diff options
Diffstat (limited to '37868-h')
| -rw-r--r-- | 37868-h/37868-h.htm | 13291 | ||||
| -rw-r--r-- | 37868-h/images/1stpage.jpg | bin | 0 -> 28047 bytes |
2 files changed, 13291 insertions, 0 deletions
diff --git a/37868-h/37868-h.htm b/37868-h/37868-h.htm new file mode 100644 index 0000000..7cfbe35 --- /dev/null +++ b/37868-h/37868-h.htm @@ -0,0 +1,13291 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Άγγελος Βλάχος, Ανάλεκτα" /> + +<title>Ανάλεκτα</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 5%; +margin-right: 5%; +} + +h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; } +h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; } +h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; } +h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; } +h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; } +h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; } + +p{ + text-align: justify; + margin-top: 1em; + margin-bottom: 1em; +} + +hr{ + width: 65%; +} +.poem { + FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%; +} +.sp{ + letter-spacing:3px +} + +</style> + +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Analecta Volume 1, by Angelos Vlahos + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Analecta Volume 1 + Short stories - social images and studies + +Author: Angelos Vlahos + +Release Date: May 8, 2012 [EBook #37868] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANALECTA VOLUME 1 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + + +</pre> + + + +<p style='font-size: small;'>The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been +transferred at the end of the book. The book consists of 424 pages. Pages 223-233, +part of "Πρώην και νυν Αθήναι" - "Αθηναϊκαί επιστολαί" are missing.// + +Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά τα άλλα +έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.Οι υποσημειώσεις των +σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το βιβλίο έχει 424 σελίδες. Οι +σελίδες 223-233, μέρος τψν "Πρώην και νυν Αθήναι" - "Αθηναϊκαί επιστολαί", +λείπουν.</p> + +<p style='text-align: center;'> +<br /> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ<br /><br /> + + +ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΚΚΡΙΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΞΕΝΩΝ ΤΕ ΕΝ ΕΛΛΗΝIΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΚΑΙ +ΠΡΩΤΟΤΥΠΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ<br /><br /> + +ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ Κ.Κ.<br /></p> + +<p>ΣΠ. ΒΑΣΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Γ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), ΑΓΓΕΛΟΥ +ΒΛΑΧΟΥ, + Σ. Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω +Πανεπ.), Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ (καθ. της φιλ.), ΣΠΥΡ. Π. ΛΑΜΠΡΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Μ. +ΛΑΠΠΑ (δ. φ.), Θ. ΛΙΒΑΔΑ (δ. φ.), Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), + Ι. +ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Θ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. γυμν.), Ν. Γ. +ΠΟΛΙΤΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΙΟΥ (δ. φ.), Ε. ΡΟΪΔΟΥ (δ. ν.), Σ. Κ. +ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Ι. ΣΒΟΡΩΝΟΥ (διευθ. νομισμ. μουσ.), Γ. +ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ (γυμνασιάρχ.), ΧΡ ΤΣΟΥΝΤΑ (εφ. τ. αρχ.), Δ. ΦΙΛΙΟΥ (εφ. τ. αρχ.), Γ. +ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (καθ. εν τω Πανεπ.) και άλλων λογίων<br /></p> + +<p style='text-align: center;'>ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΕ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Γ. Χ. ΚΩΝΣΤΑ<br /><br /> + + +<br /> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΜΑΡΑΣΛΗ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 10.<br /><br /> + +ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ<br /><br /> + + +Α Ν Α Λ Ε Κ Τ Α<br /><br /> + + +<br /> +ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ<br /><br /> + + +<br /> +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ<br /><br /> + +ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ <br /><br /> + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br /><br /> + +ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΑΡΟΛΟΥ ΜΠΕΚ 1901</p> + + +<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/1stpage.jpg" width="407" +height="600" +alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p> + +<h3 style="margin-top: 5em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ<br /><br /></h3> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ<br /></h4> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΑΝΑΛΕΚΤΑ</h2> + +<h5 style="margin-top: 6em">ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ<br /></h5> + +<h5 style="margin-top: 4em">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ<br /> +ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ<br /></h5> + +<h5 style="margin-top: 12em">ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br /> +ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ<br /> +1901<br /></h5> + +<p> +</p> + +<p style="margin-top: 5em">Τα εν τη διτόμω ταύτη συναγωγή αναλεχθέντα +πεζογραφήματα κατεχωρίσθησαν το πρώτον τα πλείστα, από τριακονταετίας ήδη +και πλέον, εις περιοδικά φύλλα, εφημερίδας και ημερολόγια, άλλα μεν ως +αυθόρμητα προϊόντα λογοτεχνικής διαθέσεως ή παρατηρήσεως, άλλα δε ως +υπαγορεύσεις καιρικών περιστάσεων ή γεγονότων, ων διατηρούσιν ίσως έτι την +μνήμην οι πλείστοι των αναγνωστών.</p> + +<p>Αν δε η εν σώματι αναδημοσίευσις αυτών φανή πως ευπρόσδεκτος, ως ελπίζει +ο γράψας, ου μόνον εις τους παλαιούς των γνωρίμους, αλλά και εις τους +οπωςδήποτε περιέργους προς τα παλαιότερα προϊόντα της συγχρόνου ελληνικής +λογοτεχνίας, ας αποδώσωσι και ούτοι και εκείνοι την χάριν εις τον φιλόμουσον +χορηγόν της Βιβλιοθήκης ταύτης, τον προθύμως παράσχοντα την ξενίαν της +υψιδόμου του στέγης εις τα από τοσούτου χρόνου ανεμοφόρητα και περιπλάνητα +ταύτα φύλλα.</p> + +<p>Ίσως οι νεώτεροι των αναγνωστών εύρωσι πως ωχράς και εξιτήλους, αν μη και +ανομοίας πλέον κοινωνικάς τινας εικόνας εκ των εις τας επομένας σελίδας +αποτυπουμένων· ίσως οι αισιοδοξότεροι αυτών υπολάβωσι μελανωτέρας του +προσήκοντος τας σκιάς των, άλλοι δε τουναντίον δυσοιωνότεροι κρίνωσι τα φώτα +των ιλαρώτερα της αληθείας. Και τούτους και εκείνους παρακαλεί ο γράψας να μη +λησμονήσωσι τον χρόνον, καθ' ον έκαστον των δημοσιευμάτων τούτων — ως υπ' +αυτό σημειούται — είδε κατά πρώτον το φως, μήτε να παραβάλωσιν εικόνας +καιρών παρωχημένων προς την ενδεχομένως κρείττονα ή χείρονα πραγματικότητα +της σήμερον. Αν αι εικόνες αύται δεν είνε πλέον όλαι ομοιώματα, εγράφησαν +όμως πάσαι, — τούτο δύναται να βεβαιώση ο γράψας — εξ ηρέμου και απαθούς +παρατηρήσεως· τούτο δε, ελπίζει, θέλουσιν αναγνωρίσει όσοι διατηρούσιν έτι εν +τη μνήμη αυτών τους καιρούς και τα πράγματα, εις α αι προκείμεναι σελίδες +αναφέρονται. Αν δε υπό την παρατήρησιν εκείνην φανή που υπολανθάνουσα και +τις βαρυθυμία, δεν είνε μεν βεβαίως αύτη μείζων εκείνης, ην αισθάνονται και +σήμερον έτι πολλοί προς τας κοινωνικάς και πολιτικάς ημών αρρωστίας, πηγήν της +δε πάντως έχει γνώμην αγαθήν και κρείττονα πόθον.</p> + +<p style='text-align: center;'>Εν Αθήναις, κατά Μάρτιον, 1901</p> +<p style='text-align:right;'>Α. Β.</p> + +<p> +<br /> +<b>ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ</b></p> + +<table> +<tr><td>Έρως και Ψυχή</td><td align='center'> σελ</td><td +align='right'>1</td></tr> +<tr><td>Λαυριακής μετοχής απομνημονεύματα</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>29</td></tr> +<tr><td>Εσπερίς του Κ. Σουσαμάκη</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>62</td></tr> +<tr><td>Καθολική μυστική διά σφαιριδίων ψηφοφορία εν Αφρική</td><td +align='center'> »</td><td align='right'>80</td></tr> +<tr><td>Το ενθύμημα του Μιμίκου</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>102</td></tr> +<tr><td>Ο πρώτος λαχνός</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>119</td></tr> +<tr><td>Τα χρήματα </td><td align='center'> »</td><td align='right'>148</td></tr> +<tr><td>Υιός εκ πατρός </td><td align='center'> »</td><td +align='right'>171</td></tr> +<tr><td>Το δώρον της θείας</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>188</td></tr> +<tr><td>Η μπογάτσα </td><td align='center'> »</td><td +align='right'>198</td></tr> +<tr><td>Ο επτάψυχος γάτος</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>203</td></tr> +<tr><td>Πρώην και νυν Αθήναι</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>208</td></tr> +<tr><td>Αθηναϊκαί επιστολαί (Α'.-Κ'.)</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>231</td></tr> +<tr><td>Πτωχεία και πλούτος</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>333</td></tr> +<tr><td>Ελληνική ανυπομονησία</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>344</td></tr> +<tr><td>Άρτος πιτυρίτης</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>355</td></tr> +<tr><td>Φιλέλληνες και μισέλληνες</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>368</td></tr> +<tr><td>Συρμός ή πολιτισμός;</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>388</td></tr> +<tr><td>Το συμπόσιον των σκύλων</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>396</td></tr> +<tr><td>Τα εμπορικά και αι κυρίαι</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>400</td></tr> +<tr><td>Ανά τας οδούς των Αθηνών</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>406</td></tr> +<tr><td>Οι τραγουδισταί των οδών</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>413</td></tr> +<tr><td>Η Κυρία δέχεται</td><td align='center'> »</td><td +align='right'>419</td></tr> +</table> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)<br /><br /></h3> + +<h4>(ΠΑΛΑΙΟΣ ΜΥΘΟΣ)<br /><br /></h4> + + +<p style='text-align:right;'>«Τα παλαιά καινώς διεξελθείν».<br /> + +(ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) + </p> + +<p>Ενθυμείσαι αναγνώστά μου, ότι υπήρξες ποτέ παιδίον; Ενθυμείσαι τα ωραία +και ταχύπτερα έτη της φαιδράς εκείνης ηλικίας, ήτις ήρχισεν ότε ήρχισες να +ομιλής, και ετελείωσεν ότε ήρχισες να σκέπτεσαι; Ενθυμείσαι τα ξύλινα άλογά +σου, τους μολυβδίνους σου στρατιώτας, τας παραφώνους σου σάλπιγγας, τα +μακρά καλάμια, εφ' ων ιππεύων περιέτρεχες την αυλήν της πατρικής σου οικίας, +κυνηγών απανθρώπως τας ανακυκώσας το χώμα όρνιθας και ταράσσων τον ύπνον +της θερμαινομένης εις τον ήλιον γαλής; Ενθυμείσαι τας ατελευτήτους εκείνας +εσπέρας του χειμώνος, καθ' ας, οκλαδόν προ της μάμμης σου καθήμενος, ητένιζες +τον γοητευμένον μικρόν σου οφθαλμόν εις τα στίλβοντα δίοπτρά της, δι' ων εκείνη +προσείχε μη περιπλέξη τον μίτον του νυκτερινού της εργοχείρου ;</p> + +<p>Τι ωραίος καιρός! Ποσάκις τας ψυχράς του Δεκεμβρίου εσπέρας, ενώ έδερεν +έξω η βροχή τα φύλλα των παραθύρων, ή εστροβίλιζεν ο βορράς τον ανεμοδείκτην +της καπνοδόχης, εκάθισα, — ως εκάθισες βεβαίως και συ — απέναντι των +σπινθηρακιζόντων δαυλών της εστίας, πορφυρών τας παρειάς μου εις τας φλόγας +της, και στηρίζων την κεφαλήν μου εις τα γόνατα της γραίας μου μάμμης, και την +παρεκάλεσα, θωπεύων το κατ αρχάς και κλαυθμηρίζων μετά ταύτα, να ανοίξη τα +μαραμμένα πλέον και επιχνοώντα ήδη αλλά φιλόμουσα πάντοτε χείλη της, και μας +διηγηθή κανέν παραμύθι! Ανθίστατο κατ' αρχάς και ηρνείτο υπό μυρίας +προφάσεις η αγαθή γραία· αλλά τι την ωφέλουν προφάσεις και αρνήσεις; Ο +ικετευτικός κλαυθμηρισμός εκορυφούτο, αι θωπείαι και τα φιλήματα περιέλουον +τας λαγαράς της παρειάς, και εις το νωδόν της στόμα ανέτελλε τέλος το μειδίαμα +της υποχωρήσεως.</p> + +<p>Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου χείρες! Διέστελλον όσον ηδυνάμην τους +οφθαλμούς, ως ίνα διαψεύσω εκφανώς τας περί νυσταγμού συκοφαντίας της +μάμμης, και τοποθετούμενος ανέτως πλησίον της, διά να μη χάσω συλλαβήν, +ανέμενον άπληστος να καταπέση το μάννα της γλυκείας της διηγήσεως, να +ακουσθή τέλος το πολυπόθητον εκείνο: Μίαν φοράν και ένα καιρόν.</p> + +<p>Αγνοώ, αν η μαγεία των παιδικών χρόνων παρέμεινε γλυκεία και ζωηρά εις των +αναγνωστών μου την μνήμην· αγνοώ, αν το ίνδαλμα των πρώτων εκείνων +εντυπώσεων, των πρώτων εκείνων απολαύσεων και συγκινήσεων, το σβεννύμενον +βαθμηδόν και ωχριών υπό την πνοήν του χρόνου, επιζή έτι ποθεινόν εις τας ψυχάς +των· το κατ' εμέ, όσον και αν περιέδραμον βραδύτερον τα μυθιστορικά πεδία του +Δουμά, του Σύη και της Σάνδης, όσον και αν επλανήθην ως άσωτος υιός εις τας +ολισθηράς τρίβους του αγνώστου, όσας και αν εμάσσησα βαλάνους, όσον σίκερα +και αν έπιον κατά την πρώτην μου ταύτην διανοητικήν περιπλάνησιν, δεν +απημβλύνθην όμως την γεύσιν, ούτε απέβαλον την γλυκύτητα της παιδικής μου +μυθολογίας· αλλ' επί των χειλέων μου παρέμεινε πάντοτε αμιγές το μέλι της +πρώτης εκείνης αφηγήσεως της μυθολόγου μάμμης μου, και εις την μνήμην μου +βαθύ και ανεξίτηλον το χαρίεν αυτής σύμβολον: «Μίαν φοράν και ένα +καιρόν».</p> + +<p>Διά τούτο δε, προτιθέμενος να σου διηγηθώ, αναγνώστα μου, ένα παλαιόν, +παμπάλαιον μύθον, και αποφασίσας να περιβάλω αυτόν το ένδυμα της εποχής, να +του φορέσω δηλαδή λοξωτήν εσθήτα και ψευδή κόρυμβον εντός δικτυωτού +κεκρυφάλου και πέτασον ομοιάζοντα προς ανάβαθον πινάκιον, ίνα καταστήσω +αυτόν ευπρόσδεκτον εις τας δεσποίνας και δεσποινίδας του καθ' ημάς καιρού, +καθ' έν και μόνον όμως δεν κατώρθωσα να πείσω εμαυτόν εις νεωτερισμόν, και +αρχίζω ως θα ήρχιζεν η μάμμη μου, ως θα ήρχιζεν η μάμμη όλων σας.<br /></p> + +<h4>Α'.<br /></h4> + +<p>Μίαν φοράν — λοιπόν — και ένα καιρόν ήτο είς βασιλεύς και μία βασίλισσα +εις μίαν πολιτείαν του παλαιού κόσμου, μικράν, εννοείται, αδιάφορον δε ποίαν, +καθότι τότε εβασιλεύοντο πολύ πλείονες πόλεις ή σήμερον, και έκαστον σχεδόν +πλέθρον γης είχε και ένα σκηπτούχον άρχοντα. Οι βασιλείς ούτοι είχον τρεις +βασιλοπούλας χαριεστάτας και πολυφέρνους, ως ήθελε γράψει σήμερον αθηναϊκή +τις εφημερίς, αναγγέλλουσα τους αρραβώνας ή τους γάμους των. Και αι μεν δύο εξ +αυτών, αι πρεσβύτεραι, ωραίαι και πλούσιαι νύμφαι ως ήσαν, εζητήθησαν ταχέως +εις γάμον, και ηυξήθησαν από βασιλοπαίδων βασίλισσαι. Της τρίτης όμως και +νεωτάτης η καλλονή ήτο κάλλος υπέρ θνητήν· κάλλος εξ εκείνων, άτινα +καταπλήττουσι το βλέμμα και αποθαρρύνουσι τον πόθον, αντί δε να εμπνεύσωσιν +έρωτα επιβάλλουσι θαυμασμόν και υπαγορεύουσιν άφωνον λατρείαν. Όσοι την +έβλεπον, όχι μόνον να την επιθυμήσωσι σύζυγον δεν ετόλμων, όχι μόνον να την +αγαπήσωσι δεν ησθάνοντο το θάρρος, αλλά μόλις είχον την γενναιότητα να +ατενίσωσιν επί τον μέλανα οφθαλμόν της και να ανίδωσι προς το υπερήφανον +αυτής μέτωπον. Την ελάτρευον λοιπόν, την εσέβοντο, την εφοβούντο σχεδόν, ως +ελάτρευον και εφοβούντο την απειροπληθή χορείαν του Ολύμπου των, πολλοί δε +μάλιστα, οι δεισιδαιμονέστεροι, και υπέθετον, ότι η ωραία Ψυχή — όπως +εκαλείτο η ηρωίς μου — δεν ήτο θνητόν θνητής γέννημα, αλλά θείας υπάρξεως +μεταμόρφωσις, έμψυχος ενσωμάτωσις της θεάς του κάλλους, γήινη ανάπλασις της +ουρανίας Αφροδίτης. Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι των +σημερινών και επομένως λίαν δεισιδαίμονες, η ευσεβής των αύτη υπόνοια +ανεκλαδώθη βαθμηδόν εις γενικήν πεποίθησιν, το άκουσμα διεδόθη εις τα +περίχωρα, και εκ των περιχώρων εις όλην την Ελλάδα, τα δε ανάκτορα του πατρός +της Ψυχής, όσον μεγάλα και αν ήσαν — και δεν ήσαν πολύ μεγάλα, — δεν +εχώρουν μετ' ολίγον τους λάτρεις της νεοφανούς θεάς, οίτινες αθρόοι +προσέτρεχον πανταχόθεν, ίνα θύσωσιν, ουχί πλέον εις τους βωμούς της αοράτου +θεάς, άλλα προ των ποδών της καλλιβλεφάρου ενσαρκώσεώς της.</p> + +<p>Η προσκύνησις αύτη, η εν αγαλλιάσει και χαρά πανδήμως τελουμένη, δύο +μόνον όντα δεν ευηρέστει παντάπασι· τον πατέρα της Ψυχής και την αληθή θεάν +Αφροδίτην. Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως θέλει εννοήσει πας πατήρ, ούτινος +η θυγάτηρ, μ' όλην αυτής την ωραιότητα και τον πλούτον και την επιμελημένην, ως +λέγομεν σήμερον, ανατροφήν, παρήλλαξεν ήδη άνυμφος την πρώτην νεότητα· της +θεάς δε το πείσμα θέλει δικαίως εκτιμήσει πάσα ωραία γυνή, ήτις, συνειθισμένη +εις όλου του κόσμου το θυμίαμα, βλέπει αίφνης το θυμιατήριον στρεφόμενον +προς νέαν θεότητα. Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και οι δύο, χωρίς διόλου μεταξύ +των να συνεννοηθώσι, πώς ήτο δυνατόν να απαλλαγώσι της οχληράς εκείνης +υπάρξεως, η δε δυστυχής κόρη ευρέθη συγχρόνως, χωρίς καν να το υποπτεύη, +αντικείμενον διπλής επιβουλής.</p> + +<p>Και η μεν θεά, άμα συλλογισθείσα, εύρεν αμέσως και το μέσον της +εκδικήσεως. Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της, το χαριτωμένον εκείνο ζιζάνιον της +οικιακής ειρήνης και ευδαιμονίας των θνητών, το καλούμενον Έρως, και αφού τον +έσφιγξε τρυφερώτατα εις τας λευκάς της αγκάλας, και κατεφίλησε φιλοστόργως +τας ροδίνας του παρειάς, και τον ηρώτησε μετά πολλού ενδιαφέροντος περί της +υγείας του, των έργων του και των ασχολιών του — προς μεγίστην εκείνου +έκπληξιν, όστις ουδέν άλλο συνήθως ήκουε παρά της μητρός του ή επιπλήξεις, και +ουδέν άλλο ελάμβανε παρ' αυτής ή ραπίσματα — τον εκάθισε πλησίον της, του +ενεπιστεύθη τον κρύφιον της ψυχής της πόνον, και εζήτησε παρ' αυτού εκδίκησιν. +Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την καρδίαν της τολμηράς θνητής, ήτις ετόλμα +να σφετερίζεται την λατρείαν της, σφοδρόν και ακαταμάχητον πάθος προς τον +έσχατον των θνητών, ούτως ώστε η ως θεά υπό πάντων λατρευομένη να +προσφέρη της ιδίας της αγάπης την λατρείαν εις τον ελάχιστον υπαλληλίσκον του +πατρικού της βασιλείου, και αντί πλουσίου μεγαλεμπόρου της Αλεξανδρείας, ή +θυσανοφόρου αξιωματικού ή ισχυρού βουληφόρου ή σοφού επιστήμονος, να +επιθυμήση ως σύζυγόν της γραμματέα τινα ειρηνοδικείου ή τελωνοσταθμάρχην, +δημοδιδάσκαλόν τινα τρίτης τάξεως ή γυρολόγον ή και χειρώνακτα. Ο Έρως, μη +δυνάμενος να αντιστή εις την γοητείαν των δακρυσμένων οφθαλμών της μητρός +του, και πρόσφατον έτι έχων την γεύσιν των φιλημάτων της, υπεσχέθη πρόθυμος +ό,τι του εζητήθη, και ανεχώρησε συλλογιζόμενος, ότι η άγνωστος εκείνη της +μητρός του εχθρά θα ήτο βεβαίως πολύ, παραπολύ ωραία, ίνα κινήση τόσον την +ζηλοτυπίαν της αγαθής του μητρός, και ότι αφεύκτως έπρεπε να την ίδη.</p> + +<p>Ο δε πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου, μη θέλων να υποβάλη τόσον μυστικήν +οικογενειακήν υπόθεσιν εις τα φώτα του ανακτοβουλίου του, μήτε γνωρίζων πού +αλλού να εύρη συμβουλήν, ετράπη την συνήθη τότε εις τους αμηχανούντας οδόν, +επορεύθη τουτέστι προς τον Απόλλωνα, όστις ήτο μεν θεός, αλλά προς +εξοικονόμησιν των επιγείων του αναγκών μετήρχετο και την μαγείαν επί γης, και +έρριπτεν εν Δελφοίς τα χαρτιά εις τους θέλοντας να μάθωσι την τύχην των. +Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν κατάστημα του Απόλλωνος, εζήτησεν αμέσως +ακρόασιν παρά του θεού· αλλ' ήκουσεν όμως παρά του γενειήτου και ρασοφόρου +θυρωρού, ότι ο Κύριος έλειπεν. Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής, ότι ο θυρωρός +εξετέλει απλώς παράγγελμα, και υποπτεύσας, ότι ο Απόλλων είχεν απαγορεύσει +την εις αυτόν είσοδον των κοινών θνητών, τις οίδε τίνας έχων σπουδαίας άλλας +ασχολίας, επέμεινε παρακαλών να αγγελθή το όνομά του και ο σκοπός της +ελεύσεως αυτού εις τον χρησμοδότην Λοξίαν. Ο θυρωρός προσέκλινεν, εννοείται, +εις τον βασιλέα, ίσως δε μάλλον και εις το τετράδραχμον, δι' ου συνώδευσεν ούτος +την αίτησίν του, και επέστρεψε μετά μικρόν, παρακαλών αυτόν να επανέλθη την +επαύριον. Ο Θεός, είπε, δεν ηδύνατο να τον δεχθή την στιγμήν εκείνην, διότι +ητοιμάζετο να αναβή εις τον Όλυμπον, όπου ήτο προσκεκλημένος εις δείπνον +παρά του Διός.</p> + +<p>Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος την εσπέραν εκείνην εις +συμπόσιον των θεών. Νέος Θεός, ο υιός της Αλκμήνης και ουχί του συζύγου της +Αμφιτρύωνος, αλλά του Διός, ο Ηρακλής, έμελλε να εισαχθή εις την χορείαν των +Ολυμπίων, νομιμοποιούμενος δι' αναγνωρίσεως υπό του πατρός αυτού.</p> + +<p>Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή εις τους θεούς του Ολύμπου. Ο +Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος εις την γην, ίνα προμηθευθή κωπαίας +εγχέλεις και κλαζομένειον οίνον — διότι η επιούσιος αμβροσία και το καθημερινόν +νέκταρ δεν εκρίθησαν αρμόζοντα εις το έκτακτον της περιστάσεως, κομψά δε και +καλλιγραφημένα υπό της Ήβης προσκλητήρια είχον διανεμηθή προ μιας ήδη +εβδομάδος εις τους παλαιούς θεούς. Ο Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη, +και κλείσας το εργαστήριόν του, απήλθε να λησμονήση εις την τράπεζαν του Διός +την εκ της προσωρινής απεργίας χρηματικήν αυτού ζημίαν. Φύσει δε +γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος, εκάθισε πλησίον της Αφροδίτης και ήρχισε να +ερωτολογή μετ' αυτής, προς μέγαν σκανδαλισμόν του συζύγου της Ηφαίστου και +του εραστού της Άρεως, και να την διασκεδάζη, αφηγούμενος παν από της γης +σκανδαλώδες καινολόγημα και πάσαν κακόγλωσσον τερθρείαν των πελατών του +μαντείου του. Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε και την πρόσφατον αίτησίν +του πατρός της Ψυχής. Την αγανάκτησιν, ήτις επορφύρωσε τας παρειάς της θεάς +του κάλλους, ότε ήκουσεν αύτη προφερόμενον το όνομα της θνητής αντιπάλου +της, συνεκέρασεν η ενδόμυχος χαρά, ην ησθάνθη, αναλογισθείσα πάραυτα, οποία +ευκαιρία παρείχετο εις αυτήν, να τιμωρήση την αυθάδειαν της περικαλλούς +νεάνιδος διά στόματος του γυναικαρέσκου θεού, όστις ερωτολόγει μεν την +στιγμήν εκείνην προς την θείαν συνδαιτυμόνα του, έμελλε δε να χρησμολογήση +την επαύριον προς εύπιστον θνητόν. Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της μετά +του γλυκυτάτου μειδιάματός της και των τρυφερωτάτων της λόγων, παρεκάλεσε +τον θείον γόητα να μαντεύση εις τον πατέρα της πτωχής κόρης ό,τι απαισιώτερον +περί της τύχης και του μέλλοντος της θυγατρός του, και να είπη προς αυτόν, ότι +δεν ηδύνατο άλλως να αποτρέψη της κεφαλής του όσας συμφοράς παρεσκεύαζεν +εις αυτόν η δυσοίωνος κόρη, ή εκθέτων αυτήν εις βοράν των θηρίων. Ο δε +χαρτόμαντις θεός, το μεν χαριζόμενος εις τα απροσμάχητα θέλγητρα της +συναδέλφου του, το δε και πιστεύων εις τους ιδίους αυτού χρησμούς πολύ +ολιγώτερον ή όσον επίστευον εις αυτούς οι θνητοί του πελάται, υπεσχέθη το +ζητηθέν, και ετήρησε την υπόσχεσιν αυτού την επομένην ημέραν, ότε λίαν πρωί +προσήλθε και πάλιν ο βασιλεύς και έκρουσε την θύραν του εργαστηρίου του. +«Τέρας, είπεν εις αυτόν, αλλ' όχι άνθρωπος θα νυμφευθή την θυγατέρα σου. +Στόλισέ την ως νύμφην, και άφες αυτήν εκτεθειμένην επί τινος βράχου. Εκεί θα την +ζητήση ο νυμφίος της.»<br /></p> + +<h4>Β'.<br /></h4> + +<p>Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου, δεσπόζοντος πυκνοτάτου δάσους, +κατάκειται την επομένην εσπέραν λιπόθυμος και λυσιπλόκαμος η Ψυχή, +ενδεδυμένη την νυμφικήν της στολήν.</p> + +<p>Είνε ωραία θερινή εσπέρα, και το ήρεμον λυκόφως της επερχομένης νυκτός +περιστέλλει ανεπαισθήτως τον ορίζοντα και θάπτει κατά μικρόν υπό τας +αμφιβόλους και πυκνουμένας σκιάς του δάση και βράχους και κοιλάδας. Η +εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν της ημέρας, αι διψώσαι κάλυκες των +μηκώνων εγείρουσι τας πορφυράς των κεφαλάς, τα δειλινά διαστέλλουσι τα +κλεισμένα των χείλη προς το φίλημα της νυκτός, και η αναψύχουσα του δάσους +πνοή φαιδρύνει την λάλον αηδόνα, προσαγορεύουσαν τους διά μέσου του +φυλλώματος σπινθηρίζοντας αστέρας. Είνε μαγική αληθώς εσπέρα, εσπέρα +ανταξία ζωής ολοκλήρου, εσπέρα εξ εκείνων, τας οποίας τοσάκις απολαμβάνομεν +ημείς οι εν Αθήναις, χωρίς να τας εκτιμώμεν, και τοσάκις ποθούμεν επί ξένης, +χωρίς να τας έχωμεν. Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον νύμφην, εφ' ης +μάτην εκένου την εσπέραν εκείνην η φύσις πλήρεις τους θυλάκους των δώρων της, +δι' ην μάτην εσκόρπιζεν αρώματα η αύρα, και μάτην έψαλλεν η αηδών και μάτην +επέτελλον του ουρανού οι αδάμαντες. Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής +κόρη, και νάρκη μολυβδίνη αν δεν εβάρυνε τας αισθήσεις της, τι ηδύνατο να +αισθανθή ή να απολαύση η βαρύθυμος καρδία της; Η ευτυχία είνε άχρους ηλιακή +ακτίς, αποκτώσα χρώμα μόνον διά του διαφανούς πρίσματος της ψυχής μας· όταν +το πρίσμα ήνε αμαυρόν, άχρους απομένει και η ακτίς, ουδέ φωτίζει καν πλέον ή +θάλπει. Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν, ότε εις νυκτερινόν ψύχος μεταβληθείσα +η εσπερινή δρόσος αφύπνισε τας κοιμωμένας αισθήσεις της. Είδεν εαυτήν μόνην +και εγκαταλελειμμένην εν μέσω του σκότους της νυκτός, και τρόμος επάγωσε την +καρδίαν της· ενθυμήθη πόθεν και πώς ευρέθη εκεί, ανελογίσθη την φοβεράν της +τύχην, ανέπλασεν εν φρίκη το απαίσιον μέλλον της, και αναίσθητος προς τα κύκλω +θέλγητρα της θερινής νυκτός, απαθής προς την περιβάλλουσαν αυτήν μαγείαν της +φύσεως, ανελύθη εις δάκρυα και έκλαυσε πικρώς. Έρριψε μακράν από της +κεφαλής της τα ρόδα του νυμφικού της στεφάνου, και τα άφωνα κατ' αρχάς +δάκρυά της ηύξησαν μετά μικρόν εις θρήνον γοερόν, Αλλ' ουδείς απήντησεν εις +τον θρήνον της, ουδείς ήκουσε τον κλαυθμόν της. Ο γρύλλος εξηκολούθησε +τρύζων υπό τα χόρτα, και η αηδών μέλπουσα υπό το φύλλωμα.</p> + +<p>Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος δεν επετρέπετο τότε, και +ετιμωρείτο φρικτά υπ' αυτού και των άλλων συναδέλφων των θεών, αναλόγως της +ειδικότητος εκάστου. Ο βασιλεύς εγνώριζε τούτο, αλλ' ήτο συνάμα και πατήρ, η δε +πατρική του καρδία εδίσταζε να υποταχθή εις το απάνθρωπον εκείνο ει και θείον +παράγγελμα. Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις τα ανάκτορά του· μη +αισθανόμενος δε ικανήν ψυχικήν δύναμιν, όπως εκτελέση μόνος την παραγγελίαν +του Απόλλωνος, υπέβαλε τον χρησμόν του Λοξίου εις την σύσκεψιν των +μυστικοσυμβούλων του, ζητών ενίσχυσιν παρά της αποφάσεως αυτών. Ούτοι δε, +αφού παρέτριψαν τας χείρας των, και έβηξαν ολίγον, και εκυττάχθησαν μεταξύ +των, και ουδέν είπον, όπως πράττουσι συνήθως οι βασιλικοί σύμβουλοι, οσάκις +δεν γνωρίζουσιν εκ των προτέρων τας διαθέσεις του υψηλού αυτών κυρίου, +έκυψαν κύκλω τας κεφαλάς, ως ει εβάρυνεν επ' αυτών ο χρησμός τον θεού, και +μόνον της πολυτίμου σιωπής των την βοήθειαν παρέσχον εις τον βασιλέα των. Την +βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν ούτος ως έγκρισιν, και αφού τους +ηυχαρίστησε διά την σπουδαίαν συνδρομήν των φώτων και της πείρας των, +απέλυσεν αυτούς, και εξετέλεσεν εκών άκων τα υπό του Απόλλωνος +παραγγελθέντα.</p> + +<p> +Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής κόρη, αλλά τέλος απέκαμε κλαίουσα, τα +βλέφαρά της εκλείσθησαν υπό το φίλημα του ύπνου, και απεκοιμήθη. Ωραίον +όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση την καταπεπονημένην αυτής φαντασίαν και να +γλυκάνη την πικρίαν της καρδίας της. Είδε καθ' ύπνους, ότι ευώδης και δροσερά +ζεφύρου πνοή ανύψωσεν αυτήν υπέρ την γην και την έφερεν εναέριον· ησθάνετο +εαυτήν ελαφράν ως πτερόν και τα στήθη της τα βεβαρημένα διεστέλλοντο ως +πέπλος κυματίζων. Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των πτερύγων της αύρας, +υψουμένη ολονέν και παραλλάσσουσα κάτωθέν της δρυμούς και βουνά, δεν +ησθάνετο φόβον, δεν έτρεμε, δεν ηγωνία, αλλ' έχαιρε τουναντίον και ήλπιζεν. +Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα, και ίπτατο πάντοτε ταχύτερον, οι δε αστέρες +έφευγον όπισθεν αυτής, οιονεί ανοίγοντες δρόμον εις την κολπουμένην υπό του +εναερίου δρόμου νυμφικών της εσθήτα. Έτρεχεν, έτρεχε πάντοτε, και η ταχεία της +αεροδρομία ήρχιζεν ήδη να της αφαιρή την πνοήν, ότε ο φέρων αυτήν ζέφυρος +εκόπασε βαθμηδόν, και ήρχισε πάλιν ηρέμα καταβαίνουσα προς την γην. Αλλ' +όπως έχαιρε πρότερον, αισθανομένη ότι ανέβαινε, τόσον η συναίσθησις της +εναερίου καταβάσεως συνέστελλε τώρα την καρδίαν της. Ανεξήγητος τρόμος και +αγωνία παράδοξος την εκυρίευσαν· ενόμιζεν ότι θα κρημνισθή εις τα τάρταρα, ότι +εις ανήλιον σκότος έμελλε να βυθισθή, και ηθέλησε να φωνάξη, ίνα καλέση +βοήθειαν· αλλ' η φωνή της εκόλλησεν εις τον λάρυγγά της, τα χείλη της +εκινήθησαν σπασμωδικώς, και ότε τέλος ησθάνθη ότι δεν εκινείτο πλέον, ότι η +φοβερά εκείνη κατάβασις είχε τελειώσει, ενόμισεν ότι εξέπνεε την εσχάτην αυτής +πνοήν. Ηπατάτο όμως, διότι ησθάνθη αίφνης φλογώδες φίλημα κατακαύσαν τα +χείλη της, και βάλουσα κραυγήν εξύπνησεν.</p> + +<p>Είδε κύκλω της, αλλ' ουδέν διέκρινε, διότι σκότος βαθύ την περιεκύκλου· +έτεινε το ους, αλλ' ουδέν ήκουσε, διότι σιγή βαθεία ηπλούτο περί αυτήν. Θα +υπελάμβανε δε, ότι και ο ύπνος της και το όνειρόν της εξηκολούθουν εισέτι, αν δεν +ησθάνετο τους οφθαλμούς της ανοικτούς, αν διά των άλλων αυτής αισθήσεων δεν +αντελαμβάνετο, ότι η θέσις της μετεβλήθη, ότι δεν ευρίσκετο πλέον εν υπαίθρω, +ουδέ κατέκειτο επί βράχων. Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της, δεν ήκουε της +αηδόνος το κελάδημα, ούτε ησθάνετο πλέον την δρόσον του δάσους και την πνοήν +του ζεφύρου επί των παρειών της. Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή +χλιαρά και μυρίπνους ατμοσφαίρα δωματίου, την προ μικρού πετρώδη κοίτην της +είχεν αντικαταστήσει μαλακή πτιλώδης κλίνη, το δε αστερόφωτον λυκόφως του +ουρανού και αι μελαναί του δάσους σκιαί είχον μεταβληθη εις εντελή και +μονότονον σκοτίαν, ήτις την ετρόμαζεν, ως μας τρομάζει το άγνωστον και +ακατάληπτον. Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν της θέσιν; Πώς ωδοιπόρησε +καθ' ύπνους; πώς αλλού κοιμηθείσα, αλλού εξύπνησε; ποίαν τριχίνην γέφυραν +διέδραμεν εναέριος από βραχώδους πέτρας εις ευώδη κοιτώνα; Μάτην κατεπόνει +τον νουν της, όπως απαντήση εις τα ερωτήματα ταύτα της ψυχής της η Ψυχή. +Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά της εις εικασίας, κυμαινομένη μεταξύ +ελπίδων και φόβων και κλυδωνιζομένη εν μέση γαλήνη, η φλογερά δε σφραγίς του +μυστηριώδους εκείνου και ανεξηγήτου φιλήματος έμενεν έτι χλιαρά επί των +χειλέων της, ότε δεύτερον, φλογερώτερον του πρώτου φίλημα της έκαυσε και +πάλιν τα χείλη. Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως, πριν ή κατορθώση καν +να ανοίξη το στόμα της εις κραυγήν, έκλεισεν αυτό νέον φίλημα, και αμέσως άλλο, +και πάλιν άλλο, και λάβα όλη ασπασμών εχύθη επί του προσώπου της, και +ησθάνθη αναβράζον το αίμα του υπό την φλόγα ασθμαινούσης πνοής συγχρόνως +δε νέα και σφριγώσα αγκάλη περιέβαλε την νεαράν της οσφύν, και άφθονοι +βόστρυχοι κόμης μεταξίνης εθώπευσαν το μέτωπόν της. Έβαλε νέαν τρόμου +κραυγήν, αλλά θερμά χείλη της έφραξαν και πάλιν το στόμα· επρότεινε τους +ασθενείς της βραχίονας, ίν' αποδιώξη τον βαρύνοντα επ' αυτής εφιάλτην, αλλ' αι +χείρες της απήντησαν νέον και θερμόν σώμα κατακείμενον παρά το πλευρόν της· +ηγωνίσθη να αποσπασθή της φλογεράς εκείνης αγκάλης, αλλ' η αγκάλη εσφίγχθη +στενότερον περί τα στήθη της.</p> + +<p>Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά των ηλιακών ακτίνων; πότε αντέστη ο +πάγος κατά του πυρός ; πότε αντηγωνίσθησαν αι νιφάδες της νυκτερινής πάχνης +κατά του θάλπους ημέρας θερινής; Η αθώα μου ηρωίς ταχέως εννόησεν, ότι μάτην +ανθίστατο. Αι δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον αίσθημα μακαριότητος, και της +εφάνη ότι απέθνησκε θάνατον γλυκύν, γλυκύτερον πάσης ζωής.<br /></p> + +<h4>Γ'.<br /></h4> + +<p>Η Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν, αλλ' όνειρα δεν είδε πλέον.</p> + +<p>Πόσην ώραν εκοιμήθη ; εις τίνος νυμφίου εκοιμήθη τας αγκάλας; ουδ' αυτή το +ήξευρεν, ότε εξύπνησε.</p> + +<p>Τούτο μόνον είδεν, ότι φαιδρόν και θάλπον φως επλήρου τον κοιτώνα της, και +ότι ήτο μόνη.</p> + +<p>Ο μυστηριώδης εκείνος κοιτών, όπου τόσον παράδοξου διήγαγε νύκτα, +απήστραπτεν ήδη όλην αυτού την λαμπρότητα υπό το φως του ηλίου. Βαρέα +φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν τους καταγράφους και επιχρύσους τοίχους· η +οροφή, τετεχνημένη φιλοκάλως εξ ορυκτής υέλου, εμάρμαιρε πυρουμένη υπό των +πρωινών ακτίνων, το δε εκ ποικίλου ψηφιδωτού δάπεδον έστιλβεν ως κάτοπτρον. +Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των θυρών και των θυρίδων, τάπητες σαρδικοί +εκάλυπτον τα περιθέοντα τον κοιτώνα ανάκλιντρα, και τρίποδες εκ πορφυρίτου +ανείχον δίσκους αργυρούς, εφ' ων έκαιον ευώδη θυμιάματα. Η κλίνη της, με +περσικάς υποστρώσεις και ελεφαντοτεύκτους πόδας, ήτο Αριστοτέχνημα +πολυτελείας και φιλοκαλίας. Αν δε φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης επί της +κλίνης ταύτης εξηπλωμένην νωχελώς την νεαράν κόρην, με πορφυράς εκ του +ύπνου παρειάς και ημικλείστους προς το άπλετον φως οφθαλμούς, κάμπτουσαν +επιχαρίτως την μικράν της κεφαλήν επί της λευκής της ωλένης και προφαίνουσαν +την ροδόχρουν αυτής πτέρναν υπό την λινοϋφή οθόνην, θα με συγχωρήση +βεβαίως, ότι δεν επιχειρώ λεπτομερεστέραν περιγραφήν της θελκτικής αυτής +εικόνος, αφού δεν έχει επαρκή προς τούτο χρώματα η πενιχρά μου πυξίς.</p> + +<p>Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς της και είδε τα περί αυτήν, έμεινε +χαίνουσα υπό θάμβους και άλαλος εκ της εκπλήξεως προς όσα εκύκλουν αυτήν +θαύματα τέχνης και πλούτου.</p> + +<p>Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού, και εκρότει τας χείρας ως παιδίον. +Ηγέρθη, εκάθισε πάλιν, και πάλιν ηγέρθη, και ήρχισε να περιτρέχη τον περίκοσμον +αυτής κοιτώνα, οτέ μεν προσηλούσα γοητευμένον το βλέμμα της εις των τοίχων +τας γραφάς, οτέ δε θωπεύουσα και ψηλαφώσα τα τρίχαπτα παραπετάσματα, και +πού μεν κατοπτριζομένη εις τα επί των τοίχων προσηλωμένα μεγάλα αργυρά +κάτοπτρα, πού δε δροσίζουσα την εξημμένην της μορφήν διά των εκ πτερών ταώ +ριπίδων, ας εύρισκεν επί των κύκλω ανακλίντρων.</p> + +<p>Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων, ησθάνθη πορφυρουμένας εξ +ευχαριστήσεως τας παρειάς της. Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει αυτήν τα +κάτοπτρα του πατρικού μεγάρου. Ήτο αληθώς τόσον ωραία; είπε καθ' εαυτήν· ήτο +άρα το πρόσωπόν της εκείνο, ή μήπως η υπό του κατόπτρου αντανακλωμένη +μορφή ήτο γοητείας πλάνη, παραίσθησις ανεξήγητος, ως ήρχιζε να φοβήται η κόρη +ότι ήσαν πάντα τα από της χθες συμβαίνοντα εις αυτήν θαυμάσια; Και αν η +περικαλλής εκείνη του κατόπτρου εικών ήτο εξημμένης φαντασίας είδωλον, +είδωλον άρα φανταστικόν ήτο και ο μυστηριώδης νυκτερινός της σύντροφος; — +Κατά τίνα παράδοξον ειρμόν μετέβησαν οι λογισμοί της νεάνιδος από της +θελκτικής θέας του ιδίου της προσώπου εις τον νυκτικόν της ξένον, θα εννοήση +ευκόλως, αν όχι ο αναγνώστης μου, αλλά βεβαίως όμως πάσα μου αναγνώστρια· +και διά τούτω περιττόν είνε να εξηγηθή διά μακρών, πώς η κατάπληκτος διάνοια +της Ψυχής, από απορίας εις απορίαν μεταπίπτουσα, έφθασε τέλος εκεί, όθεν +έπρεπεν ίσως ν' αρχίση, ότε εξυπνήσασα ευρέθη μόνη, τουτέστιν εις τον +παράδοξον σύντροφον της παραδόξου νυκτός της.</p> + +<p>Τι έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος, ο έχων τόσον θερμήν την αγκάλην, +τόσον μεταξίνην την κόμην, και τόσον γλυκύ το φίλημα; πώς ανελήφθη εγγύθεν +της, χωρίς αυτή να το εννοήση; διατί δεν ανέμεινε πλησίον της το φως της πρωίας; +Αυτά ηρώτα τώρα καθ' εαυτήν η νεάνις, αναπολούσα το πρόσφατον παρελθόν, +αλλ' ουχί και αμέριμνος περί του προσεχούς μέλλοντος. Μη δυνηθείσα όμως, όσον +και αν ετυράννησε την μικράν της ξανθήν κεφαλήν, να απαντήση εις τα ίδια αυτής +ερωτήματα, απεφάσισε να περιέλθη το μέγαρον όλον, ούτινος μικρόν βεβαίως +μόνον μέρος απετέλει ο κοιτών εν ώ ευρίσκετο, ελπίζουσα να ανεύρη που +κρυπτόμενον τον δραπέτην. Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του, και διέδραμε το έν +μετά το άλλο τα δώματα της ευρείας οικοδομής· αλλ' εύρε πάντα έρημα. +Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού, γραφαί και αγάλματα, τάπητες και αυλαίαι, +τράπεζαι και κλιντήρες εις όλους τους θαλάμους και τας αιθούσας, αλλ' ουδαμού +ψυχή γεννητής το παραδοξότερον δε πάντων ήτο, ότι όπου και αν διευθύνετο, +ουδεμίαν εύρισκεν έξοδον, το δε πλανώμενον βήμα της επανέφερεν αυτήν +πάντοτε εις τον αρχικόν της κοιτώνα, και τρεπόμενον εκείθεν εις άλλην +διεύθυνσιν, εκεί πάλιν μετ' ολίγον επανήρχετο. Περιήλθεν ούτω πολλάκις το +μεγαλοπρεπές μέγαρον· αλλά την κατεπόνησε τέλος η εντός του λαβυρίνθου +εκείνου ανωφελής περιπλάνησις, ιλιγγίασις εθάμβωσε τους οφθαλμούς της, και +κατέπεσεν ολιγοδρανής εις έν ανάκλιντρον. Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα +ήτο αφορμή της σκοτοδινίας της· ίσως παράδοξοι τίνες νυγμοί του στομάχου, +σημαίνοντες την κοινοτάτην των ανθρώπων ανάγκην, έρριψαν την αχλύν εκείνην +επί τους οφθαλμούς της θνητής ηρωίδος μου· τόσον δε τούτο είνε πιθανώτερον, +όσον ευώδης μετ' ολίγον κνίσσα, αναδιδωμένη από του παρακειμένου δωματίου, +εγαργάλισε την όσφρησίν της, και την εξήγειρεν από του παροδικού της ληθάργου. +Έδραμεν η Ψυχή εκεί, και προς ευχάριστον έκπληξίν της εύρε τράπεζαν +εστρωμένην και όψα επ' αυτής πολλά. Καθίσασα δε . . έφαγε, διότι επείνα +πολύ.</p> + +<p>Μετά τούτο . . . — πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον αναγνώστην, να μάθη +πώς διήγαγε την επίλοιπον ημέραν η νεάνις, ποσάκις περιήλθε και πάλιν την +μαγικήν αυτής κατοικίαν, ποσάκις εσταμάτησε προ του κατόπτρου διευθετούσα +την κόμην της, και ποσάκις ήλλαξε στολήν, αντλούσα από των αφθόνων +ιματιοθηκών του μεγάρου, τας οποίας ανεκάλυψε κατά τας επανειλημμένας αυτής +εκδρομάς;</p> + +<p>Ότε η εσπερινή αμφιλύκη ήρχισε να περιλούη διά των ελαφρών και αβεβαίων +της ατμών τας κορυφάς των ορέων και τα υψίκομα δένδρα του δρυμού, οι δε +αστέρες να σπινθηρίζωσι μεμονωμένοι και αραιοί εις τον αμαυρούμενον ουρανόν, +ο κοιτών της Ψυχής ήρχισε πληρούμενος σκότους, η δε καρδία αυτής αορίστου +τινός συναισθήματος, μετέχοντος τρόμου συνάμα και προσδοκίας. Το στήθος της +συνεστέλλετο βεβαρημένον, η αναπνοή της διεκόπτετο, και η καρδία της οτέ μεν +εκτύπα βιαίως ως σφύρα, οτέ δε εθρόει μόλις ως τρέμον φύλλον. Ησθάνετο ρεύμα +θερμόν αναβαίνον εις το πρόσωπον αυτής και πορφυρούν τας παρειάς της, μετ' +ολίγον δε πάλιν φρικίασις αστραπιαία διέτρεχε τας ρίζας των τριχών αυτής και +εψύχραινε τους κροτάφους της. Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου της, και +πλανώσα ανήσυχον αορίστου προσδοκίας βλέμμα επί τον κυκλούντα το μέγαρον +χλοερόν και κατάφυτων κήπων, ησθάνετο ότι κάτι ανέμενεν, αλλ' εφωβείτο να +ομολογήσει ενδομύχως, ότι το κάτι εκείνο ήτο ο άγνωστος της νυκτός. Προσήλου +το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν, έτεινε τω ους αυτής προς τον αμυδρότατον +ήχον, και πας κρότος τη εφαίνετο κρότος βημάτων, πάσα σκιά υπεδύετο το σχήμα +ανθρωπίνου αναστήματος. Και ήτο μεν πεπεισμένη, ότι ο μυστηριώδης εκείνος +ξένος ήτο άνθρωπος ως αυτή, διότι η θετικωτέρα των αισθήσεων, η αφή, την είχε +ικανώς διδάξει τούτο· αλλ' είχεν όμως την περιέργειαν να ίδη, πώς ο άνθρωπος +αυτός ήθελεν εισέλθει εις μέγαρον, το οποίον ούτε εισόδους είχεν ούτε +εξόδους.</p> + +<p>Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν, οι κλώνες των δένδρων συνεχύθησαν +εις μελανόν και άμορφον όγκον, το δε βλέμμα της Ψυχής ουδέν κατώρθονε πλέον +να διακρίνη, όσον και αν προσεπάθει να διαπεράση τον καταπετασθέντα ενώπιόν +της πέπλον της νυκτός. Έν μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη· είδε τας +κορυφάς των υψηλών αιγείρων του κήπου περιβαλλομένας υπό τρομώδους φωτός +και την σκιάν της κεφαλής της παρατεινομένην επί του φωτισθέντος φυλλώματος. +Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς; έστρεψε την κεφαλήν και είδε τον κοιτώνα της +κατάφωτον. Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί, αοράτως και αθορύβως εκεί +μετακομισθέντες, έφερον λυχνίας χρυσάς, πληρούσας τον θάλαμον ιλαρού και +απλέτου φωτός. Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους εκείνους εις τον κοιτώνα της, +ούτε είδεν η Ψυχή ούτε ήκουσεν· η δε ασθενής αυτής κεφαλή, καταπεπονημένη εκ +των αλλεπαλλήλων εκπλήξεων ολοκλήρου ημερονυκτίου, ουδέ καν να μαντεύση +προσεπάθησε. Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα και ακατάληπτα, εδέχθη +απαθής και το νέον τούτο αίνιγμα. Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της, και μετ' +ολίγον η Ψυχή εκοιμάτο εις την κλίνην της.</p> + +<p>Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι εσβέσθησαν υπό μυστηριώδη πνοήν, +θρους ελαφρός, οιονεί πτερυγίσματος, ετάραξε την ηρεμίαν της νυκτός, σκιά τις +εφάνη ορθουμένη προ του παραθύρου, και η Ψυχή εξύπνησε. Δεν επρόφθασε να +βάλη κραυγήν, και έν φίλημα της έκλεισε το στόμα.<br /></p> + +<h4>Δ'.<br /></h4> + +<p>Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας ταύτης νυκτός και των επομένων άλλων; +Πολλαί ήλθον και παρήλθον ούτω, όμοιαι και απαράλλακτοι προς την πρώτην, και +πάσαν νέαν αυγήν η Ψυχή αφυπνούσα έβλεπεν ότι ήτο μόνη. Προσεπάθει +πάντοτε, ολιγώτερον μεν ανήσυχος αλλά πλειότερον περίεργος, να μαντεύση τις +και ποίος ήτο ο νυκτερινός της φίλος, αλλ' αι προσπάθειαί της απέμενον άγονοι· +μόνη δε καθ' εσπέραν κατακλινομένη, μόνη και πάλιν αφύπνου, μη κατορθούσα +καν να εννοήση, πότε την απεχωρίζετο ο νυκτικός της σύντροφος.</p> + +<p>Και δεν τον ηρώτα; ίσως ερωτήση τις των αναγνωστών μου. Και τούτο το +έκαμε, αλλά και αυτό απέβη μάταιον. Ο μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον δεν +εξωμολογήθη τις ήτο εις την νεαράν του φίλην, αλλά και αυστηρώς της +απηγόρευσε πάσαν ομοίαν ερώτησιν του λοιπού· προσέθεσε δε μετά σοβαρότητος +δυσαναλόγου προς την παιδικήν κλαγγήν της φωνής του, ότι ήθελε διαλυθή ως +ιστός αράχνης η ευτυχία των, ευθύς ως έπνεεν επ' αυτής η ελαχίστη γνώσεως +πνοή, διότι η ευδαιμονία εκείνη ήτο ευδαιμονία θάλλουσα μόνον εις το σκότος +και μαραινομένη εις το φως. Μάτην επέμεινεν η νεάνις, και μάτην ικέτευσε και +εθώπευσε, . . και έκλαυσεν επί τέλους, ως αι γυναίκες ηξεύρουσι να κλαίωσι.</p> + +<p> — Μη ζήτει, Ψυχή μου, απήντησεν εκείνος, να μάθης ποίος είμαι. Έσο +ευδαίμων εις τας αγκάλας μου, όπως είμαι εις τας ιδικάς σου, και μη θέλης άλλο +περισσότερον. Κατά τι θ' αυξήση την ευτυχίαν μας να μάθης το όνομά μου; Κατ' +ουδέν, αγαπητή μου Ψυχή· θα την καταστρέψη μάλιστα, σου το ορκίζομαι εις τον +έρωτά μου. Θα την καταστρέψη, διότι όταν μάθης ποίος είμαι και ιδής το +πρόσωπόν μου, θα με χάσης από τας αγκάλας σου και δεν θα μ' επανίδης πλέον. +Θα θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας, θα χύσης πικρά μετανοίας δάκρυα, αλλά η +όψιμός σου μετάνοια δεν θα σε ωφελήση· το γνωστόν δεν γίνεται πλέον +άγνωστον. Αγάπα με λοιπόν, Ψυχή μου, ως σε αγαπώ, αλλ' αγνόει ποίον αγαπάς. +Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας, αν με γνωρίσης, ούτε τα φιλήματά μας θα +γείνουν γλυκύτερα. Μη ζητής να ανακαλύψης ό,τι και συ πρέπει να αγνοής και οι +εχθροί μας να μη γνωρίζωσιν. Άφησε, αγάπη μου, να διαρρέη τοιουτοτρόπως +άγνωστος και μυστική η αγάπη μας, ως δροσερόν μικρόν ρυάκιον, ψιθυρίζον +μυστικά υπό τα πράσινα χόρτα· μη επιθυμής να αποκαλύψης το μυστικόν του +ρείθρου εις τας καυστικάς ακτίνας του ηλίου, αι οποία θα το απορροφήσωσι και +θα το ξηράνωσι. Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ' ερωτήσης πλέον, τις είμαι, μήτε +να προσπαθήσης καν να το μάθης μόνη σου. Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν +της αγάπης μας, χάριν σου της ιδίας, χάριν της ευτυχίας και των δύο μας.</p> + +<p>Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς, τους οποίους πολλάκις διέκοψαν +γλυκύτερα αυτών φιλήματα, δεν κατώρθωσε να αντιστή, η νεαρά νύμφη. Έδωκε +την ζητηθείσαν υπόσχεσιν, και οι θερμοί σύζυγοι εχωρίσθησαν, πριν ή έτι +διολισθήση εις τον κοιτώνα των διά της πυκνής αυλαίας του παραθύρου η πρώτη +πρωινή ακτίς. Αλλ' η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς ανωτέρα των δυνάμεών +της και ασθενεστέρα πολύ της περιεργείας της· τούτο δε κατενόησε και αυτή η +ιδία, ευθύς ως απέμεινε μόνη και δεν αντήχουν πλέον εις τα θελγόμενα ώτα της αι +εύγλωττοι παρακλήσεις του μυστηριώδους ξένου. Ανελογίσθη ψυχρότερον τους +λόγους του, και προσεπάθησε να δικαιολογήση την απαγόρευσιν εκείνου, όπως +εγκρίνη απαθώς και την ιδίαν αυτής υπόσχεσιν· δεν το κατώρθωσεν όμως.</p> + +<p>Τι λόγον έχει, διελογίζετο η Ψυχή, να μη θέλη να φανερωθή εις εμέ; αν με +αγαπά αληθώς, ως λέγει, διατί δεν με εμπιστεύεται; Και αν το μυστικόν είνε +απαραίτητον και η δυσπιστία του αναγκαία, διατί δεν εξηγεί και εις εμέ την +ανάγκην, διά να την αναγνωρίσω και υποταχθώ; Ποίοι είνε οι εχθροί μου αυτοί οι +άγνωστοι, εις τους οποίους πρέπει να μείνη κρυμμένη η αγάπη μας; Εις μάτην +κοπιάζω τον νουν μου· δεν ευρίσκω κανένα εχθρόν μου· δεν γνωρίζω τουλάχιστον +ανθρώπων ή θεόν, εις τον οποίον να ημάρτησα, και του οποίου να επέσυρα την +έχθραν. Και διατί άραγε θα καταστρέψουν οι άγνωστοι αυτοί εχθροί μου την +ευτυχίαν μου, αν μάθω εγώ εις τίνα την χρεωστώ, αν γνωρίσω ποίον είνε το +μυστηριώδες αυτό ον, του οποίου με θερμαίνουσι πάσαν νύκτα αι αγκάλαι ; Διατί +δεν μου λύει το αίνιγμα, αφού θέλει να το σεβασθώ ; . . Όχι· δεν είν' αλήθεια όσα +μ' έλεγε, αλλά μόνον προφάσεις· ηθέλησε να με φοβήση, διά να μη ζητήσω να +μάθω τις είνε. Έχει λοιπόν συμφέρον να κρύπτεται, . . αλλά ποίον συμφέρον ; . +.</p> + +<p>Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας σκέψεις της, και εις το βάθος αυτών +ενόμισεν ότι εύρε τέλος μέσον πρόσφορον και την ιδίαν αυτής περιέργειαν να +θεραπεύση, και της απαγορεύσεως του νυκτερινού της φίλου να μη φωραθή +παραβάτις.</p> + +<p>Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως εν τη αθώα ψυχή της νεάνιδος η γυναικεία +εκείνη σοφιστεία, η θεμέλιον της κοσμικής ηθικής ανακηρύττουσα το «Ποίος θα το +μάθη;», η μετρούσα τω κακόν με του σκανδάλου τον πήχυν.<br /></p> + +<h4>Ε'.<br /></h4> + +<p>Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός τρόπου το πρόσωπον του εραστού της, +απεφάσισε συνάμα, να εκτελέση το σχέδιόν της την αυτήν εκείνην νύκτα. Επειδή +δε διά να ίδη είχε προ παντός ανάγκην φωτός, διότι ο άγνωστος ήρχετο και +απήρχετο εν βαθυτάτω σκότει, διενοήθη να σώση ένα των λύχνων του κοιτώνος +της από της μυστηριώδους και ανεξηγήτου πνοής, ήτις τους έσβυνε μικρόν προ +της αφίξεως του αγνώστου εραστού, και πρόσφορον προς τούτο έκρινε να +μετατοπίση και κρύψη ένα εξ αυτών όπισθεν βαρείας και πυκνής αυλαίας· τούτο +έκαμε, και αληθώς το φως της λυχνίας διέφυγε τον μοιραίον του θάνατον και +επέζησε, διαλαθόν ου μόνον τον απόκρυφον φωτοσβέστην, αλλά και αυτού του +Έρωτος τον οφθαλμόν, όστις καθιπτάμενος κατάκοπος εις της Ψυχής του τας +αγκάλας, κατεκλίθη παρ' αυτήν ανύποπτος πάντοτε και αμέριμνος.</p> + +<p>Είπον Έρωτος προ μικρού, ωνόμασα δηλαδή τον μέχρι τούδε και εις τον +αναγνώστην μου άγνωστον εραστήν της ηρωίδος μου, διότι καιρός είνε πλέον να +γνωσθή ό,τι και εκείνη μετ' ολίγον θα μάθη. Ο υιός της Αφροδίτης, αποφάσισας να +γνωρίση τις ήτο η περικαλλής εκείνη κόρη, της οποίας το πανδήμως λατρευόμενον +κάλλος είχεν ανάψει τόσην ζηλοτυπίαν εις τα θεία της μητρός του στήθη, μετέβη +μόνος εις τον βράχον της εκθέσεως, είδε την ωραίαν και εγκαταλελειμμένην +νεάνιδα, και η καρδία του διεσείσθη μέχρι μυχών υπό οίκτου και ανεφλέχθη διά +μιας υπό πόθου. Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων του, χωρίς να συλλογισθή +μήτε της μητρός του την ενδεχομένην οργήν, μήτε τα λοιπά του τολμήματός του +επακόλουθα, και την έφερεν, ως είδομεν, εναέριον εις το εξοχικόν του μέγαρον, +όπου και την επεσκέπτετο πάσαν νύκτα, άγνωστος και μυστηριώδης, κρύπτων +τους έρωτάς του από τον μητρικού όμματος υπό τον πέπλον της νυκτός.</p> + +<p>Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την μοιραίαν εκείνην νύκτα, ης ολέθριον +παρεσκεύαζε το τέλος η περιέργεια της ερωμένης του, μετά μικρόν δε ύπνος +γλυκύς έκλεισε τα βλέφαρα του θεού, και η ξανθή του κεφαλή εναρκώθη ηρέμα +επί του λευκού τραχήλου της φίλης του. Η Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ' αρχάς +την κοιμωμένην, και η αναπνοή της ηνώθη επί μικρόν προς την ατάραχον πνοήν +του Έρωτος· αλλά μετ' ολίγον απέσυρε σιγά σιγά τον τράχηλον της υπό την +κεφαλήν του θεού, κατέβη της κλίνης, και βαίνουσα γυμνόπους επ' άκρων +δακτύλων έλαβε τον υποκλαπέντα λύχνον από της κρύπτης του· τρέμουσα δε όλη +και κρατούσα την αναπνοήν αυτής, αλλά μάτην προσπαθούσα να κρατήση και της +καρδίας της τους παλμούς, επλησίασεν εις την κλίνην, όπου νήδυμον και βαθύν +εκοιμάτο ύπνον ο νεαρός θεός.</p> + +<p>Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς της νέας γυναικός ευκόλως +φαντάζεται ο αναγνώστης, αν έτυχε ποτέ να αναγνώση μυθολογικάς περιγραφάς +του πτερωτού θεόπαιδος. Το θείον του κάλλους πρότυπον, ενσαρκωμένον εις +σώμα λευκόν ως αλάβαστρος και απαλόν ως ρόδου πέταλον, ανέπνεε σιγά με +διεσταλμένα και μειδιώντα χείλη υπό τα έκθαμβα όμματα της Ψυχής. Ο ύπνος +είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει τας ροδίνας αυτού παρειάς, εφ' ων επήνθει ο χνους +της παιδικής ηλικίας, η δε ουλόθριξ και ξανθή αυτού κόμη, ηπλωμένη ατάκτως +περί τον τρυφερόν αυτού τράχηλον, έστιλβε χρυσίζουσα υπό το τρέμον φως του +προδότου λύχνου· τα πορφυρά του χείλη έφερον έτι τον υγρόν τύπον των +φιλημάτων της Ψυχής, και προετείνοντο άπληστα, ωσεί νέον ποθούντα ασπασμόν. +Αι ελαφραί του πτέρυγες, συνεσταλμέναι περί τους τορευτούς αυτού ώμους, +έτρεμον παλλόμεναι υπό της ομαλής του αναπνοής, τα δε τα στήθη του, +ροδόλευκα ως προφαίνουσα ηώς και μαλακά ως ζύμη νεαρά, εστίζοντο υπό των +διαφανών μαργαριτών του θείου του ιδρώτος.</p> + +<p>Η Ψυχή όμως, — η απερίσκεπτος και περίεργος Ψυχή δεν επρόφθασε να +παρατηρήση μήτε να θαυμάση καθ' έν τα κάλλη του εραστού της. Μόλις τον είδε +φωτισθέντα υπό του λύχνου, και κραυγή καταπλήξεως διέρρηξε τα χείλη της· ο +θαυμασμός της διέσεισεν αυτήν ως τρόμου αιφνιδίου ριπή, η χειρ της εκλονίσθη, +σταγών διακαούς ελαίου εχύθη από του λύχνου επί των ώμων του θεού, και η +Ψυχή ουδέν πλέον άλλο είδεν. Ο λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί μετά +πατάγου φοβερού, ωσεί κόσμος ολόκληρος κατεκρημνίζετο κύκλω της, σκότος +βαθύ την περιέβαλε, και τόσον μόνον ησθάνθη, ότι κατεκυλίετο από ύψους εις +βάθος . . . . . .</p> + +<p>Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της, φως ηλίου άπλετον κατηύγαζεν, όχι πλέον +τους καταγράφους τοίχους του μυροβόλου κοιτώνος της, αλλά βράχους κύκλω +ξηρούς και δάση άγρια, τους αυτούς εκείνους βράχους και δρυμούς, ους είχεν +εμπρός της καθ' ην ημέραν αι άστοργοι του πατρός της χείρες είχον εκθέσει αυτήν +εις βοράν των θηρίων.</p> + +<p>Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και μαγικού αυτής παρελθόντος διέδραμεν +ως αστραπή την φαντασίαν της, και υπέθεσε προς στιγμήν, ότι από γοητευτικού +ονείρου αφύπνωσεν αποτόμως εις την φοβεράν πραγματικότητα. Αλλ' η μνήμη +αυτής έγεινε κατ' ολίγον ηρεμωτέρα, αι λεπτομέρειαι της αποπτάσης ευτυχίας +επανήλθον όλαι εις την διάνοιάν της, και το μέγεθος της αμαρτίας αυτής +περιέσφιγξεν ως διά σιδηρού κλοιού την καρδίαν της. Τα ενθυμήθη όλα, και +ανελύθη εις δάκρυα πικρά. Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι; Μάτην επότισε και +πάλιν διά των δακρύων της τους αυχμηρούς εκείνους βράχους, όπου την είχεν +εγκαταλείψει άλλοτε η πατρική αστοργία και την ηύρεν η περιπαθεστάτη αγάπη· +μάτην αντήχησαν τους ολογυγμούς αυτής οι μυχοί του δάσους. Τώρα τα δάκρυά +της έρρευσαν χωρίς κανείς να τα σπογγίση, και οι στεναγμοί της εξήχησαν χωρίς να +ακουσθώσι, μόνη δε η απελπισία ήλθε και εκάθισε σύντροφος αυτής παρά το +πλευρόν της. Αλλ' όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει την ψυχήν και παραλύει την +δράσιν ημών επί τη κενή προσδοκία της ευτυχίας, η απόγνωσις δε τουναντίον +κεντρίζει και ζωογονεί εις έσχατον αγώνα πάσας ημών τας δυνάμεις, όπως ο +ναυαγός αισθάνεται πολλαπλάσιον το ψυχικόν αυτού σθένος και τα νεύρα του +εντεινόμενα ως χαλύβδινα, και κολυμβά εν τη απελπισία του όσον διάστημα ουδέ +να φαντασθή ήθελεν άλλως τολμήσει, ούτω και τώρα η παντελής απόγνωσις +ανεπτέρωσε τας δυνάμεις της Ψυχής και εξήγειρε την κατάκοπον διάνοιάν της, η +δε αναζήτησις του απολεσθέντος εραστού υπήρξε το μόνον φωτεινόν σημείον, εις +ο ητένισαν μετά πόθου τα αναλάμψαντα ψυχικά της όμματα.</p> + +<p>Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα, ούτ' εσκέφθη καν να καταφύγη εις +των βασιλισσών αδελφών της τα ανάκτορα. Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον, +ούτε θωπείας επεθύμει αδελφικάς, εις αντάλλαγμα εκείνων, ων εθρήνει την +στέρησιν. Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον, τον μυστηριώδη εκείνον +ξένον, τον γνωρίσαντα εις αυτήν την ευτυχίαν ην ήλπιζε να επανεύρη μετ' +αυτού.</p> + +<p>Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του, και ακάματον διέβη το βήμα της βουνούς +και κοιλάδας.</p> + +<p>Ας την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν πλανωμένην εική δι' αγνώστων οδών, +ερωτώσαν ανά πάσαν τρίοδον περί του δραπέτου, και εκπλήττουσαν τους +διαβάτας διά της αλλοκότου περιγραφής του, την οποίαν ήντλει από των +προσφάτων αυτής αναμνήσεων, και ας παρακολουθήσωμεν τον Έρωτα.<br /></p> + +<h4>ΣΤ'.<br /></h4> + +<p>Νωπόν έτι και δριμύ φέρων εις τον ώμον του το άλγος του καύματος, επέταξεν +ούτος εις το ενδιαίτημα της μητρός του, και κατεκλίθη εις έν ανάκλιντρον του +θαλάμου της, αφού παρεκάλεσε πρότερον τον γέροντα Ασκληπιόν, εις ον +εξεμυστηρεύθη τα πράγματα επί υποσχέσει εχεμυθίας, να του δώση πρόσφορον +αλοιφήν διά την πληγήν του. Αλλ' ο θείος ιατρός δεν ωμοίαζεν ακόμη τότε τους +σημερινούς απογόνους του, οίτινες κρύπτουσιν ενίοτε εις τας μητέρας τα τρυφερά +νοσήματα των υιών των, και επρόδωκε το μυστικόν εις την Αφροδίτην. Η δε +φιλόστοργος αυτή μήτηρ, αφού πρώτον ηγανάκτησε και εφώναξε και +επλατάγησεν, αφού προσεποιήθη τα νεύρα της και επετίμησε διά πολλών +ακόσμων προσφωνήσεων τον παράλυτον — ως τον απεκάλεσεν — υιόν της, +εκάθισεν όμως έπειτα, ωριμώτερον και απαθέστερον σκεφθείσα, παρά το +προσκεφάλαιον του νοσούντος τέκνου της, φιλόστοργον μεν έχουσα πρόφασιν την +μητρικήν αυτής περί της θεραπείας του μέριμναν, λόγον δε αληθή της νοσοκομίας +της την άγρυπνον φρούρησιν του ατιθάσσου μείρακος. Παρέμενε δ' εκεί ημέρας +πολλάς, ουδέ βήμα αυτού μακρυνομένη, και αφού έτι επουλώθη η πληγή του.</p> + +<p>Τις οίδε δε πόσον θα παρετείνετο η επίμονος αύτη μητρική φιλοστοργία και ο +παντελής αποκλεισμός του ασώτου υιού από του έξω κόσμου, αν έκτακτόν τι +γεγονός δεν ενέβαλλεν εις πειρασμόν την φιλαρέσκειαν της θεάς.</p> + +<p>Ο Ζευς έδιδε την επαύριον μεγάλην χορευτικήν εσπερίδα επί του Ολύμπου, το +δε μητρικόν φίλτρον της Αφροδίτης, όσον βαθέως και αν συνησθάνετο αύτη την +ανάγκην της κοσμικής του επιδείξεως, δεν κατώρθωσε να νικήση τας ορχηστικάς +των ποδών της διαθέσεις, τόσον μάλλον, όσον η των χαρίτων βασιλίς είχεν ήδη +υποσχεθή τον πρώτον αντίχορον εις τον νέον εραστήν της Απόλλωνα, και κατ' ουδέ +να λόγον εννόει να λείψη. Παρεκάλεσε λοιπόν τον Ερμήν να την αναπληρώση δι +ολίγας ώρας παρά την κλίνην του εν αναρρώσει διατελούντος υιού της, και μετέβη +εις τον χορόν.</p> + +<p>Ο Ερμής, όστις έτρεφε τότε και αυτός εις τα βάθη του θείου του στήθους +μυστικόν τι και ουχί εντελώς πλατωνικόν αίσθημα προς την θεάν του κάλλους, και +προσεπάθει παντί τρόπω να υποσκελίση τον συνάδελφον θεόν της μαντικής, δεν +ηθέλησεν, εννοείται, να δυσαρεστήση την Αφροδίτην, έδραξε δε μάλιστα +προθύμως την ευκαιρίαν να της παράσχη εκδούλευσιν, της οποίας γλυκυτάτην +ανέπλαττε την αμοιβήν η λογιστική του φαντασία. Μετέβη λοιπόν προς τον Έρωτα, +ον εύρε καταγινόμενον εις καθαρισμόν και ταξινόμησιν των βελών της φαρέτρας +του. Μη έχων τι άλλο να κάμη ο υγιέστατος εκείνος ασθενής, χασμώμενος εκ +πλήξεως, αδημονών διά τον αδικαιολόγητον περιορισμόν του, και +στενοχωρούμενος υπό της αγωνίας αυτού περί της τύχης της ερωμένης του, +προσεπάθει να απατήση τον καιρόν, και να διασκεδάση την πλήξιν του +αναθεωρών και τακτοποιών την μικράν αυτού οπλοθήκην.</p> + +<p>Ιδών τον Ερμήν προσερχόμενον εχάρη μεγάλως ο νεαρός θεός, ούτ' +εδυσκολεύθη να ανοίξη εις αυτόν την καρδίαν του, και να του διηγηθή τα μυστικά +του, ελπίζων να συγκινήση αυτόν και να τύχη της ελευθερίας. Ο δε πονηρός υιός +της Σεμέλης, βλέπων τον μείρακα ταξινομούντα τα βέλη του, και γνωρίζων εκ +φήμης την δύναμιν αυτών, εφάνη μεν συγκινηθείς εκ των παθημάτων του μικρού +του συναδέλφου, αλλά της προσποιητής του συμπαθείας κρύφιος λόγος ήτο να +ανταλλάξη αυτήν προς έν των βελών εκείνων, ίνα το μεταχειρισθή εγκαίρως κατά +της φιλαρέσκου και ερωτοτρόπου μητρός του. Και όχι μόνον συνήνεσε, λαβών +αυτό, να ανοίξη εις τον Έρωτα τας θύρας της φυλακής του, αλλ' υπεσχέθη μάλιστα +εις αυτόν και να τον συνδράμη εις ανεύρεσιν της απολεσθείσης ερωμένης του. Ήτο +δε πολύτιμος αληθώς η συνδρομή του επί γης ως επί το πολύ διατρίβοντος και +περί τα γήινα τυρβάζοντος αλήτου θεού, του επισήμου προστάτου πάσης κλοπής +και οιασδήποτε λαθρεμπορίας, του ανεγνωρισμένου ερωτικού ταχυδρόμου του +θείου αυτού πατρός.</p> + +<p>Ούτω δε φαιδροί αμφότεροι και κατευχαριστημένοι εγκατέλειψαν μετά μικρόν +της Αφροδίτης τα δώματα και κατέβησαν εναέριοι εις την γην.<br /></p> + +<h4>Ζ'.<br /></h4> + +<p>Πού και πώς ανεκάλυψεν η δυάς των θεών την περιπλανωμένην Ψυχήν, +περιττόν είνε βεβαίως να διηγηθώ· περιττόν δ' επίσης να εξηγήσω, πώς εις την +τολμηράν των φαντασίαν ανεφύη αίφνης και ωρίμασε το θρασύ σχέδιον, όπερ και +αμέσως εξετέλεσαν. Αρκεί μόνον να μάθη ο αναγνώστης, ότι, ενώ εις την μεγάλην +αίθουσαν του Διός εχόρευον οι Ολύμπιοι φαιδροί και ανειμένοι, μακράν παντός +βεβήλου όμματος θνητών, εισέρχεται αίφνης διά της μεγάλης πύλης ο Έρως, +κρατών εις τον βραχίονά του την ερωμένην του, αστράπτουσαν εκ κάλλους υπό +την νυμφικήν της στολήν.</p> + +<p>Ευκόλως εννοείται η γενική κατάπληξις των θεών και ο θόρυβος όστις +διετάραξε την διασκέδασίν των. Ο Ζευς συνέσπασε τας οφρύς και έσεισε την +κυανήν του χαίτην, η Ήρα έρριψε καχύποπτον βλέμμα επί της Ψυχής και έδραξε +μίαν άκραν της χλαμύδος του Διός, η Αθηνά επορφυρώθη εξ αιδούς, ο Άρης +έστρηψε τον μύστακά του, ο Απόλλων έφερεν εις τον δεξιόν οφθαλμόν την +κρεμαμένην διόπτραν του, η δε Αφροδίτη, βαλούσα κραυγήν αγανακτήσεως, +ελιποθύμησεν, αφού εβεβαιώθη πρότερον ότι έμελλε να πέση εις τας αγκάλας του +όπισθεν αυτής ισταμένου Απόλλωνος.</p> + +<p>Ο Έρως όμως, απαθής και ατρόμητος, ωθούμενος δε κάπως και υπό του +παρακολουθούντος Ερμού, και ουδόλως υπό της επελθούσης συγχύσεως +θορυβηθείς, εβάδισε με ευσταθές το βήμα προς τον Δία, και γονυπετήσας προ +αυτού μετά της Ψυχής, — ως γονυπετούσι σήμερον επί θεάτρου προ των +ωργισμένων πατέρων οι θέλοντες να εξιλεώσωσιν αυτούς ερασταί, — ελάλησε τα +εξής, άτινα, είχεν ήδη καθ' οδόν προετοιμάσει.</p> + +<p>Ζευ πάτερ! είπε· συγχώρησόν με, ότι έλαβον το θάρρος να ταράξω την εορτήν +σου απρόσκλητος και απροσδόκητος, και να παραβώ την ολύμπιον εθιμοτυπίαν, +εισάγων θνητήν εις δώματα αθανάτων. Αλλά καταδιωκόμενος και +ραδιουργούμενος άνευ αιτίας, πού αλλού ηδυνάμην να εύρω καταφύγιον και +προστασίαν, ή εις τους υψηλούς πόδας του θρόνου σου; και πότε άλλοτε θα είχα +ευκαιρίαν να επικαλεσθώ την θείαν σου ευμένειαν, αφού διετέλουν φυλακισμένος +και φρουρούμενος, επί τη προφάσει δήθεν ότι ήμην ασθενής, και μόλις προ +ολίγων ωρών, χάρις εις την αφιλοκερδή αγαθότητα του καλού μου φίλου Ερμού, +κατώρθωσα να απαλλαγώ και να ανακτήσω την ελευθερίαν μου ; Ναι, πάτερ! ήμην +φυλακισμένος, και φυλακισμένος υπό της μητρός μου. Διατί; διότι ηράσθην +θνητής αξίας θεών κατά το κάλλος. Και είνε τούτο έγκλημα, ύπατε Ζευ; Αλλά η +μήτηρ μου αυτή, της οποίας τόσον πολύ, ως φαίνεται, προσέβαλε την θείαν αιδώ +η πράξις μου, θεόν άρα μόνον — διά να μη είπω θεούς — ως τώρα ηγάπησε ; Θεός +ήτον ο Αγχίσης ; Θεός ο Άδωνις ; Θεός ο Φάων; Συ αυτός, πάτερ θειότατε, εις του +οποίου το ύψος δεν δύναται όχι να φθάση αλλά μηδέ ν' ατενίση καν η καταλαλιά, +δεν ετίμησες διά του θείου σου έρωτος την Σεμέλην, την Αλκμήνην, την Ιώ, την . . +.</p> + +<p> — Περιτταί αι φωναί και τα κύρια ονόματα! διέκοψε σοβαρώς ο +Ζευς.</p> + +<p> — Έπειτα, εξηκολούθησεν ο Έρως, έτι μάλλον εξαπτόμενος, αφού +έβλεπεν ότι η έξαψις του δεν τον εζημίονε, έπειτα η κυρία μήτηρ μου, ήτις τόσον +πολύ φροντίζει περί της θείας αξιοπρεπείας και της ουρανίας ηθικής, έπρεπεν +αυτή πρώτη να δίδη το καλόν παράδειγμα, και να μη τρέφη την γλωσσαλγίαν των +επί γης γυναικών διά των σκανδάλων . . .</p> + +<p> — Περιττά τα σκάνδαλα! διέκοψε και πάλιν ο Ζευς. Τι θέλεις ; λέγε +σύντομα, και άφησε τας παρεκβάσεις.</p> + +<p> — Θέλω να μείνω ανενόχλητος απήντησεν ο Έρως. Θέλω να αγαπώ την +Ψυχήν μου χωρίς η σεμνή μου μήτηρ να πειράζεται, και να αγανακτή και να με +καταδιώκη. Θέλω να ήμαι κύριος της καρδίας μου, ως είνε αυτή κυρία της καρδίας +της, και . . .</p> + +<p> — Αρκεί, αρκεί! παρενέβη και πάλιν φρονίμως ο Ζευς. Την αγαπάς +λοιπόν με τα σωστά σου την θνητήν αυτήν ;</p> + +<p> — Αν την αγαπώ! . . </p> + +<p> — Την νυμφεύεσαι;</p> + +<p> — Την ενυμφεύθην ήδη, πάτερ! απήντησεν ο Έρως, κάτω νεύων τους +οφθαλμούς.</p> + +<p> — Έστε λοιπόν ανήρ και γυνή! είπεν ο πατριάρχης των Θεών και τους +ηυλόγησε.</p> + +<p>Ούτως εκυρώθη η συζυγία της Ψυχής και του Έρωτος, και έγεινεν η Ψυχή +αθάνατος.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΛΑΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>)<br +/><br /></h3> + +<h4> +Ι.<br /></h4> + +<p>Κυοφορηθείσα εν τη κεφαλή φιλοπάτριδος ομογενούς, ετέχθην εν εσπέρας επί +των πιεστηρίων της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, και κάθυγρος έτι, αποδίδουσα την +ευάρεστον εκείνην οσμήν της τυπογραφικής μελάνης, την οποίαν με +διεσταλμένους τους ρώθωνας αναπνέουσι συνήθως οι σοφοί, μετεκομίσθην μετά +των αδελφών μου εις μεγάλην τινά και σκοτεινήν αίθουσαν, όπου εστιβάχθημεν +όλαι επί πολλών τραπεζίων, αναμένουσαι εν παντελεί ασφυξία το φως της +ημέρας.<br /></p> + +<h4>ΙΙ.<br /></h4> + +<p>Την επομένην πρωίαν θόρυβος ηκούσθη μέγας και ταραχή έξωθεν του +δωματίου.</p> + +<p>Πάταγος ανθρώπων συνωθουμένων, βήματα βαρέα, υφ' ων την ορμητικήν +πίεσιν έτριζε το γηραιόν πάτωμα της αιθούσης, φωναί ανάμικτοι και εξηγριωμέναι, +γογγυσμοί και παράπονα των πσραγκωνιζομένων, κραυγαί θυμώδεις, μεμφόμεναι, +ως ηκούομεν, το διοικητικόν συμβούλιον επί αδίκω διανομή, συναπετέλουν +παταγώδη και καταχθόνιον αρμονίαν, ήτις ηδύνατο ίσως να τρομάξη όντα +τρυφερά και αρτιγενή, οποία ήμεθα ημείς αι ταλαίπωροι μετοχαί, αν τουναντίον +δεν εκολάκευε την φιλοτιμίαν ημών. Μή τοι δεν εγίνετο χάριν ημών ο πάταγος +όλος εκείνος; Ερύθημα χαράς και συγκινήσεως επορφύρωσε τας παρειάς μου, +όμοιον προς το ερωτότροπον εκείνο ερύθημα, το βάπτον τας παρειάς δειλής +κορασίδος, ήτις βλέπει συνωθουμένους περί εαυτήν σμήνος όλον χορευτών, και +αγνοεί έτι τις πρώτος θέλει παρασύρει αυτήν εις τον μεθυστικόν στρόβιλον του +χορού.</p> + +<p>Τέλος πάντων η θύρα ηνοίχθη, το πλήθος εισέρρευσε, και αι στιβάδες ημών +ήρχισαν ελαττούμεναι.</p> + +<p>Δεν δύναμαι να περιγράψω την σκηνήν εκείνην της διανομής, διότι μόλις +διατηρώ αυτήν εις την μνήμην μου. Μετά τρόμου όμως και φρίκης ενθυμούμαι +ακόμη, ότι και η ύπαρξις ημών αυτή εκινδύνευσε πολλάκις, εν μέσω των +πανταχόθεν προτεινομένων άπληστων χειρών, αίτινες διημφισβήτουν την κατοχήν +εκάστης εξ ημών. Το κατ' εμέ, ταχέως έπαυσεν η αγωνία μου, διότι είχα το +ευτύχημα να εγχειρισθώ μετ' άλλων τετρακοσίων ενενήκοντα εννέα αδελφών μου +εις σοβαρόν τινα και μεγαλόσχημον Κύριον, όστις, εισελθών εις το δωμάτιον διά +μικράς τινος πλαγίας θύρας, επλησίασεν εις τον διανομέα ταμίαν και τω είπεν +ολίγας λέξεις εις το ους.</p> + +<p>Ούτω, χαίρουσα καν ότι δεν εγκατέλειπον εντελώς τας αδελφάς μου, αφήκα +την κοιτίδα της βρεφικής μου ηλικίας, και μετέβην εις τους κόλπους του κυρίου +εκείνου, όστις υπόπτερος και χαίρων εξήλθεν εις την οδόν. Εννοείται ότι +ανέπνευσα κάπως ελευθερώτερον ή υπό την φοβεράν εκείνην στιβάδα, υφ' ην +διετέλεσα ολόκληρον νύκτα. Είδα ολίγον, διά μιας μου γωνίας, ήτις προείχε του +θυλακίου του νέου μου κατόχου, το φως του ηλίου, και θα ήκουα ίσως και το άσμα +των πτηνών, άτινα εφλυάρουν εις τας λεύκας της οδού, αν δεν με ετάραττον οι +βίαιοι παλμοί της καρδίας του κτήτορός μου.</p> + +<p>Μετ' ολίγον εφθάσαμεν εις την οικίαν, και ο φέρων με κατέπεσεν ασθμαίνων +επί του ανακλίντρου, μόλις κατορθώσας να απαντήση: «Πεντακοσίας!» εις την +ερώτησιν της συζύγου του: </p> + +<p> — «Πόσας;»</p> + +<p> — Τόσας μόνον; ηρώτησε και πάλιν δι' οξείας και πεισματώδους φωνής +η κυρία, εύσωμος δέσποινα, ομοιάζουσα με αυγόν κινούμενον.</p> + +<p> — Αι, αγάπη μου, απήντησεν ο σύζυγος με φωνήν μόλις αρθρουμένην +εις φθόγγους· έπρεπε να ήσουν εκεί, να ιδής τι κακόν γίνεται! μόνον πώς δεν +δέρνονται οι άνθρωποι.</p> + +<p> — Καλέ τι με λες; θα υψωθούν λοιπόν γρήγορα;</p> + +<p> — Εννοείται. Τριάντα φράγκα υπερτίμησιν μου προσέφεραν ήδη, μόλις +εβγήκα από την Τράπεζαν.</p> + +<p> — Τι καλά! Φαντάσου αν είχαμεν χιλίας!</p> + +<p> — Και αν είχαμεν δύο χιλιάδας, υπέλαβεν ηλιθίως μειδιών ο κύριός +μου, ακόμη καλλίτερα.</p> + +<p>Δυστυχώς ο διάλογος εκείνος, όστις αντήχει ως ωραία μουσική εις τα ώτα μου, +διεκόπη ταχέως, και είδα χαίνουσαν μετ' ολίγον ενώπιόν μου την θύραν νέας +φυλακής, του σιδηρού κιβωτίου του κτήτορός μου. Τρόμου φρικίασις διέτρεχεν +ήδη τα χάρτινα μέλη μου, ότε είδα αίφνης την χονδρήν σύζυγον του κυρίου μου +θωπεύουσαν την αξύριστον αυτού παρειάν, και την ήκουσα λέγουσαν διά της +γλυκεράς εκείνης φωνής, της οποίας αι γυναίκες είνε κάτοχοι πτυχιούχοι, ως +ήθελεν είπει η Κυρία Jacob: </p> + +<p> — Γιάγκο, . . . δεν θα μου δώσης κ' εμένα μερικάς απ' αυτάς τας +μετοχάς;</p> + +<p> — Τι θα ταις κάμης, ψυχή μου;</p> + +<p> — Τας θέλω . . . προσέθηκε θωπευτικώς κλαυθμηρίζον το κινούμενον +αυγόν, τας θέλω, να δοκιμάσω κ' εγώ την τύχην μου.</p> + +<p> — Περίεργος όρεξις! </p> + +<p> — Σε παρακαλώ . .. .</p> + +<p> — Πάρε λοιπόν. Πόσας θέλεις;</p> + +<p> — Δος μου πενήντα . </p> + +<p> — Ιδού.</p> + +<p>Και από του κόλπου του πρώτου μου κτήτορος μετέβην εις τας τρυφεράς και +ολοστρογγύλους χείρας της παχείας αυτού συζύγου.</p> + +<p>Αι ταλαίπωροι αδελφαί μου ετάφησαν εις το σκότος του σιδηρού κιβωτίου, και +ουδέν πλέον ήκουσα περί αυτών. Ίσως συνηντήθημεν εις το στάδιον του +πολυταράχου ημών βίου, χωρίς να γνωρισθώμεν, ίσως παρήλθομεν εγγύς +αλλήλων, χωρίς να το αισθανθώμεν καν.<br /></p> + +<h4>ΙΙΙ.<br /></h4> + +<p>Μετά τινας στιγμάς εκείμην επί κομψής κομμωτηρίου τραπέζης, θωπευομένη +υπό του ιλαρού βλέματος της νέας μου κυρίας.</p> + +<p>Ο περί εμέ κόσμος ήτο πάντη νέος· πολύ ευωδέστερος του τυπογραφικού +πιεστηρίου, όθεν είχον εξέλθει, πολύ καθαρώτερος των κονιοσκεπών τραπεζών +εφ' ων είχον κατακλιθή βρέφος έτι, και πολύ κομψότερος και φωτεινότερος του +σκοτεινού άντρου του σιδηρού κιβωτίου, όπερ ολίγον δειν εφυλάκιζε την παιδικήν +μου ηλικίαν. Μέγα κάτοπτρον άνωθέν μου κρεμάμενον εδιπλασίαζε τα κομψά +αντικείμενα, άτινα με περιεστοίχιζον, και ηύξανεν έτι το άπλετον φως, όπερ +επλημμύριζε την περικαλλή και ευώδη αίθουσαν. Τι ωραία διαμονή είνε +κομμωτήριον κομψής και νεαράς, έστω και παχείας, γυναικός! Αι παιδικαί μου +αισθήσεις, ει και ατελώς έτι ανεπτυγμέναι, διετέλουν υπό ναρκωτικήν τινα μέθην, +και δεν ήξευρα — μα τα πεντήκοντα φράγκα, άτινα ήσαν τυπωμένα επί του +μετώπου μου — πού πρώτον να στρέψω την προσοχήν μου. Μικρά και κομψότατα +αθύρματα, ων την χρήσιν ουδέ καν εμάντευον, έστιλβον εκ καθαριότητος κύκλω +μου, φιαλίδια εκ κρυστάλλου, τα μεν κλεισμένα τα δε ημιάνοικτα, απέπνεον +αρώματα ηδυπαθή και δροσώδη, πυξίδες δε πολύσχημοι και παντοδαπαί +περιείχον κόνεις και φυράματα ποικίλου χρώματος, ων μάτην προσεπάθουν να +εννοήσω τον σκοπόν. Ψήκτραι δε και κτένια και ψαλίδια και τριχολαβίδες +παρετάσσοντο ένθεν και ένθεν ως εύτακτος στρατιά επί της λευκής ως νεοστιβής +χιών καλύπτρας του τραπεζίου.</p> + +<p>Προς τι ταύτα πάντα; Το εννόησα μετ' ολίγας στιγμάς, ότε ανοιγείσης δειλώς +της θύρας του κομμωτηρίου, εισήλθεν ελαφρά και χαρίεσσα κορασίς, απλούστατα +μεν αλλά κομψότατα ενδυμένη, λευκόν φέρουσα περίζωμα περί την λιγυράν +αυτής οσφύν και λευκόν σκούφωμα επί των μελανών αυτής βοστρύχων.</p> + +<p> — Θα ενδυθήτε, κυρία; ηρώτησε μετ' επιχαρίτου μειδιάματος, όπερ +εφαίνετο μόλις τολμών να διαστείλη τα χείλη της τα πορφυρά.</p> + +<p> — Ας ήνε· ας ενδυθώ! απήντησε νωχελής και αφηρημένη η νέα μου +κάτοχος, το μεν βαρυνομένη να υποβάλη τα εύσαρκά της μέλη εις την κοσμητικήν +τέχνην της νεαράς αυτής θαλαμηπόλου, το δε μόλις κατορθούσα να αποσπάση το +βλέμμα από των τεσσαράκοντα εννέα αδελφών μου και εμού, ήτις, υπερκειμένη +εκείνων, εφείλκυον ιδίως τα κερδοσκοπικά της βλέμματα.</p> + +<p>Και το αυγόν κινηθέν εκάθισε προ του κατόπτρου και παρεδόθη εις τας δεξιάς +χείρας της κομμωτρίας αυτού.</p> + +<p>Ας μη προσμένωσιν οι αναγνώσται μου να διηγηθώ εν λεπτομερεία τα +απόκρυφα του καλλωπισμού των αναγνωστριών μου.</p> + +<p>Εννοώ κάλλιστα, εκ της ευχαριστήσεως ην το θέαμα εκείνο επροξένησεν εις +την χαρτίνην μου ύπαρξιν, οποία ήθελεν είναι και των αναγνωστών μου η +ευχαρίστησις εκ λεπτομερούς αυτού περιγραφής. Η σκέψις όμως, ότι υπήρξα +απαρατήρητος και κλόπιος ούτως ειπείν, βωβός δε και άφωνος νομιζόμενος +μάρτυς της περιέργου εκείνης σκηνής, θέτει φυλακήν τω στόματί μου και θύραν +περιοχής περί τα χείλη μου.</p> + +<p>Έν μόνον δύναμαι ειλικρινώς να εξομολογηθώ εις τους περιεργοτέρους, ότι +παράδοξον ησθάνθην έκπληξιν, ιδούσα αίφνης μεταμορφουμένην την μεν +θαλαμηπόλον εις ζωγράφον, την δε κυρίαν μου εις εικόνα.</p> + +<p>Μη με ερωτήσετε λεπτομερείας. Δεν τας λέγω, διότι εντρέπομαι.</p> + +<p>Κατεπλάγην όμως τη αλήθεια, μη αναγνωρίσασα πλέον το αυγόν μου, ότε +περικαλλές και δροσώδες, μύρα δε αποπνέον και αρώματα, ακτινοβολούν και +περίκοσμον εξήλθε των αριστοτεχνικών χειρών της υπηρετρίας.</p> + +<p>Πλην, τι να σας ειπώ; και τότε ακόμη επροτίμων την υπηρέτριαν της κυρίας. +Ίσως δε δεν είμαι μόνη η ούτω φρονούσα. Τι λέγουσιν οι αναγνώσται μου, και +ιδίως εκείνοι, οίτινες λησμονούμενοι πολλάκις εις τας οδούς, παρακολουθούσι, +χωρίς να το εννοώσι βέβαια κομψήν τινα θεραπαινίδα ;</p> + +<p>Η κορασίς ητοιμάζετο να εξέλθη, ότε το εταστικόν αυτής και πονηρόν βλέμμα +έπεσεν επ' εμέ. Εγνώριζε φαίνεται και αυτή τα κατά την γέννησίν μου και τον +παρακολουθήσαντα αυτήν πάταγον, διότι άφωνος και συνεσταλμένη έμεινε +θεωρούσα με εφ' ικανά δευτερόλεπτα, και το προς την θύραν τρεπόμενον +ελαφρόν και υπόπτερον αυτής βήμα ανεστάλη αποτόμως.</p> + +<p> — Τι κυττάζεις, Μαρία; ηρώτησεν αυτήν αυτάρεσκον μειδιώσα η κυρία +της.</p> + +<p> — Αχ! πόσαι μετοχαί! εψιθύρισε περιπόρφυρος εξ ηδονής η +θαλαμηπόλος. Να είχα κ' εγώ μίαν η καϋμένη!</p> + +<p> — Τι θα την κάμης συ την μετοχήν ; . . και μίαν μάλιστα ; </p> + +<p> — Αι! κυρία, . . μία μετοχή είνε κάτι τι για μας τους μικρούς +ανθρώπους.</p> + +<p>Το χαρίεν εκείνο πλάσμα ωνόμαζεν εαυτήν μικρόν άνθρωπον!</p> + +<p> — Με μίαν μετοχήν, επανέλαβε, κάμνω την προίκα μου. </p> + +<p>Η κυρία διερράγη εις παταγώδη γέλωτα, και λαβούσα με άκρα χειρί, — Ιδού, +λοιπόν, είπε· πάρε την, και καλήν τύχην.</p> + +<p>Ευχαριστώ, κυρία! κατώρθωσε μόλις να αρθρώση εκ συγκινήσεως και ηδονής +η μικρά Μαρία, και εξήλθε δι' ασταθούς αλλά γοργού βήματος της αιθούσης.<br /></p> + +<h4>IV.<br /></h4> + +<p>Ιδού εγώ και πάλιν μεταλλάξασα κάτοχον.</p> + +<p>Ελυπήθην μεν επί τινας στιγμάς την ευώδη ατμοσφαίραν του περικαλλούς +κομμωτηρίου, όπερ κατέλιπον, αλλά ταχέως με απεζημίωσαν τρία αλλεπάλληλα +φιλήματα, άτινα μετά πυρετώδους παραφοράς απέθηκεν επί των παρειών μου η +χαρίεσσα κορασίς.</p> + +<p>Αναδραμούσα ταχεία τας βαθμίδας αποτόμου κλίμακος, εκλείσθη εις το υπό +την στέγην της οικίας μικρόν αυτής δωμάτιον, και αφού επί πολλήν ώραν με +εθεώρησε μετ' ερωτικής εκστάσεως, τις οίδε ποία περί του μέλλοντος αυτής +αναπλάττουσα όνειρα η ταλαίπωρος κόρη, ήνοιξεν επίμηκες πράσινον κιβώτιον +και ητοιμάσθη να με κλείση εντός αυτού.</p> + +<p>Έβλεπον ήδη μετά περιέργου βλέμματος τα επί της εσωτερικής επιφανείας του +καλύμματος του κιβωτίου προσκεκολλημένα ποικιλόχρωμα χαρτιά, παντοειδή +φέροντα ζωγραφήματα και παραδόξους παραστάσεις, απεσπασμένα δε, τα μεν εκ +περιοδικών συγγραμμάτων, τα δε εξ υφασμάτων και άλλοθεν τις οίδε πόθεν, και +χρησιμεύοντα αντί εικονογραφικού μουσείου εις την φιλόκαλον θαλαμηπόλον, ότε +ηνοίχθη ησύχως η θύρα του δωματίου, και υψηλός μυστακοφόρος δεκανεύς +εισήλθε κατακτητικώς εις αυτό.</p> + +<p> — Αχ! πώς μ' ετρόμαξες, καϋμένε! ανέκραξεν η Μαρία, και ήτο +περίτρομος αληθώς, ουχί όμως τοσούτον διά την απροσδόκητον επίσκεψιν, όσον +διότι κατελαμβάνετο αίφνης εν κατοχή του πολυτίμου ατόμου μου.</p> + +<p> — Πώς μ' ετρόμαξες! επανέλαβε, και σπεύσασα έκλεισε μεθ' ορμής το +κιβώτιον, πρόφθασα όμως ήδη να με ρίψη εντός αυτού.</p> + +<p> — Σ' ετρόμαξα; α, α! ανεφώνησεν ο μυστακίας, και διατί, παρακαλώ, +ετρόμαξε το Μαριγάκι μας;</p> + +<p>Αι! . . 'ξεύρω κ εγώ, υπετραύλισεν η ανυπόκριτος κόρη, μήτε την αλήθειαν του +τρόμου αυτής κατορθούσα να κρύψη, μήτε την πορφυραν των παρειών της να +μετριάση.</p> + +<p> — Δεν ηξεύρεις; επανέλαβεν ο εισβαλών κατακτητής· και εις εκείνην +λοιπόν την κασέλλαν τι ερρίψαμεν, παρακαλώ;</p> + +<p> — Τίποτε, . . τίποτε, . . ένα γράμμα. </p> + +<p> — Γράμμα; Τι; έχομεν και αλληλογραφίαν τώρα; </p> + +<p> — Είνε από την εδελφήν μου, καϋμένε, από την Σύρα, εψιθύρισεν η +Μαρία, προσπαθούσα, αλλ' αργά πλέον, να διορθώση το κινδυνώδες ψεύδος, δι' +ου είχεν αποπειραθή να κρύψη την επικινδυνωδεστέραν αλήθειαν.</p> + +<p> — Από την αδελφήν σου; Για να ιδώ! </p> + +<p>Και ο δεκανεύς, πλησιάσας διά βαρέος του βήματος εις το κιβωτίον, έθηκε την +χείρα επ' αυτό και ητοιμάζετο να το ανοίξη, ότε ευκίνητος και ταχεία η κομψή +θαλαμηπόλος ώρμησεν επίσης προς το κιβώτιον, και την ήκουσα καθημένην επ' +αυτού. </p> + +<p> — Μαρία, . . με γελάς! και μα τον Θεόν . .,</p> + +<p> — Μα, καϋμένε Δημήτρη, δεν με πιστεύεις, το λοιπόν;</p> + +<p> — Όχι, Κυρία! είπε μετ' αξιοπρεπείας ο εν στολή Άρης, και αναστάς +μετά επικής ηρεμίας έστρηψε τον μύστακα αυτού, και ητοιμάσθη να εξέλθη.</p> + +<p> — Τι; φεύγεις ; ηδυνήθη μόλις να ψελλίση η εγκαταλειπομένη νέα +εκείνη Καλυψώ, και διά μικράς τινος οπής του κιβωτίου είδον την πορφύραν των +παρειών αυτής σβεννυμένην υπό νέφος ωχρόν.</p> + +<p>Αλλ' Ο Δημήτρης εβάδιζε προς την θύραν, ως το μάτην εκλιπαρούμενον υπό +του Οδυσσέως φάσμα του Αίαντος.</p> + +<p> — Στάσου, το λοιπόν, στάσου! . . . επεφώνησε τέλος η Μαρία, και +ανοίξασα το κιβώτιον με έλαβε πάλιν εις χείρας της.</p> + +<p>Ο δεκανεύς είχεν ήδη σταθή, και επεστράφη προς τον κρότον του ανοιγομένου +κιβωτίου.</p> + +<p> — Νά τι είνε όλον το μυστικόν! προσέθηκεν η κόρη, και με έδειξεν εις +τον τρυφερόν της καρδίας της τύραννον.</p> + +<p> — Ω! ω! . . ανέκραξεν εκείνος, έχομεν και μετοχάς, βλέπω, Μαριγάκι; +και η φωνή αυτού ήτο μελωδίας αυλού μελωδικωτέρα, και μειδίαμα γόητος +διέστελλε τα μυστακοφόρα του χείλη. </p> + +<p>Μου την εχάρισε σήμερα η κυρία.</p> + +<p> — Και συ . . θα την χαρίσης βέβαια εις τον Δημητράκη σου. </p> + +<p>Ω! ανεφώνησεν η ταλαίπωρος θαλαμηπόλος, και το επιφώνημά της εκείνο, +όπερ εξέφραζε κόσμον ολόκληρον αισθημάτων, διέτρεξεν εν μια στιγμή όλην την +κατιούσαν φωνητικήν κλίμακα.</p> + +<p> — Τι θα ειπή, ω! αφού θα σε πάρω, αφού όσα έχω είνε δικά σου, και +όσα έχεις είνε δικά μου;</p> + +<p> — Ναι, αλλά . . . .</p> + +<p> — Έλα τόρα . . . ανοησίαις! Μ' αυτήν την μετοχήν ημπορούμεν να +κάμωμεν παράδες, το ξεύρεις;</p> + +<p>Ο διάλογος εξηκολούθησεν έτι επί το τρυφερώτερον, και σφραγισθείς τέλος +διά τινων θωπειών και φιλημάτων, αποτέλεσμα έσχε την εις χείρας του δεκανέως +Δημήτρη μεταβίβασίν μου.</p> + +<p> — Καλά κέρδη το λοιπόν, εφώνησεν ύστατον η μικρά Μαρία, ενώ ο +μέλλων αυτής σύζυγος διέβαινε την φλιάν του μικρού της δωματίου.</p> + +<p> — Έννοια σου, Μαριγάκι μου, και θα ιδής!<br /></p> + +<h4>V.<br /></h4> + +<p>Μόλις αλλάξασα και πάλιν κτήτορα, ησθάνθην ευθύς ότι εσκοτίσθη της νεαράς +μου υπάρξεως ο ορίζων, και του βίου αι περιπέτειαι ήρχισαν ενσκήπτουσαι κατά +της κεφαλής μου φοβεραί και αλλεπάλληλοι.</p> + +<p>Άμα εξελθών εις την οδόν ο κύριος μου, συνέθλασε τα τρυφερά μου μέλη διά +της πλατείας και χονδροειδούς αυτού χειρός, και μ' εβύθισε, συντετριμμένην ούτω +και πλήρη μωλώπων, εις το ευρύ θυλάκιον της αναξυρίδος του, όπου εύρον +συντρόφους δύο δεκάρας, μίαν σφάντζικαν, ολίγα τρίμματα ξηρού καπνού, μίαν +πίπαν καί τινα φύλλα σιγαροχάρτου.</p> + +<p>Πού οι κολακευτικοί 'κείνοι παλμοί της καρδίας του πρώτου μου κατόχου, πού +η ευώδης ατμοσφαίρα του κομμωτηρίου της παχείας μου κυρίας, πού τα φλογερά +φιλήματα της θαλαμηπόλου!</p> + +<p>Άβυσσος πνιγηρά και ανήλιος ήτο η νέα μου κατοικία· τοσούτον δε βαρείαν +απέφερεν οσμήν, ώστε μετ' ολίγα λεπτά απέβαλον παντελώς τας αισθήσεις μου +και απέμεινα λιπόθυμος εις τα βάθη του σκοτεινού εκείνου βαράθρου.</p> + +<p>Αγνοώ πόσην ώραν εκείμην ούτω αναισθητούσα, πού επλανήθην εν αγνοία +μου, και πότ' ακριβώς εξύπνησα.</p> + +<p>Τούτο μόνον ενθυμούμαι και ηξεύρω, ότι ότε συνήλθον και πάλιν εις εαυτήν, +ήκουσα θόρυβον συγκεχυμένον παντοίων και συμμιγών φωνών, πάταγον +ποτηριών συγκρουομένων, και παράφωνον μελωδίαν ερρίνων ασμάτων, οσμή δε +οξεία ρητινίτου αφθόνως σπενδομένου προσέβαλε την ασυνήθη εις τοιούτου +είδους αρώματα όσφρησίν μου.</p> + +<p>Ζωηρά συνομιλία υπήρχεν από τινος μεταξύ των πληρούντων το καταγώγιον, +όπερ αμυδρώς μόλις εφώτιζε ρυπαρός φανός, κρεμάμενος από μελανής δοκού της +οροφής· μορφαί δε πολυποίκιλοι και παράδοξοι, τεταγμέναι περί μακράν +τράπεζαν, ήτις ήτο ποτε πρασίνη, συναπετέλουν θέαμα βδελυρόν, όπου +ανεμιγνύοντο η αναίδεια, η αποκτήνωσις και η ρυπαρία.</p> + +<p>Ταύτα πάντα είδα δι' ενός μόνου βλέμματος άμα συνελθούσα κάπως, διότι ο +δεκανεύς μου, εισαγαγών αίφνης εν μέση ομιλία την χείρα του εις το θυλάκιόν +του, μ' απέσυρεν εκ του βαράθρου μου σπαίρουσαν υπό τρόμου και φρίκης, και +με απέθηκε βιαίως επί του τραπεζίου, ανακράζων διά βραγχώδους και οινοβαρούς +φωνής:</p> + +<p> — Κι' αν δεν πιστεύετε, έτηνε! </p> + +<p> — Μωρέ στάσου! </p> + +<p> — Πούνε την! </p> + +<p> — Για να ιδώ!</p> + +<p> — Κ' εγώ, 'ς το Θεό σου!</p> + +<p> — Κ' εγώ, γιατί λιγώθηκα! ανεβόησαν πολλοί συνάμα των συμποτών, +και χείρες άπληστοι εξετάθησαν προς εμέ, και απαίσιον φως πλεονεξίας έλαμψεν +επί των σατυρικών εκείνων προσώπων.</p> + +<p> — Αι, τ' αδέρφια! ανεβόησεν ο Δημήτρης, λιγώτερη πρεμούρα, ν' +αγαπιώμαστε! Διέστε όσο θέλετε, μα τα χέρια κομμάτι παράμερα!</p> + +<p> — Εννοείς, δηλαδήτις, να μας προσβάλης; υπέλαβε τραχέως χονδρός τις +και κοντός συμπότης, συνδυάζων διά του παραδόξου αυτού ιματισμού πίλον, +αναξυρίδα, περικνημίδας και τσαρούχια.</p> + +<p> — Δεν έχει προσβολή εδώ, Κυρ Γιαννάκη! απήντησεν ηρέμα ο δεκανεύς. +Το μέλι, μάτια μου, κολλάει 'ς τα δάκτυλα και χωρίς να θέλης.</p> + +<p>Γενικός γέλως υπεδέχθη το σοφόν απόφθεγμα του κυρίου μου, και η καταιγίς +παρετράπη.</p> + +<p> — Βάλτε να πιούμε το λοιπόν, ανέκραξεν ισχνός και υψηλός συμπότης, +ομοιάζων προς φυλορροήσασαν λεύκην, και ζήτω του Δημήτρη που έγεινε +κεφαλαιούχος!</p> + +<p> — Ζήτω του Τσιγκρού, βρε τόι, υπέλαβεν άλλος, ζήτω του καλού +πατριώτη, που θα στρώση την Αθήνα με λίρα!</p> + +<p> — Αι, αι! υπέλαβε δειλώς μετ' ειρωνικού μειδιάματος μικρόν τι και +καχεκτικόν ανθρωπάριον, εις την άκραν της τραπέζης καθήμενον, ούτινος η +μορφή, φαιά συνάμα και κιτρίνη, ωμοίαζε με προώρως πεσόν από του δένδρου +ροδάκινον. Αι, αι! ως τώρα την έστρωσε μόνο με χαρτιά ο κυρ Τσιγκρός την Αθήνα· +να ιδούμε πότε θα φαγγρίση και η λίρα!</p> + +<p> — Έλα! χαμένο κορμί, που όλα σου ξυνίζουν εβόησεν ως βαθύφωνος +σάλπιγξ εύσωμος και ροδοκόκκινος συνδαιτυμών, μνημείου μάλλον ή ανθρώπου +έχων εξωτερικόν.</p> + +<p> — Άφησ' τον αυτόν, υπέλαβεν ο Κυρ Γιαννάκης, αυτός είναι από την +αντιπολίτευσι!</p> + +<p> — Ούτε η αντιπολίτευσι μούκοψε μισθό, ούτε η συμπολίτευσι θα με +πάη 'ς το χατζηλήκι, απήντησεν ο απαισιόδοξος. Ξέρω μόνο να βλέπω ξάστερα, και +να μη γεμίζω την κοιλιά μου με αέρα κοπανιστό.</p> + +<p> — Αέρας είν' αυτό, βρε κούκο! εφώναξεν ο Δημήτρης, και εξέτεινε +βιαίως την χείρα μέχρι της ρινός του προλαλήσαντος, σφίγγων δι αυτής τα +καταπεπονημένα μου μέλη.</p> + +<p> — Δεν είν αέρας, πουλάκι μου, μα, είνε χαρτί, που είνε το ίδιο! +Μέταλλο έχει; Αυτό είναι κόζο τ' άλλα είνε μπόσικα! υπέλαβεν εκείνος ηρέμα, και +εκένωσε μέχρι πυθμένος το ποτήριόν του.</p> + +<p> — Εύγα 'ς την ωραία Ελλάδα, σαν θέλης, να ιδής πόσο μέταλλο παίρνεις +μ' ένα τέτοιο χαρτί, παρετήρησιν εμβριθώς ο εν αρχή λαλήσας υψηλός συμπότης, +ο ομοιάζων με φυλλορροήσουσαν λεύκην. Και ο Γιώργης Σταύρος χαρτί είνε, μα +κάνει μέταλλο, άδειο κεφάλι! προσέθηκε, μετά στιγμής διακοπήν, στρεφόμενος +προς τον απαισιόδοξον.</p> + +<p> — Κολιός και κολιός! παρετήρησεν εκείνος σεσηρός μειδιών. Ίσα το +χαρτί του Κυρ Γεώργη και το χαρτί του Τσιγκρού, κυρ φιλόσοφε;</p> + +<p> — Μάλιστα, ίσα και καλλίτερα, αν θέλης να ξέρης! παρετήρησεν ο +δεκανέας. Τούτο, ματάκια μου, — και βαρύν κατήνεγκε τον γρόνθον αυτού· επ' +εμού, ήτις εκείμην από τινος επί του τραπεζίου πλέουσα εις ρύακα ρητινίτου, — +τούτο, ματάκια μου, έχει τόκο, έχει μέρισμα, καθώς λένε τώρα 'ς το μεγάλο κόσμο. +Και ξέρεις τι θα πη μέρισμα από το Λαύριο; θα ειπή εκατό τοις εκατό, το λίγο!</p> + +<p> — Αβάντσο! Αβάντσο! υπέλαβον συνάμα τρεις τέσσαρες των +περικαθημένων.</p> + +<p> — Εγώ δεν τα φουσκόνω, παρετήρησε μετριοφρόνως ο Δημήτρης. Μου +φτάνει και τόσο.</p> + +<p> — Ο κυρ δεκανέας ευχαριστηέται με λίγα, διέκοψεν από της τραπέζης +του ο οινοπώλης, όστις περίεργος είχε παρακολουθήσει εξ αρχής την +συζήτησιν.</p> + +<p> — Όρσε και ο κυρ Μπούτρος με το λογάκι του! είπεν αναβλέψας προς +αυτόν ο ρικνός αντιπολιτευόμενος.</p> + +<p> — Ο κυρ Μπούτρος όμως ήτανε 'ς το Λαύριο, σιόρ Σταματάκη, +απεκρίθη σοβαρός και βρενθυόμενος ο οινοπώλης, και είδε τ' ασήμι να τρέχη νερό +από της κάνουλαις, και να το κενόνουν με τη χουλιάρα, σαν πως κενόνουν τα +φασούλια από το τσουκάλι. Κόπιασε και του λόγου σου να τα ιδής, και τότες +ματαμιλούμε, αν αγαπάς.</p> + +<p> — Το κακό είνε μονάχα, επέμεινεν ο πείσμων απαισιόδοξος, πως το +ασήμι εκείνο που τρέχει σαν νερό, καθώς λες, δεν θα το κενώσουν πρώτα 'ς τη +δική σου τη τσέπη, και θα περάση από πολλά κανάλια, ως που να καταντήσει 'ς +εκείνους που αγόρασαν απ' αυτά τα παληόχαρτα.</p> + +<p>Και με έδειξε περιφρονητικώς διά του ρυπαρού του δακτύλου. </p> + +<p>Όσαι των αναγνωστριών μου εκάθισαν ποτέ εις την καλουμένην μπερλίναν, και +ήκουσαν τον ορμαθόν των από του κρυπτού και οιονεί εξ ενέδρας αποτεινομένων +εις αυτάς φιλοφρονήσεων, εκείναι μόναι δύνανται να εκτιμήσωσι την ελεεινότητα +όλην της θέσεώς μου. Εγώ, η εν μεγάλη κεφαλή κυοφορηθείσα, η εν πατάγω +γεννηθείσα και θορύβω, η εν πομπή και παρατάξει εκδοθείσα, η πολέμους +γεννήσασα και μάχας, η ακούσασα παλμούς κακίας ουδέποτε άλλοτε δονηθείσης, +η αισθανθείσα φιλήματα φλογερά επί των παρθενικών μου παρειών, εγώ +κατεκείμην την στιγμήν εκείνην επί ακαθάρτου τραπέζης οινοπωλείου, κολυμβώσα +εις ρητινίτην, πνιγομένη υπό κακόσμων αναθυμιάσεων και ακούουσα +χονδροειδείς αστειότητας εις βάρος μου, και μομφάς και κατηγορίας και +προπηλακισμούς.</p> + +<p>Ευτυχώς το βλέμμα του κυρίου μου παρηκολούθησε το δάκτυλόν του +δεικνύοντός με, και η οικτρά μου κατάστασις συνεκίνησεν αυτόν.</p> + +<p>Μωρέ παιδιά, η μετοχή μου γίνεται τουρσί! ανέκραξε, και αναλαβών με +φιλοστόργως, με εσπόγγισε διά της χειρίδος αυτού και με απέθηκε συμπτύξας +επιμελώς εις τον κόλπον του.<br /></p> + +<h4>VI.<br /></h4> + +<p>Ταφείσα και πάλιν εις τον ζοφερόν εκείνον τάφον, ουδέν πλέον ήκουσα, ειμή +συγκεχυμένον τινά βόμβον, ισχυρότερον ολονέν αποβαίνοντα, και απολήξαντα +τέλος εις πανδαιμόνιόν τινα πάταγον, ενώ αμυδρώς διέκρινα τον δούπον γρόνθων +φερομένων κατά της τραπέζης, τον κρότον σκαμνιών θραυομένων κατ' αλλήλων, +οιμωγάς δερομένων, και οδόντων τριγμούς και βλασφημίας και ύβρεις.</p> + +<p>Ησθάνθην τον κύριόν μου αναστάντα από της έδρας του και αναμιχθέντα +κλονουμένω τω βήματι εις την έριδα, πλην μετ' ολίγον χειρ ρωμαλέα έδραξεν +αυτόν από του στήθους, τα συνέχοντα το ιμάτιον αυτού κομβία διεσπάσθησαν, και +εγώ κατέπεσα χαμαί εις το βορβορώδες έδαφος του οινοπωλείον.</p> + +<p> +Τα περαιτέρω είνε συγκεχυμένα και αόριστα εις την μνήμην μου. Καταπατηθείσα +επί πολλήν ώραν υπό των θορυβωδώς εξερχομένων του οινοπωλείου, και +ζυμωθείσα με τον οινόφυρτον του εδάφους πηλόν, ανεσύρθην τέλος υπό του +οινοπώλου Κυρ Μπούτρου, εκαθαρίσθην υπ' αυτού όσον ήτο δυνατόν, και περί +μέσας νύκτας κατέλιπον μετ' αυτού το οινοπωλείον.<br /></p> + +<h4>VII.