος της ψυχής μας!
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Την Λαίδην βοηθήσετε!
+
+ (Η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ φέρεται έξω της σκηνής).
+
+ Κ' ημείς, τα σώματά μας
+ αφού τα προφυλάξωμεν απ' την γυμνότητά των,
+ εδώ ενταμονόμεθα να κάμωμεν ερεύνας,
+ αυτό να εξετάσωμεν το φρικαλέον πράγμα.
+ Τώρα τον νουν μας δισταγμοί και φόβοι τον κλονίζουν.
+ Αλλά εδώ, εις τον Θεόν ενώπιον, ομνύω
+ να πολεμήσω τους κρυφούς σκοπούς της προδοσίας!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Κι εγώ τ' ομνύω!
+
+ΠΑΝΤΕΣ
+ Όλοι μας!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πηγαίνωμεν αμέσως
+ την ανδρικήν να βάλωμεν στολήν μας, και κατόπιν
+ εδώ ενταμονόμεθα όλοι μαζί.
+
+ΠΑΝΤΕΣ
+ Προθύμως.
+
+ (Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΜΑΛΚΟΛΜ και του ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ)
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Συ τι σκοπεύεις; Απ' αυτούς ν' απέχωμεν προκρίνω.
+ 'Σ τον άπιστον είν' εύκολον να προσποιήται λύπην.
+ Εις την Αγγλίαν 'πάγω 'γώ.
+
+ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ
+ Κ' εγώ 'ς την Ιρλανδίαν.
+ Ασφαλεστέρα χωριστά η τύχη καθενός μας.
+ Εδώ μαχαίρια κρύπτονται 'ς τα χαμογέλοια μέσα·
+ τα δε συγγενικώτερα βαθύτερα πληγόνουν.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Το βέλος 'ς το σημάδι του δεν έπεσεν ακόμη·
+ — καλόν να τ' αποφύγωμεν, εμπρός του μη μας εύρη! —
+ Εις τ' άλογα! Χαιρετισμοί κ' ευγένειαι ας λείψουν·
+ ωσάν τους κλέπτας φεύγωμεν. Κλοπή συγχωρημένη
+ κανείς να κλέπτετ' απ' εκεί, όπου ελπίς δεν μένει.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Δ΄
+
+
+
+ Έξωθεν του μεγάρου του ΜΑΚΒΕΘ.
+ (Εισέρχονται ο ΡΩΣ και είς ΓΕΡΩΝ).
+
+ΓΕΡΩΝ
+ Θυμούμαι όσα έγειναν προ εβδομήντα χρόνων,
+ κ' εις όλον το διάστημα της μακρινής μου πείρας
+ είδα και ώραις φοβεραίς κι' αλλόκοτα συμβάντα·
+ αλλ' η φρικτή αυτή νυκτιά 'ξεπέρασε τα πάντα!
+
+ΡΩΣ
+ Καλέ μου γέρε κι' αγαθέ, ο Ουρανός, ιδέ τον,
+ ωσάν να τον ετάραξαν τα έργα του ανθρώπου,
+ το σκήνωμά του απειλεί το αιματοβαμμένον.
+ Να λάμπη τώρα έπρεπε φως της ημέρας, κι' όμως
+ σβύνει το σκότος της νυκτός τον ταξειδιάρην λύχνον.
+ Η 'μέρα μην εντρέπεται; ή θριαμβεύει η Νύκτα,
+ κι' αντί ν' ασπάζεται την γην το φως το ζωογόνον,
+ το πρόσωπόν του έκρυψε 'ς τα σάβανα του σκότους;
+
+ΓΕΡΩΝ
+ Και τούτο είν' αφύσικον, κ' επίσης παρά φύσιν
+ το έγκλημα που έγεινε. — Την περασμένην Τρίτην
+ εκεί που υπερήφανα 'πετούσ' ένα ιεράκι
+ μια κουκουβάγια τάρπαξε και τόκαμε κομμάτια!
+
+ΡΩΣ
+ Κι' αυτά του Δώγκαν τ' άλογα, — παράδοξον και όμως
+ αληθινόν, — ζώα λαμπρά, το άνθος των αλόγων,
+ αγρίευσαν, και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν
+ κ' εχύθηκαν ακράτητα κ' επαναστατημένα,
+ 'σάν νάθελαν τον πόλεμον να κάμουν 'ς τους ανθρώπους!
+
+ΓΕΡΩΝ
+ Το ένα τ' άλλο έφαγε, μου είπαν.
+
+ΡΩΣ
+ Είν' αλήθεια!
+ Το είδα με τα μάτια μου και μ' έπιασε τρομάρα!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ)
+
+ΡΩΣ
+ Να κι' ο Μακδώφ! — Αι, φίλε μου, ο κόσμος πώς τα 'πάγει;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Και δεν τον βλέπεις;
+
+ΡΩΣ
+ Τους φονείς τους ηύραν τίνες είναι;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Εκείνοι που εφόνευσεν ο Μάκβεθ!
+
+ΡΩΣ
+ Ω Θεέ μου!
+ Και τι καλόν επρόσμεναν;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Άλλοι τους είχαν βάλλει. —
+ Του βασιλέως τα παιδιά, ο Δοναλβαίν κι' ο Μάλκολμ,
+ κρυφά κ' οι δύο έφυγαν, ώστ' είναι υποψία
+ ότ' είν' εκείνοι ένοχοι.
+
+ΡΩΣ
+ Και τούτο παρά φύσιν!
+ Φιλοδοξί' απρόβλεπτη, την μέλλουσαν τροφήν σου
+ την κατατρώγεις μόνη σου! — Και βασιλεύς θα γείνη
+ ο Μάκβεθ ίσως;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Έγεινε, και εις το Σκων επήγε
+ διά την στέψιν.
+
+ΡΩΣ
+ Κι' ο νεκρός τι έγεινε του Δώγκαν;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Στ' αγιασμένα χώματα κ' εκείνον τον επήγαν
+ εκεί που μένουν τα οστά των πρώην βασιλέων.
+
+ΡΩΣ
+ Και συ πηγαίνεις εις το Σκων;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Όχι, εξάδελφέ μου.
+ Διά το Φάιφ ξεκινώ.
+
+ΡΩΣ
+ Εγώ 'ς το Σκων θα 'πάγω.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Είθε να έβγουν εις καλόν όσα εκεί θα γείνουν!
+ Υγίαινε, και άμποτε να στρώση 'ς τα κορμιά μας
+ καλλίτερ' απ' την πρώτην μας η νέα φορεσιά μας.
+
+ΡΩΣ
+ Ώρα καλή, πατέρα μου!
+
+ΓΕΡΩΝ
+ Νάν' ο Θεός μαζί σου,
+ και μ' όποιον 'ξεύρει το κακόν εις αγαθόν να τρέψη
+ και τον εχθρόν του δύναται εις φίλον του να στρέψη.
+
+ (Εξέρχονται)
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'
+
+
+
+ Εν τω βασιλικώ ανακτόρω εις Φόρες.
+ (Εισέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ).
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ιδού, τα έχεις: Βασιλεύς και Καουδώρ και Γλάμης,
+ τα πάντα όσα έταξαν αι τρεις των. Και φοβούμαι
+ ότι το παν επρόδωκες διά να τ' αποκτήσης!
+ Αλλ' είπαν δεν θα τα χαρή αυτά η γενεά σου,
+ κ' εγώ θα γείνω κεφαλή και ρίζα βασιλέων.
+ Εάν από το στόμα των εξέρχεται αλήθεια, —
+ καθώς σου το απέδειξαν τα λόγια των, ω Μάκβεθ, —
+ εάν αι προφητείαι των αλήθευσαν 'ς εσένα,
+ και εις εμένα διατί να μην επαληθεύσουν;
+ Και διατί καθώς εσύ κ' εγώ να μην ελπίζω;
+ Αλλ' όμως σιωπή!
+
+ Σάλπιγγες. Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ ως βασιλεύς, η Λαίδη
+ ΜΑΚΒΕΘ ως βασίλισσα, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ,
+ Άρχοντες, αρχόντισσαι και συνοδία.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ιδού ο πρώτιστός μας φίλος!
+
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Αν έλειπε, μέγα κενόν θα είχε η εορτή μας,
+ ωσάν να έλειπε το παν!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Θα έχωμεν απόψε
+ συμπόσιον επίσημον. Παρακαλώ να έλθης.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Σ' τους ορισμούς σου! Μ' έχεις δε εις τα προστάγματά σου
+ δεμένον μ' άλυτα δεσμά.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Σκοπεύεις να ιππεύσης;
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Μάλιστα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ήθελα πολύ την γνώμην σου εις κάτι.
+ Την ηύρα πάντοτε σωστήν και γνωστικήν. Αλλ' όμως
+ δεν είναι βία· αύριον ζητώ να μου την δώσης. —
+ Κι' ως πού πηγαίνεις;
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ως εκεί που να περάση η ώρα
+ έως το δείπνον. Αλλ' εάν δεν τρέχη τ' άλογόν μου,
+ τότε μιαν ώραν ή και δυο θα κλέψω απ' την νύκτα.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μη λείψης 'ς το συμπόσιον.
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Βεβαίως δεν θα λείψω.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μανθάνω ότι έφυγαν οι δυο εξάδελφοί μου,
+ 'ς την Ιρλανδία ο ένας των, ο άλλος 'ς την Αγγλίαν,
+ κι' αντί την αμαρτίαν των να εξομολογήσουν,
+ άλλα των άλλων φλυαρούν εις όσους τους ακούουν!
+ Αλλ' αύριον τα λέγομεν. Θα έχωμεν συγχρόνως
+ και άλλα να κυττάξωμεν συμφέροντα του Κράτους.
+ Πήγαινε τώρα, και καλήν επιστροφήν το βράδυ!
+ Μαζί σου τώρα και ο Φληνς θα έλθη;
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ναι, θα έλθη.
+ Καιρός να φεύγωμεν
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Γοργά να είναι τ' άλογά σας
+ και ασφαλή τα πόδια των. Η ώρα η καλή σας!
+
+ (Εξέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ)
+
+ Ως τας επτά καθένας σας ας κάμη ό,τι θέλει.
+ Διά να μ' είν' η συντροφιά ακόμη γλυκυτέρα,
+ κι' εγώ σκοπεύω μόνος μου να μείνω ως το βράδυ.
+ Λοιπόν, μαζί σας ο Θεός!
+
+ (Εξέρχονται πάντες πλην του ΜΑΚΒΕΘ και ενός υπηρέτου).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εσύ, — εσένα λέγω·
+ ακόμη δεν εφάνησαν οι άνθρωποι εκείνοι;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ 'Σ του παλατιού, αυθέντα μου, την θύραν περιμένουν.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πήγαινε, φέρε τους εδώ.
+
+ (Εξέρχεται ο υπηρέτης)
+
+ Να είμ' αυτό που είμαι
+ δεν είναι τίποτε, — εκτός και ασφαλής αν ήμαι!
+ Ο φόβος μ' εκυρίευσε του Βάγκου. Έχει κάτι
+ βασιλικόν επάνω του, που προκαλεί τον φόβον.
+ Τα πάντα είναι άξιος αυτός να τα τολμήση,
+ κ' εις την ακαταδάμαστην ανδρείαν της ψυχής του
+ υπάρχει και η φρόνησις, που οδηγεί το χέρι
+ πού να κτυπήση ασφαλώς. Μόνον αυτόν φοβούμαι,
+ μόνον αυτόν! — Ο δαίμων του εμένα μ' αμαυρόνει
+ καθώς και τον Αντώνιον του Καίσαρος ο δαίμων (19)!
+ οπόταν μ' εχαιρέτισαν αι τρεις ως βασιλέα
+ εθύμωσε, κ' εζήτησε κι' αυτόν να του λαλήσουν·
+ κ' εκείναι τον 'προφήτευσαν πατέρα βασιλέων,
+ Διάδημα μου έβαλαν 'ς την κεφαλήν μου στείρον, —
+ άκαρπον σκήπτρον να κρατώ μου έδωκαν 'ς το χέρι,
+ διά να μου αφαιρεθή κατόπιν από ξένους,
+ χωρίς να έχω τέκνον μου εγώ διάδοχόν μου!
+ Λοιπόν, προς χάριν της σποράς του Βάγκου, την ψυχήν μου
+ εγώ την εκηλίδωσα, κ' εσκότωσα τον Δώγκαν,
+ κ' εγέμισα τον κάλυκα της συνειδήσεώς μου
+ φαρμάκια; 'ς τον αντίπαλον του ανθρωπίνου γένους
+ παρέδωκα τ' αθάνατον εγώ κειμήλιόν μου,
+ διά να γείνουν βασιλείς μετέπειτα εκείνοι;
+ Οι υιοί του Βάγκου βασιλείς! Παρά να γείνη τούτο,
+ έλα ω Τύχη, πρόβαλε καλλίτερα εμπρός μου,
+ να πολεμήσωμεν μαζί, όσον ζωή μου μένει!...
+ Ποιος είν' εκεί;
+
+ (Εισέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ακολουθούμενος υπό δύο ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πήγαινε συ· περίμενε 'ς την θύραν
+ ως που να κράξω.
+
+ (Εξέρχεται ο υπηρέτης)
+
+ Χθες με σας δεν ήτο που τα είπα;
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Μάλιστ', αυθέντα μου.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Λοιπόν, 'σκεφθήκετ' όσα είπα;
+ Εκείνος σας κατέτρεξε τα περασμένα χρόνια,
+ εκείνος, να το 'ξεύρετε· όχι εγώ ποτέ μου,
+ καθώς το ενομίζετε! Εγώ είμαι αθώος!
+ Αυτό σας το απέδειξα· φως φανερόν σας είπα
+ το ποιος και πώς σας έπαιξε, τι μέσα, τι απάτην·
+ τα πάντα σας εξήγησα εις τρόπον που καθένας
+ όσον κι' αν έχη 'λίγον νουν, 'μισήν ψυχήν κι' αν έχη
+ να 'πή: Αυτά τα έκαμεν ο Βάγκος!
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Μας τα είπες.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Επήγα και μακρύτερα. Και δι' αυτόν τον λόγον
+ σας ξαναέφερα εδώ. — Ειπέτε μου να 'ξεύρω:
+ τόσον μεγάλη υπομονή σας κυριεύει, ώστε,
+ να παραβλέψετε αυτό, ή μη κ' οι δύο είσθε
+ τόσον καλοί Χριστιανοί ώστε 'ς την προσευχήν σας
+ παρακαλείτε δι' αυτόν και διά τα παιδιά του,
+ αυτόν τον καλόν άνθρωπον, που ήνοιξε τον τάφον
+ και έφερε την ζητανιά εις 'σας και τους 'δικούς σας;
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Αυθέντα, άνδρες είμεθα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ω ναι· 'ς τους καταλόγους
+ ως άνδρες λογαριάζεσθε, καθώς κ' οι σκύλοι όλοι, —
+ αυλόσκυλοι, μανδρόσκυλοι, λαγωνικά, ζαγάρια,
+ θαλασσινοί, μισόλυκοι, μικρά σκυλάκια, μούργοι,
+ όλοι των σκύλοι λέγονται. Αλλά τους ξεχωρίζει
+ καθένα η αξία του· γοργός ο ένας είναι,
+ αργός ο άλλος, κυνηγός, πιστός, ανοικτομμάτης,
+ καθείς κατά το χάρισμα πού έχει απ' την φύσιν·
+ ώστε προσθήκην ο καθείς ξεχωριστήν λαμβάνει
+ 'ς την γενικήν καταγραφήν, όπου με μίαν λέξιν
+ όλους τους έγραψαν μαζί. Το ίδιον κ' οι άνδρες. —
+ Λοιπόν και σεις, απ' τον σωρόν αν σας χωρίζη κάτι,
+ εάν 'ς την ανθρωπότητα οι έσχατοι δεν είσθε,
+ ειπήτε μου το· — τότ' εγώ θα σας ξεμυστερεύσω
+ πράγμα, που αν εκτελεσθή, θα φάγη τον εχθρόν σας,
+ και σας εις την καρδίαν μου θα σας αλυσσοδέση
+ κ' εις την αγάπην μου, — εμού, που η ζωή του είναι
+ αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του (20)!
+
+Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Είμ' άνθρωπος, αυθέντα μου, αγριωμένος τόσον
+ από του κόσμου τ' άδικα κι' απ' την καταδρομήν του,
+ ώστε τα πάντα τ' αψηφώ 'ς το πείσμα του!
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Κ'εμένα
+ η συμφορά μ' απέκαμε, μ' έδειρ' η Τύχη τόσον,
+ που δεν το έχω τίποτε να παίξω την ζωήν μου,
+ και ή την ξεφορτώνομαι ή την καλλιτερεύω.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Κ' οι δύο το γνωρίζετε: εχθρός σας είν' ο Βάγκος!
+
+ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
+ Εχθρός μας είν', αυθέντα μου!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Κ' εχθρός 'δικός μου είναι!
+ Τόσον εχθρός, που όσον ζη και όσον αναπνέει,
+ κάθε στιγμή του μαχαιριά 'ς τα σωθικά μου είναι!
+ Από το πρόσωπον της γης 'μπορούσα να τον 'βγάλω
+ 'ς το φανερόν, και νόμος μου να ήν' η θέλησίς μου.
+ Πλην δεν συμφέρει, επειδή κάποιοι 'δικοί του φίλοι,
+ είναι και φίλοι μου. Λοιπόν διά να μη τους χάσω.
+ θα φαίνωμ' ότι τον θρηνώ, ενώ τον καταστρέφω.
+ Ιδού ο λόγος διατί ζητώ την συνδρομήν σας,
+ ώστε το πράγμα να κρυφθή απ' των πολλών τα 'μάτια,
+ διά πολλάς και σοβαράς αιτίας.
+
+Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Ό,τι θέλεις,
+ αυθέντα, θα το κάμωμεν!
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Και αν με την ζωήν μας...
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Λάμπει η καρδιά 'ς τα 'μάτια σας! Μια ώρα πριν περάση
+ θα σας ειπώ πού έχετε να κάμετε καρτέρι,
+ ποιαν ώραν να διαλέξετε, ποίαν στιγμήν, — τα πάντα!
+ Το πράγμα πρέπει άφευκτα την νύκτ' αυτήν να γείνη,
+ κάπως μακράν από εδώ· διότι, μη ξεχνάτε
+ οτ' είν' ανάγκη να φανώ αθώος. Και μαζί του, —
+ μη μείνη εις το έργον μας ή ρόζος ή σχισμάδα, —
+ πρέπει συγχρόνως και ο Φληνς, που θα τον συνοδεύη,
+ μαζί με τον πατέρα του να έβγη απ' την μέση!
+ Συγχρόνως ναύρη και αυτόν η Μοίρα η κακή του!
+ Λοιπόν, αποφασίσετε. — Πηγαίνω κ' επιστρέφω.
+
+ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
+ Αυθέντα, την απόφασιν την έχομεν παρμένην.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μέσα πηγαίνετε, κ' ευθύς θα έλθω να σας εύρω.
+
+ (Εξέρχονται οι Δολοφόνοι)
+
+ Τετέλεσται! 'ς τους ουρανούς, ω Βάγκε, αν θ' αναίβης,
+ νάχης απόψε 'ς τα εκεί τον δρόμον να γυρεύης!
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Β'
+
+
+
+ Εν τω μεγάρω.
+ (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ και υπηρέτης)·
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Έφυγ' ο Βάγκος;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Ναι, αλλά το βράδυ επιστρέφει.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Σ' τον βασιλέα πήγαινε κ' εκ μέρους μου ειπέ του
+ ότ' ήθελα, αν ευκαιρή, να του ειπώ δυο λόγια.
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Αμέσως. (Εξέρχεται).
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Κέρδος μάταιον, ωφέλεια χαμένη,
+ να έχη τις ό,τι ποθεί, κι' ανήσυχος να μένη.
+ Καλλίτερα να ήμ' εγώ εκείνος οπού 'πάγει,
+ παρά να τον κατέστρεψα κ' η λύπη να με φάγη!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ)
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι γίνεσαι, αυθέντα μου; Κατάμονος τι μένεις,
+ με συντροφιάν τα θλιβερά φαντάσματά σου μόνον;
+ Τι τρέφεσαι με στοχασμούς, που έπρεπε να ήσαν
+ μ' αυτούς που συλλογίζεσαι μαζί κι' αυτοί θαμμένοι;
+ Όσα δεν έχουν ιατρικόν, να λησμονούνται πρέπει!
+ Το ό,τι έγειν', έγεινε!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εκόψαμεν το φίδι
+ αλλά δεν το 'σκοτώσαμεν. Θα ιατρευθή η πληγή του,
+ θα στυλωθή, κι' ο κίνδυνος και πάλιν του 'δοντιού του
+ τον δόλον μας τον μάταιον θα ξαναφοβερίζη.
+ Αλλά το σύμπαν ας χαθή, οι κόσμοι ας χαλάσουν,
+ παρά να κρυφοτρώγωμεν με φόβους το ψωμί μας,
+ κι' ο ύπνος να μας έρχεται την νύκτα, ταραγμένος
+ απ' τ' άγρια ονείρατα που μας τρομάζουν! Όχι!
+ Καλλίτερα να ήμεθα με τους αποθαμένους, —
+ μ' εκείνους που εστείλαμεν 'ς του τάφου την ειρήνην
+ διά να ζήσωμεν ημείς τον βίον εν ειρήνη, —
+ παρά τον νουν μας βάσανα αιώνια να τρώγουν
+ Ο Δώγκαν αναπαύεται 'ς το μνήμα του. Κοιμάται·
+ του βίου τον παροξυσμόν τον 'γλύττωσεν εκείνος·
+ η προδοσία έκαμε ό,τι είχε να του 'κάμη.
+ Εκεί που είναι, μάχαιρα, φαρμάκι δεν τον φθάνει,
+ ούτε ο δόλος συγγενών, ούτε η έχθρα ξένων·
+ τίποτ' εκεί να φοβηθή αυτός δεν έχει!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Έλα,
+ αυτά τ' αγριωμένα σου τα μάτια πράυνέ τα·
+ 'ς το δείπνον κύτταξ' εύθυμος και ζωηρός να ήσαι.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Θα ήμ', αγάπη μου. Και συ προσπάθησε να ήσαι.
+ Να έχης δε κατ' εξοχήν τον νουν σου εις τον Βάγκον.
+ Σ' το 'μάτι σου, 'ς την γλώσσαν σου εκείνος να πρωτεύη.
+ Ο κίνδυνος δεν έλειψεν, ενόσω είν' ανάγκη
+ να πλύνωμεν την δόξαν μας εις τα νερά του δόλου
+ και πάντοτε να έχωμεν κ' οι δυο το πρόσωπόν μας
+ ως προσωπίδα της καρδιάς, διά να μας την κρύπτη.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Άφες τ' αυτά!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ω! την ψυχήν έχω σκορπιούς γεμάτην!
+ Κι ο Βάγκος και το τέκνον του ακόμη ζουν, το 'ξεύρεις;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τα πάντα δεν εχάθηκαν. Αθάνατοι δεν είναι.
+ Λοιπόν και συ κάμε καρδιά. Απόψε, πριν αρχίση
+ μέσ' 'ς ταις καμάραις να πετά τυφλά η νυκτερίδα,
+ πριν κράξη τον ασκάθαρον η σκοτεινή Εκάτη
+ το νυσταγμένον σήμαντρον της Νύκτας να βοΰση,
+ πράγμα φρικτόν και φοβερόν θα γείνη!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι θα γείνη;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αγάπη μου, καλλίτερα εσύ να μη το 'ξεύρης,
+ ως που να έχης να χαρής αφού θα γείνη! — Έλα,
+ έλα ω Νύκτα σκοτεινή, τον πέπλον σου να ρίξης
+ 'ς τα 'μάτια τα ευαίσθητα της αγαθής Ημέρας!
+ Ω έλα με αόρατον αιματωμένον χέρι
+ να σχίσης το συμβόλαιον, κομμάτια να το κάμης
+ το μέγα το συμβόλαιον που με κερόνει εμένα (21)!
+ Πήζει το φως, ο κόρακας παίρνει το πέταγμά του
+ 'ς το δάσος του. Τα πλάσματα τ' αθώα της Ημέρας
+ αρχίζουν να κουρνιάζονται να γλυκοησυχάσουν,
+ ενώ τα μαύρα εξυπνούν δαιμόνια του σκότους
+ 'ς το άρπαγμά των να χυθούν! — Θαυμάζεις μ' όσα λέγω;
+ Ησύχασε, ησύχασε! Ό,τι και αν αρχίση
+ με το κακόν να σπείρεται, με το κακόν θ' αυξήση! —
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Γ'
+
+
+
+ Δάσος παρά τα ανάκτορα.
+ (Εισέρχονται τρεις ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ)
+
+Α’ Δολοφόνος
+ Ποιος να μας κάμης συντροφιά σ' έστειλ' εδώ;
+
+Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Ο Μάκβεθ (22).
+
+Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Τι τον υποπτευόμεθα αφού σωστά τα λέγει,
+ ποιοι είμεθα, τι έχομεν να κάμωμεν, τα πάντα
+ καθώς μας τα παρήγγειλαν;
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Μείνε λοιπόν μαζί μας. —
+ Το φως ακόμη πού και πού την δύσιν χαρακόνει.
+ Τώρα 'ς τον δρόμο τ' άλογο κεντά ο ταξειδιώτης
+ να φθάση γρήγορα εκεί όπου θα ξενυκτίση.
+ Όπου κι' αν ήναι θα φανή κι' αυτός που καρτερούμεν.
+
+Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Ακούω ποδοβολητόν.
+
+ΒΑΓΚΟΣ έσωθεν.
+ Φέξετ' εδώ! Πού είσθε;
+
+Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Εκείνος είναι βέβαια! Οι άλλοι ήλθαν όλοι!
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Τα άλογα του έφυγαν!
+
+Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Συνήθειά του είναι.
+ Πεζός πηγαίνει απ' εδώ 'ς του παλατιού την θύραν.
+
+Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Έρχονται φώτα!
+
+Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Είν' αυτός!
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Επάνω του κ' οι τρεις μας!
+
+ (Εισέρχονται ο ΒΑΓΚΟΣ, και ο ΦΛΗΝΣ κρατών δαυλόν.)
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ωσάν να φαίνετ' ο καιρός προς την βροχήν.
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Ας βρέξη!
+
+ (Επιπίπτουσι κατ' αυτού οι δολοφόνοι).
+
+ΒΑΓΚΟΣ
+ Ω! προδοσία! Φύγε, Φληνς! Ω, φύγε, φύγε, φύγε!
+ Ίσως εσύ μ' εκδικηθής! Ω! φύγε! — Ω προδότη!
+
+ (Αποθνήσκει. Ο ΦΛΗΝΣ φεύγει.)
+
+Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Τα φώτα ποιος τα έσβυσε;
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Δεν έπρεπε να σβύσουν;
+
+Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Ο ένας μόνον έπεσε. Μας έφυγε ο υιός του (23).
+
+Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα.
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Εκείνο τώρα πώγεινε ας' πάμε να το πούμε.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Δ'
+
+
+
+ Συμπόσιον εν τοις ανακτόροις.
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ, ο ΡΩΣ, ο ΛΑΙΝΩΞ, ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ
+ και υπηρέται).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Λάβετε θέσιν. Ο καθείς γνωρίζει τον βαθμόν του.
+ Καλώς ωρίσετ' όλοι σας, κι' ο έσχατος κι' ο πρώτος!
+
+ΠΑΝΤΕΣ
+ Ευχαριστούμεν, βασιλεύ.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Θα μείνω μεταξύ σας,
+ ωσάν να ήμαι ταπεινός κ' εγώ προσκεκλημένος,
+ και όλους η βασίλισσα ας μας φιλοξενήση,
+ και το &καλώς μας ήλθετε& ας το ειπή εκείνη.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ειπέ το συ εκ μέρους μου εις τους καλούς μας φίλους.
+ Το λέγει 'ς όλους των μαζί εμένα η καρδιά μου.
+
+ (Ο Α' ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ εμφανίζεται επί της θύρας).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ιδέ, κι' αυτοί με την καρδιάν ευχαριστώ σου λέγουν.
+ Καθίσετ' όλοι σας. Εδώ 'ς την μέσην θα καθίσω,
+ Χαρήτε, ξεφαντώσετε. — Τώρα ευθύς θα έλθω
+ να πιω εις την υγείαν σας. (Βαδίζει προς την θύραν).
+ Γεμάτο αίμα είνε
+ το πρόσωπόν σου, άνθρωπε!
+
+ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Είναι του Βάγκου αίμα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Καλλίτερα επάνω σου ή μέσα 'ς το κορμί του!
+ Τον εξεκάμετε;
+
+ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Εγώ έκοψα τον λαιμό του!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Α! λαιμοκόπος το λοιπόν κανείς καλλίτερός σου!
+ καλός κ' εκείνος που του Φληνς του έκαμε τα ίδια.
+ Αν συ το έκαμες κι' αυτό, τότε δεν έχεις ταίρι!
+
+ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Ο Φληνς, αυθέντα, 'ξέφυγε!
+
+ΜΑΚΒΕΘ (καθ' εαυτόν)
+ Τότε λοιπόν και πάλιν
+ άρρωστος είμαι! Ειδεμή εξαίρετα θα ήμουν (24),
+ 'σάν μάρμαρον ακέραιος και στερεός 'σάν βράχος,
+ 'σάν τον αέρα ελαφρός ολόγυρά μου! Τώρα
+ είμαι σφιγμένος, δέσμιος, κλεισμένος, πλακωμένος,
+ δεμένος χειροπόδαρα με φόβους κ' υποψίας! —
+ Αλλά, είπε μου, έχομεν τουλάχιστον τον Βάγκον;
+
+ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Τον έχομεν, αυθέντα μου, 'ς ένα χανδάκι μέσα,
+ με είκοσι ορθάνοικταις πληγαίς 'ς την κεφαλήν του,
+ Από αυταίς του έφθανε και μια!
+
+ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν
+ Καλόν και τούτο!
+ Το μέγα φίδι έλειψε. Εσώθη το σκουλήκι
+ και έχει μέσα του ζωήν ως που να έλθ' η ώρα
+ να χύση το φαρμάκι του· τώρα δεν έχει 'δόντια!
+ Φύγε! Σε βλέπω αύριον.
+
+ (Εξέρχεται ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ)·
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Πώς δεν μας ζωηραίνεις,
+ αυθέντα; Το συμπόσιον δεν έχει πλέον χάριν
+ εάν ενόσω γίνεται, κανείς δεν συχνοβλέπη
+ ότι φιλεύει με χαράν εκείνος που φιλεύει.
+ Αν ήναι μόνον το φαγί, τρώγει κανείς και μόνος·
+ του φαγητού καρύκευμα είν' η φιλοφροσύνη· —
+ χωρίς αυτήν η συντροφιά δεν έχει νοστιμάδα.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εσύ γλυκέ μου σύμβουλε! — Λοιπόν, 'ς την όρεξίν σας
+ εύχομαι χώνευσιν καλήν, και εις τα δύο υγείαν!
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Δεν κάθεσαι, αυθέντα μου;
+
+ (Εισέρχεται η σκιά του ΒΑΓΚΟΥ και κάθηται εις την θέσιν του ΜΑΚΒΕΘ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Η στέγη μας απόψε
+ δόξαν θα εσκέπαζεν αυτού του τόπου όλην,
+ εάν εδώ ήτο παρών κι' ο Βάγκος μας. — Αλλ' όμως
+ καλλίτερα να έπταισε και μάλλωμα ν' αξίζη,
+ παρά να εκακόπαθε ώστε να αξίζη λύπην.
+
+ΡΩΣ
+ Τον εαυτόν του αδικεί αν έλειψε να έλθη.
+ Δεν κάθεσαι, αυθέντα μου, και συ, να μας τιμήσης;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Είναι γεμάτη η τράπεζα.
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Ιδού εδώ μια θέσις.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πού;
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Να, εδώ. — Τι έπαθες και είσαι ταραγμένος;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ποιος από σας τόκαμ' αυτό;
+
+ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΔΙΑΦΟΡΟΙ
+ Τι πράγμα, ω αυθέντα;
+
+ΜΑΚΒΕΘ προς το φάσμα.
+ Δεν ημπορείς να μου ειπής ότι εγώ σου πταίω!..,
+ Μη τα μαλλιά σου μου κινής τα αιματοβαμμένα!
+
+ΡΩΣ
+ Δεν είναι, άρχοντες, καλά ο Μάκβεθ! Σηκωθήτε!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Καθήσετε, ω άρχοντες. Αυτά συχνά τα έχει,
+ και από νέος μάλιστα! Κανείς σας μη σαλεύση!
