diff options
Diffstat (limited to '36049-h')
| -rw-r--r-- | 36049-h/36049-h.htm | 3490 | ||||
| -rw-r--r-- | 36049-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 75995 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36049-h/images/shape3.png | bin | 0 -> 435 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36049-h/images/shape4.png | bin | 0 -> 573 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36049-h/images/shape5.png | bin | 0 -> 1285 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36049-h/images/shape6.png | bin | 0 -> 581 bytes |
6 files changed, 3490 insertions, 0 deletions
diff --git a/36049-h/36049-h.htm b/36049-h/36049-h.htm new file mode 100644 index 0000000..4f354c7 --- /dev/null +++ b/36049-h/36049-h.htm @@ -0,0 +1,3490 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Strict//EN" + "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-strict.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml" xml:lang="el" lang="el"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<title>Τίμαιος</title> +<style type="text/css"> +<!-- +body {padding-right: 10%; padding-left: 10%;} +div.titlepage {text-align: center; line-height: 2.0; margin-top: 4em;} +p.speaker {text-indent: -2ex;} +div.chaphead {margin: 2em 10%; text-align: left;} +.center {text-align: center;} +.finish {text-align: center; font-size: 1.2em;} +.small {font-size: 90%} +.footnote {margin-left: 10%; margin-right: 10%; font-size: 0.9em; text-indent: -2em;} +.fnsign {vertical-align:baseline; position: relative; + bottom: 0.33em; font-size: .8em; text-decoration: none;} +.tnotes {background-color: #eeeeee; color: #000; + padding-top: .5em; padding-bottom: .5em; + padding-left: 1em; padding-right: 1em; + margin-left: 5%; margin-right: 5%;} +td {padding-left: 1em;} +td.number {text-align: right;} +.illustration {float: right; padding: 2px;} +.sig {text-align: right; padding-right: 2em; margin-bottom: 4em;} +--> +</style> +</head> + +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Timaeus, by Plato + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Timaeus + Volume B + +Author: Plato + +Translator: Paulus Gratsiatos + +Release Date: May 6, 2011 [EBook #36049] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK TIMAEUS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni (txt file) and Andrew Sly (html +file). Book provided by Iason Konstantinides. + + + + + + +</pre> + + +<div class="tnotes"> +<p lang="en">Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +A table of errors has been taken into account. The spelling of the +book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted +to endnotes. Four geometrical shapes referred to in the endnotes, +can be seen only in the html version of the text.</p> + +<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Ο Πίνακας Παροραμάτων έχει ληφθεί υπ' όψη. Κατά τα άλλα +έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των +σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Τέσσερα +γεωμετρικά σχήματα τα οποία αναφέρονται στις σημειώσεις στο +τέλος του βιβλίου μπορεί να τα δει κανείς μόνο στην Html +εκδοχή του κειμένου.</p> +</div> + +<div class="titlepage"> +<img alt="Κάλυμμα" width="450" height="664" src="images/cover.jpg" /> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<p style="font-size:200%">ΠΛΑΤΩΝΟΣ</p> + +<h1>ΤΙΜΑΙΟΣ</h1> + +<p class="small">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ</p> + +<p>ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ</p> + + +<p>ΤΟΜΟΣ<br /> Β</p> + + + +<p>ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</p> +</div> + + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ</p> + +<p>ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<p style="font-size:150%">ΠΛΑΤΩΝΟΣ</p> + +<p style="font-size:150%">ΤΙΜΑΙΟΣ</p> + +<p class="small">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ</p> + +<p>ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ</p> + +<p>ΤΟΜΟΣ<br /> Β</p> + +<p>ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br /> + ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ</p> + +<p class="small">1911</p> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XIX.</h3> + +<p><b>Προ της του κόσμου δημιουργίας ήσαν το ον, ο χώρος και +η γένεσις. Αλλ' εν τω χώρω υπάρχουσι πρώτον τα +τέσσαρα στοιχεία λογικώς ειμή χρονικώς, συγκεχυμένα, +Άνευ είδους και αριθμού, ύστερον όμως διατάσσονται.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Ούτος λοιπόν είναι ο λόγος, τον οποίον εσκέφθην και δύ-</span><br /> +<span class="i0">ναμαι να δώσω περιληπτικώς περί της γνώμης μου, δηλ. ότι</span><br /> +<span class="i0">υπήρχε το ον και ο χώρος και η γένεσις, τρία πράγματα τρι-</span><br /> +<span class="i0">χώς, και πριν ή γεννηθή ο κόσμος<a class="fnsign" href="#n001">(1)</a> και ότι η τροφός της γεν-</span><br /> +<span class="i0">νήσεως, υγραινομένη και πυρουμένη, και δεχομένη τας μορφάς</span><br /> +<span class="i0">της γης και του αέρος και πάσχουσα όλα τα άλλα πάθη, όσα</span><br /> +<span class="i0">ακολουθούσιν εις ταύτα, εφαίνετο ποικίλη κατά την όψιν· αλλ'</span><br /> +<span class="i0">επειδή ήτο πλήρης δυνάμεων μήτε ομοίων μήτε ισορρόπων, εις</span><br /> +<span class="i0">κανέν μέρος της δεν ήτο εις ισορροπίαν, αλλ' όλως ανωμάλως</span><br /> +<span class="i0">ταλαντευομένη εσείετο αύτη υπ' εκείνων και κινουμένη αυτή</span><br /> +<span class="i0">πάλιν έσειεν εκείνα. Ταύτα δε τα πράγματα κινούμενα άλλα εις</span><br /> +<span class="i0">άλλο μέρος, χωριζόμενα πάντοτε μετεφέροντο, όπως εις τον κα-</span><br /> +<span class="i0">θαρισμόν του σίτου σειόμενα και ανεμιζόμενα υπό του κοσκίνου</span><br /> +<span class="i0">και των άλλων οργάνων τα μεν πυκνά και βαρέα μέρη σωρεύον-</span><br /> +<span class="i0">ται εις έν μέρος, τα δε αραιά και ελαφρά φέρονται εις άλλην θέ-</span><br /> +<span class="i0">σιν<a class="fnsign" href="#n002">(2)</a>. Ούτω τότε συνέβη εις τα τέσσαρα γένη εκείνα, σειόμενα</span><br /> +<span class="i0">υπό της δεξαμενής, ενώ αύτη εκινείτο ως όργανον, το οποίον</span><br /> +<span class="i0">προξενεί σεισμόν, τα μεν ανομοιότατα μέρη εχωρίζοντο πολύ με-</span><br /> +<span class="i0">ταξύ των, τα δε ομοιότατα πάλιν συνωθούμενα συνηνούντο. Και</span><br /> +<span class="i0">διά τούτο κατελάμβανον τα μεν χώρον διάφορον παρά τα άλλα,</span><br /> +<span class="i0">πριν ή γεννηθή εξ αυτών τούτο το παν συντεταγμένον.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Και όντως προ τούτου πάντα ευρίσκοντο άνευ λόγου και μέ-</span><br /> +<span class="i0">Β. | τρου· αλλ' ότε ο Θεός επεχείρησε να διακοσμήση το παν,</span><br /> +<span class="i0">πρώτον το πυρ και το ύδωρ και την γην και τον αέρα, τα οποία</span><br /> +<span class="i0">είχον μεν ίχνη τινά αυτών, αλλ' ήσαν εις τοιαύτην κατάστασιν</span><br /> +<span class="i0">εις την οποίαν είναι φυσικόν να ευρίσκηται παν πράγμα, από</span><br /> +<span class="i0">το οποίον λείπει ο Θεός, ταύτα εις τοιαύτην κατάστασιν φυσι-</span><br /> +<span class="i0">κώς όντα τότε, ο Θεός τα εκόσμησε με μορφάς και αριθμούς·</span><br /> +<span class="i0">Το ότι δε ο Θεός συνέστησε τα πράγματα ταύτα κατά τρόπον</span><br /> +<span class="i0">όσον το δυνατόν κάλλιστον και άριστον, ενώ ήσαν εις πολύ διά-</span><br /> +<span class="i0">φορον κατάστασιν, τούτο πρέπει να θεωρήται πάντοτε ως υπο-</span><br /> +<span class="i0">νοούμενον εις τους λόγους ημών περί παντός πράγματος. Τώρα</span><br /> +<span class="i0">δε πρέπει να επιχειρήσω να δηλώσω με λόγον ασυνήθη την διά-</span><br /> +<span class="i0">C. | ταξιν εκάστου και την γένεσιν αυτών. Αλλ' επειδή γνωρι-</span><br /> +<span class="i0">ζετε και τας επιστημονικάς μεθόδους, διά των οποίων είναι αναγ-</span><br /> +<span class="i0">καίον να αποδεικνύωνται τα λεγόμενα, θέλετε με ακολουθήσει.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XX.</h3> +<p><b>Τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, είναι +και αυτά σύνθετα, τα στοιχεία δ' αυτών είναι τριγωνικά +σχήματα απείρως μικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή +ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στερεά, +την πυραμίδα, το οκτάεδρον και το εικοσάεδρον, +τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Πρώτον μεν, ότι το πυρ, η γη, το ύδωρ και ο αήρ είναι σώ-</span><br /> +<span class="i0">ματα, είναι βέβαια γνωστόν εις πάντας. Παν δε είδος σώματος</span><br /> +<span class="i0">πρέπει να έχη και βάθος και στερεότητα<a class="fnsign" href="#n003">(3)</a> και το στερεόν πάλιν</span><br /> +<span class="i0">αναγκαίως περιορίζεται υπό επιπέδων επιφανειών<a class="fnsign" href="#n004">(4)</a>. Αλλ' η επί-</span><br /> +<span class="i0">πεδος και ευθύγραμμος επιφάνεια αποτελείται εκ τριγώνων, τα</span><br /> +<span class="i0">Δ. | δε τρίγωνα πάντα αρχήν έχουσι δύο άλλα έχοντα και το</span><br /> +<span class="i0">έν και το άλλο μίαν γωνίαν ορθήν και δύο οξείας. Εκ τούτων</span><br /> +<span class="i0">δέ τινα (τα ισοσκελή) έχουσιν εκ των δύο μερών ίσον μέρος γω-</span><br /> +<span class="i0">νίας ορθής περιεχομένης υπό πλευρών ίσων, άλλα δε (τα σκα-</span><br /> +<span class="i0">ληνά) έχουσι μέρη άνισα διηρημένα διά πλευρών ανίσων. Ας</span><br /> +<span class="i0">υποθέσωμεν λοιπόν ότι αύτη είναι η αρχή του πυρός και των</span><br /> +<span class="i0">άλλων σωμάτων, προχωρούντες αναγκαίως κατά τον πιθανόν λό-</span><br /> +<span class="i0">γον<a class="fnsign" href="#n005">(5)</a>, διότι τας ανωτέρας αρχάς τούτων γινώσκει μόνος ο Θεός και</span><br /> +<span class="i0">Ε. | εκείνος εκ των ανδρών, όστις είναι φίλος αυτού. Πρέπει λοιπόν</span><br /> +<span class="i0">να είπωμεν ποία είναι τα κάλλιστα εκείνα σώματα, τα οποία δύ-</span><br /> +<span class="i0">νανται να γίνωσι, τα τέσσαρα δηλαδή, ανόμοια μεν μεταξύ των,</span><br /> +<span class="i0">αλλά τινά εξ αυτών ικανά όντα να γεννώνται τα μεν εκ των δε,</span><br /> +<span class="i0">καθόσον ταύτα διαλύονται. Διότι εάν επιτύχωμεν τούτο, θα έχω-</span><br /> +<span class="i0">μεν την αλήθειαν περί γενέσεως της γης και του πυρός και των</span><br /> +<span class="i0">δύο άλλων, τα οποία είναι μέσοι ανάλογοι αυτών. Διότι κατά</span><br /> +<span class="i0">τούτο δεν θα υποχωρήσωμεν εις κανένα, ότι δηλ. δύνανται να</span><br /> +<span class="i0">υπάρχωσί πού σώματα ορατά ωραιότερα από ταύτα, έκαστον εις</span><br /> +<span class="i0">το γένος του. Πρέπει λοιπόν να έχωμεν προθυμίαν, ίνα συναρ-</span><br /> +<span class="i0">μόσωμεν τα τέσσαρα είδη σωμάτων, διαφέροντα κατά την καλ-</span><br /> +<span class="i0">λονήν, και είτα είπωμεν, ότι ικανώς κατελάβομεν την φύσιν</span><br /> +<span class="i0">αυτών.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">54. | Εκ των δύο ειδών τριγώνων το ισοσκελές μίαν μόνην</span><br /> +<span class="i0">έχει φύσιν, το δε σκαληνόν απείρους, πρέπει δε εκ των απείρων</span><br /> +<span class="i0">να προτιμώμεν το κάλλιστον, εάν θέλωμεν να αρχίσωμεν καθώς</span><br /> +<span class="i0">πρέπει. Αν λοιπόν τις δύναται να εκλέξη και να είπη άλλο</span><br /> +<span class="i0">ωραιότερον διά την σύστασιν των σωμάτων τούτων, ούτος ουχί ως</span><br /> +<span class="i0">εχθρός αλλ' ως φίλος νικά. Ημείς δε εκ των πολλών τριγώνων</span><br /> +<span class="i0">θέτομεν έν ως το κάλλιστον, παραλείποντες τα άλλα, εκείνο δηλ.</span><br /> +<span class="i0">εκ του οποίου επαναλαμβανομένου σχηματίζεται τρίτον, ισόπλευ-</span><br /> +<span class="i0">Β. | ρον<a class="fnsign" href="#n006">(6)</a> διατί δε τούτο, ο λόγος είναι μακρός, αλλ' εις εκείνον</span><br /> +<span class="i0">όστις δύναται να αναιρέση τούτο και να εύρη ότι δεν έχει ού-</span><br /> +<span class="i0">τως, ως βραβείον πρόκειται η φιλία ημών. Ας εκλέξωμεν λοιπόν</span><br /> +<span class="i0">δύο τρίγωνα, εκ των οποίων κατεσκευάσθησαν το σώμα του πυρός</span><br /> +<span class="i0">και το των άλλων (στοιχείων), το μεν (να είναι) ισοσκελές, το δε</span><br /> +<span class="i0">άλλο να έχη την μεγαλυτέραν των καθέτων κατά την δύναμιν</span><br /> +<span class="i0">τριπλασίαν της μικροτέρας<a class="fnsign" href="#n007">(7)</a>.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Εκείνο δε, το οποίον πρότερον έχω ειπεί όχι σαφώς, τώρα</span><br /> +<span class="i0">πρέπει καλύτερα να προσδιορίσω. Τα τέσσαρα δηλαδή είδη</span><br /> +<span class="i0">(στοιχεία) μας εφαίνοντο τότε ότι όλα αμοιβαίως εγεννώντο τα</span><br /> +<span class="i0">μεν εκ των δε, αλλά δεν εφανταζόμεθα ορθώς. Διότι γεννώνται</span><br /> +<span class="i0">C. | μεν εκ των τριγώνων, τα οποία εξελέξαμεν, τέσσαρα είδη,</span><br /> +<span class="i0">τα τρία μεν εκ του ενός, το οποίον έχει τας πλευράς ανίσους,</span><br /> +<span class="i0">αλλ' έν μόνον, το τέταρτον, αποτελείται εκ του ισοσκελούς τρι-</span><br /> +<span class="i0">γώνου. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν όλα, διαλυόμενα εις άλληλα να</span><br /> +<span class="i0">γίνωνται εκ πολλών μικρών ολίγα μεγάλα, και αντιστρόφως,</span><br /> +<span class="i0">αλλά μόνα τα τρία πρώτα. Διότι ταύτα, επειδή εγεννήθησαν όλα</span><br /> +<span class="i0">εξ ενός τριγώνου, όταν λυθώσι τα μεγαλύτερα συστήματα (αθροί-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | σματα), πολλά μικρότερα θα συσταθώσι, λαμβάνοντα τας</span><br /> +<span class="i0">καταλλήλους εις αυτά μορφάς, και ούτως, όταν πάλιν τα πολύ</span><br /> +<span class="i0">μικρά χωρισθώσιν εις τρίγωνα, εάν εξ ενός όγκου γίνη μία ενό-</span><br /> +<span class="i0">της, δύναται να αποτελεσθή έν άλλο είδος μέγα<a class="fnsign" href="#n008">(8)</a>. Aρκούσι λοι-</span><br /> +<span class="i0">πόν όσα είπομεν περί της αμοιβαίας γενέσεως του ενός εκ του</span><br /> +<span class="i0">άλλου των ειδών τούτων. Εκείνο δε όπερ ων ακόλουθον εις</span><br /> +<span class="i0">ταύτα πρέπει να είπωμεν, είναι: τι είναι έκαστον είδος, όπερ γί-</span><br /> +<span class="i0">νεται εξ αυτών, και εκ της συμπτώσεως ποίων αριθμών γίνεται.</span><br /> +<span class="i0">Και θα αρχίσωμεν με το είδος το πρώτον και έχον την σμικρο-</span><br /> +<span class="i0">τάτην σύστασιν. Στοιχείον τούτου είναι το τρίγωνον το έχον την</span><br /> +<span class="i0">υποτείνουσαν διπλασίαν της μικροτέρας καθέτου κατά το μήκος,</span><br /> +<span class="i0">συνδυάζοντες δε ανά δύο εκ των τριγώνων τούτων διά της δια-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | γωνίου, και τούτο ποιούντες τρεις φοράς, ούτως ώστε αι δια-</span><br /> +<span class="i0">γώνιοι και αι μικρότεραι κάθετοι να συνενώνται εις έν κοινόν</span><br /> +<span class="i0">σημείον ως εις κέντρον, γίνεται έν ισόπλευρον τρίγωνον εκ των</span><br /> +<span class="i0">έξ τα οποία υπήρχον<a class="fnsign" href="#n009">(9)</a>. Όταν έπειτα συνενωθώσι τέσσαρα τρίγωνα</span><br /> +<span class="i0">55. | ισόπλευρα, ανά τρεις ομού επίπεδοι γωνίαι αποτελούσι μίαν</span><br /> +<span class="i0">στερεάν γωνίαν, κειμένην εφεξής της αμβλυτέρας των επιπέδων</span><br /> +<span class="i0">γωνιών· και επειδή απετελέσθησαν τέσσαρες τοιούτοι συνδυασμοί</span><br /> +<span class="i0">σχηματίζεται ούτω το πρώτον στερεόν είδος<a class="fnsign" href="#n010">(10)</a>, όπερ έχει την ιδιό-</span><br /> +<span class="i0">τητα να διαιρή εις μέρη ίσα και όμοια την όλην επιφάνειαν</span><br /> +<span class="i0">σφαίρας (εις την οποίαν είναι εγγεγραμμένη). Δεύτερον είδος γίνε-</span><br /> +<span class="i0">ται εκ των αυτών τριγώνων, αλλ' ενουμένων εις οκτώ ισόπλευρα</span><br /> +<span class="i0">τρίγωνα, ώστε να αποτελώσι μίαν στερεάν γωνίαν έχουσαν τέσ-</span><br /> +<span class="i0">σαρας επιπέδους γωνίας, και όταν γίνωσιν έξ τοιαύτα, τότε το</span><br /> +<span class="i0">Β. | δεύτερον πάλιν σώμα αποτελείται<a class="fnsign" href="#n011">(11)</a>. Το τρίτον είδος στερεού</span><br /> +<span class="i0">σύγκειται εξ εκατόν είκοσι στοιχείων (τριγώνων) ομού ηνωμένων</span><br /> +<span class="i0">και εκ δώδεκα στερεών γωνιών, των οποίων εκάστη περιέχεται</span><br /> +<span class="i0">υπό πέντε επιπέδων ισοπλεύρων τριγώνων, και έχει ως βάσεις</span><br /> +<span class="i0">(όψεις) είκοσι ισόπλευρα τρίγωνα<a class="fnsign" href="#n012">(12)</a>. Και ούτω το έν εκ των στοι-</span><br /> +<span class="i0">χείων, αφού εγέννησε πάντα ταύτα, εξηντλήθη. Το δε ισοσκελές</span><br /> +<span class="i0">τρίγωνον εγέννησε το τέταρτον είδος σώματος, καθ' όσον ανά</span><br /> +<span class="i0">τέσσαρα ισοσκελή ηνούντο ούτως, ώστε αι ορθαί γωνίαι να συν-</span><br /> +<span class="i0">ενώνται εις το κέντρον και να γεννάται έν τετράγωνον ισόπλευ-</span><br /> +<span class="i0">C. | ρον<a class="fnsign" href="#n013">(13)</a>. Έξ δε τοιαύτα συνενωθέντα αποτελούσιν οκτώ στε-</span><br /> +<span class="i0">ρεάς γωνίας, των οποίων εκάστη συνίσταται από τρεις επιπέδους</span><br /> +<span class="i0">ορθάς· το δε σχήμα του ούτω συναποτελεσθέντος σώματος γίνε-</span><br /> +<span class="i0">ται κυβικόν έχον έξ επιπέδους τετραγώνους ισοπλεύρους βάσεις</span><br /> +<span class="i0">(έδρας)<a class="fnsign" href="#n014">(14)</a>. Προσέτι δε, επειδή υπήρχεν είς πέμπτος συνδυασμός,</span><br /> +<span class="i0">ο Θεός μετεχειρίσθη αυτόν, ίνα κοσμήση το σχήμα του παντός<a class="fnsign" href="#n015">(15)</a>.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXI.</h3> +<p><b>Τα ειρημένα 4 στερεά συνδυαζόμενα γεννώσι τα 4 στοιχειώδη +σώματα. Η μεν γη σύγκειται εκ κύβων, το ύδωρ +εξ εικοσαέδρων, ο αήρ εξ οκταέδρων και το πυρ εκ τριγωνικών +πυραμίδων. Όθεν τα σωμάτια του πυρός είναι +τα οξύτατα, τμητικώτατα, ευκινητότατα και κουφότατα +σχετικώς προς τα των άλλων, τα της γης δε είναι τα +μέγιστα, αμβλύτατα, βαρύτατα και δυσκινητότατα.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Εάν δε τις ταύτα πάντα ακριβώς αναλογιζόμενος απορή αν</span><br /> +<span class="i0">πρέπη να λέγη ότι οι κόσμοι είναι άπειροι, ή ότι έχουσι πέρας,</span><br /> +<span class="i0">το δόγμα ότι είναι άπειροι δύναται να το θεωρή αληθώς ότι εί-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | ναι γνώμη ανθρώπου απείρου (αμαθούς) εις πράγματα εις</span><br /> +<span class="i0">τα οποία οφείλει να είναι έμπειρος. Αλλά, αν πρέπη να λέγη</span><br /> +<span class="i0">ότι όντως ούτοι εγεννήθησαν είς ή πέντε, επιμείνας εις τούτο,</span><br /> +<span class="i0">μάλλον ευλόγως δύναται να απορή. Η γνώμη όμως ημών είναι</span><br /> +<span class="i0">ότι κατά πάντα ορθόν λόγον είς μόνος κόσμος εγεννήθη, άλλος</span><br /> +<span class="i0">όμως αποβλέπων εις άλλα, θα έχη ίσως διάφορον γνώμην.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Αλλ' ας αφήσωμεν τούτον, και ας διανείμωμεν τα είδη, τα</span><br /> +<span class="i0">οποία εύρομεν διά του λόγου, εις πυρ, γην, ύδωρ και αέρα. Και</span><br /> +<span class="i0">εις την γην ας δώσωμεν το κυβικόν σχήμα, διότι αύτη είναι εκ</span><br /> +<span class="i0">Ε. | των τεσσάρων ειδών η μάλλον ευκίνητος και εξ όλων των</span><br /> +<span class="i0">σωμάτων η μάλλον εύπλαστος, και τοιούτο προ πάντων πρέπει</span><br /> +<span class="i0">να είναι εκείνο, όπερ έχει τας βάσεις ασφαλεστάτας. Διότι εκ των</span><br /> +<span class="i0">κατ' αρχάς υποτεθέντων τριγώνων φύσει ασφαλεστέρα είναι η</span><br /> +<span class="i0">βάσις των εχόντων δύο πλευράς ίσας παρά την βάσιν των εχόν-</span><br /> +<span class="i0">των αυτάς ανίσους, και εκ των επιφανειών, αίτινες αποτελούνται</span><br /> +<span class="i0">εκ του ενός και εκ του άλλου, το ισόπλευρον τετράγωνον είναι</span><br /> +<span class="i0">κατ' ανάγκην σταθερώτερον του ισοπλεύρου τριγώνου και κατά</span><br /> +<span class="i0">τα μέρη και κατά το όλον. Διό αποδίδοντες τούτο εις την γην</span><br /> +<span class="i0">56. | διατηρούμεν την πιθανότητα του λόγου· εις το ύδωρ δε</span><br /> +<span class="i0">έπειτα (ας δώσωμεν) το σχήμα, όπερ εκ των υπολοίπων είναι το</span><br /> +<span class="i0">μάλλον δυσκίνητον, εις δε το πυρ το ευκινητότατον πάντων, και</span><br /> +<span class="i0">εις τον αέρα το μέσον σχήμα· και το σμικρότατον σώμα ας δώ-</span><br /> +<span class="i0">σωμεν εις το πυρ, το μέγιστον εις το ύδωρ και το μέσον εις τον</span><br /> +<span class="i0">αέρα, και ακόμη το μεν οξύτατον εις το πυρ, το δεύτερον (μετά</span><br /> +<span class="i0">το πυρ) εις τον αέρα και το τρίτον εις το ύδωρ. Εξ όλων λοιπόν</span><br /> +<span class="i0">Β. | τούτων το έχον τας ολιγωτέρας βάσεις αναγκαίως είναι το</span><br /> +<span class="i0">μάλλον ευκίνητον, διότι εξ όλων είναι πανταχόθεν το μάλλον</span><br /> +<span class="i0">κοπτικόν και οξύ, και προσέτι το ελαφρότατον, διότι αποτελείται</span><br /> +<span class="i0">εξ ολιγίστου αριθμού των αυτών μερών· το δε ερχόμενον δεύτε-</span><br /> +<span class="i0">ρον πρέπει να έχη τας αυτάς ιδιότητας εις δεύτερον βαθμόν,</span><br /> +<span class="i0">και το τρίτον εις τρίτον βαθμόν. Λοιπόν συμφώνως με τον ορθόν</span><br /> +<span class="i0">λόγον και τον πιθανόν, το στερεόν το λαβόν το σχήμα της πυ-</span><br /> +<span class="i0">ραμίδος είναι το στοιχείον και το σπέρμα του πυρός, και το</span><br /> +<span class="i0">δεύτερον κατά την γέννησιν (το κανονικόν οκτάεδρον) ας το εί-</span><br /> +<span class="i0">πωμεν του αέρος, και το τρίτον (το κανονικόν εικοσάεδρον) του</span><br /> +<span class="i0">ύδατος. Πάντα λοιπόν ταύτα πρέπει να τα συλλαμβάνωμεν με</span><br /> +<span class="i0">C. | την διάνοιαν τόσον σμικρά, ώστε έν έκαστον εξ εκάστου εί-</span><br /> +<span class="i0">δους μόνον μας είναι όλως αόρατον και όταν πολλά αυτών</span><br /> +<span class="i0">συναθροισθώσιν εις έν τότε φαίνεται η μάζα αυτών. Και ως</span><br /> +<span class="i0">προς τας αναλογίας εις τας ποσότητας και τας κινήσεις και</span><br /> +<span class="i0">τας άλλας δυνάμεις πάσας πρέπει να νοώμεν ότι ο Θεός, καθ'</span><br /> +<span class="i0">ίσον του φυσικού νόμου η ανάγκη εκουσίως και πειθομένη υπε-</span><br /> +<span class="i0">χώρει εις αυτόν, κατά τόσον, αφού πανταχού ακριβώς τας απε-</span><br /> +<span class="i0">τέλεσε, τας συνήρμοσε λογικώς.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXII.</h3> +<p><b>Μεταμορφώσεις των τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων εις +άλληλα. Σωμάτιον ύδατος (20εδρον) δύναται να δώση +δύο αέρος (8εδρα) και έν πυρός (4εδρον). Έν αέρος +αποτελεί δύο πυρός κ.λ. Ανάπαλιν εκ πυρός γίνεται +αήρ και εξ αέρος ύδωρ. Αι μεταμορφώσεις αύται φέρουσι +μεταβολήν θέσεως. Εκ της μίξεως των στοιχείων +γεννώνται τα διάφορα ορατά σώματα.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Εκ πάντων όσα προείπομεν περί των τεσσάρων ειδών τού-</span><br /> +<span class="i0">των, ιδού πώς κατά μεγίστην πιθανότητα δύνανται να έχωσι</span><br /> +<span class="i0">Δ. | ταύτα. Η γη ερχομένη εις συνάντησιν με το πυρ και διαλυ-</span><br /> +<span class="i0">θείσα υπό της οξύτητος αυτού διασκορπίζεται, είτε διαλυομένη</span><br /> +<span class="i0">τυχόν εις αυτό το πυρ είτε εις την μάζαν του αέρος είτε εις την</span><br /> +<span class="i0">του ύδατος· έως ου τα μέρη αυτής τα τυχόν ευρεθέντα ομού εις</span><br /> +<span class="i0">μέρος τι συναρμοσθώσι μεταξύ των και ούτω γίνη πάλιν γη.</span><br /> +<span class="i0">Διότι βεβαίως δεν δύναταί ποτε η γη να μεταβή εις άλλο είδος.</span><br /> +<span class="i0">Το ύδωρ όμως διαιρεθέν υπό του πυρός ή και υπό του αέρος,</span><br /> +<span class="i0">δυνάμεθα να δεχθώμεν ότι γίνεται ανασυνιστώμενον<a class="fnsign" href="#n016">(16)</a> έν σώμα</span><br /> +<span class="i0">πυρός και δύο αέρος. Ως προς τα τμήματα δε του αέρος, εξ ενός</span><br /> +<span class="i0">Ε. | μέρους αυτών, όταν διαλυθή, δύνανται να γίνωσι δύο σώ-</span><br /> +<span class="i0">ματα πυρός. Και ανάπαλιν, όταν ολίγον πυρ περιλαμβανόμενον</span><br /> +<span class="i0">υπό πολλού αέρος ή ύδατος ή γης τινος, παρασυρόμενον υπό</span><br /> +<span class="i0">της κινήσεως αυτών και νικηθέν εις την μάχην, θραυσθή, δύο</span><br /> +<span class="i0">σώματα πυρός δύνανται να συντεθώσιν εις έν μόνον είδος αέρος·</span><br /> +<span class="i0">και όταν ο αήρ νικηθή και κατακερματισθή, εκ δύο όλων και</span><br /> +<span class="i0">ενός ημίσεος αυτού, αποτελεσθή έν όλον συμπαγές ύδατος. Τω</span><br /> +<span class="i0">57. | όντι, ας εξετάσωμεν αυτά πάλιν κατά τον ακόλουθον τρό-</span><br /> +<span class="i0">πον: Όταν έν είδος εκ των άλλων περιεχόμενων εντός του πυρός</span><br /> +<span class="i0">κόπτηται υπ' αυτού διά της οξύτητος των γωνιών και των πλευ-</span><br /> +<span class="i0">ρών του, μεταβαίνον ως προς την σύστασίν του εις την φύσιν</span><br /> +<span class="i0">του πυρός παύει πλέον από του να κόπτηται. Διότι έκαστον εί-</span><br /> +<span class="i0">δος, όμοιον ον και ταυτόν προς εαυτό, δεν είναι δυνατόν ούτε να</span><br /> +<span class="i0">επιφέρη μεταβολήν ούτε να πάθη τι υπό είδους ίσου και ομοίου</span><br /> +<span class="i0">προς αυτό<a class="fnsign" href="#n017">(17)</a>. Εν όσω όμως έν είδος μεταβαίνει εις άλλο, και</span><br /> +<span class="i0">ασθενέστερον ον μάχεται κατά ισχυροτέρου, δεν παύει από του</span><br /> +<span class="i0">να διαλύηται. Αλλ' όταν τα μικρότερα είδη, ολίγα όντα, περι-</span><br /> +<span class="i0">κλεισμένα εντός των μεγαλυτέρων, πολλών όντων σβύνωνται</span><br /> +<span class="i0">θραυόμενα, εάν μεν θέλωσι να έλθωσιν εις το είδος του νικήσαν-</span><br /> +<span class="i0">τος αυτά, παύουσιν από του να σβύνωνται και εκ του πυρός γί-</span><br /> +<span class="i0">Β. | νεται αήρ, εκ δε του αέρος γίνεται ύδωρ. Αν όμως κινών-</span><br /> +<span class="i0">ται κατ' αυτού (του ισχυροτέρου)<a class="fnsign" href="#n018">(18)</a> και αν έν από τα άλλα είδη</span><br /> +<span class="i0">συνδραμόν συμπολεμή, δεν παύουσιν από του να διαλύωνται</span><br /> +<span class="i0">πριν ή ολοσχερώς απωθούμενα και διαλελυμένα καταφύγωσιν</span><br /> +<span class="i0">εις το είδος της φύσεώς των, ή αφού νικηθώσι και γίνωσιν εκ</span><br /> +<span class="i0">πολλών έν μόνον πράγμα όμοιον προς το νικήσαν, μείνωσιν ίνα</span><br /> +<span class="i0">κατοικώσι μετ' αυτού. Και βεβαίως διά τα παθήματα ταύτα έκα-</span><br /> +<span class="i0">C. | στον των ειδών τούτων μεταβάλλει τόπον<a class="fnsign" href="#n019">(19)</a>. Διότι ο (αρχικός)</span><br /> +<span class="i0">όγκος εκάστου είδους είναι αποχωρισμένος των άλλων εις ιδιαίτε-</span><br /> +<span class="i0">ρον τόπον ένεκα της κινήσεως του περιέχοντος αυτά χώρου, και</span><br /> +<span class="i0">εκείνα, άπερ εκάστοτε γίνονται ανόμοια προς εαυτά, όμοια δε</span><br /> +<span class="i0">προς άλλα, μεταφέρονται υπό του σεισμού εις τον τόπον εκείνων,</span><br /> +<span class="i0">με τα οποία ήθελον ομοιωθή.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Όσα λοιπόν είναι άκρατα (απλά) και πρώτα σώματα όλα</span><br /> +<span class="i0">έγιναν διά τοιούτων αιτίων. Ότι δε εις τα γένη αυτών άλλα</span><br /> +<span class="i0">είδη εγεννήθησαν, τούτου την αιτίαν πρέπει ν' αποδώσωμεν</span><br /> +<span class="i0">εις την σύστασιν εκάστου των δύο στοιχείων<a class="fnsign" href="#n020">(20)</a>· διότι, δι' εκάστην</span><br /> +<span class="i0">Δ. | σύστασιν δεν παρήχθη κατ' αρχάς το τρίγωνον με έν μόνον</span><br /> +<span class="i0">μέγεθος, αλλά έγιναν και μεγαλύτερα και μικρότερα, τοσαύτα δε</span><br /> +<span class="i0">τον αριθμόν, όσα δύνανται να είναι τα είδη εις τα γένη<a class="fnsign" href="#n021">(21)</a>. Τοιου-</span><br /> +<span class="i0">τοτρόπως αναμιγνυόμενα ταύτα προς εαυτά και μεταξύ των είναι</span><br /> +<span class="i0">άπειρα κατά την ποικιλίαν, της οποίας πρέπει να γίνωσι θεωροί</span><br /> +<span class="i0">οι μέλλοντες να είπωσιν ορθά περί της φύσεως.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIII.</h3> +<p><b>Η κίνησις και η στάσις. Αίτια κινήσεως η ανομοιότης και +η ανισότης (διαφορά). Το σύμπαν κυκλοτερές ον σφίγγει +τα σώματα και ουδαμού αφίνει κενόν. Συνοχή σωμάτων. +Η κίνησις είναι αδιάλειπτος.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Περί κινήσεως όμως και ηρεμίας, με ποίον τρόπον και διά</span><br /> +<span class="i0">ποίας αιτίας γίνονται, εάν δεν συμφωνήσωμεν πρώτον, πολλά</span><br /> +<span class="i0">θα υπάρξωσιν εμπόδια εις τους επομένους συλλογισμούς. Τινά</span><br /> +<span class="i0">Ε. | μεν περί αυτών έχομεν ήδη είπει· αλλ' εκτός εκείνων</span><br /> +<span class="i0">θα είπωμεν και ταύτα: ότι όπου υπάρχει ομαλότης (το ομοιό-</span><br /> +<span class="i0">μορφον) δεν δύναται να υπάρχη κίνησις. Διότι πράγμα μέλλον</span><br /> +<span class="i0">να κινηθή χωρίς το μέλλον να κινήση ή πράγμα μέλλον να κι-</span><br /> +<span class="i0">νήση χωρίς το μέλλον να κινηθή είναι δύσκολον ή μάλλον αδύ-</span><br /> +<span class="i0">νατον. Λοιπόν άνευ των δύο τούτων κίνησις δεν υπάρχει· ταύτα</span><br /> +<span class="i0">δε να είναι όμοια είναι αδύνατον<a class="fnsign" href="#n022">(22)</a>. Ούτω πάντοτε την ηρεμίαν</span><br /> +<span class="i0">ας ανάγωμεν εις την ομαλότητα, την δε κίνησιν εις την ανωμα-</span><br /> +<span class="i0">58 | λίαν (διαφοράν). Η ανισότης δε πάλιν είναι αιτία της ανω-</span><br /> +<span class="i0">μαλίας. Και της μεν ανισότητος εξητάσαμεν<a class="fnsign" href="#n023">(23)</a> την γένεσιν.