<br /></h4> + +<p>Λίαν πρωί εξήλθεν ο οινοπώλης Μπούτρος της οικίας του, φέρων με +τυλιγμένην εντός παλαιάς εφημερίδος, και απαντών εις την σύζυγον αυτού, +ερωτώσαν: πού υπάγει,</p> + +<p> — Πάω να ξεκάμω αυτό το διαβολόχαρτο, να μην εύρω τον μπελά +μου.</p> + +<p>Πλησιάσας δε πραγματικώς μετ' ολίγον περίεργόν τι είδος ανθρώπου, μακρόν +έχοντος και πιναρόν τον πώγωνα, ατημέλητον δε την κόμην και φυσιογνωμίαν +μετέχουσαν αλώπεκος συνάμα και γυπός, με επώλησεν εις αυτόν επί υπερτιμήσει +τεσσαράκοντα φράγκων.</p> + +<p> — Ας ωφεληθούν και άλλοι, είπεν ο ολιγαρκής Μπούτρος, +εγκαταλείπων με εις τας απλύτους χείρας του νέου μου κατόχου.</p> + +<p>Εκολακεύθημεν, το ομολογώ, η φιλοτιμία μου εκ της +υπερτιμήσεως, την οποίαν ήξιζα ήδη, αλλ' αι καπνού και λίπους απόζουσαι χείρες +του νέου μου κυρίου επείραξαν τα νεύρα μου φοβερά.</p> + +<p> — Ούτος με απέθηκεν επιμελώς εις τα βάθη μεγάλου θυλακίου του +πανταχόθεν καταρρέοντος επενδύτου του, όπου, προς μικράν μου καν +παρηγορίαν, απήντησα και άλλας εκ των αδελφών μου τεθαμμένας εκεί προ εμού. +Ολίγος δε παρήλθε χρόνος, και η ρυπαρά εκείνη χειρ εισήλθε και πάλιν εις το +θυλάκιον, και νέαι αδελφαί μου απετέθησαν πλησίον μου. Το αυτό επανελήφθη +πολλάκις της ημέρας, και ηπόρουν τη αληθεία, πού ο ρυπαρός εκείνος ρακενδύτης +εύρισκε τόσα χρήματα, ώστε να πληρόνη υπερτιμημένας όλας μου εκείνας τας +αδελφάς.</p> + +<p>Δεν διήρκεσεν όμως μακρόν η απορία μου, διότι μετά τινας ώρας, περί το +εσπέρας, ο κάτοχος ημών εγκατέλιπε την αγοράν, και μεθ' ικανώς μακράν πορείαν, +διά πολλών και σκοτεινών οδών, εισήλθεν εις μεγάλην οικίαν, και εζήτησε τον +οικοδεσπότην.</p> + +<p> — Τρώγει, τω είπεν η υπηρέτρια.</p> + +<p> — Πολύ καλά, παρετήρησεν εκείνος μετά θρασύτητος, ην δεν ηδυνάμην +ότε να εξηγήσω. Ειπέ του πως είνε ο Κυρ Γιάννης· θα τον περιμείνω εις το +γραφείον του.</p> + +<p>Και εισήλθε πραγματικώς εις την παρακειμένην αίθουσαν, όπου, στρωθείς επί +μαλακού ανακλίντρου, άναψε σιγάρον και ήρχισε να μετρή το περιεχόμενον του +θυλακίου του.</p> + +<p>Μετ' ολίγον εισήλθεν ο οικοδεσπότης, εύσαρκος κύριος, ομοιάζων προς +οικόσιτον ινδικήν όρνιθα, στρογγύλην έχων και λάμπουσαν εκ του πάχους την +μορφήν, στρέφων δε τον αδρόν αυτού μύστακα διά της μιας αυτού χειρός, και +βυθίζων την άλλην εις το θυλάκιον της αναξυρίδος του. Το εξωτερικόν αυτού +εμαρτύρει αυτάρκειαν άνευ ορίων, το βήμα του ήτο σταθερόν και μεγαλοπρεπές, +ωσεί βήμα νικητού θρίαμβον άγοντος, το δε ήθος αυτού ανέφαινε διάνοιαν +παχυνθείσαν εν αργία.</p> + +<p> — Καλησπέρα κυρ Γιάννη, είπε χαιρετίζων τον ξένον αυτόν, όστις +ακίνητος και καθήμενος πάντοτε, εξηκολούθει μετρών και γράφων αριθμούς.</p> + +<p> — Καλησπέρα σας, αυθέντα, απήντησεν εκείνος. Σας έκαμα σήμερον +καμμιά εκατοστή κομμάτια με τα σαράντα, και αύριον πάλιν βλέπομεν.</p> + +<p>Είπε και μας απέθηκε πάσας επί του τραπεζίου.</p> + +<p> — Τόσας μόνον; ηρώτησεν αυταρέσκως μειδιών ο οικοδεσπότης.</p> + +<p> — Και αυτάς με πολλή δυσκολία· τα μυαλά του κόσμου, βλέπετε, +άρχισαν ν' ανάφτουν, και το πράγμα πηγαίνει ολονένα τον ανήφορο. Αγορασταί +πολλοί και πωληταί ολίγοι.</p> + +<p> — Ήσαν λοιπόν βασταγμέναι καλά σήμερον;</p> + +<p> — Βασταγμέναι και βασταγμέναι. Δεν ηξεύρω μα την αλήθειαν, +αυθέντα, πού θα πάη αυτή η ιστορία.</p> + +<p> — Τι θέλεις να το ηξεύρης; ηρώτησεν απαθώς ο οικοδεσπότης, και τα +χονδρά του χείλη εμόρφασαν παραδόξως.</p> + +<p> — Λέμε δα, αυθέντη, να ξεύρωμε και 'μείς κάπως πού πατούμε . . . .</p> + +<p> — Αφού δεν πατείς διά λογαριασμό σου, τι σε μέλει; Αύριο κύτταξε να +μου κάμης όσας ημπορέσης . . . </p> + +<p> — Με τα σαράντα; αδύνατον.</p> + +<p> — Μη βιάζεσαι. Πήγαινε και εις τα σαρανταπέντε, . . . και εις τα πενήντα +εν ανάγκη. Αλλά με τρόπον· εννοείς, ελπίζω.</p> + +<p> — Όσο δα γι' αυτό, δεν είμαστε πρωτάραις.</p> + +<p> — Ιδού χρήματα.</p> + +<p>Και ανοίξας ο οικοδεσπότης σιδηρούν κιβώτιον, εξήγαγεν αυτού δέσμας τινάς +χαρτονομισμάτων, ων ηρίθμησε και παρέδωκε το περιεχόμενον εις τον μεσίτην +αυτού, αποχωρήσαντα μετά τινας βεβιασμένας υποκλίσεις.</p> + +<p>Εμέ δε την δυστυχή και τας ομοιοπαθείς αδελφάς μου εδέχθη η χαίνουσα του +σιδηρού κιβωτίου άβυσσος, όπου ουδέ φωτός ακτίς ούτε ήχου παλμός εισέδυε +ποτέ, ειμή παροδικώς μόνον και επ' ολίγας στιγμάς, οσάκις ηνοίγετο η θύρα, ίνα +φυλακισθώσιν εντός αυτού και άλλαι ομοιοπαθείς μου, ή αποφυλακισθώσι και +άλλα χαρτονομίσματα.<br /></p> + +<h4>VIII.<br /></h4> + +<p> — Πολλάς, αγνοώ πόσας, ημέρας διέμεινα εν φυλακή. </p> + +<p>Εσπέραν τινά τέλος πάντων ηνοίχθησαν και πάλιν αι σιδηραί της πύλαι, και η +στιβάς ην απετελούμεν εγώ και αι αδελφαί μου εξήχθη της σκοτεινής αβύσσου και +απετέθη επί του τραπεζίου, όπου ήρχιζε να μας αριθμή ο ευτραφής ημών +κάτοχος.</p> + +<p>Εν τω δωματίω υπήρχον έτι, πλην αυτού, ο μεσίτης εκείνος, ον γνωρίζουσιν +ήδη οι αναγνώσται μου, και κυρία τις, σύζυγος καθ' όλα τα φαινόμενα του +οικοδεσπότου, εύσωμος και ανθηρά δέσποινα, κεκαλυμμένη διά μετάξης και +τριχάπτων.</p> + +<p> — Επτακόσιαι ογδοήκοντα! είπεν αναβλέψας και θεωρών τον Κυρ +Γιάννην ο κύριος ημών.</p> + +<p> — Και θα τας δώσης όλας; ηρώτησεν η κυρία. </p> + +<p> — Εννοείται όλας· απήντησεν εκείνος ηρέμα. Μήπως θέλεις να +περιμείνωμεν το μέρισμα; προσέθηκε παραδόξως μειδιών,</p> + +<p> — Δεν λέγω διά μέρισμα, αλλά . . . τέλος πάντων ημπορεί ν' αναιβούν +ακόμη.</p> + +<p> — Δεν υπάρχει πλέον λόγος να υψωθούν, παρετήρησε μετά τραπεζικής +εμβριθείας ο οικοδεσπότης· η υπογραφή της συμβάσεως έγεινε γνωστή, και η +υπερτίμησις έφθασεν εις τον ανώτατον όρον της. Εις τα εκατόν πενήντα μόνον +τρελλοί ημπορούν να αγοράζουν ή να φυλάττουν μετοχάς του Λαυρίου.</p> + +<p> — Έννοια σας, κυρία, διέκοψε δειλώς ο Κυρ Γιάννης, ξεύρει ο αυθέντης +τι κάμνει.</p> + +<p> — Μάλιστα, μάλιστα, απήντησε μετά τινος πείσματος η κυρία· αλλ' ο +κύριος Πετραδάκης, και αυτός ξεύρει μου φαίνεται, πολύ καλά τα πράγματα· έλεγε +χθες, ότι αι μετοχαί του Λαυρίου θ' αναίβουν εις τα πεντακόσια . . .</p> + +<p> — Αυτό το λέγω κ' εγώ είπεν ο κύριος, καθώς το λέγει και αυτός, διότι +μας συμφέρει να το λέγωμεν, διότι είμεθα πωληταί, και θέλομεν να χάφτη ο +κόσμος τοιούτου είδους παραμύθια και να αγοράζη. Αν αυτός δεν αγοράζη, εις +ποίον θα πωλήσωμεν ημείς;</p> + +<p>Ο Κυρ Γιάννης εμειδία εξ ευχαριστήσεως και ηκτινοβόλει εκ θαυμασμού.</p> + +<p> — Έννοια σου, ψυχή μου, έννοια σου! προσέθηκεν ο μεγαλοφυής +κερδοσκόπος, αποτεινόμενος εις την σύζυγόν του, μετ' ολίγας ημέρας θα ιδής +πόσον φρόνιμα κάμνω σήμερον.</p> + +<p>Και στραφείς προς τον Κυρ Γιάννην, ωσεί διδάσκαλός τις προς μαθητήν·</p> + +<p> — Άκουσε, κυρ Γιάννη, είπεν εις αυτόν μετ' εμβρίθειας και οιονεί +μετρών τους λόγους αυτού ένα ένα. Θα αρχίσης από τα εκατόν πενήντα, και θα +κυττάξης να ξεκάμης εντός της αύριον όσας ημπορέσης. Μη δώσης συγχρόνως +περισσοτέρας των πενήντα. Δεν μας συμφέρει να φανούμεν ότι βγάζομεν +μεγάλαις φουρνιαίς. Ο κόσμος ημπορεί να τρομάξη και να έλθη στάσις. Αν σου ήνε +εύκολον, και έχεις ανθρώπους της εμπιστοσύνης σου, μοιράζεις την εργασίαν, και +από καιρόν εις καιρόν αγοράζεις απ' αυτούς και μερικά κομμάτια, διά να +κρατήσωμεν τας τιμάς. Εννόησες.</p> + +<p>Ο Κυρ Γιάννης είχεν ήδη δείξει διά τον συνεχών αυτού κατανεύσεων προς +πάσαν φράσιν του οικοδεσπότου, ότι είχε κάλλιστα εννοήσει την βαθύτητα και το +βάρος των λόγων αυτού, ώστε ουδέ καν ησθάνθη την ανάγκην να κατανεύση και +πάλιν.</p> + +<p> — Πάρε λοιπόν και πήγαινε! προσέθηκε τέλος ο κύριος, ως στρατάρχης +τις εκπέμπων στρατηγόν εις μάχην.</p> + +<p>Ο δε Κυρ Γιάννης, παραλαβών ημάς και τυλίξας εντός κοκκίνου ρινομάκτρου, +κατέβη ανά δύο τας βαθμίδας της κλίμακος και εξήλθεν εις την οδόν, ψιθυρίζων +μετά τινος στεναγμού.</p> + +<p> — Όπου είνε τα πολλά πάνε και τα λίγα.<br /></p> + +<h4>IX.<br /></h4> + +<p>Μετά τινας στιγμάς, υπό μάλης πάντοτε του Κυρ Γιάννη φερόμεναι, ευρέθημεν +εν τω μέσω τριόδου, ην επλήρου πυκνός και πολυτάραχος ανθρώπων όμιλος.</p> + +<p>Το θέαμα της θορυβώδους εκείνης σκηνής, ης υπήρξα ευτυχώς μάρτυς, διότι +το άνω ήμισυ του σώματός μου εξείχε κατά τύχην του μανδηλίου, ουδέποτε μέχρις +εσχάτης μου στιγμής θέλω λησμονήσει.</p> + +<p>Ας φαντασθώσιν οι αναγνώσται μου ανθρώπους πάσης κοινωνικής τάξεως, +παντός φύλου και πάσης σχεδόν ηλικίας διότι και γυναίκες έτι και παίδες +δωδεκαέτεις ανεμιγνύοντο εις τα ενεργά πρόσωπα της παραδόξου εκείνης +πανηγύρεως· συνωθούμενους εν τη οδώ, φωνάζοντας, χειρονομούντας, +μεταλλάσσοντας θέσιν μετά πυρετώδους ανυπομονησίας, και ομοιάζοντας, απλώς +ειπείν, προς χορόν δαιμόνων ορχουμένων περί το πυρ της κολάσεως· ας +φαντασθώσι πάντα σχεδόν τα παρόδια καταστήματα ανοικτά έτι εν +προκεχωρημένη νυκτί, κατάφωτα και πλήρη ανθρώπων χρηματιζομένων και +κυβευόντων· ας φαντασθώσι τα καφενεία μεταβεβλημένα εις χρηματιστήρια, τα +καπνοπωλεία εις μεσιτικά γραφεία, τα χαρτοπωλεία εις εντευκτήρια πωλητών και +αγοραστών· ας φαντασθώσι τέλος όλας εκείνας τας μορφάς εμψυχουμένας υπό +της δίψης του χρήματος, παραμορφωμένας υπό του κερδοσκοπικού πυρετού, και +φωτιζομένας οτέ μεν αμυδρώς υπό των φανών της οδού, οτέ δε φαεινότερον υπό +των λαμπτήρων των ένθεν και ένθεν της οδού καταστημάτων, και θέλουσιν ίσως +κατορθώσει να σχηματίσωσιν ασθενή τινα πάντως αλλά προσεγγίζουσαν εις το +αληθές εικόνα της διαβολικής τύρβης, ήτις επλήρου την διασταύρωσιν των οδών +Αιόλου και Ερμού κατά την εσπέραν εκείνην, ότε επέκλωσε και εις εμέ η μοίρα να +γίνω μάρτυς του πρωτοφανούς δι' εμέ θεάματος.</p> + +<p>Ράκη τινά διαλόγων και ομιλιών προσέβαλλον, καθαρώτερον εκ του ταράχου +εκείνου τας ακοάς μου, και τα πλείστα εξ αυτών με επλήρουν υπερηφανείας, διότι +ουδέν άλλο ήσαν ή πανηγυρισμοί της αξίας μου.</p> + +<p> — Και συ εδώ; ηρώτα ιατρός τις ιστάμενος επί του λιθοστρώτου άλλον +συνάδελφον αυτού προσερχόμενον την στιγμήν εκείνην.</p> + +<p> — Τι να κάμης, αδελφέ; ήλθε ο καιρός να ειπούμε γεια της φτώχιας, +καθώς φαίνεται.</p> + +<p> — Κύτταξε μόνον, να μην ειπούμε 'γεια εις το ολίγο ασημικό, που μας +βρίσκεται.</p> + +<p> — Α, μπα! και δεν πουλώ, αν θέλω, τώρα με τα εκατόν πενήντα, να μου +μείνη καθαρόν κέρδος δέκα χιλιάδες φράγκα;</p> + +<p> — Το κακό είνε ότι δεν πουλείς, καθώς δεν πουλώ κ' εγώ.</p> + +<p> — Θα ήτον τρέλλα. Αύριον θα έχουν τριακόσια. Και πλησιάσας εις το +ους του συναδέλφου του. </p> + +<p> — Η σύμβασις δημοσιεύεται αύριον, τω είπε.</p> + +<p> — Αυτό είνε παλαιόν, αγαπητέ . . . και πολύ φοβούμαι ότι ό,τι είχε να +κάμη η σύμβασις το έκαμε. Αλήθεια, τι κάμνει ο άρρωστός σου;</p> + +<p> — Ας κάμη ό,τι τον φωτίση ο ύψιστος.</p> + +<p>Περαιτέρω άλλος διάλογος.</p> + +<p> — Μην αγοράζης πλέον, Δημήτρη! έλεγεν οινοπώλης τις εις εύσωμον +οψοπώλην, ούτινος η μορφή ήτο πορφυρά ως βρασμένος αστακός.</p> + +<p> — Άφησέ με, που δεν θ' αγοράσω! Η τύχη, ματάκια μου, δεν έρχεται +δυο φοραίς, και όταν έλθη πρέπει να την ιδής εσύ, γιατί εκείνη δεν βλέπει.</p> + +<p> — Και συ τόρα νομίζεις ότι βλέπεις;</p> + +<p> — Καλά! μεθαύριο τα μιλούμε.</p> + +<p>Εγγύς αυτών αμύσταξ νεανίσκος, παις σχεδόν έτι, εξωμολογείτο εις άλλον +ομήλικά του, ότι κατορθώσας να υπεξαιρέση πολύτιμα τινα της μητρός αυτού +κοσμήματα, τα έκαμεν, ως έλεγε, «ψιλούς παράδες» και ηγόρασε δύο +μετοχάς.</p> + +<p> — Άκουσε το διαβολόπουλο! παρετήρησε δικηγόρος τις, ακούσας την +εξομολόγησιν του παιδός. Πώς θα καταντήσωμεν, αδελφέ, με αυτήν την +μανίαν;</p> + +<p> — Θα καταντήσωμεν, απήντησε μειδιών ο ερωτώμενος συναδελφός +του, να μη πηγαίνωμεν πλέον εις τα δικαστήρια και να δικαζώμεθα ερήμην.</p> + +<p> — Το λέγεις τάχα δι' εμέ;</p> + +<p> — Και διά σε και δι' εμέ.</p> + +<p>Ολίγον παρέκει μεσίται δυο συνωμίλουν ταπεινή τη φωνή, προσπαθούντες — +κωμικώτατον φαινόμενον — να απατήσωσιν αλλήλους. Αμφότεροι ήθελον να +πωλήσωσι, και αμφότεροι προσεποιούντο ότι ήσαν αγορασταί. Τέλος επείσθησαν +ότι μάτην εκοπίων, και απεχωρίσθησαν ψιθυρίζοντες, ο μεν: — Δεν γεληέται, ο +διάβολος!, ο δε — Και ούτος με το ίδιον αέρα αρμενίζει.</p> + +<p>Πλην υπεράνω πάντων αυτών των κατ' ιδίαν διαλόγων και των εν εμπιστοσύνη +εξομολογήσεων, υπεράνω του υποκώφου ψιθυρισμού των προσπαθούντων να +απατήσωσιν αλλήλους, των παροτρυνομένων αμοιβαίως εις αγοράς και πωλήσεις, +και των φιλοσοφούντων επί του προ αυτών νοσολογικού κοινωνικού φαινομένου, +αντήχει φοβερός και συμμιγής ο τάραχος των μεγαλοφωνούντων εξ υπογυίου +μεσιτών, ων άλλοι άλλα τέως ασκούντες επαγγέλματα, κατέλιπον έν πρωί ο μεν το +ξυράφιον αυτού και την λεκάνην, ο δε την οψοπωλικήν αυτού ποδιάν, ο δε το +υπαλληλικόν του γραφείον, ο δε και αυτούς τους μαθητικούς σκύμνους, και +ετράπησαν προς το διασκεδαστικόν και κερδοφόρον επιτήδευμα «του ποδαριού» +— ως το απεκάλουν, — την χρηματιστικήν μεσιτείαν. Πάντες ούτοι, πλήρεις +έχοντες τας χείρας αυτών χαρτονομισμάτων και μετοχών, ων η πλήρης ρύπου και +μωλώπων μορφή αληθή και αδελφικόν μοι ενέπνεεν οίκτον, περιεφέροντο +συνωθούμενοι και οιονεί δαιμονίωντες μεταξύ του πλήθους, και εξελαρυγγίζοντο +κραυγάζοντες και εκφωνούντες το εμπόρευμά των.</p> + +<p> — Αγοράζω δέκα κομματάκια με σαρανταεννηά! . . .</p> + +<p> — Και μισό, αγαπητέ, και μισό.</p> + +<p> — Πουλώ είκοσι, με πενήντα.</p> + +<p> — Πουλώ εις τα πενήντα εκατό, διακόσια, όσα θέλετε . . .</p> + +<p> — Δικά μου το λοιπόν, αφού πουλείς όσα θέλω!</p> + +<p> — Τώχαψε ο φίλος σαν λουκούμι! τι κουτός που είσαι καϋμένε!</p> + +<p> — Εγώ είμαι κουτός, ή εσύ είσαι μασκαράς;</p> + +<p> — Α, α! όχι χονδρά λόγια, γιατί ξέρεις πως έχω το χέρι κομμάτι +μακρύ.</p> + +<p> — Αν ήνε μακρύ, το κονταίνομε, πουλάκι μου! </p> + +<p> — Ελάτε! ησυχία, . . . ντροπή!</p> + +<p> — Έχω δέκα κομματάκια, μιας χήρας, και τα ξεκάμνω εις τα πενήντα +ένα.</p> + +<p> — Εγώ έχω πέντε ενός ορφανού, και τα ξεκάμνω 'ς τα πενήντα.</p> + +<p> — Όλο εμπρός μου θα βγαίνης, ευλογημένε;</p> + +<p> — Δεν είνε δικά μου, να σε χαρώ!</p> + +<p> — Πάρτε, κύριοι, πάρτε, . . . πριν πάνε 'ς τα διακόσια. </p> + +<p> — Θα γυρεύετε και δεν θα βρίσκετε! . . .</p> + +<p>Και αι φωναί εξηκολούθουν, και ο πάταγος ηύξανε, και ο θόρυβος +εκορυφούτο.</p> + +<p>Τι εγίνετο εν τούτοις ο Κυρ Γιάννης; θα ερωτήση ο ενδιαφερόμενος περί της +τύχης μου αναγνώστης.</p> + +<p>Τι εγινόμην εγώ, η εν τω μανδηλίω του Κυρ Γιάννη δεδεμένη;</p> + +<p>Ο Κυρ Γιάννης, ως άνθρωπος φρόνιμος και περιεσκεμμένος, περιήλθεν ικανήν +ώραν το εν τη οδώ πλήθος, οσφραινόμενος πανταχού ως ρινηλάτης κύων, λαλών +σιγά προς τον ένα, νεύων προς τον άλλον και σφίγγων τρίτου την χείρα, εισήλθε +μετά ταύτα εις το γωνιαίον καφενείον, όπου η αυτή περίπου σκηνή της οδού +επανελαμβάνετο κατά μικροτέρας διαστάσεις, ανήλθε κατόπιν εις το υπεράνω του +καφενείου κατάστημα, εβολιδοσκόπησε τας διαθέσεις του πανταχόθεν +πλημμυρούντος κερδοσκοπικού κοινού, και μη ευχαριστηθείς, φαίνεται, κατέβη +πάλιν εις την οδόν, όπου ήρχισε νέας διπλωματικάς ενεργείας. Μετ' ολίγας στιγμάς +ησθάνθην αυτόν πλησιάσαντα εις δειλόν τινα και ωχρόν κύριον, ούτινος η +μαραμμένη μορφή ενέφαινε κάματον, ανησυχίαν, και πεζότερόν τι ίσως έτι +συναίσθημα, το της πείνης.</p> + +<p>Τις οίδε πόσην ώραν είχεν ο ταλαίπωρος να φάγη.</p> + +<p> — Λοιπόν, κυρ Θοδωράκη, δεν θα κάμωμεν τίποτε; ηρώτησεν επαγωγώς +μειδιών ο κυρ Γιάννης. Δεν θα μου δώσης ένα δεκάρι εις τα σαρανταεννηά;</p> + +<p> — Στα πενήντα αγοράζω εγώ, απήντησε μετά πυρετώδους εξάψεως ο +Θοδωράκης.</p> + +<p> — Πόσα; έσπευσε να ερωτήση ψυχρώς ο μεσίτης μου.</p> + +<p> — Τριάντα . . . αν έχης, απήντησεν ο αγοραστής. </p> + +<p> — Δικά σας! προσέθηκεν ο κυρ Γιάννης, και έτεινε την χείρα του προς +τον ωχρόν και πυρέσσοντα Θοδωράκην.</p> + +<p> — Τα χρήματα όμως, υπέλαβεν εκείνος, τείνων επίσης την χαρά του εις +τον μεσίτην, αύριον το πρωί, διότι σήμερον εκτινάχθηκα.</p> + +<p> — Όπως αγαπάτε, παριτήρησε γλυκερώς ο κυρ Γιάννης· μου δίδετε +μόνον ένα χαρτάκι . . .</p> + +<p>Και εισελθόντες εις παρακείμενον καπνοπωλείον, ούτινος η τράπεζα είχε +προχείρως μεταβληθή εις κολλυβιστικόν λογιστήριον, συνετέλεσαν προς μεγίστην +μου ευχαρίστησιν την συναλλαγήν αυτών. Λέγω δε, προς μεγίστην μου +ευχαρίστησιν, διότι εκτός της χορηγηθείσης μοι πάλιν προς ώραν ελευθερίας διά +της λύσεως του δέματος, όπερ έφερεν υπό μάλης ο κυρ Γιάννης, είδα μεθ' +υπερηφανείας, ότι μία των εις υπερτίμησιν εκατόν πεντήκοντα φράγκων +πωληθεισών μετοχών ήμην και εγώ.</p> + +<p> — Αληθώς, διελογιζόμην κατ' εμαυτήν, φερομένη μετ' ολίγας στιγμάς εν +τω θυλακίω του κυρ Θοδωράκη, αληθώς ο εκδότης μου ήτο μέγας ανήρ και είχε +μεγαλοφυίαν ουχί των κοινών, κατορθώσας εντός ολίγων ημερών να αξίζουσι τα +πεντήκοντα φράγκα διακόσια. Διότι, τέλος πάντων, εγώ είχα πληρωθή πρό τινων +ημερών πεντήκοντα φράγκα, και όμως ηγοράσθην πρό τινων στιγμών αντί +διακοσίων. Τούτο ήτο αλήθεια, ήτο γεγονός, ούτινος υπήρξα αυτήκοος και +αυτόπτης. Και όμως εγώ ουδόλως είχα μεταβληθή· ήμην πάντοτε η αυτή, κατ' +ουδέν αυξηθείσα, κατ' ουδέν βελτιωθείσα. Έφερον μόνον επ' εμού ολίγας κηλίδας +ρητινίτου και στίγματά τινα εκ του βορβορώδους εδάφους του καπηλείου, όπου +κατά κακήν μου μοίραν είχα κυλισθή την αξιομνημόνευτον εκείνην εσπέραν την +οποίαν διηγήθην ήδη, αλλά δεν ηδυνάμην να εννοήσω, αν αι πρόσθετοί μου +αύται ιδιότητες ήσαν ικαναί να δικαιολογήσωσι την υπερτίμησίν μου. Τι άρα γε +συνέβη εν τω μεταξύ, και υψώθη τόσον η αξία μου; Ποίοι λόγοι παρεκίνουν τους +ανθρώπους να πλειοδοτώσι προς απόκτησίν μου; Μάτην προσεπάθουν να το +εννοήσω, και εσκεπτόμην έτι περί τούτου, ότε ο νέος μου κύριος εισήλθεν εις την +οικίαν του, και πριν ή έτι αποβάλη τον πίλον αυτού, εξήγαγε του θυλακίου του την +στιβάδα ημών όλην, ην από πρωίας, φαίνεται, είχε συναγάγει εντός αυτού, και την +απέθηκε θριαμβικώς επί της τραπέζης.<br /></p> + +<h4>Χ.<br /></h4> + +<p> — Ταις εκατάφερα τέλος πάντων εκατόν! εφώνησε προς μικράν τινα και +κομψήν γυναίκα, καθημένην εγγύς τραπεζίου, και ράπτουσαν υπό το αμυδρόν +φως μικράς ορειχαλκίνης λυχνίας, παρά το λίκνον κοιμωμένου βρέφους.</p> + +<p>Αλλ' η σύζυγός του — διότι σύζυγος αυτού ήτο η ωχρά εκείνη και κατηφής +γυνή, — ουδέν απήντησεν. Ανέβλεψε μόνον περιλύπως επί τινας στιγμάς προς τον +λαλήσαντα, και καταβιβάσασα πάλιν τα βλέμματά της επί την νυκτερινήν αυτής +εργασίαν, εξηκολούθησε ράπτουσα δι' ασταθούς και τρεμούσης χειρός.</p> + +<p> — Ακόμη ράπτεις, Σοφία; προσέθηκεν ο Θοδωράκης διά ταπεινοτέρας +φωνής, και αποβαλών τον πίλον αυτού προσήγγισεν εις την σύζυγόν του.</p> + +<p> — Πρέπει να τελειώσω απόψε, απήντησεν η νεαρά γυνή.</p> + +<p> — Τώρα που θα γείνωμεν πλούσιοι, δεν έχεις πλέον ανάγκην να +ράπτεις, επανέλαβεν ο σύζυγος μειδιών. Αλλά το βεβιασμένον αυτού μειδίαμα +εφαίνετο θέλον αυτόν μάλλον να φαιδρύνη ή την σύζυγόν του.</p> + +<p> — Πλούσιοι! εψιθύρισε μόλις ακουομένη η Σοφία, και παραιτούσα +αίφνης την εργασίαν της.</p> + +<p> — Έχομεν αύριον να ψωνίσωμεν; ηρώτησε διά ζωηροτέρας φωνής, και +ανέβλεψεν εις τον σύζυγόν της, ενώ αδρόν δάκρυ εκυλίεττο επί της ωχράς αυτής +παρειάς.</p> + +<p> — Άρχισες πάλιν τα δάκρυα και τα παράπονα υπέλαβε μετά τραχυτέρας +φωνής ο Θοδωράκης, αποφεύγων την εις την ερώτησιν της συζύγου του +απάντησιν.</p> + +<p> — Εννοείς πολύ καλά, ότι τα δάκρυα αυτά δεν είνε δι' εμέ, αλλά διά σε +περισσότερον και διά το ταλαίπωρον αυτό πλάσμα, το οποίον κοιμάται εκεί μέσα, +και του οποίου δεν ηξεύρω ποία θα ήνε η τύχη, αν εξακολουθής αυτόν τον +δρόμον.</p> + +<p> — Αι! να σου ειπώ: διέκοψεν αυτήν ο κερδοσκόπος, και η φωνή του +κατέστη έτι τραχυτέρα· κλαίε, αν θέλεις, και σου προξενεί ευχαρίστησιν, αλλ' +άφησε τας συμβουλάς και τας νουθεσίας, διότι μου πειράζουν τα νεύρα.</p> + +<p> — Σου πειράζουν τα νεύρα! ανέκραξεν η νεαρά γυνή, και η μορφή +αυτής επορφυρώθη, και η φωνή της έτρεμεν εξ αγανακτήσεως. Σου πειράζουν τα +νεύρα! και δεν σου πειράζει τα νεύρα λοιπόν η δυστυχία, την οποίαν πολύ +γρήγορα θα φέρης εις το σπίτι σου, η πτωχεία και η πείνα, την οποίαν μας +ετοιμάζεις, η ατιμία . . . Θεέ μου! . . .</p> + +<p>Και η ταλαίπωρος μήτηρ μη κατορθώσασα να συμπληρώση την φράσιν της, +εκάλυψε το πρόσωπον αυτής διά των χειρών και ερράγη εις λυγμούς.</p> + +<p> — Η ατιμία! ωλόλυξεν ο Θοδωράκης δεν ηξεύρεις τι λέγεις, . . . και κάμε +μου την χάριν σε παρακαλώ . . .</p> + +<p>Είπε, και εβάδισεν απειλητικώς προς την Σοφίαν. </p> + +<p>Αλλ' η νεαρά γυνή, ωσεί μεταμορφωθείσα αίφνης, ωσεί στομωθείσα την +ψυχήν διά των πικρών δακρύων άτινα έχυσαν τα όμματά της, ανέστη ορθία, και +προσβλέπουσα τον σύζυγον αυτής ασκαρδαμυκτί,</p> + +<p> — Ναι! εφώνησεν, η ατιμία! Επώλησες ό,τι είχαμεν, και αυτά τα ολίγα +μου κοσμήματα, και αυτόν τον μικρόν σταυρόν της κόρης μας, διά να αγοράσης +μετοχάς, διά να παίξης εις το χαρτοπαίγνιον, διότι τι άλλο τέλος πάντων είνε αυτό +το εμπόριον παρά χαρτοπαίγνιον! Και όμως δεν ησύχασες! ηγόρασες και άλλας +σήμερον· με τι τας επλήρωσες; με τι θα τας πληρώσης, αφού δεν έχομεν πλέον +ούτε μίαν δραχμήν διά να αγοράσωμεν ψωμί, αφού θ' αναγκασθώ να πωλήσω το +μικρό αυτό υποκαμισάκι, που έρραπτα διά την κόρην μου, διά να ζήσωμεν +αύριον;</p> + +<p>Ο Θεοδωράκης δεν ήτο πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Ίστατο προ της συζύγου του +ενεός και άφωνος, ως μη αναγνωρίζων αυτήν, ως παράφρων προς στιγμήν +γενόμενος.</p> + +<p> — Λέγε μου λοιπόν! επανέλαβεν η Σοφία, με τι τας επλήρωσες;</p> + +<p> — Θα τας πληρώσω αύριον, . . απήντησε μηχανικώς ούτως ειπείν ο +κερδοσκόπος.</p> + +<p> — Με τι; με τι; επέμενε κραυγάζουσα η νεαρά γυνή.</p> + +<p> — Πλην, Σοφία μου, υπέλαβεν ο σύζυγος, ηπιώτερος εκ της +αλλοφροσύνης αυτού ανακύψας, αύριον θα ήνε υπερτιμημέναι, θα τας πωλήσω +εις τα διακόσια, και θα ωφεληθώμεν πέντε χιλιάδας φράγκα . . .</p> + +<p> — Και αν αύριον δεν ήνε υπερτιμημέναι;</p> + +<p> — Θα ήνε μεθαύριον, αντιμεθαύριον, θα ήνε τέλος πάντων εντός ενός +μηνός. Το πράγμα είνε άφευκτον. Παραγγελίαι έρχονται καθ' ημέραν από το +εξωτερικόν, από την Κωνσταντινούπολιν . . . και μέχρι της λήξεως τον +συναλλάγματος . . .</p> + +<p>Και ο κερδοσκόπος, ωσεί άκων εξολισθήσας εις την τελευταίαν του +εξομολόγησιν, ανεστάλη αποτόμως, ψιθυρίζων καθ' εαυτόν — Διάβολε! πώς μου +εξέφυγε!</p> + +<p> — Συναλλάγματος! εξεφώνησεν η νεαρά γυνή· υπέγραψες συνάλλαγμα, +διά να αγοράσης παληόχαρτα; Έδωκες την υπογραφήν σου, την τιμήν σου, διά να +πλουτίσης με τον νουν, διά να έμβης μεθαύριον εις την φυλακήν, και να με +αφήσης εις τους πέντε δρόμους; </p> + +<p>Η Σοφία δεν ηδυνήθη να περάνη τους λόγους της. Οι αλλεπάλληλοι κλονισμοί +κατέβαλον αυτήν, και έπεσε λιπόθυμος επί τινος έδρας.</p> + +<p>Αλλ' η πεπωρωμένη, φαίνεται, του συζύγου του της καρδία ουδόλως εκ του +θεάματος εκείνου εταράχθη, ενώ εγώ, η απλή μάρτυς του μικρού εκείνου +οικογενειακού δράματος, έτρεμον όλη εκ της συγκινήσεως.</p> + +<p>Πλησιάσας ο Θοδωράκης εις το τραπέζιον, εφ' ου εκείμην μετά των άλλων μου +αδελφών, ήνοιξε τον σύρτην αυτού και μας εκλείδωσεν εντός των σκοτεινών του +μυχών.</p> + +<p> — Εκείθεν ήκουσα αυτόν μετ' ολίγον απερχόμενον με γοργόν το βήμα, +και κλείοντα βιαίως όπισθεν αυτού την θύραν του δωματίου.<br /></p> + +<h4>XI.<br /></h4> + +<p>Πολλάς, υποθέτω, ημέρας έμεινα εκεί φυλακισμένη.</p> + +<p>Ότε ηνοίχθη ο σύρτης, και η χειρ του κυρίου ημών μας εξέβαλε πάλιν εις φως, +ταραχώδης και δυσάρεστος σκηνή συνέβαινεν εντός του δωματίου.</p> + +<p>Είδον ξένας και παραδόξους μορφάς αναιδή περιφερούσας πέριξ τα βλέμματα, +ήκουσα συγκεχυμένας τινας φράσεις, εν αις αι λέξεις: διαμαρτύρησις, κατάσχεσις, +φυλακή! πολλάκις επανελαμβάνοντο, και ησθάνθην εμαυτήν τέλος +μεταβαίνουσαν εις άλλας χείρας.</p> + + +<p> — Ιδού! είπεν ο Θοδωράκης πρός τινα των παρισταμένων ξένων. Είνε +εκατόν κομμάτια· με τα εικοσιτέσσαρα κάμνουν επτά χιλιάδες τετρακόσια φράγκα +περισσότερον αφ' ό,τι οφείλω.</p> + +<p> — Και τα έξοδα; τα έξοδα! προσέθηκε ρικνή τις και κιτρίνη μορφή, +κτήμα δικαστικού κλητήρος, ως εσυμπέρανα.</p> + +<p> — Κρατήσατε και τα έξοδα, όσα είνε, είπεν ο Θοδωράκης, και +επιστρέψατέ μου το υπόλοιπον.</p> + +<p> — Βλέπεις πώς έγεινες πλούσιος; υπέλαβε διά σβεννυμένης φωνής η +επί του ανακλίντρου ασθενής κατακειμένη σύζυγος του πτωχεύσαντος +κερδοσκόπου.</p> + +<p> — Να πάρη ο διάβολος την αντιπολίτευσιν, η οποία έκαμε την +σύμβασιν όπως την έκαμε! απήντησεν εκείνος, βλοσυρώς βλέπων χαμαί.</p> + +<p> — Όσον δι' αυτό, κυρία, είνε σωστόν! υπέλαβεν ο νέος μου κάτοχος, +τυλίσσων ημάς πάσας εις ικανώς ογκώδες σπείραμα, και περιδένων αυτό διά +ρυπαρού λωρίου. — Αλλέως τα επεριμέναμεν και αλλέως μας εβγήκαν. +Προσκυνώ!</p> + +<p>Και εξήλθε του θαλάμου μεθ' ημών.<br /></p> + +<h4>ΧΙΙ.<br /></h4> + +<p>Το λυπηρόν θέαμα της τελευταίας σκηνής, ης παρέστην μάρτυς, η συνείδησις +ότι υπήρξα και εγώ εν μέρει αφορμή δακρύων και δυστυχίας εργάτις, και υπέρ +πάντα ίσως το προσβάλλον την φιλοτιμίαν μου συναίσθημα της φοβεράς μου +υποτιμήσεως, ταύτα πάντα συνεκίνησαν την καρδίαν μου και εζάλισαν την +κεφαλήν μου, ώστε δις ίσως και τρις εντός της ημέρας μετήλλαξα κύριον χωρίς να +το εννοήσω.</p> + +<p>Μόλις μεθ' ημέρας, συνελθούσα κάπως εις εμαυτήν, εννόησα εκ της νέας, +ικανώς κωμικής, σκηνής, εις ην παρευρέθην, ότι διετέλουν εις χείρας μικρού τινος +εκ των νεοφωτίστων εκείνων μεσιτών, ους είχον εμπαίξει εν ώρα +ευδαιμονίας.</p> + +<p>Ο κάτοχός μου επιτέλει μέρος παραδόξου τινός χορού, συνωθουμένου περί το +σφαιριστήριον μεγάλου και ικανώς πλήθοντος καφενείου. Οι τον κυβευτικόν δ' +εκείνον όμιλον συγκροτούντες, κατηφείς συγχρόνως και αγρίας έχοντες τας όψεις, +αντήλλασσον μεγαλοφώνως φράσεις πρωτακούστους εις εμέ και ακαταλήπτους, +και ηγωνίζοντο τις πρώτος να πωλήση, ως ημιλλώντο άλλοτε τις ν' αγοράση +περισσότερον του άλλου.</p> + +<p>Πού ο πάταγος εκείνος, ο προ δύο μηνών, ο πυρετώδης και πλήρης ζωής! πού +αι συμμιγείς εκείναι κραυγαί των απλήστων αγοραστών, ας ήκουον εν ευφροσύνη +τα ώτα μου! πού το εύθυμον εκείνο και πλήρες ελπίδων πλήθος, το θυσιάζον υπέρ +ημών και τον έσχατον αυτού οβολόν!</p> + +<p>Πομφόλυγες ήσαν φαίνεται αι ελπίδες των και διερράγησαν, καπνός ην το +πλήθος και διελύθη.</p> + +<p>Τοιαύτα τινα εφιλοσόφουν κατ' εμαυτήν, ακούουσα περί εμέ τας αλλοκότους +ταύτας φράσεις:</p> + +<p> — Αγοράζω με δεκαπέντε, το ένα εμπρός, παραδοτέα την πρώτην.</p> + +<p> — Πουλώ τέσσαρα κομματάκια με δεκαέξ, το ήμισυ εμπρός. </p> + +<p> — Πουλώ δέκα εις τα δεκαπέντε και μισό, μετά το χρηματιστήριον.</p> + +<p> — Αγοράζω με δεκαπέντε και μισό, το ήμισυ εμπρός δι' αύριον.</p> + +<p> — Αγοράζω με δεκατέσσαρα πενήντα κομμάτια υποχρεωτικά.</p> + +<p> — Πουλώ εις την διάθεσίν μου είκοσι κομμάτια, με δεκαέξ το έν εμπρός +διά μεθαύριον το πρωί.</p> + +<p> — Πουλώ με δεκαέξ, το ήμισυ εμπρός, εις την διάθεσιν του +αγοραστού!</p> + +<p>Εκ των φράσεων τούτων, και άλλων πολλών ομοίων, αίτινες ανεμιγνύοντο +αδιακόπως εις τας εκφωνήσεις των υπηρετών του καφενείου, διατασσόντων «ένα +λουκούμι»! ή «ένα βαρύν και γλυκύν»! ουδέν άλλο εννόησα, ή τούτο μόνον, ότι +πολλοί ήσαν πωληταί, ολίγοι δε αγορασταί.</p> + +<p>Μετ' ολίγον ήκουσα και τον κάτοχόν μου, εις ου το θυλάκιον μονήρης και +τεθλιμμένη εθρήνουν σιγά το παρελθόν μου μεγαλείον, αναφωνήσαντα·</p> + +<p> — Μία μόνη μου έμεινε! την ξεκάμνω εις τα δεκατέσσαρα και μισό!</p> + +<p>Α! πόσον βαθέως επίκρανε την ψυχήν μου η λέξις εκείνη:<span class="sp"> ξεκάμνω!</span></p> + +<p>Τοσούτον λοιπόν άχρηστον και οχληρόν σκεύος είχα καταντήσει, ώστε ευτυχία +ελογίζετο η απαλλαγή μου;</p> + +<p>Ουδέποτε ευαίσθητος αλλ' άσχημος δεσποινίς, παρηγκωνισμένη εις γωνίαν +τινά της αιθούσης χορού, ησθάνθη μεγαλειτέραν ταπείνωσιν και λύπην, όσην εγώ +την στιγμήν εκείνην εν τω θυλακίω του χονδροειδούς και ρυπαρού μου κατόχου, +ούτε θερμοτέραν ευγνωμοσύνην προς τον καλούντα αίφνης αυτήν χορευτήν, όσην +εγώ προς τον πλησιάσαντα εις τον πωλητήν μου κοντόν και παχύν βρακοφόρον, +και ειπόντα μετ' ευμενούς και απλοϊκού μειδιάματος.</p> + +<p> — Φέρ' την εδώ παιδί μου! εγώ την αγοράζω 'ς την τύχην της κόρης +μου.<br /></p> + +<h4>XIII.<br /></h4> + +<p>Και ούτω μετήλλαξα πάλιν κύριον.</p> + +<p>Ο νέος μου κάτοχος ούτε την επιβάλλουσαν και σοβαράν είχεν αναβολήν του +πρώτου μου αγοραστού, ούτε μύρα απέπνεεν ως η πρώτη μου κυρία, ούτε +φλογερά απέθηκεν επί της παρειάς μου φιλήματα, ως η χαρίεσσα θαλαμηπόλος, +ούτε εις θυσίας υπεβλήθη χρηματικάς προς απόκτησίν μου, ως πολλοί των μετά +ταύτα κυρίων μου. Και όμως ηγάπησα αυτόν, ως αγαπά τις τον εν τη δυστυχία +φίλον, ως αγαπά τον φιλανθρώπως παρέχοντα άσυλον εις εγκαταλελειμμένον και +έρημον. Ούτω δε μετά παλμών αληθινής αγάπης και ακραιφνούς ευγνωμοσύνης +συνώδευσα αυτόν εις την μικράν του οικίαν, όπου, μόλις εισελθών, συνήντησε την +σύζυγόν τον, φαιδράν και ροδοκοκκίνους έχουσαν τας παρειάς γυναίκα, +πλύνουσαν αφελώς εντός μικράς σκάφης χονδρά τινα ασπρόρρουχα.</p> + +<p> — Νά! γυναίκα, είπεν· αυτό να το φυλάξης 'ς την τύχην της κόρης +μας!</p> + +<p> — Τι είνε αυτό, ηρώτησεν εκείνη, και καταλιπούσα την πλύσιν της +ανήγειρε την κεφαλήν, και έτεινε την υγράν της χείρα προς εμέ.</p> + +<p> — Αυτό, γυναικούλα μου, υπέλαβεν ο αγαθός ανήρ, είνε μετοχή του +Λαυρίου. Έχει εβδομήντα δύο δραχμαίς και εικοσιπέντε λεπτά, και με τον καιρό θα +γεννήση πολύ περισότεραις. Φύλαξέ την.</p> + +<p> — Χριστέ και Παναγία! εφώνησεν η απλή γυνή. 'Σ τα σωστά σου είσαι, +άνδρα;</p> + +<p> — Άκουσε, που σου λέω! φύλαξέ την και θα ιδής. Αν έχη τύχη η κόρη +μας, θα της κάμωμε μ' αυτό το χαρτί την προίκα της!</p> + +<p> — Αφού είνε έτσι! υπέλαβεν υποτασσομένη η σύζυγος· συ κάτι θα +ξέρεις· φέρε να την φυλάξω.</p> + +<p>Και σπογγίσασα τας χείρας αυτής, με έλαβεν άκροις δακτύλοις, εισήλθεν εις το +χαμόγειον δωμάτιον της οικίας, και εξαγαγούσα εκ των μυχών κολοσσιαίου +κιβωτίου μικρόν κομβόδεμα, εν ώ υπήρχον συνεπτυγμένα και άλλα παντοειδή +κιτρινόχροα και απηρχαιωμένα χαρτία, με έδεσε μετ' αυτών.<br /></p> + +<h4>XIV.<br /></h4> + +<p>Εδώ, φίλε αναγνώστα, έληξεν — επί του παρόντος — ο πολυτάραχός μου +βίος.</p> + +<p>Εδώ κείμαι εν ησυχία, ως εν τάφω, στενοχωρουμένη εκ της μοναξίας και +χασμωμένη εκ της πλήξεως.</p> + +<p>Εδώ αναμιμνήσκομαι της παρελθούσης μου λαμπρότητος, και εύχομαι εν +χριστιανική εγκαρτερήσει: «μη χειρότερα».</p> + +<p>Εδώ τέλος μ' επήλθεν η ιδέα να γράψω τα απομνημονεύματά μου, ίνα +διασκεδάσω την πλήξιν μου.</p> + +<p>Εύχομαι, όπως διεσκέδασα εγώ γράφουσα, να διασκεδάσης και συ +αναγινώσκων.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Η ΕΣΠΕΡΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΟΥΣΑΜΑΚΗ <br /><br +/></h3> + +<h4> +Α'.<br /></h4> + +<p>Ο Κύριος Παρδαλός και η κυρία Παρδαλού είνε προσκεκλημένοι το εσπέρας εις +συναναστροφήν.</p> + +<p>Ο Κύριος Σουσαμάκης, υπάλληλος του γραφείου όπερ διευθύνει ο κύριος +Παρδαλός, ενυμφεύθη πρό τινων μηνών, τη αγαθή συμπράξει του προϊσταμένου +του, πλουσίαν τινα νύμφην εκ Πατρών, έχουσαν μεν ένα οφθαλμών ολιγώτερον +αυτού, αλλ' εις αποζημίωσιν του ελλείποντος οφθαλμού δεκαπέντε έτη ηλικίας +περισσότερα, και εις αποζημίωσιν των περισσευόντων δεκαπέντε ετών τριάκοντα +πέντε χιλιάδας δραχμών προίκα. Ο όλβιος Σουσαμάκης εσυλλογίσθη κατ' αρχάς, +εις πανηγυρισμόν του σπουδαίου τούτου και ευτυχούς συμβεβηκότος του βίου +του, να δώση χορόν εις τους παρανύμφους την αυτήν των γάμων του εσπέραν· +είχε δε μάλιστα παρακαλέσει υπαξιωματικόν τινα φίλον του να τω προμηθεύση εκ +της στρατιωτικής μουσικής έν φλάουτον, έν κλαρινέτον και έν τρομπόνι, ήτοι ένα +πλαγίαυλον, ένα οξύαυλον και μίαν βαρυσάλπιγγα, ως γράφουσι σήμερον οι +νεωφώτιστοι της γλώσσης καθαρισταί, όπως το εναρμόνιον αυτών μέλος πτερώση +τους πόδας των προσκεκλημένων.</p> + +<p>Αλλ' είτα μετενόησε, σκεφθείς ότι δεν ήτο καλόν να παρατείνη το μεταξύ της +στέψεως και της απομονώσεως αυτού χρονικόν διάστημα, και απεφάσισε να +αναβάλη εις προσφορώτερον καιρόν τον χορευτικόν των γάμων του +πανηγυρισμόν.</p> + +<p>Ούτω λοιπόν την εβδόμην Νοεμβρίου, ημέραν πέμπτην, ωραία επισκεπτήρια, +δίκην μετριοφρόνων προσκλητηρίων, διενεμήθησαν εις τους γνωρίμους και +φίλους του κυρίου Σουσαμάκη, ων έν έλαβεν και ο Κύριος Παρδαλός, έχον +ούτω:</p> + +<p><i>«Ο Κύριος και η Κυρία Σουσαμάκη παρακαλούσι τον Κύριον και την Κυρίαν +Παρδαλού να λάβωσι την καλωσύνην να πάρωσι το τσάι εις την οικίαν των την +Κυριακήν, 10 Νοεμβρίου, εις τας 8 το εσπέρας».</i></p> + +<p>Σημειωτέον ότι την ημέραν ταύτην εξέλεξεν η αβρά πρόνοια της Κυρίας +Σουσαμάκη, καθότι την κυριακήν εκείνην συνέπιπτε η επέτειος της εορτής του +νεαρού της συζύγου — ο Σουσαμάκης εκαλείτο Ορέστης — και η νεόνυμφος +Πασιφάη εσκέφθη, ότι προσφυέστατον ήτο να πανηγυρισθώσι διά του αυτού +χορού και διά του αυτού κυπέλλου τεΐου ο τε γάμος της και η εορτή του συμβίου +της.</p> + +<p>Ούτω λοιπόν την εσπέραν της Κυριακής, 10 Νοεμβρίου, διπλαί συγχρόνως +γίνονται ετοιμασίαι· ετοιμασίαι υποδοχής εν τω οίκω του Σουσαμάκη, και +ετοιμασίαι επισκέψεως εν τω οίκω του Παρδαλού.</p> + +<p>Ας μνημονεύσωμεν εν παρόδω, και πριν εισέλθωμεν εις τας οικίας του +Αμφιτρύωνος και του ξένου του, ότι την προτεραίαν το εσπέρας, καθ' ην στιγμήν ο +Κ. Παρδαλός ητοιμάζετο να αναχωρήση εκ του γραφείου, επλησίασεν εις αυτόν +δειλώς ο Σουσαμάκης, και περιελίσσων εις τους δακτύλους του την άλυσιν του +ωρολογίου του, ίνα διασκεδάση πως την δειλίαν αυτού, τω είπε, μειδιών γλυκερόν +μειδίαμα σεβασμού και υποταγής·</p> + +<p> — Λιπόν . . . θα σας έχωμεν αύριον το εσπέρας, Κύριε Διευθυντά;</p> + +<p> — Χωρίς άλλο, Κύριε Σουσαμάκη, . . χωρίς άλλο! απήντησεν ο Κύριος +Παρδαλός, αντιμειδιών και εκείνος μειδίαμα υπεροχής και προστασίας.<br /></p> + +<h4>Β'.<br /></h4> + +<p>Ο Σουσαμάκης, εννοών να πανηγυρίση τους γάμους του και την γιορτήν του, +ουδόλως εσκόπει να δώση εκ των τυπικών εκείνων συναναστροφών, καθ' ας οι +προσκεκλημένοι πίνουσιν έν κύπελλον τεΐου — οι τολμηρότεροι και δύο, — +βρέχουσιν εντός αυτού έν ή δύο μικροσκοπικά παξιμαδάκια, χορεύουσι πολλοί +κυμβαλιζόντων ολίγων, και απέρχονται τέλος περί τας δύο ή τρείς μετά το +μεσονύκτιον, κάθιδροι, κατάκοποι, λιμώττοντες και διψώντες. Άνυμφος έτι είχε +πολλάκις μετάσχει τοιούτων χορευτικών εσπερίδων, και η μνήμη των διετηρείτο +έτι πλήρης πείνης και ρίγους εν τη φαντασία του. Συναισθανόμενος δε βαθύτατα +την ορθότητα του γραφικού ρητού: <i><span class="sp">ό συ μισείς </span> +ετέρω μη ποίησης</i>, ουδόλως +ήθελε να πάθωσιν οι ξένοι του ό,τι αυτός πολλάκις είχε πάθει και από καρδίας +εμίσει. Διά τούτο λίαν πρωί εξήλθεν εις την αγοράν, επρομηθεύθη οπώρας, +ορεκτικά τραγήματα, άρτον ιδίως πολύν και οίνον έτι πλείονα, και αφού +παρήγγειλεν εις το Σολωνείον τα απαιτούμενα γλυκύσματα και δροσιστικά, μη +λησμονήσας και τα παγωτά — ήθελε, βλέπετε, να φιλεύση μεγαλοπρεπώς τους +προσκεκλημένους του, — επανέκαμψεν εις την οικίαν του, άγων κατόπιν αυτού +δύο εκ των τροφίμων της σχολής των απόρων παίδων, κομίζοντας πλήρεις τους +καλάθους αυτών.</p> + +<p>Αλαζών και βρενθυόμενος εισήλθεν ο Σουσαμάκης εις την οικίαν του, και απ' +αυτής ήδη της θύρας εφώνησε γεγωνός προς την υπηρέτριαν:</p> + +<p> — Μαρία! έλα πάρτ' αυτά.</p> + +<p>Αντί όμως της υπηρετρίας, ήτις την στιγμήν εκείνην μετεκόμιζεν ανώνυμά τινα +σκεύη εις ανώνυμον της οικίας μέρος, επεφάνη εις την κλίμακα η κυρία Πασιφάη, +άτακτον έχουσα την κόμην και την πρωινήν της λευκήν εσθήτα φορούσα.</p> + +<p> — Μπα, Παναγία μου! ανέκραξε, προσηλούσα τον μονάκριβον αυτής +οφθαλμόν εις τας προμηθείας του συζύγου της, τι τα ήθελες όλ' αυτά τα +πράγματα, Ορέστη;</p> + +<p> — Πώς, τι τα ήθελα; και τι θα φάγουν το λοιπόν οι +προσκεκλημένοι;</p> + +<p> — Τι θα φάγουν; μη δα τους έχομεν τραπέζι;</p> + +<p> — Δεν τους έχομεν τραπέζι, αλλά θα ήνε άνοστον πράγμα να τους +αφήσωμεν να φύγουν νηστικοί, . . . περασμένα τα μεσάνυκτα.</p> + +<p> — Ωραίον πράγμα! . . . υπέλαβε πικρώς μορφάζουσα η κυρία +Σουσαμάκη, ωραίον πράγμα! να δροσίζωνται αι κυρίαι με μήλα και με κρασί του +Σόλωνος.</p> + +<p> — Αι κυρίαι, αν αγαπούν, ας πιουν λεμονάδαις, και ας φάγουν πισκότα +και παγωτά . . .</p> + +<p> — Λεμονάδαις; πισκότα; παγωτά; ανεφώνησεν η Πασιφάη, και η φωνή +της ανέβαινε προς την υπάτην καθόσον προυχώρει η απαρίθμησις. Χαρά 'ς το! Μα +το λοιπόν θα μας κοστίση χίλιαις δραχμαίς αυτή η αστειότης!</p> + +<p> — Ουφ! αδελφή, πώς κάμνεις έτσι;</p> + +<p>Ο συζυγικός διάλογος ήθελεν ίσως εξακολουθήσει έτι, τραχυνόμενος επί +μάλλον, αν δεν διέκοπτεν αυτόν ο είς των μικρών κομιστών, παρατηρούν κάπως +μεγαλοφώνως:</p> + +<p> — Αφεντικό! δεν μας αδειάζεις το καλάθι, να τραβάμε;</p> + +<p>Η παρατήρησις αύτη άμεσον μεν συνέπειαν είχε να κενωθώσι τα πλήρη +καλάθια, έμμεσον δε να σιγήση προς ώραν η τρυφερά του Σουσαμάκη +σύζυγος.</p> + +<p>Προς ώραν είπομεν, και ο αναγνώστης ημών εννόησε βεβαίως εκ της αμυδράς +εικόνος των νεονύμφων, ην παρέσχεν αυτώ ο ανωτέρω διάλογος, ότι το υπόλοιπον +της ημέρας δεν παρήλθεν ήρεμον και ατάραχον. Πολλαί σκηναί όμοιαι προς την +προ μικρόν διεδραματίσθησαν κατόπιν μέχρι της εσπέρας.</p> + +<p>Ποίαι τίνες όμως ήσαν και πού κατέληξαν, δεν δυνάμεθα να αφηγηθώμεν, +διότι ηθέλομεν ούτω προκαταλάβει τους αναγνώστας ημών, και η συνέχεια της +διηγήσεως ταύτης, ως και το τέλος της, ουδέν ήθελον έχει πλέον το ενδιαφέρον +αυτούς. Διά τούτο καταλείπομεν επί του παρόντος το νεόνυμφον ζεύγος, και +μεταβαίνομεν εις την οικίαν τον κυρίου Παρδαλού.<br /></p> + +<h4>Γ'.<br /></h4> + +<p>Η ώρα είνε έκτη μετά μεσημβρίαν και η οικογένεια Παρδαλού, τουτέστιν ο +κύριος, η κυρία και τα δύο αυτών τέκνα, μικρά αγόρια 6-8 ετών ηλικίας, κάθηνται +περί την τράπεζαν του γεύματος.</p> + +<p> — Πρόσεχε, Γιωργάκη, πρόσεχε παιδί μου, λέγει ο πατήρ προς το +μικρότερον εξ αυτών, όπερ μάτην προσπαθεί να εισαγάγη διά της βίας εις το +στόμα του κολοσσιαίου τεμάχιον κρέατος, και ουδέν άλλο κατορθοί, ή να +περιχρίση διά του εμβάμματος την ρίνα, τα χείλη, τας παρειάς και αυτάς του τας +σιαγόνας.</p> + +<p> — Αι, αι! ανακράζει ο μεγαλείτερος Παρσαλίδης, κύτταξε, κύτταξε, +μαμά, πως έγεινε ο Γιωργάκης! σωστός μασκαράς.</p> + +<p>Και ταύτα λέγων σύρει την μητέρα του εκ της εσθήτος, ίνα ελκύση την +προσοχήν αυτής επί το διασκεδαστικόν θέαμα.</p> + +<p>Αλλ' ο Γιωργάκης, διαστέλλων φοβερά τα σπινθηρίζοντα εξ οργής όμματά του, +και πριν ήδη προφθάση να στραφή προς αυτόν η μήτηρ του, σφενδονίζει κατά της +μορφής του πρεσβυτέρου του αδελφού το επί της περόνης του καρφωμένον +τεμάχιον κρέατος, όπερ μάτην εκοπίαζε να εισβιάση εις το παιδικόν του στόμα, +επιφωνών:</p> + +<p> — Μασκαράς; εγώ; να, το λοιπόν, να γείνης και συ μασκαράς.</p> + +<p>Τι έγεινεν η μορφή του Γιαννάκη — Γιαννάκης εκαλείτο ο άλλος υιός του +Κυρίου Παρδαλού — ευκόλως μαντεύει ο αναγνώστης· ό,τι όμως δεν μαντεύει, +ούτε ημείς δυνάμεθα ευκόλως να περιγράψωμεν, είνε η επισυμβάσα σκηνή.</p> + +<p>Ο Γεωργάκης ξεκαρδιζόμενος από τα γέλοια· ο Γιαννάκης ξεφωνίζων, +οδυρόμενος, προσπαθών παντοίαις δυνάμεσι να επιπέση κατά του μικρού του +αδελφού, ενώ η μήτηρ του τον εμποδίζει, και κραυγάζων: «αφήστε με να τον +πνίξω»· ο Κύριος Παρδαλός, ανιστάμενος της τραπέζης πλήρης οργής, +συλλαμβάνων από του ωτός τον Γεωργάκην και απάγων αυτόν, κλαίοντα και +ανθιστάμενον, εις την καρβουνοθήκην· και η κυρία Παρδαλού τέλος, ήτις δεν +ηξεύρει τι να πρωτοκάμη· να περιστείλη τας φονικάς ορέξεις του πρωτοτόκου της, +να εμποδίση τον σύζυγόν της από του να φυλακίση τον μικρότερόν της υιόν εις +μέρος σκοτεινόν, ως λέγει, και γεμάτον ποντικούς, ή να θρηνήση το ωραίον +μεταξωτόν της φόρεμα, όπερ εκηλίδωσαν οι από της παρειάς του Γιαννάκη +αναπηδήσαντες ζωμοί.</p> + +<p>Αλλ' ο Κύριος Παρδαλός σύρει ανένδοτος τον υιόν του από του ωτίου, και μετ' +ολίγον επιστρέφει θριαμβευτικώς, αφού ήδη εφυλάκισεν αυτόν.</p> + +<p> — Σ' ελέρωσε το παληόπαιδο; λέγει προς την σύζυγόν του· βλέπεις; +αυτά κάμνουν τα χάιδια. Δεν τους τιμωρείς ποτέ, και δι' αυτό κατήντησαν έτσι. — +Και συ, ανόητε! προσθέτει μετά μικρόν, αποτεινόμενος εις τον σπογγιζόμενον έτι +Γιαννάκην, τι ήθελες να τον περιπαίξης;</p> + +<p> — Δεν τον περίπαιξα, πατέρα, απαντά εκείνος θρηνωδώς· μασκαρά +μονάχα τον είπα.</p> + +<p> — Και τι παραπάνω ήθελες να του ειπής; υπολαμβάνει η μήτηρ του, +ανισταμένη και αυτή της τραπέζης, και εξετάζουσα λεπτομερέστερον την +κηλιδωθείσαν εσθήτα της.</p> + +<p> — Κύτταξε πώς σ' έκαμε το βρωμόπαιδο, παρατηρεί ο Κύριος +Παρδαλός, ούτινος το βαλάντιον ιδίως συνεκίνει περισσότερον η γενομένη +καταστροφή. — Πάει 'ς την οργή φόρεμα τριακοσίων δραχμών . . .</p> + +<p> — Όχι δα! καθαρίζεται, πιστεύω . ., </p> + +<p> — Παστρεύει, πατέρα, παστρεύει, υπολαμβάνει εμβριθώς ο Γιαννάκης· +να, με λιγάκι ψωμί να το τρίψη . . .</p> + +<p> — Έλα, σιώπα και συ ανόητε, . . να μη σε βάλω και σένα εκεί που είν' ο +άλλος . . .</p> + +<p>Σημειωτέον δε, ότι την στιγμήν ακριβώς εκείνην ο άλλος παρείχεν από της +ειρκτής αυτού ταραχωδέστατα της υπάρξεώς του σημεία. Αι φωναί του από +μελαγχολικού και ηρέμου κλαυθμού έφθανον εν μια στιγμή εις οξείας και +βραγχώδεις κραυγάς, η γλώσσα του εφλυάρει ασχημολογούσα μεγαλοφώνως, +υβρίζοντα και απειλούσα, οι δε πόδες του και αι χείρες του, πλήττουσαι οτέ μεν το +έδαφος οτέ δε την θύραν, απετέλουν παράδοξον συναυλίαν, ήτις την στιγμήν +ακριβώς εκείνην είχε κορυφωθή εις το αφόρητον.</p> + +<p> — Θα, με 'βγάλετε από 'δώ μέσα; εκραύγαζε· θα σπάσω την πόρτα, νά! +και ελάκτιζε μανιωδώς κατά της θύρας.</p> + +<p>Μετ' ολίγον πάλιν εκόπαζεν η εκδικητική του έξαψις, και τρεπόμενος επί το +ελεγειακώτερον, εθρήνει σπαρακτικώς·</p> + +<p> — Θα με φαν τα ποντίκια, μητέρα μου, . . χρυσή μου μητερούλα, δεν με +λυπάσαι;</p> + +<p> — Πήγαινε βγάλ' τον, Δημητράκη, αν αγαπάς τον Θεόν, λέγει, +συγκεκινημένη ήδη, η Κυρία Παρδαλού προς τον σύζυγόν της· πήγαινε βγάλ' τον· +αρκετά ετιμωρήθη ως τώρα.</p> + +<p> — Κάμνε την δουλειά σου, σε παρακαλώ, απαντά εκείνος σοβαρώς· +άφησέ τον να εννοήση το σφάλμα του και να διορθωθή, Δεν παθαίνει τίποτε, . . μη +φοβήσαι.</p> + +<p>Αλλ' αίφνης ηχεί ο κώδων της ανοιγομένης θύρας, βήματα ακούονται εις την +κλίμακα, ο δε δεσμευθείς Γεωργάκης, εννοών ότι ξένος αναβαίνει εις την οικίαν, +ωφελείται εκ της περιστάσεως, και επιτείνει τας κραυγάς αυτού και τους +θρήνους.</p> + +<p> — Έλα, πήγαινε τώρα 'βγάλε τον, επαναλαμβάνει η κυρία Παρδαλού, κ' +είν' εντροπή να μας ακούουν και ξένοι άνθρωποι.</p> + +<p>Ο Παρδαλός, υποτασσόμενος εις την υπερτάτην κοινωνικήν ανάγκην του να μη +ακουσθή, πορεύεται βραδέως εις την καρβουνοθήκην και αποφυλακίζει τον υιόν +του, καθ' ην στιγμήν ο αναβαίνων την κλίμακα παρίσταται ενώπιον αυτού.</p> + +<p> — Α! εσύ είσαι Γιάννη; λέγει προς αυτόν Ο Κ. Παρδαλός· τι τρέχει;</p> + +<p> — Ο αφέντης και η κυρά μ' έστειλαν να 'ρωτήσω αν θα μείνετε απόψε +εις το σπίτι, . . για να έλθουν.</p> + +<p> — Προσκυνήματα πολλά, λέγει εξερχομένη του εστιατορίου και +παρεμβαίνουσα η κυρία Παρδαλού, ήτις είχεν ακούσει έσωθεν την φωνήν του +υπηρέτου, προσκυνήματα πολλά, και να μας συγχωρούν, διότι είμεθα +προσκεκλημένοι απόψε εις συναναστροφήν.</p> + +<p>Ο υπηρέτης αναχωρεί, τα παιδία ευρεθέντα και πάλιν αντιμέτωπα +αγριοκυττάζονται, η κυρία Παρδαλού επιθεωρεί εκ τρίτου το φόρεμά της, όπερ +βλέπει ότι είνε ηναγκασμένη να αλλάξη, ο δε Παρδαλός ακοντίζει βλέμμα +πολυσήμαντον εις τους υιούς του, όπερ κατορθοί τέλος πάντων να επαναφέρη την +οικιακήν ειρήνην εν μέσω της οικογενείας Παρδαλού.</p> + +<p> — Ουφ! και αυταίς η συναναστροφαίς! επιλέγει η κυρία Παρδαλού, +στενάζουσα μετά κόπου — ελησμονήσαμεν να παρατηρήσωμεν εγκαίρως, ότι η +κυρία Ευφροσύνη, η Φρόσω, ως αποκαλεί αυτήν ο σύζυγός της, είνε γυνή ικανώς +εύσωμος, δι' ην η ελαχίστη σωματική κίνησις, και αυτός ο στεναγμός, είνε κόπος +σπουδαίος. — Ουφ και αυταίς η συναναστροφαίς ταις βαρύνομαι, σε βεβαιόνω, +σαν ταις αμαρτίαις μου! Αν δεν ήτον τώρα ο κύριος Σουσαμάκης με την +συναναστροφήν του, ούτ' εγώ θα φορούσα το καλό μου φόρεμα, ούτε θα πάθαινα +ό,τι έπαθα.</p> + +<p> — Τι σου πταίει, μάτια μου, ο Σουσαμάκης; ερωτά απαθώς ο κύριος +Παρδαλός· πταίει αυτός ο κακοαναθρεμμένος — και εξέτεινε την χείρα του προς +τον Γεωργάκην, όστις εκάθητο από τινος εις μίαν των γωνιών του δωματίου, +σκυθρωπάζων έτι και δυσηρεστημένος — τον οποίον θα κρεμάσω, μου φαίνεται, +καμμίαν ώραν από τα ποδάρια.</p> + +<p> — Ουμ! εγρύλλιξεν ο Γιωργάκης από της γωνίας του.</p> + +<p> — Σιωπή! εβρυχήθη ο πατήρ αυτού. — Έπειτα, προσέθηκε πάλιν +απαθώς, διατί να φορέσης, ευλογημένη, το φόρεμά σου από τας πέντε;</p> + +<p> — Και πώς ήθελες να σφιχθώ έπειτα, μετά το φαγί; </p> + +<p> — Πώς θα σφιχθής τώρα που θ' αλλάξης; </p> + +<p> — Ούτ' εγώ δεν ξεύρω· όπως ημπορέσω. Μα νά δα, δι' αυτό βαρύνομαι +κι' εγώ τας συναναστροφάς. </p> + +<p>Και μετά μικράν σιγήν προσέθηκεν·</p> + +<p> — Έλα να μην πάμε, Δημητράκη μου, αι; πού να κάθημαι τόρα ν' +αλλάζω . . .</p> + +<p> — Σου βοηθώ εγώ, δεν πειράζει.</p> + +<p> — Νά η ώρα, που θα μου βοηθήσης εσύ! Έπειτα, κύτταξε τι καιρός +κάμνει έξω. Κρύο, λάσπαις . . .</p> + +<p> — Τι σημαίνει; μήπως θα πάμε πεζοί; — Α! είδες! λησμόνησα να +παραγγείλω αμάξι. — Τόσο το καλλίτερο λοιπόν· άφησε τον Σουσαμάκη σου να +κουρεύεται. Πού του ήλθε τώρα κι' αυτού η όρεξις να δίδη συναναστροφάς . . +.</p> + +<p> — Δεν είνε δυνατόν, Φρόσω μου, να γείνη αυτό το πράγμα, Εις τον +Σουσαμάκην έχομεν ένα είδος υποχρεώσεως· ημείς σχεδόν τον υπανδρεύσαμεν. +Σήμερον είνε η επέτειος του γάμου του . . . επομένως πρέπει να πάμε· δεν γίνεται. +Όσον δι' αμάξι, στέλλομεν τον Θοδωρή και πιάνει 'ς την στιγμήν ένα· η πλατεία +των αμαξών κοντά είνε.</p> + +<p> — Αχ! πώς με στενοχωρείς, Δημητράκη! υπέλαβε γογγύζουσα η κυρία +Παρδαλού, και λαβούσα έν κηρίον επορεύθη εις το δωμάτιόν της.</p> + +<p> — Σεις πηγαίνετε να πλαγιάσετε, αφού μελετήσετε πρώτον τα +μαθήματά σας, είπεν ο κύριος Παρδαλός προς τους υιούς του, και κυττάξετε να +μην πιασθήτε, γιατί . . . αι! τόσο μόνον σας λέγω.</p> + +<p>Τα παιδία λαβόντα έν άλλο κηρίον ετράπησαν προς το υπερώον, όπου είχον το +δωμάτιόν των, ο δε πατήρ αυτών, κύψας εις την κλίμακα εφώνησε·</p> + +<p> — Θοδωρή!</p> + +<p> — Ορίστε, αφέντη!</p> + +<p> — Πήγαινε να πιάσης έν αμάξι . . . μετά μισήν ώραν!</p> + +<p> — Πες του να περάση και από της Λιζιέ, να μου πάρη ένα ζευγάρι +γάντια . . . επτάμισυ αριθμό, άσπρα! εφώνησεν εκ του δωματίου της η κυρία +Ευφροσύνη.</p> + +<p> — Καλά, . . και τώρα ενθυμήθης να πάρης γάντια, ευλογημένη;</p> + +<p> — Το ελησμόνησα· τι θέλεις να κάμω τώρα;</p> + +<p> — Μη χειρότερα! εψιθύρισεν ο σύζυγος, και διεβίβασε την +παραγγελίαν εις τον υπηρέτην, όστις απήντησε μεν μεγαλοφώνως·</p> + +<p> — Πολύ καλά, αφέντη, αμέσως!</p> + +<p>Αλλ' εψιθύρισεν όμως σιγά και ήκιστα ευσεβάστως·</p> + +<p> — Μα . . . αφεντικά, αλήθεια, που όχι καλλίτερα. Μέσ' 'ς τη λάσπη και +τη βροχή τρέχα ν' αγοράζης γάντια και να πιάνης αμάξι! Α! δεν θα γείνω κ' εγώ +αφέντης καμμιά φορά!<br /></p> + +<h4>Δ'.<br /></h4> + +<p>Ο Κύριος Παρδαλός εισέρχεται εις τον κοιτώνα τον, και προσπαθεί να ενδυθή. +Αλλά τούτο είνε αδύνατον, διότι η εύσωμος σύζυγός του έχει πλήρες το δωμάτιον +εσθήτων, μεσοφορίων, μανδηλίων, στηθοδέσμων και πάσης της πολυμόρφου +συσκευής του γυναικείου ιματισμού. Συνάγει λοιπόν τα ενδύματά του, λαμβάνει +έν μικρόν κάτοπτρον και έν κηρίον, και απέρχεται εις το γραφείον του, όπως +συντελέση εν αυτώ την ενδυμασίαν του. Αλλά μετ' ολίγον ενθυμείται, ότι είνε +αξύριστος, και ότι πρέπει να ξυρισθή πριν αλλάξη. Μεταβαίνει πάλιν εις τον +κοιτώνα, ανοιγοκλείει την θύραν, διαμαρτυρομένης της κυρίας Παρδαλού, ότι θα +την κρυώση, και επιστρέφει κρατών το ξυράφιόν του και τα λοιπά απαιτούμενα. +Ενθυμείται τότε, ότι θέλει θερμόν ύδωρ· αλλά παρατηρών ότι η ώρα είνε +προχωρημένη, και δεν υπολείπεται καιρός ίνα το ύδωρ θερμανθεί, αρκείται εις το +ψυχρόν, και άρχεται περιαλείφων με σάπωνα την σιαγόνα και τας παρειάς του, +λέγων καθ' αυτόν·</p> + +<p> — Θα μου έλθη πάλιν καμμιά καταιβασιά εις τα δόντια, που να με +τρελλάνη, αλλά . . . τι να γείνη!. .</p> + +<p>Και ετοιμάζεται να φέρη το ξυράφιον επί την παρειάν αυτού, ότε ηχεί και πάλιν +ο κώδων της ανοιγομένης θύρας,</p> + +<p> — Συ είσαι Θοδωρή; φωνεί ο Παρδαλός, προβάλλων ολίγον την +σαπωνόφυρτον αυτού μορφήν διά της θύρας.</p> + +<p> — Όχι, αφέντη! απαντά κάτωθεν η φωνή της υπηρετρίας, είνε ένας +κύριος, . . . θέλει κάτι να σας ειπή.</p> + +<p> — Ας περάση μίαν άλλην ώραν. Έχω εργασίαν,</p> + +<p> — Είνε ανάγκη να σας ιδή τόρα, απαντά μετά τινα δευτερόλεπτα η +φωνή της υπηρετρίας.</p> + +<p> — Άλλο κακόν! λέγει καθ' εαυτόν ο ατυχής Δημητράκης, και μη +δυνάμενος να πράξη άλλως, απομάσσει εν τάχει τον σάπωνα από της μορφής του, +και εξέρχεται του γραφείου του, ενώ ο νυκτερινός επισκέπτης αναβαίνει την +κλίμακα.</p> + +<p> — Η κυρία Τραχανά, λέγει μειδιών ο νεωστί ελθών, σας στέλλει το +κλειδί του θεωρείου δι' απόψε . . . Αν αγαπάτε . . .</p> + +<p> — Ευχαριστούμεν πολύ, παιδί μου . . . ευχαριστούμεν, . . αλλά είμεθα +προσκεκλημένοι εις συναναστροφήν· απαντά ο ταλαίπωρος Παρδαλός, +προσπαθών να κολάση το οργίλον της μορφής του διά τυπικού τινος +μειδιάματος.</p> + +<p> — Α, έτσι; προσκυνώ, καλήν νύκτα σας.</p> + +<p> — Προσκυνήματα πολλά.</p> + +<p>Και εισέρχεται εις το γραφείον του, γρυλλίζων εκ του θυμού·</p> + +<p> — Διάλεξε και αυτή η ευλογημένη την ημέραν και την ώραν, να μας +στείλη το θεωρείον της.</p> + +<p> — Ποίος ήτον; φωνεί από του κοιτώνος της η κυρία Παρδαλού.</p> + +<p> — Η κυρία Τραχανά ενθυμήθη να μας στείλη το θεωρείον της.</p> + +<p> — 'Σ πολλάτη της! Όταν βρέχη μόνον και χιονίζη μας θυμάται! . . μας +καθυποχρέωσε!</p> + +<p>Μετ' ολίγας δε στιγμάς ανακράζει και πάλιν·</p> + +<p> — Κοντεύεις, Δημητράκη;</p> + +<p> — Πού να κοντεύω, αδελφή! ακόμη δεν ξυρίσθηκα. Έπειτα, δεν βλέπω +κι' όλα, και κατακόπηκα . . .</p> + +<p> — Ου, καϋμένε! Έλα 'δω που έχει περισσότερον φως.</p> + +<p> — Αυτού; και πού να σταθώ; εις τον αέρα;</p> + +<p> — Έλα, έλα τώρα, και σου κάμνω τόπον. Εγώ ετελείωσα σχεδόν· μόνον +την τραχηλιά μου έχω να βάλω.</p> + +<p>Ο Παρδαλός πείθεται, συγκινούμενος υπό της συζυγικής μερίμνης της κυρίας +Φρόσως, λαμβάνει πάλιν το φως, το κάτοπτρον και το ξυράφιον, και ημιξύριστος +μεταβαίνει εις τον κοιτώνα, όπου ευρίσκει την Ευφροσύνην τοποθετημένην προ +του κατόπτρου μεταξύ τεσσάρων κηρίων και καταγινομένην μετά πολλού κόπου +να δέση όπισθεν του τραχήλου της μικράν εκ μέλανος βελούδου ταινίαν, αφ' ης +κρέμαται επί του υπερακμάζοντος στήθους της χρυσούς λοβίσκος.</p> + +<p> — Και, πού θέλεις να σταθώ εγώ τώρα; απολαμβάνει ο ταλαίπωρος +Παρδαλός, μη βλέπων τόπον κενόν προ του κατόπτρου.</p> + +<p> — Έλα, μη μουρμουρίζης, απαντά μειλιχίως ελέγχουσα η κυρία, +περιπόρφυρος εκ του ματαίου κόπου, ον καταβάλλουσιν οι χονδροί αυτής +βραχίονες, ανακαμπτόμενοι όπισθεν της κεφαλής της. Δέσε μου μία στιγμή εδώ +αυτό το βελουδάκι, και σου αφίνω όλον τον τόπον ελεύθερον.</p> + +<p>Ο Παρδαλός γίνεται κατ' ανάγκην προς στιγμήν και θαλαμηπόλος της συζύγου +του, ήτις περατοί τέλος την ενδυμασίαν αυτής και καταπίπτει κάθιδρος και +ασθμαίνουσα επί του ανακλίντρου, φυσώσα ως ατμομηχανή και αεριζομένη διά +του μανδηλίου της, ενώ ο συζυγός της ξυρίζεται.</p> + +<p> — Α! Δημητράκη, . . λέγει, μόλις κατορθούσα να αρθρώση τας λέξεις, σε +βεβαιόνω . . . μεγάλο ήτον το χατήρι σου απόψε . . . να υποφέρω όλον αυτόν τον +κόπον, διά να 'πάγω να πιω το τσάι του Σουσαμάκη σου!</p> + +<p> — Έννοια σου, Φρόσω μου, απαντά ο Παρδαλός πονηρώς, έννοια σου, +και δεν θα πιης μόνον τσάι απόψε εις του Σουσαμάκη. Ο Ορέστης ξεύρει και +κάμνει τα πράγματα καθώς πρέπει . . . θα μας έχη και σάντουιτς και κρασάκι και +φρούτα . . . </p> + +<p> — Πού το ξεύρεις; υπολαμβάνει ηπιώτερον η κυρία Φρόσω, ήτις, +λαίμαργος φύσει και πολυφάγος, ήρχιζε να συγχωρή εις τον Σουσαμάκην την +συναναστροφήν του χάριν του δείπνου του. </p> + +<p> — Το ξεύρω, διότι τον είδα σήμερον το πρωί εις την αγοράν και +εψώνιζε.</p> + +<p> — Αι, . . τότε κάπως υποφέρεται, διότι μα την αλήθειαν . . . </p> + +<p>Κρότος αμάξης σταθείσης προ της θύρας της οικίας διέκοψεν αίφνης την +φράσιν της κυρίας Παρδαλού.</p> + +<p> — Νά! ανεφώνησεν ο μόλις την στιγμήν εκείνην τελειόνων το ξύρισμά +του Δημητράκης, το αμάξι ήλθε, κ' εγώ είμαι ακόμη άντυτος.</p> + +<p>Και σπογγισθείς εν τάχει ήρχισε να ενδύεται.</p> + +<p> — Έχομεν ακόμη ώραν, παρετήρησεν η κυρία βλέπουσα το ωρολόγιον. +Είνε οκτώ παρά τέταρτον.</p> + +<p>Ο Παρδαλός φορεί εν τάχει τον καθαρόν του χιτώνα, και δένει ήδη τον +λαιμοδέτην του, ότε έξωθεν της θύρας ακούεται η φωνή της υπηρετρίας.</p> + +<p> — Αφέντη!</p> + +<p> — Καλό, καλό! ας σταθή λιγάκι, φωνάζει αφ' ενός ο Δημητράκης, ενώ η +σύζυγός του φωνάζει αφ' ετέρου·</p> + +<p> — Έφερε τα γάντια μου;</p> + +<p> — Δεν ξεύρω. κυρία, . . . θέλει να είπη κάτι του αφέντη . . . </p> + +<p> — Ο αμαξάς θέλει να μου ειπή κάτι; αυτό δα είνε πάλιν από τ' +άγραφα.</p> + +<p> — Όχι, αφέντη, είνε ο κύριος Ορέστης . . . </p> + +<p> — Ο Κύριος Ορέστης! αναφωνεί η Φρόσω. Περίεργον! </p> + +<p> — Λέγεις ν' αργήσαμεν; ερωτά ο Παρδαλός· το ωρολόγι μας θα πηγαίνει +τρομερά πίσω! Ας ορίση 'ς την σάλα, και τόρα έφθασα! προσθέτει, εις την +υπηρέτριαν αποτεινόμενος,</p> + +<p>Και ταύτα λέγων φορεί εν βία τον επενδύτην του και εισέρχεται εις την +αίθουσαν, όπου αναμένει αυτόν δειλός, περίλυπος και καταβεβλημένον έχων το +ήθος ο κύριος Σουσαμάκης.</p> + +<p> — Μας συγχωρείς που αργήσαμεν, φίλτατε κύριε Σουσαμάκη, λέγει ο +κύριος Παρδαλός εισερχόμενος και τείνων προστατευτικώς την χείρα προς τον +υπάλληλόν του, αλλά το αμάξι δεν μας ήλθε ακόμη, και . . . </p> + +<p> — Καλησπέρα σας, κύριε Σουσαμάκη, υπολαμβάνει διακόπτουσα η +κυρία Ευφροσύνη, εισερχομένη και αυτή θριαμβευτικώς εις την αίθουσαν και +ισταμένη πλησίον του λαμπτήρος, όπως σπινθηρίζωσιν κάλλιον οι αδάμαντές της. +Πώς είσθε; η κυρία είνε καλά; είμεθα έτοιμοι, βλέπετε . . . </p> + +<p> — Ευχαριστώ, κυρία μου, απαντά μετά μεγάλης στενοχωρίας ο πτωχός +Ορέστης, προσποιούμενος ότι δεν ήκουσε το τελευταίον μέρος της φράσεως. Εγώ +είμαι καλά . . . αλλά η Πασιφάη . . . </p> + +<p> — Πώς; τι τρέχει; κακοδιάθετος ίσως! . . . Δεν είνε τίποτε . . . με τον +χορόν περνά! παρατηρεί μετά πολλής στωμυλίας η κυρία Παρδαλού. Έννοια σας, +κ' εγώ την κάμνω και χορεύει πολύ . . . </p> + +<p> — Ου! εννοείται· ο χορός είνε διά τας κυρίας πανάκεια, προσθέτει εν +τέλει ο κ. Παρδαλός, μετ' αυταρέσκου μειδιάματος προφέρων βραδέως την +τελευταίαν λέξιν, οιονεί εναβρυνόμενος δι' αυτήν, και επαναλαμβάνων ευθύς, έτι +βραδύτερον: πα-νά-κει-α!</p> + +<p> — Ναι, ναι, . . απαντά δειλός ο Σουσαμάκης και προσπαθεί να μειδιάση +επίσης. Πλην . . . δυστυχώς . . . — και σταματά, ως αν κατέλειπεν αυτόν η δύναμις +να τελειώση.</p> + +<p> — Τίποτε σπουδαιότερον; ω! επιφωνεί ο προϊστάμενος αυτού· και +πώς;</p> + +<p> — Δεν ηξεύρω, τη αληθεία, — εκρύωσε φαίνεται, και έχει τώρα από το +μεσημέρι ένα φοβερόν πυρετόν· είνε εις το κρεβάτι προ τριών ωρών . . . ώστε . . . +— και σταματά πάλιν, ελπίζων να τον μαντεύσωσι τον δυστυχή.</p> + +<p>Ουδείς όμως θέλει να τον μαντεύση· ο Κύριος Παρδαλός και η Κυρία +Παρδαλού ίστανται απέναντι του άφωνοι ως ερωτηματικά σημεία, εκείνος δε +αισθάνεται έτι η γλώσσα του εκολλήθη εις τον λάρυγγά του.</p> + +<p> — Πλην οπωςδήποτε, διαλογίζεται, το πράγμα πρέπει να τελειώση.</p> + +<p>Γίνεται λοιπόν τολμηρότερος, και κλείων τους οφθαλμούς, ως οι δειλοί +ασθενείς οι μέλλοντες να καταπίωσι πικρόν ιατρικόν, επαναλαμβάνει·</p> + +<p> — Ώστε . . . είνε αδύνατον απόψε . . . να λάβωμεν την τιμήν . . . Δεν +ηξεύρετε πώς λυπούμαι, κύριε Διευθυντά . . . σας βεβαιόνω . . . μ' έρχεται να +σκάσω . . . </p> + +<p> — Α! τίποτε, τίποτε . . . απαντά ψυχρώς ο κ. Παρδαλός, εύχομαι να ήνε +περαστικά . . . </p> + +<p>Η Κυρία Παρδαλού ουδέν λέγει. Φυσά μόνον και αερίζεται με το μανδήλιόν +της, αισθάνεται δε ακαταμάχητον όρεξιν να εξορύξη τους οφθαλμούς του Κυρίου +Σουσαμάκη, όστις τέλος, αφού μάτην προσεπάθησε να προσθέση μερικάς λέξεις, +ουδέν άλλο εύρε να είπη, ή μόνον·</p> + +<p> — Καλήν νύκτα σας, . . . μας συγχωρείτε, Κύριε Διευθυντά . . . δεν είνε +έτσι;</p> + +<p>Οι δύο σύζυγοι ένευσαν εκ συμφώνου, ως αυτόματα, την κεφαλήν, και ο +Σουσαμάκης ανεχώρησε.</p> + +<p>Μετά μικρόν ηκούσθησαν τα ψηλαφώντα όπως ειπείν βήματα του επί της +σκοτεινής κλίμακος, ουδείς δε εσυλλογίσθη να φωτίση τον δυστυχή, όπως μη +κατρακυλήση τον κατήφορον.<br /></p> + +<h4>Ε'.<br /></h4> + +<p>Ο Δημητράκης και η Φρόσω έμειναν μόνοι.</p> + +<p>Σιωπώσι δε αμφότεροι, και τα διάφορα αισθήματα κυμαίνουσι τας καρδίας +των — κατά την φράσιν των τραγικών ποιητών.</p> + +<p> — Τα είδες της λέγει επί τέλους μη δυναμένη πλέον να κρατηθή, μήτε +ξεθυμαίνουσα αρκούντως διά μόνου του φυσήματος, η κυρία Παρδαλού. Τα είδες +τα; Ορίστε τόρα! Όταν σου έλεγα εγώ να μην πάμε . . . </p> + +<p> — Αι, ματάκια μου, τι θέλεις να κάμη ο άνθρωπος; αφού αρρώστησε η +γυναίκα του . . . </p> + +<p> — Αμή δεν αρρώστησε η γυναίκα του; Αυτά είνε διά να τα πιστεύετε +σεις οι άνδρες· εμένα όμως δεν με γελά η κυρά Σουσαμάκαινα, κ' έννοια της. +Φαντάζομαι εγώ τι θα έτρεξε μεταξύ των· θα τσακώθηκαν πάλι, καθώς συμβαίνει +τακτικά μιαν φοράν την εβδομάδα τουλάχιστον, και το τσάκωμά τους ξέσπασε ΄ς +το κεφάλι μας αυτήν την φοράν.</p> + +<p>Σημειωτέον ενταύθα, χάριν της περιεργείας των ημετέρων αναγνωστών, ότι η +κυρία Παρδαλού εμάντευεν ορθότατα διά της γυναικείας εκείνης οξυνοίας, αφ' ης +μάτην αγωνίζονται να κρυβώσι πολλάκις οι άνδρες.</p> + +<p>Η Κυρία Σουσαμάκη έδιωξε της οικίας τα κομισθέντα εκ του ζαχαροπλαστείου +αφθόνως γλυκύσματα, δροσιστικά κ. λ., ο Σουσαμάκης έμαθε τούτο κατά την +άφιξίν του, και οργισθείς και φρυάξας εβρόντησε κατά της Πασιφάης του όσον +επέτρεπον τούτο αι τριάκοντα της προικός του χιλιάδες. Αλλ' η κυρία Σουσαμάκη +έπαθε τα νεφρά της, εκτύπησε τους τοίχους διά των χειρών της, το πάτωμα διά +των ποδών αυτής και τον Ορέστην διά της παντούφλας της, και εξαπλωθείσα εις +την κλίνην της, προσεποιήθη την λιπόθυμον εφ' όσην ώραν ενόμισεν ικανήν, όπως +πεισθή ο σύζυγός της, ότι πάσα εσπερινή συναναστροφή ήτο αδύνατος.</p> + +<p>Της καταιγίδος ταύτης είδομεν προ μικρού το αποτέλεσμα παρά τω κυρίω +Παρδαλώ.</p> + +<p>Μόλις είχε τελειώσει την φράσιν αυτής η κυρία Φρόσω, και νέος κρότος +αμάξης έπαυσε προ της θύρας της οικίας Παρδαλού.</p> + +<p>Ήτο η άμαξα, ην μετά πολλού κόπου κατώρθωσε να εύρη ο ταλαίπωρος +Θοδωρής.</p> + +<p>Δεν περιγράφομεν την απελπιστικήν και σπαραξικάρδιον τριωδίαν μεταξύ +αμαξηλάτου, ζητούντος αδράν αποζημίωσιν επί τω ματαίω κόπω. Παρδαλού, +αξιούντος να πληρώση μίαν μόνην δραχμήν, και του δυστυχούς Θοδωρή, +ευρισκομένου εις δυσχερή και δυσέκβολον θέσιν μεταξύ του ωργισμένου κυρίου +του και του αμαξηλάτου, ον αυτός εμίσθωσεν.</p> + +<p>Η σκηνή διελύθη επί τέλους, αποζημιωθέντος του αμαξηλάτου. Δεν +κατωρθώσαμεν όμως να εξακριβώσωμεν τι επλήρωσεν ο Κύριος Παρδαλός.</p> + +<p>Η Κυρία Παρδαλού ωρκίσθη να μην υπάγη πλέον ποτέ εις συναναστροφήν +οιανδήποτε.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΜΥΣΤΙΚΗ<br /><br /> +ΔΙΑ ΣΦΑΙΡΙΔΙΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ<br /><br /> +ΕΝ ΑΦΡΙΚΗ<br /><br /><br /></h3> + +<p style='text-align: center;'>(Εκλογικαί σκηναί εν έτει 2400). +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></span>) +<br /></p> + + +<p>Η σκηνή υπόκειται εν Μαρόκω μετά πεντακόσια έτη. </p> + +<p>Μέχρι της εποχής εκείνης η Αγγλία θα βαρυνθή βεβαίως να προστατεύη τους +μαροκηνούς, και θα τους καταστήση τέλος ελευθέρους συνταγματικούς πολίτας, +απαλλάττουσα αυτούς του Σιδί- Μοχαμέτ, ως απήλλαξεν η Γαλλία τους αλγερινούς +του Αβδέλ-Καδέρ. Όταν δε, χάρις εις τας προόδους του πολιτισμού, παύσωσιν οι +κροκόδειλοι να καταπίνωσι τους περιηγητάς, και οι ανθρωποφάγοι της Καζόνδης +να τρωγαλίζωσι τους ρώθωνας των ιεραποστόλων· όταν της Σαχάρας η έρημος +παύση θάπτουσα υπό των άμμων της τα νέφη καμήλους και οδοιπόρους, και +διαχαραχθή υπό σιδηροδρόμων και διωρύγων και δενδροφύτων περιπάτων· όταν +οι αφρικανοί αισθανθώσι του συκοφύλλου την ανάγκην και αποκτήσωσι εμπορεία +συρμού, και κουρεία, και γαλλικόν θέατρον και αναγκαστικήν κυκλοφορίαν και +λαχειοφόρους ομολογίας, θ' αποκτήσωσι βεβαίως και καθολικήν ψηφοφορίαν, — +την οποίαν εις το πείσμα των Τόρεων θα έχη τότε και η Αγγλία, — θα έχωσι +σύνταγμα και εκλογάς, και κομματάρχας και υποψηφίους πολλούς, και εκλογείς +έτι πλείονας, και εκλογικούς συλλόγους, και καθημερινάς εφημερίδας.</p> + +<p>Η ευδαίμων αύτη διά την μελαψήν ανθρωπότητα εποχή, ο χρυσούς ούτος αιών +των αφρικανών θα επέλθη κατά πάσαν πιθανότητα μετά πεντακόσια έτη. Ίσως +επιστή και ταχύτερον, διότι — μα τον φωνογράφον, και το ηλεκτρικόν +κλειδοκύμβαλον, και τα τεχνητά ωά, και το τουρκικόν σύνταγμα — τις δύναται +πλέον σήμερον να προϋπολογίση τας προόδους της παραδόξου γηίνης +μυρμηκοφωλεάς, ήτις καλείται ανθρωπότης! Ημείς όμως είμεθα μέτριοι, και δεν +επιθυμούμεν να ονομάσωσιν ημάς θερμοκεφάλους όσοι μετά πεντακόσια έτη +αναγνώσωσι τας σειράς ταύτας αφρικανοί συνταγματικοί πολίται.</p> + +<p>Διά τούτο αίρομεν την αυλαίαν του μέλλοντος εν Μαρόκω μετά πεντακόσια +έτη, και καλούμεν τους ημετέρους αναγνώστας να παρακολουθήσωσιν ημάς +εκείσε διά των αιώνων.</p> + +<p> +<br /> +Οι Μαροκηνοί εκλέγουσι μετά δεκαπέντε ημέρας τους δημοτικούς αυτών +άρχοντας, ήτοι τους δημάρχους, δημοτικούς παρέδρους και δημοτικούς αυτών +συμβούλους.</p> + +<p>Οι ουλεμάδες αυτών, ήτοι οι σοφοί οι αποτελούντες το νομικόν του κράτους +συμβούλιον, αναδιφήσαντες την ιστορίαν του πολιτικού δικαίου, ανεκάλυψαν ότι +τελειότατος εκλογικός οργανισμός ήτο ο κρατών πάλαι ποτέ εν τω ελληνικώ +βασιλείω, και μετεφύτευσαν αυτόν ήδη προ πολλού εν Μαρόκω μετά μικρών +τινων και ασημάντων βελτιώσεων, ας υπηγόρευσεν εις αυτούς η πρόοδος της +πολιτικής επιστήμης.</p> + +<p>Ούτω λοιπόν πάντες οι συνταγματικοί μαροκηνοί πολίται είνε εκλογείς +συγχρόνως και εκλέξιμοι· τα δε ονόματά των, ανακαθαρθέντα κατά τας διατάξεις +του νόμου, φέρονται τυπωμένα επί καινουργών εκλογικών καταλόγων, ων η +ενδελεχής μελέτη ασχολεί από μηνός ήδη τους πολυαρίθμους υποψηφίους, και +ιδίως τους υποψηφίους δημάρχους, ανακηρυχθέντας υπό των κατά τόπους +κατήδων κατά τα νενομισμένα. Φαίνεται δε, ότι δεν είνε πολύ κακά συντεταγμένοι +οι κατάλογοι ούτοι, διότι άλλοι μεν των υποψηφίων ευρίσκουσιν αυτούς ελλιπείς, +άλλοι δε τουναντίον αφθονούντας ανυπάρκτων ονομάτων. Του ζητήματος τούτου +επελήφθη εγκαίρως και η μαροκηνή δημοσιογραφία, αλλά διεφώνησε και αυτή, +ως διαφωνούσιν οι υποψήφιοι. Οπωςδήποτε οι κατάλογοι είνε οριστικοί, οι δε +διαφωνούντες υποψήφιοι ομοφωνούσι κατά τούτο πάντες, ότι πρέπει να +καρπωθώσιν όσον το δυνατόν περισσότερον εκ του περιεχομένου των.</p> + +<p>Η βαθύσοφος αύτη σκέψις επικρατεί της επομένης σκηνής, τελουμένην +εσπέραν τινα εν της οικία του Χαλέμ-αλ-Ταρίφ, ενός των ισχυροτέρων υποψηφίων +δημάρχων της Ταγγέρης.</p> + +<p> +Όχι πλέον επί χαμηλών διβανίων, περιθεόντων την αίθουσαν ως θα εγίνετο +σήμερον εν Μαρόκω, αλλ' επί στερεών και κομψών αγγλικών καθεδρών, ως θα +γίνεται βεβαίως αυτόθι μετά πεντακόσια έτη κάθηται σοβαρός όμιλος +κομματαρχών, ποικίλων την αναβολήν και την όψιν. Δεν ευωδιάζουσι βεβαίως +όλοι ουδ' ενίφθησαν πάντες την ημέραν εκείνην· αλλ' είνε όμως άνθρωποι ισχυροί +παρά τω λαώ, έχουσιν επιρροήν μεγάλην, γνωρίζουσιν όλον τον κόσμον, και ο +υποψήφιος Χαλέμ έχει προς αυτούς μεγάλην υπόληψιν, μεγαλειτέραν ή όσην +έχουσιν ούτοι προς αλλήλους.</p> + +<p>Είς εξ αυτών, ο μόνος δυνάμενος να αναγινώσκη απροσκόπτως, απαγγέλλει +από του εκλογικού καταλόγου τα ονόματα των ψηφοφόρων, και οι κομματάρχαι +κρατούσι δήθεν σημειώσεις, δι' όσων έκαστος γνωρίζει γραμμάτων του +αλφαβήτου· ο δε υποψήφιος μειδιά εξ ευχαριστήσεως.</p> + +<p> — Αβδαλά-βεν-Ραμάν! φωνεί ο γραμματεύς, και προσθέτει +αμέσως·</p> + +<p> — Αφήστε τον αυτόν επάνω μου· είνε δικός μου άνθρωπος. Εκάμαμε +μαζύ τρία χρόνια φυλακή.</p> + +<p> — Αβδέρ-Γεζίτ!</p> + +<p> — Ο λοκαντιέρης; Είνε κουμπάρος μου· τον παίρνω εγώ, λέγει σοβαρώς +ο κομματάρχης Χασάν.</p> + +<p> — Αβα-ήλ-Μουλεύ!</p> + +<p> — Ο αμαξάς του ιπποσιδηροδρόμου! αναφωνεί ο Γιουσέφ-Μουχαδή, +μικρός κομματαρχίσκος, περιφερόμενος εν τη αιθούση διά κλονουμένου βήματος, +μεθύων και παραπαίων, καπνίζων δε πούρον μεγαλοπρεπές, όπερ εξήλθε προ +μικρού της σιγαροθήκης του υποψηφίου. Αυτόν εγώ τον κάμνω καλά. Είνε +συγγενής μου.</p> + +<p> — Συγγενής σου; και από πού; ερωτά υπομειδιών ο σοβαρός +Χασάν.</p> + +<p> — Από πού; Και δεν είνε δεύτερος εξάδελφος της γυναικαδέλφης +μου;</p> + +<p> — Σωστό! σωστό! λέγει αποφθεγματικώς ο αναγινώσκων τον +κατάλογον, και ο όμιλος επινεύει.</p> + +<p> — Αβούλ-βεν-Χακήμ!</p> + +<p> — Αυτόν μη τον λογαριάζετε. Δεν είνε δικός μας, παρατηρεί +κομματάρχης υψηλός και ισχνός, ρικνός την όψιν και πιναρός τον πώγωνα, +προδήλως δε απαισιόδοξος τον χαρακτήρα.</p> + +<p> — Ημπορούμεν όμως να τον πάρωμεν, διακόπτει ο σοβαρός Χασάν, αν +του τάξωμεν καμμίαν επιστασίαν εις τον φόρον.</p> + +<p> — Να του την τάξωμεν! λέγει ο υποψήφιος, και το ήθος της μορφής του +παρωδεί το ήθος του Κάτωνος, φωνούντος: Delenda Carthago.</p> + +<p> — Του κάκου αφέντη! παρεμβαίνει αυτάρκης ο υπηρέτης της οικίας — +εκλογεύς και αυτός και κομματάρχης μάλιστα θεωρούμενος — εισερχόμενος την +στιγμήν εκείνην και περιφέρων επί δίσκου τον καφέν εις τους περικαθημένους. +Του κάκου! Αυτός είνε βαφτισμένος Εδρίς-Μωχαμέτ.</p> + +<p>Αναγκαίον ενταύθα να σημειωθή, ότι Εδρίς-Μωχαμέτ είνε ο ισχυρότερος των +αντιπάλων του Χαλέμ-αλ-Ταρίφ.</p> + +<p> — Τότε ας πάη, να ήνε! λέγει έτερος των παρεστώτων. Δεν μας μέλει! Ο +Εδρίς δεν βγαίνει που δεν βγαίνει — ας πάρη κ' ένα κουκί παραπάνω!</p> + +<p> — Όχι δα . . . . . διατί; απολαμβάνει ο υποψήφιος. Αν ημπορούμεν να +τον κερδήσωμεν. . . . με καμμίαν θυσίαν.</p> + +<p> — Θα σας ομιλήσω ιδιαιτέρως δι' αυτήν την υπόθεσιν, παρατηρεί ο +σοβαρός πάντοτε Χασάν, καμμύων εκφραστικώς τον δεξιόν του αφθαλμόν.</p> + +<p> — Καλά δουλεύει του Χασάν η φάμπρικα, λέγει ταπεινή τη φωνή ο +αναγνώστης εις τον παρακαθήμενον.</p> + +<p>Αυτός, παιδί μου, είνε μάννα!. . . . απαντά εκείνος. Να τελειώσ' η εκλογή, και +θάβγη πάλι με κανένα καινούργιο σπίτι.</p> + +<p>Κ' εμάς μας περνούν με εικοσιπεντάρικα, 'σαν να είμαστε σπουργίτια.</p> + +<p>Επιλέγει μελαγχολικώς αναστενάζων ο αναγνώστης, και εξακολουθεί την +ανάγνωσιν, Αλή-ελ-Μούσα!</p> + +<p>Θεός σχωρέση τον! φωνεί ο μικρός Μουχαδή, περιφερόμενος πάντοτε και +καπνίζων το πούρον του. Λυτός σκοτώθηκε 'ς ταις περσιναίς εκλογαίς. Ακόμη τον +έχουν αυτού μέσα;</p> + +<p>Δεν πειράζει! παίρνει άλλος τώνομά του, παρατηρεί ηρέμα ο Χασάν.</p> + +<p>Δεν σούλεγα, πως είνε μάννα; ψιθυρίζει και πάλιν εις τον αναγνώστην ο γείτων +του.</p> + +<p>Και η ανάγνωσις εξακολουθεί.</p> + +<p>Οι εκλογείς κοσκινίζονται, διαλέγονται, καταγράφονται, διατιμώνται ως +εμπορεύματα, και η μορφή του υποψηφίου Χαλέμ-αλ -Ταρίφ ακτινοβολεί εκ +χαράς.</p> + +<p>Αφαιρεί, επί το εμπορικώτερον, τεσσαράκοντα τοις εκατόν φύραν εκ των +καταγραφέντος εις τα δελτία των κομματαρχών του, κ' ευρίσκει το υπόλοιπον +πρόσβαρον πάντοτε και περισσεύον.</p> + +<p>Η σκηνή παρατείνεται πέραν του μεσονυκτίου, τοιαύτη οποία ήρχισε· τελειόνει +δε διά περιέργου χαιρετισμού ανταλλασσομένου μεταξύ του υποψηφίου και των +κομματαρχών του. Ούτος μεν προ πάσης χειραψίας εξάγει την χείρα εκ του +θυλακίου του, έκαστος δε των απερχομένων εισάγει μετά την χειραψίαν την χείρα +του εις το ιδικόν του θυλάκιον.</p> + +<p>Και ο συμβολικός ούτος αποχαιρετισμός επαναλαμβάνεται εικοσάκις.</p> + +<p>Τέλος απέρχονται πάντες, και ο υποψήφιος μένει μόνος μετά του Χασάν.</p> + +<p>Καθ' οδόν.</p> + +<p> — Τα είδες τα; λέγει μαδών τον πώγωνά του ο απαισιόδοξος Γιακούπ· +πάλιν μυστικά έχει ο Χασάν.</p> + +<p> — Αμ· τα ξεύρομε δα τα μυστικά του.....</p> + +<p> — Και πως τα ξεύρομε, τι βγαίνει; Αυτός τραβάει τον παρά, κ' εμείς +μετρούμε τους πούντους.</p> + +<p> — Ουφ, καϋμένε Γιακούπ, όλο πήταις ονειρεύεσαι!</p> + +<p> — Και δεν τρώγω ουδέ σημίτι. Αύτη είνε η γλύκα.</p> + +<p> — Ρώτησ' τον Χασάν, υπολαμβάνει παρεμβαίνων ο μικρός Μουχαδή, να +σου δώση τη ρετσέτα της πήττας</p> + +<p> — Αυτός, παιδί μου, λέγει άλλος, την ρετσέτα του την φυλάει μυστική· +την έχει κληρονομιά από τον πατέρα του, και δεν τρελλάθηκε να μας μάθη την +τέχνη. Είνε μάστορης που δεν βγάζει καλφάδες.</p> + +<p> — Μα τότε το λοιπόν είμαστ' εμείς κουτάβια;</p> + +<p> — Τώρα τώνοιωσες; φωνεί αγρίως και μαδά έτι βιαιότερον του πώγωνά +του ο Γιακούπ. Τώρα τώνοιωσες; Αν είχαμε εμείς ενός δραμιού μυαλό και δύο +δραμιών φιλοτιμία, θα μαζευόμαστε πρώτα ώμορφα ώμορφα μεταξύ μας, να +συννενοηθούμε, . . . και θα πηγαίναμε ύστερα 'ς του Κυρ Χαλέμ, να του πούμε +παστρικά . . . </p> + +<p> — Τι πράμμα; υπολαμβάνει τις των εταίρων, βλέπων διστάζοντα τον +Γιακούπ.</p> + +<p> — Τι πράμμα; απαντά ούτος, αφού επί στιγμήν εσκέφθη, ότι οι +δισταγμοί του ήσαν εντελώς ανόητοι, τι πράμμα; ότι θέλομε κ' ημείς μέταλλο! νά τι +πράμμα!</p> + +<p> — Δεν είνε 'ντροπή, καϋμένε;</p> + +<p> — Αν μας πάρη η 'ντροπή, φορούμε κόσκινα, απαντά άλλος, ενώ ο +Γιακούπ, απαθεστάτην έχων την λογικήν αυτού, καίτοι αγανακτεί η καρδία τον, +επιφέρει·</p> + +<p> — Γιατί ντροπή, κυρ Χακήμ; Αν ο Χασάν πουλεί κωλοφωτιαίς για +φανάρια, δεν έχομε τάχα κ' εμείς κωλοφωτιαίς για πούλημα;</p> + +<p> — Άλλο τίποτε, απαντά ο προλαλήσας, Κι' αν δεν της πουλήσωμε τώρα, +που άνοιξε το παζάρι, δεν ειξεύρω τι διάβολο θα ταις κάμωμε.</p> + +<p> — Ακούστε, βρε παιδιά, να σας 'πώ! λέγει ο Γιακούπ, απαράλλακτα ως +έλεγέ ποτε ο Δημοσθένης προς τους Αθηναίους: <b>δεηθήναι πάντων +υμών βούλομαι, τους λογισμούς άκουσαί μου διά βραχέων</b>. Ο κυρ +Χαλέμ φυσά.</p> + +<p> — Και παραφυσά! φωνεί ο χορός των περιεστώτων. </p> + +<p> — Δεν του φθάνει τώρα ο παράς, θέλει και δόξα. </p> + +<p> — Την θέλει! φωνεί ο χορός </p> + +<p> — Εμείς έχομε δόξα για πούλημα, αυτός έχει παρά για δόσιμο· το +λοιπόν τράμπα!</p> + +<p> — Τράμπα! φωνεί ο χορός. </p> + +<p> — Κι' αν κάμη τον κουφό; λέγει δειλώς ο μικρός Μουχαδή. </p> + +<p> — Κάνουμε κ' εμείς το στραβό, απαντά αποφθεγματικώς ο Γιακούπ.</p> + +<p> — Ο λόγος μας, που του δώσαμε;</p> + +<p> — Ας τον φυλάξη να παίξη 'ς την ύψωση, λέγει διαρρηγνύμενος εις +γέλωτα άλλος των εταίρων, πάλαι μεν ποτε περιάκτης πετρελαίου και θρυαλλίδων, +νυν δε μεσίτης εν τω χρηματιστηρίω της Ταγγέρης και κομματάρχης in partibus . . . +absentium.</p> + +<p> — Όχι δα, καϋμένε! υπολαμβάνει ο Χακήμ· αυτό δεν είνε τίμιο +πράγμα.</p> + +<p> — Κολοκύθια! απαντά ο Γιακούπ· θέλεις και τιμή και παρά, του λόγου +σου; και τη σούβλα άκαη και το αρνί ψημένο; Όταν τα βρης μαζή, μου δίνεις +είδησι.</p> + +<p> — Γεια σου μωρέ Γιακούπ! εσύ θα γείνης σπουδαίος άνθρωπος μια +μέρα, φωνεί ένθους ο πρώην θρυαλλιδοπώλης.</p> + +<p> — Το λοιπόν, επαναλαμβάνει λέγων ο μαροκηνός Δημοσθένης, όσοι με +καταλάβατε, και θαρρώ πως με καταλάβατε όλοι, γιατί όλοι έχετε ηλικία, . . . . +αύριο βράδυ 'ς του Μπενί-Αλλάχ την ταβέρνα! Σύμφωνοι;</p> + +<p> — Σύμφωνοι! απαντώσι πάντες σχεδόν οι συνοδοιπόροι, και +αφανίζονται εις το σκότος των στενών ατραπών της πόλεως.</p> + +<p>Εντός μικράς αιθούσης, κομψώς ηυτρεπισμένης, κάθηνται καπνίζοντες τρεις +<span class="sp"> οικοκυραίοι </span>της Ταγγέρης. Βία του εκπολιστικού ανέμου, +όστις επέπνευσε το +Μαρόκον, οι αγαθοί ούτοι αστοί κάθηνται σταυροποδητί επί ευρέος και +αναπαυτικού σοφά, ροφώσι σοβαροί τον ναργιλέν των, και ομιλούσιν απαθώς και +βραδέως, ως γνήσιοι αφρικανοί πολίται και του Μωάμεθ λάτρεις, πιστοί +διαμένοντες εις το πάτριον θρήσκευμα, με όλους τους άγγλους +ιεραποστόλους.</p> + +<p>Ανήκουσιν ως προείπομεν, και οι τρεις εις την τάξιν των οικοκυραίων, των +ανθρώπων δηλ. εκείνων, οίτινες ενδιαφέρονται κυρίως — ως λέγουσι τουλάχιστον +πανταχού του κόσμου οι της τάξεως ταύτης άνθρωποι — υπέρ της τάξεως, της +ησυχίας και της καλής διοικήσεως.</p> + +<p>Είς εξ αυτών είνε βιομήχανος, ο άλλος έμπορος, και ο τρίτος υπάλληλος του +μεταξύ Ταγγέρης και Αλγερίου σιδηροδρόμου. Φίλοι εκ παίδων και παλαιοί +συμμαθηταί, είνε πάντοτε σχεδόν σύμφωνοι, οσάκις συζητούσι περί πραγμάτων +ασχέτων προς τα ατομικά των συμφέροντα. Φρονούσι και οι τρεις, ότι η αγαθή του +δήμου των διοίκησις είνε πράγμα επιθυμητόν, ότι η χρηστότης των δημοτικών +υπαλλήλων είνε πράγμα ευκταίον, ότι ανάγκη εν παντί πατριωτισμού, τιμιότητος, +χρηστότητος, ικανότητος, και πολλών έτι άλλων οτήτων. Προκειμένου περί των +αφηρημένων τούτων πραγμάτων, ουδέποτε διεφώνησαν κατ' αρχήν οι καλοί ούτοι +φίλοι. Αλλ' η τρυφερά των αύτη ομοφωνία διασπάται δυστυχώς ενίοτε, οσάκις +πρόκειται περί πραγμάτων συγκεκριμένων, πολύ δε περισσότερον οσάκις, ως +συνήθως, ενσαρκούνται εις πρόσωπα τα συγκεκριμένα πράγματα.</p> + +<p>Τούτο ακριβώς συμβαίνει καθ' ην στιγμήν εισάγομεν τον αναγνώστην εις την +σοβαράν αυτών συνδιάσκεψιν.</p> + +<p> — Να σου ειπώ, αδελφέ, λέγει ο υπάλληλος προς τον βιομήχανον· εγώ +χρεωστώ την θέσιν μου εις τον Εδρίς. Μ' έσωσεν από την δυστυχίαν, μου έδωκε +ψωμί, μ' έκαμε και κουμπάρον. </p> + +<p> — Εννοείς, ότι θα ήτο μαύρη αχαριστία να μη του δώσω ψήφον! </p> + +<p> — Αφίνω, ότι το παιδί μου θα ήτον ακόμη στρατιώτης, αν δεν είχα την +προστασίαν του.</p> + +<p> — Όλ' αυτά δεν θα πουν ότι είνε καλός και διά δήμαρχος. Αγάπα τον +όσον θέλεις, είχε τον εις την προσευχήν σου, στέλνε του κανένα καλάθι χουρμάδες +. . . καλά και άγια! Αλλ' όποιος είνε καλός φίλος δεν θα πη πως είνε και καλός +δήμαρχος. Εσύ είσαι ο καλλίτερος φίλος μου· πρέπει λοιπόν να σε κάμω και +δήμαρχον;</p> + +<p> — Αυτά είνε αστειότητες.</p> + +<p> — Βέβαια είνε αστειότητες μήπως δεν είνε αστειότης να μου λέγης, ότι +θα ψηφοφορήσης τον Εδρίς διότι τον έχεις κουμπάρον;</p> + +<p> — Και συ τάχα, διατί ψηφοφορείς τον Ομέρ σε παρακαλώ;</p> + +<p> — Διότι είνε άνθρωπος τίμιος και πλούσιος, και 'ξεύρω πως δεν θα +κλέψη τα χρήματα του δήμου.</p> + +<p> — Θα τα κλέψουν άλλοι τριγύρω του, που είναι χειρότερον. Καλλίτερα +μία βδέλλα χονδρή, παρά εκατόν μικραίς. Κεφάλι, έχει κεφάλι;</p> + +<p> — Έξη αριθμό καπέλλο φορεί! λέγει παρεμβαίνων ο έμπορος.</p> + +<p> — Του λόγου σου το ξεύρω πως δεν σ' αρέσει, απαντά ο βιομήχανος, +αξιότιμος φανοποιός και μεσίτης οικοπέδων κατά τας ώρας της σχολής αυτού. Συ +θέλεις τον Χαλέμ, διότι . . . </p> + +<p> — Διότι είνε ο καλλίτερος απ' όλους.</p> + +<p> — Ο καλλίτερος διά σένα· το παραδέχομαι. Σου έβαλε κεφάλαια και +άνοιξες το κατάστημά σου· είνε φυσικόν . . . </p> + +<p> — Του τα πλήρωσα με τον τόκον, σαν εγγλέζος. </p> + +<p> — Τα πλήρωσες όταν είχες, και αυτός σου τάδωκε όταν δεν είχες, +υπολαμβάνει ο σιδηροδρομικός υπάλληλος. Δεν ημπορείς να πης ότι δεν του έχεις +υποχρέωσιν.</p> + +<p> — Υποχρέωσιν του έχω, αλλά δεν του δίδω δι' αυτό την ψήφον μου. Τον +θέλω διότι είνε άνθρωπος ικανός, είδε ξενόν κόσμον, κ' εσπούδασε και δύο χρόνια +εις το Παρίσι τα δημοτικά. </p> + +<p> — Πήρε και δίπλωμα;</p> + +<p> — Μπορεί· δεν ηξεύρω· απαντά σοβαρώς ο έμπορος, αλλά την +σοβαρότητά του ταράττει δυσαρέστως ο άσβεστος γέλως ον προκαλεί η απάντησίς +του.</p> + +<p> — Τι γελάτε; ερωτά πειραχθείς. Αστείον σας φαίνεται πράγμα που δεν +'ξεύρετε;</p> + +<p> — Μη το ματαπής αυτό, Χαλήμ, απαντά ο φανοποιός· όπου το πης θα +σε γελάσουν.</p> + +<p> — Ξεύρετε τι βλέπω εγώ; παρατηρεί ο υπάλληλος. Όλη η ομιλία μας θα +πάη του κάκου. Δεν θα συμφωνήσωμεν. Είμεθα και οι τρείς δεμένοι . . . και κανείς +δεν ημπορεί να λύση τον άλλον.</p> + +<p> — Και τι ανάγκην έχομεν, σε παρακαλώ; ερωτά ο έμπορος. Ανεξάρτητοι +άνθρωποι είμεθα· ημπορούμεν νομίζω να σκεφθούμεν . . . </p> + +<p>Και εξακολουθούσιν αληθώς συσκεπτόμενοι οι τρεις εκείνοι ανεξάρτητοι +οικοκυραίοι. Αλλ' η σύσκεψις αυτών, στρεφομένη εντός τον κύκλου, ον αμυδρώς +διεγράψαμεν, εις ουδέν αποβαίνει άλλο αποτέλεσμα, ή εις το παράδοξον τούτο: +να απόσχωσι και οι τρεις της ψηφοφορίας. Αφού μάτην έκαστος προσεπάθησε να +αναδείξη τα προτερήματα του υποψηφίου του υπέρτερα των άλλων, ετράπησαν +την εναντίαν οδόν, και ήρχισαν συζητούντες τα ελαττώματά των· η δε κακολογία +ήγαγε τέλος τους συνταγματικούς εκείνους πολίτας εις σημείον ομοφωνίας. Μη +κατορθώσαντες να υπερβάλωσιν αλλήλους πλειοδοτούντες, έφθασαν κατ' +ανάγκην εις το ανυπέρβλητον της μειοδοσίας όριον . . . — το μηδέν.</p> + +<p> — Παρ' τον ένα κτύπα τον άλλον! καθώς βλέπω, είπεν ο έμπορος, +σφραγίζων την συνδιάσκεψιν,</p> + +<p> — Έπειτα, αδελφέ, προσέθηκε μετά τινος μελαγχολίας ο φανοποιός, +δεν συλλογίζεστε και ταις εκατόν πενήντα κάλπαις; Βάλε 'βγάλε το χέρι μας, θα +πιασθούμε ως τα ύστερα. Ας μας λείψη εφέτος αυτή η διασκέδασις. </p> + +<p> — Ας μας λείψη!</p> + +<p>«Το ωραίον, τερπνόν και υψηλόν θέαμα της εκλογικής πάλης», ως γράφει +καθημερινή τις εφημερίς της Ταγγέρης, προσεγγίζει. «Η ημέρα της εξασκήσεως τον +ιερωτάτου και πολυτιμοτάτου δικαιώματος του συνταγματικού πολίτου», ως +γράφει άλλη, «επέστη».</p> + +<p>Μετά δύο ημέρας ανοίγουσιν αι κάλπαι των εκατόν πεντήκοντα υποψηφίων +δημάρχων, δημαρχικών παρέδρων και δημοτικών συμβουλίων του δήμου +Ταγγερίων, και οι δημόται πάντες, κατηχούμενοι και μη κατηχούμενοι, καλούνται +να εκλέξωσι τους άρχοντας αυτών τους δημοτικούς.</p> + +<p>Την φοβεράν αυτήν καλποστοιχίαν αδύνατον υπήρξε να περιλάβωσι τα +δημοτικά σχολεία και οι ναοί της πόλεως, διότι αμφοτέρων η χωρητικότης είχεν +υπολογισθή ανάλογος των ευλαβών αστών και των φιλομαθών παίδων της +Ταγγέρης, ουχί δε και των φιλοδόξων πολιτών της, ων ηύξησε μεγάλως τον +αριθμόν το νέον φιλελεύθερον πολίτευμα του Μαρόκου. Κατεσκευάσθησαν +λοιπόν επί τούτω ευρύχωρα και μεγάλα παραπήγματα, όπου παρετάχθησαν μεν +ήδη αι κάλπαι των υποψηφίων, δεν κινδυνεύουσι δε να πάθωσιν ασφυξίαν οι +μέλλοντες να παρευρεθώσιν εντός αυτών αντιπρόσωποί των, σφαιριδιοδόται, +εφορευτικαί επιτροπαί, και άλλοι υπάλληλοι, καθ' α εγνωμοδότησεν αρμοδίως το +ιατροσυνέδριον, αφού, εννοείται, έλαβεν υπ' όψιν ότι εν Ταγγέρη γίνεται +μεγαλειτέρα κατανάλωσις σκορόδων ή σάπωνος.</p> + +<p>Πάσα τοίχου γωνία φέρει από ημερών ήδη προσκεκολλημένα ποικιλόχρωμα +και πολύμορφα χαρτία, εφ' ων αποτυπούνται διά γραμμάτων μικρών ή μεγάλων — +αναλόγως της πεποιθήσεως ή της μετριοφροσύνης εκάστου — τα ονόματα των +υποψηφίων οτέ μεν συνοδευόμενα διά συντόμου σημειώσεως του επαγγέλματος +ή των προσόντων αυτών, οτέ δε συνοδεύοντα την προσωπογραφίαν των, ιλαράν +και προσμειδιώσαν. Οι υποψήφιοι αποτείνονται προδήλως διά των θεατρικών +τούτων προγραμμάτων εις τους γινώσκοντας γράμματα συνδημότας των· +λησμονούσι δε, ότι τα σχολεία της πόλεως απεδείχθησαν χωρούντα μαθητάς +ολιγωτέρους των υποψηφίων.</p> + +<p>Πάντα της πρωτευούσης τα οινοπωλεία και οψοπωλεία, — και αυτά έτι τα +ύπαιθρα πολλάκις οπτανεία, όθεν αρτύει συνήθως ο χειρώναξ τον άρτον του διά +δύο ή τριών τηγανιτών μαρίδων — κατέστησαν τόποι συνεντεύξεων και +διαπραγματεύσεων μεταξύ εκλογέων και υποψηφίων. Εκεί από πρωίας μέχρι +νυκτός τελούνται τρυφεραί και πολύσπονδοι υπ' αμφοτέρων<span class="sp"> αγάπαι +</span>. Εκεί +περιπτύσσεται εν συγκινητική κρασοκατανύξει τον τραπεζίτην ο χειρώναξ, και +φιλεί τον αγοραίον ο μοσχανάθρεπτος νεανίας, και ο χθες επηρμένος την οφρύν, +σφίγγει περιπαθώς την γλοιώδη χείρα του τυχόντος αλλαντοπώλου. Εκεί +ανταλλάσσονται υποσχέσεις βεβιασμέναι, και όρκοι ψευδείς, και απατηλαί +διαβεβαιώσεις. Εκεί προεξοφλούνται θέσεις και υπουργήματα, και ασφαλίζεται +των κλεπτών η ατιμωρησία, και των στρατευσίμων το ακαταδίωκτον, και πωλείται +η ψήφος αντί κερμάτων, και αγοράζεται η ευθηνή συνείδησις αντί ποτηρίου οίνου. +Εκεί — παράδοξον φαινόμενον· νομίζουσι πάντες ότι απατώσιν, ενώ απατώνται +πάντες. Εκεί υπόσχεται έκαστος, απόφασιν έχων να παραβή την υπόσχεσιν. Εκεί +πωλούσι χωρίς να παραδίδωσι το εμπόρευμα· εκεί αγοράζουσιν αέρα αντί αέρος +Και είνε πάντες ευχαριστημένοι . . . ότι εγέλασαν ο είς τον άλλον.</p> + +<p>Οι δραστηριώτεροι των υποψηφίων, όσους δεν εκούρασεν η από τριών ήδη +μηνών αρξαμένη εκλογική στρατεία, περιέρχονται έξαλλοι, απηυδηκότες και +ασθμαίνοντες τας αγυιάς και τας ρύμας της πόλεως, σύροντες όπισθεν αυτών +αποσπάσματα ιχνευμόνων εκλογικών. Οι ψηφοθήραι ούτοι σταματώσι τον +δυστυχή περιπλανώμενον Ιουδαίον, ούτινος έγειναν ciceroni ενώπιον πάσης +θύρας λησμονηθείσης κατά τας προτέρας εκδρομάς, και τον εισάγουσιν εις +έκαστον υπόγειον, ούτινος υποθέτουσιν ευμενείς τας διαθέσεις. Εδώ μεν ερωτά ο +υποψήφιος, πώς έχει η σύζυγος του εκλογέως, λεχώ από τριών ημερών, και +συγχαίρει επί τω νεογνώ· εκεί δε πληροφορείται ανήσυχος, αν προβαίνει τακτική +και ακίνδυνος η οδοντοφυία του μικρού. Παρά τούτον ζητεί ευμενώς πληροφορίας +περί των εργασιών και του εμπορίου του· εκείνον συλλυπείται συμπαθώς επί τω +θανάτω της μάμμης του· άλλου θωπεύει τον ώμον, και άλλους περαιτέρω φιλεύει +μίαν<span class="sp"> οκάν </span>εις<span class="sp"> τα όλα.</span></p> + +<p>Ο τύπος της πρωτευούσης χαίρων αναγράφει την ζωηράν αυτήν εκλογικήν +κίνησιν, και σεμνύνεται επί τω ενδιαφέροντι, όπερ επιδεικνύει ο λαός προς τον +επικείμενον αγώνα. Επαινεί την ησυχίαν και την τάξιν ήτις επικρατεί, και θεωρεί +ασήμαντα ολίγα τινά ξυλοκοπήματα, άτινα ανταλλάσσουσι πού και πού οι +θερμότεροι και φανατικώτεροι των ψηφοφόρων. Αν δ' ενίοτε, πλην των γρόνθων +και ράβδων, λύουσι και άλλα όπλα τας εκλογικάς διαμάχας των ταγγερίων, το +επίσημον αστυνομικόν δελτίον της πόλεως αποδίδει εις μέθην το λυπηρόν +γεγονός, και βεβαιοί ότι αυστηρά διετάχθη περί τούτου ανάκρισις.</p> + +<p>Ούτω δε δαρέντες και μη δαρέντες μένουσιν ευχαριστημένοι, και πάντες +προσδοκώσιν ευέλπιδες να εισέλθωσι την Κυριακήν εις την χαράν του Κυρίου +των.</p> + +<p> +Είνε παραμονή της μεγάλης ημέρας· πυκνός δε όχλος συνταγματικός πληροί τα +δωμάτια των ταλαιπώρων υποψηφίων.</p> + +<p>Ταλαίπωρα, τη αληθεία, και άξια οίκτου πλάσματα οι δυστυχείς αυτοί +υποψήφιοι!</p> + +<p>Αφού από πολλών ήδη εβδομάδων περιέδραμον πάσαν γωνίαν της πόλεως, +και εκόλλησαν τα ονόματα των εις πάσης τριόδου τους τοίχους, και έσχισαν εξ +αυτών των αντιπάλων των τα ονόματα· αφού εμεθύσθησαν εις έκαστον αυτής +καπηλείον και εξελιπάρησαν του εσχάτου αχθοφόρου την εύνοιαν· αφού +περιεπτύχθησαν πάντα εξώλη και προώλη, και εθώπευσαν πάσαν και την +ρυπαρωτάτην παρειάν· αφού υπεσχέθησαν και εψεύσθησαν, και εκολάκευσαν +όσους και όπως ηδυνήθησαν, πληρόνονται πάσαν εσπέραν διά του ιδίου +νομίσματος υπό των χρηστών εκλογέων, οίτινες πληρούσι τους οίκους αυτών.</p> + +<p>Και άλλοι μεν αυτών — οι πονηρότεροι και των πραγμάτων έμπειροι — +γνωρίζουσι τι σημαίνει η ένθους περί αυτούς συρροή. Μειδιώσιν εμφανώς τα +χείλη των, αλλά ναυτιά πιθανώς η ψυχή των. Οι πλείστοι όμως, όσους, αν δεν +απατά η απειρία, πλανά όμως πάντοτε η αυτάρκης πεποίθησις, δέχονται μετ' +ευγνωμοσύνης το κίβδηλον νόμισμα της ψευδούς αφοσιώσεως, δι' ου πληρόνει +τας αβαρείς αυτών επαγγελίας η παροίνιος ειλικρίνεια του πληρούντος τας οικίας +των συρφετού.</p> + +<p>Και σφίγγουσι λοιπόν αγαλλιώντες τας χείρας των κύκλω ζητωφωνούντων, και +εναγκαλίζονται περιπαθώς κομματάρχας και κομματαρχίσκονς, και επαγγέλλονται +<span class="sp">λαγούς με πετραχήλια</span> εις τους χλιαρωτέρους, και λαλούσι περί +πατριωτισμού και τιμιότητος προς πάντας, και συνιστώσι δραστηριότητα, και +χύνουσιν . . . οίνον πολύν εις την φλέγουσαν κύκλω εκλογικήν πυράν.</p> + +<p>Τοιαύτη περίπου η εκ περιωπής εικών των συμβαινόντων εν τω οίκω του Χαλέ- +αλ-Ταρίφ κατά την προτεραίαν της ψηφοφορίας εσπέραν.</p> + +<p>Αμέτρητον πλήθος πληροί τας αιθούσας του. Φίλοι και ενάντιοι, οπαδοί και +αντίπαλοι, αδιάφοροι, ετεροδημόται μη έχοντες δικαίωμα ψήφου, περιτρέμματα +στερούμενοι πολιτικών δικαιωμάτων . . . . πάντες ήλθον απόψε να πωλήσωσιν +όσον δυνατόν ακριβώτερα τον έσχατον του ενθουσιασμού των σπινθήρα.</p> + +<p>Αύριον η πανηγύρις τελειόνει, και όσοι πήραν, πήραν!</p> + +<p>Άλλοι εξ αυτών έχουσι σπουδαία να εκμυστηρευθώσι μυστικά εις τον +υποψήφιον· άλλοι θέλουσι να τον συμβουλεύσωσι κάτι, άλλοι να σώσωσι και +άλλοι να λάβωσιν οδηγίας. Πάντες δε σχεδόν έχουσι κάτι να ζητήσωσι, και το κάτι +αυτό είνε ως επί το πλείστον . . . ολίγο φως για τα παιδιά.</p> + +<p> — Αφέντη! λέγει ο είς, και σύρει αυτόν από του επενδύτου εις μιαν +γωνίαν. Ο Βεκήρ εις το τρίτον μας κόβει φοβερά. Πέρασε, σε παρακαλώ, αύριον το +πρωί, και . . . τράβα του κανένα εκατοστάρικο.</p> + +<p> — Χωρίς άλλο! ησύχασε. Είνε πράγμα που διορθόνεται. </p> + +<p> — Εις του Κερέμ την ταβέρνα, λέγει άλλος (και αυτός μυστικά, +εννοείται) πρέπει ν' αφήσωμεν αύριον μερικά λεπτά, να κερνά 'ς την υγειά σου! +Είνε αντικρύ 'ς την ψηφοφορία, και ο κόσμος μπαίνει βγαίνει αδιάκοπα. Είνε καλό +ν' ακούεται τ' όνομά μας.</p> + +<p> — Θύμισέ μου το αύριο, που θα περάσωμε από 'κεί.