+ Είναι το πράγμα της στιγμής! Θα του περάση τώρα.
+ Ανίσως τον προσέχετε και τον παρατηρείτε
+ θα πειραχθή, και το κακόν χειρότερον θα γείνη!
+ Αφήτε τον και τρώγετε, ω φίλοι. —
+ (Πλησιάζουσα προς τον Μάκβεθ) Άνδρας είσαι;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ναι! Κ' είμαι άνδρας τολμηρός, αφού τολμώ και βλέπω
+ εκείνο που θα 'τρόμαζε κι' ο Σατανάς να βλέπη!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ανοησίαι! Πλάσματα του φόβου σου είν' όλα!
+ Και τούτο σαν την μάχαιραν θα ήναι 'ς τον αέρα,
+ που έλεγες πως σ' έδειχνε τον δρόμον προς τον Δώγκαν!
+ Αυτά τα σπαρταρίσματα και τα ξιππάσματά σου,
+ αυτά τ' αναγελάσματα του φόβου, άφησέ τα
+ κι όταν, χειμωνιάτικα κοντά εις την φωτιά της,
+ ακούεις μια γερόντισσα να λέγη παραμύθια
+ που τάμαθ' απ' την νόννα της! Αλήθεια εντροπή σου! —
+ Τι χάσκεις; Τι; Είναι σκαμνί αυτό εκεί που βλέπεις!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν βλέπεις; Να! Κύτταξ' εκεί! Ιδέ τον! —
+
+ (προς το φάσμα)
+
+ Τι μου λέγεις;
+ Α! Δεν με μέλει! Λάλησε, αφού 'μπορείς και νεύεις.
+ Αν ήναι και οι τάφοι μας και τα νεκροταφεία
+ να στέλνουν τους θαμμένους μας οπίσω, — μνήματά μας
+ εις το εξής των αετών ας γείνουν τα στομάχια (25)!
+
+ (Εξαλείφεται το φάσμα).
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Η τρέλλα σ' έκαμε δειλόν;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Καθώς σε βλέπω τώρα,
+ τον είδα!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν εντρέπεσαι! (Επιστρέφει προς τους προσκεκλημένους)
+
+ΜΑΚΒΕΘ μόνος
+ Αίμα πολύ εχύθη
+ τους περασμένους τους καιρούς, προτού να ημερώσουν
+ τον κόσμον νόμοι δίκαιοι, και από τότε πάλιν
+ έγειναν φόνοι, που κανείς αν τους ακούση φρίττει!
+ Ήτο καιρός που έφθανε να χύσης τα μυαλά του,
+ κι' απέθνησκε ο άνθρωπος, — 'τελείοναν τα πάντα.
+ Και τώρα, — ανασταίνονται κ' εβγαίνουν απ' τους τάφους
+ κι' απ' τα σκαμνιά μας μάς σκουντούν! Ω! τούτο είναι θαύμα
+ που κ' ένα φόνον ξεπερνά ωσάν αυτόν!...
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Αυθέντα,
+ σ' αποζητούν οι φίλοι σου.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ω! Είχα λησμονήσει. —
+ Να μη με συνερίζεσθε, αγαπητοί μου φίλοι.
+ Ασθένεια παράδοξος με βασανίζει· όμως
+ δεν είναι τίποτε αυτό δι' όσους με γνωρίζουν. —
+ Χαρά κ' υγεία 'ς όλους σας! Ελάτε. Ας καθίσω.
+ Δότε μ' εδώ 'λίγο κρασί· γεμάτο το ποτήρι!
+ 'Σ όλης εδώ της συντροφιάς προπίνω την υγείαν,
+ κ' εις του καλού του φίλου μου του Βάγκου, που μας λείπει
+ Ας ήτο να μας ήρχετο! Εις όλους κ' εις εκείνον
+ η πρόποσίς μου. Εύχομαι εις άπαντας τα πάντα!
+
+ΠΑΝΤΕΣ
+ Πολλά τα έτη και καλά του Βασιλέως!
+
+ (Εισέρχεται εκ νέου το φάσμα).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Λείψ' απ' τα 'μάτια μου εμπρός! 'Σ της γης τα βάθη κρύψου,
+ Έχεις τα κόκκαλα στεγνά, το αίμα παγωμένον,
+ είν' άψυχα τα μάτια σου αυτά που με κοιτάζουν
+ ακίνητα!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Είναι αυτό συνειθισμένον πράγμα,
+ αγαπητοί μου άρχοντες· δεν είναι τίποτ' άλλο·
+ αλλά την ευχαρίστησιν χαλνά της συντροφιάς μας.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Άνθρωπος ό,τι κι' αν τολμά, τολμώ! Παρουσιάσου
+ ωσάν αρκούδα μαλλιαρή, αν θέλης, της Ρωσίας,
+ ή ένοπλος ρινόκερως, ή τίγρις Υρκανίας, —
+ Λάβε μορφήν εκτός αυτής που έχεις κάθε άλλην
+ και να ιδής αν κλονισθούν τα στερεά μου νεύρα!
+ Ή ξαναγείνου ζωντανός κι' αντιμετώπισέ με
+ με το σπαθί 'ς το χέρι σου, 'ς την έρημον, — κι' αν τρέμω,
+ μωρό παιδί να με ειπής! ...Απάτης πλάσμα, φύγε!
+ Έξω απ' εδώ, φρικτή σκιά! (Εξαλείφεται το φάσμα).
+ Ιδού! Ευθύς που λείψη,
+ άνδρας εκ νέου γίνομαι. — Καθήσετε, ω φίλοι!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Απ' την πολλήν σου ταραχήν η ευθυμία 'πάγει.
+ Την συντροφιά την έκαμες να γείνη άνω κάτω.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πώς είναι τρόπος πράγματα τοιαύτα να συμβαίνουν,
+ να έρχωνται 'σάν σύννεφο καλοκαιριού εμπρός μας,
+ και να μη φέρουν θαυμασμόν; Με κάμνετε, αλήθεια
+ κι εγώ ο ίδιος ν' απορώ με την κατάστασίν μου.
+ όταν σας βλέπω, με αυτό το θέαμα εμπρός σας.
+ τα μάγουλά σας κόκκινα να τάχετε ακόμη,
+ ενώ εγώ 'κατάλευκα τα νοιώθω· απ' τον φόβον!
+
+ΡΩΣ
+ Τι θέαμα, αυθέντα μου;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Να μη του ομιλήτε
+ και γίνεται χειρότερα! Αν τον 'ρωτούν, ανάπτει.
+ Καλή σας νύκτα! Φύγετε. Αφήσετε την τάξιν
+ και την σειράν. Πηγαίνετε αμέσως!
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Καλή νύκτα!
+ Και είθε την υγείαν του ο βασιλεύς να εύρη!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Καλή σας νύκτα κι' αγαθή εις όλους.
+
+ (Εξέρχονται άπαντες εκτός του ΜΑΚΒΕΘ και της ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΒΕθ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αίμα θέλει!
+ Καλά το λέγει το ρητόν: Το αίμα θέλει αίμα (26).
+ Ηκούσθη δένδρα να 'μιλούν και να κινούνται λίθοι,
+ και από κίσσαις και κολοιούς και από καρακάξαις
+ να έβγη έξαφνα 'ς το φως ο φόνος ο κρυμμένος!...
+ 'Ξημέρωσε;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Φιλονεικούν η Νύκτα και η 'Μέρα.
+ Σκότος δεν είναι ούτε φως.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πώς σου εφάνη, 'πέ μου,
+ να τον προστάξω τον Μακδώφ κ' εκείνος ν' απειθήση;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Έστειλες άνθρωπον 'ς αυτόν;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Το έμαθα εκ τύχης·
+ Αλλά θα στείλω. — Απ' αυτούς δεν είναι μήτε ένας
+ που άνθρωπόν μου μισθωτόν κοντά του να μην έχη. —
+ Πρωί πρωί 'ς ταις αδελφαίς ταις Μάγισσαις θα 'πάγω.
+ Θέλω και άλλα να μου 'πούν. Έχω σκοπόν να μάθω
+ με κάθε τρόπον κάθε τι, όσον κακόν κι' αν ήναι!
+ Το παν εις το συμφέρον μου, το παν, θα θυσιάσω!
+ Τόσον βαθειά εχώθηκα 'ς το αίμα έως τώρα,
+ ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω πίσω
+ θα είν' επίσης δύσκολον καθώς να προχωρήσω.
+ Όσα ο νους μου μελετά, το χέρι θα τα πράξη. —
+ Ας γείνουν πρώτα, κ' έπειτα τα στόμ' ας τα φωνάξη!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Το μέγα δυναμωτικόν που θέλει κάθε σώμα.
+ ο ύπνος, σου χρειάζεται.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πηγαίνωμεν 'ς το στρώμα.
+ Αυτά που εφαντάσθηκα ο φόβος τα εμπνέει.
+ Μας λείπει πράξις· 'ς την τριβήν είμεθ' ακόμη νέοι.
+
+ (Εξέρχονται)
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Ε'
+
+
+
+ Εξοχή άδενδρος. Κεραυνοί.
+ (Εισέρχονται εξ ενός αι ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ και αφ' ετέρου η ΕΚΑΤΗ)
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Τι έχεις, ω Εκάτη; τι εθύμωσες;
+
+ΕΚΑΤΗ
+ Και πώς να μη θυμώσω, ω βρωμόστριγλαις,
+ με την αυθάδειάν σας και την τόλμην σας!
+ Πώς λόγια με τον Μάκβεθ παιρνοδίδετε,
+ κ' εμέ, των μαγικών σας την δασκάλισσαν,
+ την μυστικήν τεχνήτραν κάθε βασκανίας,
+ ποτέ να λάβω μέρος δεν μ' εκράξετε
+ την τέχνην μας να δείξω εις την δόξαν της;
+ Το δε χειρότερόν σας, — ό,τι έγεινε,
+ δι' ένα φανταγμένον το εκάματε,
+ ένα διεστραμμένον κ' υπερήφανον. —
+ Κι' αυτός σας καλοπιάνει, όχι διά σας,
+ πλην διά τους σκοπούς του και τα τέλη του.
+ Πληρώσετε το λάθος! Φύγετ' απ' εδώ.
+ 'ς το σπήλαιον να 'πάτε του Αχέρωνος!
+ Εκεί κ' εγώ θα έλθω αύριον πρωί.
+ Την Μοίραν του να μάθη θάλθη και αυτός.
+ Τα μαγγανεύματά σας ετοιμάσετε,
+ τα μάγια, τα κακκάβια κι' όλα τα λοιπά.
+ Ν' αναίβω έχω τώρα 'ς τα αιθέρια.
+ Αυτήν την νύκτα έχω, — πριν φανή το φως, —
+ φρικτόν να κάμω έργον και τεράστιον.
+ 'Σ την άκρη της Σελήνης τρεμοκρέμεται
+ βαρειά κι' ατμούς γεμάτη μια σταλαγματιά.
+ Προτού να πέση κάτω θα την πιάσω 'γώ.
+ Θα την κατασταλάξω με τα μάγια μου,
+ να βγάλω από μέσα τα εξωτικά,
+ που η απατηλή των η εμφάνισις
+ τον Μάκβεθ θα τον κάμη να καταστραφή.
+ Τον Θάνατον, την Τύχην, δεν θα τα ψηφά·
+ θα υποβάλη όλα 'ς την ελπίδα του,
+ και φρόνησιν και φόβον και ευσέβειαν!
+ Εχθρός δε του ανθρώπου, — ο χειρότερος, —
+ είν' η απροβλεψία και η οίησις!
+
+ (Μουσική έσωθεν)
+
+ Με κράζουν! — Το μικρόν μου το δαιμόνιον,
+ εις σύννεφο επάνω παχνοσκέπαστο,
+ με περιμένει. (Εξέρχεται).
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ 'Πάμε, 'πάμε γρήγορα!
+ Κι αυτή όπου κι αν ήναι ξαναέρχεται.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΣΤ'
+
+
+
+ Εν τω ανακτόρω εις Φόρες.
+ (Εισέρχονται ο ΛΕΝΩΞ και ο ΑΓΚΟΣ (27) ).
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Τα όσα είπα συφωνούν μ' όσα 'ς τον νουν σου είχες.
+ Μπορούσα κι' άλλα να ειπώ, σου λέγω μόνον ότι
+ συνέπεσαν παράδοξα τα πράγματα: Τον Δώγκαν
+ έκλαυσ' ο Μάκβεθ. — Μάλιστα, — αφού είχε αποθάνει.
+ Ο Βάγκος δε συνέπεσε να νυκτωθή 'ς τους δρόμους.
+ Αν αγαπάς, τον φόνον του 'ς τον Φληνς απόδωσέ τον,
+ αφού εξέφυγεν ο Φληνς. — Ποιος δε να μη το λέγη
+ ότ' ήσαν δύο τέρατα ο Δοναλβαίν κι' ο Μάλκολμ,
+ να σφάξουν τον πατέρα των! Αφορισμένη πράξις!
+ Και πώς το ελυπήθηκε ο Μάκβεθ! Δεν τον είδες
+ πώς ήναψε το αίμα του και ώρμησεν αμέσως
+ κ' εσκότωσε τους φύλακας, ενώ κ' οι δύο ήσαν
+ δούλοι ακόμη του πιοτού κ' αιχμάλωτοι του ύπνου;
+ Μη δεν το έκαμε καλά; — Και γνωστικά προς τούτοις!
+ Διότι ποιος δεν ήθελε μ' αυτούς αγανακτήσει
+ αν ήκουε να τ' αρνηθούν αυτοί κατόπιν; Ώστε
+ συνέπεσαν τα πράγματα περίφημα, σου λέγω.
+ Ως προς του Δώγκαν δε τους υιούς, 'ς το χέρι αν τους είχε
+ (και να μη δώση ο Θεός ποτέ του να τους έχη),
+ θα έβλεπαν το τι θα 'πή πατέρα να σκοτώσουν!
+ Κι' ο Φληνς θα τόβλεπε! — Αλλά, τα λόγια μας ολίγα.
+ Δι' ένα λόγον ο Μακδώφ απρόσεκτον, κ' επίσης
+ διότι 'ς το συμπόσιον δεν ήλθε του τυράννου,
+ καθώς μου λέγουν, έπεσεν εις την οργήν του τώρα.
+ Πού άρα γε κατέφυγε, είδησιν έχεις μήπως;
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Του Δώγκαν ο διάδοχος, — τον θρόνον του οποίου
+ ο Μάκβεθ σφετερίζεται, — εις την Αγγλίαν μένει.
+ Ο δε καλός ο βασιλεύς εκεί, εις την αυλήν του
+ τόσον τον καλοδέχεται και τον περιποιείται,
+ ώστε η Μοίρα η κακή, με την καταδρομήν της
+ ποσώς δεν τον εξέπεσεν από τ' αξίωμά του.
+ Εκεί επήγε κι' ο Μακδώφ διά να ενταμώση
+ τον Εδουάρδον, και θερμά να τον παρακαλέση
+ τον άξιόν του στρατηγόν Σιβάρδον να μας στείλη,
+ ώστε μ' αυτήν την συνδρομήν, και με την προστασίαν
+ Εκείνου, που το έργον μας θα ευλογή εξ ύψους,
+ ν' αξιωθή καθένας μας να χαίρεται και πάλιν
+ 'ς την τράπεζάν του την τροφήν, 'ς το στρώμα του τον ύπνον
+ χωρίς μαχαίρια κ' αίματα εις τα συμπόσιά μας, —
+ και νόμιμον να έχωμεν του τόπου βασιλέα
+ χωρίς ν' ατιμαζώμεθα απ' τας τιμάς που δίδει,
+ κι' ό,τι καθένας λαχταρεί να τ' αποκτήση πάλιν! —
+ Αλλά ο Μάκβεθ όλ' αυτά τα επληροφορήθη,
+ κ' εις τόσην αγανάκτησιν τον έφερε το πράγμα,
+ ώστε προετοιμάζεται να κάμη εκστρατείαν.
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Και μήνυμα δεν έστειλεν εις τον Μακδώφ;
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Ναι· όμως
+ ορθοκαταίβατ' ο Μακδώφ του απεκρίθη, Όχι!
+ Και σκυθρωπός ο μηνυτής εγύρισε ταις πλάταις
+ κ' εμούγκριζε 'σάν νάλεγε: Θα το μετανοήσης
+ ότι με την απόκρισιν αυτήν σου με φορτόνεις.
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Αυτό να προφυλάττεται ίσως θα τον φωτίση
+ και όσον είναι γνωστικόν από εδώ ν' απέχη.
+ Ω! 'ς την Αγγλίαν άγγελος ας ήτο να πετάξη
+ να 'πή τα λόγια του Μακδώφ, προτού εκείνος φθάση,
+ ώστε χωρίς αναβολήν να έλθη σωτηρία,
+ 'ς την γην αυτήν που τυραννεί κατηραμμένο χέρι!
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Ευχαί μου θα συνώδευαν θερμαί το πέταγμά του!
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'
+
+
+
+ Σπήλαιον. Εν τω μέσω αυτού λέβης βράζων. Κεραυνοί.
+ Εισέρχονται αι ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΙΣΣΑΙ).
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Η γάτα τρις ως τώρα ενιαούρισε.
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Τρις 'μούγκρισε και μία ο σκανζόχοιρος.
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Είν' ώρα, είναι ώρα, κράζει η Άρπυια!
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ελάτε· — 'ς το κακκάβι ολοτρίγυρα,
+ και μέσα τα φαρμάκια και τα μαγικά:
+ Κούβακας· — πέτρα κρύα τον επλάκονε
+ σωστά τριάντα ένα ημερόνυκτα,
+ και ίδρωσε φαρμάκι μέσ' 'ς τον ύπνο του· —
+ 'ς την μαγευμένη βρύσι συ πρωτόβρασε!
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Γύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε.
+ Καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Κοιλιά φειδιού του βάλτου, βράσε, φούσκωσε!
+ Να 'μάτι γουστερίτσας, πόδι βαθρακού,
+ πούπουλο νυχτερίδας, σαύρας δακτύλο,
+ πτερό της κουκουβάγιας, στόμα σκουληκιού,
+ και γλώσσα μανδροσκύλου, και οχειάς κεντρί!
+ Όλ' ανακατωθήτε και αφρίζετε,
+ να γείνη στοιχειωμένος διαβολοχυλός!
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Γύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε.
+ καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό!
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Να λέπι από δράκο, δόντι λύκαινας,
+ δέρμ' από μούμια μάγας, λάμιας λάρυγγας,
+ νυκτοξερριζωμένο αψιθιάς κλαδί,
+ νεφρά βρωμο-Εβραίου, τράγου άντερο·
+ να και κομματιασμένα πριναρόκλαδα
+ που μ' έκλειψιν σελήνης εκλαδεύθηκαν·
+ να και Τατάρου χείλη, Τούρκου μύταρος
+ και δάκτυλ' από βρέφος, πόρνης γέννημα,
+ που τώρριξε 'ς τον τάφρο και το έπνιξε. —
+ Να βράση να χυλώση τ' ανακάτωμα! —
+ Να κι' άντερ' από τίγριν· βάλε τα κι' αυτά
+ νάχη απ' όλα μέσα το κακκάβι μας!
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Γύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε.
+ Καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Και τώρα ράντισέ το μ' αίμα της μαϊμούς,
+ να πήξη, να κρυώση το μαγόβρασμα.
+
+ (Εισέρχεται η ΕΚΑΤΗ)
+
+ΕΚΑΤΗ
+ Καλά! τον έπαινόν μου τον αξίζετε.
+ Θα έχετε 'ς τα κέρδη όλαις μερτικό.
+ Του κακκαβιού τον γύρον τώρα κάμετε,
+ και 'σαν στοιχειά, 'σάν Μοίραις, 'σάν Νεράιδες
+ κι αι τρεις χειροπιασμέναις τραγουδήσετε.
+
+ (Μουσική και ψαλμωδία. Η ΕΚΑΤΗ απέρχεται).
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Το δάκτυλο με τρώγει· κάποιος έρχεται.
+ Ανοίξετε, ω θύραις, όποιος κι' αν κτυπά!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εσείς, μεσονυκτιάτικαις, κρυφαίς και μαύραις στρίγλαις,
+ τι πολεμάτε;
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Όνομα το έργον μας δεν έχει!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Σας εξορκίζω, μα αυτήν την μυστικήν σας τέχνην,
+ απ' όπου κι' αν σας έρχεται, να με αποκριθήτε!
+ Και αν από τα χέρια σας οι άνεμοι λυμένοι
+ λυσσομανούν και μάχωνται με τα καμπαναριά μας,
+ κι' αν καταπίνη καραβιαίς το αφρισμένο κύμα,
+ και αν κυλιούνται κατά γης τα γεμισμένα στάχυα,
+ τα δένδρ' αν ξερριζόνωνται, αν σχίζωνται τα κάστρα,
+ κ' επάνω αν κρημνίζωνται 'ς τους φυλακάτωράς των,
+ κι' αν γέρνουν τα κεφάλια των παλάτια, πυραμίδες,
+ ως που να σμίξ' η κορυφή με τα θεμέλιά των,
+ κι' όλ' η σπορά της φύσεως αν γείνη άνω κάτω,
+ εσείς αποκριθήτε με εις ό,τι κι' αν 'ρωτήσω!
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ερώτησέ μας!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Λάλησε!
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Απόκρισιν θα λάβης!
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Την θέλεις την απόκρισιν απ' τα 'δικά μας χείλη,
+ ή θέλεις ανωτέρους μας;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Να τους ιδώ! Ας έλθουν!
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Να αίμα μέσα σκρόφας, όπου έφαγε
+ και τα εννηά παιδιά της, μία γέννα της·
+ να κ' εις την φλόγα 'ξύγγι, όπου έσταξε
+ από φονηά κρεμάλα.
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Έλα, πρόκαμε!
+ Όπου κι' αν ήσαι τώρα, χαμηλά, 'ψηλά,
+ δείξε μας την μορφήν του και την τέχνην σου!
+
+ (Κεραυνοί. Πρώτη οπτασία. Κεφαλή ένοπλος).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Άγνωστη Δύναμις, ειπέ...
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ 'Ξεύρει 'ς τον νουν τι έχεις.
+ Άκουε μόνον, μη λαλής!
+
+ΤΟ Α' ΦΑΣΜΑ (28)
+ Ω Μάκβεθ! Μάκβεθ! Μάκβεθ!
+ φυλάξου από τον Μακδώφ. — Αρκεί. Απόλυσέ με.
+
+ (Βυθίζεται εντός της γης).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ό,τι κι' αν ήσ', ευχαριστώ διά την συμβουλήν σου·
+ ταιριάζει με τους φόβους μου. Μίαν ακόμη λέξιν...
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Δεν δέχεται προστάγματα. Έρχεται άλλος τώρα
+ ακόμη πλέον ισχυρός.
+
+ (Κεραυνός. Δευτέρα οπτασία. Βρέφος αιματόφυρτον).
+
+ΤΟ Β' ΦΑΣΜΑ
+ Ω Μάκβεθ! Μάκβεθ! Μάκβεθ!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αν είχα και αυτιά τριπλά θα σ' ήκουα και πάλιν!
+
+ΤΟ Β' ΦΑΣΜΑ
+ Έχε και δίψαν αίματος κι' απόφασιν και τόλμην,
+ και μη ποτέ σου φοβηθής την δύναμιν ανθρώπου,
+ διότι γέννα γυναικός ποτέ δεν θα σε βλάψη!
+
+ (Βυθίζεται).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τότε λοιπόν ζήσε, Μακδώφ! Προς τι να σε φοβούμαι;
+ Αλλ' όμως την ασφάλειαν να την διπλώσω θέλω,
+ και να κρατώ ενέχυρον από την Ειμαρμένην.
+ Δεν σου χαρίζω την ζωήν, διά να έχω λόγον
+ τον φόβον τον χλωμόκαρδον να τον κηρύξω ψεύτην,
+ κι' ο Ύπνος να μου έρχεται και αν βροντά κι' αστράπτη
+
+ (Κεραυνός. Τρίτη οπτασία. Βρέφος εστεμμένον, κρατούν
+ εις χείρας δένδρον).
+
+ Τι είν' αυτό που 'πρόβαλε, 'σάν τέκνον βασιλέως,
+ και του στολίζει ο χρυσός της βασιλείας κύκλος
+ το βρεφικόν του μέτωπον:
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Σιώπα κι' άκουέ το!
+
+ΤΟ Γ' ΦΑΣΜΑ
+ Έχε ανδρείαν λέοντος και μη φοβού κανένα.
+ Συνωμοσίαν μη ψηφάς, ή γογγυσμούς, ή στάσιν!
+ ο Μάκβεθ δεν θα νικηθή, εκτός εάν κινήση
+ 'ς την Δουνσινάνην ν' αναιβή το δάσος της Βερνάμης!
+
+ (Βυθίζεται)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν γίνεται! ποιος ημπορεί τα δάση ν' αγγαρεύση;
+ ποιος είν' εκείνος που 'μπορεί το δένδρον να προστάξη
+ από της γης την αγκαλιά την ρίζα του να 'βγάλη;
+ Ω προμαντεύματα γλυκά! Ωραία! Ω χαρά μου!
+ Δεν θα σηκώσης κεφαλήν ποτέ, Αποστασία,
+ εκτός αν πρώτα σηκωθή το δάσος της Βερνάμης· —
+ κι' ο Μάκβεθ εις τον θρόνον του γερά στερεωμένος
+ βίον θα ζήση ευτυχή, ως πού να έλθ' η ώρα
+ τον φόρον του 'ς της φύσεως τον νόμον να πληρώση!
+ Αλλ' η καρδιά μου λαχταρεί να μάθω ένα πράγμα·
+ ειπήτε — αν η τέχνη σας έως εκεί πηγαίνη, —
+ εις το βασίλειον αυτό η γενεά του Βάγκου
+ θα βασιλεύση;
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Μη ζητής πλειότερα να μάθης!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ειπήτε μου! Το απαιτώ! Αν μου το αρνηθήτε,
+ ανάθεμα αιώνιον επάνω σας να πέση!...
+ Βυθίζονται τα μάγια σας;... Τι κρότος είναι τούτος;
+
+ (Βυθίζεται εντός της γης ο λέβης. Ακούονται αυλοί).
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ελάτε!
+
+Β’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ω! ελάτε!
+
+Γ’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Ω! Ελάτ' εδώ!
+
+ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥ
+ Ελάτε να φανήτε εις τα 'μάτια του,
+ ελάτε την καρδιά του να την καύσετε.
+ Ωσάν σκιαί φανήτε, φύγετ' ως σκιαί!
+
+ (Εμφανίζονται αλληλοδιαδόχως αι σκιαί οκτώ βασιλέων, ο έσχατος των
+ οποίων κρατεί κάτοπτρον εις χείρας. Τελευταίον έπεται το φάσμα του
+ ΒΑΓΚΟΥ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ω! Είσαι απαράλλακτον το φάντασμα του Βάγκου!
+ Φύγ' απ' εδώ! Το στέμμα σου τα 'μάτια μου τα καίει! —
+ Εσύ δευτέρα κεφαλή χρυσοστεφανωμένη,
+ έχεις τα ίδια τα μαλλιά ωσάν την πρώτην... Κι' άλλη,
+ ίδια κι αυτή! — Βρωμόστριγλαις, τι φέρνετε εμπρός μου.
+ Και τέταρτος! ...Ω 'μάτια μου, χυθήτε! ...Η σειρά
+ με μόνην την συντέλειαν του κόσμου θα τελειώση;...
+ Κι' άλλος! ακόμη! Κ' έβδομος! ...Άλλο να ιδώ δεν θέλω.
+ Ιδού και άλλος, και κρατεί καθρέπτην, και μου δείχνει
+ και άλλους μέσα βασιλείς πολλούς... και μερικοί των
+ τριπλόν διάδημα φορούν, τρία 'ς τα χέρια σκήπτρα (29)!...
+ Θέα φρικτή! Αληθινά είν' όλ' αυτά, το βλέπω!
+ διότ' ιδού, το φάντασμα αιματοκυλισμένον
+ του Βάγκου με χαμογελά, και μου τους δείχνει όλους,
+ 'σάν να μου λέγη: Βλέπε τους, είναι η γενεά μου.
+
+ (Εξαλείφονται αι οπτασίαι).
+
+ Αλήθεια ήσαν όλ' αυτά;
+
+Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ
+ Αλήθεια είναι όλα. Όμως διατί
+ τον Μάκβεθ τόσον θάμβος εκυρίευσε;
+ Ας δώσωμεν 'ς τον νουν του διασκέδασιν
+ και όλα τα καλά μας ας του δείξωμεν.
+ Μαγεύω τον αέρα και λαλεί εγώ,
+ ενώ χεροπιασμέναις σεις χορεύετε,
+ να μας ιδή ο μέγας βασιλεύς αυτός
+ με τι χαράν και σέβας τον δεχόμεθα!
+
+ (Μουσική. Αι Μάγισσαι χορεύουσι και μετά ταύτα εξαλείφονται).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πού είναι; 'χάθηκαν; — Αυτή η κολασμένη ώρα
+ με μαύρα γράμματ' ας γραφή 'ς του Χρόνου το βιβλίον
+ 'ς αιώνιον ανάθεμα! — Συ εκεί έξω, έλα!
+
+ (Εισέρχεται ο ΛΕΝΩΞ)
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Αυθέντα τι επιθυμείς;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Ταις Μάγισσαις, ταις είδες;
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Δεν είδ', αυθέντα, τίποτε.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Δεν 'πέρασαν εμπρός σου;
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Όχι αυθέντ', αληθινά, δεν είδα!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Μολυσμένος
+ απ' όπου κι' αν επέρασαν να μείνη ο αέρας,
+ και όποιος ταις πιστεύεται αναθεματισμένος! —
+ Μ' εφάνηκε να ήκουσα ποδόκτυπον αλόγων.
+ Ποιος ήλθε;
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Ήλθαν δύο τρεις την είδησιν να φέρουν,
+ ότι επήγεν ο Μακδώφ κρυφά εις την Αγγλίαν.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εις την Αγγλίαν; ...ο Μακδώφ!
+
+ΛΕΝΩΞ
+ Ναι, σεβαστέ αυθέντα.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Α! Ο Καιρός επρόλαβε τα κατορθώματά μου!
+ Πετά και φεύγει ο σκοπός, ανίσως δεν πετάξη
+ συγχρόνως κ' η εκτέλεσις! Εις το εξής, τ' ομνύω,
+ ό,τι ο νους γεννά, ευθύς το χέρι θα το κάμη!
+ Ιδού! Ευθύς τον στοχασμόν θα στεφανώσω μ' έργα!
+ Το είπα και το έκαμα! Εις του Μακδώφ το κάστρον
+ θα καταπέσω έξαφνα, θα του το κυριεύσω,
+ θα του περάσω απ' το σπαθί γυναίκα του, παιδιά του,
+ κάθε κακότυχο κορμί που συγγενή τον έχει.
+ Μεγάλα λόγια περιττά! Το πράγμα θα τελειώση,
+ προτού προφθάση ο σκοπός αυτός μου να κρυώση!
+ Αλλ' όχι πλέον φάσματα!... Πού είν' αυτοί που ήλθαν;
+ Εμπρός! τον δρόμον δείξε μου.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Β'
+
+
+
+ Εν τω μεγάρω του ΜΑΚΔΩΦ, εις Φάιφ.
+ (Εισέρχονται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ, ο ΥΙΟΣ της και ο ΡΩΣ).
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Τι έπταισε; Η βία του ποια ήτο να ξεφύγη;
+
+ΡΩΣ
+ Χρειάζεται υπομονή!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Εκείνος δεν την είχε!
+ Τρέλλα του ήτο καθ' αυτό να φύγη. Με τους φόβους,
+ αν όχι με τα έργα μας, γινόμεθα προδόται!
+
+ΡΩΣ
+ Δεν 'ξεύρεις αν τον ώθησε φόβος ή γνώσις.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Γνώσις!
+ Ν' αφήση την γυναίκα του, ν' αφήση τα παιδιά του,
+ το κάστρο του, τους τίτλους του, εκεί απ' όπου φεύγει!
+ Α! όχι, δεν μας αγαπά· — το έμφυτον δεν τόχει,
+ κι' ο τρυποφράκτης ο μικρός, μικρότερος απ' όλα
+ τ' άλλα πουλάκια, πολεμά κι' αυτός την κουκουβάγια
+ ανίσως κ' έχει τα μικρά εις την φωληά του μέσα!...