</span><br /> +<span class="i0">Αλλά πώς άρα γε δεν συμβαίνει ώστε χωρισθέντα ταύτα κατά</span><br /> +<span class="i0">τα είδη αυτών έκαστα να παύσωσιν από του να κινώνται και</span><br /> +<span class="i0">να μεταφέρωνται τα μεν διά των δε, ταύτα δεν έχομεν είπει.</span><br /> +<span class="i0">Λοιπόν πάλιν θα είπωμεν ούτως: Η περιφορά του σύμπαντος</span><br /> +<span class="i0">αφού περιέλαβεν εις εαυτήν τα ειρημένα γένη, επειδή είναι κυ-</span><br /> +<span class="i0">κλική κατά την μορφήν και έχει την φυσικήν τάσιν να επανέρχη-</span><br /> +<span class="i0">ται εις εαυτήν, συσφίγγει πάντα τα πράγματα και δεν αφίνει να</span><br /> +<span class="i0">μένη τόπος κενός ουδείς. Διά τούτο προ πάντων το πυρ εισδύει</span><br /> +<span class="i0">Β. | εις όλα τα πράγματα και κατά δεύτερον λόγον ο αήρ, καθό</span><br /> +<span class="i0">φύσει δεύτερος κατά την λεπτότητα, και τα άλλα είδη κατά τον</span><br /> +<span class="i0">αυτόν τρόπον. Διότι όσα έγιναν εκ μερών μεγίστων αφίνουσι</span><br /> +<span class="i0">μέγιστον κενόν εις την σύστασιν αυτών, τα δε σμικρότατα ελά-</span><br /> +<span class="i0">χιστον. Όθεν η κίνησις της συμπυκνώσεως ωθεί τα μικρά εις</span><br /> +<span class="i0">τα κενά των μεγάλων<a class="fnsign" href="#n024">(24)</a>. Όταν λοιπόν τα μικρά τίθενται πλη-</span><br /> +<span class="i0">σίων των μεγάλων, και τα μεν σμικρά χωρίζωσι τα μεγάλα,</span><br /> +<span class="i0">τα δε μεγάλα συμπιέζωσι τα μικρά, όλα άνω-κάτω μεταφέρον-</span><br /> +<span class="i0">ται εις τους ιδιαιτέρους αυτών τόπους. Διότι έκαστον μεταβάλ-</span><br /> +<span class="i0">C | λον το μέγεθος μεταβάλλει και τον τόπον, εν ω ίσταται.</span><br /> +<span class="i0">Ούτω και διά τους λόγους τούτους η γέννησις της ανωμαλίας,</span><br /> +<span class="i0">διατηρουμένη πάντοτε, παράγει την συνεχή κίνησιν των στοι-</span><br /> +<span class="i0">χείων τούτων, ήτις είναι και θα είναι αδιακόπως.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIV.</h3> +<p><b>Τα διάφορα γένη ή ποιότητες του πυρός — του αέρος — και +του ύδατος (Χημεία)</b>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Μετά ταύτα πρέπει να έχωμεν κατά νουν ότι πολλά είδη</span><br /> +<span class="i0">πυρός υπάρχουσιν, ως η φλοξ και εκείνο όπερ απορρέει εκ της</span><br /> +<span class="i0">φλογός και όπερ δεν καίει μεν, αλλά δίδει φως εις τους οφθαλ-</span><br /> +<span class="i0">μούς, και εκείνο όπερ εκ του πυρός μένει εις τα διάπυρα σώ-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | ματα, όταν η φλοξ σβεσθή<a class="fnsign" href="#n025">(25)</a>. Κατά τον αυτόν τρόπον εις τον</span><br /> +<span class="i0">αέρα υπάρχει το καθαρώτατον μέρος ονομαζόμενον αιθήρ, και</span><br /> +<span class="i0">το θολερώτατον καλούμενον νέφος και σκότος, και άλλα είδη</span><br /> +<span class="i0">χωρίς όνομα, τα οποία εγεννήθησαν διά την ανισότητα των τρι-</span><br /> +<span class="i0">γώνων. Τα δε είδη του ύδατος είναι κατά πρώτον δύο, το υγρόν</span><br /> +<span class="i0">και το χυτόν<a class="fnsign" href="#n026">(26)</a>. Το μεν υγρόν, επειδή σύγκειται εκ μερών</span><br /> +<span class="i0">ύδατος σμικρών και ανίσων, είναι κινητόν υφ' εαυτού και</span><br /> +<span class="i0">υπ' άλλου, ένεκα της ανωμαλίας του και των ιδιοτήτων του</span><br /> +<span class="i0">Ε. | σχήματός του. Το άλλο όμως, επειδή αποτελείται εκ με-</span><br /> +<span class="i0">ρών μεγάλων και ίσων, ον στασιμώτερον του πρώτου και βαρύ,</span><br /> +<span class="i0">είναι συμπαγές ένεκα της ομαλότητός του, αλλ' υπό την ενέρ-</span><br /> +<span class="i0">γειαν του πυρός, το οποίον διαπερά και διαλύει αυτό, απο-</span><br /> +<span class="i0">βάλλον το ομοιόμορφον αυτού αποκτά περισσοτέραν κίνησιν, και</span><br /> +<span class="i0">επειδή γίνεται ευκίνητον, ωθείται υπό του πλησίον αέρος και</span><br /> +<span class="i0">εκτείνεται επί της γης, και <b>τήξις</b> μεν η διάλυσις της μάζης</span><br /> +<span class="i0">του, <b>ροή</b> δε η επί της γης διάχυσις αυτού ωνομάσθησαν, έκα-</span><br /> +<span class="i0">59. | στον των παθών τούτων. Και πάλιν, όταν εξέρχηται εξ αυ-</span><br /> +<span class="i0">τού το πυρ, επειδή τούτο δεν μεταβαίνει εις το κενόν, ο πλησίον</span><br /> +<span class="i0">αήρ, ωθούμενος υπ' αυτού και ωθών τον υγρόν όγκον, ακόμη</span><br /> +<span class="i0">ευκίνητον όντα, εις τους τόπους τους οποίους αφήκε κενούς το</span><br /> +<span class="i0">πυρ, τον συμπιέζει εις εαυτόν· ούτος δε (ο υγρός όγκος) διά της</span><br /> +<span class="i0">πιέσεως επανακτών την ομαλότητα αυτού, διότι απήλθε το πυρ,</span><br /> +<span class="i0">το αίτιον της ανωμαλίας, γίνεται ως πρότερον ο αυτός προς εαυ-</span><br /> +<span class="i0">τόν. Και η μεν αποχώρησις του πυρός ωνομάσθη <b>ψύξις</b>, η δε</span><br /> +<span class="i0">μετά την αποχώρησιν τούτου συμπύκνωσις ωνομάσθη <b>πήξις</b>.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Εξ όλων δε τούτων, όσα ωνομάσαμεν χυτά ύδατα, εκείνο το</span><br /> +<span class="i0">Β. | οποίον, επειδή γίνεται εκ λεπτοτάτων και ομαλωτάτων με-</span><br /> +<span class="i0">ρών, είναι το πυκνότατον, έν απλούν είδος μετέχον χρώματος στιλ-</span><br /> +<span class="i0">πνού και ξανθού, απόκτημα πολυτιμότατον, είναι ο <b>χρυσός</b>, όσ-</span><br /> +<span class="i0">τις γίνεται στερεός, διότι υπέστη διήθησιν διά μέσου πέτρας.</span><br /> +<span class="i0">Και ο όζος του χρυσού, όστις διά την πυκνότητα αυτού είναι</span><br /> +<span class="i0">σκληρότατος και μελανός το χρώμα, ωνομάσθη <b>αδάμας</b><a class="fnsign" href="#n027">(27)</a>. Εκείνο</span><br /> +<span class="i0">δε ου τα μέρη είναι μικρά ως τα του χρυσού, αλλ' έχει είδη</span><br /> +<span class="i0">πλείω του ενός, είναι δε και πυκνότερον του χρυσού, και</span><br /> +<span class="i0">C. | έχει ολίγον και λεπτόν μέρος γης, ώστε να είναι σκλη-</span><br /> +<span class="i0">ρότερον, αλλά επειδή έχει εντός εαυτού μεγάλα διαλείμματα,</span><br /> +<span class="i0">είναι ελαφρότερον, τούτο είναι έν είδος εκ των λαμπρών και</span><br /> +<span class="i0">συμπιεστών υδάτων και στερεοποιηθέν αποτελεί τον <b>χαλκόν</b>.</span><br /> +<span class="i0">Το δε μέρος της γης το μιχθέν μετ' αυτού, όταν και τα δύο πα-</span><br /> +<span class="i0">λαιούμενα αποχωρίζωνται πάλιν απ' αλλήλων, γινόμενον φανε-</span><br /> +<span class="i0">ρόν ως υπάρχον καθ' εαυτό λέγεται ιός (σκωρία). Περί δε των</span><br /> +<span class="i0">άλλων, εκ των τοιούτων ουδόλως είναι δύσκολον να εξηγηθή</span><br /> +<span class="i0">τις ακόμη, ακολουθών την πιθαναλογίαν διά της οποίας, (όταν</span><br /> +<span class="i0">Δ. | χάριν αναπαύσεως αφίνη τους λόγους περί των αιωνίων</span><br /> +<span class="i0">όντων και προσέχων εις τους πιθανούς λόγους περί εκείνου,</span><br /> +<span class="i0">όπερ γίνεται, αποκτά ηδονήν αμεταμέλητον), δύναται να εύρη</span><br /> +<span class="i0">παιδιάν μεμετρημένην και φρόνιμον εν τη ζωή του. Ούτω</span><br /> +<span class="i0">δε και ημείς τώρα ομοίως οδηγούμενοι, ως πρότερον, θα εκθέ-</span><br /> +<span class="i0">σωμεν περί των πραγμάτων τούτων τας εξής πιθανότητας τοιου-</span><br /> +<span class="i0">τοτρόπως.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Το ύδωρ, αναμιχθέν με το πυρ, όσον είναι λεπτόν και υγρόν</span><br /> +<span class="i0">(και διά την κίνησιν και τον δρόμον, τον οποίον λαμβάνει κυλιό-</span><br /> +<span class="i0">μενον επί της γης, λέγεται <b>υγρόν</b>), και μαλακόν συνάμα, διότι</span><br /> +<span class="i0">αι βάσεις αυτού, ούσαι ολιγώτερον στερεαί παρά τας βάσεις της</span><br /> +<span class="i0">γης, ευκόλως υποχωρούσι, τούτο (το ύδωρ), όταν αποχωρισθέν</span><br /> +<span class="i0">Ε. | από του πυρός και από του αέρος μείνη μόνον, γίνεται</span><br /> +<span class="i0">ομαλώτερον και διά την αποχώρησιν εκείνην συνωθείται εις</span><br /> +<span class="i0">εαυτό· και τοιουτοτρόπως πυκνωθέν, εκείνο όπερ πάσχει τούτο</span><br /> +<span class="i0">εις μέγαν βαθμόν υπεράνω της γης λέγεται <b>χάλαζα</b>, το δε επί</span><br /> +<span class="i0">της γης παθόν τούτο ονομάζεται <b>κρύσταλλος</b> (πάγος), το δε πα-</span><br /> +<span class="i0">θόν εις ολιγώτερον βαθμόν και κατά το ήμισυ μόνον πηχθέν,</span><br /> +<span class="i0">τούτο, αν είναι υπεράνω της γης, καλείται <b>χιών</b>, και εάν πυ-</span><br /> +<span class="i0">κνωθή επί της γης και γεννάται εκ της δρόσου, λέγεται <b>πάχνη</b>.</span><br /> +<span class="i0">Αι δε πολυάριθμοι ποιότητες ύδατος, αι οποίαι είναι ανάμικτοι</span><br /> +<span class="i0">60. | μεταξύ των και διυλίζονται διά των φυτών της γης όλαι</span><br /> +<span class="i0">ομού λέγονται <b>χυμοί</b>. Ούτοι δε, ένεκα των αναμίξεων, επειδή εί-</span><br /> +<span class="i0">ναι έκαστος διάφορος του άλλου, οι μεν περισσότεροι απετέλε-</span><br /> +<span class="i0">σαν ανώνυμα είδη, τέσσαρα όμως, τα οποία περιέχουσι πυρ,</span><br /> +<span class="i0">επειδή ήσαν μάλλον προφανή, έλαβον ίδια ονόματα· και το μεν</span><br /> +<span class="i0">δυνάμενον να θερμαίνη την ψυχήν άμα και το σώμα είναι ο οί-</span><br /> +<span class="i0">νος· το δε άλλο, το οποίον είναι λείον και ικανόν να διαστέλλη</span><br /> +<span class="i0">την όρασιν και διά τούτο, είναι λαμπρόν κατά την όψιν και φαί-</span><br /> +<span class="i0">νεται στιλπνόν και παχύ είναι το <b>ελαιώδες</b> είδος, ήτοι η <b>πίσσα</b>,</span><br /> +<span class="i0">Β. | ο χυμός της <b>ρητίνης</b>, αυτό το <b>έλαιον</b> και όσοι άλλοι χυμοί</span><br /> +<span class="i0">είναι της αυτής φύσεως. Εκείνο δε το είδος, το οποίον είναι δια-</span><br /> +<span class="i0">χυτικόν όσον το επιτρέπει η φύσις του οργανισμού του στόματος,</span><br /> +<span class="i0">και διά της ιδιότητος ταύτης παράγει την γλυκύτητα, έλαβεν εν</span><br /> +<span class="i0">γένει το όνομα <b>μέλι</b>· και εκείνο, όπερ διαλύει με την καυστικό-</span><br /> +<span class="i0">τητα αυτού τας σάρκας και κάμνει αφρόν και καλώς διακρίνεται</span><br /> +<span class="i0">από όλους τους άλλους χυμούς, ωνομάσθη <b>οπός</b>.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXV.</h3> +<p><b>Τα διάφορα είδη ή ποιότητες της γης.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Εκ δε των ειδών της γης το μεν καθαρισθέν διά μέσου του</span><br /> +<span class="i0">ύδατος γίνεται λίθινον σώμα κατά τον εξής τρόπον. Το ύδωρ</span><br /> +<span class="i0">το αναμεμιγμένον μετ' αυτής, όταν εις την μίξιν κατατμηθή,</span><br /> +<span class="i0">μεταβάλλεται εις μορφήν αέρος, και όταν γίνη αήρ τρέχει επάνω</span><br /> +<span class="i0">C | εις τον τόπον αυτού. Επειδή δε δεν υπάρχει κανέν κενόν</span><br /> +<span class="i0">πέριξ, τον μεν πλησίον αέρα απωθεί, ούτος δε, επειδή είναι βα-</span><br /> +<span class="i0">ρύς ωθούμενος και διαχεόμενος πέριξ της μάζης της γης, θλί-</span><br /> +<span class="i0">βει αυτήν σφοδρώς και την σπρώχνει εις τους τόπους, οπόθεν εί-</span><br /> +<span class="i0">χεν εξέλθει ο νεωστί σχηματισθείς αήρ. Συμπιεσθείσα έπειτα</span><br /> +<span class="i0">υπό του αέρος η γη γίνεται μετά του ύδατος, όπερ δεν δύναται</span><br /> +<span class="i0">πλέον να διαλυθή, <b>πέτρα</b>, ωραιοτέρα μεν εκείνη, ήτις αποτελου-</span><br /> +<span class="i0">μένη εκ μερών ίσων και ομοιομόρφων είναι διαφανής, ασχημο-</span><br /> +<span class="i0">τέρα δε η εναντίας έχουσα ιδιότητας. Εκείνη όμως, ήτις υπό της</span><br /> +<span class="i0">ταχύτητος του πυρός εστερήθη πάσης υγρασίας και συνεπυκνώθη</span><br /> +<span class="i0">εις σώμα ξηρότερον του πρώτου, γίνεται εκείνο, το οποίον ωνομά-</span><br /> +<span class="i0">D. | σαμεν κέραμον. Ενίοτε δε, όταν απομείνη υγρασία, η γη,</span><br /> +<span class="i0">επειδή εχύθη διά του πυρός, όταν ψυχθή, γίνεται ο λίθος ο έχων</span><br /> +<span class="i0">χρώμα μέλαν. Εκ των δύο δε τούτων, τα οποία τοιουτοτρόπως</span><br /> +<span class="i0">γυμνούνται μεγάλης ποσότητος ύδατος, όπερ ήτο ανάμικτον</span><br /> +<span class="i0">μετ' αυτών, και αποτελούνται εκ μερών γης λεπτοτέρων και είναι</span><br /> +<span class="i0">αλμυρά, όταν η πήξις αυτών γίνη κατά το ήμισυ και είναι</span><br /> +<span class="i0">ταύτα ακόμη διαλυτά υπό του ύδατος σχηματίζεται το νίτρον, το</span><br /> +<span class="i0">οποίον είναι ικανόν να καθαρίζη (από) το έλαιον και την γην, και</span><br /> +<span class="i0">προσέτι εκείνο, όπερ τόσον καλώς προσαρμόζεται εις τα αρτύ-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | ματα διά την αίσθησιν του στόματος, το σώμα των αλάτων,</span><br /> +<span class="i0">το οποίον είναι τόσον προσφιλές εις τους θεούς, καθώς λέγει ο</span><br /> +<span class="i0">νόμος<a class="fnsign" href="#n028">(28)</a>. Τα δε σύνθετα, εκ των δύο ειδών (γης και ύδατος), τα</span><br /> +<span class="i0">οποία υπό μεν του ύδατος δεν είναι διαλυτά, είναι όμως υπό του</span><br /> +<span class="i0">πυρός, συμπηγνύονται τοιουτοτρόπως διά τον εξής λόγον. Όγ-</span><br /> +<span class="i0">κους γης<a class="fnsign" href="#n029">(29)</a> δεν διαλύει ούτε το πυρ ούτε ο αήρ, διότι, επειδή</span><br /> +<span class="i0">ταύτα αποτελούνται από μέρη φύσει μικρότερα των κενών της</span><br /> +<span class="i0">συστάσεως της γης και μεταβαίνουσιν άνευ βίας διά μέσου πολ-</span><br /> +<span class="i0">λής ευρυχωρίας, αφίνουσιν αδιάλυτον και δεν τήκουσιν αυτήν.</span><br /> +<span class="i0">Αλλά τα μέρη του ύδατος, επειδή είναι φύσει μεγαλύτερα, ευ-</span><br /> +<span class="i0">61. | ρίσκοντα διά βίας έξοδον, διαλύουσι και τήκουσιν αυτήν.</span><br /> +<span class="i0">Την γην λοιπόν, ήτις δεν είναι συμπαγής, μόνον το ύδωρ δύνα-</span><br /> +<span class="i0">ται τοιουτοτρόπως να διαλύση διά της βίας, αλλ' όταν είναι συμ-</span><br /> +<span class="i0">παγής ουδέν άλλο την διαλύει πλην του πυρός, διότι εις ουδέν</span><br /> +<span class="i0">άλλο απομένει είσοδος εκεί παρά εις το πυρ. Και πάλιν την πύ-</span><br /> +<span class="i0">κνωσιν του ύδατος, όταν είναι βιαιοτάτη, μόνον το πυρ, όταν δε</span><br /> +<span class="i0">είναι ασθενεστέρα και τα δύο, πυρ και αήρ την διαλύουσιν, ο μεν</span><br /> +<span class="i0">αήρ εισερχόμενος εις τα κενά, το δε πυρ και εις τα στοιχειώδη</span><br /> +<span class="i0">τρίγωνα<a class="fnsign" href="#n030">(30)</a>. Τον δε αέρα τον ισχυρώς πυκνωθέντα ουδέν δύναται</span><br /> +<span class="i0">να διαλύση, εκτός εάν διαλύση εις τα στοιχεία του, εάν δε είναι</span><br /> +<span class="i0">αβίαστος η πύκνωσις, μόνον το πυρ διαλύει αυτόν<a class="fnsign" href="#n031">(31)</a>. Ως προς τα</span><br /> +<span class="i0">σώματα δε τα μικτά εκ γης και ύδατος, ενόσω το ύδωρ κατέ-</span><br /> +<span class="i0">Β. | χει τα κενά της γης συμπεπιεσμένης με δύναμιν, τα μέρη</span><br /> +<span class="i0">του ύδατος τα επερχόμενα έξωθεν μη ευρίσκοντα είσοδον και πε-</span><br /> +<span class="i0">ριρρέοντα όλον τον όγκον, την αφίνουσιν αδιάλυτον· αλλά τα</span><br /> +<span class="i0">μέρη του πυρός εισερχόμενα εις τα κενά των υδάτων, εκείνο</span><br /> +<span class="i0">όπερ το ύδωρ προξενεί εις την γην, τούτο προξενούντα τα μέρη</span><br /> +<span class="i0">του πυρός εις το ύδωρ, γίνονται αυτά μόνα αίτια εις το μικτόν</span><br /> +<span class="i0">σώμα να διαλυθή και να γίνη ρευστόν. Και τοιαύτα σώματα συμ-</span><br /> +<span class="i0">βαίνει άλλα μεν να έχωσιν ολιγώτερον ύδωρ παρά γην, και</span><br /> +<span class="i0">ταύτα είναι πάντα τα είδη της υάλου και πάντες οι λίθοι, οίτι-</span><br /> +<span class="i0">C. | νες καλούνται χυτοί, άλλα δε ανάπαλιν, έχουσι περισσότε-</span><br /> +<span class="i0">ρον ύδωρ και είναι όλα τα σώματα τα κηροειδή και τα κατάλ-</span><br /> +<span class="i0">ληλα προς αρωματισμόν (θυμιάματα).</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVI.</h3> +<p><b>Οργανικά παθήματα (εντυπώσεις) και αισθήσεις. Απτικά +αισθήματα. Εντύπωσις του θερμού εξηγουμένη εκ της +φύσεως του πυρός. Εντύπωσις του ψυχρού εξηγουμένη +εκ των περί το σώμα υγρών τεινόντων να εισέλθωσιν +εις αυτό. Το αίσθημα του σκληρού και του μαλακού. +Το βαρύ και το κούφον, το κάτω και το άνω, +εξηγούμενα εκ του νόμου καθ' ον το όμοιον έλκει προς +εαυτό το όμοιον. Η εντύπωσις του λείου και του τραχέος<a class="fnsign" href="#n032">(32)</a>.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Και τα μεν ποικίλα είδη, τα οποία γεννώνται εκ των δια-</span><br /> +<span class="i0">φόρων σχημάτων, εκ των συνδυασμών και εκ των αμοιβαίων</span><br /> +<span class="i0">μεταβολών αρκετά έχουσιν αποδειχθή. Τώρα δε πρέπει να προσ-</span><br /> +<span class="i0">παθήσωμεν να διασαφήσωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις, διά ποίας</span><br /> +<span class="i0">αιτίας γίνονται. Πρώτον λοιπόν εις πάντα, περί των οποίων γί-</span><br /> +<span class="i0">νεται λόγος, πρέπει να υπάρχη μία σχετική αίσθησις<a class="fnsign" href="#n033">(33)</a>. Αλλά</span><br /> +<span class="i0">περί της γενέσεως της σαρκός και των σχετικών με την σάρκα,</span><br /> +<span class="i0">και περί της ψυχής, καθ' όσον είναι θνητή, δεν ωμιλήσαμεν</span><br /> +<span class="i0">ακόμη. Αλλ' ούτε περί τούτων χωριστά από των αισθητικών</span><br /> +<span class="i0">Δ. | εντυπώσεων, ούτε περί εκείνων άνευ τούτων είναι δυνατόν</span><br /> +<span class="i0">να ομιλήσωμεν προσηκόντως, συγχρόνως δε περί αμφοτέρων να</span><br /> +<span class="i0">είπωμεν είναι σχεδόν αδύνατον. Πρέπει λοιπόν να προτάξωμεν</span><br /> +<span class="i0">πρότερον τα μεν, εις δε τα άλλα, τα οποία θα επιταχθώσι, θα</span><br /> +<span class="i0">επανέλθωμεν περαιτέρω. Ίνα λοιπόν αι εντυπώσεις εξηγηθώσιν</span><br /> +<span class="i0">ευθύς μετά τα (παράγοντα αυτάς) είδη, ας αρχίσωμεν πρώτον από</span><br /> +<span class="i0">τας κοινάς εις το σώμα άμα και εις την ψυχήν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Και πρώτον, πως λέγομεν ότι το πυρ είναι θερμόν, ας ίδω-</span><br /> +<span class="i0">μεν, εξετάζοντες το ζήτημα ως εξής, σκεπτόμενοι δηλ. περί του</span><br /> +<span class="i0">χωρισμού και της διαιρέσεως, τα οποία δι' αυτού γίνονται εις το</span><br /> +<span class="i0">Ε. | σώμα ημών. Ότι η εντύπωσις αύτη είναι τι οξύ, τούτο σχεδόν</span><br /> +<span class="i0">πάντες αισθανόμεθα. Πρέπει δε να υπολογίσωμεν την λεπτότητα</span><br /> +<span class="i0">των πλευρών και την οξύτητα των γωνιών και την σμικρότητα</span><br /> +<span class="i0">των μερών και την ταχύτητα της κινήσεως, διότι δι' όλα ταύτα το</span><br /> +<span class="i0">πυρ ον βίαιον και οξέως κοπτερόν κόπτει πάντοτε ό,τι ήθελε</span><br /> +<span class="i0">62. | τύχει, και να ενθυμηθώμεν την γέννησιν του σχήματος του</span><br /> +<span class="i0">πυρός, ότι δηλ. είναι ακριβώς αύτη η φύσις και όχι άλλη, ήτις</span><br /> +<span class="i0">διαιρούσα τα σώματα ημών και εις μικρά μέρη κατακερματίζουσα</span><br /> +<span class="i0">αυτά παράγει το πάθος τούτο, το οποίον λέγομεν θερμότητα, και</span><br /> +<span class="i0">άμα το όνομα αυτού. Το δε πάθημα το εναντίον εις τούτο είναι</span><br /> +<span class="i0">μεν φανερόν, αλλ' όμως ας μη μείνη ανεξήγητον. Τα χονδρά</span><br /> +<span class="i0">δηλαδή μέρη των πέριξ του σώματος ημών υγρών, εισερχόμενα</span><br /> +<span class="i0">εις αυτό και αποδιώκοντα τα μικρότερα, επειδή δεν δύνανται να</span><br /> +<span class="i0">Β. | εισδύσωσιν εις τας θέσεις τούτων, συμπιέζουσι το υγρόν το</span><br /> +<span class="i0">οποίον είναι εν ημίν, και εξ ανωμάλου και τεταραγμένου διά</span><br /> +<span class="i0">την ομαλότητα και την πίεσιν το καθιστώσιν ακίνητον και ομα-</span><br /> +<span class="i0">λόν. Τούτο δε παρά φύσιν συμπιεζόμενον, μάχεται κατά φύ-</span><br /> +<span class="i0">σιν αυτό εαυτό απωθούν προς το εναντίον. Εις την μάχην λοι-</span><br /> +<span class="i0">πόν ταύτην και εις τον σεισμόν τούτον εδόθη όνομα <b>τρόμος</b></span><br /> +<span class="i0">και <b>ρίγος</b>, και η όλη εντύπωσις αύτη και το παράγον αυτήν ωνο-</span><br /> +<span class="i0">μάσθη <b>ψυχρόν</b> (ψύχος). <b>Σκληρόν</b> δε ωνομάσθη παν σώμα εις το</span><br /> +<span class="i0">οποίον υποχωρεί η σαρξ ημών, μαλακόν δε το υποχωρούν εις την</span><br /> +<span class="i0">σάρκα. Ούτω δε και μεταξύ των τα σώματα. Υποχωρούσι δε όσα</span><br /> +<span class="i0">στηρίζονται επί μικρών βάσεων, και διά ταύτα, το αποτελούμε-</span><br /> +<span class="i0">C. | νον εκ βάσεων τετραγώνων, επειδή καλώς στηρίζεται, είναι</span><br /> +<span class="i0">το μάλλον ανθιστάμενον είδος και εκείνο όπερ, όταν φθάση</span><br /> +<span class="i0">εις την μεγίστην πυκνότητα, δύναται ν' αντιτάξη την μεγίστην</span><br /> +<span class="i0">αντίστασιν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Το βαρύ δε και το ελαφρόν δύνανται να εξηγηθώσι σαφέ-</span><br /> +<span class="i0">στατα, αν εξετασθώσι σχετικώς, με το λεγόμενον άνω και κάτω.</span><br /> +<span class="i0">Διότι ουδόλως είναι ορθόν να νομίζωμεν ότι εν τη φύσει υπάρ-</span><br /> +<span class="i0">χουσι δύο τόποι εναντίοι, οι οποίοι περιλαμβάνουσι το παν εις</span><br /> +<span class="i0">δύο μέρη διαιρούντες αυτό, ο είς μεν κάτω, εις τον οποίον φέ-</span><br /> +<span class="i0">ρονται πάντα όσα έχουσιν όγκον τινά σώματος, ο άλλος δε</span><br /> +<span class="i0">D. | άνω, εις τον οποίον παν ό,τι έρχεται ακουσίως έρχεται.</span><br /> +<span class="i0">Διότι, επειδή όλος ο κόσμος είναι σφαιροειδής, τα πράγματα, τα</span><br /> +<span class="i0">οποία ισαπέχοντα του κέντρου είναι εις τα άκρα, πρέπει κατά</span><br /> +<span class="i0">φυσικήν ανάγκην να είναι άκρα κατά τον αυτόν τρόπον, το</span><br /> +<span class="i0">δε κέντρον, απέχον κατά το αυτό μέτρον από τα άκρα, πρέπει</span><br /> +<span class="i0">να θεωρήται ότι είναι εις αντίθεσιν προς πάντα. Λοιπόν, επειδή</span><br /> +<span class="i0">τοιούτος φύσει είναι ο κόσμος, ποίον των ειρημένων πραγμάτων</span><br /> +<span class="i0">θα ηδύνατό τις να θέση άνω ή κάτω χωρίς να φανή δικαίως ότι</span><br /> +<span class="i0">αποδίδει εις αυτό όνομα, όπερ ουδόλως αρμόζει εις αυτό ; Τω όντι</span><br /> +<span class="i0">ο τόπος, όστις είναι εν τω μέσω του κόσμου, δεν είναι δίκαιον να</span><br /> +<span class="i0">λέγηται ότι φύσει είναι άνω ούτε κάτω, αλλά μόνον ότι είναι εις</span><br /> +<span class="i0">το μέσον, και ο εν τη περιφερεία φανερώς δεν είναι εν τω μέσω,</span><br /> +<span class="i0">ούτε έχει μέρος τι ιδικόν του, όπερ είναι εις αναφοράν, διάφορον</span><br /> +<span class="i0">αλλού μέρους προς το μέσον ή προς άλλο, όπερ κείται εις</span><br /> +<span class="i0">αντίθεσίν προς αυτό<a class="fnsign" href="#n034">(34)</a>. Και όταν τι είναι φύσει πανταχόθεν ομοιό-</span><br /> +<span class="i0">μορφον, ποία ονόματα εναντία αποδίδων τις εις αυτό και τίνι</span><br /> +<span class="i0">τρόπω θα ηδύνατο να νομίζη ότι λέγει ορθά; Διότι, και αν</span><br /> +<span class="i0">63. | υπήρχεν εις το κέντρον του παντός στερεόν σώμα ισόρρο-</span><br /> +<span class="i0">πον, ουδέποτε θα ηδύνατο να φερθή εις κανέν των άκρων, αφού</span><br /> +<span class="i0">ταύτα είναι πανταχόθεν όμοια. Αλλά και αν τις ήθελε πορευθή</span><br /> +<span class="i0">πέριξ αυτού κυκλικώς σταματών πολλάκις αντίπους, τον αυτόν τό-</span><br /> +<span class="i0">πον αυτού θα έλεγεν εκάστοτε άνω και κάτω. Τω όντι, επειδή, ως</span><br /> +<span class="i0">είπομεν ήδη, το όλον είναι σφαιροειδές, δεν είναι φρονίμου αν-</span><br /> +<span class="i0">θρώπου ίδιον να λέγη, ότι τόπος τις αυτού κείται κάτω, άλλος</span><br /> +<span class="i0">δε άνω. Πόθεν δ' ελήφθησαν τα ονόματα ταύτα, και εις ποία</span><br /> +<span class="i0">πράγματα αποδίδοντες αυτά συνηθίσαμεν εξ αιτίας αυτών διαι-</span><br /> +<span class="i0">ρούντες και τον κόσμον όλον ομοίως να ομιλώμεν περί αυτού,</span><br /> +<span class="i0">πρέπει περί τούτου να συνεννοηθώμεν ορμώμενοι εκ των ακολού-</span><br /> +<span class="i0">Β. | θων αρχών. Εάν εις τον τόπον του σύμπαντος, τον οποίον η</span><br /> +<span class="i0">φύσις του πυρός κατέλαβεν<a class="fnsign" href="#n035">(35)</a> ιδία, όπου και είναι συνηθροι-</span><br /> +<span class="i0">σμένον το μεγαλύτερον μέρος αυτού, προς το οποίον φέρεται παν</span><br /> +<span class="i0">άλλο πυρ, αναβάς τις εις εκείνον τον τόπον και έχων δύναμιν εις</span><br /> +<span class="i0">τούτο, ήθελεν αφαιρέσει μέρη του πυρός τούτου και θέσας εις</span><br /> +<span class="i0">τας πλάστιγγας ήθελε τα ζυγίσει, καθ' όσον ήθελεν ανυψοί τον</span><br /> +<span class="i0">ζυγόν και έλκει το πυρ διά της βίας εις τον ανόμοιον προς αυτό</span><br /> +<span class="i0">αέρα, είναι φανερόν ότι η μικροτέρα μερίς θα υπεχώρει εις την</span><br /> +<span class="i0">C. | δύναμιν του ευκολώτερον μεγαλυτέρου<a class="fnsign" href="#n036">(36)</a>. Διότι, όταν δύο</span><br /> +<span class="i0">πράγματα ανυψώνται ομού από μίαν μόνην δύναμιν, κατ' ανάγ-</span><br /> +<span class="i0">κην το μικρότερον υποχωρεί εις την βίαν περισσότερον, το δε με-</span><br /> +<span class="i0">γαλύτερον ανθιστάμενον υποχωρεί ολιγώτερον, και το μεν πολύ</span><br /> +<span class="i0">λέγεται <b>βαρύ</b> και ότι φέρεται κάτω, το δε σμικρόν λέγεται <b>ελα-</b></span><br /> +<span class="i0"><b>φρόν</b> και ότι φέρεται άνω. Το αυτό τούτο δυνάμεθα να εύρωμεν</span><br /> +<span class="i0">και ενεργούντες επί του τόπου τούτου ημών. Ιστάμενοι δηλαδή</span><br /> +<span class="i0">επί της γης, όταν εις διαφόρους πλάστιγγας ζυγίζωμεν γεώδεις</span><br /> +<span class="i0">ουσίας, ενίοτε δε και αληθινήν γην, τας σύρομεν διά της βίας</span><br /> +<span class="i0">και παρά φύσιν εις τον αέρα, όστις είναι ανόμοιος με αυτάς, ενώ</span><br /> +<span class="i0">D. | και <b>αύτη</b> και εκείνη (η γη) τείνουσι προς το όμοιον αυτών·</span><br /> +<span class="i0">αλλά τότε το μικρότερον ευκολώτερον του μεγαλυτέρου υποχωρεί</span><br /> +<span class="i0">εις το βιάζον αυτό και πορεύεται προς το ανόμοιον· λοιπόν τούτο</span><br /> +<span class="i0">ονομάζομεν ελαφρόν, το δε μέρος προς το οποίον το βιάζομεν κα-</span><br /> +<span class="i0">λούμεν άνω, το δε εναντίον πάθος καλούμεν βαρύ και τον τόπον</span><br /> +<span class="i0">κάτω. Ότι δε ταύτα έχουσιν αναφοράν διάφορον μεταξύ των συμ-</span><br /> +<span class="i0">βαίνει κατ' ανάγκην, διότι η αρχική μάζα εκάστου στοιχείου κατέ-</span><br /> +<span class="i0">χει τόπον διάφορον και εναντίον του των άλλων. Τω όντι εκείνο,</span><br /> +<span class="i0">όπερ είς τινα τόπον είναι ελαφρόν αναφορικώς προς εκείνο, όπερ</span><br /> +<span class="i0">είναι ελαφρόν εις αντίθετον τόπον, και το βαρύ αναφορικώς προς</span><br /> +<span class="i0">το βαρύ και το κάτω προς το κάτω και το άνω προς το άνω, όλα</span><br /> +<span class="i0">Ε. | ταύτα θα ευρεθώσιν ότι και συμβαίνουσι και είναι μεταξύ</span><br /> +<span class="i0">των εναντία και πλάγια και όλως διάφορα<a class="fnsign" href="#n037">(37)</a>. Το εξής όμως πρέ-</span><br /> +<span class="i0">πει να διανοώμεθα περί όλων αυτών, ότι δηλ. η τάσις προς το</span><br /> +<span class="i0">συγγενές η υπάρχουσα εις όλα κάμνει (να καλώμεν) βαρύ το φε-</span><br /> +<span class="i0">ρόμενον σώμα, και κάτω τον τόπον εις τον οποίον φέρεται το</span><br /> +<span class="i0">τοιούτον, τα δε έχοντα εναντίαν διεύθυνσιν λαμβάνουσιν εναντία</span><br /> +<span class="i0">ονόματα. Περί των παθημάτων λοιπόν τούτων ας είναι αύται αι</span><br /> +<span class="i0">αιτίαι, τας οποίας ημείς προβάλλομεν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Την αιτίαν δε της εντυπώσεως του λείου και του τραχέος,</span><br /> +<span class="i0">πας οιοσδήποτε, προσέξας μόνον, δύναται και εις άλλον να είπη</span><br /> +<span class="i0">64. | αυτήν, είναι δηλ. σκληρότης ηνωμένη με ανωμαλίαν, του</span><br /> +<span class="i0">λείου δε αιτία είναι ομαλότης ηνωμένη με πυκνότητα.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVII.</h3> +<p><b>Περί των παθών εν γένει. Εντυπώσεις ευάρεστοι ή δυσάρεστοι +ή ουδέτεραι.