</p> + +<p> — Του λόγου τους, κυρ Χαλέμ, λέγει πλησιάζων νέηλυς άλλος, σύρων +κατόπιν του μικράν ομάδα ρακενδύτων και μονοσανδάλων, είνε παλληκάρια ένα κ' +ένα, που πεθαίνουν 'ς τώνομά σου. Περιποιήσου τα, σε παρακαλώ.</p> + +<p> — Να μου ζήσης! φωνεί πλησιάζων ο αρχηγός των παλληκαριών, και +προσθέτει ταπεινοτέρα τη φωνή·</p> + +<p> — Τα παιδιά διψούν! 'Ξελαρυγγίσθηκαν από χθες να φωνάζουν: Ζήτω! +Δεν μας κατρακυλάς λιγάκι μέταλλο, να τα δροσίσωμε;</p> + +<p> — Τι θέλετε να κάμη ο Χαλέμ-αλ-Ταρίφ; Ό,τι θα εκάμνατε ίσως και σεις, +αν ήσθε εις την θέσιν του.</p> + +<p> — Δεν πέρασες από του Εμίρ! παρατηρεί άλλος· και μας τον πήρε ο +Εδρίς!</p> + +<p> — Χρειάζεται ενέργεια εις το τέταρτον! υπολαμβάνει εισερχόμενος νέος +κομματάρχης. Μας έσπασε ο Ομέρ με τα χρήματα.</p> + +<p> — Κύτταξε το τμήμα σου, σε παρακαλώ, κραυγάζει ακούσας τον +λαλούντα ισχνός νεανίας, στρέφων μετά κόπου πολλού τον μόλις φυόμενον +μύστακά του· από το τέταρτο αύριο βράδυ θ' ακούσης τα νέα.</p> + +<p> — Ζήτω του δημάρχου! κραυγάζει αίφνης εισβάλλουσα εις την +αίθουσαν εν ορμή και αταξία ομάς μεθύσων, μόλις συγκρατουμένων εν +ισορροπία. Χαλέμ και άγιος ο Θεός!</p> + +<p> — Δόσε 'ς τα παιδιά να πιουν! φωνεί προς τον υπηρέτην ο υποψήφιος, +και παρέχει εαυτόν βοράν εις τας περιπτύξεις των οινοφλύγων.</p> + +<p> — Αυτοί έρχονται από του Ομέρ! λέγει ταπεινή τη φωνή εις τον γείτονά +του είς των παρακαθημένων,</p> + +<p>Δεν λησμονεί, ελπίζομεν, ο αναγνώστης, ότι Ομέρ είνε είς των υποψηφίων +δημάρχων.</p> + +<p> — Και πού το 'ξεύρεις; ερωτά ο γείτων.</p> + +<p> — Τους είδα! Κ' εγώ από 'κεί έρχομαι. Σώπα, να κάμωμε σεριάνι!</p> + +<p> — Βρε κατεργαρέοι! βροντοφωνεί αίφνης εγειρόμενος και πάλλων την +μαγκούραν του γιγαντόσωμος και ευρύστερνος κομματάρχης, εσείς δεν έχετε +ψήφο! Τι θέλετ' εδώ; έξω γλήγορα, να μη σας αργάσω το τομάρι!</p> + +<p>Οι νεήλυδες προσβλέπουσιν επί στιγμήν τον γίγαντα, θεωρούσι κύκλω τους +παρισταμένους, ανταλλάσσουσι βλέμμα συνεννοήσεως, και απέρχονται +κατησχυμμένοι, πτοηθέντες το ανάστημα του λαλούντος και τας διαστάσεις της +μαγκούρας του. — Δεν τους αφίνεις, αδελφέ; παρατηρεί ηπίως ο υποψήφιος. +Διατί να τους δυσαρεστήσωμεν;</p> + +<p> — Ας μας κόψουν το κρέδιτο! Φασκέλωσ' τα τα όρνια!</p> + +<p>Και απήλθον μεν εκείνα τα όρνια· παρέμειναν όμως έτι πολλά εν τη αιθούση +τον ταλαιπώρου Χαλέμ, και προσήλθον βραδύτερον πολύ περισσότερα.</p> + +<p>Η αγορά παρετάθη πλήθουσα πέραν του μεσονυκτίου· ότε δε ο δυστυχής +Χαλέμ κατεκλίθη, μόλις είχε την δύναμιν να στενάξη, εκ κόπου και αηδίας.</p> + +<p> +Η μεγάλη ημέρα ανέτειλε, και έδυσεν.</p> + +<p>Εκ των δεκακισχιλίων εκλογέων του δήμου Ταγγερίων επτάκις περίπου χίλιοι +προσήλθον εις τας κάλπας και ήσκησαν το ιερόν και πολύτιμον αυτών δικαίωμα. +Πώς το ήσκησαν, είνε περιττόν να ερωτήση ο Έλλην αναγνώστης, οικείος ήδη από +μακρού προς τα τοιαύτα τερπνά και υψηλά θεάματα,</p> + +<p>Εδάρησαν τινές, εμέθυσαν πλείονες, συνεπλάκησαν πολλοί, εφώναξαν, +εκραύγασαν ζήτω και γιούχα μετά πολλού ενθουσιασμού, αναλόγου προς το +πληρωθέν επί τούτω χρήμα, διημφισβήτησαν πολλάκις μετά ζέσεως την ψευδή +των ταυτότητα, και τέλος εψήφισαν, άλλοι άπαξ και άλλοι συχνότερον.</p> + +<p>Αι κάλπαι εκλείσθησαν, εφραγίσθησαν, και μετά μίαν ώραν ανοίγουσι +πάλιν.</p> + +<p style='text-align: center;'>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . </p> + +<p>Η διαλογή αρχίζει.</p> + +<p>Πάσα υποψηφίου δημάρχου οικία βρίθει περιέργων.</p> + +<p>Μ' όλους τους κόπους και τας αγρυπνίας, μ' όλας τας αηδίας των +παρελθουσών ημερών, οι πτωχοί υποψήφιοι έχουσιν έτι την δύναμιν να ίστανται +όρθιοι επί των επάλξεων, να μειδιώσι, να περιπατώσι και να δίδωσι τας τελευταίας +οδηγίας προς τους ταχυδρόμους, ους αποστέλλουσι κομιστάς ειδήσεων εις τα +διάφορα τμήματα της πόλεως. Είνε σχεδόν οι ίδιοι ως και χθες· μόνον ότι η καρδιά +των πάλλει περισσότερον και η χειρ των θωπεύει ολιγώτερον.</p> + +<p>Τας πέριξ τραπέζας κατέχουσι γραμματείς παντοδαποί, ποικίλοι την όψιν και +την ηλικίαν, έχοντες έκαστος προ αυτού φύλλα χάρτου χαραγμένα κατά σειράς και +στήλας ισαρίθμους προς τα τμήματα της πόλεως και τα ονόματα των υποψηφίων. +Στρέφουσι και περιστρέφουσιν εντός του στόματος την νεόκοπον άκραν του +μολυβδοκονδύλου των, και περιμένουσιν ανυπόμονοι να αναγράψωσιν εις τα +δελτία των τα αποτελέσματα της διαλογής.</p> + +<p>Εν τω μεταξύ τούτω, και μέχρις ου αρχίσωσιν αντηχούντα των ταχυδρόμων τα +αγγέλματα, ανακοινούσι μεγαλοφώνως τας ιδέας και πεποιθήσεις των περί του +πιθανού αποτελέσματος της εκλογής, και τα συμπεράσματά των ποικίλλουσιν, +εννοείται, αναλόγως του οίκου εν ώ γραμματεύουσιν.</p> + +<p> — Η εκλογή είνε δική μας! λέγουσιν οι γραμματείς του Χαλέμ.</p> + +<p> — Την εκλογήν την παίρνομε με χίλιους ψήφους, λέγουσιν οι του +Εδρίς.</p> + +<p> — Τους φάγαμε κ' έννοια σου! φωνούσιν οι του Ομέρ ούτινος το +θάρρος δεν φαίνεται περισσεύον.</p> + +<p> +Ας εκλέξωμεν ένα των εκλογικών τούτων οίκων και ας εισέλθωμεν. Πάντας είνε +αδύνατον να επισκεφθώμεν, αφού δεν είμεθα εκλογείς.</p> + +<p>Ας προτιμήσωμεν τον Χαλέμ, ούτινος λεπτομερέστερον μέχρι τούδε +παρηκολουθήσαμεν τον αγώνα. Ο υποψήφιος μας υποδέχεται ευμενώς, μας +σφίγγει την χείρα, και μας ερωτά ασθενεί τη φωνή αν ηξεύρομεν τίποτε.</p> + +<p>Ημείς, εννοείται, δεν ηξεύρομεν τίποτε, και σιωπώμεν.</p> + +<p>Αίφνης ανοίγει βιαίως η θύρα, και αγυιόπαις ρυπαρός και ανυπόδητος +εισβάλλει εις την αίθουσαν ασθμαίνων και μόλις κατορθών να φωνήση·</p> + +<p> — Χίλιους τρακόσιους εξήντα εις το πρώτον!</p> + +<p>Ζήτω! μυριόστομον βροντά εν τη αιθούση, και τα μολυβδοκόνδυλα των +γραμματέων καταπίπτουσιν όλα συγχρόνως επί των δελτίων, και ο υποψήφιος, +λιπόθυμος σχεδόν εκ της χαράς, καταφιλεί την άπλυτον μορφήν τον μικρού +ταχυδρόμου, και αμείβει γενναίως την χαρμόσυνον είδησιν.</p> + +<p>Ο αγυιόπαις τρέπεται δρομαίος εις φυγήν· αν ήτο δε δυνατόν να τον +παρακολουθήση τις, θα τον έβλεπε μετά μικρόν εισερχόμενον εις άλλου +υποψηφίου οικίαν, και θα παρίστατο μάρτυς της αυτής απαραλλάκτως σκηνής, +ομοίως επαναλαμβανομένης.</p> + +<p>Μετά μικρόν άλλο άγγελμα:</p> + +<p> — Εννηακόσιους ογδοήντα εις το τέταρτον!</p> + +<p>Και τα ζήτω! επαναλαμβάνονται, και γράφουσιν οι γραμματείς, και πληρόνει ο +υποψήφιος.</p> + +<p> — Τελείωσε! λέγει είς των γραμματέων· η εκλογή είνε δική μας. Εις το +τρίτον είμεθα πρώτοι, εις το πέμπτον . . . . . </p> + +<p>Αλλά διακόπτει την ενθουσιώδη απαρίθμησιν είς των επί τούτω απεσταλμένων +εις την διαλογήν ταχυδρόμων, εισερχόμενος μελαγχολικός, και ιστάμενος άφωνος +παρά την θύραν.</p> + +<p> — Α! να ο Αλής! λέγει ο υποψήφιος. Από πού έρχεσαι;</p> + +<p> — Από το πρώτον. Μας έφαγαν οι άτιμοι!</p> + +<p> — Πώς; παρατηρεί συρίζουσα η οξεία φωνή ενός των γραμματέων. +Χίλιους τριακόσιους εξήντα πήραμε, και . . . . .</p> + +<p> — Κολοκύθια! ποιος σας τα είπε; Εξακόσιους τριάντα πήραμε όλους +όλους. Νά το αποτέλεσμα. Το έχω από το πρωτόκολλον της επιτροπής. Οι +γραμματείς σβύνουσι τους αριθμούς των, ο υποψήφιος αισθάνεται ότι κάπως +εκουράσθη, και κάθηται εις μίαν γωνίαν, ο δε ταλαίπωρος ταχυδρόμος, εις ον +ουδείς . . . ουδείς ευρέθη να προσφέρη έν σιγάρον, σύρει την πενιχράν του +καπνοθήκην, και περιτυλίσσει έν μελαγχολικώς εκ του ιδίου του καπνού.</p> + +<p> — Μήπως παράκουσες, αδελφέ; ερωτά είς των παρισταμένων.</p> + +<p> — Άφησέ με, σε παρακαλώ, και με φθάνει . . . Άλλο δεν λέγει.</p> + +<p>Δεν παρέρχονται δυο λεπτά, και καίει έτι το απαίσιον άγγελμα, ότε εισέρχεται +βραδυπατών άλλος κακών άγγελος και κάθηται σιωπηρός επί μιας καθέδρας.</p> + +<p> — Πού ήσουν, Μελήκ, ερωτά ο υποψήφιος, και η φωνή του μόλις +ακούεται.</p> + +<p> — Εις το τρίτον.</p> + +<p> — Αι; φωνούσι συγχρόνως ανορθούμεναι πάσαι των γραμματέων αι +κεφαλαί.</p> + +<p> — Εξακόσιους. . . . ογδοήντα. . . . πέντε.</p> + +<p>Και ο τόνος της φωνής του ηχεί ως η ακροτελεύτιος επικήδειος φράσις: +<span class="sp"> Γαίαν έχοι ελαφράν</span>.</p> + +<p> — Χίλιους οχτακόσιους εις το τρίτον! κραυγάζει την στιγμήν εκείνην, +εισορμών εις την αίθουσαν παιδάριον ρακένδυτον.</p> + +<p>Αλλά μόλις είχε τελειώσει την φράσιν του ο ταλαίπωρος παις, και ράπισμα +ισχυρόν ακούεται πλαταγίζον επί της παρειάς του.</p> + +<p> — Νά και μία παραπάνω, να γείνουν χίλιοι οχτακόσιοι ένας! φωνεί +εγειρόμενος έξαλλος ο προ μικρού εισελθών. Κατεργάρη!</p> + +<p>Το παιδίον συναισθάνεται, φαίνεται, ότι δεν έχει το δικαίωμα να κλαύση, και +φεύγει δρομαίον μεν αλλ' απαθές και ατάραχον.</p> + +<p>Ήτο το τελευταίον. Ουδείς πλέον ανήλικος ταχυδρόμος επάτησε την φλιάν της +θύρας του Χαλέμ την εσπέραν εκείνην.</p> + +<p> — Να εξακολουθήσωμεν; Ο αναγνώστης μαντεύει την συνέχειαν.</p> + +<p>Οι άγγελοι των αποτελεσμάτων γίνονται ολονέν σπανιώτεροι. Οι γραμματείς +αρχίζουσι να νυστάζωσι και απέρχονται ο είς μετά τον άλλον, λέγοντες πού και +πού εις τον υποψήφιον· Να ιδούμε και τα χωριά, . . . το πρωί! Τα χωριά θα μας +σηκώσουν!</p> + +<p>Και μεταβαίνουσι κατά πάσαν πιθανότητα εις άλλου υποψηφίου οικίαν, ον +εσήκωσεν ήδη η πόλις.</p> + +<p>Οι παριστάμενοι αραιούνται, η οικία του υποψηφίου γίνεται ησυχωτέρα, οι +θόρυβοι της οδού καταπαύουσι, φωνή κύκλω δεν ακούεται, και ο ταλαίπωρος +Χαλέμ ναρκούμενος υπό του κόπου αποκοιμάται εις την γωνίαν του, και υπνώττει +χάλκινον ύπνον.</p> + +<p>Αλλ' αίφνης εν βαθεία νυκτί ανατινάσσεται όρθιος από του ανακλίντρου του, +τρίβει τους οφθαλμούς, σείει την κεφαλήν, τείνει το ους προς την οδόν, και δεν +ηξεύρει τι κρότος παράδοξος και απαίσιος είνε ο ταράττων την ησυχίαν της +νυκτός.</p> + +<p>Προσέχει περισσότερον, ανοίγει σιγά το παράθυρον, εξάγει την κεφαλήν του, +και βλέπει μολοσσόν υπερμεγέθη γοερώς ωρυόμενον, και σύροντα παταγωδώς +επί του λιθοστρώτου κολοσσιαίον αγγείον εκ λευκοσιδήρου, προσηρτημένον εις +την ουράν του.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΤΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑ ΤΟΥ ΜΙΜΙΚΟΥ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn4' id='ref4'>4</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Αν την πρωίαν της παραμονής του έτους 1859 υπήρχον εν Αθήναις νέοι +στενοχωρημένοι και αδημονούντες διά την κενότητα του πουγγίου των — και θα +υπήρχον βεβαίως πολλοί — , ο μάλλον εξ αυτών αδημονών ήτο κατά πάσαν +πιθανότητα ο Δημήτριος Ξυδάκης.</p> + +<p>Πριν ή όμως γνωρίση ο αναγνώστης το αίτιον της στενοχωρίας του ήρωός μου, +καλόν είνε να γνωρίση αυτόν τον ίδιον.</p> + +<p>Ο Δημήτριος ή Μιμίκος, ως αποκαλούσιν αυτόν θωπευτικώς οι οικείοι του, +τουτέστιν η γραία μήτηρ του, ο πολύ πρεσβύτερος αυτού αδελφός του και η +ολίγον νεωτέρα του αδελφή είνε εικοσαετής περίπου νεανίας, ισχνός, ωχρός, με +μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και μακράν καστανήν κόμην, την οποίαν χτενίζει +μεν, όταν εξέρχεται της οικίας, κατά το πολωνικόν σχήμα, ήτοι εις π ό λ κ α ν, ως +εκάλουν οι καλλωπισταί του τότε καιρού τον συρμόν αυτόν της κομμώσεως, +διατηρεί όμως κατ' οίκον ανάτριχον πάντοτε και ατημέλητον, εκ φυσικής και +ακαταμαχήτου νωθρότητος. Διότι ο Μιμίκος είνε δυστυχώς νωθρός, πολύ νωθρός. +Εγείρεται συνήθως αργά, διότι αργά και κατακλίνεται, αργότερα δε και +αποκοιμάται, συνήθειαν έχων να αναγινώσκη εις την κλίνην του μυθιστορημάτων +μεταφράσεις, τας οποίας διά πολλού κόπου προμηθεύεται παρά των οικείων και +φίλων.</p> + +<p>Κατά τους χρόνους του Μιμίκου δεν ήσαν άφθονα και πρόχειρα ουδ' +ευαπόκτητα τα μυθιστορήματα όσον σήμερον, ότε η κερδοσκόπος βιβλιοκαπηλεία +προσφέρει αυτά κατά δόσεις ευπρόσιτους εις το δεκάλεπτον παντός κέπφου +διψώντος πνευματικήν ψυχαγωγίαν. Εκοπία λοιπόν ο Δημήτριος πολύ εις +προμήθειαν του επιουσίου μυθιστορικού του άρτου, και κατηνάλισκεν αυτόν μετά +πολλής οικονομίας, αναγινώσκων μόνον το εσπέρας, υπό το φως αναιμικής και +καπνιζούσης λυχνίας, οποίαν μόλις επέτρεπον εις αυτόν τα ουχί συνήθως άφθονα +οικονομικά της οικίας του, ων κύριον πυρήνα απετέλει ο μισθός του αδελφού του +Γεωργίου, υπουργικού γραμματέως πρώτης τάξεως. Έβοσκε γοητευμένος, εφ' όσον +εφώτιζε την γοητείαν του το έλαιον του λύχνου, εις τας μαγικάς πρασιάς των +<span class="sp"> Τριών Σωματοφυλάκων</span>, των<span class="sp"> Επτά +θανασίμων αμαρτημάτων </span>και της<span class="sp"> Μαλβίνας</span>, + και ότε τέλος η περισσότερον αυτού νυστάζουσα θρυαλλίς +ήρχιζε να αναδίδη καπνόν μάλλον ή φως, έκλειεν εκείνος τους οφθαλμούς και +εξηκολούθει εν ονείρω την φανταστικήν του βοσκήν, ουδεμίαν έχων μέριμναν ή +φροντίδα περί της αύριον, δυναμένην να ταράξη των ύπνων του την μακαριότητα. +Διότι έργον ο Μιμίκος δεν είχεν.</p> + +<p>Ήτο μεν από ικανών ήδη ετών φοιτητής της Νομικής σχολής του +Πανεπιστημίου· αλλ' ήλπιζεν εκ της επιφοιτήσεως του αγίου πνεύματος εις την +κεφαλήν αυτού· πολύ πλειότερον, ή όσον προσεδόκα εκ της ιδίας αυτού +φοιτήσεως εις τας παραδόσεις των καθηγητών του. Και δεν είχε μεν έτι τότε η +μεγάλη πλειονοψηφία των ακαδημαϊκών πολιτών τελειοποιήσει την μέθοδον των +άνευ φοιτήσεως αποδείξεων και των άνευ ακροάσεως εξετάσεων· ήσαν δε ακόμη +άγνωστα τα νομικά φροντιστήρια, άτινα επιτηδεύουσι σήμερον την εντός ολίγων +εβδομάδων αναπλήρωσιν των εν τοις ωδικοίς καφενείοις αναλισκομένων συνήθως +ακαδημαϊκών εξαμήνων· ουδέ είχεν έτι πολλαπλασιάσει η κερματοθηρία των +εκδοτικών καταστημάτων τας εντύπους περιλήψεις των πανεπιστημιακών +παραδόσεων προς χρήσιν των χρηστών της πατρίδος ελπίδων. Αλλ' ο Μιμίκος, +προτρέχων της εποχής του, απετέλει μέρος ευαρίθμου προοδευτικής ομάδος +φοιτητών, οίτινες επροτίμων ήδη τότε το καφενείον μάλλον ή τα ακροατήρια του +Πανεπιστημίου, και έκρινον το σφαιριστήριον πολύ ψυχαγωγικώτερον της +ακροάσεως και γραφής των επιστημονικών διδαγμάτων. Εξήρχετο αργά του οίκου, +και κατηυθύνετο μεν, — ως έλεγεν εις την γραίαν μητέρα του· εις το μάθημα, +παρελάμβανε δε, ως αθώους ψευδομάρτυρας και φύλλα τινά χάρτου αγράφου, +συνεσπειρωμένα εις κύλινδρον και τυλιγμένα εντός κυανού περικαλύμματος, εφ' +ων έμελλε δήθεν να καταγράψη τα σοφά βήματα των καθηγητών αυτού· αλλ' άμα +φθάνων εις τα βραχώδη τότε προπύλαια του επιστημονικού τεμένους, +εξηκολούθει, οτέ μεν μόνος, οτέ δε μετ' ομόφρονος συντρόφου, την βραχώδη +προς τον Λυκαβητόν ανάβασιν, και καθήμενος εκεί εν μέσω θύμων και +ασφοδέλων, εκάπνιζεν, εφ' όσον επήρκει ο λαθροχειρισθείς αδελφικός καπνός, +και περιέφερεν εική τα βλέμματα επί το πρωινόν πανόραμα της πόλεως και τα +μαρμαίροντα πέραν γλαυκά νώτα του Σαρωνικού, έμενεν εκεί ούτω πολλάκις ώραν +μακράν, ημικλείστους έχων τους οφθαλμούς και σύνοφρυ το μέτωπον, οιονεί +εντυπώσεις ταμιεύων ως έλεγεν ασμένως ο ίδιος — , αίφνης δε, σείων αποτόμως +την κεφαλήν και ανατινάσσων την λιπαράν του πόλκαν, εφαίνετο ως συλλαβών +προσιπταμένην έμπνευσιν, και ανοίγων τον χάρτινον κύλινδρόν του έγραφε διά +μολυβδίδος σειράς ανίσους το μήκος, έσβυνε τα γραφέντα, έβρεχε το άκρον της +μολυβδίδος εις τα χείλη του, εκάπνιζεν, έξυε τους κροτάφους του, και έγραφε +πάλιν άλλα, πολλάκις δε και απήγειλλε μετ' αυταρέσκου μειδιάματος τα +γραφέντα, μεγαλοφωνών ρυθμικώς τας ομοιοκαταλήκτους κατακλείδας των +στίχων του.</p> + +<p>Ο Μιμίκος έγραφε στίχους· διότι ήτο — ενόμιζε τουλάχιστον ότι ήτο +ποιητής.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ποιητικός και ρωμαντικός έπνεεν εν Αθήναις ο άνεμος κατά τους χρόνους +εκείνους· πας δε σχεδόν έφηβος μείραξ, εις ου το χείλος ήρχιζε να επανθή ο +πρώτος νεανικός χνους, είχε να φοβήται, μετά την ίλερην και ανεμοβλογιάν των +παιδικών ετών, την στιχουργικήν επιδημίαν της εφηβικής ηλικίας. Αλλ' ήτο +ευτυχώς ηπίου χαρακτήρος και πάντη ανώδυνος η στιχοπάθεια του τότε καιρού, +ουδ' ωμοίαζε προς τον κακοήθη πυρετόν της αποκαλυπτικής χρησμολογίας, ήτις +κατατρύχει ως επί το πολύ τους σημερινούς ποιητικούς ιεροφάντας. Περιωρίζετο +συνήθως εις ακροστιχίδας, προέβαινεν ενίοτε εις εξύμνησιν της αργυράς σελήνης +και της εσπερινής αθώας αύρας, ή και απεθρασύνετο μέχρι περιπαθούς +θρηνωδίας προς φανταστικήν ερωμένην, σπανίως δε σπανιώτατα ανεκλαδούτο εις +επικολυρικόν τι μυθολόγημα, κατά κρατούντα τότε βυρώνειον συρμόν.</p> + +<p>Οι στιχοπλόκοι νέοι, τρόφιμοι ως επί το πλείστον του Λαμαρτίνου και του +Ουγκώ, είχον μελαγχολικώς ερωτόβλητον την φαντασίαν· έκαιον δε σχεδόν +πάντοτε το θυμίαμα της ποιήσεως αυτών επί του βωμού φανταστού τινος +ερωτικού ειδώλου, εν ελλείψει υπαρκτού, διότι προς πραγματικήν ερωμένην +σπανίως που ετόλμα να ατενίση η αιδήμων δειλία της τότε άρρενος νεολαίας, ήτις +δεν είχεν έτι ποτισθή εις τα λιμναία ύδατα της πραγματικής σχολής. Αν δε που +τολμηροτέρα τις φύσις είχε το θάρρος να αναβλέψη προς την μορφήν ωραίας +νεάνιδος, το έκτακτον αυτό θάρρος σπανίως ήτο μεμονωμένον. Οι πραγματικοί +έρωτες εγίνοντο τότε συνήθως εν συνεταιρισμώ, όστις θα φανή μεν βεβαίως +παράδοξος αν μη και μωρός εις την σημερινήν πρακτικήν γενεάν, ήτο φυσικώτατος +όμως εις την ιδεολογούσαν και ρωμαντικώς νεφελοβάμονα νεότητα του τότε +καιρού. Αι αξιώσεις των εραστών εκείνων ήσαν μετριώταται, η δε λατρεία, ην δύο +και τρεις πολλάκις νεανίαι προσέφερον από κοινού εις τον βωμόν μιας και της +αυτής θεότητος, απετελείτο συνήθως εκ φλογερών βλεμμάτων και βαθέων +στεναγμών, και εμακάριζεν εαυτήν, οσάκις ημείβετο δι' ενός αορίστου ή και +διφορουμένου μειδιάματος. Οι γενναιότεροι έφθανον μέχρις ακροστιχίδος, και οι +ευτυχέστεροι εταμίευον επί της καρδίας των την έγγραφον απόδειξιν της +παραλαβής της. Αν δέ τις των εταίρων κατώρθονε ποτέ και να χορεύση μετά του +ειδώλου της καρδίας του εις μικράν τινα οικογενειακήν ομήγυριν, εξ εκείνων ας +συνήγε τότε η πρόφασις χορευτικής ασκήσεως περί την κιθάραν του μακαρίτου +Πολλάτου, η μακαριότης του ευδαίμονος εραστού εκέντριζεν απλώς εις νέους +ανωδύνους στεναγμούς την ζηλοτυπίαν των συνεραστών αυτού, αλλά δεν είχε και +τραγικώτερα επακόλουθα. Ήλπιζων οι άλλοι, ότι θα ήρχετο και αυτών η σειρά, και +εφθόνουν προς ώραν, αναμένοντες να φθονηθώσι βραδύτερον.</p> + +<p>Εις τοιαύτας όμως ερωτικάς κοινοπραξίας δεν συγκατήρχετο πλέον ο Μιμίκος. +Η ηλικία του είχε καταστήσει αυτόν τολμηρότερον, η δε καρδία του, πεποίθησιν +έχουσα εις της ποιήσεως τα ιστία και το βαρύ των στίχων του έρμα, απέφευγε τους +συμπλωτήρας και ηρκείτο ερωτοδρομούσα μόνη.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο Μιμίκος προσέφερεν από τριών ήδη μηνών το θυμίαμα της λατρείας του εις +ξανθήν δεκαεπταετή φίλην της αδελφής αυτού, την καστανόφθαλμον +Μαριγούλαν, ην είχε γνωρίσει εσπέραν τινά εις φιλικήν οικίαν, όπου επαίζετο +<span class="sp"> δακτυλιδάκι</span>. Η θέρμη των πληγών, όσας εδέχθησαν οι +παλάμαι του υπό του +στρόμβου της γελαστής νεάνιδος, ανέδραμε ταχεία εις την καρδίαν του, και το +ευχάριστον αυτής θάλπος κατέκλυσε τα στήθη του δι' αρρήτου ευδαιμονίας. Από +της ημέρας δ' εκείνης οι στίχοι του Μιμίκου, λησμονήσαντες και αυγερινόν και +σελήνην, ήρχισαν ψάλλοντες τον νέον αστέρα της Μαρίας.</p> + +<p>Μάτην η πολύ αυτού θετικωτέρα αδελφή του Ελένη, ήτις εμάντευσε τα +συμβαίνοντα, απεπειράθη να τον φωτίση διά πλαγίων υπαινιγμών περί της +γνωστής — ως έλεγεν — ερωτοτροπίας της νέας ποιητικής του φλογός, και της έτι +γνωστοτέρας πληθύος των λατρευτών της. Ο Ιωάννης Τριφίλης, υιός πλουσίου +εμπόρου, και γνώριμος, σχεδόν φίλος του Μιμίκου, ον η αδελφή του παρίστα ως +τον κατ' εξοχήν ευνοούμενον εκ της πλειάδος των δορυφόρων της Μαρίας, δεν +επτόει ούτε απεθάρρυνε τον ποιητήν. Δεν εφαντάζετο καν ο Μιμίκος, ότι η +έκφρασις των μεγάλων του οφθαλμών και οι καστανοί του βόστρυχοι θα +εκινδύνευον ποτέ να νικηθώσιν υπό της κοινής μορφής και της εν είδει ψήκτρας +κουρευμένης κόμης του Τριφίλη. Τον ανησύχει μεν ολίγον — είνε αληθές — η επί +της καρδίας της Μαριγούλας πιθανή επίδρασις του γοήτρου πλουσίου +κληρονόμου, οποίον ήτο αναντιρρήτως το μόνον γόητρον του λεγομένου +αντιζήλου του· αλλά τι εσήμαινεν αυτό — διελογίζετο αμέσως ο ιδεολόγος νεανίας +— απέναντι του ποιητικού πλούτου της ιδικής του ψυχής; Ο Τριφίλης δεν ήτο +ποιητής! Το εγνώριζε δε τούτο ο Μιμίκος, όστις πολλάκις από των ψιχίων της +στιχουργικής του τραπέζης είχεν ελεήσει δι' ενός τετραστίχου τας κατά καιρούς +ερωτικάς εξομολογήσεις του φίλου του. Διά τούτο δε και ότε ημέραν τινά ο +Γιάγκος, εν ώρα φιλικών εκμυστηρεύσεων, ήνοιξε και πάλιν την καρδίαν του εις +τον Μιμίκον, και έδειξεν αυτήν θερμαινομένην εις τας ακτίνας νέου ερωτικού +ηλίου, και εζήτησε τέλος παρ' αυτού μίαν περιπαθή ακροστιχίδα εις το γλυκύ +όνομα της Μαρίας, ο ποιητής έρριψεν εις αυτόν ανεκφράστου αυταρκείας βλέμμα, +και τον ηρώτησε μορφάζων μάλλον ή μειδιών·</p> + +<p> — Εις Μαρίαν θέλεις ακροστιχίδας;</p> + +<p> — Ναι· παράξενον σου φαίνεται; αντηρώτησεν ο φίλος απορών.</p> + +<p> — Παράξενον μόνον; Θρασύ μου φαίνεται! εβροντοφώνησεν ο +Μιμίκος.</p> + +<p>Ο Γιάγκος εκλονίσθη ολίγον εκ της βιαιότητος του επιφωνήματος, πριν ή δε +προφθάση να εξηγηθή, υπέλαβεν αγανακτών ο ποιητής.</p> + +<p> — Αι φίλτατε, πολύ απλούς είσαι, αν νομίζης, ότι θα σου δώσω όπλα, +διά να με πολεμήσης. </p> + +<p> — Να σε . . . </p> + +<p> — Ναι! να με πολεμήσης! Δεν γνωρίζεις τάχα, τι συμβαίνει εδώ; και ο +Μιμίκος έπληξε θεατρικώς το αριστερόν μέρος του στήθους του· ή μη τυχόν +νομίζεις, ότι θα γείνωμεν συνεργάται; αν το νομίζης, είσαι μωρός! αν δεν το +νομίζης, και όμως μου ζητείς στίχους, το θράσος σου δεν έχει όρια!</p> + +<p>Εννοείται ότι ο διάλογος των δυο φίλων ετραχύνθη, και απέληξεν εις ρήξιν, +ήτις διήρκει από δύο ήδη μηνών, ότε την παραμονήν της πρώτης του έτους +απηντήσαμεν άθυμον και μελαγχολικόν τον Μιμίκον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο λάτρις της Μαριγούλας ηγέρθη προ μικρού της κλίνης, αν και η ώρα είνε ήδη +δέκα, και κάθηται κατηφής και περιεσκεμμένος προ μικρού τραπεζίου, άνιπτος έτι +και αχτένιστος· και οτέ μεν χασμάται, ωσεί εμπαίζων τον δεκάωρον ύπνον του, οτέ +δε διατείνει νωχελώς τους βραχίονας και ανακάμπτει αυτούς υπέρ την κεφαλήν +του, οιονεί αγωνιζόμενος να αποσείση την κατέχουσαν το πνεύμα του νάρκην.</p> + +<p>Έχει προ αυτού αριστερά μεν κυαθίσκον μαύρου καφέ, όπου βουτά μηχανικώς +τεμάχιον άρτου, δεξιά δε φύλλον χαρτίου λευκού, εφ' ου, διακόπτων το λιτόν +αυτού πρόγευμα, χαράσσει εκ διαλειμμάτων ολίγας λέξεις. Ενίοτε σταματά, +στρέφει έν σιγάρον από πενιχρών τινων συντριμμάτων καπνού, άτινα +υπολείπονται εις τους μυχούς κωνοειδούς χαρτίνου θυλακίου, χαίνοντος +μελαγχολικώς επί της τραπέζης, ροφά εκ βάθους πνευμόνων τον αναδιδόμενον +καπνόν, και παρακολουθεί δι' αλλόφρονος βλέμματος τας ηρέμα διαλυομένας +κυανάς του έλικας. Έπειτα γράφει πάλιν, αφίνει τον κάλαμον χάριν του καφέ, και +τούτον χάριν του σιγάρου, και στηρίζων την κεφαλήν του εις τους αγκώνας του +βυθίζεται εις σκέψεις.</p> + +<p>Ο βλέπων αυτόν ούτως εσκεμμένον και άθυμον θα υπέθετεν ίσως, ότι ο +Μιμίκος γράφει στίχους, και μάτην θηρεύει δύσκολόν τινα ομοιοκαταληξίαν εις +τελείωσιν του στίχου του. Αλλ' ο Μιμίκος δεν γράφει στίχους την φοράν αυτήν· +γράφει απλούστατα πεζήν επιστολήν, και την έχει σχεδόν τελειώσει. Ιδού δε τι +γράφει·</p> + +<p><i>Φιλτάτη Μαρία,<br/><br/> + +Σου εύχομαι το νέον έτος, και η ευχή μου αυτή είναι εγκάρδιος, διότι γνωρίζης +ότι η ευτυχία σου είναι ευτυχία μου. Σε παρακαλώ δε να μου επιτρέψης να +συνοδεύσω την ευχήν μου αυτήν με έν μικρόν ενθύμημα . . </i></p> + +<p>Εις την λέξιν αυτήν είχε σταματήσει ο νέος, αφού πολλάκις την έσβυσε και την +αντικατέστησε δι' άλλης και πάλιν την έγραψε. Την έσβυνε δε, όχι διότι δεν του +ήρεσκεν η λέξις και εζήτει άλλην προσφορωτέραν, όχι διότι του έλειπε νόημα η +έκφρασις, αλλά διότι του έλειπε δυστυχώς αυτό εκείνο το πράγμα, διά του οποίου +ήθελε να συνοδεύση τας τρυφεράς προς την Μαρίαν ευχάς του.</p> + +<p>Όσοι ποτέ ευρέθησαν εις την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου, θα εννοήσωσι +βεβαίως και θα λυπηθώσι τον πτωχόν — κυριολεκτικώς — ποιητήν. Συνησθάνετο, +ότι καθήκον είχεν απαραίτητον να στείλη επ' ευκαιρία της πρώτης του έτους εις +την εκλεκτήν της καρδίας του μικρόν τι δώρον, έστω πενιχρόν, ασήμαντον, αλλά +δώρον όμως οιονδήποτε. Πού να το εύρη όμως το δώρον αυτό, και πόθεν και πώς +να το προμηθευθή; Το χρήμα, και υπ' αυτήν την κοινωτάτην και χυδαιοτάτην της +δεκάρας μορφήν, ήτο σπάνιος των θυλακίων του ξένος. Τα ολίγα δε χάλκινα +κέρματα, άτινα μηχανικώς εμέτρει την στιγμήν εκείνην η χειρ του εντός του +θυλακίου της περισκελίδος του, χωρίς να κατορθόνη να τα αυξήση από τεσσάρων +εις πέντε, δεν ήρκουν ούτε διά μίαν ανθοδέσμην ούτε δι' ένα χάρτινον σάκκον +σακχαρωτών. Η αμηχανία τον αύτη κατέτρυχεν ήδη από πολλών ημερών τον +ταλαίπωρον Μιμίκον διά παντοειδών ακάρπων συλλογισμών, η δε ποιητική του +εύρεσις, η τόσον γόνιμος ομοιοκαταληξιών, είχεν αποδειχθή στείρα και ενός +μόνου ταλλήρου.</p> + +<p>Είχεν ελπίσει προς στιγμήν ο πτωχός ποιητής, ότι διανομείς τινες εφημερίδων, +συνήθης πελάται της Μούσης του κατά τας παραμονάς της πρώτης του έτους, θα +ήρχοντο και πάλιν να του ζητήσωσι τας αναποφεύκτους προς τους συνδρομητάς +των στιχηράς προσφωνήσεις, και ότι θα ελάμβανεν ούτως ευκαιρίαν να υποδείξη +εις αυτούς επιτηδείως, ότι αντί πινακίου γλυκυσμάτων, δι' ων ως επί το πλείστον +ημείβοντο οι στίχοι του, γλυκυτέρα δι' αυτόν εφέτος θα ήτο η εις χρήμα αξία των, +έστω και εν υποτιμήσσει. Αλλ' ουδείς όμως διανομεύς είχε κρούσει έτι την θύρα +του, ουδ' αυτός ο του περιοδικού, όπου κατεχώριζεν ενίοτε ο Μιμίκος τους +στιχηρούς ερωτικούς του στεναγμούς. Τας ελπίδας, ας είχε προς στιγμήν +θεμελιώσει επί του συνήθως ελεήμονος πουγγίου της μητρός αυτού και των +πενιχρών οικονομιών της αδελφής του, διέλυσαν αλληλοδιαδόχως αναγκαίαι διά +την πρώτην του έτους οικιακαί προμήθειαι των δύο γυναικών εις δε τον αδελφόν +του Γιώργιον ουδέ διενοήθη καν να αποταθή, διότι τα καινουργή του υποδήματα, +τα προ δέκα μόλις ημερών κληρωθέντα εκ του αδελφικού υστερήματος, +υπεμίμνησκον τον Μιμίκον, σφίγγοντα τους πόδας του, ότι πολύ σφιγκτότερα ήτο +δεμένον το θυλάκιον του υπουργικού γραμματέως.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ούτως είχε φθάσει εις την παραμονήν της μεγάλης ημέρας άνευ ελπίδος ή +παρήγορου προσδοκίας οιασδήποτε. Μέγα μέρος της προτεραίας νυκτός είχεν +αγρυπνήσει, τυραννών τον εγκέφαλον αυτού και προσπαθών να ανακαλύψη που +εις τα βάθη του σκοτεινού ορίζοντος της αμηχανίας του αμυδράν τινα παρηγορίας +ακτίνα· αλλά τίποτε, απολύτως τίποτε δεν ηδυνήθη να επινοήση. Επινοείται το +χρήμα; Και αυτός δε ο ύπνος, όστις κατέβαλεν επί τέλους την εις μάτην κοπιώσαν +φαντασίαν του, δεν επράυνε την ανησυχίαν αυτού. Όνειρα πολλά και +αλλεπάλληλα, μικρά και ασυνάρτητα, οτέ μεν παρεπλάνων την διάνοιάν του εις +στενάς και αδιεξόδους ατραπούς και εστενοχώρουν αυτόν εις σκοτεινάς γωνίας, +όθεν μάτην ηγωνίζετο να εξέλθη· οτέ δε τον εγοήτευον σπείροντα προ των ποδών +του χρυσά νομίσματα, άτινα δεν κατώρθονεν εκείνος να συλλέξη, διότι ησθάνετο +αίφνης παραλυομένας τας χείρας τον και άλλοτε παρίστανον προ των ομμάτων της +ψυχής του φαιδρόν και αλαζόνως μειδιώντα τον αντίζηλόν του Τριφίλην, +προσφέροντα κολοσσιαίαν ανθοδέσμην εις την λατρευτήν του Μαρίαν και +αμειβόμενον διά του γλυκυτάτου των μειδιαμάτων.</p> + +<p>Μετά το φανταστικόν αυτό νυκτερινόν μαρτύριον είχεν εξυπνήσει ο Μιμίκος +εκνευρισμένος, και καθίσας παρά το μικρόν αυτού τραπέζιον, εφ' ου ανεπαύοντο +επ' αλλήλων λιπαροί τίνες και ρακώδεις τόμοι μυθιστορημάτων, έπινεν, ως +είδομεν, τον πρωινόν του καφέν. Εν τω μεταξύ δε τούτω έγραφε και τας ημιτελείς +εκείνας γραμμάς, όσας προ μικρού ανεγνώσαμεν, ελπίζων πάντοτε, ότι η θεία +πρόνοια, η σιτίζουσα τα πετεινά του ουρανού και εξανατέλλουσα χόρτον τοις +κτήνεσι, κατά το ρήμα του θεοπνεύστου εβραίου συναδέλφου του, ήθελεν +ανατείλει και εις αυτόν μέχρις εσπέρας απροσδόκητόν τινα σωτηρίαν.</p> + +<p> — Ας ετοιμάσω, είπε καθ' εαυτόν, το γράμμα μου, και έως το βράδυ +έχει ο Θεός. Τι ευχή! Θα ευρεθή κανείς να μου δανείση τρεις τέσσαρας γελοίας +δραχμάς, όσαι μου χρειάζονται διά να σώσω την υπόληψίν μου. Διότι περί της +υπολήψεώς μου πρόκειται, δεν είνε ζήτημα. Εξευτελίζομαι, μηδενίζομαι, +καταστρέφομαι, αν αύριον δεν λάβη δώρον μου η Μαρία. Είτε εις αμέλειαν +αποδώση την έλλειψιν, είτε μαντεύση την αληθινήν της αιτίαν και εδώ πικρόν +μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του αμηχανούντος ποιητού, το αποτέλεσμα θα ήνε +τραγικόν . . . Φαντάζομαι τον γελοίον εκείνον Τριφίλην, τι μεγαλοπρεπές δώρον θα +της στείλη! . . . Και εγώ . . . </p> + +<p>Τοιαύτα τινά και άλλα όμοια εσκέπτετο γράφων ο Μιμίκος, μέχρις ου έφθασεν +εις την λέξιν ενθύμημα, οπού και εσταμάτησε.</p> + +<p> — Ενθύμημα! είπε καθ' εαυτόν· αλλά τι ενθύμημα! τι να προσθέσω, +αφού κ' εγώ δεν ηξεύρω τι θα στείλω; . . . Α!</p> + +<p>Και το Α! τούτο ήτο βαθύς αναστεναγμός, συνοψίζων δι' ενός επιφωνήματος +απόγνωσιν και αγανάκτησιν, αποθάρρυνσιν και αράν, αράν κατά της μοίρας, +οποίαν είχον πρόχειρον πάντοτε, οι λαμαρτινίζοντες ποιηταί του τότε καιρόν.</p> + +<p>Απέθεσεν ο Μιμίκος ή μάλλον έρριψε την γραφίδα του παρά το διψαλέον +αυτού μελανοδοχείον, έσυρεν αποτόμως την δεξιάν του χείρα διά μέσου της +ακτενίστου κόμης του, έξυσε διά της αριστεράς το κρανίον του, εχασμήθη, και +προσπαθών να συναθροίση έν τελευταίον σιγάρον εκ των εσχάτων θρυμμάτων του +καπνού του, ητένισεν απλανώς το βλέμμα επί τους παρά τον τοίχον +αναπαυομένους τόμους μυθιστορημάτων, οιονεί έμπνευσιν παρ' αυτών +εκδεχόμενος.</p> + +<p>Τι όμως ήτο δυνατόν να του εμπνεύση η εκ πάσης όψεως οικτρά θέα των +αποτετριμμένων εκείνων και παραλύτων βιβλίων, άτινα είχε ταμιεύσει εκεί ο +φιλαναγνώστης ποιητής, εις διατριβήν των νυκτερινών αυτού αγρυπνιών; ουδέν +άλλο ίσως, ή ότι είχε λησμονήσει έως τότε να αποδώση αυτά εις τους φίλους παρ' +ων τα είχε δανεισθή. Κατά τι δε θα μετέβαλλεν η σιωπηρά αύτη υπόμνησις την +αμήχανον θέσιν του Μιμίκου;</p> + +<p>Αι! τις οίδεν; Ό,τι πολλάκις μάτην επιδιώκει ο μεθοδικώτατος συλλογισμός και +η βαθυτάτη σκέψις, επιτυγχάνει αίφνης απροσδοκήτως ο αυτόματος και +ανεπίγνωστος, ανεξήγητος δε πολλάκις ειρμός των εννοιών. Φαίνεται δε, ότι την +στιγμήν εκείνην η ιδέα, ότι τα βιβλία, άτινα άνελπις προσέβλεπεν ο Μιμίκος, +ανήκον εις άλλους, υπήρξε γονιμωτέρα πάσης άλλης προτέρας αυτού σκέψεως, +διότι η όψις του αίφνης ιλαρύνθη, και τα τέως θλιβερώς συνεσταλμένα χείλη του +διεστάλησαν υπό αμυδρού μειδιάματος.</p> + +<p> — Το ηύρα! εφώνησε μετά πολύ πλειοτέρας χαράς ή ο Αρχιμήδης, ότε +ανεκάλυπτε τον νόμον της ειδικής βαρύτητος των σωμάτων, και ηγέρθη της έδρας +του.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ήνοιξε σιγά και μετά περισκέψεως την θύραν του παρακειμένου δωματίου, +όπου ήτο ο κοιτών της μητρός και της αδελφής του, και ιδών ότι ο θάλαμος ήτο +κενός, εισήλθεν εις αυτόν αθορύβως. Ότε δε πάλιν εξήλθεν εκείθεν μετ' ολίγα +λεπτά, εκράτει εις χείρας του ικανώς ογκώδες και κομψώς δεμένον βιβλίον, +έστρεφε δ' ενίοτε οπίσω το βλέμμα του, ως αν εφοβείτο μη παρηκολούθει αυτόν +αδιάκριτος οφθαλμός. Έπειτα εστάθη προς μικρόν, επέστρεψε πάλιν εις την θύραν +του κοιτώνος, έκλεισεν αυτήν ως και την άλλην θύραν του δωματίου του, την +φέρουσαν εις τον διάδρομον, και ελθών εκάθισε προ του τραπεζίου του, εις ου τον +σύρτην έσπευσε να κρύψη το βιβλίον.</p> + +<p> — Δεν πιστεύω, είπε καθ' εαυτόν, να ζητήση ως το βράδυ το βιβλίον της +η Ελένη. Έχει τόσα να φροντίση, ώστε δεν θα συλλογίσθη βέβαια και την +Ματθίλδην . . . Ίσως την ζητήση αύριον, . . . και θα χαλάση πάλιν τον κόσμον διά το +μυθιστόρημά της, αλλά . . . τέλος πάντων . . .</p> + +<p>Και επέρανε δι' ενός μειδιάματος τον συλλογισμόν του.</p> + +<p>Δεν ανησύχει και πολύ ο Μιμίκος, ως βλέπει τις, εκ των δυνατών συνεπειών +του τολμήματός του. Δεν ανησύχει δε, διότι είχεν ήδη προ πολλού συνηθίσει +αδελφόν και αδελφήν εις ομοίας εξαφανίσεις βιβλίων των, και ήξευρεν εκ της +παρελθούσης του πείρας, ότι προεκάλουν μεν αύται φωνάς και θυέλλας και +κλύδωνας, ων την έκρηξιν υπέμενεν εκείνος καρτερικώς, αλλά ότι ο θόρυβος όλος +και ο πάταγος διήρκει μίαν ή δύο ημέρας το πολύ, και εκόπαζε τέλος τη +παρεμβάσει της αγαθής μητρός του, ήτις είχε τυφλήν αδυναμίαν προς τον +υστερότοκον και μαμμόθρεπτον υιόν αυτής.</p> + +<p>Ο Μιμίκος είχε λίαν ευρείας ιδέας οικιακής κοινοκτημοσύνης, και πολλάκις +είχε προσπαθήσει, δι' επανειλημμένης πρακτικής ασκήσεως των κοινωνιστικών +του δογμάτων, να οικειώση προς αυτά τους οικείους του. Εφρόνει, ότι το εμόν και +το σον ήσαν έννοιαι κατ' εξοχήν εγωιστικαί και ήκιστα συμβιβαζόμεναι προς την +ιερότητα των οικογενειακών δεσμών και την αυτοθυσίαν ην επιβάλλει η αδελφική +στοργή. Οσάκις δε της στοργής ταύτης η αυτοθυσία εφαίνετο δυστροπούσα ή +βραδύνουσα, ανεπλήρονεν εκείνος το έργον της, εκβιάζων την οκνούσαν +αδελφικήν αυταπάρνησιν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ήρεμος και ατάραχος ανέλαβε την γραφίδα ο ερωτευμένος ποιητής και +συνεπλήρωσε φαιδρός την επιστολήν του, προσθέσας εις αυτήν τας επομένας +σειράς:</p> + +<p><i>« . . . του οποίου η ανάγνωσις εύχομαι να σας υπενθυμίζει ενίοτε τον +δωρητήν και </i></p> + +<p style="text-align: right;"><i>όλως αφωσιωμένον <br />Δημήτριον</i></p> + +<p>Αφού δε και πάλιν ανέγνωσεν εξ αρχής το γράμμα του και ευχαριστήθη — +φαίνεται — εκ της συντάξεώς του, εξήγαγεν εκ του σύρτου το βιβλίον, ετύλιξεν +αυτό μετά της επιστολής του εντός λευκού φύλλου χάρτου, το εσφράγισε και +επέγραψεν όσον καλλιγραφικώς ηδύνατο: «Προς την Κυρίαν (η λέξις Δεσποινίς δεν +είχεν έτι γείνει του συρμού) Μαρίαν Καλίδου. Ενταύθα.</p> + +<p>Μετά τούτο εκτενίσθη και ενεδύθη εν σιωπή, έκρυψε τον τόμον υπό τον +επενδύτην του και εξήλθεν αθορύβως της οικίας, χωρίς κανείς να τον +παρατηρήση.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο Μιμίκος δεν εφάνη καθ' όλην την ημέραν εις τον μητρικόν οίκον. +Εσυλλογίσθη, ότι φρονιμωτέρα θα ήτο η απουσία του, αν τυχόν συνέπιπτε να +παρατηρηθή και του βιβλίου η απουσία.</p> + +<p>Εγνώριζεν εκ του παρελθόντος, πόσον δυσάρεστοι απέβαινον εις αυτόν αι εξ +ομοίων περιστάσεων προκαλούμενοι πάντοτε ερωτήσεις και ανακρίσεις, και +επροτίμησε να εκτεθή εις αυτάς όσον το δυνατόν αργότερα.</p> + +<p>Αλλ' ήλθε τέλος η εσπέρα, και ο στόμαχός του, όσον ποιητικός και αν ήτο, +ηναγκάσθη να τραπή την πεζήν οδόν του δείπνου.</p> + +<p>Εύρε δε δειπνούντας αληθώς τους οικείους του, ότε αργά επανήλθεν οίκαδε, +κατάκοπος από τετραώρου σφαιριστηρίου, το οποίον είχε παίξει εις μικρόν τι +καφενείον της Νεαπόλεως.</p> + +<p>Παρετήρησεν ευχαρίστως, ότι πάντων τα πρόσωπα ήσαν ιλαρά, και εκάθισεν +εις την τράπεζαν, ευλογών ενδομύχως την θείαν πρόνοιαν, ότι ουδεμία ηπείλει την +κεφαλήν του καταιγίς.</p> + +<p> — Κάτι άργησες απόψε; ηρώτησεν αδιαφόρως ο αδελφός του. </p> + +<p> — Έκαμα ένα μακρυνόν περίπατον, απήντησεν ατάραχος ο ποιητής, ενώ +βραδέως εξεδίπλονε το χειρόμακτρόν του.</p> + +<p> — Διά να μαζεύσης εντυπώσεις χωρίς άλλο, υπέλαβεν εκείνος, +ειρωνικώς μειδιών. Να ιδούμεν πότε θ' αρχίσης να μαζεύης και τίποτε +καλλίτερον.</p> + +<p> — Έλα τώρα και συ! διέκοψεν ηπίως παρεμβαίνουσα η μήτηρ. Θα έλθη +και αυτό σιγά σιγά.</p> + +<p>Ο Μιμίκος δεν εννόει να ταραχθή. Συνησθάνετο πόσην σπουδαιότητα είχε δι' +αυτόν την στιγμήν εκείνην η οικιακή ειρήνη, και ήρχισε να τρώγη μετά πολλής +ορέξεως, ότε εισήλθεν η υπηρέτρια και παρέθηκεν εις την τράπεζαν εκ μιας μεν +χειρός πινάκιον περιέχον τυρόν εξ άλλης δε βιβλίον τυλιγμένον εις κυανούν +χάρτινον περικάλυμμα.</p> + +<p> — Τώρα το έφερε ένας άνθρωπος, είπε. </p> + +<p> — Α! εφώνησε φαιδρά η αδελφή του Μιμίκου, μόλις ιδούσα την +επιγραφήν. Το γράψιμον της Μαριγούλας!</p> + +<p>Και ανέγνω ταχέως: Προς τον<span class="sp"> Κ. Δημήτριον Ξυδάκην</span>. </p> + +<p> — Τι να σου στέλλη άρα γε, Μιμίκο; ηρώτησεν αφελώς η Ελένη, και +εστράφη μειδιώσα προς τον αδελφόν της, ενώ περίεργος η χειρ της ητοιμάζετο να +σχίση το κυανούν περικάλυμμα.</p> + +<p> — Φέρ' το εδώ' Φέρ το εδώ! ανέκραξεν εκείνος, μόλις ακούσας το +όνομα της αγαπητής του, και σχεδόν επνίγετο, ενώ κατέπινε τεμάχιον +κρέατος.</p> + +<p>Αλλ' η Ελένη είχεν ήδη σχίσει το χάρτινον περικάλυμμα και εκράτει εις χείρας +της γυμνήν και ολόσωμον . . . την<span class="sp"> Ματθίλδην</span>! +αυτήν εκείνην, ήτις είχε την πρωίαν αναληφθή από του κοιτώνος της.</p> + +<p> — Μπα! ανεφώνησε κατάπληκτος η νεάνις. Η Ματθίλδη! Ποιος της την +έστειλε οπίσω, πριν την διαβάσω; Α! κ' ένα γράμμα. Για σένα Μιμίκο.</p> + +<p>Και έτεινε προς αυτόν την επιστολήν, προσθέτουσα διά ταπεινοτέρας +φωνής.</p> + +<p> — Τι νόημα έχει αυτό; Συ της την έστειλες;</p> + +<p> — Ωραίον πράγμα! εφώνησεν ο Μιμίκος, γινόμενος κατακόκκινος· +ωραίον πράγμα, να μου ανοίγης τα πράγματά μου.</p> + +<p>Και αρπάσας από των χειρών της αδελφής του το γράμμα, ως θα ήρπαζεν ιέραξ +στρουθίον, έκρυψεν αυτό ταχέως εις τον κόλπον του.</p> + +<p> — Μα δεν μ' ερωτούσες ευλογημένε, αν την είχα τελειώσει;</p> + +<p> — Ενόμισα, . . . εψιθύρισεν ο αδελφός της. </p> + +<p> — Ενόμισες! υπέλαβε σοβαρώς ο Γεώργιος, όστις είχε παύσει να τρώγη +και προσείχεν εις την παράδοξον σκηνήν, της οποίας εμάντευε περιαλγώς τον +πρόλογον. Ενόμισες! Δεν εντρέπεσαι, καϋμένε!</p> + +<p>Εντρέπετο αληθώς ο Μιμίκος, αλλά τι του εχρησίμευε πλέον η εντροπή;</p> + +<p>Ηγέρθη κατησχυμμένος από της τραπέζης και μετέβη εις το δωμάτιόν του, +όπου έσπευσε να ανάψη φως και να αναγνώση την επιστολήν της Μαρίας +του.</p> + +<p>Ιδού δε τι ανέγνωσε·</p> + +<p><i>Κύριε Δημήτριε,<br /><br /> + +Από το σημάδι το οποίον ηύρα εντός της<span class="sp"> Ματθίλδης</span> +συμπεραίνω, ότι η +κυρία αδελφή σας, εις την οποίαν είχα δανείσει το βιβλίον, δεν το ετελείωσεν +ακόμη. Δι' αυτό σας το επιστρέφω, και σας παρακαλώ να το βάλετε πάλιν όπου το +ηύρατε. Κρατώ δε τας ευχάς σας και σας ευχαριστώ δι' αυτάς από καρδίας.</i></p> +<p style='text-align:right;'><i>Μαρία.</i></p> + +<p>Ο Μιμίκος είχεν ήδη, πριν ή εγερθή της τραπέζης, εννοήσει το πάθημά του· +αλλ' η ανάγνωσις των γραμμών αυτών τον απελίθωσε.</p> + +<p>Τι συνέβη εντός του, θα ήτο μακρόν να περιγραφή.</p> + +<p>Τόσον μόνον σημειούμεν, ότι έκτοτε ούτε στίχοι του πλέον εγράφησαν εις το +όνομα της Μαρίας, ούτε βιβλία άλλα ανελήφθησαν από της τραπέζης του +αδελφού ή της αδελφής του.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΑΧΝΟΣ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn5' id='ref5'>5</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Ο Κύριος Περδίκης παίζει μετά της κυρίας του<span class="sp"> σκουπιστήν</span>.</p> + +<p>Συνάπτων θυμοσόφως το τερπνόν τω ωφελίμω, προτιμά την εσπέραν μετά το +δείπνον το παιγνίδιον αυτό παντός άλλου, διότι και ευχαρίστησιν αισθάνεται +πολλήν, οσάκις σκουπίζει από της τραπέζης τα χαρτία, και γυμνάζεται οπωςδήποτε +εις το έργον του.</p> + +<p>Το έργον του Περδίκη δεν είνε ακριβώς ωρισμένον, ή κάλλιον ειπείν δεν είνε έν +και μόνον. Ο ήρως ημών έχει πολλάς εργασίας, ιδίως του ποδαριού, ως λέγει +κοινώς ο λαός, αίτινες πάσαι ένα και μόνον έχουσι σκοπόν, την εις το βαλάντιον +αυτού μετάγγισιν του ξένου χρήματος. Προς τον σκοπόν δε τούτον ο κ. Περδίκης +ουδέν περιφρονεί, ουδέ νομίζει ανάξιον εαυτού. Κάμνει εν γένει τον μεσίτην, +μεσίτην χρεωγράφων, συναλλαγμάτων, οικοπέδων, μισθώσεων, έστω εν ανάγκη +και υπηρετριών, μαγείρων και θαλαμηπόλων. Αγοράζει ευθηνά και μεταπωλεί +όσον ακριβώτερα εύρη όπλα παλαιά, αρχαιότητας παντοειδείς, ήτοι αρχαίας και +νέας, υφάσματα εξ ανατολής και πινάκια εκ Ρόδου, νομίσματα και κειμήλια +περίεργα. Προστατεύει με το αζημίωτόν του τους ζητούντας θέσιν και εργασίαν +αργούς, γράφει αναφοράς, απαλλάττει στρατευσίμους, υπερασπίζεται +καταδικασμένους, προμηθεύει μάρτυρας, επισκέπτεται συχνά την εισαγγελίαν και +τον οικονομικόν έφορον, και δανείζει τα περισσεύματά του με τόκον αρκετά +χριστιανικόν, ασφαλιζόμενος δι' ενεχύρων, άτινα αγοράζει εικονικώς υπό τον όρον +της εξωνήσεως. Πλην τούτων πάντων συνάγει συνήθως το εσπέρας, άπαξ ή δις της +εβδομάδος, εις την οικίαν του μικρόν όμιλον φίλων και παρέχει εις αυτούς +ευάρεστον χαρτοπαικτικήν διασκέδασιν, ήτις, κατά παράδοξον της τύχης επιμονήν, +σπανίως αποβαίνει εις ζημίαν του.</p> + +<p>Πριν ή ευρύνη τοσούτον ο Κ. Περδίκης τον κύκλον των εργασιών αυτού, είχεν +άλλο έργον, όπερ βεβαίως δεν έχει την περιέργειαν να μάθη ο αναγνώστης. Αν +τυχόν την έχη, ας υποθέση ό,τι θέλει, το πράγμα είνε εντελώς αδιάφορον. Αρκεί +μόνον να γνωρίση, πλην των ανωτέρω, και σημειούμεν τούτο εν ολίγοις, ότι +σήμερον τουτέστιν εν έτει 1883 ο κ. Περδίκης έχει οίκον ίδιον, μ' εξώστην επί της +λεωφόρου και με φατνώματα περίχρυσα· ότι έχει υπηρέτην με λαιμοδέτην λευκόν, +ίνα ανοίγη ευπροσώπως την θύραν της οικίας του, και κομψόν δίφρον, δι' ου +αυτός μεν επισκέπτεται τους πελάτας του προ μεσημβρίας, η δε κυρία του +εξέρχεται μετά μεσημβρίαν εις περίπατον· ότι η σύμβιος και η θυγάτηρ του ξανθή +δικαεξαέτις κόρη πλήρης ποιήσεως και μυθιστορίας, ενδύονται παρά τη Λιζιέ και +ότι ο υιός του, αφού γενναίως και καρτερικώς αντέστη εις όλην την παιδαγωγικήν +σοφίαν των καθηγητών αυτού και διδασκάλων, επροτίμησε τέλος να κύψη υπό το +κράτος ετερογενών παιδαγωγών, των εκ Γαλλίας αφθόνως εισκομιζομένων εις +ανατροφήν των ελληνοπαίδων, και περιφέρων χάριν αυτών εις την οδόν Σταδίου +τας στενάς και κοντάς αυτού περισκελίδας και τα μυτερά του σανδάλια έχει +λόγους, λέγει, να υποθέτη, ότι μία εξ αυτών δεν είναι τοσούτον αναίσθητος προς +την ελληνογαλλικήν του φρασεολογίαν, όσον διατείνονται φθονεροί τινες +ομήλικες, πολύ ευρυτέρας έχοντες τας αναξυρίδας των και ολιγώτερον μυτερά τα +πέδιλά των.</p> + +<p>Δεν θα ήτο ίσως περιττόν να σημειωθή επί τέλους, προς συμπλήρωσιν των +ειδήσεων, όσας δυνάμεθα να δώσωμεν περί του ημετέρου ήρωος, ότι ο Κ +Περδίκης από μακρού ήδη τρέφει δύο διαπύρους πόθους εν τη καρδία του· να +γείνη ιππότης του Σωτήρος, και να διορισθή πρόξενος ξένου τινός κράτους εν +Αθήναις, έστω τούτο και δημοκρατία τις της μεσημβρινής Αμερικής. Την +εκπλήρωσιν του πρώτου πόθου υπεσχέθη και εξακολουθεί να υπόσχεται φίλος του +τις βουλευτής, ανανεών συνήθως παρ' αυτώ μικρά τινα συναλλάγματα. Η δευτέρα +του επιθυμία είνε όνειρόν του ακόμη, αγνοεί δε ο Περδίκης πότε θα +πραγματοποιηθή εις τελείωσιν της επιγείου ευδαιμονίας του.</p> + +<p>Ο Κ. Περδίκης λοιπόν, Ιωάννης το όνομα, ή Γιάγκος, ως αποκαλεί αυτόν η +σύζυγός του, οσάκις του παρουσιάζει λογαριασμούς προς πληρωμήν, παίζει, ως +προείπομεν,<span class="sp"> σκουπιστήν </span> μετά της κυρίας του.</p> + +<p>Η κυρία του είνε γυνή τεσσαράκοντα περίπου ετών, οστεώδης, λιπόσαρκος και +πλήρης γωνιών, οξείαν έχουσα την ρίνα, προέχοντα τον πώγωνα, στικτούς τους +οφθαλμούς και ελαφρώς μυστακιών το άνω χείλος. Θυγάτηρ αγαθού αγρότου, +ήντλει μικρά έτι από του φρέατος της οικίας, ίνα ποτίζη τον πατρικόν όνον, και +πολλάκις μετεφέρετο από των αγρών εντός των καλάθων του, οσάκις απέκαμνε να +τον παρακολουθή γυμνόπους. Νυμφευθείσα πτωχή και άπροικος τον Περδίκην, +ελλείψει άλλου κρείττονος γαμβρού, και μετά σπουδαίαν χειροτονίαν του +βρακοφόρου πατρός της, όστις ουδεμίαν, έλεγεν, είχεν όρεξιν να την βάλη εις το +ράφι, ευρέθη αίφνης μετά τινα έτη πλουσία σύζυγος κ' έτι πλουσιωτέρα +κληρονόμος, ότε ο πατήρ της, ανακαλύψας ημέραν τινά εν τω μυχώ παλαιού +κιβωτίου κίτρινά τινα και σκωληκόβρωτα χαρτιά, κατέλαβε δυνάμει αυτών +μεγάλην γαιών περιοχήν περί τας Αθήνας, και απεδείχθη αίφνης μεγαλοκτηματίας. +Είνε αληθές όμως, και πρέπει τούτο να σημειωθή προς τιμήν του ήρωος ημών, ότι +ο γαμβρός αυτού μεγάλως τον εβοήθησε κατά τε την ανακάλυψιν των κιτρίνων +χαρτίων και την ανεύρεσιν των γαιών.</p> + +<p>Ούτω δε εντός δεκαετίας μόλις από του γάμου του Περδίκη εντελής και γενική +μεταμόρφωσις επήλθε βαθμηδόν εν τω οίκω του, πάσαι δε της οικογενείας αυτού +αι κάμπαι προέκυψαν ημέραν τινά του βόμβυκος αυτών περικαλλείς χρυσαλλίδες. +Και ο οίκος αυτός μετεμορφώθη, και η κυρία μετέβαλεν ομιλίαν και ράπτριαν, και +ο κύριος ήλλαξεν έργον και άλυσιν του ωρολογίου του. Ουδείς βλέπων την κυρίαν +Περδίκη ηδύνατο να ενθυμηθή την ηλιοκαή και ακτένιστον παιδίσκην, ήτις +εσάρονέ ποτε τον σταύλον του πατρός της, ούτε συνομιλών μετά του συζύγου της +ηδύνατο να υποπτεύση ομοιότητά τινα μεταξύ της φωνής του και της φωνής του +παραγγέλλοντος ένα βαρύν και γλυκύν ρυπαρού υπηρέτου μικρού καφενείου της +Πλάκας.</p> + +<p>Τοιούτον εν ολίγοις το ζεύγος, όπερ την εσπέραν της 19 Αύγουστου 1883 +έπαιζε<span class="sp"> σκουπιστήν </span>εν τω οίκω του Κ. Περδίκη.<br /></p> + +<h4>Β'.<br /></h4> + +<p> — Τι έγειναν απόψε τα παιδιά; ερωτά ο οικοδεσπότης, σκουπίζων δι' +ενός ρήγα τα επί της τραπέζης χαρτιά.</p> + +<p> — Αι! το παράκαμες, κύριε! φωνεί η Κ. Πηνελόπη· δεν μ' αφίνεις +χαρτί.</p> + +<p>Και προσθέτει μετά μικρόν, ρίπτουσα ένα τεσσάρι επί την τράπεζαν.</p> + +<p> — Α! τα παιδιά είπες; πήγαν εις το Φάληρον.</p> + +<p> — Δεν το βαρέθηκαν ακόμη εκείνο το γαλλικόν θέατρον; Δεν ξεύρω τι +του βρίσκουν! εγώ, να σου ειπώ, μ' αρέσει καλλίτερα το Ελληνικόν. Ό,τι έχω εγώ +τους Μυλωνάδες και τους Πειρατάς με τον Ταβουλάρη.</p> + +<p>Όχι δα και συ! το γαλλικόν έχει άλλην χάριν.</p> + +<p> — Δεν ειξεύρω, . . . αλλά μου λέγουν, ότι δεν είνε και πάρα πολύ +ηθικόν.</p> + +<p> — Ανοησίαις! ηθικόν! τόσος καλός κόσμος που πηγαίνει . . . </p> + +<p> — Ναι, δεν σου λέγω, αλλά τι τα θέλεις! θα είχα καλλίτερα να μην +επήγαινεν η Ασπασία τόσον συχνά. Εγώ μίαν φοράν επήγα όλην όλην, και αυτήν +διά το χατήρι σου, και εντράπηκα, σε βεβαιόνω. Έπειτα είνε και το έξοδο! το +Φάληρον τώρα ακρίβηνε. Κάθε φοράν που πηγαίνουν κάτω τα παιδιά, θα θέλουν +είκοσι φράγκα το ελάχιστον.</p> + +<p> — Αι, καλά τώρα! Συ νάχης την υγείαν σου, και ας διασκεδάσουν και +λιγάκι τα καϋμένα τα παιδιά. Δόξα σοι ο Θεός, η δουλειαίς σου πηγαίνουν +περίφημα.</p> + +<p> — Ας ην' οι άνθρωποι καλά, δεν έχω παράπονον. Αλλά δεν είνε λόγος +αυτός να τα σκορπούμε.</p> + +<p> — Ποιος είπε να τα σκορπούμε; Κανείς δεν τα σκορπά. Ξοδεύομεν +μόνον όσα πρέπει, διά να κρατούμεν την θέσιν μας εις την κοινωνίαν. Αλήθεια . . . +δεν ηξεύρεις δα! Η κυρία Μιχάκη μ' απάντησε προχθές κ' έκαμε πως δεν μ' +εγνώρισε. Παλαιαί συμμαθήτριαι γειτόνισσαις τόσα χρόνια, τώρα που +πανδρεύθηκε δεν ειξεύρω τι της εφάνη! Επειδή τάχα επήρε ένα λοχαγό και +πηγαίνει εις το παλάτι, ψήλωσ' η μύτη της.</p> + +<p> — Άφησ' την να ψηλώση. Η σακκούλα της να ιδούμε τι έχει.</p> + +<p> — Μα έλα δα!</p> + +<p> — Και πού την απάντησες την Κυρίαν Μιχάκη;</p> + +<p> — Εις της Λιζιέ.</p> + +<p> — Πάλιν εις της Λιζιέ ήσουν; ποιος ξεύρει τι λογαριασμοί με +περιμένουν! υπολαμβάνει ο Ιωάννης, στενάζων εκ των εγκάτων αυτού.</p> + +<p> — Ου! καϋμένε Γιάγκο! να σε ακούση κανείς, θα ειπή πως σ' επτώχυνα· +τι λογαριασμοί; Δύο μήνας έχω τώρα που σε παρακαλώ διά τον παληό της +λογαριασμό από χίλια πεντακόσια φράγκα, και ακόμη . . . </p> + +<p> — Θαλθή και αυτουνού η ώρα του, διακόπτει ο Περδίκης, και μη +στενοχωρηέσαι.</p> + +<p> — Πότε; όταν κερδήσωμεν το λαχείον;</p> + +<p> — Λαχείον είπες; α! ναι, είδες; . . . λέγει ο σύζυγος, και αφίνων αίφνης +τα χαρτιά επί της τραπέζης, προσθέτει μετά μικράν τινα σκέψιν</p> + +<p> — Τι έκαμες ταις πέντε προμέσαις που σου έδωκα ταις προάλλαις;</p> + +<p> — Ταις εφύλαξα. Α! έδωκα μίαν της καϋμένης της μαγείρισσας! Με +παρεκάλεσε τόσον πολύ . . . . απαντά δειλώς, μ' όλον αυτής τον μύστακα, η Κυρία +Πηνελόπη· προσθέτει δε αμέσως, βλέπουσα δυσαρέστως μορφάζον το πρόσωπον +του συζύγου της· </p> + +<p> — Της εκράτησα από τον μισθόν της τα τρία φράγκα.</p> + +<p> — Δεν έπρεπε να της την δώσης· ας ήνε. Αυτό είνε τύχη, και την τύχην +του κανείς δεν την πουλεί, ούτε την χαρίζει.</p> + +<p>Διενοήθη επί στιγμήν ο Ιωάννης να ερωτήση τον αριθμόν του γραμματίου, +όπερ είχε παραχωρήση εις την μαγείρισσάν του. Αλλ' ο διαλογισμός του αυτός +υπήρξε στιγμιαίος και στιγμιαίως εξηφανίσθη. Μόλις διανοηθείς αυτόν, +ανελογίσθη συνάμα, ότι καλλίτερον ήτο να μη τον εκστομίση, και εσίγησε +περίφροντις.</p> + +<p> — Τι συλλογίζεσαι; ερωτά η Κ. Πηνελόπη. Κάτι σκεπτικός έγεινες;</p> + +<p> — Ενθυμήθηκα ότι κάπου έχω να πάγω, απαντά ο Περδίκης εξάγων το +ωρολόγιόν του. Διάβολε! δέκα περασμέναις και ο Ξανθάκης θα με περιμένη.</p> + +<p> — Τέτοιαν ώραν θα βγης;</p> + +<p> — Δουλειαίς, αγάπη μου, δουλειαίς, απαντά ο Ιωάννης και εγερθείς +λαμβάνει τον πίλον του και την ράβδον του.</p> + +<p> — Μην αργήσης, να σε χαρώ· ξεύρεις ότι δεν με παίρνει ύπνος πριν +έλθης.</p> + +<p> — Το ξεύρω, χρυσό μου, το ξεύρω, λέγει καθησυχάζων την +τρυφερότητα της συζύγου του και μορφάζων μάλλον ή μειδιών ο Γιάγκος.</p> + +<p>Και εξέρχεται εις την οδόν.</p> + +<p>Η κυρία Πηνελόπη, μείνασα μόνη, απλόνει τα χαρτιά επί της τραπέζης και +ρίπτει την πασιέντσαν του Ναπολέοντος, διά να ίδη αν θα κερδήση εις το λαχείον. +Αλλά τα χαρτία δυστροπούσι φοβερά, και μάτην επικαλείται η κυρία εις βοήθειάν +της πάσαν δυνατήν και θεμιτήν καλπονόθευσιν.</p> + +<p>Τα χαρτιά απλούνται ήδη δι' ογδόην φοράν επί της τραπέζης, ότε η θύρα +σημαίνει. Είνε η δεσποινίς Ασπασία και ο νεαρός Τηλέμαχος, υιός και θυγάτηρ του +Κ. Περδίκη, επιστρέφοντες από του φαληρικού θεάτρου.</p> + +<p> — Καλό 'ς τα! προσφωνεί τα τέκνα της η κυρία Πηνελόπη, διακόπτουσα +επί στιγμήν την χαρτομαντικήν αυτής. Πώς περάσατε; ήτον κόσμος πολύς; πώς +επήγεν η παράστασις;</p> + +<p> — Ωραία, μαμά! απαντά η δεσποινίς Ασπασία εις την πρώτην μητρικήν +ερώτησιν.</p> + +<p> — Τρο-με-ρός! απαντά ο Τηλέμαχος εις την δευτέραν, καταπίπτων επί +μιας καθέδρας, απομάσσων τον ευγενή του μετώπου του ιδρώτα δι' ευώδους +μικρού μανδηλίου και ανάπτων έν σιγάρον υπό την ρίνα σχεδόν της μητρός +του.</p> + +<p> — Εξαίρετα! απολαμβάνει η κόρη συμπληρούσα την απάντησιν εις τας +ερωτήσεις της μητρός αυτής.</p> + +<p>Και επιλαμβάνεται η αβρά δεσποινίς να αφηγηθή εις την Κ. Περδίκη την +υπόθεσιν της Μascotte.<br /></p> + +<h4>Γ'.<br /></h4> + +<p>Ο Περδίκης εξήλθε του οίκου, αλλά δεν κατηθύνθη εις του φίλου του Ξανθάκη, +ως είπεν εκ του προχείρου προφασιζόμενος εις την σύζυγόν του.</p> + +<p>Ανήλθεν αλλόφρων και βραδυπατών την οδόν Σταδίου, διέδραμε την πλατείαν +του Συντάγματος, κ' ευρέθη μετ' ολίγον υπό την δενδροστοιχίαν του κήπου των +Ανακτόρων, κατευθύνων το βήμα του προς τα Άντρα.</p> + +<p>Ο Ιωάννης είνε πολύ σκεπτικός, και ιδέα τις επίμονος φαίνεται τυραννούσα την +διάνοιαν αυτού.</p> + +<p>Είχε, και αυτός δεν ειξεύρει πώς, περίεργον και ανεξήγητον προαίσθημα. +Φρονεί αδιασείστως, ότι θα κερδήση αύριον τον πρώτον λαχνόν κατά την +κλήρωσιν των λαχειοφόρων ομολογιών του δανείου της Τραπέζης. Αλλά, την +μακαριότητα του ωραίου αυτού προαισθήματος ταράττει η είδησις, ην προ μικρού +τω ανεκοίνωσεν η σύζυγός του, ότι έν των είκοσι γραμματίων, άτινα προς μιας +εβδομάδος ηγόρασε, περιήλθεν εις χείρας της υπηρετρίας του.</p> + +<p>Αν αίφνης ο κερδαίνων λαχνός είνε αυτός; </p> + +<p>Το συλλογίζεται μόνον και αισθάνεται ότι κόπτονται τα γόνατά του.</p> + +<p> — Δεν είνε άραγε τρόπος; διανοείται ο Περδίκης, και γίνεται αυτός μεν +σκεπτικώτερος, το δε βήμα του βραδύτερον.</p> + +<p>Περικάμπτει ούτω το αγγλικόν νεκροταφείον, φθάνει εις το απέναντι αυτού +μικρόν καφενείον, και βλέπων, ότι τα τραπέζιά του είνε εντελώς έρημα, κάθηται +αυτομάτως εις έν εξ αυτών.</p> + +<p>Ο Περδίκης τρελαίνεται διά ναργιλέν· αλλ' ουδέ καν συλλογίζεται να τον +διατάξη. Σκέπτεται πάντοτε, και φέρων αδιακόπως την αριστεράν του χείρα εις το +μέτωπον, τρίβει διά του αντίχειρος και του παραμέσου τους κροτάφους τον.</p> + +<p> — Το γουργουλίδιόν σας, κυρ Γιάγκο; ερωτά προσερχόμενος νυσταλέος +υπηρέτης.</p> + +<p>Αλλά μη λαμβάνων απάντησιν, ερμηνεύει ως αποδοχήν εν των αλλεπαλλήλων +Χμ! δι' ων ο Περδίκης συνοδεύει την επίμονον τριβήν των κροτάφων τον, και φέρει +μετ' ολίγον τον ναργιλέν, ροφών μεν καθ' οδόν από του επιστομίου του, ίνα δήθεν +διατηρήση αυτόν ανημμένον, σπογγίζων δε κατόπιν αυτό διά της ρυπαράς του +παλάμης.</p> + +<p>Ο Γιάγκος λαμβάνει αυτομάτως την σύριγγα, την φέρει ανεπιγνώστως εις τα +χείλη του και ροφά μηχανικώς επί τινα δευτερόλεπτα. Αλλ' αίφνης εγείρεται, χωρίς +καν να συλλογισθή να πληρώση την δεκάραν του, και αναχωρεί κατευθυνόμενος +προς την πόλιν.</p> + +<p>Η μορφή του είνε πάντη αλλοία· το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη. Αι χείρες του +αναπάλλονται δεξιόθεν και αριστερόθεν ως εκκρεμή ωρολογίου, και το βήμα του +έγεινεν ελαφρόν και υπόπτερον βήμα σεισοπυγίδος. Προδήλως μετεβλήθησαν και +οι διαλογισμοί του. Ευρέθη, φαίνεται, ο τρόπος εκείνος . . ., και η φαντασία του +Περδίκη αρμενίζει τώρα πλησίστιος και φαιδρά διά του απείρου πόντου των +σχεδίων, ων αναπλάττει δυνατήν και προσεχή την πραγματοποίησιν διά του +αναποφεύκτου κέρδους των εκατόν χιλιάδων.</p> + +<p>Ο νους του μεθίπταται ακάματος από ιδέας εις ιδέαν και από επιχειρήσεως εις +επιχείρησιν. Αγνοεί τι να εκλέξη και πού να σταματήση. Πόσα πράγματα δύναταί +τις να κάμη με εκατόν χιλιάδας μετρητού χρήματος, ακόπως αποκτηθείσας και +αμέσως διαθεσίμους! Ο Περδίκης, φαίνεται, θέλει να τα κάμη όλα διά μιας, διότι +τα διάφορα σχέδιά του σωρεύονται αλλεπάλληλα εν τη διανοία του, και μάτην +προσπαθεί να τα τακτοποιήση.</p> + +<p>Συλλογίζεται εν πρώτοις να αναπτύξη έτι μάλλον τας εργασίας του, να αυξήση +ιδίως τα επί ενεχύρω δάνειά του, και να συστήση συγχρόνως, υπό πιστόν τινα +διευθυντήν, ειδικόν κατάστημα πωλήσεως των εις την κυριότητά του +περιερχομένων ούτω τιμαλφών. Αλλ' αυτό θα ηδύνατο να το κάμη και άλλως, +χωρίς τας εκατόν.</p> + +<p>Διανοείται μετά μικρόν να συστήση εφημερίδα καθημερινήν, +οικονομικοπολιτικήν, ή κάλλιον πολιτικοσατυρικήν, με πολλά ποικίλα, την οποίαν +να εκτιμά και να φοβήται, ή κάλλιον να φοβήται μάλλον παρά να εκτιμά ο κόσμος, +και της οποίας να περιποιήται κατ' ανάγκην τον διευθυντήν. Είνε αληθές ότι δεν +γνωρίζει πολλά γράμματα — περί τούτου δεν πλανάται ο Περδίκης, — αλλά τι +σημαίνει αυτό; Είνε ανάγκη να ηξεύρη τις πολλά γράμματα διά να διευθύνη +εφημερίδα;. Αυτός θα λέγη, και άλλος θα γράφη. Έπειτα, ο Τηλέμαχος; Αυτός +εξεύρει γράμματα περισσότερα παρ' όσα χρειάζονται. Θα ήνε ο γραμματεύς της +συντάξεως, και θα γράφη συγχρόνως και τα θεατρικά, εις τα οποία είνε πολύ +δυνατός. Αλλά θα κερδίζη η εφημερίς; θ' απαντά τουλάχιστον τα έξοδά της; Περί +τούτου έχει μερικάς αμφιβολίας ο Περδίκης.</p> + +<p>Εν μέσω δε των αμφιβολιών τον αναθρώσκει άλλη ιδέα εις τον εγκέφαλόν +αυτού να γίνη βουλευτής. Νομίζει, αν δεν τον απατά μνήμη και η οικογενειακή +παράδοσις, ότι συγγενής της μητρός του κατήγετο εκ Θεσσαλίας. Εκεί, λέγει καθ' +εαυτόν, είνε κάπως ευκολωτέρα η επιτυχία.</p> + +<p>Οι άνθρωποι εκεί δεν εγυμνάσθησαν ακόμη αρκετά εις την διαχείρισιν του +σφαιριδίου, και επιτυχής τις συνδυασμός . . . Εννοείται, ότι του συνδυασμού θα +καταβάλη αυτός τας εκλογικάς δαπάνας. Η θυσία αύτη του φαίνεται πολύ +εύλογος. Έπειτα, αφού γίνη βουλευτής, αι! τα παρακάτω έρχονται μόνα των. +Φωνήν, δόξα τω Θεώ, έχει αρκετήν· πόδας έχει διά τας κλίμακας των υπουργείων +έχει δε και γρόνθους εν ανάγκη στιβαρούς διά τας ταραχώδεις βουλευτικάς +συζητήσεις.</p> + +<p>Περί το τελευταίον τούτο σχέδιον, εις ό ευαρεστότερον παραμένει +αναπτερωθείσα φαντασία του Ιωάννου, ανακλαδούνται πολλαί άλλαι ιδέαι +δευτερεύουσαι: προσφοραί τινες εις αγαθοεργά καταστήματα — όχι πολύ μεγάλαι +βέβαια, αλλ' αρκεταί ως τι να λαλήση περί αυτών ο τύπος· γεύματά τινα εις +μερικούς φίλους ολίγα δώρα κατάλληλα εις πρόσωπα επιρροής και κοινωνικής +σημασίας· και είς ή δύο χοροί τον χειμώνα — με ορχήστραν, εννοείται, και με +δείπνον — κατά τους οποίους, τις οίδε, ημπορεί τέλος να τοποθετηθή και η +Ασπασία του.</p> + +<p>Πάντα ταύτα ανακυκώνται φύρδην μίγδην εν τη διανοία του Περδίκη, και ο +Περδίκης βαίνει γοργώ τω βήματι, απομάσσων διά της παλάμης τον ιδρώτα του +μετώπου του, χωρίς καν να προσέχη πού διευθύνεται.</p> + +<p>Τέλος αργά, πολύ αργά, ευρίσκεται ανεπαισθήτως προ της θύρας του οίκου +του. Εισέρχεται χωρίς να σημάνη, διότι κρατεί πάντοτε το κλειδίον του, και +ευρίσκει την κυρίαν Πηνελόπην κοιμωμένην επί της καθέδρας της, και +αναπαύουσαν την κεφαλήν αυτής επί του βραχίονός της, εν μέσω σωρείας +παιγνιοχάρτων.<br /></p> + +<h4>Δ'.<br /></h4> + +<p>Ο Ιωάννης διήγαγε σχεδόν άυπνον νύκτα και εξήλθε λίαν πρωί της οικίας +του.</p> + +<p>Εν τω γραφείω του ήτο διαρκώς αφηρημένος. Εκάθητο και ηγείρετο άνευ +λόγου, εζωγράφει παντοειδείς χιμαιρικάς εικόνας επί του ερυθρού στυπποχάρτου +όπερ εκάλυπτε την τράπεζάν του, εμονολόγει πολλάκις ασυνάρτητα και +ακατάληπτα, και έβλεπεν αδιακόπως το ωρολόγιόν του.</p> + +<p>Άπαξ ή δις μάλιστα ενόμισεν ότι εστάθη, το έφερεν εις τα ώτα του, και +αποτεινόμενος εις μικρόν τινα, ωχρόν και καχεκτικόν νεανίσκον, όστις έγραφε +κεκυφώς επί παρακειμένου τραπεζίου και εξετέλει παρά τω Περδίκη το διπλούν +έργον γραμματέως συνάμα και υπηρέτου, τον ηρώτησε·</p> + +<p> — Τι ώρα έχεις Δημήτρη; α! λησμόνησα ότι δεν έχεις ρωλόγι.</p> + +<p> — Εγώ ρωλόγι, κυρ Γιάγκο! απήντησεν ο ωχρός γραμματεύς, και +ανέκφραστον μελαγχολικόν μειδίαμα διέστειλε τα άναιμα χείλη του. Τι θέλετε; να +μάθετε τι ώρα είνε;</p> + +<p> — Ναι, καϋμένε· μου φαίνεται ότι το ρωλόγι μου πηγαίνει τρομερά +πίσω.</p> + +<p> — Εύκολο πράγμα, Να πεταχθώ μίαν στιγμήν εις το καφενείον . . . </p> + +<p>Και πριν ή αναμείνη την έγκρισιν της προτάσεώς του, ο Δημήτρης, χαίρων ότι +τω παρέχεται ευκαιρία να πεταχτή μίαν στιγμήν έξω, διαβαίνει ασκεπής την οδόν, +εισέρχεται εις το απέναντι καφενείον, λέγει δεξιά και αριστερά ολίγας λέξεις εις +τους παρακαθημένους γνωρίμους, βλέπει το εκκρεμές του καφενείου, κ' +επιστρέφει εις το γραφείον λέγων·</p> + +<p> — Εννηάμισυ!</p> + +<p> — Καλά το υπέθετα εγώ. Είκοσι λεπτά πηγαίνω πίσω.</p> + +<p>Ο Περδίκης ανοίγει τον σύρτην της τραπέζης του, λαμβάνει γραμμάτια τίνα +λαχείων απωτεθειμένα εις τους μυχούς αυτού, τα μετρεί, γράφει τους αριθμούς +των επί μίας σελίδος του σημειωματαρείου του, κάτωθεν άλλων ομοίων αριθμών, +και λαμβάνων βιαίως τον πιλόν του εξέρχεται του γραφείου και κατευθύνεται +προς την Εθνικήν Τράπεζαν.</p> + +<p>Δεν είναι δέκα η ώρα, αλλ' ο Περδίκης αδιαφορεί. Εισέρχεται εις την αίθουσαν, +όπου πρόκειται να γείνη η κλήρωσις, κ' εκπλήτεται ότι δεν είνε ο πρώτος. Πολλοί +άλλοι γνώριμοι και ομότεχνοι τον προέλαβον. Παρατηρεί τας ανησύχους αυτών +μορφάς, και μειδιά παράδοξον οίκτου μειδίαμα.</p> + +<p> — Όλοι αυτοί θαρρούν πως θα κερδήσουν, λέγει καθ' εαυτόν. Πλησιάζει +δε εις το ορφανόν κοράσιον, όπερ εκλήθη να εξαγάγη τους λαχνούς από της +κληρωτίδος, θωπεύει πατρικώς την παρειάν αυτού και λίγο ευθύμως·</p> + +<p> — Να σε ιδώ κορίτσι μου! Να δώση ο Θεός να είσαι τυχηρή, και την +προίκα σου εγώ θα σου την κάμω.</p> + +<p>Τέλος τι να βραδύνωμεν; Ο πρώτος αριθμός εξάγεται της κάλπης και +κηρύσσεται μεγαλοφώνως εις επήκοον των παρισταμένων. Ο Ιωάννης διατρέχει +διά βλέμματος γοργού τον κατάλογόν του, βλέπει τον αριθμόν εκείνον τον +μαγικόν, . . . τον βλέπει μεταξύ των πρώτων του σημειωματαρίου του.</p> + +<p>Το προησθάνετο, το ανέμενε, το είχε βέβαιον, και όμως το αίμα ανέβη διά μιας +εις την κεφαλήν του, η δε καρδία του εσταμάτησε προς στιγμήν και ήρχισεν ευθύς +σφύζουσα βιαίως και οιονεί σφυρηλατούσα το στήθος του. Οι οφθαλμοί του +εθαμβώθησαν, ιλιγγίασεν, εζαλίσθη, και του εφάνη αίφνης ότι τα ψηφία του +αριθμού του εμεγάλωσαν, εξετάθησαν, και εκάλυψαν τέλος όλην την σελίδα του +καταλόγου του. Έπειτα εξηκολούθησαν ακόμη να διαστέλλωνται, απεσπάσθησαν +του χάρτου, έγειναν κολοσσοί, και ήρχισαν περιπατούντα εντός της αιθούσης, +περιστοιχίζοντα αυτόν και μορφάζοντα παραδόξως.</p> + +<p>Αλλ' όλη όμως αύτη η φαντασμηγορία ολίγα μόνον δευτερόλεπτα διήρκεσεν. Ο +Περδίκης έβαλε βραγχώδη κραυγήν, μίαν μόνην και μονοσύλλαβον·</p> + +<p> — Α!</p> + +<p>Και εξήλθε της αιθούσης.</p> + +<p> — Κύριε Περδίκη, κύριε Περδίκη!</p> + +<p> — Δικός σας είνε ο πρώτος;</p> + +<p> — Σας συγχαίρομεν!</p> + +<p> — Και εις άλλα!</p> + +<p> — Σταθήτε δα!</p> + +<p> — Μη λησμονήσετε την προίκα του κοριτσιού.</p> + +<p>Αι φωναί αύται καταδιώκουσι θορυβωδώς τον Ιωάννην, οικειότεροι δέ τινες +των παρισταμένων τρέχουσι και κατόπιν του μέχρι της θύρας. Αλλ' εκείνος εξήλθεν +ήδη εις την οδόν, επήδησεν εντός της προστυχούσης αμάξης, κ' εφώνησεν εις τον +αμαξηλάτην·</p> + +<p> — 'Σ το σπίτι! γρήγορα!</p> + +<p>Αλλά μόλις εκίνησεν η άμαξα και ο Περδίκης έγεινεν ηρεμώτερος. Το θάμβος +των οφθαλμών του διελύθη· ο αριθμός εκείνος, ο φανταστικάς έχων τας +διαστάσεις και προ μικρού έτι χορεύων τον κόρδακα προ των οφθαλμών του, +επανέλαβεν ήσυχος την προτέραν αυτού θέσιν επί του σημειωματάριου του, και +το σημειωματάριον ετέθη πάλιν εις το θυλάκιόν του. Η διάνοια του Περδίκη ήρχισε +σκεπτομένη ωριμώτερον και ψυχρότερον.</p> + +<p> — Είνε λοιπόν ο αριθμός αυτός από τους πέντε που έδωσα της γυναικός +μου, είπε καθ' εαυτόν ο Ιωάννης· και δεν είνε παράξενον να ήνε . . .</p> + +<p>Και ξύει επιμόνως τον αυχένα του. </p> + +<p> — Στάσου, αμαξά! κραυγάζει αμέσως και καταβαίνει του δίφρου εν +μέση τη οδώ. Καταλείπων δε την λεωφόρον, μεταβαίνει διά στενωπών εις την +οικίαν του, εισέρχεται εις αυτήν απαρατήρητος διά μικράς τινος υπηρετικής +θύρας, αναβαίνει απνευστί διά στενής πλαγίας αναβάθρας εις το δωμάτιον της +υπηρετρίας του, και χωρεί ακροποδητί προς επίμηκες πράσινον κιβώτιον, όπερ +κατέχει μίαν αυτού γωνίαν.</p> + +<p>Εκεί ίσταται και ακροάται. Δεν ακούει τίποτε. Είνε ελεύθερος να κάμη ό,τι +θέλει, αλλά . . . διστάζει να το κάμη. Εκτείνει την χείρα του προς το κιβώτιον και +πάλιν την αποσύρει· στρέφει έντρομος το βλέμμα του προς την θύραν, διότι του +φαίνεται ότι κάτι ήκουσεν. Αλλ' είνε μάταιος ο φόβος του. Δεν είνε κανείς, και ο +Περδίκης πλησιάζει εγγύτερον εις το κιβώτιον.</p> + +<p> — Αι! λέγει καθ' εαυτόν. Πρέπει να τελειόνω και σύντομα. Δράττει τότε +αποφασιστικώς το κάλυμμα του κιβωτίου και προσπαθεί να το ανοίξη, αλλά το +κιβώτιον είνε κλειστόν. Εντείνει τας δυνάμεις του, ίν' αποσπάση το κάλυμμά του, +αλλ' αι χείρες του τρέμουσι κάπως, και το κιβώτιον ανθίσταται. Εξάγει τότε τον +ορμαθόν των κλειδίων του, κύπτει προς το κλείθρον και εισάγει έν εξ αυτών εις +την οπήν τον.</p> + +<p>Το κιβώτιον ανοίγεται, και ο Ιωάννης ανακυνά πυρετωδώς το περιεχόμενον. Εις +τον έσχατον αυτού μυχόν ευρίσκει τέλος ό,τι εζήτει· τον πολύτιμον κλήρον, +συνεπτυγμένον εις σχήμα μικροσκοπικόν και τυλιγμένον εντός άλλου χαρτίου. Τον +ανοίγει, . . . και βλέπει ακτινοβολούντα προ των ομμάτων του τον μαγικόν εκείνον +αριθμόν, ούτινος αρχίζουν πάλιν τα ψηφία να μεγεθύνωνται εις γίγαντας και να +χορεύουν πυρρίχην εντός του μικρού δωματίου. Αλλ' ο Περδίκης δεν λησμονεί, ότι +δεν έχει καιρόν διαθέσιμον εις ακαίρους φαντασμηγορίας, και η ισχυρά του +θέλησις επαναφέρει ταχέως την ηρεμίαν εις το πνεύμα του. Εξάγει εκ του +θυλακίου του έν άλλο γραμμάτιον, το διπλόνει απαραλλάκτως ως το άλλο, και το +τοποθετεί εις το βάθος του κιβωτίου, ούτινος τακτοποιεί επιμελώς το +περιεχόμενον ως καλή οικοκυρά. Είτα το κλειδόνει πάλιν ως καλός οικοκύρης, +καταβαίνει εις την οδόν όθεν ήλθε, και εισέρχεται εις την οικίαν του διά της +αυλείου θύρας, αφού θορυβωδώς εσήμανε τον κώδωνα, και δρομαίως προσήλθε +να του ανοίξη ο υπηρέτης του με τον λευκόν λαιμοδέτην.</p> + +<p>Ο Περδίκης είνε εντελώς ατάραχος· τα γόνατά του μόνον τρέμουν ολίγον.<br /></p> + +<h4>Ε'.<br /></h4> + +<p> — Καλέ Γιάγκο, αλήθεια; </p> + +<p> — Κερδήσαμε, παπάκη;</p> + +<p> — Αι, τώρα πατέρα, τελείωσαν τα ψεύματα. Θα με στείλης εις το +Παρίσι.</p> + +<p>Αι τρείς αύται φράσεις, κραυγαί μάλλον ή προσφωνήσεις, υποδέχονται τον +Περδίκην εισερχόμενον εις την αίθουσαν, όπου η σύζυγος και τα τέκνα του +ετελείωσαν προ μικρού το πρόγευμά των.</p> + +<p>Η κυρία Περδίκη αφήνει την επιφυλλίδα της «Εφημερίδος», η Ασπασία την +επιφυλλίδα της «Στοάς», ο Τηλέμαχος, . . δεν αφίνει το σιγάρον του, εγείρονται δε +και οι τρεις και κυκλούσι τον Περδίκην, και σύρουσιν αυτόν, η μεν από της χειρός, +η δε από του επενδύτου του, και ο χαριέστατος κληρονόμος του πατρικού +ονόματος και των πατρικών αρετών από της χονδράς αλύσεως του ωρολογίου +του.</p> + +<p> — Το μάθατε κηόλα; ερωτά εκείνος, ποιος σας το πρόφθασε;</p> + +<p> — Ο καϋμένος ο Δημήτρης έτρεξε ευθύς και μας το είπεν, απαντά η +σύζυγος του μεσίτου.</p> + +<p> — Κ' ελιποθύμησ' ευθύς, 'σαν τον στρατιώτην του Μαραθώνος, +προσθέτει ο Τηλέμαχος, πρόσφατον έτι έχων εις την μνήμην του το ιστορικόν +γεγονός, χάρις εις τας<span class="sp"> απαντήσεις άνευ ερωτήσεων της «Εβδομάδος» +</span>.</p> + +<p> — Λέγε μας λοιπόν, πώς έγεινε; ήσουν εις την κλήρωσιν;</p> + +<p> — Εννοείται ήμουν. Το πώς έγεινε είνε απλούστατον. Εβγήκε από το +κουτί ο αριθμός μου, τον ήκουσα που τον εφώναξαν, κ' έφυγα ευθύς, διά να μην +έχω συγχαρήκια και αηδίαις. Αλλά φαίνεται το εμυρίσθηκε ο κόσμος, αφού το +έμαθε και ο Δημήτρης.</p> + +<p> — Ου! διακόπτει Περδίκης ο νεώτερος· όλοι 'ς το χρηματιστήριον το +ξεύρουν,</p> + +<p> — Και ποιος αριθμός εκέρδησε, παπάκη, ερωτά η δεσποινίς Ασπασία· +μήπως είνε ο δικός μου;</p> + +<p> — Όχι, κόρη μου είνε ο αριθμός που . . . Και παρ' ολίγον ωλίσθαινεν εις +το βάραθρον η γλώσσα του Περδίκη. Αλλ' ο ευφυής Έλλην εκλονίσθη μόνον, χωρίς +να πέση, και διορθών αμέσως την φράσιν του εξηκολούθησεν ατάραχος·</p> + +<p> — Από τους αριθμούς που είχα φυλάξει εις το γραφείον. </p> + +<p> — Επήρες την ομολογίαν, πατέρα; </p> + +<p> — Θα βγω ύστερα να πάγω να την πάρω. Έχω καιρόν ως το βράδυ</p> + +<p>Δεν διατρίβομεν εις λεπτομερή περιγραφήν της αγαλλιάσεως, ήτις νέμεται τον +οίκον Περδίκη. Δεν αναφέρομεν τα πολυποίκιλα σχέδια, άτινα φύονται εις +εκάστου την κεφαλήν, ουδέ τας μικράς και μεγάλας απαιτήσεις άτινες επιπίπτουσι +διά μιας και ως εξ ενέδρας κατά των εκατόν χιλιάδων, ουδέ των υπηρετών τα +συγχαρητήρια, οίτινες εισορμώσι μετά μικρόν εις την αίθουσαν, άλλος από του +μαγειρείου και άλλος από του υπερώου. Ο αναγνώστης μαντεύει πάντα ταύτα +ευκόλως, υποθέτομεν· αν δε δυσκολεύεται εις τούτο, ας φαντασθή προς στιγμήν, +ότι αυτός εκέρδησε τον πρώτον λαχνόν, και τα φαντάζεται αμέσως.</p> + +<p>Ο Περδίκης, σοβαρός το φαινόμενον και ατάραχος, αποδέχεται τας περί αυτόν +εκδηλώσεις μετ' ηρεμίας επικής, αρκείται δε μόνον πραΰνων τον γενικόν +αναβρασμόν διά προσηνών τινων μειδιαμάτων και ολίγων γενικών και συντόμων +φράσεων·</p> + +<p> — Καλά! Θα ιδούμεν! Μη τρέχετε· υπομονή!</p> + +<p> — Α! είδες; απολαμβάνει η κυρία Περδίκη λησμόνησα να σου δώσω +δύο γράμματα . . . — Φέρ' τα μίαν στιγμήν, Ασπασία· επάνω εις το τραπεζάκι τα +έβαλα.</p> + +<p>Η δεσποινίς Περδίκη εκτελεί την μητρικήν παραγγελίαν, και απέρχεται κατόπιν +εις το δωμάτιόν της ίνα συγυρισθή, αφού προηγουμένως εσφράγισε διά +τρυφεροτάτου φιλήματος την πατρικήν παρειάν, κ' εψιθύρισε σιγά εις το ους του +πατρός της·</p> + +<p> — Θα μου πάρης τώρα δάσκαλον της ιππασίας;</p> + +<p> — Εγώ δεν σε φιλώ, πατέρα, λέγει ο Τηλέμαχος, διότι ξεύρω πως δεν σ' +αρέσει να σε φιλούν· αλλά κύτταξε! το Παρίσι μου το θέλω.</p> + +<p>Και ο Περδικίδης εξέρχεται του οίκου, αφού ανήψε νέον σιγάρον, ενώ η μήτηρ +του φωνεί προς αυτόν φιλοστόργως·</p> + +<p> — Μην αργήσης εις το γεύμα!</p> + +<p>Ο Ιωάννης αποσφραγίζει τα δύο γράμματα, και ως άνθρωπος πρακτικός +θεωρεί ευθύς αμέσως τας υπογραφάς·</p> + +<p> — «Η εξαδέλφη σας Ευλαλία» λέγει μεγαλοφώνως μεν αλλ' οιονεί προς +εαυτόν αποτεινόμενος, μετά την ανάγνωσιν της πρώτης υπογραφής. Ποία είνε +αυτή η εξαδέλφη μας; προσθέτει μετά μικρόν, αποτεινόμενος προς την σύζυγόν +του· δεν την βάζει ο νους μου.</p> + +<p> — Ευλαλία; απαντά εκείνη. Ου! θα είνε του μπάρμπα Ηλία η κόρη· χήρα +η καϋμένη, . . . δευτέρα ανεψιά της μαμάς.</p> + +<p>Η κυρία Πηνελόπη αποκαλεί την μητέρα της μ α μ ά ν, μετά την ανακάλυψιν +των γηπέδων εκείνων, περί ων εν αρχή ελέγομεν.</p> + +<p> — Δεν την γνωρίζω, δεν την είδα ποτέ μου, υπολαμβάνει ο Ιωάννης.</p> + +<p> — Ήλθ' ένα δυο φοραίς, . . . θα την λησμόνησες. Και τι σου γράφει;</p> + +<p> — Τώρα θα ιδούμεν.</p> + +<p>Και ο Περδίκης αναγινώσκει·</p> + +<p> — <i>Αγαπητέ μου εξάδελφε<br /><br /> + +Ο Γεωργάκης μου είπε την καλήν σας τύχην, και σας συγχαίρομαι με όλην μου +την καρδίαν. Εχάρηκα σαν να ήμην εγώ. Σου εύχομαι του Αβραάμ και του Ισαάκ τα +καλά, και σε παρακαλώ να ενθυμηθείς εις αυτήν την περίστασιν και την πτωχήν +την εξαδέλφην σου. Έρχεται χειμώνας και ο καϋμένος ο Γεωργάκης μου δεν έχει +δεύτερον φόρεμα. Ο Θεός να σου τα πληθαίνη, εξάδελφέ μου. Χαιρετίσματα εις +την εξαδέλφην.</i></p> + +<p style='text-align:right;'><i>η εξαδέλφη σου +Ευλαλία.</i></p> + +<p> — Να της στείλωμε της καϋμένης κάτι τι, λέγει συγκινημένος ο Ιωάννης, +συγγενής μας είνε</p> + +<p>Η κυρία Πηνελόπη, πολύ ολιγώτερον συγκεκινημένη, ήνοιγε τα χείλη προς +συζήτησιν των φιλανθρώπων διαθέσεων του συζύγου της, ότε από της αυλής της +οικίας εκρήγνυται αίφνης παράφωνος αρμονία προχείρου οργανικής μουσικής, +αποτελουμένης εξ ενός κλαρινέτου, μιας κιθάρας και μιας σάλπιγγος, και +μελπούσης άρρυθμόν τινα και προκατακλυσμιαίαν πόλκαν, εις πανηγυρισμόν της +μεγάλης ημέρας.</p> + +<p> — Τα είπαν άλλοι! τα είπαν άλλοι! φωνεί οργίλη προς τον υπηρέτην η +κυρία Πηνελόπη. Διώξε τους!</p> + +<p> — Άφησέ τους, ψυχή μου! παρατηρεί μεγαθύμως ο Γιάγκος πτωχοί +άνθρωποι είνε. Νά! προσθέτει αμέσως στρεφόμενος προς τον υπηρέτην, δος τους +τρία φράγκα, και πες τους, τους ευχαριστούμεν.</p> + +<p> — Αφέντη, και εις άλλα! ακούεται μετά μικρόν έξωθεν τριπλή και +ομόφωνος ευχή, πολύ αρμονικωτέρα της προτέρας μουσικής συμφωνίας.</p> + +<p>Οι μουσικοί απέρχονται, και ο Περδίκης αναγινώσκει την δευτέραν +επιστολήν·</p> + +<p><i>Αξιότιμε κύριε!<br /><br /> + +Επεκρότησα πάντοτε εις την προόδόν σας, και χαίρω, ότι πρώτος ίσως πάντων +σπεύδω να σας εκφράσω τα εγκάρδια συγχαρητήρια μου διά την σημερινήν +εύνοιαν της τύχης. Επί τη ευκαιρία δε ταύτη συγχορήσατέ με να σας ενοχλήοω με +μικράν τινα παράκλησιν. Έχω ανάγκην μικρού δανείου τριών χιλιάδων δραχμών, +διά να ετοιμάσω τα ενδύματα της θυγατρός μου, την οποίαν νυμφεύω μετά ένα +μήνα. Δεν έχω άλλην ασφάλειαν εκτός της υπογραφής μου. Υποθέτω δε, ότι σεις ο +οποίος τόσον με γνωρίζετε, γνωρίζετε επίσης ότι είνε υπογραφή τιμίου ανθρώπου. +Ελπίζω να μου απαντήσετε δύο λέξεις ευνοϊκάς.</i></p> + +<p style='text-align:right;'><i>Όλος υμέτερος Θ. +Ξυλούδης.</i></p> + +<p> — Αυτός που ήτον βουλευτής μια φορά; ερωτά η κυρία Περδίκη.</p> + +<p> — Αυτότατος! λέγει προτάσσων συνεσταλμένα τα χείλη του και +επινεύων σοβαρώς την κεφαλήν ο σύζυγός της. Τον ενθυμούμαι εδώ και πέντε +χρόνια . . . πώς αλλάζουν οι καιροί! Ήθελε πολιτικά, βλέπεις! Τον έπιασε η μυίγα +να κάμη επιρροήν, διά να γείνη υπουργός. Είχε μερικά παραδάκια· του τάφαγαν οι +κομματάρχαι, και τώρα δεν έχει να κάμη τα ασπρόρρουχα της κόρης του.</p> + +<p> — Και όμως κάθε βράδυ, παρατηρεί η κυρία Πηνελόπη, ενώ μειδίαμα +οξύγλυκυ κυμαίνει τον επί του αδρού της χείλους επανθούντα μύστακα, κάθε +βράδυ η κυρία του με ταις κόραις του είνε η πρώτη και καλλίτερη εις το Φάληρον. +Πώς τα καταφέρνουν;</p> + +<p> — Ό,τι να σου πω σε γελώ. Ποιος ξεύρει πόσα τέτοια γράμματα θα έχη +ως τώρα γραμμένα ο άνδρας της.</p> + +<p> — Αι, και θα του δανείσης τώρα συ; </p> + +<p> — Να ιδούμεν. Αν έχη ασφάλειαν . . . </p> + +<p> — Αφού σου γράφει ότι δεν έχει άλλην από την υπογραφήν του.</p> + +<p> — Αυτό είνε ένας λόγος. Όλοι εις την αρχήν έτσι λέγουν. Κάτι θα του +βρίσκεται.</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην κρούεται η θύρα, και μετ' ολίγον εισέρχεται ο υπηρέτης +λέγων·</p> + +<p> — Αυθέντη, ένας κύριος σας ζητεί.</p> + +<p> — Πήγαινε τον 'ς τη σάλα! παραγγέλλει η κυρία.</p> + +<p>Ο Περδίκης εξέρχεται, και μετά τινα λεπτά επιστρέφει φωνών εν +αγανακτήσει</p> + +<p> — Αι! με παρασκότισαν!</p> + +<p> — Ποίος ήτον; ερωτά περιέργως η σύζυγός του. </p> + +<p> — Δεν τον γνωρίζεις ένας παλαιός φίλος μου. </p> + +<p>Ο Περδίκης αποσιωπά εντελώς, ότι ο παλαιός του φίλος συνυπηρέτει ποτέ μετ' +αυτού εν τω αυτώ καφενείω. </p> + +<p> — Και τι σε ήθελε;</p> + +<p> — Τι με ήθελε! δεν το καταλαμβάνεις; Ήθελε να του βάλω χρήματα . . . +ν' ανοίξη καφενείον.</p> + +<p> — Μη χειρότερα. Δανεικά τα ήθελε;</p> + +<p> — Α, μπα! Ήθελε να με κάμη σύντροφον.</p> + +<p>Η κυρία Πηνελόπη διαρρήγνυται εις άσβεστον γέλωτα, ο δε Ιωάννης +ετοιμάζεται ν' αναχωρήση, ίνα μεταβή εις παραλαβήν της ευτυχούς ομολογίας +του, ότε ο υπηρέτης εισέρχεται και πάλιν εις την αίθουσαν, φέρων διά της μιας +χειρός επιστολήν, και κρατών διά της άλλης υπερμέγεθες δέμα βιβλίων.</p> + +<p> — Τι είνε πάλιν αυτά; ερωτά ο Περδίκης,</p> + +<p> — Ένα παιδί τα έφερε. Είνε έξω, και περιμένει, λέγει, απάντησιν.</p> + +<p>Ο Γιάγκος ανοίγει το γράμμα και αναγινώσκει·</p> + +<p><i>Ευγενέστατε κύριε.<br /><br /> + +Η τιμή μου είνε εις χείρας εχθρού μου. Πού να φαντασθώ ο ταλαίπωρος, ποία +ημέρα μου εξημερόνει. Διά σας εμειδίασε σήμερον η τύχη δι' εμέ, αλλοίμονον! η +τύχη δεν έχει πλέον μειδιάματα.<br /><br /> + +Δι' εκατόν δραχμάς γελοίας, δι εκατόν γελοίας δραχμάς κινδυνεύει η +προσωπική μου ελευθερία. Αυτάς τας δραχμάς τας ζητώ από σας. Μη μου ειπήτε +όχι, μη μου το ειπήτε! Η ευτυχία είνε φιλάνθρωπος και γενναία. Δεν σας ζητώ +έλεος. Σας στέλλω είκοσι αντίτυπα των ποιημάτων μου. Αδελφώσατε την μούσαν +μου με τον πλούτον σας. Ο κομιστής αναμένει απάντησιν.</i></p> + +<p style='text-align:right;'><i>Συννεφάκος.</i></p> + +<p> — Συννεφάκος; ερωτά η Κ. Περδίκη, ποίος είν' αυτός; </p> + +<p> — Ένας κακομοίρης . . . </p> + +<p> — Και τι δουλειάν κάμνει;</p> + +<p> — Δεν το ήκουσες από το γράμμα του; στίχους γράφει.</p> + +<p> — Καλά, γράφει στίχους, το εκατάλαβα αλλά τι έργον έχει; πώς ζη; Οι +στίχοι του δεν πιστεύω να τον τρέφουν.</p> + +<p> — Πουλεί τα βιβλία του, όταν εύρη αγοραστάς, δανείζεται από κανένα, +ο οποίος δεν του εδάνεισε άλλην φοράν, γράφει γράμματα συγκινητικά . . . </p> + +<p> — Τι να του ειπώ του παιδιού, αφέντη, που στέκει έξω; ερωτά δειλώς +διακόπτων ο υπηρέτης.</p> + +<p> — Νά! απαντά ο Περδίκης μεγαλοπρεπώς. Δος του ένα πεντάρι, και δος +του και τα βιβλία του πίσω. Τον ευχαριστούμε, πες, πολύ, αλλά δεν έχομε 'ς το +σπίτι βιβλιοθήκη να τα βάλωμε.</p> + +<p> — Η ώρα περνά, προσθέτει, στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, κ' εγώ +πρέπει να πάγω να φροντίσω διά την ομολογίαν μου.</p> + +<p> — Δεν έχεις τώρα καιρόν, παρατηρεί η κυρία. Το τραπέζι είνε +στρωμένον. Άφησε· πηγαίνεις το απομεσήμερον.</p> + +<p> — Δεν σου λέγω, . . . αλλά ήθελα να τελειώσω μίαν ώραν αρχήτερα. Δεν +ηξεύρει κανείς, τι ημπορεί να συμβή.</p> + +<p> — Τι θα συμβή; Αι ομολογίαι είνε κατατιθειμέναι, λέγουν τα γραμμάτια, +εις το τραπεζιτικόν κατάστημα του κ. Μαυρίδου. Έως το βράδυ έχεις καιρόν να +παραλάβης τον αριθμόν μας.</p> + +<p> — Όλα αυτά είνε καλά και άγια, άλλα καμμιά φορά . . . Εγώ λέγω να +πεταχτώ μίαν στιγμήν· δεν θα αργήσω.</p> + +<p>Και ο Γιάγκος λαμβάνει τον πίλον του και κατευθύνεται προς την θύραν, ενώ η +συζυγός του φωνάζει κατόπιν του· </p> + +<p> — Μην αργήσης!</p> + +<p> — Δεν πιστεύω, αν όμως αργήσω, μη με περιμένετε.</p> + +<p>Ο Περδίκης ανοίγει την εξώθυραν, αλλά συναντάται επί της φλιάς προς +άνθρωπον τινα παραδόξου εξωτερικού, όστις την αυτήν εκείνην στιγμήν έκρουε +την θύραν.</p> + +<p>Ο επισκέπτης είνε υψηλού μάλλον αναστήματος, ισχνός ως οι λεπτοί και +ανεμόφθοροι στάχυς του ενυπνίου του Φαραώ, ρυπαρός την ενδυμασίαν, +αξύριστος, άνιπτος, και θρασύς το ήθος μ' όλην αυτού την φαινομένην +κατάπτωσιν.</p> + +<p> — Τι αγαπάτε; ερωτά ο Ιωάννης.</p> + +<p> — Εδώ κατοικεί ο Κ. Περδίκης;</p> + +<p> — Μάλιστα, εγώ είμαι. Τι αγαπάτε;</p> + +<p> — Α! η ευγενεία σας είσθε; Έχω πολλήν ευχαρίστησιν. </p> + +<p>Και ο άνιπτος κύριος δράττεται διά των ρυπαρών του δακτύλων της χειρός του +Ιωάννου, και σείει αυτήν μετά προδήλου συγκινήσεως, προσθέτων·</p> + +<p> — Επεθύμουν να σας ομιλήσω μίαν στιγμήν ιδιαιτέρως.</p> + +<p> — Με συγχωρείτε . . . δεν έχω τόρα καιρών, έχω κάπου να υπάγω, και +βιάζομαι . . . , απαντά ο Περδίκης εξερχόμενος εις την οδόν και +παρακολουθούμενος υπό του αγνώστου. Αν ηθέλατε να περάσετε αργότερα . . . +προς το εσπέρας . . . Ποίος είσθε, παρακαλώ; δεν έχω την τιμήν.</p> + +<p> — Είμαι δημοσιογράφος! απαντά ο άγνωστος μετά πολλής αυταρκείας. +Εκδίδω την Αλογόμυιγαν, σατυρικήν εφημερίδα . . . την γνωρίζετε, βέβαια;</p> + +<p> — Ακούτ' εκεί την αγοράζω τακτικώτατα, και με διασκεδάζει πολύ. Του +λόγου σας λοιπόν είσθε ο συντάκτης; Χαίρομαι, χαίρομαι!</p> + +<p> — Ευχαριστώ.</p> + +<p> — Και τι ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ερωτά ο Ιωάννης, με ήθος +ανθρώπου κερδήσαντος εκατόν χιλιάδας δραχμών, και διατεθειμένου να +προστατεύση κάπως την δημοσιογραφίαν.</p> + +<p> — Να μου χρησιμεύσετε; σεις εις εμέ; αντερωτά ο εκδότης του +σατυρικού φύλλου, μειδιών εν πλήρει και αδιαπτώτω συνειδήσει της ισχύος του. +Τίποτε επί του παρόντος. Εγώ ημπορώ να σας χρησιμεύσω, και διά τούτο ήλθα να +σας ιδώ . . . να συννενοηθώμεν, αν θέλετε.</p> + +<p> — Με μεγάλην μου ευχαρίστησιν, απαντά ο μεσίτης, και ανακόπτει +προς στιγμήν το βήμα του. Περί τίνος πρόκειται; </p> + +<p> — Κύριε Περδίκη, έχετε εχθρούς! . . . </p> + +<p> — Ναι, βέβαια, βέβαια.</p> + +<p> — Αλλά του λόγου σας έχετε κακούς εχθρούς. Σας κατατρέχουν πολύ, +σας κακολογούν, θέλουν να σας βλάψουν εις την κοινωνίαν. Χθες μου έφεραν μίαν +διατριβήν εναντίον σας τρομεράν!</p> + +<p> — Διατριβήν εναντίον μου; και τι έχουν να μου ειπούν;</p> + +<p> — Φοβερά πράγματα. Διακόσια φράγκα πληρόνουν να την καταχωρίσω. +Αλλά εγώ δεν ηθέλησα να το κάμω, πριν συνεννοηθώ μαζή σας. Όπως αυτοί έχουν +τόσον συμφέρον να δημοσιευθή η διατριβή των, ίσως έχετε και σεις, +εσυλλογίσθην, να μη δημοσιευθή. Ώστε . . . αν θέλετε . . . </p> + +<p> — Τι να θέλω;</p> + +<p> — Να μη δημοσιεύσω την διατριβήν των . . . </p> + +<p> — Δεν με μέλει. Δημοσίευσε, αδελφέ, ό,τι θέλεις. Δεν ιδρόνει εμένα το +αυτί μου από αυτά τα πράγματα. Δεν μ' έκαμε ο τύπος ό,τι έγεινα, ούτε θα με +χαλάση απ' ό,τι είμαι. Αυτά είνε διά τους κουτούς.</p> + +<p> — Νομίζω, απατάσθε, κύριε Περδίκη. Εγώ με πολύ ολιγωτέραν θυσίαν +εκ μέρους σας θα επεθύμουν να μη φανούν εις την δημοσιότητα. — όπως δήποτε +δυσάρεστον πράγμα θα ήνε . . — Με πενήντα φράγκα μόνον . . . </p> + +<p>Ο Περδίκης ίσταται και πάλιν, διότι έφθασεν ήδη πλησίον του τραπεζιτικού +γραφείου, όθεν ηγόρασε την ομολογίαν του. Η μορφή του γίνεται κάπως σκεπτική, +αλλ' αιθριάζει αμέσως. Τα πεντήκοντα φράγκα δεν του φαίνονται πολλά, +συλλογίζεται δε ως φρόνιμος άνθρωπος και πεπειραμένος Έλλην, ότι καλλίτερον +είνε να μη γείνη περί αυτού λόγος δημοσιογραφικός.</p> + +<p> — Δεν μου λέγεις, αδελφέ, φωνεί τέλος φαιδρώς προς τον +δημοσιογράφον, ότι θέλεις πενήντα φράγκα; Νά τα, μάτια μου! προσθέτει, εξάγων +αυτά εκ του χαρτοφυλακίου του· πάρ' τα και με γεια σου! Πιε, αν θέλης, και μίαν +παραπάνω εις την τύχην μου. Ξεύρεις, εκέρδισα σήμερα τον πρώτον λαχνόν.</p> + +<p> — Το ήξευρα! απαντά σοβαρός ο ιθύντωρ της κοινής γνώμης, και +απέρχεται υπόπτερος.<br /></p> + +<h4>ΣΤ'.<br /></h4> + +<p>Η κυρία Πηνελόπη, ην αφήκαμεν μόνη προ μικρού, λαμβάνει έν μυθιστόρημα, +κάθηται νωχελώς επί του ανακλίντρου και αναγινώσκει. Αλλ' αναγινώσκει +μηχανικώς, χωρίς σχεδόν ν' αντιλαμβάνεται. Ο νους της είνε αλλού. Αι εκατόν +χιλιάδες παρεμβαίνουσι διαρκώς μεταξύ των οφθαλμών της και των γραμμών του +βιβλίου, και η φαντασία της μεθίπταται από σχεδίου εις σχέδιον και από επινοίας +εις επίνοιαν. Το προσφιλέστατον όμως των ονείρων, άτινα πλάττει γρηγορούσα η +κυρία Περδίκη, είνε να ταξιδεύση. Αφότου ενυμφεύθη, δεν είδεν Ευρώπην. Και την +επεθύμει τόσον, ότε ήτο έτι δεσποινίς! Προσεπάθησεν επανειλημμένως να πείση +εις τούτο τον σύζυγόν της, αφ' ότου μάλιστα ήρχισαν τιμώμενα και υπερτιμώμενα +τα ανακαλυφθέντα εκείνα γήπεδα. </p> + +<p>Αλλ' ο Μερδίκης είνε πρακτικός άνθρωπος.</p> + +<p> — Τα χρήματα, απήντα πάντοτε, που ξοδεύονται 'ς το ταξίδι, δεν +φέρνουν τόκο.</p> + +<p>Και η Πηνελόπη παρητείτο άκουσα των σχεδίων της και κατέπνιγε προς ώραν +τους πόθους αυτής.</p> + +<p>Τώρα όμως, τώρα δεν έχει πλέον ο Γιάγκος να είπη τίποτε. Θα της δώση +βεβαίως δέκα χιλιάδας, να μεταβή τουλάχιστον έως τους Παρισίους· εκεί θα κάμη +και τα χειμερινά της ενδύματα, καλλίτερα, εννοείται, και ευθηνότερα παρά εις τας +Αθήνας, και θα έχη τοιουτοτρόπως και οικονομίαν.</p> + +<p>Κατά φυσικώτατον δε συνειρμόν ιδεών αρχίζει αμέσως η κυρία Περδίκη να +δημιουργή εσθήτας και επανωφόρια, και πίλους και πετάσσους, και τρίχαπτα και +ταινίας, να κόπτη, να ράπτη, να συμφωνή τιμάς, να δοκιμάζη φορέματα ενώπιον +μεγάλων κατόπτρων, διπλών και τριπλών, να κομψεύεται επιχαρίτως ενώπιον των +παρισινών ραπτριών, και να ακούη μετά προσπεποιημένης και μετριόφρονος +αιδούς τας προς τα σωματικά της κάλλη κολακείας των.</p> + +<p>Από του ευχαρίστου τούτου ονείρου αφυπνίζει αυτήν αίφνης ο υιός της, +επιστρέφων από του καφενείου, όπου έπαιζε σφαιριστήριον, και φωνών από της +θύρας·</p> + +<p> — Α, μητέρα! ξεύρεις ότι το πράγμα άρχισε να γίνεται αστείον;</p> + +<p> — Τι είνε, παιδί μου;</p> + +<p> — Όλοι οι φίλοι μου ήθελαν να τους κάμω γεύμα. Άλλοι ήθελαν +δανεικά, άλλοι . . . </p> + +<p>Ο νέος Περδίκης αποσιωπά, ότι οι άλλοι εκείνοι εζήτουν την επιστροφήν +δανεισθέντων.</p> + +<p> — 'Σάν να είχα κερδήσει εγώ, προσθέτει μετ' ολίγον, τον πρώτον +λαχνόν.</p> + +<p> — Τον καϋμένον τον Τηλέμαχον! Έννοια σου, και θα πω εγώ του +μπαμπά σου να σου δώση κάτι τι διά τα έκτακτά σου έξοδα.</p> + +<p> — Κ' εμένα, μαμάκα; ερωτά η την στιγμήν εκείνην ακριβώς εισερχομένη +Ασπασία, δεν θα μου πέση τίποτε από ταις εκατόν;</p> + +<p>Πριν ή απαντήση η Κυρία Περδίκη, εισέρχεται ο υπηρέτης, κομίζων δύο +επιστολάς και μίαν κολοσσιαίαν ανθοδέσμην.</p> + +<p> — Ακόμη γράμματα; φωνεί η οικοδέσποινα. Καλά! Βάλε τα εκεί, επάνω +εις το τραπέζι. Και αυτό το μπουκέτο ποίος το έφερε;</p> + +<p> — Ο περιβολάρης, κυρία. Σας συγχαίρεται, λέγει· και εις άλλα.</p> + +<p> — Το πήρε και αυτός μυρωδιά; μη χειρότερα! παρατηρεί ο +Τηλέμαχος.</p> + +<p> — Δος του πέντε φράγκα, Νικόλα, και πες του, τον ευχαριστούμεν.</p> + +<p>Μόλις εξήλθεν ο Νικόλας, και παρίσταται εις την θύραν του εστιατορίου +άνθρωπός τις του λαού, χυδαίαν έχων την όψιν και τα κνήμας γυμνάς, κοντός δε +και στενάς φορών αναξυρίδας μέχρι γονάτων, εφεστρίδα με διπλήν σειράν +σφαιροειδών και θυσσανωτών κομβίων, και πέτασσον εκ πιλήματος άμορφον και +αποτετριμμένον. Διά της μιας αυτού χειρός κρατεί ράβδον χονδράν, διά της άλλης +δε αναλικνίζει από των τεσσάρων του άκρων μανδήλιον ρυπαρόν, εις ου το βάθος +κροταλίζουσιν ολίγα κέρματα.</p> + +<p> — Καλό 'ς τα χαίρεστε, κυρά! λέγει ο νέηλυς, βλέπων εστρωμένην την +τράπεζαν. Ο θεός να σας τα πληθαίνη! Το μάθαμε δα κάτω 'ς το παζάρι όλοι μας, +και το καταχαρήκαμε, μάρτυς μου ο Θεός! Του άξιζε του κυρ Γιάγκου, αλήθεια, +γιατί είνε καλός άνθρωπος και καλός πατριώτης. Αι! 'ς της άλλαις εκλογαίς θα τον +έχωμε πρώτο σύμβουλο, χωρίς άλλο.</p> + +<p>Ευχαριστούμεν, απαντά δειλώς η κυρία Πηνελόπη, πτοουμένη σχεδόν την +προστατευτικήν εκείνην οικειότητα της φράσεως, και προσθέτει αμέσως·</p> + +<p> — Τι αγαπάτε; τον Γιάγκο θέλετε; δεν ήλθ' ακόμη.</p> + +<p> — Δεν πειράζει, κυρά! αφού είσθε η ευγενεία σας, το ίδιο κάνει. Είνε +για μια πτωχή οικογένεια . . . ό,τι προαιρείται ο καθείς.</p> + +<p>Και ο μέλλων κομματάρχης του Κ. Περδίκη ανοίγει διά των δύο του χειρών τας +άκρας του μανδηλίου και πλησιάζει δύο βήματα προς την οικοδέσποιναν.</p> + +<p> — Νικόλα! φωνάζει η κυρία· δόσε πέντε φράγκα του κυρίου . . . — πώς +ονομάζεσθε, παρακαλώ;</p> + +<p> — Κωστής Φυσέκης, κυρά!</p> + +<p> — Δόσε του Κυρίου Κωστή, . . εξακολουθεί η οικοδέσποινα.</p> + +<p> — Όχι να μου τα δώση κυρά, όχι! 'Σ το μανδήλι να τα ρίξη, παρακαλώ. +Αυτά είνε χρήματα ιερά, και εγώ δεν τα πιάνω εις το χέρι μου.</p> + +<p>Ο Νικόλας αποθέτει εις το μανδήλιον το πεντόφραγκον, ατενίζων +εκφραστικώτατον και γνώριμον βλέμμα επί τον ευσυνείδητου ερανιστήν, όστις +αποχαιρετά και απέρχεται.</p> + +<p> — Ξεύρεις, μητέρα, παρατηρεί ο Τηλέμαχος, ότι αν πηγαίνη έτσι το +πράγμα, αι εκατόν χιλιάδες θα γείνουν πολύ γρήγορα παραμύθι;</p> + +<p> — Αι, καλά! απαντά μειδιώσα η μήτηρ του. Ο άνθρωπος πρέπει να +βοηθή, όταν ειμπορή και όσον ειμπορή. Μ' εκατό και με διακόσια φράγκα δεν θα +μας λιγοστευτούν, παιδί μου, κ' έννοια σου.</p> + +<p> — Εμένα μου έρχεται μία ιδέα, υπολαμβάνει ο νεαρός Περδίκης +διαρρηγνύμενος εις γέλωτα. Να βάλωμε μίαν ειδοποίησιν αύριον εις τας +εφημερίδας, ότι παρακαταθέτομεν το ποσόν εις ένα συμβολαιογράφον, εις μίαν +τράπεζαν, — αδιάφορον πού — και να κοπιάση ο κόσμος να παίρνη, ως που να +τελειώσουν. Έτσι, μου φαίνεται, θα ευρούμε τουλάχιστον την ησυχίαν μας.</p> + +<p> — Στάσου δα πρώτα να ταις πάρωμεν, και ύστερα σκεπτόμεθα, απαντά +γελώσα επίσης η μήτηρ.