+ φόβος τα πάντα· τίποτε δεν 'ζύγισ' η αγάπη·
+ κ' η γνώσις ολιγώτερoν· διότι το να φύγη
+ δεν ήτο γνώσις βέβαια!
+
+ΡΩΣ
+ Καλή μου εξαδέλφη,
+ κυβέρνησε την λύπην σου. Ο άνδρας σου, το 'ξεύρεις,
+ είν' ευγενής και γνωστικός και φρόνιμος, και κρίνει
+ πόθεν ο άνεμος φυσά· άλλο να 'πώ δεν θέλω,
+ αλλ' είναι δύσκολοι καιροί αυτοί οπού περνούμεν,
+ ενόσω εν αγνοία μας γινόμεθα προδόται,
+ ενόσω τι φοβούμεθα κανείς μας δεν το 'ξεύρει,
+ και με τους φόβους του καθείς παρεξηγεί την φήμην,
+ και όλοι αρμενίζομεν εις άγρια πελάγη
+ όπου και όπως μας κυλά το ταραγμένον κύμα!
+ έχε υγείαν· γρήγορα θα ξαναέλθω πάλιν.
+ εις του κακού το έπακρον τα πράγματ' άμα φθάσουν,
+ παύουν, ή 'ς τα πρώτα των θ' αρχίσουν να γυρίζουν. —
+ Παιδάκι μου, ο Ύψιστος 'ς την σκέπην του να σ' έχη!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Πατέρα έχει το πτωχό, και είν' ωρφανευμένο.
+
+ΡΩΣ
+ Δεν ημπορώ να κρατηθώ. Υγίαινε. Αν μείνω
+ θα μ' εντροπιάση η λύπη μου και σε θα σε ταράξη.
+
+ (Εξέρχεται)
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ (30)
+ Απέθαν' ο πατέρας σου, και τώρα τι θα γείνης,
+ και πώς θα ζήσης;
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Όπως ζουν και τα πουλάκια, μάννα.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ 'Σάν τα πουλάκια; Πώς; Και συ με μυίγαις, με σκουλήκια
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Με ό,τι εύρω. Μη κι' αυτά δεν ζουν με ό,τι εύρουν;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Καϋμένο συ πουλάκι μου! Και ούτε θα φοβήσαι
+ παγίδα, δίκτυ, 'ξόβεργα;
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Να φοβηθώ τι έχω;
+ Με όλ' αυτά δεν κυνηγούν μικρά μικρά πουλάκια. —
+ Δεν 'πέθαν' ο πατέρας μου, και ό,τι θέλεις λέγε!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Απέθανε, παιδάκι μου, και πού θα εύρης άλλον;
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Και συ, μαννούλα μου καλή, πού θαύρης άλλον άνδρα;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Όπου κι' αν 'πάγω είκοσι, αν θέλω, αγοράζω.
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Να τους πουλήσης;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Φλυαρείς όσον ο νους σου κόπτει.
+ Και όμως κόπτει κάμποσον.
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Προδότης είν' αλήθεια,
+ μητέρα, ο πατέρας μου;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Ναι.
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Τι θα 'πή προδότης;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Κείνος που επάτησε τους όρκους του.
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Και όλοι,
+ όσοι το έκαμαν αυτό, όλοι προδόται είναι;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Ναι· κι' όλοι θέλουν κρέμασμα.
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Όσοι πατήσουν όρκους
+ κρέμασμα θέλουν;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Όλοι των!
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Και ποιος θα τους κρεμάση;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Οι άνθρωποι οι χρήσιμοι.
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Όσοι πατούν τους όρκους
+ είναι ανόητοι λοιπόν· διότι έχει τόσους,
+ που τους χρησίμους έφθαναν αυτοί να τους κρεμάσουν.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Εσύ, μαϊμού! — Ώ! του Θεού την ευλογίαν νάχης! —
+ Πλην τι θα γείνης, πώς θα ζης χωρίς πατέρα τώρα;
+
+Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ
+ Α, μάννα, θα τον έκλαιες αν ήτο 'πεθαμένος.
+ Κι' αν δεν τον έκλαιες, αυτό θα ήτο το σημείον
+ ότι πατέρα γρήγορα καινούριον θα μου εύρης.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Πώς φλυαρείς, πολυλογά!
+
+ (Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ)
+
+ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
+ Αρχόντισσα καλή μου,
+ δεν με γνωρίζεις, αλλ' εγώ ποια είσαι το γνωρίζω·
+ φοβούμαι ότι κίνδυνος σου έρχεται μεγάλος.
+ Ενός ανθρώπου ταπεινού την γνώμην άκουσέ την
+ εδώ μη τύχη κ' ευρεθής! Να πάρης τα μικρά σου
+ και φύγετε! Είμαι σκληρός να σε τρομάζω τόσον,
+ αλλά θα ήτο φοβερόν χειρότερα να πάθης,...
+ και σ' έρχονται χειρότερα! — Θεός να σε φυλάξη!
+ Δεν μένω περισσότερον, Φοβούμαι!
+
+ (Εξέρχεται)
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Πού να φύγω;
+ Εγώ δεν έκαμα κακόν. — Πλην λησμονώ ότ' είμαι
+ 'ς τον κόσμον τον επίγειον, όπου κακόν να κάμνης
+ είναι συχνά επαινετόν, το δε καλόν να κάμνης
+ το λογαριάζουν κάποτε ως κινδυνώδη τρέλλαν.
+ Λοιπόν κ' εγώ, αλλοίμονον, τι όφελος προσμένω;
+ από την υπεράσπισιν αυτήν την γυναικείαν,
+ ότι δεν έκαμα κακόν;
+
+ (Εξέρχονται ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ)
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Τι είσθε, τι ζητείτε;
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Πού είν' ο άνδρας σου;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Εκεί, με του Θεού την χάριν,
+ όπου δεν φθάνετε ποτέ, εσύ κ' οι όμοιοί σου,
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Είναι προδότης!
+
+Ο ΥΙΟΣ
+ Ψεύδεσαι, βρωμο-αναμαλλιάρη!
+
+Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
+ Εσύ, προδότου γέννημα!
+
+ (Τον πληγόνει)
+
+
+Ο ΥΙΟΣ
+ Μ' εσκότωσε, μητέρα!
+ Ω! φύγε συ!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΔΩΦ
+ Βοήθεια!
+
+ (Εξέρχονται οι ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ διώκοντες αυτήν)
+ (Εξέρχεται κράζουσα).
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Γ
+
+
+
+ Εν Αγγλία. Έμπροσθεν του βασιλικού ανακτόρου.
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο ΜΑΚΔΩΦ).
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ω! έλα να καθίσωμεν παράμερα 'ς τον ίσκιο,
+ κι' ας ξεθυμάνη εις δάκρυα η πίκρα της καρδιάς μας.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Καλλίτερα ν' αδράξωμεν το φονικό σπαθί μας,
+ κι' ας τρέξωμεν 'ς τον τόπον μας τον καταπατημένον,
+ ωσάν γενναίοι άνθρωποι! Αυγή δεν ανατέλλει
+ που χήρες δεν μοιρολογούν και ορφανά δεν κλαίουν,
+ που νέος θρήνος 'ς τ' ουρανού την όψιν δεν ξεσπάνει· —
+ κι' αντιλαλεί ο ουρανός 'σάν να πονή μαζί μας
+ και κάθε λύπης συλλαβήν κι' αυτός αντιβοΰζει!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Όσα πιστεύω τα θρηνώ, πιστεύω όσα 'ξεύρω, —
+ και όσα επιδέχονται διόρθωσιν, την ώραν
+ αρκεί να εύρω βοηθόν, και θα τα διορθώσω!
+ Τα όσα λέγεις, πιθανόν να ήναι όπως λέγεις.
+ Αυτός, όπου την γλώσσαν μας την καίει τ' όνομά του,
+ ο τύραννος, ένα καιρόν ως έντιμος 'περνούσε·
+ τον είχες φίλον ακριβόν· δεν σ' έβλαψεν ως τώρα. —
+ Άπειρος νέος είμ' εγώ, αλλ' ίσως είναι τρόπος
+ να γείνω μέσον, δούλευσιν να κάμης εις εκείνον!
+ Ίσως κ' η γνώσις τ' απαιτεί, κανείς να θυσιάση
+ ένα πτωχό κι' αδύνατο και άκακο αρνάκι,
+ διά να παύση την οργήν Θεού αγριωμένου.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Δεν είμ' εγώ επίβουλος!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ο Μάκβεθ όμως είναι,
+ κ' εις βασιλέως προσταγήν 'μπορεί να υποκλίνη
+ και άνθρωπος ενάρετος. — Αλλά συμπάθησέ με. —
+ Οι στοχασμοί μου δεν αρκούν διά ν' αλλάξης φύσιν.
+ Οι Άγγελοι αιώνια φωτοβολούν και λάμπουν,
+ ακόμη κι' αν αμάρτανε ο φωτεινότερός των!
+ Της Αρετής το πρόσωπον το παίρνει η Αχρειότης,
+ πλην δεν αλλάζει δι' αυτό της Αρετής η όψις.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Α! Χάνω την ελπίδα μου!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ίσως εκεί την χάνεις
+ όπου εγώ του δισταγμού την αφορμήν ευρίσκω.
+ Πώς έξαφνα παραίτησες γυναίκα και παιδιά σου,
+ τα όντα τα πολύτιμα, τα καρδιακά δεσμά σου,
+ και ούτε καν εστάθηκες να τ' αποχαιρετήσης! —
+ Παρακαλώ, αν δύσπιστον με βλέπης, μη το πάρης
+ ως της τιμής σου προσβολήν, αλλ' ως προφύλαξίν μου.
+ Μπορεί να ήσαι αγαθός, όσον και αν διστάζω.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Κυλίσου μέσ' 'ς τα αίματα, πατρίς δυστυχισμένη!
+ Ω τυραννί' αγέρωχη, γερά θεμελιώσου
+ αφού δεν έχεις 'ς το εξής της αρετής τον φόβον!
+ Μη κρύπτεσαι· οι τίτλοι σου δεν σου φιλονεικούνται! —
+ Αυθέντα, σ' αποχαιρετώ! Δεν ήθελα να ήμαι
+ ο άθλιος που με θαρρείς, κι' αν ήτο ν' απολαύσω
+ τα κράτη που ο τύραννος 'ς τα νύχια του σπαράζει,
+ κι' όλους της γης τους θησαυρούς μαζί!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Δεν σε προσβάλλω,
+ και μόνον από φόβον σου δεν είναι όσα είπα.
+ Πιστεύω ότι ο ζυγός βαρύνει την πατρίδα·
+ τρέχει το αίμα της· πονεί· στενάζει· κάθε 'μέρα
+ και μία νέα μαχαιριά νέαν πληγήν ανοίγει.
+ Χέρια πολλά να σηκωθούν διά τα δίκαιά μου,
+ το 'ξεύρω, δεν θα έλειπαν. Κ' εδώ απ' την Αγγλίαν
+ χιλιάδες μου προσφέρονται. — Κι' αν όμως του τυράννου
+ την κεφαλήν αξιωθώ να την ποδοπατήσω,
+ ή να την έχω κρεμαστήν επάνω 'ς το σπαθί μου,
+ με τούτο της πατρίδος μας τα πάθη δεν τελειόνουν.
+ Διότι και χειρότερα να υποφέρη έχει
+ απ' τον διάδοχον αυτού.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ποίον διάδοχόν του;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Περί εμού σε ομιλώ, εμού οπού γνωρίζω
+ εντός μου ελαττώματα συσσωρευμένα τόσα,
+ ώστε αν έβγουν εις το φως, έως κι' ο μαύρος Μάκβεθ
+ άσπρος 'σάν χιόνι θα φανή, — το δε πτωχόν μας Κράτος
+ θα τον νομίζη ως αρνί, όταν θα τον συγκρίνη
+ με όσα εξ αιτίας μου δεινά θα υποφέρη.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ 'Σ τα στίφη της Κολάσεως τα φοβερά δεν έχει
+ δαίμονα τόσον τρομερόν, ώστε να ξεπεράση
+ τον Μάκβεθ!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Είναι, συμφωνώ, εκείνος αιμοβόρος,
+ ευπαθής, φιλάργυρος, απατεών και ψεύτης,
+ είναι θυμώδης, πονηρός· κακία δεν υπάρχει
+ να μη την έχη και αυτήν! Αλλ' η ασέλγειά μου
+ δεν έχει όρια. Ποτέ, ποτέ δεν θα μου φθάσουν,
+ γυναίκες, θυγατέρες σας, παρθένοι, 'πανδρευμέναι,
+ το βάραθρον των πόθων μου να μου το 'ξεχειλίσουν,
+ κι' ούτε ποτέ θ' αντισταθή φραγμός 'ς την όρεξίν μου!
+ παρ' ένας τέτοιος βασιλεύς καλλίτερα ο Μάκβεθ!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Κι η άκρατη ασέλγεια μια τυραννία είναι.
+ Συνέβη εξ αιτίας της και βασιλείς να πέσουν
+ και πρόωρα να κενωθούν ευτυχισμένοι θρόνοι.
+ Μη διά τούτο στερηθής το ό,τι σου ανήκει.
+ Την όρεξίν σου εύκολα θα εύρης να χορτάσης,
+ και να περνάς ως εγκρατής και να γελάς τον κόσμον.
+ Καλόβολαις αρχόντισσαις δεν λείπουν· μη σε μέλει
+ Δεν είναι τρόπος όρνεον εντός σου να υπάρχη
+ τόσον πολύ αρπακτικόν, που να καταβροχθίση
+ όσαις θα τρέξουν να δοθούν 'ς τον κάτοχον του θρόνου.
+ άμα ιδούν την κλίσιν του.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Δεν είναι μόνον τούτο,
+ αλλά κοντά εις τα αισχρά τα φυσικά μου τ' άλλα
+ υπάρχει και ακόρεστη πλεονεξία, ώστε
+ αν εγινόμην βασιλεύς θα μ' έβλεπες να κόπτω
+ τους άρχοντας του κράτους μου διά τα κτήματά των.
+ Ενός το σπίτι θα φθονώ, του άλλου τα διαμάντια,
+ και κάθε μου απόκτησις ορεκτικόν θα ήναι
+ να μου κεντά την όρεξιν, — και θα ζητώ προφάσεις
+ να πιάνωμαι με τους χρηστούς και τους πιστούς αδίκως,
+ και θα τους παίρνω την ζωήν, τα πλούτη των ν' αρπάξω.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ριζοβολεί βαθύτερα η φιλοχρηματία,
+ φυτρόνει στερεώτερα τα βλαβερά κλαδιά της
+ και από την ασέλγειαν ακόμη, και εστάθη
+ αυτή αιτία να σφαγούν πολλοί μας ηγεμόνες.
+ Πλην μη φοβού. Είν' άπειρα τα πλούτη της Σκωτίας·
+ να σε χορτάσουν ημπορούν κι' όσα σ' ανήκουν μόνα.
+ Κοντά εις άλλας αρετάς υποφερτά τα πάντα!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Καμμιάν δεν έχω! — Αρετήν βασιλικήν καμμίαν!
+ Πραότης, φιλαλήθεια, φιλοδικαιοσύνη,
+ σεμνότης, επιείκεια και γενναιοδωρία,
+ ευσέβεια, υπομονή, ανδρεία, καρτερία,
+ μου είναι ξένα όλα των. Κάθε κακίαν όμως,
+ εις όλην της την έκτασιν και δύναμιν, την έχω!
+ Εάν μου ήτο δυνατόν, θα έχυνα προθύμως
+ μέσα 'ς τον Άδην το γλυκύ της ομονοίας γάλα,
+ την ησυχίαν του παντός να φέρω άνω κάτω
+ κι' από το πρόσωπον της γης να διώξω την ειρήνην!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Σκωτία, ω Σκωτία μου!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Όπως σου λέγω είμαι.
+ Αν με νομίζης άξιον να κυβερνώ ειπέ το!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Να κυβερνάς; — Ούτε να ζης! — Πατρίς δυστυχισμένη,
+ με τύραννον παράνομον 'ς το αίμα θρονιασμένον,
+ πότε, ω! πότε θα ιδής καλάς ημέρας πάλιν,
+ αφού αυτός, του θρόνου σου το γνήσιον βλαστάρι,
+ τον εαυτόν του μόνος του τον αναθεματίζει
+ και βλασφημεί το γένος του και την καταγωγήν του! —
+ Ο Δώγκαν, ο πατέρας σου, αγίασε 'ς τον θρόνον,
+ κ' η μάννα που σ' εγέννησε, εις όλην την ζωήν της
+ συχνότερα 'ς τα γόνατα παρά 'ς τα πόδια ήτον
+ και καθ' ημέραν κι' ώραν της απέθνησκε (31)! — Θα φύγω!
+ Τα όσα καταμαρτυρείς κατά του εαυτού σου,
+ από τον τόπον όπου ζης εμένα μ' εξορίζουν.
+ Ω! ετελείωσεν εδώ, καρδιά μου, η ελπίς σου!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Μακδώφ γενναίε κι' αγαθέ, ο ευγενής θυμός σου
+ εις την ψυχήν μου έσβυσε τους δισταγμούς τους μαύρους,
+ κι' αποδεικνύει την τιμήν, την ειλικρίνειάν σου!
+ Ο Μάκβεθ ο παμπόνηρος μ' αυτά συχνά τα μέσα
+ να στήση επροσπάθησε παγίδα να με πιάση,
+ ώστε η γνώσις τ' απαιτεί ν' αργώ να δίδω πίστιν.
+ Αλλ' όμως, μάρτυς ο Θεός να ήναι μεταξύ μας,
+ αφίνομαι 'ς τα χέρια σου από εδώ και πέρα.
+ Τα όσα εναντίον μου σου είπα, τα ξελέγω.
+ Αποκηρύττω όσα κακά κι' όσας κατηγορίας
+ εφόρτωσα επάνω μου. Μου είναι όλα ξένα!
+ Γυναίκα δεν εγνώρισα, επίορκος δεν είμαι,
+ δεν επεθύμησα ποτέ ούτε 'δικόν μου πράγμα,
+ ποτέ μου δεν επάτησα τον λόγον τον δοσμένον,
+ δεν θέλω κ' ένα δαίμονα 'ς τον άλλον να προδώσω,
+ κ' ίσα μ' αυτήν μου την ζωήν λατρεύω την αλήθειαν!
+ Πρώτον μου ψεύδος είν' αυτό, κατά του εαυτού μου.
+ Αυτός που είμ' αληθινά, ιδού με, ιδικός σου
+ και δούλος της πατρίδος μας εις ό,τι διατάξη.
+ Πριν έλθης εξεκίνησεν ο γέρων ο Σιβάρδος·
+ δέκα χιλιάδες μαχηταί μαζί του εκστρατεύουν.
+ Πηγαίνωμεν κατόπιν των, και άμποτε να ήναι
+ τόσον η τύχη μας καλή, όσον το δίκαιόν μας!
+ Τι σιωπαίνεις;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Δύσκολον ο νους να συμβιβάση
+ τόσα πολλά δυσάρεστα κ' ευχάριστα συγχρόνως.
+
+ (Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ)
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Παρακαλώ, ο βασιλεύς σκοπεύει να εξέλθη;
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Εξέρχεται! Ένας σωρός κορμιά δυστυχισμένα
+ προσμένουν απ' το χέρι του να λάβουν θεραπείαν.
+ Το πάθος των την δύναμιν της τέχνης υπερβαίνει,
+ αλλά η χάρις του Θεού 'ς το χέρι του εδόθη
+ και όλοι θεραπεύονται ευθύς που τους εγγίση.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ευχαριστώ, καλέ ιατρέ.
+
+ (Εξέρχεται ο ΙΑΤΡΟΣ).
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Τι είν' αυτό το πάθος;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Το λέγουν πάθος πονηρόν. Θαυματουργεί αλήθεια
+ ο βασιλεύς ο αγαθός αυτός! Συχνά το είδα
+ απ' τον καιρόν που έφθασα εδώ εις την Αγγλίαν.
+ πώς έλαβε το χάρισμα ο Θεός μόνος 'ξεύρει!
+ Παθιασμένοι έρχονται, πρησμένοι, πληγωμένοι,
+ ελεεινοί, απ' τους ιατρούς απηλπισμένοι όλοι,
+ εκείνος νόμισμα χρυσούν κρεμνά εις τον λαιμόν των
+ και τους διαβάζει μίαν ευχήν, και θεραπεύοντ' όλοι.
+ Αυτό το θείον χάρισμα θα το κληρονομήσουν,
+ καθώς με εβεβαίωσαν, και οι διάδοχοί του (32).
+ Εκτός αυτού, την δύναμιν να προφητεύη έχει,
+ κ' άλλαι πολλαί τον θρόνον του στολίζουν ευλογίαι,
+ σημεία θείας χάριτος!
+
+ (Εισέρχεται ο ΡΩΣ)
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ποιος είν' αυτός πού ήλθε;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Πατριώτης φαίνεται, αλλά δεν τον γνωρίζω.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Εσύ εδώ, εξάδελφε καλέ μου! Καλώς ήλθες!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Α! τώρα τον εγνώρισα! — Θεέ μου, μη βραδύνης
+ να παύσης τα εμπόδια όπου μας κάμνουν ξένους!
+
+ΡΩΣ
+ Αμήν, αμήν, αυθέντα μου!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Πώς είναι η Σκωτία;
+
+ΡΩΣ
+ Πατρίς καϋμένη! Δεν τολμά κι' αυτή να εξετάση
+ πώς είναι. Ως μητέρα μας να μη την θεωρώμεν
+ αλλά ως τάφον μας, — αφού ποτέ μειδίαμα δεν βλέπεις
+ παρά 'ς τα χείλη των νεκρών, — αφού τα μοιρολόγια
+ και οι κλαυθμοί κ' οι οδυρμοί ξεσχίζουν τον αέρα
+ κι' ακούοντ' ακατάπαυστα, πλην δεν παρατηρούνται, —
+ αφού κατήντησε συρμός ο σπαραγμός της λύπης!
+ Μόλις 'ρωτούν ποιος 'πέθανε όταν κτυπά καμπάνα.
+ Οι άνθρωποι μαραίνονται ταχύτερ' από τ' άνθη
+ και τους πλακόνει θάνατος, πριν τους πλακώση αρρώστια!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Περιγραφή ελεεινή και πιστοτάτη όμως!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Τι ήτο το δυστύχημα το τελευταίον, 'πέ μας.
+
+ΡΩΣ
+ Εκείνα που συνέβησαν εντός μιας ώρας μόνον
+ κανείς αν έχη να τα 'πή, η γλώσσα του μαλλιάζει.
+ Κάθε στιγμή οπού περνά γεννοβολά και νέα!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Πώς είνε η γυναίκα μου;
+
+ΡΩΣ
+ Καλά!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Και τα παιδιά μου;
+
+ΡΩΣ
+ Επίσης!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Μου τους άφησεν ο τύραννος ησύχους;
+
+ΡΩΣ
+ Οπόταν έφυγ' απ' εκεί τους άφησα ησύχους.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Μη μου φιλαργυρεύεσαι τα λόγια σου! Τι τρέχει;
+
+ΡΩΣ
+ Οπόταν έφευγ' απ' εκεί να έλθω να σας φέρω
+ τα νέα, 'πού το βάρος των πλακόνει την καρδιά μου,
+ ηκούσθη ότι μερικοί 'σηκώθηκαν 'ς τα όπλα.
+ Το πράγμα δε απίθανον διόλου δεν μ' εφάνη,
+ διότι τας δυνάμεις του ο τύραννος συνάζει.
+ Καιρός να βοηθήσετε! Μία 'ματιά σας μόνη,
+ κι' όλ' η Σκωτία παρευθύς θα σηκωθή 'ς τα όπλα!
+ ακόμη κ' αι γυναίκες μας θα οπλισθούν κ' εκείναι
+ να λυτρωθούν απ' τα δεινά κι' από τα βάσανά των!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Παρηγορήσου κ' ήλθαμεν! Μας έδωκ' η Αγγλία
+ δέκα χιλιάδες στράτευμα και τον καλόν Σιβάρδον.
+ Άλλον δεν έχει στρατηγόν η Χριστιανοσύνη
+ με τόσην πείραν κι' αρετήν!
+
+ΡΩΣ
+ Ω! Είθε να 'μπορούσα
+ καθώς με παρηγόρησες να σας παρηγορήσω!
+ Αλλ' έχω λόγια να ειπώ, που ήθελα να ήμαι
+ 'ς την έρημον να τάκραζα κι' αυτί να μη τ' ακούη!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Είναι κοινόν δυστύχημα; ή μήπως φόρος λύπης,
+ οπού θα έχη μια καρδιά να τον πληρώση μόνη;
+
+ΡΩΣ
+ Και ποια καρδιά τόσον καϋμόν να μη τον συμπονέση;
+ Αλλά ο μεγαλείτερος ο πόνος ιδικός σου!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Αν ιδικός μου, δος μου τον μη μου τον κρύπτης· λέγε!
+
+ΡΩΣ
+ Μη σιχαθούν διά παντός τ' αυτιά σου την φωνήν μου,
+ αν έχη τον σκληρότερον τον ήχον να τα δώση
+ οπού ποτέ των άκουσαν ως τώρα!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ω! Μαντεύω.
+
+ΡΩΣ
+ Επάτησαν το κάστρον σου! Γυναίκα σου, παιδιά σου
+ τα έσφαξαν αλύπητα! Να 'πώ το πώς, θα ήναι
+ κοντά 'ς αυτά τα θύματα και σε να θανατώσω.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Θεέ ελέους κ' οικτιρμών! — Και συ, μη τα σκεπάζης,
+ άνθρωπε, τα 'μάτια σου. Δόσε φωνήν 'ς την λύπην!
+ Όταν η λύπη σιωπά και λόγια δεν ευρίσκη,
+ κρυφολαλεί με την καρδιάν και να σχισθή της λέγει!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Και τα παιδιά μου;
+
+ΡΩΣ
+ Όλους σου, — παιδιά, γυναίκα, δούλους,
+ όσους κι αν ηύραν!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Και εγώ από εκεί να λείπω!
+ σφαγμένη κ' η γυναίκα μου;
+
+ΡΩΣ
+ Κ' εκείνη· — σου το είπα.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ησύχασε! Το ιατρικόν του φοβερού μας πόνου
+ είναι η εκδίκησις!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Αυτός παιδιά δεν έχει (33).
+ ?α, μου είπες όλα των; — Ανήμερον θηρίον!
+ εύμορφα πουλάκια μου, κ' η μάννα των μαζί των,
+ μαζί;
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ 'Πολέμησε την λύπην σου 'σάν άνδρας.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ναι! Αλλ' όμως χρεωστώ και να πονώ 'σάν άνδρας
+ ? είναι τρόπος απ' τον νουν να μ' έβγη πώς τα είχα
+ τα όντα μου τα φίλτατα! — Κι' ο Ουρανός το είδε
+ και δεν τα επροστάτευσε; Συ είσαι η αιτία,
+ εσύ, Μακδώφ, αμαρτωλέ! Δεν έπταισαν εκείνα·
+ τα κρίματά μου έγειναν αιτία της σφαγής των,
+ τα κρίματά μου! — Ο Θεός να τ' αναπαύση τώρα!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Αυτό ας ήναι, ω Μακδώφ, ακόνι του σπαθιού σου.
+ Ας δώση τόπον 'ς την οργήν η λύπη· την καρδιά μας
+ να μη την πνίξ' η λύπη μας, να την ανάψη!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Τώρα
+ 'σάν γυναικός τα 'μάτια μου να κλαίουν ημπορούσαν,
+ κ' η γλώσσα μου να φλυαρή. Αλλ' όχι! — Ω Θεέ μου
+ μη συγχωρής αναβολήν! στήθος με στήθος φέρε
+ εμένα και τον δαίμονα εκείνον της Σκωτίας!
+ Να με χωρίζη απ' αυτόν, το μάκρος του σπαθιού μου,
+ κι' όσον γλυτώση απ' εμέ, τόσο καλό να εύρη!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Τώρα είσ' άνδρας! Έλα 'δώ! 'ς τον βασιλέα 'πάμε.
+ Το στράτευμα είν' έτοιμον. Αφίνομεν υγείαν
+ και ξεκινούμεν. — Ώριμος να πέση είν' ο Μάκβεθ,
+ αι δε δυνάμεις τ' ουρανού στήνουν τα σύνεργά των.
+ Αρκέσου μ' όσην' ο Θεός παρηγοριάν σου στείλη.
+ Όσον η νύκτα κι' αν βαστά, η 'μέρα θ' ανατείλη!
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'
+
+
+
+ Εν Δουνσινάνη. Προθάλαμος εν τω μεγάρω.
+ (Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ και η ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ της ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΒΕΘ).
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Δύο νύκτας αγρύπνησα εδώ μαζί σου, αλλ' ακόμη τίποτε
+ από όσα μου είπες δεν είδα. Πότε ήτον η τελευταία φορά
+ οπού επεριπάτησε;
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Από τον καιρόν οπού ο βασιλεύς εξεστράτευσε, την βλέπω
+ κάθε νύκτα να σηκόνεται από το στρώμα, να φορή το νυκτικόν
+ της, να ανοίγη το γραφείον της, να παίρνη χαρτί, να το
+ διπλόνη, να γράφη, να διαβάζη όσα έγραψε, έπειτα να το
+ βουλλόνη και να ξαναγυρίζη εις το κρεβάτι της· — και όλα
+ αυτά ενώ είναι εις ύπνον βαθύν.
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Μεγάλη της φύσεως διατάραξις! Ν' απολαμβάνη τα αγαθά
+ του ύπνου, και συγχρόνως να κάμνη όσα θα έκαμνε και έξυπνη.
+ Εις αυτά τα κοιμισμένα πήγαιν' -έλα της, εκτός του να
+ περιπατή και όσα άλλα μου είπες, την ήκουσες, ποτέ να λέγη
+ τίποτε;
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Την ήκουσα να λέγη πράγματα τα οποία δεν ημπορώ να
+ επαναλάβω.
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Εις εμένα ημπορείς και πρέπει μάλιστα!
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Ούτε εις εσένα ούτε εις άλλον κανένα, αφού δεν έχω και
+ μάρτυρα να επιβεβαιώση τα λόγια μου.
+
+ (Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ κρατούσα λύχνον).
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Ιδέ! Να την! Έρχεται, καθώς πάντοτε και, μα την ζωή
+ μου, κοιμάται 'ς τα βαθειά. Παρατήρησέ την πήγαινε κοντά.
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Πού το ηύρε το φως;
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Ήτο 'ς το πλάγι της. Ο λύχνος καίει πάντοτε κοντά της
+ κατά προσταγήν της.
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Κύταξε, έχει ανοικτά τα μάτια!
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Ναι, ο νους των όμως είναι κλεισμένος.
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Τι κάμνει τώρα; Ιδέ την πώς τρίβει τα χέρια!
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Το συνειθίζει· — ωσάν να πλύνεται· — την είδα να το κάμνη
+ αυτό δι' εν τέταρτον της ώρας, χωρίς να παύη.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Έχει ακόμη κηλίδα!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Άκουε, ομιλεί. — Θα γράψω όσα ειπή διά να τα ενθυμούμαι
+ καλλίτερα.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Έβγα, κηλίς κατηραμένη! Έβγα! — Μία, δύο· — ώρα
+ να γείνη το πράγμα... Ο Άδης είναι σκοτεινός (34)! ...
+ Εντροπή, άνδρα μου, εντροπή! Στρατιώτης, και να φοβήσαι!
+ Τι σε μέλει αν το μάθουν; Ποίος θα τολμήση να μας ζητήση
+ λόγον;... Αλλά πού ημπορούσε κανείς να το φαντασθή,
+ ότι ο γέρος είχε μέσα του τόσον αίμα!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Το ήκουσες τούτο;
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Ο Θάνης του Φάιφ είχε γυναίκα. Πού είναι τώρα;...
+ Πώς; Δεν θα καθαρίσουν ποτέ αυτά τα χέρια; Μη Μάκβεθ,
+ Μη! Χαλνούν τα πάντα με αυτούς σου τους τρόμους.
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Ακούεις! Ακούεις! Έμαθες όσα δεν έπρεπε να γνωρίζης!
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Αυτή είπεν όσα δεν έπρεπε! Τα πόσα ηξεύρει, ο Θεός το
+ γνωρίζει!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Μυρίζει ακόμη το αίμα! Όλα τα αρώματα της Αραβίας
+ δεν ημπορούν πλέον να μοσχομυρίσουν αυτό το χεράκι! Ωχ!