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Μέγιστον δε μας υπολείπεται ακόμη περί των παθημάτων</span><br /> +<span class="i0">των κοινών εις όλον το σώμα (να ίδωμεν) το αίτιον της ηδονής</span><br /> +<span class="i0">και της λύπης και εις όσα παθήματα εξητάσαμεν ήδη, και εις</span><br /> +<span class="i0">όσα παράγοντα αισθήσεις εις τα ιδιαίτερα μέρη του σώματος</span><br /> +<span class="i0">έχουσιν ως επακόλουθα αυτών συνάμα λύπας και ηδονάς<a class="fnsign" href="#n038">(38)</a>. Ας</span><br /> +<span class="i0">θεωρήσωμεν λοιπόν κατά τον ακόλουθον τρόπον τας αιτίας τας</span><br /> +<span class="i0">σχετικάς προς παν πάθημα αισθητόν ή μη αισθητόν<a class="fnsign" href="#n039">(39)</a> ενθυμού-</span><br /> +<span class="i0">μενοι πώς διεκρίναμεν περί της φύσεως της ευκινήτου και της</span><br /> +<span class="i0">δυσκινήτου· διότι τοιουτοτρόπως πρέπει να επιδιώξωμεν παν πρά-</span><br /> +<span class="i0">γμα, το οποίον επιθυμούμεν να συλλάβωμεν. Τω όντι, το φύσει</span><br /> +<span class="i0">ακίνητον όργανον, όταν και σμικρόν πάθημα συμβή εις αυτό, το</span><br /> +<span class="i0">μεταδίδει κυκλικώς, διότι τα μέρη διαδοχικώς το αναπλάττουσι,</span><br /> +<span class="i0">μέχρις ου ελθόντα εις την συνείδησιν εξαγγείλωσιν εις αυτήν</span><br /> +<span class="i0">την δύναμιν του ενεργήσαντος αιτίου. Το εναντίον του όμως,</span><br /> +<span class="i0">επειδή είναι στάσιμον και δεν προβαίνει δι' ουδενός κύκλου, δέ-</span><br /> +<span class="i0">χεται μόνον την εντύπωσιν, αλλά δεν κινεί κανέν άλλο πράγμα</span><br /> +<span class="i0">C. | πλησίον. Ώστε, επειδή μέρη δεν μεταδίδουσιν εις άλλα μέρη</span><br /> +<span class="i0">την πρώτην εντύπωσιν, ήτις εις αυτά μένει ακίνητος και δεν</span><br /> +<span class="i0">μεταδίδεται εις το όλον ζώον, το παθόν την εντύπωσιν δεν την αι-</span><br /> +<span class="i0">σθάνεται. Και τούτο συμβαίνει εις τα οστά και εις τας τρίχας</span><br /> +<span class="i0">και εις όσα άλλα μέρη έχομεν εντός ημών, τα οποία αποτελούν-</span><br /> +<span class="i0">ται κατά το πλείστον εκ γης. Το πρότερον δε λεχθέν εφαρμόζει</span><br /> +<span class="i0">εις την όψιν προ πάντων και την ακοήν, διότι εις ταύτας υπάρ-</span><br /> +<span class="i0">χει μεγίστη ενέργεια πυρός και αέρος.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Την ηδονήν δε και την λύπην τοιουτοτρόπως πρέπει να νοώ-</span><br /> +<span class="i0">D. | μεν: η εντύπωσις η βιαία και παρά φύσιν γινομένη αιφνι-</span><br /> +<span class="i0">δίως είναι αλγεινή, η δε επανερχομένη πάλιν αιφνιδίως εις την φύ-</span><br /> +<span class="i0">σιν ημών είναι ηδεία, η δε ενεργούσα ηρέμα και κατ' ολίγον δεν</span><br /> +<span class="i0">είναι αισθητή. Το εναντίον δε συμβαίνει εις τας εναντίας τούτων</span><br /> +<span class="i0">εντυπώσεις. Πάσαι δε αι γινόμεναι μετ' ευκολίας είναι μεν λίαν</span><br /> +<span class="i0">αισθηταί, αλλά δεν παράγουσιν ούτε ηδονήν ούτε λύπην, καθώς</span><br /> +<span class="i0">είναι αι εντυπώσεις της όψεως, η οποία την ημέραν, ως είπομεν</span><br /> +<span class="i0">Ε. | πρότερον, γίνεται σώμα συγγενές με ημάς<a class="fnsign" href="#n040">(40)</a>. Εις την όψιν</span><br /> +<span class="i0">τω όντι αι τομαί και τα καύματα και αι εντυπώσεις αι άλλαι, όσας</span><br /> +<span class="i0">δέχεται, δεν προξενούσι λύπας, ούτε πάλιν ηδονάς, όταν αύτη επανέρ-</span><br /> +<span class="i0">χεται εις την προτέραν κατάστασιν αυτής, αλλά μόνον μέγιστα και</span><br /> +<span class="i0">σαφέστατα αισθήματα, και καθ' όσον αυτή παθαίνεται, και καθ'</span><br /> +<span class="i0">όσον αυτή κινείται να ενεργήση επί άλλων πραγμάτων, (σ.45 C).</span><br /> +<span class="i0">Διότι ουδεμία υπάρχει βία ούτε εις την διαστολήν ούτε εις την συ-</span><br /> +<span class="i0">στολήν της όψεως. Τα σώματα όμως τα αποτελούμενα εκ μεγαλυ-</span><br /> +<span class="i0">τέρων του πυρός μερών δυσκόλως υποχωρούντα εις το ενεργούν</span><br /> +<span class="i0">65. | αίτιον αλλά διαδίδοντα εις το όλον τας κινήσεις, έχουσιν</span><br /> +<span class="i0">ηδονάς και λύπας, λύπας μεν όταν αλλοιούνται, ηδονάς δε</span><br /> +<span class="i0">όταν επανέρχωνται εις την πρώτην κατάστασιν αυτών. Όσα</span><br /> +<span class="i0">δε όργανα ολίγον κατ' ολίγον πάσχουσι τους αποχωρισμούς</span><br /> +<span class="i0">και τας κενώσεις αυτών, τας δε πληρώσεις διά μιας και αφθό-</span><br /> +<span class="i0">νους, την κένωσιν μη αισθανόμενα, την πλήρωσιν όμως αισθα-</span><br /> +<span class="i0">νόμενα, λύπας μεν δεν γεννώσιν εις το θνητόν μέρος της</span><br /> +<span class="i0">ψυχής, ηδονάς όμως μεγίστας. Και ταύτα είναι φανερά ως προς</span><br /> +<span class="i0">τας καλάς οσμάς<a class="fnsign" href="#n041">(41)</a>. Όσα δε όργανα αλλοιούνται αίφνης, μόλις</span><br /> +<span class="i0">δε και κατ' ολίγον αποκαθίστανται εις την προτέραν κατάστασίν</span><br /> +<span class="i0">των, παράγουσι πάντα φαινόμενα εναντία προς τα πρώτα· και τούτο</span><br /> +<span class="i0">είναι φανερόν εις τα καύματα και τας πληγάς του σώματος.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVIII.</h3> +<p><b>Αι εντυπώσεις της γεύσεως. Το στρυφνόν και αυστηρόν, το +τραχύ και δριμύ, το πικρόν και γλυκύ κ.λ.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Και περί μεν των κοινών εις όλον το σώμα εντυπώσεων και</span><br /> +<span class="i0">περί των ονομάτων των διδομένων εις τα πράγματα τα παράγοντα</span><br /> +<span class="i0">αυτάς αρκετά ελέχθησαν. Όσα δε πάθη συμβαίνουσιν εις μεμο-</span><br /> +<span class="i0">νωμένα μέρη ημών, τας εντυπώσεις και τας αιτίας τας παραγού-</span><br /> +<span class="i0">σας αυτά, ταύτα πρέπει να προσπαθήσωμεν να είπωμεν αν δυνά-</span><br /> +<span class="i0">C. | μεθα. Πρώτον λοιπόν πρέπει να εξηγήσωμεν, όσον είναι δυ-</span><br /> +<span class="i0">νατόν, εκείνο το οποίον ομιλούντες πρότερον περί των χυμών,</span><br /> +<span class="i0">έχομεν παραλίπει, δηλαδή τα παθήματα τα οποία είναι ίδια της</span><br /> +<span class="i0">γλώσσης. Και ταύτα δε φαίνονται ότι συμβαίνουσιν, όπως και τα</span><br /> +<span class="i0">περισσότερα εκ των άλλων, διά συγκρίσεων (συστολών) και δια-</span><br /> +<span class="i0">κρίσεων (διαστολών), και εκτός τούτων έχουσι ταύτα περισσό-</span><br /> +<span class="i0">τερον των άλλων τραχύτητας και λειότητας. Διότι όλα τα γεώδη</span><br /> +<span class="i0">μέρη, τα εισερχόμενα όπου είναι αι μικραί φλέβες, αίτινες ως</span><br /> +<span class="i0">D. | δοκιμαστήρια της γλώσσης εκτείνονται<a class="fnsign" href="#n042">(42)</a> μέχρι της καρδίας,</span><br /> +<span class="i0">πίπτοντα εις τα υγρά και μαλακά μέρη της σαρκός και διαλυόμενα</span><br /> +<span class="i0">συστέλλουσι τας μικράς φλέβας και τας αποξηραίνουσι, και εκείνα</span><br /> +<span class="i0">άτινα είναι τραχύτερα φαίνονται <b>στρυφνά</b>, τα δε ολιγώτερον</span><br /> +<span class="i0">στρυφνά φαίνονται <b>τραχέα</b>. Εκείνα δε εξ αυτών, τα οποία είναι</span><br /> +<span class="i0">καθαρτικά και αποπλύνουσιν όλα τα περί την γλώσσαν, όταν</span><br /> +<span class="i0">κάμνωσι τούτο πέραν του μέτρου και προσκολλώνται ούτως, ώστε</span><br /> +<span class="i0">να φθείρωσι αυτήν την γλώσσαν, οποία είναι η ενέργεια του νί-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | τρου, πάντα τα τοιαύτα καλούνται <b>πικρά</b>. Εκείνα δε τα</span><br /> +<span class="i0">οποία έχουσι μικροτέραν την δύναμιν του νίτρου και ενεργούσι</span><br /> +<span class="i0">τον καθαρισμόν μετά μέτρου, μας φαίνονται αλυκά (σάλτσαι)</span><br /> +<span class="i0">άνευ πολύ μεγάλης πικρίας και μάλλον ευάρεστα. Εκείνα δε</span><br /> +<span class="i0">εις τα οποία μετεδόθη η θερμότης του στόματος και έγειναν λεία</span><br /> +<span class="i0">υπό τούτου, επειδή πυρούνται και πάλιν δε αυτά καίουσι το θερ-</span><br /> +<span class="i0">μάναν αυτά στόμα και υπό της ελαφρότητος φέρονται άνω προς</span><br /> +<span class="i0">τας αισθήσεις της κεφαλής και κόπτουσι πάντα όσα τύχωσι, διά</span><br /> +<span class="i0">66. | ταύτας τας δυνάμεις των ωνομάσθησαν <b>δριμέα</b>. Όσα δε</span><br /> +<span class="i0">αυτών έγειναν ήδη λεπτά υπό της σήψεως και εισδύουσιν εις τας</span><br /> +<span class="i0">στενάς φλέβας, ευρισκόμενα ως προς τα γεώδη μέρη και τα του</span><br /> +<span class="i0">αέρος, όσα υπάρχουσιν εκεί, εις αναλογίαν τοιαύτην, ώστε να κι-</span><br /> +<span class="i0">νώσι τα μεν πέριξ των δε, και να τα κάμνωσι να αναμιγνύων-</span><br /> +<span class="i0">ται, και αναμιγνυόμενα να εμπίπτωσι και να εισδύωσι τα μεν εις</span><br /> +<span class="i0">τα δε, ώστε να παράγωσιν άλλα κοιλώματα εκτεινόμενα πέριξ</span><br /> +<span class="i0">Β. | των εισερχομένων εις τας φλέβας, τα οποία επειδή απλούται</span><br /> +<span class="i0">πέριξ του αέρος κοίλη υγρασία άλλοτε μεν γεώδης, άλλοτε δε</span><br /> +<span class="i0">καθαρά, γίνονται αγγεία υγρά εξ αέρος ή ύδατα κοίλα και</span><br /> +<span class="i0">στρογγύλα — εκείνα μεν της καθαράς υγρότητος είναι διαρκή</span><br /> +<span class="i0">και έχουσιν όνομα <b>πομφόλυγες</b>, τα δε της γεώδους κινουμένης</span><br /> +<span class="i0">και υψουμένης καλούνται ζέσις και <b>ζύμωσις</b>. Το αίτιον δε των</span><br /> +<span class="i0">παθών τούτων καλείται <b>οξύ</b>. Η εναντία δε εντύπωσις εις όλα τα</span><br /> +<span class="i0">C. | ειρημένα περί τούτων γεννάται εξ εναντίας αιτίας. Και οσά-</span><br /> +<span class="i0">κις τα εισερχόμενα εις το στόμα, χυνόμενα εις τα υγρά αυτού και</span><br /> +<span class="i0">όντα φύσει συγγενή με τας ιδιότητας της γλώσσης, κάμνουσι</span><br /> +<span class="i0">λείον διά της επαλείψεως ό,τι είναι τραχύ, τα δε παρά φύσιν</span><br /> +<span class="i0">συντεθέντα ή χυμένα άλλα μεν πιέζουσι, άλλα δε χαλαρούσι,</span><br /> +<span class="i0">και κάθε πράγμα όσον είναι δυνατόν αποκαθιστώσι σύμφωνον</span><br /> +<span class="i0">με την φύσιν του, ευάρεστον και αγαπητόν εις πάντας υπάρχον</span><br /> +<span class="i0">παν τοιούτον θεραπευτικόν των βιαίων εντυπώσεων καλείται</span><br /> +<span class="i0"><b>γλυκύ</b>.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIX.</h3> +<p><b>Περί οσφρήσεως. Ατέλειαι των αισθημάτων τούτων. Γένεσις +αυτών. Ευάρεστοι και δυσάρεστοι οσμαί. Περί ακοής. +Είδη του ήχου.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">`D. | Και περί μεν τούτων (των χυμών) αρκούσι τα ειρημένα.</span><br /> +<span class="i0">Περί δε της λειτουργίας των μυκτήρων είδη μεν δεν διακρίνονται.</span><br /> +<span class="i0">Διότι παν το γένος των οσμών είναι ατελές, και ουδέν είδος<a class="fnsign" href="#n043">(43)</a> έχει</span><br /> +<span class="i0">τοιαύτην αναλογίαν, ώστε να έχη πάντως μίαν οσμήν. Αι φλέ-</span><br /> +<span class="i0">βες ημών εις τα μέρη ταύτα είναι πεπλασμέναι λίαν στεναί ως</span><br /> +<span class="i0">προς τα είδη της γης και του ύδατος, και λίαν ευρείαι ως προς</span><br /> +<span class="i0">τα του πυρός και του αέρος. Διά τούτο ουδείς ουδέποτε ησθάνθη</span><br /> +<span class="i0">οσμήν τινα αυτών, αλλά αι οσμαί γίνονται από πράγματα, τα</span><br /> +<span class="i0">Ε. | οποία ή βρέχονται ή σήπονται ή διαλύονται ή εξατμίζονται.</span><br /> +<span class="i0">Διότι όταν το ύδωρ μεταβάλλεται εις αέρα και ο αήρ εις ύδωρ,</span><br /> +<span class="i0">διαρκούσης της μεταβολής γίνονται αι οσμαί και είναι όλαι ή</span><br /> +<span class="i0">καπνός ή νέφος (ατμός)<a class="fnsign" href="#n044">(44)</a>. Εκ τούτων δε εκείνο, όπερ εξ αέρος</span><br /> +<span class="i0">μεταβαίνει εις ύδωρ, είναι νέφος, εκείνο δε όπερ εξ ύδατος εις</span><br /> +<span class="i0">αέρα είναι καπνός. Όθεν όλαι αι οσμαί είναι λεπτότεραι του</span><br /> +<span class="i0">ύδατος και παχύτεραι του αέρος. Τούτο δε γίνεται φανερόν, όταν</span><br /> +<span class="i0">τεθή κώλυμα τι εις την αναπνοήν<a class="fnsign" href="#n045">(45)</a> και έλκη τις διά βίας εις</span><br /> +<span class="i0">εαυτόν την πνοήν, διότι τότε ουδεμία οσμή στραγγίζεται δι' αυ-</span><br /> +<span class="i0">τού, ο αήρ δε μόνος, εστερημένος οσμής, υποχωρεί εις την προσ-</span><br /> +<span class="i0">67. | πάθειαν (εισπνέεται). Διά ταύτα λοιπόν αι ποικιλίαι των</span><br /> +<span class="i0">οσμών δεν έλαβον ονόματα, επειδή δεν αποτελούνται ούτε εκ</span><br /> +<span class="i0">πολλών ειδών ούτε εξ' απλών ειδών, αλλά διττώς μόνα καλούνται,</span><br /> +<span class="i0">φανερά όντα, το ευάρεστον και το δυσάρεστον, εκ των οποίων</span><br /> +<span class="i0">τούτο μεν βιάζει και κάμνει τραχείαν όλην την κοιλότητα την</span><br /> +<span class="i0">μεταξύ της κεφαλής και του ομφαλού ημών<a class="fnsign" href="#n046">(46)</a>, το άλλο δε κατα-</span><br /> +<span class="i0">πραΰνει και πάλιν εις την φυσικήν κατάστασιν αγαπητώς επανα-</span><br /> +<span class="i0">φέρει αυτήν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Πρέπει τώρα να εξετάσωμεν τρίτον είδος αισθήσεων, το της</span><br /> +<span class="i0">Β. | ακοής και να είπωμεν διά ποίας αίτιας γεννώνται αι σχετι-</span><br /> +<span class="i0">καί εντυπώσεις. Εν γένει λοιπόν ας θέσωμεν, ότι ο ήχος είναι</span><br /> +<span class="i0">το πλήγμα, το οποίον διά μέσου των ώτων υπό του αέρος, του</span><br /> +<span class="i0">εγκεφάλου και του αίματος<a class="fnsign" href="#n047">(47)</a> διαδίδεται μέχρι της ψυχής, και</span><br /> +<span class="i0">ότι η κίνησις η υπό του πλήγματος γινομένη, από της κεφαλής</span><br /> +<span class="i0">αρχίζουσα και καταλήγουσα εις την έδραν του ήπατος, είναι το</span><br /> +<span class="i0">αίσθημα της ακοής. Και η μεν ταχεία κίνησις είναι ο οξύς ήχος,</span><br /> +<span class="i0">η δε βραδυτέρα είναι ο βαρύτερος<a class="fnsign" href="#n048">(48)</a>, η δε ομοιόμορφος είναι ο</span><br /> +<span class="i0">C. | ομαλός και λείος, η δε εναντία ο τραχύς, η δε μεγάλη ο</span><br /> +<span class="i0">ισχυρός και η εναντία είναι ο μικρός, ως προς δε τας συμφω-</span><br /> +<span class="i0">νίας αυτών ανάγκη να ομιλήσωμεν βραδύτερον.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXX.</h3> +<p><b>Περί όψεως. Γένεσις των χρωμάτων. Λευκόν και μέλαν — +Μαρμαρυγή. Λαμπρόν, ερυθρόν, ξανθόν κ.λ. Συναίτια +δημιουργίας. Το θείον αίτιον και το αναγκαίον αίτιον.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Το τέταρτον γένος αισθητών πραγμάτων μας υπολείπεται, ό-</span><br /> +<span class="i0">περ πρέπει να διαιρέσωμεν εις είδη, διότι κατέχει πολυαρίθμους</span><br /> +<span class="i0">ποικιλίας, τας οποίας όλας ομού εκαλέσαμεν χρώματα, (και είναι)</span><br /> +<span class="i0">φλοξ απορρέουσα από έκαστον των σωμάτων και έχουσα μόρια</span><br /> +<span class="i0">ανάλογα προς την όψιν, ώστε να είναι αισθητά.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Δ. | Περί των αιτίων δε της παραγωγής της όψεως είπομεν</span><br /> +<span class="i0">ολίγα εις τα προηγούμενα<a class="fnsign" href="#n049">(49)</a>. Περί των χρωμάτων λοιπόν τούτο</span><br /> +<span class="i0">φαίνεται πιθανώτατον, και θα ήτο πρέπον νυν να διεξέλθωμεν περί</span><br /> +<span class="i0">αυτού προσηκόντως· ότι δηλαδή τα μόρια, τα οποία απορρέουσιν</span><br /> +<span class="i0">από των άλλων πραγμάτων και πίπτουσιν εις την όψιν, είναι άλλα</span><br /> +<span class="i0">μεν μικρότερα, άλλα δε μεγαλύτερα, και άλλα ίσα προς τα μέρη</span><br /> +<span class="i0">αυτής της όψεως. Και τα μεν ίσα δεν είναι αισθητά και τα λέγο-</span><br /> +<span class="i0">μεν διαφανή, τα δε μεγαλύτερα και τα μικρότερα, εκείνα μεν όντα</span><br /> +<span class="i0">ικανά να συστέλλωσι, ταύτα δε να διαστέλλωσι την όψιν, είναι</span><br /> +<span class="i0">τοιαύτα, οποία προς την σάρκα είναι το θερμόν και το ψυ-</span><br /> +<span class="i0">χρόν και προς την γλώσσαν το στρυφνόν και όσα θερμαντικά όντα</span><br /> +<span class="i0">Ε. | τα εκαλέσαμεν δριμέα. Και το λευκόν και το μέλαν είναι</span><br /> +<span class="i0">αι αυταί εντυπώσεις των πραγμάτων τούτων, αίτινες όμως γίνονται</span><br /> +<span class="i0">εις άλλο γένος, και φαίνονται διάφοροι διά τας ειρημένας αιτίας<a class="fnsign" href="#n050">(50)</a>.</span><br /> +<span class="i0">Ούτω λοιπόν πρέπει να ονομάζωμεν αυτά, το μεν διαστέλλον την όψιν</span><br /> +<span class="i0">λευκόν, το δε εναντίον αυτού μέλαν. Εάν δε οξυτέρα ορμή πυρός</span><br /> +<span class="i0">διαφόρου γένους (εξωτερικού) προσπέση εις το οπτικόν πυρ και</span><br /> +<span class="i0">διαστείλη αυτό μέχρι των ομμάτων, βιαίως ωθούσα και διαλύουσα</span><br /> +<span class="i0">68. | τους πόρους των οφθαλμών, ώστε να εκχύνεται πυρ και</span><br /> +<span class="i0">ύδωρ άφθονον, το οποίον καλούμεν δάκρυα, ενώ αυτή αύτη η ορμή</span><br /> +<span class="i0">είναι πυρ, και έρχεται εις συνάντησιν (ενώ το έν πυρ πηδά έξω</span><br /> +<span class="i0">ως από αστραπήν, το δε άλλο εισέρχεται και σβύνεται εις την</span><br /> +<span class="i0">υγρασίαν του οφθαλμού), και εις την σύγχυσιν ταύτην γεννώνται</span><br /> +<span class="i0">ποικίλα χρώματα, την εντύπωσιν ταύτην ονομάζομεν μαρμαρυ-</span><br /> +<span class="i0">γήν<a class="fnsign" href="#n051">(51)</a>, εκείνο δε όπερ παράγει αυτήν ονομάζομεν λαμπρόν και</span><br /> +<span class="i0">Β. | στίλβον. Το δε μεταξύ τούτων είναι γένος πυρός, το οποίον</span><br /> +<span class="i0">φθάνει εις το υγρόν των ομμάτων και αναμιγνύεται με αυτό, αλλά</span><br /> +<span class="i0">δεν στίλβει, και την λάμψιν ταύτην του πυρός η οποία αναμιγνύε-</span><br /> +<span class="i0">ται μετά του υγρού, επειδή παρέχει χρώμα του αίματος, την ονο-</span><br /> +<span class="i0">μάζομεν ερυθρόν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Το λαμπρόν ενούμενον με το ερυθρόν και το λευκόν γεννά το</span><br /> +<span class="i0">ξανθόν. Αλλά κατά ποίον μέτρον είναι έκαστον τούτων, ουδέ εάν</span><br /> +<span class="i0">τις γνωρίζη αυτό, έχει σημασίαν προς αυτόν να το εξετάζη, διότι</span><br /> +<span class="i0">ουδείς θα ηδύνατο να δείξη επαρκώς ανάγκην τινά αυτού ούτε</span><br /> +<span class="i0">λόγον πιθανόν. Το δε ερυθρόν ενωθέν με το μέλαν και το λευκόν,</span><br /> +<span class="i0">C. | παράγει το πορφυρούν. Όταν δε εις ταύτα, αφού μιχθώσι και</span><br /> +<span class="i0">καώσι, προστεθή περισσότερον μέλαν, γεννάται το σκοτεινόν (βαθύ)</span><br /> +<span class="i0">χρώμα. Το πυρρόν δε γεννάται εκ της μίξεως του ξανθού και του</span><br /> +<span class="i0">φαιού, το δε φαιόν εκ του λευκού και του μέλανος, το δε ωχρόν (κί-</span><br /> +<span class="i0">τρινον) εκ του λευκού μιχθέντος με το ξανθόν. Το λευκόν δε συν-</span><br /> +<span class="i0">δυαζόμενον με το λαμπρόν και μεταπίπτον εις πυκνόν μέλαν παρά-</span><br /> +<span class="i0">γει το κυανούν χρώμα. Το δε κυανούν ενούμενον με το λευκόν</span><br /> +<span class="i0">παράγει το γλαυκόν και το πυρρόν συνδυαζόμενον με το μέλαν</span><br /> +<span class="i0">Δ. | παράγει το πράσινον. Τα δε λοιπά χρώματα εκ τούτων των</span><br /> +<span class="i0">παραδειγμάτων είναι σχεδόν φανερόν με ποίας μίξεις δύνανται να</span><br /> +<span class="i0">εξηγηθώσι και να διατηρηθή η πιθανότης του λόγου. Αλλ' εάν</span><br /> +<span class="i0">τις εξετάζων ταύτα εν τη πραγματικότητα θέλη να κάμη δοκιμήν</span><br /> +<span class="i0">αυτών, θα εδεικνύετο αγνοών την διαφοράν μεταξύ της ανθρωπί-</span><br /> +<span class="i0">νης και της θείας φύσεως, ότι δηλ. ο Θεός έχει την επιστήμην άμα</span><br /> +<span class="i0">και την δύναμιν επαρκείς, ίνα αναμιγνύη πολλά πράγματα εις έν</span><br /> +<span class="i0">και πάλιν εκ του ενός να τα διαλύη εις πολλά, αλλ' εκ των αν-</span><br /> +<span class="i0">θρώπων ουδείς είναι ικανός να κάμη ούτε το έν ούτε το άλλο εκ</span><br /> +<span class="i0">Ε. | τούτων, ούτε τώρα ούτε θα είναι ποτέ εις το μέλλον.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Ταύτα λοιπόν πάντα γεννηθέντα τοιουτοτρόπως εξ ανάγκης,</span><br /> +<span class="i0">ο δημιουργός του καλλίστου και του αρίστου τα προσελάμβανε</span><br /> +<span class="i0">τότε εις τα γεννώμενα πράγματα, ότε εγέννα τον αυτάρκη και τον</span><br /> +<span class="i0">τελειότατον Θεόν, μεταχειριζόμενος αυτά ως βοηθητικάς αιτίας,</span><br /> +<span class="i0">ενώ το αγαθόν εις όλα τα γεννώμενα αυτός το επραγματοποίει.</span><br /> +<span class="i0">Διά τούτο πρέπει να διακρίνωμεν δύο είδη αιτιών, το μεν αναγ-</span><br /> +<span class="i0">καίον, το δε άλλο θείον, και το μεν θείον να ζητώμεν εις όλα τα</span><br /> +<span class="i0">69. | πράγματα, διά να ζήσωμεν ευτυχείς εφ' όσον η φύσις ημών</span><br /> +<span class="i0">επιδέχεται· το δε αναγκαίον χάριν εκείνου, αναλογιζόμενοι ότι</span><br /> +<span class="i0">άνευ αυτού δεν είναι δυνατόν ούτε εκείνο, το οποίον επιποθού-</span><br /> +<span class="i0">μεν, να κατανοήσωμεν μεμονωμένον, ούτε πάλιν να το συλλάβω-</span><br /> +<span class="i0">μεν<a class="fnsign" href="#n052">(52)</a> ή να μετάσχωμεν αυτού κατ' άλλον τινά τρόπον.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXI.</h3> +<p><b>Ο Δημιουργός εκ της αταξίας έφερε τα όντα εις τάξιν. Δημιουργία +της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν μέρος +αυτής έπλασεν ο Θεός και έθεσεν εν τη κεφαλή. Το +θνητόν μέρος επλάσθη υπό των γεννητών Θεών και +διηρέθη εις δύο μέρη, το θυμικόν, όπερ ετοποθετήθη +εις το στήθος, και το επιθυμητικόν. Σύστασις και λειτουργία +της καρδίας και του πνεύμονος.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Επειδή λοιπόν τώρα, ως εις τέκτονας τα υλικά, ευρίσκονται</span><br /> +<span class="i0">ενώπιον ημών τα δύο είδη των αιτιών, καλώς ωρισμένα, εκ των</span><br /> +<span class="i0">οποίων πρέπει να συνυφάνωμεν τον επίλοιπον λόγον ημών, πάλιν</span><br /> +<span class="i0">ας επανέλθωμεν συντόμως εις την αρχήν και ταχέως ας πορευθώ-</span><br /> +<span class="i0">μεν εις αυτό εκείνο το σημείον, εκ του οποίου ορμηθέντες εφθά-</span><br /> +<span class="i0">Β. | σαμεν εδώ, και ας δοκιμάσωμεν να θέσωμεν εις τον λόγον</span><br /> +<span class="i0">και κεφαλήν και τέλος αρμόζοντα εις τα προειρημένα. Καθώς λοι-</span><br /> +<span class="i0">πόν και κατ' αρχάς είπομεν, εις τα πράγματα ταύτα, τα οποία</span><br /> +<span class="i0">ευρίσκοντο εις αταξίαν, ο Θεός έθεσεν εις έκαστον αναλογίας (συμ-</span><br /> +<span class="i0">μετρίας) και προς εαυτό και προς τα άλλα, καθ' όσας και όπου ήτο</span><br /> +<span class="i0">δυνατόν να γίνωσιν ανάλογα και σύμμετρα. Διότι τότε ουδέν πράγμα</span><br /> +<span class="i0">μετείχεν αναλογιών και μέτρων, εκτός αν τι εξ αυτών μετείχε</span><br /> +<span class="i0">κατά τύχην, ούτε το παράπαν υπήρχε κανέν άξιον να λάβη το</span><br /> +<span class="i0">όνομα των πραγμάτων, τα οποία τώρα έχουσι το όνομα τούτο, ως</span><br /> +<span class="i0">C | πυρ και ύδωρ και ει τι άλλο. Αλλ' όλα ταύτα κατά πρώ-</span><br /> +<span class="i0">τον ο Θεός διέταξε, και έπειτα εκ τούτων εσύστησε το σύμπαν</span><br /> +<span class="i0">τούτο, ζώον ον, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ όλα τα ζώα,</span><br /> +<span class="i0">θνητά και αθάνατα. Και των μεν θείων πραγμάτων αυτός ούτος</span><br /> +<span class="i0">έγεινε δημιουργός, την γέννησιν δε των θνητών ανέθεσεν εις τα</span><br /> +<span class="i0">πλάσματα αυτού<a class="fnsign" href="#n053">(53)</a>, ίνα τα δημιουργήσωσι. Και ούτοι μιμούμενοι</span><br /> +<span class="i0">αυτόν, λαβόντες παρ' αυτού την αθάνατον αρχήν της ψυχής, μετά</span><br /> +<span class="i0">τούτο ετόρνευσαν πέριξ αυτής έν σώμα θνητόν, και όλον τούτο το</span><br /> +<span class="i0">σώμα έδοσαν εις αυτήν ως όχημα· και έν άλλο είδος ψυχής έπλα-</span><br /> +<span class="i0">σαν προσέτι, το θνητόν, το οποίον έχει εντός αυτού φοβερά και</span><br /> +<span class="i0">Δ. | αναπόφευκτα πάθη<a class="fnsign" href="#n054">(54)</a>, πρώτον μεν την ηδονήν, το μέγιστον</span><br /> +<span class="i0">δέλεαρ του κακού, έπειτα τας λύπας, διά τας οποίας φεύγομεν τα-</span><br /> +<span class="i0">γαθά, και προσέτι θάρρος και φόβον, άφρονας συμβούλους, και τον</span><br /> +<span class="i0">θυμόν, όστις δυσκόλως ακούει τας συμβουλάς, και την ελπίδα,</span><br /> +<span class="i0">ήτις ευκόλως παρασύρεται υπό του παραλόγου αισθήματος και</span><br /> +<span class="i0">του τα πάντα τολμώντος έρωτος. Αναμίξαντες δε ταύτα ομού διά</span><br /> +<span class="i0">της ανάγκης έπλασαν το θνητόν γένος.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Και διά ταύτα φοβούμενοι μήπως μιάνωσι το θείον, ει μη μό-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | νον όσον ήτο απολύτως αναγκαίον, χωριστά από εκείνο (το</span><br /> +<span class="i0">θείον), κατώκισαν το θνητόν<a class="fnsign" href="#n055">(55)</a> εις άλλην κατοικίαν του σώματος,</span><br /> +<span class="i0">και έκτισαν ισθμόν και όριον μεταξύ της κεφαλής και του στή-</span><br /> +<span class="i0">θους, θέσαντες εν τω μέσω τον αυχένα, διά να είναι κεχωρισμέ-</span><br /> +<span class="i0">νον. Εις το στήθος λοιπόν και εις τον λεγόμενον θώρακα έδεσαν</span><br /> +<span class="i0">το θνητόν είδος της ψυχής. Και επειδή μέρος μεν αυτής είναι φύ-</span><br /> +<span class="i0">σει καλύτερον, μέρος δε χειρότερον, ωκοδόμησαν την κοιλότητα</span><br /> +<span class="i0">του θώρακος και εν τω μέσω αυτής έπλασαν χώρισμα, καθώς χω-</span><br /> +<span class="i0">ρίζεται η κατοικία των ανδρών από της των γυναικών, θέσαντες</span><br /> +<span class="i0">70. | ως μεσότοιχον το διάφραγμα. Το μέρος λοιπόν της ψυχής,</span><br /> +<span class="i0">το μετέχον ανδρείας και θυμού, επειδή είναι φιλόνεικον κατώκι-</span><br /> +<span class="i0">σαν πλησιέστερον της κεφαλής, μεταξύ του διαφράγματος και</span><br /> +<span class="i0">του αυχένος, ίνα δύναται να ακούη την φωνήν του λογικού και</span><br /> +<span class="i0">από κοινού μετ' αυτού εξουσιάζη διά της βίας τας επιθυμίας, οπό-</span><br /> +<span class="i0">ταν αύται δεν θέλουσιν εκουσίως να υπακούωσιν ευπειθώς εις τα εκ</span><br /> +<span class="i0">της ακροπόλεως ερχόμενα προστάγματα και λόγους. Την καρδίαν</span><br /> +<span class="i0">δε, ήτις είναι ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος του</span><br /> +<span class="i0">Β. | κυκλοφορούντος ορμητικώς εις όλα τα μέλη του σώματος, ετο-</span><br /> +<span class="i0">ποθέτησαν εις την κατοικίαν του δορυφόρου (του λόγου), ίνα οσά-</span><br /> +<span class="i0">κις ο θυμός ήθελε βράσει διά άγγελμα του λόγου, ότι γίνε-</span><br /> +<span class="i0">ται πράξις τις άδικος ως προς ταύτα τα μέλη ή έξωθεν, ή εκ μέ-</span><br /> +<span class="i0">ρους των εσωτερικών επιθυμιών, ταχέως τότε διά μέσου πάντων</span><br /> +<span class="i0">των στενών πόρων, πάντα τα μέρη του σώματος όσα δέχονται τα</span><br /> +<span class="i0">αισθήματα, ακούοντα τας προτροπάς και τας απειλάς, υπακούω-</span><br /> +<span class="i0">σιν εις αυτάς και ακολουθώσι κατά πάντα, και αφίνωσιν ούτω το</span><br /> +<span class="i0">άριστον μέρος να ηγεμονεύη εις όλα ταύτα. Εις την ανασκίρτησιν</span><br /> +<span class="i0">C. | δε της καρδίας διά την προσδοκίαν των κινδύνων και διά την</span><br /> +<span class="i0">εξέγερσιν του θυμού, προγινώσκοντες οι θεοί ότι όλη αύτη η οίδη-</span><br /> +<span class="i0">σις (φούσκωμα) των οργιζομένων έμελλε να γίνεται διά του πυ-</span><br /> +<span class="i0">ρός, ίνα προμηθεύσωσιν επικουρίαν εις αυτήν, εφύτευσαν εκεί τον</span><br /> +<span class="i0">πνεύμονα, όστις είναι προ πάντων μαλακός και χωρίς αίμα, και</span><br /> +<span class="i0">έχει εντός σπήλαια τετρυπημένα ως τα του σπόγγου, ίνα δεχόμε-</span><br /> +<span class="i0">νος την πνοήν και το ποτόν και δροσίζων παρέχη αναπνοήν και</span><br /> +<span class="i0">ανακούφισιν εις τόσην θερμότητα. Διά τούτο τους οχετούς της</span><br /> +<span class="i0">Δ. | τραχείας αρτηρίας διηύθυνον εις τον πνεύμονα· τούτον δε έθεσαν</span><br /> +<span class="i0">περί την καρδίαν ως τι μαλακόν πράγμα, επί του οποίου αύτη να</span><br /> +<span class="i0">σκιρτά, ίνα, όταν ο θυμός εν τη καρδία είναι εις την ακμήν του,</span><br /> +<span class="i0">πηδώσα επί πράγματος αποχωρούντος και λαμβάνουσα αναψυχήν,</span><br /> +<span class="i0">με ολιγώτερον κόπον δύναται περισσότερον να υπηρετή τον λόγον</span><br /> +<span class="i0">διά του θυμού.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXII.</h3> +<p><b>Το επιθυμητικόν τροφής, ποτού κ.λ. ετέθη μεταξύ του διαφράγματος +και τον ομφαλού και προσεδέθη ως εις φάτνην, +ίνα τρέφηται και τρέφη το σώμα. Το ήπαρ πυκνόν, +λείον, λαμπρόν, γλυκύπικρον αντανακλά τα διανοήματα +τον νου και ως κάτοπτρον παρουσιάζει αυτά εις την +άλογον ταύτην ψυχήν. Ο σπλην διατηρεί το ήπαρ λαμπρόν +και καθαρόν. Μαντική. Σχέσις ήπατος και μαντικής, +ην έχει το άφρον μέρος της ψυχής.