</p> + +<p> — Ου, καϋμένε Τηλέμαχε, λέγει η δεσποινίς Ασπασία, τι ανοησίαις που +λες!</p> + +<p> — Κύτταξε που το πίστευσε κ' εφοβήθηκε! υπολαμβάνει ο Περδικίδης +και γελά έτι θορυβωδέστερον. Έννοια σου, Ασπασάκη! έννοια σου, και ο μπαμπάς +τέτοιους χωρατάδες άνοστους δεν τους κάμνει. Αλήθεια, μητέρα, δεν τρώμε; Είνε +μία περασμένη.<br /></p> + +<h4>Ζ'.<br /></h4> + +<p>Η οικογένεια Περδίκη απέκαμε να περιμένη τον αρχηγόν αυτής και κάθηται εις +την τράπεζαν.</p> + +<p>Το γεύμα, εννοείται, είνε φαιδρότατον, και οι δαιτυμόνες ομιλητικότατοι.</p> + +<p>Η κυρία Πηνελόπη υψόνει ήδη το ποτήριόν της προπίνουσα εις υγείαν του +συζύγου της και ευχομένη καί εις άλλα, ότε ο Περδίκης ανοίγει παταγωδώς την +θύραν και ενσκήπτει ως κεραυνός εις την αίθουσαν. Η μορφή του είνε πορφυρά, οι +οφθαλμοί του απλανείς, το βήμα του ασταθές, και αι χείρες του κινούνται ως +πτέρυγες ανεμόμυλου. Δεν λέγει λέξιν, αλλά καταπίπτει επί μιας καθέδρας, και +ασθμαίνει κοπιωδώς, ως φύσα σιδηρουργείου.</p> + +<p> — Τι είνε; φωνεί αναπηδώσα από της έδρας της η σύζυγός του, Τι +τρέχει; τι έπαθες;</p> + +<p>Ο Περδίκης προσπαθεί να ομιλήση, αλλ' η φωνή του εκπνέει εις τον λάρυγγά +του.</p> + +<p> — Δος μου εδώ ένα ποτήρι νερό, Ασπασία! κραυγάζει η Κ. Πηνελόπη, +Γρήγορα. Έλα!</p> + +<p>Και ποτίζει τρυφερώς τον συμβίον της.</p> + +<p> — Μα τι τρέχει λοιπόν; Λέγε μου! ερωτά και πάλιν. </p> + +<p> — Τι να τρέχη, αδελφή, απαντά τέλος ανακτών την φωνήν του ο +Ιωάννης. Το κέρδος μας . . . </p> + +<p> — Αι;</p> + +<p> — Έγεινε. . . . </p> + +<p> — Τι;</p> + +<p> — Κα-πνός!</p> + +<p> — Με τα σωστά σου είσαι; Τι είν' αυτά; τι θα ειπή, έγεινε καπνός;</p> + +<p> — Να είπη, ότι η ομολογία μας . . . δεν είχε πληρωμένην . . . την +τελευταίαν δόσιν.</p> + +<p> — Και τι μ' αυτό;</p> + +<p>Δεν είνε ακριβώς γνωστόν, τι απήντησεν ο Περδίκης εις την ερώτησιν ταύτην +της συζύγου του.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn6' id='ref6'>6</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Ήσαν δύο οικίαι επί της αυτής οδού, η μία της άλλης αντιμέτωπος.</p> + +<p>Η μία μεγάλη, άρχοντος οικία, η άλλη μικρά, ταπεινή, σχεδόν καλύβη, πτωχόν +πτωχού ενδιαίτημα.</p> + +<p>Εδώ πυλώνες μεγάλοι, και παράθυρα πολλά, διά βαρυτίμων παραπετασμάτων +μετριάζοντα το άπλετον φως, και εξώσται κομψοί περικοσμούντες την οικοδομήν, +και άνδηρα, αναπεπταμένα το μεν εις τον ήλιον, το δε εις την αύραν την +εσπερινήν, και κήπος οπίσω θαλερός και βαθύσκιος, και στρουθίων τάγματα +πολυάριθμα, φλυαρούντα υπό των δένδρων το φύλλωμα και ζωογονούντα την +βαρείαν σιγήν, ην περιέβαλλε τον οίκον πάσα η σοβαρότης του πλούτου.</p> + +<p>Είναι μία μόνη μικρά θύρα, και στενόν παράθυρον μόλις που τας κυριακάς και +τας εορτάς δειλώς ανοιγόμενον, και πέραν εκεί, εις το άκρον στενού διαδρόμου +και όπισθεν των δύο χαμογείων δωματίων άτινα αποτελούν τον πτωχικόν οίκον, +αυλή ευρεία, ης το γεώδες έδαφος συνεκύλων δι' όλης της ημέρας παιδία +γυμνόποδα φαιδρώς φωνασκούντα, και όρνιθες κλώζουσαι και ραμφοκοπούσαι το +χώμα, ας ένθεν μεν κατεδίωκεν ακάκως πυρρόθριξ μολοσσός, απαθής δ' εκείθεν +αλλά προσηνής το φαινόμενον εθεάτο τεφρόχρους όνος, προσδεδεμένος εις +φάτνην πενιχράν, υπό την στέγην ολίγων σανίδων.</p> + +<p>Του πλουσίου μεγάρου κάτοικοι, πλην των πολλών οικετών, αφώνων και +σοβαρών ως ο οίκος, ήσαν δύο μόνοι· ανήρ και γυνή. Ο Θεός δεν είχε δώσει τέκνα +εις αυτούς, νομίσας ίσως ότι τους ήρκει ο πλούτος· αλλ' είχεν όμως δώσει φίλους +πολλούς εις τον πλούτον των, οίτινες επλήρουν πολλάκις την τράπεζαν αυτών κ' +εφαίδρυνον ενίοτε τας αίθουσάς των. Δεν εφαίδρυνον όμως και τον οίκον αυτών +οι ξένοι· πολλάκις δε τα όμματα της πλουσίας αλλ' ερήμου οικοδεσποίνης εθόλονε +μελαγχολία, και δάκρυ δειλόν ανέβλυζεν υπό τα βλέφαρά της, οσάκις από της +σιγής του θαλάμου της εθεώρει διά του παραθύρου εις την απέναντι πτωχικήν +αυλήν, και έβλεπε τα ακτένιστα παιδία του γείτονος παίζοντα εν φωναίς και +θορύβω το<span class="sp"> κεράκι </span>και τον<span class="sp"> κρυπτόν</span>.</p> + +<p>Διότι είχε πολλά παιδία ο γείτων' ουδ' αυτός ο ίδιος ήξευρε πόσα, — έλεγεν +αστειευόμενος, οσάκις ηρωτάτο. Ότε δε την εσπέραν επέστρεφεν οίκαδε ο +ημερόβιος εργάτης, άλλοτε πεζός και άλλοτε σοβαρώς κεντρίζων τον όνον του, και +ηνοίγετο προ αυτού η θύρα του οικίσκου, χωρίς καν εκείνος να την ωθήση, +αλαλαγμός χαρμόσυνος ηγείρετο από της αυλής, και πάσα παιδιά κατελείπετο εις +το μέσον, και όλος των παικτόρων ο εσμός, μικρών και μεγάλων, εκρεμάτο +βοτρυδόν από των φορεμάτων του πατρός. Ο ευσταλέστερος ανερριχάτο εις τους +ώμους του, η ζωηροτέρα ήρπαζεν από της αγκάλης του τον άρτον της εσπέρας, +άλλος ανηρτάτο από του τραχήλου του, και τα μικρότερα ενηγκαλίζοντο τας +κνήμας του.</p> + +<p> — Έλα, ησυχάστε! αφήστε τον πατέρα σας να ξανασάση! εφώνει προς +το στίφος των πολιορκητών η κυρά Δημήτραινα, εύσωμος και πορφυρόχρους +μεσήλιξ, ης τα σπαργώντα στήθη, ανέτως αναπτυχθέντα υπό τα λαίμαργα στόματα +δέκα ευρώστων νηπίων και ουδένα ποτέ γνωρίσαντα στηθόδεσμον, εκυμαίνοντο +μεγαλοπρεπώς μόλις συγκρατούμενα υπό των πτυχών του χιτώνος της.</p> + +<p> — Άσ' τα! μη τα μαλόνης! απήντα ο κυρ Δημήτρης, και αναλαμβάνων +εις τας αγκάλας του τα δύο δίδυμα μικρά του, εκάθητο κεκμηκώς επί του +σάγματος του όνου και εσπόγγιζε τον αδρόν του μετώπου του ιδρώτα διά της +ποδιάς των τέκνων του.</p> + +<p>Τοιούτων φαιδρών σκηνών πολλάκις εγίνοντο από του εξώστου των θεαταί ο +Κύριος Μαρής και η Κυρία Μαρή, του πλουσίου οίκου οι άπαιδες άρχοντες. Και +εκείνος μεν, εκατομμυριούχος χρηματιστής, από μακρού ήδη τραχυνθείς την +καρδίαν εκ των συγκινήσεων της υψώσεως και του εκπεσμού, δυσθύμως μάλλον +προσέβλεπε τας θορυβώδεις εκείνας και προστύχους, ως τας απεκάλει, +οικογενειακάς πανηγύρεις, αίτινες ετάραττον την εσπέραν ου μόνον την κοπιώδη +συνήθως χώνευσίν του, αλλά και πάσαν την ηρεμίαν των οικονομικών αυτού +υπολογισμών. Αλλ' η συζυγός του, γυνή και δις ήδη αποτυχούσα μήτηρ, μακράν +πολλάκις ώραν ελησμονείτο θωρούσα την διηνεκή σχεδόν εκείνην τύρβην, και +μειδίαμα παράδοξον, χαράς άμα και πόνου μαρτύριον, διέστελλε τα χείλη της. Τι +δεν έδιδε διά μικράν τινα μόνον μερίδα της ζωηρότητος εκείνης και ταραχής!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εσπέραν τινά, ήτο η πρώτη Κυριακή των Απόκρεω ο Δημήτρης επέστρεψεν +ενωρίτερα εις τον οίκον του,</p> + +<p>Ήτο κατοφορτωμένος.</p> + +<p>Διά του δεξιού βραχίονος έσφιγγεν ενηγκαλισμένον ταβάν, όθεν από παχέος +ορύζης στρώματος προέκυπταν πού και πού, ως λόφοι μικροί, τεμάχια κρέατος +οπτού· κάτωθεν δ' αυτού ανελικνίζετο δίκην εκκρεμούς από της δεξιάς του χειρός +φιάλη μελάγγρους ευμεγέθης, πλήρης ξανθού ρητινίτου. Αριστερόθεν εκράτει +μανδήλιον, εγκυμονούν τις οίδε τίνα και ποία έκτακτα τραγήματα, και επί του +μανδηλίου έσφιγγε διά του αντίχειρος χάρτινον πρόστυχον προσωπείον είκοσι +λεπτών.</p> + +<p> — Έλα, Μαριώ, να ζης! ξεφόρτωσέ με! εφώνησεν εισερχόμενος.</p> + +<p>Αλλά πού να προφθάση η Μαριώ! Τρία ήρπασαν διά μιας την βαύκαλιν, άλλα +τόσα το μανδήλιον, ούτινος διεσπάρησαν χαμαί τα περιεχόμενα — δύο λεμόνια +εδώ, πέντε μήλα εκεί, ολίγα μύγδαλα παρέκει — και η γενική κατ' αυτών έφοδος +των παιδίων έσωσεν από σοβαρού κινδύνου τον ταβάν, ον κατώρθωσε τέλος να +παραλάβη σώον και ακέραιον η μήτηρ.</p> + +<p> — Κύτταξε, κύτταξε τα διαβολόπουλα! Εφώνει αύτη, και ηγωνίζετο +ασθμαίνουσα να επαναφέρη την τάξιν εν μέσω του αφηνιάσαντος στίφους, ενώ ο +πατήρ εκράτει το προσωπείον υψηλά, υψηλότερα των κατ' αυτού αναπηδώντων +μικρών, και έλεγεν αταράχως·</p> + +<p> — Αι, ησυχία τώρα, ησυχία! Κάμετε φρόνιμα . . . ειδεμή δεν έχει +μουτσούνα.</p> + +<p> — Μουτσούνα! Μουτσούνα! εκραύγασεν εν χορώ το παιδοθέμιον, +θορυβώδη συγκροτούν πυρρίχιον κύκλω του πατρός, ενώ η μήτηρ μόλις +κατώρθονε να περισυναγάγη από του πεδίου της μάχης τους από του μανδηλίου +πεσόντας τραυματίας.</p> + +<p>Τέλος επήλθεν ησυχία εν τω οίκω του κυρ Δημήτρη. Τα παιδία +κατηυνάσθησαν, και συναχθέντα περί τον<span class="sp"> ταβάν +</span>ωσφραίνοντο βουλιμιώντα το +περιεχόμενον.</p> + +<p>Η οικοδέσποινα έστρωσεν εν μέσω την βραχύποδα τράπεζαν του δείπνου, τον +<span class="sp"> σ ο φ ρ ά ν</span>, και ανήψε παρ' αυτώ κλαυθμηρίζοντα λύχνον. Ο κυρ Δημήτρης +εκάθισε χαμαί σταυροποδητί, και σταυρώσας διά του μαχαιρίου του τον άρτον +έκοψε και διένειμε.</p> + +<p> — Δόξα σοι ο Θεός, γυναίκα, είπε σταυροκοπούμενος, η βδομάδα πήγε +καλά. Βγάλαμε τριάντα δραχμαίς. Υγεία νάχωμε, και οξωνού! Η φτώχια θέλει +καλοπέραση!</p> + +<p>Ούτως ευθύμως ήρχισε και ευθύμως επεράνθη το πτωχικόν του πτωχού οίκου +δείπνον.</p> + +<p>Αφού δε τα παιδία ετραγάνισαν και το έσχατον φαγώσιμον οστούν του ταβά, +σκυθρωπάζοντος ευλόγως του παρισταμένου μολοσσού, εις ον σκληρός απέμεινε +κλήρος ό,τι μόνον απρόσιτον εις παίδων οδόντας — και αποσμήχοντα διά ψωμίου +το πήλινον σκεύος εγάνωσαν αυτό λάμπον και στίλβον, ο κυρ Δημήτρης εμοίρασεν +ακριβοδικαίως τα τρωγάλια εις τα τέκνα του, εστράγγισεν εις το ποτήριόν του το +κατάλοιπον της μελαψής φιάλης, και σπογγίσας διά της παλάμης τον μύστακα, +είπεν εις την σύμβιόν του εν αληθεί ευφροσύνη·</p> + +<p> — Δος μου τώρα λιγάκι το μπουζούκι μου, κυρά Μαριώ, να το +τραγουδήσωμε·</p> + +<p> — Δεν νυστάξατε σεις ακόμη; ηρώτησεν η κυρά Δημήτραινα· αλλά +τοσαύτα διά μιας απήντησαν όχι, εις μίαν κορυφωθέντα κραυγήν, ώστε +καθησύχασε μεν η μητρική μέριμνα, εξετέλισε δ' αμέσως το παραγγελθέν η +συζυγική προθυμία.</p> + +<p>Το πρωσαχθέν μπουζούκιον ήτο πατρική κληρονομία τον κυρ Δημήτρη. Ο +πατήρ αυτού, βαρελοποιός ποτε και μουσικός κατά τας ώρας της σχόλης του, +μόλις είχε κατορθώσει να διδάξη τον υιόν αυτού, πλην τυπικών τινων +υποκρούσεων, ένα συρτόν και ήμισυν καλαματιανόν. Αλλά το έν και ήμισυ τούτο +ήρκει εις διασκέδασιν των παιδίων, ων αι χορευτικαί γνώσεις περιωρίζοντο κατ' +ανάγκην εις το μουσικόν του πατρός των πεδίον.</p> + +<p> — Ελάτε τώρα σεις, είπεν ούτος· πιασθήτε από τα χέρια. Εμπρός ο +Νικολής, ύστερα ο Γιώργης, και οι άλλοι με την αράδα. Συρτό· Ο Νικολής που +τραβάει το χορό φορεί και τη μουτσούνα!</p> + +<p> — Κ' εμείς πατέρα; εμείς; εφώνησε δυσθύμως ο λοιπός όμιλος, δεν θα +τη φορέσωμε;</p> + +<p> — Αγάλια, αγάλια· Ένας ένας θα τραβά το χορό και θα την φορή.</p> + +<p>Και ανέκρουσεν ο μουσικός, και ήρχισεν η διασκέδασις. </p> + +<p>Ελαφροί των παιδίων οι μικροί πόδες έπληττον, ρυθμικώς ενίοτε, το πάτωμα, +αι λάλοι των γλώσσαι συνώδευον κατά διάλείμματα διά προχείρου άσματος τον +σκοπόν της ορχήστρας, ο δε πατήρ, διακόπτων ενίοτε την μουσουργίαν, ανέμελπεν +έρρινον και βροντόφωνον ωδήν, προς ην αγαλλιών και σκιρτών ανταπήντα ο +χορός.</p> + +<p> — Κέφι που τώχεις, ευλογημένε! έλεγεν η κυρά Μαριώ, νανουρίζουσα +ηρέμα το βρέφος της, — διότι είχε και βρέφος η ευλογημένη. — Κέφι που τώχεις! +Δεν πέφτεις να πλαγιάσης, που είσαι κουρασμένος, μόνον κάθεσαι και. . . . </p> + +<p>Κτύπος δυνατός εις την εξώθυραν διέκοψε της Δημήτραινας την φράσιν και +του Δημήτρη την μουσικήν.</p> + +<p> — Ποιος νάνε τέτοια ώρα! είπεν ούτος, αποθέτων το όργανον του και +εγειρόμενος. Έλα! σιωπή εσείς και ησυχία! εξηκολούθησεν αποτεινόμενος προς τα +παιδία, άτινα εξηκολούθουν ορχούμενα και μετά το πέρας του μέλους, ως +θάλασσα σαλευομένη και μετά του ανέμου την πτώσιν.</p> + +<p>Και εβάδισε προς την θύραν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Καθ' ον χρόνον ηυθύμουν και διεσκέδαζον οι κάτοικοι της πτωχής καλύβης, +έπληττον και εχασμώντο του πλουσίου οίκου οι κύριοι.</p> + +<p>Περάναντες το γεύμα των, όπερ άφθονον ως συνήθως και ποικίλον ουδέν είχεν +ιδιαίτερον γνώρισμα, το δυνάμενον να αναμνήση αυτούς την απόκρεω, +ανεκλίθησαν αμφότεροι απέναντι αλλήλων, εκείνος μεν επί σοφά μαλακού, +καπνίζων το σιγάρον του, και χειλοποτών ηρέμα τον καφέν του, αυτή δε επί του +εγγυτάτου εις την τράπεζαν κλιντήρος, θωπεύουσα νωχελώς διά της λευκής και +δακτυλιοφόρου χειρός της το λείον τρίχωμα χονδροκεφάλου γάτου, ρέγχοντος +μακαρίως επί των γονάτων της.</p> + +<p>Πλην του ρόγχου τούτου σιγή εντελής επεκράτησεν ικανήν ώραν εν τη +αιθούση.</p> + +<p>Ότε δε τέλος ο κύριος Μαρής ερρόφησε πλην του καφέ του και μικρόν +ποτήριον κονιάκ, και ησθάνθη το σιγάρον του εγγίζον εις το τέλος, ανεκάθισε +μορφάζων εκ μικρού ρευματικού νυγμού, ον ησθάνετο εις την κνήμην, και είπεν, +αφού μεγαλοφώνως εχασμήθη·</p> + + +<p> — Δεν παίζεις λιγάκι Boccace, Ερμιόνη; </p> + +<p> — Ουφ! καϋμένε Αγησίλαε, . . να ήξευρες πώς βαρηούμαι! απήντησεν +εκείνη παρατείνουσα μετά κόπου τας λέξεις και οιονεί συλλαβίζουσα αυτάς. +Επάνω εις την χώνευσιν . . πού ν' αφήσω τώρα τον καϋμένον των Πλούτωνα, που +κοιμάται τόσον εύμορφα.</p> + +<p> — Καλά! υπέλαβεν ο Αγησίλαος· και η τελευταία της λέξεως συλλαβή +απήχησεν εις δεύτερον και φωβερώτερον του πρώτου χάσμημα.</p> + +<p> — Τι; ενύσταξες κι' όλα; ηρώτησεν η σύζυγός του, ακούουσα μάλλον ή +βλέπουσα την συζυγικήν εκείνην χασμωδίαν. Μήπως δεν είσαι καλά;</p> + +<p> — Καλά είμαι . . . αλλά βαρηούμαι κ' εγώ . . . 'ξεύρεις.</p> + +<p> — Δεν πηγαίνεις καμμίαν ώραν εις την λέσχην, να διασκεδάσης;</p> + +<p> — Αποκρηά σήμερον, . . . ποιος θα ήνε εις την λέσχην; Έπειτα . . . μπορεί +να μας έλθουν και τίποτις μάσκαραις απόψε . .,</p> + +<p> — Ο Θεός να τους φωτίση, να σου ειπώ! Διότι αυταίς η βραδυαίς του +χειμώνος είνε ατελείωταις.</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην εισελθών υπηρέτης άψογος την περιβολήν αφήκεν επί της +τραπέζης δέσμην εφημερίδων, ειπών απλώς·</p> + +<p> — Ταχυδρομείον!</p> + +<p> — Α! τι καλά! εφώνησεν ευθύμως ο Αγησίλαος, και θεις επί της ρινός +τας διόπτρας του ανέπτυξε το νεώτατον των φύλλων και ήρχισε την ανάγνωσιν +από του τέλους.</p> + +<p>Ο Πλούτων αφυπνισθείς επήδησε χαμαί άνευ περαιτέρω διατυπώσεως, και +βυθίσας τους εμπροσθίους του όνυχας εις τον παχύν της αιθούσης τάπητα +εκύρτωσεν ευαρέστως την ράχιν του, η δε κυρία Ερμιόνη ανεγερθείσα ήνοιξε μίαν +των επί της οδού θυρίδων.</p> + +<p> — Να πάρωμεν ολίγον αέρα, και κλείω ευθύς, είπε προλαμβάνουσα +πάσαν του ανδρός της διαμαρτύρησιν.</p> + +<p>Αλλ' από της θυρίδος εκείνης, πλην του δροσερού αέρος, εισέβαλεν +απρόσκλητος ξένος και η φαιδρά αντήχησις του μπουζουκιού του κυρ +Δημήτρη.</p> + +<p> — Νά τα! είπεν ο χρηματιστής, εξακολουθών την ανάγνωσιν του· +άρχισαν πάλιν οι αντικρυνοί μας τα συνειθισμένα. Ξεύρεις, Ερμιόνη, ότι +κατήντησεν ανυπόφορος αυτός ο κυρ Δημήτρης με το κοπάδι του;</p> + +<p> — Διατί οι καϋμένοι; ηρώτησε μετ' αγαθότητος η κυρία. Διασκεδάζουν . +. . . δεν κάμνουν κακόν. Τι σε πειράζουν;</p> + +<p> — Με ανησυχούν. . . . τι άλλο θέλεις να με πειράξουν; απήντησεν +εκείνος, αναγινώσκων πάντοτε.</p> + +<p> — Εγώ τους ζηλεύω, να σου ειπώ, υπέλαβε μετά μικρόν η κυρία Μαρή, +πλησιάζουσα εις τον σύζυγόν της και θωπεύουσα ηρέμα τον επί της εφημερίδος +κύπτοντα τράχηλόν του.</p> + +<p> — Τι σου ήλθεν; είπεν εκείνος αναβλέπων.</p> + +<p>Την ερώτησιν ταύτην υπέλαβεν η Ερμιόνη αποτεινομένην εις την ζηλείαν +μάλλον ή την θωπείαν της, και έσπευσε να προσθέση·</p> + +<p> — Αχ, . . . . ζηλεύω τα παιδιά των. Δεν ξεύρεις πόσα είνε, Αγησίλαε, . . . +και όλα τόσα . . . τόσα, το ένα μικρότερο και ωραιότερο από το άλλο. Να είχαμε κ' +εμείς κανένα! . . . είπε μετ' ολίγον σιγαλή τη φωνή, κύπτουσα το πρόσωπον προς +τον σύζυγόν της.</p> + +<p> — Χα, χα, χα! εφώνησεν εκείνος γελών· με την ώρα σου ήλθεν η όρεξις! +Ποίος σου πταίει; μην τα κάμνης μισά!</p> + +<p>Και αποβαλών τας διόπτρας του ηγέρθη και επλησίασεν εις την εστίαν.</p> + +<p> — Με τα σωστά σου λοιπόν, αγάπη μου, εξηκολούθησε διά μειλιχίας +φωνής, προσπαθών να κολάση την προ μικρού σκαιάν τραχύτητα της φράσεώς +του, με τα σωστά σου ζηλεύεις τους γείτονάς μας;</p> + +<p> — Και είνε να μην τους ζηλεύση κανείς; Δεν βλέπεις τι ευτυχισμένοι που +ζουν! Πως είνε πτωχοί, . . αδιάφορον! Όλοι ροδοκόκκινοι από υγείαν . . . Ανάγκας +δεν έχουν. . . . φροντίδας δεν έχουν. . . . Σπίτι γεμάτο ζωήν και χαράν! Όταν είνε να +δουλεύσουν δουλεύουν, και όταν είνε να διασκεδάσουν διασκεδάζουν. Όχι . . . +</p> + +<p> — Όχι 'σάν εμάς; ήθελες να ειπής κ' εστάθης.</p> + +<p> — Βέβαια. Ψεύματα; απήντησεν η κυρία Μαρή, υψούσα τους ώμους. +Ημείς με όλα μας τα καλά . . . με τα πλούτη μας, με ωραίο σπίτι, με αμάξια, +μαγείρους, υπηρέτας, τα έχομεν αιωνίως κατεβασμένα, 'σαν να έχωμεν πένθος· +και αν δεν έλθη κανείς ξένος να μας ίδη, δεν ανοίγομεν το στόμα μας ώραις. Εγώ +τουλάχιστον, σε βεβαιόνω, εξηκολούθησεν η αγαθή γυνή μετά πικρού +μειδιάματος, κατήντησα να μην ομιλώ παρά όταν μαλόνω τους υπηρέτας . . . . +Αυτοί οι πτωχοί με το τίποτε είνε πάντα ευχαριστημένοι, εύθυμοι, διασκεδάζουν +αδιάκοπα, τραγουδούν, χορεύουν, χαίρονται την ζωήν των τέλος πάντων. Διατί +αυτό;</p> + +<p> — Διατί! είπε καθ' εαυτόν ο χρηματιστής, περιπατών σιγά άνω κάτω εν +τη αιθούση. Είτα δε, ωσεί φαεινή τις ιδέα επήλθεν αίφνης απαντώσα εις το +ενδιάθετον αυτό ερώτημα, έστη αποτόμως επιστραφείς ενώπιον της συζύγου του +και ηρώτησε·</p> + +<p> — Θέλεις, Ερμιόνη μου, να σιωπήσουν οι γείτονές μας, και να παύση +όλη αυτή η διασκέδασις και ο θόρυβος;</p> + +<p> — Όχι τους καϋμένους! απήντησεν εκείνη περίτρομος, τις οίδεν οποία +υποθέτουσα τα σχέδια του συζύγου της. Όχι, . . . μη τους κάμης κακόν! άφησέ τους +. . . . Τι μας πειράζουν;</p> + +<p> — Κακόν να τους κάμω; απήντησε μειδιών ο κύριος Μαρής. +Πού σου εφάνη; Έννοια σου, μην ανησυχής . . . . και δεν θα πάθουν τίποτε. Καλόν +θα τους κάμω . . . και θα σιωπήσουν, θα ιδής!</p> + +<p> — Μα τι σκοπόν έχεις;</p> + +<p>Ο Αγησίλαος ουδέν απήντησεν, αλλ' εξελθών της αιθούσης, και καλέσας τον +υπηρέτην του Γιάννην, είπεν εις αυτόν ολίγας λέξεις ταπεινή τη φωνή.</p> + +<p>Μετά τινας στιγμάς ο Γιάννης έκρουεν, ως είδομεν ήδη, την θύραν του κυρ +Δημήτρη.</p> + +<p>Την επαύριον εσπέραν ο κυρ Δημήτρης, δειπνήσας συντομώτερον και του +συνήθους, έπλυνε πρώτον τας χείρας αυτού και το πρόσωπον, υπεδύθη κατόπιν έν +ζεύγος καινουργών δήθεν σανδαλιών, άτινα από πέντε ήδη ετών εφύλαττεν η +Μαριώ εντός παλαιού ερμαρίου διά τας<span class="sp"> δεσποτικάς εορτάς</span>, εφόρεσε το +καλόν του φέσιον, και ευτρεπίσας όσον κάλλιον ηδύνατο την λοιπήν αυτού +αναβολήν, ητοιμάσθη να εξέλθη, λέγων·</p> + +<p> — Ας πάμε να ιδούμε τι μας θέλει ο κυρ Αγησίλαος.</p> + +<p> — Δε θ' αργήσης; ηρώτησεν η σύζυγός του.</p> + +<p> — Πώς θ' αργήσω; Μήπως έχομε τίποτε να μοιράσωμε με το γείτονα; +Θάχη καμμιά δουλειά να μου παραγγείλη . . . Σε δύο λεπτά είμαι 'πίσω.</p> + +<p> — Κύτταξε να μη παραστρατήσης! . . . </p> + +<p> — Με το καλό μου φέσι; απήντησεν ο Δημήτρης, εκπλαγείς ότι η +συμβίος του υπέθετεν αυτόν ικανόν προς τοιαύτην μωρίαν.</p> + +<p>Και εξήλθε λέγων·</p> + +<p> — Πλάγιασε τα παιδιά! </p> + +<p>Η κυρά Δημήτραινα, μείνασα μόνη, κατέκλινε πρώτον τον πολυάριθμον αυτής +τόκον επί δύο ευρέων στρωμάτων, χαμαί ηπλωμένων εντός του παρακειμένου +θαλάμου, είτα δε καθεσθείσα παρά τον λύχνου της, ήρχισε πλέκουσα κάλτσαν και +διανοούμενη τι άρα γε ήθελε τον σύζυγόν της ο κύριος Αγησίλαος.</p> + +<p> — Να τον φώτιζε ο Θεός, έλεγε καθ' εαυτήν, να μας έδιδε καμμιά καλή +δουλειά . . . αποκοπή, να βγάλωμε τίποτε. Κανένα χωράφι, να ειπούμε, να το βάλη +αμπέλι ο Δημήτρης, . . . καλογερικό, να πάρωμε και 'μείς λιγάκι επάνω μας. Γιατί μ' +όλα αυτά τα παιδιά, ζωή νάχουνε! πού να βγη κανείς με το μεροδούλι; . . . ψωμί +μοναχά δεν μπορεί να τα προφτάξη ο καϋμένος ο Δημήτρης. Αι! δόξα σοι ο Θεός! +είπεν αίφνης, διακόπτουσα μεγαλοφώνως τας σκέψεις της και +σταυροκοπουμένη.</p> + +<p>Απορούσα δε, ότι ο Δημήτρης δεν επανήρχετο, ανέλαβε πάλιν ανεπαισθήτως +τον ειρμόν του τερπνού της ονείρου.</p> + +<p> — Θάκανα ένα φουστανάκι της Ελένης μου, εξηκολούθησε +διαλογιζομένη, και θάστελνα και τον Νικολή μου 'ς το σχολειό να μη μείνη στραβό +το καϋμένο, και με βλαστημάη μια μέρα. Θάκανα και το τάμμα που έχω 'ς τη +Βαγγελίστρα για το Σπύρο μου, όταν έβγαλε τη βλογιά, . . . και δεν μπόρεσα ακόμη +να το στείλω . . . — με τι να το στείλω; . . . Αν περίσσευε τίποτα, αι! θάκανα κ' εγώ, +να σου πω, ένα ρούχο να βάλω επάνω μου, που περπατώ τώρα δυο χρόνια με +μπαλώματα . . . </p> + +<p>Ούτω δε δειλώς ιστιοδρομούσα διά του πελάγους των ονείρων, δεν ήκουσεν η +Μαριώ ανοιγομένην και κλειομένην την αυλόθυραν, ούτε την μετ' ολίγον +ημιανοιχθείσαν ηρέμα θύραν του οικίσκου, ούτ' εννόησε του κυρ Δημήτρην, όστις +προκύψας διά της θύρας την κεφαλήν, ηρώτησε σιγαλή τη φωνή, πριν +εισέλθη·</p> + +<p> — Κοιμήθηκαν τα παιδιά; </p> + +<p> — Ου! μ' ετρόμαξες, καϋμένε! εφώνησεν η ανανήψασα αίφνης σύζυγός +του. Τι στέκεσαι τώρ' αυτού; Τελείωσες; έλα μέσα!</p> + +<p> — Μη φωνάζης! υπέλαβε σιγά σιγά και πάλιν ο κυρ Δημήτρης, +ιστάμενος πάντοτε επί της φλιάς της θύρας. Κοιμήθηκαν τα παιδιά;</p> + +<p> — Σε καλό σου! κοιμήθηκαν βέβαια. Τι θα πη αυτό; Τι ρωτάς; Τι σου +ήλθε;</p> + +<p> — Μεγάλα πράγματα, Μαριώ μου! απήντησεν εκείνος +εισερχόμενος.</p> + +<p>Πρέπει δ' αληθώς μεγάλα πράγματα να είχον συμβή εις τον πτωχόν Δημήτρην, +διότι και το πρόσωπόν του ήτο ηλλοιωμένον, και οι οφθαλμοί του είχον λάμψιν +ασυνήθη, και της φωνής αυτού η κλαγγή ήτο τρομώδης και παρηλλαγμένη.</p> + +<p> — Καλέ τι έπαθες; ηρώτησεν εγειρομένη και πλησιάζουσα ανησύχως η +κυρά Δημήτραινα. Συ δεν είσαι ο ίδιος.</p> + +<p> — Τώρα κ' άλλη μια φορά ο ίδιος! Κύτταξε εδώ!</p> + +<p>Και λαβών κάτωθεν της μασχάλης του σακκίδιον πλήρες ταλλήρων, κατήνεγκεν +επ' αυτού βαρύν τον γρόνθον του.</p> + +<p>Η πτωχή Μαριώ έγεινε κάτωχρος. Ησθάνθη διά μιας λυόμενα τα γόνατά της· +ήνοιξε το στόμα της να ομιλήση . . . αλλά πού φωνή! Ενόμισεν ότι ο λάρυγξ της είχε +καταβή διά μιας εις τα βάθη του στήθους της . . Ευτυχώς δεν ήτο φύσις αβρά, ην +ηδύνατο να νικήση επί μακρόν η συγκίνησις.</p> + +<p> — Δημήτρη! ανέκραξε τέλος συνερχομένη, και η φωνή της εβρόντησεν +ως φωνή κατηγόρου, και η χειρ της υψώθη απειλητική. Πού τα ηύρες αυτά τα +χρήματα;</p> + +<p>Ο πτωχός Δημήτρης έμεινε κατ' αρχάς ενεός και κατάπληκτος προ της +αιφνιδίας μεταμορφώσεως της συζύγου του. Αλλ' αστραπή ταχεία, η αστραπή της +υποψίας της Μαριώς, διέδραμεν αμέσως την διάνοιάν του, και ανακαγχάσας +παταγωδώς.</p> + +<p> — Χα, χα! χα! εφώνησε· μη θαρρής πως τάκλεψα; Μου τάδωσαν, +ματάκια μου, μου τα . . . δωσαν, . . . μου τα χάρισαν!</p> + +<p> — Σου τα χάρισαν; Ποιος σου τα χάρισε; Ποιος χαρίζει σήμερα 'ς την +'Αθήνα σακκούλια τάλλαρα; . . . Δημήτρη! </p> + +<p> — Έλα, έλα . . . μην ήσαι τρελλή. Μου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος.</p> + +<p> — Σου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος; . . </p> + +<p> — Πού ο θεός να μου κόβη χρόνια να του δίνη μέραις! Κάθισε· κάθισε +να σ' τα πω!</p> + +<p>Και καθίσας πρώτος εκείνος ήρχισε προσπαθών να διηγηθή τα γενόμενα και ν' +απαρτίση εις έν όλον τα πράγματα, τας εντυπώσεις αυτού και τα αισθήματά +του.</p> + +<p> — Μπήκα, που λες, Μαριώ μου, κ' ένας υπηρέτης, — ντρεπόμουνα που +τον κύτταζα, τόσο ωραία ρούχα φορούσε . . . </p> + +<p> — Τι τα θέλεις τώρ' αυτά, διέκοψεν ανυπομονούσα η κυρά Δημήτραινα. +Λέγε, τι έγεινε!</p> + +<p> — Στάσου δα, μη βιάζεσαι. Μπήκα το λοιπόν, και από κάμαρα σε +κάμαρα, μπρος ο δούλος πίσω εγώ, βρέθηκα μπροστά 'ς τον κυρ Αγησίλαο. Τι +σπίτι, καϋμένη Μαριώ! Καλά που έβαλα τα καινούργια μου παπούτσια.</p> + +<p> — Ουφ, καϋμένε . . . λέγε τι σου είπε, και άφησε της φλυαρίαις.</p> + +<p> — Τι μου είπε; και θυμάμαι θαρρείς; Τι κάνουμε, πώς περνούμε, πόσα +παιδιά έχομε . . . αν είμαστε στενοχωρημένοι, χίλια δυο. Καλώτατος άνθρωπος, +Μαριώ μου! χρυσός άνθρωπος! Αύριο ευθύς θα παραγγείλω μία λαμπάδα, ίσα με +μπόι του, να την πάω 'ς τον άι Δημήτρη.</p> + +<p> — Καλά όλ' αυτά, . . μα πώς σούδωσε τα χρήματα; γιατί σου +τάδωσε;</p> + +<p> — Ξέρω κ εγώ γιατί; έτσι θέλησε. Μας βλέπει, λέει, από τα παράθυρά +του και μας χαίρεται, γιατί έχομε πολλά παιδιά και καλή καρδιά, και ζούμε +χαρούμενοι και διασκεδάζομε . . . Κάνομε λιγάκι ανησυχία καμμιά φορά, μα δεν +τον πειράζει, λέει . . . η γυναίκα του μας καμαρόνει . . . — δεν έχει, ξεύρεις, παιδί η +καϋμένη. . . . Τι έλεγα; . . . α ναι το λοιπόν, μας λυπήθηκε, λέει, εμένα και σένα, να +μας βλέπη έτσι να δουλεύωμε όλη μέρα, και του ήρθε, λέει, η ιδέα να μας κάμη +ευτυχισμένους. Με ρώτησε, τι θέλω. — Τι να θέλω; υγεία και δουλειά, +αφέντη.</p> + +<p> — Δουλειά; λέει· εγώ να σου δώσω χρήματα να κάμης δουλειά, ό,τι +δουλειά θέλεις. Και σηκόνεται, μωρέ μάτια μου, βάζει ένα κλειδί σε μια ορθή +κασσέλα . . . Κρακ! εγώ τρόμαξα, να σου πω!</p> + +<p> — Ανοίγει ένα πορτέλλο, χονδρό 'σάν κ' εκείνο που έχουν η +μπουκαπόρταις 'ς τα βασιλικά καράβια, και βγάζει αυτή τη σακκούλα.</p> + +<p>Ταύτα δε λέγων ο κυρ Δημήτρης κατέφερε και πάλιν τον γρόνθον του επί του +προ ποδών του αποτεθειμένου σακκίου.</p> + +<p> — Εδώ μέσα, λέει, έχει πεντακόσια τάλλαρα. Μπορείς να κάμης με +αυτά ό,τι δουλειά θέλεις. Παρ' τα! Δεν θέλω χαρτί, ούτε απόδειξη. Αν πλουτήσης +καμμιά φορά, και παν η δουλειαίς σου καλά, μου τα δίνεις . . . . ειδεμή χάρισμά +σου. Μου φάνηκε πως ονειρευόμουνα. Δεν είξευρα τι να πω, . . τι να κάμω. — +Χάρισμά μου; λέω, αφέντη, μα πώς . . . — Δεν έχει πώς, λέει· θα τα πάρης! Μου +κάνεις χάρη, . . . . Και μου σφίγγει το χέρι. Μου σφίγγει το χέρι, Μαριώ, +κατάλαβες; Τι να κάμω το λοιπόν; τα πήρα. Κακά έκαμα; έπρεπε να μη τα +πάρω;</p> + +<p>Η πτωχή Μαριώ δεν ηδύνατο να απαντήση. Έκλαιε. Το όνειρόν της εκείνο, το +προ μικρού, ήρχετο πάλιν μειδιών προ της φαντασίας της, και το μειδίαμά του δεν +ήτο πλέον πλάνη ουδέ γοητεία. Ηδύνατο τόρα να στείλη εις το σχολείον τον +Νικολή της, . . . . ηδύνατο να κάμη το τάμμα της εις την Ευαγγελίστραν.</p> + +<p>Εκεί σιμά της έκαιε μικρόν κανδήλιον προ μικρού εικονίσματος της Θεοτόκου. +Ενώπιον της εικόνος αυτής ευρέθη αυτομάτως γονυπετής η κυρά Δημήτραινα.</p> + +<p> — Αμ' δεν είπαμε δα, γυναίκα, ν' αρχίσωμε τα κλάμματα! υπέλαβεν ο +ανήρ, βλέπων αυτήν σπογγίζουσαν τα δάκρυά της, και προσπαθών να νικήση και +αυτός την συγκίνησιν, ήτις τον κατελάμβανεν. Έλα, σήκω τώρα και πάρ' τ' αυτά να +τα φυλάξης.</p> + +<p> — Πού να τα φυλάξω; είπεν εγειρομένη η Μαριώ, αφού επέρανε την +υπέρ του μεγαλοδώρου ευεργέτου θερμήν αυτής δέησιν.</p> + +<p> — Ξεύρω' γώ; όπου θέλεις. Να εκεί, 'ς τη μεγάλη κασσέλα, που έχει και +μεγάλο κλειδί. Έτσι! εξηκολούθησεν, αφού εξετελέσθη η παραγγελία του. Δος μου +τώρα το κλειδί, και βοήθησέ με να βάλωμε την κασσέλα αποκάτω από το κρεββάτι +για πειό ασφάλεια.</p> + +<p> — Ασφάλεια; και τι φοβάσαι! να μας πατήσουν κλέφταις;</p> + +<p> — Δεν ξεύρω εγώ. . . . όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά· τόρα +είμαστε πλούσιοι, κυρά Μαριώ, το κατάλαβες; και χρειάζεται προσοχή και +φρόνηση.</p> + +<p> — Και ποιος μας ξέρει, Δημήτρη μου;</p> + +<p> — Ναι, δε σου λέω, . . . απήντησεν εκείνος ξύων την κεφαλήν του, αλλά +πού ξεύρεις; ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, . . και πολλά μάτια. Καλλίτερα έτσι. +Α! σβύσε τώρα το φως να πλαγιάσωμε, και αύριο τα λέμε. Αλήθεια, να στείλης από +το πρωί τα παιδιά, τα μισά 'ς την αδελφή μου, και τα μισά 'ς τη μάννα σου.</p> + +<p> — Γιατί;</p> + +<p> — Νάχωμε λίγην ησυχία αύριο . . . θάχωμε ομιλίαις που δεν είνε για +παιδιά.</p> + +<p> — Τα καϋμένα! δεν τ' αφίνεις και αυτά να χαρούν;</p> + +<p> — Έχουν καιρό να χαρούν! επέμεινε λέγων, σκαιότερον ή κατ' αυτόν, ο +Δημήτρης. Κάμε αυτό που σου λέω.</p> + +<p> — Καλά.</p> + +<p>Και το ανδρόγυνον κατεκλίθη· αλλά δεν απεκοιμήθη αμέσως, όπως άλλοτε, ότε +ο ύπνος ήρχετο ταχύς αναπαύων τα εκ της εργασίας καταπεπονημένα των μέλη, +και ναρκών ευκόλως την αργήν αυτών διάνοιαν.</p> + +<p>Είχον τόσα πράγματα να σκεφθούν απόψε, η Μαριώ και ο Δημήτρης! Τι να τα +κάμουν αυτά τα χρήματα; διενοείτο εκάτερος· τι ν' αγοράσουν; τι να επιχειρήσουν; +Πώς να τα καταστήσουν κερδοφόρα; Και έπειτα . . . να τα κρατούν εις τον πενιχρόν +αυτών οίκον, . . . τόσα χρήματα; Ό,τι ήτο να γείνη, έπρεπε να γείνη γρήγορα . . . +και να γείνη μάλιστα και με τρόπον, ώςτε να μη φανή . . . να μην εννοήσουν οι +συγγενείς των — πτωχοί επίσης ημερόβιοι — ότι επλούτησαν.</p> + +<p>Θα ήρχιζαν τότε τα δανεικά — και αγύριστα βεβαίως — και αιτήσεις βοηθείας, +και μεμψιμοιρίαι, και δυσαρέσκειαι και υποψίαι ίσως ακόμη, — τις οίδε — περί +της πηγής του πλούτου των . . και φθόνος, . . . και χίλια άλλα κακά . . . Έπειτα ο +κύριος Μαρής είχε ειπεί να του τα επιστρέψουν, αν πάγουν καλά η δουλειαίς των +. . . Δεν έπρεπε να προσέξουν μήπως ζημιωθούν; Χωρίς άλλο! αλλά πώς; . . . απλοί +άνθρωποι ως ήσαν; . . . </p> + +<p>Και εσκέπτετο ο Δημήτρης, και εσκέπτετο η Μαριώ, και εστρέφοντο με +κλειστούς οφθαλμούς επί της κλίνης των, προσποιούμενος έκαστος ότι εκοιμάτο, +ίνα μη αφυπνίση τον άλλον, ον υπέθετε κοιμώμενον.</p> + +<p>Τέλος εβαρύνθη ο ανήρ να κρατή κλειστά τα όμματά του. Τα ήνοιξε, και είδεν +άγρυπνον παρ' αυτώ την γυναίκα του.</p> + +<p> — Δεν κοιμάσαι και συ Μαριώ; είπε. Εγώ, τι να σου πω, δεν μου +κολλάει ύπνος απόψε, μ' αυτά τα διαβολοχρήματα.</p> + +<p> — Αμ' εμένα;</p> + +<p> — Πρέπει κάτι να τα κάμωμε . . . να τα βγάλωμε από εδώ μέσα . . . γιατί +. . . </p> + +<p> — Κ' εγώ το ίδιο συλλογίζομαι.</p> + +<p> — Εγώ λέω, γυναίκα . . . </p> + +<p>Και ήρχισε συζήτησις μακρά μεταξύ των συζύγου περί της διαθέσεως του +σοβαρού εκείνου περιεχομένου του σάκκου· συζήτησις ήρεμος το κατ' αρχάς, +ζωηροτέρα κατόπιν, τραχυνθείσα δε βαθμηδόν εις έριδα, και απολήξασα μετά τινα +ώραν εις πείσμονα μεγαλόφωνον λογομαχίαν, — την πρώτην ην ήκουον οι +ταπεινοί της οικίας των τοίχοι.</p> + +<p>Άλλα ήθελεν ο είς και άλλα ήθελεν ο άλλος. Εκείνη γνώμην είχε ν' αγοράσουν +χωράφια καλά και να φυτεύσουν αμπέλια· ο Δημήτρης έλεγε καλλίτερα ν' ανοίξη +οινοπωλείον, ή καφενείον, ή άλλο τι έργον να επιχειρήση, ήσυχον όμως, +καθιστικόν, . . . διότι είχε βαρυνθή πλέον την αξίνην, . . . είχε γηράσει . . . ήθελεν +ολίγην ανάπαυσιν.</p> + +<p> — Καπελειό ν' ανοίξης; βέβαια! εφώνησεν οξύ η κυρά Δημήτραινα· για +να τώχης μπόλικο και χάρισμα!</p> + +<p> — Κατάλαβα πως είσαι τρελλή, απήντησεν αγροίκως ο Δημήτρης, και +εγερθείς κατέλιπε την κλίνην.</p> + +<p> — Εγώ είμαι τρελλή, ή εσύ είσαι τεμπέλης και μεθύστακας;</p> + +<p> — Μαριώ! εβρόντησεν εκείνος εξαγριωθείς, κ' επροχώρησεν εγείρων +την χείρα κατά της συζύγου του.</p> + +<p> — Θέλεις και να με δείρης;</p> + +<p>Να την δείρη! ο Δημήτρης να δείρη την Μαριώ! . . την μητέρα δέκα τέκνων +του! Ησχύνθη αμέσως, ο ταλαίπωρος, ησχύνθη εαυτόν, και η χειρ του κατέπεσεν +αδρανής.</p> + +<p> — Κ' εγώ είμαι μασκαράς, είπεν ηπίως, . . . μα και συ καϋμένη είσαι +ανόητη.</p> + +<p> — Έλα, έλα πλάγιασε, Δημήτρη, να ησυχάσης λιγάκι, απήντησεν εκείνη, +κάμπτουσα εις θωπείαν την τρέμουσαν έτι φωνήν της.</p> + +<p> — Πού να πλαγιάσω τώρα; μου έφυγε ο ύπνος· ξεύρεις όμως; μου +έρχεται μία ιδέα.</p> + +<p> — Άφησε τώρα της ιδέαις γι' αύριο, κ' έλα να κοιμηθής</p> + +<p> — Μου έρχεται ιδέα . . να μετρήσω τα τάλλαρα. </p> + +<p> — Να τα μετρήσης; και γιατί; πού σου ήλθε;</p> + +<p> — Να ιδώ, είνε σωστά πεντακόσιας ή με γέλασε ο κυρ Μαρής;</p> + +<p> — Να σε γελάση ο άνθρωπος; γιατί να σε γελάση, αφού σου τα χάρισε; +Δεν σούδινε, σαν ήθελε, λιγώτερα;</p> + +<p>Ο Δημήτρης έμεινεν επί στιγμήν σιγών, κύπτων υπό το βάρος της +ακαταγωνίστου εκείνης ευθύτητος.</p> + +<p> — Έχεις δίκη ο γυναίκα! είπε ταπεινή τη φωνή, έχεις δίκηο . . . . Και +εντρεπόμενος να εξακολουθήση μεγαλοφώνως, συνεπλήρωσεν ενδομύχως την +φράσιν του: Τα χρήματα χαλούν τον άνθρωπον.</p> + +<p> — Σαλέπι ζεστό! ηκούσθη αίφνης φωνή βραγχώδης από της οδού.</p> + +<p> — Νά! ξημέρωσε, είπεν εγειρομένη της κλίνης της η κυρά Μαριώ. +Στάσου να σου πάρω λιγάκι σαλέπι να ζεσταθής.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ότε μετά τινας ώρας εφάνη πλήρης η ημέρα, και φαιδρός εισεχώρησεν ο ήλιος +διά των χαραμίδων του στενού παραθύρου της μικράς οικίας, αθόρυβος επεκράτει +εν αυτώ ηρεμία.</p> + +<p>Τα μεγαλείτερα και θορυβωδέστερα των παιδίων είχον αποσταλή εις την +μάμμην των, η Μαριώ εσάρονε την αυλήν και συνήγεν από των φωλεών των +ορνίθων της τα νωπά των ωά, ο δε Δημήτρης, καθήμενος προ της θύρας εκάπνιζε +σιωπηλός αλλεπάλληλα σιγάρα κ' έξεεν επιμόνως διά της αριστεράς του χειρός τον +αξύριστον αυτού πώγωνα.</p> + +<p> — Δεν θα πας σήμερα σε δουλειά; ηρώτησεν αίφνης, διακόπτουσα το +έργον της και ανακύπτουσα η Μαριώ.</p> + +<p> — Τώρα πειά; πέρασε η ώρα. Έπειτα έχομε και να μιλήσωμε, γυναίκα . . +. πρέπει να ιδούμε τι θα κάμωμε . . . </p> + +<p> — Έχομε καιρό . . . να μιλήσωμε, απήντησεν εκείνη μελαγχολικώς, +ενθυμουμένη τα νυκτερινά. Σήκω τώρα! σήκω! Πήγαινε να πάρης λίγο αέρα 'ς το +παζάρι . . . να ψωνήσης κι' όλα. Ψωμί έχομε ολίγο . . . δεν θα μας φτάση. Πάρε ένα +καρβέλι . . . λίγο τυρί και κρασί.</p> + +<p> — Δεν βράζεις καμπόσα αυγά λέω εγώ; Τι θα τα κάμης που τα +κρύβεις;</p> + +<p> — Και τη λαμπρή τι θα βάψωμε; Έλα, έλα, σήκω.</p> + +<p> — Πώς βαρηέμαι, καϋμένη! απήντησεν ο Δημήτρης, διατείνων εις ύψος +τους βραχίονας.</p> + +<p> — Βαρηέσαι; γιατί τάχα γεινήκαμε πλούσιοι, βαρηέσαι;</p> + +<p> — Πλούσιοι! αμή δε γενήκαμε πλούσιοι! Πεντακόσια τάλλαρα, . . . +μεγάλο πράγμα!</p> + +<p>Η κυρά Δημήτραινα ενόμισεν ότι παρήκουσε.</p> + +<p> — Με τα σωστά σου είσαι; είπεν έκπληκτος.</p> + +<p> — Αι! κατάλαβα πως έχεις πάλι όρεξι για καυγά. . . . Δος μου το φέσι +μου.</p> + +<p> — Έτσι γεια σου!</p> + +<p>Και ο Δημήτρης εξήλθεν εις την οδόν.</p> + +<p> — 'Σ το καλό! εφώνησεν η σύζυγός του, και κλείσασα την θύραν +εισήλθεν εις τον οίκον της.</p> + +<p>Εργασία δεν έλειπε ποτέ εις την πτωχήν οικοδέσποιναν· και αν της έλειπεν, +εδημιούργει, διότι αδύνατον της ήτο να κάθηται, ως έλεγε. Παρήρχετο δε ούτω η +ώρα, και πάντοτε σχεδόν ήκουε χωρίς να περιμένη το σήμαντρον της +Μητροπόλεως αγγέλλον την μεσημβρίαν. Αλλά την ημέραν αυτήν δεν ήθελεν η +ώρα να περάση. Εσυγύριζεν η Μαριώ, έπλυνεν ολίγα φορέματα των μικρών της, +διώρθονεν άλλα, ήρχιζε το πλέξιμόν της, . . . αλλ' ο καιρός δεν παρήρχετο. Τι να +κάμη; Της ήλθεν όρεξις ν' ανοίξη το βαρύ εκείνο κιβώτιον, και να ιδή ολίγον, να ιδή +μόνον — τα τάλληρα του σάκκου. Ποτέ της δεν είχεν ιδεί πολλά μαζή, . . . ουδέ +ολίγα, η αγαθή γυνή. Αλλ' ενθυμήθη αμέσως ότι είχε το κλειδίον ο Δημήτρης. +«Κρίμα!» είπε καθ' εαυτήν, και εξήλθεν εις την αυλήν, όπου τα νεώτατα των +παιδιών της έπαιζον μετά του οικοφύλακος μολοσσού, σύροντα αυτόν άλλο από +των ώτων και άλλο από της ουράς.</p> + +<p>Τέλος εσήμανε μεσημβρία, και ο Δημήτρης δεν είχεν έτι επιστρέψει από της +αγοράς.</p> + +<p> — Κάπου θάμπλεξε, διενοήθη η Μαριώ. Καλά που δεν είνε εδώ τα +παιδιά, . . . θα τάφινε νηστικά.</p> + +<p>Και λαβούσα από του ερμαρίου τεμάχιον άρτου, λείψανον της προτεραίας, το +εμοιράσθη με τα μικρά της.</p> + +<p> — Εκείνος θάφαγε βέβαια, είπε καθ' εαυτήν.</p> + +<p>Αληθώς δε είχε φάγει ο κυρ Δημήτρης, και είχε πίει μάλιστα.</p> + +<p>Εξελθών της οικίας του ησθάνθη, και αυτός δεν ήξευρε διατί, ελαφρότερον τον +εαυτόν του. Ενόμισεν, ότι είχε γείνει διά μιας νεώτερος, ότι αι κνήμαι του ήσαν +ευσταλέστεραι και το βήμα του κουφότερον, και έβαινεν ανατείνων την κεφαλήν +και υποτονθορύζων το δημοτικόν άσμα της απόκρεω:<span class="sp"> +Κατηγορούν τη γάτα μας</span>, αμέριμνος, σχεδόν υπόπτερος. Μετ' ολίγας στιγμάς είχεν εντελώς +λησμονήσει ότι κατηυθύνετο εις την αγοράν. Εσκέπτετο, υπελόγιζε, εσχεδιάζε . . . +Πάντα δε ταύτα μειδιών, κατευχαριστημένος. Χωρίς να το εννοήση, ευρέθη μετ' +ολίγον εις το καφφενείον του. Παρήγγειλε καφέν, εκέρασε και μερικούς φίλους, +τους οποίους εύρεν εκεί, έπιε κατόπιν έν δύο ρακιά, φιλευθέντα υπό των φίλων, +και εξήλθε του καφενείου έτι ευθυμότερος, θωπεύων ενίοτε έξωθεν του θυλακίου +του το μεγάλο κλειδί της κασσέλας. Ενθυμήθη τότε την παραγγελίαν της Μαριώς, +ενθυμήθη ότι έπρεπε ν' αγοράση άρτον διά τα τέκνα του· και ετράπη προς την +αγοράν. Αλλά — κακή μοίρα! — εκεί προ της αγοράς έχαινε παρά την οδόν η θύρα +καπηλείου, και προ της θύρας ίστατο φίλος παλαιός, βλάμης του Δημήτρη, ο κυρ +Θοδωρής.</p> + +<p> — Βρε, καλό 'ς το Μήτρο! Σκόλη έχεις και συ; Κάτι χαρούμενος;</p> + +<p>Η από πολλού ήδη εν σιγή πνιγομένη χαρά του Δημήτρη ολίγου δειν εξώρμα +αθυρόστομος.</p> + +<p> — Πού να σ' τα . . . είπε, αλλ' ανεκόπη αμέσως. Άλλη ώρα τα λέμε, . . . +έλα τώρα να σε κεράσω! υπέλαβε ταχέως, θέλων να διορθώση διά της +ελευθεριότητος την παραδρομήν της γλώσσης του.</p> + +<p>Και εισήλθεν εις το καπηλείον ο Δημήτρης, . . . και έμεινεν εκεί μέχρι +νυκτός.</p> + +<p>Ότε δε αργά επέστρεψεν εις τον οίκον του, κλονούμενος και παραπαίων, +υποστηριζόμενος υπό του βλάμη του Θοδωρή, είχεν ήδη κατά μήκος πλάτος +διηγηθή τα κατ' αυτόν εις όμιλον φίλων ευωχητών, εις τους οποίους, κενώσας το +τελευταίον του ποτήριον, είχε κενώσει και όλα του τα μυστικά, και αυτό το +μυστικώτατον και νωπότατον, το του θησαυρού του.</p> + +<p>Η πτωχή Μαριώ εκάθητο εις το κατώφλιον της εξωθύρας, ανήσυχος, +εναγωνίως ανιχνεύουσα διά του βλέμματος την οδόν και συμπλέκουσα τας χείρας +επί των γονάτων. Είδε τον άνδρα της, φερόμενον μάλλον ή ερχόμενον, κ' +ερράγισεν η καρδία της.</p> + +<p> — Χαρά 'ς το! εφώνησε, χαρά 'ς το! Τέτοια ώρα έρχεσαι 'ς το σπίτι σου; +Πού ήσουν όλην την ημέρα;</p> + +<p> — Τίποτα, . . . τίποτα! απήντησεν η δυσκίνητος γλώσσα του Δημήτρη. +Μη . . . μου θυμόνης . . . κυρά Μαριώ . . . και σου λέω . . . </p> + +<p> — Καλησπέρα, κυρά Δημήτραινα, προσεφώνησε φιλοφρόνως ο +Θοδωρής. Δεν είνε τίποτε· λίγη ευθυμία! Αλήθεια δα, . . . τα συχαρήκια μας. Σας +έφεξε πάλι. Μα να μη το πάρετε κι' απάνω σας όμως . . . και δεν μας καταδέχεσθε, +. . . τώρα που γινήκατε πλούσιοι, . . κυρά Δημήτραινα! Καληνύχτα σας!</p> + +<p>Και παραδούς τον Δημήτρην εις χείρας της συζύγου του, κατάπληκτον εξ όσων +έβλεπε και ήκουεν, ανεχώρησεν ο βλάμης.</p> + +<p> — Σε καλό σου, Δημήτρη μου, σε καλό σου! έλεγεν η ταλαίπωρος γυνή, +σύρουσα ηρέμα τον σύζυγόν της προς την θύραν του οίκου. Τέτοιο πράμμα δεν +τώπαθες άλλη φορά . . . Πού σου ήλθε;</p> + +<p> — Πατέρα, πού 'νε το ψωμί; εφώνησεν έν των πεινώντων παιδίων, +προστρέχον ευθύμως εις απάντησιν του πατρός του.</p> + +<p> — Ψω . . μί; Νά! απήντησε βαναύσως ο μέθυσος, και πριν ή προφθάση +η μήτηρ να κρατήση την χείρα του, κατέπεσεν αύτη βαρεία επί της παρειάς του +παιδός.</p> + +<p>Το μικρόν εκυλίσθη χαμαί ολολύζον, ο δε Δημήτρης κατέπεσε μετ' ολίγον +βαρύς εις την κλίνην του, όπου απεκοιμήθη.</p> + +<p>Μετά δύο ημέρας ο κύριος Μαρής και η κυρία Μαρή έπινον μετά το πρόγευμα +τον καφέν των εν τη αιθούση, όπου ήδη τους απηντήσαμεν. </p> + +<p> — Το είδες λοιπόν, Ερμιόνη, ότι οι γείτονές μας ησύχασαν; Ούτε χοροί +πλέον, ούτε τραγούδια, ούτε μουσική, ούτε τίποτε . . . Πού και πού μόνον καμμία +λογομαχία . . . </p> + +<p> — Μα πώς αυτό, Αγησίλαε; τι συνέβη; μήπως τους έκαμες τίποτε; +ηρώτησεν ανησύχως η κυρία Μαρή. Μήπως τους εφοβέρισες; μήπως τους +κατήγγειλες; Δεν έκαμες καλά!</p> + +<p> — Έννοια σου, έννοια σου . . . μην ανησυχής! ούτε τους κατήγγειλα ούτε +τους εφοβέρισα. Χρήματα μόνον τους έδωκα . . . να τα κάμουν ό,τι θέλουν· και τα +χρήματα βλέπεις πώς τους άλλαξαν.</p> + +<p> — Είνε δυνατόν;</p> + +<p> — Φαίνεται. Διότι τα χρήματα, πρέπει να ηξεύρης, Ερμιόνη. . . . </p> + +<p>Και ο κύριος Αγησίλαος ητοιμάζετο να αυτοσχεδιάση πρόχειρόν τινα ομιλίαν +περί της επιδράσεως, την οποίαν κατ' αυτόν ηδύνατο ν' ασκήση το χρήμα επί τον +χαρακτήρα του ανθρώπου, ότε εκρούσθη σιγά η θύρα, εισελθών δε υπηρέτης +ανήγγειλεν, ότι ο κυρ Δημήτρης εζήτει να ιδή τον Κύριον.</p> + +<p> — Ας έλθη, είπεν εκπλαγείς ο Αγησίλαος.</p> + +<p>Και μετά μικρόν εφάνη ο ταλαίπωρος Δημήτρης, ωχρός, ισχνός, ερυθρούς έχων +τους οφθαλμούς εκ της αϋπνίας, παρηλλαγμένος υπό της αργίας και της μερίμνης, +και κρατών υπό μάλης τον γνωστόν ημίν ήδη σάκκον.</p> + +<p> — Τι είνε κυρ Δημήτρη; τι τρέχει; ηρώτησεν ο χρηματιστής.</p> + +<p> — Με το συμπάθειο, αφέντη, σας έφερα 'πίσω τα χρήματα, . . δεμένα +όπως ήτανε . . . </p> + +<p> — Διατί;</p> + +<p> — Δεν μας κάνουν, αφέντη.</p> + +<p> — Πώς; σας είνε ολίγα;</p> + +<p> — Όχι, αφέντη, . . με το συμπάθειο· μας είνε πολλά. Δεν είμαστ' εμείς +άνθρωποι για χρήματα . . . μας χαλούν εμάς τα χρήματα. Εμένα με χάλασαν. Μ' +έκαμαν κακό άνθρωπο. Μ' έκαμαν να δείρω τα παιδιά μου, δίχως αφορμή, . . . να +σηκώσω χέρι 'ς τη γυναίκα μου! . . . μ' έκαμαν να υποψιασθώ, την αφεντειά σου +πως μ' εγέλασες . . . μ' έκαμαν να μεθύσω . . . να γείνω τάβλα . . πρώτη φορά 'ς τη +ζωή μου. Αφίνω πως μας αρρώστησαν από την αϋπνία, κ' εμένα και τη γυναίκα +μου . . . αφίνω πως τα καϋμένα τα παιδιά μου ούτε χορεύουν πεια ούτε +τραγουδούν . . , γιατί δεν έχω κέφι να παίξω το μπουζούκι μου. Το λοιπόν, αφέντη, +με το συμπάθειο . . . σας είμαι υπόχρεως, πολύ υπόχρεως, . . μα . . νά κρατήστε +του λόγου σας τα χρήματα σας, κ' εγώ . . . τη φτώχια μου.</p> + +<p>Και χαιρετίσας ο κυρ Δημήτρης επανήλθε φαιδρός εις τον οίκον του, +περιεπτύχθη τα μικρά του, και εξεκρέμασεν αμέσως το μπουζούκι του.</p> + +<p>Ο Κύριος Μαρής ενόμισε περιττόν να εξακολουθήση την ομιλίαν του περί της +επιδράσεως του χρήματος επί του χαρακτήρος του ανθρώπου.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΥΙΟΣ ΕΚ ΠΑΤΡΟΣ<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Πρωίαν τινά του χειμώνος του έτους 1880 ηγέρθην της κλίνης δύσθυμος άνευ +λόγου, και αφού ενεδύθην τρέμων εκ του ψύχους εις τον ανήλιον κοιτώνα μου, +προσεπάθουν να θερμάνω σώμα και καρδίαν διά του πρωινού καφέ, ότε βίαιος +αίφνης κωδωνισμός της θύρας με διέκοψεν. Εταράχθην, αγνοώ διατί, ως +ταρασσόμεθα πολλάκις αλόγως λαμβάνοντες απροσδόκητον τηλεγράφημα, και +τρέμομεν να το ανοίξωμεν. Ευθύς δε μετ' ολίγον εισήλθεν ή μάλλον εισώρμησεν +εις το δωμάτιόν μου ο στενός μου φίλος Δημήτριος Κ . ., ωχρός, τεταραγμένος, και +πριν ή προφθάσω να τον ερωτήσω τον λόγον της τόσον πρωινής του +επισκέψεως·</p> + +<p> — Δεν ηξεύρεις; . . . μου είπε, μόλις κατορθών να αρθρώση τας λέξεις +του. Ο Σοφής ηυτοκτόνησε!</p> + +<p> — Ο Σοφής; ποιος Σοφής; ηρώτησα εγειρόμενος εν ταραχή.</p> + +<p> — Ο Αλέξανδρος.</p> + +<p> — Πώς; πότε; διατί;</p> + +<p> — Με πιστόλι, χθες την νύκτα εις την κοίτην του Ιλισσού. Το διατί είνε +μυστήριον. Μικρά σημείωσις, η οποία ευρέθη επάνω του, φέρει ως λόγον της +αυτοκτονίας του χρόνιον και ανίατον, ως λέγει, νόσημα· αλλ' ο λόγος αυτός +βεβαίως είνε πρόφασις.</p> + +<p> — Ανίατον νόσημα; υπέλαβον εγώ· τι νόσημα; Δεν μου φαίνεται να +έπασχε. Η όψις του τουλάχιστον . . . </p> + +<p> — Τίποτε δεν είχε, διέκοψεν ο Δημήτριος· ήτον υγιέστατος, ευκίνητος +πάντοτε και δραστήριος, ως τον εγνώριζες. Ολίγον μόνον μελαγχολικός ήτον +εσχάτως, και η φαιδρά του μεγαλαυχία είχε κάπως ελαττωθή· ήτο κάμποσος +καιρός, που δεν τον ήκουα πλέον να δημιουργή τα αιώνια εκείνα — ηξεύρεις; — +σχέδιά του περί πλουτισμού και εκατομμυρίων, με τα οποία τόσον μας +διεσκέδαζε.</p> + +<p> — Δεν εδικηγόρει πάντοτε; Είχε μάλιστα, νομίζω, καλήν πελατείαν.</p> + +<p> — Ναι· είχεν άλλοτε· αλλ' εσχάτως η πελατεία του είχε πολύ +ελαττωθή.</p> + +<p> — Δεν ήτο, θαρρώ, και μιας τραπέζης δικηγόρος;</p> + +<p> — Ναι· είχεν αρχίσει να επιζητή τοιούτου είδους εμμίσθους δικηγορίας, +διά να έρχεται, καθώς έλεγεν, εις πλειοτέραν συνάφειαν με τα γεμάτα +χρηματοκιβώτια, των οποίων ήθελε να μετακενώση, ει δυνατόν, το περιεχόμενον +εις τα θυλάκιά του. Είχε την μανίαν και αυτός να γείνη γρήγορα εκατομμυριούχος. +Έπασχε δίψαν χρήματος, και αυτό ίσως ήτο το ανίατον νόσημά του.</p> + +<p> — Περίεργος άνθρωπος! Με τόσην ευφυίαν και τόσην ικανότητα, και να +τελειώση . . . </p> + +<p>Εμείναμεν προς στιγμήν και οι δύο σιγώντες.</p> + +<p>Ο Δημήτριος εκάθισε, εζήτησε καφέν, έστρηψε μηχανικώς έν σιγάρον, και +αφού έτριψε το μέτωπον διά της χειρός του, είπε με σιγαλήν φωνήν.</p> + +<p> — Αι! ίσως δεν έκαμεν άσχημα ν' αυτοκτονήση.</p> + +<p> — Πώς; τι εννοείς; ηρώτησα έκπληκτος.</p> + +<p> — Ενθυμείσαι, υπέλαβεν ο φίλος μου, μίαν εσπέραν προ τριών ή +τεσσάρων ετών, ότε συνηντήθημεν μαζή του εις το ζυθοπωλείον του +Μπερνιουδάκη, εκεί εις το στενόν της Μητροπόλεως, και μας ανέπτυξε +λεπτομερώς τας περί ευτυχίας και πλούτου ιδέας του;</p> + +<p> — Δεν ενθυμούμαι, απήντησα.</p> + +<p>Και δεν ενθυμούμην αληθώς. Τον Αλέξανδρον Σοφήν σπανίως είχον αφορμάς +να βλέπω, ένεκα της διαφοράς των έργων μας. Μας είχε συνδέσει άλλοτε παλαιά +νεανική φιλία, εγνώριζα κάπως την οικογένειάν του, είχα δε γνωρίσει ολίγον και +τον προ δεκαετίας αποθανόντα πατέρα του, όστις από πλουσίου κτηματίου των +Αθηνών είχε πτωχύνει — διά του χαρτοπαιγνίου ως ελέγετο, — αλλ' από ετών ήδη +πολλών αι σχέσεις μας είχον αραιωθή, και μάλιστα αφότου εκ δικηγορικής του +αμελείας είχεν απολεσθή σπουδαία οικογενειακή μου δίκη.</p> + +<p> — Πώς δεν ενθυμείσαι; ηρώτησεν απορών ο φίλος μου. Είνε δυνατόν +να μην ενθυμήσαι τας φοβεράς παραδοξολογίας, όσας μας έλεγε, και τας οποίας +συ μεν απέδιδες εις τον ζύθον της Βιέννης, εγώ δε, ο οποίος εγνώριζα τον Σοφήν +πολύ καλλίτερά σου, ετρόμαζα να ακούω;</p> + +<p> — Ναι, τώρα ενθυμούμαι, απήντησα. Τι δεν μας είπεν εκείνο το βράδυ! +Απόφασιν είχεν, έλεγεν, αδιάσειστον να γείνη πλούσιος, διότι μόνον οι ανόητοι +κατ' αυτόν έμενον πτωχοί. Οι έξυπνοι, έλεγε, πρέπει να ψαρεύουν το χρήμα όπου +το ευρίσκουν, και μόνον ενώπιον του ποινικού νόμου να σταματούν. Εγώ +εγελούσα, και συ έφριττες και διεμαρτύρεσο.</p> + +<p> — Έφριττα, διότι ησθανόμην, ότι όσα έλεγεν ο Αλέξανδρος τα έλεγε +σπουδάζων. Ο ζύθος είχε λύσει την γλώσσαν του, και η γλώσσα του επρόδιδε τους +βαθείς μυχούς της διανοίας του. Είχεν ήδη αρχίσει πρό τινων ετών να βαρύνεται το +χειρωνακτικόν, ως το απεκάλει, επάγγελμα του δικηγόρου, και να πλησιάζη κάπως +εις το χρηματιστήριον. Οι άνθρωποι με τους οποίους εσχετίσθη τον έκαμαν +τολμηρότερον, και μερικαί επιτυχίαι εις την αρχήν του ήνοιξαν την όρεξιν. Αλλ' +έπειτα ήλθαν φυσικώς αι ατυχίαι, η τόλμη του έγεινε πείσμα, και ο Αλέξανδρος +έπεσε κατά κεφαλής εις παν είδος επιχειρήσεων, από τας οποίας ήλπιζε κέρδος. Εν +τω μεταξύ είχε νυμφευθή, ως ηξεύρεις, και αι ανάγκαι του είχον αυξήσει. Δεν +ηξεύρω ακριβώς τι εργασίας έκαμνε· αλλά δεν ήσαν βεβαίως όλαι καθαραί, ούτε +απέσυρεν εξ αυτών καθαράς τας χείρας του ο Σοφής, όπως πολλάκις έλαβον +αφορμήν να συμπεράνω εκ των λόγων ανθρώπων, οίτινες είχον συναλλαχθή μετ' +αυτού. Εσχάτως μάλιστα είχα μάθει, ότι καθ' εσπέραν σχεδόν εγίνετο +χαρτοπαίγνιον εις την οικίαν του . . . </p> + +<p> — Ήτο και χαρτοπαίκτης; ηρώτησα.</p> + +<p> — Ήτο άλλοτε . . . και πολύ αλλά τελευταίον εδέχετο μόνον +χαρτοπαίκτας, και τους εξεμεταλλεύετο.</p> + +<p> — Και αυτό ακόμη; Εις τόσον εξευτελισμόν είχε καταντήσει;</p> + +<p> — Δυστυχώς· και το λυπηρότερον είνε, ότι αναποδράστως έμελλε να +καταντήση εκεί.</p> + +<p> — Πώς αυτό;</p> + +<p> — Δεν ηξεύρω, . . αλλά κληρονομικότης, αίμα, ανατροφή, περιβάλλον, . +. — όπως θέλεις ειπέ το, — είχε κάτι εντός του ο Αλέξανδρος, το οποίον τον έφερεν +επί τέλους αναποφεύκτως εις την καταστροφήν. Ήτο προωρισμένος, — δεν +αμφιβάλλω δι' αυτό, να γείνη ό,τι έγεινε, και να τελειώση όπως ετελείωσε.</p> + +<p> — Δεν εννοώ, . . υπέλαβον· αλλ' ο Δημήτριος, διακόπτων με +αμέσως.</p> + +<p> — Άκουσε, είπε. Έξω βρέχει, ο καιρός είνε άθλιος, εργασίαν δεν έχεις, +ούτε θα εξέλθης βέβαια, καθώς κ' εγώ. Άκουσε λοιπόν να σου διηγηθώ συντόμως +την παλαιάν ιστορίαν του Σοφή. Είνε αρκετά χαρακτηριστική, και θα ιδής αν έχω +δίκαιον.</p> + +<p>Ανήψε νέον σιγάρον, εκάθισεν αναπαυτικώς εις ένα κλιντήρα, και ήρχισε +διηγούμενος.</p> + +<p>Με τον Αλέξανδρον ήμεθα συμμαθηταί. Παιδία μόλις δωδεκαετή +εγνωρίσθημεν προ τριάκοντα περίπου ετών εις το έν και μόνον τότε ελληνικόν +σχολείον των Αθηνών, το οποίον ήτο, καθώς ηξεύρεις, εις την Πλάκαν, εις την +οικίαν του Δοσίου. Είχε το πνεύμα ζωηρόν και ανήσυχον, εφοίτα ατάκτως εις τας +παραδόσεις και σπανίως ήξευρε το μάθημά του εξεταζόμενος. Τα απ' έξω ιδίως, αι +τόσον αγαπηταί τότε εις τους διδασκάλους αποστηθίσεις, ήσαν ο εφιάλτης του. +Ποτέ δεν κατώρθωσε να απαγγείλη ακριβώς την τερατώδη εκείνην — αν την +ενθυμείσαι — περιγραφήν της τοποθεσίας της Ελλάδος εκ της Γεωγραφίας του +Βακαλοπούλου, ούτε τον ορισμόν της Ευχαριστίας εκ της Κατηχήσεως του +Δαρβάρεως. Δεν ήτο εν τούτοις οκνηρός ούτε αφιλομαθής. Αλλά η ιδιότροπος και +δυσυπότακτος φύσις του εφαίνετο αποστρεφομένη την τακτικήν εργασίαν και +βδελυττομένη τον ζυγόν. Επροτίμα να αναρριχάται εις τους βράχους της +Ακροπόλεως προς αναζήτησιν φωλεών κιρκινεζίων, και να παίζη αμπάριζαν εις το +Στάδιον, οπού διέπρεπον η κορδέλλαις του, παρά να κάθηται ώραν πολλήν εις τα +θρανία του σχολείου. Και τούτο δε οσάκις του συνέβαινε, σπανίως κατώρθονε να +προσέχη εις το βιβλίον του ή εις του διδασκάλου τους λόγους. Η προσφιλής του +ενασχόλησις ήτο να συλλαμβάνη μυίας υπό το θρανίον — και είχεν εις τούτο +θαυμασίαν αληθώς δεξιότητα, — να τας ανασκολοπίζη με μικρά ξυλάρια, εις των +οποίων το άκρον εκόλλα τεμάχια χαρτίου, και να τας αφίνη κατόπιν να πετούν +εντός της παραδόσεως, προς θορυβώδη σκανδαλισμόν των επιμελών και μεγίστην +αγαλλίασιν των απροσέκτων. Αν τούτο ήτο δύσκολον, είτε διότι εσπάνιζον τα +πτερωτά του θύματα, είτε διότι επρόσεχεν εις αυτόν ο διδάσκαλος πλέον του +πιθανού, έσκαπτε διά του μαχαιριδίου του σπήλαια εις την σανίδα του θρανίου, ή +εχάραττεν επ' αυτής τα αρχικά στοιχεία του ονόματός του, ή ετύπονε φανταστικάς +εικόνας εντός των τετραδίων του, σταλάζων επ' αυτών μελάνην, και συμπιέζων +έπειτα εις δύο τα φύλλα των. Αν δε διαβόλου συνεργεία επεφοίτα αίφνης εν μέσω +των σπουδαίων εκείνων ασχολιών του η ράβδος του διδασκάλου — διότι οι +διδάσκαλοι τότε είχον, ως ενθυμείσαι βέβαια, και λόγον και ράβδον, — ο Σοφής +δεν εκραύγαζεν εκ πόνου, ούτε εταράττετο, ούτε επορφυρούτο καν εξ αιδούς ή +οργής. Απαθής, ύψονε το βλέμμα προς την οροφήν και ηρίθμει τα πολύχρωμά της +κοσμήματα, επιφυλασσόμενος, άμα ως παρήρχετο η καταιγίς, να επαναλάβη την +διακοπείσαν του εργασίαν.</p> + +<p>Δύο μόνα μαθήματα είλκυον κατ' εξαίρεσιν την προσοχήν του και τον είχον +τακτικόν φοιτητήν: η αριθμητική και τα ιερά. Αυτά μεν χάριν του διδασκάλου, +εκείνη δε χάριν των αριθμών. Η διδασκαλία των ιερών μαθημάτων ήτο δι' αυτόν +θέαμα μάλλον ή μάθημα. Ότε πρωί πρωί ηνοίγετο του σχολαρχείου η θύρα και ο +εντός του σχολείου κατοικών διδάσκαλος, ο ιερομόναχος Δανιήλ, ανέβαινεν εις +την έδραν του με τον κοντόν κοιτωνίτην και τον μαύρον του σκούφον, σύρων τας +εμβάδας του και διευθετών διά της χειρός το ακτένιστον γένειόν του, το πρόσωπον +του Αλεξάνδρου ηκτινοβόλει από χαράν και αγαλλίασιν. Ότε δ' εκείνος, ανασύρων +προς τον αγκώνα το απαραίτητον κομβολόγιόν του, ήρχιζε με την έρρινόν του +φωνήν να αναγινώσκη τον κατάλογον, το παρών, διά του οποίου απήντα εις το +όνομά του ο Σοφής, περιελάμβανε κόσμον όλον ελπίδων και φαιδράς προσδοκίας. +Αλλ' ό,τι ιδίως επερίμενεν εν εκστάσει, ήτο η στερεότυπος φράσις, διά της οποίας +ο διδάσκαλος συνώδευε την κλήρωσιν του πρώτου καλουμένου εις εξέτασιν +μαθητού.</p> + +<p> — Ούτε του θέλοντος ούτε του τρέχοντος, . . . έλεγεν ο Δανιήλ.</p> + +<p> — Αλλά του θεού ευδοκούντος! συνεπλήρου σχεδόν πάντοτε ο μικρός +Σοφής.</p> + +<p>Ο αγαθός ιερομόναχος εγέλα ενίοτε, οσάκις ήτο ευδιάθετος, — και ήτο τούτο +σπάνιον — συχνότερον όμως ωργίζετο και ήρχιζε τότε να σφενδονίζη κατά +κεφαλής του Αλεξάνδρου ό,τι πρόχειρον είχε· τον κατάλογόν του κατ' αρχάς, +έπειτα το κομβολόγιον, ενίοτε δε τέλος και αυτάς τας συρτάς του εμβάδας, ανά +μίαν ή και τας δύο συγχρόνως. Φοβερόν ήτο, ότε τας εμβάδας παρηκολούθει +εναέριος και ο σκούφος. Αλλ' ο μαθητής ουδόλως εκ τούτου επτοείτο, ούτε +κατέστελλε τον γέλωτα. Ανέτεινε μόνον τας χείρας, και συλλαμβάνων ασφαλώς, +μετεώρους ακόμη, τους ακινδύνους του ιερομονάχου κεραυνούς, επέστρεφεν +αυτούς εις τον ρασοφόρον Δία, συντετριμμένος μεν το φαινόμενον και κάτω +νεύων την κεφαλήν, αλλά σπαίρων όλος εκ του συγκρατουμένου γέλωτος. +Ησπάζετο εν μετανοία την χείρα του διδασκάλου, οσάκις εκείνη δεν +προκατελάμβανε βιαίως την παρειάν του, και επανήρχετο ούτως ή άλλως εις την +θέσιν του, διά να αρχίση ευκαιρίας δοθείσης τα ίδια.</p> + +<p>Της αριθμητικής το θέλγητρον ήτο εντελώς διάφορον διά τον Αλέξανδρον. Ο +διδάσκαλός της, ισχνός, υψηλός, με κίτρινον αυστηρόν πρόσωπον και μαύρον +κομβωμένον επενδύτην, δεν ήτο βεβαίως αντικείμενον διασκεδάσεως διά τον +φιλοθεάμονα συμμαθητήν μου· αλλ' εδίδασκεν όμως αριθμητικήν, οι δε αριθμοί +ήσκουν ακαταμάχητον γοητείαν εις την νεαράν διάνοιαν του Σοφή. Αι τέσσαρες +πράξεις συνώψιζον δι' αυτόν πάσαν γνώσιν ανθρωπίνην και απετέλουν ούτως +ειπείν το μη περαιτέρω της μαθήσεως. Παιδίον δωδεκαετές μόλις, είχε παράδοξον +λογιστικήν πρωιμότητα, την οποίαν εθαύμαζε πολλάκις και αυτός ο διδάσκαλος. +Πρώτος εξ όλων μας έλυε τα διδόμενα εις τους μαθητάς προβλήματα, και μόνος +αυτός πολλάκις τα δυσκολώτερα. Εξετέλει δε αγράφως και κατά διάνοιαν +προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς, αφαιρέσεις και διαιρέσεις, διά τας οποίας +εβρέχαμεν ημείς οι άλλοι με άφθονον ιδρώτα τας πλάκας μας. Είχεν αναντιρρήτως +λογιστικήν την φύσιν και την διάνοιαν. Εφαίνετο δε τούτο και εις αυτάς ακόμη τας +καθημερινάς του σχέσεις μετά των συμμαθητών του, διότι πάντοτε σχεδόν +ευρίσκετο εις συναλλαγάς μαζή των. Πότε αντήλασσε μετ' αυτών γραφίδας αντί +χάρτου ή μολυβδοκόνδυλα αντί κονδυλοφόρων, πότε επώλει το καθαρόν του +τετράδιον ή ηγόραζε το εφθαρμένον άλλου βιβλίον, αφού προηγουμένως +εξέκαμνε συμφορώτερον το καινουργές και σχεδόν άθικτον ιδικόν του. Οσάκις +νέον διδακτικόν βιβλίον εισήγετο εις την τάξιν, πρώτος αυτός υπελόγιζε, πότε +έμελλε να τελειώση η διδασκαλία του, αριθμών τας σελίδας και τα υπολειπόμενα +μαθήματα, διαιρών και πολλαπλασιάζων, όχι, εννοείται, δι' εαυτόν, διότι ολίγον +εκείνος περί τούτου εφρόντιζεν, αλλά δι' ημάς τους ανοήτους, ως μας, έλεγεν, εις +τους οποίους και μετέδιδεν αμέσως των υπολογισμών του το πόρισμα.</p> + +<p>Φίλον στενόν και διαρκή, οποίους είχαμεν ημείς οι άλλοι, ουδέποτε απέκτησεν +εις το σχολείον ο Αλέξανδρος. Είχε συμπαίκτορας και συντρόφους των εκδρομών +του, είχε θύματα της λογιστικής του επιτηδειότητος, τα οποία και ιδιαιτέρως +επεριποιείτο, ενόσω διήρκουν αι μετ' αυτών διαπραγματεύσεις του, αλλά φίλον +αληθή δεν είχεν. Εδοκίμασαν τινές των συμμαθητών μας να οικειωθώσι προς +αυτόν διαρκέστερον, αλλ' απέτυχον όλοι. Εις τας παιδικάς των διαχύσεις ή τας +αφελείς αυτών εκμυστηρεύσεις ουδέποτε απεκρίνετο δι' ομοίων ο Σοφής, απήντα +δε συνήθως διά γέλωτος ή σιωπής. Έκαστος ημών εγνώριζε του άλλου πάσας +σχεδόν τας οικιακάς περιστάσεις· τι ήτο ο πατήρ του, πόσους είχεν αδελφούς, τι +έτρωγον συνήθως, πού εκάθηντο, πώς διεσκέδαζον κατ' οίκον, τι έκαμνον, και όσα +άλλα. Περί του Σοφή τίποτε δεν ηξεύραμεν. Τούτο δε όχι μόνον εσκανδάλιζε την +παιδικήν ημών περιέργειαν, αλλά και εμπόδιζε πάντα δεσμόν οικειότητος μεταξύ +ημών και εκείνου. Μας εξένιζε δε ακόμη και πάντοτε ανεξήγητος μας εφαίνετο η +ενδυμασία του συμμαθητού μας και η αιφνιδία της πολλάκις μεταβολή. Τα +καινουργή του φορέματα διεδέχοντο αίφνης άλλα ωραιότερα, χωρίς τινα λόγον, +ταύτα δε επαλαιούντο πάλιν εις τους ώμους του και κατέπιπτον σχεδόν εις ράκη, +εν μέσω χειμώνος πολλάκις, χωρίς ποτέ να παρεμβή κλωστή ή βελόνη προς +διόρθωσιν ή αναπλήρωσιν της φθοράς. Δεν είχεν άρα μητέρα ο Αλέξανδρος; ήτο +αίνιγμα τούτο δι' ημάς, όπως αίνιγμα ήτο και ο πατήρ του.</p> + +<p>Των πλείστων εξ ημών οι πατέρες ήσαν γνωστοί εις την τάξιν. Ήρχοντο τρις και +τετράκις του έτους εις το σχολείον, διά να ερωτήσωσι τους διδασκάλους περί των +προόδων και της επιμελείας μας· του Αλεξάνδρου όμως ο πατήρ ουδέ εις τας +εξετάσεις του παρευρέθη ποτέ. Ότε δε άπαξ είς των συμμαθητών του, +τολμηρότερος των άλλων, απέτεινεν εις αυτόν πλαγίαν περί τούτου ερώτησιν, +ύψωσεν εκείνος τους ώμους, εμειδίασε μειδίαμα παράδοξον, πολύ της ηλικίας του +ωριμώτερον, και αντί να απαντήση ηρώτησε·</p> + +<p> — Θάλθης απόψε εις την αμπάριζα;</p> + +<p>Αίφνης περίστασίς τις απροσδόκητος έγεινεν αφορμή να γνωρίσωμεν τον +πατέρα του Αλεξάνδρου και να στερηθώμεν συγχρόνως εκείνον.</p> + +<p>Μίαν ημέραν — ήτο μάθημα Γεωγραφίας — ο Σοφής διεσκέδαζεν ως συνήθως +χαράττων διά μικρού μαχαιρίου τα προσφιλή του ιερογλυφικά επί του θρανίου, +ότε ανεκάλυψεν από της σκοπιάς του ο διδάσκαλος την άτακτον εκείνην ασχολίαν. +Προσήλθεν αγριωπός, — ήτο άνθρωπος εντελώς χυδαίος, εμπνέων αληθή τρόμον +εις όλους μας — έβαλε τας φωνάς, κατέσχε το μαχαιρίδιον, το οποίον εταμίευσεν +εις το θυλάκιόν του ως σώμα του εγκλήματος, και μη αρκεσθείς εις ύβρεις μόνον +και επιτιμήσεις βαναύσους, ερράπισε τον δυστυχή Αλέξανδρον με τόσην +κτηνωδίαν, ώστε το ταλαίπωρον παιδίον έφερεν αυτομάτως τας δύο του χείρας εις +την καταπόρφυρον παρειάν του, και έβαλε πόνου κραυγήν, — την πρώτην που +ήκουσεν η τάξις από το στόμα του. Ο διδάσκαλος επέστρεψε βραδυπατών και +υβρίζων πάντοτε εις την καθέδραν του· αλλ' ο Αλέξανδρος δεν ήτο εξ εκείνων, τους +οποίους καταβάλλει επί μακρόν η δριμεία συναίσθησις ενός ραπίσματος. Μετ' +ολίγα μόλις λεπτά έκυπτε πάλιν ενώπιόν του, απαθής μεν κατά το φαινόμενον, +αλλά συντόνως ασχολών τας χείρας του υπό το θρανίον. Έκυπτον δε μαζή του οι εκ +δεξιών και αριστερών γείτονές του, περίεργοι, θαυμάζοντες και μειδιώντες, +ανταλλάσσοντες δε σιγά τας εκ του παραδόξου θεάματος εντυπώσεις των. Έτυχε +να κάθημαι όπισθέν του την ημέραν εκείνην, και πολλήν ησθάνθην περιέργειαν +να ίδω τι εκίνει τον θαυμασμόν των γειτόνων του Σοφή. Ανωρθώθην ολίγον και +έκυψα σιγά προς τα εμπρός, προσέχων να διαφύγω όσον ήτο δυνατόν το άγριον +βλέμμα του διδασκάλου. Είδα δε τον Αλέξανδρον κρατούντα εις χείρας του και +δεικνύοντα εις τους γείτονάς του ισομεγέθη χαρτίων τεμάχια με περιέργους +τύπους σημείων ερυθρών και μελανών, και με διπλάς εικόνας ανδρών, γυναικών +και γερόντων.</p> + +<p> — Αυτά είνε χαρτιά, που παίζουν, έλεγε σιγά ο Σοφής.</p> + +<p> — Και πώς τα παίζουν; ηρώτα ο γείτων.</p> + +<p> — Θα σας το ειπώ ύστερα. Κυττάξετε, τι ωραία που είνε.</p> + +<p>Αλλά μόλις είχε τελειώσει την φράσιν του ο πτωχός Αλέξανδρος, και εφάνη +εμπρός του ο διδάσκαλος. Έκυψε και αυτός, είδε, και πριν καν εννοήσωσιν οι +άλλοι τι συνέβαινε, πριν ή συνέλθη ο ένοχος εκ της καταπλήξεως, έγεινεν +ανάρπαστος από το θρανίον του και εβροντοκοπήθη εις το πάτωμα της +παραδόσεως ως αν ήτο τόπι ελαστικόν. Ο διδάσκαλός μας είχεν αθλητικόν +ανάστημα ως αχθοφόρου και χείρας μεγάλας ως των εικόνων του παντοκράτορος. +Ύψωσε καταπόρφυρος εξ οργής την βαρείαν του χείρα, σφιγμένην εις γρόνθον, +κατά κεφαλής του Αλεξάνδρου και την κατέφερεν επ' αυτής απανθρώπως, +γρυλλίζων·</p> + +<p> — Χαρτιά, αι; χαρτοφόρος! . . . από τώρα! Δεν σε φθάνει η άλλη σου +προκοπή!</p> + +<p>Και ανυψώθη η χειρ του, διά να καταπέση και πάλιν επί το θύμα. Αλλά το +αποτέλεσμα του πρώτου γρονθοκοπήματος επτόησε, φαίνεται, την τόλμην του +βαναύσου μας διδασκάλου και εψύχρανε διά μιας την οργήν του. Ο μικρός Σοφής +είχε πέσει χαμαί, άπνους σχεδόν και ακίνητος, ημείς δε οι άλλοι, ανορθωθέντες +διά μιας επί των θρανίων, εκραυγάζαμεν σπαρακτικώς, ως αν εδερόμεθα όλοι +ομού. Απερίγραπτος υπήρξεν η επακολουθήσασα ταραχή. Εξ όλων των δωματίων +έτρεξαν έντρομοι οι διδάσκαλοι, εισώρμησαν εις την αίθουσαν οι επιστάται, ο δε +σχολάρχης, σεβάσμιος φουστανελλοφόρος γέρων, κρατών ακόμη την +καπνοσύριγγά του, την οποίαν εκάπνιζε προ μικρού αμέριμνος εις το σχολαρχείον, +εφάνη εις την θύραν, και απέμεινεν άφωνος προ του θεάματος.</p> + +<p> — Αχ! διδάσκαλε! είπεν αμέσως· τι έκαμες! Και στραφείς προς τους +λοιπούς διδασκάλους,</p> + +<p> — Ορίστε, είπε, κύριοι, εις τας παραδόσεις σας. Σεις διαλυθήτε! +εφώναξε προς τους μαθητάς.</p> + +<p> — Διαλυθήτε! επανέλαβεν αμέσως εντονώτερον, βλέπων ότι +εδιστάζομεν να κενώσωμεν την παράδοσιν.</p> + +<p>Εξήλθομεν όλοι σιωπηλοί· μετ' ολίγον δε ο επιστάτης του σχολείου εσήκωσε +τον αναίσθητον Αλέξανδρον και τον επεβίβασεν εις μίαν άμαξαν.</p> + +<p>Επλησίασα τρέμων, και ηρώτησα δειλώς·</p> + +<p> — Άνοιξε τα μάτια του;</p> + +<p> — Τα άνοιξε, . . . δεν έχει τίποτα, απήντησεν εκείνος καθήμενος πλησίον +του αμαξηλάτου, και η άμαξα έφυγε δρομαία.</p> + +<p>Απήλθομεν βραδυπατούντες εις τας οικίας μας και εσχολιάζομεν καθ' οδόν τα +συμβάντα. Δεν είχαμεν, ως σου έλεγα, φίλον του Αλέξανδρον, ούτε είχαμεν +κατορθώσει να τον οικειωθώμεν. Αλλ' η ζωηρά του φύσις μας ήτο συμπαθής, και +πολύ ηυχαριστήθημεν, ότι δεν είχε πάθει τίποτε. Ηυχαριστήθημεν δε πολύ +περισσότερον από την απροσδόκητον σκηνήν, ήτις επηκολούθησε μετά τινας +ημέρας.</p> + +<p>Ο Σοφής δεν ήλθε πλέον εις το σχολείον, ούτε την επαύριον, ούτε τας +επομένας ημέρας. Ησθένησεν άρα γε και έμενε κλινήρης, ή άλλος τις ήτο της +απουσίας του ο λόγος; Κανείς δεν ήξευρεν. Αλλά την δευτέραν ημέραν μετά το +συμβάν, την αυτήν περίπου ώραν και κατά το αυτό μάθημα, ήνοιξεν αίφνης η προς +τον διάδρομον θύρα της παραδόσεως, και ανήρ υψηλός και ρωμαλέος εισήλθεν +εις την αίθουσαν. Είχε το βήμα βαρύ και το ήθος άγριον. Ατάραχος και ατενώς +βλέπων προς την καθέδραν, εβάδισε κατ' ευθείαν προς τον διδάσκαλον, όστις, δεν +ηξεύρω, αλλά μ' εφάνη κάπως ωχριάσας την στιγμήν εκείνην.</p> + +<p> — Του λόγου σου είσαι, ηρώτησε πλησιάσας εις αυτόν, που ξεύρεις και +κτυπάς τόσον καλά τα παιδιά, 'σαν να ήσαν μουλάρια, απ' εκείνα που βοσκούσες +εις την πατρίδα σου;</p> + +<p>Ο διδάσκαλος ηθέλησε κάτι να απαντήση, αλλά τόσον έτρεμεν όλος, και τόσον +ετραύλιζεν η γλώσσα του, ώστε δεν ηκούσαμεν τίποτε, μολονότι σιγή βαθεία +επεκράτει εις όλην την τάξιν, διότι η συγκίνησις είχε δέσει όλων μας τας +γλώσσας.</p> + +<p> — Δεν ξεύρεις να δέρνης καλά! Επρόσθεσε δυνατώτερα ο άγνωστος, +τον οποίον από τους λόγους του εννοήσαμεν, ότι ήτο ο πατήρ του Αλεξάνδρου. +Εγώ να σε μάθω να δέρνης καλλίτερα.</p> + +<p>Και υψώσας ταχέως την χείρα του — θεέ μου! τι χειρ ήτο εκείνη, και τι κρότον +έκαμε! — κατέφερεν αυτήν τόσον βιαίως εις το πρόσωπον του διδασκάλου, ώστε +τον εσφενδόνισε κάτω της έδρας του.</p> + +<p> — Βοήθεια! εκραύγασεν εκείνος εγειρόμενος, και προσεπάθησε να +κινηθή προς την θύραν του σχολαρχείου.</p> + +<p>Αλλά την δεξιάν χείρα του πατρός Σοφή παρηκολούθησε ταχεία η αριστερά, +και ταύτην εκείνη, και εκείνην πάλιν η άλλη, και δεν ηξεύρω μα την αλήθειαν πού +ήθελε φθάσει η φοβερά εκείνη εκδίκησις, αν σχολάρχης και διδάσκαλοι και +κλητήρες δεν επλήρουν εντός ολίγου την παράδοσιν.</p> + +<p> — Είμαι ο πατέρας του Αλεξάνδρου Σοφή, είπεν εκείνος ατάραχος, +στρεφόμενος απαθώς προς τους εισελθόντας, και ήλθα να μάθω αυτόν τον κύριον +πώς δέρνουν.</p> + +<p>Και ανεχώρησεν ησύχως, όπως είχεν έλθει.</p> + +<p>Το μάθημα, εννοείται, διεκόπη, και ημείς ωρμήσαμεν φαιδροί προς την +κλίμακα, και κατέβημεν πηδώντες ανά δύο τας βαθμίδας της.</p> + +<p>Την άλλην ημέραν εμάθαμεν, ότι ο διδάσκαλος επαύθη, και επί πολύν καιρόν +δεν ηξεύραμεν τι απέγεινε. Μετά χρόνους μόνον πολλούς ήκουσα ότι ο βουλευτής +του τον διώρισε κάπου έπαρχον, αργότερα δε πολύ τον είδα βουλευτήν εις τας +Αθήνας. Τίποτε απίθανον να διώρισε και εκείνος έπαρχον τον παλαιόν του +βουλευτήν.</p> + +<p>Εσιχαινόμεθα όλοι και εγώ ίσως περισσότερον των άλλων τον χυδαίον εκείνον +διδάσκαλον· εννοείς δε με πόσην ευχαρίστησιν και παιδικήν χαράν έσπευσα να +διηγηθώ το βράδυ εις τους γονείς μου τα συμβάντα εις το σχολείον, και να +περιγράψω ιδίως λεπτομερώς το ηρωικόν κατόρθωμα του πατρός του +συμμαθητού μας. Ο πατήρ μου, σοβαρός συνήθως και ολιγόλογος, κατέκρινε με +ολίγας λέξεις την διαγωγήν του διδασκάλου, απεδοκίμασεν επίσης τον πατέρα του +Σοφή, απέφυγε δε να απαντήση εις την περίεργον ερώτησιν, την οποίαν του +απέτεινα, ζητών να μάθω τι ήτο ο πατήρ του Σοφή, και τι έργον είχε.</p> + +<p> — Κύτταζε τα μαθήματά σου, μου απήντησε ζωηρώς, και αυτά τα +πράγματα δεν σ' ενδιαφέρουν.</p> + +<p>Αλλ' εγώ, εννοείς, ήμην περίεργος, ουδ' εννόουν, κατά τι θα εβλάπτοντο τα +μαθήματά μου, αν εμάνθανα τέλος πάντων τα οικογενειακά του μυστηριώδους +συμμαθητού μου. Διά τούτο, ευθύς ως έμεινα μόνος με την μητέρα μου, +επανέλαβον ικετευτικώς και με πολλά θωπεύματα την ερώτησίν μου, και τόσον +επέμεινα, ώστε αφήκεν η αγαθή γυνή προς στιγμήν το πλέξιμόν της, μ' εκύτταξε +τρυφερώς, και απήντησε·</p> + +<p> — Ο συμμαθητής σου ο Αλέξανδρος, παιδί μου, είνε ορφανός, . . δεν +έχει μητέρα. Ο πατέρας του είνε ένας κακορρίζικος άνθρωπος. Είχε περιουσίαν και +καλόν όνομα, και τα έχασε και τα δύο από το κεφάλι του. Ήτον από τους καλούς +κτηματίας των Αθηνών. Εκαλλιεργούσε τα κτήματά του και εζούσε καλά. Έπειτα +υπανδρεύθη, εκακόπεσε, επήρε γυναίκα σπάταλη, κακή νοικοκυρά, . . και τα +κτήματά του ένα ένα πήγαν εις την δημοπρασίαν. Σιγά σιγά εδυστύχησε, . . . έχασε +και την γυναίκα του, και τώρα είνε πτωχός και άθλιος, . . ζη από τα χαρτιά.</p> + +<p> — Χαρτιά; ηρώτησα εγώ απορών. Τι πράγμα είνε, μητέρα, τα χαρτιά; Α! +ανεφώνησα αμέσως, πριν ή προφθάση ν' απαντήση η προδήλως απορούσα και +στενοχωρουμένη μήτηρ μου. Α! ενθυμούμαι! θα είνε απ' εκείνα, που μας έφερε +ταις προάλλαις εις το σχολείον ο Αλέξανδρος.</p> + +<p> — Σας έφερε εις το σχολείον ο Αλέξανδρος! εφώναξεν έντρομος η +μήτηρ μου. Και τα επιάσατε σεις εις τα χέρια σας; Μη παιδί μου! μη, να σε χαρώ! +Μην πιάσης ποτέ χαρτιά! Είνε αφανισμός! Είνε κατάρα! Αυτά τα χαρτιά +κατήντησαν τον πατέρα του Σοφή εκεί που τον κατήντησαν.</p> + +<p> — Μα πώς λοιπόν μου είπες, ότι ζη από τα χαρτιά; ηρώτησα εγώ +περιέργως.</p> + +<p>Εστενοχώρησε δε, φαίνεται, πολύ την μητέρα μου η ερώτησίς μου, διότι μετά +τινας στιγμάς δισταγμού επανέλαβε το διακοπέν πλέξιμόν της, και είπε με +σιγαλοτέραν αλλά πολύ σοβαρωτέραν φωνήν.</p> + +<p> — Νά! βλέπεις που δεν έπρεπε να σου ειπώ τίποτε; Αυταίς δεν είνε +ομιλίαις διά παιδιά. Πήγαινε τώρα να κοιμηθής, διότι είνε αργά.</p> + +<p>Από τους λόγους της μητρός μου ολίγα τότε εννόησα περί του έργου του +πατρός του Σοφή. Έμαθα όμως, ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε μητέρα, και τότε +εξήγησα, διατί ήρχετο πολλάκις εις το σχολείον με το φόρεμά του σχισμένον ή +χωρίς κομβία.</p> + +<p>Επήγα εις την κλίνην μου βαρύθυμος, και επλάγιασα σκεπτόμενος, πώς ήτο +δυνατόν έν παιδίον να μην έχη μητέρα. Ποτέ δε άλλοτε, όσον την εσπέραν εκείνην, +δεν μου εφάνη γλυκύ το φίλημα, διά του οποίου μου ηυχήθη καλήν νύκτα η μήτηρ +μου, ούτε έσφιγξα ποτέ περισσότερον τον τράχηλόν της με τας χείρας μου. </p> + +<p>Την επομένην ημέραν, και πολλάς άλλας κατόπιν, η μόνη ομιλία μας εις το +σχολείον ήτο, εννοείται, ο πατήρ του Σοφή και το ανδραγάθημά του. Πολλοί δε +από τους συμμαθητάς μου, και ιδίως εκ των μεγάλων, διηγούντο περίεργα και +παράδοξα δι' αυτόν πράγματα, τα οποία είχον μάθει, φαίνεται, και αυτοί από τους +γονείς των. Είς εδιηγείτο, ότι τόσην είχε δύναμιν ο υψηλός εκείνος και σωματώδης +άνθρωπος, ώστε έθραυε τραπέζια με τον γρόνθον του. Άλλος, ότι έτρωγεν +ολόκληρον αρνίον και έπινεν οκάδας χωρίς να πάθη τίποτε. Άλλος, ότι την νύκτα +όλην δεν εκοιμάτο, διότι οι γείτονες έβλεπον φως εις τα παράθυρά του έως το +πρωί. Μερικοί ισχυρίζοντο, ότι τόσον ήτο παράφορος και οργίλος, ώστε εμαύριζεν +από τον θυμόν του και οι οφθαλμοί του εγέμιζαν αίμα, και δεν ήξευρε πλέον ούτε +τι έλεγεν, ούτε τι έκαμνεν. Εψιθύριζον δε άλλοι δειλώς και με τρόμον, ότι και αυτή +η σύζυγός του, η μήτηρ του Αλεξάνδρου, τον οποίον δεν επανείδαμεν πλέον, είχε +πέσει θύμα του αγρίου θυμού του, κτυπηθείσα ίσως, όπως είχε κτυπηθή προ +ολίγων ημερών και ο γεωγράφος μας.</p> + +<p>Όλη αυτή η ιστορία δεν ήτο δυνατόν, εννοείται, να διατηρηθή πολύ εις την +διάνοιαν παιδίων, και μετ' ολίγας εβδομάδας είχε λησμονηθή εντελώς, όπως +ελησμονήθη βαθμηδόν και ο Αλέξανδρος.</p> + +<p>Ετελείωσα το ελληνικόν σχολείον, ετελείωσα το γυμνάσιον, μετέβην εις το +πανεπιστήμιον, κατόπιν εις την Ευρώπην, και μόνον ότε επέστρεψα, μετά χρόνους +πολλούς, τον απήντησα μίαν ημέραν καθ' οδόν. Τον ανεγνώρισα αμέσως. Το ήθος +του δεν είχε διόλου μεταβληθή, το βλέμμα του ήτο το παλαιόν εκείνο εμπαικτικόν +συγχρόνως και λογιστικόν βλέμμα του συμμαθητού μου, και οι τρόποι του +ενέπνεον πάντοτε δυσπιστίαν και απέτρεπον πάσαν φιλικήν διάχυσιν. Τον +ηρώτησα, τι έγεινε τόσον καιρόν, και η μόνη του απάντησις ήτο: Μην ερωτάς!</p> + +<p>Δεν επέμεινα, εννοείται, διότι ήξευρα κάλλιστα, ότι ματαία θα ήτο η επιμονή +μου. Ήκουσα όμως μετ' ολίγας ημέρας λεπτομερείας τινάς της ζωής του, αι οποίαι +μ' ελύπησαν πολύ και με ετρόμαξαν περισσότερον. Είχε, φαίνεται, αρχίσει από +τότε να ριζοβολή εις τον νουν του η ολεθρία εκείνη ιδέα του διά παντός μέσου +πλουτισμού, και τολμηρά τινα σχέδιά του, αστεία το κατ' αρχάς, είχον αποβή επί +τέλους τραγικά εις αυτόν. Έπειτα δεν τον επανείδα, ειμή προ πέντε ή έξ ετών, ότε +επέστρεψα από την Αίγυπτον. Εκεί έμαθα, ότι είχε διατελέσει προ ετών +υποπρόξενος εις έν από τα μικρά υποπροξενεία της Αιγύπτου, και ότι δεν άφησε +πολύ καλάς αναμνήσεις εις την ελληνικήν κοινότητα. Μερικοί μάλιστα έλεγον, ότι +είχε παυθή ένεκα καταχρήσεων κατά την απογραφήν μιας κληρονομίας. Ενόμισα +τας φήμας αυτάς υπερβολάς, εκ των συνήθων εις τας ελληνικάς κοινότητας, ιδίως +του εξωτερικού. Αλλ' ότε τον επανεύρον εδώ δικηγορούντα, έχοντα μάλιστα +φήμην ευφυούς δικηγόρου, και ήκουσα μερικά δείγματα της ευφυίας του, τα +οποία, ομολογώ, δεν με ενθουσίασαν, ενθυμήθην αμέσως τας φήμας εκείνας. +Όσας δίκας του ενεπιστεύοντο, τας εθεώρει ο Σοφής ως είδος τι επιχειρήσεων, +από τας οποίας εννόει να κερδήση αυτός οπωσδήποτε περισσότερα των πελατών +του. Δεν τον είχες και συ δικηγόρον, νομίζω; </p> + +<p> — Ναι, απήντησα· και μου έχασε μίαν σπουδαίαν δίκην.</p> + +<p> — Ποίον είχε δικηγόρον ο αντίδικός σου, ηρώτησε περιέργως ο +Δημήτριος.</p> + +<p> — Πού να ενθυμούμαι; Είνε τόσος καιρός!</p> + +<p> — Βέβαια κανένα από τους συνεταίρους του Αλεξάνδρου.</p> + +<p> — Είνε φρικτόν αυτό! ανεφώνησα.</p> + +<p> — Είνε και άλλα, . . είπεν ο φίλος μου, και εσιώπησε.</p> + +<p> — Τον δυστυχή! υπέλαβον μετά τινας στιγμάς, καθ' ας η ανάμνησις της +προσφάτου καταστροφής κατέπνιξεν αμέσως την στιγμιαίαν μου αγανάκτησιν. Τον +κατέστρεψεν ο ακοίμητος εκείνος πόθος του χρηματισμού, οποίος έβοσκεν άγριος +εις τα στήθη του.</p> + +<p> — Βεβαίως! . . δεν είνε ζήτημα, απήντησεν ο Δημήτριος, και αυτός +χωρίς άλλο θα τον έφερεν επί τέλους εις συνάφειαν με τον ποινικόν νόμον, τον +οποίον μόνον εφοβείτο, καθώς μας έλεγεν εκείνο το βράδυ. Αλλά πόθεν εγεννήθη +ο σκώληξ αυτός εις την ψυχήν του; Ποίος έβαλεν εκεί το σπέρμα του φοβερού +αυτού μολύσματος; Ο πατήρ του και το χαρτοπαικτείον του. Υιός εκ πατρός +υπήρξεν αναντιρρήτως ο Αλέξανδρος, αλλά τελειοποιημένος, εννοείται, υπό των +προόδων του νεοελληνικού πολιτισμού και των ψευδών αναγκών του.</p> + +<p> — Και τώρα τι θα γείνη η οικογένειά του; Δεν είχε, μου είπες, +νυμφευθή;</p> + +<p> — Ναι· αλλ' ευτυχώς δεν αφίνει τέκνα, . . και ο σκώληξ του θα ταφή +μαζή του.</p> + +<p>Και αυτός υπήρξεν ο μόνος επί του δυστυχούς Αλεξάνδρου ψυχρός επικήδειος +του παλαιού του συμμαθητού.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΤΟ ΔΩΡΟΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn7' id='ref7'>7</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<h4> +Α'.<br /></h4> + +<p>Ήτο παραμονή της πρώτης Ιανουαρίου του 186 . . </p> + +<p>Ο Γεώργης, μικρός δωδεκαετής υπηρέτης του κυρίου Λευκοπούλου, ήτο +κατάκοπος εκ της προσθέτου εργασίας, ην είχεν απαιτήσει η έκτακτος και +πολυάσχολος ημέρα.</p> + +<p>Αφού έτριψε και εκαθάρισε τα σκεύη της τραπέζης και τα σκεύη της οικίας, +επιμελέστερον του συνήθους, αφού εβοήθησεν, αναλόγως της ηλικίας και της +νοημοσύνης του, την οικοδέσποιναν εις παρασκευήν των γλυκυσμάτων της +πρώτης του έτους, αφού εκόμισεν ικανά εξ αυτών πινάκια εις τους συγγενείς και +φίλους της οικίας, αφού τέλος έστρωσε την εσπέραν την τράπεζαν του δείπνου, +και εδείπνησε και αυτός εκ των περισσευμάτων, και έπλυνε τα πινάκια, εκάθισε +κεκμηκώς εις μίαν γωνίαν του μαγειρείου.</p> + +<p>Ήτο προδήλως μελαγχολικός, ουδέ κατώρθουν να φαιδρύνωσι την μορφήν του +αι ολίγαι δεκάραι, ας είχε συλλέξει παρά των γνωρίμων του οίκου, ως κόμιστρα +των γλυκυσμάτων του, και τας οποίας μηχανικώς ηρίθμει διά των μικρών του +χειρών εντός των θυλακίων της περισκελίδος του. Αν τις τον ηρώτα την στιγμήν +εκείνην το αίτιον της δυσθυμίας του, ουδ' αυτός ο ίδιος θα ήξευρε τι ακριβώς να +αποκριθή. Ήκουεν εις την εγγύς αίθουσαν σαλπίζοντα και τυμπανίζοντα και +θορυβούντα τα παιδία της οικογενείας παρ' η υπηρέτει, άτινα είχον ήδη λάβει +προκαταβολικώς τα δώρα των, πριν ή έτι ανατείλη η πρώτη του έτους· αλλ' η μικρά +του καρδία δεν συνεσκίρτα προς τα σκιρτήματά των. Είχεν ενώπιον αυτού, επί των +γονάτων του, κομψόν καινουργή πίλον, ον είχε χαρίσει εις αυτόν η κυρία του προ +μικρού, αλλά και αυτού η θέα δεν ίσχυε να ιλαρύνη το πρόσωπόν του.</p> + +<p>Τι είχεν; Ενθυμείτο την μικράν νηπιακήν του ηλικίαν και τον πατρικόν αυτού +οίκον.</p> + +<p>Γιος πτωχού κορινθίου χωρικού, μη επαρκούντος εις συντήρησιν συζύγου και +τριών τέκνων, — αυτού και δύο κορασίδων, — είχεν εκμισθωθή αντί πεντήκοντα +δραχμών ετησίως εις αθηναίον επιχειρηματίαν, όστις από πωλητού φωσφόρων +μετέβαλλεν αυτόν εναλλάξ εις καθαριστήν υποδημάτων ή κομιστήν οψωνίων.</p> + +<p>Αι ημερήσιαι εισπράξεις του μικρού Γεωργίου, όσον πενιχραί και αν ήσαν, θα +ήρκουν ίσως, ουχί να παχύνωσιν αλλά να θρέψωσι καν αυτόν, αν δεν επάχυνον το +βαλάντιον του αυθέντου του, όστις αντ' αυτών τω εχορήγει μεγαλοδώρως δύο +τεμάχια ξηρού άρτου καθ' εκάστην, αρτυόμενα δι' ελαιών μεν ή τυρού αναλόγως +της ημέρας, οσάκις υπελάμβανεν εκείνος επαρκή την είσπραξιν του μικρού +κορινθίου, διά ραπισμάτων δε και ύβρεων, οσάκις τω εφαίνετο γλίσχρον το προϊόν +της εργασίας του παιδός.</p> + +<p>Τρία όλα έτη έζησεν ούτω ο ταλαίπωρος Γεώργης, πεινών και γυμνητεύων, +φρικιών υπό ρίγους τον χειμώνα και περιφέρων ασκεπή την κεφαλήν του το θέρος +υπό τον φλογερόν ήλιον των Αθηνών, κοίτην του έχων την γωνίαν ρυπαρού +υπογείου, και νυκτερινούς συντρόφους του — πλην δύο άλλων ομοίων του ατυχών +πλασμάτων — ποντικούς υπερμεγέθεις, οίτινες ουχί σπανίως απεθρασύνοντο να +τρωγαλίζωσι τας μικράς αυτού πτέρνας, οσάκις ο γάτος του οίκου είχεν άλλας +ασχολίας επί των γειτονικών ορόφων.</p> + +<p>Και δεν ήρκεσαν αυτά.</p> + +<p>Ημέραν τινά ομήλιξ συμπατριώτης, νέηλυς εκ Κορίνθου, του έφερε την μαύρην +είδησιν, ότι αι δύο μικραί του αδελφαί απέθανον αίφνης εντός μιας εβδομάδος εξ +ευλογίας, και ότι η μήτηρ του, παράφρων σχεδόν εκ της λύπης, κατέκειτο βαρέως +νοσούσα. Δεν επρόφθασε να κλαύση τας αδελφάς του, τας οποίας τόσον ηγάπα ο +πτωχός, και τοσάκις είχε νανουρίσει, ότε ήσαν βρέφη, και νέον από της πατρίδος +μήνυμα του ανήγγειλεν, ότι κακή ώρα εύρε τον πατέρα του. Διεσκέδαζε, του είπον, +κυριακήν τινα μετ' άλλων συντρόφων· την διασκέδασιν παρηκολούθησαν έριδες, +τας έριδας πυροβολισμοί, και μία σφαίρα τυχαία τον εύρεν εις το στήθος. — Και η +μήτηρ του; ηρώτησεν ο ατυχής παις. — Κατάκοιτος πάντοτε.</p> + +<p>Δεν παρήλθε καιρός πολύς, και είδεν αίφνης ο Γεώργιος μίαν πρωίαν +εμφανιζομένην ενώπιόν του την γραίαν θείαν του, αδελφήν του πατρός του, την +κυρά Βαγγελήν.</p> + +<p> — Καϋμένο παιδί! του είπε, και τον περιεπτύχθη, καταφιλούσα μετά +δακρύων την ακτένιστον κεφαλήν του. Πεντάρφανο απόμεινες· πάει κ' η μάνα +σου.</p> + +<p>Και τον έσφιξεν εις τας αγκάλας της τόσον, ώστε ο Γεώργης δεν εύρεν +αναπνοήν διά να κλαύση.</p> + +<p> — Έλα, πάμε! προσέθηκε.</p> + +<p> — Πού θα πάμε, θεία; ηρώτησεν ο ορφανός. 'Σ την Κόρθο; Και +εσκίρτησεν η καρδιά του.</p> + +<p> — Όχι, Γεωργάκη μου, θάρθης να καθίσης μαζή μου. Και στραφείσα +προς τον μισθωτήν του παιδός, όστις προσέβλεπεν απαθής τα γινόμενα,</p> + +<p> — Το παιδί το παίρνω, είπε. Σου χαρίζομε και το νοίκι της χρονιάς, και +ξοφλούμε.</p> + +<p>Διενοήθη εκείνος προς στιγμήν να αντιστή. Είχεν υπέρ εαυτού το γράμμα του +συμβολαίου. Η δουλεία του Γεώργη έληγε μετά δυο έτη. Αλλά τι τον ήθελε πλέον +— εσκέφθη — τον ορφανόν; Η λύπη και τα κλαύματα δεν θα του άφιναν όρεξιν να +εργάζεται.</p> + +<p>Και απήντησε σχεδόν αμέσως·</p> + +<p> — Όσο γι' αυτό, χάρη μου κάνεις, κυρά. Δεν είνε προκοπή απ' το παιδί. +Ουδέ το ψωμί του δεν βγάζει. Ας πάη 'ς το καλό.</p> + +<p>Ούτως ο Γεώργης κατώκησεν επί τινα χρόνον μετά της αγαθής του θείας, ήτις +περισυναγαγούσα την πενιχράν κληρονομίαν του παιδός, όσην απετέλεσεν η +πώλησις των οικιακών σκευών, ενός καχεκτικού ιππαρίου και ενός χωλού όνου, +ήλθεν εις τας Αθήνας, να κυττάξη, ως έλεγε, τον ανεψιόν της.</p> + +<p>Πλην πώς να τον κυττάξη, πως να τον θρέψη και να τραφή και αυτή εκ των +ολίγων κερμάτων, άτινα έφερε μεθ' εαυτής εκ Κορίνθου; Πολύ περί τούτου +εσκέφθη η θεία, διότι ήτο φρόνιμος και νοήμων γυνή η κυρά Βαγγελή. Αλλ' η +σκέψις της δεν εγέννα δυστυχώς χρήματα, και διά τούτο μετά μίαν εβδομάδα +εκείνη μεν εμισθούτο επιστάτρια εις μίαν σχολήν κορασίων, ο δε Γεώργης +υπηρέτης παρά τω Κυρίω Λευκοπούλω.</p> + +<p> — Ήθελα, γυιε μου, να σε μάθω και λίγα γράμματα, είπεν εις αυτόν η +καλή γραία· αλλ' ας τ' αφήσωμ' αυτά για παραπέρα. Τώρα πρέπει να πιάσης +απάνω σου λίγο κρέας, για να μη μου . . . </p> + +<p>Δεν κατώρθωσε να περάνη την φράσιν της· την έπνιξαν οι λυγμοί, και +απεχαιρέτισε τον ανεψιόν, σπογγίζουσα τους καταπεπονημένους εκ των δακρύων +οφθαλμούς της.<br /></p> + +<h4>Β'.<br /></h4> + +<p>Ήτο λοιπόν ο Γεώργης μελαγχολικός την παραμονήν της 1 Ιανουαρίου 186., +διότι ενθυμείτο τα παλαιά του· την παιδικήν ηλικίαν του, την πατρικήν του +καλύβην εν Κορίνθω, τον αδικοθάνατον πατέρα του, όστις του έδιδε πάντοτε +αυτήν την ημέραν την ευχήν του κ' έν ζεύγος καινουργών σανδαλίων, την +αγαπητήν του μητέρα, ήτις τον εφίλει . . τον εφίλει την πρωτοχρονιάν, και τον +έσφιγγεν εις τας αγκάλας της λέγουσα·</p> + +<p> — Να μου ζήσης παιδί μου! να μου ζήσης πολύ πολύ, και να μου +κλείσουν τα χεράκια σου τα μάτια μου.</p> + +<p>Δεν την ήκουσεν ο Θεός την πτωχήν· του Γεώργη της τα χεράκια εκαθάριζαν τα +λασπωμένα υποδήματα των Αθηναίων, ότε εκείνη απέθνησκεν.</p> + +<p>Ενθυμείτο ακόμη τας μικράς του αδελφάς, μικροτέρας αυτού, τας οποίας +συνώδευεν εις την εκκλησίαν, από βαθέος όρθρου του νέου έτους, και ων εκάστην +εφίλευεν επιστρέφων ανά μίαν κουλούραν, ην ηγόραζεν εκ των ολίγων +φιλοδωρημάτων, άτινα είχε συλλέξει προ μιας εβδομάδος, ψάλλων τα +χριστούγεννα εις τους συγγενείς.</p> + +<p>Ενθυμείτο τέλος — και αυτή ήτο η νεωτάτη του λύπη — την γραίαν θείαν του, +ήτις από δέκα ήδη ημερών κατέκειτο ασθενής εν τω νοσοκομείω.</p> + +<p>Εσπέραν τινά βροχεράν του χειμώνος την έστειλεν η διευθύντρια να +συνοδεύση μίαν των μαθητριών, και η ασθενής γραία επανήλθεν εις το σχολείον +πυρέσσουσα.</p> + +<p>Τις είχεν όρεξιν και καιρόν και τόπον να την νοσηλεύση! Την έστειλαν εις το +νοσοκομείον. Τι να την κάμουν;</p> + +<p>Ο Γεώργης ενθυμήθη, ότι είχε τρεις ημέρας να την ιδή την θειάν Βαγγελήν, και +λαβών άδειαν μιας ώρας παρά των κυρίων του έδραμεν εις το νοσοκομείον. Ήθελε +να ευχηθή περαστικά και καλόν τον νέον χρόνου εις την αγαθήν γραίαν, ησθάνετο +δε ο έρημος παις και την ανάγκην θερμών τινων φιλημάτωυ, εξ εκείνων άτινα +τόσον εδαψίλευεν εις αυτόν η θεία του.</p> + +<p>Τι άλλο είχε πλέον να του ενθυμίζη του πατέρα, την μητέρα και τας αδελφάς +του, ή τα φιλήματα και τας θωπείας της γραίας;<br /></p> + +<h4>Γ'.<br /></h4> + +<p>Αλλ' η νυξ της παραμονής παρήλθεν ολόκληρος, και ο Γεώργης δεν επέστρεψεν +εις τον οίκον των κυρίων του.</p> + +<p> — Τι να έγεινεν αυτό το παιδί; ηρώτα ο αυθέντης του. Και η κυρία, +δύσπιστος και καχύποπτος γυνή, απήντα·</p> + +<p> — Πού ξεύρεις πού θα παραλύη. Εις όλα τα καφενεία παίζουν απόψε +χαρτιά. Κάπου θα παίζη. Δεν εκύτταξα να μη μας λείπη και τίποτε.</p> + +<p>Ο μικρός του υπηρέτης δεν έπαιζε.</p> + +<p>Διά των ολίγων δεκαλέπτων, άτινα εκροτάλιζον εν τω θυλακίω του, είχεν +αγοράσει καραμέλλας διά την θείαν του — ήξευρεν ότι έκαμνον καλόν εις τον +βήχα, και η γραία έβηχε τόσον άσχημα, — και τας έφερεν ασθμαίνων εις το +νοσοκομείον.</p> + +<p>Κατηυθύνθη εις την αίθουσαν, όπου ήξευρεν ότι έκεικτο η γραία, και μόλις είχε +πνοήν να ερωτήση την νοσοκόμον, ην συνήντησε προ της θύρας.</p> + +<p> — Πώς είνε;</p> + +<p> — Καλά που ήλθες, απήντησεν εκείνη. Η θειά σου εβάρυνε. Όλη την +ήμερα σ' εζητούσε. Τώρα. . . . </p> + +<p>Ο Γεώργης δεν ήκουσεν άλλο. Ίστατο ήδη άναυδος και τρέμων προ της κλίνης +της κυρά Βαγγέλης, ήτις τον εθεώρει μεν διά βλέμματος απλανούς, αλλά δεν τον +έβλεπε.</p> + +<p> — Εγώ είμαι, θείτσα μου, Ο Γεώργης. Δεν είσαι καλλίτερα; . . . +Καλλίτερα είσαι· δεν βήχεις διόλου.</p> + +<p>Και κατεφίλει δακρύων την κρεμαμένην έξω της κλίνης λιπόσαρκον χείρα +της.</p> + +<p>Αληθώς η γραία δεν έβηχε πλέον, διότι . . . εψυχορράγει.</p> + +<p>Αίφνης, ωσανεί τα καταλειβόμενα δάκρυα του παιδός μετέδωκαν εσχάτην τινά +θέρμην εις την αποψυχομένην καρδίαν της, το βλέμμα της ανεζωογονήθη, και η +νεκρουμένη χειρ αυτής έσφιγξεν ισχυρώς την μικράν χείρα του ορφανού.</p> + +<p> — Καλό 'ς το! είπεν ασθενώς· καλό 'ς το!</p> + +<p>Και λαβούσα υπό το προσκεφάλαιόν της μικράν δέσμην παλαιών και +κιτρινισμένων χαρτίων, τυλιγμένων εις μελανήν μετάξινην κλωστήν.</p> + +<p> — Παρ' τ' αυτά προσέθηκε, και φύλαξ 'τα, . . . είνε του παππού σου. Να +μάθης γράμματα . . . να τα διαβάσης μόνος σου.</p> + +<p>Και η τελευταία της γραίας πνοή εσφράγισε το πρωτοχρονιάτικον σωρόν +της.<br /></p> + +<h4>Δ'.<br /></h4> + +<p>Την επομένην πρωίαν ο Γεώργης έφερεν εις τον κύριόν του τα υποδήματά του, +ενώ εσπόγγιζε συνάμα διά της παλάμης του τους ερυθρούς εκ των δακρύων +οφθαλμούς αυτού.</p> + +<p> — Πού ήσουν χθες όλην την νύκτα; ηρώτησεν αποτόμως ο κ. +Λευκόπουλος.</p> + +<p>Και προσέθηκεν ευθύς, βλέπων την ηλλοιωμένην μορφήν του παιδός.</p> + +<p> — Διατί κλαις;</p> + +<p> — Ήμουν εις το νοσοκομείον, αυθέντη, απήντησε δειλός ο μικρός +υπηρέτης, που . . . πέθανε η θεια μου.</p> + +<p> — Καϋμένο παιδί!</p> + +<p>Και πλησιάσας ο κύριος του εθώπευσε πατρικώς την κεφαλήν του παιδός.</p> + +<p>Ήτο αγαθός ανήρ ο αυθέντης του Γεώργη, και ο Γεώργης το ησθάνθη την +στιγμήν εκείνην. Του εφάνη, δεν ηξεύρω πώς, ότι η χειρ του πατρός του κατήρχετο +αοράτως επί της κεφαλής αυτού και τον εθώπευεν. Η καρδία του εσκίρτησεν εξ +αγάπης και ευγνωμοσύνης, και θαρρήσας ανέβλεψε προς τον κύριόν του και τω +είπεν·</p> + +<p> — Αυθέντη,. . . . ήθελα να σας ζητήσω μίαν χάριν.</p> + +<p> — Τι θέλεις, παιδί μου;</p> + +<p> — Μα μη μου δίδετε μισθόν . . . </p> + +<p> — Πώς; χάρισμα θα με δουλεύης; Δεν γίνεται.</p> + +<p> — Ήθελα να πάγω εις το σχολείον,. . . . να μάθω γράμματα,. . . . και να +υπηρετώ, όταν ήμαι εύκαιρος.</p> + +<p> — Να μάθης γράμματα; Ας ήνε. Πώς σου ήλθε αυτή η ιδέα;</p> + +<p> — Θέλω να διαβάσω κάτι χαρτιά που μου εχάρισε χθες η καϋμένη η +θειά μου.</p> + +<p> — Τι χαρτιά; φέρε τα να σου τα διαβάσω εγώ. </p> + +<p>Ο παις έστη επί στιγμήν αμήχανος.</p> + +<p>Να αρνηθή εις τον αυθέντην του, όστις του έδιδεν άρτον; </p> + +<p>Να λησμονήση την ρητήν παραγγελίαν της θνησκούσης θείας του; — Αυθέντη, +είπε τέλος, η θειά μου μου παράγγειλε να τα διαβάσω μοναχός μου.</p> + +<p>Ο κ. Λευκόπουλος ητένισε βαθύ βλέμμα επί την μορφήν του μικρού υπηρέτου +του, και τω είπεν ευμενώς·</p> + +<p> — Καλά σου παρήγγειλε. Να πας εις το σχολείον, παιδί μου, . . . . να +πας.<br /></p> + +<h4>Ε'.<br /></h4> + +<p>Μετά ένα μήνα ο Γεώργης έλυεν εν τω υπερώω, όπου κατεκλίνετο, την μικράν +εκείνην δέσμην των κιτρίνων χαρτίων, άτινα είχε δωρήσει εις αυτόν η θεία του, και +προσεπάθει να αναγνώση το πρώτον εξ αυτών. Αλλά τα γράμματα δεν ωμοίαζον +δυστυχώς μ' εκείνα τα οποία εμάνθανεν εις το σχολείον. Εκοπίασε πολύ, πλην +εκοπίασεν εις μάτην.</p> + +<p>Έδεσε πάλιν τα πολύτιμα χαρτία του, και μετά τρεις μήνας επανέλαβε την +απόπειραν. Κατώρθωσε κάτι περισσότερον αυτήν την φοράν, εσυλλάβισεν +επιπόνως ολίγας λέξεις, αλλά να τ' αναγνώση, . . . αδύνατον.</p> + +<p>Η τρίτη απόπειρα έγεινε μετά έν έτος.</p> + +<p>Α! τώρα ετελείωσαν τα ψεύματα.</p> + +<p>Ο Γεώργης ανέγνωσε τα πολύτιμα έγγραφα, και τ' ανέγνωσεν όλα. Εξημερώθη +παρά την πενιχράν του λυχνίαν, και ότε ετελείωσε την ανάγνωσιν του τελευταίου, +το φως της ημέρας εχάραζεν ήδη διά των ρωγμών του παραθύρου του.</p> + +<p>Ολίγα εννόησεν εκ της αναγνώσεως των παλαιών εκείνων κιτρινωπών χαρτίων, +αλλά και τα ολίγα αυτά απεκάλυψαν άγνωστον και παράδοξον ορίζοντα προ της +παιδικής του διανοίας.</p> + +<p>Ο τόπος αυτός όπου έζη, η Ελλάς, η χώρα εκείνη όπου είχε γεννηθή, η +Κόρινθος, είχον πολεμήσει εναντίον ανθρώπων κακών, βαρβάρων, τυράννων, ως +τους έλεγον τα παλαιά εκείνα χαρτία.