+ Ωχ Ωχ!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Τι αναστεναγμός! Βαρειά καρδιά που έχει!
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Δεν ήθελα να την έχω την καρδιά της, και όλα της τα
+ μεγαλεία να είχα!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Καλά, καλά, καλά! —
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Άμποτε να ήσαν καλά, ιατρέ μου!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Αυτή η ασθένεια ξεπερνά την τέχνην μου (35). Και όμως!
+ έτυχαν άνθρωποι να περιπατούν εις τον ύπνον των, και ν'
+ αποθάνουν άγια και αναπαυμένα εις το στρώμα των.
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ Πλύνε τα χέρια σου, βάλε το νυκτικό σου· μη φαίνεσαι τόσον
+ χλωμός! Σου το λέγω και πάλιν: ο Βάγκος είναι εις τον
+ τάφον του· δεν ημπορεί να έβγη από το μνήμα!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Και εκείνον!
+
+ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
+ 'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα! Κτυπούν την θύραν. Έλα,
+ έλα, έλα, έλα! δος μου το χέρι! Ό,τι έγεινε δεν ξεγίνεται.
+ 'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα, 'ς το στρώμα!
+
+ (Εξέρχεται). (36)
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Πηγαίνει να πλαγιάση τώρα;
+
+ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
+ Αμέσως!
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Ο κόσμος έξω πράγματα φρικώδη ψιθυρίζει!
+ Γεννούν αφύσικα δεινά τα παρά φύσιν έργα!
+ Όπου συνείδησις βαρειά, ο νους τα μυστικά του
+ εις τα κουφά προσκέφαλα θα τα ξεμυστηρεύση. —
+ Όχι ιατρού, πνεματικού έχει αυτή ανάγκην!
+ Θεέ, Θεέ Πανάγαθε, ελέησέ μας όλους!...
+ Συ, πρόσεχέ την. Κύτταξε κοντά της να μην έχη
+ τίποτε πράγμα να βλαφθή. Πηγαίνω. Καλήν νύκτα.
+ Εθάμβωσε τα 'μάτια μου κ' ετάραξε τον νουν μου
+ τάχω 'ς τον νουν, πλην δεν τολμά να τα ειπή η γλώσσα.
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Β'
+
+
+
+ Εξοχή παρά την Δουνσινάνην.
+ (Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ,
+ ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).
+
+ΜΕΝΤΗΘ
+ Εδώ κοντά ευρίσκεται το στράτευμα των Άγγλων
+ κι' ο Μάλκολμ επί κεφαλής, κι' ο θείος του Σιβάρδος (37),
+ και ο Μακδώφ. Εκδίκησις τα στήθη των ανάπτει!
+ Αλλά τα όσα έπαθαν είν' αρκετά να κάμουν
+ ν' ανάψη κ' ένας ασκητής και να χωθή 'ς το αίμα!
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Θα τους συναπαντήσωμεν 'ς το δάσος της Βιρνάμης.
+
+ΚΑΙΘΝΗΣ
+ Γνωρίζετε αν έρχεται κι' ο αδελφός του Μάλκολμ;
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Όχι! Εις τον κατάλογον δεν είναι των αρχόντων.
+ Αλλά μαζί των έρχονται κι' ο νέος ο Σιβάρδος
+ και άλλ' αγένεια παιδιά, να πρωτοδείξουν τώρα
+ ότ' είναι άνδρες και αυτοί.
+
+ΜΕΝΤΗΘ
+ Ο τύραννος τι κάμνει;
+
+ΚΑΙΘΝΗΣ
+ Να οχυρώση προσπαθεί την Δουνσινάνην. Λέγουν
+ πως ετρελλάθη· άλλοι δε 'λιγώτερον εχθροί του,
+ ηρωικήν παραφοράν του αποδίδουν. Όμως
+ το κόμμα του παρέλυσε, κι' αυτός ισχύν δεν έχει
+ 'ς την ζώνην της υποταγής και πάλιν να το σφίξη.
+
+ΑΓΚΟΣ
+ Α! Τώρα θα αισθάνεται τους μυστικούς του φόνους
+ να του κολνούν 'ς τα χέρια του! Εις κάθε ανταρσίαν
+ τώρα της προδοσίας του την τιμωρίαν βλέπει!
+ Όσοι κοντά του έμειναν κι' ακόμη τον δουλεύουν,
+ δουλεύουν από φόβον των, από αγάπην όχι!
+ Αισθάνεται τον τίτλον του χαλαρωμένον τώρα,
+ 'σάν γίγαντος φορέματα 'ς την ράχιν νάνου κλέπτου!
+
+ΜΕΝΤΗΘ
+ Και πώς να μην κλονίζεται ο ταραγμένος νους του
+ αφού το παν εντός αυτού το έχει εντροπήν του
+ ότι ευρίσκεται εκεί!
+
+ΚΑΙΘΝΗΣ
+ Εμπρός λοιπόν ω φίλοι
+ να δείξωμεν την πίστιν μας εκεί όπου ανήκει!
+ Πηγαίνωμεν 'ς τον ιατρόν του ασθενούς μας κράτους
+ και μέσα εις το ιατρικόν που θα το θεραπεύση
+ κάθε ρανίδα ας χύσωμεν καθείς του αίματός μας!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ας τρέξη, το βασιλικόν βλαστάρι να δροσίση,
+ κι' ας πνίξη τ' αγριόχορτα! Εμπρός, εις την Βιρνάμην!
+
+ (Εξέρχονται εν πολεμική παρατάξει).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Γ'
+
+
+
+ Εν Δουνσινάνη. Αίθουσα εν τω μεγάρω.
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ, ΙΑΤΡΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΑΙ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Να μη τ' ακούω 'ς το εξής! Ας φύγουν όσοι θέλουν!
+ Ενόσω δεν σηκόνεται το δάσος της Βιρνάμης
+ ΄ς την Δουνσινάνην ν' αναβή, φόβον εγώ δεν 'ξεύρω!
+ Τι είν' ο Μάλκολμ; — Γυναικός μη γέννημα δεν είναι; —
+ Εμένα τα δαιμόνια, που το γραπτόν γνωρίζουν,
+ μου το προείπαν καθαρά: Μη έχης φόβον, Μάκβεθ,
+ Διότι γέννα γυναικός δεν έχει να σε βλάψη. —
+ Φύγετ' αν θέλετε λοιπόν, ω Θάνοι χωρίς πίστιν!
+ Πηγαίνετε να εύρετε τους μαλθακούς τους Άγγλους!
+ Ενόσω ζω, εις δισταγμούς ο νους μου δεν θα πέση,
+ ούτε 'ς το στήθος μου ποτέ ο φόβος θα χωρέση!
+
+ (Εισέρχεται ΥΠΗΡΕΤΗΣ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+
+ Να σε μαυρίσ' η Κόλασις, κιτρινιασμένε δούλε!
+ Αυτήν σου την κατάφοβην την όψιν πού την ηύρες;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Δέκα χιλιάδες έρχονται...
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι; Χήνες;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Στρατιώται.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Φύγε απ' εδώ και πήγαινε τα μούτρα σου να τρίψης
+ να κοκκινίσ' η όψις σου, χολοπερεχυμένε!
+ Τι στρατιώται, κνώδαλον, — ο Χάρος να σε πάρη!
+ Με τα σαβανωμένα σου αυτά τα μάγουλά σου
+ όποιος σε ιδή θα φοβηθή! Τι στρατιώται; λέγε!
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Οι Άγγλοι, ω αυθέντα μου.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Φύγε απ' εδώ! Κρημνίσου!
+
+ (Εξέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πού είσαι; Έλα, Σεύτων! — Σιχαίνομαι να βλέπω ...
+ Αι, Σεύτων! — Αυτ' η σπρωξιά ή θα με στερεώση,
+ ή θα με ρίξη κατά γης. — Επέρασ' η νεότης·
+ εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου·
+ το φύλλον εκιτρίνισε· κι' απ' όλα όσα πρέπει
+ να έχουν τα γηράματα, — τιμήν, αγάπην, σέβας,
+ σωρόν τους φίλους, — τίποτε δεν έχω να προσμένω· —
+ κατάραις μόνον σιγαναίς, αλλά θερμαίς θα έχω,
+ κι' αγάπην μόνον ψεύτικην από τα χείλη, — λόγια,
+ που η καρδιά να τ' αρνηθή θα ήθελ' η καϋμένη
+ πλην δεν τολμά. — Αι, Σεύτων!
+
+ (Εισέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ)
+
+ΣΕΥΤΩΝ
+ Αυθέντα, τι προστάζεις;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τι άλλα νέα έμαθες;
+
+ΣΕΥΤΩΝ
+ Όσα μας είπαν, όλα
+ αλήθεια είν', αυθέντα μου!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Θα μάχωμ' έως ότου
+ θα λιανισθή το κρέας μου από τα κόκκαλά μου!
+ Δος μου τα όπλα μου εδώ!
+
+ΣΕΥΤΩΝ
+ Δεν είν' ακόμ' η ώρα.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τα θέλω! Στείλε ιππικόν την χώραν να γυρίση,
+ κι' όσους φοβούνται, κρέμασμα! ...Φέρε μου συ αμέσως
+ την πανοπλίαν μου... Ιατρέ, πώς είν' η άρρωστή σου;
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Δεν είναι τόσον άρρωστη, αλλ' είναι ταραγμένη
+ απ' τα πυκνά φαντάσματα που της χαλνούν τον ύπνον.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Θεράπευσέ την απ' αυτό. Την τέχνην δεν κατέχεις
+ πώς εις την πονεμένην την ψυχήν να φέρης θεραπείαν;
+ Από την μνήμην δεν 'μπορείς να ζερριζώσης λύπην,
+ να σβύσης όσα 'ς το μυαλό εχάραξεν η έννοια;
+ Δεν έχεις αντιφάρμακον, λήθης πιοτόν δεν έχεις
+ μέσ' απ' το στήθος το βαρύ να 'βγάζη το φαρμάκι,
+ οπού πλακόνει την καρδιά;
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Ο άρρωστος, αυθέντα,
+ αυτά τα πάθη μόνος του να τα ιατρεύση πρέπει.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Τότε λοιπόν τα ιατρικά 'ς τους σκύλους πέταξέ τα!
+ Δεν μου χρειάζονται!,..,
+
+ (προς τον υπηρέτην)
+
+ Εσύ, την πανοπλίαν φέρε.
+ Δος μου το σκήπτρον... Σεύτων, το ιππικόν να στείλης. —
+ Φεύγουν οι Θάνοι μου, Ιατρέ! —
+
+ (προς τον υπηρέτην)
+
+ Συ, τι προσμένεις; Έλα. —
+ Ιατρέ, αν ήτο δυνατόν και το βασίλειόν μου
+ να του σκαλίσης τα νερά, να εύρης το τι πάσχει,
+ και πάλιν εις τα πρώτα του να μου το 'ξαναφέρης,
+ θα έκραζα εις την Ηχώ εγκώμιά σου τόσα,
+ που ως κι' αυτή να σ' επαινή...
+
+ (προς τον υπηρέτην)
+
+ 'Βγάλε την, δεν την θέλω.
+
+ (αφαιρεί την πανοπλίαν)
+
+ 'Σάν τι καθάρσιον, ιατρέ, τι σέννα, τι ραβέντι
+ αυτούς τους Άγγλους ημπορεί να μου τους ξεπαστρεύση
+ Το ήκουσες πως έρχονται;
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Το ήκουσα. Το λέγουν
+ κ' αι προετοιμασίαι σου.
+
+ΜΑΚΒΕΘ (προς τον υπηρέτην.)
+ Κατόπιν μου την φέρνεις. —
+
+ (Εξέρχεται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Δ'
+
+
+
+ Παρά το δάσος της Βιρνάμης.
+ (Εισέρχονται, μετά τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο γέρων
+ ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο υιός αυτού, ο ΜΑΚΔΩΦ, ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ,
+ ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ και στρατός εν πορεία).
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Καλοί μου φίλοι, ο καιρός, ελπίζω, πλησιάζει
+ εις την νύκτα ήσυχος κανείς 'ς το στρώμα να κοιμάται.
+
+ΜΕΝΤΗΘ
+ Ω, ναι!
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Τι δάσος είν' αυτό;
+
+ΜΕΝΤΗΘ
+ Το δάσος της Βιρνάμης.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ο κάθε στρατιώτης μας ένα κλαδί ας κόψη
+ κι ας το κρατή 'ς τα χέρια του, ώστε η δύναμίς μας
+ να σκιασθή· και ο εχθρός, που μας παραμονεύει,
+ να γελασθή 'ς το μέτρημα.
+
+ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ
+ Θα γείν' η προσταγή σου!
+ ούτε τον θάνατον ψηφώ ούτ' έχθρικάς δυνάμεις,
+ αν δεν ιδώ να κινηθή το δάσος της Βιρνάμης!
+
+ (Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΙΑΤΡΟΥ).
+
+ΙΑΤΡΟΣ
+ Ας ήτο τρόπος απ' εδώ κρυφά ν' αναχωρήσω,
+ και τίποτε δεν μ' έκαμνε οπίσω να γυρίσω.
+
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ 'Σ την Δουνσινάνην ήσυχος καθώς πληροφορούμαι
+ μένει ο τύραννος κλειστός, κ' εκεί θα μας προσμένη
+ να τον πολιορκήσωμεν.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Και τι να κάμη άλλο,
+ αφού μεγάλοι και μικροί τον παραιτούν και φεύγουν,
+ άμα προς τούτο βοηθόν και ευκαιρίαν εύρουν;
+ και όσοι δε του έμειναν διά της βίας μένουν
+ η δε καρδιά των είν' αλλού!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Εκείνα που αξίζει
+ τα λέγομεν αργότερα, αφού τον κρίν' η Τύχη.
+ Έργων καιρός πολεμικών κι' ανδρείας είναι τώρα!
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Η ώρα επλησίασε, κι' αυτή θ' αποφασίση
+ εκείνο πώχει ο καθείς να χάσ' ή να κερδίση.
+ Από τα λόγια τα κενά ελπίδες μόνον βγαίνουν,
+ αλλά τα έργα τ' ασφαλή με το σπαθί συμβαίνουν.
+ Λοιπόν εμπρός, 'ς τον πόλεμον!
+
+ (Εξέρχονται εν στρατιωτική παρατάξει)
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Ε'
+
+
+
+ Εις Δουνσινάνην εντός του φρουρίου.
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, ο ΣΕΥΤΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Κρεμάσετε τα φλάμπουρα 'ς τα τείχη μας απ' έξω.
+ Όλοι μου λέγουν: Έρχονται! — Το δυνατόν μας κάστρον
+ την πολιορκίαν των θα έχη να γελάση.
+ Να μείνουν ως που λοιμική και πείνα να τους φάγη!
+ Αν μη τους εδυνάμοναν εκείνοι που μ' αφήκαν,
+ αφόβως τους αντίκρυζα στήθος με στήθος τώρα,
+ και να τους έδιωχν' απ' εδώ!
+
+ (Ακούονται κραυγαί γυναικείαι έσωθεν).
+
+ Τι είναι; Ποιος φωνάζει;
+
+ΣΕΥΤΩΝ
+ Γυναικών ξεφωνητά μου φαίνονται, αυθέντα.
+
+ (Εξέρχεται)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Σχεδόν το ελησμόνησα τι πράγμα είν' ο φόβος.
+ Δεν είν' καιρός που μιαν κραυγήν να ήκουα την νύκτα,
+ επάγοναν τα μέλη μου, — που ένα παραμύθι
+ να μου ορθώση τα μαλλιά 'ς την κεφαλήν 'μπορούσε,
+ ως να εζωντάνευαν! — Εχόρτασ' από φρίκην,
+ οι ιδικοί μου λογισμοί συνείθισαν τον τρόμον,
+ εις το εξής δεν ημπορεί να με 'ξιππάση πλέον!
+
+ (Επανέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ)
+
+ΣΕΥΤΩΝ
+ Η βασίλισσα, αυθέντα σεβαστέ μου,
+ απέθανε.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αργότερα 'μπορούσε ν' αποθάνη (38).
+ Ας ήτο κι' άλλοτε καιρός αυτό να το ακούσω.
+ Αύριον, και αύριον, και αύριον — και φεύγει
+ ακολουθεί σιγά σιγά ημέρα την ημέραν,
+ ως την εσχάτην συλλαβήν 'ς του Χρόνου το βιβλίον!
+ Και κάθε χθες οπού περνά, ήτο φανός να φέξη
+ μωρούς θνητούς να σκονισθούν 'ς τον δρόμον του θανάτου!
+ Σβύσε, 'λιγόζωε δαυλέ! Δεν είν' ο βίος άλλο
+ παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος
+ οπού πηγαινοέρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του,
+ και πλέον δεν ακούεται, είν' ένα παραμύθι
+ που λέγει ένας παλαβός, βοήν, θυμούς γεμάτον,
+ αλλά δεν έχει νόημα!
+
+ (Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Η γλώσσα σου εσένα
+ κάτι γυρεύει να ειπή. Είπε μου το αμέσως!
+
+ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
+ Αυθέντα, ήθελα να 'πώ το πράγμα οπού είδα,
+ αλλ' όμως πώς να σου το 'πώ δεν 'ξεύρω.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Λέγε μου το!
+
+ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
+ Εκεί που είχα να φρουρώ 'ς την κορυφήν τον λόφου,
+ προς την Βιρνάμην έβλεπα, και έξαφνα μ' εφάνη
+ ότι το δάσος προχωρεί.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Κατηραμένε, ψεύτη!
+
+ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
+ Εάν σου λέγω ψεύματα, να πέσω 'ς την οργήν σου!
+ Αυθέντα, βλέπεις κ' έρχεται, εδώ και τρία μίλια. —
+ Σου λέγω, δάσος κινητόν!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εάν μου είπες ψεύμα,
+ στο πρώτον δένδρον ζωντανόν να σε κρεμάσω θέλω,
+ όπου να γείνης, κρεμαστός, ξερός από την πείναν!
+ Αν ήν' αλήθεια, τότε συ, αν θέλης, κρέμασέ με!
+ κλονίζεται το θάρρος μου κι' αρχίζω ν' αμφιβάλλω
+ αν μ' απατά ο Σατανάς κ' είν' η αλήθεια ψεύδος!
+ «Ο Μάκβεθ δεν θα νικηθή, εκτός εάν κινήση
+ εις την Δουνσινάνην ν' αναβή το δάσος της Βιρνάμης.»
+ Ιδού, το δάσος έρχεται 'ς την Δουνσινάνην τώρα! —
+ τα όπλα, κ' έξω! — Αν αυτός το είδεν όπως λέγει,
+ ούτε να φύγω μ' ωφελεί και ούτ' εδώ να μείνω.
+ Αρχίζω να βαρύνωμαι τον ήλιον και να θέλω
+ να γείνη τώρα έξαφνα συντέλεια του κόσμου. —
+ Σημάνετε τα σήμαντρα! 'ς τα όπλα! Εις τα όπλα!
+ Αέρα φύσα, μάνιζε! — Αν ήναι ν' αποθάνω,
+ θα πέσω με τα όπλα μου 'ς το στήθος μου επάνω!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΣΤ'
+
+
+
+ Εις Δουνσινάνην, παρά το φρούριον.
+ Εισέρχονται, μετά τυμπάνων, και σημαιών ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο στρατηγός ο
+ ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΜΑΚΔΩΦ και στρατιώται φέροντες κλάδους).
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Πλησίον είμεθ' αρκετά. Την φουντωτήν σας σκέπην
+ πετάξετέ την κατά γης. Φανήτ' αυτοί που είσθε.
+ ?, ω θείε μου καλέ, με τον εξάδελφόν μου,
+ και υιόν σου τον ατρόμητον, αρχίζετε την μάχην.
+ Eγώ κι' ο άξιος Μακδώφ ερχόμεθα κατόπιν,
+ καθώς εσυμφωνήσαμεν την τάξιν του πολέμου.
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Ώρα καλή! Ο τύραννος ας έβγη αντικρύ μας,
+ κι' αν δεν τον πολεμήσωμεν, η εντροπή 'δική μας,
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Εμπρός αι σάλπιγγες! Ας 'πούν το διαλάλημά των
+ οι κήρυκες οι βροντεροί αιμάτων και θανάτων!
+
+ (Εξέρχονται)
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Ζ'
+
+
+
+ Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης. Ακούονται σάλπιγγες·
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Πώς να τους φύγω; Μ' έδεσαν επάνω 'ς το παλούκι
+ 'σάν την αρκούδα! Τα σκυλιά λοιπόν ας πολεμήσω!
+ Ποιος από σπλάγχνα γυναικός δεν είναι γεννημένος;
+ Μόνον αυτόν θα φοβηθώ! Άλλον κανένα όχι!
+
+ (Εισέρχεται ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ).
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Ποιος είσαι συ;
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Αν σου το 'πώ, τρομάρα θα σε πιάση!
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Ποτέ! Κι' αν έχης όνομα φρικτότερον ακόμη
+ απ' όσα κι' αν ακούωνται 'ς τον Άδην.
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Είμαι ο Μάκβεθ!
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Να μου 'προφέρη όνομα κι' ο Σατανάς δεν έχει
+ που να μισώ όσον αυτό!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Και τόσον να φοβήσαι.
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Ψεύδεσαι, τύραννε φρικτέ! Θα σ' αποδείξω ψεύστην
+ με το σπαθί οπού κρατώ!
+
+ (Μάχονται· Ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ φονεύεται).
+
+ Σ' εγέννησε γυναίκα!
+ Γελώ τον κίνδυνον, σπαθί δεν με τρομάζει, όχι,
+ γέννημ' αν ήναι γυναικός όποιος 'ς το χέρι τώχει.
+
+ (Εξέρχονται)
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ).
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ο κρότος ήτον απ' εδώ. — Ω τύραννε, πού είσαι;
+ Το πρόσωπόν σου δείξε μου. Αν πάρη την ζωήν σου
+ άλλος κανείς κι' όχι εγώ, ανάπαυσιν δεν θαύρουν
+ της γυναικός μου η ψυχή ποτέ και των παιδιών μου!
+ Δεν ημπορώ να πολεμώ ανθρώπους τιποτένιους
+ που τα κοντάρια των κρατούν εις χέρια μισθωμένα.
+ Εσένα θέλω! Ειδεμή 'ς την θήκην το σπαθί μου
+ το ξαναβάζω άπρακτον, μ' ακτύπητον την κόψιν,
+ Καταντικρύ μου σ' ήθελα, εδώ!... Ποιος πλησιάζει;
+ Το τόσον βροντοκόπημα σημαίνει πως θα ήναι
+ κανείς πολύ σημαντικός. — Ω Τύχη, ας τον εύρω
+ και άλλο τι δεν σου ζητώ!
+
+ (Εξέρχεται. Σάλπιγγες).
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ).
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Έλ' απ' εδώ, αυθέντα.
+ Το κάστρον παρεδόθηκε· — 'χωρίσθηκαν εις δύο
+ του Μάκβεθ τα στρατεύματα και μάχοντ' ένα τ' άλλο.
+ Γενναίως αγωνίζονται οι ευγενείς σου Θάνοι.
+ Η νίκη πλέον φαίνεται 'δική σου από τώρα,
+ κι ολίγον μας απέμεινε να κάμωμεν ακόμη.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Εμπρός μας ηύραμεν εχθρόν που ελαφρά πληγόνει.
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Ας έμβωμεν 'ς το φρούριον.
+
+ (Εξέρχονται. Σάλπιγγες).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Η'
+
+
+
+ Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης.
+ Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Προς τι 'σάν τον ανόητον εκείνον τον Ρωμαίον (39)
+ 'ς το ιδικόν μου το σπαθί επάνω ν' αποθάνω;
+ Ενόσω βλέπω ζωντανούς, καλλίτερ' ας πληγόνω
+ ξένα κορμιά!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ).
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Γύρνα εδώ, γύρνα, σκυλί του Άδου!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Εσέν' απ' όλους μεταξύ σ' απέφευγα. Τραβήξου!
+ Μου φθάνει όσον αίμα σου βαρύνει την ψυχήν μου.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Δεν έχω λόγια! Το σπαθί είν' η φωνή μου. Τέρας,
+ που τ' όνομά σου δεν 'μπορεί να 'πή ανθρώπου γλώσσα!
+
+ (μάχονται)
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Χαμένος είν' ο κόπος σου. Όσον 'μπορεί να βλάψη
+ το κοπτερόν σου το σπαθί τον άυλον αέρα,
+ τόσον του είναι δυνατόν κ' εμέ να αιματώση.
+ Τρωτά κεφάλια να κτυπάς! Έχ' η ζωή μου μάγια,
+ και δεν φοβάται άνθρωπον γυναικογεννημένον.
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Δεν ωφελούν τα μάγια σου! Εκείνος που δουλεύεις,
+ ο Σατανάς ας σου ειπή, ότι εξερριζώθη
+ απ' της μητρός του ο Μακδώφ τα σπλάγχνα πριν της ώρας!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Κατάρα και ανάθεμα 'ς την γλώσσαν που το' λέγει,
+ ?ότι μέσα μου αυτό εδάμασε τον άνδρα!
+ τ' απατηλά δαιμόνια κανείς μη τα πιστεύη,
+ που με νοήματα διπλά μας παίζουν κι' όσα τάζουν
+ ας τα κρατούν 'ς την ακοήν και όχι 'ς την ελπίδα,
+ δεν πολεμώ με σε!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Δειλέ δόσε τα όπλα
+ σου και ζήσε! Γίνου θέαμα και παίγνιον του κόσμου,
+ να σ' έχωμεν ζωγραφιστόν επάνω 'ς ένα ξύλον,
+ ως ένα τέρας σπάνιον, μ' επιγραφήν να λέγη:
+ Κοιτάτ' εδώ, τον τύραννον ελάτε να ιδήτε!
+
+ΜΑΚΒΕΘ
+ Όχι, δεν παραδίδομαι ν' ασπάζωμαι το χώμα
+ όπου ο Μάλκολμ θα πατή, κι' ο όχλος να με 'βρίζη.
+ Ας ήλθεν εις το κάστρον μου το δάσος της Βιρνάμης,
+ γυναίκ' ας μη σ' εγέννησεν εσέ που μ' αντικρύζεις,
+ ως την εσχάτην μου πνοήν να πολεμήσω θέλω!
+ Ιδού με, εις το στήθος μου προτείνω την ασπίδα.
+ Εμπρός, Μακδώφ! Κτύπα εδώ! Εμπρός! κι' ανάθεμά
+ τον εκείνον απ' τους δύο μας που πρωτοκράξη: φθάνει!
+
+ (Εξέρχονται μαχόμενοι. Σάλπιγγες}
+ (Εισέρχονται, μετά σαλπίγγων, τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο
+ γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΡΩΣ, έτεροι ΘΑΝΟΙ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ας έβλεπα τριγύρω μου κ' εκείνους που μας λείπουν.
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Θα σκοτωθούν και μερικοί! Απ' όσους όμως βλέπω,
+ πάλιν πληρόνετ' ευθηνά τόσον μεγάλη νίκη.
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Ο υιός σου λείπει κι' ο Μακδώφ.
+
+ΡΩΣ
+ Αυθέντα μου, ο υιός σου
+ επλήρωσε το χρέος του 'σάν στρατιώτης. Μόλις
+ να γείνη άνδρας έφθασε — και να το αποδείξη
+ με την ανδραγαθίαν του — κι' απέθανε 'σάν άνδρας!
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Απέθανε;
+
+ΡΩΣ
+ Τον έφεραν νεκρόν από την μάχην.
+ Μη κατά την αξίαν του την λύπην σου μετρήσης
+ διότι τότ' η λύπη σου θα ήναι χωρίς τέλος.
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Είν' η πληγή του απ' εμπρός;
+
+ΡΩΣ
+ 'Σ το στήθος!
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Στρατιώτης
+ εις του θεού τα τάγματα να γείνη! Εάν είχα
+ όσα μαλλιά και τόσους υιούς, θα ήτον η ευχή μου
+ τοιούτον θάνατον καλόν να εύρη ο καθένας!
+ Νεκρώσιμόν του σήμαντρον ας ήν' αυτό και μόνον!
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Του ήξιζε να δείξωμεν περισσοτέραν λύπην.
+ Εγώ του την υπόσχομαι.
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Τόση αρκεί! Μου είπαν
+ πως έκαμε το χρέος του κι' απέθανε γενναίως,
+ λοιπόν μαζί του ο Θεός!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ φέρων την κεφαλήν του ΜΑΚΒΕΘ).
+
+ΣΙΒΑΡΔΟΣ
+ Ιδού παρηγορία!
+
+ΜΑΚΔΩΦ
+ Ζωή 'ς τον βασιλέα μας! Συ βασιλεύεις τώρα!
+ Ιδού, ιδού η κεφαλή του μιαρού τυράνου!
+ Ο κόσμος είν' ελεύθερος! Σε περιτριγυρίζει
+ το άνθος της πατρίδος μας, του κράτους σου, και όλοι
+ τα λόγια που επρόφερα τα λέγουν με τον νουν των.
+ Ενώσατ' όλοι δυνατά μαζί μου την φωνήν σας:
+ Ο Μάλκολμ ζήτω ο βασιλεύς!
+
+ΠΑΝΤΕΣ
+ Ο βασιλεύς μας ζήτω! (Σάλπιγγες).
+
+ΜΑΛΚΟΛΜ
+ Πολύ καιρού διάστημα δεν θα περάση, φίλοι,
+ πριν 'ς την αγάπην καθενός το χρέος μου πληρώσω
+ και εξοφλήσω μ' όλους σας. — Εσείς, οπλαρχηγοί μου
+ και συγγενείς μου, Κόμητες εις το εξής να ήσθε,
+ οι πρώτοι που τ' αξίωμα λαμβάνουν 'ς την Σκωτίαν.
+ Και όλα τα επίλοιπα, τα πάντα όσα πρέπει
+ με του καιρού την αλλαγήν να φυτευθούν εκ νέου, —
+ να ξαναφέρω δηλαδή από την εξορίαν
+ τους φίλους, όσοι έφυγαν τα βρόχια του τυράννου,
+ ή να παιδεύσω τους σκληρούς που είχε όργανά του
+ αυτός ο δήμιος εδώ και η βασίλισσά του,
+ ο δαίμονας ο σύσσωμος εκείνη, η οποία
+ μονάχη της, ως φαίνεται, επήρε την ζωήν της, —
+ αυτά και όσα χρεωστούν εκτός αυτών να γείνουν ,
+ κ' έχουν να γείνουν δι' εμού, — με του Θεού την χάριν,
+ 'ς τον τόπον των, 'ς την ώραν των, τα πάντα θα τα πράξω!
+ Εις τον καθένα χωριστά υπόχρεως σας μένω,
+ κι' όλους μαζί 'ς την στέψιν μου, 'ς το Σκων, σας περιμένω (40).
+
+ (Σάλπιγγες. Εξέρχονται).
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
+
+
+
+ (1) Η &Τραγωδία του Μάκβεθ& εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το έτος 1623.
+Αλλ' εκ των περισωθεισών σημειώσεων αυτόπτου μάρτυρος, παρευρεθέντος
+εις παράστασιν της τραγωδίας ταύτης κατά την 20ην Απριλίου 1610,
+γνωρίζομεν ότι εγράφη προ του έτους εκείνου. Γνωρίζομεν δ' αφ' ετέρου,
+εκ των εν τω δράματι υπαινιγμών του ποιητού, ότι εγράφη βασιλεύοντος
+Ιακώβου του Αου , όςτις ανήλθεν επί του θρόνου της Αγγλίας κατά το
+1603. Εξ ετέρων δε εσωτερικών τεκμηρίων ορίζεται ακριβέστερον η
+χρονολογία του Μάκβεθ μεταξύ του έτους 1605 και του 1606 μ. Χ.
+Οπωςδήποτε η τραγωδία αύτη εποιήθη κατά την τελευταίαν δεκαετηρίδα του
+βίου του Σαικσπείρου.