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Το μέρος δε της ψυχής, το οποίον επιθυμεί τας τροφάς και τα</span><br /> +<span class="i0">ποτά και όσα έχει χρείαν ένεκα της φύσεως του σώματος, τούτο</span><br /> +<span class="i0">κατώκισαν εν τω μέσω μεταξύ του διαφράγματος και του ορίου</span><br /> +<span class="i0">Ε. | του ομφαλού, κατασκευάσαντες εις όλον τούτον τον τόπον ως</span><br /> +<span class="i0">μίαν φάτνην διά την θρέψιν του σώματος. Και εδώ έδεσαν αυτό</span><br /> +<span class="i0">ως θρέμμα άγριον, το οποίον όμως ήτο αναγκαίον να τρέφηται,</span><br /> +<span class="i0">ως συνδεδεμένον (μεθ' ημών), εάν βέβαια έμελλε να υπάρχη το</span><br /> +<span class="i0">ανθρώπινον γένος. Ίνα λοιπόν πάντοτε, βόσκον εις την φάτνην</span><br /> +<span class="i0">και κατοικούν όσον το δυνατόν μακρότερον του μέρους, το οποίον</span><br /> +<span class="i0">71. | βουλεύεται, προξενή ελάχιστον θόρυβον και ενόχλησιν, και</span><br /> +<span class="i0">αφίνη το καλλίτερον μέρος να σκέπτηται και αποφασίζη με ησυ-</span><br /> +<span class="i0">χίαν περί του κοινού συμφέροντος εις όλα τα μέρη, διά ταύτα</span><br /> +<span class="i0">έδοσαν εις αυτό θέσιν ενταύθα. Και επειδή εγνώριζον, ότι τούτο</span><br /> +<span class="i0">δεν έμελλε να ακούη τον λόγον, και ότι εάν και κατά τινα τρό-</span><br /> +<span class="i0">πον ήθελε μετάσχη τινός εκ των αισθήσεων, δεν ήτο εις την φύσιν</span><br /> +<span class="i0">αυτού να φροντίζη περί του αιτίου αυτής, και ότι νύκτα και ημέ-</span><br /> +<span class="i0">ραν θα παρασύρηται υπό εικόνων και φαντασμάτων, προϊδόντες</span><br /> +<span class="i0">Β. | τούτο οι θεοί κατεσκεύασαν το ήπαρ και το έθεσαν εις την</span><br /> +<span class="i0">κατοικίαν αυτού. Και έπλασαν τούτο πυκνόν, λείον και λαμπρόν</span><br /> +<span class="i0">και γλυκύ<a class="fnsign" href="#n056">(56)</a>, έχον δε και πικρίαν, ίνα η δύναμις των νοημάτων,</span><br /> +<span class="i0">η οποία φέρεται από τον νουν καταβαίνουσα εις αυτό, ως εις κά-</span><br /> +<span class="i0">τοπτρον, το οποίον δέχεται τας εικόνας και αφίνει να βλέπη τις</span><br /> +<span class="i0">αυτάς, προξενή μεν φόβον εις το μέρος τούτο της ψυχής, (όπερ</span><br /> +<span class="i0">συμβαίνει) οσάκις μεταχειριζομένη μέρος της συγγενούς αυτής πι-</span><br /> +<span class="i0">κρίας η δύναμις αύτη επιτιθεμένη βαρεία και απειλητική, και</span><br /> +<span class="i0">αναμιγνύουσα αυτήν ταχέως καθ' όλον το ήπαρ εμφανίζει τα χρώ-</span><br /> +<span class="i0">C. | ματα της χολής και πιέζουσα αυτό το κάμνει όλον πλήρες</span><br /> +<span class="i0">ρυτίδων και τραχύ, ενώ κάμπτουσα τον λοβόν όντα ορθόν και συ-</span><br /> +<span class="i0">στέλλουσα αυτόν, φράττουσα δε και συγκλείουσα τας θύρας και τα</span><br /> +<span class="i0">αγγεία της χολής, παράγει λύπας και αηδίας· — και ίνα αντιστρόφως,</span><br /> +<span class="i0">όταν έμπνευσις πραότητος, ερχομένη εκ της διανοίας, ζωγραφίζη</span><br /> +<span class="i0">τας εναντίας εικόνας προξενούσα ησυχίαν από της πικρίας, επειδή</span><br /> +<span class="i0">ούτε κινείται ούτε θέλει να θίγη την φύσιν, ήτις είναι εναντία προς</span><br /> +<span class="i0">εαυτήν (την πικρίαν), και μεταχειριζομένη προς αυτήν την έμφυ-</span><br /> +<span class="i0">τον εις αυτήν γλυκύτητα και καθιστώσα πάλιν πάντα ορθά και</span><br /> +<span class="i0">Δ. | λεία και ελεύθερα, — ίνα (λέγω) η έμπνευσις καθιστά γαλήνιον</span><br /> +<span class="i0">και ήμερον το μέρος της ψυχής, το οποίον κατοικεί πλησίον του</span><br /> +<span class="i0">ήπατος, και την νύκτα έχει διάθεσιν κατάλληλον να μαντεύη κατά</span><br /> +<span class="i0">τον ύπνον, επειδή δεν μετέχει λόγου και φρονήσεως. Διότι ενεθυ-</span><br /> +<span class="i0">μούντο το πρόσταγμα του πατρός οι πλάσαντες ημάς, ότε διέταττε</span><br /> +<span class="i0">να ποιήσωσι το ανθρώπινον γένος όσον το δυνατόν άριστον, και</span><br /> +<span class="i0">διά τούτο διορθούντες και το κακόν μέρος ημών, ίνα κατά τινα</span><br /> +<span class="i0">τρόπον προσεγγίζη την αλήθειαν, έθεσαν εις τούτον τον τόπον το</span><br /> +<span class="i0">μαντείον. Ικανή δε απόδειξις του ότι ο Θεός έδωκε την μαντείαν</span><br /> +<span class="i0">εις την ανθρωπίνην αφροσύνην, είναι ότι ουδείς, όστις είναι εις τον</span><br /> +<span class="i0">νουν του, έρχεται εις μαντείαν εμπνευσμένην και αληθή, αλλά μό-</span><br /> +<span class="i0">νον εις τον ύπνον, όταν έχη δέσει την δύναμιν της συνειδήσεώς</span><br /> +<span class="i0">του ή όταν δι' ασθένειαν ή ενθουσιασμόν τινα γίνη έξω εαυτού.</span><br /> +<span class="i0">Ίδιον όμως του έμφρονος ανθρώπου είναι να σκέπτηται αναλογι-</span><br /> +<span class="i0">ζόμενος τους ρηθέντας λόγους ή κατά τον ύπνον ή κατά την εγρή-</span><br /> +<span class="i0">72. | γορσιν υπό της μαντικής και ενθουσιαστικής φύσεως, και</span><br /> +<span class="i0">όσαι εικόνες εφάνησαν, πάσας διά του λογισμού να αναλύη, κατά</span><br /> +<span class="i0">τίνα τρόπον και προς ποίον δηλουσί τι κακόν ή αγαθόν, μέλλον ή</span><br /> +<span class="i0">παρελθόν ή παρόν. Ο δε παθών μανίαν και διατελών ακόμη εις</span><br /> +<span class="i0">το πάθος τούτο δεν δύναται να κρίνη αφ' εαυτού ούτε τα οράματα</span><br /> +<span class="i0">ούτε τους λόγους αυτού, αλλά από πολλού χρόνου και ορθώς λέ-</span><br /> +<span class="i0">γεται ότι το να πράττη και να γνωρίζη εαυτόν και τα εαυτού</span><br /> +<span class="i0">πράγματα είναι έργον μόνου του σώφρονος<a class="fnsign" href="#n057">(57)</a>. Εκ τούτου βέβαια</span><br /> +<span class="i0">Β. | προήλθε και το έθος να γίνωνται κριταί των εμπνευσμένων</span><br /> +<span class="i0">μαντείων οι προφήται<a class="fnsign" href="#n058">(58)</a>, τους οποίους τινές ονομάζουσι μάντεις,</span><br /> +<span class="i0">διότι αγνοούσιν εντελώς, ότι ούτοι είναι μόνον ερμηνευταί φωνών</span><br /> +<span class="i0">και οραμάτων αινιγματικών και ουδόλως μάντεις, και δικαιότατα</span><br /> +<span class="i0">δύνανται να ονομάζωνται ερμηνευταί των μαντείων (προφητειών).</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Διά ταύτα λοιπόν η φύσις του ήπατος έγεινε τοιαύτη και ετέθη</span><br /> +<span class="i0">εις τον τόπον τον οποίον είπομεν, δηλαδή χάριν της μαντικής.</span><br /> +<span class="i0">Και εφ' όσον τις ζη, το ήπαρ έχει φανερώτατα σημεία, αλλά</span><br /> +<span class="i0">όταν στερηθή της ζωής, γίνεται τυφλόν και τα μαντεύματα είναι</span><br /> +<span class="i0">λίαν αμυδρά ή ώστε να δηλώσι τι σαφές<a class="fnsign" href="#n059">(59)</a>.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">C. | <b>Σπλην</b>. Η κατασκευή δε και η έδρα του γειτονεύοντος εις</span><br /> +<span class="i0">το ήπαρ σπλάγχνου (του σπληνός) έγεινεν εις τα αριστερά χάριν του</span><br /> +<span class="i0">ήπατος, δηλ. διά να το διατηρή πάντοτε λαμπρόν και καθαρόν,</span><br /> +<span class="i0">ως εις κάτοπτρον παρακείμενον έν μάκτρον (σπόγγος) έτοιμον</span><br /> +<span class="i0">πάντοτε και προητοιμασμένον. Διά τούτο και όταν γεννώνται πέ-</span><br /> +<span class="i0">ριξ του ήπατος ακαθαρσίαι εκ νόσου τινός του σώματος, η αραιό-</span><br /> +<span class="i0">της του σπληνός καθαρίζει αυτάς όλας δεχομένου εντός εαυτού,</span><br /> +<span class="i0">διότι έχει υφανθή κοίλος και χωρίς αίματος. Όθεν γεμίζων από</span><br /> +<span class="i0">Δ. | τας ακαθαρσίας αυξάνει μεγάλως και εξογκούται, και πάλιν</span><br /> +<span class="i0">όταν το σώμα καθαρισθή, ταπεινούται και επανέρχεται εις τον</span><br /> +<span class="i0">πρώτον όγκον αυτού.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIII.</h3> +<p><b>Το θνητόν μέρος της ψυχής. Έντερα. Μυελός. Οστά. Σπέρμα. +Εγκέφαλος. Κεφαλή. Σπονδυλική στήλη - Νεύρα και +Σάρκες. Στόμα. Δέρμα. Τρίχες - Όνυχες<a class="fnsign" href="#n060">(60)</a>.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Περί της ψυχής λοιπόν, πόσον μέρος έχει θνητόν και πόσον θείον</span><br /> +<span class="i0">και πού και μετά ποίων οργάνων και διά τίνας αιτίας ετοποθετήθη-</span><br /> +<span class="i0">σαν ταύτα τα μέρη χωριστά, την αλήθειαν, ως είπομεν, μόνον όταν</span><br /> +<span class="i0">ο Θεός συμφωνήση, τότε δυνάμεθα να διισχυρισθώμεν ότι γνωρί-</span><br /> +<span class="i0">ζομεν αυτήν. Ότι όμως είπομεν πιθανά, και τώρα και εφεξής</span><br /> +<span class="i0">όσον περισσότερον εξετάζομεν τούτο, δυνάμεθα να διακινδυνεύσω-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | μεν να το βεβαιώσωμεν και το βεβαιούμεν. Το δε ακολουθούν</span><br /> +<span class="i0">εις ταύτα πρέπει να επιζητήσωμεν κατά τον αυτόν τρόπον, είναι</span><br /> +<span class="i0">δε τούτο το πώς έγεινε το επίλοιπον του σώματος<a class="fnsign" href="#n061">(61)</a>. Ότι δε συν-</span><br /> +<span class="i0">ετέθη κατά τον εξής συλλογισμόν, δύναται να αρμόζη εις αυτό</span><br /> +<span class="i0">περισσότερον πάντων. Οι συστήσαντες το γένος ημών εγνώριζον</span><br /> +<span class="i0">την ακολασίαν των ποτών και των φαγητών, η οποία θα υπάρχη</span><br /> +<span class="i0">εις ημάς, και ότι διά την λαιμαργίαν θα κάμνωμεν χρήσιν αυτών</span><br /> +<span class="i0">πολύ περισσοτέραν του πρέποντος και του αναγκαίου. Λοιπόν διά</span><br /> +<span class="i0">να μη γείνη διά τας νόσους αιφνιδία καταστροφή, και ίνα μη το</span><br /> +<span class="i0">ανθρώπινον γένος απολεσθή ευθύς πριν ή φθάση εις την τελειό-</span><br /> +<span class="i0">73. | τητά του, ταύτα προβλέποντες, κατεσκεύασαν δοχείον όπερ</span><br /> +<span class="i0">καλείται κάτω κοιλία, ίνα περιλαμβάνη το περίσσευμα του ποτού</span><br /> +<span class="i0">και του φαγητού, και συνέστρεψαν εις γύρους τα έντερα, όπως μη</span><br /> +<span class="i0">διαπερώσα έξω η τροφή ταχέως αναγκάζη το σώμα να ζητή πά-</span><br /> +<span class="i0">λιν ταχέως άλλην τροφήν, και ίνα μη γεννώσα απληστίαν κατα-</span><br /> +<span class="i0">στήση όλον το ανθρώπινον γένος ένεκα της γαστριμαργίας αφιλό-</span><br /> +<span class="i0">σοφον και άμουσον και ανυπότακτον εις το θειότατον μέρος, το</span><br /> +<span class="i0">οποίον είναι εντός ημών.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Περί δε των οστών και των σαρκών και περί όλου εκείνου,</span><br /> +<span class="i0">Β. | το οποίον είναι ομοίας φύσεως, λέγομεν ότι ταύτα έχουσιν</span><br /> +<span class="i0">ως εξής: Εις όλα ταύτα αρχή υπήρξεν η γέννησις του μυελού.</span><br /> +<span class="i0">Διότι οι δεσμοί της ζωής, διά των οποίων η ψυχή είναι συνδεδε-</span><br /> +<span class="i0">μένη με το σώμα, επειδή είναι δεδεμένοι εις τον μυελόν, είναι ως</span><br /> +<span class="i0">αι ρίζαι του ανθρωπίνου γένους. Αυτός δε ο μυελός έγεινεν εξ</span><br /> +<span class="i0">άλλων πραγμάτων. Δηλαδή εκ των τριγώνων όσα ήσαν αρχικά,</span><br /> +<span class="i0">κανονικά και λεία, ικανά να παραγάγωσι μετά της μεγίστης ακρι-</span><br /> +<span class="i0">βείας πυρ και ύδωρ και αέρα και γην, ο Θεός αποχωρίζων από</span><br /> +<span class="i0">C | τα σχετικά είδη αυτών και αναμιγνύων μεταξύ των μετά τι-</span><br /> +<span class="i0">νος αναλογίας, ίνα προμηθεύση το κοινόν γεννητικόν σπέρμα εις</span><br /> +<span class="i0">όλον το ανθρώπινον γένος, κατεσκεύασε τον μυελόν εξ αυτών. Και</span><br /> +<span class="i0">μετά τούτο εφύτευσεν εις τον μυελόν τα τρία είδη της ψυχής και</span><br /> +<span class="i0">τα συνέδεσε. Και όσα και οποία ήσαν τα σχήματα, τα οποία</span><br /> +<span class="i0">έκαστον των ειδών αυτών έμελλε να έχη, εις τοσαύτα και τοι-</span><br /> +<span class="i0">αύτα σχήματα διήρεσεν αυτόν τον μυελόν ευθύς κατά την αρ-</span><br /> +<span class="i0">χικήν διανομήν. Και το μέρος αυτού, όπερ έμελλε να έχη εν</span><br /> +<span class="i0">εαυτώ, ως αγρός, το θείον σπέρμα, πλάσας αυτό στρογγύλον παν-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | ταχόθεν επωνόμασεν εγκέφαλον, διότι όταν έκαστον ζώον</span><br /> +<span class="i0">ήθελεν αποτελεσθή, το αγγείον, όπερ θα περιείχε το μέρος τούτο,</span><br /> +<span class="i0">θα ήτο η κεφαλή. Το μέρος δε, το οποίον έμελλε να κατέχη το</span><br /> +<span class="i0">λοιπόν και θνητόν μέρος της ψυχής, διήρεσεν εις σχήματα στρογ-</span><br /> +<span class="i0">γύλα άμα και προμήκη και τα ωνόμασεν όλα μυελόν· και εκ τού-</span><br /> +<span class="i0">των ως εξ αγκυρών ρίπτων τους δεσμούς όλης της ψυχής πέριξ</span><br /> +<span class="i0">αυτού έπλασεν όλον το σώμα ημών, αφού πρώτον συνέπηξε δι'</span><br /> +<span class="i0">όλον τον μυελόν έν σκέπασμα οστέινον.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Ε. | Το οστούν δε τούτο συνέστησεν ως εξής: Κοσκινίσας γην</span><br /> +<span class="i0">καθαράν και λεπτήν εζύμωσεν αυτήν και ύγρανε με μυελόν· μετά</span><br /> +<span class="i0">δε τούτο την έβαλεν εις το πυρ, έπειτα την εβύθισεν εις το ύδωρ</span><br /> +<span class="i0">και πάλιν εις το πυρ και πάλιν εις το ύδωρ, και μεταφέρων τοιου-</span><br /> +<span class="i0">τοτρόπως πολλάκις αυτήν εις τούτο και εις εκείνο την έκαμε</span><br /> +<span class="i0">τοιαύτην, ώστε να μη δύναται να διαλυθή ούτε υπό του ενός ούτε</span><br /> +<span class="i0">υπό του άλλου. Μεταχειριζόμενος λοιπόν ταύτην την ύλην ετόρ-</span><br /> +<span class="i0">νευσε πέριξ του εγκεφάλου οστεΐνην σφαίραν, εις την οποίαν</span><br /> +<span class="i0">74. | αφήκε στενήν διέξοδον. Και πέριξ του αυχενίου και του νω-</span><br /> +<span class="i0">τιαίου μυελού πλάσας εκ της αυτής ύλης σπονδύλους, διέταξε τον</span><br /> +<span class="i0">ένα υπό τον άλλον ως στρόφιγγας αρχίσας από της κεφαλής</span><br /> +<span class="i0">καθ' όλον τον κορμόν. Και ίνα διασώση το όλον σπέρμα, περι-</span><br /> +<span class="i0">έφραξεν αυτό εντός λιθίνου περιβόλου, κατασκευάσας αρθρώσεις,</span><br /> +<span class="i0">και μεταχειριζόμενος την ενέργειαν του ετέρου (του μεταβλητού),</span><br /> +<span class="i0">ίνα ούτω μεταξύ αυτών εκτελήται κίνησις και κάμψις<a class="fnsign" href="#n062">(62)</a>.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Θεωρήσας δε ότι ο τρόπος του είναι της οστεΐνης φύσεως ήτο</span><br /> +<span class="i0">Β. | πολύ σαθρότερος του δέοντος και ακαμπτότερος, και ότι γι-</span><br /> +<span class="i0">νόμενος διάπυρος και ψυχόμενος<a class="fnsign" href="#n063">(63)</a> εναλλάξ, θα σαπή και θα δια-</span><br /> +<span class="i0">φθείρη ταχέως το σπέρμα εντός αυτού, διά τούτο επενόησε τα</span><br /> +<span class="i0">νεύρα και την σάρκα, ίνα με εκείνα μεν, συνδέσας όλα τα άλλα</span><br /> +<span class="i0">μέλη, καθ' όσον (τα νεύρα) εντείνονται ή χαλαρούνται, δώση εις</span><br /> +<span class="i0">το σώμα την ευκολίαν να κάμπτηται και να εκτείνηται πέριξ των</span><br /> +<span class="i0">σπονδύλων. Την δε σάρκα επενόησεν, ίνα γίνη προπύργιον κατά</span><br /> +<span class="i0">των υπερβολικών καυμάτων και ασφάλεια κατά του χειμώνος, προ-</span><br /> +<span class="i0">σέτι δε και κατά των πτώσεων, ως ένδυμα συμπιλητόν, διότι η σαρξ</span><br /> +<span class="i0">C. | μαλακώς και ευκόλως υποχωρεί εις τα άλλα σώματα και έχει</span><br /> +<span class="i0">εν εαυτή υγρόν θερμόν, το οποίον κατά μεν το θέρος ιδρώνει και</span><br /> +<span class="i0">νοτίζον την επιφάνειαν δύναται να προξενή εις όλον το σώμα φυσι-</span><br /> +<span class="i0">κόν ψύχος, τον δε χειμώνα απεναντίας με αυτό τούτο το πυρ δύνα-</span><br /> +<span class="i0">ται να υπερασπίζηται αρκούντως κατά του ψύχους, το οποίον την</span><br /> +<span class="i0">προσβάλλει και την περικυκλώνει έξωθεν. Ταύτα διανοηθείς ο Πλά-</span><br /> +<span class="i0">στης ημών, συμμείξας και συναρμόσας την σάρκα εξ ύδατος και</span><br /> +<span class="i0">πυρός και γης συνθέσας ζύμωμα από οξύ και αλμυρόν, και</span><br /> +<span class="i0">Δ. | αναμίξας ταύτα εσχημάτισεν ούτω την σάρκα πλήρη χυμών</span><br /> +<span class="i0">και μαλακήν. Τα δε νεύρα έκαμεν από μίγμα οστών και αζύμου</span><br /> +<span class="i0">σαρκός, ως μίαν μέσην φύσιν μεταξύ εκείνων και ταύτης, μετα-</span><br /> +<span class="i0">χειρισθείς προσέτι, χρώμα ξανθόν. Διά τούτο τα νεύρα απέκτησαν</span><br /> +<span class="i0">φύσιν περισσότερον έντονον και γλοιώδη, παρά τας σάρκας, πε-</span><br /> +<span class="i0">ρισσότερον δε μαλακήν και υγράν παρά τα οστά. Διά τούτων (νεύ-</span><br /> +<span class="i0">ρων και σαρκών) περικαλύψας ο Θεός τα οστά και τον μυελόν,</span><br /> +<span class="i0">Ε. | τα συνέδεσε μεταξύ των διά των νεύρων και μετά ταύτα εσκέ-</span><br /> +<span class="i0">πασε πάντα ταύτα διά σαρκών. Και όσα μεν οστά περιείχον μεγαλύ-</span><br /> +<span class="i0">τερον μέρος ψυχής, τα περιέφραξε με ολιγίστας σάρκας, όσα δε</span><br /> +<span class="i0">είχον ολιγώτερον με πλείστας και πυκνοτάτας<a class="fnsign" href="#n064">(64)</a>. Και προσέτι κατά</span><br /> +<span class="i0">τας συνδέσεις των οστών, όπου ο λόγος δεν εδείκνυεν ανάγκην</span><br /> +<span class="i0">τινά, διά την οποίαν έπρεπε να υπάρχωσι σάρκες, έθεσεν ολίγας</span><br /> +<span class="i0">σάρκας, ίνα μη εμπόδιον γινόμεναι εις τας κάμψεις κάμνωσι τα σώ-</span><br /> +<span class="i0">ματα δυσμεταχείριστα (βαρέα), ως γινόμενα ούτω δυσκίνητα, και</span><br /> +<span class="i0">ίνα πάλιν, όταν θα ήσαν πολλαί και πυκναί και πολύ πεπιεσμέναι</span><br /> +<span class="i0">μεταξύ των, διά την στερεότητα αυτών παράγουσαι αναισθησίαν,</span><br /> +<span class="i0">μη καθιστώσι τας ενεργείας της διανοίας περισσότερον δυσμνημο-</span><br /> +<span class="i0">νεύτους και περισσότερον μωράς.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">75. | Διά τούτο και οι μηροί και αι κνήμαι, τα ισχία, τα οστά</span><br /> +<span class="i0">των βραχιόνων και πήχεων, και πάντα τα άλλα όσα είναι άνευ</span><br /> +<span class="i0">αρθρώσεων, και όσα εντός ημών δι' ολιγότητα ψυχής εις τον μυε-</span><br /> +<span class="i0">λόν είναι κενά νοήσεως, πάντα ταύτα είναι πλήρη σαρκών· όσα δε</span><br /> +<span class="i0">έχουσιν εντός αυτών νόησιν, έχουσιν ολίγας σάρκας, εκτός εκεί</span><br /> +<span class="i0">όπου ο Θεός συνέστησεν ούτω σάρκα τινά, ίνα υπάρχη αυτή καθ'</span><br /> +<span class="i0">εαυτήν όργανον αισθήσεων, καθώς είναι η γλώσσα. Αλλά τα</span><br /> +<span class="i0">πλείστα συνέστησε κατά τον ανωτέρω τρόπον. Διότι ο οργανισμός</span><br /> +<span class="i0">όστις γίνεται και συντηρείται κατά τους νόμους της ανάγκης<a class="fnsign" href="#n065">(65)</a> ου-</span><br /> +<span class="i0">Β. | δαμώς επιδέχεται πυκνόν οστούν και πολλήν σάρκα και μετά</span><br /> +<span class="i0">τούτων συγχρόνως οξύτητα αισθήσεων. Τω όντι περισσότερον παν-</span><br /> +<span class="i0">τός άλλου οργάνου η κεφαλή θα είχε τα δύο ταύτα, εάν ηδύνατο</span><br /> +<span class="i0">να ευρίσκωνται αυτά ομού, και το ανθρώπινον γένος, έχον κε-</span><br /> +<span class="i0">φαλήν σαρκώδη και νευρώδη και ισχυράν, ήθελεν αποκτήσει βίον</span><br /> +<span class="i0">δις και πολλάκις μακροχρονιώτερον και υγιεινότερον και αλυπό-</span><br /> +<span class="i0">τερον του σημερινού. Νυν όμως οι δημιουργοί της γενέσεως ημών</span><br /> +<span class="i0">συλλογιζόμενοι, εάν έπρεπε να πλάσωσι γένος πολυχρονιώτερον</span><br /> +<span class="i0">C. | και χειρότερον, ή βραχυχρονιώτερον αλλά καλύτερον, έκριναν</span><br /> +<span class="i0">ομοφώνως, ότι κατά πάντα τρόπον ο ολιγοχρονιώτερος και κα-</span><br /> +<span class="i0">λύτερος βίος είναι απολύτως προτιμότερος του πολυχρονιωτέρου</span><br /> +<span class="i0">αλλά φαυλοτέρου. Διά τούτο και με λεπτόν μεν οστούν, ουχί όμως</span><br /> +<span class="i0">με σάρκας και με νεύρα, εστέγασαν την κεφαλήν, διότι δεν έμελλε</span><br /> +<span class="i0">να έχη ουδέ κάμψεις. Συμφώνως λοιπόν προς πάσας ταύτας τας</span><br /> +<span class="i0">αιτίας, η κεφαλή ευαισθητοτέρα και φρονιμωτέρα αλλά πολύ</span><br /> +<span class="i0">ασθενεστέρα του λοιπού μέρους του ανθρώπου προσετέθη εις το</span><br /> +<span class="i0">σώμα αυτού. Διά τούτο και τα νεύρα ο Θεός ομοίως στήσας πέριξ</span><br /> +<span class="i0">του κάτω άκρου της κεφαλής ολόγυρα περί τον τράχηλον, εκόλ-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | λησεν αυτά ομοιομόρφως και συνέδεσε μετ' αυτών τα άκρα</span><br /> +<span class="i0">(κλείδας) των σιαγόνων υπό το πρόσωπον, τα άλλα δε διένειμεν</span><br /> +<span class="i0">εις όλα τα άλλα μέλη συνδέων άρθρωσιν με άρθρωσιν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0"><b>Στόμα</b>. Ομοίως δε την σύστασιν του στόματος ημών με</span><br /> +<span class="i0">τους οδόντας και την γλώσσαν και τα χείλη διέταξαν οι διακο-</span><br /> +<span class="i0">σμήσαντες αυτόν, όπως είναι τώρα διατεταγμένος και ένεκα της</span><br /> +<span class="i0">Ε. | ανάγκης και χάριν του αρίστου (αγαθού). Και την είσοδον</span><br /> +<span class="i0">μεν εποίησαν χάριν της ανάγκης, την έξοδον δε χάριν του αρίστου.</span><br /> +<span class="i0">Διότι αναγκαίον μεν είναι παν ό,τι εισέρχεται, ίνα δίδη τροφήν εις</span><br /> +<span class="i0">το σώμα, αλλά το ρεύμα των λόγων, όπερ ρέει έξω και υπηρετεί</span><br /> +<span class="i0">την νόησιν, είναι το κάλλιστον και άριστον πάντων των ναμάτων.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0"><b>Δέρμα</b>. Εξ άλλου την κεφαλήν δεν ήτο δυνατόν να αφήση</span><br /> +<span class="i0">μόνον οστεΐνην και γυμνήν διά την κατά τας εποχάς υπερβο-</span><br /> +<span class="i0">λικήν ζέστην ή το ψύχος, ούτε να επιτρέψη αφού αύτη σκε-</span><br /> +<span class="i0">πασθή να γίνη κωφή και αναίσθητος από το βάρος των σαρκών.</span><br /> +<span class="i0">76. | Διά τούτο, όταν η σαρξ ξηραίνεται, συνήθως αποχωρίζεται<a class="fnsign" href="#n066">(66)</a></span><br /> +<span class="i0">πέριξ έν κατάλειμμα μεγαλύτερον της σαρκός, εκείνο όπερ</span><br /> +<span class="i0">τώρα λέγεται δέρμα· τούτο δε διά την πέριξ του εγκεφάλου</span><br /> +<span class="i0">υγρασίαν αυξάνον κυκλικώς και συνερχόμενον εις εαυτό περιέ-</span><br /> +<span class="i0">βαλαν όλην την κεφαλήν. Η δε υγρασία εξερχομένη υπό τας</span><br /> +<span class="i0">ραφάς επότιζεν αυτό και συνέκλειεν εις την κορυφήν της κεφα-</span><br /> +<span class="i0">λής, συλλέγουσα αυτό ως εις ένα δεσμόν. Τα διάφορα δε είδη</span><br /> +<span class="i0">των ραφών υπάρχουσι διά την ενέργειαν των περιόδων (της ψυ-</span><br /> +<span class="i0">χής) και διά την της τροφής, και όταν αύται μάχωνται περισσότε-</span><br /> +<span class="i0">Β. | ρον αναμεταξύ των, αι ραφαί είναι περισσότεραι, όταν δε ολι-</span><br /> +<span class="i0">γώτερον, ολιγώτεραι. Όλον λοιπόν τούτο το δέρμα η θεότης εκέντει</span><br /> +<span class="i0">ολόγυρα διά πυρός, αφού δε ετρυπήθη, και το υγρόν εφέρετο έξω</span><br /> +<span class="i0">δι' αυτού, το μεν υγρόν και θερμόν, καθ' όσον ήτο καθαρόν, απ-</span><br /> +<span class="i0">ήρχετο, το δε μικτόν εκ των στοιχείων, εκ των οποίων ήτο και</span><br /> +<span class="i0">το δέρμα, ωθούμενον άνω υπό της ιδίας αυτού ορμής, εξετείνετο</span><br /> +<span class="i0">μακράν, έχον λεπτότητα ίσην με το κέντημα. Αλλ' ένεκα της</span><br /> +<span class="i0">βραδύτητός του απωθούμενον υπό του αέρος του περιεστώτος έξω-</span><br /> +<span class="i0">θεν, πάλιν στρεφόμενον εντός ελάμβανε ρίζας υπό το δέρμα. Κατ'</span><br /> +<span class="i0">C. | ακολουθίαν λοιπόν των παθημάτων τούτων, εγεννήθησαν <b>αι τρί-</b></span><br /> +<span class="i0"><b>χες</b> εις το δέρμα, συγγενείς με αυτό, καθ' όσον είναι όμοιαι με</span><br /> +<span class="i0">ιμάντας, αλλά είναι σκληρότεραι και πυκνότεραι ένεκα της εκ</span><br /> +<span class="i0">του ψύχους πυκνώσεως, την οποίαν υπέστη εκάστη θριξ ψυχθείσα,</span><br /> +<span class="i0">όταν απεχωρίζετο από του δέρματος. Ούτω λοιπόν πυκνότριχα</span><br /> +<span class="i0">έπλασε την κεφαλήν ο ποιήσας αυτήν, μεταχειριζόμενος τας ειρη-</span><br /> +<span class="i0">μένας αιτίας, φρονών ότι τούτο, αντί της σαρκός, πέριξ του εγκε-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | φάλου έπρεπε να είναι το κάλυμμα αυτού προς ασφάλειάν του</span><br /> +<span class="i0">ελαφρόν, και κατά τε το θέρος και τον χειμώνα ικανόν να παρέ-</span><br /> +<span class="i0">χη σκιάν και σκέπην, αλλά μη δυνάμενον να γείνη ουδόλως εμ-</span><br /> +<span class="i0">πόδιον εις την ορθότητα των αισθήσεων.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0"><b>Όνυχες</b>. Εκείνη δε η πλοκή νεύρου, δέρματος και οστού η πέριξ</span><br /> +<span class="i0">των δακτύλων, αφού εμίχθη εκ των τριών τούτων και εξηράνθη, έγει-</span><br /> +<span class="i0">νεν εξ όλων έν μόνον πράγμα, έν σκληρόν δέρμα, το οποίον εδη-</span><br /> +<span class="i0">μιουργήθη μεν διά τας δευτέρας ταύτας αιτίας, αλλά παρήχθη</span><br /> +<span class="i0">υπό της ανωτάτης αιτίας, της Διανοίας, χάριν εκείνων τα οποία</span><br /> +<span class="i0">έμελλον να υπάρξωσιν έπειτα. Διότι οι συστήσαντες ημάς εγίνω-</span><br /> +<span class="i0">σκον ότι ένα καιρόν εκ των ανδρών θα γεννηθώσι γυναίκες και</span><br /> +<span class="i0">Ε. | τάλλα ζώα, και ότι πολλά θρέμματα θα λάβωσιν ανάγκην να</span><br /> +<span class="i0">μεταχειρισθώσι τους <b>όνυχας</b> εις πολλάς περιστάσεις. Όθεν και</span><br /> +<span class="i0">τους όνυχας έπλασαν ευθύς άμα εγεννήθησαν οι άνθρωποι. Διά</span><br /> +<span class="i0">τον λόγον τούτον και διά τας αιτίας ταύτας δέρμα, τρίχας και</span><br /> +<span class="i0">όνυχας έπλασαν εις τας άκρας των μελών.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIV.</h3> +<p><b>Δημιουργία των φυτών. Μετέχουσι της επιθυμητικής ψυχής +και είναι μόνον χρήσιμα προς συντήρησιν του ανθρώπου.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Ότε δε πάντα τα μέρη και τα μέλη του θνητού ζώου φυσι-</span><br /> +<span class="i0">77. | κώς συνηνώθησαν, επειδή συνέβαινεν εξ ανάγκης να έχη</span><br /> +<span class="i0">τούτο την ζωήν εκ του πυρός και του αέρος, και δι' αυτό διαλυό-</span><br /> +<span class="i0">μενον και γινόμενον ισχνόν υπό τούτων εφθείρετο, οι Θεοί εμη-</span><br /> +<span class="i0">χανεύθησαν μέσον βοηθείας εις αυτόν. Τω όντι αναμίξαντες την</span><br /> +<span class="i0">ανθρωπίνην φύσιν με άλλας μορφάς και αισθήσεις, παρήγαγον</span><br /> +<span class="i0">φύσιν συγγενή με αυτήν, ώστε να γίνη άλλο είδος ζώων, τα οποία</span><br /> +<span class="i0">είναι τα νυν ήμερα δένδρα και τα φυτά και τα σπέρματα τα καλ-</span><br /> +<span class="i0">λιεργηθέντα υπό της γεωργίας, τα οποία μας έγειναν οικεία, ενώ</span><br /> +<span class="i0">Β. | πρότερον<a class="fnsign" href="#n067">(67)</a> υπήρχον μόνον τα άγρια είδη, αρχαιότερα όντα</span><br /> +<span class="i0">των ημέρων. Διότι παν πράγμα μετέχον της ζωής, ευλόγως δύνα-</span><br /> +<span class="i0">ται να λέγηται ορθότατα ζων. Και τούτο δε, περί του οποίου</span><br /> +<span class="i0">τώρα λέγομεν, μετέχει του τρίτου είδους της ψυχής, το οποίον</span><br /> +<span class="i0">ελέχθη ότι ετοποθετήθη μεταξύ του διαφράγματος και του ομφα-</span><br /> +<span class="i0">λού, και το οποίον ουδόλως μετέχει γνώμης, συλλογισμού και νου,</span><br /> +<span class="i0">αλλά μόνον αισθήσεως ευαρέστου και δυσαρέστου και επιθυμιών.</span><br /> +<span class="i0">Διότι είναι πάντοτε παθητικόν και η γένεσίς του δεν επέτρεψε ώστε</span><br /> +<span class="i0">στρεφόμενον εις εαυτό, απωθών την εξωτερικήν κίνησιν, και μετα-</span><br /> +<span class="i0">C. | χειριζόμενον την ιδικήν του, να σκεφθή τι των ιδικών του</span><br /> +<span class="i0">πραγμάτων, γνωρίζον την φύσιν αυτού. Διό τούτο ζη μεν και δεν</span><br /> +<span class="i0">είναι διάφορον του ζώου, αλλά ίσταται ακίνητον και ερριζωμένον</span><br /> +<span class="i0">εις το έδαφος, διότι είναι εστερημένον αυτοκινησίας.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXV.</h3> +<p><b>Περί αναπνοής</b>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0"><b>Φλέβες</b>. Αναπνοή — Εκπνοή. Ότε λοιπόν παρήγαγον πάντα</span><br /> +<span class="i0">ταύτα τα γένη οι ανώτεροι προς τροφήν ημών των κατωτέρων,</span><br /> +<span class="i0">ήνοιξαν οχετούς εις το σώμα ημών, όπως ορύττονται οχετοί εις</span><br /> +<span class="i0">τους κήπους, διά να ποτίζηται ως από ρεύμα πηγής. Και πρώτον</span><br /> +<span class="i0">Δ. | μεν κατεσκεύασαν δύο κρυφούς οχετούς εκεί ένθα το δέρμα</span><br /> +<span class="i0">προσφύεται εις την σάρκα, ήτοι τας δύο νωτιαίας φλέβας<a class="fnsign" href="#n068">(68)</a>, όπως</span><br /> +<span class="i0">και το σώμα ήτο διπλούν, έχον μέρη δεξιά και μέρη αριστερά.