</p> + +<p>Ο πάππος του είχε πολεμήσει και αυτός, και είχε μάλιστα ακουσθή — τα +χαρτία το έλεγον. Δεν ήτο λοιπόν ασήμαντος άνθρωπος ο πάππος του. Είχε +προσφέρει εις την πατρίδα τον βραχίονά του, όστις είχε κολοβωθή υπό σφαίρας, +την οικίαν του, την οποίαν κατέκαυσαν οι Τούρκοι, την περιουσίαν του, ήτις +εδαπανήθη εις τας ανάγκας του πολέμου. Τα παλαιά χαρτία τα έλεγον όλ' +αυτά.</p> + +<p>Διατί όμως μ' όλας αυτάς τας θυσίας του είχε μείνει ο πάππος του, ιδιώτης, και +απέθανε καλλιεργών τους αγρούς του διά της μιας αυτού χειρός;</p> + +<p>Ο Γεώργης αμυδρώς μόλις ενθυμείτο τον γέροντα, αλλά τον ενθυμείτο +κάλλιστα απλούν γεωργόν και μονόχειρα.</p> + +<p>Διατί ο πατήρ του έζησε και εκείνος πτωχός γεωργός, και απέθανε χωρίς ν' +αφήση άλλην κληρονομίαν ή τα κίτρινα αυτά πιστοποιητικά;</p> + +<p>Ο ταλαίπωρος παις ουδεμίαν εύρισκεν εν τη διανοία του απάντησιν εις τας +απορίας αυτού.</p> + +<p>Ανεμιμνήσκετο και πάλιν την γραίαν του θείαν, ήτις από της εσχάτης της κλίνης +του εκληροδότησε τα πολύτιμα αυτά έγγραφα, ενθυμείτο την παραγγελίαν της, να +μάθη γράμματα, και ανελογίζετο τι ήτο αυτός ο ίδιος προ τεσσάρων ετών, ότε +εστίλβονε, γονυπετών επί του χώματος, τα υποδήματα των διαβατών αντί ενός +πενταλέπτου.</p> + +<p>Κόσμος ιδεών νέων κατέκλυσε τον μικρόν αυτού εγκέφαλον, και πόθοι +παράδοξοι ανέβησαν εις την καρδίαν του.</p> + +<p>Εστήριξε την κεφαλήν αυτού επί των δύο του χειρών, και η από της αγρυπνίας +κόπωσις εκάλει ήδη βαρύν τον ύπνον επί των βλεφάρων του, ότε αντήχησεν οξεία +μέχρι του υπερώου η φωνή του κυρίου του, ζητούντος τον καφέν του.<br /></p> + +<h4>ΣΤ'.<br /></h4> + +<p>Μετά τρία έτη ο Γεώργιος ετελείονε το ελληνικόν σχολείον, και ειργάζετο ως +γραφεύς παρά τινι των συμβολαιογράφων των Αθηνών.</p> + +<p>Μετά άλλα τρία κατετάσσετο εις την ιατρικήν σχολήν του πανεπιστημίου, και +ελάμβανε εξηκοντάδραχμον υποτροφίαν, πρωτεύων εν διαγωνισμώ.</p> + +<p>Μετά πέντε δε άλλα ήτο ιατρός εν τη πατρίδι του, και ανακομίζων εξ Αθηνών +τα λείψανα της θείας Βαγγελής, έθαπτεν αυτά υπό τάφον κοινόν μετά των οστών +του πατρός, της μητρός και των δύο του μικρών αδελφών, τας οποίας τοσάκις είχε +νανουρίσει, ότε ήσαν βρέφη.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Η ΜΠΟΓΑΤΣΑ<br /><br /></h3> + +<p style='text-align: center;'>Ανατολικός μύθος +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn8' id='ref8'>8</a></span>) +</p> + +<p> +</p> + +<p>Είνε χειμώνος εσπέρα.</p> + +<p>Πυκναί και αδιάκοποι καταπίπτουσι της χιόνος αι νιφάδες, σαρονόμεναι υπό +του βορρά διά των οδών της πόλεως, εις τας οποίας μόλις πού και πού προκύπτει +βραδύνας διαβάτης, σπεύδων εις τον οίκον του, όπου προσδοκά να εύρη θάλπος +παρά την φλέγουσαν εστίαν και άρτον επί της τραπέζης. Συσπειρούμενοι υπό τους +επενδύτας των και κύπτοντες την κεφαλήν υπό την δριμείαν πνοήν του νυκτερινού +ανέμου, παρέρχονται ταχείς οι παροδίται, προσέχοντες μόνον μη ολισθήσωσιν επί +της χιόνος, ουδ' έχοντες καιρόν ή διάθεσιν να σταματήσωσι δεξιά ή αριστερά προ +των ανοικτών έτι οψοπωλείων, όπου μεγαλοφωνούσιν οι μεταπράται, καλούντες +εις μάτην τους παρερχομένους αδιαφόρως πελάτας, κωφούς υπό του ψύχους και +του κενού στομάχου.</p> + +<p>Αλλ' αν το ψύχος και η ασφαλής προσδοκία του αναμένοντος δείπνου +κωφαίνει, η πείνα όμως εξεγείρει το ους, και η απελπισία του κενού στομάχου +κεντρίζει την προσοχήν και νικά τον βορράν.</p> + +<p>Πολλοί παρήλθον αδιάφοροι προ του ανοικτού εκείνου φούρνου, την +προθήκην του οποίου κοσμούσι θερμοί έτι και ευωδιάζοντες άρτοι, και κουλούραι +ξανθαί, και πλακούντια προκλητικά, εν μέσω δε πάντων και προ πάντων ταψίον +μπογάτσας, αχνιζούσης έτι από του πυρός και μυροβολούσης από του βουτύρου. +Το ταψίον είνε μέγα και η μπογάτσα παχεία και ζακχαρόπαστος. Αναπτύσσει εκεί +προς τους παρερχομένους πειναλέους διαβάτας τα θερμά αυτής κάλλη, και η +κνίσσα της η ακαταμάχητος, υπερβαίνουσα της προθήκης το ανοικτόν παράθυρον, +εισβάλλει θριαμβικώς εις την οδόν και σαγηνεύει τον δυστυχή εκείνον και +ρακένδυτον αχθοφόρον, όστις μόλις κατορθόνει, υπό της πείνης και της +εξαντλήσεως, να σύρη επί του παγοστρώτου πεζοδρομίου τους κατακόπους αυτού +πόδας. Πολλοί διήλθον και παρήλθον· αλλ' αυτός δεν κατώρθωσε να παρέλθη. Ο +κενός του στόμαχος είχε την δύναμιν να τον σύρη έως εκεί· αλλ' εκεί, προ του +ανοικτού παραθύρου του φούρνου και της αχνιζούσης μπογάτσας, ο στόμαχός του +απέκαμε και οι πόδες του παρέλυσαν.</p> + +<p> +Εστάθη, και εμειδίασε μειδίαμα ονείρων και προσδοκίας. Οι οφθαλμοί του +διεστάλησαν και ηκτινοβόλησαν, ο στόμαχός του ησθάνθη ανεκλάλητον σπασμόν +ηδονής, και τα χείλη του συνεδιπλώθησαν λείχοντα το έν το άλλο, εν ευφροσύνω +παραισθησία. Τι ήτον εκείνο το οποίον έβλεπεν! Ουδέν είχε φάγει άλλο από +πρωίας, ή μικρόν, μικροσκοπικόν τεμάχιον άρτου, αλιευθέν επιπόνως εκ των +αποβλήτων περιτριμμάτων προστύχου μαγειρείου. Μάτην ώρας πολλάς +συνεστέλλετο αλγεινώς ο στόμαχός του και διεστέλλοντο εξ επιθυμίας οι +οφθαλμοί του. Πανταχού ερημία και χιών και βορράς. Και τώρα, εν μέσω της +ερημίας η όασις εκείνη η μυροβόλος, . . . εν μέσω του ψύχους το θάλπος εκείνο +της ευώδους κνίσσης!</p> + +<p>Έμεινεν εκεί βωβός, ακίνητος, απολιθωμένος υπό του θάμβους και της +επιθυμίας, συνθλίβων διά των χειρών τους σπασμούς του κενού του στομάχου, και +ανεκλάλητον ομιλών ερωτικήν γλώσσαν προς το λιπαρόν και κολοσσιαίον εκείνο +ταψίον. Εφαντάζετο ήδη εαυτόν καθισμένον προ του θερμού και μοσχοβολούντος +πλακούντος, και την πήτταν αυτήν κτήμα του, ιδιοκτησίαν του, υποκειμένην άνευ +όρων και περιορισμών εις την θέλησιν των οδόντων και την βουλιμίαν της κενής +του κοιλίας. Εφαντάζετο την μαλακήν εκείνην και γλυκείαν ζύμην κοπτομένην και +αναρπαζομένην, όχι διά μαχαιρίου και περόνης, αλλά διά των δακτύλων του +αυτών και των μακρών του ονύχων. Εφαντάζετο την εύχυλον εκείνην και λιπαράν +μάζαν αναλυομένην διά των οδόντων του, και οι σιελοποιοί του αδένες ωγκούντο +και εξεχείλιζον επί το ατημέλητον και λευκόν εκ της χιόνος γένειόν του. Αλλά τι το +όφελος! Αυτός έβλεπε και έβλεπε, και ο στόμαχός του εστέναζε και ωλόλυζε +διαμαρτυρόμενος. Ας φ ύ γ ω μ ε ν! του έλεγεν εμπιστευτικώς. Αλλά πού να φύγη +ο πεινών εκείνος ιέραξ! Και έμενεν ατενίζων επί το απρόσιτον θύμα του, και μάτην +βασκαίνων αυτό διά των απορροφητικών του βλεμμάτων.</p> + +<p>Αίφνης παρέρχεται προ αυτού η νυκτερινή περίπολος της αστυνομίας, και ο +οδηγός αυτής ίσταται προ του παραδόξου και δραματικού θεάματος. Τον +ετρόμαξεν ίσως η εις πραξικόπημα ήδη κορυφουμένη απόγνωσις του λιμώττοντος +Παρίου, η από των οφθαλμών του αστράπτουσα, ή τον εκίνησεν εις οίκτον το εις +καμπύλην εκ της πείνης κυρτούμενον σώμα του.</p> + +<p> — Τι κυττάζεις, μωρέ, αυτού;</p> + +<p> — Αχ! τη μπογάτσα, αφέντη μου!</p> + +<p> — Σ' αρέσει το λοιπόν η φρέσκα μπογάτσα; </p> + +<p>Ο αχθοφόρος δεν απήντησεν, αλλά προσείδε μόνον τον αστυνόμου. Και το +βλέμμα του εκείνο ήτο δίωρος κοινοβουλευτική ρητορεία.</p> + +<p> — Κόψ' του ένα κομμάτι! διέταξεν ο οικτίρμων δημόσιος λειτουργός τον +οπτανέα. Δος του να φάη του κακομοίρη!</p> + +<p> — Αμ' ένα κομμάτι μοναχά, αφεντικούλη μου; Τι να το κάμω ένα +κομμάτι;</p> + +<p> — Μα πόσο θέλεις το λοιπόν; Μη θες να τη φας ολάκερη;</p> + +<p> — Την τρώγω, αφέντη μου, υπέλαβε μετριοφρόνως ο γυμνήτης, και υ λ +ά κ τ ε ι, ως λέγει ο Όμηρος, ο στόμαχός του εξ αγαλλιάσεως.</p> + +<p> — Κι' αν δεν τη φας;</p> + +<p> — Αν δεν τη φάω . . φτύσε με, αφέντη μου. </p> + +<p>Και ένευσεν ο αστυνόμος, και ήρχισεν ο πόλεμος.</p> + +<p>Τις να περιγράψη την γιγάντειον εκείνην μονομαχίαν της κολοσσιαίας +μπογάτσας και του απειροβαθούς στομάχου;</p> + +<p>Ενέπηξε τους όνυχάς του εις το ταψίον ο βουλιμιών αχθοφόρος, ως αν +επρόκειτο να αποσπάση τα εντόσθια θανασίμου εχθρού του, και η πρώτη του δραξ +κατεβροχθίσθη ως αν ήτο καταπότιον. Την πρώτην παρηκολούθησεν άλλη, και +ταύτην άλλη, και αι βουκιαί διεδέχοντο αλλήλας ως στροφαί ηλεκτρικής +δυναμομηχανής, και ο ακένωτος στόμαχος κατεβρόχθιζεν αυτάς πριν ή προφθάση +καν να τας ίδη ο κατάπληκτος χορηγός της παραδόξου εκείνης ευωχίας.</p> + +<p> — Μωρέ στάσου, και θα πνιγής! Ετόλμησεν άπαξ να είπη ο πτωχός +αστυνόμος, βλέπων ότι το αστείον του πείραμα εκινδύνευε να γείνη σοβαρά του +βαλαντίου του τραγωδία.</p> + +<p>Αλλά πού να πνιγή ο λύκος! Εκείνος δεν έτρωγε· κατέπινε. Και κατέπινεν +αδηφάγος, ταχύς, οιονεί διωκόμενος, και κατεβρόχθιζε πασαλείφων και μύστακα +και γένειον, και έλειχεν εν τω μεταξύ τα χείλη και τους δακτύλους, πότε της μιας +και πότε της άλλης των χειρών, και το ταψίον απεγυμνούτο βαθμηδόν, και το +ήμισυ της μπογάτσας είχεν ήδη μεταβή εις τους μακαρίτας, . . ότε η καταβρόχθισις +εφάνη πως ανακοπείσα. Οι δάκτυλοι του ορνέου εφάνησαν βραδύνοντες, το +γένειον του αχθοφόρου έμενε λιπαρόν και ασπόγγιστον, η κατάποσις ήρχισεν +αραιουμένη, και η μάχη . . διά μιας εσταμάτησεν. Επροσπάθησεν ο δυστυχής να +καταπίη ένα έτι βλωμόν, έφερε την χείρα προς το ταψίον . . . αλλ' η χειρ του +κατέπεσεν αδρανής, και το αλαμπές του βλέμμα υψώθη προς τον γενναίον +χορηγόν.</p> + +<p> — Φτύσε με, αφέντη μου! κατόρθωσε μόλις να ψελλίση. Δεν μπορώ +πεια!</p> + +<p>Και σταυρώσας τας χείρας επί του πληρωθέντος στομάχου του ανέμεινε +χριστιανικώς ο αχθοφόρος το πτύσμα του αφελούς χορηγού, προς ον ητένιζεν +εναγώνιον βλέμμα ο ανήσυχος οπτανεύς.</p> + +<p>Επιμύθιον</p> + +<p>Ελπίζομεν ότι η ευφυία των ημετέρων αναγνωστών δεν θα ζητήση παρ' ημών, +αλλά θ' αναπληρώση μόνη της το ελλείπον επιμύθιον. Και θα το κατορθώση +ευκόλως, υποθέτομεν, αρκεί μόνον να ενθυμηθή μερικά προγράμματα +υποψηφίων βουληφόρων και μερικάς επαγγελίας δημοσίων αρχόντων.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Ο ΕΠΤΑΨΥΧΟΣ ΓΑΤΟΣ<br /><br /></h3> + +<p style='text-align: center;'>Αλληγορία +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn9' id='ref9'>9</a></span>) +<br /></p> + +<p> +<br /> +Ήμην παιδίον, επτά ίσως μόλις ή οκτώ ετών.</p> + +<p>Αλλά τον ενθυμούμαι ακόμη ζωηρότατα, και θαρρώ ότι τον βλέπω εμπρός μου +ζωγραφιστόν, ολοζώντανον, με το λευκόν του τρίχωμα, το οποίον έστιζον εδώ και +εκεί ολίγαι κίτριναι κηλίδες, με την μεγάλην του κεφαλήν, την κιτρίνην του ουράν, +τους κιτρίνους του οφθαλμούς, και το ύπουλον αθόρυβον βήμα του — αληθές +βήμα νυκτοκλέπτου.</p> + +<p>Και ήτο νυκτοκλέπτης ο άθλιος, αλλά και ημεροκλέπτης ακόμη, και ληστής +αληθινός, όχι μόνον του μαγειρείου και οψοφυλακίου του οίκου μας, αλλά και +πάντων έτι των μαγειρείων και οψοφυλακίων των γειτονικών οικιών. Κυνηγός +μόνον δεν ήτο. Περιεφρόνει άρα γε πλέον τους ποντικούς, ως ανάξιον άθυρμα της +ωρίμου του ηλικίας, ή μη επροτίμα του ζώντος εκείνου και πως κοπιώδους +θηράματος την ευκολωτέραν και ετοίμην λείαν των τηγανιστών οψαρίων, των +μαγειρευμένων ή και αμαγειρεύτων κρεάτων, και παντός λειψάνου της χύτρας ή +των πινακίων; Άγνωστος ο λόγος της προτιμήσεως. Το βέβαιον μόνον είνε, ότι ο +γάτος μας δεν εδίωκε ποντικούς, και το βεβαιότερον ακόμη, ότι και αν ήθελε να +τους κυνηγήση, δεν θα εύρισκε κανένα, διότι βραδέως μεν αλλ' ασφαλώς τους +ελιμοκτόνησεν όλους, καθαρίζων εκάστοτε το μαγειρείον από παντός ψιχίου, πριν +ή προβάλωσιν εκείνοι το μυστακοφόρον αυτών ρύγχος διά της οπής των φωλεών +των.</p> + +<p>Το στρογγύλον και παχυνθέν εκ της κλοπής σώμα του έλαμπεν υπό βαθύ και +λάσιον τρίχωμα, οι οφθαλμοί του, κλειστοί συνήθως από της ραστώνης, ηνοίγοντο +και διεστέλλοντο προ της ασθενεστάτης οσμής οιουδήποτε λιχνεύματος, και το +αδρανές και συρόμενον βήμα του μετεβάλλετο αίφνης εις τίγρεως άλμα από του +εδάφους επί την τράπεζαν και απ' αυτής εις την οδόν εκεί, αναρριχώμενος ταχύς +επί την κορυφήν του πρώτου προστυχόντος τοίχου, ετρωγάλιζε μακαρίως την +λείαν του, ένιπτεν έπειτα διά του ποδός την λιπάραντον μορφήν, και εξηπλούτο +κατόπιν προς τον ήλιον, διά να κάμη την χώνευσίν του, ουδέ βλέμματος αξιών τα +περιιπτάμενα πτηνά ή τας ενοχλούσας αυτόν μυίας.</p> + +<p>Αλλ' αι κλεπτικαί του έφοδοι δεν ετελείονον πάντοτε τόσον αισίως. Είχεν από +μακρού επικηρυχθή ο ληστής υφ' όλων των μαγειρισσών της γειτονίας, και +πολλάκις είχον στηθή ενέδραι κατά των κλεπτικών του κατορθωμάτων, και +πολλάκις η καταδίωξίς του δεν απέβη ματαία. Πόσαι πυράγραι είχον κατά καιρούς +σφεγδονισθή κατά της κεφαλής του, πόσα ματσούκια είχον θραυσθή κατά της +ράχεώς του, και πόσαι χύτραι ζέοντος ύδατος είχον χυθή επί το παχύ του τρίχωμα! +Είχε μαδήσει πολλαχού και γυμνωθή πελιδνόν το δέρμα του, η κεφαλή του είχε +παραμορφωθή εκ των μωλώπων και των πληγών, πότε ο είς και πότε ο άλλος των +ποδών του εσύροντο μετέωροι και παραλυτικοί, και ο είς των οφθαλμών αυτού +από πολλού είχε κλεισθή προς το φως της ημέρας υπό το ζεμάτισμα της +μαγειρίσσης μας.</p> + +<p>Αλλ' ήτο αδιόρθωτος ο αμαρτωλός γέρων. Κλέπτης εκ γενετής, και λαίμαργος +εκ φύσεως. Το κατ' εξοχήν και προχειρότατον εις αυτόν πεδίον των ληστροπραξιών +του ήτο, εννοείται, η πάτριος αυτού γη, το μαγειρείον της οικίας μας, όπου πρωίαν +τινά χειμώνος είχε γεννηθή εντός της ανθρακοθήκης. Εκεί ηνδραγάθει και δις και +τρις πολλάκις της ημέρας, εκεί είχε συλλέξει και τας πλείστας των πληγών, αίτινες +εκόσμουν το ηρωικόν αυτού σώμα, εκεί δ' επήλθε τέλος και η φοβερά τραγωδία, +της οποίας ημέραν τινά παρέστηυ ακούσιος μάρτυς.</p> + +<p>Η μαγείρισσά μας, κολοσσιαίον ανδρογύναικον εκ Νάξου, χείρας έχον +αχθοφόρου και πόδας ελέφαντος, κατεγίνετο καίουσα τον παρά την εστίαν +ευμεγέθη φούρνον, όπως ψήση το ζυμωτόν της εβδομάδος. Την παλαιάν εκείνην +απολίτιστον εποχήν ο άρτος εζυμούτο και εψήνετο συνήθως εν τω οίκω. Ισταμένη +προ του χαίνοντος και φλογοβόλου στομίου του φούρνου και κρατούσα ανά +χείρας την κολοσσιαίαν αυτής<span class="sp"> πάναν</span> εν μέσω σωρού φρυγάνων, όθεν +ετροφοδότει την καίουσαν κάμινον, παρίστατο την στιγμήν εκείνην η μέγαιρα +αγριωπή, πορφυρά εκ των φλογών, με λυτήν την κόμην και κάθιδρον το μέτωπον, +ως δαίμων τις της κολάσεως, τσιγαρίζων αμαρτωλούς εντός κολοσσιαίας χύτρας. +Εστραμμένη προς το πυρ δεν επρόσεχε τι συνέβαινεν εκεί πλησίον της, όπισθέν +της, επί της τραπέζης του μαγειρείου, όπου κατέκειντο απαράσκευα έτι τα όψα της +ημέρας, κρέατα και ιχθύς και τυρός και άρτος και λάχανα, ανάμικτα πάντα εις +άμορφον σωρόν. Αίφνης επεστράφη, και είδε τον ληστήν πηδήσαντα ήδη επί της +τραπέζης.</p> + +<p>Δεν ηξεύρω πώς και εις πόσον καιρόν συνέβη ό,τι κατόπιν είδα. Ήτο αστραπή +συγχρόνως και κεραυνός. Ήκουσα μόνον κλειομένην παταγωδώς την θύραν του +μαγειρείου, και είδα συγχρόνως τον γάτου σφαδάζοντα εν μέσω των ηρακλείων +χειρών της μεγαίρας. Τον εκράτει από των οπισθίων του ποδών και κατέφερε +ταχεία την κεφαλήν του επί το πλακοστρώτον του μαγειρείου. Μία, δύο, τρεις, και +ο κλέπτης κατέκειτο εκτάδην ακίνητος, παράλυτος, με κλειστούς οφθαλμούς, μ' +αιμόφυρτον το στόμα και τας σιαγόνας σπασμωδικώς ανοιγοκλειομένας.</p> + +<p> — Α! εφώνησε θριαμβικώς η ναξία Νέμεσις. Τώρα πεια σε γλυτόνω μια +για πάντα!</p> + +<p>Και δεν ηρκέσθη εις τούτο η φοβερά Μορμώ. Ήρπασε το πτώμα του ληστού, το +έρριψεν εις την χαίνουσαν πυρακτωμένην κάμινον, το εστρηφογύρισεν εντός +αυτής δις και τρις διά της<span class="sp"> πάνας </span>της, το έσυρεν έπειτα έξω, και πυρίκαυστον, +μελανόν, παράμορφον, έδραμε και το επέταξεν επί μεγάλου λίθων σωρού, όστις +απέκειτο προς οικοδομήν εις γωνίαν τινά της αυλής.</p> + +<p>Ήμην κατάπληκτος, απολιθωμένος, και μόνον ότε συνετελέσθη η τραγωδία, +ερράγην εις φωνάς και κλαυθμούς. Είχα συμπάθειαν προς τον ατυχή εκείνον ήρωα +των μαγειρείων. Τον είχα ιδεί νεογέννητον, μικρόν, φιλοπαίγμονα· πολλάκις τον +είχα σιτίσει από του περισσεύματός μου παρά την τράπεζαν, και πολλάκις τον είχα +κοιμίσει επί των γονάτων μου, ακούων εν εκστάσει τον αρμονικόν ρόγχον του +λασίου του στήθους. Τον επένθησα αληθώς, και πολλάς ημέρας εξηκολούθουν να +τον αναζητώσιν εις μάτην τα βλέμματά μου, ότε ημέραν τινά — τις το πιστεύει; — +βλέπω εισερχόμενον εις το μαγειρείον τον παλαιόν μου γνώριμον. Ήτο ή δεν ήτο +εκείνος αληθώς; Ουδείς κατ' αρχάς τον ανεγνώρισεν άλλος πλην εμού και του +δημίου του.</p> + +<p> — Χριστέ και Παναγία! Εκραύγασε το ανδρογύναικον και +εσταυροκοπήθη. Καλέ να τον πάλι! Ξαναζωντάνευσε ο εφτάψυχος! +Βρουκολάκιασε! Παναγία μου βοήθησε! . . . </p> + +<p>Και ήτο αληθώς αγνώριστος ο δυστυχής. Εκ του τριχώματός του ολίγα τινά +μόλις περιεσώζοντο λείψανα, φαιά, μελαψά και πυρίκαυστα, η κεφαλή του ήτο +σχεδόν γυμνή και κατάμαυρος, η σιαγών του εκρέματο σιελώδης, οι πόδες του +μόλις εσύροντο . . . — αλλ' εσύροντο όμως, εκινούντο, περιεπάτουν, και ο μόνος +και μονάκριβος κίτρινος οφθαλμός του, ουδέν μαθών ουδ' απομαθών, +περιεσκόπει κλοπίως το μαγειρείον, «ζητών τίνα καταπίη», ως ο λέων της +Γραφής.</p> + +<p> — Καλέ, εστοίχειωσε ο μαγκούφης! εφώνησεν η μαγείρισσά μας, και +εσφενδόνισε πάλιν την πυράγραν της κατά του δυστυχούς βρυκόλακος, όστις +αγνοώ αληθώς πού εύρε την δύναμιν να τραπή δρομαίος εις φυγήν.</p> + +<p>Και ο γάτος μας απεκλήθη έκτοτε εις όλην την γειτονίαν<span class="sp"> ο επτάψυχος γάτος</span>, και μυθική παράδοσις μεγάλη και πολύστομος περιέβαλε την καψαλισμένην +του μορφήν. Αλλ' η παράδοσις εκείνη και η απαισία φήμη, ήτις εδόξασε το +πολύπαθές του γήρας, επέφεραν το αληθές πλέον και αμετάκλητον αυτού +τέλος.</p> + +<p>Τα παιδία της συνοικίας ήρχισαν να διώκωσιν όλα εναμίλλως και να +λιθοβολώσιν ασπλάχνως τον ταλαίπωρον βρυκόλακα. Ουδ' έλεος πλέον ουδέ +χάρις προς το υπερφυσικόν εκείνο και απαίσιον ον, όπερ ετόλμησε να επανέλθη +από τον κάτω εις τον επάνω κόσμον. Πόλεμος ακήρυκτος εξολοθρευμού εκινήθη +εναντίον του υπό του συρφετού των αγυιοπαίδων. Όπου εφαίνετο τον υπεδέχοντο +λίθοι, και όπου ίστατο τον εδίωκε λάκτισμα. Άνελπις, απειρηκώς και μόλις +αναπνέων ετρύπωσε μίαν ημέραν εις μίαν γωνίαν, και εκεί, ακίνητος, άμαχος, — +τις οίδεν αν μετανοήσας ή μη διά το ληστρικόν αυτού παρελθόν — ετάφη υπό +σωρείαν λίθων, τους οποίους εσφενδόνισαν αλλεπαλλήλως κατά της λιπότριχος +κεφαλής του οι αδυσώπητοι αυτού διώκται.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΩΗΝ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΘΗΝΑΙ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn10' id='ref10'>10</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Όσοι, γνωρίσαντες τας Αθήνας προ τριάκοντα περίπου ετών, κατέλιπον αυτάς και +επανέρχονται σήμερον εις την πρωτεύουσαν του ελληνικού βασιλείου, τρίβουσιν +έκπληκτοι τους οφθαλμούς των, και δεν δύνανται να τας αναγνωρίσωσιν.</p> + +<p>Αναζητούσιν οι παλαιότεροι εξ αυτών το απέναντι της Τραπέζης — ήτο μία +μόνη τότε — ευρύ ξύλινον παράπηγμα, όπερ έστεγε τα πανηγυρίζοντα πάσαν +βασιλικήν εορτήν ευάριθμα ορειχάλκινα τηλεβόλα, και πού να τα εύρωσιν! +Εξέλιπεν εκείνο, και τούτων απώλετο μετ' ήχου η μνήμη. Προχωρούσι περαιτέρω, +παρέρχονται το παλαιόν Σολωνείον, και απορούσι μη ανευρίσκοντες πλέον εκεί +πλησίον τα μικρά εκείνα σανιδόπηκτα καφενεία, πέριξ των οποίων συνηθροίζοντο +τότε αι άφθονοι έτι φουστανέλλαι των αγωνιστών. Προβαίνουσιν ολίγα βήματα, +και δεν ευρίσκουσι το Τίβολι· προχωρούσιν ακόμη, και δεν βλέπουσι πλέον το +Παυσίλυπον. Έκθαμβοι πάντοτε τρέπουσιν αλλαχόσε το βήμα, και ιστάμενοι προ +του χειμερινού θεάτρου, όπερ φρουρεί έτι ο κέρβερος Μίμης, αισθάνονται το +παράδοξον εκείνο κράμα λύπης και χαράς, όπερ αισθάνεται ο αναβλέπων γέροντα +και κατεσκληκότα τον παλαιόν φίλον, ον εγνώρισεν άλλοτε ακμαίον και +σφριγώντα.</p> + +<p> — Πώς χαίρω, ότι σ' επαναβλέπω! Τι καλά στέκεις! λέγουσι τα +χείλη.</p> + +<p> — Πώς κατεβλήθης, ταλαίπωρε! Περίεργον να ζης ακόμη! λέγει η +καρδία.</p> + +<p>Και αισθάνονται πιθανώς, ότι η καρδία των</p> + +<p class="poem">recht angenehm verblutet,</p> + +<p>ως λέγει ο Heine και ενθυμούνται την Comminoti και τον Caprile και — οι +αρχαιότεροι ίσως και την Ritta Basso, και τους γεροντικούς έρωτας του μακαρίτου +Λόντου, και τας σατύρας του Ορφανίδου, — και παρέρχονται ηδέως +βαρυθυμούντες, και<span class="sp"> ευαρέστως αιμάσσοντες την καρδίαν</span>.</p> + +<p>Ενθυμούνται τότε, ότι εκεί πλησίον, ευθύς μετά το θέατρον, εξετείνοντο +κατάσπαρτοι αγροί και αλώνια θεριστών και άμπελοι περαιτέρω χλοάζουσαι, και +τρέπονται προς την πεδιάδα, ίν' αναπνεύσωσιν αέρα καθαρώτερον. Αλλ' +ανακόπτει ευθύς το βήμα των κωδωνίζουσα τριάς, και παρελαύνει ενώπιόν των +βαρεία η άμαξα του ιπποσιδηροδρόμου. Θεωρούσιν αντικρύ, και αντί αγρών και +αλωνίων και θημωνιών βλέπουσιν οικίας τριωρόφους και εν μέσω αυτών το +τηλεγραφείον, εκτείνον διά των αέρων τους πολυμίτους σιδηρούς του +βραχίονας.</p> + +<p>Έκπληκτοι πάντοτε, ενεοί και ως εν ονείρω, αναβαίνουσι την οδόν Πειραιώς, +φράσσοντες τα ώτα των προς τους συμμιγείς μουσικούς θορύβους του ωδείου, και +φθάνουσιν εις την Πλατείαν της Ομονοίας, ήτις, δεν ενθυμούνται καλώς, αλλά +νομίζουσιν ότι είχεν άλλο ποτέ όνομα. Βλέπουσιν εκεί βρίθον πλήθος εορτάσιμον, +εσθήτας μεταξωτάς ανακινούσας άφθονον κονιορτόν, αμάξας πλήρεις γυναικών +εψιμυθιωμένων, νήπια ενδεδυμένα ως πλαγγόνας, νεανίσκους σεισοπυγίζοντας +δίκην εταιρίδων, και ακούουσι την στρατιωτικήν μουσικήν παίζουσαν τα μέλη του +Boccace, και τρίβουσι πάντοτε τους οφθαλμούς των, και δεν πείθονται ότι +γρηγορούσι.</p> + +<p>Μάτην αναζητούσι γνώριμον μορφήν μεταξύ του πλήθους εκείνου του +ποικίλου. Οι πλείστοι περί αυτούς είνε νέοι, οι δε γέροντες, όσοι αγνοούσιν έτι το +ύδωρ της Allen, παρήλλαξαν τόσον! Ουδ' αναβολή τις καν εκ των παλαιών +ευφραίνει πλέον το βλεμμάτων. Φουστανέλλας μόλις που σπάνιον απολείπεται +ίχνος, είνε δ' από πολλού ήδη πρόσωπα ιστορικά οι<span class="sp"> ντουμανάδες</span>, οι +εορτάσιμοι των υπηρετριών κατακτηταί, με τα γαροφαλλοκέντητα πορτοκάλλιά +των και τας ερυθράς των καλαμάτας.</p> + +<p>Όλα κύκλω των μετεβλήθησαν· όλα! Και ό,τι ακούουσι και ό,τι βλέπουσι. +Μόνον ο κονιορτός, ευσταλής και ακμαίος ως άλλοτε, και των οδών η ακαθαρσία +και οι ρακένδυτοι στραγαλοπώλαι αναμιμνήσκουσιν αυτούς αμυδρώς τας παλαιάς +των Αθήνας, και αναπαύουσι τα βλέμματά των ως μεμονωμένα νησίδια εν μέσω +της κυκλούσης αυτούς εκπολιτιστικής πλημμύρας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ας φαντασθή τις επί μικρόν τοιούτον τινα Επιμενίδην, όχι κοιμηθέντα επτά και +πεντήκοντα έτη, ως ο σοφός της Κνωσσού, αλλά διαμείναντα μακράν της +πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου τριάκοντα, εικοσιπέντε, ή και είκοσι μόνον +χρόνους. Δεν λέγομεν τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα, διότι εξ αυτών παρήλλαξαν +ήδη τον βίον οι πλείστοι, αφού εμερίμνησαν, εννοείται, άλλοι μεν να +κληροδοτήσωσι το χρήμα των εις το εθνικόν Πανεπιστήμιον, ίνα οι σοφοί του +πρυτάνεις αναλώσωσιν αυτό εις γελοιογλυφίας του Ρήγα και του Γρηγορίου, άλλοι +δε θυμοσοφώτεροι να ορίσωσι την χρήσιν αυτού εις ίδρυσιν φρενοκομείου, και +άλλοι να τάξωσι την πρόσοδόν του εις μόρφωσιν διδασκάλων της εβραϊκής +γλώσσης ή ερμηνευτών του Σειράχ.</p> + +<p>Ο Επιμενίδης ούτος δεν επανέρχεται, ως προείπομεν, εις τας Αθήνας, αλλά τας +διέρχεται μόνον. Δεν έρχεται να καταλύση τον βίον υπό τον γλαυκόν ουρανόν του +άστεος της Παλλάδος, ουδέ να διαθέση το αποταμίευμά του εις κοινωφελείς +επιχειρήσεις, ουδέ να συνοικίση τας ακανθοσπάρτους χέρσους των περιχώρων, +ουδέ να διδάξη τους Αθηναίους την χρηματιστικήν. Δεν παρώξυνε τοσούτον η +νοσταλγία τον πατριωτισμόν αυτού, ουδ' εκορύφωσε τοσούτον την φιλογένειάν +του η μακρά εξ Ελλάδος απουσία. Ο ανήρ πάσχει περιέργειαν μόνον πατριωτικήν +και ουδέν άλλο. Είνε δε η περιέργειά του άκακος, αθόρυβος, ξένη πάσης +υστεροβουλίας, αμέτοχος επιλογισμού ή πλαγίου σκοπού οιουδήποτε. Εγνώρισε +νεανίας την αθηναϊκήν πρωτεύουσαν, ελληνικήν έτι μικρόπολιν, και επανέρχεται +να ίδη και θαυμάση την μακρόθεν φημισθείσαν εις τα ώτα του ευρωπαϊκήν +μεγαλόπολιν. Εγνώρισε, φοιτών εις το πανεπιστήμιον προ ετών πολλών, τας +στενάς ατραπούς, ας διέβαινε πρωινός τον χειμώνα, σπεύδων να καταλάβη θέσιν +εις τον Παπαρρηγόπουλον. Εγνώρισε και ενθυμείται ακόμη την μεγάλην τάφρον, +την εκτεινομένην προ του Υπουργείου των Οικονομικών, και τον βραχώδη προς το +Πανεπιστήμιον ανήφορον, ον ανερριχάτο ασθμαίνων και περιπόρφυρος. Εγνώρισε +και συνηλλάχθη πολλάκις προς τους ορθρίους περιάκτας καφέ και ζακχάρεως, +οίτινες αντί μιας μόνης πεντάρας προσέφερον εις τους μαθητάς στενόμακρον +χάρτινον κώνον, περιέχοντα τα ακριβότερα του καφέ των συστατικά. Ενθυμείται +του Βαρνάβα το εστιατόριον, όπου εχόρταινε πολλάκις την μαθητικήν του κοιλίαν +δαπανών ογδοήκοντα μόνον λεπτά. Ενθυμείται έτι της κυρίας Ρομπέρ το ήρεμον +καφενείον, και τους ατελευτήτους αγώνας του domino, οίτινες ετελούντο εν αυτώ +χάριν ενός<span class="sp"> τριγώνου</span>. Ενθυμείται τους στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου +ανέπνεε κατά τας εσπέρας του θέρους την αύραν του Σαρωνικού, και τα<span class="sp"> νερά</span> +άτινα έφερεν αδιακόπως ο υπηρέτης, ατελείωτον συνέχειαν ενός λουκουμίου ή +μιας μαστίχης. Διατηρεί έτι την μνήμην των αφελών εκείνων εσπερινών +συναναστροφών, αίτινες ήρχιζαν εις τας οκτώ και ετελείοναν εις τας δέκα, +συνεκροτούντο δε προχείρως εκ των τυχόντων φίλων, και ηρτύοντο δι' ενός μεν +ενίοτε μόνου καφέ αλλά διά πολλής και ακόπου πάντοτε φαιδρότητος. Δεν +ελησμόνησε τα δίτροχα μικρά αμάξια της αγοράς, ουδέ το:<span class="sp"> άλλος διά κάτω</span>! +των αμαξηλατών, οίτινες επί ώρας μακράς ηγωνίζοντο να συμπληρώσωσι διά τον +Πειραιά το έμψυχον αυτών φορτίον. Ενθυμείται ακόμη τας χονδράς ράβδους των +αστυνομικών κλητήρων και τον κυανόλευκον χρωματισμόν των, και την +κεχαραγμένην επ' αυτών<span class="sp"> Ισχύν του Νόμου</span>. Ενθυμείται, . . . και τι δεν +ενθυμείται! Αλλ' ουδέν σχεδόν — είπον φίλοι προς αυτόν — σώζεται πλέον εξ +όσων ενθυμείται. Εξέλιπον, τω είπον, πάντα εκείνα τα παλαιά της μικροπόλεως +γνωρίσματα, και αι Αθήναι ήλλαξαν όψιν. Αι οδοί των ηυρύνθησαν, και αι οικίαι +των ηύξησαν εις όγκον και ύψος. Τα καφενεία των επληθύνθησαν περίκομψα και +μεγάλα, οι δε φοιτηταί των εδεκαπλασιάσθησαν, όσον σχεδόν και του +Πανεπιστημίου οι φοιτηταί. Ολίγοι μόνον πρεσβύται και πρεσβυτίζοντες παίζουσιν +έτι δόμινον εις τα καφενεία· οι άνδρες και οι νέοι παίζουσιν +<span class="sp"> εκαρτέ</span> και<span class="sp"> βακκαρά</span> εις την λέσχην, και η ενθήκη δεν είνε πλέον έν τρίγωνον, αλλά πολλαί +δραχμών νέων χιλιάδες. Εξηφανίσθησαν τα δίτροχα αμάξια, και αι άμαξαι της +ελληνικής πρωτευούσης είνε σήμερον αι ωραιότεραι της Ευρώπης. Το<span class="sp"> άλλος διά κάτω</span> δεν ακούεται πλέον, διότι αι Αθήναι έχουσι σιδηρόδρομον, δέκα όλων +χιλιομέτρων. Αι συναναστροφαί αρχίζουσι σήμερον ότε ετελείονον άλλοτε, οι δε +αστυνομικοί κλητήρες δεν φέρουσι πλέον ράβδους χονδράς αλλά προφυράς +εφεστρίδας.</p> + +<p>Πάντα ταύτα είπον εις τον περίεργον πατριώτην νεήλυδες εξ Αθηνών φίλοι, και +άλλα δε πολλά θαυμασιώτερα τω διηγήθησαν περί της αγαπητής πόλεως των +νεανικών του χρόνων.</p> + +<p>Έρχεται λοιπόν να ίδη και αυτός τα συντελεσθέντα θαύματα, και να θαυμάση +ιδίοις όμμασι την εις Αθήνας αθρόαν εισβολήν ουχί πλέον του πολιτισμού, αλλά +των πολιτισμών της Εσπερίας. Έρχεται να ίδη την προ τριακονταετίας άμορφον +κάμπην μεταμορφωθείσαν εις περικαλλή χρυσαλλίδα. Έρχεται να ανανεώση εις +εφόδιον των πρεσβυτικών του ημερών την εις τας δέλτους της μνήμης του +ταμιευμένην παλαιάν εικόνα του άστεος, ως ανανεούσιν, από ηλικίας εις ηλικίαν, +τα φωτογραφήματα των τέκνων των οι φιλόστοργοι πατέρες.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο αγαθός ούτος παλαιός αθηναίος κατέπλευσε νύκτα εις Πειραιά, και ανήλθεν, +εννοείται, εις τας Αθήνας διά του σιδηροδρόμου. Ανησύχησεν ολίγον, ότε ήκουσε +τους αμαξηλάτας προσφωνούντας τα εξ αμάξης αληθώς προς αλλήλους, ίνα +κατορθώσωσι να εξέλθωσι της αυλής του σταθμού· αλλά τούτο ανέμνησεν αυτόν +τας παλαιάς του Αθήνας, και το γνώριμον του πράγματος εμετρίασε κάπως το +τραχύ του ακούσματος. Ηπόρησεν έπειτα, ότι η από του σταθμού εις το +ξενοδοχείον μετάβασις διήρκεσε περισσότερον του σιδηροδρομικού του +ταξειδίου.</p> + +<p> — Αληθώς αι Αθήναι έγειναν μεγαλόπολις, διενοήθη μετ' ενδομύχου +ευχαριστήσεως.</p> + +<p>Ούτω δε, αναπνέων δι' όλων αυτού των πνευμόνων τον ικανώς άοσμον +κονιορτόν της Αιολικής οδού και κατόπιν της Ερμαϊκής, προκύπτων ανά παν βήμα +διά της θυρίδος της αμάξης, ίνα θεωρήση τα εκατέρωθεν κατάφωτα εργαστήρια, +και μετ' ανεκφράστου θυμηδίας θεώμενος τους διαβάτας, έφθασεν εις το +ξενοδοχείον της Μασσαλίας — ήτοι της Ανατολής, ως αυτός εκ παλαιού το +εγνώριζε — κ' εζήτησε δωμάτιον επί της οδού.</p> + +<p>Δεν κατεκλίθη, καίτοι ήτο αργά και πολλήν ησθάνετο κόπωσιν. Ήνοιξε το +παράθυρον κ' εθεώρησεν έξω. Εδίψα Αθήνας. Μάτην όμως εκάλει το βλέμμα του η +υπέρ τον Παρθενώνα φεγγοβολούσα πανσέληνος, και μάτην τω προσεμειδία ο +έναστρος ουρανός. Αυτά ήσαν παλαιά και γνώριμα. Αυτός ήθελε νέα και άγνωστα. +Ήθελε να ίδη διαβάτας πυκνούς πληρούντας την οδόν, και αμάξας αλλεπαλλήλους +παρερχομένας, και καταστήματα πλήρη αγοραστών και περιέργων, και θόρυβον +πολύν, και ζωήν, και κίνησιν. Ήθελε ν' αγρυπνήση άκων εκ της τύρβης της +μεγαλοπόλεως. Αλλ' η προσδοκία του απέμεινεν εσφαλμένη, και ταχέως +κατενόησεν, ότι μάτην ηγρύπνει. Ήκουσεν από τινων οψοπωλείων τους +σαρδελλοπώλας παίδας πανηγυρίζοντας μεγαλοφώνως το έωλον εμπόρευμά των, +ήκουσε τον κρότον μιας αμάξης κατευθυνομένης αργά εις τον σταύλον της, +ήκουσε το παροίνιον άσμα διαβατών τινων, παράδοξον εχόντων την αναβολήν, +είδε και δύο αστυνομικούς κλητήρας, μειδιώντας ευσυνειδήτως προς τας +βωμολόχους ευφυολογίας των αδόντων. Αλλά τόσον μόνον.</p> + +<p>Τέλος εκουράσθη, ενύσταξε, κατεκλίθη και απεκοιμήθη.</p> + +<p>Είδε καθ' ύπνους, ότι αι Αθήναι είχον μεταβληθή εις Φλωρεντίαν, και μετά +μικρόν ότι ωμοίαζον τας Βρυξέλλας. Κατεγίνετο δε ήδη να τας μεταμορφώση εις +Παρισίους, ότε εξύπνησεν.</p> + +<p>Ενεδύθη ταχύς και κατέβη να πίη τον καφέν του εις έν καφενείον, κατά την +παλαιάν νεανικήν του συνήθειαν. Εισήλθε δε εις το πρώτον, όπερ έτυχε δεξιά του, +απέναντι της μεγάλης οικίας του Μελά.</p> + +<p>Ήλπιζε να ήνε μόνος, ή σχεδόν μόνος — ήτο ακόμη πολύ πρωί — και ν' +αναγνώση εν ησυχία δέσμην όλην πρωινών εφημερίδων, ας επί τούτω είχεν +αγοράσει προ μικρού, άμα εξελθών του ξενοδοχείου. Αλλά το καφενείον ήτο +πλήρες ανθρώπων ορθίων και καθημένων, ων οι περισσεύοντες απέφρασσον και +τας εισόδους, κατέκλυζον δε και αυτό το πεζοδρόμιον. Μη εννοών πόθεν και πώς +τοσούτω πυκνόν το πρωινόν εκείνο σμήνος των αέργων, μόλις κατώρθωσε να εύρη +θέσιν εγγύς ενός τραπεζίου, και πολλάκις ζητήσας, να λάβη τέλος τον<span class="sp"> βαρύν</span> και +<span class="sp">γ λ υ κ ύ ν</span>, ον από τριάκοντα ήδη ετών μάτην επόθει η καρδία του.</p> + +<p>Εστενοχωρείτο κάπως, αλλ' ήτο ευχαριστημένος. Το πλήθος εκείνο όπερ τον +περιεκύκλου, ο συμμιγής των φωνών του θόρυβος, αι κραυγαί των παρερχομένων +εφημεριδοπωλών, η τύρβη των αεικινήτων υπηρετών του καφενείου, ετάραττον +μεν την ανάγνωσίν του, αλλά τον έτερπον ενδομύχως, διότι επλήρουν τας +προσδοκίας του.</p> + +<p> — Αλήθεια έγειναν μεγαλόπολις αι Αθήναι, διελογίσθη και +εξηκολούθησε ροφών μεν τον καφέν του, προσπαθών δε ν' αναγνώση και τας +εφημερίδας του.</p> + +<p>Αίφνης ίσταται ενώπιόν του ανήρ ομήλιξ, τον βλέπει επί τινας στιγμάς ατενώς, +και τείνων προς αυτόν την χείρα,</p> + +<p> — Δεν με γνωρίζεις; λέγει προς αυτόν μειδιών.</p> + +<p> — Ο Γιαννάκης! αναφωνεί Ο νέηλυς Δημητράκης — εις ον πρέπει τέλος +να δώσωμεν έν όνομα.</p> + +<p> — Ολόκληρος. Αλλά πώς εδώ; πόθεν έτσι έξαφνα; πότε ήλθες;</p> + +<p> — Χθες το βράδυ, από το Παρίσι, διά να ιδώ τας Αθήνας μου.</p> + +<p> — Πάντοτε φιλαθήναιος! Σ' ενθυμούμαι από τους μαθητικούς μας +χρόνους, ότε ανέβαινες δις της εβδομάδος εις την Ακρόπολιν διά να θαυμάσης το +πανόραμα των Αθηνών.</p> + +<p> — Τώρα τας θαυμάζω απ' εδώ. Τι μεταβολή! Και συ τι γίνεσαι, τι +κάμνεις;</p> + +<p> — Το βλέπεις, τι κάμνω.</p> + +<p> — Δεν το βλέπω διόλου.</p> + +<p> — Πώς; δεν εννόησες ακόμη πού ευρίσκεσαι;</p> + +<p> — Εις καφενείον, υποθέτω.</p> + +<p> — Ναι, αλλά εις καφενείον μεσιτών.</p> + +<p> — Μεσιτών; Έγεινες μεσίτης λοιπόν από υπάλληλος;</p> + +<p> — Τι να κάμω, αγαπητέ; Η κυβέρνησις μ' έτρεφε πολύ μέτρια, εγώ δε +καμμίαν διάθεσιν δεν είχα να γείνω ασκητής. Εβαρέθην επί τέλους την πείναν κ' +έγεινα μεσίτης.</p> + +<p> — Κερδίζεις τώρα περισσότερα;</p> + +<p> — Κερδίζω κατά μήνα όσα έπαιρνα κατ' έτος από το δημόσιον.</p> + +<p> — Λαμπρά· και όλοι αυτοί είνε συνάδελφοι σου;</p> + +<p> — Οι περισσότεροι. Άλλοι παλαιοί υπάλληλοι ως εγώ· άλλοι νέοι +επιστήμονες, τους οποίους άφινε νηστικούς η επιστήμη· άλλοι φοιτηταί, οι οποίοι +ευρίσκουν περισσότερον προσοδοφόρον να φοιτούν εδώ παρά εις το +Πανεπιστήμιον. Άλλοι είχαν έργον και το άφησαν, άλλοι δεν είχαν και ηύραν. Όλοι +των τέλος πάντων τους οποίους βλέπεις εδώ συναθροισμένους, πάσχουν μίαν +κοινήν ασθένειαν . . . δίψαν χρημάτων.</p> + +<p> — Να την έχουν οι άνδρες και οι γέροντες, δεν απορώ.</p> + +<p>Όταν κανείς δεν έχη πλέον πόθους, ούτε ελπίδας, ούτε φιλοδοξίαν οιανδήποτε, +εννοώ να κυνηγά τα χρήματα. Όταν ξηρανθή η καρδία, μόνον με χρήματα +ποτίζεται, συμφωνώ· αλλά να πάσχουν δίψαν χρημάτων και οι νέοι. . . . </p> + +<p> — Είνε κάπως περίεργον, θα ειπής.</p> + +<p> — Περίεργον; Είνε λυπηρόν, πολύ λυπηρόν διά το μέλλον του τόπου. +Ποίους άνδρας του ετοιμάζουν οι νέοι αυτοί, οι οποίοι εγήρασαν τόσον πρόωρα; +Ποίας ηθικάς δυνάμεις του φυλάττουν οι αμύστακες αυτοί μεσίται, τους οποίους +εξήντλησεν ή θα εξαντλήση βέβαια ο πυρετός των χρημάτων; Ποίον ευγενές +αίσθημα θα μείνη εις την καρδίαν των, όταν γείνουν άνδρες, αφού όλη των η +ύπαρξις συνεκεντρώθη από τώρα εις το υλικόν κέρδος; Τι κεφάλαιον γνώσεων, +μαθήσεως, εργασίας, ηθικότητος θα ταμιεύσουν αυτοί οι ίδιοι διά το μέλλον +των;</p> + +<p> — Ενδιαφέρεσαι, φίλε μου, διά πράγματα, διά τα οποία αυτοί πολύ +ολίγον ενδιαφέρονται. Συ εταμίευσες αρκετήν ποίησιν από την νεότητά σου. Αυτοί +εργάζονται να ταμιεύσουν χρήματα, διότι τα χρήματα μόνον σήμερον κάμνουν τον +άνθρωπον.</p> + +<p> — Αυτού κατηντήσατε και σεις; σας συγχαίρω.</p> + +<p> — Διατί να μη καταντήσωμεν, αφού κατήντησεν αυτού όλος ο +κόσμος;</p> + +<p> — Διότι ο άλλος κόσμος είνε γέρων, και η Ελλάς είνε ακόμη νέα· νά, +διατί! Αν ο άλλος κόσμος έσπασεν αλληλοδιαδόχως όλους τους πήχεις με τους +οποίους εμέτρει άλλοτε την αξίαν, και την μετρεί μόνον σήμερον με τα χρήματα, +είχε καιρόν να το κάμη, διότι ζη προ αιώνων. Σεις όμως είσθε ακόμη νήπια. +Εβγήκατε χθες από το αυγόν· δεν έχετε βιομηχανίαν, δεν έχετε εμπόριον, δεν έχετε +σχολεία, δεν έχετε κλήρον, δεν έχετε τίποτε, και νομίζετε ότι το άλφα και το +ωμέγα του πολιτισμού είνε τα πλήρη χρηματοκιβώτια.</p> + +<p> — Είσαι κάπως υπερβολικός. Λησμονείς, ότι οι άνθρωποι σήμερον +έχουν πολύ περισσοτέρας ανάγκας, παρ' όσας είχαν προ τριάκοντα ετών, και ότι αι +ανάγκαι αυταί δεν θεραπεύονται με δρόσον, με σύννεφα και με πανσέληνον.</p> + +<p> — Δεν το λησμονώ διόλου. Βλέπω μάλιστα με λύπην μου, ότι ηυξήσατε +τας ανάγκας σας εκείνας, αι οποίαι θεραπεύονται μόνον με χρήματα, και αι οποίαι +δεν είνε βέβαια αι ευγενέστεραι ανάγκαι του ανθρώπου. Διατί όμως τας ηυξήσατε; +Ποίος σας εβίασε;</p> + +<p> — Ο πολιτισμός, φίλτατε· ο πολιτισμός! Δεν ηξεύρεις, ότι αι Αθήναι +έγειναν μεγαλόπολις; ότι δεν έχουν πλέον σαράντα, αλλά εκατόν χιλιάδας +κατοίκους; ότι . . . </p> + +<p> — Όλ' αυτά μου τα είπαν, και ήλθα να τα ιδώ. Αλλά τι να σου ειπώ; το +πρώτον σημείον του πολιτισμού σας, το οποίον βλέπω, δεν είνε πολύ +ορεκτικόν.</p> + +<p> — Ιδέ και τα άλλα, και ελπίζω να μεταβάλης γνώμην. Αλλά τώρα με +συγχωρείς να σ' αφήσω, προσέθηκεν ο Γιαννάκης μειδιών. Οι πελάται μου βλέπεις +ανησυχούν. Πλησιάζει η εκκαθάρισις του μηνός, και έχομεν εργασίας· το εσπέρας +όμως σε θέλω· θα έλθω να σε πάρω από το ξενοδοχείον σου. . . . Πού +κατέλυσες;</p> + +<p> — Εις την Μασσαλίαν.</p> + +<p> — Λοιπόν αναβλεπώμεθα. </p> + +<p>Και οι δύο φίλοι εχωρίσθησαν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο Δημητράκης έμεινε μόνος, αλλά δεν έμεινεν εν τω καφενείω· τα πέριξ αυτού +γινόμενα δεν εκίνουν πλέον την περιέργειάν του, ετάραττον δε την πατριωτικήν +του χολήν. Είχε τόσους γνωρίσει οικείους και φίλους, καταποθέντας εις την +άβυσσον των χρηματιστηρίων! Ενθυμείτο άλλους, και αυτοί ήσαν οι ολιγώτεροι, +ων είχε ρικνώσει την καρδίαν το από της κυβείας χρήμα, και εθεώρει τον κύκλω +τυρβάζοντα όμιλον ως αγέλην θυμάτων, αγομένην ταχέως ή βραδέως αλλ' +αναποδράστως πάντοτε εις τα σφαγεία δύο ή τριών μεγάλων κερδοσκόπων.</p> + +<p>Συνήγαγε τας εφημερίδας του, εταμίευσεν αυτάς διά τον μεσημβρινόν του +ύπνον εις το θυλάκιόν του, και εξήλθεν εις την οδόν.</p> + +<p>Ουδένα είχε σκοπόν το βήμα του. Ήθελεν απλώς να περιέλθη την πόλιν, και να +ίδη τας εξωτερικάς και ορατάς ούτως ειπείν προόδους της.</p> + +<p>Κατέβη ούτω προς την οδόν Πατησίων, εσταμάτησεν ολίγον προ του πλήθους +των διασταυρουμένων αμαξών και της παρερχομένης αμάξης του +ιπποσιδηροδρόμου, και μόλις κατώρθωσε να αναγνωρίση πού ευρίσκετο, βλέπων +δεξιά του την αμετάβλητον παλαιάν οικίαν του Μαυροκορδάτου, πιεζομένην υπό +τον όγκον των πέριξ οικοδομών. Είδε κύκλω, και εθαύμασε το άπειρον πλήθος των +εν υπαίθρω καθημένων, ων άλλοι μεν έπινον τον καφέν των, άλλοι εκαθαρίζοντο +τα υποδήματα, άλλοι ανεγίνωσκον εφημερίδας, άλλοι συνωμίλουν, και άλλοι, οι +ενεργητικώτεροι, εθεώρουν τους παρερχομένους.</p> + +<p> — Πολύ πρέπει να επλούτησαν αι Αθήναι, διελογίσθη, διά να έχουν +τόσους αργούς και τόσα καφενεία.</p> + +<p>Και ετράπη δεξιά, αναβαίνων την οδόν Σταδίου.</p> + +<p>Εδώ αληθώς τα έχασε.</p> + +<p>Ούτε τάφρος πλέον, ούτε γεφύρια συνδέοντα τας βραχώδεις πλευράς της, ούτε +μάνδραι κατηρειπωμέναι, ως άλλοτε, ούτε οικόπεδα αναπεπταμένα εις πάσαν του +παροδίτου ανάγκην.</p> + +<p>Οικίαι εκατέρωθεν μεγάλαι, και πεζοδρόμια πλακόστρωτα, και σύρματα +πολλαπλά τηλεγράφων, και δενδροστοιχίαι, και ικριώματα κολοσσιαία μεγάρων +οικοδομουμένων.</p> + +<p>Είνε αληθές, ότι ολίγου δειν εξώρυττε τον οφθαλμόν του η λατύπη των επί του +πεζοδρομίου μαρμαροκοπούντων οικοδομών, και εκηλίδου τον ιματισμόν αυτού +το άνωθεν καταπίπτον κονίαμα. Αλλά τι εσήμαινον τα παροδικά ταύτα +μικρολογήματα απέναντι της καλλιμαρμάρου οικοδομής;</p> + +<p>Περαιτέρω τον εξένισε κάπως το οικτρόν θέαμα των ξηρών πεύκων, άτινα +δίκην ανεστραμμένων σαρωμάτων παρετάσσοντο εκατέρωθεν της οδού, και +εφαίνοντο παρακαλούντα τους διαβάτας να πτύσωσιν εις τας ρίζας των, ίνα +δροσισθώσιν, ενώ εγγύς αυτών έρρεε διαρκώς βρύσις κατακλύζουσα την οδόν. +Προσεπάθησε να εύρη πατριωτικήν τινα εξήγησιν του πράγματος, αλλά δεν το +κατώρθωσεν, ως δεν κατώρθωσεν επίσης να εννοήση, διατί η μεν οδός ήτο πλήρης +πηλού εκ του καταβρέγματος, τα δε πεζοδρόμια πλήρη κονιορτού και χωμάτων +και σκυβάλων.</p> + +<p>Έφθασεν ούτω απορών προ του Πανεπιστημίου, και εσταμάτησεν εκεί μικρόν, +και μετά συγκινήσεως ανεπόλησεν ημέρας αρχαίας. Περιήλθε χαίρων το θαλερόν +του κηπάριον, εντράπη ολίγον, ιδών δι' οποίων αγαλμάτων ετίμησεν η ελληνική +επιστήμη την μνήμην του Ρήγα και του Γρηγορίου, και εισήλθεν εις τον αριστερά +πευκώνα, ίνα επανίδη τον τάφον των ιερολοχιτών. Εδώ κατεξανέστη η καρδία του, +— αφού κατεξανέστη πρότερον η όσφρησίς του — και εκάλυψεν εξ αισχύνης το +πρόσωπον, βλέπων οποίον φόρον σεβασμού εκλήθησαν οι παροδίται και οι +φοιτηταί του Πανεπιστημίου να προσφέρωσιν εις τους ήρωας του +Δραγατσανίου.</p> + +<p>Κατέλιπε βαρυθυμών τον δυσώδη περίβολον, και χαιρετίσας διά τρυφερού +βλέμματος την απέναντι μεγάλην οικίαν, ης μαθητής ποτε προ χρόνων πολλών είχε +κατοικήσει έν στενόν δωμάτιον, επροχώρησεν αναβαίνων την λεωφόρον +Πανεπιστημίου. </p> + +<p>Ωραία, πολύ ωραία του εφάνη η Ακαδημία.</p> + +<p> — Τι θα το κάμουν άραγε το κατάχρυσον αυτό οικοδόμημα; είπε καθ' +εαυτόν, και ενθυμηθείς τους στίχους του Bodenstedt</p> + +<p class="poem">Geld lieber ohne Taschen<br /> +als Taschen ohne Geld, </p> + +<p> — Καλλίτερα, είπε παρωδών, να είχαμεν ακαδημαϊκούς χωρίς +Ακαδημίαν, παρά Ακαδημίαν χωρίς ακαδημαϊκούς.</p> + +<p>Παρήλθε τους βασιλικούς σταύλους, ους εύρεν ως τους είχεν αφήσει, και +θαυμάζων πάντοτε τα εκατέρωθεν της οδού νεόδμητα μέγαρα, έφθασεν εις την +πλατείαν των ανακτόρων.</p> + +<p>Τι ήτο αυτό! Ατμομηχανή συρίζουσα, και άμαξαι κατόπιν συρόμεναι πλήρεις +ανθρώπων, και σιδηρά ελάσματα επί της οδού!</p> + +<p> — Μνήσθητί μου, Κύριε! ανέκραξεν ο Δημητράκης, και +εσταυροκοπήθη.</p> + +<p>Κυκεών αληθής έγεινεν ο εγκέφαλός του, και έστη ενεός και άλαλος, μη +δυνάμενος να συμβιβάση ό,τι έβλεπε με ό,τι είδε προ μικρού.</p> + +<p> — Μα το ναι, είπε, περίεργον πολιτισμόν έχουν αι Αθήναι. Πολιτισμόν +Λονδίνου και πολιτισμόν χωρίου της Βουλγαρίας.</p> + +<p>Αλλ' ο ήλιος των Αθηνών ο καυστικός και απολίτιστος ήρχιζεν ήδη να φλέγη την +φαλακράν κεφαλήν του νεήλυδος πατριώτου.</p> + +<p> — Το εσπέρας βλέπω τα άλλα με τον Γιαννάκην! διελογίσθη, και +επανέκαμψεν εις το ξενοδοχείον του.</p> + +<p>Ας αφήσωμεν τον ξένον ημών να αναγνώση ήσυχος τας πρωινάς του +εφημερίδας, χωρίς ν' αναγράψωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις του περί της +γλωσσικής και δημοσιογραφικής προόδου των Αθηνών.</p> + +<p>Ας τον αφήσωμεν επίσης να κοιμηθή τον μεσημβρινόν του ύπνον μ' όσην +αταραξίαν τω επιτρέπουσιν αι μυίαι, οι σκνίπες και οι κώνωπες της κλασικής +πόλεως, και ας παρακολουθήσωμεν αυτόν την εσπέραν, εξερχόμενον εις +περίπατον μετά του Γιαννάκη.</p> + +<p>Ο Γιαννάκης, ως μεσίτης σεβόμενος εαυτόν και τους πελάτας του, έχει, +εννοείται, δίφρον κομψότατον, εις ον επιβιβάζει τον φίλον του, αναφωνούντα +φαιδρώς·</p> + +<p> — Έχεις και αμάξι, βλέπω.</p> + +<p> — Μεσίτης και ιατρός χωρίς αμάξι δεν κάμνει σήμερον δουλειά εις τας +Αθήνας, αγαπητέ.</p> + +<p>Και φωνεί προς τον αμαξηλάτην·</p> + +<p> — Τράβα εις τα Πατήσια!</p> + +<p> — Εδώ είνε το Πολυτεχνείον, λέγει μετά μικρόν εις τον νεήλυδα φίλον· +θα το ενθυμείσαι βέβαια.</p> + +<p> — Το εθεμελίοναν, νομίζω, όταν έφυγα· πώς; δεν ετελείωσεν +ακόμη;</p> + +<p> — Ετελείωσαν τα χρήματα.</p> + +<p> — Δεν ημπορούσατε να το κάμετε μικρότερον μ' όσα χρήματα είχατε; +θα εχωρούσε, υποθέτω, πάντοτε την αθηναϊκήν καλλιτεχνίαν. Και αυτό το άλλο, τι +είνε;</p> + +<p> — Το αρχαιολογικόν Μουσείον.</p> + +<p> — Και αυτό ατελείωτον. Ας ήνε! ελληνική ασθένεια. Μεγάλα τα σχέδια +και μικρά τα πράγματα. Αλλ' ας αφήσωμεν τας οικοδομάς, να ιδούμεν ολίγον και +τον ζωντανόν κόσμον. Ποία είνε αυτή η κυρία εις το αμάξι;</p> + +<p> — Είνε μία κυρία . . . κάπως . . . δηλαδή . . . πώς να σου ειπώ . . . </p> + +<p> — Εννόησα. Περίεργον να ήνε τόσον σεμνά ενδυμένη. Εγώ θα +εξελάμβανα ως τοιαύτην εκείνην εκεί, η οποία περιπατεί δεξιά εις το +πεζοδρόμιον.</p> + +<p> — Αυτή; είνε κυρία πολύ καθώς πρέπει.</p> + +<p> — Και διατί ενδύεται έτσι;</p> + +<p> — Είνε συρμός, φαίνεται.</p> + +<p> — Ο συρμός είνε πολλών ειδών, αγαπητέ· αλλ' αι κυρίαι σας, βλέπω, +δεν εκλέγουν τον καλλίτερον. Και αυτή η άλλη κυρία εις το αμάξι, ποία είνε;</p> + +<p> — Ό,τι ήτον η πρώτη.</p> + +<p> — Αι! να σου ειπώ, καλά προωδεύσατε. Με το έλεγαν . . . </p> + +<p>Αλλά διακόπτει αίφνης τους λόγους του αγαθού ξένου θόρυβος φωνών, +κραυγών, ύβρεων, ανταλλασσομένων μεταξύ<span class="sp"> καρραγωγέως</span> ελαύνοντος το +αμάξιόν του από ρυτήρος και κλητήρος αστυνομικού διατάσσοντος αυτόν να +σταματήση. Ο αμαξηλάτης φαίνεται πως υποβεβρεγμένος, ο δε κλητήρ δεν +φαίνεται νήστις.</p> + +<p>Τι προσφωνούσιν αλλήλους εν τοιαύτη καταστάσει, ευκόλως δύναταί τις να +φαντασθή. Το αμάξιον τρέχει πάντοτε, ο κλητήρ μονολογεί, χειρονομών τραγικώς +ως πρωταγωνιστής του ελληνικού θεάτρου, διότι ουδεμίαν έχει αυτός διάθεσιν +ούτε αι κνήμαι του δύναμιν να τρέξωσι κατόπιν του παραβάτου των αστυνομικών +διατάξεων, οι δε διαβάται υποχωρούσι μεν φρονίμως προ του καλπάζοντος +ιππαρίου, συναγείρονται δε περί τον κλητήρα και σχολιάζουσι πατριωτικώς τα +συμβαίνοντα. Αλλά διά μιας η σκηνή μεταβάλλεται. Το αμάξιον τρέχον πάντοτε +ανατρέπει εν μέση οδώ αμέριμνον χωρικόν, μεταβαίνοντα επί του όνου του εις την +πόλιν, και το ιππάριον σταματά, έκπληκτον και αυτό προ του κατορθώματός του. Ο +κλητήρ καταφθάνει τότε δρομαίος, επιτίθεται κατά του αμαξηλάτου, δέρει, +δέρεται, και εν μια στιγμή ευρίσκεται χαμαί ανάσκελος δι' ενός λακτίσματος του +αμαξηλάτου, όστις τρέπεται εις φυγήν.</p> + +<p> — Πού θα μου πας! λέγει στωικώς ο κλητήρ εγειρόμενος και τινάσσων +τον κανιορτόν από της πρώην πορφυράς εφεστρίδος του. Πού θα μου πας!</p> + +<p>Και επιβαίνων μεγαλοπρεπώς του<span class="sp"> κάρρου</span>, δράττεται των χαλινών, και +οδηγεί αυτό εις την Αστυνομίαν, αφίνων εις τους διαβάτας να μεριμνήσωσι περί +του μωλωπισθέντος χωρικού.</p> + +<p> — Πώς σου εφάνη η σκηνή; ερωτά ο μεσίτης τον φίλον του.</p> + +<p> — Ας επιστρέψωμεν, απαντά εκείνος, χωρίς ν' απαντήση.</p> + +<p> — Εις τα Ολύμπια! διατάσσει ο Γιαννάκης τον αμαξηλάτην ταυ, και ο +δίφρος διαβαίνων ταχύς την οδόν Πατησίων και την οδόν Σταδίου, διελαύνει την +πλατείαν του Συντάγματος.</p> + +<p>Η στρατιωτική μουσική παίζει από της κεντρικής εξέδρας, και κόσμος πολύς +πληροί την πλατείαν. Οι μεν κάθηνται κύκλω, ροφώντες μετά του κανιορτού τον +καφέν των, οι δε περιπατούσιν άνω και κάτω, και ολίγοι, πολύ ολίγοι κυκλούσι την +εξέδραν, προσέχοντες εις την μουσικήν.</p> + +<p> — Ο δήμος, λέγει ο Δημητράκης, πρέπει να κερδίζη αρκετά απ' αυτά τα +καφενεία.</p> + +<p> — Πώς, δηλαδή;</p> + +<p> — Πόσον τους ενοικιάζει το μέρος της πλατείας το οποίον τους +παραχωρεί διά την τοποθέτησιν των τραπεζίων των;</p> + +<p> — Ο δήμος δεν ενοικιάζει τίποτε. Αυτό δα έλειπε, να μας ενοικιάζη τόρα +ο δήμος και τους δρόμους. Οι άνθρωποι βάζουν τα τραπέζια των εμπρός εις τα +καταστήματά των, και κανείς δεν τους εμποδίζει.</p> + +<p> — Α! έτσι εννοείτε σεις εδώ τας πλατείας. Πολύ καλά· ως προς τούτο +δεν εγείνατε, βλέπω, ακόμη παρισινοί, ενώ τους επεράσατε ως προς τας αγγελίας +των δημοσίων θεαμάτων.</p> + +<p>Και ο νέηλυς Αθηναίος δεικνύει εις τον μεσίτην υπερμεγέθη θεατρικήν +ειδοποίησιν, κυκλοφορούσαν διά του πλήθους επί των ώμων μικρού +γεροντίου.</p> + +<p>Η άμαξα διέρχεται μετά μικρόν την οδόν Φιλελλήνων, κάμπτει την αγγλικήν +εκκλησίαν και καταβαίνει προς τους παριλισσίους κήπους.</p> + +<p> — Δεν αφίνομεν το αμάξι, να περιπατήσωμεν ολίγον; παρα... </p> + +<p>[λείπουν οι σελίδες 223 233 - Αλλαγή πεζογραφήματος. Όνομα νέου πεζογραφήματος: Αθηναϊκαί +επιστολαί]</p> + +<p class="poem"><i>πάψε κ' εβαρεθήκαμε,<br /> +κάμε και λίγη κάψα!<br /> +Την ώρα δεν εβλέπαμε<br /> +ναρθής, για να μπορέσουμε<br /> +τουλάχιστον τα ρούχα μας<br /> +τα άλλα να φορέσουμε.<br /> +Αλλά και συ κλαψόμηνας,<br /> +απ' ό,τι βλέπω, γένεσαι.<br /> +Μα ταις μοσκαίς και τάνθη σου.<br /> +για Μάης δε μου φαίνεσαι!</i></p> + +<p>Αγνοώ αν οι εξορκισμοί του κ. Αβλίχου επτόησαν τον χειμερινόν μας Μάιον, ή +αν συνεκίνησεν αυτόν η περίφρων σιγή των λοιπών βάρδων του ελληνικού +Παρνασού. Το βέβαιον είνε, ότι πρό τινων ημερών ήλλαξε πάλιν γνώμην, και +έγεινεν ό,τι ήτο πάντοτε, τουτέστι θέρους και καύσωνος μην. Εννοείς, ότι ημείς και +πάλιν παραπονούμεθα διά τον καύσωνα, όπως παρεπονούμεθα προ μιας +εβδομάδος διά το ψύχος. Αλλ' ο Μάιος δεν έχει βεβαίως σκοπόν να μεταβληθή εις +φούρνον του Νασρεδίν-Χότζα, διά να ευχαριστήση τας ιδιοτροπίας μας· και θα +ψηθώμεν επομένως τακτικά, ως πάντοτε, ακούοντες την ημέραν τους τέττιγας και +την εσπέραν τας γαλλίδας τραγουδιστρίας του Φαλήρου ή τον Νικηφόρον και τον +Αλεξιάδην των ιλισσίων θεάτρων. Αυτά όλα τα ζηλεύεις συ, και θα τα ποθής +βεβαίως εντός ολίγου από της<span class="sp"> Ωραίας Νήσου</span> της λίμνης σου. Μη +απελπίζεσαι όμως, και εγώ σου στέλλω προσεχώς ένα αθηναίον τέττιγα, ίνα +παρηγορή, διά της θέας του καν, τας ώρας της ανίας σου.</p> + +<p> — Τι άλλο να σου γράψω; Α! έχω έν νέον, πένθιμον όμως και βαρύ, το +οποίον θα θολώση βεβαίως τους οφθαλμούς σου και θα σφίγξη την καρδίαν σου. +Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης απέθανε! Ο νέος έτι και ακμαίος πολιτικός ανήρ ο +γλυκύς και απτόητος ρήτωρ ο ακάματος και χρηστός κυβερνήτης, ανηρπάγη εντός +τεσσάρων ημερών υπό νόσου οξείας, ήτις και άλλοτε προ δώδεκα ετών τον είχεν +επιβουλευθή, καθ' ης όμως δεν κατώρθωσε να παλαίση εκ δευτέρου το +εξηντλημένον σώμα του ατυχούς τέκνου του Μεσολογγίου. Τέσσαρες ημέραι +αγωνίας, καθ' ας συνηγωνία μετ' αυτού ολόκληρος η πόλις των Αθηνών, ήρκεσαν +να νεκρώσωσιν την μελίρρυτον εκείνην γλώσσαν, ήτις τοσάκις είχε γοητεύσει τα +ακροατήρια της Βουλής. Ενθυμείσαι, . . . ότε προ τεσσάρων ετών συνωθούμεναι +και αι δύο διά της στενής κλίμακος, κατωρθώσαμεν μετά κόπον πολύν να εύρωμεν +θέσιν εντός του μικρού ακροατηρίου, και προσμένουσαι ανυπομόνως να τον +ακούσωμεν εκινούμεν τα ριπίδιά μας ως μηχαναί, διά να μη λιποθυμήσωμεν εκ +του καύσωνος και της στενοχωρίας; «Ο Δεληγεώργης θα ομιλήση! θα ομιλήση ο +Δεληγεώργης!» εψιθύριζον πέριξ ημών τα πυκνά ακροατήρια, και μετ' ολίγον +αληθώς τον είδομεν εγκαταλείποντα την θέσιν αυτού και αναβαίνοντα εις το +βήμα. Ενθυμείσαι, ποία βαθεία σιωπή έκλεισεν ευθύς τα ουχί συνήθως σιωπηλά +στόματα των βουλευτών και ακροατών· ενθυμείσαι, πώς εισώρμησαν αίφνης διά +μιας εις τας κενάς των έδρας οι απόντες, εχθροί του και φίλοι του, και κατέλαβον +εν ησυχία τας θέσεις των, και ώπλισαν τα ώτα των διά των χειρών των, ίνα μη +χάσωσι μίαν του συλλαβήν. Δεν είχαν δίκαιον; Το κατ' εμέ ουδέποτε θα +λησμονήσω την στιγμήν εκείνην, την οποίαν ουδέ συ, είμαι βεβαία, ελησμόνησες. +Το υπερήφανον εκείνο παράστημα, η ευγενής μορφή, η σεμνή αναβολή, το +εγκρατές και μεμετρημένον των κινήσεων, το ιλαρόν και ατάραχον βλέμμα του +ρήτορος με εγοήτευσαν αληθώς, πριν ή εκείνος ανοίξη τα χείλη του. Και όμως ποία +με ανέμενεν ακόμη γοητεία, ότε ήνοιξε το στόμα! Δεν ήτο, έλεγες, φωνή εκείνη, +αλλά γλυκεία τις και μυστηριώδης απήχησις κώδωνος κρυσταλλίνου, μαγεύουσα +την ακοήν και κρατούσα υπό διαρκές και ακαταμάχητον θέλγητρον τον ακροατήν. +Ουδέποτε ήκουσα γλυκυτέραν ανθρώπου φωνήν, σπανίως δε και ήχου οιανδήποτε +κλαγγήν, ήτις να έχη τόσην την μυστηριώδη της μαγείαν. Μετά τας πρώτας του +λέξεις δεν εννόουν πλέον τι έλεγε, διότι — σου εξωμολογήθην το πάθημά μου — +δεν επρόσεχον πλέον εις την έννοιαν των λεγομένων — μου ήρκει η διαρκής +εκείνη μουσική, ην απλήστως κατέπιναν ούτως ειπείν τα ώτα μου, μου ήρκει η +μελωδία εκείνη του λόγου, η αρμονία της φράσεως, η ουδέποτε προσκόπτουσα, ο +ρυθμός εκείνος, όστις ενετείνετο και εχαλαρούτο, παλλόμενος ως βαρβίτου χορδή +υπό τόξον αριστοτέχνου, το μυστηριώδες εκείνο μέλος, όπερ εξέπνεεν ηρέμα εις +το τέλος της φράσεως, ως ο επί της λείας άμμου εκπνέων φλοίσβος του κύματος. +Έκλεισα, ενθυμούμαι, τους οφθαλμούς, και μ' εφάνη ότι από γλυκύ εξύπνησα +όνειρον, ότε μ' επρότεινες ν' αναχωρήσωμεν, διότι ο Δεληγεώργης είχε καταβή +από το βήμα. Τα ενθυμείσαι όλα αυτά; τα ενθυμείσαι βεβαίως, διότι πολλάκις μ' +επερίπαιξες διά το πάθημά μου εκείνο, το λίαν ποιητικόν, ως το απεκάλεσες. +Αλλοίμονον! δεν θα το πάθω πλέον αυτό το πάθημα, διότι θ' αργήση πολύ ν' +αποκτήση άλλον Δεληγεώργην το βήμα της βουλής. Πόσον βαθέως συνησθάνθη +την απώλειάν του ο λαός των Αθηνών! Είδα, φίλη μου, πένθος αληθινόν και +εγκάρδιον εικονισμένον εις όλων τας μορφάς, είδα τας θύρας και τα παράθυρα +των εμπορικών καταστημάτων ενδυμένας μελανά παραπετάσματα· είδα τριάκοντα +στεφάνους σωρευμένους επί του φερέτρου του· είδα δάκρυα ανεπίπλαστα +σταλάζοντα επί του ψυχρού του μετώπου!</p> + +<p>Κλείω βαρύθυμος την επιστολήν μου, ήτις και εις σε βεβαίως βαρυθυμίαν +θέλει προξενήσει. Αλλ' ήτο δυνατόν να σου γράψω, και ν' αποσιωπήσω το +φοβερόν αυτό δυστύχημα, το οποίον απωρφάνωσεν όχι μόνον μίαν οικογένειαν, +αλλ' έθνος ολόκληρον;</p> + +<p>Ευχήσου να ήμαι φαιδροτέρα την ερχομένην εβδομάδα, και μη με μαλώσης +πλέον διότι βλέπεις πώς σε τιμωρώ· αντί επιστολής σου γράφω . . . σωστόν +σύγγραμμα.<br /></p> + +<h4>Β'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879</p> + +<p>Θα μείνης, μου γράφεις, ακόμη ημέρας τινάς εις Φλωρεντίαν, διά ν' +απολαύσης ανέτως τα παντοειδή θέλγητρα της τοσκανικής μεγαλοπόλεως. Θέλεις +να θαυμάσης μέχρι κόρου την<span class="sp"> Αφροδίτην</span> και τους<span class="sp"> Παλαιστάς</span> της +Tribuna, τας θαυμασίας γλυφάς του Γιβέρτη επί των ορειχαλκίνων πυλών του +Βαπτιστηρίου, την περιώνυμον<span class="sp"> Καθημένην Παναγίαν</span> του Ραφαήλου εν +τω μεγάρω Πίττη και την<span class="sp"> Νύκτα</span>, το γλυπτικόν αριστούργημα του Μιχαήλ +Αγγέλου, εν τη εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου. Θέλεις να επανίδης εκ τετάρτου +και πέμπτου το σύμπλεγμα των Νιοβιδών, να παραδράμης τον Άρνον υπό την +δροσεράν σκιάν των πυκνών δενδροστοιχιών των Cascine, να καθίσης άπαξ έτι υπό +την ερυθράν σκιάδα του Bello Sguardo και να εκδράμης πρωί, πριν ή ανατείλη ο +ήλιος, εις το Φιέζολε, διά της μυροβόλου φλωρεντινής πεδιάδος, την οποίον +κοσμεί αυτοφυής η αγριορροδή και ο ίασμος. Όλα αυτά μου τα γράφεις με τόσην +αυτάρκη ευχαρίστησιν, ώστε μα την αλήθειαν θα επίστευα, ότι το κάμνεις διά να +κινήσης τον φθόνον μου, αν συγχρόνως δεν μου εζήτεις και νέα αθηναϊκά. Δεν +επαναλαμβάνεις μεν πλέον τας επιτιμήσεις της πρώτης σου επιστολής, ουδέ πνέει +πλέον το γράμμα σου θυμόν και αγανάκτησιν, αλλ' ο φιλαθηναϊσμός σου, αν και +δεν έχει την πρώτην εκείνην αγρίαν του έξαψιν, έγεινεν όμως επιμονώτερος, και +κινδυνεύει να μεταβληθή εις νόσον χρονίαν. Τι κάμνουν αι Αθήναι; Ήρχισε το +Φάληρον; εκτίσθη το νέον θέατρον του Απόλλωνος; Ήλθεν ο θίασος του +Ταβουλάρη; Έγειναν αι εξετάσεις του Ωδείου; Όλα σου αυτά τα ερωτήματα +παρατάσσονται κομβολογηδόν εις την επιστολήν σου, και ζητούν απάντησιν +ταχείαν και λεπτομερή.</p> + +<p> +Ας σου απαντήσω λοιπόν, αφού</p> + +<p class="poem">Il n' est pas avec toi des accommodements,</p> + +<p>ως θα έλεγε φίλος μου τις επιφυλλιδογράφος, παρωδών χάριν σου τον στίχον +του Μολιέρου.</p> + +<p>Και εν πρώτοις, τι κάμνουν αι Αθήναι. Αι Αθήναι προ παντός, αγαπητή μου, +ομιλούν πολιτικά. Ερωτούν, αν έφθασεν ο Φουρνιέ εις την Κωνσταντινούπολιν, αν +προσεκλήθη η κυβέρνησις να διορίση εκεί αντιπρόσωπον, αν και πότε πρόκειται +να διαταχθούν αι νέαι βουλευτικαί εκλογαί, αν έγειναν οι συνδυασμοί της δείνα +και δείνα επαρχίας, αν το δάνειόν μας καλύπτεται ταχέως, και τα λοιπά, και τα +λοιπά.</p> + +<p>Περί αυτών όμως πάντων ευτυχώς συ δεν ενδιαφέρεσαι. Ο Θεός σ' +επροφύλαξεν από την λύμην της πολιτικής. Τα κύρια άρθρα των αθηναϊκών +εφημερίδων δεν κινούσιν ευτυχώς τον θαυμασμόν σου· δεν αναγινώσκεις συ τον +Μακώλαιϋ, ουδέ τους λόγους του Κικέρωνος εις γαλλικήν μετάφρασιν, και +προτιμάς να ομιλής περί της βροχής και του κονιορτού μάλλον ή περί της +προσεχούς εκβάσεως των βουλευτικών εκλογών.</p> + +<p>Δεν σου ομιλώ λοιπόν περί πολιτικών, διότι άλλως ούτε τα ηξεύρω ούτε τα +εννοώ. Σου σημειόνω μόνον εν παρόδω, ότι οσάκις οι Αθηναίοι δεν ομιλούν περί +πολιτικών, ασχολούνται σπογγίζοντες τον ιδρώτα όστις περιρρέει τα πρόσωπά των, +ροφώντες, ουχί ευχαρίστως εννοείται, τον κονιορτόν, όστις, κατά το βαθύ λόγιον +της πρώην δημοτικής αρχής, θα μείνη εν Αθήναις εφ' όσον θα μείνη και η ομίχλη +εν Λονδίνω, παγωτοφαγούντες και γλωσσωλγούντες το εσπέρας εν τω Σολωνείω, +και μη κατορθόνοντες πολλάκις μ' όλην αυτών την παταγώδη και ασθματικήν +αναπνοήν να δροσίσωσιν ολίγον τον αέρα, όστις την παρελθούσαν εβδομάδα ήτο +αληθώς πνιγηρός.</p> + +<p>Τώρα, — προχωρώ βλέπεις κατά τάξιν — τι κάμνει το Φάληρον;</p> + +<p>Το Φάληρον ήρχισε τας πανηγύρεις του την προχθές Κυριακήν. Τα λουτρά, +εννοείται, δεν ήρχισαν ακόμη, αρκείται δε ο κόσμος αναπνέων από της ακτής την +ιωδούχον αύραν των κυμάτων, πλην ενός μόνου κυρίου, εις τον οποίον οι ιατροί, +ένεκα της πασχούσης υγείας των ροδίνων του παρειών, παρήγγειλαν, ως λέγει, να +κάμνη ενενήκοντα λουτρά και να τρώγη ενενηκοντάκις την mayonnaise του +φαληρικού εστιατορίου, και όστις επομένως αρχίζει πρώτος πάντοτε τα λουτρά +του και τα τελειόνει τελευταίος. Διηγούνται μάλιστα, ότι πέρυσιν, ότε περί τας +αρχάς Σεπτεμβρίου απεφασίσθη να αφαιρεθώσιν οι λουτήρες ένεκα ελλείψεως +λουομένων, εύρον αυτόν εν τούτοις οι εργάται εντός ενός λουτήρος, ενδυμένον, +εννοείται, ως ο Αδάμ προ της αμαρτίας, κρατούντα σφιγκτά τας δοκούς του +παραπήγματος, και μη συναινούντα να παύση τα λουτρά του, διότι . . του έλειπαν +ακόμη δύο προς συμπλήρωσιν των ενενήκοντα. Αν δεν ήρχισαν όμως ακόμη τα +λουτρά, ήρχισαν αι παραστάσεις. Παραστάσεις! θα αναφωνήσης βέβαια. Και +εφέτος λοιπόν πάλιν παραστάσεις; Μάλιστα! και εφέτος πάλιν παραστάσεις εις το +πείσμα σου, διά να ζηλεύης. Τι τάχα ενόμισες, ότι επειδή πέρυσι και προπέρυσι +απέτυχε κάπως το θέατρον του Φαλήρου, ηθέλαμεν αποκάμει εφέτος και +βαρυνθή; Διόλου· και ηπατήθης πολύ, αν το ενόμισες.</p> + +<p>Έχομεν λοιπόν και εφέτος θέατρον εις το Φάληρον, και θέατρον μάλιστα +γαλλικόν, και συρρέομεν πάλιν εκεί αθρόοι από της προχθές Κυριακής, άνδρες +γυναίκες και παιδία, και συνωθούμεθα να ακούσωμεν την<span class="sp"> Ωραίαν Μυροπώλιδα</span>, και απολαύομεν πάλιν μετά το τέλος της παραστάσεως του θορυβώδους +μεν αλλά διασκεδαστικού εκείνου θεάματος, το οποίον παρέχουσιν οι επί του +κρηπιδώματος του σιδηροδρόμου συσσωρευόμενοι άνδρες, οι ως επί το πλείστον +ηρωικώς αγωνιζόμενοι προς προκατάληψιν θέσεως εν τη αμαξοστοιχία. Ο +εφετεινός θίασος δεν είνε κακός εν συνόλω, ούτε δικαιούται τις να έχη μείζονας +παρ' αυτού απαιτήσεις, όταν αναλογισθή ότι είνε θίασος υπαιθρίου θεάτρου, και +ότι μία δραχμή είνε η τιμή της εισόδου. Είνε αληθές ότι άλλοτε η εταιρεία του +σιδηροδρόμου μας είχε συνειθίσει να πληρόνωμεν δέκα μόνον λεπτά διά το +θέατρον, και ότι ενθυμούμεθα την ευδαίμονα εκείνην εποχήν. Λέγουν μάλιστα, ότι +ο χρυσούς εκείνος αιών υπήρξε και διά την εταιρίαν χρυσούς. Αλλ' οπωςδήποτε η +δεκάρα εκείνη ήτο απλώς αστειότης, και δεν δύναται τις ευλόγως να ζητή καθ' +εκάστην αστειότητας. Το βέβαιον είνε, ότι η φαληρική εκείνη διασκέδασις είνε μία +των ωραιοτέρων μας θερινών διασκεδάσεων, αίτινες άλλως δεν είνε λίαν άφθονοι· +οσάκις δε μάλιστα, ως εφέτος, δεν λαμβάνει τας τραγικάς διαστάσεις του +<span class="sp"> Φάουστ</span>, της<span class="sp"> Λουκίας</span>, της +<span class="sp"> Νόρμας</span> και των<span class="sp"> Καθαριστών</span>, αλλά περιορίζεται εις +πινάκια ελαφρά και ευκατάποτα, οποία είνε μ' όλα των τα ελαττώματα αι +Οφφεμπαχιάδες, δύναται τις να λησμονήση ευαρέστως παρά το γλαυκόν κύμα του +Φαλήρου, υπό την θερινήν πανσέληνον, και προς ορχηστικήν τινα μελωδίαν του +γαλλικού θεάτρου, τον καύσωνα και τον κονιορτόν της πρωτευούσης.</p> + +<p>Περί του θεάτρου του Απόλλωνος και των άλλων παραλισσίων διασκεδάσεων +δεν σου γράφω σήμερον, διότι δεν κατώρθωσα ακόμη να τας ίδω. Ο ιατρός μου, +όστις, σημείωσε, φορεί ακόμη το εσπέρας τον επενδύτην του, δεν μου επιτρέπει +να μεταβώ εκεί την εσπέραν, διότι, λέγει, είνε πολλή υγρασία. Δεν θα τον ακούσω +όμως — σου το εξομολογούμαι υπό πάσαν εμπιστοσύνην — και η προσεχής μου +επιστολή θα ήνε πλήρης γερμανικών ασμάτων, και πάθους ελλήνων υποκριτών, +και αμανέ ανατολικού, αν, ως ελπίζω, έλθη έως τότε ο ανυπομόνως εκ Σμύρνης +προσδοκώμενος θίασος.</p> + +<p>Εις το Ωδείον τώρα, το οποίον βλέπεις αφήκα τελευταίον pour la bonne +bouche. Ότε προ οκτώ ετών συνεστήθη ο μουσικός και δραματικός σύλλογος εν +Αθήναις, και σκοπόν αυτού εκήρυξε την μόρφωσιν Ελλήνων αοιδών και ηθοποιών, +και την διάδοσιν εν γένει του ευρωπαϊκού μουσικού αισθήματος εις τόπον όπου +απόλυτος σχεδόν κύριος εδέσποζεν ο αμανές, οι πλείστοι, ενθυμούμαι, +εχαιρέτισαν την σύστασιν αυτού με δυσπιστίας μειδίαμα, ολίγοι δε μόλις πλήρεις +ελπίδων αισιόδοξοι επίστευσαν εις την επιτυχίαν του νέου ιδρύματος. Τα +πράγματα σήμερον δεν εδικαίωσαν μεν εισέτι τους αισιοδόξους, διέψευσαν όμως +ήδη τους δυσκόλους εκείνους, οίτινες αφθονούσι δυστυχώς παρ' ημίν, και +νομίζουσι πάντοτε, ότι παρέχουσι δείγματα βαθείας κρίσεως και δυνάμεως +μαντικής, αν εκ προοιμίων φανώσι δυσπιστούντες προς την επιτυχίαν γενναίας +τινός επιχειρήσεως, και καταδικάσωσιν εκ προκαταβολής, ως ματαίαν ή πρόωρον, +την παρ' ημίν εισαγωγήν των στοιχείων εκείνων του νεωτέρου πολιτισμού, άτινα +αποτελούσι τα υγιέστερα των συστατικών του. Το Ωδείον των Αθηνών, ήτοι το +κύριον ίδρυμα του μουσικού και δραματικού συλλόγου, δεν παρήγαγεν ακόμη, +είνε αληθές, ηθοποιούς, διότι αρχήθεν, αγνοώ έκ τινων σκέψεων ορμώμενος, +επέστησεν ο σύλλογος την προσοχήν αυτού εις καταρτισμόν και μόρφωσιν του +μουσικού ιδίως τμήματος. Παρήγαγεν όμως ήδη ικανώς μορφωμένους μουσικούς +και αοιδούς εκατέρου του φίλου, εξεπαίδευσεν ορχήστραν ολόκληρον, εκ τεχνιτών +συγκειμένην και βιομηχάνων, εδίδαξε την μουσικήν και την ωδικήν τους +τροφίμους του Ορφανοτροφείου Χατζή Κώστα, έδωκε πολλάς μέχρι τούδε +συναυλίας, ακουσθείσας μετ' ευχαριστήσεως και δικαίας, εννοείται, επιεικείας, +και τέλος πάντων — τώρα ετοίμασε το μεγαλείτερον των επιφωνημάτων σου — +εξετέλεσε πρό τινων ημερών ολόκληρον μελόδραμα — την Βετλήν του Δονιζέττη +— από της μικράς σκηνής του θεάτρου του. Το επερίμενες αυτό; Εγώ, σε βεβαιώ, +δεν το επερίμενα. Δεν σου γράφω περί του κειμένου του μελοδράματος, όπερ είς +των καθηγητών του Ωδείου μετέφρασεν ελληνιστί, διότι είνε αυτό καθ' εαυτό +ασήμαντον, και ολίγη επομένως η βλάβη, αν η ελληνική μετάφρασις ηύξησε κάπως +την ασημαντότητά του· εκτός δε τούτου ευτυχώς αι λέξεις δεν ακούονται, και ο +ακροατής, ευχαριστούμενος εκ της ελαφράς μελωδίας και του υποπτέρου ρυθμού +της μουσικής, δεν προσέχει εις τας περιέργως περιπαθείς φράσεις, τας οποίας +ανταλλάσσουσιν οι δύο ερασταί. Ό,τι όμως πρέπει να σου γράψω, διότι μεγάλην +και απροσδόκητον μ' επροξένησεν εντύπωσιν, είνε η επιτυχία των χορών κατά +πρώτου λόγου και της ορχήστρας κατά δευτέρου. Η επιτυχία αύτη είνε καθαρόν +και αναντίρρητον προϊόν της διδασκαλίας του Ωδείου, και αληθή παρήγαγεν +έκπληξιν εις τους ακροατάς. Νέοι και νέαι, από δύο μόλις ή από τριών ετών +διδασκόμενοι εν τω Ωδείω, εξετέλεσαν τους χορούς και τας ομοφωνίας του +μελοδραματίου με πολλήν και τονικήν και χρονικήν ακρίβειαν, και ουδόλως ήσαν +υπερβολικά τα χειροκροτήματα των θεατών, άτινα επεδοκίμασαν και ενεθάρρυναν +τον νεαρόν εκείνον θίασον. Δικαία επίσης ήτο η επιδοκιμασία και ενθάρρυνσις της +πρωταγωνιστρίας δεσποινίδος Βέσσελ, ήτις δεν έχει μεν πλήρη και τελείαν φωνήν +υψιφώνου, έψαλεν όμως αψόγως το μέρος της, και θέλει βεβαίως καταστή +δόκιμος ελαφρά υψίφωνος, αν εξακολουθήση ασκουμένη μετά του αυτού ζήλου, +και αποφεύγη ιδίως να κουράζη την φωνήν αυτής. Περί των δύο ανδρών, του +υψιφώνου και βαρυφώνου, non ragioniam, ως λέγει ο Δάντης· προθυμίαν είχον +πολλήν και οι δύο αλλ' ενθυμείσαι τι λέγει το γραφικόν ρητόν.</p> + +<p>Τέλος πάντων, φιλτάτη, ηκούσαμεν εν Αθήναις μελόδραμα ελληνιστί αδόμενον +υπό ελλήνων. Το πράγμα είνε άξιον λόγου, φαντάζομαι δε ποίος ενθουσιασμός θα +καταλάβη σε την πατριώτιδα, και ποίος διθύραμβος θα ήνε η απάντησίς σου εις +την επιστολήν μου.<br /></p> + +<h4>Γ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879.</p> + +<p>Έχεις δίκαιον. Τα Μεδιόλανα είνε αναντιρρήτως η ωραιοτέρα πόλις της Ιταλίας. +Δεν έχουν βεβαίως ούτε την ζωηρότητα της Νεαπόλεως, ούτε το κλασικόν γόητρον +της Ρώμης, ούτε την επιβάλλουσαν εκείνην σεμνότητα της Φλωρεντίας. Δεν +έχουσιν όμως επίσης ούτε τον επαιτικόν και ρυπαρόν πληθυσμόν της πρώην +πρωτευούσης του παλαιού νεαπολιτικού βασιλείου, ούτε τους ρασοφόρους και +τας κωδωνοκρουσίας και τους λοιμώδεις πυρετούς της ουρανίας πόλεως, ούτε την +ερημίαν εκείνην της βασιλίδος της Τοσκάνης, ήτις εμπνέει σήμερον αληθή λύπην +εις τον γνωρίσαντα την Φλωρεντίαν άλλοτε ποτε, εις ημέρας δόξης παρελθούσης. +Ολίγας ημέρας έμεινα προ ετών εις Μεδιόλανα. Με ηύφρανεν όμως, σε βεβαιώ, +κατά το βραχύ αυτό διάστημα, το εξωτερικόν εκείνο ήθος της ευτυχίας, το οποίον +βλέπει ευθύς πρώτον ο επισκεπτόμενος την πόλιν, και το οποίον διαθέτει τόσον +ευχαρίστως του θεατήν, οπουδήποτε και αν το απαντήση, είτε εις πόλιν +ολόκληρον, είτε εις οικίαν είτε εις άτομον απλούν. Είσελθε εις ολλανδικήν οικίαν, +και θα ιδής πόσην θα αισθανθής ευχαρίστησιν, βλέπουσα πάντα τα εν αυτή +καθάρια και εν τάξει, το έδαφος στίλβον, τας υέλους των παραθύρων +αστραπτούσας από το τρίψιμον, τα παραπετάσματα λευκά ως χιόνα, τα κλείθρα +λάμποντα ως κάτοπτρα. Αισθάνεσαι ευθύς, ότι ο ιδιοκτήτης ου μόνον ευπορεί, +αλλά και γνωρίζει πώς πρέπει να ζήση εν ευπορία· τον μακαρίζεις ενδομύχως, η +ευημερία εκείνη αντανακλάται εις την ψυχήν σου και ανατέλλει κατόπιν επί του +προσώπου σου, και η καρδία σου ευρύνεται υπό ανεξήγητόν τι αλλ' ευάρεστον +συναίσθημα, όμοιον προς εκείνο το οποίον μας προξενεί το άρωμα ευόσμου +άνθους.</p> + +<p>Δεν ηξεύρω, αν ερμηνεύω καλώς την ιδικήν σου ευχαρίστησιν, αλλ' εις εμέ +τουλάχιστον τοιαύτην τινά επροξένησεν εντύπωσιν η πόλις σου, ότε κατά πρώτον +την είδα. Η καθαριότης των οδών και των κατοίκων, η αυτάρκης εκείνη +ευχαρίστησις η λάμπουσα επί της χρηστής αυτών και ακάκου μορφής, το σπεύδον +και συγχρόνως μετρημένον βήμα των, εκ του οποίου εσυμπέραινέ τις ευθύς, ότι οι +βαδίζοντες ούτε κηφήνες ήσαν, ούτε περίεργοι, αλλά μετέβαινον εις το έργον των, +όλα αυτά ως και η παντελής έλλειψις επαιτών και αργών ανθρώπων, μου +επροξένησαν εντύπωσιν, οποίαν εις ουδεμίαν άλλην ησθάνθην ευρωπαϊκήν +πόλιν.</p> + +<p>«Αλλά, θα εκφωνήσης βέβαια, εγώ σου ζητώ νέα εξ Αθηνών, και συ μου +γράφεις διά τα Μεδιόλανα!» Συγχώρει με, αγαπητή μου· έχεις δίκαιον. +Ελησμονήθην προς στιγμήν, αλλά δεν σου γράφω και διατί ελησμονήθην, διότι . . . +γνωρίζω ότι θέλεις επιστολάς couleur de rose, και αν σου έγραφον την αιτίαν της +λήθης μου, πολύ διαφορετικόν θα είχεν η αιτιολογία μου το χρώμα.</p> + +<p>Νέον εξ Αθηνών δεν έχω άλλο μεγαλείτερον και σπουδαιότερον να σου +γράψω, ειμή ότι ο θίασος του Ταβουλάρη ήρχισε τέλος πάντων τας παραστάσεις +του παρά τας όχθας του Ιλισσού. Λέγω όχθας εξ απλής παραδόσεως, χωρίς να +εννοώ παντάπασι να προσβάλω τον ειρηνικόν μας Ιλισσόν, ονομάζουσα αυτόν +ποτάμιον. Είνε αληθές, ότι η επί του καλλωπισμού της πόλεως επιτροπή έκρινεν +αναγκαίον να εγείρη παρόχθια τείχη, ίνα προφυλάξη, φαίνεται, τα χώματα της +οδού εναντίον της κατακτητικής ορμής του κλασικού ρύακος. Αλλ' ο πτωχός — τω +ύδατι — Ιλισσός δεν έχει αναντιρρήτως κακούς σκοπούς, και ομοιάζει, νομίζω, +αυτήν την φοράν με κράτος τι, κλασικόν επίσης, το οποίον εμπόδιζαν άλλα +μεγαλείτερα κράτη να πολεμήση, ενώ εκείνο το ταλαίπωρον ουδέ καν +εσυλλογίζετο τοιαύτα κινδυνώδη εγχειρήματα. Ήρχισε λοιπόν ο κλασικός +Μένανδρος τας κλασικάς του παραστάσεις παρά το κλασικόν ποτάμιον, ή +κυριολεκτικώτερον παρά τα χαλίκια του κλασικού ποταμίου, επί θεάτρου +ανακαινισθέντος εκ βάθρων, υπό την λάμψιν αεριόφωτος αυτήν την φοράν, και +απέναντι κοινού, το οποίον τίποτε άλλο δεν θέλει καλλίτερον, ειμή να ανατριχιάζη +εκατοντάκις της εσπέρας προς τας φοβεράς σκηνάς των οικογενειακών δραμάτων +του Dennery, να μοσχεύη τέσσαρα τουλάχιστον μανδήλια διά των δακρύων, άτινα +προκαλεί η περιπαθής απαγγελία της πρωταγωνιστρίας, και να χειροκροτή +εκθύμως la prose του κ. Ταβουλάρη, όστις από τινος έγεινε και μεταφραστής, και, +— μα τον θεόν, νομίζω και συγγραφεύς. Εις αυτού τουλάχιστον τον κάλαμον +απέδωκε το κοινόν την προκήρυξιν, δι' ης ο θίασός του εδήλωσεν εις τους +Αθηναίους την έναρξιν των παραστάσεων αυτού. Υποθέτω, ότι θα έχης την +φυσικήν και πατριωτικήν περιέργειαν να την αναγνώσης· επειδή δε μου είνε +αδύνατον να την αντιγράψω ολόκληρον εντός επιστολής, σου μεταδίδω μόνον την +αρχήν της. «Αφιππεύοντες», λέγουσιν οι έλληνες ηθοποιοί, «εκ του Πηγάσου, +όστις εν τω παρελθόντι κατά την νηπιώδη της ελληνικής σκηνής κατάστασιν +συμπαρέσυρεν ημάς πολλάκις εις αιθέρια ύψη, εις ελπιδοφόρα και ψυχοτερπή +όνειρα, αλλά και εις απροσπελάστους τοις πλείστοις κορυφάς, ένθα αι μούσαι +μεθύσκουσι τους θνητούς εκ των αθανάτων ναμάτων της Ιπποκρήνης, λέγομεν +ξηρά ξηρά . . . κ. τ. λ.» Σου ορκίζομαι, ότι ούτε παρέλειψα ούτε προσέθηκα +συλλαβήν εις το αυθεντικόν της προκηρύξεως κείμενον. Δεν προσθέτω δε σχόλιον +κανέν, διότι . . . ουδέ διότι, νομίζω, χρειάζεται.</p> + +<p>Πρώτη παράστασις υπήρξεν η του Μ ά ξ β ε λ, «εξόχου δράματος του Ιουλίου +Βαρβιέ», ως λέγει η θεατρική προκήρυξις, «εις πράξεις πέντε και ένα πρόλογον, +μεγάλην εμποιήσαντος αίσθησιν εν Παρισίοις, διότι παριστά την πάσχουσαν και +πεπλανημένην δικαιοσύνην». Φέρουσα δε ο πρόλογος και αι πέντε του δράματος +πράξεις τας εξής φοβεράς επιγραφάς· «<span class="sp">Θανατική εκτέλεσις, Ο υιός του +δολοφόνου, Αδελφός και αδελφή, Το εγχειρίδιον, Το όραμα, Η τιμωρία</span>». Φοβείσαι; εγώ φοβούμαι, αγαπητή, και δι' αυτό, σου +εξομολογούμαι την αμαρτίαν μου, μόλις κατώρθωσα να ακούσω τον πρόλογον. Η +φρίκη μου υπήρξε τόση, ώστε τα νεύρα μου ήρχισαν να χορεύουν, και ανεχώρησα +ευθύς με σφοδρόν πονοκέφαλον. Αναντιρρήτως αι σφοδραί συγκινήσεις δεν με +στέργουν. Ήμην πάντοτε κράσεως ασθενούς, και δι' αυτό κάμνω ακόμη +ψυχρολουσίαν.</p> + +<p>Πλην τι τα θέλεις; μ' όλην αυτήν την τακτικήν θεραπείαν, των νεύρων μου, είνε +ακόμη απρόσιτοι εις εμέ αι συγκινήσεις των «<span class="sp"> +οικογενειακών δραμάτων</span>» του Μενάνδρου. Δεν δύναμαι λοιπόν, βλέπεις, να σου γράψω λεπτομερέστερον +τα κατά την πρώτην παράστασιν του Απόλλωνος, επιφυλάττομαι δε να σου +λαλήσω εκτενέστερον περί του ελληνικού μας θεάτρου, όταν δοθή καμμία +κωμωδία ή άλλη τις παράστασις ηρεμωτέρα, την οποίαν να καταπίνη ευκολώτερον +ο ασθενής μου στόμαχος.</p> + +<p>Εξελθούσα του Απόλλωνος ηξεύρεις τι έκαμα; μετέβην ευθύς απέναντι εις το +Άντρον των Νυμφών, όπου ψάλλει σήμερον και μουσουργεί θίασος γερμανών και +γερμανίδων, ή κυριολεκτικώτερον βοημών και βοημίδων. Quantum mutatum ab +illo το ταλαίπωρον αυτό Άντρον! Ούτε άνθη πλέον, ούτε σκιαί, ούτε υδάτων +ψίθυρος, ούτε παράσχειον μονοπάτι! Καθίσματα μόνον ξύλινα τριγύρω και +τραπέζια με ποτήρια ζύθου, ναργιλέδες πού και πού αναδίδοντες τας κυανωπάς +των έλικας διά του αραιού φυλλώματος των ολίγων περισωθέντων δένδρων, και +σανίδωμά τι, απομιμούμενον δήθεν σκηνήν, και μεταφερόμενον εδώ και εκεί κατά +τας εκάστοτε ανάγκας και συμφωνίας του ιδιοκτήτου. Αφ' ότου το πρώτον, προ +οκτώ ετών, εισέβαλεν εις τον ποιητικόν εκείνον χώρον ο πρώτος επισκεφθείς τας +Αθήνας γερμανικός μουσικός θίασος, ήτοι η<span class="sp"> Μαρίκαις</span>, ως επωνόμασεν αυτόν +το πυκνόν πλήθος των θαυμαστών του, τι δεν είδε το πτωχόν αυτό Άντρον, και τι +δεν ήκουσεν! Ήκουσε την Risette τραγουδούσαν διά της ανδρικής της φωνής την +Femme du sapeur· ήκουσε την Stella del nostro amore εν ιταλική δυωδία, και τας +κωμικάς προσλαλιάς του έλληνος clown Μανώλη· είδε τον Φραντζήν και την +αμερικανήν σχοινοβάτιδα, ήτις ανήρτα από του τραχήλου της εκατόν οκάδων +βάρος· ήκουσεν αμανέν και είδε ταχυδακτυλουργίαν! Όλα τα είδε, και σήμερον +πάλιν επανέρχεται εις τα πρώτα του,</p> + +<p class="poem">comme on revient toujours +a ses prémieres amours,</p> + +<p>και έχει βοημούς μουσουργούς, οίτινες πίνουσι τον ζύθον των απαθέστατα, +οσάκις δεν παίζουσι, και αοιδούς βοημίδας, αίτινες, οσάκις δεν ψάλλουσι, +περιφέρουσι το ιλαρόν τον μειδίαμα και το πινάκιόν των εις τους θεατάς.</p> + +<p class="poem"><i>Άλλαξαν όμως οι καιροί ς' τον κόσμον εδώ κάτω!</i></p> + +<p>Δεν βρέχει πλέον αργυρά νομίσματα ούτε χαρτονομίσματα αιδημόνως +συνεπτυγμένα η περιπαθής λατρεία των θεατών· δεν φωλεύουσι πλέον εις τα +άδυτα των αδύτων του συμφύτου άλλοτε κήπου οι γηραιοί λάτρεις της Τούμπλας +και της Άννας, αναμένοντες έν των μειδίαμα ως δρόσον του ουρανού· ουδέ +υπάρχει πλέον ανάγκη να συνοδεύωσι τας μουσουργούς νεάνιδας εις τας οικίας +των κλητήρες και χωροφύλακες μετά το τέλος της παραστάσεως, ίνα +προφυλάττωσιν αυτάς κατά του εξημμένου ενθουσιασμού των ακροατών. Οι +χρυσοί χρόνοι της ποιητικής εκείνης νηπιότητος του αθηναϊκού κοινού παρήλθον +ανεπιστρεπτεί, και σήμερον μόλις που τολμά η δεκάρα να περιφρονήση το +πεντάλεπτον επί του λευκού χειρομάκτρου του πινακίου, μόλις δε το χείλος των +αδιαφόρων ακροατών ανοίγεται εις ανάλατόν τινα φιλοφροσύνην προς την +χαλκολογούσαν μουσουργόν, και το περικαθήμενον κοινόν δυσκόλως μόλις +συγκατατίθεται να μειδιάση προς την τετράφωνον μελωδίαν του</p> + +<p class="poem">Auf der Au, Au . . Au, Au . . Au!</p> + +<p>την οποίαν υλακτούσιν εναμίλλως τέσσαρες γερμανικαί χάριτες, φορούσαι +κατά παράδοξον καλαισθησίαν όλα της ίριδος τα χρώματα.</p> + +<p>Γινόμεθα βλέπεις πρακτικώτεροι οσημέραι και ημείς οι εν Αθήναις. Επαύσαμεν +προ καιρού να τρεφώμεθα με ατμούς και αισθήματα· αποβλέπομεν εις την ουσίαν +κυρίως· ανάγομεν όλα εις την<span class="sp"> υπερτίμησιν ή υποτίμησιν</span>, και +φιλολογικώς κινδυνεύομεν, μα την αλήθειαν, να γείνωμεν οπαδοί της πραγματικής +σχολής του Assomoir ή του<span class="sp"> Αυτοκτονείου</span> (##), αν προτιμάς την πρόσφατον +ελληνικήν μετάφρασιν.</p> + +<p>Απέρχεσαι τέλος, μου γράφεις, εις την λίμνην του Κόμου, και εκεί θα σου +διευθύνω την προσεχή μου επιστολήν. Μη λησμονήσης, ότι θέλω λεπτομερή +έκθεσιν των πρώτων σου εντυπώσεων.<br /></p> + +<h4>Δ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις, τη 11 Ιουνίου 1879.</p> + +<p>Σου γράφω και σήμερον εις Μεδιόλανα, διότι, μη λαβούσα επιστολήν σου +αυτήν την εβδομάδα, δεν ηξεύρω πού αλλού να διευθύνω το γράμμα μου. Είμαι +τουλάχιστον βεβαία τοιουτοτρόπως, ότι η επιστολή μου θα σε πάρη το κατόπιν, +και θα σε φθάση επί τέλους όπου ευρίσκεσαι, χωρίς να πάθη ό,τι φοβούμαι ότι +έπαθεν η ιδική σου εις το ελληνικόν ταχυδρομείον. Τι τα θέλεις όμως; ήθελα πολύ +να είχες φθάσει εις την λίμνην του Κόμου. Πρώτον, διότι θα επέγραφα με +αρχαιολογικήν υπερηφάνειαν την επιστολήν μου: Εις<span class="sp"> Λάριον Λίμνην</span>, και θα +σου εδείκνυα τοιουτοτρόπως σοφίαν γεωγραφικήν, την οποίαν βεβαίως δεν θα +επερίμενες, διότι δεν υποπτεύεις συ — η άκακος και ενθουσιώδης φύσις — ότι +αρκεί τις να φυλλομετρήση επ' ολίγα μόνον λεπτά τον πρώτον τυχόντα +ερυθρόφυλλον Οδηγόν, διά να μάθη πώς έλεγον οι παλαιοί την λίμνην, της οποίας +αι όχθαι θα ακούσουν εφέτος τα θαυμαστικά σου επιφωνήματα. Δεύτερον, διότι +θα είχα αφορμήν, απαντώσα εις τας ιδικάς σου εντυπώσεις, να φλυαρήσω και εγώ +ολίγον περί της μαγευτικής εκείνης λίμνης, και να γεμίσω κάπως το σημερινόν μου +γράμμα, το οποίον κινδυνεύει τώρα να μείνη κενόν, κενότατον και πτωχόν. Διότι — +τι να σου το κρύπτω αγαπητή μου; — αι Αθήναι, όσον και αν εξογκούνται, όπως +ομοιωθώσι με τας ευρωπαϊκάς μεγαλοπόλεις, όσον και αν αντιγράφουν — με +στραβόν, εννοείται, χάρακα, — τον δυτικόν πολιτισμόν, όσον και αν +ετελειοποιήθησαν κατά το φαγητόν, την ενδυμασίαν και τας διασκεδάσεις, +μένουσιν όμως πάντοτε και είνε πόλις μικρά, μικροσκοπική, μικρόσοφος και +μικρολόγος· μ' όλας δε τας εβδομήκοντα δύο χιλιάδας κατοίκων, τας οποίας έχουν +σήμερον κατά την τελευταίαν απογραφήν, δεν παρέχουσιν όμως ύλην δι' +επιστολάς εβδομαδιαίας, οποίας τας θέλεις συ . . . — φλυάρους δηλαδή, +λεπτομερείς και παραγεμισμένας με νέα, — με νέα, εννοείται, περίεργα και +ενδιαφέροντα, άσχετα με την πολιτικήν, μη μετέχοντα κακογλωσσίας, +αποτασσόμενα δε τω Σατανά και πάση τη πομπή αυτού.</p> + +<p>Πού να τα εύρω λοιπόν εγώ, αυτά τα νέα; Να τα δημιουργήσω; Ούτε το θέλεις, +ούτε, αν το ήθελες, έχω αυτήν την ικανότητα. Δεν μου μένει άλλο, ή να επιχειρήσω +λεπτομερή ανάλυσιν της Perichole και του Oeil crevé, τα οποία δίδει τώρα ο +γαλλικός θίασος του Φαλήρου. Αλλά και γνωρίζεις και γνωρίζω και γνωρίζομεν +όλοι, εκ της ενδόξου ιστορίας του εν Αθήναις γαλλικού θεάτρου, τα μουσικά αυτά +αριστουργήματα, των οποίων δικαιοί τον τίτλον αυτόν αναντιρρήτως η καθ' +εκάστην εσπέραν πυκνή συρροή του κοινού επί των αναπαυτικών σκάμνων του +θεάτρου. Να σου απαριθμήσω τα παντοειδή πολεμικά πλοία, άτινα σταθμεύουσι +τώρα εις Φάληρον; Να σου περιγράψω το cricket των άγγλων ναυτών, οίτινες με +απαραμείωτον ευσυνειδησίαν παρέχουσι καθ' εσπέραν σχεδόν εις το περίεργον +κοινόν το διασκεδαστικόν αυτό θέαμα, ως θεατρικόν τινα πρόλογον, ούτως ειπείν, +των εσπερινών παραστάσεων; Αλλ' η περιγραφή μου δεν θα είχε κανέν θέλγητρον +διά σε, ήτις ηξεύρω πόσον αηδιάζεις τους άνδρας, όταν παίζωσιν ως παιδία. Ώστε, +αφού και καλά θέλεις νέα αθηναϊκά, ηξεύρεις τι συλλογίζομαι; Να πάρω κατά +σειράν τα σχολεία και τα παντοειδή εκπαιδευτήρια των Αθηνών, τα οποία κάμνουν +τώρα τας εξετάσεις των, και να σου καταστρώσω λεπτομερεστάτην έκθεσιν του +αποτελέσματός των. Το πράγμα δεν θα ήτο πληκτικόν όσον υποθέτεις, ούτε +διδακτικόν μόνον, αλλά και κωμικόν εν μέρει και πολύ οπωςδήποτε ευάρεστον. Θα +ήρχιζα, φαντάσου, από τας αγγελίας των διευθυντών και τα εκ προκαταβολής +επαινετικά διάφορα των εφημερίδων· θα μετέβαινα κατόπιν εις τους +πανηγυρικούς λόγους των διδασκάλων, οίτινες, ως μεγάλα παιδία, έχουσι και +αυτοί την αθώαν επιθυμίαν να κάμωσι την επίδειξίν των· θα σου ανέφερα μερικάς +φράσεις των διδασκαλικών αυτών αγορεύσεων, αίτινες μου ενθύμισαν τον +θαυμάσιον εκείνον ορισμόν: «Παιδεία εστί γνώσις συνειδήσεων της +ανθρωπότητος καθόλου φύσεως», δι' ου γυμνασιάρχης τις ποτέ επροοιμίασε τον +εναρκτήριον των εξετάσεων λόγων του· θα σου απεμνημόνευα των διδασκάλων +τας ερωτήσεις και τας απαντήσεις των μαθητών, τας συγκινήσεις των γονέων και +των θεατών τα σχόλια· δεν θα παρέλιπα να σου περιγράψω τας λευχείμονας ως +περιστεράς μαθητρίας, και την ενδυμασίαν των διδασκαλισσών, προσπαθούσαν +να συμβιβάση την διδασκαλικήν σοβαρότητα προς την κοσμικήν φιλαρέσκειαν· θα +σου ανήγγελλα κ' εγώ, ως αι εφημερίδες, τα ονόματα των τάδε μαθητών και των +δείνα μαθητριών, όσαι εγοήτευσαν τους ακροατάς διά των ευφυών των +απαντήσεων, και επί τέλους θα ανέγραφα τους θριάμβους εκάστου +εκπαιδευτηρίου, συμφώνως προς όσα δημοσιεύουσι συνήθως περί αυτών οι +διευθυνταί των, οι διδάσκαλοι, οι φίλοι, και των παιδίων αυτών οι γονείς, οίτινες +νομίζουσιν, ότι δεν είνε αρκετή η επιτυχία των τέκνων των, αν δεν τυπωθή και το +όνομά των εις την εφημερίδα. Αλλά όλος αυτός ο κόπος μου θα ήτο περιττός διά +σε, ήτις λαμβάνεις όλας σχεδόν τας καθημερινάς εφημερίδας των Αθηνών, και θα +έχης επομένως εγκαίρους και νωπάς και λεπτομερείς όλας τας περί των εξετάσεων +των σχολείων μας ειδήσεις.</p> + +<p>Τι λοιπόν να σου γράψω, αφού πρέπει οπωςδήποτε να γεμίση η επιστολή μου; +Να σου γράψω, ότι, αφ' ότου ήρχισαν να πνέωσιν οι ετησίαι, έχομεν πάλιν τόσον +εν Αθήναις κονιορτόν, ώστε, αφού αι εβδομήκοντα δύο χιλιάδες κάτοικοι της +πρωτευούσης τρώγουσι και ροφούσι καθ' ημέραν τρισμέγιστον αυτού ποσόν, +μένει πάλιν τόσον πολύς, ώστε κινδυνεύει να μας θάψη όλους; Το πράγμα δεν είνε +νέον. Είνε τόσον παλαιόν, ώστε, ως ηξεύρεις, οι προπάτορές μας γηγενείς +Αθηναίοι εκαυχώντο ότι εφύτρωσαν από την κόνιν αυτήν της πατρίδος των, όπως +επίστευον ότι εφύτρωσαν και οι τέττιγες, και εκόσμουν την κόμην των διά τούτο +με τέττιγας χρυσούς, όπως ημείς με πολύ ολιγωτέραν καλαισθησίαν κοσμούμεν +αυτήν με ταριχευμένα πτηνά και με χρυσοκανθάρους. Τι τα θέλεις όμως, φιλτάτη +μου; παλαιόν ή νέον, το πράγμα είνε οχληρότατον και αηδέστατον. Έχουσι και η +Νεάπολις και η Αλεξάνδρεια και άλλαι πόλεις κονιορτόν, αλλ' ο ιδικός μας +κονιορτός, ο κονιορτός εκείνος, από τον οποίον υπάρχει φόβος ότι θα φυτρώσουν +μίαν ημέραν οι μέλλοντες κλασικοί κάτοικοι των Αθηνών, είνε κάτι τι ξεχωριστόν +και μέχρις απελπισίας αφόρητον. Είνε εχθρός φοβερός και ακαταμάχητος, όστις +σε πολεμεί και μακρόθεν και εκ του συστάδην, μετά παρρησίας συνάμα και +υπουλότητος, και κατά του οποίον ουδεμία είνε δυνατή υπεράσπισις. Σου +τυφλόνει τους οφθλαμούς, σου παραγεμίζει το στόμα, σου φράττει τα ώτα, σου +ξηραίνει και αυτόν σου τον λάρυγγα, διότι αναγκάζεσαι επί τέλους να τον +αναπνεύσης θέλουσα και μη θέλουσα. Εις μάτην κλείεσαι εις την οικίαν σου· σε +παρακολουθεί διά της θύρας, εισέρχεται διά των παραθύρων, εισδύει διά των +υέλων, και μα την αλήθειαν, νομίζω ότι και διά των τοίχων αυτών εισχωρεί. +Σημείωσε δε, ότι όπως ο ανατολίτης υπό το πεπρωμένον, κύπτομεν και ημείς οι +δυστυχείς την κεφαλήν υπό το παντοδύναμον κράτος της θεομηνίας, +υποτασσόμεθα εις την μάστιγα του κονιορτού, και ουδ' επιχειρούμεν καν πλέον να +τον πολεμήσωμεν. Απεπειράθημεν άλλοτε να τον συναθροίζωμεν από τας οδούς +και να τον ρίπτωμεν έξω της πόλεως· αλλ' αφού είδαμεν ότι ο αδάμαστος ημών +εχθρός επανήρχετο και πάλιν οργίλος επί πτερύγων ανέμων, εδώκαμεν τόπον τη +οργή, και παρητήθημεν της ανίσου και ανωφελούς πάλης, σκεφθέντες +φρονιμώτατα ως ο ευφυής εκείνος υπηρέτης, όστις δεν εκαθάριζε τα λασπωμένα +υποδήματα του κυρίου του, διότι εσυλλογίζετο, ότι έμελλον και πάλιν μετ' ολίγον +να λασπωθούν. Τώρα καταβρέχομεν μόνον ενίοτε. Ημέραν παρ' ημέραν μόλις, ή +κάλλιον ειπείν νύκτα παρά νύκτα, διότι και τούτο γίνεται πολύ μετά την δύσιν του +ηλίου (τοσούτος βλέπεις είνε ο φόβος μας!) — περιφέρονται είς τινας των δρόμων +ισχνοί τινες, κατεσκληκότες και πεφοβισμένοι ημίονοι, σύροντες όπισθέν των +σαθρά τινά βαρέλια, τα οποία λασπόνουν πού και πού τον δρόμον, σέβονται δε +θρησκευτικώς το πλείστον μέρος του κονιορτού, όστις ευθύς κατόπιν των +εγείρεται θυμώδης και περικαλύπτει και ημιονηλάτην και ημίονον και βαρέλιον. +Έχουσι δε τότε οι διαβάται διπλήν διασκέδασιν· την μίαν θερινήν, τον κονιορτόν, +και την άλλην χειμερινήν, την λάσπην. Λέγουν εν τούτοις πολλοί, ότι δεν είνε +δεισιδαίμων φόβος η αιτία της προς τον κονιορτόν ανοχής μας, αλλ' άλλη τις +πεζοτέρα και πραγματικωτέρα, . . . . η έλλειψις ύδατος. Ίσως έχουσι δίκαιον. +Φοβούμαι όμως μη και τα δύο συμπίπτουσι. Διότι τέλος πάντων δεν ήτο δυνατόν +με το ολίγον νερόν το οποίον έχομεν διαθέσιμον να καταβρέχωμεν περισσοτέρους +δρόμους καθ' εκάστην, παρά να λασπόνωμεν ολιγωτέρους ημέραν παρ' ημέραν; Η +σκέψις μου, βλέπεις, δεν έχει αξιώσεις επιστημονικής βαθύτητος, αλλ' είνε απλή +τις και πρόχειρος ιδέα, η οποία απορώ πώς δεν έρχεται και εις των αρμοδίων τον +νουν.</p> + +<p>Οπωσδήποτε το ζήτημα των υδάτων της πόλεώς μας αποκτά καθ' ημέραν +μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, και πολύ επικαίρως εδημοσιεύθη εσχάτως επί του +αντικειμένου τούτου πραγματεία τις αληθούς επιστήμονος, του κ. Κορδέλλα. Δεν +ανέγνωσα ακόμη το βιβλίον. Θα το αναγνώσω όμως αυτήν την εβδομάδα και θα +σου γράψω την προσεχή.<br /></p> + +<h4>Ε'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 20 Ιουνίου 1879.</p> + +<p>Είσαι κατενθουσιασμένη, μου γράφεις, και εννοώ κάλλιστα τον ενθουσιασμόν +σου, και θα τον υπέθετα, αν δεν μου τον έγραφες. Φαντάζομαι δε πού θ' αναβή ο +ενθουσιασμός σου αυτός ακόμη, όταν σιγά σιγά περιπλεύσης ανέτως, όχι δι' +ατμοκινήτου αλλά διά μικράς λέμβου, την λίμνην ολόκληρον, ή περιέλθης ανέτως +τας όχθας της, και επισκεφθής και θαυμάσης τας μαγευτικάς εκείνας επαύλεις, +αίτινες κοσμούσι τους χλοερούς των λόφους. Τότε θα ιδής . . . — δεν εξακολουθώ, +διότι είμαι βεβαία ότι θα θυμώσης, ως εθύμονες άλλοτε κωμικώτατα, ότε με +κατελάμβανεν — ενθυμείσαι; — η σατανική επιθυμία να σου διηγούμαι το τέλος +μυθιστορήματος, ούτινος συ ανεγίνωσκες την αρχήν. Ας έλθω λοιπόν εις τας +Αθήνας μας, και ας αφήσω την Ιταλίαν σου. Ας υποταχθώ εκούσα άκουσα εις τον +φοβερόν σου εγωισμόν, όστις δεν αρκείται μόνον εις τας εκ της ξενιτείας +απολαύσεις, αλλά θέλει ως καρύκευμα εβδομαδιαίον και τας από της πατρίδος +ειδήσεις, και τας θέλει ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς. Ευαρέστους πάντοτε και +τερπνάς! Αυτό δα είνε! Ηξεύρεις, ότι κατήντησες τυραννική; Δεν θέλεις, λέγεις, να +σου αναφέρω τα δυσάρεστα των Αθηνών, ούτε να ακονίζω την ευφυίαν μου — +ευχαριστώ διά την φιλοφροσύνην — εις τας ελλείψεις της ελληνικής +πρωτευούσης· τας γνωρίζεις, λέγεις, και επιθυμείς να τας λησμονήσης· δι' αυτό +ίσα ίσα εταξείδευσες, διά να μη βλέπης το θέαμα των μικρών μας ασχημιών, και ν' +ατενίζης μόνον μακρόθεν την Ελλάδα, ως ωραίον σκηνογράφημα, το οποίον δι' +αυτό ακριβώς εζωγραφήθη, διά να βλέπεται μακρόθεν. Σου ταράττει, γράφεις, τα +νεύρα σου, η έστω και ανώδυνος και αθώα κακολογία· σ' εμποδίζει να χωνεύης +τακτικά τα ωραία ελβετικά χαμοκέρασα, τα οποία σου παραθέτει ο προγάστωρ και +φαιδρός σου ξενοδόχος, και τέλος πάντων, kurz und gut, ως λέγει πάλιν ο +γερμανός σου υπηρέτης, θέλεις να σου γράφω τα ωραία πράγματα των Αθηνών, +τα ευχάριστα μόνον και τα ιλαρά, διότι αυτό σε ωφελεί εις την υγείαν! Έχεις εν +μέρει δίκαιον. Ταξειδεύεις χάριν θεραπείας . . . νοσήματος το οποίον αγνοείς και +συ, ως το αγνοούσι και οι . . ιατροί σου, αλλ' αδιάφορον — και εννοείς, πολύ +λογικώς και συνεπώς, να αποτελώσι και αι επιστολαί μου μέρος ολοκληρωτικού +της θεραπείας σου: τρις της εβδομάδος λουτρά, πάσαν πρωίαν τυρόγαλα, δύο +ώρας περιπάτου καθ' ημέραν, και άπαξ της εβδομάδος . . . μίαν φαιδράν +επιστολήν εξ Αθηνών! Ωραία, μα την αλήθειαν, ετακτοποίησες την υγιεινήν σου +δίαιταν, και θα είχα μαύρην αληθώς την καρδίαν, αν εγώ μόνη εκ κακής μου +θελήσεως ετάραττα την συνταγήν σου.