+
+Την υπόθεσιν ηρύσθη ο ποιητής εκ της Χρονογραφίας του Holinshed «Τινές
+«των μεταγενεστέρων εκδοτών κατέταξαν την τραγωδίαν ταύτην μεταξύ των
+«ιστορικών του Σαικσπείρου δραμάτων, αλλ' ουδέν έχει αύτη το κοινόν μετ'
+«εκείνων. Το ιστορικόν στοιχείον ουδαμώς υπερέχει εν τη συνθέσει του
+«Μάκβεθ, ουδέ φροντίζομεν ποσώς εάν τα εν αυτώ εκτίθενται ως ιστορικά
+«δήθεν γεγονότα, καθότι ταύτα ανήκουσιν αποκλειστικώς εις το βασίλειον
+«της Ποιήσεως. Ηδυνάμεθα επίσης να καταλέξωμεν τον &Ληρ& και τον
+«&Αμλέτον& μεταξύ των ιστορικών δραμάτων, επί λόγω ότι η υπόθεσις αυτών
+«ελήφθη εκ των Χρονογράφων της εποχής εκείνης· — Εκ πηγών μάλλον
+«αξιοπίστων ή ο Holinshed γνωρίζομεν ότι, βοηθούμενος υπό Νορβηγών
+«επικούρων, ο Μάκβεθ αφήρπασε το στέμμα του βασιλέως της Σκωτίας Δώγκαν
+«εν μάχη, καθ' ην ούτος εφονεύθη, και ότι μετά πολυετή βασιλείαν ο
+«Μάκβεθ ηττηθείς υπό του υιού του Δώγκαν, έχοντος συμμάχους τους
+«Άγγλους, εφονεύθη πολεμών. Εν τη αυτή Χρονογραφία του Holinshed
+«υπάρχει ετέρα αφήγησις, η της δολοφονίας του βασιλέως Duff υπό του
+«Donwald και της συζύγου του, εν τω φρουρίω αυτών, ένθα εφιλοξενείτο ο
+«βασιλεύς. Ο Σαικσπείρος μετά τέχνης απαραμίλλου συνέπλεξεν εις έν τας
+«δύο του Χρονογράφου αφηγήσεις, διασκευάσας εξ αυτών το μέγα τούτο
+«αριστούργημά του.» (Κnight, Studies of Shakspeare). Κατά τον Holinshed
+η μάχη καθ' ην ηττήθη και «εφονεύθη ο Μάκβεθ, εγένετο κατά το έτος
+1057.
+
+«Η Τραγωδία αύτη, λέγει ο Γερβίνος, εξετιμήθη αείποτε ιδιαζόντως
+«μεταξύ των λοιπών του Σαικσπείρου έργων. Ο Σχίλλερος την μετέφρασεν, ο
+«Σχλέγελος μετ' ενθουσιασμού ομιλεί περί αυτής, ο Drake την αποκαλεί το
+«μέγιστον προϊόν της διανοίας του Σαικσπείρου, το ύψιστον και
+«καταπληκτικώτατον των δραμάτων όσα ποτέ εγράφησαν. Ο &Μάκβεθ& απήλαυσε
+«παρά τοις μη Τευτονικοίς λαοίς δημοτικότητα πλειοτέραν ή αι έτεραι του
+«Σαικσπείρου τραγωδίαι, είτε ως εκ της μεγαλειτέρας αυτού προς την
+«αρχαίαν τραγωδίαν ομοιότητος, είτε ως εκ της ενότητος της πλοκής και
+«της απλότητος περί την διέλιξιν της υποθέσεως, είτε επί τέλους διά
+«την ευκρίνειαν των χαρακτήρων, τους οποίους ο ποιητής διέγραψε μετά
+«ολιγωτέρου ή συνήθως παρ' αυτώ μυστηρίου· προπάντων δ' ίσως, ένεκα του
+«γραφικού εν τη τραγωδία ταύτη γοήτρου και του ποιητικού της
+«χρωματισμού. Τω όντι ο &Μάκβεθ& εξέχει ως προς την λαμπρότητα της
+«ποιητικής εκφράσεως και ως προς την ζώσαν απεικόνισιν των καιρών, των
+«προσώπων και των τόπων. Ο Σχλέγελος εκθειάζει την ζωηράν εν τω δράματι
+«τούτω παράστασιν της ηρωικής εκείνης εποχής, του σιδηρού εκείνου της
+«αρκτώας Ευρώπης αιώνος, καθ' ον αρετή ελογίζετο η ανδρεία. Πώς
+«διαφαίνονται μεγαλοπρεπώς αι καταπληκτικαί εκείναι μορφαί, πώς
+«παρίστανται αληθείς και γνήσιαι εν τη ηρωική αυτών διαστάσει! Η δε
+«χώρα, εις την οποίαν ο ποιητής μεταφέρει εμάς, είναι η ορεινή Σκωτία,
+«όπου τα πάντα κατέχονται υπό της επικρατούσης δεισιδαιμονίας, η δε
+«συγκοινωνία μετά του υπέρ φύσιν τελείται αισθητώς, τρόπον τινά, διά των
+«φαινομένων του εμψύχου και του αψύχου κόσμου, — όπου κατά συνέπειαν ο
+«άνθρωπος έχει τον νουν εύπιστον, την δε φαντασίαν ευφλόγιστον και
+«εκφράζεται διά γλώσσης ισχυράς, πλήρους ποιητικών εικόνων και
+«αλληγοριών.» (Gervinus Shakespeare Commentaries).
+
+ (2) Τας ονομασίας δι' ων προσαγορεύονται αι Μάγισσαι επροσπάθησα να
+μεταφράσω διά λέξεων εμφαινουσών την σημασίαν αυτών, εν ελλείψει
+αντιστοιχούντων όρων εν τη ημετέραν δαιμονολογία. Περί της πίστεως των
+συγχρόνων του Σαικσπήρου εις την ύπαρξιν όντων υπερφυσικών, ίδε την
+σημείωσιν εν τη μεταφράσει μου του &Ληρ& και την υπ' αριθ. (6) εν τη
+του &Οθέλλου.&
+
+ (3) &Θάνης& ήτο τίτλος ευγενείας, ισοδύναμος περίπου προς τον του
+Κόμητος, &earl&. Eν τέλει του δράματος ο Μάλκολμ αναγορευόμενος
+βασιλεύς, δίδει εις τους οπλαρχηγούς και συγγενείς του τον τελευταίον
+τούτον τίτλον, κατά πρώτον εν Σκωτία.
+
+ (4) Εν τω κειμένω ορίζεται το ποσόν εις δεκακισχίλια τάλληρα:
+
+ till he disbursed, at Saint Colmes' inch
+ ten thousand dollars to our general use.
+
+ (5) Παρέλειψα το όνομα του πλοίου, Tiger, εφ' ου ο θαλασσοπόρος ούτος
+πλέει προς το μεσόγειον Χαλέπιον. Οι σχολιασταί μνημονεύουσι τας
+περιηγήσεις του Hackluyt, βιβλίου ούτινος ο Σαικσπείρος ήτο προφανώς εν
+γνώσει, ένθα γίνεται λόγος περί θαλασσοπόρου τινός, όςτις επί πλοίου
+ονομαζομένου Tiger, μετέβη εις Τρίπολιν και εκείθεν διά ξηράς εις
+Χαλέπιον.
+
+ (6) Αι Μάγισσαι ηδύναντο, κατά την κοινήν πίστιν, να λάβωσι το σχήμα
+οίου δήποτε ζώου, αλλ' άνευ της ουράς πάντοτε.
+
+ (7) Ανακαλούσιν οι μαγικοί αριθμοί ούτοι το του Οιδίποδος επί Κολωνώ:
+ (474-475).
+
+ Τρις εννέ' αυτή κλώνας εξ αμφοίν χεροίν '
+ τιθείς ελαίας τας δ' επεύχεται λιτάς
+
+ (8) Σίννελ, ο πατήρ του Μάκβεθ.
+
+ (9) Αξιοσημείωτος η σκέψις αύτη του Δώγκαν, καθ' ην ακριβώς στιγμήν
+παρουσιάζεται ενώπιον αυτού ο Μάκβεθ, εις ούτινος το πρόσωπον δεν
+διαβλέπει ο ατυχής βασιλεύς την ψυχήν, καθώς δεν διείδεν αυτήν επίσης
+και εις το του Καουδώρ. Ούτω και ο Ευριπίδης εν τη Μηδεία (ς. 516-520).
+
+ ω Ζευ, τι δη χρυσού μεν ος κίβδηλος ή
+ τεκμήρι' ανθρώποις ώπασας σαφή,
+ ανδρών δ' ότω χρη τον κακόν διειδέναι,
+ ουδείς χαρακτήρ εμπέφυκε σώματι;
+
+ (10) Η γλυκεία αύτη απεικόνισις της απόψεως της κατοικίας του Μάκβεθ
+θαυμάζεται ευλόγως, ως έντεχνος αντίθεσις των προηγηθεισών αγρίων
+σκηνών και της επερχομένης δολοφονίας, διαπραχθησομένης εντός αυτού
+τούτου του ηρέμου και γοητευτικού μεγάρου επί των τοίχων του οποίου
+κτίζει η χελιδών την φωλεάν της.
+
+ (11) Η αλληλουχία των μεταφορών και η, κατά τα φαινόμενα, παραφθορά του
+κειμένου αποκαθιστώσι λίαν σκοτεινόν το χωρίον τούτο, εις το οποίον
+ποικίλαι ερμηνείαι και διορθώσεις προτείνονται υπό των σχολιαστών.
+
+ Ύπν' οδύνας αδαής, ύπνε δ' αλγέων
+ ευαής ημών έλθοις,
+ ευαίων, ευαίων άναξ.
+
+Και εν τω Ορέστη του Ευριπίδου (στ. 174-175)
+
+ Πότνια, πότνια νυξ,
+ υπνοδότειρα των πολυπόνων βροτών.
+
+ (12) Το &βραδυνόν& τούτο &πιοτόν& ήτο, ως φαίνεται, σύνηθες προ του
+ύπνου, κατά τους χρόνους του Σαικσπείρου. Εν τη επομένη σκηνή βλέπομεν
+ότι η Λαίδη Μάκβεθ, κατά τα προσχεδιασθέντα, απενάρκωσε δι' αυτού τους
+παρά τον Βασιλέα κοιμωμένους φύλακας. Συνίστατο δε, ως λέγεται, το
+ποτόν τούτο, εκ μίγματος οίνου και γάλακτος.
+
+ (13) Τα περί του ύπνου ταύτα ανακαλούσι τον ωραίον χορόν εν Φιλοκτήτη
+του Σοφοκλέους (στ. 826 κτλ.)
+
+ (14) Εν τη &Εστία& της 7 Ιανουαρίου 1880 ο Κος Ροϊδης υπέδειξεν ήδη την
+ομοιότητα της παραβολής ταύτης (επαναλαμβανομένης και υπό της Λαίδης
+Μάκβεθ εν τη σκηνή της υπνοβασίας) προς το Αισχύλειον:
+
+ — Πόροι τε πάντες εκ μιας οδού
+ βαίνοντες τον χαιρομυσή
+ φόνον καθαίροντες ιούσαν άτην. (Χοηφόροι 70 — 72)
+
+Ούτω και ο Σοφοκλής εις Οιδίπουν Τύραννον (στ. 1214-5)
+
+ Οίμαι γαρ ούτ' αν Ίστρον, ούτε Φάσιν αν
+ νίψαι καθαρμώ την δε την στέγην.
+
+Ο Κος Stapfer σημειών ταύτα και άλλα παραδείγματα παρεμφερών χωρίων,
+επιλέγει: «Εάν εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου και εν τω της αρχαίας
+«Ελλάδος απαντώμεν σκέψεις, εικόνας ή και περιπλοκάς ομοιαζούσας προς
+«αλλήλας την τοιαύτην ομοιότητα ουδαμώς οφείλομεν ν' αποδώσωμεν εις
+«μίμησιν δήθεν, αλλ' απλώς και μόνον εις το ότι οι αρχαίοι ποιηταί και
+«ο νεώτερος ήντλησαν επίσης εις την αυτήν αέναον πηγήν πάσης ποιήσεως»
+ (Shakespeare et al Antiquité τόμ. Β' σελ. 16).
+
+Αλλ' εις τον έλληνα αναγνώστην παρέχουσι διπλούν ενδιαφέρον οι τοιούτοι
+παραλληλισμοί· τούτο δ' έστω η απολογία μου διά τας τοιούτου είδους
+παραθέσεις εις τας σημειώσεις ταύτας.
+
+ (15) Ο αστεϊσμός ούτος του θυρωρού θεωρείται ως αναγόμενος εις το
+στενόν των Γαλλικών περισκελίδων της εποχής εκείνης. Ο ράπτης ο
+δυνάμενος να υποκλέψη ύφασμα εξ αυτών ηδύνατο να θεωρηθή επιτήδειος τω
+όντι περί το κλέπτειν.
+
+ (16) Most sacrilegious murder hath brok ope
+ the lord's anointed temple, and stole thence
+ the life of the building.
+
+Το παράδειγμα τούτο της αλληλουχίας των μεταφορών, ήτις χαρακτηρίζει
+ιδίως εν τω δράματι τούτω το ύφος του Σαικσπείρου, και των ανυπερβλήτων
+συχνάκις δυσκολιών προς τας οποίας έχει να παλαίση ο μεταφραστής, τινές
+των σχολιαστών θέλησαν να είπωσιν ενταύθα λογοπαίγνιον (temple μήνιγξ
+και ναός). Ο ποιητής αινίττεται κατ' αυτούς, το χωρίον της προς
+Κορινθίους επιστολής: «Υμείς γαρ ναός Θεού εστέ ζώντος» ς. 16 και το
+Βασιλειών Α' ι': «και τούτο σοι το σημείον ότι έχρισε σε Κύριος επί
+κληρονομίαν αυτού εις άρχοντα». Τοιαύτα τεκμήρια της αναγνώσεως των
+ιερών Γραφών συχνάκις ευρίσκει τις εις τα έργα του Σαικσπείρου.
+
+ (17) Η υπερβολή των εκφράσεων μαρτυρεί το ανειλικρινές της λύπης του
+Μάκβεθ.
+
+ (18) Η κοινή εξήγησις ενταύθα είναι ότι η Λαίδη Μάκβεθ πράγματι
+λιποθυμεί, μη αντέχουσα επί πλέον εις του νευρικού συστήματος την
+έντασιν. Επί του θεάτρου, εν Αγγλία, φέρεται έξω της σκηνής υπό των
+θαλαμηπόλων αυτής, αίτινες παρουσιάζονται εν νυκτερινή ενδυμασία, ωσεί
+αίφνης αφυπνιθείσα.
+
+«Ενώ η Λαίδη Μάκβεθ λιποθυμεί, ο μεν Βάγκος και ο Μακδώφ ανησυχούσι
+«περί αυτής, ο δε Μάκβεθ διά της αδιαφορίας του φαίνεται ως θεωρών
+«προσποιητήν την λιποθυμίαν. Αλλά παρατηρητέον ότι, κατά την περίστασιν
+«ταύτην, κακούργος απεσκληρυμένος ήθελεν επιδείξει έκπληξιν και
+«ανησυχίαν, προς αποφυγήν της τοιαύτης εξηγήσεως της αδιαφορίας του. Ο
+«Μάκβεθ δεν είναι εισέτι ικανώς κύριος εαυτού, όπως προσποιηθή τούτο.»
+(Malone).
+
+ (19) and under him
+ my Cenius is rebuked, as it is said
+ Mark Antony's was by Cesar.
+
+Ανάγονται ταύτα εις τον βίον του Αντωνίου. Η αγλικήν Πλουτάρχου
+μετάφρασις, ως εκ πολλών τεκμηρίων γίνεται δήλον ότι ήτο προσφιλές του
+Σαικσπείρου ανάγνωσμα. Ιδού το χωρίον εις το οποίον αναφέρονται οι
+άνωθι στίχοι: «Ην γαρ τις ανήρ συν αυτώ μαντικός απ' Αιγύπτου των τας
+«γενέσεις επισκοπούντων, ος είτε Κλεοπάτρα χαριζόμενος, είτε χρώμενος
+«αληθεία προς τον Αντώνιον, επαρρησιάζετο λέγων την τύχην αυτού,
+«λαμπροτάτην ούσαν και μεγίστην, υπό της Καίσαρος αμαυρούσθαι, και
+«συνεβούλευε πορρωτάτω του νεανίσκου ποιείν εαυτόν. Ο γαρ σος, έφη,
+«δαίμων τον τούτου φοβείται και γαύρος ων και υψηλός, όταν η καθ'
+«εαυτόν, υπ' εκείνου γίνεται ταπεινότερος εγγίσαντος και αγενέστερος»
+(κεφ. λγ')
+
+ (20) «Άξιον σημειώσεως ότι ο Μάκβεθ παροτρύνει τους δολοφόνους διά των
+«αυτών επιχειρημάτων, δι' ων και η σύζυγός του παρώτρυνεν αυτόν εις τον
+«φόνον του Δώγκαν. Φέρει αυτούς εις φιλοτιμίαν επικαλούμενος το ανδρικόν
+«φρόνημά των» (Γερβίνος σελ. 601).
+
+ (21) Το συμβόλαιον περί του οποίου ομιλεί η Λαίδη Μάκβεθ ολίγον
+ανωτέρω: Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν.
+
+ (22) Μαρτυρεί το φιλύποπτον του Μάκβεθ η αποστολή και τρίτου προς
+επιτήρησιν των δύο δολοφόνων, εις τους οποίους ανέθεσεν ανέκαθεν την
+εντολήν του να θανατώσωσι τον Βάγκον. Οι δύο εκείνοι, ως διαφαίνεται εκ
+της μετά του Μάκβεθ συνομιλίας των, δεν είναι εξ επαγγέλματος
+δολοφόνοι, αλλά πολεμισταί έχοντες λόγους δυσαρεσκείας κατά του Βάγκου.
+
+ (23) Ο Φληνς διαφυγών εις Ουαλίαν, ενυμφεύθη εκεί την θυγατέρα του
+ηγεμόνος, εγέννησε δε υιόν, όςτις μεταβάς εις Σκωτίαν ανήλθεν εις το
+αξίωμα του Stewart. Εξ αυτού δε κατ' ευθείαν γραμμήν εγενεαλογείτο ο
+βασιλικός οίκος των Εδουάρδων και ο Ιάκωβος Α', επί βασιλείας του
+οποίου έγραψεν ο Σαικσπείρος την τραγωδίαν ταύτην.
+
+ (24) Ούτω, εν σκηνή Α' της τρίτης πράξεως, ο Μάκβεθ λέγει προς τους
+δολοφόνους ότι η ζωή του Βάγκου είναι
+
+ αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του.
+
+ (25) Τάφω δ' εκείνον ουχί κρύψετε
+ ουδ' ει θέλουσ' οι Ζηνός αιετοί βοράν
+ φέρειν νιν αρπάζοντες ες Διός θρόνους.
+ (Αντιγόνη Σοφοκλέους ς. 1032-34 .
+
+«Μάλλον κολακεύετε τα θηρία, &ίνα μοι τάφος γένωνται&, και μηδέν
+καταλίπωσι του σώματός μου.» (Αγίου Ιγνατίου επιστολή προς Ρωμαίους).
+
+ (26) Αλλά νόμος μεν φονίας σταγόνος
+ χυμένας εις πέδον, άλλο προσαιτείν
+ αίμα. (Αισχ. Χοηφόροι ς· (400-402).
+
+ (27) Αι Αγγλικαί εκδόσεις φέρουσιν ενταύθα ότι εισέρχεται ο Λένωξ και
+&έτερος λόρδος&. Ο Johnson προέτεινε την διόρθωσιν, την οποίαν
+παρεδέχθην, αντικαθιστών διά του Αγγλικού τον έτερον λόρδον.
+
+ (28) Η ένοπλος της πρώτης οπτασίας κεφαλή εξηγείται ως συμβολική
+παράστασις της κεφαλής του Μάκβεθ αυτού, καθώς αποκεφαλισθησομένου υπό
+του Μακδώφ. Η δευτέρα οπτασία, το αιματόφυρτον βρέφος, παριστά τον
+Μακδώφ, όστις
+
+ απ' της μητρός του πρόωρα τα σπλάγχνα εχωρίσθη.&
+
+Το δε της τρίτης οπτασίας εστεμμένον βρέφος μετά δένδρου εις χείρας,
+παριστά τον Μάλκομ, όςτις επιστρέφων προς ανάκτησιν του βασιλείου του
+διατάσσει τους στρατιώτας αυτού να φέρωσι κλάδους εις χείρας. Οι οκτώ
+επί τέλους βασιλείς και οι μετ' αυτούς, παριστώσι την σειράν των επί
+του θρόνου ανελθόντων διαδόχων του Βάγκου μέχρι του συγχρόνου του
+Σαικσπείρου Ιακώβου του Α'.
+
+ (29) Το διπλούν διάδημα αινίττεται την εν Σκωτία και μετέπειτα εν
+Αγγλία στέψιν του Στουάρδου Ιακώβου του Α'. Τα δε τρία σκήπτρα είναι τα
+της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας.
+
+ (30) Ο διάλογος ούτος μεταξύ της Λαίδης Μακδώφ και του υιού της είναι
+εις το πεζόν εν τω αγγλικώ κειμένω.
+
+ (31) Ήτοι πάσα της ζωής αυτής ημέρα ήτο προπαρασκευασθείσα διά τον
+θάνατον: « Καθ' ην ημέραν αποθνήσκω.» προς Κορινθίους επιστολή Α', ιε'
+35.
+
+ (32) Τα περί θεραπείας των πασχόντων διά της επιθέσεως των βασιλικών
+χειρών, ουδέν κοινόν μετά του δράματος έχοντα, παρεισάγονται προφανώς
+ενταύθα προς κολακείαν του βασιλέως Ιακώβου, όςτις επίστευεν ότι έχει
+εκ Θεού την χάριν του θεραπεύειν ούτω το λεγόμενον «βασιλικόν νόσημα»,
+ο εστι τας χοιράδας. Ο αναφερόμενος εν τη τραγωδία βασιλεύς της Αγγλίας
+Εδουάρδος ο Ομολογητής επιστεύετο ως τω όντι θαυματουργών διά της
+επιθέσεως των χειρών του, ο δε πάπας Αλέξανδρος ο Γ', ο ανακηρύξας
+αυτόν άγιον, ανομολογεί την εκ Θεού δύναμίν του ταύτην. Η κατά
+παράδοσιν πίστις εις την τοιαύτην ιαματικήν δύναμιν των βασιλέων της
+Αγγλίας διήρκεσεν επί πολύ. Εν τη βιογραφία του Dr Johnson υπό του
+Boswel, μνημονεύεται ότι παίδα έτι όντα τον εισήγαγον ενώπιον της
+βασιλίσσης Άννης, εν έτει 1712 όπως τον θεραπεύση νοσούντα, διά της
+επιθέσεως των βασιλικών χειρών της.
+
+ (33) Η επιφώνησις αύτη του Μακδώφ εξηγείται παρά τινων μεν ως
+αποτεινομένη εις τον Μάλκολμ, παρ' ετέρων δε ως εις τον Μάκβεθ
+αναγομένη. Ο Γερβίνος θεωρεί ως εσφαλμένην την πρώτην των εξηγήσεων
+τούτων, την οποίαν όμως παρεδέχθη ο περιώνυμος γερμανός μεταφραστής
+Tieck. Και εν ετέρα του Σαικσπείρου τραγωδία (King John) η θρηνούσα τον
+υιόν αυτής βασίλισσα αποκρίνεται προς τον θέλοντα να την παρηγορήση:
+
+ He talks to me that never had a son.
+
+«Ομιλεί προς με, ο μη αποκτήσας ποτέ υιόν». Η αναλογία των περιστάσεων
+δικαιοί του Tieck την εξήγησιν. Εκτός δε τούτου, καθ' ά αυτός ούτος ο
+Γερβίνος παρατηρεί, ο Μάκβεθ δεν ήτο άπαις. Αγνοούμεν εάν, διαρκούσης
+της τραγωδίας, έζων τα τέκνα του, αλλ' εκ των λόγων της Λαίδης Μάκβεθ,
+εν τέλει της Α' πράξεως, γνωρίζομεν ότι απέκτησε τέκνον ή τέκνα.
+Οπωςδήποτε, η δευτέρα των ερμηνειών τούτων φαίνεται κοινώς ήδη
+παραδεδεγμένη. «Ο Μάκβεθ δεν έχει τέκνα, άρα δεν δύναμαι να τον
+εκδικηθώ αρκούντως». Ο Γερβίνος όμως, καί τοι αποδίδων εις τον Μάκβεθ
+την φράσιν του Μακδώφ, δεν παραδέχεται το αιτιολογικόν τούτο &άρα&,
+αλλά φαίνεται εξηγών αυτήν ως εκφερομένην υπό το κράτος λύπης αφάτου:
+«ο Μάκβεθ δεν έχει τέκνα, διά τούτο είχε την καρδίαν να φονεύση τα
+ιδικά μου». Ο έλλην αναγνώστης δύναται να παραδεχθή εν τη μεταφράσει
+μου οίαν δήποτε των δύο ερμηνειών προκρίνει. Το κατ' εμέ ομολογώ ότι
+αποκλίνω προς την πρώτην.
+
+ (34) Και τούτο το χωρίον ερμηνεύεται διπλώς. Κατά τους μεν η Λαίδη
+Μάκβεθ φαντάζεται ότι συνομιλεί μετά του συζύγου της και ότι ακούσασα
+δήθεν εκείνον ειπόντα: «Ο Άδης είναι σκοτεινός», (ο Άδης δηλονότι όπου
+θα υπάγωμεν ένεκα της πράξεως ημών), επαναλαμβάνει τας λέξεις του
+περιφρονητικώς, ειρωνευομένη την δειλίαν του. Κατ' άλλους δε, εν τη
+φαντασία της υπνοβατούσης διέρχονται αλληλοδιαδόχως αι αναμνήσεις των
+διαπραχθέντων και οι φόβοι των συνεπειών και αι τύψεις του συνειδότος,
+αίτινες προκαλούσι την φράσιν ταύτην.
+
+ (35) Εν τω &Βασιλεί Ληρ& ελάβομεν αφορμήν (σημ.52) να εξετάσωμεν την
+θαυμασίαν του Σαικσπείρου ακρίβειαν περί την μελέτην των παθημάτων της
+ανθρωπίνης φύσεως. Και η σκηνή αύτη της υπνοβασίας θεωρείται δικαίως ως
+τεκμήριον της ακριβείας των τοιούτων παρατηρήσεών του. Μολονότι η
+ασθένεια της Λαίδης Μάκβεθ «ξεπερνά την τέχνην» του Ιατρού, ο ψυχολόγος
+ποιητής περιγράφει τα συμπτώματα και συνδέει αυτά μετά των λόγων
+οίτινες τα προεκάλεσαν, μετά τοσαύτης τέχνης, ώστε η σκηνή αύτη δύναται
+και σήμερον να χρησιμεύση ως παράδειγμα ιατρικής περιγραφής. Ο Κ.
+Regnard, (directeur du Laboratoire de Physiologie à l' école des hautes
+études, Professeur κτλ.) πραγματευόμενος εν τη Σορβόννη των Παρισίων το
+θέμα του ύπνου και υπνοβασίας, εν δημοσία διαλέξει, λέγει: «Κατά τον
+Μεσαίωνα και μέχρι της παρελθούσης έτι εκατονταετηρίδος, οι υπνοβάται
+κατετάσσοντο, μετά των υστερικών και των επιληπτικών εις την κατηγορίαν
+των δαιμονισμένων και των μάγων, υπεβάλλοντο δε εις εξορκισμούς και
+ενίοτε κατεδικάζοντο εις τον διά πυρός θάνατον. Αλλ' εν τη εποχή εκείνη
+του σκότους ευρέθη άνθρωπος, ο μέγας της Αγγλίας δραματουργός, όστις
+παρατηρήσας μετ' εξόχου ακριβείας τα φαινόμενα της φυσικής υπνοβασίας,
+αφήκε περιγραφήν, την οποίαν ουδόλως ήθελεν απαρνηθή σύγχρονος ημών
+νευρολόγος.» Και παραθέτει εν τη διαλέξει του ολόκληρον την σκηνήν
+ταύτην. Ίδε Bulletin de l' association Scientifique de France, Avril
+1881).
+
+ (36) Η περιώνυμος Aγγλίς ηθοποιός Siddons κατέγραψε τα εξής εις τας
+περισωθείσας αυτοβιογραφικάς σημειώσεις της:
+
+«Είχον την συνήθειαν να προετοιμάζωμαι διά την σκηνήν την νύκτα αφού
+«τα πάντα, έμενον εν σιωπή, και ησυχία εν τη οικία μου. Την παραμονήν
+«της πρώτης μου παραστάσεως του προσώπου της Λαίδης Μάκβεθ, εκλείσθην
+«κατά το σύνηθες μόνη εν τω δωματίω μου και ήρχισα να μελετώ
+«αποστηθίζουσα. Εφρόνουν ότι ολίγη ώρα ήρκει προς εκμάθησιν του
+«προσώπου. Ήμην εικοσαετής τότε και εθεώρουν, ως πολλοί νομίζουσιν,
+«ότι διά της εναποταμιεύσεως των στίχων εν τη μνήμη μου εξετέλουν τα
+«κατ' εμαυτήν. Δεν είχον εισέτι τότε εννοήσει την ανάγκην της ερεύνης
+«και της μελέτης των χαρακτήρων. Εξηκολούθουν λοιπόν εν τη σιωπή της
+«νυκτός, νυκτός την οποίαν ουδέποτε θα λησμονήσω, εξηκολούθουν
+«εκμανθάνουσα τους στίχους μέχρις ου έφθασα εις την σκηνήν της
+«δολοφονίας. Αιφνιδίως κατελήφθην υπό της φρίκης της σκηνής εκείνης εις
+«τοιούτον βαθμόν, ώςτε μοι ήτο αδύνατον να εξακολουθήσω. Ήρπασα τον
+«λύχνον και πλήρης ταραχής εξήλθον του δωματίου. Το φόρεμά μου ήτο
+«μεταξωτόν, καθόσον δε ανηρχόμην την κλίμακα, ο ήχος του μοι εφαίνετο
+«ως ο κρότος φάσματος διώκοντός με. Έφθασα επί τέλους εις τον κοιτώνα
+«μου. Ο σύζυγός μου εκοιμάτο βαθέως. Έρριψα επί της τραπέζης τον
+«λύχνον, αλλά δεν είχον την δύναμιν να τον σβύσω. Χωρίς δε να λάβω τον
+«καιρόν να εκδυθώ ερρίφθην επί της κλίνης μου.»
+
+ (37) Η μήτηρ του Μάλκομ ήτο θυγάτηρ του γέροντος Σιβάρδου.
+
+ (38) Η αδιαφορία μεθ' ης ο Μάκβεθ ακούει τον θάνατον της συζύγου του
+μαρτυρεί ότι τα εγκλήματα και η απελπισία τον αποκατέστησαν αναίσθητον
+και εις λύπην και εις φόβους, ως αυτός ούτος λέγει εις τους
+προηγουμένους στίχους.
+
+ (39) Υπαινίττεται τον Βρούτον ή τον Κάσιον, ή και αμφοτέρους.
+
+ (40) Παραθέτω ενταύθα την εν τω Αθηναίω του Ιουλίου 80 δημοσιευθείσαν
+μετάφρασίν μου των περί Μάκβεθ τριών κεφαλαίων εκ του περισπουδάστου
+συγγράμματος του Κου Paul Stapfer, υπό την επιγραφήν Shakespeare et l'
+Antiquité. Συντομίας χάριν, αφαιρούνται τα εκ της προκειμένης
+τραγωδίας παρενειρόμενα εις την μελέτην ταύτην χωρία.
+
+&Α'. Το υπέρ φύσιν εν τω Μάκβεθ και εν τη Τραγωδία εν γένει.&
+
+Εξ απασών των τραγωδιών του Σαικσπείρου η μάλλον κατά τε την μορφήν και
+την ουσίαν προσομοιάζουσα προς τα προϊόντα της αρχαίας δραματουργίας
+είναι η του Μάκβεθ. Έχει αύτη την ενότητα και το γοργόν των κλασικών
+δραμάτων, άνευ είτε συγχύσεως είτε παρεμποδίσεώς τινος κατά την
+εξέλιξιν της δράσεως, ήτις από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σκηνής
+βαίνει ταχέως προς την λύσιν. Ο δε πλαστικός της αρχαίας τραγωδίας
+χαρακτήρ ανευρίσκεται επίσης, μέχρι τινός, εν τω Μάκβεθ, ένθα τα
+εξωτερικά συμβεβηκότα κινούσι το ενδιαφέρον πλειότερον ή τα ενδόμυχα
+των δρώντων προσώπων αισθήματα. Εν τω Μάκβεθ ενυπάρχει βεβαίως
+ψυχολογία πλειοτέρα ή εις οιονδήποτε του Αισχύλου έργον, αλλ' όμως
+πολλώ ολιγωτέρα ή εν τω Οθέλλω ή τω Αμλέτω. Το ύψος εν αυτώ υπερβαίνει
+το πάθος, υπερέχει δ' εν συνόλω το αίσθημα της φρίκης, — αίσθημα
+παραπλήσιον του θάμβους, — ενώ το εξεγειρόμενον έλεος δεν πιέζει την
+ψυχήν όσον εις έτερα του Σαικσπείρου έργα.