</span><br /> +<span class="i0">Τας φλέβας ταύτας διηύθυναν παρά την ράχιν περιλαμβάνοντες</span><br /> +<span class="i0">εις το μέσον τον γόνιμον μυελόν, ίνα και ούτος διατελή, όσον εί-</span><br /> +<span class="i0">ναι δυνατόν, θαλερός, και ίνα ο υπό του αίματος ποτισμός των άλ-</span><br /> +<span class="i0">λων, γινόμενος εντεύθεν ευκολώτερος, ως ρέων από υψηλού εις</span><br /> +<span class="i0">χαμηλόν μέρος, καθίστα ομαλήν την ύδρευσιν των μερών τού-</span><br /> +<span class="i0">των<a class="fnsign" href="#n069">(69)</a>. Μετά δε ταύτα διαιρέσαντες τας φλέβας ταύτας πέριξ της</span><br /> +<span class="i0">Ε. | κεφαλής και συμπλέξαντες αυτάς μεταξύ των έδωκαν εις αυ-</span><br /> +<span class="i0">τάς εναντίαν διεύθυνσιν, τας μεν εκ δεξιών ερχομένας στρέψαντες</span><br /> +<span class="i0">προς τα αριστερά, τας δε εξ αριστερών προς τα δεξιά, όπως ούτω</span><br /> +<span class="i0">υπάρχη παρεκτός του δέρματος και άλλος δεσμός της κεφαλής με</span><br /> +<span class="i0">το σώμα, επειδή αύτη δεν είχε περικυκλωθή υπό νεύρων κατά την</span><br /> +<span class="i0">κορυφήν, και ίνα ωσαύτως η εντύπωσις των αισθήσεων και εκ</span><br /> +<span class="i0">του ενός και εκ του άλλου των μερών τούτων δύναται να μεταδί-</span><br /> +<span class="i0">δηται εις όλον το σώμα. Έπειτα δε διέταξαν την του υγρού κυ-</span><br /> +<span class="i0">κλοφορίαν κατά τοιούτον τινα τρόπον, τον οποίον θα εννοήσωμεν ευ-</span><br /> +<span class="i0">78. | κολώτερον, αν πρώτον συμφωνήσωμεν περί των εξής: ότι</span><br /> +<span class="i0">πάντα τα πράγματα, τα οποία σύγκεινται από στοιχεία μικρότερα,</span><br /> +<span class="i0">κρατούσι τα μεγαλύτερα, όσα δε συνίστανται εκ μεγαλυτέρων δεν</span><br /> +<span class="i0">δύνανται να κρατώσι τα μικρότερα· και ότι το πυρ εκ πάντων των</span><br /> +<span class="i0">ειδών είναι το έχον τα σμικρότερα μέρη, και διά τούτο <b>διαχωρεί</b></span><br /> +<span class="i0">διά του ύδατος, της γης και του αέρος και πάντων όσα εκ τούτων</span><br /> +<span class="i0">αποτελούνται, και ουδέν δύναται να κρατήση αυτό. Το αυτό ακρι-</span><br /> +<span class="i0">βώς πρέπει να νοήσωμεν και περί της κοιλίας ημών, ότι δηλ. τας</span><br /> +<span class="i0">τροφάς και τα ποτά όταν εισέρχωνται εις αυτήν, τα κρατεί, αλλά</span><br /> +<span class="i0">Β. | τον αέρα και το πυρ, τα οποία αποτελούνται από μέρη μι-</span><br /> +<span class="i0">κρότερα αυτής, δεν δύναται να κρατή. Τα δύο ταύτα λοιπόν μετ-</span><br /> +<span class="i0">εχειρίσθη ο Θεός, ίνα διοχετεύη το υγρόν εκ της κοιλίας εις τας</span><br /> +<span class="i0">φλέβας, δηλ, συνύφανε πλέγμα εξ αέρος και πυρός, ως είναι οι αλι-</span><br /> +<span class="i0">ευτικοί κάλαθοι, έχον εις το στόμα δύο σάκκους εκ των οποίων τον</span><br /> +<span class="i0">ένα έπλεξε δισχιδή. Από τους σάκκους τούτους εξέτεινε τρόπον</span><br /> +<span class="i0">τινά σχοίνους ολόγυρα πανταχού μέχρι των άκρων του πλέγμα-</span><br /> +<span class="i0">τος. Και τα μεν εσωτερικά μέρη του δικτύου τούτου τα έκαμεν</span><br /> +<span class="i0">C. | όλα από πυρ, τους σάκκους δε και το κοίλον μέρος (δοχείον)</span><br /> +<span class="i0">από αέρια στοιχεία. Έπειτα λαβών όλον τούτο το έθεσεν εις το</span><br /> +<span class="i0">ήδη πεπλασμένον ζώον, κατά τον εξής τρόπον: Τον ένα σάκκον</span><br /> +<span class="i0">εισήγαγεν εις το στόμα, επειδή δε αυτός ήτο διπλούς, το έν μέρος</span><br /> +<span class="i0">του κατεβίβασε διά της τραχείας αρτηρίας εις τον πνεύμονα, το</span><br /> +<span class="i0">δε άλλο πλησίον της αρτηρίας εις την κοιλίαν. Τον δε άλλον σάκ-</span><br /> +<span class="i0">κον, αφού έσχισεν αυτόν, διεβίβασε και τα δύο ταύτα μέρη διά</span><br /> +<span class="i0">των οχετών της ρινός, έχοντα συγκοινωνίαν με τον πρώτον, ούτως</span><br /> +<span class="i0">ώστε όταν εκείνος δεν ήθελε διέλθει διά του στόματος, να πληρώνται</span><br /> +<span class="i0">εκ τούτου και πάντα τα ρεύματα του άλλου<a class="fnsign" href="#n070">(70)</a>. Το άλλο δε μέρος</span><br /> +<span class="i0">Δ. | του πλέγματος προσεκόλλησεν εις το κοίλον μέρος του σώ-</span><br /> +<span class="i0">ματος ημών, και το όλον τούτο ομού έκαμεν άλλοτε να συρρέη</span><br /> +<span class="i0">ομαλώς εις τους σάκκους, διότι είναι εξ αέρος, άλλοτε δε οι σάκ-</span><br /> +<span class="i0">κοι να ρέωσιν οπίσω. Ούτω δε το πλέγμα, επειδή το σώμα ημών</span><br /> +<span class="i0">είναι αραιόν, έκαμον άλλοτε μεν να εισδύη εις τούτο, και πάλιν</span><br /> +<span class="i0">άλλοτε να εξέρχηται, αι δε ακτίνες του εσωτερικού πυρός, αίτινες</span><br /> +<span class="i0">είναι συνδεδεμέναι με αυτό, να το ακολουθώσι καθ' όσον ο αήρ</span><br /> +<span class="i0">κινείται προς την μίαν ή την άλλην διεύθυνσιν. Και έκαμον τούτο</span><br /> +<span class="i0">Ε. | να μη παύση ποτέ να γίνηται, εφ' όσον υπάρχει το θνητόν ζώον.</span><br /> +<span class="i0">Εις αυτό δε ο θέσας τα ονόματα λέγομεν, ότι τα ωνόμασεν <b>ανα-</b></span><br /> +<span class="i0"><b>πνοήν</b> και <b>εκπνοήν</b>.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Και πάσα αύτη η ενέργεια και το πάθος τελείται εις το σώμα</span><br /> +<span class="i0">ημών ούτως, ώστε τούτο ποτιζόμενον και δροσιζόμενον να δύνα-</span><br /> +<span class="i0">ται να τρέφηται και να ζη. Διότι οσάκις η αναπνοή εισέρχηται</span><br /> +<span class="i0">και εξέρχηται, και το πυρ το μετ' αυτής συνδεδεμένον ακολουθή</span><br /> +<span class="i0">αυτήν, και πάντοτε υψούμενον και ταπεινούμενον εισέρχηται διά</span><br /> +<span class="i0">79. | της κοιλίας και έρχηται εις επαφήν με τας τροφάς και τα</span><br /> +<span class="i0">ποτά, διαλύει ταύτα, τα διαιρεί εις μικρά τεμάχια, τα φέρει διά</span><br /> +<span class="i0">των εξόδων, διά των οποίων διέρχεται, ως από πηγής εις τους</span><br /> +<span class="i0">οχετούς χύνον πάλιν αυτά εις τας φλέβας και κάμνει τα ρεύματα</span><br /> +<span class="i0">ταύτα των φλεβών να ρέωσι διά του σώματος ως διά τινος αύλακος.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVI.</h3> +<p><b>Περί αναπνοής (συνέχεια).</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Ας εξετάσωμεν τώρα πάλιν την λειτουργίαν της <b>αναπνοής</b>, διά</span><br /> +<span class="i0">ποίων αιτίων έγεινε τοιαύτη, οποία τώρα υπάρχει. Λοιπόν (έγει-</span><br /> +<span class="i0">Β. | νεν) ως εξής: Επειδή ουδέν υπάρχει κενόν, εις το οποίον να</span><br /> +<span class="i0">δύναται να εισέλθη πράγμα κινούμενον, η δε πνοή απωθείται υφ'</span><br /> +<span class="i0">ημών έξω, είναι ήδη φανερόν το επακόλουθον εις τούτο, ότι δηλ.</span><br /> +<span class="i0">αύτη δεν (εξέρχεται) εις το κενόν, αλλ' αποδιώκει εκ της θέσεώς</span><br /> +<span class="i0">του τον πλησίον αέρα, ούτος δε ωθούμενος αποδιώκει τον πλησίον</span><br /> +<span class="i0">του πάντοτε, και ούτως αναγκαίως ωθείται κυκλικώς όλος, έως</span><br /> +<span class="i0">ου εισέλθη εις την θέσιν, όθεν εξήλθεν η αναπνοή, και αναπληρώ-</span><br /> +<span class="i0">σας αυτήν, πάλιν παρακολουθεί την εκπνοήν. Και τούτο γίνεται</span><br /> +<span class="i0">συγχρόνως όλον, ως τροχός περιστρεφόμενος, διότι κενόν δεν</span><br /> +<span class="i0">C. | υπάρχει. Διά τούτο βέβαια το στήθος και ο πνεύμων, όταν</span><br /> +<span class="i0">εξάγη την πνοήν, πάλιν πληρούται υπό του αέρος, όστις είναι πέ-</span><br /> +<span class="i0">ριξ του σώματος και εισέρχεται και εισχωρεί διά των αραιών σαρ-</span><br /> +<span class="i0">κών. Και πάλιν έπειτα αποσυρόμενος ο αήρ και εξερχόμενος διά</span><br /> +<span class="i0">του σώματος κύκλω, ωθεί μέσα την αναπνοήν διά της διόδου του</span><br /> +<span class="i0">στόματος και των μυκτήρων. Η αιτία δε διά την οποίαν τούτο</span><br /> +<span class="i0">έλαβεν αρχήν, πρέπει να δεχθώμεν ότι είναι η εξής: Παν ζώον έχει</span><br /> +<span class="i0">Δ. | θερμότατα τα εντός αυτού πλησίον του αίματος και των φλε-</span><br /> +<span class="i0">βών, ως εάν υπήρχε πηγή πυρός εν αυτώ, και τούτο ωμοιάσαμεν με</span><br /> +<span class="i0">το πλέγμα ψαροκοφίνου, (ειπόντες) ότι όλον το μέρος, το οποίον εκ-</span><br /> +<span class="i0">τείνεται εις το μέσον, είναι πεπλεγμένον εκ πυρός, ενώ το άλλο,</span><br /> +<span class="i0">όσον κείται έξωθεν, είναι εξ αέρος. Η θερμότης όμως, πρέπει να</span><br /> +<span class="i0">το ομολογήσωμεν, φυσικώς φέρεται έξω προς την εαυτής θέσιν</span><br /> +<span class="i0">και προς την άλλην θερμότητα την ομοίαν με αυτήν. Αλλ' επειδή</span><br /> +<span class="i0">δύο υπάρχουσιν έξοδοι, η μία διά της επιφανείας του σώματος και η</span><br /> +<span class="i0">Ε. | άλλη διά του στόματος και των μυκτήρων, οσάκις (η θερμότης</span><br /> +<span class="i0">αύτη) ορμά προς το έν μέρος, ωθεί άμα τον αέρα όστις είναι προς το</span><br /> +<span class="i0">άλλο, ο δε αποκρουσθείς πίπτων εις το πυρ θερμαίνεται, ενώ ο εξ-</span><br /> +<span class="i0">ελθών ψύχεται. Επειδή δε ούτω η θερμότης μεταβάλλει θέσιν και</span><br /> +<span class="i0">ο χώρος ο πλησίον της άλλης εξόδου γίνεται θερμότερος, πάλιν</span><br /> +<span class="i0">το θερμότερον ρέπον προς ταύτην, ως φερόμενον προς την ομοίαν</span><br /> +<span class="i0">με αυτόν φύσιν, απωθεί το ευρισκόμενον εις το άλλο μέρος.</span><br /> +<span class="i0">Τούτο δε πάσχουσα και ανταποδίδουσα διηνεκώς τα αυτά, γεννά</span><br /> +<span class="i0">κύκλον χωρούντα εμπρός και οπίσω και παράγοντα δι' αμφοτέρων</span><br /> +<span class="i0">(των ωθήσεων) την αναπνοήν και εκπνοήν.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVII.</h3> +<p><b>Εξήγησις άλλων φυσικών φαινομένων.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Και τώρα κατά τον αυτόν τρόπον δυνάμεθα να εύρωμεν</span><br /> +<span class="i0">80. | τας αιτίας των επενεργειών των ιατρικών σικυών, της</span><br /> +<span class="i0">καταπόσεως, της κινήσεως των ριπτομένων σωμάτων, είτε</span><br /> +<span class="i0">των υψουμένων εις τον αέρα, είτε των ριπτομένων επί της</span><br /> +<span class="i0">γης<a class="fnsign" href="#n071">(71)</a>, καθώς και των ήχων όσοι φαίνονται ταχείς και βραδείς,</span><br /> +<span class="i0">οξείς και βαρείς<a class="fnsign" href="#n072">(72)</a>, οίτινες άλλοτε μεν έρχονται εις ασυμφωνίαν</span><br /> +<span class="i0">διά την ανωμαλίαν της κινήσεως, την οποίαν γεννώσιν εις ημάς,</span><br /> +<span class="i0">άλλοτε δε εις αρμονίαν διά την ομαλότητα. Διότι τας κινήσεις</span><br /> +<span class="i0">των πρότερον ερχομένων και ταχυτέρων ήχων οι βραδύτεροι ήχοι</span><br /> +<span class="i0">φθάνουσιν, όταν εκείναι αι κινήσεις μέλλωσι να παύσωσι και να</span><br /> +<span class="i0">Β. | έλθωσιν ούτω εις ομοιότητα με εκείνας, δι' ων αυτοί οι ήχοι</span><br /> +<span class="i0">οι ερχόμενοι ύστερον τας κινώσι. Καταφθάνοντες δε ούτω δεν τας</span><br /> +<span class="i0">διαταράττουσι προσθέτοντες νέαν κίνησιν, αλλά προσάπτοντες αρ-</span><br /> +<span class="i0">χήν κινήσεως βραδυτέρας εις την της ταχυτέρας, ήτις καταλήγει</span><br /> +<span class="i0">εις το να γίνη ομοία με αυτήν, αποτελούσι διά της μίξεως του</span><br /> +<span class="i0">οξέος και του βαρέος μίαν μόνην εντύπωσιν. Όθεν εις μεν τους</span><br /> +<span class="i0">άφρονας προξενούσιν ηδονήν, εις δε τους έμφρονας ευφροσύνην διά</span><br /> +<span class="i0">την μίμησιν της θείας αρμονίας, ήτις κατορθούται εις θνητάς</span><br /> +<span class="i0">κινήσεις.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">C. | Προσέτι δε και ως προς τα ρεύματα πάντα των υδάτων,</span><br /> +<span class="i0">και τας πτώσεις των κεραυνών και τα θαυμάσια των ηλέκτρων</span><br /> +<span class="i0">και των Ηρακλείων λίθων (μαγνήτου) ένεκα της έλξεως<a class="fnsign" href="#n073">(73)</a>, εις</span><br /> +<span class="i0">ουδέν τούτων υπάρχει ποτέ δύναμις ελκτική. Αλλά διότι δεν</span><br /> +<span class="i0">υπάρχει ουδέν κενόν και τα πράγματα απωθούνται κύκλω αμοι-</span><br /> +<span class="i0">βαίως, και διότι πάντα διηρημένα και ηνωμένα πορεύονται έκα-</span><br /> +<span class="i0">στον αμοιβαίως εις την οικείαν θέσιν του, διά της προς άλληλα</span><br /> +<span class="i0">πλοκής όλων τούτων των παθημάτων, θα φανή εις τον μεθοδικώς</span><br /> +<span class="i0">ζητούντα ότι παράγονται τα θαύματα ταύτα.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVIΙΙ.</h3> +<p><b>Φύσις και κίνησις του αίματος. Θρέψις και αύξησις του σώματος. +Γήρας και θάνατος.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Δ. | Και λοιπόν και η <b>αναπνοή</b>, εκ της οποίας έλαβεν αρχήν</span><br /> +<span class="i0">ο λόγος ούτος, γίνεται, ως είπομεν πρότερον, κατά τούτον τον</span><br /> +<span class="i0">τρόπον και διά τούτων των μέσων: Το πυρ κατακόπτει τας τρο-</span><br /> +<span class="i0">φάς και παρακολουθούν την πνοήν, ήτις υψούται έσωθεν, διά ταύ-</span><br /> +<span class="i0">της της συνανυψώσεώς του εκ της κοιλίας γεμίζει τας φλέβας, μετα-</span><br /> +<span class="i0">βιβάζον εξ αυτών τας κεκομμένας (χωνευμένας) τροφάς. Και ούτως</span><br /> +<span class="i0">αι πηγαί της θρέψεως επιρρέουσιν (ίνα ποτίσωσιν) όλον το σώμα εις</span><br /> +<span class="i0">πάντα τα ζώα. Ταύτα δε τα κομμάτια, ενόσω είναι νέα και παρά-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | γονται από συγγενείς ουσίας, άλλα μεν από καρπούς άλλα</span><br /> +<span class="i0">δε από χόρτα, τα οποία ο Θεός εφύτευσε δι' αυτό ακριβώς, ίνα</span><br /> +<span class="i0">είναι τροφή εις ημάς, διατηρούσι ποικιλώτατα χρώματα ένεκα της</span><br /> +<span class="i0">μίξεως. Αλλά το χρώμα, όπερ κατά το πλείστον επικρατεί, είναι το</span><br /> +<span class="i0">ερυθρόν χρώμα, χαρακτηριστικόν δημιουργηθέν εκ της κόψεως</span><br /> +<span class="i0">του πυρός και της εντυπώσεως την οποίαν έκαμεν εις το υγρόν.</span><br /> +<span class="i0">Όθεν το χρώμα του υγρού, το οποίον ρέει εις το σώμα, έχει την</span><br /> +<span class="i0">όψιν την οποίαν περιεγράψαμεν, καλούμεν δε αυτό αίμα, και εί-</span><br /> +<span class="i0">81. | ναι η τροφή των σαρκών και όλου του σώματος, και εξ αυ-</span><br /> +<span class="i0">τού όλα τα μέλη αντλούντα γεμίζουσι τους τόπους, οίτινες κε-</span><br /> +<span class="i0">νούνται.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Ο δε τρόπος της πληρώσεως και της κενώσεως γίνεται, όπως</span><br /> +<span class="i0">γίνεται η κίνησις παντός πράγματος εις το σύμπαν, καθ' ην έκα-</span><br /> +<span class="i0">στον πράγμα φέρεται προς το συγγενές (όμοιον) αυτού. Διότι τα</span><br /> +<span class="i0">πράγματα τα υπάρχοντα πέριξ ημών έξω διαρκώς μας διαλύουσι</span><br /> +<span class="i0">και διανέμουσι το αφαιρεθέν, αποστέλλοντα εις τα καθ' έκαστα</span><br /> +<span class="i0">είδη ό,τι είναι της αυτής φύσεως. Και τα μέλη λοιπόν τα έχοντα</span><br /> +<span class="i0">αίμα εντός ημών, τα οποία κατεκόπησαν και είναι περικεκαλυμμένα</span><br /> +<span class="i0">Β. | υπό του οργανισμού εκάστου ζώου, όπως ημείς υπό του ουρα-</span><br /> +<span class="i0">νού, αναγκάζονται να μιμώνται την κίνησιν του παντός. Και ούτω</span><br /> +<span class="i0">ενώ πορεύεται προς το συγγενές του έκαστον των πραγμάτων, τα</span><br /> +<span class="i0">οποία εκόπησαν εντός ημών, το κενωθέν πληρούται πάλιν. Και</span><br /> +<span class="i0">όταν το εξερχόμενον είναι περισσότερον του εισερχομένου, κατα-</span><br /> +<span class="i0">στρέφεται το όλον, όταν δε ολιγώτερον, αυξάνεται το όλον<a class="fnsign" href="#n074">(74)</a>. Όταν</span><br /> +<span class="i0">λοιπόν η σύστασις του ζώου είναι νέα και έχη τα τρίγωνα και-</span><br /> +<span class="i0">νουργή, ως εάν μόλις ήρχοντο από την ρίζαν των στοιχείων, έχει</span><br /> +<span class="i0">C. | τότε ισχυράν την συνοχήν των μερών προς άλληλα, ενώ ο όλος</span><br /> +<span class="i0">όγκος αυτής είναι απαλός, διότι προ μικρού εγεννήθη εκ του μυε-</span><br /> +<span class="i0">λού και ετράφη με το γάλα<a class="fnsign" href="#n075">(75)</a>. Τα δε τρίγωνα εκείνα, τα οποία</span><br /> +<span class="i0">αύτη δέχεται εντός εαυτής έξωθεν εισελθόντα, εκ των οποίων απο-</span><br /> +<span class="i0">τελούνται αι τροφαί και τα ποτά, επειδή είναι παλαιότερα των</span><br /> +<span class="i0">δικών της τριγώνων και διά τούτο ασθενέστερα, αύτη τα κατα-</span><br /> +<span class="i0">νικά κόπτουσα αυτά με τα καινουργή τα ιδικά της, και καθιστά</span><br /> +<span class="i0">το ζώον μέγα, τρέφουσα αυτό εκ πολλών στοιχείων ομοίων. Αλλά</span><br /> +<span class="i0">όταν η γενεά<a class="fnsign" href="#n076">(76)</a> των τριγώνων τούτων χαλαρωθή διά τους πολλούς</span><br /> +<span class="i0">αγώνας, τους οποίους επί πολύν χρόνον εναντίον πολλών ηγωνί-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | σθη, ταύτα δεν δύνανται πλέον να κόπτωσι τα της τροφής,</span><br /> +<span class="i0">τα οποία εισέρχονται, ούτως ώστε να τα αφομοιώσι προς εαυτά,</span><br /> +<span class="i0">αλλά αυτά ταύτα υπό των έξωθεν εισερχομένων κόπτονται ευκό-</span><br /> +<span class="i0">λως. Εξασθενίζεται τότε όλον το ζώον νικηθέν τοιουτοτρόπως, και</span><br /> +<span class="i0">το πάθος τούτο ονομάζεται <b>γήρας</b>. Και επί τέλους, όταν οι δε-</span><br /> +<span class="i0">σμοί, οίτινες συνδέουσι τα τρίγωνα του μυελού, καταβληθέντες</span><br /> +<span class="i0">υπό του κόπου δεν αντέχωσι πλέον, αφίνουσι να διαλυθώσι και</span><br /> +<span class="i0">οι δεσμοί της ψυχής. Αύτη δε κατά φύσιν ελευθερωθείσα (από του</span><br /> +<span class="i0">Ε. | σώματος), πετά μετά χαράς, Διότι παν ό,τι είναι εναντίον της</span><br /> +<span class="i0">φύσεως είναι δυσάρεστον, ό,τι δε γίνεται σύμφωνα με την φύσιν</span><br /> +<span class="i0">είναι ευάρεστον. Και ο θάνατος λοιπόν ομοίως, ο προερχόμενος</span><br /> +<span class="i0">από νόσους και πληγάς είναι δυσάρεστος και βίαιος, αλλ' εκεί-</span><br /> +<span class="i0">νος, όστις μετά του γήρατος έρχεται εις τέλος σύμφωνον με την</span><br /> +<span class="i0">φύσιν, είναι ο μάλλον άπονος των θανάτων και γίνεται με ευχα-</span><br /> +<span class="i0">ρίστησιν μάλλον παρά με λύπην.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIX.</h3> +<p><b>Νοσολογία</b><a class="fnsign" href="#n077">(77)</a>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Ως προς τας νόσους, πόθεν προέρχονται αύται, είναι φανερόν</span><br /> +<span class="i0">ίσως εις πάντας. Τω όντι, επειδή τέσσαρα είναι τα είδη, εκ των</span><br /> +<span class="i0">82. | οποίων συνεπήχθη το σώμα, γη, πυρ, ύδωρ και αήρ, αφθο-</span><br /> +<span class="i0">νία ή έλλειψις τούτων παρά φύσιν, και μεταβολή γινομένη εκ του</span><br /> +<span class="i0">οικείου αυτών τόπου εις ξένον, ή και το να προσλαμβάνη έκαστον</span><br /> +<span class="i0">εις εαυτό ιδιότητα μη αρμόζουσαν εις αυτό, είτε του πυρός είτε</span><br /> +<span class="i0">άλλου είδους, (διότι υπάρχουσι πολλαί ιδιότητες ενός είδους), πάντα</span><br /> +<span class="i0">ταύτα και άλλα τοιαύτα παράγουσι διαταράξεις και νοσήματα.</span><br /> +<span class="i0">Διότι, όταν παράγεται ή μετατοπίζεται παρά φύσιν έν τούτων,</span><br /> +<span class="i0">θερμαίνονται εκείνα τα οποία ήσαν ψυχρά πρότερον, τα δε ξηρά</span><br /> +<span class="i0">Β. | γίνονται ύστερον υγρά, και τα κούφα βαρέα, και δέχονται</span><br /> +<span class="i0">πάσας τας δυνατάς μεταβολάς. Τω όντι, μόνον όταν το αυτό εις</span><br /> +<span class="i0">το αυτό πράγμα κατά την αυτήν έννοιαν και τον αυτόν τρόπον</span><br /> +<span class="i0">και κατ' αναλογίαν προστίθεται και αφαιρείται, μόνον τότε το</span><br /> +<span class="i0">πράγμα είναι ακόμη το αυτό προς εαυτό και σώον και υγιές.</span><br /> +<span class="i0">Αλλ' εκείνο, το οποίον ήθελε παραβή τινα εκ τούτων των όρων,</span><br /> +<span class="i0">είτε εισερχόμενον είτε εξερχόμενον, προξενεί ποικίλας μεταβολάς</span><br /> +<span class="i0">και νόσους και απείρους φθοράς.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">C. | Και επειδή κατά φύσιν έγειναν δεύτεραι πάλιν συνθέ-</span><br /> +<span class="i0">σεις<a class="fnsign" href="#n078">(78)</a>, ο θέλων να σκεφθή θα έλθη εις νέαν αναγνώρισιν νοσημά-</span><br /> +<span class="i0">των. Τω όντι, επειδή ο μυελός, το οστούν, η σαρξ και το νεύρον</span><br /> +<span class="i0">συνεστήθησαν εκ των πρώτων ειδών, προσέτι δε και το αίμα,</span><br /> +<span class="i0">αλλά κατά τρόπον διάφορον, τα πλείστα των νοσημάτων συμβαί-</span><br /> +<span class="i0">νουσι καθώς είπομεν πρότερον, αλλά τα μέγιστα και βαρέα γί-</span><br /> +<span class="i0">νονται τοιαύτα κατά τον εξής τρόπον: Όταν η γένεσις τούτων</span><br /> +<span class="i0">(των δευτέρων συνθέσεων) συμβαίνη αντίστροφα, τότε αύται φθεί-</span><br /> +<span class="i0">ρονται. Διότι κατά φύσιν αι σάρκες και τα νεύρα γίνονται εξ αί-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | ματος, τα μεν νεύρα εκ των ινών αυτού διά την ταυτότητα</span><br /> +<span class="i0">της φύσεως, αι δε σάρκες εκ του επιλοίπου, όπερ πηγνύεται, καθ'</span><br /> +<span class="i0">όσον αποχωρίζεται των ινών<a class="fnsign" href="#n079">(79)</a>. Το εξερχόμενον δε πάλιν εκ των</span><br /> +<span class="i0">νεύρων και της σαρκός, υγρόν γλοιώδες και παχύ, χρησιμεύει εις</span><br /> +<span class="i0">το να προσκολλά την σάρκα εις τα οστά και συνάμα να τρέφη</span><br /> +<span class="i0">και να αυξάνη αυτό το πέριξ του μυελού οστούν. Και το στραγγι-</span><br /> +<span class="i0">ζόμενον διά της πυκνότητος των οστών, ήτοι το καθαρώτατον εί-</span><br /> +<span class="i0">δος των τριγώνων, και λειότατον και παχύτατον, ρέον και στά-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | ζον από τα οστά, ποτίζει τον μυελόν. Και όταν πάντα γίνων-</span><br /> +<span class="i0">ται κατά τούτον τον τρόπον, ως επί το πλείστον επικρατεί <b>υγιεία</b>,</span><br /> +<span class="i0">όταν δε κατ' ενάντιον τρόπον, <b>νόσος</b>. Διότι όταν η σαρξ φθειρο-</span><br /> +<span class="i0">μένη εκβάλλη αντιστρόφως το διεφθαρμένον υγρόν εις τας φλέ-</span><br /> +<span class="i0">βας, τότε μετά του αέρος<a class="fnsign" href="#n080">(80)</a> υπάρχει εις τας φλέβας αίμα άφθονον</span><br /> +<span class="i0">και παντός είδους, ποικίλον εκ των χρωμάτων και των πικριών</span><br /> +<span class="i0">και ακόμη εκ των οξέων και αλμυρών χυμών, πλήρες από χολάς</span><br /> +<span class="i0">και ιχώρας (ορούς) και φλέγματα παντοειδή. Διότι, επειδή πάντα</span><br /> +<span class="i0">γίνονται αντιστρόφως και διαφθείρονται, καταστρέφουσιν αυτό το</span><br /> +<span class="i0">83. | αίμα πρώτον, και μη δίδοντα πλέον καμμίαν τροφήν εις το</span><br /> +<span class="i0">σώμα, μεταφέρονται πανταχού διά των φλεβών, χωρίς να διατη-</span><br /> +<span class="i0">ρώσι πλέον την τάξιν της φυσικής κυκλοφορίας (περιόδους)<a class="fnsign" href="#n081">(81)</a>, πο-</span><br /> +<span class="i0">λεμούντα μεν αυτά εαυτά, διότι δεν δύνανται να έχωσι καμμίαν</span><br /> +<span class="i0">ωφέλειαν αυτά εξ εαυτών, εχθρά δε όντα και καταστρεπτικά και</span><br /> +<span class="i0">διαλυτικά παντός, το οποίον εις το σώμα συντηρείται και μένει εις</span><br /> +<span class="i0">την θέσιν του. Όσον λοιπόν εκ της σαρκός παλαιότατον ον</span><br /> +<span class="i0">φθαρή, επειδή δυσκόλως χωνεύεται, γίνεται μέλαν διά την παρα-</span><br /> +<span class="i0">τεταμένην καύσιν, και επειδή είναι πικρόν, διότι διεφθάρη παντα-</span><br /> +<span class="i0">Β. | χού, προσβάλλει βαρέως παν μέρος του σώματος, το οποίον</span><br /> +<span class="i0">δεν έχει ακόμη φθαρή. Και ενίοτε το μέλαν χρώμα αντί της πι-</span><br /> +<span class="i0">κρότητος αποκτά δριμύτητα, όταν δηλ. η πικρία πολύ λεπτύνε-</span><br /> +<span class="i0">ται. Άλλοτε δε η πικρία βαφείσα εις το αίμα λαμβάνει χρώμα</span><br /> +<span class="i0">ερυθρότερον και αν αναμιχθή και μέλαν γίνεται πράσινον (χλοώ-</span><br /> +<span class="i0">δες). Προσέτι δε το ξανθόν χρώμα μιγνύεται με την πικρίαν, όταν</span><br /> +<span class="i0">είναι νέα η σαρξ και φθείρηται υπό του πυρός της φλογώσεως.</span><br /> +<span class="i0">Και πάντα ταύτα τα υγρά έλαβον κοινόν όνομα <b>χολήν</b>, δοθέν υπό</span><br /> +<span class="i0">C. | τινων ιατρών ή και υπό άλλου τινός, όστις ήτο ικανός να</span><br /> +<span class="i0">προσέχη εις πολλά και ανόμοια πράγματα και να βλέπη ότι εις</span><br /> +<span class="i0">αυτά υπάρχει έν κοινόν χαράκτηριστικόν άξιον μιας επωνυμίας</span><br /> +<span class="i0">εις όλα. Τα διάφορα δε είδη της χολής, οσαδήποτε αναφέρονται,</span><br /> +<span class="i0">από το χρώμα έλαβεν έκαστον αυτών ίδιον όνομα. Ως προς τον</span><br /> +<span class="i0">ιχώρα δε, ο μεν ορός του αίματος είναι ήμερος, ο δε της μαύ-</span><br /> +<span class="i0">ρης και οξείας χολής είναι άγριος (δριμύς), όταν ένεκα της θερ-</span><br /> +<span class="i0">μότητος αναμιγνύεται με αλμυράν δύναμιν (χυμόν)· ονομάζεται</span><br /> +<span class="i0">δε ούτος οξύ φλέγμα. Εκείνο δε πάλιν, όπερ διά (της επιδράσεως)</span><br /> +<span class="i0">Δ. | του αέρος διαλύεται εκ νέας και τρυφεράς σαρκός, αφού εξ-</span><br /> +<span class="i0">ογκωθή υπό του ανέμου και περικυκλωθή υπό της υγρότητος,</span><br /> +<span class="i0">επειδή εκ του πάθους τούτου γεννώνται πομφόλυγες, των οποίων</span><br /> +<span class="i0">εκάστη είναι αόρατος διά την σμικρότητα, αλλά όλαι ομού παρου-</span><br /> +<span class="i0">σιάζουσιν ένα όγκον ορατόν και έχουσι χρώμα λευκόν διά την</span><br /> +<span class="i0">γέννησιν αφρού, όλη αύτη η φθορά σαρκός τρυφεράς αναμεμι-</span><br /> +<span class="i0">γμένη με αέρα λέγομεν ότι είναι το <b>λευκόν φλέγμα. Ορός</b> δε</span><br /> +<span class="i0">Ε. | του φλέγματος το οποίον νεωστί εσχηματίσθη είναι ο <b>ιδρώς</b></span><br /> +<span class="i0">και το <b>δάκρυον</b> και όσα άλλα τοιαύτα χύνει το σώμα έξω καθ'</span><br /> +<span class="i0">ημέραν καθαριζόμενον. Και όλα ταύτα γίνονται αίτια νοσημάτων,</span><br /> +<span class="i0">όταν το αίμα δεν γίνεται άφθονον φυσικώς εκ των τροφών και των</span><br /> +<span class="i0">ποτών, αλλ' απεναντίας λαμβάνη όγκον παρά τους νόμους της</span><br /> +<span class="i0">φύσεως. Καίτοι λοιπόν διαλύονται υπό των νόσων τα μέρη της</span><br /> +<span class="i0">σαρκός, εάν μένωσιν αι ρίζαι αυτών, η δύναμις του κακού ελατ-</span><br /> +<span class="i0">τούται εις το ήμισυ, διότι η σαρξ δύναται ευκόλως να αναπλασθή.</span><br /> +<span class="i0">84. | Αλλά όταν νοσήση το υγρόν το συνδέον τας σάρκας με τα</span><br /> +<span class="i0">οστά, και αποχωριζόμενον από των ινών άμα και των νεύρων, δεν</span><br /> +<span class="i0">γίνεται πλέον τροφή εις το οστούν, ούτε δεσμός της σαρκός με το</span><br /> +<span class="i0">οστούν, αλλ' ενώ ήτο λιπαρόν και λείον και γλοιώδες, γίνεται</span><br /> +<span class="i0">τραχύ και αλμυρόν, διότι εξηράνθη υπό της κακής διαίτης, τότε</span><br /> +<span class="i0">παν το πάσχον τα τοιαύτα φθείρεται αφ' εαυτού υπό τας σάρκας</span><br /> +<span class="i0">και τα νεύρα και αποχωρίζεται από των οστών. Αι δε σάρκες</span><br /> +<span class="i0">Β. | πίπτουσαι εκ των ριζών αυτών αφίνουσι τα νεύρα γυμνά και</span><br /> +<span class="i0">πλήρη άλμης, εμπίπτουσαι δε πάλιν εις το ρεύμα του αίματος,</span><br /> +<span class="i0">πολλαπλασιάζουσι τα ειρημένα νοσήματα. Αλλά αν και είναι βα-</span><br /> +<span class="i0">ρέα τα παθήματα ταύτα του σώματος, υπάρχουσιν ακόμη μεγα-</span><br /> +<span class="i0">λύτερα τούτων, προηγούμενα<a class="fnsign" href="#n082">(82)</a> αυτών, οσάκις το οστούν ένεκα</span><br /> +<span class="i0">της πυκνότητος της σαρκός μη έχον αρκετήν αναπνοήν, θερμαι-</span><br /> +<span class="i0">νόμενον υπό του ευρώτος (μούχλας) και σηπόμενον (γαγγραινιά-</span><br /> +<span class="i0">C. | ζον) δεν δέχεται πλέον τροφήν, η δε τροφή χυνομένη πάλιν</span><br /> +<span class="i0">εις τας σάρκας και αι σάρκες εις το αίμα καθιστώσι τα νοσή-</span><br /> +<span class="i0">ματα πάντα βαρύτερα των προειρημένων. Το χείριστον δε πάντων</span><br /> +<span class="i0">είναι, όταν αυτή η φύσις του μυελού νοσήση διά τινα έλλειψιν ή</span><br /> +<span class="i0">υπερβολήν, και τούτο παράγει τα μέγιστα νοσήματα και τα μά-</span><br /> +<span class="i0">λιστα ικανά να φέρωσι τον θάνατον, διότι τότε εξ ανάγκης πάσα</span><br /> +<span class="i0">η φύσις του σώματος βαίνει αντίστροφα.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XL.</h3> +<p><b>Νοσολογία (συνέχεια)</b><a class="fnsign" href="#n083">(83)</a>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Τρίτον δε είδος νοσημάτων υπάρχει, όπερ δέον να θεωρήσω-</span><br /> +<span class="i0">μεν ότι γίνεται εκ τριών αιτίων, υπό του αέρος, δεύτερον υπό του</span><br /> +<span class="i0">Δ. | φλέγματος και τρίτον υπό της χολής. Διότι όταν ο <b>ταμίας</b></span><br /> +<span class="i0">του αέρος εις το σώμα, δηλ. ο πνεύμων, δεν παρέχη τας διεξόδους</span><br /> +<span class="i0">καθαράς, διότι έχει φραχθή από άλλα ρεύματα<a class="fnsign" href="#n084">(84)</a>, εξ ενός μεν</span><br /> +<span class="i0">επειδή ο αήρ δεν δύναται να εισέρχηται, εξ ετέρου δε επειδή εισ-</span><br /> +<span class="i0">έρχεται περισσότερος του δέοντος, σαπίζει όσα μέρη δεν λαμβά-</span><br /> +<span class="i0">νουσιν αναψυχήν (δεν δροσίζονται), εισδύων δε διά βίας εις τας</span><br /> +<span class="i0">φλέβας και συστρέφων αυτάς, διαλύει το σώμα και μένει εγκε-</span><br /> +<span class="i0">κλεισμένος εν μέσω αυτού, πιέζων το διάφραγμα. Εκ των αιτιών</span><br /> +<span class="i0">Ε. | τούτων γεννώνται πολυάριθμα νοσήματα οδυνηρά μετά αφθό-</span><br /> +<span class="i0">νου ιδρώτος. Πολλάκις δε, όταν η σαρξ εις το σώμα χωρίζηται,</span><br /> +<span class="i0">ο αήρ, ο οποίος γεννάται εντός και αδυνατεί να εύρη έξοδον, προ-</span><br /> +<span class="i0">ξενεί τους αυτούς πόνους, τους οποίους γεννώσι και τα εξωτερικά</span><br /> +<span class="i0">αίτια, πόνους, οίτινες είναι μέγιστοι, οσάκις ο αήρ, περικυκλώνων</span><br /> +<span class="i0">τα νεύρα και τας παρακειμένας μικράς φλέβας και εξογκώνων τους</span><br /> +<span class="i0">μυς των ώμων και τα σχετικά νεύρα, παράγη μίαν τάσιν προς τα</span><br /> +<span class="i0">οπίσω. Τα νοσήματα δε ταύτα ακριβώς διά το πάθημα της τά-</span><br /> +<span class="i0">σεως ωνομάσθησαν <b>τέτανοι</b> και <b>οπισθότονοι</b>. Και η θεραπεία</span><br /> +<span class="i0">τούτων είναι δύσκολος· διότι μόνον οι πυρετοί επερχόμενοι δύναν-</span><br /> +<span class="i0">85. | ται υπέρ παν άλλο να διαλύσωσιν αυτάς. Ούτω το λευκόν</span><br /> +<span class="i0">φλέγμα διά τον αέρα των πομφολύγων του είναι επικίνδυνον, όταν</span><br /> +<span class="i0">εγκλείεται ούτος, και εάν έχη εκπνοάς έξω του σώματος είναι</span><br /> +<span class="i0">ηπιώτερον, αλλά καθιστά το σώμα ποικίλον, διότι γεννά εξανθή-</span><br /> +<span class="i0">ματα και λευκά στίγματα και άλλα τοιαύτα νοσήματα. Εάν δε</span><br /> +<span class="i0">αναμιχθή με μαύρην χολήν και διασκορπισθή εις τας εν τη κε-</span><br /> +<span class="i0">φαλή κυκλοφορίας, αίτινες είναι θειόταται, και συνταράξη αυτάς,</span><br /> +<span class="i0">όταν μεν επέρχεται κατά τον ύπνον είναι ημερώτερον, όταν δε</span><br /> +<span class="i0">επιτίθεται κατά την εγρήγορσιν δυσκόλως το σώμα απαλλάσσεται</span><br /> +<span class="i0">Β. | αυτού. Και το νόσημα τούτο, επειδή είναι φύσεως ιεράς, δι-</span><br /> +<span class="i0">καίως λέγεται ιερά νόσος. — Το οξύ δε και αλμυρόν φλέγμα είναι</span><br /> +<span class="i0">η πηγή όλων των καταρροϊκών νοσημάτων· και επειδή οι τόποι,</span><br /> +<span class="i0">εις τους οποίους ρέει, είναι διαφορώτατοι, λαμβάνει και διάφορα</span><br /> +<span class="i0">ονόματα. — Ως προς τας φλογώσεις δε του σώματος, αίτινες κα-</span><br /> +<span class="i0">λούνται ούτω εκ του ότι το σώμα καίεται και φλέγεται, όλαι γεν-</span><br /> +<span class="i0">C. | νώνται εκ της χολής. Διότι, όταν αύτη ευρίσκη αναπνοάς προς</span><br /> +<span class="i0">τα έξω, βράζουσα εκπέμπει ποικίλα εξογκώματα, αλλ' εάν μένη</span><br /> +<span class="i0">κατάκλειστος μέσα, γεννά πολλά νοσήματα φλογιστικά. Και το</span><br /> +<span class="i0">μέγιστον είναι, όταν η χολή, αναμιχθείσα με καθαρόν αίμα, δια-</span><br /> +<span class="i0">σκορπίζη έξω της θέσεως των τας ίνας, αίτινες ήσαν διεσπαρμένοι</span><br /> +<span class="i0">εις το αίμα, ίνα τούτο έχη συμμετρίαν λεπτότητος και πάχους,</span><br /> +<span class="i0">και διά την πολλήν θερμότητα μη τρέχη ως ρευστόν έξω του σώ-</span><br /> +<span class="i0">ματος αραιωθέντος<a class="fnsign" href="#n085">(85)</a>, μήτε πάλιν διά την πολλήν πυκνότητα γενό-</span><br /> +<span class="i0">μενον δυσκίνητον μόλις και μετά βίας κυκλοφορή εις τας φλέβας.