</p> + +<p>Πλην, φίλη μου, . . . — αλλ' έστω· ουδέ δικαιολογούμαι καν, διότι συλλογίζομαι +τα πορφυρά σου ευώδη χαμοκέρασα, και την ενδεχομένην κακήν των χώνευσιν. +Τούτο μόνον συλλογίσου· ότι αν έξαφνα καμμίαν εβδομάδα δεν λάβης επιστολήν +μου, δεν πρέπει να το αποδώσης εις κακήν μου θέλησιν, μήτε εις αμέλειαν, μήτε +εις οκνηρίαν, αλλά μόνον και απλούστατα εις εξάντλησιν ή προσωρινήν +τουλάχιστον έλλειψιν των συστατικών του χαροποιού αερίου, όπερ επιθυμείς και +καλά να φέρωσιν υπό την ρίνα σου τα γράμματά μου. Où + le peuple n' a rien, le roi +perd ses droits λέγουν οι γάλλοι, συ δε βεβαίως δεν έχεις την αξίωσιν να δεσπόσης +των αδυνάτων, ούτε θα οργισθής διότι δεν σου δίδεται το μη υπάρχον. Αλλά και +αν οργισθής, θ' ακούσης το «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», και θα +ησυχάσης.</p> + +<p>Αυτήν ευτυχώς την εβδομάδα έχω κάτι να σου διηγηθώ, και χαίρω ότι η υγεία +σου είνε ακόμη εξησφαλισμένη δι' οκτώ ημέρας.</p> + +<p>Την παρελθούσαν ή μάλλον ειπείν την προπαρελθούσαν τρίτην κατέβην με τον +I . . . εις το Φάληρον. Μη με μαλώσης, σε παρακαλώ, ότι καταβαίνω συχνά εις το +Φάληρον, μήτε υποθέσης άλλ' αντ' άλλων. Το εσπέρας δεν έχομεν τι άλλο να +κάμωμεν, όσοι δεν θέλομεν να μείνωμεν εις το Σολωνείον καθήμενοι ή εις την +πλατείαν του Συντάγματος περιπατούντες, παρά να καταβώμεν εις το Φάληρον, ή +να υπάγωμεν εις τον Απόλλωνα, ή να μείνωμεν θαυμάζοντες την σελήνην εις το +καφενείον των Ολυμπίων. Εγώ προτιμώ το πρώτον, όχι μόνον διότι είνε +δροσερώτερον, αλλά και διότι είνε μακρύτερα από τα περιπαθή άσματα των +γερμανίδων. Κατέβην λοιπόν εις το Φάληρον, εγευμάτισα εκεί, και άμα έδυσεν ο +ήλιος ετράπην με τον σύντροφόν μου προς την Μουνυχίαν, διά να διασκεδάσω +θεωρούσα τα πυροτεχνήματα, τα οποία επρόκειτο να καώσι προ των βασιλικών +οικημάτων επί τοις γενεθλίοις του βασιλόπαιδος Γεωργίου, όστις την 12 +υπερμεσούντος συνεπλήρου το δέκατον της ηλικίας του έτος. Οι βασιλείς, ως +γνωρίζεις ήδη πιθανώς εκ των εφημερίδων, κατοικούσι και εφέτος θερινά τινα +οικήματα, εκ των ωραίων εκείνων και κομψών, άτινα κατεσκεύασε πρό τινων ετών +επί του μεσημβρινοανατολικού λόφου της Μουνυχίας και αντικρύ της Φρεαττύος +ο φιλόκαλος γερμανός αρχιτέκτων Τσίλλερ. Η από του νέου Φαλήρου άγουσα εκεί +οδός, ήτις πρό τινων ετών περιωρίζετο εις ανώμαλον και θαμνόσπαρτον ατραπόν, +τέμνουσα ελικοειδώς τον παρά την παραλίαν υψούμενον λόφον, είνε σήμερον +ωραία αμαξιτός λεωφόρος περικάμπτουσα τον λόφον, παρατρέχουσα τον +αιγιαλόν, διερχομένη κάτωθεν του ερημικού πύργου του πρωθυπουργού ημών, +και καταλήγουσα διά κομψοτάτης καμπής εις την Μουνυχίαν.</p> + +<p>Πρό τινων ετών, ως ενθυμείσαι, ουδέν άλλο υπήρχεν εκεί, ή γυμνοί τινες μόνον +βράχοι, όπου ουδέ άκανθαι εύρισκον τροφήν, παραλία κάτωθεν αμμώδης και +παντέρημος, και μόλις που το εσπέρας κάρρα τινά μεταφέροντα εις τα γαλανά του +Φαλήρου και της Μουνυχίας κύματα τέκνα τινά του λαού, άτινα, επόμενα εις τον +παντοκράτορα συρμόν, ενόμιζον και αυτά απαραίτητον εις την υγείαν των την +χρήσιν των λουτρών. Σήμερον ήλλαξαν τα πράγματα· και το μεν Φάληρον +μεταμορφούται από ημέρας εις ημέραν εις χαριεστάτην θερινήν διαμονήν, της +οποίας επιφυλάττω την περιγραφήν εις κανέν άλλο μου γράμμα — οικονομούσα +ως βλέπεις τα γλυκύσματά μου, ώςτε να έχω με τι να τρέφω την πεινώσαν υγείαν +σου, — ο δε παρ αυτό λόφος, ούτινος την κορυφήν κατέχει δίκην σκοπιάς ο +πύργος του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισε και αυτός να στολίζεται, να οικοδομήται και +να αποκτά κατοίκους και λάτρεις. Την εσπέραν μάλιστα εκείνην η εξ αυτού θέα ήτο +αληθώς μαγευτική.</p> + +<p>Δεν αισθάνεσαι τώρα κάπως τον εαυτόν σου καλλίτερα; Αι; Η βραδυά ήτο +γαληναία και δροσερά, τα δε νερά του Φαλήρου και της Μουνυχίας ουδέ καν +εσείοντο πέριξ των παντοειδών πολεμικών πλοίων, τα οποία σταθμεύουσιν από +τινος προ του όρμου της Καλλιθέας, και των οποίων τους προτόνους εκόσμουν +από τινος πολύχρωμοι σημαίαι, οιονεί ανθόπλεκτοι στέφανοι. Πέραν εις το βάθος +διεγράφετο καθαρώς ο φαληρικός κόλπος, όστις μίαν ημέραν θ' αμιλλάται ίσως +προς τον ονομαστόν κόλπον της Νεαπόλεως, και ούτινος τον αιγιαλόν διέστιζον +ήδη πού και πού τ' αναπτόμενα φώτα των επ' αυτού οικιών και καφενείων. +Μακρότερον δε προς ανατολάς ανέδυεν έτι από της εσπερινής ομίχλης το ποικίλον +πανόραμα των Αθηνών, ούτινος εδέσποζον τα απαράμιλλα του Παρθενώνος +ερείπια, χρυσούμενα υπό των ακτίνων της νέας σελήνης. Πολλάκις εσταμάτησα +καθ' οδόν και εστράφην προς τα οπίσω, ίνα θαυμάσω το αμίμητον εκείνο +πανόραμα, πάντοτε δε, οσάκις εστάθην, εσυλλογίσθην σε την ξενιτευμένην, και +επόθησα να σε είχα την στιγμήν εκείνην πλησίον μου. Μετά ημισείας ώρας δρόμον +εφθάσαμεν τέλος πάντων εις το μικρόν καφενείον της Καλλιθέας, όπου προ δέκα +μεν περίπου ετών εφύετο ρικνή τις και νανοφυής αγριαπιδιά, σήμερον δε +υπάρχουν δένδρα σκιερά, και καθίσματα αναπαυτικά παρά την θάλασσαν, και +παίγνια γυμναστικά, ως εκείνα τα οποία θ' απαντήσης μετά τινας εβδομάδας εις +όλα τα χωρία της Ελβετίας, και κόσμος τέλος πάντων, κόσμος καπνίζων το σιγάρον +του και πίνων τον ζύθον του εν ευαρέστω λήθη των κόπων της ημέρας. Επί του +ωραίου τούτου λόφου κατοικεί από τριών ήδη περίπου εβδομάδων η βασιλική +οικογένεια. Ο βασιλεύς, αληθής ναυτική φύσις, ως γνωρίζεις, αγαπά, λέγουσι, +πολύ το μέρος τούτο, όπερ αποτελεί ούτως ειπείν trait d' union μεταξύ Φαλήρου +και Πειραιώς, και το πλείστον σχεδόν της ημέρας και της εσπέρας διατρίβει επί της +θαλάσσης, οτέ μεν κολυμβών οτέ δε αλιεύων, άλλοτε κωπηλατών και άλλοτε +επισκεπτόμενος και εξετάζων ως εμπειροπράγμων τα προ της Καλλιθέας ορμούντα +πολεμικά πλοία, ελληνικά ή ξένα. Μεταξύ τούτων ευρίσκετο την εσπέραν εκείνην +και η ωραία ρωσσική θαλαμηγός «<span class="sp">Μέγας Κωνσταντίνος</span>» εκείνη ακριβώς, +ήτις μετήγαγε προ μικρού την βασίλισσαν ημών από της Κριμαίας, και ήτις, ως +ελέγετο, επρόκειτο να αποπλεύση μετά τινας ημέρας εις Νεάπολιν, ίνα παραλάβη +και μεταφέρη εις Κωνσταντινούπολιν και Βάρναν τον πρίγκιπα Βάτεμβεργ.</p> + +<p>Δύσκολον ήτο να σταθή τις επί του λόφου την εσπέραν της προπαρελθούσης +τρίτης· τόσον πολύς ήτο ο κόσμος των περιέργων. Επέβημεν λοιπόν χάριν +πλειοτέρας ανέσεως εις μικράν αλιευτικήν λέμβον, και κωπηλατήσαντες μέχρι του +στομίου της Μουνυχίας, εστάθημεν εκεί, ίνα απολαύσωμεν το θέαμα των +πυροτεχνημάτων, άτινα είχον παρασκευασθή τη επιμελεία της δημαρχίας +Πειραιώς, και του ηλεκτρικού φωτός, διά του οποίον ο κ. Τιμολέων Αργυρόπουλος +έμελλε να φωτίση τα πέριξ. Ηκούσαμεν δε τοιουτοτρόπως μακρόθεν και πολύ +ευαρεστότερον τας μουσικάς της φρουράς και του Φιλαρμονικού θιάσου +Πειραιώς, αίτινες συνηλλάσσοντο μουσουργούσαι καθ' όλον της φωταψίας τον +χρόνον. Τα πυροτεχνήματα δεν σου τα περιγράφω, διότι ήσαν μεν ωραία, αλλ' +ουδέν είχον το καινοφανές. Και είδες και είδαμεν πολλάκις εις τας στήλας του +Ολυμπίου Διός και εις το Φάληρον τους τυπικούς μύλους και τας τυπικωτέρας +<span class="sp"> ρουκέτας</span>. Το ηλεκτρικόν όμως φως, ούτινος η εστία είχε τοποθετηθή εις το +απέναντι της βασιλικής επαύλεως κτήμα του κ. Μελετοπούλου, και απετελείτο, ως +μοι είπον, εκ μεγάλου παραβολοειδούς επαργύρου κατόπτρου, παρήγαγε +μαγευτικήν αληθώς εντύπωσιν εις τους παρεστώτας, ων πολλοί το έβλεπον +βεβαίως πρώτην φοράν, και δι' αυτό δεν κατώρθωσαν να κρατήσουν την +μεγαλόφωνον του θαυμασμού των εκδήλωσιν. Υπό την λευκήν και άπλετον +λάμψιν του, ήτις επλημμύρισε διά μιας την επιφάνειαν των ηρέμων υδάτων, +διέκρινα επί στιγμήν εντός μικράς λέμβου τον βασιλέα και την βασίλισσαν, επί +άλλης δε τους βασιλόπαιδας εκδηλούντας εν παιδική φαιδρότητι την χαράν +των.</p> + +<p>Είδαμεν άλλοτε μαζή, αν ενθυμείσαι, τους πίδακας των Βερσαλλιών +φωτιζομένους, τους κήπους του Schõnbrun της Βιέννης καταφώτους επίσης υπό +ηλεκτρικών ακτίνων, τοξευομένων άνωθεν από της οροφής των ανακτόρων, και +πέρυσι μόλις την Avenue de l' Opera των Παρισίων ηλεκτρόφωτον.</p> + +<p>Τι να σου ειπώ, όμως; Τα κύματα της Μουνυχίας υπό την λευκήν εκείνην +μαρμαρυγήν είχαν άλλην τινά μαγείαν. Μη νομίσης δε, ότι σου λέγω και τούτο +χάριν της υγείας σου. Όχι! είνε αληθής μου εντύπωσις.<br /></p> + +<h4>ΣΤ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις, τη 27 Ιουνίου 1879.</p> + +<p>Αψίκορος και συ, ως όλαι μας αι αδελφαί, ως όλαι της Εύας αι απόγονοι. +Μόλις είδες την<span class="sp"> Λίμνην του Κόμου</span>, — και αμφιβάλλω αν την είδες καλά, +διότι ουδεμίαν σχεδόν μου γράφεις περί αυτής λεπτομέρειαν, — μόλις ανέπνευσες +την δρόσον των διαυγών της υδάτων, την οποίαν εγώ ματαίως ποθώ και +ονειρεύομαι καθ' εσπέραν από της φλογεράς καμίνου των Αθηνών, μόλις +απήλαυσες το θέαμα των πρασίνων οχθών της, και θέλεις πάλιν να φύγης, και +σχεδιάζεις ταξείδια προς βορράν, και επιθυμείς κλίματα δροσερώτερα. +Δροσερώτερα κλίματα! Είσαι τη αληθεία ανεκτίμητος. Δεν σε αρκεί λοιπόν η +δρόσος της βορείου Ιταλίας, δεν σε φθάνει η ζωογόνος εκείνη αύρα, την οποίαν +σου στέλλουν αι χιονοσκεπείς των Άλπεων κορυφαί, αλλά θέλεις άλλην, ακόμη +δροσερωτέραν διαμονήν. Έπρεπε να σε είχα εδώ εις τας Αθήνας αυτάς τας ημέρας, +και τότε να έβλεπα τι ήθελες ποθήσει! Τριάκοντα βαθμοί Ρεωμύρου εις την σκιάν, +αγαπητή μου, ηξεύρεις τι θα ειπή; θα ειπή ένα βαθμόν περισσότερον από τα +θερμά σου εκείνα λουτρά, τα οποία, ως ενθυμείσαι, σου επροξένουν σχεδόν +λειποθυμίαν. Δεν ομιλώ περί του καύσωνος εν υπαίθρω, διότι δεν τον ησθάνθην +και αποφεύγω να τον αισθανθώ. Ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας καθέτους του ηλίου +ακτίνας δεν έχω δόξα τω Θεώ, ουδέ ομοιάζω τον καλόν μας εκείνον φίλον, όστις +εξήρχετο την μεσημβρίαν εις τας οδούς ασκεπής, και εμειδία παράδοξον οίκτου +μειδίαμα προς τους φορούντας πίλον και κρατούντας αλεξήλιον. Άλλως τε και +τίποτε δεν με αναγκάζει να εξέρχωμαι την ημέραν εις τας οδούς των Αθηνών· +αφίνω τον Βουγάν και τα εμπορικά διά το εσπέρας, και λυπούμαι εκ βάθους +καρδίας τας δυστυχείς εκείνας, τας οποίας βλέπω από τα παράθυρά μου +περιφερομένας εις τα μαγαζιά εν μέση μεσημβρία διά μισήν πήχην κορδέλλα, ως +πολλάκις — entre-nous εννοείται, — μου συνέβη και σου συνέβη. Λέγουσιν όμως, +ότι ο υπό τον ήλιον καύσων των τριών τεσσάρων τελευταίων ημερών ήτο αληθής +καμίνου πνοή· ότι εξ όσων τον περιεφρόνησαν μετενόησαν πολλοί, και ότι τινών +μάλιστα εκ των τολμηροτέρων έπαθεν η υγεία — άλλων, εννοείται, η σωματική και +άλλων η πνευματική. Εις του καύσωνος τουλάχιστον την επίδρασιν αποδίδονται +υπό των αρμοδίων έκτακτα τινά γεγονότα, οποία δεν συμβαίνουσι συνήθως εις +τας ηρέμους και μονοτόνους Αθήνας, και των οποίων ήρωες — ή θύματα αν θέλεις +— ήσαν ως επί το πλείστον ομόφυλοί μας. Ούτως εν παραδείγματι προχθές +απεπειράθη, ως ήκουσα, τρυφερά τις νεάνις να αυτοκτονήση, λόγω μεν ότι η +περιπαθής της καρδία, από καιρού ήδη ψάλλουσα μόνη, δεν κατώρθονε να ψάλη +εν δυωδία, πράγματι όμως, ως έμαθον, διότι την προτεραίαν επί τέσσαρας όλας +ώρας είχε περιέλθει τας οδούς Αιόλου και Ερμού, διά να εύρη κομβία αρμόζοντα +εις το μακρόν corsage της à la Pompadour ενδυμασίας της. Άλλης τινός κομψής +θεραπαινίδος τοσούτο εξηρέθισε, λέγουσι, την ζηλοτυπίαν ο καύσων του ηλίου, +προστεθείς εις του μαγειρείου τον καύσωνα, ώστε ολίγου δειν εξερρίζονε τον +μύστακα του σπαθάτου της δορυφόρου, εις ώραν παροξυσμού, αν προλαμβάνων +εκείνος δεν εδρόσιζε κάπως τας παρειάς της διά της επαφής των στιβαρών του +χειρών. Τρίτη τις άλλη ερρίφθη πρό τινων ημερών εις το φρέαρ της οικίας, ζητούσα +όχι τον θάνατον, υποθέτω, ως έγραψαν αι εφημερίδες, αλλ' απλώς μόνον ολίγον +ύδωρ δροσερόν.</p> + +<p>Βλέπεις λοιπόν πού ευρισκόμεθα, και ευλόγει μάλλον τον Θεόν, ότι δεν είσαι +εις τας Αθήνας, αντί να αγνωμονής προς την δρόσον και την χλόην της λίμνης +σου.</p> + +<p>Εν τούτοις μ' όλον αυτόν τον καύσωνα και τους σπουδαίους του κινδύνους +ετόλμησα την παρελθούσαν εβδομάδα να εξέλθω της οικίας μου, διά να +παρευρεθώ εις τας εξετάσεις του προτύπου σχολείου, το οποίον συνέστησεν προ +ενός έτους το Υπουργείου της Παιδείας ως παράρτημα του Διδασκαλείου, προς +πρακτικήν άσκησιν των νεοφύτων διδασκάλων. Πρέπει δε να σου ομολογήσω, εξ +ιδίου ενθουσιασμού αυτήν την φοράν και όχι χαριζομένη εις την πατριωτικήν σου +αισιοδοξίαν, ότι με κατέπληξαν αληθώς τα ευχάριστα αποτελέσματα του νέου +συστήματος της διδασκαλίας, το οποίον εφηρμόσθη εις το νεοσύστατον σχολείον. +Το σχολείον αυτό είνε μακράν της πόλεως, όπισθεν του βασιλικού κήπου, και οι +μαθηταί του είνε κατ' ανάγκην παίδες αγροτών και χωρικών. Αι εξετάσεις εν +τούτοις των χωρικών εκείνων παίδων, οίτινες ούτε εορτάσιμα εφόρουν, ούτε +υπερτροφίαν έπασχον, κατέδειξαν εμφανώς και πάλιν — αν υποτεθή ότι υπήρχεν +ανάγκη νέας του πράγματος αποδείξεως, — δύο τινά· πρώτον ότι η αγάπη των +γραμμάτων δεν είνε συνήθως του πλούτου περίσσευμα, και δεύτερον ότι ανάγκη +ριζικής μεταβολής του συστήματος, το οποίον διέπει έως σήμερον την δημοτικήν +μας εκπαίδευσιν. Τα παιδία δεν πρέπει να διδάσκωνται ως παπαγάλλοι, +αναγκαζόμενοι να αποστηθίζωσι πράγματα τα οποία δεν εννοούσιν, αλλά να +εκπαιδεύωνται απ' αυτού του αλφαβήτου τοιουτοτρόπως, ώστε να εξυπνά η +νεαρά των διάνοια, αναβαίνουσα βαθμίδα προς βαθμίδα την κλίμακα των +γνώσεων, και να μορφούται η εύπλαστος καρδία των, αποκτώσα βαθμηδόν την +αγάπην του καλού και του αγαθού. Αλλέως . . . — πλην θα εξολισθήσω εις +φιλοσοφίαν, την οποίαν και συ βαρύνεσαι και εγώ, ιδίως τώρα, ότε περιρρέομαι +από ιδρώτα διά να σου γράψω τας ολίγας αυτάς γραμμάς.</p> + +<p>Το παρελθόν σάββατον εκηδεύθη εν Αθήναις μετά μαρασμόν πολυχρόνιον και +νόσον ήτις είχε μικρόν κατά μικρόν εκμυζήσει πάσαν ζωικήν της δύναμιν . . . , τις +νομίζεις; Η χήρα του Οδυσσέως Ανδρούτσου! Ουδέ καν εφαντάζεσο ίσως, ότι έζη +έτι εις τας Αθήνας ενενηκοντούτις περίπου, έρημος, μόνη και λησμονημένη εντός +πενιχράς — όχι οικίας, αλλά σχεδόν καλύβης, η περικαλλής ποτε εκείνη αμαζών, +ην θαλεράν έτι νεανίδα είχε συζεύξει μετά του οπλαρχηγού του Οδυσσέως ο +φοβερός της Ηπείρου τύραννος Αλή-Πασάς, ήτις όλον τον μέγαν αγώνα του 1821 +παρηκολούθει πότ' εγγύθεν και πότε μακρόθεν τον πολυπλάνητον σύζυγόν της, +μέχρις ου τον εθρήνησε τέλος κρεμάμενον από των προμαχώνων της Ακροπόλεως, +και της οποίας ο βίος ολόκληρος υπήρξε σειρά δυστυχημάτων και δοκιμασιών. Μη +βαρυθυμής όμως διά την άγνοιάν σου, διότι πολλοί, οι πλείστοι σχεδόν των εν +Αθήναις ηγνόουν ως και συ μέχρι του προχθές σαββάτου, ότι η Ελένη Ανδρούτσου, +η<span class="sp"> Οδυσσέαινα</span>, ως την εκάλει του αγώνος η γενεά, έζη έτι εν Αθήναις. Ολίγοι, +ολίγιστοι μόλις το εγνώριζον, και μεταξύ των ολίγων αυτών ήσαν οι υπάλληλοι του +λογιστηρίου του Υπουργείου των Εσωτερικών, οίτινες της έδιδον κατά μήνα μικρόν +τι ένταλμα βοηθήματος χρηματικού, δι' ου κατώρθωσεν η μαραμμένη χήρα να +συρθή σιγά σιγά προς τον τάφον. Είνε τόσον άνετον πράγμα η άγνοια! Τόσον +εύκολον και ευπρόσιτον παρέχει την πρόφασιν εις τον αδιαφορούντα, αν η χήρα +του Οδυσσέως Ανδρούτσου κατεκλίνετο πολλάκις εν σκότει και εκοιμάτο νήστις! +Προ ολίγων μόλις ετών είχαμεν αναγκασθή, είνε αληθές, να την ενθυμηθώμεν, και +οιονεί αφυπνισθέντες έν πρωί ηκούσαμεν, ότι έζη έτι η χήρα του Οδυσσέως, και +ετέλει — αυτή μόνη, διότι τις άλλος είχε καιρόν να φροντίση περί τούτου — την +ανακομιδήν των οστών του πεφιλημένου συζύγου της, του ήρωος της Γραβιάς. +Έκτοτε όμως την είχαμεν λησμονήσει εντελώς! Αλλ' η κόρη εκείνη άλλης γενεάς, η +γυνή του 1821, το γέννημα των Καλαρρυτών της Ηπείρου, η θυγάτηρ του Χρήστου +Καρέλη, δεν ελησμόνει εν τη πενιχρά της και σκοτεινή καλύβη την Ελλάδα. Ότε δε +προ ενός και ημίσεος έτους ευοίωνα τινα αλλ' απατηλά δυστυχώς σημεία +υπέδειξαν, ότι επρόκειτο να εξαναστή το Ελληνικόν, και οι άνδρες ωπλίζοντο και +εβάδιζον προς τα σύνορα, ημείς δε αι γυναίκες, υπακούοντες εις το ευγενές +φώνημα της ελληνικής μας βασιλίσσης, ερράπτομεν χιτώνας και εξαίναμεν μοτόν +διά τους μέλλοντας τραυματίας του νέου ιερού αγώνος, η χήρα του Οδυσσέως +ησθάνθη και πάλιν την γηραιάν της καρδίαν θερμαινομένην· εμνήσθη ημερών +αρχαίων, ενθυμήθη την υπό τον ζυγόν πατρίδα της, ωνειρεύθη την σοβαράν +μορφήν του απαγχονισθέντος ήρωός της, και έμεινε νύκτας πολλάς αγρυπνούσα +υπό το αμυδρόν φως της διψώσης λυχνίας της, ίνα . . . ξαίνη μοτόν<span class="sp"> διά τα παλληκάρια</span>!</p> + +<p>Ότε δε τέλος απέκαμον οι ισχνοί της δάκτυλοι και οι οφθαλμοί της δεν έβλεπον +πλέον, παρέλαβε της εργασίας της το προϊόν η ενενηκοντούτις γραία και +μεταβάσα εις τα ανάκτορα παρέδωκεν αυτό εις την Βασίλισσαν, λέγουσα· «Στείλ' +το, βασίλισσά μου! να ζούσε ο Λεωνίδας μου, το πήγαινε 'κείνος!» Ο Λεωνίδας της +ήτο ο αγαπητός της υιός, ον δωδεκαετή μόλις είμαρτο να θάψη η δυστυχής χήρα +προ τεσσαράκοντα δύο ετών εν Μονάχω, όπου εξεπαίδευεν αυτόν η μεγαλοδωρία +του γηραιού φιλέλληνος βασιλέως Λουδοβίκου.</p> + + +<p>Αυτή λοιπόν η γυνή απέθανε την παρελθούσαν παρασκευήν εν Αθήναις, και +εκηδεύθη την επαύριον, προπεμφθείσα εις τον τάφον . . . . υπό εικοσάδος +ανθρώπων, και τούτων εκ των λαϊκών στρωμάτων. Ναι, αγαπητή μου! Ημείς, οι +ευγενείς και πεφωτισμένοι και τοσούτον ευαίσθητοι κάτοικοι της πρωτευούσης +του ελληνικού βασιλείου, οίτινες συνοδεύομεν πυκνοί και πρόθυμοι την πρώτην +κηδείαν ήτις θα παρέλθη προ των παραθύρων μας — όταν μάλιστα έχη και +μουσικήν — ωκνήσαμεν να πληρώσωμεν εις του Οδυσσέως την χήραν ένα έσχατον +φόρον συμπαθείας και ελέου, τον οποίον εχρεωστούσαμεν, εννοείς; +εχρεωστούσαμεν και εις αυτήν και εις τον άνδρα της. Δεν το εσυλλογίσθημεν, +βλέπεις. Είμεθα τόσον πολυάσχολοι! Έπειτα, . . . μήπως είχε μουσικήν; Μήπως +είχαμεν αφορμήν να ακούσωμεν και να κρίνωμεν κανέν νέον πένθιμον εμβατήριον +του αρχιμουσικού μας;<br /></p> + +<h4>Ζ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 5 Ιουλίου 1879</p> + +<p>Είχες δεν είχες λοιπόν, έφυγες από την Ιταλίαν, και προχωρείς, ως μου +γράφεις, προς βορράν, αγνοείς δε και συ ακόμη που θα σταματήσης, +απαράλλακτα ως τα εκδημητικά εκείνα πτηνά, τα οποία διώκει εναλλάξ πότε το +θέρος και πότε ο χειρών προς κλίματα ευκραέστερα. Σε κατέλαβε και πάλιν, +βλέπω, η κινητική σου εκείνη μανία, διά την οποίαν ο μεν σοφός σου φίλος Ξ. σε +ωνόμαζεν άλλοτε perpetuum mobile, ημείς δε οι άλλοι οι μη σοφοί σ' ελέγαμεν +αεικίνητον, και σε εσυμβουλεύαμεν, ενθυμείσαι, αστειευόμενοι να ζητήσης brevet +d' invention από την κυβέρνησιν, πριν ή σε προλάβη ο ατυχής εκείνος νέος Κ., +ούτινος η μεγαλοφυής εφεύρεσις επέπρωτο τέλος να εξατμισθή εντός . . . +φρενοκομείου. Αλλά την μονομανίαν σου αυτήν μας την ενδύει τώρα με το ωραίον +πρόσχημα της επιθυμίας δροσερωτέρας διαμονής. Έστω και τούτο· δεν φιλονεικώ +μαζή σου διά τόσον μικρόν πράγμα. Είμαι όμως περίεργος να ιδώ, αν ο λόγος +αυτός της αδιάκοπου σου κινήσεως δεν θα σε ωθήση επί τέλους μέχρι της βορείου +θαλάσσης. Πολύ φοβούμαι, μήπως λάβω καμμίαν ημέραν επιστολήν σου, ήτις να +μου αναγγέλλη, ότι επεβιβάσθης εις ατμοκίνητον εκπλέον εις τας βορείους ακτάς +της Νορβηγίας. Μη μειδιάς· σε βεβαιόνω, ότι η είδησις δεν θα με εκπλήξη διόλου. +Οπωσδήποτε εγώ διευθύνω το γράμμα μου εις την παλαιάν σου διαμονήν, και +είμαι ήσυχος ότι κάπου θα σ' εύρη.</p> + +<p>Σου είχα υποσχεθή εις μίαν των τελευταίων μου επιστολών να αναγνώσω το +περί των υδάτων της πόλεώς μας βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, και να σου γράψω περί +αυτού. Υπέθεσα τότε και υποθέτω ακόμη εν τω εγωισμώ μου, ότι θα σ' ενδιέφερε +να γνωρίζης, αν ο λάρυγξ της φίλης σου είνε υγρός ή ξηρός, και αν υπάρχει ελπίς +να εξασφαλισθή τουλάχιστον εν τω μέλλοντι το επιούσιον ύδωρ εις τους +κατοίκους της πόλεως, εις την οποίαν θα σταματήση επί τέλους μίαν ημέραν και το +πολυπλάνητον βήμα σου. Το ανέγνωσα λοιπόν απ' αρχής μέχρι τέλους, αλλά δεν +σου γράφω περί αυτού, και προτιμώ να σου το στείλω υπό ταινίαν, ως λέγει παρ' +ημίν η επίσημος των γραφείων γλώσσα.</p> + +<p>Δεν σου γράφω εν εκτάσει περί αυτού, και αρκούμαι μόνον να συστήσω εις την +προσοχήν σου το πολύτιμόν του περιεχόμενον, διότι αδύνατον μου είνε δυστυχώς +να συνοψίσω εντός επιστολής τας πολυειδείς και ποικίλας ειδήσεις περί της +γεωλογικής και υδρογραφικής καταστάσεως των Αθηνών, όσας ο συγγραφεύς +εταμίευσεν εντός αυτού, διά πολλών κόπων και μελέτης μακράς. Σου σημειόνω +μόνον εν παρόδω, και τούτο διά να λάβης εγκαίρως τα μέτρα σου, πριν ή +αποκατασταθής οριστικώς εν Αθήναις, ότι κατά τον κύριον Κορδέλλαν απαιτείται +δαπάνη τριών περίπου εκατομμυρίων δραχμών, ίνα διοχετευθώσιν εις τας Αθήνας +τα αναγκαία εις τους κατοίκους της ύδατα. Σημείωσε δε και τούτο, το οποίον δεν +περιλαμβάνεται εις το βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, είνε όμως ουχ ήττον αληθές, διότι +περιλαμβάνεται εις τα λογιστικά βιβλία του δήμου Αθηναίων· ότι δηλαδή ο +αρχοντικός ούτος δήμος, — όστις κατά τούτο ομοιάζει τους άρχοντας, ότι τα χρέη +του είνε εξαπλάσια περίπου των εισοδημάτων του — έχει ήδη τριών περίπου +εκατομμυρίων χρέη, και ότι απέναντι αυτών πληρόνει κατ' έτος εις τους δανειστάς +του τόκον . . έν σχεδόν τοις εκατόν. Υποθέτεις συ, ότι είνε εύκολον εις τοιούτον +οφειλέτην να εύρη και νέον δάνειον; Εγώ δυσκολεύομαι να το ελπίσω, και διά +τούτο εφρόντισα ήδη εγκαίρως να ανοίξω φρέαρ εντός της οικίας μου, ίνα +προλάβω την κόρυζαν, από την οποίαν πολύ φοβούμαι ότι είνε προωρισμένοι ν' +αποθάνωσι μίαν ημέραν επιδημικώς οι κάτοικοι των Αθηνών.</p> + +<p>Αι ειδήσεις αύται δεν θα σου ήνε βεβαίως πολύ ευχάριστοι, και φοβούμαι μη +πειράξουν την επισφαλή σου υγείαν. Διά τούτο δε και ως ευάρεστον αντίδοτον +σου στέλλω συγχρόνως σήμερον, υπό την αυτήν ταινίαν, περίεργόν τι και +διασκεδαστικώτατον βιβλίον, επιγραφόμενον: «Η σύγχρονος Ελλάς, ήτοι +απάντησις τω γάλλω Edmonton About, μετάφρασις εκ του χειρογράφου της +αγγλίδος F. Ε. Μ.» Το μικρόν αυτό τομίδιον, το οποίον, ως βλέπεις, περιέχει +μετάφρασιν ανεκδότου χειρογράφου, θα σε διασκεδάση τρομερά· διότι ηξεύρω +εγώ πώς διατίθεται ο φύσει εύθυμος χαρακτήρ σου προς τα παράδοξα, ή τα +παράξενα, ως κοινότερον λέγομεν. Σε παρακαλώ μόνον να μη σταματήσης εις την +επιγραφήν· να μην ερωτήσης, διατί άραγε και πόθεν και πώς και προς τι η +απάντησις αύτη εις τον ευφυή γάλλον μετά εικοσιπέντε όλα έτη από της +δημοσιεύσεως της δηκτικής εκείνης σατύρας κατά της Ελλάδος, ήτις κατέστησεν εν +τούτοις αυτήν πολύ γνωστοτέραν εις τον ευρωπαϊκόν κόσμον ή όλοι των φίλων +της οι ύμνοι· να μην απορήσης διατί, πριν ή δημοσιευθή το πρωτότυπον, +δημοσιεύεται η ελληνική μετάφρασις· να μη κινήσουν τέλος την περιέργειάν σου. +τα τρία αρχικά στοιχεία, υπό τα οποία έκρυψεν αιδημόνως ο μεταφραστής την +συγγραφέα. Εις όλας σου αυτάς τας απορίας ηδυνάμην εγώ να σου δώσω +λεπτομερή απάντησιν· δεν το κάμνω όμως, πρώτον μεν διότι νομίζω, ότι πρέπει τις +να σέβεται τα ξένα μυστικά, όσον διασκεδαστική και αν είνε η αποκάλυψίς των, +και δεύτερον διότι η λύσις των αποριών εκείνων ουδόλως είνε αναγκαία όπως +διατεθής ευθύμως. Άνοιξε μόνον, σε παρακαλώ, κατά τύχην το βιβλίον και +σταμάτησε το βλέμμα σου όπου θέλης. Πρόσεξε δε ιδίως εις την εξής περίοδον, +την οποίαν σου αντιγράφω κατά λέξιν από την ενενηκοστήν ογδόην σελίδα — σου +λέγω κατά λέξιν, διά να μη καταλογίσης τυχόν εις βάρος μου την γλαφυρότητα της +μεταφράσεως — «Αμέσως, λέγει η φιλέλλην αγγλίς περιγράφουσα την εις Πειραιά +απόβασίν της, περιεστοιχήθην υπό πλήθους παραγγελιοδόχων και διερμηνέων, +οίτινες, φαίνεται, μαντεύσαντες ότι ήμην ξένη μοι προσέφεραν τας λέμβους των +και παν ό,τι αναγκαίον προς υπηρεσίαν μου, ου μην αλλά δριμέως κρίνουσα περί +αυτών εκ της σκληράς φήμης, και έχουσα πείραν των Ιταλών κλεπτών, +προσεποιήθην ότι δεν ενόησα την νεωτέραν ελληνικήν, σφάλμα δι' ό ουδέποτε +θέλω συγχωρήσει εμαυτήν . . . Τα των λεμβούχων και τα τελωνειακά μπαξίς εισίν +όλως άγνωστα ενταύθα . . . Ίσως οι σφοδροί κατήγοροι των Ελλήνων επί του +αντικειμένου τούτου εκφράσωσιν αμφιβολίας. Αλλ' ιδού πώς έχουν τα πράγματα· +οι λεμβούχοι διακηρύττουσιν, ότε η απλή ευχαριστία του ν' αποβιβάσωσεν εις την +ξηράν ξένον τινά ήτο αρκούσα αμοιβή διά τους κόπους του, αφού μάλιστα +πληρόνονται τακτικώς έκ τινος ωρισμένου τιμολογίου. Όλαι αι υπηρεσίαι αύται +εφαίνοντο ότε μοι προσεφέροντο δωρεάν, έτι δε και καθ' ην στιγμήν επατούμεν +τον πόδα επί της ξηράς πας διαβάτης ίστατο και με ηρώτα αν είχον ανάγκην των +υπηρεσιών του. Μετά τούτο δε δύο αχθοφόροι έλαβον την αποσκευήν μου, . . . +(και) ηρνήθησαν να λάβωσι το ανήκον αυτοίς, λέγοντες ότι ουδείς ποτέ Αθηναίος +ζητεί να πληρωθή όπως πράξη το καθήκον του, αυτοί δε ουδέν άλλο έπραξαν ή +τούτο, ιδόντες ότι ήμην ξένη. Την αυτήν σχεδόν απάντησιν έλαβον παρά των +υπαλλήλων του σιδηροδρόμου . . . Δεν εδέχθησαν ποσώς, λέγοντες, ότι ήσαν +υποχρεωμένοι να παρέχωσι πάντοτε ελευθέραν διάβασιν εις τους ξένους τους +επισκεπτομένους την πατρίδα των». Σταματώ κατ' ανάγκην, διότι μ' εμποδίζει ο +γέλως να σου αντιγράψω περισσότερα. Πώς σου φαίνεται, εις σε την ελληνίδα, την +ζήσασαν . . . (μη φοβήσαι, δεν λέγω πόσα) έτη εις την Ελλάδα, η θαυμαστή αυτή +ανακάλυψις λεμβούχων και αχθοφόρων μη δεχομένων πληρωμήν, και +σιδηροδρομικών υπαλλήλων παρεχόντων δωρεάν εισιτήρια;</p> + +<p>Τι πρέπει άρα γε να υποθέση ο αναγινώσκων την διασκεδαστικήν αυτήν +μυθολογίαν; ότι είνε σκόπιμον μαγείρευμα προς αποστόμωσιν των κατηγόρων της +Ελλάδος, ή μάλλον ότι είνε αποτέλεσμα αστείας τινός παιδιάς φιλόφρονος μεν +αλλ' ιδιοτρόπου συνοδοιπόρου, όστις επλήρωσεν αυτός τα μικρά έξοδα της +Αγγλίδος, και της επώλησεν έπειτα, ότι οι αχθοφόροι, οι λεμβούχοι και ο +σιδηρόδρομος δεν λαμβάνουσιν εν Ελλάδι πληρωμήν παρά των ξένων; Το κατ' εμέ +υποθέτω αδιστάκτως το δεύτερον, διότι άλλως θα ευρισκόμην εις την δυσάρεστον +ανάγκην να παραδεχθώ, ότι η φιλέλλην συγγραφεύς, μυθολογούσα τοιαύτα +πράγματα προς τους αναγνώστας της, νομίζει φοβερόν πράγμα και πάσης μομφής +άξιον το να πληρόνωνται οι λεμβούχοι και οι αχθοφόροι και οι σιδηρόδρομοι, και +εν τω ακράτω της φιλελληνισμώ βλέπει 'ς τον<span class="sp"> ουρανό φεγγάρι</span> εν πλήρει +μεσημβρία κατά το κοινόν λόγιον. Αλλ' ό,τι δήποτε και αν υποθέση τις, δεν έχει +άδικον η ιταλική εκείνη παροιμία: Dagli amici mi guardi. Iddio che dai nemici mi +guardo io, ούτε η άλλη εκείνη ισπανική: Quien te cubre te descubre.</p> + +<p>Ευτυχώς το βιβλίον αυτό, το οποίον, δεν αμφιβάλλω, θα συντελέση εις την +ευθυμίαν σου πλειότερον όλων σου των ταξειδίων, δεν εδημοσιεύθη ακόμη +αγγλιστί, και οι ευρωπαίοι, ευτυχέστεροι ημών και κατά τούτο, αγνοούσιν έτι τους +υπέρ της Ελλάδος πανηγυρισμούς της συγγραφέως. Χαίρω φοβερά δι' αυτό, και +από βάθους καρδίας εύχομαι εις τον Θεόν να παρέλθη από της Ελλάδος το +ποτήριον τούτο· διότι εντρέπομαι τη αληθεία συλλογιζομένη, πώς θα +ξεκαρδισθώσιν οι αναγνώσται της κυρίας F. Ε. Μ. εις βάρος της Ελλάδος, ουδέ +παρηγορούμαι σκεπτομένη ότι θα γελάσωσιν ολίγον και εις βάρος της.</p> + +<p>Δεν τους θέλω τοιούτους φίλους, αδελφή! ας μου λείπουν! Μας ξεσκεπάζουν +αντί να μας σκεπάζουν, ως λέγουσιν οι Ισπανοί· και συμφωνώ με τους Ιταλούς, +οίτινες επικαλούνται κατ' αυτών την προστασίαν του θεού. Πόσα ημείς ιδίως οι +ταλαίπωροι Έλληνες επάθαμεν έως τώρα από τον άκρατον και φιλελληνικόν έρωτα +πολλών φίλων μας! Τι να γείνη! On n' est trahi que par les siens! και ομοιάσαμεν +πολλάκις τα άκακα εκείνα πιθηκίδια, άτινα πνίγει διά των πολλών της φιλημάτων +εις τας αγκάλας αυτής η φιλόστοργος μήτηρ των. Ας μας λείπουν, ας μας λείπουν +τοιούτοι φίλοι. Προτιμότεροι, μα τον Θεόν, εχθροί ως τον About παρά φίλοι ως την +κυρίαν F. Ε. Μ.<br /></p> + +<h4>Η'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1879</p> + +<p>Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα διά πολλούς και διαφόρους +σπουδαίους λόγους, των οποίων ο σπουδαιότερος είνε, ότι δεν είχα τι να σου +γράψω. Η εξομολόγησίς μου αυτή με απαλλάττει, ελπίζω, της απαριθμήσεως των +άλλων, ως απηλλάγη ποτέ ομοίας απαριθμήσεως ο αφελής εκείνος δήμαρχος, +όστις υποδεχόμενος τον βασιλέα του και δικαιολογουμένος ότι δεν διέταξε +πυροβολισμούς επί τη ελεύσει του, ήρχισε μεν λέγων πανηγυρικώς, ότι +εβδομήκοντα ήσαν οι λόγοι της ελλείψεώς του, προσέθηκε δε μετά τούτο εν πάση +ταπεινότητι, ότι ο πρώτος αυτών ήτο η έλλειψις πυρίτιδος. Ο μεγάθυμος βασιλεύς +τον απήλλαξε τότε της απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκονταεννέα λόγων· +ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή τουλάχιστον ίση, αν όχι και +ανωτέρα της βασιλικής.</p> + +<p>Μεγαθυμία; Ιδική σου μεγαθυμία . . . Ενθυμούμαι την τελευταίαν σου +επιστολήν, και αι ελπίδες μου καταβαίνουσιν υπό το άρτιον, πολύ περισσότερον +και από του ταλαιπώρου Λαυρίου τας μετοχάς. Συ μεγάθυμος; κάθε άλλο! Αν είχες +συ την χριστιανικήν αυτήν αρετήν, δεν θα μου έγραφες βεβαίως την επιστολήν, +την οποίαν μου έγραψες. Αν κόκκον και μόνον συμπαθείας ησθάνετο η τρυφερά +σου καρδία προς την δυστυχή Αθηναίαν, ήτις κατ' αυτήν την ευδαίμονα των +Αθηνών εποχήν ψήνεται αλληλοδιαδόχως από τον καύσωνα και πασπαλόνεται +από τον κονιορτόν, δεν θα της περιέγραφες με τόσην θριαμβευτικήν ευχαρίστησιν +τας λεπτομερείας του θελκτικού σου ταξειδίου από την Μείζονα Λίμνην εις την +Λίμνην της Λυκέρνης. Θα περιωρίζεσο μόνον να καταρασθής τα πυκνά του +κονιορτού σύννεφα, τα οποία σ' ετύφλωσαν, ως μου γράφεις, μεταξύ της Βιάσκας +και του Αϋρόλου, θα ηρκείσο εις την κωμικήν περιγραφήν του Μεγάλου +Ξενοδοχείου της Βιάσκας, το οποίον εδυσκολεύεσο, λέγεις, να ανεύρης μεταξύ των +περικυκλούντων αυτό οικίσκων, και θ' ανελογίζεσο ίσως, ότι ζώσα εγώ εν μέσω +των κυνικών καυμάτων των Αθηνών, δεν θα υπεδεχόμην βέβαια με μειδίαμα +ευχαριστήσεως την λεπτομερή αφήγησιν των ιδικών σου διασκεδάσεων και +τέρψεων, ούτε τον ποιητικόν σου πανηγυρισμόν των χιόνων του Αγίου Γοθάρδου, +επί των οποίων έτρεμες συ εκ του ψύχους εν μέσω Ιουλίω! Αλλά είσαι άσπλαγχνος +και εγωιστική φύσις. Ούτε την περιγραφήν του αμιμήτου δρόμου παρέλειψες, +όστις υπεραναβαίνων το γιγάντειον όρος διαγράφει 46 καμπάς μόνον εντός της +κοιλάδος της Τρέμολας, ούτε την εκατέρωθεν της οδού εστιβασμένην εξ +αμνημονεύτων χρόνων και άλυτον πλέον χιόνα, ούτε την πρασίνην χλόην ήτις +θάλλει επί του φυτικού χώματος, το οποίον απέθηκεν βαθμηδόν ο άνεμος επί της +επιφανείας των χιόνων, ούτε τους καταρράκτας, οίτινες χωνευόμενοι υπό τους +προαιωνίους πάγους, αναδύουσι μακρότερον και κατακρημνίζονται επί τας +μελανάς των ελατών κορυφάς· ούτε τους κολοσσιαίους και προσηνείς σκύλους του +ξενώνος του Αγίου Γοθάρδου, οίτινες σε έσυρον ηρέμα από της εσθήτος, ίνα +λάβωσι μικράν μερίδα του προγεύματός σου· ούτε τας γραφικάς των ελβετίδων +ενδυμασίας, ούτε την καταπληκτικήν Γέφυραν του Διαβόλου, ούτε του Φλύλεν την +αμίμητον τοποθεσίαν, ούτε της λίμνης σου τα πράσινα κύματα, ούτε . . . . ούτε +τίποτε τέλος πάντων, το οποίον ηδύνατο να κινήση την ζηλείαν μου και τον φθόνον +μου, και να μου καταστήση αφορητοτέραν την εν Αθήναις θερινήν διαμονήν. Είνε +φιλικόν αυτό; είνε εύσπλαγχνον; είνε χριστιανικόν; Ας όψεσαι εν ημέρα κρίσεως, +ότε ο Πλάστης θα σ' ερωτήση, — και θα σ' ερωτήση βεβαίως, διατί εταξείδευες εις +την Ελβετίαν, ότε η φίλη σου έμενεν εις τας Αθήνας; και διατί συ εκρύονες επί των +Άλπεων, ότε η ταλαίπωρος εκείνη ανελύετο εις ιδρώτα εν μέση πλατεία του +Συντάγματος;</p> + +<p>Μη νομίσης όμως, ότι δεν είχαμεν και ημείς οι Αθηναίοι τας μικράς μας +διασκεδάσεις αυτάς τας ημέρας. Λέγω μικράς, βλέπεις, με όλην την πρέπουσαν +μετριοφροσύνην, καθότι περί μεγάλων παρ' ημίν δεν πρόκειται, όσον και αν +προσποιούμεθα τους μεγάλους. Εν πρώτοις είχαμεν πολιτικήν ανεμοταραχήν, ήτοι +σάλον κοινοβουλευτικόν, ως λέγουσιν οι πολιτικοί. Η κυβέρνησις δηλαδή +συνεκάλεσε την βουλήν, η βουλή απεδοκίμασε την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις +έδωκε την παραίτησίν της, έπειτα πάλιν έμεινε, διότι η αντιπολίτευσις δεν +εσχημάτισεν άλλο υπουργείον, και επειδή η αντιπολίτευσις εφάνη ότι είχε και +πάλιν διάθεσιν να αποδοκιμάση την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έστειλε την βουλήν +όθεν ήλθεν. Εννοείς συ τίποτε από όλα αυτά; όχι βέβαια· ούτ' εγώ. Σε μέλει; +ολίγον, αναντιρρήτως· κ' εμέ το ίδιον. Λέγουν τριγύρω μου, ότι τα πράγματα είνε +σπουδαία· αλλ' όσοι το λέγουν φαίνονται ως ν' αστειεύωνται, και δεν τους +πιστεύω. Το μόνον σπουδαίον είνε κατ' εμέ αι διακόσιαι πεντήκοντα περίπου +χιλιάδες δραχμαί, αι οποίαι υπήρξαν το τίμημα της οκταημέρου εκτάκτου συνόδου +της βουλής μας. Ο ταλαίπωρος ελληνικός λαός πληρόνει επί τέλους πάντοτε les +pots cassés. Έπειτα πλην των πολιτικών είχαμεν και έν έκτακτον συμβάν, ικανώς +κωμικοδραματικόν, το οποίον αρκετά μας συνεκίνησε και μας διεσκέδασεν αυτήν +την εβδομάδα. Πολύ φοβούμαι, ότι εις σε δεν θα κάμη μεγάλην εντύπωσιν· ημείς +όμως οι μικροπολίται, οίτινες δεν έχομεν καθ' ημέραν τοιαύτα τυχηρά, αρκούμεθα +και εις τα ολίγα, αναλογιζόμενοι την παλαιάν παροιμίαν «όταν μη κρέας παρή και +ταρίχω στερκτέον», την οποίαν ο υπηρέτης μου μεταφράζει «εν ελλείψει +χαρτοσήμου καλό 'ν' και το στουπόχαρτο». Επειδή δε νομίζω και εγώ ότι η τυχηρά +αυτή διασκέδασις ημών των μικροπολιτών δύναται να διασκεδάση και σε την +κοσμοπολίτιδα, σου διηγούμαι το γεγονός. Άκουσε λοιπόν και διασκέδασε, — αν +θέλης, εννοείται· υποχρεωμένη δεν είσαι. Είς εκ των πολλών υπαξιωματικών του +ελληνικού στρατού επεθύμησε, φαίνεται, να συνδέση την δάφνην του Άρεως προς +την μύρτον του έρωτος. Θύμα δε πρόχειρον των φονικών του βλεμμάτων ευρέθη +κόρη τις απλή και άκακος, δεκαπενταέτις μόλις, ήτις και καταλιπούσα τον πατρικόν +οίκον, όπου είχεν ίσως βαρυνθή να ακούη από πρωίας μέχρις εσπέρας το +<span class="sp"> τύπτω τύπτεις</span> του διδασκάλου πατρός της, — +ίσως δε και να το αισθάνεται ενίοτε, +παρηκολούθησε τον εκπορθητήν της καρδίας της εις μικρόν τινά εν Νεαπόλει (των +Αθηνών) οικίσκον, όπου, αλλάξασα γραμματικήν, έκλινε το j' aime, tu aimes αντί +του βαρέος εκείνου ελληνικού ρήματος.</p> + +<p>Ο πατήρ όμως ήθελε την κόρην του, και η στρατιωτική αρχή ήθελε τον +παραπλανηθέντα ήρωά της. Ανεζητήθη λοιπόν το ερημητήριον των δύο +περιστερών, ευρέθη μετά κόπους πολλούς, και τα πεζά της εξουσίας όργανα — +όχι, ελησμόνησα· ήσαν και ιππείς — προσεκάλεσαν τον νεαρόν Άρην να +παραδώση εις τον πατέρα της την νεαρωτέραν Αφροδίτην. Αλλά το ζεύγος το +ερωτικόν, ενθυμούμενον και αντίγραφον ίσως το επινόημα του Σελεστίνου και του +Ξαβιέρου του Méry, εκλείσθη και εμανδαλώθη εντός της φωλεάς του, και +εδήλωσεν εις τους πολιορκούντας αυτό κλητήρας και στρατιώτας, ότι κατ' ουδένα +τρόπον εννόει να χωρισθή. Εις μάτην αι παρακλήσεις των κλητήρων, εις μάτην αι +επιταγαί της στρατιωτικής αρχής. Ο ήρως της κωμωδίας, προσαγορεύων από του +εξώστου του ερωτικού του φρουρίου το περιϊστάμενον πλήθος, εδήλου ρητώς και +κατηγορηματικώς, ότι είχεν εντός της οικίας πετρέλαιον και δυναμίτιδα και πυρ +και εκτός τούτων σπάθην και πολύκροτον· ότι εις πρώτην απόπειραν εκβιάσεως +της θύρας ήθελε πυροβολήσει κατά του πρώτου τολμητίου, ήθελε κόψει τον +λαιμόν της ερωτικής του περιστεράς, ήθελεν ανάψει το πετρέλαιόν του, και . . . +πριν ή ανατινάξη εις τον αέρα διά δυναμίτιδος την οικίαν, ήθελεν αυτοκτονήσει +διά της τελευταίας του πολυκρότου βολής. Το πράγμα, εννοείς, εφάνη κάπως +σπουδαίον εις τους πολιορκητάς, διότι ολίγοι, φαίνεται, μεταξύ αυτών εγνώριζον +τον ήρωα. Το περιεστώς πλήθος έφριξε, τα όργανα της εξουσίας συνεκινήθησαν +και κάπως το εσυλλογίσθησαν, επλατύνθη δε ικανώς ο κύκλος των περιέργων, +οίτινες την εσπέραν εκείνην είχον προτιμήσει το εν Νεαπόλει θέαμα από την +παράστασιν του<span class="sp"> Άμλετ</span> εν τω Απόλλωνι και του +<span class="sp"> Ορφέως</span> εν Φαλήρω. +Συμβουλίου γενομένου, εκρίθη καλόν να αλωθώσιν οι ποιητικοί ερασταί διά του +πεζοτάτου μέσου της πείνης. Φρουρά τακτική εστήθη προ του ερημητηρίου των +δύο περιστερών, και περιπολίαι τακτικαί μετηλλάσσοντο εις ώρας τακτάς, προς +ανέκφραστον διασκέδασιν των αργών Αθηναίων και των περιέργων γειτόνων, +οίτινες ούτε Άντρον των Νυμφών εσυλλογίζοντο πλέον, ούτε Βουλήν, ούτε +πλατείαν του Συντάγματος. Δυστυχώς όμως το πράγμα εκοινολογήθη, η πόλις +ήρχισε να συγκινήται, ο σπουδαίος τύπος επελήφθη του ζητήματος, και η κοινή +γνώμη απήτει την αυστηράν του νόμου εκτέλεσιν. Αι αρχαί κατενόησαν ότι δεν +ηδύναντο πλέον να μένωσιν απαθείς — ή και συγκεκινημένοι, αδιάφορον — +θεαταί των γινομένων, και απεφάσισαν να προβώσιν εις την εξ εφόδου άλωσιν της +ερωτικής ακροπόλεως. Προχθές λοιπόν την πρωίαν έγεινεν εν πρώτοις, κατά τα +νόμιμα του πολέμου, η εις παράδοσιν πρόσκλησις των πολιορκουμένων. Αλλ' ο +ήρως εξελθών εις τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και +μυρτοστεφούς ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην +του διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και εδήλωσε +βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού ήθελε φονεύσει +την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον οίκον. Την δήλωσιν μάλιστα +ταύτην παρηκολούθησε και δραματική τις παντομίμα, καθ' ην<span class="sp"> εκείνος</span> μεν +προσήγαγε την σπάθην του εις τον τράχηλον<span class="sp"> εκείνης</span>, εκείνη δε έκλεισεν εν +ερωτική εκστάσει τους οφθαλμούς, οιονεί μέλλουσα να παραδώση το πνεύμα εις +την λευκήν της Αφροδίτης περιστεράν. Το άκακον κοινόν ενόμισε πρόσφορον να +φρίξη, και ανεκραύγασε μάλιστα εκ τρόμου. Αλλ' οι στρατιώται δεν ενόμισαν +αναγκαίον να συγκινηθώσι· διαρρήξαντες δε διά πελέκεων την θύραν, ενώ μάτην ο +ήρως εξηκολούθει χειρονομών από του εξώστου και κραυγάζων, και περιφέρων +πάντοτε την σπάθην του εις της ερωμένης του τον λαιμόν, και γυμνών τα στήθη +του και προκαλών τους πυροβολισμούς των στρατιωτών, εισήλθον εκείνοι εις τον +οίκον, και τον συνέλαβον εν πάση πεζότητι. Πριν ή όμως τον συλλάβωσι, +προφθάσας εκείνος εκρήμνισεν από του εξώστου εις την οδόν . . . τίνα υποθέτεις; +την νεαράν ηρωίδα του οικογενειακού δράματος, ως θα έλεγε πρόγραμμά τι του +ελληνικού θεάτρου. Ούτω δε απήχθη μεν ο ήρως εις το φρουραρχείον, η δε ηρωίς +εις παρακείμενόν τι φαρμακείον, όπως τη δοθή η πρώτη βοήθεια. Σε διεσκέδασεν +η ιστορία μου; το ελπίζω. Αν τώρα σου έλθη η περιέργεια να μ' ερωτήσης: τι θα τον +κάμουν τον παράδοξον αυτόν ήρωα; θα σου απαντήσω αφελώς: δεν ηξεύρω. Αν +έζων αλλού, θα το ήξευρα και θα σου το έλεγα. Ίσως εδώ προβιβασθή.<br /></p> + +<h4>Θ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 25 Ιουλίου 1879</p> + +<p>Η κωμικοτραγική μου διήγησις της παρελθούσης εβδομάδος τόσον εξετάθη, +ως είδες, ώστε με εμπόδισε να εκκαθαρίσω μαζή σου τον εβδομαδιαίον μου +λογαριασμόν, και μ' αφήκε μάλιστα υπό το βάρος καθυστερούντων, άτινα σπεύδω +να πληρώσω σήμερον, μη θέλουσα να μιμηθώ κατά τούτο τους μάλλον +<span class="sp"> φορολογουμένους</span> ευδαίμονός τινος χώρας, ων αι προς το δημόσιον ταμείον οφειλαί +αναβαίνουσι μέχρι σήμερον εις το ασήμαντον ποσόν των εβδομήκοντα περίπου . . +. εκατομμυρίων.</p> + +<p>Και εν πρώτοις λοιπόν ας σου αναφέρω την συναυλίαν Frigeri, την οποίαν +απηλαύσαμεν προ δεκαπέντε ημερών εν Φαλήρω. Δεν ενθυμούμαι τώρα, τις +μοχθηρός τεχνοκρίτης έγραψέ ποτε, ότι η μουσική κατήντησε σήμερον θόρυβός τις +ικανώς δυσάρεστος, διαφέρων παντός οιουδήποτε άλλου θορύβου κατά τούτο και +μόνον ότι πληρόνεται ακριβώτερα. Αγνοώ ποία μουσική ακρόασις προεκάλεσε τον +φοβερόν αυτόν αφορισμόν του κριτικού εκείνου· υποθέτω όμως, ότι θα ήτο +πρώτη τουλάχιστον εξαδέλφη, αν όχι και αδελφή, της μοναδικής συναυλίας την +οποίαν μας προσέφερεν η εν Αθήναις επίδημος ιταλίς αοιδός. Αι Αθήναι, βλέπεις, +εξομοιούνται ολονέν προς τα μεγάλα κέντρα του δυτικού πολιτισμού. Αφού +απέκτησαν operette ως οι Παρίσιοι, και season ως το Λονδίνον, και +Damenorchester ως η Βιέννα, ήρχισαν από τινος ν' αποκτώσι και μουσουργούς +επιδήμους, οίτινες φέρουσιν από καιρού εις καιρόν τον πλάνητα πόδα των εις την +κλασικήν χώραν των ωραίων τεχνών, θηρεύοντες μεν ίσως και αυτοί τα φειδωλά +κέρματα των Αθηναίων, ως οι δεκαετείς αλήται αρπισταί της Μεσσήνης και του +Τράνι, αλλά ποθούντες ιδίως να προσθέσωσι κλάδον ελαίας Αττικής εις τους +λοιπούς των στεφάνους. Ημείς δε, άνθρωποι πρακτικοί, φειδόμεθα μεν των +κερμάτων, όσον και αν εξεχείλισαν εσχάτως εν Ελλάδι αι χάλκιναι εικόνες του +βασιλέως ημών, αφειδούμεν όμως στεφάνων και πανηγυρισμών, διότι . . . die +kosten ja nichts, ως λέγουσιν οι πολύ ημών πρακτικώτεροι γερμανοί. Ούτω θα +ανέγνωσες βέβαια εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας, τας οποίας σου έφερε το +παρελθόν ταχυδρομείον, τους θριάμβους της ιταλίδος ψαλτρίας, αλλά θα +παρετήρησες συνάμα, ότι των θριάμβων αυτών πολύ αραιοί υπήρξαν οι μάρτυρες. +Μεταξύ αυτών υπήρξα δυστυχώς και εγώ· το δε<span class="sp"> μαρτύριόν</span> μου διήρκεσε δύο +περίπου ώρας. Ευτυχώς όμως «Ο τρώσας και πάλιν ιάσεται» λέγει η Γραφή. Το +μαρτύριόν μου είχεν εν εαυτώ και την θεραπείαν του. Η φωνή της Κ. Frigeri ήτο +τοσούτον μετριοφρόνως ολίγη και τόσον δειλώς οικονομική, οι δε +συμπαραστατούντες αυτή μουσουργοί τοσούτον συμπαθώς είχον αποσυρθή εις τα +μύχια βάθη της φαληρικής σκηνής, ίνα μη καταστήσωσι φαίνεται προδηλοτέραν +διά της παραβολής την φωνητικήν ανέχειαν της ψαλτρίας, ώςτε η όλη συναυλία +δεν υπερέβη την ευάρεστον διαπασών υποκώφου τινός μορμυρισμού, +συγχεομένου μυστηριωδώς προς τον ήρεμον φλοίσβον των επί των άμμων του +Φαλήρου εκπνεόντων κυμάτων.</p> + +<p>Εβλέπομεν την αοιδόν ανοίγουσαν τα χείλη και χειρονομούσαν μετά πάθους +πολλού, εβλέπομεν τους μουσικούς σύροντας ευσυνειδήτως τα τόξα των επί των +χορδών, αλλά τόσον και μόνον. Η μυστική ημών ρέμβη δεν εταράσσετο· +εφανταζόμεθα ότι είχομεν εμπρός μας κινεζικήν τινα σκιοπαιδιάν, και . . . . ήμεθα +ευχαριστημένοι. Μόλις πού και πού η φωνή της ψαλλούσης έκρινε καλόν να +βεβαιώση την ύπαρξίν της δι' εκτάκτου αγώνος, και κραυγή τις τότε οξεία μας +εξήγειρε του ύπνου, ως ψυχρού λουτρού καταρράκτης επί την κεφαλήν +οπιοφάγου κινέζου. Αλλά τα έκτακτα αυτά ήσαν σπάνια· η δε καθόλου της +μουσικής ημών διασκεδάσεως εντύπωσις ωμοίαζε προς την παράδοξον εκείνην +και μυστηριώδη συγκίνησιν, ην προξενεί φωνή εγγαστρίμυθου.</p> + +<p>Έρχομαι τώρα εις τον papa Lavergne. Τον ενθυμείσαι, τον εύσωμον εκείνον και +φαιδρόν Ολύμπιον Δία, όστις επιδεικνύων εις την χορείαν του δωδεκαθέου τας +ευσάρκους του κνήμας, ανεφώνει μετά δικαίας υπερηφανείας: et pas coton! Τον +ενθυμείσαι βέβαια· τον εθαυμάσαμεν μαζή κατά το 1871, ότε απετέλει τον +ακράδαντον στόλον του γαλλικού θεάτρου των Αθηνών. Τον εχειροκροτήσαμεν +τότε ως Général Boum και ως Jupiter, ήλπιζα δε να τον χειροκροτήσω +και εφέτος, +ότε η διεύθυνσις του φαληρικού θεάτρου ενόμισε πρόσφορον να καρυκεύση τα +μουσικά της μαγειρεύματα διά των εκ του παρελθόντος ευαρέστων αναμνήσεων +των θεατών. Ήλθε λοιπόν και πάλιν και ανέβη εις το φαληρικόν σανίδωμα ο Ζευς +του 1871. Πόσον όμως μεταβεβλημένος! Πόσον ισχνός και μαραμμένος ο +ταλαίπωρος! Ούτε παρειαί πλέον στρογγύλαι, ούτε κνήμαι στρογγυλώτεραι, ούτε +κοιλία στρογγυλωτάτη. Πομφόλυγες ήσαν πάντα και διερράγησαν. Και αυτοί +νομίζω οι τρεις τέσσαρες οδόντες του<span class="sp"> πατρός ανδρών</span> + τε<span class="sp"> θεών</span> τε, οίτινες +επένθουν άλλοτε εν ερημία την στέρησιν των αδελφών των, μετέβησαν εις +εντάμωσιν εκείνων, και το άσμα του εφετεινού Διός ήτο άναρθρός τις φωνή, +βαρεία μεν ως πάντοτε και ηχηρά, αλλά τίποτε περιπλέον. Φαντάσου την +απογοήτευσιν των παλαιών του θαυμαστών. Φαντάσου δε και την λύπην αυτών, +ότε την επομένην πρωίαν ηκούσθη αίφνης καθ' όλην την πόλιν η απαισία είδησις, +ότι ο Ζευς ούτος ο κατεσκληκώς και ηρειπωμένος, ούτινος το παρελθόν καν +μεγαλείον επέβαλλε τον σεβασμόν, μετηνέχθη από του χαρτίνου του Ολύμπου εις +τας πολιτικάς φυλακάς διά χρέη! Αστείος τις, αλλά σκληροκάρδιος και απαθής +προς το φοβερόν αυτό δυστύχημα του φαληρικού Ολύμπου, είπεν, ότι εις το νέον +του violon θα εννόησεν ο Ζευς πόσον τερπνόν ήτο και προτιμότερον το violon του +Ορφέως. Το λογοπαίγνιον είνε άσχημον, ως βλέπεις, και διά τον δυστυχή Lavergne +ήτο πολύ ασχημότερον. Ευτυχώς ευρέθη, φαίνεται, θεός τις από μηχανής +ισχυρότερος του Διός, και απεφυλάκισε τον νεφεληγερέτην. Τον έχομεν λοιπόν και +πάλιν, μέχρις ου φυτρώση κανείς άλλος δανειστής.</p> + +<p>Ιδού εξώφλησα τα καθυστερούντα μου, και μεταβαίνω εις τον<span class="sp"> + τρεχούμενον</span>, ως λέγουσιν οι έμποροι. Επειδή δε είπα την λέξιν τρεχούμενος, ηξεύρεις ποία +είνε σήμερον η<span class="sp"> πλέον τρεχούμενη διασκέδασις</span> (μεταφράζω κατά +τον συρμόν l' amusement le plus courou) των Αθηνών; Η Lilly, αγαπητή μου. Συ δεν +γνωρίζεις βέβαια την Lilly· δυστυχής θνητή! Η Lilly, φιλτάτη, είνε χαριτωμένη τις +Αγγλίς, τραγουδίστρια των εν υπαίθρω σκηνών, ολίγον χορεύτρια, κάπως μίμος, +πολύ πολύ όμως εύμορφη, και πολύ περισσότερον ευμελής και εύσωμος. Διά να +εννοήσης δε πόσον είνε εύσωμος η νέηλυς αοιδός του Κήπου των Μουσών, αρκεί +να σου αναφέρω, ότι κυρία τις πρό τινων ημερών καθημένη πλησίον μου, — +ομοιάζουσα δε, σημείωσε καλώς, τσίρον της περυσινής εσοδείας, — δεν ηδυνήθη +να καταστείλη την ιεράν της αγανάκτησιν, βλέπουσα τας τορνευτάς κνήμας της +Αγγλίδος διαγραφομένας υπό το ροδόχρουν της πλέγμα. «Αχ! τι εντροπή!» +ανεφώνησεν· εγώ δε εμειδίασα εις απάντησιν, συλλογιζομένη, ότι η τόσον +αιδήμων γείτων μου είνε τακτική φοιτήτρια του φαληρικού θεάτρου, και ότι +πολλάκις είδε και την Perichole και την Jolie Parfumeuse, και τας λοιπάς ευωδίας +του εφετεινού μας θιάσου. Η Αγγλίς λοιπόν αυτή εγκατεστάθη εφέτος εις έν των +επτά Άντρων, άτινα εφύτρωσαν ένθεν και ένθεν της ξηράς κοίτης του Ιλισσού, και +μετέβαλον, ως λέγει ενθουσιώδης τις φίλος μου, το μέρος εκείνο της πόλεως εις +άλλα Champs Elysées. Ψάλλει αγγλιστί ελαφρά τινα ασμάτια, εις τα οποία +αναμιγνύει πού και πού και γερμανικάς ή γαλλικάς επωδούς, και διά του απλού +αυτού μέσου καταμαγεύει εις τοιούτον βαθμόν τους ακροατάς της, ώστε +ηρημώθησαν πέριξ και Άντρον των Νυμφών, και Απόλλων και γερμανικοί θίασοι, +και Γιαννούλα — είνε η σμυρναία αοιδός του αμανέ, περί ης άλλοτε θα σου +γράψω — και αθρόος ο κόσμος συρρέει καθ' εσπέραν εις τους αναριθμήτους — +ολίγους όμως σκάμνους του θεάτρου, και συνωθείται ίνα καταλάβη θέσιν +παρέχουσαν και εις τα ώτα και εις τους οφθαλμούς συγχρόνως τέρψιν. Το κύριον +δε θέλγητρον της Lilly δεν είνε ούτε το μέτριον άλλως άσμα της, ούτε αι υπέρ το +μέτριον κνήμαι της, αλλ' η χάρις του αναστήματος και της αναβολής αυτής, το +εμμελές και αρμονικόν των κινήσεών της και η περί την ενδυμασίαν της άπειρος +τέχνη. Αδύνατον να την υπολάβη τις Αγγλίδα, πριν ανοίξη το στόμα της. «Έπιε +νερόν του Σηκουάνα η Αγγλίς αυτή», μ' έλεγεν ο ίδιος εκείνος φίλος μου, και +νομίζω ότι δεν είχεν άδικον. Φαντάζεσαι τώρα ευκόλως, εις ποίας υπερβολάς ωθεί +καθ' εσπέραν ο ενθουσιασμός το ευφάνταστον και ενθουσιώδες κοινόν των +Αθηνών. Αι φιλοφροσύναι γίνονται μεγαλοφώνως διά λόγων και σχημάτων, τα +επιφωνήματα του θαυμασμού ομοιάζουσιν ενίοτε με βρυχηθμούς, αι ανθοδέσμαι +δε και αι περιστεραί βρέχουσι κατά κεφαλής της Lilly, ήτις ουδεμίαν συνήθως +αισθάνεται δυσκολίαν να ανταποδίδη μεγαλοφώνως επίσης και εκφραστικώτατα +τας φιλοφρονήσεις των θυμάτων της. Περί του συντρόφου της Lavator, κοινοτάτου +κωμικού, τις οίδε τινος ιπποδρόμου της Ευρώπης, ουδέ λόγος δύναται να γείνη, +ειμή μόνον ότι είνε σύζυγος της Lilly, — ως λέγει.</p> + +<p>Δεν εξακολουθώ την επιστολήν μου σήμερον, διότι η συνέχεια θα ήτο λυπηρά. +Προτιμώ να σου μείνω και πάλιν χρεώστης.<br /></p> + +<h4>Ι'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις, τη 2 Αυγούστου 1879.</p> + +<p>Ανέβης λοιπόν εις το Ρίγι και δεν ετρόμαξες! Ανερριχήθης διά τολμηράς και +παραδόξου σιδηροδρομικής τροχιάς εις δύο χιλιάδων περίπου ποδών ύψος, και +ούτε ζάλην ησθάνθης, ούτε ιλιγγίασιν, ούτε φόβον! Καλόν σημείον. Θα ειπή, ότι το +νευρικόν σου σύστημα εδυναμώθη, ότι η επισφαλής εκείνη υγεία σου, — ήτις ως +ενθυμείσαι, δεν ενέπνεεν εις τους φίλους σου τόσους φόβους, όσους εις σε, — +ανέλαβε πάλιν. Δεν ηξεύρω κατά πόσον συνετέλεσεν εις τούτο η περιηγητική σου +θεραπεία· έχω όμως τον εγωισμόν να νομίζω, ότι και τα ιδικά μου γράμματα +ενήργησαν κάπως προς το ευάρεστον αυτό αποτέλεσμα. Δεν δύνασαι τουλάχιστον +να μου αρνηθής, ότι συμμορφουμένη ακριβώς προς τας οδηγίας σου, +προσεπάθησα μέχρι τούδε πάση δυνάμει να φαιδρύνω τας ώρας της ξενητείας +σου, ότι απέφυγα επιμελώς πάσαν αφήγησιν και πάσαν περιγραφήν δυναμένην να +λυπήση τον πατριωτισμόν σου, και ότε η αττική εκείνη αύρα, την οποίαν κατά τας +ποιητικάς απαιτήσεις σου προσεπάθουν να αποταμιεύω εκάστην εβδομάδα εντός +των επιστολών μου, περιείχεν ικανήν ποσότητα σκοπίμου φαιδρότητος. Σημείωσε +δε, ότι θα περιείχεν ακόμη περεσσοτέραν, αν μου επέτρεπες να αναμιγνύω ενίοτε +εις την σκευασίαν μου και μικρόν τι srupulum κακολογίας, και να σου διηγώμαι +παραδείγματος χάριν . . . πλην δεν το θέλεις, μου το απηγόρευσες. N' en parlons +plus.</p> + +<p>Δι' αυτόν τον λόγον κ' εγώ απέφυγα να σου αναγγείλω διά της παρελθούσης +μου επιστολής λυπηράν τινά είδησιν, και σου έμεινα και πάλιν χρεώστης, +περιμένουσα να την μάθης παρά των εφημερίδων πρώτον και κατόπιν παρ' εμού. +Δεν θα έχη μεν πλέον το θέλγητρον του νέου, αλλά τοσούτων νέων θέλγητρον ας +μην έχη ποτέ κανέν μου γράμμα. Ναι, φίλη μου, και σήμερον έτι, ότε παρήλθον +ήδη δέκα ημέραι από του απαισίου γεγονότος — και ηξεύρεις πόσα και ποία +πράγματα ψυχραίνονται συνήθως και λησμονούνται παρ' ημίν εντός δέκα ημερών, +— και σήμερον έτι έχω βαρυαλγή την καρδίαν, όχι πλέον αναγγέλλουσα αλλά +γράφουσα και εγώ, ότι ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απέθανεν. Είμαι δε +βεβαία, ότι και εις σε την αυτήν λύπην θα προξενήσωσιν αι ολίγαι αύται σειραί, +όσην σου επροξένησε το πρώτον του θανάτου άγγελμα, και ότι το δάκρυ το +οποίον θα θολώση και πάλιν τους οφθαλμούς σου δεν θα ήνε ολιγώτερον θερμόν +εκείνου, όπερ εστάλαξεν επί της πρώτης εντύπου αγγελίας του δυστυχήματος, την +οποίαν σου έφεραν αι εφημερίδες. Είχαμεν και αι δύο το ευτύχημα να +γνωρίσωμεν εκ του πλησίον τον ευγενή εκείνον άνδρα· και αν οι πολλοί πενθούσι +σήμερον την μεγάλην και πρόωρον απώλειαν, ην υπέστησαν τα ελληνικά +γράμματα διά του θανάτου ενός των καλλιτέρων λυρικών ποιητών της νέας +Ελλάδος, ημείς πενθούμεν συγχρόνως και το άωρον τέρμα του βίου ανδρός +ευγενούς και υψηλόφρονος, ούτινος η μεγάλη και ευπαθής καρδία, πλήρης +φλογερού και δυσαπαλλάκτου πατριωτισμού, διερράγη επί τέλους μοιραίως υπό +την βιαιότητα των παλμών της. Ο Βαλαωρίτης, ως ήξευρες, έπασχεν από πολλού +βαρύ καρδιακόν νόσημα, ούτινος ουδ' αυτόν τον ίδιον διέφευγεν η σπουδαιότης. +Από καιρού ήδη δεν κατεκλίνετο πλέον, και μόλις που κατώρθονε να κλείη τα +βεβαρημένα του βλέφαρα ανακύπτων επί βραχείας ώρας εις το ανάκλιντρόν του. +Η σωματική αυτή βάσανος είχεν εμπνεύσει αναγκαίως εις τον ταλαιπωρούμενον +ποιητήν της<span class="sp"> Κυρά Φροσύνης</span> βαρύθυμόν τινα μισοκοσμίαν· διά τούτο δε +φεύγων πάσαν κοινωνικήν αναστροφήν, είχεν αποσυρθή εις την παρά τα γαλανά +της Λευκάδος ύδατα εκτεινομένην ωραίαν εξοχικήν του έπαυλιν, και εμόναζεν εις +την<span class="sp"> Μαδουρήν</span> του. Εκεί, θεώμενος από των παραθύρων του τα μελανά της +Ακαρνανίας όρη και βαθύτερον τας κυανάς κορυφάς του Ζυγού, αναπνέων την +βαλσαμώδη αύραν, ήτις προσέπνεεν από τας ελάτας των ηπειρωτικών βουνών και +από τα βάθη του Αμβρακικού κόλπου, αναπολών την αιματηράν ιστορίαν του Αλή- +Πασσά και τα καρυοφίλια των αρματωλών, ανέπλαττεν εν εκστάσει της Φροσύνης +τον έσχατον στεναγμόν, πνιγόμενον υπό τα κύματα της Λίμνης, και τους άθλους +των Σουλιωτών επί των βράχων της Κιάφας· έβλεπε το οικτρόν φάσμα του Θανάση +Βάγια, και την σεμνήν μορφήν του Σαμουήλ, ανατινάσσοντος το<span class="sp"> Κούγκι</span> εις τον +αέρα, και έτεινεν άπληστον το ους, οιονεί προς μακρυνήν τινα και μυστηριώδη +μελωδίαν, προς την αρμονικήν λαλιάν των κλεφτών, την οποίαν μετά τοσαύτης +θρησκευτικής ευλαβείας απεταμίευσεν εις τα ποιήματά του. Ενίοτε η έκστασις +εκείνη μετέπιπτεν εις έμπνευσιν, η ρέμβη μετεβάλλετο εις ενθουσιασμόν, η +άφωνος ποιητική θεωρία εξεχύνετο εις άσμα, και ο από της Λευκάδος άνεμος μας +έφερεν εις Αθήνας νέαν μελωδίαν του πάσχοντος ποιητού. Αλλ' ήσαν σπάνια +δυστυχώς τα ενεργά εκείνα διαλείμματα. Ο Βαλαωρίτης έβλεπε μόνον, ανεπόλει +και ωνειρεύετο. Ωνειρεύετο, φευ! ό,τι δεν του εχάρισεν η μοίρα να ίδη +πραγματοποιούμενον. Ωνειρεύετο τα<span class="sp"> Γιάννενά</span> του ελεύθερα· ωνειρεύετο +νέον προσκύνημα εις την ηρωικήν εκείνην γην, της οποίας υπήρξεν ο ψάλτης· +ωνειρεύετο<span class="sp"> άσμα καινόν</span> ως τέρμα των παλαιών του ασμάτων, ωνειρεύετο +να εορτάση το Πάσχα εκεί, όπου ενηστεύθη τεσσάρων αιώνων τεσσαρακοστή. Αλλ' +ο θάνατος έκοψε τα όνειρα του ποιητού, και το αρρενωπόν του άσμα δεν θα +πανηγυρίση της Ηπείρου την ελευθερίαν. Όταν εκεί ποτε την αιματοβαφή σημαίαν +αντικαταστήση η κυανόλευκος και ο σταυρός την ημισέληνον, όταν τείνη ένθους η +Ήπειρος το ους προς την Λευκάδα, ίνα ακούση την γνώριμον φωνήν +πανηγυρίζουσαν την χαράν της, η Λευκάς θα μείνη βωβή, και τα κύματα της μόνον, +εκπνέοντα εις της Πρεβέζης τον αιγιαλόν, θα φλοισβίσωσι πενθίμως, ότι . . . ο +Βαλαωρίτης δεν ζη πλέον.</p> + +<p>Συγχώρει, αν δεν σου γράφω σήμερον περισσότερα και φαιδρότερα. Άφες την +συγκίνησίν μου αμιγή, και ας μείνη και η ιδική σου τοιαύτη.<br /></p> + +<h4>ΙΑ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 8 Αυγούστου 1879</p> + +<p>Τίποτε σχεδόν άξιον λόγου δεν έχω να σου αναγγείλω εξ Αθηνών αυτήν την +εβδομάδα, και εντρέπομαι τη αληθεία, όχι εννοείται εις λογαριασμόν μου, αλλ' εις +λογαριασμόν της ελληνικής μεγαλοπόλεως διά την νεολογικήν αυτής πτωχείαν. +Και όμως αι Αθήναι ως και άλλοτε σου έγραψα, μεγαλύνονται ολονέν, +μεγαλύνονται και αυξάνουσι, το δε μέτρον του σημερινού των μεγαλείου σου +παρέχει τούτο και μόνον το γεγονός, ότι η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου +θα εκλέξη εφέτος, κατά τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς, όχι πλέον έξ, ως μέχρι +τούδε, αλλά οκτώ αντιπροσώπους. Δεν δύνασαι, πιστεύω, να μου αρνηθής, ότι +τούτο είνε πρόοδος, πρόοδος αληθινή και αδιαφιλονείκητος, την οποίαν ουδ' +αυτοί της Ελλάδος οι εχθροί δύνανται ν' αρνηθώσιν. Ημπορεί τις ίσως, αν ήνε +μάλιστα φύσει δύσκολος άνθρωπος, φιλόψογος και μεμψίμοιρος, να μη +παραδέχεται ως εκφανή μαρτύρια της αναπτύξεως και προόδου των Αθηνών, κατά +την τελευταίαν από του 1870 δεκαετίαν, τον εγκληματισμόν του γαλλικού θεάτρου +παρ' ημίν, την εισαγωγήν των raoùts και των αθώων questions, τας μονομαχίας +χάριν ενός μανδηλίου μιας γαλλίδος ηθοποιού, τους bals costumés, την Lilly και +άλλα πολλά πειστικώτατα εν τούτοις τεκμήρια, μαρτυρούντα ότι αι Αθήναι δεν +δύνανται να κοιμηθώσιν από την ζηλοτυπίαν των, ακούουσαι ότι οι Παρίσιοι +ονομάζονται ενίοτε nouvelle Athènes, και προσπαθούσι να γίνωσι Παρίσιοι διά να +ήνε άξιαι του ονόματός των. Όλα αυτά φιλονεικούνται ίσως και δύνανται να +φιλονεικηθώσι. Δύναται τις ίσως μάλιστα· και να ισχυρισθή, ότι αι Αθήναι +απέχουσιν έτι πολύ των Παρισίων, διότι που combles ακόμη και . . . . πολλά άλλα +πράγματα. Τις όμως, σε παρακαλώ, θα διαμφισβητήση, ότι δεν προώδευσε και δεν +ανεπτύχθη καταπληκτικώς πόλις, ήτις μετά ένα περίπου μήνα θα έχη οκτώ +<span class="sp"> εκλεκτούς</span> — δηλ. βουλευτάς — εκ τριάκοντα περίπου +<span class="sp"> κλητών</span> ήτοι υποψηφίων, +ενώ είχε τέσσαρας μόνον κατά το 1860, πέντε κατά το 1865 και έξ κατά το 1871; +Φαντάσου επί στιγμήν, ότι μετά ένα αιώνα, αν τα πράγματα θεού ευδοκούντος +βαίνωσιν ως βαίνουσι, και αι Αθήναι μας προοδεύσωσιν ως προοδεύουσι, θα +έχωσι των εγγόνων μας οι εγγονοί<span class="sp"> τριάκοντα</span> τουλάχιστον βουλευτάς! Δεν +ζηλεύεις την δόξαν των; και δεν λυπείσαι και συ φοβερά, ως εγώ λυπούμαι ενίοτε, +ότι εγεννήθης εκατόν έτη πρωιμώτερα παρ' ότι έπρεπε; Φαντάσου τριάκοντα +αντιπροσώπους, μεριμνώντας ημέραν και νύκτα περί της ευημερίας και προόδου +της κλεινής πόλεως, ωχρούς εκ των πατριωτικών των αγρυπνιών και ισχνούς εκ της +από του βήματος ρητορείας των, μη τρώγοντας, μη πίνοντας, μηδέ κοιμωμένους +χάριν του κοινού καλού, — και ειπέ μου, σε παρακαλώ, αν μετά εκατόν έτη δεν θα +δικαιούνται να λέγωσιν οι απόγονοί μας, παρωδούντες το μασσαλιωτικόν λόγιον: +si Paris avait trente députés serait une petite Athènes. +Μη αμφιβάλλης δε περί +τούτου. Αι Αθήναι έχουσι μέλλον, και ευδαίμονες εκείνοι δι' ους το μέλλον αυτό +θα ήνε παρόν. Σήμερον όμως, μ' όλον το σχετικόν των μεγαλείον και τους +προσεχείς οκτώ των βουλευτάς, είνε δι' εμέ Σαχάρα αυχμηρά, όθεν δεν ευρίσκω +να συλλέξω προς ψυχαγωγίαν σου ουδέ το ελάχιστον ειδησείδιον. Αν σου έγραφα +πολιτικάς ανταποκρίσεις, και ηγάπας και συ τα πολιτικά, ως τα τρελλαίνεται μία +μας φίλη, θα είχα πολλά πράγματα να σου γράψω, όχι τόσον αηδή, όσον +υποθέτεις, και πολύ διασκεδαστικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεσαι. Ήρκει μόνον να σου +περιγράψω την εκλογικήν εκστρατείαν των υποψηφίων μας βουλευτών, τα +γλυκερά των μειδιάματα, τας μελισταγείς των θωπείας και τας χονδράς των +υποσχέσεις, αίτινες κατά τούτο και μόνον διαφέρουσιν από τας υποσχέσεις των +εκλογέων, ότι είνε κάπως μεγαλείτεραι κατά το περιέχον και κενότεραι επομένως +κατά το περιεχόμενον. Ήρκει να σου εκθέσω εν συνόψει τα περί εκλογικών +συνδυασμών μυστικά διαβούλια των επαρχιακών υποψηφίων, άτινα εν τούτοις +γίνονται εν Αθήναις, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να ερωτηθώσι κάπως και οι +μέλλοντες ψηφοφόροι, οίτινες κατατίθενται απλώς εις την μέλλουσαν εκλογικήν +εταιρείαν, ως κατατίθενται εις κερδοσκοπικόν τινα εμπορικόν συνεταιρισμόν +εκατόν δέματα βακαλάου, είκοσι βαρέλια σακχάρεως και πεντήκοντα κάσσαι +πετρελαίου. Ήρκει τέλος να κάμω μαζή σου μικρόν τινα περίπατον εις την αγοράν +και τας οδούς των Αθηνών, και να διασκεδάσωμεν ομού, θεωρούσαι αδιακρίτως +εις τα βάθη των υπογείων οινοπωλείων, όπου θα εβλέπαμεν τον μελανόν +επενδύτην προστριβόμενον οικείως εις την λιπαράν εφεστρίδα του χωρικού, το +στίλβον υπόδημα πατούμενον εν φιλική διαχύσει υπό του λασπωμένου +τσαρουχίου, και τους γλαφυρούς δακτύλους κομψού τινος υποψηφιδίου +θωπεύοντας τον πιναρόν τράχηλον οινοβαρούς εκλογέως. Αλλ' αυτά ως προείπα +είνε πολιτικά, και ειξεύρω ότι δεν τα νοστιμεύεσαι. Αν τουλάχιστον ενοστιμεύεσο +τα διασκεδαστικά μεν αλλά κάπως κακολόγα ανέκδοτα, άτινα τοσάκις ρητώς μου +απηγόρευσες, θα σου διηγούμην πολλά περίεργα της εβδομάδος ταύτης +σκάνδαλα. Αλλά συ λέγεις·<span class="sp"> Ουαί</span> όχι μόνον +<span class="sp"> δι' ου</span> αλλά και<span class="sp"> εις ον το σκάνδαλον</span> + έρχεται, και πτύεις εις τον κόλπον σου τρις και σταυροκοπείσαι προς την +κακολογίαν.</p> + +<p>Ανατρέχω λοιπόν εις τα παλαιά, καταβαίνω μαζή σου εις Φάληρον, εις το μέγα +και πολύ Φάληρον, το οποίον κατήντησε πλέον ανάγκη εις διασκέδασιν του καλού +κόσμου των Αθηνών, και σε οδηγώ εις μίαν των πρώτων παραστάσεων των Cloche +de Corville. Το κωμικόν αυτό μελόδραμα, το οποίον υπήρξε πέρυσι, κατά την +Παγκόσμιον έκθεσιν των Παρισίων, έν των μεγίστων θελγήτρων του παντοδαπού +εκείνου πληθυσμού, όστις συρρέει εις την νέαν Βαβυλώνα, ίνα δαπανήση +τερπνότερον τα αποταμιεύματά του, εδόθη κατ' ανάγκην εφέτος και από του +φαληρικού θεάτρου, ως επεκράτησε να ονομάζεται το επί των άμμων του +Φαλήρου εστημένον ξύλινον παράπηγμα. Λέγω<span class="sp"> κατ' ανάγκην</span>, διότι εννοείς +πολύ καλά, ότι δεν ήτο δυνατόν να μη χειροκροτήσωσιν αι Αθήναι πράγμα το +οποίον εχειροκρότησαν οι Παρίσιοι. Εχειροκρότησε λοιπόν και επεδοκίμασεν +ενθουσιωδώς το αθηναϊκόν κοινόν το<span class="sp"> χαριέστατον</span> αυτό, ως ωνομάσθη, +μελόδραμα, και το εχειροκρότησε μάλιστα όπως ουδ' εις τους Παρισίους αυτούς +εχειροκροτήθη. Οι σκαιοί παρισινοί, ως τουλάχιστον ενθυμούμαι, ουδέποτε +κατώρθωσαν να εννοήσωσι και εκτιμήσωσι την κομψήν εκείνην χάριν, μεθ' ης +ανατρέπει την τράπεζαν του ο είς των τριών γραφέων εν αρχή της τρίτης πράξεως, +και συνανατρέπεται μετ' αυτής κυλιόμενος επί της σκηνής. Ημείς όμως +εξετιμήσαμεν εις το Φάληρον και την δραματικήν του γεγονότος τούτου +σπουδαιότητα, και την ρυθμικήν αυτού χάριν και την νοήμονά του εκτέλεσιν. Διά +τούτο δε και το εχειροκροτήσαμεν, και την επανάληψιν του εζητήσαμεν, και ο +ταλαίπωρος Frederic ηναγκάσθη να πέση εκ νέου και να κυλισθή εκ δευτέρου επί +της σκηνής εν μέσω ραγδαίων χειροκροτημάτων. Ότε όμως το ενθουσιώδες κοινόν +εζήτησε και την εκ τρίτου επανάληψιν του σκηνικού εκείνου επεισοδίου, ο +δυστυχής γραφεύς είχε, φαίνεται, βαρυνθή την κάπως κουραστικήν αυτήν διά την +ράχιν του διασκέδασιν, και παρελθών εις το προσκήνιον, είπεν ευσεβάστως εις +τους θαυμαστάς του: «Si ces messiers ne sont pas contents, je n' en suis pas non +plus». Το κοινόν τότε ευχαριστήθη και ησύχασεν, αρκεσθέν εκόν άκον εις τα +μουσικά του έργου θέλγητρα. Τα θέλγητρα ταύτα λέγονται πολλά και ποικίλα υπό +του κοινού. Το κατ' εμέ δεν ηξεύρω αληθώς πώς να σου παραστήσω την +εντύπωσιν, ην μοι επροξένησε το παράδοξον αυτό μουσικόν έργον. Δεν ομιλώ περί +του είδους της δραματικής μουσικής εις την οποίαν ανήκει, διότι δεν κατώρθωσα +να το κατατάξω. Ούτε σπουδαίον μελόδραμα είνε, ούτε εις την ιταλικήν opera +buffa ανήκει, ούτε opera comique γαλλική δύναται να ονομασθή, ούτε +οφφεμπαχιάς είνε καθαρά. Είνε κάτι τι αμφίβιον και hybride, ετερόκλιτον και +χιμαιροειδές. Είνε είδος τι μωσαϊκού αλλοκότου, ευάρεστον μεν εν συνόλω ως εκ +της ποικιλίας των χρωμάτων και της συμπλοκής των αραβουργημάτων του, μη +έχον όμως οιονδήποτε σχέδιον, ουδέ σκοπόν, ούτε ιδέαν, ούτε αναλογίας, ούτε +φωτοσκίασιν. Και αυτό το μελωδικόν του περιεχόμενον είνε αβυρτάκη τις, η +ιταλική σαλάτα, κατά την σημερινήν μαγειρικήν γλώσσαν, όπου αλλαχού μεν +αναγνωρίζεις τον<span class="sp"> Κουρέα της Σεβίλλης</span> + και τους<span class="sp"> Δραγόνους</span> του<span class="sp"> Βιλλάρ</span> + και την<span class="sp"> Κόρην</span> της<span class="sp"> Αγγώ</span>, αλλαχού δε απορείς προς το γνώριμον του +μέλους και δεν κατορθόνεις εν τούτοις να το ενθυμηθής. Αι πλείσται των μουσικών +του φράσεων είνε ράκη γνωστών παλαιοτέρων μελωδιών, επιδεξίως όμως +συνερραμμένα εις τριβώνιον πολύχρωμον, το οποίον θαμβόνει την όρασιν και την +ευχαριστεί εφ' ικανάς στιγμάς. Η εκτέλεσίς του δεν υπήρξε κακή· πολλοί μάλιστα +διατείνονται ότι ήτο εξαίρετος. Σημείωσε όμως, ότι εις τους πολλούς τούτους +κατατάσσονται οι όχι ολίγοι θαυμασταί των εφετεινών μας υψιφώνων κυριών, οι +πωληταί των ανθοδεσμών και οι πτηνοπώλαι, νομίζω, ακόμη, οι προμηθεύοντες +τας περιστεράς, όσαι ρίπτονται καθ' εσπέραν εις την σκηνήν, ως τρυφεροί +ερμηνείς του ενθουσιασμού θεατών τινων.<br /></p> + +<h4>ΙΒ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 19 Αυγούστου 1879.</p> + +<p>Αν την παρελθούσαν εβδομάδα δεν έλαβες γράμμα μου, συλλογίσου, ότι δεν +έλαβα κ' εγώ ιδικόν σου, και συγχώρησόν με, αφού και συ έχεις ανάγκην +συγχωρήσεως. Μην υποθέσης όμως, ότι η έλλειψίς μου ήτο πληρωμή της +ελλείψεώς σου. Όχι· δεν είμαι τόσον εκδικητική. Αφορμή της σιωπής μου ήτο +άλλη, κοινοτέρα πολύ και αθωοτέρα: η αμέλεια. Δεν ηξεύρω πως και διατί, αλλά +τοσαύτη με είχε καταλάβει την παρελθούσαν εβδομάδα αδράνεια, τόσος βαρεμός +κατά την εκφραστικωτάτην λέξιν του λαού, ώστε όχι μόνον η χειρ μου δεν +ενετείνετο εις εργασίαν οιανδήποτε, αλλά και αυτός ο νους μου εβαρύνετο να +σκεφθή. Δις μόλις και τρις προσεπάθησα να αποσείσω την οκνηρίαν μου, αλλά και +πάλιν δεν το κατώρθωσα. Σ' ενθυμήθην, ενθυμήθην το χρέος μου, αλλ' αδύνατον +ήτο να κρατήσουν οι δάκτυλοί μου τον κάλαμον. Ο χάρτης έμενεν εμπρός μου +λευκός, η χειρ μου κατέπεσεν αδρανής, εχασμήθην, και . . . Αλλ' αρκεί· κινδυνεύω +να πάθω και τώρα τα ίδια, περιγραφούσα την παλαιάν μου κατάστασιν. Η +ανάμνησις μόνη του παλαιού εκείνου και ηδονικού χασμήματος διαστέλλει και +πάλιν τας σιαγόνας μου εις χάσμημα νέον. Σήμερον όμως έχω θέλησιν. Αφίνω τον +κάλαμον επί στιγμήν· εγείρομαι, κάμνω δύο τρία βήματα εις το δωμάτιόν μου, +πίνω έν ποτήριον ύδατος ψυχρού και διαυγούς — από το φρέαρ της οικίας μου, +σημείωσε, διότι το ύδωρ της πόλεως δεν πίνεται πλέον — και αναλαμβάνω την +εργασίαν μου, διότι αλλέως, αν σ' άφινα και αυτήν την εβδομάδα χωρίς επιστολήν, +δεν ηξεύρω τι ήθελες μου ψάλει την επομένην.</p> + +<p>Έλα, λοιπόν, πηγαίνωμεν ομού εις το Άντρον των Νυμφών, να ακούσωμεν την +Ειρήνην ψάλλουσαν. Σου την είχα ονομάσει<span class="sp"> Γιαννούλαν</span> εις μίαν των +προηγουμένων μου επιστολών, αλλ' έκαμα λάθος και σπεύδω να το διορθώσω. +<span class="sp">Γιαννούλα</span> είνε το άσμα και όχι η αοιδός, καθώς θα ιδής μετ' ολίγον. +Εισερχόμενα λοιπόν και πάλιν εις το πολυπαθές εκείνο Άντρον, όπου προ δύο +περίπου μηνών ηκούσαμεν υλακτούσας τας γερμανικάς χάριτας. Ο θίασος εκείνος +ο γερμανικός κατέλιπεν ήδη προ ενός περίπου μηνός την σκηνήν, επί της οποίας +δεν κατώρθονε, φαίνεται, ν' ανανεώση τους παλαιούς του θριάμβους, και +μετεκομίσθη με όλα του τα τύμπανα και τα κρόταλα εις τον παρά τας στήλας του +Ολυμπίου Διός φυτρώσαντα εντός του ρεύματος Κήπον του Παρθενώνος. Την +θέσιν του δε κατέλαβε συμμιγής τις άλλη, ωδική και μιμική και χορευτική +συγχρόνως, εταιρεία, εξ Ελλήνων συνάμα και Ιταλών και Ανατολιτών προχείρως +συγκροτηθείσα. Ο θίασος δε ούτος ο ποικίλος και αστειότατος — χωρίς να το θέλη, +εννοείται, — ορχήστραν του έχει ένα και μόνον Άτλαντα, δέροντα ευσυνειδήτως +καθ' εσπέραν επί πέντε συνεχείς ώρας παράφωνον κλειδοκύμβαλον, ούτινος η +ηλικία τουλάχιστον επέβαλλε πλειότερον σεβασμόν (ή ανασκοπήν ως λέγουσι +σήμερον), και αδάμαντά του την σμυρναίαν Ειρήνην, ήτις τετράκις ή πεντάκις της +εσπέρας εναλλάσσει το τουρκικόν<span class="sp"> σαβαί</span> προς το βαρύ και παθητικόν μέλος +δημοτικού τινος άσματος. Το πλείστον μέρος των θεατών έρχεται ν' ακούση αυτάς +ιδίως τας ανατολικάς της Ειρήνης μελωδίας, μονοτόνους μεν ως επί το πολύ αλλ' +οικείας όμως εις τα ώτα των ακροατών, συνοδευομένας δε δι' ενός βιολίου υπό +σμυρναίου μουσικού, και υπ' αυτής της αοιδού διά παραδόξου τινός οργάνου, +πολλήν έχοντος την ομοιότητα προς το γερμανικόν Zither. Δι' αυτόν δε τον λόγον +είνε συνήθως το κοινόν του Άντρου ικανώς συμμιγές, ουδ' αποπνέει ως επί το +πολύ αρώματα του Lubin και του Atkinson. Υπάρχουσιν όμως μεταξύ αυτού και +θεαταί ευρωπαϊκωτέραν έχοντες την καλαισθησίαν, οίτινες τέρπονται πλειότερον +εκ της βραχνής κραυγής κολοσσιαίου τινός βαρυτόνου, περιφερομένου εις την +σκηνήν και παθητικώτατα χειρονομούντος μονωδίαν τινα του Trovatore, ή εκ του +οξέος συριγμού μελιταίας τινός υψιφώνου, ην η πρασινοπόρφυρος ενδυμασία της +μεταβάλλει εις αληθή χρυσομυίαν, ή εκ των στερεοτύπων μορφασμών του +αλευρωμένου προσώπου ηλιθίου τινός pagliaccio, ή τέλος και εκ των χαριεστάτων +δύο αυτοχειροτονήτων χορευτριών, αίτινες ουδεμίαν έχουσι δυσκολίαν να +περιφέρωσι τον δίσκον των εις το κοινόν χωρίς να προσθέτωσιν ο,τιδήποτε εις την +στοιχειώδη αυτών ενδυμασίαν, συνοδευόμεναι όμως πάντοτε υπό δεκαετούς +τινος βρακοφόρου και ανυποδήτου<span class="sp"> κισλάρ-αγά</span>.</p> + +<p>Αλλ' αυτά αποτελούσι το αστείον μέρος της παραστάσεως. Το σπουδαίον και +ικανώς άξιον προσοχής αποτελεί το ανατολικόν άσμα της Ειρήνης. Ηξεύρω, ότι η +μουσική αυτή δεν σ' ενθουσιάζει τόσον όσον τον Κ. Ducoudray. Σου φαίνεται, ως +πολλάκις μου είπες, φοβερά μονότονος και παντελώς άρρυθμος, ίσως δε δεν έχεις +και πολύ άδικον. Σημείωσε όμως, ότι δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον, διότι τα +ανατολικά μέλη είνε ικανώς μονότονα και άρρυθμα, απαραίτητον είνε, όπως +ευαρεστήσωσι, να άδωνται υπό ψάλτου, όστις και φωνήν ιδία προς τούτο +πεπλασμένην να έχη, και να αισθάνεται βαθέως, και ησκημένος να ήνε διά +μακρών.</p> + +<p>Τότε με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι μυχών της καρδίας μου· +η μονότονος εκείνη, η κατ'<span class="sp"> ελάσσονα τόνον</span> (minore) αδιακόπως φερομένη, +αλλ' εντέχνως όμως ποικιλλομένη διά τρομώδους λαρυγγισμού μουσική φράσις +μου προξενεί ανέκφραστόν τινα αλλά γλυκείαν βαρυθυμίαν, και το ους μου όχι +μόνον δεν κουράζεται υπό του βαρέως συρομένου ρυθμού, όστις ούτε τέλος έχει +πολλάκις ούτε αρχήν, αλλά τον παρακολουθεί τουναντίον ευαρέστως, και όταν το +άσμα παύση, τον παρατείνει πολλάκις δι' ενδομύχου τινός και μυστηριώδους +ηχούς.</p> + +<p>Αυτό μου συνέβη προχθές, ότε ήκουσα την Ειρήνην ψάλλουσαν τους ωραίους +τούτους δημοτικούς στίχους·</p> + +<p class="poem"><i>Όλαις η νηαίς παντρεύονται και πέρνουν παληκάρια,<br /> +κ' εγώ η Γιαννούλα η ώμορφη πήρα το μαραζιάρη.<br /> +Σιμά του πάντα κάθομαι· του κρένω δεν μου κρένει· <br /> +ψωμί του δίνω δεν το τρώει, κρασί και δεν το πίνει.</i></p> + +<p>Η κλαγγή της φωνής της, καίτοι δεν έχει πλέον την δρόσον της πρώτης +νεότητος, έχει όμως σπάνιον αληθώς το κάλλος. Είνε φωνή μεσοφώνου βαθεία, +πλήρης, ηχηρά και ομαλωτάτη, εκφράζει δε πάθος αληθές και ανεπιτήδευτον, και +— όπερ σπανιώτατον εις ανατολίτας αοιδούς, — είνε καθαρά του στήθους φωνή, +ουδέποτε επικαλουμένη της ρινός την βοήθειαν, ως επικαλούνται την βοήθειαν +του fausset οι ευρωπαίοι ψάλται. Κρίμα αληθώς, ότι τοιαύτη φωνή δεν έτυχεν +ευρωπαίου διδασκάλου ουδ' εμορφώθη διά σπουδών τακτικών.</p> + +<p>Μου παραπονείσαι ότι δεν σου γράφω περί του ελληνικού θεάτρου. Αν σου +έγραφα, θα μου παρεπονείσο ότι σου γράφω, και θα μου έλεγες ότι καταστρέφω +την θεραπείαν σου.<br /></p> + +<h4>ΙΓ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου 1880.</p> + +<p>Πέντε ολοκλήρους μήνας είχα να λάβω γράμμα σου, και υπέθετα ότι με είχες +εντελώς λησμονήσει, ότε, επιστρέψασα εις τας Αθήνας, όθεν έλειψα καθ' όλον +σχεδόν αυτό το διάστημα, εύρον επί της τραπέζης μου τρεις σου συγχρόνως +επιστολάς, πλήρεις πικρών μεν παραπόνων διά την σιωπήν μου, χαριεστάτων δε +λεπτομερειών των περιπλανήσεών σου και του εν Παρισίοις βίου σου. Και εις μεν +τα παράπονά σου άπαντα επαρκώς, ελπίζω, η απουσία μου, ήτις, ανάγραψε και +τούτο εις λογαριασμόν της ειλικρινείας μου, μ' έδωκε νέαν αφορμήν, όχι μόνον να +εκτιμήσω την αγάπην σου, αλλά και να καμαρώσω πάλιν διά την ευχαρίστησιν την +οποίαν σου προξενεί η αθηναϊκή μου φλυαρία. Αι δε λεπτομέρειαι της κατά το +πεντάμηνον αυτό διάστημα ζωής σου, γραμμέναι μεθ' όλης εκείνης της χάριτος +και της αφελούς ασυναρτησίας, ήτις χαρακτηρίζει την νωχελή σου φύσιν, με +κατεγοήτευσαν αληθώς, και με μετεβίβασαν πολλάκις, ως εν ονείρω, από της +μικράς μου αθηναϊκής φωλεάς εις τον ευρύν ορίζοντα του ευρωπαϊκού κόσμου. Αι +λεπτομέρειαι ιδίως του παρισινού χειμώνος, η ωραία σου περιγραφή της +χιονοσκεπούς λεωφόρου των Ηλυσίων και του παγωμένου Σηκουάνα, και η +οδυνηρά σου αφήγησις της διαρκούς φρικιάσεως, ήτις σε κατείχεν υπό όλας σου +τας σισύρας και με όλην την σπινθηρακίζουσαν εστίαν σου, μ' έκαμαν πολλάκις να +διαρραγώ εις άσβεστον γέλωτα. Ηξεύρεις διατί; Ενθυμήθην τας καλοκαιρινάς σου +επιστολάς, και την δροσομανίαν ήτις σε είχε καταλάβει· ανεμνήσθην ότι αφήκες εν +μηνί Αυγούστω την Ελβετίαν, διότι δεν την εύρισκες αρκετά δροσεράν, και ότι +εβάδιζες προς βορράν εις αναζήτησιν ψύχους· εσυλλογίσθην τέλος την δημώδη +ελληνικήν παροιμίαν:<span class="sp"> τα μικρά δεν ήθελες τα μεγάλα γύρευες</span>, και +ξεκαρδίσθην σκεπτομένη, ότι δεκαπέντε βαθμοί υπό το μηδέν ευχαρίστησαν επί +τέλους με το παραπάνω την απληστίαν σου.</p> + +<p>Ηξεύρεις όμως, ότι και ημείς οι μικροί και άσημοι Αθηναίοι δεν +καθυστερήσαμεν εις την<span class="sp"> τουρτουριστικήν</span> αυτήν συναυλίαν, την οποίαν +συνεκρότησαν εφέτος οι πάγοι καθ' όλην την Ευρώπην; Τετράκις μέχρι τούδε +ελεύκανεν η χιών τας οδούς και τους ορόφους των οίκων μας! Ο βοριάς, του +οποίον εθρηνούμεν άλλοτε και ιδίως πέρυσι την απουσίαν, πνέει αδιακόπως +σχεδόν από δύο ήδη μηνών, και τα ύδατα των υπαίθρων αυλάκων παγόνουσι κατά +πάσαν σχεδόν νύκτα. Ευτυχώς παγόνει μαζή των και ο πηλός των οδών μας, +αίτινες στίλβουσιν ούτω και λαμποκοπούσι την πρωίαν, όσον ουδεμία δημοτική +αρχή ποτέ θα το κατώρθονε.</p> + +<p>Δεν 'σου περιγράφω λεπτομερώς τα του χειμώνος μας, διότι τι νέον δύνανται +να αναγγείλωσιν οι δύο μόλις βαθμοί ψύχους, τους οποίους εζήσαμεν ημείς, εις +τους είκοσι, τους οποίους έζησες συ; Τα συνάχιά μας και τους βήχας μας και τας +πορφυράς μας ρίνας τα είχατε, υποθέτω, και σεις πολύ αφθονώτερα και +ποικιλώτερα, και ουδεμίαν επομένως θα έχης διάθεσιν να μάθης, ποσάκις +επταρνίσθην κατά τον παρελθόντα μήνα, και πώς βασανίζομαι να θεραπεύσω τας +χιονίστρας των χειρών μου. Ό,τι όμως θέλεις να μάθης, ό,τι απαραιτήτως θέλεις να +σου διηγηθώ, είνε το πώς διασκεδάζομεν εφέτος. Χορεύομεν; Πηγαίνομεν εις το +θέατρον; Ακούομεν μουσικήν; Γίνονται συναστροφαί;</p> + +<p>Εις όλα σου αυτά τα ερωτήματα αδύνατον, εννοείς, μου είνε να απαντήσω διά +μιας και μόνης μου επιστολής. Ησύχασε όμως, και δεν θα σε αφήσω +δυσηρεστημένην, αφού θέλεις να τα μάθης όλα.</p> + +<p>Σου υπόσχομαι να βαρυνθής επί τέλους την φλυαρίαν μου, επί τω όρω bien +entendu να βαρυνθώ και εγώ την ιδικήν σου. Χορεύομεν; ερωτάς. Και τι άλλο +κάμνομεν, σου απαντώ. Οι χοροί και αι χορευτικαί εσπερίδες και αι<span class="sp"> + δευτέραι</span> (θα έπρεπε ίσως<span class="sp"> δεύτεραι</span> κατά σε, ήτις +είσαι à cheval sur la grammaire, αλλά +τι να σου ειπώ; δεν μου έρχεται) και αι τρίται ήρχισαν ήδη από του παρελθόντος +μηνός, και φαντάσου τι κακόν έχει να γείνη μέχρι των απόκρεω, αι οποίαι +συμπίπτουν εφέτος την τρίτην Μαρτίου. Αι χορευτικαί και διασκεδαστικαί μας +ορέξεις ανεπτύχθησαν, βλέπεις, κατ' ευθύν λόγον προς την διάρκειαν των +απόκρεω, και από της α'. Ιανουαρίου, ότε εδόθη ο πρώτος γενικός χορός της +Αυλής, επέρχονται καθ' εβδομάδα αλλεπάλληλοι προσκλήσεις, αι δε ολίγαι μας +ράπτριαι δεν προφθάνουσιν, όχι να μας ράπτωσωσιν αλλ' ουδέ να μας ακούωσι. +Κατήντησαν και αυταί personnages, και πολύ φοβούμαι μήπως ορίσωσιν επί +τέλους ώρας ακροάσεων, καθώς οι υπουργοί μας.</p> + +<p>Περί του αυλικού χορού της πρώτης του έτους δεν σου γράφω τίποτε. Ήτο +όμοιος κατά την λαμπρότητα προς τους χορούς των παρελθόντων ετών, τους +οποίους γνωρίζεις, διότι είδες πολλούς· επιφυλάσσομαι δε να σου γράψω +λεπτομερέστερον περί του μικρού χορού, όστις δίδεται απόψε, διά της προσεχούς +μου επιστολής. Ας σου είπω σήμερον ολίγα τινά περί του χορού της Κας Σ., και +αυτά όχι μεθ' όλης της λεπτομερείας, την οποίαν ποθεί η άπληστός σου +περιέργεια, διότι ούτε τα όρια απλής επιστολής θα εχώρουν όσα θέλεις συ, ούτε ο +κάλαμος της φίλης σου θα επήρκει. Περί την χορευτικήν αυτήν εσπερίδα — διότι +ούτω την ωνόμαζον μετριοφρόνως τα προσκλητήρια — εγένετο πολύς εκ +προοιμίων ο πάταγος, και αμύθητον υπήρξε το πλήθος — άρρεν και θήλυ — το +οποίον έφερε την προχθές εσπέραν ένδυμα γάμου. Ούτω δε το μέγα εκείνο +μέγαρον, του οποίον εθαυμάσαμεν, ενθυμείσαι, άλλοτε ομού τας ημιτελείς μεν +αλλ' ευρείας και συνεχείς αιθούσας, επληρώθη μέχρι και αυτών των τελευταίων +γωνιών του μεσορόφου, κ' ενόμιζεν ο περί την δεκάτην ώραν του προχθές +Σαββάτου εισερχόμενος εις τα κατάκοσμα εκείνα δώματα, ότι παρίσταται εις +δημοσίαν τινά αγόρευσιν του νέου ημών ιεροφάντου Μακράκη, πολύ πριν ή ο +εισαγγελεύς μετριάση κάπως τον ενθουσιασμόν του νοήμονος κοινού· της +πρωτευούσης, το οποίον ετίμησεν εσχάτως τον προφήτην, κατά τας τελευταίας +βουλευτικάς εκλογάς, δι' επτά χιλιάδων ψήφων, εις δόξαν της καθολικής +ψηφοφορίας! Η πληθύς δε αυτή, κατά την ομόφωνον της ιδίας πληθύος γνώμην, +υπήρξε το μόνον ελάττωμα της λαμπράς εκείνης εσπερίδος, καθ' ην ημιλλώντο η +αμίμητος καλλιτεχνική του οίκου διακόσμησις, ο άπλετος φωτισμός των +περιχρύσων αιθουσών, η της ορχήστρας τελειότης, ο πλούτος και η κομψότης των +εσθήτων, η χάρις των χορευτριών, η κοινωνική σημασία των προσκεκλημένων, του +δείπνου η άφθονος και αριστοτεχνική ποικιλία, και επί πάσιν η προσηνής +ευγένεια και περιποιητικότης των οικοδεσποτών. Δεν επιχειρώ, φιλτάτη, να σου +περιγράψω τα θαυμάσια της οικίας, ουδέ τον καλλίτεχνον ευτρεπισμόν των +ωραίων αιθουσών του μεγάρου, θα εχρειαζόμην πολλάς σελίδας, ίνα σου +καταδείξω διά λέξεων την βαθείαν εντύπωσιν του θαυμασμού, τον οποίον μου +επροξένησεν η κατάλευκος και δι' αναγλύφων εκ ναστοχάρτου περίκοσμος +αίθουσα κατά την βορειοανατολικήν πρόσοψιν του μεγάρου, η διαιρουμένη εις +δύο διά κομψοτάτων στηλών εκ λευκού πεντελικού μαρμάρου, η παρ' αυτή +δεξιόθεν μικροτέρα, διακεκοσμημένη διά γραφών και επίπλων κατά τον επί +Λουδοβίκου του ΙΕ'. συρμόν, η άλλη παρακειμένη, επί των τοίχων της οποίας +ανευρίσκει τις τον ρυθμόν και τας γραφάς των πομπηιανών δωμάτων, το +περαιτέρω μαγευτικόν μικρογράφημα των αραβουργημάτων της Αλάμβρας, και +τέλος το εκ ξύλου δρυός περίγλυφον εστιατόριον, όπου διαρκώς εστρωμένον +κυλικείον ανέψυχε τους διψώντας και ενεδυνάμου τους απαύστως σχεδόν +πεινώντας στομάχους των προσκεκλημένων, χορευόντων και μη.</p> + +<p>Άλλως δε η περιέργεια σου επιθυμεί αναντιρρήτως λεπτομερεστέραν και +φλυαροτέραν την περιγραφήν των κυριών και των ενδυμασιών των. Και δι' αυτό +όμως . . . τι να σου είπω; εντρέπομαι, αλλ' η αλήθεια είνε, ότι ολίγα ενθυμούμαι, +διότι ολίγα είδα. Ήμεθα τόσον πολλαί και τόσον πυκναί, ώστε σε βεβαιώ, ότι +πολλάς μας φίλας μόλις κατώρθωσα να ιδώ και να χαιρετίσω εις το τέλος του +χορού. Σου αναφέρω μόνον εν γένει, ότι αι εσθήτες των χορευτριών ήσαν βαρείαι +ως επί το πολύ και όλαι σχεδόν πλούσιαι, εκτός ολιγίστων — δυστυχώς! — +εξαιρέσεων. Τρίχαπτα πανταχού, πλημμύρα de points d' Angleterre et de point de +Bruxelles, κεντήματα βαρύτιμα, φορέματα εξ επικρόκου, αδάμαντες και +μαργαρίται εις σχήματα περιδεραίων και πτίλων και χρυσαλλίδων, άνθη +χαριέστατα, ωραιότερα των αληθινών, και ουραί . . . ουραί . . . ουραί . . . τόσον +μακραί, ώστε εσχίσθησαν, εσχίσθησαν και πάλιν έμειναν. Και ποίαι ήσαν αι +ωραιότεραι του χορού; θα μ' ερωτήσης βέβαια. Τι να σου ειπώ; Ηξεύρεις, ότι έχω +το φοβερόν ελάττωμα να ήμαι δύσκολος, και ότι σπανίως τολμώ ν' απονέμω +τίτλους καλλονής. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να διακρίνω μεταξύ του πλήθους την +ζωηρότητα και την χάριν της Κυρίας Κ., το επιβάλλον παράστημα της Κυρίας Σ., την +ήρεμον μεγαλοπρέπειαν της Κυρίας Λ. και το αφελές εκείνο αλλ' ανθηρότατον +κάλλος της Κυρίας Ν., όπερ κρίμα αληθώς ότι ατελώς εκτιμά η ράπτριά της. Εκ των +δεσποινίδων μου ήρεσαν πολύ δύο μικρά αλλά χαριέστατα κοράσια, άτινα +διατηρούσιν επί του αφελούς των προσώπου όλην την χάριν της νεαράς των +ηλικίας, και ανατέλλουσιν επί της ερυθριώσης μορφής των όλον εκείνο το +ανέκφραστον της αθωότητος γόητρον, το οποίον δυστυχώς εξαλείφει παρ' ημίν +από ημέρας εις ημέραν η μετάγγισις του πολιτισμού της Εσπερίας. Η δεσποινίς Κ. +και η δεσποινίς Κ. είνε κομψόταται κόραι, και πεποίθησιν έχω, ότι θα γείνωσιν έτι +κομψότεραι και ωραίαι κυρίαι.</p> + +<p>Ο χορός υπήρξε ζωηρότατος και πλήρης αδιαπτώτου ευθυμίας απ' αρχής μέχρι +τέλους· το δε ακροτελεύτιον cotillon διέκριναν ωραιόταται εικόνες — σου +μεταφράζω ούτω τας figures — ων δύο ιδίως παρήγαγαν αληθώς μαγευτικόν +αποτέλεσμα. Κατά την μίαν εξ αυτών ευρέθησαν διά μιας οι πλείστοι των +χορευτών περιβεβλημένοι πολυχρώμους και ποικίλας εκ σιγαροχάρτου +ενδυμασίας, ας εξήγον αι χορεύτριαί των εκ μικρών περιχρύσων κιλίνδρων +διανεμηθέντων εις αυτάς επί τούτω· περιεδινούντο δε ούτω τα χορεύοντα ζεύγη +εντός της καταφώτου αιθούσης, και το θέαμα μοι ανέμνησε τοιχογραφίαν τινά +παριστάνουσαν τας απόκρεω της Βενετίας, την οποίαν είδα ποτέ εν Ιταλία. Κατά +την άλλην έθραυον αι χορεύτριαι κατά της κεφαλής των χορευτών των λευκάς εκ +λεπτού χαρτίου σφαίρας, και ανεπήδα εξ αυτών νέφος ολόκληρον μικρών +τεμαχίων χάρτου λευκού, άτινα επλήρουν ως χιόνος νιφάδες τον αέρα, το έδαφος, +τας κόμας των κυριών και των κυρίων τα μελανά φορέματα. Ενόμιζες ότι χιών +κατέπιπτε την στιγμήν εκείνην πυκνή, και ηπόρεις ότι δεν ησθάνεσο παγωμένους +τους λοβούς των ωτίων σου.</p> + +<p>Την πέμπτην ώραν μετά το μεσονύκτιον το μέγαρον ήτο σκοτεινόν, και τους +λοβούς των ωτίων μας επάγονεν αληθώς η παγερά ατμοσφαίρα των Αθηνών, εν +μέσω των κλειστών αμαξών, αίτινες μας μετέφερον οίκαδε.<br /></p> + +<h4>ΙΔ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 20 Ιανουαρίου 1880.</p> + +<p>Σου υπεσχέθην διά της τελευταίας μου επιστολής περιγραφήν του πρώτου +μικρού βασιλικού χορού, όστις εδόθη εφέτος, και σπεύδω να εκπληρώσω την +υπόσχεσίν μου, πριν ή έλθη του ταχυδρομείου η ημέρα, ωφελουμένη από θερμήν +αλλά παροδικήν βεβαίως ηλίου ακτίνα, ήτις εισδύει την στιγμήν αυτήν διά του +παραθύρου μου, και ζωογονεί κάπως τους παγωμένους μου δακτύλους. Τι χειμών, +αδελφή μου, είνε ο εφετεινός! Υπεδέχθημεν προ ενός και ημίσεος μηνός την χιόνα +μετ' ευθύμου σχεδόν εκπλήξεως, και την συνελέξαμεν ιδίαις χερσίν από της φλιάς +των παραθύρων μας, και εσφαιροβολήθημεν δι' αυτής, και την κατεπατήσαμεν +χαίρουσαι, πριν ή έτι αναλυθή εις ρύπον και πηλόν, ελπίζουσαι ότι, ως συνήθως, +ουδέν άλλο ήτο η ωραία τις χειμερινή σκηνογραφία, παρασκευασθείσα εις +στιγμιαίαν ημών διασκέδασιν υπό του αθηναϊκού χειμώνος, και μέλλουσα να +διαλυθή την επαύριον υπό το φαιδρόν του ηλίου θάλπος. Και διελύθη μεν +αληθώς, αλλά τι το όφελος, αφού μετ' ολίγας ημέρας υπεδέχθημεν την δευτέραν +της έκδοσιν; Εξεπλάγημεν και τότε, εννοείται, αλλ' η έκπληξίς μας ουδέν είχε πλέον +το εύθυμον. Ότε δε μετά μίαν μόλις εβδομάδα ελεύκανε τας στέγας εκ τρίτου η +χιών, και μετ' ολίγας πάλιν ημέρας εκ τετάρτου, και επάγωσαν των ρυάκων τα +ύδατα, και είδαμεν τας λεμονοπορτακαλλέας των κήπων μας φυλλορροούσας και<span class="sp"> +μελαγχολικάς</span> — κατά την ωραίαν έκφρασιν, ην μετεχειρίσθη προχθές ο +βασιλεύς, ομιλών εν τω χορώ μετά τινος των προσκεκλημένων, — τότε πλέον η +έκπληξίς μας εκορυφώθη εις αδημονίαν, και η παιδική εκείνη από των πρώτων +χιόνων χαρά μετετράπη εις αγανάκτησιν, ην από ενός ήδη μηνός μαρτυρούμεν δι' +επιφωνημάτων και βηχός, διά πατάγου ρινών και<span class="sp"> χουχουλισμάτων</span>.</p> + +<p>Και μ' όλα αυτά εν τούτοις, και μ' όλας τας απαισίας προρρήσεις των +αστρονόμων μας, αίτινες προεικάζουσι βαρύτερον έτι το επερχόμενον ψύχος, +διασκεδάζομεν εφέτος πολύ περισσότερον παρ' όσον διεσκεδάζομεν πέρυσι, ότε +δεν είδαμεν σχεδόν χειμώνα και ολίγον έλειψε να μεταβληθώμεν εις αμφίβια, υπό +τας αδιακόπους βροχάς, δι' ων μας εφιλοδώρει ο νότος. Είπα:<span class="sp"> μ' όλα αυτά</span>, ενώ +έπρεπεν ίσως ορθότερον να είπω·<span class="sp"> δι' όλα αυτά</span>. Αφού οι χοροί και αι +συναναστροφαί και αι παννυχίδες είνε διασκεδάσεις χειμεριναί, δεν είνε φυσικόν +ν' αυξάνωσι και να πληθύνωνται όσον αυξάνει κ' επιτείνεται ο χειμών; Τούτο +συνέβη και εφέτος, ως σου έγραφα την παρελθούσαν εβδομάδα. Ηνοίχθησαν τα +διάκοσμα δώματα των πλουσίων μεγάρων, και άλλα μεν καθ' ημέρας τακτάς, άλλα +δ' εκτάκτως συναθροίζουσιν επί του λείου δαπέδου των τον πυκνόν και φαιδρόν +όμιλον των χορευτών και χορευτριών, οίτινες, ενώ έξω συρίζει ο βορράς και +λευκαίνονται υπό την χιόνα οι δρόμοι, αποζημιούσι τας εκ της αργίας του +παρελθόντος αιμωδιώσας κνήμας των, παρατείνοντες το cotillon μέχρι πρωίας. Και +αυτοί δε οι χοροί της Αυλής, τους οποίους, χάρις εις την ευμενή των βασιλέων +αγαθότητα, συνείθισεν ήδη ν' αναμένη τακτικώς ανά πάντα χειμώνα η καλή των +Αθηνών κοινωνία, προϋπολογίζουσα την εξ αυτών διασκέδασαν ως ωρισμένον +ευθυμίας εισόδημα, και αυτοί υπήρξαν εφέτος εκτάκτως ωραίοι και ζωηροί.</p> + +<p>Ο την παρελθούσαν Δευτέραν δοθείς μικρός χορός — ή συναστροφή, ως καλεί +αυτόν η αυλική γλώσσα, — υπήρξεν αναντιρρήτως είς των ωραιοτέρων χορών +όσους περιέλαβον ποτέ αι υψόροφοι εκείναι και αληθώς λαμπραί αίθουσαι, ας +γερμανοί αρχιτέκτονες και ιταλοί ζωγράφοι κατεσκεύασαν και διεκόσμησαν εν έτει +1848 εν μέσω των βασιλικών ανακτόρων των Αθηνών, και τας οποίας θαυμάζουσι +δικαίως και αυτοί οι την πρωτεύουσαν επισκεπτόμενοι ξένοι.</p> + +<p>Εις τας αιθούσας αυτάς δίδονται υπό της νέας βασιλείας ου μόνον οι μεγάλοι +αλλά και οι μικροί χοροί.