+
+Αλλά το προ πάντων ανακαλούν την αρχαιότητα εν τη τραγωδία ταύτη είναι
+η επίδρασις Δυνάμεων υπερφυσικών περιστελλουσών την ελευθερίαν του
+ατόμου. Έχομεν εν τω Μάκβεθ χρησμούς λοξούς οίτινες, κατά γράμμα
+εκπληρούμενοι, εξαπατώσιν ουχ ήττον τους προς ους εδόθησαν έχομεν προ
+πάντων τας Μαγίσσας, τα σατανικά εκείνα όντα, των οποίων η άπαξ επί της
+εκθάμβου σκηνής εμφάνισις αρκεί, όπως εμφυσήση εις ολόκληρον το δράμα
+το δέος της παρουσίας και της επικρατήσεως αυτών.
+
+Οι περί των εν Αισχύλω ειδώλων γράψαντες κριτικοί ηναγκάσθησαν να
+κατέλθωσι μέχρι του Σαικσπείρου, όπως εύρωσιν ανταγωνιστήν, εφάμιλλον
+του Έλληνος ποιητού, περί την τέχνην του επάγειν δαιμόνια ή φάσματα·
+πάντες δ' ομοφώνως αναγορεύουσι τους δύο τούτους ως τους μόνους μετά
+πλήρους επιτυχίας δυνηθέντας να χρησιμοποιήσωσι τα υπέρ φύσιν εις τα
+δράματα αυτών — Πόθεν τούτο; — Άρα γε διότι ήσαν εντεχνότεροι των
+λοιπών ούτοι περί την εκμετάλλευσιν της δεισιδαιμονίας, ήτις
+υπολανθάνει αείποτε εις την φύσιν του ανθρώπου; Ή διότι αι επικρατούσαι
+κατά την εποχήν εκάστου αυτών προλήψεις εχορήγησαν εις αμφοτέρους
+βάσιν, της οποίας εστερούντο οι ποιηταί οι ζήσαντες εις εποχάς μάλλον
+πεφοτισμένας; — Το κατ' εμέ, παραδέχομαι ταυτοχρόνως αμφοτέρας ταύτας
+τας εξηγήσεις.
+
+Εν τω μεσαιωνικώ θεάτρω παρεισήγοντο επίσης αι Δυνάμεις του Άδου και
+του Ουρανού· και υπήρχε μεν τότε η πίστις, όπως οι θεαταί παραδέχωνται
+αφελώς τας τοιαύτας επί της σκηνής εμφανίσεις, δεν υπήρχεν όμως η
+τέχνη, όπως αποδώσωμεν εις αυτάς, και σήμερον έτι, τον φόρον του
+ημετέρου θαυμασμού. Ο Γκαίτης και ο Βύρων εισήγαγον επίσης δαιμόνια και
+φάσματα εν τω Φαύστω και τω Μάμφρεδ, αμφότεροι δ' ούτοι οι ποιηταί
+είχον πλούτον και φαντασίας και τέχνης αλλά το υπερφυσικόν αυτών δεν
+εμποιεί ισχυράν δραματικήν εντύπωσιν διά τον λόγον ότι διαφαίνεταί τι
+το επιτετηδευμένον εις το υπερφυσικόν αυτών τούτο, ουδ' ενυπάρχει η
+απαιτουμένη αρμονία μεταξύ της εμπνεύσεως του ποιητού αφ' ενός και της
+επικρατούσης αφ' ετέρου πίστεως.
+
+Τον διπλούν τούτον όρον, τέχνης δηλονότι άκρας και εμπνεύσεως
+συναδούσης μετά της εθνικής πίστεως, μόνοι ο Αισχύλος και ο
+Σαικσπείρος, εκ τε των αρχαίων και των νεωτέρων ποιητών, εκπληρούσι
+καθ' ολοκληρίαν.
+
+Ο Αισχύλος επίστευεν εις τους δαίμονας. Αι Ευμενίδες αυτού ουδ'
+αλληγορία τις απλώς ήτο, ουδέ ποιητική προσωποποποίησις των τύψεων του
+συνειδότος. Ήσαν αύται δυνάμεις του Άδου, έχουσαι πράγματι ύπαρξιν· ο
+δε προορισμός των, εκτελούμενος δι' υλικών μάλλον ή ηθικών μέσων, ήτο η
+ποινή των πατροκτόνων, των καταπατησάντων τον πρώτιστον της φύσεως
+νόμον. Ετιμώρουν δε τον πταίστην σωματικώς, είτε διά νόσου τινός, της
+λέπρας λόγου χάριν, είτε εκμυζώσαι το αίμα του φονέως.
+
+ αλλ' αντιδούναι δει σ' από ζώντος ροφείν
+ ερυθρόν εκ μελέων πέλανον· από δε σου
+ φεροίμαν βοσκάν πώματος δυσπότου (ς. 264 — 267)
+
+Ο Ορέστης, καταδιωκόμενος υπό των αγρίων τούτων και αιμοχαρών τιμωρών,
+πάσχει ως θύμα και ως παίγνιον των Ευμενίδων, ουχί ως ήθελε πάσχει
+εγκληματίας τις των καθ' ημάς χρόνων, βασανιζόμενος υπό των τύψεων της
+συνειδήσεως. Ακράδαντος εν τη θρησκευτική αυτού πίστει, επαναπαύεται
+εις την αντίληψιν ετέρου θεού, αντιμαχομένου προς τας Ευμενίδας, του
+Απόλλωνος, όςτις τω επέβαλε τον φόνον της μητρός του. Τοιούτος ο
+χαρακτήρ της δραματικής πάλης εν τη αρχαία τραγωδία, πάλης εξωτερικής
+όλως και θείας.
+
+Αδύνατον να φαντασθή τις μεταβολήν ριζικωτέραν της κατά φυσικήν
+εξέλιξιν, γενομένης εν τη Ελληνική τραγωδία οπότε μετά τον Αισχύλον
+έφερεν ο Ευριπίδης επί της σκηνής την αυτήν υπόθεσιν. Ποιητής ούτος
+ηθικός, φιλόσοφος πεφωτισμένος, και σκεπτικός ως προς τα της θρησκείας,
+δεν ηδύνατο ή να μεταλλάξη ουσιωδώς την παράστασιν παραδόσεων
+θρησκευτικών, εις τας οποίας οι έγκριτοι των συγχρόνων αυτού δεν
+επίστευον πλέον, ως ουδ' αυτός επίστευεν εις την αντικειμενικήν ύπαρξιν
+των Δυνάμεων του Ουρανού και Άδου. Ο Ευριπίδης δεν παρεδέχετο το
+καταπληκτικόν μυστήριον, το αποτελούν την θεολογίαν άπασαν του αρχαίου
+δράματος, την οντότητα δηλαδή προσώπων &οσίως πανουργούντων&, οίος ο
+Ορέστης ή η Αντιγόνη, και προσκτωμένων τον τραγικόν αυτών χαρακτήρα δι'
+αυτής ταύτης της συνενώσεως του δικαίου μετά του αδικήματος, facto pius
+et sceleratus eodem.
+
+Εν τοις δράμασι του Ευριπίδου οι θεοί δεν κατέχουσι την πρωτίστην
+θέσιν, το δ' υπέρ φύσιν εξαλείφεται, και η ανθρωπότης παρίσταται μετά
+των αληθών παθημάτων και παθών αυτής. Ο Ορέστης αυτού είναι πταίστης
+ελεεινός, καταβιβρώμενος υπό των τύψεων του συνειδότος και
+καταβεβλημένος ψυχή τε και σώματι. Ότε ο Μενέλαος τον ερωτά τι πάσχει,
+και ποία η νόσος του, αποκρίνεται:
+
+&Η σύνεσις, ότι σύνοιδα δείν' ειργασμένος.
+
+Πιεζόμενος υπό της ιδέας, υφ' ης και μόνης κατέχεται, περιπίπτει εις
+μανίαν αληθή. Η λέξις αύτη δεν εφαρμόζεται εις το ιερόν θάμβος του
+Ορέστου εν τη τραγωδία του Αισχύλου. Αλλ' ο του Ευριπίδου Ορέστης έχει
+καθ' εαυτό φρενολήπτου οπτασίας.
+
+Η Ηλέκτρα κάθηται παρά την κοίτην του ασθενούς αυτής αδελφού:
+
+ Οίμοι, κασίγνητ', όμμα σον ταράσσεται,
+ ταχύς δε μετέθου λύσσαν, άρτι σωφρονών.
+
+ Ορ. Ω μήτερ, ικετεύω σε, μη 'πίσειέ μοι
+ τας αιματωπούς και δρακοντώδεις κόρας·
+ αύται γαρ αύται πλησίον θρώσκουσί μου.
+
+ Ηλ. Μέν', ω ταλαίπωρ', ατρέμα σοις εν δεμνίοις·
+ οράς γαρ ουδέν ων δοκείς σάφ' ειδέναι.
+
+ Ορ. Ω Φοίβ', αποκτενούσι μ' αι κυνώπιδες
+ γοργώπες ενέρων ιερίαι, δειναί θεαί.
+
+ Ηλ: Ούτοι μεθήσω, χείρα δ' εμπλέξασ' εμήν
+ σχήσω σε πηδάν δυστυχή πηδήματα.
+
+ Ορ. Μέθες· μί' ούσα των εμών Ερινύων,
+ μέσον μ' οχμάζεις, ως βάλης, εις Τάρταρον.
+
+ Ηλ. Οι 'γώ τάλαινα, τίν' επικουρίαν λάβω....
+ επεί το θείον δυσμενές κεκτήμεθα;
+
+ Ορ. Δος τόξα μοι κερουλκά, δώρα Λοξίου,
+ οις μ' είπ' Απόλλων εξαμύνεσθαι θεάς.
+ ει μ' εκφοβοίεν μανιάσιν λυσσήμασιν...
+ Ουκ εισακούετ'; ουχ οράθ' εκηβόλων
+ τόξων πτερωτάς γλυφίδας εξορμωμένας;
+ α α·
+ Τι δήτα μέλλετ'; εξακρίζετ' αιθέρα
+ πτεροίς· τα Φοίβου δ' αιτιάσθε θέσφατα.
+ Έα·
+ Τι χρήμ' αλύω, πνεύμ' ανείς εκ πλευμόνων;
+ Ποι ποι ποθ' ηλάμεσθα δεμνίων άπο;
+
+Ο Ορέστης ούτος του Ευριπίδου πάσχει τας φρένας, ο θεατής βλέπει εν
+αυτώ μανίαν αληθή, τα δε φάσματα, άτινα φιλόσοφος ποιητής παρεισάγει εν
+τω θεάτρω αυτού, ουδαμώς αντιβαίνουσιν εις της επιστήμης τους ορισμούς·
+είναι φάσματα υποκειμενικά, πλάσματα νοσούσης φαντασίας.
+
+Παρομοίως το εν τη Εκάβη προλογίζον είδωλον του Πολυδώρου ουδεμίαν έχει
+δραματικήν αξίωσιν, αλλ' απλώς μόνον χρησιμεύει εις προεισαγωγήν της
+του δράματος υποθέσεως.
+
+Εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου τα φάσματα είναι οτέ μεν αντικειμενικά,
+έχουσι δηλαδή ύπαρξιν πραγματικήν, ανεξαρτήτως της διανοητικής
+καταστάσεως των βλεπόντων αυτά προσώπων του δράματος, οτέ δε
+υποκειμενικά, ήτοι αισθητά εις την όρασιν ενός μόνου προσώπου
+νοσούντος, μολονότι γίνονται και προς τους θεατάς ορατά, οπόταν ο
+ποιητής θέλει να &υποκειμενίση& τας οπτασίας.
+
+Παραδεχόμενος την σωματικήν επί της σκηνής εμφάνισιν όντων υπερφυσικών,
+ο Σαικσπείρος υπείκεν εν πρώτοις εις το ποιητικόν αυτού έμφυτον. Οι
+άνθρωποι, είτε φανερώς είτε λάθρα, πιστεύουσιν εις το υπεράνθρωπον. Οι
+δ' έμφρονες δεν καταδικάζουσι τας δεισιδαιμονίας των αφρόνων διότι εάν
+τω όντι σώφρονες, είναι και μετριόφρονες, θα είπωσι δε μετά του
+Αμλέτου.
+
+ 'ς τον ουρανόν και εις την γην τόσα και τόσα έχει
+ που η φιλοσοφία σου δεν βλέπει 'ς τ' όνειρόν της.
+
+Ίσως μάλιστα είπωσι μετά του γηραιού Lafeu, ετέρου του Σαικσπείρου
+προσώπου (All's well that ends well):
+
+«Λέγουσιν ότι θαύματα δεν γίνονται πλέον, και έχομεν τους φιλοσόφους να
+μας κάμνουν απλά και συνειθισμένα πράγματα, τα υπερφυσικά και τα
+ανεξήγητα. Διά τούτο παίζομεν με την φρίκην και προσποιούμεθα τους
+γνωστικούς, αντί να υποτασσώμεθα εις τον φόβον του αγνώστου».
+
+Δεν έχουσι δεισιδαιμονίας οι ποιηταί μόνοι, οι κατεχόμενοι υπό της
+φαντασίας αυτών, αλλά και άνδρες ψυχροί και θετικοί άμα επί ολίγον
+παύσωσιν επιβλέποντες εαυτούς. Ο μέγας Άγγλος υλιστής Hobbes εδειλία να
+μείνη μόνος τας νύκτας, φοβούμενος τας οπτασίας. Ο Malherbe, εν
+επιστολή του τινι, περιγράφει αφελώς υπερφυσικόν φαινόμενον, επισυμβάν
+κατά τον φόνον Ερρίκου του Δου, αλλαχού δ' αφηγείται σπουδαίως
+εμφάνισιν της σκιάς νεκρού τινος. Ο Γκαίτης και ο Μe?ée είχον επίσης
+στιγμάς δεισιδαιμονίας, ο δε Σωκράτης ο σοφώτατος των ανδρών, ήτο και ο
+δεισιδαιμονέστατος· φρονώ λοιπόν ότι ο Σαικσπείρος παρεισάγων το υπέρ
+φύσιν εν τω θεάτρω αυτού, εξεμεταλλεύετο εν πρώτοις μετά μεγίστης
+ποιητικής τέχνης την εν τω ανθρώπω ενυπάρχουσαν προς τούτο τάσιν. Αλλ'
+εις τούτο μεγάλως ωθείτο και υπό των επικρατουσών κατά την εποχήν αυτού
+προλήψεων. Έχομεν ως προς τούτο μερικάς μαρτυρίας περί πλείστων εξόχων
+ανδρών της 16ης εκατονταετηρίδος, οίτινες ήσαν προληπτικοί και
+δεισιδαίμονες.
+
+Εάν δε από των εκκρίτων κατέλθωμεν εις το πλήθος, ανευρίσκομεν απειρίαν
+τοιούτων συγχρόνων μαρτυριών, ιδίως ως προς την πίστιν εις την μαγείαν
+και τας μαγίσσας. Ο Reginald Scott εν τω συγγράμματι αυτού, η &Μαγεία
+αποκαλυπτομένη&, περιγράφει λεπτομερώς τας μαγίσσας, η δε περιγραφή
+αυτού συμφωνεί πληρέστατα προς τα εν τω Σαικσπείρω.
+
+Αι εν τω Μάκβεθ μάγισσαι και αι αλλόκοτοι συνδιαλέξεις περί των
+κατορθωμάτων αυτών, — εν οις διαπρέπει η σφαγή χοίρων και οι λέβητες
+εντός των οποίων μαγειρεύουσι τα ποικίλα και εκλεκτά αυτών καρυκεύματα,
+— δεν είναι βαρβαρικής φαντασίας γεννήματα, αλλ' έχουσιν ιστορικήν,
+ούτως ειπείν και πραγματικήν υπόστασιν. Παν ό,τι λέγουσιν ή πράττουσιν
+ευρίσκεται εν τη &Δαιμονολογία& του βασιλέως Ιακώβου του Α' ή εν τοις
+πρακτικοίς των τότε δικαστηρίων, και δύναται να εξηγηθή και σχολιασθή
+διά μόνης της ερεύνης των συγχρόνων μνημείων.
+
+Υπό αισθητικήν δ' έποψιν, ο Σαικσπείρος ουδαμώς έσφαλεν διατηρήσας την
+κατά παράδοσιν απεχθή μορφήν των τερατωδών τούτων όντων. Δεν αρμόζει το
+κάλλος εις του Άδου τα όργανα. Τοιαύται ήσαν και αι αποτρόπαιοι
+Ευμενίδες του Αισχύλου, αι «κατάπτυστοι κόραι», ως τας αποκαλεί ο
+Απόλλων «αις ου μίγνυται θεών τις, ουδ' άνθρωποι, ουδέ θήρ ποτε» — Ότε,
+λέγει ο Πολυδεύκης, ενεφανίσθησαν επί της σκηνής γυναίκες ελιποθύμησαν
+και παιδία απεβίωσαν εκ του τρόμου.
+
+Αλλά δεν περιωρίσθη ο Σαικσπείρος εις μόνην την εγχώριον και δημώδη της
+πατρίδος αυτού παράδοσιν. Παρεισάγων τας αναμνήσεις της αρχαιότητος,
+αναμιγνύει τα κλασσικά του Απόλλωνος και της Εκάτης ονόματα μετά των
+χυδαίων ονομασιών των Μαγισσών. Η δε βροχή και ο άνεμος και οι κεραυνοί
+και η έρημος εξοχή, όπου συνέρχονται τα δαιμόνια του σκότους,
+απαρτίζουσιν ατμοσφαίραν συναρμοζομένην προς τα σατανικά όντα, τα οποία
+εντός αυτής παρουσιάζονται. Το όραμα του Μάκβεθ αποτελεί εν συνόλω
+συμφωνίαν φαντασιώδη και πένθιμον, της οποίας την διαπασών ευθύς απ'
+αρχής δίδει ο διάλογος των τριών Μαγισσών, εν τω μέσω της περικυκλούσης
+αυτάς τρικυμίας.
+
+Αι δύο ή τρεις σκηναί, καθ' ας αι Μάγισσαι συνέρχονται μόναι, και η
+εμφάνισις αυτών εις τον Μάκβεθ και τον Βάγκον ταυτοχρόνως, εναργώς
+αποδεικνύουσιν ότι ο ποιητής παριστά αυτάς ως όντα υπαρκτά και
+αντικειμενικά. Εν τούτοις κριτικοί τινες απεπειράθησαν να εξώσωσι τα
+υπέρ φύσιν εκ του θεάτρου του Σαικσπείρου, εξηγούντες αυτά ως απλάς
+δήθεν φρεναπάτας, όπως εν τω Ορέστη του Ευριπίδου... Θέλουσι, λόγου
+χάριν, ότι η εμφάνισις και αι προφητείαι των Μαγισσών ουδέν άλλο
+παριστώσιν, ή την συσσωμάτωσιν των εν τη καρδία του Μάκβεθ κρυπτομένων
+πόθων, και την προσωποποίησιν του πειρασμού, υπό του οποίου ενδομύχως
+ούτος κατέχεται. Τούτο αποτελεί τω όντι μέρος του σκοπού του ποιητού,
+αλλά μέρος μόνον. Αι Μάγισσαί του εκπροσωπούσι την Ειμαρμένην. Η
+τραγωδία του αύτη δεν παριστά άνδρα δοξομανή αδικούντα εξ ελευθέρας
+αυτού βουλήσεως μόνον, αλλά παριστά προσέτι αυτόν ως θύμα θεοτήτων
+κακεντρεχών, θύμα δυστυχές και άξιον οίκτου, παλαίον κατά της τύχης
+του. Ούτω δε προσλαμβάνει το δράμα τύπον αρχαϊκόν· παρά τον τρόμον
+συνυπάρχει και έλεος, αμφότερα δ' έχουσι θρησκευτικόν πως χαρακτήρα.
+Εάν ο Μάκβεθ δεν συνηντάτο μετά των Μαγισσών, η καρδία του ήθελεν είναι
+ουχ ήττον μεμολυσμένη, αλλ' αι χείρες του ήθελον ίσως διαμείνει αγναί.
+Το φιλοσοφικόν ύψος της ποιητικής του Σαικσπείρου συλλήψεως εις τούτο
+ιδίως συνίσταται, εις την συνάντησιν της διεφθαρμένης του Μάκβεθ
+καρδίας μετά του έξωθεν πειρασμού.
+
+Αι τρεις Μάγισσαι είναι όντα αναντιρρήτως αντικειμενικά. Ουχ' ήττον
+όμως αι υποκειμενικαί οπτασίαι είνε συνηθέστεραι εν τω θεάτρω του
+Σαικσπείρου, και εις ταύτας φαίνεται προφανώς δίδων την προτίμησιν ο
+μέγας ποιητής ως επί το πολύ· η ποιητική τε και ηθική αυτών αξία
+υπερτερεί την των αντικειμενικών.
+
+Όπως γείνη επί του θεάτρου παραδεκτή η οντότης πλασμάτων υπερφυσικών,
+απαιτείται τέχνη Αισχύλειος ή Σαικσπείρειος, απαιτείται δε συγχρόνως
+και η επί της ποιητικής εμπνεύσεως επίδρασις των συγχρόνων δοξασιών.
+Άλλως, αντί όντων προκαλούντων θάμβος και φρίκην, ήθελον κινείσθαι επί
+της σκηνής γελοίαι μηχαναί μελοδράματος, διαβολίσκοι αντί δαιμόνων, και
+αντί φαντασμάτων φαντασμαγορίαι. Αι υποκειμενικαί όμως οπτασίαι, τα
+πλάσματα δηλαδή της φαντασίας εν παθολογική ευρισκομένης καταστάσει,
+ανήκουσιν εις την τάξιν των φυσικών φαινομένων, και καθ' ό τοιαύτα
+εφείλκυσαν ιδίως την περιέργειαν του Σαικσπείρου.
+
+Η απλουστέρα φάσις υποκειμενικής οπτασίας είναι το ενύπνιον.
+
+Κατά την παραμονήν της μάχης του Bosworth ο βασιλεύς Ρικάρδος ο Γ'
+κοιμάται εν τη σκηνή αυτού. Ενώπιόν του παρίστανται αίφνης αι σκιαί των
+θυμάτων του και προλέγουσι την ήτταν και τον θάνατόν του. Αφυπνίζεται
+διά μιας ο Ρικάρδος και ανακράζει: «ω δειλή συνείδησις, πώς με
+βασανίζεις!».
+
+Παρόμοια ενύπνια ετάρασσον τον ύπνον ετέρου βασιλέως ασθενεστέρου την
+ψυχήν, Καρόλου του Θ' της Γαλλίας· αλλ' ούτος, εκτός των ενυπνίων, ήτο
+υποκείμενος και εις φρεναπάτας ήδη. «Ο βασιλεύς Κάρολος έκραξε κατ'
+«ιδίαν τον ιατρόν του και τω είπεν; Ιατρέ, δεν ηξεύρω τι έπαθον προ δύο
+«ή τριών ημερών είμαι τεταραγμένος την ψυχήν και το σώμα· κοιμώμενος ή
+«έξυπνος, ανά πάσαν στιγμήν, μοι φαίνεται ότι βλέπω εμπρός μου τα
+«πτώματα των φονευθέντων με φρικτόν και αιματόφυρτον το πρόσωπον». Εκ
+των λόγων του Καρόλου εξάγεται ότι αι οπτασίαι του δεν έχουσιν εισέτι
+τοσαύτην ζωηρότητα, ώστε να εξαπατώσιν αυτόν ως προς την πραγματικότητά
+των. Τοιαύτη και η φαντασιώδης μάχαιρα, την οποίαν ενώπιΌν του βλέπει ο
+Μάκβεθ, (Πράξις Β', Σκ. Α') διατηρών όμως την συναίσθησιν της
+φρεναπάτης του.
+
+Εις την αυτήν κατηγορίαν ανήκει και η εμφάνισις της σκιάς του Καίσαρος
+εις τον Βρούτον, κατά την παραμονήν της εν Φιλίπποις μάχης, εν τη
+τραγωδία του Σαικσπείρου &Ιούλιος Καίσαρ.&
+
+Η έντασις της ευαισθησίας του Βρούτου έχει αυτόν προπαρεσκευασμένον διά
+τας επερχομένας εντυπώσεις. Είναι νυξ, νυξ επακολουθούσα ημέραν
+ζοφεράν, καθ' ην ταυτοχρόνως έμαθε και της ευγενούς συζύγου του τον
+θάνατον και την προσέγγισιν του εχθρικού στρατού. Είναι περίλυπος, προς
+δε και δυσηρεστημένος καθ' εαυτού, διότι αδίκως ήρισε προς τον φίλον
+του Κάσιον. Αγρυπνών εν τη σκηνή του, εν μέσω της βαθείας πέριξ
+νυκτερινής σιγής, λαμβάνει βιβλίον εις χείρας, αλλά ματαίως προσπαθεί
+ν' αναγνώση. Ο δούλος του, ο νεαρός Λούκιος ανακρούει κατ' αίτησίν του
+μέλος τι, αλλά κεκμηκώς κλείει εντός ολίγου τα βλέφαρα και αποκοιμάται.
+Τότε εις την τρέμουσαν λάμψιν του σβεννυμένου δαυλού, εμφανίζεται του
+Καίσαρος η σκιά·
+
+ Θαμπά που καίει ο δαυλός... Ποιος είναι που εμβαίνει;...
+ Είναι τα 'μάτια μου θαρρώ τα αδυνατισμένα
+ που πλάττουν τούτο το φρικτόν το φάντασμα εμπρός μου!
+ Κατάντικρύ μου έρχεται... Εσύ, τι πράγμα είσαι;
+ Θεός μην είσαι; Άγγελος, ή Δαίμονας; Με κάμνεις
+ κ' αι τρίχες μου ορθόνονται, το αίμα μου παγόνει...
+ Ειπέ τι είσαι;
+
+ Η ΣΚΙΑ
+ Ο κακός ο δαίμων σου, ω Βρούτε.
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Τι θέλεις κ' ήλθες;
+
+ Η ΣΚΙΑ
+ Να σου 'πώ πώς θα μ' ιδής και πάλιν
+ εις τους Φιλίππους.
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Α! καλά! Λοιπόν σε ξαναβλέπω;
+
+ Η ΣΚΙΑ
+ Ναι· 'ς τους Φιλίππους...
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Θα σ' ιδώ λοιπόν εις τους Φιλίππους. ..
+ Τώρα που έκαμα καρδιάν, μου χάνεσ' απ' εμπρός μου!
+ Κακέ μου Δαίμον, ήθελα κι' άλλα να' πώ μαζί σου. —
+ Λούκιε! Βάρων! Κλαύδιε! Ακούσατε, 'ξυπνήστε!
+ Κλαύδιε!
+
+ ΛΟΥΚΙΟΣ
+ Είναι η χορδή, αυθέντα, χαλασμένη.
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Φαντάζεται πως τ' όργανον παίζει ακόμη. — Ξύπνα,
+ αι, Λούκιε!
+
+ ΛΟΥΚΙΟΣ
+ Αυθέντα μου.
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Τι είδες 'ς το όνειρόν σου,
+ και τόσον εξεφώνησες;
+
+ ΛΟΥΚΙΟΣ
+ Αυθέντα, δεν ηξεύρω
+ πως 'φώναξα.
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Εφώναξες! Τι ήτον οπού είδες;
+
+ ΛΟΥΚΙΟΣ
+ Δεν είδ', αυθέντα, τίποτε.
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Καλά. Ξανακοιμήσου.
+ Αι Κλαύδιε! Συ, κύριε! Ξυπνήσατε!
+
+ ΒΑΡΩΝ
+ Αυθέντα!
+
+ ΚΛΑΥΔΙΟΣ
+ Αυθέντα!
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ Τι επάθατε 'ς τον ύπνον σας κ' οι δύο,
+ και τόσον εφωνάξατε;
+
+ ΚΛΑΥΔΙΟΣ
+ 'Φωνάξαμεν, αυθέντα;
+
+ ΒΡΟΥΤΟΣ
+ 'Φωνάξατε! — Τι είδατε;
+
+ ΒΑΡΩΝ
+ Τίποτ' εγώ δεν είδα.
+
+ ΚΛΑΥΔΙΟΣ
+ Κ' εγώ δεν είδα τίποτε.
+
+Τα ερωτήματα του Βρούτου μαρτυρούσιν, ότι αμφιβάλλει περί της
+πραγματικότητος της οπτασίας του, και υποπτεύεται μη ευρίσκεται υπό το
+κράτος φρεναπάτης.
+
+Υπάρχουσι διάφοροι βαθμοί φρεναπάτης, ο δε Σαικσπείρος μετά πολλής
+επιστασίας και τέχνης, προσέχει περί την διάκρισίν των. Καθώς ο
+Βρούτος, και ο Αμλέτος επίσης είναι εκ της φυσιολογικής του
+καταστάσεως, προδιατεθειμένος διά την επερχομένην οπτασίαν. Απ' αρχής
+του δράματος κατέχεται υπό βαθείας μελαγχολίας. Αηδιάσας τον κόσμον και
+του βίου επιζητεί την ερημίαν, και βλέπει τον νεκρόν ήδη πατέρα του
+
+ με της ψυχής τα μάτια.
+
+Αλλά δεν τον εξαπατά εισέτι η φαντασία του και γνωρίζει ότι το όραμα
+εκείνο είναι της εξημμένης κεφαλής του πλάσμα. Βαθμηδόν όμως οι
+ρεμβασμοί του μεταβάλλονται εις παράνοιαν, η δε θλίψις του εις
+παραφροσύνην, και τότε είναι ώριμος διά πλήρη φρεναπάτην. Εν τη σκηνή
+μεταξύ του Αμλέτου και της μητρός του (Γ' Πράξις) το φάσμα είναι μεν
+ορατόν προς τους θεατάς, αλλ' όμως διαμένει υποκειμενικόν, διότι η
+μήτηρ του δεν το βλέπει.
+
+Και ο Μάκβεθ επίσης, κατ' αρχάς βλέπων την μάχαιραν εννοεί ότι είναι
+ανύπαρκτος η πλάνη, αλλά βαθμηδόν εξαπτόμενος προβαίνει μέχρι τελείας
+φρεναπάτης.
+
+Ο Βάγκος δολοφονείται κατ' εντολήν του, τον δε φόνον του πληροφορείται
+εν μέσω του συμποσίου, εις το οποίον είναι προσκεκλημένος και ο
+φονευθείς. Ενώ ετοιμάζετο να παρακαθήση εις την τράπεζαν, ταράσσεται η
+όρασίς του και νομίζει ότι ουδεμία θέσις υπάρχει κενή. Είναι τούτο η
+αρχή του κακού. Βαδίζει προς την έδραν του, αλλά κραυγή φρίκης
+εξέρχεται του στήθους του! Βλέπει επ' αυτής καθήμενον τον νεκρόν
+Βάγκον! Οι συνδαιτυμόνες ανεγείρονται έντρομοι, αλλ' ουδέν βλέπουσι,
+διότι ουδέν υπάρχει. Η Λαίδη Μάκβεθ προσπαθεί μετά μεγίστης παρρησίας
+πνεύματος να καθησυχάση τους παρά την τράπεζαν φίλους, εξηγούσα ότι ο
+Μάκβεθ υπόκειται εις το πάθος τούτο από νεαράς ηλικίας, αλλ' ότι το
+πράγμα δεν είναι σπουδαίον, — και απευθυνομένη μετά ταύτα κατ' ιδίαν,
+προς τον σύζυγον προσπαθεί να τον επαναφέρη εις τας αισθήσεις του.
+
+Τα φαινόμενα ταύτα είναι πάντα φυσικά και γνωστά εις την επιστήμην, το
+δε αληθές αυτών τα αποκαθιστά έτι μάλλον ενδιαφέροντα. Βλέποντες το
+φάντασμα του Βάγκου εν τη σκηνή του συμποσίου, ενθυμούμεθα παρόμοια
+πολλά γεγονότα της αυτής φύσεως και εν τη ιστορία, και εν μέσω της
+νοσούσης ανθρωπότητος, καθ' εκάστην συμβαίνοντα...