</span><br /> +<span class="i0">Δ. | Την αναλογίαν (μέτρον) ταύτην διατηρούσιν αι ίνες δι' αυτήν</span><br /> +<span class="i0">την φυσικήν σύστασίν των. Διότι, όταν τις αφαιρών αυτάς και εκ</span><br /> +<span class="i0">νεκρού και πηχθέντος αίματος τας συνάγη, τότε όλον το λοιπόν αίμα</span><br /> +<span class="i0">αφανίζεται. Εάν όμως αφεθώσιν εκεί, ταχέως θα το πήξωσι με</span><br /> +<span class="i0">την βοήθειαν του περικυκλούντος αυτό ψύχους. Επειδή δε ταύ-</span><br /> +<span class="i0">την την δύναμιν έχουσιν αι ίνες εις το αίμα, η χολή, ήτις ήτο φύ-</span><br /> +<span class="i0">σει παλαιόν αίμα<a class="fnsign" href="#n086">(86)</a>, και ήτις πάλιν από τας σάρκας επιστρέφει ίνα</span><br /> +<span class="i0">διαλυθή εις αυτό, κατά πρώτον χυνομένη θερμή και υγρά ολίγον κατ'</span><br /> +<span class="i0">ολίγον, διά της επενεργείας των ινών πήγνυται· πηγνυμένη δε και</span><br /> +<span class="i0">Ε. | σβυνομένη διά βίας, παράγει εντός χειμώνα και τρόμον. Όταν</span><br /> +<span class="i0">δε επιρρέη αφθονωτέρα και υπερνικά διά της θερμότητος αυτής,</span><br /> +<span class="i0">βράζουσα διαταράττει και θέτει εις αταξίαν τας ίνας. Και εάν</span><br /> +<span class="i0">είναι ικανή να νικήση μέχρι τέλους, εισχωρήσασα εις την ουσίαν</span><br /> +<span class="i0">του μυελού, διαλύει εκείθεν καίουσα τα παλαμάρια της ψυχής,</span><br /> +<span class="i0">όπως λύουσι τα σχοινία ενός πλοίου, και την αφίνει ελευθέραν.</span><br /> +<span class="i0">Όταν όμως είναι ασθενεστέρα και το σώμα ανθίσταται εις την</span><br /> +<span class="i0">διάλυσιν, τότε η χολή νικάται και ή φεύγει εξ όλου του σώματος,</span><br /> +<span class="i0">ή αποκρουσθείσα διά των φλεβών εις την κάτω ή την άνω κοι-</span><br /> +<span class="i0">λίαν, φεύγουσα εκ του σώματος, ως εξόριστος από πόλιν στασιά-</span><br /> +<span class="i0">86. | σασαν<a class="fnsign" href="#n087">(87)</a>, παράγει διαρροίας και δυσεντερίας και πάντα τα</span><br /> +<span class="i0">άλλα τοιαύτα νοσήματα.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Όταν τέλος το σώμα νοσήση προ πάντων από υπερβολικόν</span><br /> +<span class="i0">πυρ (θερμότητα), γεννώνται καύματα και πυρετοί συνεχείς, όταν</span><br /> +<span class="i0">δε από υπερβολήν αέρος, καθημερινοί πυρετοί<a class="fnsign" href="#n088">(88)</a>, τριταίοι δε από</span><br /> +<span class="i0">υπερβολήν ύδατος, διότι το ύδωρ κινείται βραδύτερον του αέρος</span><br /> +<span class="i0">και του πυρός· όταν δε από υπερβολήν γης, επειδή αύτη είναι</span><br /> +<span class="i0">κατά τέταρτον λόγον βραδυτάτη και καθαρίζεται εις περιόδους</span><br /> +<span class="i0">τετραπλασίας χρόνου, γεννώνται οι τεταρταίοι<a class="fnsign" href="#n089">(89)</a> πυρετοί και μετά</span><br /> +<span class="i0">μεγάλης δυσκολίας θεραπεύονται.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLI.</h3> +<p><b>Ψυχικαί νόσοι</b><a class="fnsign" href="#n090">(90)</a>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Β. | Και τα μεν νοσήματα του σώματος τοιουτοτρόπως γεν-</span><br /> +<span class="i0">νώνται, τα δε της ψυχής γίνονται εκ της σωματικής διαθέσεως</span><br /> +<span class="i0">κατά τον εξής τρόπον: Ότι η νόσος της ψυχής είναι η αφροσύνη·</span><br /> +<span class="i0">δέον να το ομολογήσωμεν, αλλά της αφροσύνης δύο είναι τα είδη·</span><br /> +<span class="i0">το έν είναι η μανία και το άλλο η αμαθία. Οιονδήποτε λοιπόν</span><br /> +<span class="i0">πάθος, όπερ πάσχων τις έχει εν εαυτώ το έν ή το άλλο, δέον να</span><br /> +<span class="i0">είπωμεν αυτό νόσον. Και ηδοναί δε και λύπαι υπερβολικαί πρέπει</span><br /> +<span class="i0">να παραδεχθώμεν ότι είναι εκ των μεγίστων νόσων της ψυχής.</span><br /> +<span class="i0">Διότι ο άνθρωπος όστις αισθάνεται υπερβολικήν χαράν, ή και υπό</span><br /> +<span class="i0">C. | λύπης ευρίσκεται εις την εναντίαν κατάστασιν, σπεύδων άλλο</span><br /> +<span class="i0">μεν να συλλάβη ουχί εις κατάλληλον καιρόν, άλλο δε να απο-</span><br /> +<span class="i0">φύγη, δεν δύναται ούτε να ίδη ούτε να ακούση ορθώς κανέν πρά-</span><br /> +<span class="i0">γμα, αλλά λυσσά και δεν έχει πλέον την δύναμιν να κάμνη χρή-</span><br /> +<span class="i0">σιν του λογικού. Εκείνος δε, εις τον οποίον γεννάται σπέρμα</span><br /> +<span class="i0">άφθονον και ορμητικόν εις τον μυελόν, και είναι ως δένδρον, όπερ</span><br /> +<span class="i0">καρποφορεί περισσότερον του φυσικού μέτρου, ούτος δοκιμάζων</span><br /> +<span class="i0">πολλάς λύπας και πολλάς ηδονάς εις τας επιθυμίας και εις τα</span><br /> +<span class="i0">αποτελέσματα αυτών, και γινόμενος μανιακός κατά το περισσό-</span><br /> +<span class="i0">τερον μέρος της ζωής του διά τας μεγίστας ταύτας ηδονάς και</span><br /> +<span class="i0">Δ. | λύπας, ενώ έχει την ψυχήν νοσηράν και άφρονα ένεκα του</span><br /> +<span class="i0">σώματος, δεν θεωρείται ως έχων νόσον, αλλά κακώς νομίζεται</span><br /> +<span class="i0">ότι είναι εκουσίως κακός. Αλλ' όμως το αληθές είναι ότι η ακολα-</span><br /> +<span class="i0">σία εις τας αφροδισίους ηδονάς κατέστη εις αυτόν νόσος της ψυχής</span><br /> +<span class="i0">κατά μέγα μέρος ένεκα διαθέσεως ενός μόνου είδους, όπερ διά την</span><br /> +<span class="i0">αραιότητα των οστών ρέει εις το σώμα και το υγραίνει. Και σχε-</span><br /> +<span class="i0">δόν πάντα όσα λέγονται ακρασία εις τας ηδονάς προς όνειδος, ως</span><br /> +<span class="i0">εάν οι κακοί ήσαν τοιούτοι εκουσίως, δεν προσάπτουσιν ορθώς</span><br /> +<span class="i0">Ε. | όνειδος. Διότι ουδείς είναι κακός εκουσίως<a class="fnsign" href="#n091">(91)</a> αλλά διά τινα</span><br /> +<span class="i0">κακήν διάθεσιν του σώματος ή δι' έλλειψιν ανατροφής ο κακός</span><br /> +<span class="i0">γίνεται κακός. Και ταύτα είναι ατυχήματα εις πάντας και συμ-</span><br /> +<span class="i0">βαίνουσιν και εις εκείνον, όστις δεν θέλει. Και πάλιν ως προς τας</span><br /> +<span class="i0">λύπας κατά τον αυτόν τρόπον η ψυχή λαμβάνει πολλάς συμφοράς</span><br /> +<span class="i0">διά του σώματος. Διότι όπου οι χυμοί των οξέων φλεγμάτων, και</span><br /> +<span class="i0">των αλυκών και όσοι είναι πικροί και χολώδεις πλανηθέντες εις</span><br /> +<span class="i0">το σώμα δεν ευρίσκουσι μεν αναπνοήν προς τα έξω, αλλά περι-</span><br /> +<span class="i0">φερόμενοι εντός αποτελούσι κράμα αναμιγνύοντες τους ιδίους αυ-</span><br /> +<span class="i0">87. | τών ατμούς με την κίνησιν της ψυχής, εκεί παράγουσι παν-</span><br /> +<span class="i0">τοειδή ψυχικά νοσήματα άλλοτε μεν περισσότερα, άλλοτε δε ολι-</span><br /> +<span class="i0">γώτερα, και άλλοτε μικρότερα ή μεγαλείτερα, Και τα νοσήματα</span><br /> +<span class="i0">ταύτα μεταφερόμενα εις τας τρεις έδρας της ψυχής, όπου έκα-</span><br /> +<span class="i0">στον αυτών προσπέση, εκεί παράγει πολλάς και διαφόρους ποι-</span><br /> +<span class="i0">κιλίας δυσαρεσκείας και λύπης, και άλλας θρασύτητος και δει-</span><br /> +<span class="i0">λίας, και προσέτι λήθης ομού και δυσμαθίας. Εκτός δε τούτων,</span><br /> +<span class="i0">όταν από ανθρώπους ούτω κακώς συγκεκροτημένους γίνωνται κα-</span><br /> +<span class="i0">καί πολιτείαι, και κατ' ιδίαν και δημοσίως εις τας πόλεις εκφωνών-</span><br /> +<span class="i0">Β. | ται λόγοι, προσέτι δε δεν μανθάνωνται υπό των νέων μαθή-</span><br /> +<span class="i0">ματα θεραπεύοντα τα κακά ταύτα, τότε, τοιουτοτρόπως όλοι γίνον-</span><br /> +<span class="i0">ται κακοί, όσοι είναι τοιούτοι, διά τας δύο αιτίας όλως ακουσίας.</span><br /> +<span class="i0">Και διά ταύτα πρέπει να μεμφώμεθα τους γονείς μάλλον παρά</span><br /> +<span class="i0">τα τέκνα και τους ανατρέφοντας μάλλον παρά τους ανατρεφομέ-</span><br /> +<span class="i0">νους. Λοιπόν πρέπει να έχωμεν προθυμίαν, όσον είναι δυνατόν</span><br /> +<span class="i0">διά της αγωγής, διά των θεσμών και των διδασκαλιών να φεύγω-</span><br /> +<span class="i0">μεν την κακίαν· να αποκτήσωμεν δε το εναντίον. Αλλά τούτο εί-</span><br /> +<span class="i0">ναι άλλη σειρά λόγων.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLII.</h3> +<p><b>Θεραπευτική</b><a class="fnsign" href="#n092">(92)</a>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">C. | Εκείνο δε πάλιν, το οποίον είναι αντίστροφον προς ταύτα,</span><br /> +<span class="i0">ήτοι το αναφερόμενον εις τας θεραπείας των σωμάτων και των</span><br /> +<span class="i0">διανοιών, δηλαδή διά ποίων μέσων συντηρούνται ταύτα, πάλιν είναι</span><br /> +<span class="i0">φυσικόν και πρέπον να εκθέσωμεν προς ανταπόδοσιν. Διότι είναι</span><br /> +<span class="i0">ορθότερον ο λόγος να πραγματεύηται περί των αγαθών μάλλον</span><br /> +<span class="i0">παρά περί των κακών. Παν λοιπόν το αγαθόν είναι καλόν· το δε</span><br /> +<span class="i0">καλόν δεν είναι άνευ μέτρου. Και το ζώον λοιπόν, το οποίον μέλ-</span><br /> +<span class="i0">λει να είναι τοιούτον, πρέπει να υποθέσωμεν ότι έχει μέτρον</span><br /> +<span class="i0">και αναλογίαν. Αλλά εκ των συμμετριών αντιλαμβανόμενοι τας</span><br /> +<span class="i0">Δ. | σμικράς τας μετρούμεν, τας δε σπουδαιοτάτας και τας μεγί-</span><br /> +<span class="i0">στας τας αμελούμεν εντελώς. Διότι ως προς τας υγείας και τας</span><br /> +<span class="i0">νόσους, και τας αρετάς και τας κακίας ουδεμία συμμετρία ή ασυμ-</span><br /> +<span class="i0">μετρία είναι μεγαλυτέρα από εκείνην την ψυχής προς το σώμα</span><br /> +<span class="i0">αυτής. Και εκ τούτων ουδέν εξετάζομεν, ούτε εννοούμεν ότι, όταν</span><br /> +<span class="i0">ψυχή ισχυρά και μεγάλη κατά παν μέρος αυτής φέρηται υπό σώ-</span><br /> +<span class="i0">ματος ασθενεστέρου ή μικροτέρου, και όταν ακόμη τα δύο ταύτα</span><br /> +<span class="i0">συνδυάζωνται αντιστρόφως, το όλον ζώον δεν είναι ωραίον. Διότι</span><br /> +<span class="i0">είναι ασύμμετρον κατά τας σπουδαιοτάτας συμμετρίας, το δε ευ-</span><br /> +<span class="i0">ρισκόμενον εις εναντίαν κατάστασιν είναι το ωραιότατον και ερα-</span><br /> +<span class="i0">σμιώτατον θέαμα εις εκείνον, όστις δύναται να παρατηρή. Καθώς</span><br /> +<span class="i0">Ε. | λοιπόν σώμα τι με σκέλη μακρότατα ή έχον άλλην τινά</span><br /> +<span class="i0">αφθονίαν δυσανάλογον προς εαυτό, όχι μόνον είναι αισχρόν, αλλά</span><br /> +<span class="i0">και εις τους κοινούς σκοπούς<a class="fnsign" href="#n093">(93)</a> προξενούν πολλούς καμάτους και</span><br /> +<span class="i0">πολλά σπάσματα και διά την παραφοράν αυτού πολλάς πτώσεις,</span><br /> +<span class="i0">είναι αίτιον εις εαυτό πολλών κακών, ούτω το αυτό τούτο πρέ-</span><br /> +<span class="i0">πει να νοήσωμεν και περί του συνδυασμού τούτου, το οποίον ονο-</span><br /> +<span class="i0">μάζομεν ζώον. Ότι δηλ. όταν η ψυχή ήτις είναι εις αυτό, ούσα</span><br /> +<span class="i0">88. | υπερτέρα του σώματος, ευρίσκεται εις ερεθισμόν μέγαν τα-</span><br /> +<span class="i0">ράττουσα αυτό όλον εντός, το γεμίζει από νόσους· και όταν αύτη</span><br /> +<span class="i0">παραδίδεται συντόνως εις μελέτας και ζητήματα, φθείρει αυτό·</span><br /> +<span class="i0">και όταν κάμνη διδαχάς και μάχας διά λόγων δημοσίως και ιδιω-</span><br /> +<span class="i0">τικώς, διά των ερίδων και φιλονεικιών, αίτινες γεννώνται, φλέγουσα</span><br /> +<span class="i0">αυτό όλον το διαλύει<a class="fnsign" href="#n094">(94)</a>, και παράγουσα ρεύματα απατά τους πλεί-</span><br /> +<span class="i0">στους των λεγομένων ιατρών και κάμνει αυτούς να αποδίδωσι το</span><br /> +<span class="i0">κακόν εις άλλας αιτίας. Και όταν πάλιν σώμα τι μέγα και γεν-</span><br /> +<span class="i0">ναιότατον ευρίσκεται συνδεδεμένον με μικράν και ασθενή διά-</span><br /> +<span class="i0">Β. | νοιαν, επειδή φύσει υπάρχουσιν εις τους ανθρώπους δύο είδη</span><br /> +<span class="i0">επιθυμιών, τροφής διά το σώμα και σοφίας δι' εκείνο, όπερ εν</span><br /> +<span class="i0">ημίν είναι το θειότατον, επειδή αι κινήσεις του ισχυροτέρου νι-</span><br /> +<span class="i0">κώσι και αυξάνουσι το μέρος αυτών, ενώ την ψυχήν καθιστώσι</span><br /> +<span class="i0">μωράν και δύσκολον να μανθάνη και να ενθυμήται, παράγουσι την</span><br /> +<span class="i0">μεγίστην νόσον, την αμαθίαν. Υπάρχει όμως μία μόνη σωτηρία</span><br /> +<span class="i0">εις αμφότερα ταύτα, να μη ασκώμεν την ψυχήν άνευ του σώμα-</span><br /> +<span class="i0">τος μήτε το σώμα άνευ της ψυχής, ίνα ούτω υπερασπιζόμενα το έν</span><br /> +<span class="i0">C. | κατά του άλλου γίνωνται ισόρροπα και υγιά. Ο μαθηματι-</span><br /> +<span class="i0">κός<a class="fnsign" href="#n095">(95)</a> λοιπόν ή ο εργαζόμενος με τον νουν αυτού συντόνως ε;iς</span><br /> +<span class="i0">τινα άλλην επιστήμην πρέπει να δίδη και εις το σώμα την απαι-</span><br /> +<span class="i0">τουμένην άσκησιν, προσοικειούμενος την γυμναστικήν, και πάλιν</span><br /> +<span class="i0">ο επιμελώς περιποιούμενος το σώμα του πρέπει να αποδίδη αντί</span><br /> +<span class="i0">τούτου τας κινήσεις της ψυχής του, μεταχειριζόμενος μουσικήν</span><br /> +<span class="i0">και μελετών πάσαν φιλοσοφίαν, εάν μέλλη δικαίως να ονομάζηται</span><br /> +<span class="i0">συνάμα μεν ωραίος, συνάμα δε αγαθός αληθώς.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Και συμφώνως προς αυτά ταύτα πρέπει να θεραπεύωμεν και</span><br /> +<span class="i0">τα ιδιαίτερα μέλη του σώματος, μιμούμενοι τα συμβαίνοντα εις το</span><br /> +<span class="i0">σύμπαν. Δηλαδή επειδή το σώμα καίεται και ψύχεται από τα</span><br /> +<span class="i0">Δ. | εισερχόμενα, και πάλιν από τα έξω πράγματα ξηραίνεται και</span><br /> +<span class="i0">υγραίνεται και δέχεται εντυπώσεις συμφώνους με ταύτα τα πρά-</span><br /> +<span class="i0">γματα ένεκα των δύο κινήσεων τούτων, όταν τις παραδίδη έρμαιον</span><br /> +<span class="i0">εις τας κινήσεις ταύτας το σώμα του ενώ ευρίσκεται εις ανάπαυ-</span><br /> +<span class="i0">σιν, τούτο νικηθέν υπ' αυτών καταστρέφεται. Εάν όμως μιμήται εκεί-</span><br /> +<span class="i0">νην, την οποίαν ωνομάσαμεν μητέρα και τροφόν του παντός<a class="fnsign" href="#n096">(96)</a> και</span><br /> +<span class="i0">δεν αφίνη ποτέ το σώμα του να μένη εις ησυχίαν, αλλά το κινή</span><br /> +<span class="i0">και διαρκώς προξενή εις αυτό όλον σεισμούς τινας, τότε το υπε-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | ρασπίζει συμφώνως προς την φύσιν κατά των εξωτερικών</span><br /> +<span class="i0">και εσωτερικών κινήσεων, και με τον μέτριον τούτον σεισμόν</span><br /> +<span class="i0">βάλλει εις τάξιν κατά συγγένειαν προς την αμοιβαίαν αυτών θέσιν</span><br /> +<span class="i0">τας πλανωμένας εντυπώσεις του σώματος και τα μέρη αυτού συμ-</span><br /> +<span class="i0">φώνως προς όσα είπομεν πρότερον ομιλούντες περί του παντός.</span><br /> +<span class="i0">Ο πράττων ταύτα δεν θα θέση εχθρόν πλησίον εχθρού ούτε θα</span><br /> +<span class="i0">αφίση να γεννηθώσι πόλεμοι και ασθένειαι εις το σώμα αυτού,</span><br /> +<span class="i0">αλλά θα κάμη ώστε φίλος τεθείς πλησίον φίλου να παρέχη την</span><br /> +<span class="i0">89. | υγιείαν. Αφ' ετέρου εκ των κινήσεων αρίστη είναι η γινο-</span><br /> +<span class="i0">μένη εν εαυτή και αφ' εαυτής (διότι είναι συγγενεστάτη με την</span><br /> +<span class="i0">κίνησιν της διανοίας και της του σύμπαντος), χειροτέρα δε είναι</span><br /> +<span class="i0">η γινομένη υπ' άλλου, και χειρίστη είναι εκείνη ήτις εις το σώμα,</span><br /> +<span class="i0">όταν κατάκειται και ησυχάζη, δίδεται υπό άλλων κατά τα ιδιαίτερα</span><br /> +<span class="i0">μέρη αυτού. Διά τούτο εκ των καθάρσεων και των αναπλάσεων</span><br /> +<span class="i0">του σώματος εκείνη, η οποία γίνεται διά της γυμναστικής είναι</span><br /> +<span class="i0">η αρίστη· δευτέρα δε έρχεται η διά των αιωρήσεων, είτε εντός</span><br /> +<span class="i0">πλοίων είτε εντός οιωνδήποτε οχημάτων γίνονται χωρίς να προ-</span><br /> +<span class="i0">Β. | ξενώσι κόπον. Τρίτον δε είδος κινήσεων είναι χρήσιμον μό-</span><br /> +<span class="i0">νον, όταν απολύτως αναγκάζεται τις, άλλως δε δεν πρέπει ουδέ-</span><br /> +<span class="i0">ποτε να το δέχηται όστις έχει νουν, και τούτο είναι το γινόμενον</span><br /> +<span class="i0">διά φαρμακευτικής καθάρσεως χάριν ιατρείας. Διότι τα νοσήματα,</span><br /> +<span class="i0">όσα δεν έχουσι μεγάλους κινδύνους δεν πρέπει να τα ερεθίζωμεν</span><br /> +<span class="i0">με φάρμακα. Και τω όντι, η πορεία των νόσων ομοιάζει τρόπον</span><br /> +<span class="i0">τινά με την φύσιν των ζώων, διότι και η σύστασις των ζώων έχει</span><br /> +<span class="i0">περίοδον ζωής προσδιωρισμένην διά τα ιδιαίτερα είδη<a class="fnsign" href="#n097">(97)</a>, ομοίως</span><br /> +<span class="i0">δε έκαστον ζώον καθ' εαυτό έχει εκ φύσεως μοιραίον χρόνον ζωής</span><br /> +<span class="i0">εξαιρουμένων των αναποφεύκτων παθημάτων. Διότι τα τρίγωνα</span><br /> +<span class="i0">C. | εκάστου ατόμου ευθύς εξ αρχής αποτελούνται με μίαν προσ-</span><br /> +<span class="i0">διωρισμένην δύναμιν, ώστε είναι ικανά να διαρκέσωσι μέχρι τινός</span><br /> +<span class="i0">χρόνου, πέραν του οποίου δεν δύναται να εξακολουθήση η ζωή.</span><br /> +<span class="i0">Κατά τον αυτόν τρόπον είναι και η σύστασις των νοσημάτων. Και</span><br /> +<span class="i0">όταν τις καταστρέφη ταύτην έξω του πεπρωμένου χρόνου με</span><br /> +<span class="i0">φάρμακα, γίνονται συνήθως εκ μικρών μεγάλα νοσήματα και εξ</span><br /> +<span class="i0">ολίγων πολλά. Διά τούτο πρέπει πάντα τα τοιαύτα νοσήματα να</span><br /> +<span class="i0">κυβερνά τις με δίαιτας του ζην, καθ' όσον έχει την ευκολίαν, αλλά</span><br /> +<span class="i0">Δ. | να μη τα ερεθίζη με φάρμακα και να κάμνη δυσκολωτέραν</span><br /> +<span class="i0">την θεραπείαν του κακού.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIII.</h3> +<p><b>Αγωγή ψυχής</b><a class="fnsign" href="#n098">(98)</a>.</p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Αρκούσι τα ειρημένα περί του ζώου κατά το σύνολον αυτού</span><br /> +<span class="i0">και περί του σωματικού μέρους αυτού και περί του τρόπου καθ'</span><br /> +<span class="i0">ον τις κυβερνών τούτο και κυβερνώμενος<a class="fnsign" href="#n099">(99)</a> υπ' αυτού δύναται να</span><br /> +<span class="i0">ζήση συμφωνότατα με τον λόγον. Αλλά περισσότερον τούτου και</span><br /> +<span class="i0">πρότερον αυτού το μέρος εκείνο, όπερ θα παιδαγωγήση αυτό (το</span><br /> +<span class="i0">σώμα), πρέπει όσον είναι δυνατόν να το προετοιμάσωμεν ούτως, ώστε</span><br /> +<span class="i0">να είναι κάλλιστον και άριστον προς το έργον της παιδαγωγίας.</span><br /> +<span class="i0">Να πραγματευθώμεν λοιπόν ακριβώς περί τούτων θα ήτο έργον</span><br /> +<span class="i0">Ε. | αρκετά μέγα καθ' εαυτό· αλλά εάν τις εν παρέργω θίξη</span><br /> +<span class="i0">αυτό, αναλόγως προς όσα πρότερον είπομεν, όχι εκτός του προκει-</span><br /> +<span class="i0">μένου θα ηδύνατο να περάνη αυτό διά του συλλογισμού θεωρών</span><br /> +<span class="i0">τα πράγματα ως έπεται. Συμφώνως προς εκείνα, τα οποία πολλάκις</span><br /> +<span class="i0">είπομεν, ότι δηλ. τρία είδη ψυχής κατοικούσιν εντός ημών εις τρεις</span><br /> +<span class="i0">διαφόρους τόπους, και ότι έκαστον έχει τας κινήσεις του, κατά</span><br /> +<span class="i0">τον αυτόν τρόπον και τώρα όσον το δυνατόν συντομώτατα πρέπει</span><br /> +<span class="i0">να είπωμεν, ότι εκείνο εξ αυτών, το οποίον διάγει εις αργίαν και</span><br /> +<span class="i0">το οποίον ησυχάζει καθ' όλας τας κινήσεις του, εξ ανάγκης γίνε-</span><br /> +<span class="i0">ται ασθενέστατον. Το δε διάγον εις γυμνάσια είναι ισχυρότατον.</span><br /> +<span class="i0">90. | Διά τούτο πρέπει να προσέχωμεν, όπως έχωσι μεταξύ των</span><br /> +<span class="i0">τας κινήσεις αναλόγους. Και ως προς μεν το είδος της ψυχής, το</span><br /> +<span class="i0">οποίον είναι εντός ημών κυρίαρχον, πρέπει να νοώμεν τούτο, ότι</span><br /> +<span class="i0">δηλ. ο Θεός το έδωκεν εις έκαστον ημών ως θείον δαιμόνιον, και</span><br /> +<span class="i0">είναι εκείνο, το οποίον λέγομεν ότι κατοικεί εις την κορυφήν του</span><br /> +<span class="i0">σώματος ημών, και το οποίον από της γης μας υψώνει προς την</span><br /> +<span class="i0">συγγένειαν ημών εν τω ουρανώ. Διότι, και τούτο λέγομεν ορθό-</span><br /> +<span class="i0">τατα, είμεθα φυτόν όχι γήινον αλλά ουράνιον. Διότι η θεότης,</span><br /> +<span class="i0">Β. | εκείθεν, οπόθεν η ψυχή έλαβε την πρώτην αρχήν της, κρα-</span><br /> +<span class="i0">τούσα την κεφαλήν και ρίζαν ημών ανηρτημένην<a class="fnsign" href="#n100">(100)</a>, διατηρεί</span><br /> +<span class="i0">όρθιον όλον το σώμα ημών. Εις εκείνον λοιπόν, ο οποίος δαπανάται</span><br /> +<span class="i0">εις επιθυμίας ή φιλονικείας και εις ταύτα καταπονείται μεθ' υπερ-</span><br /> +<span class="i0">βολής, εξ ανάγκης γεννώνται γνώμαι θνηταί, και κατά πάντα τρό-</span><br /> +<span class="i0">πον, όσον είναι δυνατόν εις ένα να είναι θνητός, ουδέν τούτου λεί-</span><br /> +<span class="i0">πει απ' αυτόν, διότι μόνον το θνητόν μέρος έχει θρέψη. Εκείνος όμως,</span><br /> +<span class="i0">όστις παρεδόθη εις την φιλομάθειαν και εις την νόησιν της αλη-</span><br /> +<span class="i0">θείας, και εκ των δυνάμεων αυτού ταύτας προ πάντων έχει γυ-</span><br /> +<span class="i0">μνάση, είναι απολύτως αναγκαίον ούτος να νοή πράγματα αθά-</span><br /> +<span class="i0">C. | νατα και θεία, αν βεβαίως δύναται να φθάση την αλήθειαν·</span><br /> +<span class="i0">καθ' όσον δε η ανθρωπίνη φύσις δύναται να μετάσχη της αθα-</span><br /> +<span class="i0">νασίας, κανέν μέρος τούτου δεν θα λείπη εις αυτόν, και επειδή</span><br /> +<span class="i0">πάντοτε υπηρετεί το θείον και διατηρεί εν τάξει και τιμά τον δαί-</span><br /> +<span class="i0">μονα, όστις κατοικεί εντός αυτού, θα είναι εξόχως ευδαίμων. Και</span><br /> +<span class="i0">η θεραπεία όλων είναι μία μόνη πάντοτε, ήτοι να δίδωνται εις</span><br /> +<span class="i0">έκαστον μέρος αι κατάλληλοι τροφαί και κινήσεις. Αλλ' εις το εν-</span><br /> +<span class="i0">Δ. | τός ημών κατοικούν θείον συγγενείς κινήσεις είναι τα δια-</span><br /> +<span class="i0">νοήματα του παντός και αι περιφοραί αυτού. Ταύτας λοιπόν ακο-</span><br /> +<span class="i0">λουθών έκαστος, και διορθόνων τας κινήσεις, αίτινες κατά την γέν-</span><br /> +<span class="i0">νησιν ημών διεφθάρησαν εντός της κεφαλής ημών, πρέπει με την</span><br /> +<span class="i0">μάθησιν των αρμονιών και των κύκλων του παντός να εξομοιώνη</span><br /> +<span class="i0">το νοούν (υποκείμενον) προς το νοούμενον (αντικείμενον)<a class="fnsign" href="#n101">(101)</a> κατά</span><br /> +<span class="i0">την αρχικήν φύσιν αυτού, αφού δε εξομοιώση αυτά θα δώση ούτω</span><br /> +<span class="i0">τέλος εις τον βίον εκείνον τον άριστον, τον οποίον οι θεοί προέθε-</span><br /> +<span class="i0">σαν διά τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνον.</span><br /> +</div> + +<div class="chaphead"> +<h3>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIV.</h3> +<p><b>Περί γενέσεως γυναικών και ζώων<a class="fnsign" href="#n102">(102)</a>. Τέλος.</b></p> +</div> + +<div class="dialog"> +<span class="i0">Α. | Και ήδη εκείνο, όπερ εξ αρχής ανελάβομεν να πραγματευθώ-</span><br /> +<span class="i0">μεν περί του σύμπαντος μέχρι της γενέσεως του ανθρώπου, δυνά-</span><br /> +<span class="i0">μεθα να είπωμεν, ότι έφθασεν εις το τέλος αυτού. Διότι ως προς</span><br /> +<span class="i0">τα άλλα ζώα, με ποίον τρόπον ταύτα εγεννήθησαν, θα κάμωμεν</span><br /> +<span class="i0">σύντομον λόγον χωρίς να μακρολογήσωμεν περισσότερον του αναγ-</span><br /> +<span class="i0">καίου. Και ούτω δυνάμεθα να φρονώμεν, ότι ετηρήσαμεν ακριβώς</span><br /> +<span class="i0">το προσήκον μέτρον εις τους περί αυτών λόγους. Θα είπωμεν λοι-</span><br /> +<span class="i0">πόν τα τοιαύτα ως εξής: Εκ των γεννηθέντων ανδρών όσοι ήσαν</span><br /> +<span class="i0">δειλοί και διήλθον την ζωήν αυτών εις αδικίας, κατά πιθανόν λό-</span><br /> +<span class="i0">γον εις την δευτέραν γέννησιν μετεβλήθησαν εις γυναίκας. Και διά</span><br /> +<span class="i0">91. | ταύτα κατ' εκείνον τον χρόνον οι θεοί επενόησαν τον έρωτα</span><br /> +<span class="i0">της συνουσίας, συστήσαντες έν ζώον έμψυχον εντός ημών των αν-</span><br /> +<span class="i0">δρών και έν άλλο εις τας γυναίκας, και εδημιούργησαν και το έν</span><br /> +<span class="i0">και το άλλο κατά τον εξής τρόπον: Τον οχετόν του ποτού εκεί όπου</span><br /> +<span class="i0">το ποτόν αφού έλθη διά του πνεύμονος υπό τους νεφρούς εις την κύ-</span><br /> +<span class="i0">στιν, έπειτα αποκρούει αυτό έξω υπό την πίεσιν του αέρος, τον έθεσαν</span><br /> +<span class="i0">δι' οπής εις συγκοινωνίαν με τον μυελόν, όστις εκ της κεφαλής διά</span><br /> +<span class="i0">του αυχένος χωρεί διά της σπονδυλικής στήλης, και τον οποίον</span><br /> +<span class="i0">Β. | εις τους προηγουμένους λόγους ημών ωνομάσαμεν σπέρμα.</span><br /> +<span class="i0">Ούτος (ο μυελός) επειδή είναι έμψυχος και εύρεν αναπνοήν, εγέν-</span><br /> +<span class="i0">νησεν εις αυτόν την ζωτικήν επιθυμίαν της εκροής εκείθεν, όθεν</span><br /> +<span class="i0">δύναται να αναπνέη, και παρήγαγεν ούτω τον έρωτα της γεννή-</span><br /> +<span class="i0">σεως. Και διά ταύτα το γεννητικόν μόριον (των ανδρών) γενόμενον</span><br /> +<span class="i0">απειθές και δεσποτικόν, ως ζώον μη υπακούον εις τον λόγον, θέ-</span><br /> +<span class="i0">λει να εξουσιάζη τα πάντα με τας μανιώδεις επιθυμίας του. Εις</span><br /> +<span class="i0">δε τας γυναίκας αι λεγόμεναι μήτραι και υστέραι διά τας αυτάς αι-</span><br /> +<span class="i0">C. | τίας, επειδή υπάρχει εντός αυτών ως ζώον επιθυμούν να γεννά</span><br /> +<span class="i0">παίδας, όταν μένη χωρίς να παράγη καρπόν πολύν χρόνον μετά</span><br /> +<span class="i0">την ωρισμένην εποχήν του, αγανακτεί και βαρυθυμεί και πλανώ-</span><br /> +<span class="i0">μενον πανταχού του σώματος, φράττει τας εξόδους του αέρος, και</span><br /> +<span class="i0">εμποδίζον την αναπνοήν φέρει το ζώον εις τας εσχάτας αμηχα-</span><br /> +<span class="i0">νίας, και προξενεί παντοίας άλλας νόσους. Και τούτο (γίνεται),</span><br /> +<span class="i0">έως ου η επιθυμία και ο έρως συνενώσαντες και τους δύο, τρόπον</span><br /> +<span class="i0">Δ. | τινα συλλέγοντες καρπόν από δένδρων, σπείρωσιν εις την μή-</span><br /> +<span class="i0">τραν, ως εις καλλιεργημένον αγρόν ζώα<a class="fnsign" href="#n103">(103)</a>, αόρατα διά την σμι-</span><br /> +<span class="i0">κρότητα αυτών και άπλαστα ακόμη, έπειτα τα διαχωρίσωσι και</span><br /> +<span class="i0">τα θρέψωσι μέσα όσον να γίνωσι μεγάλα, και μετά τούτο τα φέ-</span><br /> +<span class="i0">ρωσιν εις το φως και τελειώσωσι την γέννησιν αυτών. Αι γυναί-</span><br /> +<span class="i0">κες λοιπόν και όλον το θηλυκόν γένος τοιαύτην έλαβον γέννησιν.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Το γένος έπειτα των πτηνών παρήχθη διά μεταμορφώσεως,</span><br /> +<span class="i0">γεννών πτερά αντί τριχών, από άνδρας ακάκους αλλά κούφους,</span><br /> +<span class="i0">και οίτινες ομιλούσι περί των ουρανίων πιστεύοντες διά την μω-</span><br /> +<span class="i0">Ε. | ρίαν των ότι διά της όψεως ευρίσκουσι τας βεβαιοτάτας απο-</span><br /> +<span class="i0">δείξεις περί τούτων<a class="fnsign" href="#n104">(104)</a>. Το δε χερσαίον και άγριον γένος εγεννήθη</span><br /> +<span class="i0">εξ εκείνων, οίτινες δεν ασχολούνται εις την φιλοσοφίαν και δεν</span><br /> +<span class="i0">εξετάζουσι τίποτε περί της φύσεως του ουρανού, διότι δεν μετα-</span><br /> +<span class="i0">χειρίζονται τους κύκλους της κεφαλής, αλλά ακολουθούσιν ως</span><br /> +<span class="i0">οδηγούς μόνον τα μέρη της ψυχής, τα οποία είναι εις τα στήθη.