</p> + +<p>Είνε δε βεβαίως προτιμότερος ο χώρος ούτος διά πολυπληθή και μάλιστα +χορευτικήν ομήγυριν ή τα μακρά εκείνα και υποτρέμοντα πολλάκις δώματα του +τρίτου ορόφου, όπου η βασίλισσα Αμαλία συνεκάλει τον παλαιόν καιρόν την +ευάριθμον και αραιάν ομάδα των εκλεκτών, οίτινες ήσαν συνήθως οι κλητοί των +μικρών χορών της πρώην Αυλής. Προτιμώ δε και προτιμώσι μαζή μου, είμαι +βεβαία, τας αιθούσας των μεγάλων χορών πάντες οι προσκεκλημένοι, διότι πρώτη +και απαραίτητος ανάγκη παντός χορού, — είτε χορός καλείται είτε συναναστροφή +είτε ο,τιδήποτε άλλο — είνε αίθουσα ευρεία, αδιάσειστον έχουσα το έδαφος, +υψηλή και ευάερος. Είνε τόσον ευχάριστον να χορεύης ανέτως, χωρίς να πνίγεσαι +εντός του πλήθους, μηδέ να κινδυνεύης να πατηθής ή να πατήσης ανά πάσαν +στιγμήν, μηδέ να αισθάνεσαι ότι ενδίδει το έδαφος υπό τους πόδας σου, μηδέ να +δυσκολεύεσαι ν' αναπνεύσης εντός πνιγηράς και θερμής ατμοσφαίρας. Τα +προσόντα δε ταύτα συνενούσιν άπαντα εν ωραιοτάτω συνδέσμω αι ανακτορικαί +αίθουσαι των μεγάλων χορών. Όταν μάλιστα αναλογίζωμαι ιδιωτικάς τινας +αιθούσας, τας οποίας αρέσκονται συνήθως οι προσκαλούντες να πληρώσι μέχρι +και των προθαλάμων, φρονούντες ίσως μετά του K. de Montlucar Scribe «qu il vaut +mieux entasser ses amis dans l' antichambre . . . et quel-ques-uns mê +me sur l' +escalier», και μεριμνώντες ως εκείνοι ουχί πώς να διασκεδάσωσιν οι ξένοι των, +αλλά πώς μάλλον να επιδείξωσιν αυτοί το πλήθος των σχέσεών των, αισθάνομαι +αληθινήν χαράν και ανακούφισιν, ούτως ειπείν, οσάκις ευρίσκομαι εν μέσω των +περιχρύσων εκείνων και υψηλών δωμάτων, και φέρομαι ανάρπαστος υπό του +χορού διά της δροσεράς των ατμοσφαίρας, προς το γοργόν και εναρμόνιον μέλος +τελείας ορχήστρας, υπό το άπλετον φως των πολλαπλών πολυελαίων, ων η +άνωθεν καταπεμπομένη λάμψις μαγεύει χωρίς να κουράζη τους οφθαλμούς.</p> + +<p>Εννοείς επομένως ευκόλως πόσον διεσκέδασα την παρελθούσαν δευτέραν, αν +και δεν εχόρευσα πολύ, διότι ήμην κουρασμένη εκ προηγουμένων αγρυπνιών. Οι +αντίχοροι και οι στρόβιλοι δεν παρετάθησαν, ως άλλοτε, πέραν του μεσονυκτίου, +διότι η ενδιαφέρουσα, ως λέγεται, θέσις της βασιλίσσης δεν επέτρεπεν αυτή να +μετάσχη του χορού, μήτε να παρατείνη πέραν του προσήκοντος την νυκτερινήν +αυτής αγρυπνίαν. Καίτοι όμως η Α. Μεγαλειότης απείχε της χορευτικής +διασκεδάσεως των προσκεκλημένων της, ήτο περιχαρής, ως πάντοτε, και +φαιδροτάτη, προσηνής και ομιλητική, η δε αγαθή της μορφή, εφ' ης τοσούτον +εύχαρις θάλλει έτι της νεάνιδος η αφέλεια, υφ' όλην την αίγλην της ηγεμονικής +μεγαλειότητος, ενεθάρρυνε διά διαρκούς ιλαρού μειδιάματος τον εύπτερον +όμιλον, όστις ήρχετο και παρήρχετο στροβιλίζων ενώπιόν της. Εφόρει χαριεστάτην +μελανήν εσθήτα, διάκοσμον διά βαρυτίμων λευκών τριχάπτων και ορμαθού όλου +αδαμάντων· φαντάζεσαι δε, πόσον η ανθηρά αυτής χροιά ανεδεικνύετο έτι +ανθηροτέρα υπό της αμαυράς εκείνης αναβολής. Ηξεύρεις βεβαίως συ η παρισινή, +πόσον τα μελανά φορέματα είνε εφέτος του συρμού κατά τους χορούς και τας +εσπερίδας· αγνοείς όμως, ότι και ημείς αι οσημέραι τελειοποιούμεναι +κατηντήσαμεν πλέον τόσον ενήμεροι εις τους νόμους του Κ. Worth, ώςτε +μετεφυτεύσαμεν ήδη τας μελανάς εσθήτας εν Αθήναις, χωρίς ν' αφήσωμεν να +παλαιώση μηδ' ένα καν χειμώνα ο συρμός των. Ούτω δε πλησίον της βασιλικής +τέσσαρες άλλαι μελαναί ενδυμασίαι ανέπτυσσον άλλη μεν τα λευκά της τρίχαπτα, +άλλη δε τους διανθείς της στεφάνους, και άλλη τους πολυχρώμους θυσάνους της, +αλλ' ήσαν όμως όλαι σχεδόν άκομψοι και εζητημέναι, προκαλούσαι μεν το βλέμμα +αλλά μη ευχαριστούσαι αυτό. Περί άλλων φορεμάτων μη μ' ερωτάς. Όχι διότι δεν +ήσαν ωραία· τουναντίον, ήσαν ωραιότατα, πλουσιώτατα, βαρυτιμότατα τα +πλείστα· αλλά δι' αυτό ίσα ίσα σου λέγω, μη μ' ερωτάς. Δεν ηξεύρω ποίον είνε το +ιδικόν σου φρόνημα· το κατ' εμέ όμως λυπούμαι φοβερά, και ελεεινολογώ τον +τόπον μας και το μέλλον του, οσάκις βλέπω εις ποίον ύψος πολυτελείας ανήγαγε +την ενδυμασίαν μας η ούτω καλουμένη αλλά κακώς εννοουμένη — κοινωνική +ανάγκη.</p> + +<p>Το βλέπω δε δυστυχώς πολύ συχνά το φαινόμενον αυτό, και εις τον τελευταίον +ανακτορικόν χορόν το είδα τοσούτον ανεπτυγμένον, ώστε αι λυπηραί σκέψεις, τας +οποίας μου εγέννησε, μ' έρριψαν εις δυσθυμίαν παράδοξον, την οποίαν μάτην +προσεπάθησα ν' αποδιώξω καθ' όλην την εσπέραν. Ανελογίσθην τους δυστυχείς +συζύγους των κυριών, αίτινες έφερον χιλίων φράγκων εσθήτας εις την ράχιν των, +τους ταλαιπώρους πατέρας των δεσποινίδων, αίτινες έσυρον διά της αιθούσης τας +πλουσίας και μακράς ουράς πολυτελών μεταξωτών φορεμάτων, ων ήτο πρόδηλος +η παρισινή καταγωγή, και είπα κατ' εμαυτήν . . . — περιττόν να σου το επαναλάβω, +διότι καμμίαν βεβαίως δεν έχεις όρεξιν ν' αναγνώσης τας μελαγχολικάς σκέψεις +της πρεσβυτιζούσης φίλης σου.</p> + +<p>Τώρα θα μ' ερωτήσης βεβαίως, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού, διότι συ, +— το ηξεύρω — δεν αρκείσαι εις την ερώτησιν, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι toilettes, +ήτις μόνη σήμερον είνε του συρμού εν Αθήναις. Η απάντησίς μου θα ήνε +απαράλλακτος με την απάντησιν, την οποίαν έδωκα την παρελθούσαν εβδομάδα +εις το ίδιόν σου ερώτημα. Η Κυρία Κ., η Κυρία Λ., και πάσαι κατά δεύτερον λόγον +αι άλλαι. Συλλογήν ωραίων γυναικών δεν έχει δυστυχώς άφθονον η ελληνική +πρωτεύουσα, και την πλειάδα εκάστου χορού και πάσης εσπερίδος αποτελούσιν +ως επί το πλείστον τα ίδια πρόσωπα.</p> + +<p>Το δείπνον παρετέθη ενωρίτερον ή άλλοτε, περί το μεσονύκτιον, εν τη μεγάλη +αιθούση, ης εσύρθησαν αίφνης, προς δοθέν σημείον, αι διά των διαμέσων στηλών +ανηρτημέναι αυλαίαι, και απεκάλυψαν διά μιας τας εστρωμένας τραπέζας, ων +ηκτινοβόλουν τα κρύσταλλα υπό τους πολυφώτους λυχνούχους. Έγεινε τότε . . . . . +η φοβερά έφοδος, και μετά μικρόν πάταγος σιαγόνων συγκρουομένων διεδέχθη +τους σιγήσαντας φθόγγους της ορχήστρας. Ότε ο πάταγος εκείνος εκόπασεν, +ήκουσα τινάς σχολιάζοντας τα του δείπνου και παραπονουμένους, ότι οι κούρκοι +δεν ήσαν αρκετά παχείς, ουδ' ο καμπανίτης λίαν άφθονος. Οι παραπονούμενοι +ήσαν γνωστοί μου· γνωρίζουσα δε, ότι οι κούρκοι και ο καμπανίτης δεν έχουσι +συνήθη των διαμονήν τας τραπέζας των, εμειδίασα και σχεδόν ανεκάγχαζον. Η +ευάρεστος αυτή τροπή διέλυσε την προτέραν μου δυσθυμίαν, και ότε επέστρεψα +εις την οικίαν μου, εμειδίων ακόμη με τους δυσκόλους εκείνους +συνδαιτυμόνας.</p> + +<p>Συ χορεύεις; πώς δεν μου γράφεις τίποτε;<br /></p> + +<h4>ΙΕ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις, τη 28 Ιανουαρίου 1880.</p> + +<p>Αν δεν εφοβούμην μη καταντήσω μονότονος ως μυθολόγος γραία και πληκτική +ως αγγλικόν μυθιστόρημα, θα ήρχιζα και την σημερινήν μου επιστολήν από την +νέαν εισβολήν του χειμώνος, της οποίας προ πέντε ήδη ημερών είμεθα θύματα, +και ήτις μας απειλεί διά νέων πάλιν χιόνων και νέων παγετών. Αλλ' εσκέφθην και +θα σκεφθής ομοίως ελπίζω, ότι αρκετά είνε πλέον τα χειμερινά μας μυρολόγια, +αφού ούτε μας παρηγορούν ούτε το κακόν εξορκίζουν. Τι όμως να σου γράψω, διά +να μη γείνω μονότονος, αφού χειμών και χοροί επλήρωσαν δύο μου ήδη +γράμματα, χειμών δε μόνον και χοροί είνε και αυτής της εβδομάδος τα νέα; Χορός +παρά τω γραμματεί της γαλλικής Πρεσβείας, ούτινος θα ενθυμείσαι βεβαίως τον +ωραίον bal costumé, τον οποίον έδωκε πέρυσι κατά την αυτήν εποχήν χορός — ο +δεύτερος ήδη — της εν Αθήναις γερμανικής παροικίας εν τη Philadelphia· χορός +τέλος πάντων masqué et paré εν τω θεάτρω, — ιδού εν ολίγοις ο χορευτικός +ισολογισμός των τελευταίων ημερών. Ο πρώτος εξ αυτών υπήρξεν ωραία αληθώς +εσπερίς, συναθροίσασα εκατόν περίπου προσκεκλημένους εκ των κορυφών της +αθηναϊκής κοινωνίας· είχε δε τούτο ιδίως το ευάρεστον χαρακτηριστικόν, ότι δίκην +ανθοδέσμης, αποτελουμένης εξ ευωδών μόνον ανθέων, περιελάμβανε νεαρά +μόνον πρόσωπα και χορευτικάς μόνον κνήμας. Tapisserie, ήτοι στασίδια, ως +προσφυώς μετέφρασέ ποτε την λέξιν ο κ. Σκυλίσσης, έλειπον σχεδόν εντελώς, και +πάντες περίπου όσοι παρεκάθισαν εις το μεσονύκτιον δείπνον το είχον κερδίσει +αληθώς εν<span class="sp"> ιδρώτι του προσώπου των</span>. Ο γερμανικός χορός της +Ρhiladelphia, όστις από έτους εις έτος λαμβάνει μεγαλοπρεπεστέρας τας +διαστάσεις, ήτο αφελεστάτη ως πάντοτε και χωρίς τινος αυστηράς εθιμοτυπίας +συνάθροισις, όπου οι νεαροί χορευταί και αι εύπτεροι χορεύτριαι, ξανθόκομοι +Τεύτονες οι πλείστοι, εχόρευον μετά προδήλου ευχαριστήσεως και ακάματοι απ' +αρχής μέχρι τέλους, διακοπτόμενοι μόνον ενίοτε όπως πίωσι ποτήριον ζύθου ή +φάγωσι τεμάχιον χοιρομηρίου.</p> + +<p>Τας ατελείς αυτάς και ανεπαρκείς βεβαίως διά σε πληροφορίας σου δίδω ουχί +εξ ιδίας όψεως, αλλ' εξ ακοής μόνον και εκ παραδόσεως νεαρού χορευτού, όστις +μου εξωμολογήθη, ότι ουδαμού διεσκέδασε τόσον, όσον εν μέσω της +απροσποιήτου εκείνης και ανεπιτηδεύτου ομηγύρεως, όπου άλλως δεν ήτο +υποχρεωμένος, έλεγε, να προσέχη αδιακόπως, πού θέτει τον πόδα του, εκ φόβου +μη σχίση την ουράν βαρυτίμου τινός μεταξωτού φορέματος δισχιλίων +φράγκων.</p> + +<p>Η διασκεδαστική όμως συνάθροισις της παρελθούσης εβδομάδος, εκείνη εις +ην ομοθύμως — και δικαίως ως φαίνεται — απένειμαν την δάφνην, ουχί τόσον οι +χορευταί όσον οι θεαταί της, είνε ο εν τω χειμερινώ θεάτρω των Αθηνών δοθείς +χορός μετημφιεσμένων. Ηξεύρεις, υποθέτω, ουχί βεβαίως εξ όψεως, αλλ' εκ +πιστής τινος και λεπτομερούς αφηγήσεως, τι πράγμα είνε περίπου οι διδόμενοι εν +Αθήναις κατά τας απόκρεω χοροί μετημφιεσμένων, ων κερδοσκόποι συνήθως +αμφιτρύωνες είνε διευθυνταί τίνες καφενείων ή ξενοδοχείων, τρέφοντες την +εύλογον ελπίδα να εξοδεύσωσιν εν μέσω της χορευτικής τύρβης τα αμφίβολα και +ουχί εκτάκτως ελκυστικά ποτά και όψα των ερμαρίων των, ή ευσυνείδητοι +χοροδιδάσκαλοι, υπολαμβάνοντες καθήκον αυτών να παράσχωσιν εις τους +επιμελείς τελειοφοίτους των μαθητάς, άπαξ καν κατά το τέλος των μαθημάτων +και δίκην ευσήμου ή βραβείου, την ασυνήθη χορευτικήν απόλαυσιν ετεροφύλων +χορευτριών, θα ήκουσες αναμφιβόλως, όποίος τις είνε ως επί το πλείστον ο τας +ομηγύρεις αυτάς αποτελών όμιλος, όστις κατά τούτο ιδίως δύναται να ονομασθή +μετημφιεσμένος, ότι το ήμισυ των ανδρών του φορεί γυναικεία ενδύματα. Θα +εγέλασες δε βεβαίως εξ όλης σου καρδίας, φανταζομένη τους αρειμανείους των +χορευτών μύστακας προκύπτοντας ενίοτε του προσωπείου και ελέγχοντας το +αληθές γένος των κατ' επιφάνειαν χορευτριών, ή τον απαραίτητον του χορού +διευθυντήν, όρθιον επί καθέδρας εν τω μέσω της αιθούσης και εκφωνούντα μετ' +απανθρώπων στρεβλώσεων τα γαλλικά προστάγματα των αντιχόρων, ή το +συμμιγές εκείνο της χορευτικής ατμοσφαίρας άρωμα, εν ώ επικρατεί ιδίως η οσμή +του υπό των στομάχων των χορευτών χωνευομένου οίνου.</p> + +<p>Και τοιούτος λοιπόν ήτο, θα ερωτήσης βεβαίως, ο εις το θέατρον δοθείς χορός +μετημφιεσμένων; — Όχι ακριβώς, σου απαντώ, αλλά περίπου τοιούτος. Κατά +βάθος ολίγον διέφερε των άλλων εκείνων, περί ων ήκουσες διηγούμενα όσα έλεγα +προ μικρού· ήτο δε μόνον κατά τι επηυξημένος και διωρθωμένος, ως πάσαι αι +νεώτεραι εκδόσεις. — Και τον είδες λοιπόν; θα εξακολουθήσης ερωτώσα. — Τον +είδα βέβαια· διατί να μην τον ιδώ; και τι άλλο θέλεις να ιδώ εγώ εν Αθήναις, όταν +συ βλέπης τους bal de l' Opéra εν Παρισίοις; Η μόνη διαφορά μεταξού εμού και +σου είνε, ότι συ μεν, διά να ίδης τους χορούς του παρισινού μελοδράματος, θα +ηναγκάσθης πιθανώς να φορέσης<span class="sp"> δόμινον</span> και προσωπείον, εγώ δε +ανυπόκριτος και αμεταμφίεστος ενεθρονίσθην εις έν θεωρείον, και απήλαυσα +ανέτως το περίεργον και αστειότατον εκείνο θέαμα, εφ' όσον, εννοείται, μου το +επέτρεπεν ο πυκνός καπνός, τον οποίον έστελλον εις την αίθουσαν οι από των +διαδρόμων του θεάτρου καπνίζοντες χορευταί, και ο υπό τους πόδας των +χορευόντων αδιακόπως αναδιδόμενος κονιορτός. Κύριον θέλγητρον του χορού +επρόκειτο να ήνε κατά το πρόγραμμα του θεατρώνου, και υπήρξεν εν μέρει, η +παρουσία του προσωπικού του θεάτρου en costume, και η μετοχή αυτού εις τον +χορόν. Ο κ. Moreau είχε πεισθή, ως φαίνεται, μετά δίμηνον πείραν, ότι οι ψάλται +και αι ψάλτριαι, τους οποίους από δύο ήδη μηνών έτρεφε διά μόνης της πρωινής +δρόσου, — ίνα μη πάθη πιθανώς η φωνή των — ου μόνον δεν κατώρθοναν να +μεταβληθώσιν εις τέττιγας, μ' όλην την ανακρεόντειον δίαιταν, εις την οποίαν τους +υπέβαλλεν, αλλ' εμαρτύρουν τουναντίον ορχηστικήν τινα ειδικότητα, αξίαν +μείζονος προσοχής και εμψυχώσεως. Απεφάσισε λοιπόν να χρησιμοποιήση +δημοσία τα κεκρυμμένα του θιάσου του προτερήματα και, tirant deux moutures +du même sac, να πληρώση συνάμα την συνήθως κενήν αίθουσαν του θεάτρου του. +Πρώτην φοράν εφέτος ο κ. Moreau είχε την τύχην να φανή ευφυής· και το θέατρον +επληρώθη όσον ουδέποτε το παρελθόν Σάββατον, και οι ηθοποιοί του εχόρευσαν +όπως ουδέποτε είχον τραγουδήσει. Ο αντίχορος μάλιστα, τον οποίον επί το +κορδακικώτερον συνεκρότησαν οι αποτυχόντες τέττιγες του θεατρώνου μας, +υπήρξε γραφικώτατος και ζωηρότατος, προς μεγίστην του κοινού ευχαρίστησιν, ο +δε κωμικός Gregoire, ενδυμένος παράδοξον και ιδιότροπον ιπποκόμου στολήν, +απέδειξεν ότι ηδύνατο να διαπρέψη ως homme caoutchouc εις οιονδήποτε +ιππόδρομον της Ευρώπης.</p> + +<p>Η Κ. Minelli ως οδαλίσκη και η Κ. Νeuville ως folie ήσαν επίσης κομψόταται, και +πολλοί των θεατών ελησμόνησαν το άσμα των βλέποντες τας ενδυμασίας των. Το +υπόλοιπον θεατρικόν τάγμα έμεινεν ως επί το πολύ μετριοφρόνως incognito υπό +τα πολύχρωμα dominos της θεατρικής ιματιοθήκης, και απέβαλλε μόνον ενίοτε τα +προσωπεία, οσάκις η ανάγκη<span class="sp"> πόσιος η δ' εδητύος</span> ωδήγει αυτό εις το +κυλικείον του θεάτρου. Την ανάγκην δε αυτήν πολλάκις, φαίνεται, +συνησθάνθησαν καθ' όλην την εσπέραν οι συνήθως νηστεύοντες τρόφιμοι του Κ. +Moreau, διότι περί τα τέλη της νυκτερινής του πανηγύρεως ήρχισαν κάπως να +λησμονώσιν οι πόδες των τα βήματα του χορού, και η ζωηρότης αυτών και των +προ μικρού συνδαιτυμόνων των κατεδεικνύετο δι' εκχύσεων οικειότητος +παραδόξου, της οποίας αδιάκριτοι πλέον παρίσταντο θεαταί οι εν τοις θεωρείοις +περίεργοι. Τότε κατέλιπον και εγώ το θέατρον· ώστε δεν δύναμαι, βλέπεις, να σου +αφηγηθώ το τέλος της χορευτικής εορτής του κ. Moreau, ήτις πρόκειται, ως +ακούω, να επαναλαμβάνεται κατά παν Σάββατον μέχρι του τέλους των +απόκρεω.</p> + +<p>Α! είδες; ολίγου δειν ελησμόνουν την κωμικωτέραν μορφήν του θεατρικού +χορού. Ήτο Άγγλος τις, αληθής και γνήσιος, εκ των αμιμήτων εκείνων, ους +απηθανάτισεν η γραφίς του Doré και ο κάλαμος του Féval, και τους οποίους +παρακολουθούσι συνήθως οι αγυιόπαιδες των Παρισίων. Ο άνθρωπος είχε +προδήλως ακατάσχετον επιθυμίαν να διασκεδάση· τι δε φαντάζεσαι, ότι έκαμεν; +Έκοψε τον ερυθρόν του μύστακα και τας δαυκόχρους παραγναθίδας του, ενεδύθη +γυναικείαν εσθήτα decolletée, ήλειψε την απαθή του φυσιογνωμίαν διά πυκνού +στρώματος poudre de riz, τους ηρακλείους του ώμους δι αφθόνου<span class="sp"> +γάλακτος παρθενικού</span>, και ήλθεν εις τον χορόν, όπως αντιτάξη, φαίνεται, τα στερεά κάλλη +των ευσάρκων του βραχιόνων προς τα λαγαρά θέλγητρα των εγκαθέτων +χορευτριών του θεάτρου. Νομίζω δε ότι το επέτυχεν· αν τουλάχιστον ερωτηθώσιν +οι βραχίονές του, εφ' ων πολλαπλά και ποικίλα απέμειναν τα ίχνη τολμηρών τινων +δακτύλων, αναντιρρήτως θα είπωσι το ίδιον. Ίσως επόνεσεν ολίγον ο ιδιότροπος +Άγγλος· αλλά<span class="sp"> εμπρός 'ς τα κάλλη τ' είν' ο πόνος</span> ! κατά την δημώδη +παροιμίαν. Υποθέτεις ότι θα το ξανακάμη το ερχόμενον Σάββατον; Τις οίδε! That is +very comical, θα είπε καθ' εαυτόν, και θα επαναλάβη πιθανώς την +διασκέδασιν.<br /></p> + +<h4>ΣΤ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις, τη 10 Φεβρουαρίου 1880.</p> + +<p>Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα, διότι εβαρύνθην πλέον να +γράφω περί χορών και διασκεδάσεων, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι εβαρύνθην να +χορεύω και να διασκεδάζω. Και όμως χοροί και διασκεδάσεις είνε το μόνον +πράγμα, περί του οποίον δύναταί τις σήμερον να λαλήση εν Αθήναις, αφ' ότου μας +απεχαιρέτισεν ο δριμύς χειμών, όστις επάγονε μεν, είνε αληθές, τας ρίνας και τους +δακτύλους μας, αλλά μας παρείχε τουλάχιστον ύλην ομιλίας.</p> + +<p>Περί πολιτικών δεν σου έγραψα ποτέ, και ουδέ σήμερον θα σου γράψω, +μολονότι τα πράγματα, ως λέγουσιν οι αρμόδιοι, είνε σπουδαία, διότι πρόκειται, +φαίνεται, και πάλιν να πέση το Υπουργείον.</p> + +<p>Περί των απόκρεω δεν είνε καιρός ακόμη να γείνη λόγος, διότι, μολονότι +ήρχισε σήμερον το τριώδιον, και ανυπόμονοί τινες μετημφιεσμένοι +ενεφανίσθησαν ήδη εις την οδόν Σταδίου, και η περιλάλητος<span class="sp"> καμήλα</span> εθεάθη +προχθές ορχουμένη προ του Σολωνείου εν μέσω πυκνού ομίλου περιέργων, ουχ +ήττον ο κόσμος ο πολύς επιφυλάσσεται ακόμη, τα δε μικρά μαγαζεία των οδών +Αιόλου και Ερμού, άτινα εκ του προχείρου μετεβλήθησαν εις εμπορεία +προσωπίδων και μεταμφιέσεων, μάτην αναπτύσσουσιν από των θυρών και +παραθύρων των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύσχημα ράκη, άτινα, μ' όλα της +υπηρεσίας των τα έτη και τας πολυαρίθμους αυτών πληγάς, δεν απεφάσισαν οι +απάνθρωποι ενοικιασταί των να κατατάξωσιν εις απομαχίαν. Φαίνεται εν τούτοις, +ότι θα έχωμεν εφέτος ζωηροτάτας απόκρεω, περιεργοτέρας πολύ των +παρελθόντων ετών, και μετά τινων μάλιστα νεωτερισμών. Αν τουλάχιστον +πιστεύσω εις ακριτόμυθά τινα εκμυστηρεύματα φίλων μας, των οποίων δεν μου +επετρέπεται σήμερον να σου γράψω τα ονόματα, οργανίζεται είδος τι corso διά +των οδών Σταδίου και Πατησίων, ούτινος τα κυριώτερα πρόσωπα θα είνε ηρωίδες +μάλλον ή ήρωες. Λέγεται μάλιστα, . . αλλ' αρκετά και ίσως πλέον του δέοντος +εφλυάρησα. Αν και όταν γείνη το πράγμα, θα σου το περιγράψω εν πάση +λεπτομερεία, και η περιέργειά σου θα κερδήση μάλλον ή θα ζημιωθή +αναμένουσα.</p> + +<p>Η εχεμυθία αυτή με στενοχωρεί, έσο βεβαία, πολύ περισσότερον ή σε, διότι θα +ηδυνάμην άλλως να γεμίσω σήμερον εξαίρετα την επιστολήν μου, και δεν θα +ευρισκόμην εις την φοβεράν αυτήν αμηχανίαν του να μη έχω τι να σου γράψω, και +να αναγκάζωμαι επί τέλους, αποφεύγουσα τα περί χορών και εσπερίδων και +διασκεδάσεων, να σου ομιλήσω σήμερον . . . περί του<span class="sp"> +υποβρυχίου πλοίου</span>, διά του οποίου πρόκειται, καθ' όλα τα φαινόμενα, να συνταράξη εντός ολίγου +τον ευρωπαϊκόν κόσμον η μικρά Ελλάς.</p> + +<p> — «Υποβρυχίου πλοίου!» θ' ανακράξης βέβαια, διακόπτουσα την +ανάγνωσιν των γραμμών αυτών. «Πώς! έχετε υποβρύχιον πλοίον εις την +Ελλάδα;»</p> + +<p> — Όχι, κυρία μου, δεν έχομεν ακόμη, αλλά θα έχωμεν, ελπίζω, εντός +ολίγου, και τότε πλέον, εννοείς, gare aux cuirrassés! Μη γελάς! Το μέγα πρόβλημα, +ούτινος η λύσις τοσάκις μάτην απησχόλησε τους μεγαλειτέρους ναυπηγούς της +Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής, και θα μετέβαλλεν ίσως, αν επετυγχάνετο, +τον χάρτην της Ευρώπης εντός ολίγων ετών, το πρόβλημα αυτό πλησιάζει, ως +λέγουν, να λύση παρ' ημίν ουχί ναυτικός τις, ουχί επιστήμων, μαθηματικός, +μηχανικός ή άλλος, αλλ' άνθρωπός τις κοινός, απλούς, απαίδευτος, περικλείων +όμως, φαίνεται, εις τα προνομοιούχα του στήθη το θείον εκείνο πυρ, όπερ +μετέβαλεν άλλοτε τους αλιείς εις αποστόλους, και τοσαύτας ενεργεί παραδόξους +μεταβολάς και σήμερον έτι εν Ελλάδι, χώρα κατ' εξοχήν προνομιούχω. — «Αλλά, +θα μου παρατηρήσης μεθ' όλης της δυνατής δειλίας του χαρακτήρος σου, αλλά +νομίζω, ότι ίνα επιτύχη μηχανική τις εφεύρεσις δεν αρκεί μόνον το θείον πυρ αλλά +χρειάζεται και κάποια επιστημονική προπαίδευσις, διότι άλλως, αν π. χ. δεν +ηξεύρη τις ότι δύο και δύο κάμνουν τέσσαρα, δύναται να υποθέση, +παραπλανώμενος υπό του θείου πυρός, ότι κάμνουν πέντε, και τότε;» — Αι, +φιλτάτη! πιθανόν να έχης δίκαιον, διότι έχεις υπ' όψιν σου την Ευρώπην· εις την +Ελλάδα όμως το πράγμα είνε κάπως διαφορετικόν, και ότι είνε διαφορετικόν +απέδειξαν τα μέχρι τούδε γενόμενα πειράματα, άτινα επέτυχον πληρέστατα.</p> + +<p>Πριν δε με διακόψης και πάλιν, άκουσε. Ο μέλλων εφευρέτης του υποβρυχίου +πλοίου, αφού πολλάκις πρότερον, παρόντων ευαρίθμων μόνον θεατών, +κατεβύθισε το υποβρύχιον σκάφος του εν τω όρμω του Φαλήρου, και διαμείνας +ικανήν ώραν υπό τα ύδατα, ανέδυ πάλιν σώος και υγιής, προσεκάλεσε πρό τινων +ημερών διά δημοσίας αγγελίας κόσμον πολύν εις το Φάληρον, και ενώπιον πυκνού +ομίλου περιέργων και δυσπίστων κατεβυθίσθη αυτός και τα τέκνα του εντός του +υποβρυχίου σκάφους του, διέμεινε πέντε περίπου ώρας υπό τα ύδατα, και ανέδυ +μετά ταύτα υγιέστατος, εν μέσω των παταγωδών ευφημιών των παρισταμένων. +Συγκεκινημένος τότε ανέβη εις έν τραπέζιον του καφενείου, και απέτεινε +θερμοτάτην και πλήρη πεποιθήσεως προσφώνησιν εις τους θεατάς του, ήτις +κατέληξε διά της δηλώσεως, ότι προς τελειοποίησιν της εφευρέσεώς του του +εχρειάζοντο τρεις χιλιάδες φράγκων, άτινα ήλπιζεν, είπεν, ότι προθύμως ήθελον +συνεισφέρει οι ενδιαφερόμενοι υπέρ της επιτυχίας του. Η προσφώνησις αύτη +εκορύφωσεν, εννοείς, τον ενθουσιασμόν του κοινού· είς των παρισταμένων +αντεφώνησε τον εφευρέτην, πολλαί κυρίαι ησθάνθησαν υγραινομένους τους +οφθαλμούς των και ήρχιζαν να τους σπογγίζωσι διά των ρινομάκτρων των, +επιτροπή δε πάραυτα συνεκροτήθη, όπως μεριμνήση περί συλλογής των +τρισχιλίων φράγκων. Η επιτροπή ανέλαβε προθύμως το έργον, ωργάνωσε λαχείον, +και είνε πάσης αμφιβολίας εκτός, ότι το χρήμα θέλει ταχέως συμποσωθή, και ότι η +σπουδαία εφεύρεσις θα<span class="sp"> τιμήση τον τόπον</span>. Τι λέγεις τώρα παρακαλώ; Μη +με διακόψης και πάλιν, παρατηρούσα μικρολόγως, ότι η υπό την θάλασσαν +βύθισις οιουδήποτε σκάφους δεν καθιστά ήδη αυτό υποβρύχιον πλοίον, ότι το +σπουδαίον είνε να κινήται το υποβρύχιον σκάφος όπως θέλει ο εντός αυτού +κυβερνήτης, να διαμένη εις ωρισμένον βάθος, να βλέπη και να ενεργή υπό το +ύδωρ και άλλα τοιαύτα μικρολογήματα, οποία ήκουσα να παρατηρώσι τινές φύσει +φιλοκατήγοροι. Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έχουσι πατριωτισμόν, όσοι δεν +αισθάνονται αναπτερούμενον τον νουν των και θερμαινομένην την καρδίαν των +προς το μεγαλείον και την δόξαν της πατρίδος των, όσοι τέλος πάντων νομίζουσιν, +ότι επιδεικνύουσι σοφίαν, αμφιβάλλοντες περί πάντων και προς πάντα +δυσπιστούντες. Συ όμως είσαι αγνή πατριώτις, και τοιούτοι λόγοι δεν αρμόζουν εις +τα χείλη σου. Εύχου μόνον υπέρ της επιτυχίας του έργου και πίστευε, διότι +ηξεύρεις ότι η πίστις μεταθέτει όρη, και πληροί κοιλάδας, και . . . . . κατασκευάζει +υποβρύχια πλοία· — διατί όχι;</p> + +<p>Απόψε δίδεται μουσική συμφωνία εις το Ωδείον, υπό του εν Αθήναις προ τινος +χρόνου εγκατεστημένου ιταλού κλειδοκυμβαλιστού Lacalamita. Το πρόγραμμα του +είνε αρκετά ελκυστικόν. Επεθύμουν ιδίως ν' ακούσω την περιλαμβανομένην εν +αυτώ ωραίαν τετραφωνίαν του Mozart, και περιπαθές τι Andante apassionato, +έργον διακεκριμένου έλληνος μουσουργού και μελοποιού, του κ. Αυγερινού, ον +είχες, υποθέτω, την ευτυχίαν ν' ακούσης συ άλλοτε εν Αγγλία. Έγραψα, +επεθύμουν, διότι δυστυχώς δεν θα υπάγω· όχι διότι μ' επηρεάζει το άδικον +λογοπαίγνιον, όπερ διά της παρατονίσεως του ονόματος εδημιούργησεν άλλοτε +ευφυολόγος τις αθηναίος εις βάρος του κ. Lacalamita, αλλά διότι . . . πρέπει να +χορεύσω και απόψε!</p> + +<p class="poem">Madame, . . . ah! Madame . . . plaignez mon tourment.<br /></p> + +<h4>ΙΖ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 17 Φεβρουαρίου 1880</p> + +<p>Δόξα τω θεώ, έχω σήμερον να σου γράψω και κάτι άλλο, εκτός χορών και +εσπερίδων· τόσον δε περισσότερον χαίρω, ότι με ηυνόησεν αυτήν την φοράν η +τύχη, όσον γνωρίζω, πόσον ενδιαφέρεσαι εις φιλολογικάς ομιλίας, και πόσον σ' +αρέσκει η καλή και αληθής μουσική. Επιχειρώ λοιπόν να σου μεταδώσω ατελώς +την ευχαρίστησιν, την οποίαν ησθάνθην την παρελθούσαν εβδομάδα εκ +φιλολογικής μελέτης, την οποίαν απήγγειλε την εσπέραν της τετάρτης ο κύριος Γ. +Βερναρδάκης εν τω φιλολογικώ συλλόγω<span class="sp"> Παρνασσώ</span>, και εκ μουσικής +εσπερίδος, εις την οποίαν ο κοινός ημών φίλος κ. Δ. συνεκάλεσε την επαύριον +Πέμπτην ευάριθμον ομήγυριν φίλων.</p> + +<p>Και αι δύο αυταί εσπεριναί διατριβαί υπήρξαν δι' εμέ ου μόνον ευχάριστος +ανακούφισις από του χορευτικού πανδαιμονίου, το οποίον κατέκλυσεν εφέτος τας +Αθήνας, αλλά και απόλαυσις αληθής, εξ εκείνων αίτινες και διαρκούσαι θέλγουσι +την ψυχήν και την καρδίαν, και παύουσαι καταλείπουσιν οπίσω των ανάμνησιν +ιλαράν και γλυκύθυμον, ήτις αυτή καθ' εαυτήν είνε τέρψις, ως είνε τέρψις το +ηδύπνουν άρωμα, όπερ αφίνει κατόπιν της ωραία γυνή, ως είνε τέρψις η διάβασις +χλοεράς ατραπού,</p> + +<p class="poem">où le vent balaya des roses,</p> + +<p>κατά την ωραιοτάτην έκφρασιν του Sully Prudhomme.</p> + +<p>0 Κ. Βερναρδάκης, τον οποίον δεν είνε απίθανον να εγνώρισες εις Παρισίους, +όθεν προ δύο περίπου μηνών κατήλθεν εις Αθήνας, είνε νεώτερος αδελφός του +γνωστού ποιητού της<span class="sp"> Μερόπης</span> και άλλοτε διαπρεπούς καθηγητού της +ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω. Δόκιμος δ' επίσης φιλόλογος και διά σπουδαίων +ήδη έργων τιμήσας τα ελληνικά γράμματα, κατέδειξε την παρελθούσαν τετάρτην +εν τω<span class="sp"> Παρνασσώ</span>, ότι και ποιητικήν έχει την ψυχήν, ως ο πρεσβύτερος αυτού +αδελφός, και την χάριν του λόγου ίσην σχεδόν προς εκείνον. Θέμα του λόγου του ή +μάλλον αφορμήν αυτού έλαβεν ανέκδοτόν τι απόσπασμα του Ευριπίδου, το +οποίον δημοσιευθέν πρό τινος εν Παρισίοις πολύ φυσικώς επροξένησε πάταγον +μεταξύ των ελληνιστών της Δύσεως, και πολλάς προεκάλεσε συζητήσεις, και +μεγάλως διήρεσε τας γνώμας των σοφών, περίπου τις ήτο άρα γε η απολεσθείσα +τραγωδία του τραγικωτάτου των αρχαίων ποιητών, ης απετέλει αέρος το +ανευρεθέν λείψανον. Δεν περιμένεις βέβαια να σου μνημονεύσω τας γνώμας των +ξένων φιλολόγων, ούτε τους λόγους δι' ων κατεπολέμησεν αυτάς ο έλλην +συνάδελφός των. Το πράγμα θ' απέβαινε πολύ σοφόν, σοφώτερον αναμφιβόλως +και σου και εμού. Όταν σου αναφέρω απλώς, ότι κατά την γνώμην του κ. +Βερναρδάκη το δημοσιευθέν απόσπασμα ανήκει εις τραγωδίαν του Ευριπίδου +«<span class="sp">Ανδρομέδαν</span>», της οποίας υπάρχουσιν ήδη γνωστά και δημοσιευμένα +πεντήκοντα περίπου άλλα αποσπάσματα, πολύ όμως μικρότερα και ασημότερα, +είνε νομίζω τούτο αρκετόν διά την φιλολογικήν σου περιέργειαν. Ίσως ίσως δε και +αυτό θα σου ήνε αδιάφορον, διότι ουδείς πιθανώς υπάρχει λόγος να ανησυχής, αν +εις τα σωζόμενα μέχρι τούδε δίστιχα ή τετράστιχα αποσπάσματα απολεσθείσης +αρχαίας τραγωδίας προσετέθη και άλλο νέον, έστω τούτο και +τεσσαρακοντάστιχον, έστω και ωραίον αληθώς υπό πάσαν έποψιν. Ό,τι όμως +βεβαίως δεν θα σου ήνε αδιάφορον, ό,τι πολύ θα επεθύμεις να ήκουες και συ +όπως ήκουσα και εγώ, είνε αυτή η απολεσθείσα τραγωδία του Ευριπίδου, ης +προδήλως — κατά την ταπεινήν μου γνώμην — απετέλει μέρος το δημοσιευθέν +εσχάτως τεμάχιον.</p> + +<p>Και πού λοιπόν, θ' αναφωνήσης, ευρέθη αυτή η τραγωδία, και πώς δεν μου το +λέγεις τόσην ώραν; — Δεν ευρέθη, φίλη μου, δυστυχώς· ευτυχώς όμως ανεπλάσθη +συγκολληθείσα εκ των αμόρφων εκείνων λειψάνων, ανεδημιουργήθη ούτως ειπείν +εκ του μη όντος υπό της καλλιτέχνου χειρός του νεαρού φιλολόγου, άρτιον δε +σχεδόν ούτω και καλλίμορφον ανεπτύχθη προ των εκθάμβων ακροατών το ωραίον +εκείνο έργον του μεγάλου τραγικού, όπερ ομοφώνως κατέτασσον οι αρχαίοι +μεταξύ των αριστουργημάτων του. Δεν ηξεύρω, αν σ' έτυχέ ποτε — και θα σ' έτυχε +βεβαίως — να ιδής που αναπλαστικήν εικόνα αρχαίου μνημείου, εξ εκείνων τας +οποίας οι Γερμανοί ιδίως επιτηδεύονται, οι επιστημονικώς ως επί το πλείστον +παιδεύοντες την καλλιτεχνικήν των γραφίδα. Το κατ' εμέ ενθυμούμαι πάντοτε μετ' +ίσης συγκινήσεως την βαθείαν και γοητευτικήν αληθώς εντύπωσιν, την οποίαν μου +επροξένησεν ωραία τις τοιαύτη εικών της Ακροπόλεως, γεγραμμένη υπό του Graeb +άνωθεν της εισόδου της ελληνικής αιθούσης του εν Βερολίνω Μουσείου. Ώρας +ολοκλήρους έμεινα θεωμένη την χαριεστάτην εκείνην και πλήρη εμπνεύσεως +ανάπλασιν των αμιμήτων αριστουργημάτων, άτινα εκάλλυνον προ αιώνων τον +ιερόν βράχον της Αθήνας· και τοσούτον επί στιγμήν ελησμόνησα και τα κύκλω μου +γύψινα εκμαγεία ελληνικών αγαλμάτων και την μακράν μου — επί της πατρίας γης +— λυπηράν των ερειπίων πραγματικότητα, τοσούτον εν παραδόξω εκστάσει +ανυψώθην ανεπαισθήτως εις των ονείρων τον κόσμον, ώστε υπέλαβον την εικόνα +πιστήν μάλλον της αληθείας αντιγραφήν ή ανάπλασιν του μη υπαρχοντος, και +ήλπισα, ότι επανερχομένη εις τας Αθήνας ήθελα επανεύρει την Ακρόπολίν μου +λαμπράν και απαστράπτουσαν εκ κάλλους και νεότητος, οποίαν είχε φαντασθή και +γράψει αυτήν ο γερμανός ζωγράφος επί του τοίχου του βερολινείου Μουσείου. +Τοσαύτη ήτο η μαγική δύναμις της ευλαβούς εμπνεύσεως του καλλιτέχνου, +ούτινος η γόησσα και ειδήμων γραφίς είχεν εμφυσήσει ζωήν εις τους +συντετριμμένους λίθους, ανιδρύουσα επί του βάθρου της την Πρόμαχον, +αναστηλούσα τους πεπτωκότας κίονας του Παρθενώνος, επαναφέρουσα εις την +ζωφόρον αυτών τα συλήματα του Έλγιν, και συμπληρούσα τον απωρφανωμένον +όμιλον των σεμνών Καρυατίδων, ως λέγει που έλλην ποιητής, ον παρέτρεψε +δυστυχώς εις ακανθώδεις τρίβους η δημοσιογραφία·</p> + +<p class="poem"><i>Του Παρθενώνος θεωρών τας στήλας πετωκυίας,<br /> +τον πλάττω ως τον έπλασεν ακμαίον ο Φειδίας,<br /> +ο πλάστης ούτος των θεών,<br /> +και παν εκπλύνων λείψανον των δουλικών κηλίδων,<br /> +κοσμώ και με την λείπουσαν εκ των Καρυατίδων<br /> +του Ερεχθέως τον ναόν.</i></p> + +<p>Τοιαύτη περίπου υπήρξε και η εντύπωσις, ην μοι επροξένησε την +παρελθούσαν τετάρτην η υπό του Κ. Βερναρδάκη ανάπλασις της «Ανδρομέδας» +του Ευριπίδου. Ακούσασα αυτόν συνθέτοντα μετ' ευλαβείας το απολεσθέν δράμα +εκ των περισωθέντων λειψάνων του, συγκολλώντα ούτως ειπείν και +προσαρμόζοντα τα μικρά εκείνα συντρίμματα, αναπληρούντα τα κενά διά λόγου +ποιητικού, εγκρατούς και αρχαιοπρεπές έχοντος το κάλλος, υποβάλλοντα εκάστοτε +τον προσήκοντα λόγον εις του Περσέως, της Ανδρομέδας και του Κηφέως το +στόμα, και την προσήκουσαν συμβουλήν και κρίσιν εις τα χείλη του κορυφαίου +του χορού, ενόμισα προς ώραν, ότι ανέλυε μάλλον υπάρχουσαν και σωζομένην +τραγωδίαν ο ρήτωρ και εφαντάσθην ότι επανερχομένη εις την οικίαν μου και +ανοίγουσα τον Ευριπίδην θα ανεύρισκον εντός αυτού την «Ανδρομέδαν» +ολόκληρον, οποίαν προ μικρού είχεν αναπλάσει αυτήν ο κ. Βερναρδάκης. +Τοσούτον είχε το γόητρον η επιστήμων φαντασία του λαλούντος, τοσαύτην είχε +την χάριν ο λόγος του, τοσούτον ήτο αληθής και βαθεία η εν τη ψυχή αυτού +ενσάρκωσις του δράματος.</p> + +<p>Τι λέγεις τώρα; Δεν θα επεθύμεις και συ να ήσο εκεί και να τον ήκουες; +Παρηγορήσου όμως. Ο λόγος του νεαρού αλλά διακεκριμένου ήδη φιλολόγου +θέλει δημοσιευθή προσεχώς, και δύνασαι τότε ν' απολαύσης εκ της αναγνώσεως +όσην εγώ απήλαυσα εκ της ακροάσεως ευχαρίστησιν. Θέλεις δε βεβαίως πεισθή +και συ, ως εγώ επείσθην, ότι ο τόπος ημών ο πάντων αφθονών αλλά και πάντων +σπανίζων, απέκτησεν επιστήμονα των γραμμάτων ουχί συνήθη, ουδέ όμοιον προς +το πολύ πλήθος των ημετέρων φιλολόγων, ων η περί τας λέξεις σοφία ουδέν +σχεδόν άλλο κατώρθωσε δυστυχώς μέχρι τούδε, ή να εμπνεύση εις τους πολλούς +αποστροφήν μάλλον ή έρωτα προς τα αθάνατα έργα των παλαιών, άτινα εις τούτο +και μόνον κρίνονται ως επί το πλείστον χρήσιμα, εις το ν' ασκώσι δίκην πτωμάτων +τα μικροσκόπια της κριτικής και τα μαχαίρια της γραμματικής ανατομίας.</p> + +<p>Έχει και ο Κ. Βερναρδάκης μικροσκόπιον, και διά πολλών ήδη κατέδειξεν, ότι +διαυγέστατος είνε του μικροσκοπίου του ο φακός· αλλ' έχει όμως και οφθαλμόν, +οφθαλμόν ψυχής συνάμα και καρδίας, και τούτο είνε δι' εμέ, την μη σοφήν, η +μεγίστη του σοφία.</p> + + +<p>Δεν μου περισσεύει, βλέπεις, χάρτης διά την μουσικήν εσπερίδα. Αλλά ce qui +est différé n' est pas perdu. Επιφυλάξου διά την προσεχή εβδομάδα.<br /></p> + +<h4>ΙΗ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 24 Φεβρουαρίου 1880.</p> + +<p>Τι κόσμος! τι θόρυβος! τι οχλοβοή! Τι πλήθος συνωθουμένων εις τους +δρόμους! Πόσοι και ποίοι μετημφιεσμένοι! Πόσαι και ποίαι φωναί, και πόσος +πάταγος, και πόσα συρίγματα, και πόσος κονιορτός! — Και κονιορτός; — Και +κονιορτός, αγαπητή μου, μ' όλην την προ τριών ημερών βροχήν, ήτις είχεν +απελπίσει τους Αθηναίους, βλέποντας πνιγομένην σχεδόν εντός του πηλού την +από των Κρονίων προσδοκωμένην διασκέδασίν των.</p> + +<p>Προ μικρού μόλις επέστρεψα παραζαλισμένη και κεφαλαλγούσα εις την οικίαν +μου, αφού επί δύο σχεδόν ολoκλήρους ώρας περιήλθον την οδόν Αιόλου από της +πλατείας της Ομονοίας μέχρι της μακαρία τη λέξει<span class="sp"> Ωραίας Ελλάδος</span>, και +εκείθεν την οδόν Ερμού μέχρι της πλατείας του<span class="sp"> Συντάγματος</span>, και εκείθεν την +οδόν<span class="sp"> Σταδίου</span> μέχρι του<span class="sp"> Σολωνείου</span>, και εκείθεν πάλιν την οδόν Αιόλου, +και πάλιν την οδόν Ερμού, και καθεξής και καθεξής, ως έλεγεν ο μακαρίτης +Ασώπιος. Το τι επατήθην κατ' αυτήν μου την περιήγησιν, το τι διεσκέδασα, και +εξεκωφάθην, και εγέλασα, και . . . . αηδίασα, δεν περιγράφεται. Φαντάσου, . . +πλην είνε αδύνατον να φαντασθής. Έπρεπε να ήτο μαζή μου προ ολίγων ωρών, να +πάθης ό,τι έπαθα, να ιδής ό,τι είδα, να ακούσης ό,τι ήκουσα, διά να συλλάβης +αμυδράν τινα ιδέαν της διασκεδάσεως, την οποίαν απήλαυσεν η αθηναία φίλη +σου κατά τας εφετεινάς απόκρεω. Θα προσπαθήσω μολοντούτο να σου μεταδώσω +ατελώς τας εντυπώσεις μου, διότι τας έχω νωπάς ακόμη, και μη με συνερισθής, αν +σου γράψω άτακτα και συγκεχυμένα, διότι συγκεχυμένον και άτακτον είνε εις την +κεφαλήν μου ό,τι ούτε τάξιν ηδύνατο να έχη, πολύ φυσικώς, ούτε ειρμόν, ούτε +μέθοδον.</p> + +<p>Εν πρώτοις και προ πάντων γενική και όχι λίαν ευχάριστος εντύπωσις των +Κρονίων της σημερινής Κυριακής είνε δι' εμέ η παντελής σχεδόν έλλειψις ευφυών +μεταμφιέσεων. Εκτός δύο ωραίων εξαιρέσεων, τας οποίας θ' απαντήσωμεν μετ' +ολίγον, το πολύ και αμέτρητον πλήθος των εφετεινών ειδώλων περιελάμβανε +μεταμφιεσμένους κοινούς, ουδέν παριστάνοντας, ουδέν λέγοντας, νομίσαντας δε, +φαίνεται, ότι αρκετή διασκέδασις ήτο και δι' αυτούς και διά το θεώμενον πλήθος, +να φορέσουν έν ενοικιασμένον domino, κατά το μάλλον ή ήττον κομψόν και +καθάριον, να ακριβοπληρώσωσι μίαν άμαξαν, και να περιέρχωνται ούτω τας +λεωφόρους σκορπίζοντες φασόλια κατά του πλήθους — η σπατάλη των δεν +προέβη μέχρι<span class="sp"> κουφέτων</span> — ή μοιράζοντες τυπωμένην την ευφυίαν των δι' +επισκεπτηρίων φερόντων την φράσιν· «Μ. Rigolopulo et Cie· +<span class="sp"> Να μας γράφετε</span>», και ακούοντες κύκλω του τα πλήθη φωνούντα εν χορώ την φράσω του συρμού<span class="sp"> +Κόφ' το! Κόφ' το</span>! Μη μ' ερωτάς επί του παρόντος, τι σημαίνει η περίεργος +αύτη φράσις, την οποίαν, μιμούμενον τους παρισινούς, καθιέρωσεν εφέτος το +αθηναϊκόν κοινόν. Θα την ακούσωμευ μετ' ολίγον εντονωτέραν, και τότε θα σου +την εξηγήσω.</p> + +<p>Αν θέλης δος μου τώρα διανοητικώς τον βραχίονά σου, και πηγαίνωμεν προς +στιγμήν ν' αναμιχθώμεν εις το ρεύμα του πλήθους, όπερ φέρεται πυκνόν από της +πλατείας της<span class="sp"> Ομονοίας</span> προς την οδόν του<span class="sp"> Αιόλου</span>. Προσοχή μη μας +πατήσουν, ή μη πατήσωμεν ημείς κανέν εκ των απειραρίθμων νηπίων, τα οποία +σύρουσι κατόπιν των αι φιλόστοργοι αυτών μητέρες διά να τα διασκεδάσωσι.</p> + +<p>Περιττόν, υποθέτω, να σταθώμεν ενώπιον του μικρού αυτού θεατριδίου, το +οποίον περικλείει ολόκληρον μία και μόνη ρυπαρά σινδών, και εις του οποίου την +ανοικτήν θυρίδα κινούνται ένθεν κακείθεν δυο τρεις πλαγγόνες, συνδιαλεγόμεναι +ακατανόητα διά του στόματος του κινούντος αυτάς θεατρώνου. Είνε τόσον +αδέξιαι, ώστε ουδέ να δαρώσι καν προσηκόντως δεν κατορθόνουσιν. Ας +προχωρήσωμεν. Α! Ιδού ευθύς έν<span class="sp"> κάρρον</span>, του οποίου οι κάτοικοι +διασκεδάζουσιν αναντιρρήτως, αδιαφορούντες αν διασκεδάζουν και οι θεαταί +των. Ηλείφθησαν προχείρως ό,τι χρώμα είχε πρόχειρον ο γείτων των βαφεύς, +άλλος κυανούν, άλλος ερυθρόν, άλλος κίτρινον, και άλλος ολιγαρκέστερος ολίγην +ασβόλην από της εστίας του. Εφόρεσαν ό,τι εύρον· οι μεν το πάπλωμά των, οι δε +των συζύγων των τα φορέματα, άλλοι πίλους υψηλούς, και άλλοι σπυρίδας +ανεστραμμένας. Έζευξαν εις το ταραχώδες των άρμα έν έτι άλογον περιπλέον, +εκάθισαν επ' αυτού ένα των σύντροφον, όστις σοβαρός και ατάραχος επιδεικνύει +τας μέχρι μηρού γυμνάς και κιτρινοβαφείς ρωμαλέας του κνήμας, και αφού δι' +ολίγων οκάδων ρητινίτου εκανόνισαν προσηκόντως την ψυχικήν των διάθεσιν, +εκίνησαν θριαμβευτικοί, άδοντες και αλαλάζοντες, ουδόλως δε ανησυχούντες +περί του παρισταμένου πλήθους, όπερ ουδέ να κυττάξωσι καν καταδέχονται. Δεν +ειξεύρω διατί, αλλά μ' αρέσκουσιν οι μιλτοπάρειοι αυτοί αρματηλάται. Ουδέν +εμπαίζουσιν, ουδ' έχουσι την αξίωσιν να εμπαίξωσι. Διασκεδάζουσι μόνον, διότι +τούτο και μόνον ηθέλησαν, και εννοούσι τας Απόκρεω κατά την αληθή και +φυσικήν αυτών σημασίαν, απαράλλακτα όπως εννόουν τα Κρόνια του οι παλαιοί +Ρωμαίοι. Τους προτιμώ μυριάκις των ανόστων δομινοφόρων, δι' ων ο αύξων +πολιτισμός του ελληνικού και η ξενική μίμησις αντικατέστησαν σήμερον τους +παλαιοτέρους<span class="sp"> μακηδόνους</span>, +τους<span class="sp"> κουδουνάτους</span>, τους<span class="sp"> διαβόλους</span>, +τους<span class="sp"> ψαράδες</span> και τους<span class="sp"> τουρκαλάδες</span>.</p> + +<p>Ολίγον περαιτέρω, επί της πλατείας της Τραπέζης, παίζουσι τα πασίγνωστα +<span class="sp"> ρόπαλα</span>. Τα γνωρίζεις βεβαίως εν πάση αυτών τη αηδία και ρυπαρότητι, ώστε +περιττόν είνε να σταματήσωμεν. Non guarda e passa· ας ρίψωμεν δε μόνον, αν +θέλης, μίαν δεκάραν εις τον τενεκέν του θεατρώνου. Παρέκει προφαίνεται από της +παρόδου των Αγίων Θεοδώρων το γεγηρακός ήδη αλλά παραδόξως ανανεωθέν +εφέτος<span class="sp"> Γαϊτανάκι</span>. Κερδοσκοπική και αυτή +μεταμφίεσις, ως τα<span class="sp"> ρόπαλα</span> και +το διά πλαγγόνων θέατρον, άτινα προ μικρού απηντήσαμεν. Διαφέρει δε μόνον +κατά τούτο εκείνων, ότι οι θιασώται του είνε εφέτος καθαριώτερον και +ευπρεπέστερον ενδυμένοι, μολονότι τα λευκά σανδάλια των κυριών των, όσον +ευρείας και αν έχωσι τας διαστάσεις, υποφέρουσι τα πάνδεινα υπό των έτι +ευρυτέρων ποδών τους οποίους περικλείουσι.</p> + +<p>Δόξα τω Θεώ! Ιδού και είς ευφυής μασκαράς. Είνε αψόγως ενδεδυμένος +μελανήν αναξυρίδα και μελανόν επενδύτην, κομβωμένον μέχρι πώγωνος, φορεί +υψηλά μέχρι γονάτων υποδήματα, φέρει πτερνιστήρας ηχηρούς και μεγάλους, και +κρατεί μάστιγα. Έχει το ήθος αύταρκες και το βήμα βαρύ, πάλλει δε την μάστιγά +του, ως άνθρωπος έτοιμος να μαστίση τον πρώτον, ούτινος ήθελε τον +δυσαρεστήσει το ήθος. Αντί παντός προσωπείου, καλύπτει την κεφαλήν αυτού +ολόκληρον ωραία και επιτυχεστάτη όνου κεφαλή. Μαντεύεις βεβαίως, τι ήθελε να +σατυρίση· πολύ φοβούμαι όμως, μη το μαντεύσωσι και άλλοι εντός ολίγου, και ο +τολμηρός σατυριστής επιστρέψη εις την οικίαν του μώλωπας φέρων πολλούς από +τινός αρειμανίου χειρός και μετάνοιαν πλείονα της τόλμης του.</p> + +<p>Ας προχωρώμεν εν τούτοις, καταστέλλουσαι όσον δυνατόν την περιέργειάν +μας, διότι το πλήθος είνε πυκνόν, και το ρεύμα του δεν επιτρέπει ανέτους +παρατηρήσεις. Άλλως τε και δεν έχομεν τι περίεργον να παρατηρήσωμεν. Ούτε ο +νεανίσκος αυτός, όστις θέλει δήθεν να σατυρίση τους γυναικείους συρμούς, και +περιεβλήθη προς τούτο παν δυνατόν και ακατονόμαστον ράκος· ούτε οι εφ' +αμάξης εκείνοι δύο, οίτινες έκρυψαν τας μικράς των κεφαλάς εντός μεγαλειτέρων +εκ ναστοχάρτου, τας οποίας αναγκάζονται να υποκρατώσι διά των χειρών των· +ούτε ο μείραξ αυτός, όστις εφόρεσε πορφυρούν επώμιον και πορφυράν φενάκην +και διευθύνει μόνος του το κομψόν του αμάξιον, είνε θεάματα παρατηρήσεως +άξια. Ας κάμψωμεν λοιπόν την γωνίαν της<span class="sp"> Ωραίας Ελλάδος</span>, και ας +τραπώμεν την οδόν<span class="sp"> Ερμού</span>.</p> + +<p>Πλήθος συμπαγές, εντός του οποίον μόλις κατορθόνει να κινήται η δεξιά +πάντοτε βαίνουσα σειρά των αμαξών, εξώσται πλήρεις περιέργων, αλλ' ουδ' είς +σχεδόν μετημφιεσμένος, εκτός των εποχουμένων δομινοφόρων. Αδύνατον να +στραφώμεν προς τα οπίσω· ας αφήσωμεν να μας κινή το ρεύμα.</p> + +<p>Α! τέλος πάντων ας αναπνεύσωμεν! εφθάσαμεν εις την πλατείαν του +Συντάγματος. Εδώ ημπορούμεν κάπως να κινηθώμεν και μόναι μας. Ημπορούμεν +δε και να σταθώμεν εις καμμίαν γωνίαν, διά ν' απολαύσωμεν την χαριτωμένην +θέαν του θαυμασίου αυτού επικηδείου ρήτορος, όστις οτέ μεν εν περιπαθεί +κατανύξει οτέ δε μετά ζωηρού ενθουσιασμού εκφωνεί επικήδειον λόγον εις +τεθνεώτα . . . . όνον, τον οποίον σύρει μεθ' εαυτού εντός κάρρου, και εξαίρει τας +πολυειδείς του μακαρίτου υπηρεσίας προς την πατρίδα. Σημείωσε και αυτόν ως +δεύτερον ευφυά μετημφιεσμένον, και ας προχωρήσωμεν προς την οδόν +<span class="sp"> Σταδίου</span>.</p> + +<p>Τι είνε αυτοί; Φουστανελλοφόροι αρειμανείς, πάλλοντες τα κυρτά των ξίφη, +στρήφοντες τον μύστακά των, και περικυκλούντες εν αλαλαγμώ τον αρχηγόν +αυτών, όστις ιππεύων σοβαρώτατον όνον και ανέτως επί μαλακών +προσκεφαλαίων αναπαυόμενος, αρκείται καπνίζων την καπνοσύριγγά του εν +πλήρει ψυχική γαλήνη. Τίνα εκστρατείαν άρα γε παρωδεί η κωμική αυτή πομπή; +Το παριστάμενον πλήθος φαίνεται κατενθουσιασμένον. Φωνάζει, επευφημεί, +κροτεί τας χείρας, και κραυγάζει μετά παραφοράς την φράσιν του συρμού: +<span class="sp"> Κόφ' το! Κόφ' το</span>!</p> + +<p>Αλλά τι λοιπόν σημαίνει η παράδοξος αυτή φράσις; Ουδέν άλλο ή: +<span class="sp"> Αρκεί! Φθάνει</span>! Αρμόζει δεν αρμόζει, ο λαός υποδέχεται δι' αυτής και συνοδεύει πάντα +παρερχόμενον μετημφιεσμένον και ιδίως τους κομψούς δομινοφόρους των +αμαξών, προς τους οποίους, μα την αλήθειαν, δεν φαίνεται αδίκως αποτεινομένη +η κραυγή του πλήθους. Είνε τόσον άνοστοι! τόσον άνοστοι! . . . Αν δε θέλης να +μάθης και πόθεν η καταγωγή του<span class="sp"> Κόφ' το</span>, λυπούμαι μη δυναμένη να σου +μεταδώσω ακριβές τι και οριστικόν. Συζήτησις γίνεται μεγάλη τας ημέρας αυτάς εν +Αθήναις, γνώμαι συγκρούονται πολλαί περί της φύτρας και ρίζης του πράγματος, +λογομαχία αυτόχρημα βυζαντηνή ανεπτύχθη μεταξύ των αρμοδίων, αλλά δεν +κατωρθώθη έτι να<span class="sp"> διαλευκανθή</span>, ως λέγουσιν οι φιλόλογοι, το ζήτημα. +Πιθανώτατον φαίνεται, ότι αφορμήν έδωκε πρώτην εις το<span class="sp"> Κόφ' το</span> γηραιός τις +εφημεριδοπώλης, αγαπών υπερβολικά τα πνευματώδη ποτά, και σταματών συχνά +πυκνά προς της θύρας των οινοπωλείον, ίνα δροσίζη τον κουραζόμενον λάρυγγά +του δι' αλλεπαλλήλων ρακοποτίων. Τα ζιζάνια των οδών, άτινα εβαπτίσθησαν +προσφάτως επί το ποιητικώτερον<span class="sp"> υποδηματοσμήκται</span>, — οι άλλως +αμαθέστερον και ευνοητότερον<span class="sp"> λούστροι</span> καλούμενοι, — ήρχισαν φωνούντα +<span class="sp"> Κόφ'</span> το εις τον δυστυχή εφημεριδοπώλην, και εκ τούτου η φράσις. Άλλοι, ως +προείπον, λέγουσιν άλλα· αλλ' ημείς και αι δύο είμεθα απερίεργοι, και δεν +ανησυχούμεν, εννοείται, πολύ προς την τύρβην των πολυπραγμονούντων, εις τους +οποίους πολύ φοβούμαι, ότι πρέπει επί τέλους, αρμοδιώτατα αυτήν την φοράν, να +φωνήση τις<span class="sp"> Κόφ</span> 'το.<br /></p> + +<h4> +ΙΘ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις τη 2 Μαρτίου 1880.</p> + +<p>Είνε σήμερον η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, και η πόλις ολόκληρος, +μεταμφιεσθείσα σύσσωμος από της χθες εσπέρας . . . καλύπτεται σήμερον διά +παχείας χιόνος. Μετημφιέσθη, βλέπεις, η πόλις αντί των κατοίκων της, οι δε +κάτοικοί της θρηνούσι και ολοφύρονται και κόπτονται και βλασφημούσι, διότι ο +καιρός εχάλασε τας διασκεδάσεις των.</p> + +<p>Αν ανήκον εις τους ευλαβείς εκείνους και θεοσεβεστάτους θεολόγους, οίτινες +προτείνουσι να κρεμασθή ο καθηγητής Ζωχιός, διότι αναπτύσσει τας θεωρίας του +Δαρβίνου από της πανεπιστημιακής καθέδρας, και τον πρόσφατον θάνατον +χρηστού ανδρός απέδωκαν εις οργήν του θεού, τιμωρήσαντος δήθεν τον +υποστηρίζοντα την διάλυσιν των μοναστηριακών κηφηνείων, θα απέδιδα και εγώ +τον αιφνίδιον αυτόν χειμώνα εις οργήν θεϊκήν, τιμωρούσαν επί τη παραλυσία των +τους από ενός ήδη και ημίσεος μηνός διασκεδάζοντας και μη χορτάσαντας ακόμη +Αθηναίους. Αν ήμην μετεωρολόγος, θα έλεγον το πράγμα φυσικόν και +προσδοκώμενον, συνδυάζουσα, εννοείται, το βαρόμετρον και τα μετεωρολογικά +τηλεγραφήματα, τα ρεύματα των άνω και κάτω στρωμάτων της ατμοσφαίρας, και +δεν ηξεύρω πόσα άλλα πράγματα ακόμη. Αλλ' ουδέν εκ τούτων είμαι, και +αρκούμαι επομένως οδυρομένη και εγώ διά τον αιφνίδιον αυτόν και φοβερόν +χειμώνα, όστις μας περιετύλιξε διά μιας εις σινδόνα λευκήν, και εσαβάνωσεν +ούτως ειπείν τας εφετεινάς απόκρεω, πριν ακόμη ξεψυχήσωσι.</p> + +<p>Παράδοξος βεβαίως θα σου φανή η αρχή της επιστολής μου, και +απροσδόκητος η αγγελία της πέμπτης και έκτης εκδόσεως χιόνος, την οποίαν +εδημοσίευσεν αναχωρών ο Φεβρουάριος. Τι θα ειπής όμως, όταν μάθης ότι εντός +μιας και μόνης εβδομάδος είχαμεν όλα τα είδη των καιρών, αιθρίαν και ήλιον, +άνεμον και βροχήν, χιόνα και πάγους;</p> + +<p>Την παρελθούσαν Κυριακήν<span class="sp"> χαρά θεού</span>, ως λέγει ο λαός· ήλιος λάμπων και +θερμαίνων, ουρανός αθηναϊκός, και πλήθος φαιδρόν εις τους δρόμους. Την +Δευτέραν άνεμος φοβερός, και την νύκτα θύελλα αληθινή, αναρπάζουσα τας +καπνοδόχας των οικιών, εκριζούσα δένδρα και αναποδογυρίζουσα τας κεράμους +των ορόφων. Την Τρίτην . . . αλλοίμονον εις όσους εξήλθον της οικίας των! Οι πίλοι +των ίπταντο επί πτερύγων του βορρά ως φύλλα φθινοπώρου, αι ράβδοι των +εκυλίοντο εις τας οδούς ως κάρφη αχύρων, αι κνήμαι των απέμενον αδρανείς εν +μέσω του πεζοδρομίου, και η αναπνοή των εκόπτετο ως υπό αντλίαν πνευματικήν. +Την τετάρτην και την πέμπτην ημέραι πάλιν φωτειναί και χλιαραί, ημέραι έαρος, +μεταγγίσασαι τας Αθήνας ολοκλήρους εις τας εξοχάς των περιχώρων και τους +αγρούς, όπου τρυφερός εσείετο ο νεογενής χόρτος υπό την μαλακήν πνοήν +ανεπαισθήτου αύρας. Έλεγέ τις ότι ο Μάιος, ωφελούμενος από τας Απόκρεω, +περιεφέρετο incognito εις την χλοεράν πεδιάδα, όπου ευφυείς τινες ανεμώναι τον +εννόησαν και προέκυψαν πρώιμοι εις προϋπάντησίν του. Ηπατάτο όμως όστις το +έλεγεν. Ήτο ο Φεβρουάριος, ο ελεεινός και δύστροπος<span class="sp"> Κουτσοφλέβαρος</span> +του λαού, όστις εμασκαρεύετο και αυτός προσωρινώς και υπεκρίνετο τον Μάιον, +αλλ' έμενεν όμως πάντοτε κατά βάθος ο παροιμιακός μην του ψύχους και του +βορρά. Την ιδίαν ευθύς εσπέραν μας έφερε βροχήν παγετώδη, και την επομένην +πρωίαν ελαφραί χιόνος νιφάδες απεπειρώντο να στρώσωσι λευκάς των οικιών μας +τας στέγας. Δεν το κατώρθωσαν την ημέραν εκείνην, αλλά το κατώρθωσαν όμως +την επομένην, καθ' ην ο ορίζων των Αθηνών μετεβλήθη διά μιας εις ορίζοντα του +Βερολίνου, και το θερμόμετρον κατέβη εις 6 βαθμούς υπό το μηδέν, και αι μύται +μας εκοκκίνησαν ως μήκωνες ανθηραί. Σήμερον τέλος εξυπνήσαμεν, και αι Αθήναι +είχον την όψιν πλακούντος αφρώδους, εκ των ωραίων εκείνων, τους οποίους, +ενθυμείσαι, τόσον λαιμάργως άλλοτε κατεπίναμεν εις Αϊδελβέργην. Μιας +σπιθαμής, — ακούεις; — μιας σπιθαμής είχε πάχος η χιών· και καθ' ην ώραν σου +γράφω,</p> + +<p class="poem"><i>εν πέντε σισύραις εγκεκορδυλημένη,</i></p> + +<p>πίπτει πάντοτε πυκνή και αδρά, ως πίπτουσιν από τινος αι ιδέαι πυκναί και +αδραί εντός του ελληνικού βουλευτηρίου, όπου θα έμαθες βέβαια εκ των +εφημερίδων, οποίον ηρωικόν θόρυβον παρήγαγεν εσχάτως μία μας ομόφυλος, +ανανεώσασα τας παραδόσεις της παλαιάς αγοράς, και τακτικόν συνάψασα +διάλογον από των ακροατηρίων προς τους εν τη αιθούση . . . αγορεύοντας.</p> + +<p>Φαντάζεσαι οποίαν λύπην, οποίαν αγανάκτησιν, οποίαν απόγνωσιν παρήγαγεν +η παράδοξος αυτή και απευκταία του χειμώνος εμφάνισις εν τέλει των αθηναϊκών +Κρονίων. Εκτός ίσως των οικοδεσποτών και των αμφιτρυώνων, οίτινες εύρον +ευπρόσδεκτον αφορμήν να κλείσωσι τους οίκους των προς τον βορράν και τους . . . +μετημφιεσμένους, πάντες οι άλλοι, οι θέλοντες να χορεύσωσιν, οι θέλοντες να +μεταμφιεσθώσιν, οι θέλοντες να<span class="sp"> σεριανίσωσιν</span>, οι θέλοντες να ίδωσι τέλος +πάντων, είνε απαρηγόρητοι. Δεν σου λέγω το<span class="sp"> φυσούν</span> και δεν<span class="sp"> κρυόνει</span>, +κατά την παροιμίαν, καθότι περί του τελευταίου τούτου φροντίζει ο βορράς και η +χιών, αλλ' αναντιρρήτως το φυσούν και δεν<span class="sp"> ζεσταίνεται</span>. Δεν εννοούν, πώς +είνε δυνατόν να μη διασκεδάσωσι την τελευταίαν Κυριακήν των Απόκρεω, αφού +διεσκέδασαν ήδη έξ άλλας Κυριακάς, και έξ άλλα Σάββατα, και έξ άλλας +εβδομάδας. Και πώς διεσκέδασαν, και πώς μετημφιέσθησαν! Το γνωρίζεις ήδη +αρκετά, διότι όλα μου τα γράμματα από δύο σχεδόν μηνών δεν ήσαν άλλο τίποτε ή +χρονικά των αθηναϊκών διασκεδάσεων, και χρονικά ατελή — σημείωσε, — διότι εν +μέσω του κατακλυσμού εκείνου της ευθυμίας και της τέρψεως, όπου επί έξ όλας +εβδομάδας έπλεεν αμέριμνος η χορευτική των Αθηναίων κιβωτός, πολλάς κατ' +ανάγκην ελησμόνησα εσπερίδας και πολλούς παρέλειψα χορούς. Ούτε τας ωραίας +εσπερίδας της Κυρίας Σ. σου εμνημόνευσα, αίτινες ανά πάσαν Δευτέραν +συνεκέντρουν εντός πολυτελεστάτων αιθουσών το άνθος του αθηναϊκού κόσμου, +ούτε τας συναστροφάς της Κυρίας Δ., όπου ολίγος μεν αλλ' οικείος και εύθυμος +όμιλος παρέτεινε μέχρι της τετάρτης πρωινής ώρας το ταραχώδες cotillon, ούτε +άλλας μεμονωμένας και μικροτέρας νυκτερινάς ομηγύρεις, των οποίων και τώρα +πλέον, — κατόπιν εορτής — θ' απέβαινε μακρά και η απλή μόνον +απαρίθμησις.</p> + +<p>Και αυτήν όμως την τελευταίαν εβδομάδα, ης αι άπληστοι Αθήναι θρηνούσι +σήμερον χιονοσκεπείς την τραγικήν καταστροφήν, δεν εμείναμεν άγευστοι +πλακούντων ουδέ άποτοι λεμονάδων. Πλην του ωραίου χορού της Κυρίας Λ., δι' ου +φαιδρώς εωρτάσθησαν οι πρόσφατοι αρραβώνες ζεύγους νεαρού, πλην του +δευτέρου χορού της εν Πειραιεί Λέσχης, όστις επέτυχεν, ως λέγεται, πολύ +περισσότερον του πρώτου, η παρά τη Κυρία Ν. Σ. λαμπρά εσπερίς της +παρελθούσης πέμπτης υπήρξεν αληθώς η μεγαλοπρεπεστέρα προπομπή των +εφετεινών απόκρεω, και αφήκεν ανεξάλειπτον την μαγευτικήν της εντύπωσιν εις +πάντων των προσκεκλημένων την μνήμην. Ούτε των ωραίων αιθουσών η πλήρης +καλαισθησίας διακόσμησις, ούτε η χάρις των κυριών και των εσθήτων αυτών ο +πλούτος, ούτε η περί πάντα τάξις και ευρυθμία, αίτινες εμαρτύρουν ότι τοιούτου +είδους υποδοχαί ουδέν ήσαν το ασύνηθες διά τους οικοδεσπότας, ούτε το ωραίου +διπλούν δείπνον και το πρωτοφανές διπλούν cotillon ήσαν τα κύρια θέλγητρα της +μοναδικής εκείνης συναναστροφής. Υπέρ πάντα ταύτα επέλαμπε και εζωογόνει και +εφαίδρυνε την ομήγυριν η ανέκφραστος εκείνη χάρις, ης η οικοδέσποινα κατέχει +το μυστήριον, η φυσική εκείνη και εγγενής ούτως ειπείν προσήνεια του ήθους, το +ανεπιτήδευτον και όμως διακεκριμένου των τρόπων, η αβρά εκείνη φιλοφροσύνη, +ήτις vous met si bien a votre aise, όπως λέγουσιν οι Γάλλοι, και όπως δυστυχώς +δεν δυνάμεθα να είπωμεν ημείς ακόμη ελληνιστί, στερούμενοι πιθανώς την +έκφρασιν διότι στερούμεθα εν γένει και το πράγμα.</p> + +<p>Ως προς τους μετημφιεσμένους, ή μάλλον ειπείν τους θέλοντας να +μεταμφιεσθώσι, μη νομίσης ότι τους εζημίωσε και πολύ η χθεσινή και σημερινή +χιών. Αν απέκλεισεν αυτούς από τον δρόμον, προς μεγίστην λύπην των κεχηναίων, +οίτινες μόνον προς τον συννεφή ουρανόν δύνανται σήμερον ν' αποτείνωσι +το<span class="sp"> ευφυές</span> των<span class="sp"> Κόφ' το</span>, + ήνοιξεν όμως εις αυτούς τας οικίας, όπου εκόντες άκοντες +ανοίγουσι τας θύρας του οι οικοδεσπόται προς τα χιονόπαστα στίφη, άτινα, καίτοι +ριγούντα και τρέμοντα, εννοούσι να αναπτύξωσιν υπό το προσωπείον τον πενιχρόν +της ευφυίας των σπόρον. Τινές μάλιστα των αμφιτρυώνων και προσεκάλουν ήδη +προ ημερών τους κομψούς δομινοφόρους διά της ανεκτιμήτου ταύτης φράσεως· +«Αύριον δεχόμεθα μασκαράδες. Έρχεσθε και σεις;»</p> + +<p>Εννοείς λοιπόν τι έγεινε χθες την νύκτα, και τι θα γείνη πιθανώτατα και απόψε. +Φαντάζεσαι οποία ποσότης ευφυολογίας έχει να δαπανηθή, και πόσον θα +διασκεδάσουν οι συνάγοντες υπό την στέγην των τα πολύχρωμα εκείνα και +πολύστομα σμήνη, άτινα εισέρχονται, τρώγουσι, πίνουσι, χορεύουσι, λέγουσιν ό,τι +φθάσωσιν, εντείνοντα μέχρι κρωγμού την φωνήν των, και απέρχονται άγνωστα και +κατευχαριστημένα.</p> + +<p>Κατευχαριστημένα; Όχι πάντοτε δυστυχώς, διότι και η διασκέδασις αυτή έχει +ενίοτε την σκιεράν της όψιν. Άκουσε, να γελάσης. Προ ολίγων ημερών ευάριθμος +αλλά φαιδρά δομινοφόρων ομάς περιήρχετο εσπέραν τινά τας οδούς των Αθηνών +ζητούσα διασκέδασιν και χορόν εις πάσαν οικίαν, της οποίας έβλεπε φωτισμένα τα +παράθυρα. Τοιαύτη έτυχε την εσπέραν εκείνην και οικία τις, όπου κατώκει άλλοτε +γνώριμον εις τους φίλους μας πρόσωπον. Οι εύθυμοι νυκτοπλάνητες είδον φως εις +τα παράθυρα, υπέθεσαν φυσικώς ότι ο φίλος των έδιδε συναναστροφήν, και χωρίς +τινος δισταγμού εζήτησαν διά του αμαξηλάτου των την άδειαν να αναβώσιν. Η +άδεια, εννοείται, τοις εδόθη, και μετ' ολίγον οι μετημφιεσμένοι μας ευρίσκοντο εν +μέσω ομηγύρεως κυρίων και κυριών, των οποίων . . . . παραδόξως ουδένα +κατώρθωσαν ν' αναγνωρίσωσιν. Οι θορυβωδώς υποδεχθέντες αυτούς είχον +άψογον την ενδυμασίαν, αλλ' ουχί εντελώς άψογον και την γλώσσαν, ουδέ τους +τρόπους υπερβαλλόντως κοσμίους.</p> + +<p> — Πού διάβολον επέσαμεν! εψιθύριζεν ο είς των δομινοφόρων.</p> + +<p> — Πού είνε ο κύριος Λ; έλεγεν ο άλλος, και εννόει τον προ τεσσάρων +μηνών μετοικήσαντα οικοδεσπότην.</p> + +<p> — Δεν γνωρίζω ψυχήν! παρετήρει τρίτος, και πάντες έμενον βωβοί και +κατάπληκτοι, ότε είς των χορευτών, ρωμαλέος και πορφυρούς την όψιν Ηρακλής, +πλησιάζει εις τον παρείσακτον όμιλον, και ερωτά διά βροντώδους φωνής·</p> + +<p> — Έχετε άδειαν;</p> + +<p> — Βέβαια. Εζητήσαμεν άδειαν, πριν αναβούμεν.</p> + +<p> — Καλέ άδειαν από τον οικοκύρην . . . έχετε;</p> + +<p> — Δεν ειξεύρομεν πού είνε ο οικοκύρης· ημείς εστείλαμεν τον αμαξάν +μας, και μας είπεν ότι ειμπορούμεν . . . </p> + +<p> — Α! έτσι; πολύ καλά! Καθίσατε παρακαλώ! </p> + +<p>Αλλά πού να καθίσουν οι φίλοι! Τα πράγματα ελάμβανον όψιν παράδοξον και +ικανώς ανησυχητικήν. Ως δροσιστικά προσεφέροντο εις τους χορευτάς αμύγδαλα, +πορτοκάλλια και ριζόγαλον μετά πολλής κανέλλας, η δε ορχήστρα αποτελουμένη +εκ δύο<span class="sp"> ζυγιών βιολίου</span> και +<span class="sp"> μπουζουκίου</span> ήρχισε μέλπουσα<span class="sp"> συρτόν</span>! Ούτε ο χορός ούτε τα δροσιστικά ήσαν φαίνεται της ορέξεώς των, ενώ δε η +λοιπή ομήγυρις συνεκρότει περί την αίθουσαν τον ορχηστικόν της κύκλον, οι +δομινοφόροι ετρέποντο αψοφητί ως φαντάσματα προς την θύραν, και +ητοιμάζοντο ήδη να διαβώσι την φλιάν, ότε κυρία τις αποσπάται του συρτού, +τοποθετείται δίκην Κερβέρου προ της θύρας, και ερωτά επιχαρίτως μειδιώσα·</p> + +<p> — Και πώς, κύριοι, έτσι θα φύγετε, χωρίς να ιδούμεν τα χρυσά σας +μούτρα;</p> + +<p> — Αλλά, κυρία μου, απαντά είς των νέων, ον είχε φαίνεται +περισσότερον προσβάλει ο απρεπής του προσώπου του χαρακτηρισμός, τα +μούτρα μας έχουν, βλέπετε, μουτσούναις, και ο αμαξάς μας μας είπεν, ότι είμεθα +ελεύθεροι να μη ταις 'βγάλωμεν.</p> + +<p> — Κυρ Γιάννη! φωνεί τότε η κυρία πρός τινα των χορευτών, αυτό το +πράγμα δεν γίνεται! πρέπει κάποιος να βγάλη την μάσκα του.</p> + +<p> — Έννοια σας, κυρία Ουρανία, λέγει σοβαρός προσερχόμενος ο +πορφυρούς την όψιν Ηρακλής. Έννοια σας! αφήστε το πράγμα επάνω μου, και θα +ιδήτε.</p> + +<p>Στρεφόμενος δε προς τους δομινοφόρους, οίτινες πολύ πιθανώς είχον αρχίσει +να οσφραίνωνται δυσάρεστα, παρατηρεί μεθ' ικανού μεγαλείου·</p> + +<p> — Η κυρία έχει δίκαιον. Ένας τουλάχιστον από σας πρέπει να βγάλη την +μάσκα του.</p> + +<p> — Αλλά ο αμαξάς μας . . . </p> + +<p> — Ο αμαξάς σας, ο αμαξάς σας! Πούν' τος αυτός ο αμαξάς σας;</p> + +<p> — Νικόλα! κραυγάζει τότε στεντόρειον από της κλίμακος είς των +μετημφιεσμένων, έλα γρήγορα επάνω! Και μετά στιγμήν εμφανίζεται ο +Νικόλας.</p> + +<p> — Καλό 'ς τον κυρ Νικόλα! φωνεί αίφνης, σύμπασα η ομήγυρις, και ο +πορφυρούς την όψιν Ηρακλής τω προσφέρει ποτήριον οίνου.</p> + +<p> — Τι σόι πράγμα είν' αυτοί οι λεβέντες; τον ερωτά.</p> + +<p> — Καλά παιδιά, κυρ Γιάννη! 'Σ την υγειά σας, αδέλφια, και ο θεός 'ς το +καλό!</p> + +<p> — Α έτσι; Πολύ καλά, κύριοι! Ευχαριστούμεν και να μας συγχωρήτε!</p> + +<p>Οι φίλοι κατέβησαν, εννοείται, τας βαθμίδας ανά δύο, δεν αναφέρει δε η +ιστορία αν εξηκολούθησαν την νυκτερινήν αυτών εκδρομήν.</p> + +<p>Μαντεύεις τι είχε συμβή; Ο μάγειρος του οικοδεσπότου, λαβών παρά του +κυρίου του την άδειαν, είχε συγκαλέσει εν τη κενή οικία τους συναδέλφους και +φίλους του εις χορόν. Τα λοιπά εξηγούνται.</p> + +<p>Η χιών έπαυσε να πίπτη καθ' ην ώραν κλείω την επιστολήν μου. Ανοίγω το +παράθυρόν μου, και βλέπω σχεδόν αίθριον τον ουρανόν. Φαντάσου, αν αύριον +είνε ωραία ημέρα! Ας χαίρουν τα Κούλουμα και το Φάληρον.<br /></p> + +<h4>Κ'.<br /></h4> + +<p style="text-align: right;">Εν Αθήναις, τη 9 Μαρτίου 1880.</p> + +<p>Δόξα τω θεώ και προσκύνημα τω Κυρίω των Δυνάμεων, ότι μας απήλλαξε +τέλος πάντων της φοβεράς βασάνου, ήτις ονομάζεται ενδυμασία προς χορόν, της +έτι φοβερωτέρας, ήτις ονομάζεται χορός, και της φοβερωτάτης πασών, ήτις +ονομάζεται αγρυπνία μέχρι πρωίας και cotillon διαρκούν τέσσαρας ώρας.</p> + +<p>Ησυχάσαμεν επί τέλους, αγαπητή μου φίλη, και δυνάμεθα τώρα εν πάση +ανέσει, διά<span class="sp"> μετανοιών</span> και χαβιαροφαγίας, να καθαρισθώμεν από πάσης +χορευτικής αμαρτίας και να αποπλύνωμεν πάντα τα από των απόκρεω και των +μεταμφιέσεων κρίματα ημών. Θα το κάμωμεν όμως άρα γε; Ή τουλάχιστον θα το +κάμωμεν όλαι; Αμφιβάλλω πολύ· και θ' αμφιβάλης και συ μαζή μου, όταν μάθης, +ότι χθες ακόμη, σάββατον μόλις της πρώτης εβδομάδος της τεσσαρακοστής, +εχόρευον — όχι εγώ, θεός φυλάξη! — αλλά πολλαί φίλαι μας . . . . μέχρις της +τρίτης μετά το μεσονύκτιον. Και πώς λοιπόν! θ' αναφωνήσης βέβαια· δεν +εχόρτασαν επί δύο ήδη μήνας sandwichs και λεμονάδας; δεν εκουράσθησαν οι +πόδες των; δεν εβαρύνθησαν οι ρώθωνές των ροφώντες καπνόν κηρίων και +κονιορτόν; δεν εβαρύνθησαν αι γλώσσαι των ομιλούσαι μεταξύ δύο αντιχόρων +περί βροχής και ηλίου, περί χειμώνος και αιθρίας, περί υπουργικής κρίσεως και +Κωστοπούλου, περί της οδού Πατησίων και του ελληνικού ζητήματος; Όχι, +αγαπητή μου! ούτε εκουράσθησαν, ούτε εβαρύνθησαν. Απόδειξις δε τούτου το +φοβερόν χθεσινόν πραξικόπημα, το οποίον, ως μανθάνω, πρόκειται να +επακολουθήσωσι και άλλα όμοια εντός ολίγου. Δεν ηξεύρω, αν ο κόσμος εν γένει +ελωλάθη εφέτος, ή εγώ παραδόξως πρεσβυτίζω. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η μανία +των διασκεδάσεων, των εσπερίδων και των χορών δεν εξεθύμανεν ακόμη, μ' όλον +το δυσάρεστον douche, το οποίον έρριψε κατά των κεφαλών μας ο ανεκδιήγητος +χειμών της παρελθούσης εβδομάδος. Ούτω δε, μολονότι κ' εφέτος καθ' όλους τους +τύπους εωρτάσαμεν τα<span class="sp"> Κούλουμα</span>, μολονότι, ως εμάντευον εις το τέλος της +παρελθούσης μου επιστολής, ηθρίασεν αίφνης την Καθαράν Δευτέραν ο καιρός, +οιονεί από σκοπού καταδεικνύων, ότι ετραχύνθη μεν ίνα κόψη τας αμαρτωλάς +ημών διασκεδάσεις, εγλυκάνθη δε πάλιν εν μια νυκτί, ίνα καλέση ημάς εις +πανηγυρικήν προϋπάντησιν των νηστειών και της μετανοίας, ημείς όμως +<span class="sp"> ου βουλόμεθα συνιέναι</span>, ούτε σημεία εκτιμώμεν ούτε οιωνούς, εμμένομεν δε +σκληροτράχηλοι εις την παραλυσίαν, και ο θεός πλέον. . . . +<span class="sp"> ελεήσαι και οικτειρήσαι ημάς</span>. Αυτά δε περίπου έλεγε και σήμερον εν πολλή κατανύξει +καλοθρεμμένος τις ιεροκήρυξ, όστις εφρόντισεν επί τέλους να μνημονεύση +επιδεξίως προς τους ακροατάς του και μικρόν τι αυτού συγραμμάτιον, ορίζων +συνάμα και το βιβλιοπωλείον, όπου ηδύνατο να το αγοράση ο βουλόμενος προς +ψυχικήν αυτού οικοδομήν, αντί<span class="sp"> ευτελούς τιμής</span>. Γνωρίζετε σεις αυτού, εν +Παρισίοις, το είδος αυτό της Réclame, το οποίον υπερβαίνει, ως βλέπεις, παν ό,τι +ομοειδές επενόησαν μέχρι τούδε οι Αμερικανοί;</p> + +<p>Ουχ ήττον, μολονότι και νηστεύοντες χορεύομεν, μολονότι και μετανοούντες +εν τεσσαρακοστή διασκεδάζομεν ως εν απόκρεω, εσπεύσαμεν όμως ως άνθρωποι +κατ' εξοχήν τυπικοί ν' αποχαιρετίσωμεν δήθεν τα Κρόνια και πάσαν την πομπήν +αυτών, άλλοι μεν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, άλλοι δε εις το Φάληρον. +Εννοείς, ότι αφότου η ακτή του νέου Φαλήρου ήρχισε να κάμνη ανταγωνισμόν εις +τας στήλας του Ολυμπίου Διός, ο κόσμος των καθαυτό Κουλούμων έγεινεν +αραιότερος και από έτους εις έτος ελαττούται. Μάτην ήθελέ τις και εφέτος +αναζητήσει επί των γραφικών καίτοι φαλακρών λόφων, οίτινες δεσπόζουσι των +οχθών του ξηρού Ιλισσού, τας ποικίλας εκείνας συστάδας των σταυροποδητί +καθημένων πέριξ τρυβλίου ελαιών, κρομμύων, θριδάκων και της απαραιτήτου +<span class="sp"> πλώσκας</span>· μάτην ήθελέ τις ζητήσει τα παλαιά εκείνα και παροιμιακά όρη των +στραγαλίων, άτινα έφρασσε κυκλοειδής πορτοκαλλίων παράταξις, και το +απειράριθμον τάγμα των<span class="sp"> κουλουρτζήδων</span>, πέριξ των οποίων εσκίρτων εκ +χαράς των νηπίων τα ροδοπάρεια στίφη, και τους σκοροδοστεφείς<span class="sp"> βιολιστάς</span>, +και τους όπισθεν της κεφαλής των φέροντας την προσωπίδα μετημφιεσμένους, και +των υπό τας στήλας του Ολυμπιείου ορχουμένων παλληκαρίων τον όμιλον, και το +πυκνόν, πυκνότατον εκείνο πλήθος των θεατών, οίτινες κατέκλυζον τον πέριξ +χώρον, δίκην μυρμήκων στρατιάς. Όλα εκείνα τα παλαιά, όλη εκείνη η φαιδρά +αληθώς πανήγυρις, ήτις έτι τοσαύτα έτη αντείχεν επίμονος εις παν εκκλησιαστικόν +ανάθεμα και πάσαν επισκοπικήν προγραφήν, παρήλθε πλέον σήμερον +ανεπιστρεπτεί, και ό,τι δεν κατώρθωσεν η εκκλησία κατώρθωσεν ούτως ειπείν ο +πολιτισμός. Λέγω ούτως ειπείν, διότι μετέθηκεν απλώς ό,τι μάτην εκείνη +προσεπάθει να εξοντώση. Δεν γίνεται πλέον εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός το +προσκύνημα της Καθαράς Δευτέρας, αλλά γίνεται όμως από πέντε ήδη ετών εις το +Φάληρον. Εις τους λόφους του Ιλισσού απέμειναν πιστοί αποδημηταί ολίγιστοι +μόνον, μη πολιτισμένοι και εις τας κατωτέρας του λαού τάξεις ανήκοντες. Αυτοί +μεταφέρουσιν ακόμη εκεί, ως είχον μεταφέρει την παρελθούσαν Δευτέραν, τας +ελαίας των και τα σκόροδά των και τα πενιχρά των όστρεα και τον απαραίτητον +ρητινίτην, και τραγουδούσιν ακόμη εύθυμοι, και χορεύουσι προς τον ήχον +βραχνού τινος και παραχόρδου βιολίου. Αλλ' είνε ολίγοι δυστυχώς, ως είνε ολίγοι +και οι θεαταί των. Οι πολλοί, ων η πολιτιζομένη και νεωτερίζουσα στρατιά +πληθύνεται οσημέραι, καταβαίνουσιν εις το Φάληρον, όπου υπάρχει εστιατόριον +της Εταιρίας του σιδηροδρόμου, όπου υπάρχει καφενείον, όπου κτίζονται μέγαρα +εξοχικά, όπου δύναταί τις τέλος να περιπατήση ώρας ολοκλήρους εις διακοσίων +μέτρων έκτασιν, θαυμάζων τας πασσαλοστοιχίας, ας οι φαληρισταί αποκαλούσι +κήπους, το μελαγχολικόν παράπηγμα, όπερ το θέρος ονομάζεται θέατρον, και . . . . +. την περίεργον ανεμαντλίαν, ήτις ως γίγαντος σκελετός αναπτύσσει προς την +θαλασσίαν αύραν τας ερυθράς της πτέρυγας. Τα πολλά ταύτα και ποικίλα +θέλγητρα του Φαλήρου, εις τα οποία μη λησμονήσης να προσθέσης το μέγιστον +εκείνο, όπερ συνοψίζουσιν αι γαλλικαί λέξεις: voir et ê +tre vu, συγκαλούσι συνήθως +την Καθαράν Δευτέραν παρά τον φαληρικόν αιγιαλόν τον ούτω καλούμενον καλόν +κόσμον των Αθηνών, όστις, αφού περιπατήση ώρας τινάς, και ακούση ρακένδυτόν +τινα και άνιπτον ιταλόπαιδα παίζοντα διά της άρπας του την Mandolinata και την +Stelle Confidente, επιστρέφει οίκαδε κατευχαριστημένος, και διηγείται την +επιούσαν ότι επέρασε θαυμάσια εις το Φάληρον. Εφέτος όμως και του Φαλήρου +τα<span class="sp"> Κούλουμα</span> ήσαν πενιχρά και μέτρια. Ο κόσμος ήτο ολίγος, ίσως διότι ο +άφθονος πηλός των οδών εμπόδισε τους περισσοτέρους να επιχειρήσωσι την από +της οικίας των εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν οδοιπορίαν, πολύ μακροτέραν και +δυσαρεστοτέραν της από του σταθμού εις το Φάληρον· το δε εστιατόριον του +σιδηροδρόμου ήτο κλειστόν, διότι πιθανώς η χιών της προτεραίας είχε παγώσει +τους κερδοσκοπικούς υπολογισμούς του ξενοδόχου. Ούτω πάσαι αι διασκεδάσεις, +τας οποίας προ μικρού ανέφερα, έγειναν μεν, αλλ' έγειναν κατά πολύ μικροτέρας +διαστάσεις, και ως greatest attraction της ημέρας έμεινεν η ανεμαντλία του +σιδηροδρόμου, ήτις αντικατέστησεν από τινων μηνών το δυστυχές ονάριον, +ούτινος οι αφιλοκερδείς αγώνες επότιζον άλλοτε τον κήπον της Εταιρείας.</p> + +<p>Θέλεις τώρα και έν νέον; Έφθασε προχθές ο ιταλικός μελοδραματικός θίασος, +όστις πρόκειται να τέρψη τα αθηναϊκά ώτα κατά την τεσσαρακοστήν από της +σκηνής του χειμερινού θεάτρου. Λέγεται δε ήδη περί αυτού ότι η πρώτη κυρία είνε +. . . . πολύ ωραία. Συ θα ερωτήσης ίσως, αν τραγουδεί εύμορφα. Περί τούτου +ουδείς έγεινε λόγος μέχρι τούδε υπό του<span class="sp"> φιλομούσου</span> κοινού.</p> + +<p>Α! αλήθεια· ολίγου δειν να λησμονήσω και έν άλλο νέον. Έπεσε το +Υπουργείον.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ,<br /> + +ΛΙΤΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn11' id='ref11'>11</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Ο αναγινώσκων τας τέσσαρας ταύτας λέξεις της επιγραφής της προκειμένης +μελέτης θέλει κατά πάσαν πιθανότητα συνάψει αυτάς φυσικώς και κατά τάξιν ανά +δύο, την μεν πτωχείαν μετά της λιτότητος, την πολυτέλειαν δε μετά του πλούτου. +Σκεπτόμενος βεβαίως κατά λογικωτάτην ακρίβειαν, ότι οι νεοφανείς ασπάραγοι +τιμώνται τριών δραχμών κατά δέσμην, ότι οι ασπάραγοι είνε λίχνευμα μάλλον ή +φαγητόν, και ότι τα λιχνεύματα προϋποθέτουσι τα φαγητά, θέλει συμπεραίνει, +κατά λογικωτάτην επίσης ακρίβειαν, ότι εκείνοι μόνον δύνανται να τρώγωσι και +τρώγουσι συνήθως νεοφανείς ασπαράγους, όσοι περισσεύουσι φαγητού και +αφθονούσιν, εννοείται, χρήματος. Περί ορέξεως δεν πρόκειται, καθότι η όρεξις +των προσφάτων ασπαράγων δεν είνε προνόμιον εξαιρετικόν τάξεώς τινος +ανθρώπων, και αν η μοίρα εδημιούργησε διάφορα τα βαλάντια και το +περιεχόμενον αυτών, η φύσις όμως εδημιούργησεν ομοίους τους ουρανίσκους των +ανθρώπων και ομοίους σχεδόν αυτών τους στομάχους. Αν δε μετά της αυτής +λογικής ακριβείας εξακολουθήση σκεπτόμενος ο ημέτερος αναγνώστης, θέλει +επίσης σκεφθή, ότι, επειδή αι μεταξωταί εσθήτες και τα τρίχαπτα είνε ακριβαί +συνήθως και βαρύτιμοι, δεν είνε δυνατόν να φορώσιν αυτάς ειμή μόνον των +πλουσίων αι γυναίκες, εκείνων δηλαδή, οίτινες τοσούτον έχουσι στρογγύλον το +πουγγίον αυτών, ώςτε, αφού φάγωσι μέχρι κόρου προσφάτους ασπαράγους, +δύνανται να ενδύσωσι και τας συζύγους αυτών μέχρι κόρου δι' εσθήτων +μεταξωτών.</p> + +<p>Τας σκέψεις ταύτας επιβάλλει η λογική· και δι' αυτό ελέγομεν ανωτέρω, ότι ο +λογικός ημών αναγνώστης θέλει συνάψει τον πλούτον μετά της πολυτελείας και +την πτωχείαν μετά της λιτότητος, αναλογιζόμενος και συμπεραίνων, ότι, όπως η +πολυτέλεια είνε ακολούθημα του πλούτου, ούτω και η λιτότης είνε της πτωχείας +ανάγκη. Δυστυχώς όμως η λογική δεν συμφωνεί πάντοτε και πανταχού προς τα +πράγματα· εν Ελλάδι δε ιδίως, και μάλιστα εν Αθήναις, ψεύδει συνήθως η των +πραγμάτων αλήθεια την αυστηρότητα της λογικής. Είνε δε φυσική η τοιαύτη παρ' +ημίν ανωμαλία, ουδέ πρέπει να ξενίζη τον προσεκτικόν παρατηρητήν. Όπως τα εν +ζυμώσει διατελούντα ρευστά φέρουσι συνήθως επί της επιφανείας αυτών όλην +εκείνην την ιλύν, ήτις εις τρύγα μεταβαλλομένη θέλει μετ' ολίγον καταβή εις τον +πυθμένα — την φυσικήν αυτής θέσιν, — ούτω και εις τας αστάτους και +ζυμουμένας έτι κοινωνίας ανατρέπεται ως επί το πολύ η φυσική των πραγμάτων +θέσις, και πολλά γίνονται άνω κάτω, και απορεί προς το παράδοξον ο επιπολαίως +τα πράγματα μελετών. Τοιούτο τι συμβαίνει σήμερον και εν τη ελληνική κοινωνία, +ιδίως δε τη Αθηναϊκή, ήτις ως πρωτευούσης κοινωνία ου μόνον ευλόγως αξιοί να +νομοθετή και διά την λοιπήν Ελλάδα, αλλά και ήρχισεν από τινος πράγματι να +γίνεται πρότυπον των επαρχιών.</p> + +<p>Η ανατροπή αυτή της φυσικής των κοινωνικών φαινομένων αναπτύξεως είνε +δυστύχημα πάντως όπου και αν επέλθη, πολύ δε μείζον και λυπηρότερον +αναντιρρήτως, οσάκις επέρχεται εις έθνη μικρά, εις πολιτείας πτωχάς και μόλις την +βρεφικήν αυτών ηλικίαν καταλιπούσας. Τοιαύτη νηπιώδης έτι κοινωνία είνε η +ελληνική, και διά τούτο μέγα δι' αυτήν δύναται να κληθή δυστύχημα το +φαινόμενον εκείνο, περί ου επιλαμβανόμεθα να ανακοινώσωμεν εις τον +αναγνώστην ολίγας σκέψεις και παρατηρήσεις.</p> + +<p>Η πολυτέλεια εκρίθη πάντοτε και κρίνεται σήμερον έτι διαφόρως και ποικίλως +υπό των κοινωνιολόγων. Πολλοί αποκαλούσιν αυτήν λέπραν εν πάση οιαδήποτε +περιπτώσει, και παρ' αυτοίς έτι τοις πλουσίοις, και την καταδικάζουσιν +ανεπιφυλάκτως, ισχυριζόμενοι, ότι η εφ' α μη δει δαπάνη, η θεραπεία ουχί +πραγματικών αλλ' ανυπάρκτων, συνθηματικών και φαντασιωδών μόνον αναγκών, +και αυτή τέλος η εκ του περιττού των περιττών προμήθεια είνε νόσημα +κοινωνικόν, παραλύον τα νεύρα και την παραγωγικήν δύναμιν των εθνών, +μαραίνον τα ευγενή των αισθήματα, καταστρέφον διά της αβροδιαίτης το +γενναίον του φρονήματος και αποπνίγον εν εκείναις μάλιστα ταις πολιτείαις, όσων +ο εθνικός προορισμός διατελεί έτι ανεκπλήρωτος, πάσαν περί του μέλλοντος +σκέψιν και πάσαν περί εθνικού μεγαλείου μέριμναν.</p> + +<p>Άλλοι δε τουναντίον, ουχί δυστυχώς οι ασημότεροι ούτε οι ολιγώτερον έχοντες +το κύρος του λόγου, αντεδοξούσιν ότι η πολυτέλεια είνε ου μόνον ανάγκη των +πλουσίων κοινωνιών, αλλ' αυτόχρημα καθήκον των ευπορούντων.</p> + +<p>Η πολυτέλεια, λέγουσιν ούτοι, ανοίγει πόρους εις την βιομηχανικήν των εθνών +παραγωγήν, προκαλούσα την άμιλλαν των βιομηχάνων και κεντρίζουσα την +εφευρετικότητα του πνεύματός των, ασχολούσα τας εργατικάς δυνάμεις της +πολιτείας, πληρούσα εκ του περισσεύματος των πλουσίων ταμείων το κενόν του +πτωχού βαλαντίου, και διατιθεμένη τα ψιχία της αφθονούσης τραπέζης εις +χορτασμόν του πεινώντος πένητος.</p> + +<p>Αλλ' οπωςδήποτε και αν κρίνωσι περί της πολυτελείας οι περί τας κοινωνίας +σήμερον φιλοσοφούντες, αι περί αυτών κρίσεις των δεν ανάγονται εις το +προκείμενον ημών θέμα του λόγου, καθότι περιστρέφονται εις την εύλογον και +φυσικήν και ευεξήγητον πολυτέλειαν, την εκ του περιττού πολυτέλειαν των +ευπόρων και πλουσίων. Το να δαπανά ο πλούσιος όσα και όπου και όπως θέλει, +είνε λίαν φυσικόν. Δεν βλάπτει μεν εαυτόν, ωφελεί δε μάλλον ή ζημιοί, αμέσως +τουλάχιστον, τους άλλους. Κάμνει μεν την επίδειξίν του, διότι τέλος πάντων είνε +κύριος να ζη κάλλιον των άλλων, να τρώγη ό,τι θέλει, να ενδύεται όπως θέλη, να +έχη αμάξας και θεωρεία, να δίδη γεύματα και χορούς· αλλ' η επίδειξις αύτη, όσον +αυστηρώς και αν κριθή υπό βαθυτέραν ηθικολογικήν έποψιν, δεν δύναται να +καταλογισθή εις κοινωνικόν έγκλημα, εν μέσω τουλάχιστον μεγάλων και +κατηρτισμένων κοινωνιών, όπου και αι κοινωνικαί κλάσεις εισίν ακριβώς και +δυσυπερβάτως διακεκριμέναι, και ο της μιμήσεως πειρασμός δεν είνε πλέον +νόσημα κοινωνικόν, και οι άνθρωποι εν γένει ου μόνον γνωρίζουσι τι είνε και τι +έχουσιν, αλλά και αν το λησμονήσωσιν ενίοτε, αναγκάζονται να το ενθυμηθώσιν +υπό την χλεύην και την επιτακτικήν πίεσιν της κοινής γνώμης.</p> + +<p>Παρ' ημίν όμως σπανίζει μεγάλως η φυσική εκείνη και εύλογος πολυτέλεια, +αφθονεί δε τουναντίον η άλογος και η παράδοξος. Παρ' ημίν δαπανώσιν ως επί το +πολύ αφθόνως και σπατάλως οι δυσαναλόγους προς την σπατάλην ταύτην έχοντες +τους οικονομικούς αυτών πόρους, οι πτωχοί απλώς ειπείν ή καν μετρίας +περιουσίας άνθρωποι, οι πλούσιοι δε τουναντίον φειδωλεύονται και +χρηματίζονται έτι μάλλον.</p> + +<p>Πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, αίτινες παρέχουσιν εν τη καθ' ημάς +κοινωνία το θέαμα της ελλόγου πολυτελείας, ο πλούτος εν Ελλάδι σπανίως που +συναντάται μετ' αυτής, και αν που συναντηθή, αφορμή ως επί το πλείστον της +τοιαύτης συμπτώσεως είνε η οψιμότης του πλούτου, ή επιδείξεως πυρετός, ή +κενόδοξον σχέδιον πολιτικής και κοινωνικής προαγωγής. Ουδέν σχεδόν απαντά τις +παρ' ημίν παράδειγμα του σοβαρού εκείνου, του εαυτόν σεβομένου και την +αποστολήν του συνειδότος πλούτου, όστις εν ταις ανωτέραις τάξεσι των +ευρωπαϊκών κοινωνιών μεταβάλλει σχεδόν πάντοτε τους οίκους των πλουσίων διά +της λογικής και ευκόσμου πολυτελείας εις κυψέλας ευεργετικάς, αφ' ων ου μόνον +αμέσως ή εμμέσως σιτίζεται κόσμος ολόκληρος εργατικός και βιομήχανος, αλλά +και άλλος κόσμος, ανώτερος μεν διανοητικώς αλλά πενιχρόν παρά της μοίρας +λαχών του χρήματος το τάλαντον, αποδέχεται φως και θερμότητα, εμψύχωσιν +υλικήν και νοήμονα υποστήριξιν. Σπάνιον δυστυχώς εύρημα είνε παρ' ημίν έστω +και πενιχρά τις βιβλιοθήκη εις οίκον πλουσίου, έτι δε σπανιώτερον πινακοθήκη εξ +ολίγων αλλά καλών εικόνων ή εύμορφόν τι γλυπτικόν καλλιτέχνημα. Και αυτά δε +τα εξωτερικά και καταφανέστερα του πλούτου δείγματα, τα ανετωτέραν μεν την +απόλαυσιν του υλικού βίου μαρτυρούντα, κατελέγχοντα δε συνάμα και την +συναίσθησιν της φυσικής εκείνης ανάγκης του πλούτου εις μετάδοσιν αυτού και +κοινολόγησιν, είνε επίσης σπάνια εν τη ελληνική κοινωνία, ή, αν που +αναφαίνωνται, υπεμφαίνουσιν, ουχί την ειλικρινή εκείνην πολυτέλειαν των +πλουσίων, αλλά τον τύφον μάλλον και τον επιδεικτικόν πυρετόν των +οψιπλούτων.</p> + +<p>Τι τούτο βλάπτει; ίσως ερωτήση τις. Ουδέν, αποκρινόμεθα, ουδέ +μνημονεύομεν του πράγματος όπως το κατακρίνωμεν. Είνε μεν αληθές, ότι est +modus in rebus, ήτοι ότι το<span class="sp"> καλόν ουκ +έστι καλόν εάν μη καλώς γένηται</span>, και ότι επομένως και αυτή η των πλουσίων πολυτέλεια, κακώς γινομένη, +ζημιοί μάλλον ή ωφελεί την κοινωνίαν, διότι και τον φθόνον κινεί, και της +μιμήσεως τον πειρασμόν διεγείρει, και εις ευολίσθους παράγει ατραπούς τους +ανοήτους. Αλλά τέλος πάντων,<span class="sp"> τι μας μέλει</span>, δύνανται ευλόγως να +παρατηρήσωσιν οι ούτω δαπανώντες πλούσιοι, τι μας μέλει, αν υπάρχουσι +φθονεροί και ανόητοι, τι πταίομεν ημείς αν σκάσωσιν ολίγοι βάτραχοι, διότι +θέλουσι και καλά να γείνωσι βόες ως ημείς. Ουδέν βεβαίως τους μέλει, ούτε +πρέπει να τους μέλη εκ της ατομικής των επόψεως. Μέλει όμως πολύ τον πολύν +κόσμον, έτι δε περισσότερον μέλει και πρέπει να μέλη τον περί της εν γένει καλής +ή κακής, υγιούς ή νοσηράς καταστάσεως της ημετέρας κοινωνίας μελετώντα και +ευλόγως περί αυτής ενδιαφερόμενον.</p> + +<p>Αλλά το θέμα τούτο, όπερ μακράς και σπουδαίας μελέτης ηδύνατο να καταστή +υποκείμενον, είνε ξένον της σημερινής ημών διατριβής. Δεν αδιαφορούμεν μεν, αν +και πώς δαπανώσιν οι πλούσιοι παρ' ημίν, αφίνομεν όμως εις άλλην ευκαιρίαν την +περί τούτου μελέτην, επιλαμβανόμεθα δε του δευτέρου μέρους του κοινωνικού +ημών παραδόξου, τουτέστι της πολυτελείας των μη πλουσίων, ήτις και παριστά τα +συμπτώματα πολύ σπουδαιοτέρας και κινδυνωδεστέρας κοινωνικής νόσου, θέλει +δε, δεινουμένη, καταστή αναποδράστως θανατηφόρος γάγγραινα της +Ελλάδος.</p> + +<p>Εις βεβαίωσιν του λυπηρού τούτου φαινομένου αρκεί μικρά τις μόνον, έστω +και επιπολαία, παρατήρησις της αθηναϊκής κοινωνίας, κατά τας δημοσίας αυτής +συναθροίσεις. Ας εξέλθη ο παρατηρητικός ημών αναγνώστης κυριακήν τινα ή +μουσικής ημέραν εις τας πλατείας του Συντάγματος και της Ομονοίας· ας +παρακολουθήση τον περίπατον των Πατησίων· ας πορευθή θερινήν τινα εσπέραν +εις του Απόλλωνος και του Φαλήρου τα ύπαιθρα θέατρα· ας παραμείνη τέλος εν +αυτή τη αιθούση του χειμερινού ημών θεάτρου, περιάγων επί τινας στιγμάς το +βλέμμα του από θεωρείου εις θεωρείον. Είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. +Γνωριζόμεθα δε ου μόνον προσωπικώς, αλλά και βαθύτερον έτι και +λεπτομερέστερον, σπανίως αγνοούντες τις έκαστος και πόθεν, τι πράττει, και — το +σπουδαιότερον — τι έχει.</p> + +<p>Ας παρατηρήση ο αναγνώστης ημών ο περίεργος. Εκεί μεν θα ίδη +διακοσιοδράχμου τινος δημοσίου μισθοφόρου την σύζυγον μετακαλούσαν εις +εσθήτα μεταξωτήν ολόκληρον του ανδρός της μηνιαίον· εδώ δε της πλυντρίας +αυτού την θυγατέρα — εκείνην ακριβώς, ήτις χθες έτι το εσπέρας του έφερεν +εντός κανίστρου τα υποκάμισά του, και εις ην εδώρησεν ολίγα κέρματα διά τον +κόπον της, μεταμορφωμένην μεν εις περίκοσμον κυρίαν, και φέρουσαν επάνω της +τους κόπους εβδομάδων όλων της ταλαίνης μητρός της, ελέγχουσαν όμως συνάμα +διά της χροιάς της μορφής της — αν τυχόν δεν είνε και αυτή εορτάσιμος — ότι +μακράς ημέρας ενήστευσε χάριν του κυριακού εκείνου περιπάτου. Παρέκει θ' +απαντήση μικρόν τινα υπάλληλον εμπορικού γραφείου, αναβοκαταβαίνοντα +μόνον εντός αμάξης του Σταδίου και των Πατησίων την λεωφόρον με άνθος εις την +κομβιοδόχην και την λαβήν του ραβδίου του εις τα χείλη, οφείλοντα δε, βεβαίως +μεν τον κομψόν του επενδύτην εις δυστυχή τινα ράπτην, πιθανώτατα δε και +εβδομάδων όλων γεύματα εις ελεήμονα τινα ξενοδόχον. Εις του Φαλήρου την +ακτήν και του θεάτρου τα εδώλια θα εύρη συχνότατα ο παρατηρητής ημών +πολυπληθείς οικογενείας — πατέρα, μητέρα, θυγατέρας και υιούς, μικρούς και +μεγάλους — προσέχοντας εις το άσμα της σκηνής ή τρώγοντας παγωτά, ενώ +βεβαίως ανεπαρκώς εγευμάτισαν. Εις του χειμερινού μας τέλος θεάτρου τα +θεωρεία θα ίδη ανέτως αναπαυομένας και επιχαρίτως μειδιώσας οικοδεσποίνας, +αίτινες κατέλιπον βεβαίως οίκοι σωρείαν παιδίων ατημελήτων και φωνασκούντων, +κυλιομένων πιθανώς επί του εδάφους εν μέσω τεμαχίων άρτου και τυρού, υπό την +επιτήρησιν ρυπαράς τινάς ανδρίας υπηρέτιδος. Πανταχού δε απλώς ειπείν, +πανταχού όπου αν στρέψη το βλέμμα, θα καταπλαγή προς την μεγαλοπρεπώς +κεκοσμημένην και επιδεικτιώσαν πτωχείαν, την υπό αυτάρκες μειδίαμα σοβούσαν +εν μέσω του πλήθους, την εκ της ελλείψεως του άρτου δαπανώσαν εις το +περίσσευμα της εσθήτος, την αφελώς πιστεύουσαν, ότι εκλαμβάνεται αντί +πλούτου. Τις όμως εν τη μικρά ημών κοινωνία, απατάται εκ της προς το θεαθήναι +παράφρονος δαπάνης; τις ο αγνοών το περιεχόμενον και θαμβούμενος εκ του +περιέχοντος; τις ο αφελής εκείνος, όστις παραγνωρίζει το σεσηπός ξύλον υπό τον +καλύπτοντα ψευδόχρυσον; Ουδείς βεβαίως, διότι, ως προείπομεν, είμεθα ολίγοι +δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Διά τούτο δε, όσον και όπως αν ενδυθώσιν, όσον και +όπως αν επιδειχθώσι δημοσία, όσον και όπως αν καλύψωσιν αληθή και έντιμον +πολλάκις πενίαν υπό πλούτον ψευδή οι νομίζοντες αρκούσαν των πολλών την +γνώμην εις ευτυχίαν των ολίγων, ματαία πάντως είνε η προσπάθεια, και +ανωφελείς οι αγώνες των· διότι βλέποντες αυτούς μειδιώσι μεν εξ οίκτου οι +απαθέστεροι, ερωτώσι δε περιέργως αλλήλους οι νευρικώτεροι: «Πού τα βρίσκει +λοιπόν κ' εξοδεύει;» οι δε απερισκεστότεροι και αναφωνούσιν ίσως δυσάρεστόν τι +και προπετές επιφώνημα εν μέσω της οδού. Πάντες δε γελώσιν, οι μεν ενδομύχως, +οι δε και εκφανώς προς την παράδοξον εκείνην μωρίαν, ήτις αφίνει νήστιν τον +ίδιον στόμαχον, ίνα τέρψη τους ξένους οφθαλμούς. Ίσως και διά τους γελώντας +γελώσιν οι άλλοι. Ουδέν παράδοξον, διότι ο μύθος της ξένης δοκού, όσον παλαιός +και αν ήνε, έχει επίκαιρον πάντοτε και πανταχού την εφαρμογήν. Τούτο όμως +αποδεικνύει, ότι οι ανοήτως παρ' ημίν σπαταλώντες είνε πολύ πλείονες των +υποτιθεμένων, και ότι η επιδημία είνε πολύ μάλλον διαδεδομένη.</p> + +<p>Και ταύτα μεν περί της νόσου και της αιτιολογίας της, ίνα λαλήσωμεν επί το +παθολογικώτερον. Τα δε περί της προγνώσεως αυτής και της εκβάσεως, ως +λέγουσιν οι ιατροί, είνε βεβαίως πολύ δυσαρεστότερα και απαισιώτερα. Αν η +ανόητος πολυτέλεια είνε καθόλου λέπρα και φαγέδαινα των μικρών και +ασυμπήκτων έτι κοινωνιών, η των απόρων όμως σπατάλη, η εκ χρεών συνήθως, εκ +στερήσεως των αναγκαίων και εξ ασιτίας πολλάκις ή εκ κρυφίων άλλων και +δυσομολογήτων ενίοτε μέσων τρεφομένη, είνε νόσημα κοινωνικόν ανίατον, φέρον +εις παντελή εκφαύλισιν ηθικήν, εις σήψιν και διάλυσιν την ατυχή εκείνην +κοινωνίαν, ης υπονομεύει το σώμα.</p> + +<p>Πόθεν — αληθώς — επληρώθη χθες, ή πόθεν θα πληρωθή αύριον ή +μεθαύριον, ή την άλλην εβδομάδα το μεταξωτόν εκείνο φόρεμα της συζύγου του +διακοσιοδράχμου υπαλλήλου; Σήμερον ίσως εκ της τοκογλυφικής προεξοφλήσεως +του μισθού του, αύριον εκ βαρυτόκου συναλλάγματος, μεθαύριον εκ +καταχρήσεως, και την άλλην εβδομάδα εξ άλλης αρρήτου πηγής.</p> + +<p>Πώς επληρώθη ή θα πληρωθή ο αμαξηλάτης, ο ράπτης, ο ξενοδόχος του +μικρού εκείνου υπαλλήλου εμπορικού γραφείου; Διά μικράς τινος σήμερον +προκαταβολής, δι' υποσχέσεων και ψεύδους αύριον, διά κρυπτού μεθαύριον, και +μετ' ολίγον διά δικαστικού κλητήρος.</p> + +<p>Πώς κατορθόνει ο ταλαίπωρος εκείνος οικογενειάρχης να οδηγή τρις και +τετράκις της εβδομάδος την οικογένειάν του εις τα θερινά θέατρα, και να παρέχη +αυτή απαραιτήτως την διασκέδασιν εκείνην, ης κάλλιστα εστερούντο άλλοτε οι +αθηναίοι αστοί, — ότε δεν είχον αι Αθήναι Φάληρον και Απόλλωνα — ήτις όμως +κατέστη πλέον αναπόφευκτος εις την υγείαν των; Ουδ' αυτός ακριβώς το γνωρίζει. +Γνωρίζει τούτο μόνον· ότι χρειάζεται πάσαν εσπέραν τοιαύτης θεατρικής +ψυχαγωγίας δέκα περίπου δραχμάς, ότι δαπανά ούτως έκαστον μήνα υπέρ τας +διακοσίας, ότι εσπατάλησε βαθμηδόν μικρόν τι αποταμίευμα, όπερ είχε +διαφυλάξει δι' απευκταίαν ενδεχομένην ανάγκην, και ότι . . . . πρό τινων +εβδομάδων έχασεν έν τέκνον του, διότι δεν είχε τα μέσα να το νοσηλεύση. Χάριν +της υγείας των άλλων, τα φέρει εις το θέατρον του Φαλήρου!</p> + +<p>Πόθεν τέλος στολίζεται η δέσποινα εκείνη, και ενοικιάζει πάσαν σχεδόν +εσπέραν θεωρείον; Ερωτήσατε τα πολυπληθή της τέκνα, άτινα κατακλίνονται +άδειπνα και οιμώζοντα· ερωτήσατε τον σύζυγόν της, όστις αναγκάζεται να επαιτή +δεξιά και αριστερά κλειδία θεωρείου, όστις χθες έτι σας εζήτησε δάνειον +πεντήκοντα δραχμών, και αύριον θα έχη μόλις να προμηθευθή τα τρόφιμα της +ημέρας.</p> + +<p>Πού δε απολήγει ούτως η ποικιλότροπος αυτή αλλά μία πάντοτε κατά βάθος +και η αυτή πανταχού παραφροσύνη, η διά της ανοήτου δαπάνης κενή και ματαία +επίδειξις, η χωρίς τινος λόγου δημιουργία φανταστών αναγκών και η εκ παντός +τρόπου προσπάθεια εις θεραπείαν των;</p> + +<p>Εις την ταπείνωσιν εν πρώτοις· κατόπιν εις τον εξευτελισμόν· μετ' ολίγον εις +την κοινήν περιφρόνησιν, και τέλος εις τα άρθρα του ποινικού νόμου.</p> + +<p>Εις ταύτα δε δυστυχώς και πάντοτε, ταχέως ή βραδέως, λήγει συνήθως το +στάδιον της εν τη πτωχεία σπατάλης· τοιαύτη ως επί το πλείστον είνε η λυπηρά +έκβασις της μανίας εκείνης, ης τα ατυχή θύματα ουδέν άλλο επιδιώκουσιν ή την +στίλβουσαν επιφάνειαν και προς ουδέν άλλο ζώσιν ή προς απάτην του +κόσμου.</p> + +<p>Πλην, «τι σε μέλει περί των απολωλότων τούτων;» θα αναφωνήσωσιν ίσως +πολλοί των αναγνωστών μου. «Τι μεριμνάς περί ανθρώπων προφανώς +παραφρόνων, οίτινες πάσχουν μεν βεβαίως ηθικώς και διανοητικώς, αλλ' επί +τέλους είνε κύριοι να δαπανώσιν όσα και όπως θέλουσιν, όσα και όπως +ευρίσκουσι;» Δικαιοτάτη και ορθή η παρατήρησις· σπεύδω δ' ευθύς να +διαβεβαιώσω τους περιέργους μου τούτους αναγνώστας, ότι ουδ' ελαχίστην έχω +περί αυτών φροντίδα, ούτε έχω την απλότητα να φρονώ, ότι δύναταί τις, +ο,τιδήποτε λέγων και οιαδήποτε μαντευόμενος, να συνετίση αυτούς ή διδάξη· οι +παθόντες άπαξ το ηθικόν τούτο νόσημα εισίν ανίατοι δυστυχώς, και μάτην ήθελε +τις προσπαθήσει να αποτρέψη το βήμα των της εις το βάραθρον αγούσης. Η οδός +είνε τόσον ολισθηρά αλλά και τόσον συνάμα ευάρεστος και ωραία, ώστε εν πλήρει +γοητεία διέρχονται αυτήν συνήθως οι της πολυτελείας προσκυνηταί, και όταν η +ώρα της απογοητεύσεως σημάνη, το βήμα δεν οπισθοχωρεί πλέον διότι άλλως και +ματαία θα ήτο πάσα οπισθοχώρησις. Ουδείς λοιπόν προς αυτούς ο λόγος εις +οικοδόμησιν ή συνετισμόν. Non ragioniam di lor. Αφίνομεν τους νεκρούς θάπτειν +τους εαυτών νεκρούς, και παρερχόμεθα. Δεν λησμονούμεν όμως τους παλαιούς +εκείνους και βαθυσόφους Σπαρτιάτας, οίτινες εμέθυσκον τους είλωτάς των και +τους εξέθετον κατόπιν οινοβαρείς και παραπαίοντας εις τα όμματα των υιών των, +εις σωτήριον αυτών παραδειγματισμόν. Ο άνθρωπος εν γένει είνε ζώον μιμητικόν· +πολύ δε μιμητικώτερον είνε ο Έλλην, και κατά μείζονα έτι λόγον μιμητής είνε ο +όμοιος του ομοίου του. Παρ' ημίν δε μάλιστα, όπου και πολιτεύματος πλημμέλειαι +και πολιτικής και ηθικής ανατροφής έλλειψις από καιρού ήδη ήρχισαν +καταπίπτουσαι και καταρρίπτουσιν οσημέραι τα περισωζόμενα έτι οπωςδήποτε +παρ' άλλοις λαοίς διαχωριστικά των κοινωνικών τάξεων όρια, και όπου η ισότητος +αξίωσις σπανιώτατα μεν γεννά την ευγενή εκείνην άμιλλαν προς απόκτησιν +μείζονος ικανότητος και μαθήσεως, συχνότατα δε τουναντίον παράγει εις την +δουλικήν απομίμησιν των εξωτερικών μόνον τρόπων, του ήθους και της +ενδυμασίας, παρ' ημίν ο εκ της μιμήσεως του κακού κίνδυνος είνε μέγας και +εγκυμονεί αναπόδραστον όλεθρον. Αν δε ανωτέρω, περί της πολιτείας των +πλουσίων λαλούντες, εφοβήθημεν τον πειρασμόν της μιμήσεως, και τα απευκταία +του επί των απόρων αποτελέσματα, προκειμένου όμως περί της σπατάλης των μη +πλουσίων δεν γεννάται πλέον φόβος εν ημίν, αλλ' αυτόχρημα βεβαιότης, ότι το +μίασμα της νόσου θέλει διαδοθή εις τα υγιά έτι όμοια στρώματα της κοινωνίας, αν +μη πάντες οι δυνάμενοι συντελέσωσιν εις την χάραξιν βαθείας υγειονομικής +γραμμής μεταξύ υγιών και νοσούντων. Αποχωρίσωμεν, όπως είνε δυνατόν, τους +προσβεβλημένους από των απροσβλήτων, εμπνεύσωμεν εις τούτους τον τρόμον +της ασθενείας και των συνεπειών αυτής· εργασθώμεν τέλος να σώσωμεν το +δυνάμενον έτι να σωθή, ίνα μη ταχέως μεταβληθή η αθηναϊκή κοινωνία σύμπασα +εις «Ηοspice d' Incurables». </p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn12' id='ref12'>12</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Όστις ποτέ, υπομονής περισσεύων και θάρρους ευπορών, θελήση να συγγράψη +την ηθικήν νοσολογίαν της νέας ελληνικής κοινωνίας, και ιδίως των ούτω +καλουμένων ανωτέρων αυτής στρωμάτων, βεβαίως και αναποδράστως θέλει τάξει +μεταξύ των πρώτων και κυριωτάτων αυτής ηθικών αρρωστιών την<span class="sp"> ανυπομονησίαν</span>. Το νόσημα είνε γενικόν δυστυχώς, ευρύτατα διαδεδομένον, ως επιδημία +μεγάλη και πολυπλόκαμος, αλλ' εθνικώτατον όμως και ενδημικώτατον. Μηδέ τις +υπολάβη, ότι εισήχθη και αυτό μετά πολλών άλλων φραγκικών — ως λέγομεν — +πληγών εκ της αλλοδαπής, και παρηγορήση μεν ούτω προχείρως την εθνικήν +αυτού φιλαυτίαν, καταρασθή δε πατριωτικώς της ελληνικής διοικήσεως, ότι +ωλιγώρησε δήθεν καθάρσεων και υγειονομικών φραγμών κατά της εισβολής του +μολύσματος. Πάσχει και η σύγχρόνος ευρωπαϊκή κοινωνία ανυπομονησίαν· αλλ' η +ανυπομονησία αυτή είνε ειδική ειδικωτάτη εκδήλωσις του καθολικού νοσήματος, +όπερ λυμαίνεται τον ελληνικόν κόσμον. Ανυπομονούσιν εν τη Δύσει οι άνθρωποι· +αλλ' ανυπομονούσιν ιδίως να πλουτήσωσι. Του εκατομμυρίου το όνειρον είνε της +νόσου αυτών η αιτιολογία, και αν από μικρών έως μεγάλων, από γερόντων μέχρι +παίδων, φέρονται πάντες ακατάσχετοι υπό του στροβίλου της κερδοσκοπίας και +αναρριχώνται τετραποδητί πολλάκις την ανάντη κλιτύν του χρυσοφόρου βουνού, +και σχίζουσιν· ασθμαίνοντες τας χείρας των εις τας τριβόλους και τας ακάνθας της +ατραπού, και παρακάμπτουσιν οσάκις δεν δύνανται να υπερβώσι τους σκοπέλους +του νόμου, και φιμούσιν οσάκις δεν δύνανται να στραγγαλίσωσι την ηθικήν, ένα +πάντες έχουσι σκοπόν: το χρήμα, το πολύ χρήμα. Εκεί από μακρού ήδη λέγεται, ότι +το χρήμα δεν έχει οσμήν, και ολίγοι πλέον περισώζονται μωροί αμφισβητούντες +του ρητού την ορθότητα. Διά τούτο εκεί των πολλών ο βίος είνε συνεχής και +ακάματος κερμάτων θήρα· διά τούτο, — πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, +προκατακλυσμιαίων ίσως λειψάνων άλλης εποχής — πάντες εκεί των νέων ιδεών +οι άνθρωποι, επιστήμονες και βιομήχανοι, καλλιτέχναι και έμποροι, ποιηταί και +τραπεζίται, γραμμάτων άνθρωποι και κυβευταί, μίαν μόνην έχουσι του σταδίου +αυτών βαλβίδα: το τι<span class="sp"> εξοδεύεται</span>, και ένα μόνον πάσης των εργασίας σκοπόν: +τα εκατομμύρια. Ανυπομονούσι δε φυσικώ τω λόγω να τα αποκτήσωσι, διότι +κάλλιστα γνωρίζουσι και εκ των καθ' ημέραν παραδειγμάτων διδάσκονται, ότι διά +της χρυσής εκείνης κλειδός πάσης δόξης το τέμενος ανοίγεται και πάσης δυνάμεως +αλίσκεται η ακρόπολις.