+
+Είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά τα φάσματα, ανάγκη πάσα να υπάρχη
+η απαιτουμένη προς όρασιν αυτών ψυχολογική προδιάθεσις εκ μέρους των
+προσώπων του δράματος. Διά τί εν τη τραγωδία του Βολταίρου η
+&Σεμίραμις&, ουδεμίαν προξενεί εντύπωσιν η εμφάνισις της σκιάς του
+Νίνου; Ουχί, ως θέλει ο Λέσσιγκ, διότι παρουσιάζεται αναιδώς εν πλήρει
+μεσημβρία, — ενώ η διακριτική και μυστηριώδης σκιά του πατρός του
+Αμλέτου παρουσιάζεται κατά το μεσονύκτιον, εις ολίγων μόνον ανδρών τους
+οφθαλμούς. Εις την λάμψιν της ημέρας εμφανίζεται και του Δαρείου το
+είδωλον ενώπιον των γερόντων Περσών, αλλ' η νυξ ενυπάρχει εν τη
+τραγωδία αυτή του Αισχύλου. Ότε ο βασιλεύς του ηττηθέντος εν Σαλαμίνι
+κράτους εξέρχεται του τάφου του, η εμφάνισίς του είναι ήδη
+προπαρεσκευασμένη, περιμένεται, προκαλείται, — υπάρχει δε πλήρης
+αρμονία μεταξύ της εκ του Άδου προελεύσεως ταύτης και των πενθίμων
+διανοημάτων των του δράματος προσώπων· Του Βολταίρου απ' εναντίας το
+φάσμα είναι μηχανή θεατρική ουδέν άλλο σκοπούσα ή κατορθούσα, ή την
+ανύψωσιν της πομπής του θεάματος. Εις μάτην προαναγγέλλεται η έλευσίς
+του διά κεραυνών και κρότων έσωθεν· ουδέν κατορθοί διά της παρουσίας
+του.
+
+Ενταύθα παρουσιάζεται το ζήτημα, εάν εν τη δραματική παραστάσει των
+τοιούτων φαινομένων ήναι προτιμητέα, ή μη η επί της σκηνής παρουσίασις
+των φασμάτων. Τω όντι, υπάρχει τι το αντιφατικόν εις την προς τους
+θεατάς επίδειξιν αντικειμένων, τα οποία βλέπει ο νοσών μόνος, τα δε
+λοιπά του δράματος πρόσωπα δεν βλέπουσιν. Αλλ' εν τω θεάτρω τα πλείστα
+γίνονται κατά συνθήκην, της δε συνηθείας η ισχύς είναι τοσαύτη, ώστε οι
+θεαταί ευκόλως παραδέχονται τα μη πιθανά. Όθεν η λύσις του ζητήματος
+εναπόκειται κυρίως εις τους εργολάβους.
+
+Ότε εδιδάχθη η Ορέστεια του Αισχύλου, παρουσιάσθη η εξής δυσκολία. Κατά
+το τέλος της τραγωδίας των Χοηφόρων, δευτέρου της τριλογίας μέρους, αι
+Ευμενίδες, των οποίων επίκειται ακολούθως η επί της σκηνής εμφάνισις,
+εγείρονται βραδέως από του εδάφους και τας βλέπει μεν ο Ορέστης, αλλ'
+ουχί και ο Χορός. Ήτο δ' επάναγκες να γείνη προς τους θεατάς ορατή η
+παρουσία των, διότι ενταύθα δεν πρόκειται περί φρεναπάτης, ως εν
+Ευριπίδη, αλλά περί φρικώδους πραγματικότητητος, ο δ' Αισχύλος ήθελε
+την τοιαύτην εμφάνισίν των ως σύνδεσμον μεγαλοπρεπή μεταξύ του δευτέρου
+και του τρίτου μέρους της τριλογίας αυτού. Η διάταξις του εν Αθήναις
+θεάτρου επέτρεψε την ανύψωσιν των Ευμενίδων από της ορχήστρας, ένθεν αι
+δρακοντόμαλλοι κεφαλαί των, προβάλλουσαι βαθμηδόν, ήσαν οραταί εις
+μόνους τους θεατάς και τον Ορέστην, ουχί δε εις τον χορόν·
+
+ Α α, δμωαί γυναίκες, αίδε Γοργόνων δίκην
+ φαιοχίτωνες και πεπλεκτανημέναι
+ πυκνοίς δράκουσιν! ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ.
+ — Τίνες σε δόξαι, φίλτατ' ανθρώπων πατρί,
+ στροβούσιν;...
+ — Ουκ εισί δόξαι τώνδε πημάτων εμοί·
+ σαφώς γαρ αίδε μητρός έγκοτοι κύνες...
+ Άναξ Άπολλον, αίδε πληθύουσι δη,
+ καξ ομμάτων στάζουσιν αίμα δυσφιλές...
+ υμείς μεν ουχ οράτε τας δ', εγώ 'δ ορώ.
+ ελαύνομαι δε, και ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ.
+
+Νομίζω μοναδικήν εν τω θεάτρω την αντικειμενικήν ταύτην παράστασιν
+όντων μη ορατών εις άπαντα τα δρώντα πρόσωπα. Αλλ' ότε πρόκειται περί
+υποκειμενικών οπτασιών, αύται δύνανται κατ' αρεσκείαν να γίνωσιν
+οραταί, ή μη, προς τους θεατάς. Εάν τα μηχανήματα δεν είναι εκ των
+εντελεστέρων ο δε ηθοποιός απ' εναντίας έχη την απαιτουμένην ικανότητα,
+προτιμητέα η αποφυγή μηχανών, αίτινες αντί τρόμου ενδέχεται να
+προξενήσωσι γέλωτα.
+
+Εσπέραν τινά ο περιώνυμος Γάλλος ηθοποιός Τάλμας, συνδειπνών μετά
+φίλων, παρεκλήθη ν' απαγγείλη την γνωστήν ?ήν της γ' πράξεως του
+Αμλέτου. Μόναι σκηνικαί προπαρασκευαί ήσαν εξ ανάγκης τα έπιπλα του
+εστιατορίου, ο δε Τάλμας απήγγειλε τους γαλλικούς στίχους της ψυχράς
+του Ducis παραφράσεως. Εν τούτοις οι ακροαταί κατελήφθησαν υπό φρίκης.
+Δεν είχε χρείαν φάσματος άντικρύ του. Οι ιδόντες αυτόν έλεγον ότι
+έβλεπον το φάσμα εις τους οφθαλμούς και την φωνήν του ηθοποιού.
+
+
+
+Β'. &Ο Μάκβεθ.&
+
+&Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης&
+
+Αι Δυνάμεις του Άδου εν τη τραγωδία του Σαικσπείρου ενεργούσιν
+αντιστρόφως ή εν τη τριλογία του Αισχύλου. Παρουσιάζονται επί της
+σκηνής ουχί μετά το έγκλημα, αλλά προ αυτού, ουχί προς τιμωρίαν, αλλά
+προς πειρασμόν.
+
+Απεδώκαμεν εις τας Μαγίσσας ύπαρξιν πραγματικήν, αντικειμενικήν,
+παραβάλλοντες δε τον Μάκβεθ προς τας αρχαίας τραγωδίας υπεδείξαμεν ότι
+η μεταξύ αυτών ομοιότης προέρχεται προ πάντων εκ της ενυπαρχούσης εις
+το δράμα της επιδράσεως Δυνάμεων υπερφυσικών, αιωρουμένων υπεράνω επί
+της σκηνής προσώπων.
+
+Αλλά, λέγοντες και παραδεχόμενοι ταύτα, ούτε αποδίδομεν μεγαλειτέραν
+του δέοντος αξίαν εις την ενταύθα επικράτησιν της Ειμαρμένης, ούτε
+παραβλέπομεν την μεγίστην ? λως διαφοράν μεταξύ του νεωτέρου τούτου
+αριστουργήματος και της αρχαίας εν γένει τραγωδίας. Διότι, επί τέλους,
+μεθ' όλα τα ήδη λεχθέντα, το εξέχον εν τω Μάκβεθ είναι ηθική ελευθερία,
+ελευθερία σχετική βεβαίως και περιωρισμένη καθό ανθρωπίνη, αλλ' όπως
+δήποτε περιέχουσα την ελαστικότητα, την οποίαν η λέξις εμφαίνει, οπότε
+εφαρμόζεται εις τον άνθρωπον.
+
+Η Ειμαρμένη, εις την οποίαν ο Μάκβεθ υπείκει, είναι απλώς μόνον ο
+φυσικός νόμος, καθ' ον το έγκλημα γεννά το έγκλημα, η δε ανομία
+διαδέχεται την ανομίαν. Ο άπαξ τολμήσας να θέση τον πόδα επί της
+ολισθηράς κατωφερείας, κυλιέται μέχρι βάθους του βαράθρου, αλλ' όμως
+δεν απαλλάσσεται της ευθύνης του πρώτου τουλάχιστον βήματος· ηδύνατο δε
+πίπτων έτι να επικαλεσθή και να εύρη χείρα πρόθυμον συμπαθείας. Τα
+Δαιμόνια εν τω Σαικσπειρείω δράματι εκπροσωπούσι τον πειρασμόν, εις τον
+οποίον ναι μεν υποκύπτει ο αφρόνως προσηλών επ' αυτού τον οφθαλμόν,
+αλλ' ουχί και ο έχων την γνώσιν ν' αποστρέψη το πρόσωπον. Αι Μάγισσαι,
+διά της εμφανίσεως και των προφητειών αυτών, δεν εξασκούσιν επί της
+θελήσεως του Μάκβεθ πίεσιν αναπόδραστον, ουδ' αναγκαζουσιν αυτόν διά
+της βίας, τρόπον τινά, να πράξη το κακόν. ? ούτος μέχρι τέλους οίος ο
+άνθρωπος παρίσταται εις άπαντα του Σαικσπείρου τα έργα, και οποίος
+είναι πράγματι τω βίω, ο κύριος δηλαδή της τύχης του εργάτης. Εάν δεν
+δυνάμεθα να ερωτήσωμεν τον Μάκβεθ αυτόν, τι περί τούτου φρονεί, ήθελεν
+υπερηφάνως αρνηθή, να επιρρίψη την ευθύνην των πράξεών του εις
+οιονδήποτε άλλον, έστω και εις τον σατανάν. Ουδένα ποτέ μέμφεται, ουδέ
+την σύζυγόν του, ουδέ τας Μοίρας, ουδ' ανακράζει ούτος ως ο Ορέστης του
+Ευριπίδου, ο Απόλλων πταίει.
+
+ Τούτω' πιθόμενος την τεκούσαν έκτανον.
+ Εκείνον ηγείσθ' ανόσιον και κτείνετε·
+ εκείνος ήμαρτ', ουκ εγώ.
+
+Όθεν, εάν σφάλλωσιν όσοι των κριτικών θέλουσι να σμικρύνωσι την
+επίδρασιν του πειρασμού επί της ψυχής του Μάκβεθ σφάλλουσιν όμως έτι
+μάλλον οι παραγνωρίζοντες την ελευθερίαν της βουλήσεώς του.
+
+Ο Άγγλος χρονογράφος Holinshed, εξ ου ηρύσθη την υπόθεσιν του δράματος
+ο Σαικσπείρος, λέγει, ότι «ημέραν τινα καθ' ην ο Μάκβεθ και ο Βάγκος
+«μετέβαινον εις Φόρες, όπου ο βασιλεύς κατ' εκείνο του χρόνου διέμενεν,
+«ενώ μόνοι οι δε διέτρεχον προς διασκέδασιν δάση και αγρούς, συνήντησαν
+«αίφνης τρεις γυναίκας αλλοκότως ενδεδυμένος, και ομοιαζούσας προς
+«άλλης εποχής όντα.»
+
+Ο ποιητής τροποποίησαν ουσιωδώς του χρονογράφου την περιγραφήν. Εν τη
+τραγωδία δεν συναντά τυχαίως τας Μαγίσσας ο Μάκβεθ διατρέχων μετά του
+Βάγκου δάση και αγρούς αλλ' επιστρέφων εκ της μάχης φόνου και δόξης
+μεστός. Η ανδρεία του έσωσε τον βασιλέα, τον χρηστόν και ειρηνικόν
+Δώγκαν, ούτινος τον θρόνον εκλόνιζε φοβερά αποστασία. Άνευ του Μάκβεθ
+κατεστρέφετο η βασιλεία. Χείμαρρος αισθημάτων συγκεχυμένων, στοχασμών
+εξ εκείνων τους οποίους ονειρεύεται έξυπνος, πλημμυρεί τον νουν και την
+καρδίαν του. «Άνευ εμού, λέγει καθ' εαυτόν, τι θα εγίνετο ο Δώγκαν;
+«Εις τον βραχίονά μου οφείλει και θρόνον και ζωήν. Εάν έπρεπε να
+«βασιλεύη ο ικανώτερος, ήθελεν είναι ούτος ο βασιλεύς της Σκωτίας; »
+
+Αλλά τοιούτον μονόλογον ο Σαικσπείρος δεν θέτει εις τα χείλη του ήρωός
+του, ουδέ περιπίπτει εις το λάθος του να δώση σώμα και μορφήν εις ό,τι
+ώφειλε ν' αφήσει αόριστον και ασαφές. Εξ αυτών όμως των πρώτων του
+Μάκβεθ λέξεων διαβλέπομεν, ότι υφίσταται μυστηριώδης τις σύνδεσμος
+μεταξύ των Δαιμονίων του σκότους και των μυχίων αυτού στοχασμών. Οι
+τελευταίοι κατά την πρώτην σκηνήν λόγοι των Μαγισσών ήσαν:
+
+ Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά.
+
+Ο δε Μάκβεθ μετ' ολίγον, εισερχόμενος επί της σκηνής, λέγει προς τον
+Βάγκον:
+
+&Δεν είδα ημέραν 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν.&
+
+Ομιλεί περί του καιρού ή περί της μάχης; Υπάρχει ως προς τούτο
+αμφιβολία τις, ως εκ του διφορουμένου των λέξεων, αλλ' αδιάφορον τούτο.
+Το πράγμα έχει σημασίαν μεγάλην, καθό υποδεικνύον (εν ελλείψει
+μονολόγου) την αισθητικήν ούτως ειπείν υπόστασιν του Μάκβεθ,
+βασιζομένην επί της επιδράσεως του Άδου.
+
+Τοιαύτη η ηθική του ήρωος κατάστασις, καθ' ην στιγμήν συναντάται μετά
+των Μαγισσών, αίτινες προσαγορεύουσι τον νικητήν της αποστασίας ως
+μέλλοντα της Σκωτίας βασιλέα. Ο Μάκβεθ έκθαμβος, καταλαμβάνεται υπό
+ρίγους, ο δε χρηστός Βάγκος εκπλήττεται:
+
+ ω φίλε, τι 'ξιππάζεσαι, ωσάν να σε φοβίζουν
+ ακούσματα ευχάριστα;
+
+Ουδ' έχει άδικον εκπληττόμενος ο Βάγκος. Εν περιπτώσει θανάτου του
+βασιλέως της Σκωτίας, διαδέχεται αυτόν, κατά νόμον, ο εγγύτερος
+συγγενής του. Επειδή δε του Δώγκαν οι υιοί είναι ανήλικοι,
+αποθνήσκοντος αυτού δικαιούται να καθέξη τον θρόνον ο νικητής, και
+τροπαιούχος εξάδελφος του Μάκβεθ. Αλλά κατελήφθη ούτος υπό ρίγους,
+διότι επεχύθη αίφνης φως απαίσιον εντός της αβύσσου της καρδίας του. Οι
+λόγοι των Μαγισσών έδωκαν διά μιας σώμα εις τους συγκεχυμένους
+στοχασμούς, τους οποίους ησχύνετο μέχρι τούδε ν' αποκαλύψη εις εαυτόν,
+«Βασιλεύς της Σκωτίας ! . . . Πότε;» Μετά χρόνον πολύν ίσως. . . Αλλ' ο
+Δώγκαν δύναται να ζήση επί πολύ έτι, οι δε υιοί του, ν' ανδρωθώσιν εν
+τω μεταξύ . . . Ω ! το σκήπτρον, το σκήπτρον ! Μοι προφητεύουσιν ότι θα
+μοι δοθή . . . Διατί να μη το αρπάσω ; . . . Πόθεν έρχεται ο πειρασμός
+
+ που μου ορθώνει τα μαλλιά με την εμφάνισίν του,»
+
+κτλ. (εν Σκ. Γ' της Α' Πράξεως).
+
+Αλλ' ο Μάκβεθ δεν είναι εκ των αφινόντων εις την τύχην την φροντίδα του
+να εργασθή, υπέρ εαυτών, η δε τύχη φαίνεται προδιατεθειμένη να
+εξαπατήση τας ελπίδας του, εάν αφεθή εις αυτήν και μόνην.
+
+Ο βασιλεύς ανταμείβων μεγαλοπρεπώς αυτόν τε και τον Βάγκον και τους
+λοιπούς του θρόνου του υπερμάχους, αναγέλλει τας διά το μέλλον
+αποφάσεις του και αναγορεύει τον υιόν του Μάλκολμ διάδοχον του θρόνου.
+
+Τότε πρώτον ο Μάκβεθ συλλαμβάνει οριστικώς, μετ' αποφάσεως σταθεράς
+αλλ' ουχί άνευ φρίκης, τον σκοπόν του φόνου.
+
+Ενίκησεν ο Άδης, διότι ο Μάκβεθ έχει την καρδίαν διεστραμμένην. Εάν ο
+νους και η καρδία του δεν έρρεπον προς το κακόν, ουδέποτε ήθελεν ισχύση
+να τον σπρώξη μέχρι της διαπράξεως του εγκλήματος ο Σατανάς, υπό την
+μορφήν παρουσιαζόμενος των Μαγισσών ή της συζύγου του. Ο αγαθός Βάγκος
+είδεν επίσης τας Μαγίσσας, αλλά τα πονηρά Δαιμόνια δεν απευθύνουσι προς
+εκείνον τον λόγον, διότι γνωρίζουσιν ότι δεν νικάται υπό του πειρασμού.
+Ο Βάγκος αυτός τας προσκαλεί να τω λαλήσωσι. Αι Μάγισσαι προλέγουσι
+τότε εις τον Βάγκον, ότι τα τέκνα του θα καθέξωσι τον θρόνον, η δε
+προφητεία τον ταράσσει· συναισθάνεται ότι προέρχεται εκ του Άδου η φωνή
+και προτρέπει τον Μάκβεθ να προφυλάττηται από του πονηρού.
+
+Μετανοεί μάλιστα ο Βάγκος διά τας προς τα δαιμόνια ερωτήσεις του, διότι
+ναι μεν αι προφητείαι των ουδαμώς ισχύουσιν επί της καρδίας του, αλλ'
+όμως ταράττουσι τον νουν και ανησυχούσι τον ύπνον του. Έξυπνος δεν
+φοβείται, αλλά την νύκτα κοιμώμενος δεν είναι τις κύριος εαυτού. Όθεν
+προσεύχεται πριν ή κατακλιθή. Καρδία καθαρά και προσευχή προς τον Θεόν,
+ιδού τα όπλα δι' ων ο Βάγκος παλαίει κατά του Σατανά.
+
+Εν τη ποιήσει του Σαικσπείρου αλλέως βλέπουσι την φύσιν οι χρηστοί,
+αλλέως δ' οι κακοί. Ο μεν τεταραγμένος την ψυχήν Μάκβεθ ελκύεται υπό
+του μεγαλείου της τρικυμίας, ή υπό του γοήτρου των κεραυνών και της
+ανεμοζάλης, η δε σκληροκάρδιος σύζυγός του προσέχει εις μόνον των
+ορνέων τον κρωγμόν· ενώ την ψυχήν του Βάγκου ευφραίνουσιν αι χελιδόνες
+αγγέλλουσαι το έαρ και η γλυκύτης του αέρος.
+
+Και ουδ' αρκείται η ποίησις παριστώσα τον άνθρωπον μόνον επιρρεπή εις
+το να αισθάνηται τα της φύσεως, αναλόγως των ψυχικών αυτού διαθέσεων. Η
+φύσις αυτή συνταυτίζεται μετά του ανθρώπου και των πράξεών του. Καθ' ην
+νύκτα δολοφονείται ο Δώγκαν, η γη τρέμει, γογγυσμοί ακούονται εις τον
+αέρα, την δ' επιούσαν οι ίπποι του βασιλέως
+
+ αγρίευσαν και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν
+ κ' εχάθηκαν ακράτητοι κ' επαναστατημένοι κτλ.
+
+Αι τοιαύται προσωποποιήσεις, των οποίων ανέκαθεν η ποίησις ποιείται
+χρήσιν, δεν είναι απλώς σχήματα ρητορικά, αλλ' εκφράζουσι την
+θρησκευτικήν συναίσθησιν της ενότητος απάσης της πλάσεως, και του
+ενδιαφέροντος, μεθ' ου οι ουρανοί βλέπουσι τα επί γης...
+
+Ο Μάκβεθ δεν είναι φύσει ούτε τοσούτω μιαρός κακούργος, ώστε να
+προκαλέση αφ' εαυτού και να προλάβη τον πειρασμόν, ούτε άγιός τις,
+όστις υποκύπτει άκων εις την εκ του Άδου πίεσιν. Είνε άνθρωπος, ό εστι
+μίγμα αγαθού και πονηρού, το δε πονηρόν βαθμηδόν νικά εν αυτώ και
+υπερέχει. Ένθεν μεν ο χαρακτήρ αυτού παρίσταται φυσικός και πλήρης
+αληθείας, η δ' εξιστόρησις των πράξεών του ενδιαφέρει ημάς.
+
+Ότε, αποφασίσας ήδη τον φόνον του Δώγκαν, ξενίζει αυτόν υπό την στέγην
+του και έχει πρόχειρον το θύμα, διστάζει αναχαιτιζόμενος υπό της
+ευκολίας αυτής του πράγματος και υπό του μη αποσβεσθέντος εισέτι
+αισθήματος της τιμής. Άλλο όμως η τιμή και άλλο η φιλοτιμία (1). Την
+φιλοτιμίαν, ουχί την τιμήν του Μάκβεθ εξάπτει η σύζυγός του, ότε
+επιπλήττουσα αυτόν ως άνανδρον, και ως μη τηρούντα τον φρικτόν όρκον
+του, ωθεί αυτόν εις το έγκλημα. Ο δε Μάκβεθ, μη φέρων την ύβριν,
+στερεούται εις την φοβεράν απόφασίν του, μετά βίας όμως περιστέλλων τας
+διαμαρτυρήσεις της συνειδήσεώς του. Αλλ' η τιμωρία, η δίκη επέρχεται
+από της πρώτης στιγμής. Ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον· ο Μάκβεθ δεν θα
+κοιμηθεί εις το εξής! Εάν ο ήρως της τραγωδίας του Σαισπείρου δεν
+ησθάνετο τύψιν συνειδήσεως, εάν απ' αρχής εφαίνετο πάντη ανάλγητος,
+ηθέλομεν παρακολουθήσει το θέαμα των κακουργημάτων του πλήρεις μεν
+οίκτου και ελέους προς τα θύματά του, αλλ' αδιάφοροι όλως ως προς
+εκείνον, μόνη δε η εν τέλει καταστροφή του ηδύνατο να ικανοποιήση υπό
+αισθητικήν τε και ηθικήν έποψιν, την ψυχήν ημών. Αλλά δεν έχει ούτως η
+υπόθεσις. Ο Μάκβεθ δεν τιμωρείται υπό της σπάθης μόνης του Μακδώφ, αλλ'
+υπό της συνειδήσεώς του αυτής. Η ενδόμυχος δίκη του, συνταυτιζομένη
+μετά του εγκλήματος, είναι σύγχρονος αυτού, ή μάλλον ειπείν
+προγενεστέρα. Προηγηθείσα της πράξεως, ήρχισεν αφ' ότου συνελήφθη ο
+σκοπός αυτής.
+
+Η ψυχική κατάστασις του Μάκβεθ αποκαθιστά αυτόν άξιον οίκτου μάλλον ή
+αποστροφής. Θεωρούμεν τιμωρίαν ικανήν τον ενδόμυχον βασανισμόν του. Ότε
+δ' επί τέλους αποθνήσκει ηρωικώς, θαυμάζομεν αυτόν, καίτοι άκοντες,
+διότι ναι μεν είναι κακούργος φρικτός, αλλ' ουχί και ευτελής. Άλλως τε,
+εν τω τραγικώ εν γένει του Σαικσπείρου θεάτρω, οι φαύλοι δεν έχουσιν
+άνανδρον και χαμερπή την κακίαν. Αληθώς, ο δολοφονήσας τον Δώγκαν, όπως
+τυραννήση επί της Σκωτίας, κινείται υπό σκοπών ιδιοτελών, κατά τούτο
+ιδίως διαφέρων των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, των οποίων αι πράξεις
+ανυψούνται και εξαγνίζονται διά της θείας έξωθεν επιδράσεως. Αλλ' η
+φιλοδοξία, ει και ιδιοτελής, ουδέν όμως έχει το ταπεινόν, το δ' έγκλημα
+του Μάκβεθ δεν εξευτελίζεται διά του στίγματος της χαμερπείας. Πλήρης
+ανδρείας, μάχεται ως λέων οπότε δε, εκτελουμένης κατά γράμμα της
+προφητείας, εκλείπει πάσα ελπίς, οπότε το δάσος της Βιρνάμης
+μετακινούμενον προχωρεί κατ' αυτού, αποθνήσκει μαχόμενος και αψηφών την
+τύχην.
+
+Ουδ' έχει μόνην του μαχητού την γενναιότητα. Από του δευτέρου αυτού
+βήματος εν τη οδώ της ανομίας, παλαίει τολμηρώς κατά της ειμαρμένης. Αι
+Μοίραι υπεσχέθησαν τον θρόνον εις τους απογόνους του Βάγκου· όθεν
+αποφασίζει τον φόνον του Βάγκου και του υιού του, αλλά την νέαν ταύτην
+πάλην αναλαμβάνει μόνος, η δε σύζυγος, ήτις τον παρέσυρεν εις το πρώτον
+έγκλημα, μένει αμέτοχος του δευτέρου. Θέλει μόνος αυτός να φέρη την
+ευθύνην τούτου.
+
+Παρεκτός της τοιαύτης γενναιότητος, ο Μάκβεθ έχει την ειλικρίνειαν του
+να μη εξαπατά αυτός εαυτόν ως προς το μέγεθος των ανομημάτων του·
+συναισθάνεται την κακίαν του και την αθωότητα των θυμάτων του. Ότε,
+περί το τέλος του δράματος, μανθάνει την προσέγγισιν του εχθρικού
+στρατού και την εν αυτώ παρουσίαν ενός των υιών του Δώγκαν, εννοεί ότι
+επέρχεται η ώρα του απολογισμού:
+
+ Επέρασ' η νεότης·
+ εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου κτλ.
+
+Μετά τον φόνον του Δώγκαν ο Μάκβεθ αναγορεύεται βασιλεύς, αλλά δεν
+θεωρεί εαυτόν ασφαλή, ενόσω ο Βάγκος ζη. Ο Βάγκος, κοινωνός των
+προφητικών υποσχέσεων των Μαγισσών, υποπτεύεται βεβαίως τον Μάκβεθ ως
+ένοχον του φόνου, εκτός δε τούτου, ο Βάγκος είναι κατά τον χρησμόν
+πατήρ και ρίζα των διαδόχων του Μάκβεθ.
+
+Όθεν εκμισθοί ο Μάκβεθ δύο δολοφόνους, όπως φονεύσωσι τον Βάγκον και
+τον υιόν του.
+
+Εν μέσω της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως ευρισκόμεθα ενταύθα εις
+σημείον άξιον προσοχής, ως προς την ψυχολογικήν του ήρωος μελέτην. Αφ'
+ης στιγμής έδρεψε τους καρπούς του πρώτου αυτού εγκλήματος, προβαίνει
+εις τα εμπρός μετά σατανικής όντως ευσταθείας, το δε βαρύνον εφεξής
+αυτόν δεν είναι η συνείδησίς του, — την οποίαν εφόνευσεν εντός της
+καρδίας του, — αλλ' ο φόβος, η ανησυχία μη δεν εξησφαλίσθη αρκούντως το
+επιχείρημα, μη δεν αρκεί το μέχρι τούδε χυθέν αίμα.
+
+Ο Βάγκος δολοφονείται, αλλά χάρις εις ένα των δολοφόνων, σβύσαντα
+αίφνης τους δαυλούς, διασώζεται ο υιός του, του οποίου επεζήτει ο
+Μάκβεθ τον θάνατον, όσον και τον του Βάγκου αυτού· « Μας έφυγεν ο υιός
+του!» ανακράζει είς των φονέων·
+
+ Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα!
+
+Επιστρέφουσιν όπως δώσωσι λόγον των πράξεών των, και εισδύουσι μέχρι
+της θύρας της αιθούσης, όπου εν μέσω φωτοχυσίας και πομπής, οι άρχοντες
+συμποσιάζουσι μετά του βασιλέως. Ο Μάκβεθ, άμα ιδών αυτούς,
+απομακρύνεται εν βία των συνδαιτυμόνων του, όπως πληροφορηθή τα
+γενόμενα·
+
+ — Γεμάτον αίμα είναι
+ το πρόσωπόν σου, άνθρωπε!...
+
+Ουχί πλέον η φρίκη του χυθέντος αίματος, αλλ' ο φόβος μη δεν εχύθη
+ικανόν βασανίζει τον Μάκβεθ και κλονίζει μέχρι φρενοβλαβείας τον
+εγκέφαλόν του. Απέχομεν ήδη πολύ των πρώτων της ψυχής αυτού σπαραγμών.
+Τότε ηύχετο και επεθύμει ν' αναστήση τον Δώγκαν ο κρότος της κρουομένης
+θύρας. Ήδη, ότε το φάσμα του Βάγκου εμφανίζεται ενώπιόν του, την
+φρεναπάτην προξενούσιν ουχί αι τύψεις της συνειδήσεως, αλλ' αι
+αδημονίαι της εντρόμου φαντασίας του. Εν τη παραφροσύνη του νομίζει ότι
+ο Βάγκος ανεστήθη, διότι δεν εφονεύθη αρκούντως.
+
+Αφού δε, παρελθούσης της φρεναπάτης, επαναλαμβάνη τας αισθήσεις, οποίαι
+αι πρώται του Μάκβεθ λέξεις;
+
+ Αίμα ζητεί! Είναι γραπτόν: το αίμα θέλει αίμα!
+ Τόσον βαθειά 'ς τα αίματα εχώθηκα ως τώρα,
+ ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω 'πίσω
+ θα ήν' επίσης δύσκολον, καθώς να προχωρήσω.
+
+Θα προχωρήση! Σχεδιάζει τον φόνον και του Μακδώφ. Η Λαίδη Μάκβεθ εν
+τούτοις τον παρακινεί ν' αναπαυθή. « Ας πλαγιάσωμεν», αποκρίνεται. Αλλ'
+όχι! ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον! Ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθή εις το εξής!
+Η συνείδησις ενεκρώθη εν αυτώ, αλλ' η φαντασία του όμως, άγρυπνος
+αείποτε και έντρομος, διώκει και ύπνον και ησυχίαν. Πορεύεται και πάλιν
+προς τας Μαγίσσας, αίτινες παριστώσιν ενώπιον του οπτασίαν νέαν αλλ'
+αύτη ουδέν άλλο είναι, ή φαντασμαγορική παράστασις των σκέψεων υφ' ων
+πιέζεται ο νους του.
+
+Η εσχάτη ψυχολογική κατάστασις, εις την οποίαν ο Μάκβεθ περιπίπτει,
+είναι η αδιαφορία, η απονάρκωσις, γενική τις αναισθησία, εξ ης
+εξέρχεται όπως αποθάνη γενναίως, όμοιος προς λύχνον, όστις πριν ή
+αποσβεσθή, αναδίδει τελευταίαν λάμψιν. Κραυγαί και οιμωγαί αντηχούσιν
+εντός του μεγάρου, αλλά μένει ούτος ατάραχος.
+
+Μανθάνει ανάλγητος της συζύγου του την αυτοχειρίαν, η δε μόνη της
+θλίψεως αυτού έκφρασις είναι ο εξής απελπιστικός του βίου ορισμός:
+
+ Δεν είν' ο βίος άλλο,
+ παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος,
+ οπού πηγαίνει κ' έρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του,
+ και πλέον δεν ακούεται. Είν' ένα παραμύθι
+ που λέγει ένας παλαβός — βοήν, θυμούς γεμάτον,
+ αλλά δεν έχει νόημα!