</span><br /> +<span class="i0">Ένεκα των έξεων τούτων στηρίζουσιν εις την γην τα έμπροσθεν</span><br /> +<span class="i0">μέλη και τας κεφαλάς, ελκόμενα εις αυτήν υπό της συγγενείας,</span><br /> +<span class="i0">και έχουσι τας κεφαλάς επιμήκεις<a class="fnsign" href="#n105">(105)</a> και πολυειδείς, κατά τον τρό-</span><br /> +<span class="i0">πον κατά τον οποίον οι κύκλοι της ψυχής των συνεθλίβησαν υπό</span><br /> +<span class="i0">της αργίας. Εκ ταύτης δε της αιτίας η γενεά αυτών έγεινε με</span><br /> +<span class="i0">92. | τέσσαρας και περισσοτέρους πόδας, καθ' όσον ο Θεός έδωκε</span><br /> +<span class="i0">μεγαλύτερον αριθμόν βάσεων εις τα έχοντα περισσοτέραν έλλειψιν</span><br /> +<span class="i0">φρενών, ίνα έλκωνται περισσότερον εις την γην. Όσα δε εξ αυ-</span><br /> +<span class="i0">τών είναι όλως εστερημένα νου και απλώνουσιν εις την γην ολό-</span><br /> +<span class="i0">κληρον το σώμα αυτών, επειδή δεν είχον πλέον χρείαν ποδών,</span><br /> +<span class="i0">τα παρήγαγον άνευ ποδών και έρποντα επί της γης. Το δε τέ-</span><br /> +<span class="i0">ταρτον γένος, το οποίον ζη εις τα ύδατα, εγεννήθη εξ εκείνων,</span><br /> +<span class="i0">οίτινες είναι εντελώς ανόητοι και αμαθείς, τους οποίους οι θεοί, οι</span><br /> +<span class="i0">Β. | μεταπλάττοντες, δεν έκριναν αξίους ούτε καθαράς αναπνοής,</span><br /> +<span class="i0">διότι είχον την ψυχήν των ακάθαρτον υπό πάσης υπερβολής, αλλά</span><br /> +<span class="i0">αντί της λεπτής και καθαράς αναπνοής του αέρος απώθησαν αυτούς</span><br /> +<span class="i0">εις την θολεράν και βαθείαν αναπνοήν του ύδατος. Ούτως εγεννήθη</span><br /> +<span class="i0">το γένος των ιχθύων και των οστρέων και των άλλων, όσα είναι</span><br /> +<span class="i0">εντός των υδάτων, και προς τιμωρίαν της αμαθείας αυτών έλαβον</span><br /> +<span class="i0">την εσχάτην κατοικίαν<a class="fnsign" href="#n106">(106)</a>. Και συμφώνως προς πάντα ταύτα τότε</span><br /> +<span class="i0">και τώρα τα ζώα μεταβαίνουσι το έν εις το άλλο<a class="fnsign" href="#n107">(107)</a> και μεταμορ-</span><br /> +<span class="i0">φούνται καθ' όσον αποβάλλουσιν ή αποκτώσι νουν ή ανοησίαν<a class="fnsign" href="#n108">(108)</a>.</span><br /> +</div><div class="dialog"> +<span class="i0">Και τώρα πλέον δυνάμεθα να είπωμεν ότι λαμβάνει τέλος ο</span><br /> +<span class="i0">λόγος ημών περί του σύμπαντος. Διότι τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη</span><br /> +<span class="i0">ούτος ο κόσμος, όστις περιλαβών τα ζώα τα θνητά και τα αθάνατα,</span><br /> +<span class="i0">και γενόμενος πλήρης εξ αυτών είναι ούτω ζώον ορατόν, περιέχον</span><br /> +<span class="i0">τα ορατά πράγματα, εικών του νοητού, Θεός αισθητός, μέγιστος</span><br /> +<span class="i0">και άριστος, ωραιότατος και τελειότατος, ο κόσμος ούτος είς και</span><br /> +<span class="i0">μονογενής.</span><br /> +</div> + +<h3>ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ<br /> + ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ</h3> + +<p>Αναγκαίον θεωρούμεν να ανακεφαλαιώσωμεν και να κρίνωμεν ενταύθα τας +γενικάς αρχάς της διδασκαλίας του Πλάτωνος περί κόσμου και ψυχής, +αφαιρούντες την μυθικήν μορφήν της εκθέσεως. Το ίδιον της φιλοσοφίας +του Πλάτωνος, η αθάνατος δόξα αυτού είναι η περί των ιδεών θεωρία και +η διαλεκτική μέθοδος. 1) Πάντα τα πράγματα έχουσιν έκαστον μίαν +ουσίαν άληπτον υπό των αισθήσεων και μίαν ιδέαν αντιστοιχούσαν εις +αυτά, ούτω δε πάντα, πνεύμα και ύλη, χώρος και χρόνος, φυτόν και ζώον +κλπ. σύγκεινται εξ ιδεών και στοιχείων νοητών. Η ιδέα είναι η ουσία +και η υπόστασις των όντων, είναι η αρχή, ήτις παρέχει εις τα όντα +ύπαρξιν (το είναι) και ουσίαν, και δι' ης ταύτα νοούνται και +γινώσκονται. 2) Πάσα ιδέα συνδέεται ενδομύχως και αχωρίστως προς την +εναντίαν αυτής ιδέαν και αμφότεραι αποτελούσιν έν όλον, ώστε δοθείσης +της μιας δίδοται άμα και η ετέρα. Ούτως ο τρόπος του είναι, η +αχώριστος μορφή των ιδεών είναι η διαλεκτική, στηριζομένη επί της +συνυπάρξεως των εναντίων. Επειδή δε πάσαι αι ιδέαι αλληλουχούνται, ο +νους εκ μιας αυτών ορμώμενος δύναται να ανεύρη πάσας τας άλλας και να +γνωρίση την φύσιν του παντός.</p> + +<p>Αι ιδέαι λοιπόν, τα νοητά, είναι τα μόνα πραγματικά όντα, διότι ταύτα +είναι καθολικά και αμιγή, αιώνια και αναλλοίωτα· δεν είναι απλώς +υποκειμενικαί έννοιαι, νοήματα ψυχής, αλλ' απ' εναντίας αι έννοιαι +ημών προϋποθέτουσι τας ιδέας ως αντικείμενα έχοντα ιδίαν ανεξάρτητον +ύπαρξιν. Τα αισθητά όμως, τα οποία απαύστως ρέουσι και μεταβάλλονται, +και γεννώνται και φθείρονται, είναι όντα σχετικά και εξηρτημένα, απλά +φαινόμενα, εν οις εμφανίζονται αι ιδέαι. Η σχέσις αισθητού και ιδέας +είναι σχέσις εικόνος και αρχετύπου, μιμήσεως και παραδείγματος. Το +αισθητόν άρα δεν είναι όντως ον, ή άλλως, είναι μη ον, είναι τι +γινόμενον. Όπως δε εις το αντίτυπον, εις τον ορατόν κόσμον υπάρχει +κλίμαξ όντων από του ατελεστάτου μέχρι του τελειοτάτου, του +Σύμπαντος, ούτω και εν τω νοητώ κόσμω αι ιδέαι αποτελούσιν ιεραρχίαν, +εις την κορυφήν της οποίας ίσταται η ιδέα του Αγαθού, ήτις δεσπόζει +του όλου, και περιέχει και εξηγεί τας άλλας ιδέας, υπερέχουσα αυτών +κατά την πραγματικότητα και την τελειότητα. Απέναντι αυτής αι άλλαι +είναι υπάλληλοι και εξηρτημέναι, αποτελούσιν όμως ολοκληρωτικόν μέρος +της φύσεως αυτής, και εν αυτή ευρίσκουσι την τελειότητα και την +ενότητα αυτών, ούτως ώστε εκείνη είναι ο τελικός αυτών σκοπός και +αύται υπάρχουσι χάριν εκείνης, ή άλλως, εκείνη παρέχει εις ταύτας το +είναι και την ουσίαν. Περιέχει άρα η ιδέα του Αγαθού και το νοητόν +και το νοούν και υπερέχει αυτών. Αλλά τι είναι αυτό το Αγαθόν δεν +ορίζει ο Πλάτων. Την ιδέαν του Αγαθού καλεί Θεόν, αι άλλαι είναι +(κατώτεροι) Θεοί.</p> + +<p>Έχομεν ούτω την ιδέαν, ήτις είναι η μόνη πραγματικότης, το παντελώς +ον, και διά τούτο εκτός αυτής ουδέν υπάρχει, ει μη το (σχετικώς) μη +ον. Αλλ' η ιδέα ως κατ' εξοχήν πραγματικότης είναι και η υπερτάτη +ενέργεια, είναι το ον, όπερ ποιεί το μη ον μέτοχον εαυτού, εικόνα +εαυτού, και ούτως αύτη μεν γίνεται αιτία ποιητική, αρχή δημιουργική, +το δε μη ον γίνεται τοιούτον τι, οίον είναι το ον. Αύτη είναι η θεία +<b>αγαθότης</b>. Το απόλυτον αγαθόν γεννά το σχετικόν αγαθόν, αγαθόν δ' +είναι ή μετέχει του αγαθού πάσα ύπαρξις θετική. Μόνη η απόλυτος +άρνησις είναι το κακόν. Ούτως ο Πλάτων την Κοσμογονίαν εξηγεί μόνον +διά της θείας αγαθότητος, το δε στοιχείον της ανάγκης προσθέτει +έξωθεν διά της ύλης. Επειδή δε το αγαθόν έγκειται κυρίως εν τη +αναλογία και τω νόμω, εν τη τάξει και εν αρμονία, ενί λόγω εν τη +ενότητι, ο Πλάτων την ενότητα πανταχού ζητεί να καταλάβη και εξηγήση. +Αδιαφορών προς τα φαινόμενα μεταρσιούται εις τον Ουρανόν των ιδεών +και πλήρης ενθέου ζέσεως μελετά την υπόστασιν των πραγμάτων, το όντως +ον, την ιδέαν, ης ίδιον χαρακτηριστικόν είναι η ενότης και η +δημιουργία της ενότητος, ήτοι η εις έν αρμονικόν σύστημα διάταξις του +παντός.</p> + +<p>Αι πρώται αρχαί της Φύσεως είναι ο <b>χώρος</b> και ο <b>χρόνος</b>, ήτοι αι +δύο μορφαί της εξωτερικότητος των όντων, οι δύο όροι της κινήσεως +και της γενέσεως. Τας ιδέας ταύτας προσδιορίζει ο Τίμαιος τον μεν +χρόνον εν κεφ. Χ — XI τον δε χώρον εν κεφ. XIII. Όπως η κίνησις και η +γένεσις υπήρξαν αείποτε «αεί γενόμεναι» σ. 27 «και πριν ουρανόν +γενέσθαι» σελ. 52, ούτω και ο αχώριστος απ' αυτών χρόνος είναι +άπειρος, μήτε αρχήν έχων μήτε τέλος, της ακινήτου αιωνιότητος αιώνιος +κινητή εικών, ρέουσα διηνεκώς και προσδιοριζομένη δι' αριθμών. Μόνον +το μέτρον του χρόνου γεννάται διά της κινήσεως των αστέρων. Εξ άλλου +ο <b>χώρος</b> είναι το δοχείον πασών των μορφών, των εικόνων των ιδεών, +και αν δεν είναι αυτή η ύλη, είναι πάντοτε αχώριστος της <b>ύλης</b>, ήτις +είναι η ιδέα του μη όντος, η καθαρά δυνατότης, ην γονιμοποιεί η +υπερτάτη πραγματικότης, η Ιδέα. Ο Πλάτων λέγει, ότι είναι δύσκολον να +εννοηθή η ιδέα της ύλης, διότι αληθώς είναι δυσχερής ο ορισμός αυτής, +αλλά και διότι αυτός ο φιλόσοφος, όπως θεωρεί πάσας τας ιδέας εκτός +της συστηματικής υπάρξεως αυτών, ούτω και την ύλην, αποκόπτων από του +όλου και εξετάζων αυτήν εν τη αφηρημένη ταύτη καταστάσει της, +συλλαμβάνει ως την απόλυτον αδιοριστίαν. Οπωσδήποτε η ιδέα της ύλης +είναι αιώνιος, όπως αιώνιος είναι ο χώρος και τα γεωμετρικά σχήματα +αυτού και αι σχέσεις και οι νόμοι αυτών· πάντα είναι τα μέρη του +θείου λόγου, της απολύτου ιδέας.</p> + +<p>Η ύλη λοιπόν ως δυνατότης του κόσμου υπήρξε πάντοτε εν τη απολύτω +ιδέα· αείποτε άρα υπήρξε κίνησις και μορφή τις εν τω κόσμω, διότι η +ιδέα ως ψυχή και νους εισδύουσα εις τον κόσμον πάντοτε ενεργεί, ίνα +πραγματοποιή αυτόν. Όμως η τελεία τάξις και διακόσμησις δεν +πραγματοποιείται αμέσως, αλλά διαδοχικώς και προοδευτικώς +διακοσμείται το παν συμφώνως προς τας ιδέας, το αυτοζώον. Ο κόσμος +άρα είναι γεννητός, ρέει και γεννάται πάντοτε, είναι διηνεκής +γένεσις, ουχί μεν αΐδιος, αλλά και άνευ αρχής εν χρόνω. Την παράλογον +παράστασιν του <b>χάους</b> δεν ήτο δυνατόν να παραδεχθή ο Πλάτων, εκτός +εάν ως χάος νοήται ατελής τις διάταξις σχετικώς προς άλλην +τελειοτέραν. Ο κόσμος όμως είναι πάντοτε ζώον έμψυχον και έννουν.</p> + +<p>Η ψυχή ως μέσος όρος μεταξύ του νοητού και υλικού, του αμεταβλήτου +και του μεταβλητού, της ιδέας και της ύλης, συνδέουσα ταύτα προς +άλληλα, διαμορφοί, διοργανοί και ζωοποιεί την ύλην κινούσα αυτήν και +προσδιορίζουσα κατά αριθμητικάς και γεωμετρικάς σχέσεις, και +απεργάζεται αυτήν πραγματικόν ομοίωμα των ιδεών. Ούτως ο κόσμος είναι +είς, τέλειος την μορφήν (σφαιροειδής), περιστρέφεται απαύστως περί το +αυτό κέντρον, είναι αυτάρκης και μηδενός έχων χρείαν είναι ευδαίμων +Θεός μονογενής.</p> + +<p>Αι μεγάλαι αρχαί της φυσικής του Πλάτωνος είναι η της περιώσεως ή +κυκλικής ώσεως, η της έλξεως των ομοίων, ο νόμος των μεταμορφώσεων +των σωμάτων, και τέλος η διάκρισις τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων. Η +μεν γη είναι εν τω κέντρω, το δε πυρ εν τοις άκροις του κόσμου· του +αέρος και του ύδατος αι χώραι κείνται μεταξύ δύο πρώτων.</p> + +<p>Της νοούσης ψυχής τα νοητά στοιχεία, ως είρηται, είναι αι τρεις αύται +ιδέαι, η του ταυτού ή της ενότητος (αμέριστος ουσία), η του ετέρου ή +των πολλών (μεριστή ουσία), και τρίτη η ουσία η συνενούσα τας δύο +πρώτας. Κατά ταύτα η ψυχή έχει δύο αρχικάς κινήσεις, την του ταυτού +και την του ετέρου, εις εκατέραν των οποίων αντιστοιχεί είς των +κύκλων αυτής. Αι κινήσεις αύται είναι βεβαίως αι δύο ενέργειαι του +πνεύματος, ήτοι: α) η νόησις ή ο λόγος (κίνησις του ταυτού) +αντικείμενον έχουσα το αναλλοίωτον και όντως ον, τας ιδέας· β) η δόξα +(κίνησις του ετέρου) αντικείμενον έχουσα τον αισθητόν και +αλλοιούμενον κόσμον. Ο Πλάτων όμως διακρίνει και τρίτον είδος +γνώσεως, τον διασκεπτικόν νουν, ή την διάνοιαν, ήτις αντιστοιχεί προς +την μικτήν ουσίαν και αντικείμενον έχει τα μεταξύ των δύο πρώτων, τας +γενικάς εννοίας και τα μαθηματικά, ήτοι τους τρόπους και τους νόμους, +καθ' ους αι ιδέαι απεικονίζονται εν τοις αισθητοίς.</p> + +<p>Αι θεωρίαι του Πλάτωνος περί του Πλανητικού συστήματος, περί της +οργανικής φύσεως κλπ. είναι βεβαίως σήμερον εν πολλοίς εσφαλμέναι +επιστημονικώς, αλλ' όμως έχουσι φιλοσοφικήν αξίαν, καθ' όσον εν +αυταίς ο λόγος προσπαθεί να εύρη εαυτόν εν τη φύσει, ως εν κατόπτρω, +καθ' όσον ο νους ζητεί να αποδείξη, ότι η φύσις είναι έργον του +Αγαθού. Δια τούτο ο Πλάτων πάντα εξηγεί τελολογικώς, ολιγωρεί δε των +ποιητικών αιτίων.</p> + +<p>Η Πλατωνική φιλοσοφία δεν είναι μόνον η ευγενεστάτη και καθαρωτάτη +εκδήλωσις του Ελληνικού πνεύματος, αλλ' είναι και η τελειοτάτη +ποιητική έκφρασις της εποπτικής νοήσεως. Εις τον υλισμόν των Ιώνων +αντιτάσσει την αιωνιότητα του νου, εις δε τον άγονον ενισμόν των +Ελεατών την αιωνιότητα της ύλης. Αλλ' ο Πλάτων ανευρών και ακραδάντως +εμπεδώσας τας αιωνίους αρχάς της επιστήμης, δεν ήτο δυνατόν αυτός +αμέσως να εφαρμόση και αναπτύξη αυτάς ούτως, ώστε να πραγματοποιήση +την απόλυτον γνώσιν. Εκ τούτου πηγάζουσιν αι ατέλειαι του συστήματος +αυτού. Ως προς την μέθοδον λ. χ. αντί να εξάγη και να αποδεικνύη τους +όρους, τας ιδέας και τας ουσιώδεις αναφοράς αυτών, προϋποθέτει αυτούς +παραλαμβάνων έξωθεν και άλλοτε μεν εκ της πείρας ανάγεται εις τας +αρχάς και αντί να εξηγή διά των αρχών τα γινόμενα, αντιστρόφως εξηγεί +τας αρχάς διά των γινομένων, άλλοτε δε δι' εμμέσου και αρνητικής +μεθόδου ζητεί να αποδείξη την ύπαρξιν και τας σχέσεις των εναντίων. +Αλλ' ούτως, επειδή δεν προσδιορίζει την ενδόμυχον φύσιν και ουσίαν +των όρων, δεν δύναται να διαλλάξη την αντίθεσιν αυτών, ούτε να +αναγάγη τας ιδέας εις έν σύστημα και να πραγματοποιήση την ενότητα +της επιστήμης.</p> + +<p>Αι ιδέαι πάλιν προς μεν τα αισθητά είναι υποστάσεις αυτών, αλλά προς +το αγαθόν γίνονται τρόποι της ιδέας ταύτης. Αφ' ετέρου εκάστη των +ιδεών είναι <i>μονοειδές τι, καθ' αυτό ον τέλειον.</i> (Φαίδ.). Ούτως αι +ιδέαι είναι τούτο μεν χωρισταί και αυθυπόστατοι, τούτο δε μέλη +αχώριστα υπερτέρας ενότητος. Ο Πλάτων βεβαίως αποκλίνει μάλλον ή οι +οπαδοί αυτού εις την ενότητα. Και αληθώς αι ιδέαι δεν χωρίζονται, +διότι είναι ανεξάρτητοι από του χρόνου και του χώρου, οίτινες είναι +οι όροι του χωρισμού, του μη όντος, της πενίας. Αλλ' όμως ο Πλάτων +δεν επιχειρεί να πορισθή, να εξαγάγη τας ιδέας εκ της απολύτου ιδέας· +το ζήτημα πραγματεύεται εμπειρικώς. Αν αι ιδέαι ηδύναντο να +μεταβαίνωσιν εις αλλήλας και να έχωσι την ύπαρξιν αυτών εν αλλήλαις, +θα ήτο ευχερής η διαλεκτική ανάπτυξις αυτών. Αλλ' αι ιδέαι +παρίστανται ως ανεξάρτητοι, αυτοτελείς και αΐδιοι ουσίαι, επιδεκτικαί +μόνον συγκρίσεως και εξωτερικών σχέσεων. Η δε του αγαθού παρίσταται +μεν ως αρχή της γνώσεως και της υπάρξεως, αλλ' ούτε η ιδέα εκείνη +διορίζεται ακριβώς, ούτε αι έννοιαι αύται εξάγονται εξ εκείνης +λογικώς. Ούτως η Πλατωνική αρχή απέβη άγονος και ανίσχυρος να +συνδιαλλάξη τας αντιφάσεις. Ο κόσμος των ιδεών δεν είναι το τέλειον, +αύταρκες, όντως ον; Διατί λοιπόν να καταπέση εις την αντίπαλον ύλην +και να μολυνθή; Προς το αγαθόν ο Πόρος συνεζεύχθη με την Πενίαν +(Συμπ.), ίνα γεννήσωσι το κράμα τούτο της τελειότητος και της +αθλιότητος, όπερ άγεται κόσμος; Τοιαύται ενστάσεις θα κατέπιπτον, αν +η δημιουργία συνελαμβάνετο, ουχί ως πτώσις της ιδέας, αλλ' ως +πρόοδος, ουχί ως αγαθόν έργον αυθαιρέτου βουλήσεως, αλλ' ως αναγκαίος +σταθμός της θείας ζωής.</p> + +<p>Αναλόγως προς τον κόσμον των ιδεών διοργανοί ο Πλάτων και την +ανθρωπίνην κοινωνίαν. Η Πολιτεία αυτού είναι ως ιδανική υπόστασις, ης +απλά μόνον συμβεβηκότα είναι τα άτομα. Οι πολίται ζώσι μόνον διά την +πόλιν. Ιδιοκτησία και οικογένεια καταλύονται, αντ' αυτών δε +επιβάλλεται η κοινοκτησία και η κοινογαμία. Πάσα ελευθερία του ατόμου +προγράφεται αμειλίκτως. Αύτη η ποίησις και η θρησκεία είναι ανεκταί +μόνον ως μέσα προς το αγαθόν της πόλεως. Τοιαύτη όμως τυραννική +πολιτεία είναι απραγματοποίητος. Ο Πλάτων είχε βεβαίως προ οφθαλμών +τας συγχρόνους πολιτείας και μάλιστα την Σπαρτιατικήν. Αλλά πάσαι +κατεστράφησαν ταχέως, διότι δεν ανεγνώριζον τα δίκαια και την +ενέργειαν των ατόμων. Καταλυθείσης της αρχαίας πολιτείας, φυσικόν ήτο +να υπολάβη το άτομον ότι το ύψιστον καθήκον αυτού ήτο να φεύγη την +ύλην, την κατά Πλάτωνα πηγήν του κακού, να ταλαιπωρή την σάρκα, να +καταφρονή πάντα κοινωνικόν δεσμόν και εν ερήμω μονάζον να ζητή +ασκητικώς να ομοιωθή προς τον Θεόν. Το ιστορικόν τούτο φαινόμενον +είναι εν μέρει καρπός μιας όψεως της Πλατωνικής φιλοσοφίας. Η σαρξ, +το καθαρώς ανθρώπινον, ετιμήθη και εδοξάσθη βραδύτατα εν ταις +νεωτέραις κοινωνίαις διά της αναπτύξεως της χριστιανικής ιδέας του +θεανθρώπου.</p> + +<p>Ο Πλάτων ούτε την ιδέαν του αγαθού διώρισε σαφώς, ούτε συνέλαβε την +αληθή φύσιν του Απολύτου όντος. Τούτο κατενόησεν ο Αριστοτέλης, αντί +του Αγαθού ανακηρύξας υπερτάτην αρχήν την Νόησιν. Η νόησις είναι +ανωτέρα του αγαθού, διότι το αγαθόν, ως αγαθόν, είναι μία ιδέα, και +εξ άλλου το νοούμενον αγαθόν είναι υπέρτερον του μη νοουμένου. +Προσέτι κατ' αυτόν τον Πλάτωνα (Θεαίτ.) αναγκαίως υπάρχει πάντοτε +υπεναντίον τι εις το αγαθόν, όπερ ούτως αδυνατεί να απαλλαγή της +αντιθέσεως και να διαλλάξη πάντα τα εναντία. Η νόησις όμως νοεί +εαυτήν και πάντα τα άλλα. Η δε απόλυτος νόησις νοούσα ποιεί τα +πράγματα και είναι νους άμα και νοητόν.</p> + +<p>Ο Πλάτων εδίδαξεν, ως είπομεν, ότι ο νοητός κόσμος των ιδεών είναι ο +μόνος αληθινός, και ότι το άτομον έχει ύπαρξιν παροδικήν και +φαινομενικήν. Αλλ' ο Αριστοτέλης αντέταξεν, ότι η τοιαύτη ιδέα είναι +απλή δύναμις, ήτοι υπάρχει μόνον εν δυνάμει, και ότι εν τω ατόμω +μόνον υπάρχει ενεργεία, ήτοι είναι πραγματικότης. Η ιδέα, κατά τον +Αριστοτέλην, είναι ουσιωδώς ενέργεια, είναι δηλ. εσωτερική αρχή +(δύναμις), ήτις ενεργοποιείται και εξωτερικεύεται, και ούτως είναι +ενότης του εσωτερικού και του εξωτερικού, της ύλης και του είδους, +του καθολικού και του ατομικού, ή άλλως, δεν είναι αφηρημένον τι και +ατελές, αλλά συγκεκριμένη πραγματικότης. Η ιδέα είναι εν τω ατόμω, +είναι η εσωτερική μορφή, ήτις ενεργοποιεί την απλήν δύναμιν αυτού, +μορφώνει την ύλην αυτού. Επειδή λοιπόν το άτομον είναι αυτό το +καθολικόν (το γένος, η ιδέα), η νόησις (το καθόλου) αναγνωρίζει +εαυτήν εν τω ατόμω και ούτως είναι <i>νόησις της νοήσεως</i>. — Ίνα +εννοήση τις την επί της παγκοσμίου ιστορίας τεραστίαν επίδρασιν της +Αριστοτελικής αρχής της Ατομικότητος, ην ήσκησε παραλλήλως προς την +Πλατωνικήν αρχήν της Καθολικότητος, αρκεί να παρακολουθήση την +εξέλιξιν αυτής από του Σοφού των Στωικών και του περί πάντων +Επέχοντος υποκειμένου των Σκεπτικών μέχρι του ανθρωπίνου Νου των +Αλεξανδρινών, αναγνωρίζοντος εαυτόν ως την πρώτην απόρροιαν του θείου +Νου, μέχρι του Θεανθρώπου των Χριστιανών, δι' ου εφανερώθη εις αυτήν +την αισθητικήν αντίληψιν ημών η ταυτότης της θείας και της ανθρωπίνης +φύσεως. «Εγώ (το ατομικόν) και ο Πατήρ μου (το καθολικόν) έν εσμέν». +Η διδασκαλία αύτη της συνδιαλλαγής των δύο φύσεων, επομένως και των +δύο φιλοσοφικών θεωριών, αποτελεί αυτήν την ουσίαν του Χριστιανισμού +και εξηγεί την μεγάλην ιστορικήν αξίαν και επενέργειαν αυτού.</p> + +<p class="sig">Ο Μετάφρ.</p> + + + + + +<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν +ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν +συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη +(Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) +σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του +τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της +όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο +Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο +Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται +και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, +Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, +Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, +Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά +εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, +συστηματικά, στην Ελλάδα.</p> + +<div style="padding:0.2em 2em;float:left;font-weight:bold;"><p>Τίμαιος</p></div> + +<p>Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως του +κόσμου και περί φύσεως του ανθρώπου, που παρουσιάζει πολλή συγγένεια +με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει βαθύτατες ιδέες +γιά τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης διευκρινίζει, +συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του πλατωνικού +ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.</p> + +<p class="small">Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p> + +<p class="small">ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br /> +ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p> + +<p class="small">ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΑΙ 10</p> + +<hr /> + +<p class="note" id="n001">1) Πώς δύναται να υπάρχη γένεσις προ της διακοσμήσεως του παντός ; +Γένεσιν εννοεί τα στοιχειώδη σώματα, τα οποία ήσαν ατελώς πεπλασμένα +εν τω χώρω, όστις πρέπει πάντοτε να έχη δεχθή μορφάς τινας, διότι η +φύσις του είναι να δέχηται τοιαύτας και να χωρή.</p> + +<p class="note" id="n002">2) Τα πράγματα κινούνται ατάκτως ως υπό του Θεού εγκαταλελειμμένα. +Αλλ' η κίνησις δεν είναι άνευ τέλους, διότι τα όμοια μέρη έτεινον να +ενωθώσι με τα όμοια, επομένως τα άτομα είδη να χωρισθώσι. Και ταύτα +εναντίον της δόξης του Δημοκρίτου και των ατομολόγων. Η κίνησις αύτη +και το αποτέλεσμα αυτής είναι μέρος της ανάγκης, εις ην ο Θεός έθεσε +τάξιν. Όρα κατωτέρω σελ. 57. Τα 4 είδη διατηρούσιν ακόμη την τάσιν να +συνενωθώσιν έκαστον καθ' εαυτό χωριστά των άλλων, εάν ποτε ο νέος +νόμος αφήση αυτά ελεύθερα.</p> + +<p class="note" id="n003">3) Τ. έ. πρέπει να έχη και τρίτην διάστασιν, βάθος.</p> + +<div class="illustration"> +<img alt="Σκαληνό ορθογώνιο τρίγωνο" width="158" height="95" src="images/shape3.png" /> +</div> + +<p class="note" id="n004">4) Ο Πλάτων ανατρέχει εις το στοιχειωδέστατον σχήμα, όπερ είναι το +ευθύγραμμον. Πάσα επίπεδος επιφάνεια δύναται να διαιρεθή εις τρίγωνα, +παν δε τρίγωνον εις δύο άλλα ορθογώνια τρίγωνα. Ώστε το ορθογώνιον +τρίγωνον είναι το πρώτον στοιχείον του σχήματος. Αλλά τα ορθογώνια +ταύτα τρίγωνα δύνανται να είναι ισοσκελή ή σκαληνά. Εάν μεν είναι +ισοσκελή, έχουσι τας δύο οξείας γωνίας ίσας μεταξύ των, ήτοι η ετέρα +ορθή γωνία του ορθογωνίου είναι διηρημένη εκατέρωθεν εις δύο ημίση, +όπως ίσαι είναι και αι κάθετοι πλευραί αι ανήκουσαι εις τας δύο +ταύτας γωνίας. Εάν τα τρίγωνα είναι σκαληνά, έχουσιν ανίσους τας +οξείας γωνίας. Έστω το ισοσκελές τρίγωνον ΑΒΓ ορθογώνιον εις Α. +Αι γωνίαι Β και Γ είναι ίσαι, ήτοι αι κάθετοι ΑΒ και ΑΓ +τέμνουσιν εις δύο ίσα μέρη τας λοιπάς 90 μοίρας τας αναγκαίας, ίνα +αποτελεσθώσιν αι 180 μοίραι, ας περιέχει το τρίγωνον. Αι κάθετοι +αύται καθ' υπόθεσιν είναι ίσαι. Έστω ήδη το σκαληνόν α β γ ορθογώνιον +εις α. Αι γωνίαι β και γ είναι άνισοι, όπως άνισοι είναι και αι +κάθετοι α β και α γ.</p> + +<p class="note" id="n005">5) Ήτοι κατ' εκείνον τον λόγον δι' ον είναι αναγκαίον να αρκώμεθα +εις την πιθανότητα ή όστις κατ' ανάγκην δεν δύναται να είναι παρά +πιθανός.</p> + +<div class="illustration"> +<img alt="Ισόπλευρο τρίγωνο ΑΒΓ αποτελούμενο από 2 ορθογώνια σκαληνά" width="178" height="168" src="images/shape4.png" /> +</div> + +<p class="note" id="n006">6) Δύο τρίγωνα ορθογώνια σκαληνά και ίσα, κοινήν έχοντα +την μείζονα κάθετον, αποτελούσιν ισόπλευρον τρίγωνον, όταν η ελάσσων +κάθετος είναι το ήμισυ της υποτεινούσης. Έστωσαν τα ορθογώνια σκαληνά +και ίσα τρίγωνα ΑΒΔ και ΑΓΔ, κοινήν έχοντα την κάθετον ΑΔ, την δε +κάθετον ΒΔ ίσην προς το ήμισυ της υποτεινούσης ΑΒ. Διά τούτο ΔΓ είναι +ήμισυ της ΑΓ, άρα ΒΔ+ΔΓ=ΑΒ=ΑΓ.</p> + +<p class="note" id="n007" style="clear:both;">7) Είναι το αυτό σκαληνόν ορθογώνιον τρίγωνον έχον την ελάσσονα +κάθετον ίσην με το ήμισυ της υποτεινούσης. Εις το τρίγωνον τούτο το +τετράγωνον της μείζονος καθέτου είναι το τριπλάσιον του τετραγώνου +της ελάσσονος (τριπλασία δύναμις). Έστω το ανωτέρω τρίγωνον ΑΔΒ. Εάν +ΑΒ είναι διπλασία της ΒΔ, τότε (ΑΒ)<sup>2</sup> θα είναι τετραπλάσιον του +(ΒΔ)<sup>2</sup>. Αλλά κατά το Πυθαγορικόν θεώρημα (ΑΔ)<sup>2</sup>=(ΑΒ)<sup>2</sup>—(ΒΔ)<sup>2</sup>. Άρα +το (ΑΔ)<sup>2</sup> είναι τριπλάσιον του (ΒΔ)<sup>2</sup>.</p> + +<p class="note" id="n008">8) Το ύδωρ, ο αήρ και το πυρ, αποτελούμενα στοιχειωδώς εκ των αυτών +σκαληνών τριγώνων, δύνανται να μεταβάλλωνται εναλλάξ, ούτως ώστε το +αποτελούμενον εκ μεγαλυτέρων στοιχείων, π.χ. το ύδωρ, δύναται να +διαλύηται εις εκείνα των μικροτέρων στοιχείων, λοιπόν το ύδωρ εις +αέρα, έως ου διαλυθή εις τα στοιχειώδη τρίγωνα, τα οποία έπειτα +δύνανται να συνδεθώσι πάλιν εις νέαν ενότητα, και, όταν αύτη +αποτελέση έν σύνολον, τότε υπάρχει το νέον είδος· δηλαδή τα τρίγωνα, +τα οποία πρότερον απετέλουν το ύδωρ, θα δύνανται τώρα ν' αποτελέσωσι +το πυρ, τα δε του πυρός το ύδωρ κ.τ.λ.</p> + +<div class="illustration"> +<img alt="Ισόπλευρο τρίγωνο ΑΗΕ αποτελούμενο από 2 ορθογώνια σκαληνά" width="258" height="214" src="images/shape5.png" /> +</div> + +<p class="note" id="n009">9) Αύτη είναι άλλη ιδιότης του ειρημένου ορθογωνίου σκαληνού +τριγώνου. Έστωσαν δύο ορθογώνια σκαληνά τρίγωνα ίσα ΑΒΓ και +ΑΖΓ κοινήν έχοντα την υποτείνουσαν ΑΓ διπλασίαν της μικροτέρας +καθέτου ΒΓ. Αύτη γίνεται η διαγώνιος του τετραπλεύρου ΑΒΓΖ. Διά τούτο +λέγει ο Τίμαιος ότι διά της διαγωνίου (διαμέτρου) συνδέονται τα +τρίγωνα μάλλον παρά διά της υποτεινούσης. Διά προεκβολών +επαναλαμβάνοντες δις τα δύο ταύτα τρίγωνα έχομεν τα τετράπλευρα ΗΒΓΔ +και ΕΔΓΖ, πάντα δε γεννώσι τα ισόπλευρον τρίγωνον ΑΗΕ. Τούτο λοιπόν +προκύπτει από έξ τρίγωνα ορθογώνια σκαληνά, των οποίων έκαστον έχει +την υποτείνουσαν διπλασίαν της ελάσσονος καθέτου και είναι ίσα προς +άλληλα.</p> + +<p class="note" id="n010" style="clear:both;">10) Πάντα τα κανονικά πολύεδρα διαιρούσιν εις μέρη ίσα και όμοια την +σφαίραν, εν η είναι εγγεγραμμένα. Το ελάχιστον κανονικόν πολύεδρον +είναι η πυραμίς, ης η βάσις και αι έδραι είναι τρίγωνα ισόπλευρα. Η +αμβλυτάτη επίπεδος γωνία είναι εκείνη, ήτις μάλλον προσεγγίζει εις +τας δύο ορθάς. Αλλ' η ενταύθα περιγραφομένη στερεά γωνία αποτελεί +ακριβώς δύο ορθάς γωνίας. Διότι τα τρίγωνα, εξ ων αποτελείται το +τετράεδρον τούτο, έχουσι τας γωνίας ίσας, δι' ό τρεις εκ των γωνιών +τούτων οπουδήποτε ληφθείσαι ισούνται προς δύο ορθάς, ου μόνον αι +τρεις αι αποτελούσαι έν τρίγωνον, αλλά και αι τρεις αι αποτελούσαι +μίαν στερεάν γωνίαν. Σημειωτέον ότι ο Πλάτων προσδιορίζων τα αρχικά +σχήματα νοεί όχι την ύλην, αλλά τον χώρον. Εισάγει εις το άπειρον τα +πέρας, όπερ είναι ο αριθμός και το μέτρον· τα γεωμετρικά δε σχήματα +είναι αριθμός και μέτρον. Αι επιφάνειαι λοιπόν αυτού δεν είναι +υλικαί, αλλά όρια μαθηματικά και μέτρα· τα δε γεωμετρικά στερεά, τα +οποία αι επιφάνειαι περιγράφουσι, δεν είναι υλικά στερεά, αλλ' +αντιστοιχούσι προς τους αριθμούς εκείνους, οίτινες μεσάζουσι μεταξύ +ιδεών και πραγμάτων. Ο Πλάτων ζητών τα πρώτα στοιχεία ουχί της ύλης, +τα άτομα, αλλά τα των σχημάτων, ευρίσκει πρώτον το ορθογώνιον +τρίγωνον, όπερ είναι η απλουστάτη εφαρμογή του πέρατος.</p> + +<p class="note" id="n011">11) Είναι το οκτάεδρον, όπερ έχει οκτώ έδρας τριγωνικάς και έξ +γωνίας. Είναι δε το σχήμα του αέρος.</p> + +<p class="note" id="n012">12) Είναι το 20εδρον· το σχήμα του ύδατος· έχει 20 έδρας, ων εκάστη +σύγκειται από έξ στοιχειώδη ορθογώνια σκαληνά τρίγωνα. Αποτελείται +λοιπόν από 120 στοιχεία. Ούτω το οκτάεδρον σύγκειται από 48 και το +τετράεδρον από 24 στοιχεία.</p> + +<div class="illustration"> +<img alt="Τετράγωνο αποτελούμενο από 4 ισοσκελή τρίγωνα" width="155" height="126" src="images/shape6.png" /> +</div> + +<p class="note" id="n013">13) Έστωσαν τέσσαρα ισοσκελή ορθογώνια τρίγωνα αεβ, βεγ, +γεδ, δεα, ηνωμένα ούτως ώστε η ορθή γωνία εκάστου να είναι εν τω +κέντρω. Έχομεν ούτω το τετράγωνον αβγδ.</p> + +<p class="note" id="n014" style="clear:both;">14) Ο κύβος είναι το στοιχειώδες σχήμα της γης.</p> + +<p class="note" id="n015">15) Υπονοεί το δωδεκάεδρον, το πέμπτον κανονικόν στερεόν το υπάρχον +εν τη φύσει. Ο Έγελος παρατηρεί: Εν τω κόσμω τούτω των μεταβολών η +μορφή είναι το τοπικόν σχήμα. Διότι όπως εν τω κόσμω, όστις είναι +άμεσος εικών του αιωνίου, ο χρόνος είναι η απόλυτος αρχή, ούτως +ενταύθα η απόλυτος ιδανική αρχή είναι η καθαρά ύλη ως τοιαύτη, η +ύπαρξις (das bestehen = subsister) του χώρου. 1) Ύλη, 2) χώρος 3) +γένεσις. Ο χώρος είναι η ιδανική ουσία του φαινομενικού τούτου +κόσμου, ο μέσος ο συνενών το θετικόν και το αρνητικόν, οι διορισμοί +δ' αυτού είναι τα σχήματα. Και τω όντι εκ των διαστάσεων του χώρου η +επιφάνεια πρέπει να εκλαμβάνηται ως αληθής πραγματικότης, διότι είναι +1) ο απόλυτος μέσος μεταξύ 2) γραμμής και του 3) σημείου. Ούτω δε και +το τρίγωνον είναι το πρώτον των σχημάτων, ενώ ο κύκλος ουδέν όριον +έχει εν εαυτώ. Και ενταύθα ο Πλάτων προβαίνει εις την εξαγωγήν των +σχημάτων, ένθα το τρίγωνον αποτελεί την θεμελιώδη αρχήν.</p> + +<p class="note" id="n016">16) Εις το ύδωρ αποδίδεται το εικοσάεδρον, όπερ περιέχει δύο οκτάεδρα +(άπερ παριστώσι τον αέρα) και έν τετράεδρον (όπερ παριστά το πυρ). +Διά τούτο εκ παντός μέρους αέρος δύνανται να γεννηθώσι δύο πυρός, +διότι παν οκτάεδρον περιέχει δύο τετράεδρα, ήτοι με τας οκτώ έδρας +του οκταέδρου δύνανται να σχηματισθώσι δύο τετράεδρα κ.λ, διότι +πρόκειται πάντοτε περί επιφανειών περιοριζουσών τον χώρον.</p> + +<p class="note" id="n017">17) Επειδή το πυρ, ο αήρ και το ύδωρ δύνανται να μεταβαίνωσιν εις +άλληλα συντιθέμενα και αποσυντιθέμενα, όταν ο χωρισμός τελεσθή, παύει +πάσα πάλη μεταξύ αυτών. Ο αήρ άμα διαλυθή εις πυρ, δεν παλαίει πλέον +προς το πυρ διότι ουδέν παλαίει προς εαυτό, αλλ' αφομοιούται με το +νικήσαν στοιχείον.</p> + +<p class="note" id="n018">18) Ο Πλάτων α') εξηγεί πως τα μεγαλύτερα σχήματα διαλύονται υπό των +μικροτέρων, και τα μικρότερα υπό των μεγαλυτέρων· β') δηλοί ότι +μικρός όγκος των μεγαλυτέρων σχημάτων κεκλεισμένος εις μέγαν όγκον +των μικροτέρων, και μικρός όγκος των μικροτέρων σχημάτων κεκλεισμένος +εις μέγαν όγκον των μεγαλυτέρων, δύναται ν' ανακτήση προσδιωρισμένον +σχήμα, γινόμενος όμοιος προς το νικήσαν στοιχείον.</p> + +<p class="note" id="n019">19) Ενταύθα ομιλεί πάλιν περί της κινήσεως του χώρου, της δεξαμενής +(52–53) και επαναλαμβάνει ότι έκαστον είδος τείνει να συνενωθή εν +εαυτώ (63Β) χωριζόμενον από των άλλων. Παριστάνεται λοιπόν εδώ η +κίνησις της ανάγκης πριν ή ο Θεός εισαγάγη κόσμον, τάξιν εις το +σύμπαν.</p> + +<p class="note" id="n020">20) Του σκαληνού και του ισοσκελούς.</p> + +<p class="note" id="n021">21) Ο Πλάτων λέγει «τα γένη εν τοις είδεσι» εννοών γένη τα κατώτερα +είδη. Μετεφράσαμεν ακολουθούντες την συνήθη χρήσιν των όρων.</p> + +<p class="note" id="n022">22) Εν σελ 57Α είπεν ότι μεταξύ ομοίων δεν δύναται να υπάρχη ούτε +ενέργεια ούτε πάθος.</p> + +<p class="note" id="n023">23) Ότε δηλ. επραγματεύθη περί της συστάσεως της ύλης και εξήτασε τα +διάφορα σχήματα των στοιχειωδών τριγώνων.</p> + +<p class="note" id="n024">24) Ο Πλάτων αρνείται ουχί τον σχηματισμόν, την γέννησιν του κενού, +αλλά την διάρκειαν αυτού. Τω όντι, επειδή τα 4 είδη αποτελούνται από +γεωμετρικά στερεά, όταν εισέρχωνται εις άλληλα, αναγκαίως +καταλείπουσι κενά διαλείμματα, ως μη εφαρμοζόμενα ακριβώς, λ.χ. αι +πυραμίδες και τα εικοσείεδρα. Αποτελούνται ούτω κενά πρόσκαιρα, και +εκ της ανάγκης της πληρώσεως αυτών συμβαίνει η κίνησις. Ο Martin +λέγει: «Παν σωμάτιον κινούμενον ωθεί προ αυτού άλλο και τούτο άλλο +κ.λ., πάντα δε ταύτα ωθούμενα αποτελούσι κυκλικήν άλυσιν, ης ο πρώτος +και ο τελευταίος κρίκος εφάπτονται, ώστε εκάστη θέσις, πληρούται άμα +κενωθή και ούτω το κενόν ουδέποτε υπάρχει. Αύτη είναι η Πλατωνική +Θεωρία της <i>περιώσεως</i> (κυκλικής ωθήσεως), της αντιπεριστάσεως παρ' +Αριστοτέλει, της περιστάσεως παρά Στωικοίς... Η αρχή αύτη της +κυκλικής ώσεως, ή της έλξεως των ομοίων, άλλη (αρχή) αποδίδουσα 4 +διακεκριμένας χώρας εις τον αρχικόν όγκον εκάστου των 4 ειδών +στοιχειωδών σωμάτων, τέλος ο νόμος των μεταμορφώσεων των σωματίων, +τοιαύται είναι αι μεγάλαι αρχαί της φυσικής του Πλάτωνος».</p> + +<p class="note" id="n025">25) Το πυρ λοιπόν του Πλάτωνα περιέχει 1)την φλόγα, 2) το φως, 3) την +θερμότητα.</p> + +<p class="note" id="n026">26) Και εκ τούτου δείκνυται, ότι τα 4 στοιχεία θεωρεί ο Πλάτων 4 +καταστάσεις της ύλης, και ότι η ύλη αποδίδεται εις την μίαν ή την +άλλην των καταστάσεων τούτων καθ' όσον δύναται ν' ανάγηται εις αυτήν. +Ούτω και τα μέταλλα ανάγονται εις το δεύτερον είδος του ύδατος, διότι +εις υψηλήν θερμοκρασίαν δύνανται να διαλύωνται, ενώ εις το πρώτον +ανήκουσι τα σώματα, τα οποία είναι υγρά εις την κανονικήν +θερμοκρασίαν. Αι καταστάσεις αύται είναι, ως είπομεν, μόνον +ποιότητες.</p> + +<p class="note" id="n027">27) Όζος δηλοί δεσμός, βλαστός, ενταύθα δε το σκληρότερον μέρος του +μετάλλου. Αδάμας δεν δηλοί το γνωστόν πολύτιμον ορυκτόν, αλλ' είδος +σκληροτάτου σιδήρου, πιθανώς αιματίτην.</p> + +<p class="note" id="n028">28) Το άλας λοιπόν είναι το πρώτον των αρτυμάτων, επειδή συνηθίζετο +εις τας θυσίας· διά τούτο λέγει ότι είναι αρεστόν εις τους θεούς +συμφώνως με την κρατούσαν συνήθειαν.</p> + +<p class="note" id="n029">29) Όταν η γη είναι εν κανονική καταστάσει, ουχί υπό του πυρός +πιεζομένη, ότε δύναται να διαλυθή υπό του πυρός.</p> + +<p class="note" id="n030">30) Ο αήρ διαλύει τον πάγον, την χιόνα κ.λ., το δε πυρ ου μόνον +τούτο ποιεί, αλλά και εξατμίζει το ύδωρ, ήτοι το μεταβάλλει εις αέρα.</p> + +<p class="note" id="n031">31) Το πυρ διαστέλλει τον συνήθη αέρα· ως προς τον συμπεπυκνωμένον, +το πυρ δεν δύναται να τον διαστείλη, αλλά τον μεταμορφώνει εις πυρ.</p> + +<p class="note" id="n032">32) Η Φυσική και η Φυσιολογία του Πλάτωνος, λέγει ο Έγελος, είναι ως +παιδική προσπάθεια προς κατανόησιν των αισθητών φαινομένων εν τη +πολλαπλότητι αυτών. Πολλαχού αναγνωρίζομεν την θεωρητικήν νόησιν, +αλλά ως επί το πλείστον η εξήγησις γίνεται κατά όλως εξωτερικόν +τρόπον· π.χ. κατά εξωτερικήν τελολογίαν. Η μέθοδος καθ' ην ο Πλάτων +πραγματεύεται την φυσικήν, είναι διάφορος της σημερινής, διότι, ενώ +παρ' αυτώ λείπει η εμπειρική γνώσις, εν τη νεωτέρα φυσική λείπει η +ιδέα. Οπωσδήποτε ο Πλάτων ενίοτε εκφέρει βαθυτάτας κρίσεις και +θεωρίας.</p> + +<p class="note" id="n033">33) Πάντα τα πράγματα πρέπει να θεωρώνται κατ' αναφοράν προς τας +αισθήσεις ημών. Ενταύθα είμεθα εις τους πιθανούς συλλογισμούς, ουχί +εις τους απολύτους. Η ύλη είναι αντικείμενον της αισθήσεως, διό +πρέπει να θεωρήται ουχί καθ' εαυτήν, όπως έως τώρα εγίνετο, αλλά +σχετικώς προς τον ιδικόν μας τρόπον του αισθάνεσθαι.</p> + +<p class="note" id="n034">34) Επειδή ο κόσμος είναι σφαιρικός, δεν δύναται να υπάρχη μέρος +αυτού άνω και άλλο κάτω. Προ πάντων το κέντρον δεν είναι ούτε άνω +ούτε κάτω, διότι πάντα στρέφονται πέριξ αυτού, και τούτο είναι προς +πάντα εν τη αυτή αναφορά. Και πάλιν έκαστον σημείον της περιφερείας +ισαπέχει του κέντρου, επομένως και το ζενίθ είναι ως το ναδίρ.</p> + +<p class="note" id="n035">35) Η γη κατέχει το κέντρον, το πυρ τα άκρα, και μεταξύ αυτών το +ύδωρ, εγγύτερον εις την γην, και ο αήρ εγγύτερον εις το πυρ. Αλλ' +υπάρχουσι και μέρη των στοιχειωδών τούτων σωμάτων διεσπαρμένα +πανταχού του κόσμου.</p> + +<p class="note" id="n036">36) Η βαρύτης ενταύθα εξηγείται διά της τάσεως του ομοίου προς το +όμοιον. Ούτω το πυρ τείνει προς το πυρ, η γη προς την γην. Ημείς, +οικούμεν την χώραν του ύδατος και της γης, διό, αν θέσωμεν ύδωρ ή γην +εις την πλάστιγγα, τα βλέπομεν βαρύνοντα προς τα κάτω, διότι τείνουσι +να ενωθώσι με την μάζαν αυτών. Το αυτό θα συνέβαινε και εις το πυρ, +εάν ηδυνάμεθα να κάμωμεν ανάλογον πείραμα εν τη χώρα του. Θα +εβλέπομεν τότε εκεί φαινόμενον έλξεως ανάλογον με το ημέτερον, ουχί +όμως προς την γην, αλλά προς την σφαίραν του πυρός. Ούτως +αποδεικνύεται η πλάνη των κοινών παραστάσεων του άνω και του κάτω +(Fraccaroli).</p> + +<p class="note" id="n037">37) Εάν ήτο αληθές ότι τα βαρέα βαίνουσι προς τα κάτω και τα κούφα +προς τα άνω κατά την κοινήν αντίληψιν του άνω και κάτω, πάντα τα +βαρέα θα έβαινον πρoς μίαν διεύθυνσιν, και πάντα τα κούφα προς την +εναντίαν. H Πλατωνική όμως θεωρία της έλξεως των όγκων αναγνωρίζει +άμα και εξηγεί πώς η κίνησις των βαρέων, και η των κούφων λαμβάνει +διαφόρους διευθύνσεις. Τω όντι η πτώσις σώματος (του βαρέος) +ακολουθεί την σχετικήν γηίνην ακτίνα, και το πυρ (το κούφον) +αναβαίνει εις τον ουρανόν εκ διαφόρων μερών της σφαίρας ημών και διά +τούτο κατά διευθύνσεις διαφόρους απ' αλλήλων, εναντίας μεν εάν οι δύο +τόποι είναι εις τους αντίποδας, πλαγίως δε κατά τας άλλας +περιπτώσεις. Η αντίθεσις και η λοξότης αύτη δεικνύουσι πόσον είναι +σφαλεραί αι κοιναί παραστάσεις του άνω και του κάτω.</p> + +<p class="note" id="n038">38) Εν τοις ηγουμένοις εθεώρησε τα αισθήματα ως εντυπώσεις +προερχομένας εκ των διαφόρων εξωτερικών αντικειμένων. Νυν θεωρεί αυτά +κατ' αναφοράν προς το υποκείμενον και προς την ηδονήν και λύπην, την +οποίαν παράγουσιν εν αυτώ. Και προ πάντων διακρίνει μεταξύ των +εντυπώσεων, αίτινες γεννώσιν αισθήματα, τας συνοδευομένας υπό ηδονής +ή λύπης από των αδιαφόρων (όρα και σ. 86 B).</p> + +<p class="note" id="n039">39) Παν πάθημα (εντύπωσις) δεν είναι και αίσθησις.</p> + +<p class="note" id="n040">40) Όρα σελ. 45 C. Η όψις ωραίας εικόνος προξενεί μεν ηδονήν, αλλά +ηδονήν ψυχικήν και μη διεγείρουσαν ευαρέστως το οπτικόν όργανον, ως +θα επέδρα το άρωμα άνθους επί του οσφραντηρίου. Το αυτό και περί +ακοής.</p> + +<p class="note" id="n041">41) Ίνα εις την εντύπωσιν επακολουθή αίσθησις δέον το δεχόμενον +αυτήν όργανον να την μεταδίδη εις την ψυχήν. Ίνα δε είναι δυσάρεστος +ή ευάρεστος δέον ακόμη 1) να είναι ή εναντία προς την φύσιν του +οργάνου, ή ικανή να το αποκαταστήση εις την φυσικήν κατάστασίν του, +2) τα μέρη του οργάνου να παρέχωσιν αντίστασιν μείζονα ή ελάσσονα, 3) +ίνα η αίσθησις είναι ζωηρά, δέον η εντύπωσις να επέρχηται αθρόα και +ουχί ολίγον κατ' ολίγον.</p> + +<p class="note" id="n042">42) Κατά τον Πλάτωνα την λειτουργίαν των νεύρων εκτελούσι μικραί +φλέβες, των οποίων το κέντρον είναι το ήπαρ, ως έδρα της θνητής +ψυχής.</p> + +<p class="note" id="n043">43) Εννοεί τα 4 στοιχειώδη είδη, εξ ων αισθάνεταί τις οσμήν μόνον, +όταν το ύδωρ μεταβάλληται εις αέρα κ.λ.π</p> + +<p class="note" id="n044">44) Λοιπόν ύλη άμορφος υπάρχουσα ακόμη εν τω χρόνω.</p> + +<p class="note" id="n045">45) Όταν τις πάθη έμφραξιν εις την ρίνα, δεν αισθάνεται οσμάς, και +αν ακόμη βιαίως εισπνέη τον αέρα.</p> + +<p class="note" id="n046">46) Π. χ. η οσμή της αμμωνίας ερεθίζει ου μόνον την ρίνα αλλά και τον +εγκέφαλον, τα όμματα, τον λάρυγγα κ.λ.π.</p> + +<p class="note" id="n047">47) Ο αήρ προσβάλλει τον εγκέφαλον, ο εγκέφαλος μεταδίδει την +προσβολήν εις το αίμα και τούτο εις την ψυχήν.</p> + +<p class="note" id="n048">48) Προφανώς ο Πλάτων δεν εξηγεί ορθώς τον οξύν και τον βαρύν ήχον, +οίτινες φθάνουσιν εις το ους συγχρόνως και ουχί διαδοχικώς. Η διαφορά +προέρχεται εκ του αριθμού των παλμών εν ωρισμένω χρόνω. Του οξέος οι +παλμοί διαδέχονται αλλήλους ταχύτερον.</p> + +<p class="note" id="n049">49) Σελ. 45 Β. Εδώ εξηγεί τα αίσθημα του χρώματος. Εάν το πυρ του +αντικειμένου είναι το αυτό με το της όψεως δεν υπάρχει αίσθημα. Εάν +είναι μείζον ή ελάσσον, τότε η <b>διαφορά</b> παράγει τo αίσθημα.</p> + +<p class="note" id="n050">50) Ο Ιταλός μεταφραστής εξαίρει την διδασκαλίαν, ότι αι εντυπώσεις +των διαφόρων αισθήσεων παράγονται πάσαι εκ της αυτής αιτίας, ήτις +προσβάλλει διαφοροτρόπως τα διάφορα όργανα. Τα πράγματα λοιπόν κατά +ταύτα έχουσι σταθεράν υπόστασιν, καίτοι ημείς τα αντιλαμβανόμεθα +διαφοροτρόπως κατά τας διαφόρους αισθήσεις ημών. Παρατηρητέον έτι την +αντίθεσιν του λευκού και του μέλανος. Τα άλλα χρώματα θεωρεί ο Πλάτων +ως τροποποιήσεις ή βαθμούς διαμέσους μεταξύ των αντιθέτων τούτων.</p> + +<p class="note" id="n051">51) Απλούστερον δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η λάμψις, η μαρμαρυγή +γεννάται εκ της επί της κόρης συγκρούσεως των δύο πυρών, του πυρός +όπερ έρχεται εκ του εξωτερικού αντικειμένου και εκείνου όπερ +εξέρχεται εκ των ομμάτων. Η σύγκρουσις αύτη παράγει δάκρυα κ.λ.</p> + +<p class="note" id="n052">52) Περί των συναιτίων και της ανάγκης όρα σελ. 46C, 48Α και 76Δ. Η +θεωρία των θείων απαιτεί την μελέτην των φυσικών νόμων ως αναγκαίον +βοήθημα. Είναι δε αύτη υγιεστάτη αρχή, συνδιαλλάττουσα την θρησκείαν +και την επιστήμην· ο κόσμος κυβερνάται υπό νόμων, ους μελετά η +επιστήμη, αλλ' ο έσχατος λόγος αυτών είναι το αντικείμενον της +θρησκείας και της φιλοσοφίας· η επιστήμη είναι μέσον, η θρησκεία και +η φιλοσοφία σκοπός· αλλά μόνον διά της θεωρίας του γινομένου δυνάμεθα +να φθάσωμεν εις την γνώσιν του όντος. Ο Πλάτων εν σελ. 59C εθεώρει +την σπουδήν των φυσικών νόμων ως πάρεργόν τι. Ενταύθα όμως κρίνει +αυτήν καλύτερον και δικαιότερον.</p> + +<p class="note" id="n053">53) Τρόπος μεταβάσεως από του θείου εις το πεπερασμένον και γήινον.</p> + +<p class="note" id="n054">54) Η διαίρεσις θείου και θνητού είναι η αυτή με την εν τη +<b>Πολιτεία</b> διάκρισιν λογιστικού και αλόγου, η υποδιαίρεσις του θνητού +προς την υποδιαίρεσιν του αλόγου εις θυμοειδές και επιθημητικόν εν τη +<b>Πολιτεία</b> και προς την του ευγενούς και κακού ίππου εν τω <b>Φαίδρω</b>.</p> + +<p class="note" id="n055">55) Τα <b>μέρη</b> της ψυχής, κατά τον Πλάτωνα, είναι τρία: τo νοητικόν, +το θυμοειδές και τελευταίον το επιθυμητικόν. Ταύτα δεν είναι δυνάμεις +αλλά μέρη οικούντα εις διάφορα μέρη του σώματος. Από τούτων +διακρίνονται αι δυνάμεις της ψυχής εξαρτώμεναι εκ των σχέσεων +υποκειμένου και αντικειμένου, και αίτινες είναι η επιστήμη, η δόξα +και η αίσθησις. Η ψυχολογία του Πλάτωνος έχει χαρακτήρα ηθικοτελολογικόν.</p> + +<p class="note" id="n056">56) Το ήπαρ έχει τας ιδιότητας ταύτας χάριν των δύο λειτουργιών +αυτού. Είναι ως κάτοπτρον εις ό αντανακλάται η νόησις της ψυχής, και +ή διαταράττει αυτήν διά της πικρίας της χολής ή πραΰνει διά της +γλυκύτητος ην έχει, ώστε να την διαθέτη προς μαντείαν καθ' ύπνους, +ήτις αναπληροί εν τω μορίω τούτω της ψυχής την συνείδησιν και τον +λόγον, άτινα λείπουσιν εν αυτώ.</p> + +<p class="note" id="n057">57) Ο Πλάτων λοιπόν αποδίδει την μαντείαν εις το άλογον, το σωματικόν +μέρος του ανθρώπου, και θεωρεί πολύ κατωτέραν της συνειδητής γνώσεως.</p> + +<p class="note" id="n058">58) Διερμηνείς.</p> + +<p class="note" id="n059">59) Δήλα δη η οιωνοσκοπία είναι όλως αβέβαιον και αμφίβολον πράγμα.</p> + +<p class="note" id="n060">60) Ο Τίμαιος εξακολουθεί πραγματευόμενος τα μέλη του οργανισμού εκ +τελολογικής απόψεως. Το υπογάστριον σκοπόν έχει να δέχηται το +περίσσευμα των τροφών, αι δε περιστροφαί των εντέρων σκοπόν έχουσι να +κρατώσι τας τροφάς περισσότερον χρόνον, ίνα μη ανανεώνται αύται +συχνά. Ο μυελός επλάσθη, ίνα συνάπτη τους ζωτικούς δεσμούς τους +ενούντας την ψυχήν προς το σώμα. Ο εγκέφαλος, κυκλοτερής γενόμενος, +εδέχθη την αθάνατον ψυχήν. Το λοιπόν μέρος του μυελού διηρέθη εις +σχήματα στρογγύλα και επιμήκη, και εις ταύτα ως εις αγκύρας προσεδέθη +η θνητή ψυχή. Έπειτα εποιήθησαν τα οστά· δι' οστεΐνης σφαίρας +εστεγάσθη ο εγκέφαλος και περί τον διαυχένιον και τον νωτιαίον μυελόν +ετέθησαν σφόνδυλοι ως στρόφιγγες οι μεν υπό τους δε. Έπειτα +επλάσθησαν τα νεύρα και η σαρξ· εκείνα μεν ίνα συνδέωσι τα μέλη και +ίνα δίδωσιν εις τας αρθρώσεις την δύναμιν να κινώνται ελευθέρως, αι +δε σάρκες, ίνα προφυλάττωσι το σώμα κατά της θερμότητος και του +ψύχους. Αι σάρκες διενεμήθησαν κατά λόγον της θέσεως και της χρήσεως +των μελών. Τέλος επλάσθησαν το δέρμα ως περικάλυμμα της σαρκός, και +αι τρίχες και οι όνυχες ως όργανα αμύνης, άτινα έλαβον την πλήρη +εξέλιξιν αυτών εις τα άλλα ζώα.</p> + +<p class="note" id="n061">61) Όρα σελ. 61C.</p> + +<p class="note" id="n062">62) Η κάμψις είναι κίνησις ουχί κυκλική, ούτε πάντοτε κατά τον αυτόν +τρόπον δεν έχει λοιπόν την φύσιν του ταυτού. Έπειτα είναι πολλαπλή ως +προς τας αρθρώσεις.</p> + +<p class="note" id="n063">63) Κατά τας μεταβολάς της θερμοκρασίας.</p> + +<p class="note" id="n064">64) Επειδή ο μυελός είναι η έδρα της ψυχής, το ποσόν αυτού +αντιστοιχεί προς το της ψυχής. Αλλ' αι φράσεις αύται δεν πρέπει να +λαμβάνωνται υλικώς. Ο Πλάτων διακρίνει την ουσίαν του νωτιαίου μυελού +από του των άλλων οστών.</p> + +<p class="note" id="n065">65) Η ανάγκη και ενταύθα φαίνεται ως μία διάταξις, ην έχουσι τα +πράγματα καθ' εαυτά ανεξαρτήτως πάσης εκ προνοίας διατάξεως.</p> + +<p class="note" id="n066">66) Ο Τίμαιος λέγει απεχωρίζετο, εκθέτων την πρώτην μόρφωσιν του +ανθρώπου υπό μυθικήν μορφήν.</p> + +<p class="note" id="n067">67) Εννοεί προ της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Πυθαγορικός Τίμαιος +δεν ομιλεί περί κρεωφαγίας.</p> + +<p class="note" id="n068">68) Ο Πλάτων δεν εγίνωσκε την θεωρίαν της κυκλοφορίας του αίματος· +δεν διακρίνει τας φλέβας από των αρτηριών, καλεί δε αρτηρίας τους +οχετούς της αναπνοής. Η μία των δύο φλεβών ενταύθα είναι αρτηρία.</p> + +<p class="note" id="n069">69) Η άρδευσις του σώματος γίνεται, λέγει, διά των φλεβών τούτων.</p> + +<p class="note" id="n070">70) Το χωρίον τούτο είναι δυσκολώτατον, διαφωνούσι δε οι σχολιασταί +περί την εξήγησιν αυτού. Ο Γαληνός ομολογεί ότι είναι πράγματα +<b>δυσνόητα και δύσρητα</b>. Πιθανώτεραι φαίνονται αι ερμηνείαι αι +αναφέρουσαι την περιγραφομένην συσκευήν εις το εσωτερικόν του σώματος +ημών. Κατά τον Stallbaun. π. χ. το πλέγμα είναι η συσκευή των +πνευμόνων μετά του οισοφάγου και της τραχείας αρτηρίας· και το όλον +παριστάνεται ως κύρτος μετά δύο εγκυρτίων ή χωνίων, του οισοφάγου και +της τραχείας, ήτις είναι δίκρους δηλ. μερίζεται εις δύο βρόγχους· +σχοίνοι δε είναι αι διακλαδώσεις των βρόγχων, τα βρόγχια, τα οποία +διανέμουσι τον αέρα καθ' όλον τον πνεύμονα. Αλλά και η εξήγησις αύτη +δεν δύναται ευχερώς να συμβιβασθή με τον τρόπον, καθ' ον ο Θεός +προσεκόλλησε το όλον σύστημα εις το σώμα. Οι δύο σάκκοι ή χωνία +εισέρχονται ο μεν εις το στόμα, ο δε εσχισμένος εις τους δύο οχετούς +της ρινός, ουχί εις τους βρόγχους. Προστίθεται έπειτα ότι ο του +στόματος είναι διπλούς και το έν μέρος καταβαίνει διά της τραχείας +εις τον πνεύμονα, το δ' άλλο παρά την τραχείαν, δηλαδή διά του +οισοφάγου εις την κοιλίαν, άρα ο οισοφάγος και η αρτηρία είναι δύο +παράλληλα τμήματα του αυτού σάκκου, όστις διά τούτο λέγεται +<b>διπλούς</b>, ενώ ο άλλος, ο της ρινός, είναι μόνον <b>δίκρους</b>. Ελέχθη +πρότερον ότι το εσωτερικόν μέρος του συστήματος εγένετο εκ πυρός, το +δε εξωτερικόν εξ αέρος. Ο αήρ άρα οτέ μεν εισρέει οτέ δε αναρρέει διά +των σάκκων εις τους πνεύμονας, το εσωτερικόν πυρ ακολουθεί και αυτό +την κίνησίν του, και όλον το αναπνευστικόν σύστημα οτέ μεν +καταβαίνει, οτέ δε αναβαίνει εντός του σώματος, όπερ είναι +υποχωρητικόν. Αι δυσκολίαι δεν αίρονται εφ' όσον το πλέγμα +εκλαμβάνεται ως σώμα. Ο Πλάτων κατά τον Fraccaroli, δεν ομιλεί περί +του πνευμονικού συστήματος και των προσαρτημάτων αυτού, αλλά περί των +στοιχείων αέρος και ύδατος, άτινα ζωογονούσι το σύστημα τούτο και +παρά τούτου λαμβάνουσι μορφήν. Τω όντι· το ότι το εσωτερικόν μέρος +αυτού σύγκειται εκ πυρός, οι δε σάκκοι και το δοχείον εξ αέρος, +ερρέθη επιμονώτερον παρά εάν επρόκειτο να δειχθή η απλή στοιχειώδης +σύστασις πράγματος στερεού. Προσέτι το σύστημα τούτο ή μέρος αυτού +ουδαμού συνταυτίζεται με όργανόν τι του σώματος, αλλά έκαστον μέρος +αυτού εφαρμόζεται εις τα όργανα του σώματος. Έπειτα φράσεις τινάς δεν +δυνάμεθα να εξηγήσωμεν και να εννοήσωμεν ει μη κατά τούτον τον +τρόπον, καθώς εκείνην εν η γίνεται λόγος περί του διπλού σάκκου διά +της ρινός και ως λόγος τούτου αναφέρεται, ότι όταν ο άλλος δεν +διέρχεται διά του στόματος, δύναται να τον αναπληρή ούτος. Εάν +επρόκειτο περί αληθούς οχετού θα επροβλέπετο η περίπτωσις της +εμφράξεως· απεναντίας όμως προβλέπεται η περίπτωσις της μη διαβάσεως +διά του στόματος. Δεν πρόκειται λοιπόν περί σωματικού οργάνου, αλλά +περί ρεύματος, περί τινος, το οποίον μέλλει να διέλθη διά τινος +οργάνου. Περιπλέον το σύστημα τούτο λέγεται ότι εισέρχεται εις το +σώμα ημών, διότι το σώμα είναι μανόν. Είπε δε και ανωτέρω ότι η +κοιλία δεν στέγει ούτε αέρα ούτε πυρ, τα οποία όμως είναι αναγκαία +διά την πέψιν των τροφών και την θρέψιν του σώματος. Έπρεπε λοιπόν να +προΐδη τον αέρα τούτον και το πυρ τούτο ούτως, ώστε να μένωσι +σταθερώς εν τη κοιλία, αφού αύτη δεν ηδύνατο να τα κρατή. Και τούτο +εγένετο διά της αναπνοής ήτοι διά του συστήματος τούτου. Ο αήρ και το +πυρ διαχωρούσι διά της κοιλίας, και αήρ και πυρ, λέγεται ρητώς, ότι +είναι τα περί ου ο λόγος πλέγμα. — Η εξήγησις αύτη είναι σύμφωνος +προς τα επόμενα όπου επί μάλλον αναλύεται το φαινόμενον της αναπνοής· +η πνοή εξερχομένη απωθεί τον εξωτερικόν αέρα, ούτος απωθεί άλλον και +καθ' εξής κυκλικώς μέχρις ου πληρωθή ο χώρος, τον οποίον αφήκε κενόν +η αναπνοή, (Όρα Αριστοτέλην περί αναπνοής, Κεφάλ. 5).</p> + +<p class="note" id="n071">71) Διά της αδυναμίας του κενού και της περιώσεως, ο Πλάτων εξηγεί +πάντα ταύτα τα φαινόμενα.</p> + +<p class="note" id="n072">72) Περί της διαδόσεως του ήχου εγένετο λόγος εν σελ. 67Β.</p> + +<p class="note" id="n073">73) Η ροή των υδάτων προέρχεται εκ του αέρος, όπως η διάλυσις των +χυτών μετάλλων (σ. 58Ε). Η πτώσις των κεραυνών αναλογεί προς την +βολήν των λίθων. Το ήλεκτρον περιέχει αέρα ή πυρ, όπερ όταν το +ήλεκτρον τρίβεται, εξέρχεται. Ο αήρ ωθούμενος διά της περιώσεως +απωθεί τα ελαφρά αντικείμενα τα οποία συναντά.</p> + +<p class="note" id="n074">74) Τα εξωτερικά πράγματα φθείρουσιν ημάς αφαιρούντα εξ ημών το +όμοιον αυτοίς κατά τον νόμον της έλξεως των ομοίων· ανάλογον δε +συμβαίνει και εντός ημών. Είμεθα μικρόκοσμοι υπείκοντες εις νόμους +αναλόγους προς τους του μεγάλου κόσμου. Όθεν ό,τι προς το σώμα ημών +είναι ο ουρανός (τα εξωτερικά πράγματα), τούτο είναι το σώμα ημών +προς τα στοιχεία τα ερχόμενα, ίνα αποτελέσωσι το αίμα ημών. Το σώμα +ελκύει προς εαυτό τα στοιχεία ταύτα, ήτοι τρέφεται εξ αυτών. Αλλά +τρέφεται, εφ' όσον έχει την δύναμιν να έλκη, εφ' όσον η κτήσις +υπερέχει ή είναι ίση προς την απώλειαν.</p> + +<p class="note" id="n075">75) Μετά της θρέψεως εξηγεί και την αύξησιν του ζώου.</p> + +<p class="note" id="n076">76) Η <b>ρίζα</b> [ως λέγει τα κείμενον] των τριγώνων σημαίνει πιθανώς τα +αρχικά τρίγωνα του ατόμου, ήτοι τα ιδιάζοντα εις την ανθρωπίνην +φύσιν.</p> + +<p class="note" id="n077">77) Πρώτη τάξις νόσων αιτίαν έχει την υπερβολήν ή την έλλειψιν, την +μετάθεσιν και τας αλλοιώσεις των 4 συστατικών του σώματος στοιχείων, +πυρός, αέρος, ύδατος, γης. Αι νόσοι αύται, εν αις είναι και οι +πυρετοί, είναι αι πολυαριθμότεραι. Δευτέρα τάξις νόσων, ολιγώτερον +συχνών αλλά δεινοτέρων, αιτίαν έχει τας δευτέρας συστάσεις, ήτοι τα +μέλη του οργανισμού, το κρέας, το αίμα, τα οστά, τον μυελόν κ.λ. Αι +νόσοι γεννώνται όταν τα μέλη ταύτα, αντί να παράγωσιν άλληλα εις την +φυσικήν κατάστασίν των, αποσυντίθενται και επιστρέφουσιν έκαστον εις +το όργανον, εξ ου παρήχθη. Ούτως εκ της φθοράς του αίματος και της +σαρκός, γεννώνται η χολή και το φλέγμα. Φοβερώτατον των νοσημάτων +τούτων είναι το προσβάλλον τον μυελόν.</p> + +<p class="note" id="n078">78) Το νόσημα δύναται να εξαρτάται εκ της διαφθοράς των στοιχείων ή +εκ της συνθέσεως αυτών, ήτοι του μυελού, οστού, σαρκός, νεύρων ή +αίματος, άτινα είναι συνθέσεις των στοιχείων.</p> + +<p class="note" id="n079">79) Τοιούτον είναι το εν τω σώματι θερμόν και ζωντανόν αίμα. Διάφορον +τούτου είναι το νεκρόν και ψυχρόν αίμα.</p> + +<p class="note" id="n080">80) Κατά τον Πλάτωνα εις τας φλέβας πλην του αίματος υπάρχει και +αήρ, ου η υπερβολή γεννά νοσήματα βαρέα.</p> + +<p class="note" id="n081">81) Καίτοι ο Πλάτων αγνοεί την κυκλοφορίαν του αίματος, ουχ ήττον +επίστευεν ότι τούτο εκινείτο εις τας φλέβας κατά νόμους ωρισμένους.</p> + +<p class="note" id="n082">82) Προηγούνται κατά την γέννησιν, είτε διότι η σαρξ θεωρείται +προγενεστέρα του αίματος, είτε διότι αι αριθμηθείσαι νόσοι παράγονται +εξ ελαττώματος της θρέψεως, αι δε επόμεναι μάλλον εξ ελαττώματος +οργανικού. Είναι άρα εκ των της δευτέρας συστάσεως.</p> + +<p class="note" id="n083">83) Τρίτον είδος νοσημάτων προέρχεται εκ του αναπνεομένου αέρος, εκ +του φλέγματος και της χολής. Ενταύθα ανήκει και η ιερά νόσος. Οι +αρχαίοι εκάλουν ιεράν νόσον την επιληψίαν, ένεκα των παραδόξων +φαινομένων αυτής, διά τα οποία απεδίδετο εις ενέργειαν θείαν ή +δαιμονίαν. Αλλά την δεισιδαιμονίαν ταύτην αναιρεί ο συγγραφεύς του +<b>περί ιρής νούσου</b> βιβλίου. Αξία σημειώσεως εδώ είναι η παρατήρησις +περί της επιληψίας κατά τον ύπνον, ότε είναι ημερωτέρα.</p> + +<p class="note" id="n084">84) Ως συμβαίνει εις την πνευμονικήν φθίσιν. Κατωτέρω όμως φαίνεται +ομιλών περί της πλευρίτιδος.</p> + +<p class="note" id="n085">85) Η ρευστότης του αίματος και η αραίωσις του σώματος είναι +αποτελέσματα της θερμότητος.</p> + +<p class="note" id="n086">86) Όρα σ. 83Α. Το αίμα ποιεί την σάρκα, η φθορά δε ταύτης είναι +αιτία της νοσηράς χολής.</p> + +<p class="note" id="n087">87) Ή εξέρχεται εξ όλου του σώματος ή εξ ωρισμένων πόρων οιονεί +λάθρα, ως εξόριστος.</p> + +<p class="note" id="n088">88) Ήτοι ανανεούμενοι μετά παν διάστημα 24 ωρών.</p> + +<p class="note" id="n089">89) Ομιλεί περί των πυρετών ως κυρίων νοσημάτων, ουχί ως +συμπτωμάτων.</p> + +<p class="note" id="n090">90) Αι νόσοι της ψυχής εξαρτώνται εκ της καταστάσεως του σώματος. Αι +μέγισται είναι η παραφροσύνη και η αμαθία. Ωσαύτως και η υπερβολή +ηδονής και λύπης. Ουχ ήττον διαταράσσεται η ψυχή, όταν αφθονία +σπέρματος παρασύρη εις ακρασίαν και ακολασίαν. Και όταν έτι η χολή, +το φλέγμα και οι χυμοί, μη ευρίσκοντες διέξοδον εις τα έξω +αναμιγνύουσι τους ατμούς των με τας κινήσεις της ψυχής και τας +εμποδίζουσιν. Ούτω γεννώνται βαθεία λύπη, θρασύτης και δειλία, λήθη +και ηλιθιότης. Η κακία είναι ακουσία. Ο κακός έχει χρείαν θεραπείας +και αγωγής.</p> + +<p class="note" id="n091">91) Πολλαχού ο Πλάτων επαναλαμβάνει ότι οι κακοί εις πάντα είναι +άκοντες κακοί. Βάσις της διδασκαλίας ταύτης είναι ότι η νοητική ψυχή +είναι φύσει αγαθή, ως δημιουργηθείσα αμέσως υπό του Θεού, όστις πάντα +εποίησεν αγαθά, και ότι άρα πάσα η επιμέλεια ημών πρέπει να είναι +αύτη: να αναγάγωμεν αυτήν εις την φυσικήν αυτής κατάστασιν και εις +την ομοιότητα προς τας κυκλικάς κινήσεις του παντός (90Δ), +ελευθερούντες αυτήν από των κωλυμάτων, τα οποία αντιτάσσουσιν η +αισθητική ψυχή και τα εξωτερικά πράγματα.</p> + +<p class="note" id="n092">92) Η θεραπευτική του Πλάτωνος είναι μάλλον υγιεινής κανόνες προς +διατήρησιν της αρμονίας μεταξύ ψυχής και σώματος. Διότι αν έν εξ αυτών +υπερισχύη του ετέρου γεννώνται νόσοι. Διό πρέπει να ασκώμεν το σώμα διά +της γυμναστικής και την ψυχήν διά της μουσικής. Προσέτι το σώμα διά της +κινήσεως να υπερασπίζωμεν κατά των εξωτερικών επιδράσεων. Η μάλλον +σωτηρία κίνησις είναι η της γυμναστικής, δευτέρα η του περιπάτου εν +πλοίω ή οχήματι και τελευταία η κάθαρσις διά φαρμάκων.</p> + +<p class="note" id="n093">93) Ο Martin μεταφράζει: εις πάντας τους κόπους, τους οποίους πρέπει +να υφίστανται πάντα τα μέλη.</p> + +<p class="note" id="n094">94) Το σώμα πρέπει λοιπόν να παιδαγωγήται ούτως, ώστε να +ανταποκρίνεται προς τας απαιτήσεις της ψυχής.</p> + +<p class="note" id="n095">95) Τα μαθηματικά μετά των εφαρμογών αυτών ήσαν εν τη αρχαιότητι η +μόνη επιστήμη αξία του ονόματος. — Η διανοητική κόπωσις επιφέρει +μελαγχολίαν, ή ως λέγεται σήμερον νευρασθένειαν.</p> + +<p class="note" id="n096">96) Τροφός και τιθήνη είναι, ως γινώσκομεν ήδη, η χώρα, νυν δε η χώρα +η γονιμοποιηθείσα και κινουμένη κίνησιν συμφυή, δι' ης τα στοιχειώδη +είδη βαίνουσιν έκαστον εις την οικείαν θέσιν. Η μίμησις εδώ +περιορίζεται εις την διατάραξιν. Η χώρα ταράττουσα ό,τι δέχεται εν +εαυτή, αποχωρίζει τα μέρη αυτού και παρασκευάζει την ύλην προς την +τάξιν, ην θα δεχθή. Ούτω το σώμα, ταράττον ομοίως τα εις αυτό +εισερχόμενα, τα στέλλει εις την θέσιν των το όμοιον προς το όμοιον.</p> + +<p class="note" id="n097">97) Έκαστον είδος έχει όριον μέσον και όριον μέγιστον ζωής, και +έκαστον άτομον εντός των ορίων τούτων έχει ίδιον αυτού όριον· επλάσθη +ίνα τόσον ζήση. Και εάν το όριον τούτο μετατεθή, αίτιον είναι τα εξ +ανάγκης παθήματα.</p> + +<p class="note" id="n098">98) Επειδή η ψυχή άρχει του σώματος, ανάγκη να την παρασκευάζωμεν +ούτως, ώστε να είναι ικανωτάτη προς παιδαγωγίαν. Επειδή πάλιν αύτη +περιέχει τρία είδη ψυχής, πρέπει ταύτα ν' ασκώνται αρμονικώς. Πρέπει +δε πρώτην να τιμώμεν την αθάνατον (την λογικήν), ήτις είναι εν ημίν +ως θείος δαίμων. Ούτω μόνον θα γίνωμεν μακάριοι και αθάνατοι.</p> + +<p class="note" id="n099">99) Το σώμα πρέπει να κυβερνάται, και ουχί να βιάζηται, αλλά να +βοηθήται η φύσις αυτού, και τούτο λέγει ο Πλάτων διαπαιδαγωγείν και +διαπαιδαγωγείσθαι.</p> + +<p class="note" id="n100">100) Και κατά τον Αριστοτέλην, ομοίως η κεφαλή εις τα ζώα, είναι ό,τι +αι ρίζαι εις τα φυτά (Περί ψυχής II 4, 7).</p> + +<p class="note" id="n101">101) Η νοητική ψυχή του ανθρώπου δέον να ζητή να γείνη ομοία με την +ψυχήν του κόσμου, αφ' ης απεμακρύνθη ένεκα της ενώσεώς της με τα +σωματικά όργανα και την αισθητικήν ψυχήν.</p> + +<p class="note" id="n102">102) Αι γυναίκες εγεννήθησαν εξ ανδρών, οίτινες έζησαν δειλοί και +άδικοι και προς τιμωρίαν μετεμορφώθησαν εις γυναίκας. Τα πτηνά +εγεννήθησαν εξ ανδρών κούφων, ακάκων και ζητούντων να εξηγήσωσι διά +των αισθήσεων τα ουράνια. Τα χερσαία εξ ανδρών αφιλοσόφων και δούλων +εις τα πάθη των. Οι ηλιθιώτεροι έγειναν τετράποδα, και οι ηλιθιώτατοι +ερπετά. Οι ανοητότατοι, αμαθέστατοι και ακάθαρτοι ηθικώς +μετεβλήθησαν εις ιχθύς.</p> + +<p class="note" id="n103">103) Ο Πλάτων μαντεύει ενταύθα τα σπερματοζωάρια πολλούς αιώνας προ +της ανακαλύψεως αυτών.</p> + +<p class="note" id="n104">104) Αινίττεται ίσως τους Ίωνας φιλοσόφους και τον Δημόκριτον.</p> + +<p class="note" id="n105">105) Ουχί ομοίας προς το σχήμα του παντός, όπερ είναι σφαιρικόν.</p> + +<p class="note" id="n106">106) Τελευταίαν κατοίκησιν ουχί ως προς τον τόπον, αλλά ως προς το +σώμα, εις το οποίον εισέρχεται η ψυχή.</p> + +<p class="note" id="n107">107) Ουχί λοιπόν εις φυτά.</p> + +<p class="note" id="n108">108) Ταύτα πάντα διαφέρουσι των εν τω Φαίδρω. Τα ζώα ενταύθα είναι +πάντα ψυχαί ανθρώπιναι αμαρτήσασαι και τιμωρηθείσαι. Εν τω Φαίδρω +όμως φαίνεται ότι μόνον άτομά τινα είναι τοιαύτα, άλλα δε ουχί (σ. +249 Β).</p> + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Timaeus, by Plato + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK TIMAEUS *** + +***** This file should be named 36049-h.htm or 36049-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/6/0/4/36049/ + +Produced by Sophia Canoni (txt file) and Andrew Sly (html +file). Book provided by Iason Konstantinides. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> diff --git a/36049-h/images/cover.jpg b/36049-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0501c6f --- /dev/null +++ b/36049-h/images/cover.jpg diff --git a/36049-h/images/shape3.png b/36049-h/images/shape3.png Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..dc96cb1 --- /dev/null +++ b/36049-h/images/shape3.png diff --git a/36049-h/images/shape4.png b/36049-h/images/shape4.png Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..e6b21c1 --- /dev/null +++ b/36049-h/images/shape4.png diff --git a/36049-h/images/shape5.png b/36049-h/images/shape5.png Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..eb34c4c --- /dev/null +++ b/36049-h/images/shape5.png diff --git a/36049-h/images/shape6.png b/36049-h/images/shape6.png Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0f82306 --- /dev/null +++ b/36049-h/images/shape6.png |