+
+Αι τύψεις της συνειδήσεως, αι ανησυχίαι της φαντασίας, η μέχρις
+ηλιθιότητας απόγνωσις, ιδού οι τρεις κύριοι σταθμοί εν τη διελίξει της
+ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως. Δεν εστερείτο μεγαλείου ο Μάκβεθ, ή
+ευγενείας εμφύτου, ηδύνατο δε, καθώς ο Ιώβ, ν' αντιπαλαίση κατά του
+Διαβόλου και να νικήση αυτόν, εάν εν ημέρα αλαζόφρονος μέθης δεν
+συνηντάτο η φιλοδοξία του μετά του εξ Άδου πειρασμού:
+
+ Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης!
+
+Γ'. Η Λαίδη Μάκβεθ.
+
+Ο χαρακτήρ του Μάκβεθ αποτελεί αξιόλογον υπόδειγμα της μεθόδου του
+Σαικσπείρου περί την απεικόνισιν των τραγικών αυτού προσώπων.
+Διασαφίζων την πρώτην του πάθους αφετηρίαν, παρακολουθεί την βαθμιαίαν
+αυτού ανάπτυξιν μέχρι της καταστροφής, εις τρόπον ώστε ο θεατής έχει
+προ αυτού, ουχί μίαν κρίσιμον στιγμήν της υπάρξεως του ήρωος, ως εν τω
+αρχαίω θεάτρω, αλλά την ιστορίαν ολόκληρον της ψυχής αυτού απ' αρχής
+μέχρι τέλους. Ο Μάκβεθ δεν παρίσταται εν αρχή του δράματος οποίος
+φαίνεται εν τη δευτέρα πράξει, ουδέ αποκαλύπτεται όλος εν τη δευτέρα
+ταύτη πράξει, αλλ' εν τέλει μόνον της τραγωδίας γνωρίζομεν αυτόν κατά
+βάθος. Ούτω και ο Οθέλλος δεν παρίσταται ευθύς απ' αρχής ζηλότυπος· απ'
+εναντίας, κατ' αρχάς έχομεν εν αυτώ άνδρα ειλικρινή και εύπιστον, ουδέν
+άλλο ποθούντα και απολαμβάνοντα ή του έρωτος την ευτυχίαν. Τοιούτος και
+Τίμων ο Αθηναίος, όστις, πριν ή καταλήξη εις μισανθρωπίαν, σπαταλεί εις
+τους περί αυτόν την φιλίαν και τους θησαυρούς του.
+
+Αλλ' εν τω προσώπω της συζύγου του Μάκβεθ τολμώ ειπείν ότι ο ποιητής
+παραβαίνει την τοιαύτην ψυχολογικήν αυτού μέθοδον. Άνευ ουδεμιάς
+προπαρασκευής φέρει αίφνης ενώπιον ημών τέρας κακίας, μη προειδοποίησας
+ουδαμώς τον θεατήν πόθεν η τοσαύτη κακία, ή τουλάχιστον διά τι υπό τας
+υπαρχούσας εν τω δράματι περιστάσεις αναφαίνεται.
+
+Δυνάμεθα να παραδεχθώμεν, ότι η κακία των γυναικών υπερβαίνει την των
+ανδρών, ως και ο Ευριπίδης ομολογεί εν Μηδεία:
+
+ πεφύκαμεν
+ γυναίκες εις μεν έσθλ' αμηχανώταται,
+ κακών δε πάντων τέκτονες σοφώταται.
+
+Δυνάμεθα δ', ως προς τούτο, να επιφέρωμεν και ετέραν ιερωτέραν
+μαρτυρίαν, την του Ευαγγελίου αυτού, εν ώ βλέπομεν τον Ιησούν και τους
+Αποστόλους άπαξ μόνον εκβάλλοντας εξ ανδρός πνεύματα ακάθαρτα πλείονα
+του ενός, ενώ εκ μιας και μόνης γυναικός επτά όλα δαιμόνια εξεβλήθησαν.
+Ταύτα πάντα σημαίνουσιν, ότι οπότε το φύλον, το παρά Θεού πλασθέν
+ασθενές και ευαίσθητον, παρεκκλίνει της ευθείας οδού, απολήγει εις
+διαφθοράν ταχυτέραν και πληρεστέραν ή το αγροικότερον, συνάμα δε και
+ισχυρότερον, ανδρικόν φύλον· ο δε ποιητής δικαιούται οπωςδήποτε ν'
+απεικονίση την ανθρωπίνην φύσιν εν πάση αυτής τη μοχθηρία. Αλλά, όσω
+μεγαλειτέρα η παρεκτροπή της γυναικείας καρδίας, τοσούτω αναγκαιοτέρα η
+επεξήγησις του πώς προήχθη και ανεπτύχθη η τοιαύτη παρεκτροπή. Ο δε
+Σαικσπείρος παρημέλησε να ικανοποιήση ως προς τούτο την δικαίαν ημών
+περιέργειαν, καθότι η αρχή και η πρόοδος της κακίας της Λαίδης Μάκβεθ
+μένουσι προς ημάς άγνωστοι, το δε υπό δραματικήν έποψιν σπουδαιότερον,
+ουδέ των κινούντων αυτήν αιτίων έχομεν σαφή γνώσιν.
+
+Παρίσταται κατά πρώτον επί της σκηνής αναγινώσκουσα επιστολήν του
+συζύγου της.
+
+Υπηρέτης εισερχόμενος αναγγέλλει την προσεχή άφιξιν του Μάκβεθ και του
+βασιλέως Δώγκαν. «Ετρελλάθηκες!» ανακράζει η Λαίδη Μάκβεθ, μόλις και
+μετά βίας πειθομένη ότι η Τύχη μετά τοσαύτης προθυμίας υποβοηθεί τους
+φονικούς σκοπούς της.
+
+Ο μετά την αγγελίαν ταύτην μονόλογός της μαρτυρεί εις πόσην ανεξήγητον
+έξαψιν και ταραχήν έρριψεν αυτήν διά μιας η ανάγνωσις επιστολής,
+ευάρεστα μόνον αγγέλματα περικλειούσης. Αλλά διά τι τούτο; Ο Μάκβεθ
+συνέλαβε μεν αιφνιδίως τον σκοπόν να φονεύση τον βασιλέα, αλλά
+παρωρμήθη υπό των λόγων του Δώγκαν, αναγορεύσαντος ως διάδοχον του
+θρόνου τον υιόν του, και διαψεύσαντος ούτω των Μαγισσών τας προφητείας.
+Αλλ' εκ της επιστολής ήδη η Λαίδη Μάκβεθ πληροφορείται περί των
+προφητειών και μόνων, αύται δε χαράν μόνον και αγαλλίασιν έπρεπε να
+προξενήσωσιν, ως γράφει άλλως τε προς αυτήν ο Μάκβεθ. Διά τι
+επιφέρουσιν αντίθετον όλως αποτέλεσμα; Προς δικαιολόγησιν της τοιαύτης
+???ήξεως αισθημάτων αγρίων ανάγκη να προϋποθέσωμεν συνομιλίαν
+προγενεστέραν των δύο συζύγων, καθ' ην αντηλλάγησαν πόθοι φιλόδοξοι και
+σκοποί εγκληματικοί, ή προτροπή τινα της γυναικός προς τον σύζυγον όπως
+καταλάβη διά της βίας τον θρόνον. Αλλ' η τοιαύτη συνδιάλεξις εγένετο εν
+αγνοία ημών εις τα παρασκήνια, προ της ανυψώσεως της αυλαίας. Ήδη
+έχομεν προ οφθαλμών γυναίκα αναγινώσκουσα εν επιστολή πράγματα
+ευχάριστα, καταλήγουσαν δε εις συμπεράσματα αντιφατικά όλως προς τα εν
+τη επιστολή αναγνωσθέντα. «Όντα υπερφυσικά προφητεύουσιν εις τον
+σύζυγόν μου τιμάς και μεγαλεία, δεν φαίνονται δε ψευδόμενα, αφού η
+προφητεία επληρώθη ήδη κατά το ήμισυ. Θα γείνωσι και τα επίλοιπα. Το
+σκάφος ημών πλέει πλησίστιον προς τον λιμένα, ο δ' άνεμος επιπνέει
+ούριος. Άρα λοιπόν, εκμανήτε, ω θύελλαι και πληρώσατε τρόμου και φρίκης
+τον αίθριον ουρανόν». Τοιαύτη η λογική της Λαίδης Μάκβεθ. (2)Αλλά το
+έγκλημα, οιαδήποτε η επιτυχία αυτού, είναι πράξις φοβερά, συνεπαγομένη
+την βίαν και την αναστάτωσιν· όπως δ' εν τη γαλήνη βίου ευδαίμονος
+διαπράξη τις αίφνης κακούργημα, ανάγκη να υπάρχη κατά το φαινόμενον
+τουλάχιστον, λόγος ισχυρός προς τούτο. Έν ελλείψει τοιούτου τινός
+ελατηρίου εν τη διαγωγή της Λαίδης Μάκβεθ, απορεί τις, εάν ο
+Σαικσπείρος ηθέλησεν εν τω προσώπω αυτής να παραστήση γυναίκα αληθή, ή
+την ενσάρκωσιν του πονηρού, τον Διάβολον αυτόν, όμοιον μεν ηθικώς προς
+τας δυσειδείς και γενειούχους Μαγίσσας, αλλ' υπό μορφήν ευειδεστέραν.
+
+Ότε ο Μάκβεθ, πριν ή προβή εις τον φόνον του βασιλέως τον οποίον
+ξενίζει, καταλαμβάνεται υπό δισταγμού εντίμου και ανακηρύττει ότι δεν
+θέλει να σπρώξη μακρύτερον το πράγμα, τότε πάλιν ο Σατανάς, ό έστιν η
+σύζυγος του, ενισχύει την εικονιζομένην απόφασίν του.
+
+Οπωςδήποτε, η τραγωδία αύτη είναι αναντιρρήτως, ως σύνθεσις, το
+ωραιότερον των ποιητικών του Σαικσπείρου έργων· επειδή ο χαρακτήρ της
+Λαίδης Μάκβεθ, καίτοι προκαλών, τας υποδειχθείσας ενστάσεις, συνέχεται
+όμως αδιαρρήκτως μετά της όλης εν τω ποιήματι δράσεως (ουχί ως το άχαρι
+του θυρωρού επεισόδιον εν τη γ' σκηνή της Β' πράξεως, το όποιον δύναται
+ν' απαλειφθή, θεωρούμενον και ως υποβολιμαίον), διά τούτο οι σχολιασταί
+απεπειράθησαν παντοίοις τρόποις ν' ανεύρωσι σύνδεσμόν τινα, συνέχοντα
+το παρά φύσιν πρόσωπον τούτο κατά της συνήθους και πραγματικής
+ανθρωπίνης φύσεως. Επέτυχον δ' ευκόλως, καθότι ως προς τούτο ο
+Σαικσπείρος είναι ότι και αι ιεραί γραφαί: ο ζητών ευρήσει.
+
+Τα προς αναστήλωσιν της Λαίδης Μάκβεθ γραφέντα σχόλια αποτελούσι
+μνημείον Σαικσπειρείου ερμηνείας, πλήρες ευτελούς σοφιστείας, ήτις,
+έστιν ότε, εξελήφθη αντί εμβριθείας. Παρετηρήθη, λόγου χάριν, ότι η Λαίδη
+ηγάπα τον σύζυγόν της. — Αληθώς, αύτη παρίσταται αφωσιωμένη όλως προς
+τον Μάκβεθ, χάριν εκείνου ζητούσα την δόξαν και τα μεγαλεία ουχί δι'
+εαυτήν. — Παρετηρήθη προσέτι ότι ο Μάκβεθ την ονομάζει &πουλάκι μου&,
+και ηθέλησαν οι τοιούτοι σχολιασταί διά της τρυφερότητος του θηριώδους
+ζεύγους τούτου να μαλάξωσι την καρδίαν ημών. Είς αυτών δεν έχει λόγους
+προς ?ρασιν της συγκινήσεως, υφ' ης καταλαμβάνεται, αναλογιζόμενος ότι
+μετά το συμπόσιον, του οποίου την ευθυμίαν κατέστρεψεν ο Μάκβεθ διά της
+φρεναπάτης του, η σύζυγος αυτού αντί πάσης επιπλήξεως προτρέπει αυτόν
+να υπάγη εις την κλίνην του! Εις την ρωμαντικήν εν Γερμανία σχολήν,
+προεξάρχοντος του Tieck, οφείλονται αι τοιαύται ανακαλύψεις, δι' ων η
+Λαίδη Μάκβεθ περιβάλλεται τον διπλούν στέφανον της αρετής και του
+μαρτυρίου!
+
+Ταύτα πάντα έχουσι πολύ το γελοίον. Ουδέν εν τω προσώπω της Λαίδης
+Μάκβεθ το αποδεικνύον την εν αυτώ ύπαρξιν του &ηθικού& ανθρώπου. Ο
+Μάκβεθ κατέστρεψεν, ει και μετά κόπου την συνείδησιν εντός της καρδίας
+του, αλλά συνείδησιν η Λαίδη Μάκβεθ ουδέποτε φαίνεται αποκτήσασα. Και
+όμως υπάρχει το συνδέον αυτήν προς την ανθρωπότητα. Καίτοι ξένη προς
+ημάς υπό ηθικήν έποψιν, ως πλάσμα όμως φυσικόν, διά του νευρικού αυτής
+οργανισμού υπάγεται εις το γυναικείον φύλον. Ομιλεί που περί της
+σμικρότητας των χειρών αυτής, εν συνόλω δε φανταζόμεθα αυτήν μικρόσωμον
+και λεπτοφυή, ουδέ πρέπει να παριστά το πρόσωπον επί της σκηνής
+ηθοποιός ρωμαλέα, εύσαρκος και μεγαλόσωμος. Απ' εναντίας, ανάγκη να
+μεταδίδηται εις τον θεατήν η εντύπωσις της αντιθέσεως μεταξύ της
+σωματικής ασθενείας της ηρωίδος και του εμφορούντος αυτής μένους.
+
+Ουδέν, λέγομεν, εν τω προσώπω της Λαίδης Μάκβεθ το φυσικόν ή
+ανεπιτήδευτον. Κατά την ώραν της δολοφονίας πίνει ποτόν μεθυστικόν όπως
+εξαφθή, ότε δε ο Μάκβεθ λέγει ότι εφόνευσε τους δύο παρακοιμωμένους
+υπηρέτας του βασιλέως Δώγκαν, λειποθυμεί αύτη. Παρ' ολίγον εφόνευεν
+αυτή τον Δώγκαν, αλλά δεν ετόλμησε, λέγει, διότι
+
+ μ' εφάνη
+ πως βλέπω τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο.
+
+Μετά την πρώτην έξαψιν και κίνησιν επέρχεται στάσις εντελής και
+αδράνεια. Μετά τον φόνον του Δώγκαν, ουδεμίαν είτε πρωτοβουλίαν είτε
+μετοχήν λαμβάνει η Λαίδη Μάκβεθ διά τα μετέπειτα κακουργήματα, ουδέ
+παρουσιάζεται σχεδόν, εκτός κατά την περιβόητον σκηνήν της υπνοβασίας,
+οπότε φαίνεται η πλήρης του οργανισμού αυτής κατάπτωσις.
+
+Ο φόνος του Δώγκαν συνεπήνεγκε την δολοφονίαν του Βάγκου, την σφαγήν
+της οικογενείας του Μακδώφ, τις οίδεν οπόσα εισέτι εγκλήματα, αλλ'
+ουδέν τούτων προέβλεπεν εκείνη, ότε, μεθ' όσης εκέκτητο δυνάμεως,
+ειργάζετο υπέρ της θανατώσεως του γηραιού βασιλέως. Μη φέρουσα ήδη
+τοιούτου βάρους την πίεσιν αποκάμνει και καταπίπτει. Δεν μετανοεί, ουδ'
+εκφράζει ουδαμού την συναίσθησιν της καταπατήσεως ηθικού τινος νόμου,
+αλλ' η φρίκη των γενομένων, — ει μη ο φόβος μελλούσης κρίσεως και
+ανταποδόσεως, — κλονίζει τας φρένας αυτής και προκαλεί την γνωστήν
+εκείνην νόσον, καθ' ην ο πάσχων προκαλεί ενώ κοιμάται διά των λόγων ή
+των αυτο?τικών πράξεών του τα βαρύνοντα τον νουν και την καρδίαν αυτού.
+
+Ιδού ό,τι έχει ανθρώπινον η γυνή αύτη· αδυναμία σωματική, διάνοια
+νοσούσα, και επί τέλους φρενοβλάβεια, — τοιούτος ο βίος της. Ενώ δ' ο
+σύζυγός της μάχεται και αποθνήσκει ως ήρως, αύτη, δαίμων αληθής εξελθών
+του Άδου όπως κολάση τον Μάκβεθ, επιστρέφει εκουσίως εις τον Άδην,
+αυτοχειριαζομένη.
+
+Η Λαίδη Μάκβεθ παρεβλήθη συχνάκις προς διαφόρους εν τη αρχαία τραγωδία
+γυναίκας, ιδίως δε προς την Κλυταιμνήστραν, αλλ' αύτη υπερτερεί μεγάλως
+κατά την τραγικότητα, ουδεμία δ' αληθώς υπάρχει μεταξύ των δύο σχέσις.
+Η κινούσα τον Μάκβεθ και την σύζυγόν του φιλοδοξία φαίνεται όλως
+ευτελής και μηδαμινή, παραβαλλομένη προς το αίσθημα, όπερ εξοπλίζει την
+μητέρα της Ιφιγενείας κατά του Αγαμέμνονος. Υπάρχει, ναι μεν, εξωτερική
+τις ομοιότης μεταξύ της ηρωίδος του Αισχύλου και της του Σαικσπείρου,
+καθ' όσον αμφότεραι, υποκρύπτουσαι επιδεξίως τους σκοπούς αυτών,
+δολοφονούσιν, εξάπτονται δε ως θηρία αιμοβόρα υπό της ορέξεως του φόνου
+και του αίματος. Αλλ' ο παραλληλισμός δεν προβαίνει περαιτέρω, οι δε
+χαρακτήρες διαφέρουσιν όσον και τα κινούντα εκάστην αίτια. Η μεν
+Κλυταιμνήστρα, γίγας την τε ψυχήν και το ήθος, υπερβαίνει κατά την
+δύναμιν απάσας τας γυναίκας του αρχαίου και νεωτέρου θεάτρου.
+Ερειδομένη επί της ισχύος αυτής, μένει ατάραχος και κυρία αείποτε
+εαυτής. Η δε Λαίδη Μάκβεθ διά της παραφοράς αυτής των εκφράσεών της
+μαρτυρεί ότι συναισθάνεται την αδυναμίαν της. Της Ελληνίδος οι λόγοι
+συμφωνούσι μετά των έργων, και οι στοχασμοί μετά των λόγων, πάσα δ'
+αυτής λέξις πείθει ημάς, ότι η λέγουσα δύναται και να πράξη όσα λέγει.
+Ουδέποτε η τέχνη παρήγαγεν ίνδαλμα εξισούμενον μετά της Κλυταιμνήστρας
+ταύτης ως προς την πλαστικότητα, ήτις αποτελεί το ιδιάζον
+χαρακτηριστικόν και το κάλλος των προσώπων της αρχαίας τραγωδίας. Η
+Κλυταιμνήστρα ουδέ λειποθυμεί ως η Αγγλίς, ουδ' εξάπτει εαυτήν διά
+μεθυστικών ποτών, ουδ' υπό εφιάλτου ενοχλείται τας νύκτας ουδέ
+κατέχεται υπό φόβου, ή αισχύνης, ή τύψεων της συνειδήσεως. Ο φόνος του
+Αγαμέμνονος δεν επιφέρει κλονισμόν εις τα νεύρα ή τον εγκέφαλόν της,
+αλλ' απ' εναντίας ευφραίνει και ενισχύει αυτήν.
+
+ Εμοί δ' αγών όδ' ουκ αφρόντιστος πάλαι
+ νείκης παλαιάς ήλθε, συν χρόνω γε μην.
+ Έστηκα δ' ένθ' έπαισ' επ' εξειργασμένοις.
+ Ούτω δ' έπραξα, και τάδ' ουκ αρνήσομαι,
+ ως μήτε φεύγειν μήτ' αμύνεσθαι μόρον,
+ άπειρον αμφίβληστρον, ώςπερ ιχθύων,
+ περιστιχίζω, πλούτον είματος κακόν.
+ Παίω δε νιν δις· καν δυοίν οιμώγμασι
+ μεθήκεν αυτού κώλα και πεπτωκότι
+ τρίτην επενδίδωμι, του κατά χθονός
+ Άδου νεκρών σωτήρος ευκταίαν χάριν.
+ Ούτω τον αυτού θυμόν ορμαίνει πεσών
+ κακφυσιών οξείαν αίματος σφαγήν
+ βάλλει μ' ερεμνή ψακάδι φοινίας δρόσου,
+ χαίρουσαν ουδέν ήσσον, ή διοςδότω
+ γάνει σπορητός κάλυκος εν λοχεύμασιν.
+ ως ώδ' εχόντων, πρέσβος Αργείων τόδε,
+ χαίροιτ' αν, ει χαίροιτ', εγώ δ' επεύχομαι...
+ Εγώ δ' ατρέστω καρδία προς ειδότας
+ λέγω. Συ δ' αινείν είτε με ψέγειν θέλεις
+ όμοιον. Ούτος εστιν Αγαμέμνων, εμός
+ πόσις, νεκρός δε τήσδε δεξιάς χερός,
+
+εν τη τραγωδία του Σοφοκλέους η Κλυταιμνήστρα αποβάλει το μεγαλοπρεπές
+τούτο ήθος αγάλματος ωσεί μάρμαρον, μεταβάλλεται δ' εις γυναίκα
+ηπιωτέραν και χρηστοτέραν. Η θυγάτηρ αυτής, η Ηλέκτρα, ανακαλεί πως την
+Λαίδη Μάκβεθ.
+
+Κατά τον παρά τοις αρχαίοις θείον θεσμόν της &δίκης&, η Κληταιμνήστρα
+λαμβάνει τα αντίποινα του φόνου του Αγαμέμνονος διά χειρός των τέκνων
+εκείνου, του Ορέστου και της Ηλέκτρας. Κατά την διάπραξιν του φόνου η
+Ηλέκτρα παροτρύνει τον Ορέστην και «εφάπτεται του ξίφους του». Σκληρόν
+τούτο ως και άπαντα όσα προς την μητέρα λέγει και πράττει η Ηλέκτρα. Εν
+συνόλω δε αύτη έχει τι το καθ' υπερβολήν ωμόν ως προς ημάς τους
+νεωτέρους, ενώ, ως προς τους αρχαίους, της μητρός αυτής ο χαρακτήρ
+φαίνεται ηπιώτερος του δέοντος. Αλλ' ο Σοφοκλής εκπροσωπεί περίοδον
+μεταβάσεως μεταξύ του ύψους του Αισχύλου και του πάθους του Ευριπίδου.
+
+Εν Ευριπίδη η τραχύτης των αρχαίων ηθών εξημερούται, οι δε χαρακτήρες
+εν τω θεάτρω αυτού προσλαμβάνουσι τύπον ανθρώπινον όλως. Αληθώς η
+Ηλέκτρα του παρίσταται κατ' αρχάς άκαμπτος και ανάλγητος, εξαπατά δ'
+ημάς ως παρά της ψυχής αυτής την φύσιν, ότε βλέπουσα τον Ορέστην
+διστάζοντα, ως ο Μάκβεθ, προ του φόνου λέγει:
+
+ Μων σ' οίκτος είλε, μητρός ως είδες δέμας;
+ Όρ. Φευ!
+ Πώς γαρ κτάνω νιν, ή μ' έδρεψε κάτεκεν;
+ Η. Ώσπερ πατέρα σον ήδε καμόν ώλεσεν.
+
+Αλλά μετά το έγκλημα, η καρδία της διαρρήγνυται εν σκηνή θαυμασία, της
+οποίας παθητικωτέρα δεν υπάρχει εν τω θεάτρω
+
+ Ηλ. Δακρύτ' άγαν, ω σύγγον', αιτία δ' εγώ·
+ διά πυρός έμολον α τάλαινα ματρί τάδ'
+ ά μ' έτικτε κούραν...
+ Ορ. Ιώ, Φοίβ', ανύμνησας δίκαν,
+ άφαντα φανερά δ' εξέπρα-
+ ξας άχεα φόνια δ' ώπασας λέχε' από γας Ελλανίδος.
+
+ Τίνα δ' ετέραν μόλω πόλιν; τις ξένος,
+ τις ευσεβής εμόν κάρα
+ προσόψεται ματέρα κτανόντος;
+ Ηλ. Ιώ, ιώ μοι. Ποι δ' εγώ, τίν' εις χορόν,
+ τίνα γάμον είμι; τις πόσις με δέξεται
+ νυμφικάς ες ευνάς;...
+
+ Ορ. Κατείδες, οίον α τάλαιν' εών πέπλων
+ εξέβαλ', έδειξε μαστόν εν φοναίσιν,
+ ιώ μοι, προς πέδω
+ τιθείσα γόνιμα μέλεα; τακόμαν δ' εγώ...
+ Βοάν δ' έλασκε τάνδε, προς γένυν γ' εμάν
+ τιθείσα χείρα; Τέκος εμόν, λιταίνω·
+ παρήδων τ' εξ εμάν
+ εκρήμναθ', ώστε χέρας εμάς λιπείν βέλος...
+ Εγώ μεν επιβαλών φάρη κόραις εμαίς
+ φασγάνω κατηρξάμαν
+ ματέρος έσω δέρας μεθείς.
+
+Δεινά δ' ειργάσω, φίλα, κασίγνητον ου θέλοντα». Ο εστιν η Ηλέκτρα φέρει
+εις πειρασμόν τον Ορέστην, ως η Λαίδη Μάκβεθ τον σύζυγόν της. Εν γένει
+δε, και εν τω θεάτρω και εν τω βίω, τον πειρασμόν εκπροσωπεί, από της
+Εύας, η γυνή· η σαρξ ασθενής, αλλά το πνεύμα αυτής πρόθυμον. Η
+πρωτοβουλία ανήκει εις ταύτην, διότι έχει την διάνοιαν ζωηροτέραν, ει
+και ήττον ευρείαν, του ανδρός. Ούτος κατά την ώραν της εκτελέσεως
+αναχαιτίζεται υπό σκέψεων παμπληθών, των οποίων η γυνή, καθ' ό
+ευπαθεστέρα, μένει απηλλαγμένη. Η διάνοια αυτής, μη διασπωμένη ένθα
+κακείθεν δεν αποπλανάται· βλέπουσα δ' ευκρινώς τα ενώπιον αυτής
+κείμενα, δύναται εν στιγμή κινδύνου ή κρίσεως, να ίδη διέξοδον ή
+απαλλαγήν, όπου ο νους του ισχυροτέρου φύλου εκθαμβούται.
+
+Ούτως η Λαίδη Μάκβεθ, ουχί ο σύζυγος αυτής σχεδιάζει τα της δολοφονίας
+του Δώγκαν, ούτος δ' εξίσταται και θαυμάζει ακούων το τέχνασμα, δι' ου
+η Λαίδη προτίθεται να επιρρίψη επί των κοιμωμένων δούλων την ευθύνην
+του εγκλήματος, εξασφαλίζουσα την επιτυχίαν αυτού. Ότε δ' εν μέσω του
+συμποσίου ο Μάκβεθ, βλέπων το φάσμα του Βάγκου, γίνεται άλλος εξ άλλου,
+αύτη αναδεικνύει παρρησίαν πνεύματος έτι μάλλον αξιοθαύμαστον, συνάμα
+δε και ήττον απεχθή. Εν τη σκηνή ταύτη η Λαίδη Μάκβεθ αναφαίνεται
+ανωτέρα εαυτής.
+
+Παρεβλήθη η Λαίδη Μάκβεθ και προς ετέραν της αρχαίας τραγωδίας ηρωίδα,
+την Μήδειαν του Ευριπίδου. Την πρώτην αφορμήν προς την τοιαύτην
+σύγκρισιν παρέσχεν ίσως η φρικώδης εκείνη της Λαίδης Μάκβεθ έκφρασις:
+
+ Το γάλα μου το έδωκα, και 'ξεύρω
+ πώς τ' αγαπά το βρέφος της μια μάνα που βυζάνει κτλ.
+
+Αλλά της Λαίδης Μάκβεθ οι λόγοι προξενούσι φρίκην μεγαλειτέραν ή τα
+έργα της Μηδείας. Αύτη φονεύει τα ίδια τέκνα, τα τέκνα του Ιάσονος,
+όπως εκδικηθή κατά του απίστου πατρός αυτών. Αλλά σφαγιάζουσα τα αθώα
+εκείνα θύματα κατέχεται υπό τρόμου, υπό οίκτου, και ελεεινολογεί
+εαυτήν:
+
+ Φευ, φευ! τι προσδέρκεσθέ μ' όμμασιν, τέκνα,
+ τι προσγελάτε τον πανύστατον γέλων;
+ Αιαί τι δράσω; καρδία γαρ οίχεται,
+ γυναίκες, όμμα φαιδρόν ως είδον τέκνων.
+ Ουκ αν δυναίμην, χαιρέτω βουλεύματα
+ τα πρόσθεν...
+
+ Δότ', ω τέκνα,
+ δότ' ασπάσασθαι μητρί δεξιάν χέρα.
+ Ο φιλτάτη χειρ, φίλτατον δε μοι κάρα
+
+ και σχήμα και πρόσωπον ευγενές τέκνων
+ ευδαιμονοίτον, αλλ' εκεί· τα δ' ενθάδε
+ πατήρ αφείλετ'· ω γλυκεία προσβολή,
+ ω μαλθακός χρως πνεύμα θ' ήδιστον τέκνων.
+ Χωρείτε χωρείτ'· ουκέτ' ειμί προσβλέπειν
+ οία τ' ες υμάς, αλλά νικώμαι κακοίς.
+
+Εν τω νεωτέρω θεάτρω ηδύνατό τις μετά πλείστων αιμοβόρων και δοξομανών
+ηρωίδων να παραλληλίση την Λαίδην Μάκβεθ... αλλ' οι τοιούτοι
+παραλληλισμοί δεν ενδιαφέρουσιν ημάς όσον οι προς τας της αρχαιότητος.
+
+
+
+ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ
+ΕΝ ΤΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+
+
+
+ ΕΡΓΑ Δ. ΒΙΚΕΛΑ ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ:
+ ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ. Έκδοσις Γ' ... Δρ. 1.50
+ ΟΘΕΛΛΟΣ...... » » » 1 50
+ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ .... » » » 1.50
+ ΜΑΚΒΕΘ....... » » » 1 50
+ ΑΜΛΕΤΟΣ .... » » » 1.50
+ ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ » » » 1.50
+ ΣΤΙΧΟΙ Έκδοσις νέα ......... » 2. —
+ ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ. Έκδοσις Δ', πολυτελής εις μέγα
+ 8ον μετά 75 εικόνων Θ. Ράλλη » 10 —
+ Έκδοσις απλή 0.80
+ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (Εξηντλημένον)....... » —
+ ΑΠΟ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΟΛΥΜΠΙΑΝ Επιστολαί 2.50
+ προς φίλον
+ ΠΕΡΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ Μελέτη » 3. —
+ Η ΣΥΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ και
+ τα νέα όρια αυτού » 1. —
+ ΔΑΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ εκ των του Άνδερσεν » 1.50
+ Ο ΜΕΓΑΣ ΓΑΛΕΟΤΟΣ. Δράμα Ιωσήφ Ετσεγαράη,
+ μεταφρασθέν εκ του Ισπανικού » 1. —
+ LA GRÈCE ΒΥΖΑΝΤΙΝΕ ΕΤ ΜΟDERNE Essais
+ historiques, Paris Fr. 7.50
+ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...... Δρ. 4. —
+
+
+
+Τιμάται δραχ. 1.50
+
+
+
+Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896 — 1228
+
+***
+
+1) Η διάκρισις εν τω γαλλικώ κειμένω γίνεται μεταξύ των λέξεων
+honneur και point d' honneur.
+
+2) Ο μεταφραστής αρκείται να παρατηρήση, ότι δεν παραδέχεται απάσας
+ενταύθα του συγγραφέως τας ενστάσεις.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Macbeth, by William Shakespeare
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MACBETH ***
+
+***** This file should be named 34434-0.txt or 34434-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/4/4/3/34434/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/34434-0.zip b/34434-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..59ae554
--- /dev/null
+++ b/34434-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..ffb6ae6
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #34434 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34434)