</p> + +<p>Την ειδικήν ταύτην ανυπομονησίαν πάσχομεν εν μέρει και ημείς, αλλά +πάσχομεν αυτήν εν μικρώ. Μη κατορθώσαντες έτι — ευτυχώς ή δυστυχώς, +αδιάφορον — να φθάσωμεν εις την περιωπήν εκείνην του δυτικού πολιτισμού, +καθ' ην πάντα σχεδόν διατιμώνται εις χρήματα, καθ' ην πάσα ευφυία και πάσα +ικανότης, παν αίσθημα και παν φρόνημα, και αυτή η αρετή και αυτή η κακία εισίν +αξίαι ανταλλακτικαί, έχουσαι την θέσιν αυτών εν τοις τιμολογίοις ειδικών +εμπόρων, και εν τοις καταλόγοις χρηματιστηρίων, υπολειπόμεθα βεβαίως του +ευρωπαϊκού μεγαλείου ως προς την ειδικήν ταύτην όψιν του γενικού εκείνου +νοσήματος. Υπάρχουσι μεν και παρ' ημίν αραιά τινα, πού και πού παρατηρούμενα +κρούσματα χρηματιστικής ανυπομονησίας, ολίγα εκ πλειόνων περισωθέντα, μετά +το προ διετίας μέγα<span class="sp"> θανατικόν</span>· αλλά δεν είνε, ως λέγουσιν οι ιατροί, +περιπτώσεις άξιαι της κλινικής νοσολόγου, ουδ' έχουσι σημασίαν καθιστώσαν +επίφοβον την εις επιδημίαν τροπήν του νοσήματος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Η ανυπομονησία ημών, ως προείπομεν, είνε γενική της κοινωνίας ημών +αρρώστια· εγγενής ούτως ειπείν εις τον εθνικόν ημών χαρακτήρα, τον ελαφρόν και +αψίκορον, εκδηλουμένη δε επί πάσης σχεδόν οιασδήποτε εργασίας του νεωτέρου +Έλληνος, και λυμαινομένη δίκην φυτού παρασίτου πάντα μεν κλάδον υλικής και +διανοητικής παραγωγής και δραστηριότητος, ιδία δε και προ πάντων την ανίκανον +αδράνειαν και την αυτάρκη αργίαν. Και δεν άγει μεν ταχέως εις βιαίαν +καταστροφήν η καθολική αυτή καχεξία, ως ο κακοήθης εκείνος πυρετός της +χρηματιστικής ανυπομονησίας, περί ου ανωτέρω ελέγομεν· αλλ' υπονομεύει όμως +δυστυχώς την εθνικήν ημών ύπαρξιν, και εκλύει παντελώς τας ασυντάκτους έτι και +σχεδόν ασυνειδήτους παραγωγικάς ημών δυνάμεις. Αν δεν κεραυνοβολεί ως +αποπληξία, τήκει όμως ως φθίσις.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Δύο απλαί και σύντομοι αλλά βαρείαν έχουσαι την έννοιαν φράσεις δύνανται +ασφαλώς να θεωρηθώσιν ως παριστώσαι τα μικρόβια ή βακτηρίδια της πρώτης +και αρχικής μορφής του νοσήματος, αι φράσεις·<span class="sp"> + Δεν πειράζει</span>! και<span class="sp"> Δεν βαρηέσαι</span>! + Σπόροι μικροί, μικροί ως κόκκοι σινάπεως, εφύησαν εις δένδρα +ακμαία, χάρις εις την παχείαν γην της ελληνικής φυγοπονίας και απαθείας, +ανεκλαδώθησαν εις εύρος και ύψος, και κινδυνεύουσι να πνίξωσιν υπό την +βαρείαν αυτών σκιάν πάσαν υγιά και εύρωστον βλάστησιν.</p> + +<p> — Δεν πειράζει, λέγει ο ανυπομονήσας να περάνη οπωσδήποτε το +έργον του και ατελές παραδίδων αυτό εις τον παραλαμβάνοντα, πεποίθησιν έχων +αδιάσειστον, ότι το<span class="sp"> δεν πειράζει</span> εκείνο καλύπτει πάσαν της εργασίας του +ατέλειαν.</p> + +<p> — Δεν βαρηέσαι! απαντά ο παραλαμβάνων, ανυπομονών και αυτός να +αποκτήση το παραγγελθέν όπως όπως, και χριστιανικόν αυτού καθήκον +υπολαμβάνων να διαλύση πάσαν τυχόν ανησυχίαν του παραδίδοντος.</p> + +<p>Σφίγγουσιν ούτως εν κατανυκτική ευφροσύνη τας χείρας η ανυπομονησία του +παραγωγού και του καταναλωτού η ανυπομονησία, κυρούται της ημιμαθείας το +κράτος και ανακηρύσσεται της ημιτελείας το βασίλειον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ποσάκις άρα γε οι τας γραμμάς αυτάς αναγινώσκοντες δεν ηγανάκτησαν, +ακούσαντες αίφνης, εν παραδείγματι, τον ράπτην των λέγοντα μετά ιλαρού +μειδιάματος· δεν<span class="sp"> πειράζει</span>! διότι παρετήρησαν εις αυτόν, ότι αι χειρίδες του +καινουργούς των επενδύτου ήσαν βραχύτεραι του πρέποντος, ή ότι τα κομβία του +ήσαν παράχροα; Ποσάκις δεν ωργίσθησαν, ακούσαντες το αυτό παρά του +χρωματιστού της οικίας των, κηλιδώσαντος διά του χονδρού του χρωστήρος τας +ζωγραφίας του τοίχου, ή παρά του κηπουρού των, καταστρέψαντος εν βία διά της +σκαπάνης του τρυφερόν δενδρύλλιον, ή παρά του υπηρέτου των αλλ' αντ' άλλων +εκτελέσαντος;</p> + +<p>Πάντες εν παντί το ευλογημένον αυτό δεν<span class="sp"> πειράζει</span> φέρουσι διά στόματος, +ως πανάκειαν πάσης αυτών παραδρομής και βίας, ως αλεξιτήριον πάσης +κατακρίσεως και μομφής.<span class="sp"> Δουλειά να γίνεται</span>, λέγει ο Έλλην, επειγόμενος +να περάνη ή κάλλιον ειπείν να καταπαύση την εργασίαν του. Εμπρός και γρήγορα, +ιδού το γενικόν σχεδόν σύνθημα του παρ' ημίν εργαζομένου. Τι το άπορον, αν η +εργασία γίνεται ως επί το πολύ κακή και ατελής, αφού κεντρίζει μεν αυτήν +αδιαλείπτως η ανυπομονησία, σκέπει δε και προστατεύει η ανοχή, ήτις και αυτή, +ως ελέγομεν, την ανυπομονησίαν έχει ρίζαν και φύτραν;</p> + +<p>Διότι, αν ηγανάκτησε και εξωργίσθη πολλάκις ο αναγνώστης ημών, ακούσας το +φοβερόν εκείνο<span class="sp"> δεν πειράζει</span> χωρίς να το περιμένη, δεν πρέπει, αν είνε +δίκαιος, να λησμονήση, ποσάκις είπεν αυτός<span class="sp">: δεν βαρηέσαι</span>, χωρίς να το +προσδοκά ο εις ον απετείνετο.</p> + +<p> — Δεν βαρηέσαι, αδελφέ!</p> + +<p>Γλυκεία και μελιτώδης φράσις, αναπαύουσα προχείρως την συνείδησιν του +Έλληνος, βαυκαλώσα την αβελτηρίαν αυτού, παρηγορούσα την ατέλειαν των +έργων του, εγκαρδιούσα το αψίκορόν του, και αδελφούσα των ανυπομόνων την +ποίμνην εις αιωνίαν μακαριότητα.</p> + + +<p> — Ανέγνωσες το βιβλίον του Χ . . . ; έχει πολλάς απροσεξίας. Εβιάσθη, +φαίνεται, ο συγγραφεύς, αλλέως ημπορούσε να τας αποφύγη . . . και η γλώσσα +του είνε εις πολλά μέρη . . . </p> + +<p> — Δεν βαρηέσαι!</p> + +<p> — Είδες το νέον πατριωτικόν ποίημα του Ψ . . . ; Το εννόησες; </p> + +<p> — Δεν βαρηέσαι!</p> + +<p> — Καλέ πού τα έκαμες αυτά τα υποδήματα; τι σχήμα είνε αυτό; πώς τα +εκράτησες;</p> + +<p> — Δεν βαρηέσαι!</p> + +<p> — Είδες δα, τι λαμπράν θέσιν επέτυχεν ο Κ . . ., χθεσινό μόλις παιδί; +Πώς τα κατάφερε; Δεν νομίζεις ότι κάπως γρήγορα . . . </p> + +<p> — Δεν βαρηέσαι!</p> + +<p>Και διά της φράσεως ταύτης συγχωρούμεν παν αμάρτημα, και απολύομεν +πάντα πταίστην.<span class="sp"> Αφίενταί σοι αι αμαρτίαι </span>λέγομεν περί παντός +λέγοντος καθ' εαυτόν: δεν πειράζει. Αφίενταί σοι αι αμαρτίαι, διότι βιαζόμεθα και +ημείς ως και συ. Αν συ δεν έχεις καιρόν να εργασθής όπως πρέπει, νομίζεις ότι +έχομεν καιρόν ημείς να σε κρίνωμεν όπως πρέπει; Συ βιάζεσαι να παραγάγης, και +ημείς βιαζόμεθα ν' απολαύσωμεν. Αλλά παράγεις και συ κακώς και ημείς κακώς +απολαύομεν· αδιάφορον· το σπουδαίον είνε να τελειόνωμεν γρήγορα. Κάμε ό,τι +θέλεις και άφινέ μας ησύχους.</p> + +<p>Ούτω δε αφίνομεν και ημείς ησύχους πάντας τους ασθενείς αλλ' ανυπομόνους +σταδιοδρόμους, και αν ενίοτε γελώμεν βλέποντες αυτούς παραπατούντας και +πίπτοντας, ουδόλως όμως ξενιζόμεθα, ως επί το πλείστον, οσάκις θεωρούμεν +αυτούς ορθουμένους αίφνης εν μέση τη οδώ, ισχυριζομένους ότι επέραναν τον +δρόμον των, και αξιούντας να τύχωσι του άθλου.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Γνήσιος και αναγκαίος τόκος της αδελφικής συναντήσεως των δύο εκείνων +φράσεων υπήρξεν η δευτέρα και κυριωτάτη φάσις της νόσου· η προς την δόξαν και +τα μεγαλεία, προς την ισχύν και τας υψηλάς δημοσίας λειτουργίας ακράτητος +ανυπομονησία της νέας ελληνικής γενεάς.</p> + +<p>Αν δόξα και πλούτος, θέσεις και τιμαί, είνε συνήθως πανταχού του +πολιτισμένου κόσμου το δίκαιον έπαθλον μακράς, συντόνου και τελειοκάρπου +εργασίας, αν αλλαχού αναγκαίον και απαραίτητον είνε να ευφημηθή τις πρώτον +ίνα διακριθή, και να φωτίση πρώτον ίνα τεθή επί την λυχνίαν, παρ' ημίν +απλουστεύει πάντα ταύτα και ευκολύνει η ευλογημένη εκείνη σύμπτωσις του +<span class="sp"> Δεν πειράζει</span> και του<span class="sp"> Δεν βαρηέσαι</span>.</p> + +<p>Άλλοτε, εν παλαιοτέροις χρόνοις, είχον και εδώ κάπως άλλως τα πράγματα, +ουδ' ενομίζετο συζητήσεως αντικείμενον, ότι αναγκαίον ήτο να βαδίση τις, ίνα +φθάση εις το άκρον της οδού. Η εργασία εκρίνετο αναγκαίος πρόδρομος της +επιτυχίας, ουδ' εφαντάζοντο οι άνθρωποι δυνατόν το Πάσχα χωρίς προηγουμένης +τεσσαρακοστής.</p> + +<p>Σήμερον όμως αι νηστείαι κατελύθησαν, και ήλλαξαν φυσικώς οι φυσικοί +πάσης προόδου όροι. Σήμερον εννοούσιν οι πολλοί να θερίσωσιν άνευ σποράς, και +ν' απολαύσωσιν άνευ κόπου. Και διατί να μη το εννοώσι;</p> + +<p>Πόσοι παρ' ημίν ήνυσαν το στάδιον αυτών ωθούμενοι μάλλον ή +περιπατούντες! Πόσοι πενιχρά πάντως φέροντες της ευφυίας ή της ικανότητος τα +εφόδια, έφθασαν εν τούτοις, οτέ μεν έρποντες, οτέ δε υπό φίλης χειρός +μετεωριζόμενοι, εις ύψη ου μόνον δυσανάβατα αλλά και δυσθεώρητα εις τους +συνωστιζομένους κάτω αληθείς εργάτας! Πόσοι από μηδενικών ορμηθέντες και +διά μηδενικών βαδίσαντες σοβούσι σήμερον ως πολυψήφιοι αριθμοί! Πόσοι +τέλος, βιώσαντες εν τη μακαρία ραστώνη του<span class="sp"> Δεν πειράζει</span>, επροχώρησαν +πάντοτε και έφθασαν οπού έφθασαν, ακούοντες οπίσω των την διαρκή +ενθάρρυνσιν του<span class="sp"> Δεν βαρηέσαι</span>!</p> + +<p>Τι ηθέλατε να διδάξη τους νεωτέρους το ποικίλον τούτο και πολυμερές +φαινόμενον, ούτινος καθ' εκάστην επαναλαμβάνονται τα παραδείγματα; Τι άλλο, +ή ότι μωρία είνε πάσα ενδελεχής εργασία, και βλακεία πας κόπος καρποφόρος; Τι +άλλο, ή ότι προτιμότερον είνε να σαλπίζη τις την ικανότητά του διά των +εφημερίδων — οσάκις δεν υπάρχει πρόχειρος φίλος σαλπιγκτής — , να ζητή τον +στέφανον πριν αθλήση, και να καταράται της απαθείας της ελληνικής, αν τυχόν ο +στέφανος βραδύνη, κεραυνοβολών ενίοτε και την κυβέρνησιν, ότι δεν παραμερίζει +τον μόδιον ίν' ανεύρη τον άγνωστον λύχνον;</p> + +<p>Και ταύτα δυστυχώς τους εδίδαξε, και ταύτα βλέπομεν καθ' εκάστην πέριξ +ημών, όπου αν στρέψωμεν το βλέμμα.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο κύριος Τάδε χθες μόλις επανήλθεν εξ Ευρώπης, όπου κατώρθωσε μόνον +ίσως να απομάθη την γλώσσαν του χωρίς να την αντικαταστήση. Εν τω +ατμοκινήτω, όπερ τον μετεκόμισεν, επρονόησε να βαπτίση εαυτόν εις την +κολυμβήθραν επιστημονικής τινος ειδικότητος, εκείνης περίπου ην υποθέτει +δυναμένην να εξοδευθή εν Αθήναις. Εφρόντισε δε και ν' αναγγείλη εγκαίρως εις το +κοινόν διά του τύπου την άφιξιν αυτού, μη παραμελήσας, εννοείται, να +πληροφορήση αυτό και περί των διασήμων καθηγητών του.</p> + +<p>Παρήλθον μόλις ολίγοι μήνες, και απορεί πώς δεν συνεκινήθησαν έτι αι +Αθήναι.</p> + +<p>Παρήλθον ακόμη ολίγοι, και εξίσταται πώς η κυβέρνησις δεν τον διώρισεν . . . +ουδ' εγώ δεν ηξεύρω τι.</p> + +<p>Ο κύριος Δείνα είνε διδάκτωρ της νομικής — αδιάφορον πώς έγεινε. Δικηγορεί +από τινων ετών, οσάκις τον ζητήσουν — πράγμα σπάνιον· προτιμά δε μάλλον να +αναμιγνύεται εις την διαδικασίαν των πτωχεύσεων, όπερ συχνότερον και μάλλον, +φαίνεται, προσοδοφόρον. Έντυπα οιαδήποτε, πλην των εφημερίδων, ήνοιξεν ολίγα +μετά το πέρας των σπουδών αυτού. Προτιμά το σφαιριστήριον και την +πολιτικολογίαν. Θέλει όμως θέσιν δημοσίαν, και την θέλει μεγάλην. Αγανακτεί δε +η ανυπομονησία του, ότι δεν την έλαβεν ακόμη. — Είνε κυβέρνησις αυτή; εκφωνεί +πολλάκις εν τω καφενείω· και οι φίλοι του απαντώσιν εν χορώ: Βεβαίως δεν είνε +κυβέρνησις.</p> + +<p>Του τρίτου εκείνου, αποσχόλου μόλις νεανίου, είνε έτι πρωιμωτέρα και η +ανυπομονησία. Είνε γραφεύς υπουργικός· αλλά του υπουργείου μόνον κατά τας +αρχάς εκάστου μηνός πατεί την φλιάν, και τούτο διά δύο λόγους· πρώτον διότι +τότε συνήθως εκδίδονται τα μισθοδοτικά εντάλματα, δεύτερον δε διότι, ως λέγει, +δεν εννοεί να εργασθή, αν δεν τον εκτιμήση — και αυτόν — η κυβέρνησις και τον +προαγάγη κατά την αξίαν του. Λαλών περί του τμηματάρχου του, πολιού +λειτουργού, από τριακονταετίας υπηρετούντος, αρκείται να μειδιά.</p> + +<p>Άλλος γράφει ποιήματα — όχι άσχημα — αλλ' αδημονεί ότι δεν ήρχισαν ήδη να +εξοδεύωνται κατά χιλιάδας αντιτύπων.</p> + +<p>Ούτος δημοσιογραφεί — ανωνύμως· απορεί δε ότι το κοινόν δεν μαντεύει τα +άρθρα του, ουδέ αρπάζει βαθέος έτι όρθρου τα φύλλα της εφημερίδος, ήτις τα +δημοσιεύει.</p> + +<p>Εκείνος θαυμάζει, πώς η Comédie Française δεν παρήγγειλεν έτι να +μεταφρασθώσι τα δραματικά του έργα, ίνα χειροκροτηθώσι παρά γάλλων +πλειότερον ή μέχρι τούδε παρ' ελλήνων.</p> + +<p>Αυτός θέλει να γείνη ονομαστός εντός εικοσιτεσσάρων ωρών, εκείνος ένδοξος +εντός μιας εβδομάδος, άλλος, υπομονητικώτερος, φθάνει μέχρι του μηνός.</p> + +<p>Ως τα παιδία, ων δεν εξικνείται εις ύψος η χειρ αναβαίνουσιν επί καθέδρας και +υπολαμβάνουσι προς στιγμήν ότι ηυξήθησαν εις άνδρας, ούτω και οι ανυπόμονοι +ημών σταδιόδρομοι νομίζουσιν ότι αληθώς μεγεθύνονται, βαίνοντες επί των +καλοβάθρων της εθελοφημίας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και πόση την ανυπομονησίαν έπειτα διαδέχεται απογοήτευσις πολλάκις και +πικρία! Διότι, όσον ευθηνή και αν ήνε παρ' ημίν η φήμη, όσον ευκόλως και αν +μαυλίζεται η δόξα, αδυνατεί τέλος και αυτή να στέφη όλων τας κορυφάς, ουδ' +αρκούνται οι πρακτικότατοι έλληνες εις απλά δάφνης . . . ή εφημερίδων φύλλα. +Εννοούσι κάπως ψηλαφητήν την δόξαν, και την φήμην ουσιαστικωτέραν. Ναι . . . +δεν λέγουσι, καλή είνε και η δάφνη, και οι πανηγυρισμοί νόστιμοι, και το θυμίαμα +ευώδες· αλλ' ιδανικά όλ' αυτά . . . πολύ ιδανικά· διά τούτο δε ίσως και τόσον +ευκόλως χορηγούνται. Οι μεγάλοι άνδρες, όσον μεγάλοι και αν ήνε, δεν δύνανται +να τραφώσι διά δόξης μόνον και λιβανωτού. Έπρεπε, . . και αρχίζει τότε μακρά +ανάπτυξις και συζήτησις περί του τι έπρεπε να πράξη, — τι λέγω, να πράξη; να έχη +ήδη πεπραγμένον η κυβέρνησις, περί του καθήκοντος όπερ επεβάλλετο εις τους +πλουσίους ομογενείς, περί του πατριωτικού αισθήματος όπερ έπρεπε να φλέγη +υπέρ της εθνικής δόξης τας καρδίας των έξω ελλήνων, και να αναλύεται από +καιρού εις καιρόν εις χρηματικά τινα χορηγήματα υπέρ της προαγωγής και της +αποκαταστάσεως των διακεκριμένων έσω ελλήνων. Καλά ταύτα πάντα και +βεβαίως ευκταία· αλλ' υστερούσι δυστυχώς ως επί το πλείστον· αντηχεί δε τότε +μέχρι τρίτου ουρανού κραυγή αγανακτήσεως κατά της απαθείας και αδιαφορίας +του κοινού, κατά της αβελτηρίας και ακαλαισθησίας των ευπορούντων, κατά της +ακατονομάστου ψυχρότητος της Κυβερνήσεως. Είνε δυνατόν να παραμελήται ο +φωστήρ αυτός; Είνε επιτετραμμένον να αγνοήται η μεγαλοφυία εκείνη; +Υποφέρεται ν' αναξιοπαθή τούτου η ικανότης και να πένεται του άλλου το +τάλαντον; Εχάθη μία καθηγεσία δι' αυτόν η μία θέσις αμεριμνομερίμνης δι' +εκείνον;</p> + +<p>Και πολύς, εννοείται, ο κοπετός και μέγας των ανυπομονούντων ο +πάταγος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Υπομονή, υπομονή ολίγη! Δεν διορθούνται δυστυχώς άλλως τα πράγματα. Είνε +βεβαίως λυπηρόν, ότι δεν διαγινώσκονται ούτε διατιμώνται παρ' ημίν τοσούτον +πρωίμως αι εξοχότητες, όσον αλλαχού — καθ' α λέγουσι τουλάχιστον οι +ανυπόμονοι. Αλλ' ας ευδοκήσωσιν ούτοι ν' αναλογισθώσιν, ότι το ελληνικόν έθνος +είνε ολίγον δυστυχώς και πτωχόν, και εκτιμά μεν ευκόλως, διατιμά όμως +δυσκόλως και πληρόνει έτι δυσκολώτερον· ότι τα ιδιωτικά βαλάντια, αμιλλώμενα +κατά τούτο προς το δημόσιον, μόλις επαρκούσιν εις τα απαραίτητα, ουδέ +περισσεύουσιν εις ελευθεριότητας· και ότι παρ' ημίν πολύς έτι θα παρέλθη +χρόνος, έως ου κατορθωθή να νομισματοκοπήται η δόξα, και μάλιστα η +άωρος.</p> + +<p>Υπομονή λοιπόν, αφού άλλως δεν γίνεται.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΑΡΤΟΣ ΠΙΤΥΡΙΤΗΣ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn13' id='ref13'>13</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +«Δεν γίνεται, παιδί μου, ψωμί με πίτυρα», μ' έλεγε ποτε ο μακαρίτης Ράμφος, ο +ευφυής εκείνος του Χαλέτ-Εφένδη συγγραφεύς, ο τοσούτον έχων το +μυθιστοριογραφικόν τάλαντον. Το σοφόν δε τούτο απόφθεγμα του συνετού +ανδρός, το περιβάλλον τύπον δημοτικής παροιμίας εις αιωνίαν και αιωνίως +έγκυρον αλήθειαν, συνώψιζε μεν τότε, ότε το έλεγεν εκείνος, εν ώρα βαρυθύμου +πολιτικής απογοητεύσεως, την πολιτικήν ημών κατάστασιν, είμαρτο δε πολλάκις +έκτοτε να χρησιμεύση ως πικρόν επίγραμμα της κοινωνικής ημών ζυμώσεως, καθ' +ην εφέρετο διαρκώς η ιλύς από του πυθμένος εις την επιφάνειαν. Σήμερον όμως +ιδίως, ότε βαρύς επελθών ο τυφών διέλυσεν εν μια στιγμή τας ροδίνας νεφέλας +των χρηματιστικών ημών ονείρων, σήμερον, ότε δριμύς έπνευσεν ο βορράς και +ετράπη εις ρίγος κρυερόν αχρηματίας πάσα εκείνη της υπερτιμήσεως και της +κερδοσκοπίας η θέρμη, σήμερον είν' ευκαιρία να επιγραφώσιν αι λέξεις αύται +πάσης οιασδήποτε μελέτης περί της καταστάσεως ημών, ήτις ουδέν άλλο είνε ή +οξεία εμφάνισις ενός και του αυτού χρονίου νοσήματος, από μακρού ήδη +κατατρύχοντος την κοινωνικήν ημών ύπαρξιν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ας αναδράμωμεν ολίγον προς το παρελθόν, και ας επισκοπήσωμεν ποσάκις +μέχρι τούδε εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να κατασκευάσωμεν<span class="sp"> + ψωμί με πίτυρα</span>, ποσάκις το εζυμώσαμεν, και ποσάκις εκηρύξαμεν άρτον το αηδές αυτό +φύραμα.</p> + +<p>Αφίνομεν κατά μέρος την πολιτικήν· ούτε σκοπός ημών είνε ούτε διάθεσιν +έχομεν επί του παρόντος να εξετάσωμεν, αν και κατά πόσον δύναται να ονομασθή +ευπροσώπως άρτος η συνταγματική και κοινοβουλευτική κουραμάνα, ην +επροίκισαν την Ελλάδα δύο μεγάλαι της νεωτέρας ημών ιστορίας εποχαί. +Σημειούμεν απλώς, ότι από τεσσαρακονταετίας ήδη την τρώγομεν και ακόμη δεν +επαχύναμεν.</p> + +<p>Ανοίγομεν την βίβλον του κοινωνικού ημών βίου του τε δημοσίου και του +ιδιωτικού, και φυλλομετρούμεν αυτήν εική και τυχαίως. Είνε πολύ μάλλον +πρόχειρος και πολύ διδακτικωτέρα· παρέχει δε κατά πάσαν σχεδόν αυτής σελίδα +το θέαμα μερίδος τινός Ελλήνων, σήμερον αυτής και αύριον εκείνης, +ασχολουμένων ανενδότως και καλή τη πίστει να ζυμόνωσιν άρτον πιτυρίτην, εις +τροφήν εαυτών και των άλλων.</p> + +<p>Αλλ' ουδέ ήτο δυνατόν να γείνη άλλως. </p> + +<p>Εφαντάσθημεν πάντοτε — και σήμερον ακόμη το φανταζόμεθα, και κύριος +οίδε πόσον έτι χρόνον θα το νομίζωμεν — ότι είμεθα ο περιούσιος λαός του +κυρίου· ότι περιεσώθημεν κατά θείαν ευδοκίαν εκ του κατακλυσμού των χρόνων +εις πλήρωσιν μεγάλης και υψηλής αποστολής, και ότι πρώτιστον ημών καθήκον +ήτο, όχι να ζήσωμεν — αφού είχαμεν την τύχην ν' αναγεννηθώμεν — αλλά να +διακριθώμεν προ πάντων και να λάμψωμεν.</p> + +<p>Μωρά έτι και νήπια ηρχίσαμεν να ομιλώμεν περί τελεολογικών ζητημάτων πριν +ή οδοντοφυήσωμεν, και τετραποδίζοντες έτι περιεβάλομεν κράνος την ασθενή +ημών κεφαλήν.</p> + +<p>Ετράπημεν την περίβλεπτον αλλά τραχείαν και ανάντη ατραπόν της δόξης, αντί +να πατήσωμεν την άσημον αλλ' ασφαλή και ομαλήν οδόν της εργασίας. +Εφροντίσαμεν πώς να ενδυθώμεν και στολισθώμεν, πριν ή μεριμνήσωμεν πού να +κατοικήσωμεν και τι να φάγωμεν. Ούτω δε, κατά φυσικήν και αναπόδραστον +συνέπειαν, ελησμονήσαμεν τας αληθείς ημών βιωτικάς και εθνικάς ανάγκας, +ανάγκας ζωτικάς, ων η θεραπεία ήτο κύριος και απαραίτητος όρος της κοινωνικής +ημών ευημερίας, και αμιλλώμενοι προς τους ξένους εν τη εξάψει του +εκπολιτιστικού ημών πυρετού, εδημιουργήσαμεν εις ημάς αυτούς ανάγκας +ψευδείς, φανταστικάς, ανυπάρκτους, και κατηναλώσαμεν και καταναλίσκομεν έτι +εις πλήρωσιν αυτών το κράτιστον και κάλλιστον κεφάλαιον των εθνικών ημών +δυνάμεων.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τα επελθόντα έπρεπεν αναγκαίως να επέλθωσιν.</p> + +<p>Ανάγκαι επακταί διά δανείων μόνον θεραπεύονται.</p> + +<p>Απηξιώσαμεν να εργασθώμεν πάντες εις παρασκευήν του εθνικού ημών άρτου +διά του εθνικού ημών αλεύρου, και επροτιμήσαμεν ν' ασχοληθώμεν, ολίγοι χάριν +ολίγων, εις παρασκευήν άρτου ευρωπαϊκού δι' αλεύρου των Τριών Σίγμα, και +εζητήσαμεν την άχνην αυτήν, ήτις μας έλειπε, δάνειον παρά της Ευρώπης.</p> + +<p>Αλλά το άλευρον αυτό το ευρωπαϊκόν πόσοι το εγνώριζον, και πόσοι ηδύναντο +να το διακρίνωσιν; Ολίγοι μόλις. Οι άλλοι εδανείσθησαν πίτυρα και τα εξέλαβον +ως άχνην. Εζύμωσαν πλακούντας δυσπέπτους και τους ενόμισαν άρτον, και +ετράφησαν δι' αυτών, και τους εμάσσησαν ηδονικώτατα, χαίροντες ίσως και +εναβρυνόμενοι, ότι δεν έτρωγον το<span class="sp"> μαύρον σπιτικόν ψωμί</span> του +απολιτίστου Έλληνος, . . αυτοί οι εκ του προχείρου και τόσον ακόπως +πολιτισθέντες.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Επολιτίσθησαν ούτω κατ' αρχάς ολίγοι, ενόμισαν δηλαδή ότι επολιτίσθησαν, +και παρακολούθησαν αυτούς κατόπιν οι ασμένως πιθηκίζοντες πάντοτε το καινόν +και το στίλβον.</p> + +<p>Και εισεκομίζοντο ούτω αφθονώτερα πάντοτε τα ευρωπαϊκά άλευρα εις +Αθήνας, κ' εζυμούντο δι' αυτών ευρωπαϊκοί πλακούντες εις κατανάλωσιν του +φιλοπροόδου Έλληνος.</p> + +<p>Η ζήτησις κατά φυσικόν λόγον επετείνετο, διότι οι Έλληνες ήθελον ολόιδια μιας +να γείνωσιν Ευρωπαίοι, και η από της εσπερίας προμήθεια εσπάνιζε πολλάκις, και +το σπανίζον υπερετιμάτο.</p> + +<p>Ήλθε τότε η νοθεία επίκουρος, και τα εγχώρια πίτυρα ήρχισαν παρεισαγόμενα +εις την κατασκευήν των πλακούντων του νεοελληνικού πολιτισμού. Κατ' αρχάς +ανεμίχθησαν με τα ξένα· είτα δε βαθμηδόν και κατ' ολίγον αντικατέστησαν εκείνα +εντελώς.</p> + +<p>Πίτυρα και πίτυρα, ολίγον διέφερον αλλήλων κατά την γεύσιν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Πτωχοί, αμαθείς, άτεχνοι, χθες μόλις απαλλαγέντες του βδελυρωτάτου των +ζυγών, και φέροντες έτι — πώς άλλως; — της δουλείας τους μώλωπας επί του +κοινωνικού ημών σώματος, ελησμονήσαμεν δυστυχώς, κατ' αυτά τα πρώτα +βήματα του ελευθέρου ημών βίου, ότι πρώτον ημών καθήκον ήτο να ζήσωμεν, και +ότι προς τούτο απαραίτητον ήτο να κρατύνωμεν ημάς αυτούς διά της εργασίας, +και ν' αναρρώσωμεν διά της εγκρατείας και της φειδούς.</p> + +<p>Ορέξεις είχομεν πολλάς, και ήτο φυσικόν να τας έχωμεν, διότι χρόνους +μακρούς είχομεν πεινάσει και διψήσει εν δουλεία. Αλλ' όχι μόνον αυτάς +ηθελήσαμεν πάσας διά μιας να θεραπεύσωμεν, αλλά και νέας άλλας ησθάνθημεν +αίφνης, ως πάντες οι οψίδοξοι και οψίπλουτοι, και ωρμήσαμεν ακατάσχετοι εις +πλήρωσιν αυτών, δίκην στρατού βαρβάρων νικηφόρου, εισελαύνοντος εις +δορυάλωτον χώραν και σπεύδοντος να λεηλατήση αυτήν μέχρι του εσχάτου των +τριόδων της κάρφους, εκ φόβου μη δεν εύρη πλέον τίποτε την επαύριον.</p> + +<p>Δεν εσυλλογίσθημεν, ότι ανεβλέπομεν από τυφλότητος μακράς, και ότι το φως +το άπλετον ηδύνατο ν' αποβή ολέθριον εις την νέαν και ασθενή ημών όρασιν.</p> + +<p>Δεν εσκέφθημεν, ότι όπως απολαύσωμεν όσων ωρεγόμεθα, είχομεν πόρων +ανάγκην και πόρων πολλών, ενώ ήμεθα γυμνοί έτι από της δουλείας και +ρακένδυτοι από της βαρβαρότητος.</p> + +<p>Αντί να μεριμνήσωμεν εγκρατώς και περιεσκεμμένως περί της προχείρου +παρασκευής απερίττου ενδυμασίας, δυναμένης να καλύψη τα ριγούντα ημών +μέλη, ωνειρεύθημεν αμέσως ενδύματα πολυτελή και χρυσοποίκιλτα, ως μόνην +αναβολήν αξίαν των ενδόξων απογόνων του Περικλέους, δυναμένην +ανεπαισχύντως να επιδειχθή εις των Ευρωπαίων τα όμματα. Είχομεν, βλέπετε, να +<span class="sp"> κρατήσωμεν την θέσιν μας</span>, ως λέγει ο μωρός εκατοντάδραχμος +υπάλληλος, ο νηστεύων μήνας όλους, ίνα πληρώση, — αν πληρώση — την +μεταξωτήν εσθήτα της συζύγου του.</p> + +<p>Ούτω δε, αντί να περιορίσωμεν εξ αρχής τας ανάγκας ημών αναλόγως των +πόρων μας, ηγωνίσθημεν και αγωνιζόμεθα έτι δυστυχώς να αυξήσωμεν τους +πόρους ημών αναλόγως των αναγκών μας, και τούτων ουχί αληθών και +πραγματικών, αλλά ψευδών ως επί το πολύ και εκ μωράς συνθήκης +υπαγορευομένων.</p> + +<p>Ηθελήσαμεν και θέλομεν να φανώμεν πλούσιοι, ενώ είμεθα πτωχοί, . . . και +ζυμόνομεν άρτον με πίτυρα, διότι άλευρον δεν έχομεν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ουδ' ευρέθη τις εν μέσω του αγνώτος και απερισκέπτου πλήθους, όστις να +οδηγήση τα πρώτα του βήματα, ή να φωνήση καν εις τους προς την άβυσσον +χωρούντας τυφλούς, ότι βάραθρον χαίνει προ των ποδών των.</p> + +<p>Τουναντίον. Εκείνοι παρ' ων έπρεπεν άλλως να προσδοκάται σωτήριος τις +απόπειρα προς ανακοπήν του γεύματος, όπερ παρέσυρε τα πλήθη, εκείνοι +ακριβώς υπήρξαν οι συντελέσαντες εις αύξησιν αυτού και εξόγκωσιν.</p> + +<p>Οι μεν αυτών επέστρεφον εκ της Εσπερίας, κομίζοντες, πλην ολίγων απέπτων +και συγκεχυμένων γνώσεων, βαθυτάτην του ελληνικού βίου περιφρόνησιν και +χλεύην προς τα ήθη των πατέρων αυτών, οίτινες είχον δαπανήσει εις μόρφωσίν +των.</p> + +<p>Οι δε, όψιμοι πλέον παραφυάδες παλαιοτέρων κ' ευρωστοτέρων κορμών, +καλύπτοντες υπό αξιώσεις αμέτρους αδράνειαν γεροντικήν και παντελή βιωτικήν +εξάντλησιν, διετήρουν έτι ως κειμήλιον τας ξενοτρόπους του παρελθόντος αυτών +παραδόσεις, και ανέπτυσσον αυτάς εις ολέθριον πειρασμόν του πλήθους.</p> + +<p>Άλλοι τέλος, από παντοίων επεισάκτων αναγνωσμάτων φθειρόμενοι, και τους +νοσηρούς αυτών πόθους ως αληθείς ανάγκας υπολαμβάνοντες, σκοπόν του βίου +των προετίθεντο την εκ παντός τρόπου πλήρωσιν αυτών, εις ταύτην και μόνην +συνοψίζοντες του πολιτισμού των το ευαγγέλιον.</p> + +<p>Ούτω δε κατήρξαντο πρώτοι της ολισθηράς πορείας όσοι έπρεπε να +οδηγήσωσιν εις την ευθείαν τους πολλούς, και ηκολούθησαν εκ τούτων όσοι +υπέλαβον ότι ηδύναντο να εξισώσωσι τους πόρους αυτών προς τας δαπάνας της +νέας διαίτης, μεθ' όσης ευκολίας εξισούντο αι ορέξεις των προς τας ορέξεις των +άλλων.</p> + +<p>Ο άνθρωπος είνε μιμητής, και ο Έλλην είνε ο μιμητικώτατος των +ανθρώπων.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και δεν υπήρξε σχεδόν φάσις μία του κοινωνικού ημών βίου, καθ' ην, +λησμονούντες όλως τι ηδυνάμεθα και ωφείλομεν να πράξωμεν εξ ιδίων, να μη +εμιμήθημεν τους ξένους.</p> + +<p>Και δεν υπήρξε σχεδόν στιγμή, καθ' ην να μη ωνειρεύθημεν βοός μεγαλεία, +μικρά ημείς βατραχίδια, και να μη ηγωνίσθημεν, πάσας ημών εντείνοντες τας +δυνάμεις, να ογκωθώμεν εις μέγεθος και περιωπήν.</p> + +<p>Είνε ίσως θαύμα ότι δεν διερράγημεν ακόμη· αλλά πόσον διαρκούσι πλέον +σήμερον τα θαύματα;</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εν άλλη παλαιοτέρα εποχή, πριν έτι γείνωμεν ελεύθεροι, πρώτη και κυρία των +γονέων ημών μέριμνα ήτο να μάθωσι τα τέκνα των ελληνικά· και τα εμάνθανον +αληθώς, όσον ηδύναντο τότε να τα διδάξωσιν οι διδάσκαλοι του καιρού. Αλλά την +εποχήν εκείνην διεδέχθη εποχή πολιτισμού, και αι υποχρεώσεις, ας εφαντάσθημεν +ότι επέβαλεν ημίν η τροπή των χρόνων, ήσαν φοβεραί και μεγάλαι. Τι να τα +κάμωμεν πλέον τα ελληνικά; Τι να κάμωμεν τον υγιά και άγιον των πατέρων υμών +άρτον, δι' ου εν χρόνοις δουλείας και σκότους περιέσωσαν εκείνοι από του +κατακλυσμού την εθνικότητα αυτών και ημών; Ήτο πλέον δυνατόν να ζήσωμεν +χωρίς γαλλικά;</p> + +<p>Ενομίσαμεν ούτω απαραίτητον, όπως αποδειχθώμεν άξιοι της περιβλέπτου +θέσεως ην εκλήρου ημίν η θεία πρόνοια, να μάθωμεν γαλλικά, πριν ή διδαχθώμεν +την πατρικήν ημών γλώσσαν. Και παρεδώκαμεν επί τούτω τα τέκνα ημών, από +νεαράς αυτών ηλικίας, εις ξένας παιδαγωγούς, ων αι πλείσται πάντη αλλοίαν +έχουσιν ως εκ του παρελθόντος αυτών την ειδικότητα, και ερυθριώμεν σχεδόν εξ +υπερηφανείας, όταν τα ακούωμεν στρεβλούντα μετά πολλών μορφασμών ολίγας +γαλλικάς λέξεις, και υπολαμβάνομεν εαυτούς αληθώς ευδαίμονας, οσάκις τα +βλέπομεν κρατούντα γαλλικόν βιβλίον, όπερ ως επί το πλείστον είνε +μυθιστόρημα.</p> + +<p>Και έχομεν πλήρη και αδιάσειστον την πεποίθησιν, ότι δίδομεν τοιουτοτρόπως +καλήν ανατροφήν εις την νέαν γενεάν.</p> + +<p>Δεν είνε τούτο άρτος πιτυρίτης, και χειρίστης μάλιστα πoιότητος;</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Παρατηρήσατε εις τας οδούς και τας πλατείας των Αθηνών τον κομψόν εκείνον +νεανίσκον, όστις υπό τα στενά του ενδύματα φαίνεται ως αλεξιβρόχιον εντός της +θήκης του. Δεν θα δυσκολευθήτε να τον εύρετε, διότι είνε πολλοί και ομοιάζουν +όλοι απαράλλακτα. Είνε υιός καλής οικογενείας, ήτις αφού μάτην εδαπάνησεν +εκούσα εις εκπαίδευσίν του, δαπανά σήμερον άκουσα εις ενδυμασίαν αυτού και +διασκέδασιν. Αν είχε το ευτύχημα να γεννηθή εις χρόνους παλαιούς, θα +επεμελείτο χαίρων των πατρικών κτημάτων, θα εφρόντιζε περί ευρέσεως +τελειοτέρου τινος λιπάσματος, και θα προσεπάθει ν' αυξήση το ετήσιον από γης +εισόδημά του. Σήμερον πράττει άλλως, διότι άλλως ανετράφη. Τρώγει, μόνος +αυτός, την μείζονα μερίδα της πατρικής προσόδου, και προεξοφλεί το υπόλοιπον +εις τους τοκογλύφους. Αριστεί ως επί το πλείστον εν τω ξενοδοχείω, διότι ευρίσκει +πενιχράν την εν οίκω τράπεζαν, παίζει θαυμάσια σφαιριστήριον, ομιλεί περί των +πολιτικών πραγμάτων της Ευρώπης μεταξύ ενός καφέ και ενός κονιάκ, τρέφει +βαθυτάτην περιφρόνησιν προς οιουδήποτε είδους εργασίαν, και ονειρεύεται +διπλωματικήν τινα θέσιν, ανάλογον των ολίγων σολοίκων γαλλικών φράσεων, δ' +ων καρυκεύει την ομιλίαν του.</p> + +<p>Πιτυρίτης και αυτός, και πιτυρίτης αφθονότατος σήμερον εν τη Αθηναϊκή +αγορά.</p> + +<p>Η αγαθή αυτή κυρία, ήτις φοιτά τακτικώτατα εις τας παραστάσεις του εν +Φαλήρω γαλλικού θεάτρου — χωρίς να γνωρίζη γαλλικά — μετά της θυγατρός της, +ήτις γνωρίζει τόσα μόνον, ώστε να εννοή τας σεμνάς χειρονομίας των ηθοποιών, +πιτυρίτην άρτον τρώγει και αυτή.</p> + +<p>Πόθος της ενδόμυχος — ιερός και άγιος πόθος μητρός — είνε να νυμφεύση την +κόρην της. Δεν θέλει όμως όσους την θέλουν. Έχει ιδέας μεγάλας. Αυτή θέλει +πλούσιον τον γαμβρόν, και η κόρη της τον θέλει κομψόν. Εκείνη τον θέλει από +γένος, και η κόρη της τον θέλει με θέσιν κοινωνικήν. Φαντάζεται η καλή μήτηρ ότι +του είδους αυτού οι νυμφίοι ψαρεύονται ευκόλως όπου συνάζεται ο καλός +κόσμος, και ότι δέλεαρ άπταιστον και ασφαλές είνε οι καλοί τρόποι. Τι δε εννοεί +καλούς τρόπους μανθάνει τις ευκόλως, παρατηρών επί τινας στιγμάς το ήθος της +κόρης και την αναβολήν αυτής, ακούων τους λόγους της οίτινες οφθονούσι, και +παρακολουθών τα βλέμματά της τα αεικίνητα. Πάντα ταύτα η μήτηρ της τα +εδίδαξεν. Έπεισε την κόρην, ότι θα εφαίνετο βλαξ αν ήτο σεμνοτέρα, και θα +υπελαμβάνετο εντελώς αμόρφωτος, αν ελάλει ολιγώτερα και σωφρονέστερα.</p> + +<p>Τον χειμώνα δέχονται το βράδυ και φιλεύουσι τους προσκεκλημένους τέιον και +πλακούντια, άτινα πληρόνονται πολλάκις εκ του υστερήματος του στομάχου των, η +δε κόρη γυμνάζεται εις την αλιείαν.</p> + +<p>Το δίκτυόν της δεν συνέλαβεν ακόμη τίποτε, και ο γέρων πατήρ της — ωρίμου +πείρας άνθρωπος — εκφράζει πολλούς δισταγμούς περί της αποτελεσματικότητος +της μητρικής μεθόδου.</p> + +<p>Αλλά τις τον ακούει! Όταν ομιλή, μήτηρ και θυγάτηρ ανταλλάσσουσι βλέμματα +πολυσήμαντα, και όταν απέρχεται, γελώσιν ενίοτε εις βάρος του.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο οψοπώλης μου και ο κουρεύς σας και ο ράπτης του φίλου σας ήσαν έντιμοι +άνθρωποι, ζώντες ανέτως από του έργου των και τρώγοντες εγχώριον άρτον από +εγχωρίων αλεύρων. Ολίγα εκέρδαινον από της εργασίας αυτών, αλλά τα κέρδη των +ήσαν προϊόν ιδρώτος και κόπων, και η εξ αυτών αυτάρκης απόλαυσις είχε την +άρρητον εκείνην γλυκύτητα, ην παρέχει η εσπερινή ανάπαυσις μετά ημερήσιον +μόχθον. Αλλ' ο γείτων αυτών ο υποδηματοποιός έκλεισε μίαν ημέραν το +εργαστήριόν του, και φήμη διέτρεξε την γειτονίαν ότι επλούτησεν αίφνης από τας +μετοχάς. Οι γείτονες ηρώτησαν, έμαθον τας λεπτομερείας, και εσκέφθησαν +φυσικότατα ότι πολύ ανόητοι ήσαν να κοπιώσιν ημέρας και νυκτός δι' έν τεμάχιον +άρτου, ενώ το χρηματιστήριον ήνοιγεν εκεί πλησίον τας αγκάλας του. Ο δρόμος +ήτο εύκολος, γνωστός και πλήθων κόσμου. Ηκολούθησαν το πλήθος. +Εφαντάσθησαν και αυτοί — τις δεν το εφαντάσθη; — ότι προχειρότατον ήτο να +τραφώσι μαγειρεύοντες αέρα και ακοπώτατον να πλουτήσωσιν από μηδενικών. Ο +πρώτος αυτών πλους διά του πελάγους των χαρτίνων εκατομμυρίων υπήρξεν +αίσιος, και ο πρώτος πιτυρίτης άρτος τον οποίον εμάσσησαν εφάνη εις αυτούς του +γλυκυτέρου πλακούντος γλυκύτερος. Τι βλάκες ήσαν τόσον καιρόν! Ήλλαξαν έξεις, +και αντί να πίνωσιν, ως άλλοτε, τον καφέν και τον ναργιλέν των εις το μικρόν +γειτονικόν των καφενείου, κατά την μεσημβρινήν της εργασίας των ανάπαυλαν, +εφοίτησαν εις του Χαραμή, ανέγνωσαν εφημερίδας και συνεζήτησαν περί των +ενδεχομένων αποτελεσμάτων της εν Τσερνιέβιτς συνεντεύξεως των τριών +αυτοκρατόρων. </p> + +<p>Αλλά δυστυχώς . . . </p> + +<p>Ας συμπληρώση ο αναγνώστης την φράσιν. Το πράγμα είνε ευκολώτατον +σήμερον, ότε γενική σχεδόν πάντων ασχολία είνε η απόδοσις του φοβερού αυτού +α λ λ ά.</p> + +<p> +Το κακόν είνε ότι οι αγαθοί εκείνοι άνθρωποι απέμαθον πλέον να εργάζωνται, και +περιφέρονται ακόμη, αληθή κ α μ ό ν τ ω ν είδωλα, εις τας παρόδους του +χρηματιστηρίου, ονειρευόμενοι ενίοτε το παρελθόν, και πλάττοντες πάντοτε +πιτυρίτην άρτον διά της φαντασίας των.</p> + +<p>Και όμως αυξάνουσιν ολονέν τα πίτυρα εν Αθήναις.</p> + +<p>Χθες έτι μόλις ενέσκηψεν ως τυφών επί τας κεφαλάς ημών το άκουσμα του +βουλγαρικού τολμήματος, ούτινος κατά μέγα μέρος είμεθα ημείς πρώτοι +συνένοχοι· διότι επί μακρόν χρόνον εφαντάσθημεν, — ίσως δε το φανταζόμεθα +και σήμερον ακόμη — ότι το ασφαλέστερον μέσον προς ενίσχυσιν και προαγωγήν +του ελληνισμού εν Μακεδονία και Θράκη είνε να στέλλωμεν αποφοίτους τινάς του +Αρσακείου εις νηπιαγώγησιν των βουλγαροφώνων ελληνοπαίδων, — ούτως +αποκαλούμεν συγκαταβαίνοντες τους βουλγαρόπαιδας, — να γράφωμεν χαρτία +πολλά και υπομνήματα προς διεκδίκησιν των εν Μακεδονία προπατορικών ημών +δικαιωμάτων, και να ζητώμεν εθνικούς εράνους, όπως εκτυπώσωμεν εις μυριάδας +αντιτύπων τας εικόνας του μεγάλου Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλους, και +διανείμωμεν αυτάς εις τους κατοίκους της, προς αναρρίπισιν εθνικού φρονήματος. +Διά τοιούτων μωρών πιτύρων εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να +παρασκευάσωμεν ελληνικόν άρτον εν Μακεδονία. Διά τοιούτων πιτύρων +υπεθέσαμεν και σήμερον έτι εν τω αφελεί ημών ενθουσιασμώ, ότι ήτο δυνατόν να +εξορκίσωμεν τον κίνδυνον και να αποτρέψωμεν την καταιγίδα. Οι βυζαντηνοί +έκαμνον λειτουργίας· ημείς κάμνομεν συλλαλητήρια. Οι βυζαντηνοί συνέτασσον +τροπάρια· ημείς συντάσσομεν ψηφίσματα. Συναζόμεθα το εσπέρας, +επιστρέφοντες από του περιπάτου, περίεργοι και μη περίεργοι, περί την εξέδραν +της μουσικής. Διώκομεν τους μουσικούς και ανάπτομεν αυθαιρέτως τους φανούς, +πραξικοπούντες και ημείς εν μικρώ, ως λαός ενθουσιώδης εννοών να υποτάξη τα +πάντα εις τον πατριωτικόν αυτού πυρετόν, και . . . χαίνομεν έπειτα προς τους +λόγους του πρώτου τυχόντος υπαιθρίου ρήτορος, όστις μας διαβεβαιοί, εν πάση +σπουδαιότητητι και κατανύξει, ότι ο θεός και η πατρίς και η συνείδησίς του +παρήγγειλαν εις αυτόν να υπομνήση τους Έλληνας, ότι η Μακεδονία είνε χώρα +ελληνική. Χειροκροτούμεν έξαλλοι εκ πατριωτισμού — τι άλλο να κάμωμεν; — +ψηφίζομεν έπειτα ψηφίσματα φλογερά, διατρέχομεν τας οδούς εν φωναίς και +σημαίαις, και την επαύριον αρχίζομεν πάλιν τα ίδια, και αι επαρχίαι μας +μιμούνται, και φρονούμεν αδιστάκτως, ότι η Ευρώπη αδύνατον είνε να μη λάβη +υπ' όψιν τα ελληνικά συλλαλητήρια. Αν δε τυχόν εν ώρα μικροψυχίας διστάσωμεν +επί στιγμήν περί της εντυπώσεως, ην δύνανται να παραγάγωσιν εν Ευρώπη τα +πατριωτικά ημών ψηφίσματα, εύκολον πρόκειται και πρόχειρον του δισταγμού +ημών το ιατρικόν. Στέλλομεν τους υπαιθρίους ημών ρήτορας αποστόλους του +ελληνισμού εις την Εσπερίαν, και αναμένομεν εν ιλαρά προσδοκία την άφθονον +συγκομιδήν ευρωπαϊκών συμπαθειών, απαράλλακτα ως οι επίτροποι των +εκκλησιών αναμένουσι προ του παγκαρίου των τα διά των δίσκων +περισυναγόμενα κέρματα των πιστών.</p> + +<p>Δεν είνε πιτυρίτης και αυτός;</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' αρκεί.</p> + +<p>Όπου και αν στρέψη τις κύκλω βλέμμα παρατηρητικόν, πανταχού σχεδόν θα +απαντήση μικρόν ή μέγα εργαστήριον παρασκευάζον άρτον εκ πιτύρων, πανταχού +θα ίδη μικράν ή μέγα οπτανείον, μαγειρεύον το ψεύδος ίνα κενώση αυτό ως +αλήθειαν. Αδύνατον είνε να τ' αριθμήση τις όλα· τι δ' άλλως ήθελεν ωφελήσει και +η απαρίθμησις; Να προφυλάξη τους καταναλωτάς; αλλ' οι πλείστοι των +καταναλωτών τούτο ιδίως θέλουσι· να σιτίζωνται αέρα και να φαίνωνται +τρώγοντες ουσίαν, να ενδύωνται ψεύδος και να υπολαμβάνωνται περιβεβλημένοι +αλήθειαν. Μήπως κ' εξ αυτών οι πλείστοι δεν παράγουσι πιτυρίτην, όπου και όπως +έκαστος δύναται; Μη δεν είνε και μένει και θα μένη πάντοτε η ελληνικωτάτη των +παροιμιών:<span class="sp"> Γέλα με να σε γελώ</span>;</p> + +<p>Πομφόλυγες στιλπναί και μεγάλαι, φυσώμεναι καθ' εκάστην υπό της ιδίας +ημών μωρίας, αντιπαρερχόμεθα αλλήλους εν ταις οδοίς και ταις τριόδοις, και +θαυμαζόμεθα, και φθονούμεν αι μικρότεραι τας μεγαλειτέρας.</p> + +<p>Ενίοτε πνέει αίφνης ο άνεμος, και διαρρήγνυνται μερικαί και γελώσιν αι άλλαι. +Το δε τέλος;</p> + +<p>Το αγνοώ, αλλά το εύχομαι. Έστω οιονδήποτε.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΣΕΛΛΗΝΕΣ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn14' id='ref14'>14</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<h4> +Α'.<br /></h4> + +<p>Αι δύο αύται λέξεις, και αι έννοιαι ας εκφράζουσιν, αποτελούσιν αναντιρρήτως +εν των περιεργοτέρων φαινομένων εν τω βίω της νεωτέρας Ελλάδος.</p> + +<p>Δεν γνωρίζω, αλλ' αμφιβάλλω ειλικρινώς, αν υπάρχει έθνος εκ των συγχρόνων +οίον δήποτε, όπερ να διήρεσε πάντας σχεδόν τους αλλοεθνείς εις τας δύο ταύτας +κατηγορίας, και κατατάσσον έκαστον εις μίαν εξ αυτών να παρεδέχθη, ότι +αδύνατον είνε να υπάρχη ξένος οίος δήποτε, όστις να μη ήνε φίλος του ένθερμος +και φανατικός ή εχθρός του θανάσιμος. Και σημειωτέον ότι αι απλαί αύται και +άκακοι λέξεις<span class="sp"> φίλος και εχθρός</span> ουδόλως αποδίδουσι την ειδικήν εκείνην +έννοιαν, ην συνδέομεν ημείς οι νεώτεροι Έλληνες προς τας πολυσημάντους και +βαρείας λέξεις<span class="sp"> φιλέλλην</span> και<span class="sp"> μισέλλην</span>, ας και εδημιουργήσαμεν, βλέπετε, +επίτηδες προς έκφρασιν του πράγματος.</p> + +<p>Εδημιουργήσαμεν, είπον, καίτοι εύρομεν αληθώς τας λέξεις ετοίμους εν τη +γλώσση, από των κλασικών ήδη χρόνων πλασθείσας υπό των ημετέρων προγόνων. +Αλλά μετεχειρίζοντο άρα γε και εκείνοι τους όρους αυτούς, όπου και όπως +εφαρμόζομεν ημείς αυτούς σήμερον; Ήτο άραγε ο πρώτος αυτών φιλέλλην Άμασις +και ο πρώτος των μισέλλην Τισαφέρνης ό,τι είνε οι σημερινοί φιλέλληνες και +μισέλληνες; Αληθεύει και επί του προκειμένου ό,τι έλεγέ ποτε γάλλος τις +πρόξενος εις τον λόρδον Βύρωνα, ότι δηλαδή είμεθα πάντοτε la mê +me canaille que +temps de Périclès; Καλή ή κακή, θα ήτο παρηγορία όπως δήποτε, αν ηλήθευεν η +ρήσις. Αλλ' έχω, το κατ' εμέ, πολλούς περί τούτου δισταγμούς· φρονώ δε μάλλον, +ότι παραλαβόντες τας λέξεις εκείνας, παρελάβομεν αυτάς ως και τόσας άλλας, +μεταβαλόντες το νόημά των. Εδημιουργήσαμεν νέας εννοίας και τας ενεδύσαμεν +διά των παλαιών λέξεων. Πόσον δε νέαι αληθώς και ειδικαί και πάντη άσχετοι +προς την γραμματικήν των λέξεων σημασίαν είνε αι έννοιαι ας αποδίδομεν εις +αυτάς οι νεώτεροι Έλληνες, θέλει αμέσως μετ' ολίγον καταδειχθή. Ας μείνωμεν +λοιπόν και των λέξεων δημιουργοί. Δεν βλάπτει.</p> + +<p>Ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Άγγλοι, ούτε οι Γερμανοί, ούτε αυτοί οι Ιταλοί οι +πλείστην έχοντες προς ημάς ομοιότητα, έχουσιν εν τη γλώσση αυτών λέξεις +ανάλογους προς τας λέξεις εκείνας, διά τον απλούστατον λόγον, ότι ουδέποτε +συνέλαβον τας εννοίας, αίτινες ήθελον υπαγορεύσει την δημιουργίαν των λέξεων. +Διακρίνουσι βεβαίως μεταξύ των ξένων τους ορθώς ή εσφαλμένως περί αυτών +κρίνοντας, τους μάλλον ή ήττον γνωρίζοντας τα κατ' αυτούς, τους πλειότερον ή +ολιγώτερον ασχολουμένους εις τα του βίου των υφ' οιανδήποτε έποψιν, πολιτικήν, +φιλολογικήν ή άλλην. Αλλ' ουδέποτε όμως διενοήθησαν να χωρίσωσι τους ξένους +εις δύο μεγάλας τάξεις, να ορύξωσι τάφρον μεταξύ αυτών, και ν' απονείμωσιν εις +τούτους μεν τιμητικάς εις εκείνους δε ονειδιστικάς προσωνυμίας. Ουδέν ποτε +έθνος, πλην του νεωτέρου ελληνικού, εθεώρησε τους ξένους ως μη δυναμένους να +κριθώσιν άλλως ή κατ' αναφοράν προς αυτό και μόνον, ως ει αυτό κατ' εξοχήν +απετέλει το κέντρον του πλανητικού συστήματος των εθνών. </p> + +<p>Αλλά διατί λοιπόν πράττομεν τούτο ημείς; </p> + +<p>Διατί κατηντήσαμεν σήμερον, από ετών τελειοποιούμενοι, εις το αναντιρρήτως +κωμικόν σημείον να μη ακούωμεν όνομα ξένου προφερόμενον, χωρίς να +ερωτώμεν αμέσως αν είνε φιλέλλην, και να χαρακτηρίζωμεν αυτόν μισέλληνα εν +περιπτώσει αποφατικής απαντήσεως;</p> + +<p>Υπολαμβάνομεν άρα γε ημάς αυτούς τοσούτον μεγάλους και σημαντικούς, +ώστε να υποθέτωμεν ότι αδύνατον είνε να υπάρχωσι και άνθρωποι +αδιαφορούντες περί ημών; Ή μη τυχόν ομοιάζομεν τους παροδίους εκείνους +επαίτας, τους τείνοντας διαρκώς την χείρα προς τους διαβάτας, και διακρίνοντας +φυσικώ τω λόγω ολόκληρον το ανθρώπινον γένος εις δύο μόνον μεγάλας τάξεις, +εις δίδοντας και μη δίδοντας;</p> + +<p>Ηδύνατό τις ίσως να πιστεύση το δεύτερον μάλλον ή το πρώτον· αλλ' +ασφαλέστερον και ορθότερον, πάντως δε πατριωτικώτερον νομίζω να παραδεχθή +τις αμφότερα τα κατ' επιφάνειαν τοσούτον δυσσυμβίβαστα φαινόμενα μέρη του +διλήμματος. Ολίγοι τάχα είνε οι μεγάλην μεν και επιβάλλουσαν έχοντες την +αναβολήν, επαιτικόν δε κατά βάθος το φρόνημα; Μήπως δεν έχομεν και λέξιν +ελληνικήν, την<span class="sp"> πτωχαλαζονείαν</span>, θαυμασίως εκφράζουσαν τον περίεργον +αυτόν σύνδεσμον εννοιών τοσούτον αντιθέτων, και αμετάφραστον εις οιανδήποτε +ξένην γλώσσαν;</p> + +<p>Αλλά περί της νεοελληνικής πτωχαλαζονείας άλλοτε και ευκαιρότερον +πλείονα.</p> + +<p>Επί του παρόντος τούτο και μόνον αρκεί να σημειωθή, εις εξήγησιν της +εθνολογικής ημών εκείνης ιδιοσυγκρασίας, περί ης έλεγον εν αρχή των γραμμών +τούτων· ότι, μη παραδεχόμενοι δυνατήν την ύπαρξιν ξένου οιουδήποτε, πλην των +φιλελλήνων ή μισελλήνων, και επαιτούμεν χωρίς να το αισθανώμεθα, και +κομπούμεθα εις όγκον, ούτινος ουδ' η σκιά καν μας προσήκει.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Πριν ή δε προχωρήσω εξετάζων το νοσολογικόν τούτο φαινόμενον του +νεωτέρου ελληνισμού, — διότι νόσος αληθώς πρέπει τούτο να κληθή — ανάγκην +απαραίτητον αισθάνομαι να εξαιρέσω ευθύς εν αρχή του πολυαρίθμου τάγματος +των νεοτευχών φιλελλήνων, ους εδημιουργήσαμεν οι νεώτεροι Έλληνες εις +θεραπείαν ημών αυτών, την σεμνήν εκείνην χορείαν των ευγενών ξένων, οίτινες +δραμόντες από περάτων του κόσμου εις αρωγήν της αγωνιζομένης ημών +ελευθερίας, εβάπτισαν αυτοί εαυτούς φιλέλληνας εν αίματι και πυρίτιδι, και +έσπειραν προ εξήκοντα ετών τα οστά των εν Πέτα και Χαϊδαρίω, εν Καρύστω και +Καματερώ. Ιερά έστω αυτών η μνήμη, και εύφημον εις αιώνας το όνομα!</p> + +<p>Αλλ' άλλοι τότε ήσαν οι καιροί, και πολύ έκτοτε μετεβλήθησαν.</p> + +<p>Τότε εφονεύετο εν Σφακτηρία ο Σάντα Ρόζας και έθνησκεν ο Νόρμαν εν +Μεσολογγίω. Σήμερον. . . . </p> + +<p>Αλλά μη προτρέχωμεν.</p> + +<p>Οι σημερινοί φιλέλληνες, εκείνοι δηλαδή ους ημείς ούτω καλούμεν, +διαφέρουσι πολύ των παλαιών, περί ων κυρίως ο σοφός μου φίλος κ. +Κουμανούδης τοσαύτα εχαριτολόγησεν άλλοτε εν τω Αθηναίω. Εκείνους έπλαττε +φιλέλληνας αληθείς η αληθινή των προς την Ελλάδα αγάπη, και την προσωνυμίαν +των ταύτην, ην μόνοι των αυτοί ελάμβανον εν υπερηφανεία, εκύρουν μεν +περιφανώς τα έργα αυτών, εταμειεύομεν δ' ημείς κατόπιν ευγνώμονες εν τη +ημετέρα καρδία. Ήσαν εκείνοι φαινόμενα επί του πολιτικού ορίζοντος της +ποιητικής εποχής της παλινορθώσεως, ούτινος η αίγλη ωχράνθη μικράν κατά +μικρόν, και εσβέσθη τέλος μετά της σεμνής κορυφής του φαεινότατου αυτής +αντιπροσώπου, του Βίκτωρος Ουγώ. Ήσαν ούτως ειπείν αυτοχειροτόνητοι +μεσαιωνικοί ιππόται, στρατεύοντες πάνοπλοι εις ανόρθωσιν της αδικίας και +προστασίαν των τυραννουμένων, διότι ήσαν τότε καιροί, καθ' ους υπήρχον και +άνθρωποι αισθανόμενοι την ανάγκην ταύτην.</p> + +<p>Τους σημερινούς όμως φιλέλληνας, τους ακόπους φιλέλληνας των εφημερίδων +και των περιηγήσεων, τους δημιουργούμεν ημείς ως επί το πλείστον· ημείς τους +βαπτίζομεν, και ημείς επί τέλους, διά του υπουργείου των Εξωτερικών, τους +χειροτονούμεν και ιππότας.</p> + +<p>Ουδόλως απίθανον, πιθανώτατον δε μάλιστα είνε, ότι οι παλαιοί εκείνοι, οι +αφιλοκερδείς, οι πλήρεις ποιητικού ενθουσιασμού και γενναίων αισθημάτων φίλοι +της Ελλάδος, παρήγαγον βαθμηδόν την φυλήν των σημερινών φιλελλήνων· αλλ' +εξεφυλίσθη κατά μικρόν το είδος από γενεάς εις γενεάν, και οι σήμερον ούτω +καλούμενοι είνε επίγονοι αληθείς, ως επίγονοι είμεθα ημείς των παλαιών εκείνων +ανδρών της μεγάλης εποχής του μεγάλου ημών αγώνος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τους φιλέλληνας της σήμερον δημιουργούμεν, ως προέλεγον, ημείς αυτοί ως +επί το πλείστον, κατά φυσικήν και αναπόδραστον ανάγκην της νοσηράς ημών +εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Ημείς αυτοί δημιουργούμεν και τους μισέλληνας. Οι +πλείστοι και τούτων και εκείνων ουδ' ενόησαν ίσως ουδέ συνησθάνθησαν την +ιδιότητα, ην απεδώκαμεν ημείς εκάστοτε εις αυτούς, πριν ή μάθωσιν εξ ελληνικής +φήμης τας υπό της δημοσιογραφίας ημών διασαλπισθείσας αρετάς των, ή τας +κακίας όσας εφορτώσαμεν εις την ράχιν των. Πολλοί δε και ηπόρησαν ίσως +βαθυτάτην απορίαν, ακούσαντες τους πανηγυρισμούς ημών ή ονειδισμούς, και +ηρώτησαν εαυτούς, τι αγαθόν άρα ή κακόν εποίησαν, όπως αξιωθώσι τοσούτου +πάταγου τα ονόματά των, συνειδότες οι ταλαίπωροι, ότι δεν</p> + +<p class="poem"> + + mérité +ni cet excès d' honneur ni cette indignité.</p> + +<p>Aλλά τι ταύτα προς ημάς; Hμείς είχομεν και έχομεν απαραίτητον ανάγκην +φίλων και εχθρών, και τους πλάττομεν και τους φανταζόμεθα οσάκις μας +λείπουσιν, ως οι μικρομέγαλοι εκείνοι άνθρωποι, οίτινες ονειρεύονται παντού +προστάτας και πάτρωνας και υπερασπιστάς και φίλους, και τόσον σπουδαίως +κατορθόνουσιν επί τέλους να πείσωσιν εαυτούς περί της αληθείας των ονείρων +των, ώστε υπολαμβάνουσιν εχθρούς των ασπόνδους πάντας τους οπωσδήποτε +αγνοούντας αυτούς. Ότι είμεθα και ημείς μικροί, ουδείς δύναται ν' αμφισβητήση, +ουδ' αυτοί οι αισιοδοξότατοι του ελληνισμού υμνογράφοι. Αλλ' ουδ' έγκλημα είνε +τούτο, ουδ' αμάρτημα καν· ατύχημα μόνον. Το κακόν είνε ότι είμεθα μικροί και +φανταζόμεθα ότι είμεθα μεγάλοι, το δε χείριστον ότι έχομεν πάσας τας κακίας της +αληθούς ημών μικρότητος και της ψευδούς ημών μεγαλειότητος.</p> + +<p>Του λυπηρού δε τούτου κράματος αποτέλεσμα υπήρξε και υπάρχει η περί των +ξένων πάντων γενική ημών γνώμη, η διαιρέσασα αυτούς εις ποίμνην προβάτων και +ποίμνην αιγών, εις τάγμα φιλελλήνων και τάγμα μισελλήνων.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τίνες δε και ποίοι είνε οι σημερινοί φιλέλληνες;</p> + +<p>Ας εξετάσωμεν το πράγμα λεπτομερέστερον, εξαιρούντες, εννοείται, της +μεγάλης αυτών στρατιάς, — διότι μεγάλην και πολυάριθμον έπλασεν αυτήν +πάντοτε και πλάττει και σήμερον έτι η εθνική ημών φιλοτιμία — τους σπανίους +εκείνους και αληθείς της Ελλάδος φίλους, τους αγαπήσαντας τα άξια ημών αγάπης +και κατακρίναντας τα άξια κατακρίσεως, τους προμαχήσαντας ημών εν δικαίω +αλλά και παραινέσαντας και επιτιμήσαντας ημάς μωραίνοντας. Ούτοι +εσπούδασαν και εγνώρισαν ημάς, και την αλήθειαν λαλήσαντες, αυτής μάλλον ή +υμών υπήρξαν φίλοι. Αν δ' επρόκειτο να υποστώσι τον νεοελληνικόν βάπτισμα, +μισέλληνας μάλλον ή φιλέλληνας θα τους εκάλουν οι περί την κολυμβήθραν +ετοίμους ορέγοντες τας χείρας πολυάριθμοι ανάδοχοι, ων τα ευγενή στήθη +επινέμεται ακοίμητον το άγιον πυρ του νεοελληνικού πατριωτισμού.</p> + +<p>Φιλέλληνες σήμερον είνε, ή κάλλιον και ορθότερον ειπείν φιλέλληνες σήμερον +καλούνται παρ' ημών οι γράφοντες και δημοσιεύοντες εν τω ευρωπαϊκώ τύπω +άρθρα οιαδήποτε και οσαδήποτε υπέρ Ελλάδος· οι εξυμνούντες τας προπατορικάς +ημών αρετάς, εξηγούντες δε και δικαιολογούντες τας απογονικάς ημών κακίας — +όσας γνωρίζουσιν· οι εκ μικράς ή μεγάλης εν Ελλάδι διαμονής, πολλάκις δε και +από του μαλακού κλιντήρος του σπουδαστηρίου των, θαυμάσαντες τας ποικίλας +αποχρώσεις του αττικού ορίζοντος περί ηλίου δυσμάς, και του Παρθενώνος τα +χρυσίζοντα ερείπια και την φωταυγή διαφάνειαν της αθηναϊκής ατμοσφαίρας· οι +ανακηρύξαντες καταπληκτικάς και μονονού θαύματος αποτέλεσμα τας κοινωνικάς +προόδους της νέας Ελλάδος· οι αφειδώς σπαταλήσαντες πάντα του λεξιλογίου +αυτών τα κοσμητικά επίθετα υπέρ παντός Έλληνος ποτίσαντος αυτούς εν κύπελλον +τεΐου· οι ετοίμως χειροκροτήσαντες και ακόπως πανηγυρίσαντες όσα ουδέποτε +ανέγνωσαν νεοελληνικά συγγράμματα· οι επιχειρήσαντες τέλος να γράψωσι περί +των καθ' ημάς πολιτικών ή κοινωνικών ή φιλολογικών πραγμάτων, χωρίς να +γνωρίζωσι καν την γλώσσαν ημών, μόνον δε και μόνον όπως καύσωσιν ολίγον και +ευθηνόν θυμίαμα υπό την ρίνα των νεολληνικών Σαλμωνέων, και ευφημηθώσιν +έπειτα υπ' αυτών, προθύμως ανταποδιδόντων τα ίσα.</p> + +<p>Πόσων εκ τούτων τα ονόματα, δημοτικώτατα παρ' ημίν και κοσμούμενα καθ' +εκάστην υπό των εφημερίδων διά των ευηχοτάτων του ελληνικού λεξικού +επιθέτων, εισίν άγνωστα σχεδόν εν τη ιδία αυτών χώρα! Πόσοι των υμνητών μας +εκείνων εξέλεξαν ως φιλολογικόν των αγρόν την νέαν Ελλάδα και τους νέους +Έλληνας, μόνον και μόνον διότι ηδύναντο να γράφωσιν ό,τι ήθελον περί +πραγμάτων αγνώστων εις τους αναγνώστας των, και να πιστεύωνται μεν υπ' +εκείνων παραδοξολογούντες, να πιστεύωνται δε και υφ' ημών κολακεύοντες; +Μηδένα τούτο ξενίση. Η νέα Ελλάς είνε και σήμερον έτι, μ' όσα και αν εγράφησαν +περί αυτής, ή μάλλον διότι τόσα περί αυτής εγράφησαν, χώρα άγνωστος εις τους +Ευρωπαίους. Υπάρχουσιν εξ αυτών πολλοί, απολαμβάνοντες τον τόπον ημών +αποτελούντα μέρος της άκρας Ανατολής (Extrême Orient), άλλοι νομίζοντες ότι η +Ελλάς είνε ακόμη μέρος της Τουρκίας, και άλλοι πεποίθησιν έχοντες αδιάσειστον, +ότι οι νέοι Έλληνες τρώγουσιν έτι διά των δακτύλων. Ήκουσα εν τη Εσπερία, +ανθρώπους ερωτώντας με αν αι οικίαι ημών έχουσι παράθυρα, και είδον εν +Αθήναις ξένους απορούντας ότι αι γυναίκες εξέρχονται ακωλύτως εις περίπατον. +Ουδέν επομένως άπορον, ότι πιστεύονται ως επί το πολύ οι ο,τιδήποτε περί ημών +γράφοντες ξένοι, και ότι τόσον ημείς τιμώμεν και ευλογούμεν τους υπέρ ημών +γράφοντας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και τι δεν εγράφη υπέρ ημών κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους! Αν από +χρόνου ήδη μακρού δεν είχομεν απομάθει</p> + +<p class="poem"> <i> +τον υπό βλεφάροις<br /> +φοίνικ' ερύθημα προσώπου,</i></p> + +<p>ως λέγει που ο Ευριπίδης, βαθείαν και οχληροτάτην έπρεπε να αισθανώμεθα +εντροπήν, αναγινώσκοντες όσους ετόλμησαν και τολμώσιν έτι να γράφωσιν αίνους +εις δόξαν ημών οι της Εσπερίας φιλέλληνες. Αλλ' ημείς ομοιάζομεν δυστυχώς τας +ασχήμους εκείνας και ερωτοτρόπους γυναίκας, αίτινες ου μόνον ευκόλως +πιστεύουσιν ότι είνε Ασπασίαι και Αφροδίται, όταν ακούωσι τούτο λεγόμενον υπό +των μαλακοκολάκων, αλλά και θαυμάζουσιν ενδομύχως τους λέγοντας, ως +ανθρώπους λεπτήν έχοντας την καλαισθησίαν και άπταιστον την παρατήρησιν. Η +άκομψος και σκαιά κολακεία είνε προς τους νοήμονας πολύ πολλάκις +επαχθεστέρα του ψόγου και της κατακρίσεως. Υπάρχουσιν όμως ρώθωνες, — και +τοιούτους έχουσι δυστυχώς αι ρίνες αι νεοελληνικαί — οι ευαρέστως +οσφραινόμενοι και αυτής της χονδροειδεστάτης κολακείας το πυκνόν και +ασφυκτικόν θυμίαμα, χωρίς καν να πταρνίζωνται, πλήρη δε και αδιάσειστον +έχοντες την πεποίθησιν, ότι ο υπ' αυτούς καιόμενος λίβανος είνε προσήκων και +οφειλόμενος φόρος εις το τηλαυγές πρόσωπον, ούτινος έχουσι και αυτοί την τιμήν +ν' αποτελώσι μέρος.</p> + +<p>Οι ρώθωνες δε ημών ούτοι και η ιδιοσυγκρασία αυτών αποδεικνύουσι, πόσον +δίκαιον είχεν ο Μολιέρος, ειπών ότι πάσαν αυθάδειαν και πάσαν μωρίαν δύναταί +τις να καταστήση ευκατάποτον, καρυκεύων αυτήν εις κολακείαν.</p> + +<p>Διά τούτο δε και ημείς ου μόνον δεν εντράπημεν ουδ' εντρεπόμεθα, ου μόνον +δεν ηγανακτήσαμεν ουδ' αγανακτούμεν δι' όσα μωρά και ανούσια κολακεύματα +σιτίζουσιν ημάς οι από της Δύσεως νεοφώτιστοι ημών φίλοι, αλλά και κομπάζομεν +επ' αυτοίς και βρενθυόμεθα, και απορούμεν πολλάκις, πώς δεν γράφονται +περισσότερα και θερμότερα υπέρ του περιουσίου λαού του Κυρίου, και +θηρεύομεν αίνους και λιβανωτόν πάση δυνάμει και διά παντός μέσου, και +γράφομεν επαιτούντες, και οδοιπορούμεν οδοιπορίας μακράς εις αναζήτησιν +συμπαθειών και φίλων, κ' ευτελιζόμεθα εκλιπαρούντες ευνοίας και θωπεύματα, +και χαίρομεν χαράν ανεκλάλητον, οσάκις κατορθώσωμεν να αυξήσωμεν δι' +ευγενούς τινος νεοσυλλέκτου το τάγμα των φιλελλήνων, και δημοσιευθή που της +Ευρώπης νέον άρθρον εις ύμνον των απογόνων του Περικλέους και της +περικαλλούς αυτών χώρας.</p> + +<p>Ποίος δε τότε και πόσος ο αλαλαγμός ημών και η αγαλλίασις!</p> + +<p>Ο νέος και διαπρεπής της Ελλάδος φίλος αίρεται φυσικώ τω λόγω μέχρι τρίτου +ουρανού, και πανηγυρίζεται όπως μας επανηγύρισεν. Η νοημοσύνη αυτού και η +πολυμάθεια, η του καλάμου του δεινότης και των ιδεών αυτού η αδρότης και η +δύναμις, ιδίως δε και προ πάντων η της κρίσεως αυτού ευμένεια και τα<span class="sp"> + φιλελληνικά του αισθήματα</span> — το κυριώτατον αυτού προσόν, — περιάδονται +και διασαλπίζονται εν χορδαίς και οργάνοις, το δε κοινόν κροτεί τας χείρας, ή, αν +βαρύνεται να πράξη τούτο, παρατρίβει καν αυτάς εξ ευχαριστήσεως, και +κρατύνεται φρονούν ακραδάντως, ότι μέγα μέλλον έχει ο λαός ο τοιούτους έχων +φίλους, ότι αδύνατον είνε να παρίδη εις τέλος η Ευρώπη την έντονον έκφρασιν της +κοινής γνώμης, και ότι περιττή και ανωφελής θα ήτο οιαδήποτε εθνική του +εργασία υπέρ βελτιώσεως της τύχης του, αφού περί τούτου μεριμνώσιν άλλοι . . . +και μεγάλοι.</p> + +<p>Τα ονόματα των νέων εκάστοτε δημοσιογραφικών προμάχων του ελληνισμού +ταμιεύει ούτω ευγνώμων η ελληνική δημοσιογραφία, και η μνήμη αυτών αξιοί +ευλόγως να καταλάβη θέσιν τιμητικήν εν τω μεγάλω καταλόγω των φίλων της +Ελλάδος.</p> + +<p>Ως προς τούτο δυνάμεθα καν να παρηγορηθώμεν, ως παρηγορούνται πολλάκις +οι πάσχοντες, ακούοντες παρά των ιατρών ότι κληρονομικόν είνε το νόσημά των, +και πειθόμενοι, ότι αν νοσούσι, τουλάχιστον δεν πταίουσι. Το ελάττωμα είνε +προγονικόν· ουδ' ευρέθη τις μέχρι τούδε, ουδέ θα ευρεθή τις ίσως, ουδέ θα +κατορθώση να μας πείση, αν ευρεθή,</p> + +<p class="poem"><i>ξενικοίς λόγοις μη λίαν εξαπατάσθαι, <br /> +μηδ' ήδεσθαι θωπευομένους μήτ' είναι χαυνοπολίτας,</i></p> + +<p>ως έλεγεν ο ποιητής των Αχαρνέων. Όπως δε οι παλαιοί του εκείνοι Αθηναίοι, +ους</p> + +<p class="poem"><i>από των πόλεων οι πρέσβεις εξαπατώντες . . ιοστεφάνους εκάλουν, . .<br /> +ευθύς διά τους στεφάνους επ' άκρων των πυγιδίων εκάθηντο,</i></p> + +<p>ούτω και ημείς σήμερον ου μόνον πιστεύομεν όσα μας λέγουσιν οι τη μωρία +ημών χαριζόμενοι ξένοι, αλλά και αλαζονευόμεθα επί τω πανηγυρισμώ, και +ευθηνόν ευρίσκοντες των επαίνων το νόμισμα, προθύμως ανταποδίδομεν αυτό +πολλαπλάσιον.</p> + +<p>Μηδέ τις φοβηθή, ότι είνε δυνατόν να αμελήση η νεοελληνική ευγνωμοσύνη +του προσήκοντος αντιπανηγυρισμού της ευρωπαϊκής φιλελληνικότητος. Περί την +εκπλήρωσιν του ιερού τούτου καθήκοντος είμεθα ακριβέστατοι, και την οφειλήν +ημών αποδίδομεν έγκαιρον πάντοτε και έντοκον και δεκαπλήν. Αν δε — ό μη +γένοιτο — λησμονήσωμεν ημείς ή οκνήσωμεν, ευκολύνουσιν ημάς εις το έργον, +ενίοτε δε και μας αναπληρούσιν αυτοί οι φιλέλληνες φίλοι μας. Ο γράφων τας +γραμμάς ταύτας είδεν, ουχί προ πολλού, αρθρίδια επαινετικά μεγάλου +φιλελληνικού άρθρου, γεγραμμένα υπ' αυτού του φιλέλληνος συγγραφέως, και +αποσταλέντα εις Αθήνας, όπως μεταφρασθώσι και δημοσιευθώσι διά του +ελληνικού τύπου εις εγκώμιον του διαπρεπούς ημών φίλου.</p> + +<p>Η μέθοδος, βλέπετε, τελειοποιείται βαθμηδόν, ως τελειοποιείται κατά τους +χρόνους τούτους και προοδεύει πάσα βιομηχανία.<br /></p> + +<h4>Β'.<br /></h4> + +<p>Τα είδη των φιλελλήνων είνε ποικίλα και ανάλογα προς τας νεοελληνικάς ημών +ανάγκας. Αλλά τα ακμαιότερα εξ αυτών είνε δύο· πολιτικοί φιλέλληνες, και +φιλέλληνες λόγιοι. Έμποροι και βιομήχανοι φιλέλληνες δεν ανεπτύχθησαν εισέτι, +ουδ' υπάρχει ελπίς ν' αναπτυχθώσιν εν τω μέλλοντι, ενόσω, τουλάχιστον δεν +εξευρεθή τρόπος να τρέφεται η βιομηχανία και το εμπόριον δι' ευγνωμοσύνης και +παρασήμων.</p> + +<p>Οι φιλέλληνες πολιτικοί είνε οι αφθονώτεροι, διότι και αι ανάγκαι ημών αι +πολιτικαί είνε πλειότεραι και σπουδαιότεραι των άλλων. Εννοείται ότι οι πλείστοι +εξ αυτών ουδεμίαν απολύτως έχουσι καθαράν και ητιολογημένην συνείδησιν του +φιλελληνισμού αυτών· αλλά τούτο είνε προς ημάς πάντη αδιάφορον. Ο μεν +έγραψέ ποτε — αν δεν υπέγραψε μόνον — ολίγας υπέρ της Ελλάδος σειράς εν +οιαδήποτε ευρωπαϊκή εφημερίδι, και ηυχήθη εκ μέσης καρδίας υπέρ της +πληρώσεως των πόθων του ελληνισμού· ο δε προέπιεν εν συμποσίω υπέρ των +Ελλήνων, ως μόνου εκπολιτιστικού στοιχείου της Ανατολής. Άλλος απηύθυνεν +επιστολήν είς τινα των πολιτικών ημών ανδρών, γνώμην αποφαινόμενος, ότι εις +ημάς μόνους ανήκει η κληρονομιά του Βυζαντίου· άλλος ενθουσιωδέστερος +ελάλησεν από του κοινοβουλευτικού βήματος υπέρ της πολιτικής ζωτικότητος του +έθνους ημών, και άλλος τέλος — κυβερνήτης αυτός ξένου Κράτους, ύψωσε την +φωνήν αυτού υπέρ των απαράγραπτων ημών δίκαιων, ή διεβεβαίωσε καν +απόστολόν τινα οιονδήποτε του ελληνισμού περί των προς την νέαν Ελλάδα +θερμών αυτού συμπαθειών.</p> + +<p>Πάντες ούτοι, κατά τας νεοελληνικάς εννοίας, ιδίως δε οι τελευταίοι, +εκινήθησαν εκ πλατωνικού και μόνον έρωτος προς την Ελλάδα, εξ ενθουσιασμού +ενδομύχου και διαπύρου προς την χώραν του Πλάτωνος και τους απογόνους του +Μιλτιάδου, εκ πεφωτισμένης και αμερολήπτου εκτιμήσεως των αρετών αυτών. +Ουδέν άλλο πλάγιον, πάτριον και ίδιον συμφέρον εκίνησε την γλώσσαν αυτών ή +τον κάλαμον. Τουναντίον μάλιστα· πάσα οιαδήποτε σκέψις περί των +συμφερόντων της ιδίας αυτών πατρίδος υπετάγη κατ' ανάγκην εις τους +φιλελληνικούς της καρδίας των παλμούς. Άλλως πώς θα ήσαν φιλέλληνες;</p> + +<p>Τοιούτος είνε ο πήχυς δι' ου μετρούμεν τον φιλελληνισμόν. Ανάλογοι δε προς +τον πήχυν αυτόν είνε και αι ημέτεραι αξιώσεις.</p> + +<p>Πώς; Είνε δυνατόν, είνε επιτετραμμένον, όταν ομιλή τις ξένος περί της νέας +Ελλάδος και των νέων Ελλήνων, περί των κληρονομικών αυτών δικαιωμάτων και +των εθνικών αυτών ελπίδων, να μη πλύνη πρώτον, κατά το δημοτικόν λόγιον, το +<span class="sp"> στόμα του με ροδόσταμον</span>;</p> + +<p>Είνε δυνατόν, ασχολούμενοι περί της νέας Ελλάδος οι ξένοι, να λησμονώσιν, +ότι η ευγενής αυτή και ένδοξος χώρα επότισε την βάρβαρον Ευρώπην τα νάματα +του πολιτισμού, και ότι καθήκον επομένως έχουσι, καθήκον ευγνωμοσύνης ιερόν +και απαράβατον, να εργασθώσιν υπέρ του μεγαλείου της;</p> + +<p>Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε πολιτικόν άνδρα της αλλοδαπής, — εξ +ανωτέρας, εννοείται, ηθικής και ποιητικής επόψεως εξεταζομένου του πράγματος, +— να συλλογίζεται κατά πρώτον λόγον τα συμφέροντα της πατρίδος του και κατά +δεύτερον τα της Ελλάδος, και να προτιμά τούτων εκείνα, αν τυχόν συμπέση να μη +συμβιβάζονται;</p> + +<p>Τοιαύται έννοιαι δεν χωρούσιν εις Έλληνος κεφαλήν, ουδέ δύναται ποτε +ελληνική καρδία να παραδεχθή και επιτρέψη τοιαύτην πώρωσιν.</p> + +<p>Διά τούτο απαιτούμεν να ενδιαφέρωνται υπέρ ημών οι ξένοι περισσότερον ή +όσον ημείς αυτοί υπέρ εαυτών ενδιαφερόμεθα, να εργάζωνται υπέρ της +πραγματοποιήσεως της εθνικής ημών ιδέας πολύ συντονώτερον ημών των ιδίων, +να πράττωσιν εκείνοι πλειότερα όσων ημείς λέγομεν, και απλώς ειπείν να ήνε των +Ελλήνων ελληνίστεροι.</p> + +<p>Διά τούτο οσάκις ακούομεν ή αναγινώσκομεν τρεις λέξεις υπέρ ημών, τις οίδε +πόθεν και πώς λεχθείσας ή γραφείσας, τις οίδε τίνα εχούσας σκοπόν ή κρυφίαν +υπαγόρευσιν, ενθουσιώμεν ευθύς και αλαλάζομεν και πλαταγούμεν, και +δράττοντες τα εθνικά ημών κατάστιχα ανοίγομεν αμέσως μερίδα εις τον νέον +φιλέλληνα.</p> + +<p>Συμβαίνει ενίοτε, — και ποσάκις μέχρι τούδε συνέβη! — να ανακαλύψωμεν +βραδύτερον ότι ηπατήθημεν, η ευγενής δ' εκείνη φωνή, ην είχον έτι έναυλον τα +πατριωτικά ημών ώτα, να σιγήση αίφνης αγενώς ή και ν' αλλάξη σκοπόν, γινομένη +κατήγορος από υμνητού και επαινέτου.</p> + +<p>Λυπούμεθα βεβαίως διά το εθνικόν ατύχημα, αλλά δεν ταραττόμεθα και πολύ. +Ανοίγομεν και πάλιν το εθνικόν ημών καθολικόν, εγγράφομεν τον αποστάτην εις +την μερίδα των μισελλήνων, και παραδίδομεν αυτόν εις τας αράς και το μίσος του +έθνους.</p> + +<p>Αν όμως συμβή το αντίστροφον! Αν, χάρις εις την παντοδύναμον ευγλωττίαν +ειδικών τινων arguments sans replique ως έλεγεν ο Δον Βασίλειος, ακουσθή +αίφνης ότι μετενόησαν αμαρτωλοί, και χρόνιοι εχθροί ετράπησαν εις φίλους, και +ανταποκριταί φοβεροί παγκοσμίων εφημερίδων ανέμελψαν αίφνης το Ω σ α ν ά, +ενώ χθες μόλις εκραύγαζον<span class="sp"> σταύρωσον, σταύρωσον αυτούς</span>, ω! η +αγαλλίασις ημών τότε ούτε λέγεται ούτε περιγράφεται. Μη δεν είπεν ο Χριστός, +ότι «ούτω χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι ή επί +ενενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες χρείαν ουκ έχουσι μετανοίας;»</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Των λογίων φιλελλήνων το γένος δεν είνε μεν βεβαίως τοσούτον επίσημον +ουδέ περιφανές, όσον οι πολιτικοί φιλέλληνες, αλλ' αφθονεί όμως επίσης και +ακμάζει, αυξάνει δε διαρκώς διά των νέων προσηλύτων, ους βαπτίζουσιν εκάστοτε +οι παρ' ημίν λόγιοι, ουχί πάντες βεβαίως, αλλ' εκείνοι ιδίως, εις ους απονέμουσι +προχείρως ευρωπαϊκής αθανασίας διπλώματα οι της δύσεως σοφοί.</p> + +<p>Αφ' ότου της εθελοφημίας η νόσος απέκτησε και παρ' ημίν ενδημικόν +χαρακτήρα, οι δε λογογραφούντες Έλληνες ήρχισαν αλιεύοντες δόξαν από των +τελευταίων σελίδων των εφημερίδων, και απ' αυτών έτι των γωνιών των οδών διά +πολυχρώμων τοιχοκολλημάτων, ήνοιξε φυσικώ τω λόγω και η όρεξις αυτών, η δε +φιλοδοξία των ωνειρεύθη άλλον ευρύν, ευρύτερον του ελληνικού ορίζοντα.</p> + +<p>Do ut des, είπομεν τότε προς τους ξένους, όσοι εφαίνοντο ορεγόμενοι +νεοελληνικής δόξης. Σας κηρύττομεν φιλέλληνας, — και ηξεύρετε πόσον +μυρίπνουν και ιερόν είνε αυτό το όνομα — αλλά πρέπει να μας κηρύξετε και σεις +μεγάλους συγγραφείς. Και το πράγμα έγεινε, και των αλλοδαπών φιλελλήνων +λογίων η στρατιά πληθύνεται οσημέραι εις δόξαν και κλέος των νεοελληνικών +γραμμάτων.</p> + +<p>Διά τούτο δε βλέπομεν και αναγινώσκομεν καθ' εκάστην εις τας εφημερίδας +και τα περιοδικά ημών συγγράμματα, ότι ο δείνα σοφός, υπό των<span class="sp"> + φιλελληνικωτάτων αισθημάτων εμπνεόμενος</span>, εδημοσίευσεν εν τω δείνα +ευρωπαϊκώ περιοδικώ επαινετικήν διατριβήν περί ταύτης ή εκείνης της +νεοελληνικής συγγραφής· ότι ο άλλος εκείνος διάσημος φιλέλλην, +<span class="sp"> ούτινος τόσον ευφήμως κατέστησαν γνωσταί</span> αι περί την μεσαιωνικήν ή την +νέαν ημών φιλολογίαν μελέται, μετέφρασεν εις την γαλλικήν ή γερμανικήν, ενίοτε +και την δανικήν ή την ρωσικήν ή τις οίδε ποίαν άλλην ευρωπαϊκήν ή και σημιτικήν +γλώσσαν, την τάδε πραγματείαν νεοελληνικού σοφού· ότι ο ονομαστός ελληνιστής +και φιλόλογος Άλφα εμνημόνευσε μετ' επαίνων τούτου ή εκείνου του +νεοελληνικού βιβλίου, και ότι η διαπρεπής εν τω κόσμω των γραμμάτων κυρία +Βήτα απένειμε τον στέφανον της αθανασίας εις τούτο ή εκείνο το ποίημα.</p> + +<p>Και ταύτα πάντα διαθρύπτουσι την εθνικήν φιλοτιμίαν ου μόνον των πολλών, +οίτινες γνωρίζουσιν ίσως τα επαινούμενα έργα, αλλά και των ολίγων, οίτινες, πλην +αυτών, γνωρίζουσι και τους επαινέτας. Αυξάνουσι δε ούτω και κορυφούνται αι εν +τη νέα Ελλάδι φιλολογικαί επισημότητες, κλεϊζόμεναι υπό των αλλοδαπών σοφών, +αυξάνει δε συγχρόνως και κραταιούται η ευγενής των λογίων φιλελλήνων τάξις, +απαθανατιζομένη υπό των δι' αυτής απαθανατισθέντων.</p> + +<p>Είνε αληθές — ας μείνη δε τούτο μεταξύ μας — ότι οι πλείστοι των κρινόντων +και θαυμαζόντων ή και μεταφραζόντων έτι τα προϊόντα της νεωτέρας ημών +φιλολογίας αλλοδαπών, έχουσι το ατύχημα να αγνοώσι την γλώσσαν ημών, ή να +γνωρίζωσι καν αυτήν τοσούτον ατελώς, ώστε να διαφεύγωσιν αυτούς τα κάλλη +των συγγραμμάτων άτινα πανηγυρίζουσιν. Αλλά τούτο<span class="sp"> +ουδέν προς τάλφιτα. Η δουλειά</span> μας να γίνεται, λέγομεν οι ευφυείς και επιτήδειοι ημείς, δουλειά +μας δε είνε να υπολαμβανώμεθα εκ παντός τρόπου μεγάλοι και σημαντικοί, να +έχωμεν κολάκων εσμόν και φίλων πλημμύραν, και οι φιλέλληνές μας να αγαπώσι +πάντοτε τους Έλληνάς των.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Περιττόν ίσως θα ήτο μετά τα ρηθέντα να λεπτολογηθώσι τα έξοχα +προτερήματα, άτινα κατά τας εννοίας ημών κοσμούσιν απαραιτήτως πάντα +φιλέλληνα. Δεν βλάπτει όμως και το περιττόν, οσάκις χρησιμεύει μεν εις τελείωσιν +της εικόνος, δύναται δε ίσως — τις οίδε — να στρατολογήση και νέους άλλους του +ευγενούς αγώνος μαχητάς.</p> + +<p>Πας φιλέλλην είνε εν πρώτοις και προ πάντων ευφυέστατος άνθρωπος. Αλλά τι +σημαίνει τούτο και μόνον δι' ημάς τους Έλληνας, τους ευφυεστάτους των +ανθρώπων; Θα ήτο το αυτό και αν ελέγομεν, ότι πας φιλέλλην έχει δύο οφθαλμούς +και μίαν ρίνα. Δεν αρκούμεθα επομένως εις αυτό και μόνον. Οι φιλέλληνες είνε +άνδρες μεγαλοφυείς, φαινόμενα έκτακτα εν τω διανοητικώ κόσμω των εθνών, +<span class="sp"> υπάρξεις προνομιούχοι</span>, ως λέγουσι σήμερον επί το ελληνογαλλικώτερον αι +νεοελληνικαί εφημερίδες. Οι φιλέλληνες έχουσιν ευρείαν την διάνοιαν και +μεγάλην την καρδίαν, υψηλόν το φρόνημα και το αίσθημα ευγενές.</p> + +<p>Οι φιλέλληνες έχουσι τον νουν αυτών απρόσιτον εις πάσαν ιδέαν μικράν και +ταπεινήν, τα δε στέρνα αυτών κεκλεισμένα προς παν αίσθημα αδικίας. Οι +φιλέλληνες είνε και φιλελεύθεροι· ουδέ είνε δυνατόν να ήνε οπισθοδρομικοί, +αφού είνε φιλέλληνες. Είνε προς τούτοις αναγκαίως και αναποδράστως άνθρωποι +πολυμαθείς, ποτισθέντες τα νάματα της υγιούς παιδείας εν τη μελέτη των +κλασικών μνημείων της προγονικής ημών φιλολογίας, άτινα κατανοούσι και +εκτιμώσιν, εννοείται, κάλλιον παντός άλλου. Είνε πεφωτισμένοι λάτρεις του +καλού, νοημονέστατοι και αδέκαστοι κριταί της αρετής και της αξίας, όντα ενί +λόγω τέλεια και ιδανικά. </p> + +<p>Και πώς άλλως; Μόνον τοιούτοι άνθρωποι δύνανται να ήνε φίλοι μας. </p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Οι δε μισέλληνες;</p> + +<p>Οι μισέλληνες είνε πολλοί. Πολύ πλείονες δυστυχώς των φιλελλήνων, διότι είνε +πάντες οι μη φιλέλληνες.</p> + +<p>Τούτους μεν κατορθούμεν οπωςδήποτε ν' αριθμώμεν, διότι τους ακούομεν· +τους αναγινώσκομεν, τους γνωρίζομεν, τους θυμιώμεν και τους λατρεύομεν. Αλλά +τους δυστυχείς εκείνους παρίας, ων η πεπωρωμένη καρδία ουδέποτε έπαλεν υπέρ +της Ελλάδος και των Ελλήνων, ων ουδέποτ' εξέφυγε τα χείλη κ α λ ό ς λ ό γ ο ς +υπέρ ημών, πού να τους μάθωμεν ίνα τους αριθμήσωμεν;</p> + +<p>Ακούομεν τους κατακριτάς ημών και κατηγόρους, τους εξ οιουδήποτε λόγου +μη θελήσαντας να δρέψωσι δάφνας εκ του φιλελληνικού λειμώνος, τους +υπολαβόντας εκ κακίας ή συμφέροντος οιουδήποτε, εκ γνώσεως ή εξ αγνοίας, ότι +ουδεμιάς συμπαθείας ή ενδιαφέροντος είμεθα άξιοι, τους εξευτελίζοντας και +προπηλακίζοντας ημάς. Γνωρίζομεν εκείνους, οίτινες μας εγνώρισαν κ' ετόλμησαν +να μας χαρακτηρίσωσιν ως φυλήν πτωχαλαζόνων επαιτών, φλυαρούντων μεν +αγερώχως περί των προγονικών αρετών και μασσώντων αδιακόπως τας δάφνας +των πατέρων των, ως οι Αμερικανοί τα φύλλα του καπνού των, αλλά τεινόντων +συγχρόνως την χείρα προς τον έλεον της Ευρώπης και εκλιπαρούντων τον οβολόν +των ισχυρών, απαράλλακτα ως πολλοί των μεγάλων ημών αγωνιστών απόγονοι +τείνουσι διαρκώς την χείρα προς τον δημόσιον προϋπολογισμόν, καυχώμενοι ότι +είχον την δόξαν να γεννηθώσι παρ' ανδρών αποθανόντων υπέρ της πατρίδος.</p> + +<p>Αλλά οι τοιούτοι κατακριταί ημών και κατήγοροι είνε ολίγοι και ευάριθμοι, +ουδ' είνε δυνατόν να μας αρκέσωσι. Τι σημασίαν θα είχαμεν, αν τόσον ολίγους +μόνον είχαμεν εχθρούς; Εχθροί μας επομένως, τουτέστι μισέλληνες, είνε όχι μόνον +εκείνοι, αλλά και πάντες όσοι μας αγνοούσι και αδιαφορούσιν εντελώς περί ημών. +Οι προπάτορες ημών οι παλαιοί έλεγον εν αυταρκεία γνησίως ελληνική:<span class="sp"> πας μη +Έλλην βάρβαρος</span>, και είχον ίσως δίκαιον κατ' εκείνους τους χρόνους. Ημείς, +οίτινες δεν τολμώμεν έτι να φθάσωμεν έως εκεί, αρκούμεθα εις την παρωδίαν του +παλαιού λογίου, και λέγομεν απλούστερον:<span class="sp"> πας μη φιλέλλην μισέλλην</span>.</p> + +<p>Είνε δυνατόν, λέγομεν, να αγνοή τις σήμερον την νέαν Ελλάδα και τους νέους +Έλληνας, εκτός αν το κάμνη επίτηδες; Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε καθώς +πρέπει άνθρωπον να μη μας γνωρίζη, δηλαδή να μη μας επαινή; Και τι λοιπόν +άλλο, ή εχθροί της Ελλάδος πρέπει να ονομασθώσιν οι αμαθείς και βάρβαροι, οι +απαίδευτοι και ανόητοι εκείνοι, οι νομίζοντες ότι είνε ποτέ δυνατόν να γείνη +οιοσδήποτε περί αυτών ονομαστί λόγος, χωρίς αυτοί να λαλήσωσι περί των νέων +Ελλήνων;</p> + +<p>Ούτω δε πάντες οι δυστυχείς αυτοί θνητοί, οι περί πολλά ίσως άλλα +ασχοληθέντες και διακριθέντες και εν τη πατρίδι αυτών ευφήμως +μνημονευόμενοι, αλλ' αμαρτήσαντες όμως το θανάσιμον αμάρτημα να μη +ανησυχήσωσι περί ημών, κατατάσσονται εις των μισελλήνων το τάγμα, και +αυξάνουσιν αυτό εις στρατιάν πυκνήν και μεγάλην.</p> + +<p>Και τους χαρακτηρίζομεν μεν ευλόγως πάντας αυτούς όπως τους πρέπει, και +αγανάκτησιν αισθανόμεθα πατριωτικήν διά τον μισελληνισμόν των, αλλά, τι τα +θέλετε; η αγανάκτησις ημών μετέχει πως και υπερηφανείας. Οργιζόμεθα μεν ότι +αδιαφορούσι περί ημών, ως οργίζεται η ερωτότροπος γεροντοκόρη παρερχομένη +ενώπιον απαθών ομμάτων και ουδέν ακούουσα θαυμαστικόν επιφώνημα, αλλά +παρηγορούμεθα όμως, ως εκείνη, ενδομύχως, πεποίθησιν έχοντες ασφαλή, ότι οι +ούτω προσφερόμενοι κινούνται τις οίδεν έκ τινος ταπεινού αισθήματος φθόνου ή +κακίας, και κομπάζομεν διά το πλήθος των εχθρών ημών, αναλογιζόμενοι +θυμοσόφως, ότι μόνον οι μέγα σημαίνοντες έχουσι πολλούς εχθρούς, διότι </p> + +<p class="poem"><i>εις ταπίσημα ο φθόνος πηδάν φιλεί.</i></p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εννοείται ότι δεν υπάρχει λέξις δυσώνυμος ην δεν εκολλήσαμεν εις την ράχιν +των κακών αυτών ανθρώπων, και ότι μόνον ίσως το ευρωπαϊκής φήμης απολαύον +υβριολόγιον του Κ. Κόντου θα ήρκει εις προσήκουσαν έκφρασιν των αισθημάτων, +άτινα προξενεί εις τας πατριωτικάς των Ελλήνων καρδίας η μοχθηρία των +μισελλήνων. Εκείνους μάλιστα, όσοι μη αρκούμενοι εις περιφρονητικήν +αδιαφορίαν, ελέγχουσιν ημάς ασυστόλως και κατακρίνουσι και κατηγορούσιν, +εκείνους οίτινες υποτιμώσι το παρόν και καταστρέφουσι το μέλλον του +ελληνισμού, ω! αυτούς τους πνίγομεν βεβαίως, αν πέσωσι ποτε εις τας χείρας +μας.</p> + +<p>Τους πνίγομεν εν εθνικώ συλλαλητηρίω, και αμφίβολον είνε αν θα ευρεθή +κατά την μεγάλην εκείνην και ιεράν στιγμήν Έλλην άνθρωπος, όστις να εγείρη την +φωνήν αυτού υπέρ των θυμάτων, υπεραπολογούμενος αυτών οπωςδήποτε +ενώπιον της εξωργισμένης εθνικής ημών συνειδήσεως.</p> + +<p>Και όμως — εντρέπομαι αληθώς και καλύπτω το πρόσωπον διά των χειρών +μου, πριν εκστομίσω την βλασφημίαν — και όμως εις τους εχθρούς ημών και τους +κατηγόρους οφείλομεν οι νέοι Έλληνες πολύ πλείονα ή εις τους ξένους φίλους και +κόλακας.</p> + +<p>Αν έχομέν τι σήμερον αγαθόν, — και έχομεν ολίγα, μάρτυς μου ο θεός — , αν +κατωρθώσαμέν τι άξιον λόγου αφ' ης ανεγεννήθημεν, οι μισέλληνες ημών εχθροί +είνε οι κύριοι αυτού εργάται και οι λόγοι των οι πικροί. Αυτοί μας εξώργισαν και +μας δυσηρέστησαν, αλλ' αυτοί και επαίδευσαν και εσωφρόνισαν ημάς.</p> + +<p>Στομάχους αργούς και αρρώστους δεν ιαίνει αφέψημα γλυκυρρίζης, αλλά +πικρά κασία και άψινθος. Έχομεν δε δυστυχώς ασθενείς και παραλύτους τους +διανοητικούς ημών στομάχους, οσαδήποτε και αν μεγαλορρημονούμεν εν ώραις +πατριωτικής αυταρκείας</p> + +<p class="poem"><i>αυτός αυτού κόλαξ έκαστος ων και πρώτος <br /> +και μέγιστος,</i></p> + +<p>οσαδήποτε και αν ψάλλωσιν εις ήχον τρίτον οι των αθηναϊκών τριόδων +κομπολακύθαι και οι των ευρωπαϊκών αγορών φιλέλληνες.</p> + +<p>Ουδέν ποτε εκερδήσαμεν, ουδ' αγαθόν εμάθομεν ουδ' απεμάθομεν κακόν +παρά των ευμενών ημών αλλοδαπών φίλων. Ενανουρίσθημεν υπ' αυτών εν τη +νάρκη του μεγαλοπρεπούς ημών ύπνου, και ετανύσαμεν εν οκνηρία τας κνήμας +ημών και εχασμήθημεν προ του θάλπους του ηλίου της προγονικής ημών δόξης. +Αλλ' ουδέν άλλο.</p> + +<p>Οι εχθροί ημών, οι μοχθηροί και κακότροποι μισέλληνες μας επετίμησαν, είν' +αληθές, και μας εκακολόγησαν, μας επροπηλάκισαν πολλάκις και μας εξηυτέλισαν, +αλλ' η μάστιξ των λόγων αυτών παρήγαγεν επί της νωθράς και πλαδαράς ημών +σαρκός οίον παράγει αποτέλεσμα η υπό της θεραπευτικής παραγγελλομένη ενίοτε +μαστίγωσις των εξηντλημένων γεροντίων. Εκραυγάσαμεν εξ οδύνης υπό τας +πληγάς, κατηράσθημεν τους μαστιγούντας, και διεμαρτυρήθημεν ενώπιον Θεού +και ανθρώπων κατά της αδικίας και βαρβαρότητος· αλλ' εξήγειραν όμως και +εσωφρόνισαν και ωκοδόμησαν ημάς οι παιδεύοντες, ευηργέτησαν δε +αναντιρρήτως οι υβρίζοντες και εξουθενούντες.</p> + +<p>Αδύνατον είνε οι αναγινώσκοντες τας γραμμάς ταύτας να μη ενθυμώνται, ότι +και επηνέθησαν πολλάκις και κατεκρίθησαν. Παραδέχομαι δε προς χάριν των, ότι +και δικαίως πάντοτε επηνέθησαν και αδίκως κατεκρίθησαν· αδιάφορον. Θα +συνομολογήσωσιν όμως μετ' εμού, εν πάση ειλικρινεία, συνειδήσεως, ότι από των +κατακρίσεων ιδίως εκαρπώθησαν όσα, τους επαινέτας πιστεύοντες, επελάμβανον +κεκτημένα.</p> + +<p>Το κατ' εμέ τουλάχιστον, και εξομολογούμαι τούτο εν πάση σπουδαιότητι, +ουδέν ποτε εδιδάχθην ουδ' ωφελήθην από των φιλικών επαίνων, πολλά δε +τουναντίον οφείλω εις τας εχθρικάς κατακρίσεις, και αυτάς τας από +δυσμενεστάτης γνώμης.</p> + +<p>Πότε θα εννοήσωμεν πάντες, ως έθνος, ότι οι μισέλληνες ημών εχθροί μας +ωφελούσι πλειότερον των φιλελλήνων ημών φίλων; Πότε δε τέλος θα παύσωμεν +διακρίνοντες τους περί ημών λαλούντας ή μη λαλούντας εις τας δύο εκείνας +μεγάλας τάξεις, περί ων έλεγον αρχόμενος του λόγου; Πότε θα μάθωμεν ότι μόνη +η<span class="sp"> αλήθεια σώσει ημάς</span>;</p> + +<p>Μόνον όταν παύσωμεν ημείς αυτοί προς εαυτούς καταψευδόμενοι και τας +σκιάς των προγόνων περισαίνοντες· μόνον όταν αισθανθώμεν ότι είμεθα μικροί +υιοί πατέρων μεγάλων, και ότι χειρίστη δίαιτα προς αύξησιν ημών και ανάρρωσιν +είνε η δίαιτα εκείνη, ην θαυμασίως ωνόμαζεν ο Πλάτων<span class="sp"> οψοποιϊκήν κολακείαν</span>.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΣΥΡΜΟΣ Ή ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ; +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn15' id='ref15'>15</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Εσπέραν τινά του παρελθόντος Ιουνίου επέστρεφον αργά εις την πόλιν από +μακρυνού περιπάτου. Δεν ήμην μόνος· αγαθός φίλος, ον είχον συναντήσει μονήρη +πλανώμενον πέραν των κήπων των Πατησίων, επέστρεφε μετ' εμού. Η εσπέρα ήτο +αστροφεγγής και γλυκεία. Ασθενής αλλά δροσώδης ανέβαινε πάντοτε από του +Φαλήρου η αύρα του Σαρωνικού, ο γρύλλος ετερέτιζε μελαγχολικώς την +μονότονον αυτού ωδήν υπό τα ξηρά χόρτα, και μακρόθεν, πού και πού, ως +σβεννυμένη απήχησις, έφθανεν εις τας ακοάς μας το άσμα πλανήτιδος αηδόνος, +μάτην ίσως αναζητούσης δροσερόν καταφύγιον εις τους κήπους της ωραίας +εξοχής, ην οι φιλόκαλοι νάξιοι κηπουροί μετέβαλον βαθμηδόν εις κριθοσπάρτους +αγρούς και φυτώριον χρυσομήλων.</p> + +<p>Η λεωφόρος ήτο ευτυχώς έρημος περιπατητών, και η κυκλούσα γοητευτική +ερημία εβράδυνε το βήμα ημών χωρίς να το θέλωμεν. Επεριπατούμεν ως +άνθρωποι προσπαθούντες να παρατείνωμεν μάλλον ή να συντάμωμεν τον δρόμον, +κ' εβαίνομεν εφ' ικανόν σιωπώντες, αναλικνίζοντες ρυθμικώς δι' εκατέρας των +χειρών τους πίλους ημών και τας ράβδους, και αναπνέοντες δι' απλήστων +πνευμόνων την δρόσον της ελαφράς αύρας, ήτις μόλις εσάλευε το φύλλωμα της +γηραιάς και ραχιτικής δενδροστοιχίας της οδού.</p> + +<p> — Κύτταξε, τι ερημία! είπον τέλος, λύων εγώ πρώτος την σιωπήν. +Περίεργον πράγμα, να μην ήνε ψυχή γεννητή αυτήν την ώραν εις τον ωραίον +αυτόν περίπατον, ενώ άλλοτε ήσαν γεμάτα τα πεζοδρόμιά του, και όταν ακόμη +έκαιεν ο ήλιος και έπνιγεν ο κονιορτός.</p> + +<p> — Διατί σου φαίνεται το πράγμα περίεργον, απήντησεν ο φίλος μου, +ενώ τουναντίον είνε, νομίζω, φυσικώτατον. Την ποιητικήν ερημίαν ολίγοι αγαπούν, +διότι ολίγοι αισθάνονται τα θέλγητρά της. Οι πολλοί προτιμούν τον κόσμον, το +πλήθος, τον θόρυβον· και δι' αυτό αυτήν την ώραν, αντί να έλθουν εδώ να ιδούν +σε ή εμέ, ή πιθανώτερον κανένα, και ν' ακούσουν τον γρύλλον, πηγαίνουν +καλλίτερα εις το θέατρον των Ολυμπίων ν' ακούσουν τας Δύο Ορφανάς, εις το +Φάληρον ν' ακούσουν την μουσικήν της Victorieuse και ολίγην κακολογίαν, ή και +εις το Άντρον των Νυμφών εν εσχάτη ανάγκη, να ιδούν τον Καλλίστην. Υποθέτεις +άρα γε, ότι εις άλλον τόπον είνε τα πράγματα διαφορετικά;</p> + +<p> — Όχι βέβαια εντελώς, αλλά κάπως· αλλού, και το ηξεύρεις ως το +ηξεύρω, υπάρχει μεγάλη του κοινού μερίς, ήτις κάμνει ό,τι λέγεις, διότι ο συρμός +είνε φοβερός δεσπότης, και το κράτος του θα ήτο μηδενικόν, αν οι άνθρωποι δεν +παρηκολούθουν ο είς τον άλλον· υπάρχουν όμως και άλλοι, ολιγώτεροι βεβαίως, +αλλ' αρκετοί πάντοτε, οι οποίοι νομίζουν ότι ημπορούν να διασκεδάσουν, έστω +και αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ χιλίων ή δισχιλίων ομοίων των, και των οποίων την +τέρψιν δεν αποτελεί απαραιτήτως η ακρόασις παραφώνου άσματος ή το θέαμα +της αλευρωμένης μορφής προστύχου γελωτοποιού.</p> + +<p> — Εδώ, εις τας Αθήνας, είνε αυτοί πολύ ολιγώτεροι, ή μάλλον είνε πολύ +ολίγοι. Ιδού η μόνη διαφορά.</p> + +<p> — Α! εφώνησα ευχερώς θριαμβεύων. Είμεθα σύμφωνοι. Αλλά διατί +τόσον ολίγοι; Τόσον άρα γε εξηπλώθη και εις τον τόπον αυτόν το εκπολιτιστικόν +κράτος του συρμού, ώστε να μη τολμώμεν πλέον και να διασκεδάσωμεν παρά +τους κανόνας και τας απαιτήσεις του;</p> + +<p> — Δεν ηξεύρω, υπέλαβεν εκείνος μετά τινα δισταγμόν, τι να σου +απαντήσω. Μου γενικεύεις πολύ το ζήτημα, και θα πέσωμεν εις θεωρίας +κοινωνιολογικάς, αι οποίαι, προκειμένου περί της ιδικής μας κοινωνίας, δεν μου +είνε, σου τ' ομολογώ ειλικρινώς, ούτε παρήγοροι ούτε ευάρεστοι.</p> + +<p> — Αδιάφορον· αν θέλη κανείς σήμερον να ομιλή μόνον περί πραγμάτων +ευαρέστων και παρηγόρων, πρέπει να σιωπαίνη.</p> + +<p> — Αι, τότε . . . . ας ήνε! απήντησε μειδιών ο συνοδός μου. Διατί όμως +προ μικρού μου ωνόμασες το κράτος του συρμού εκπολιτιστικόν; Μήπως ταυτίζεις +συρμόν και πολιτισμόν; Το κατ' εμέ δεν το παραδέχομαι, τουλάχιστον διά την +αθηναϊκήν κοινωνίαν.</p> + +<p> — Πώς δηλαδή; Δεν παραδέχεσαι συ συρμόν του πολιτισμού;</p> + +<p> — Βεβαίως τον παραδέχομαι· αλλά παραδέχομαι και κάτι άλλο· +παραδέχομαι και πολιτισμόν του συρμού· παραδέχομαι δε και κάτι περισσότερον +ακόμη· ότι ημπορεί κανείς εξαίρετα να ήνε πολιτισμένος, χωρίς ν' ακολουθή τον +συρμόν, και τουναντίον, ημπορεί ν' ακολουθή πιστότατα τον συρμόν, χωρίς ν' +αποδεικνύη τούτο ότι είνε πολιτισμένος. Εις αυτήν δε την τελευταίαν κατηγορίαν +νομίζω ότι κατατάσσεται το πλείστον μέρος της ιδικής μας κοινωνίας, εκείνης, +εννοώ, η οποία θέλει να φαίνεται πολιτισμένη.</p> + +<p> — Φρονείς λοιπόν, υπέλαβον, ότι είνε δυνατόν να υπάρξη που +πολιτισμός χωρίς συρμόν, ή συρμός χωρίς πολιτισμόν;</p> + +<p> — Βεβαιότατα. Απόδειξις του πρώτου πολλαί πόλεις της Γερμανίας· +απόδειξις του δευτέρου η πόλις των Αθηνών.</p> + +<p> — Αλλά τότε λοιπόν αρνείσαι, ότι ο συρμός είνε προϊόν του +πολιτισμού;</p> + +<p> — Διόλου δεν το αρνούμαι.</p> + +<p> — Αλλά τότε . . . </p> + +<p> — Μη βιάζεσαι· ηξεύρω τι θέλεις να ειπής. Πώς είνε δυνατόν οι +Αθηναίοι να έχουν συρμόν και να ήνε πιστοί του λάτρεις, χωρίς να έχουν αληθή +πολιτισμόν; Πώς γίνεται να έχουν το προϊόν του, χωρίς να έχουν εκείνον; Τούτο +δεν ήθελες να ειπής;</p> + +<p> — Ακριβώς.</p> + +<p> — Απλούστατον. Ο συρμός των Αθηναίων εισάγεται εκ της αλλοδαπής· +ούτε αυτοφυής εδώ είνε, ούτε προϊόν εγχωρίου καλλιεργείας. Όπως πίνομεν τέιον +χωρίς να καλλιεργώμεν το φυτόν του, όπως φορούμεν βελούδα χωρίς να τα +κατασκευάζωμεν, τοιουτοτρόπως έχομεν και συρμόν χωρίς να τον παράγωμεν. Ας +ήνε καλά η ευάριθμος εκείνη ομάς των λεγομένων πολιτισμένων ή φιλοπροόδων, +ως τους εβάπτισεν η εφημερίς των, οι οποίοι φροντίζουν να κάμνουν εγκαίρως την +προμήθειάν των από το εξωτερικόν χάριν των εγχωρίων καταναλωτών, και να +εξοδεύουν το περιζήτητον εμπόρευμα όχι μόνον προς ίδιον κέρδος, αλλά και προς +ωφέλειαν ψυχοσωτήριον της πολυαρίθμου πελατείας των.</p> + +<p> — Θα μου επιτρέψης όμως μίαν παρατήρησιν.</p> + +<p> — Όσας θέλης· το θέμα είνε άξιον συζητήσεως, και πολύ +διασκεδαστικόν· αφού δε το ηρχίσαμεν άπαξ, ας το εξαντλήσωμεν όσον το +δυνατόν. Λέγε.</p> + +<p> — Αφού λέγεις, ότι οι εισαγωγείς αυτοί του ξένου συρμού έχουν τόσον +πολυάριθμον πελατείαν, ότι μ' άλλους λόγους όλος σχεδόν ο κόσμος εις τας +Αθήνας ακολουθεί τον συρμόν, παρεδέχθης δε ήδη προ ολίγου, ότι υπάρχει +πολιτισμός τις του συρμού, διατί δεν παραδέχεσαι, ότι οι Αθηναίοι είνε +πολιτισμένοι;</p> + +<p> — Διότι, όταν λέγω<span class="sp"> πολιτισμένος</span> περί ανθρώπου οιουδήποτε ή +περί λαού, δεν εννοώ τον πολιτισμόν αυτόν του συρμού, τον οποίον μου +ενθύμισες, τουτέστι δεν εννοώ την επιφάνειαν, ούτε το φόρεμα, ούτε τον τρόπον +του χαιρετισμού, ούτε το κόψιμον των μαλλιών, ούτε το σχήμα της μύτης των +υποδημάτων. Όλα αυτά είνε προσωπείον εύμορφον, το οποίον, ως όλα τα +προσωπεία, δεν καλύπτει πάντοτε και εύμορφον πρόσωπον. Όλα αυτά +αγοράζονται προχείρως δι' ολίγων κερμάτων, και είνε εις την διάθεσιν του πρώτου +ξυλοσχίστου, όστις νομίση φιλοτιμίας ζήτημα να καταβάλη το αντίτιμόν των εκ του +περισσεύματός του ενίοτε, ή πολύ συχνότερα εκ του υστερήματος αυτού. Υποθέτει +βεβαίως αυτός — και διά τούτο το κάμνει, — ότι τοιουτοτρόπως πολιτίζεται, +εξευγενίζεται, ως λέγει, και θαυμάζει ίσως ενδομύχως πόσον εύκολος είνε ο +πολιτισμός. Αλλά πολιτισμός είνε αυτό; Είνε αυτό μαρτύριον επαρκές της +μορφώσεως εκείνης του νου, του εξευγενισμού εκείνου της καρδίας, της +ημερώσεως εκείνης των ηθών, τα οποία όλα ομού είνε απαραίτητα συστατικά +στοιχεία του αληθούς πολιτισμού;</p> + +<p>Ομολογώ, ότι δεν ετόλμησα να απαντήσω, ουδέ ηθέλησα να διακόψω καν τον +συνοδόν μου, ούτινος κατεφέρετο ήδη ζωηρότερος ο λόγος και βιαιότερον +ανεπάλλετο η ράβδος.</p> + +<p> — Και είνε δυνατόν, εξηκολούθησε, να ονομασθή μία κοινωνία +πολιτισμένη, απλώς και μόνον διότι έχει γαλλικόν θέατρον, ή διότι συγκροτεί +χορούς εις τα ξενοδοχεία, ή διότι παίζει Croquet και Rally Papers, ή διότι +απέκτησεν ιπποδρόμια και λεμβοδρομίας, ενώ υπάρχουν μεταξύ αυτής άνθρωποι, +και είνε οι περισσότεροι δυστυχώς, οι οποίοι καίουν τα δάση διά ν' αποκτήσουν +χόρτον τα πρόβατά των, και λατομούσι την Πνύκα διά να κτίσωσιν αχυρώνας; οι +οποίοι αποσπώσι τους τρυφερούς κλάδους των δενδρυλλίων της οδού διά να +μαστίσωσι τους όνους των και ρίπτουσι τα καθάρματα των οικιών αυτών προ της +θύρας των διά να ευωχώνται οι ανέστιοι σκύλοι της γειτονίας; οι οποίοι +αποκαθηλούσι τα καθίσματα των πλατειών, και χύνουσιν από τα παράθυρα τα +ρυπαρά των ύδατα επί της ράχεως των διαβατών, και σχίζουσι με τα μαχαίριά των +τα καθίσματα των αμαξών του σιδηροδρόμου; Ή μη τυχόν είνε δείγμα πολιτισμού +το να ραπίζωσι τους ανθρώπους οι φρουροί της δημοσίας ασφαλείας, ή το να +εισέρχωνται έφιπποι αξιωματικοί εις τα ύπαιθρα καφενεία, ή το να θηρεύωνται +κατά τον χρόνον της επωάσεως τα πτηνά, διά το<span class="sp"> Μουσείον</span> δήθεν και δυνάμει +επισήμου αδείας της αρχής, ή το να καίωνται το Πάσχα αι Αθήναι + από τα<span class="sp"> σμπάρα των αντάμιδων</span>;</p> + +<p>Και περάνας την αποστροφήν του ο φίλος μου, έστη ενώπιόν μου προκλητικός +ως ερωτηματικόν σημείον.</p> + +<p> — Δεν τ' αρνούμαι όλ' αυτά, υπέλαβον εγώ δειλώς, πολύ δειλώς, διότι +είνε δυστυχώς αλήθεια· αλλά νομίζω ότι το συμπέρασμά σου είνε κάπως +υπερβολικόν.</p> + +<p> — Πώς; υπερβολικόν; εφώνησεν εκείνος, και η ράβδος του εδούπησεν +επί του πεζοδρομίου.</p> + +<p> — Νομίζω, τοιαύτα δείγματα βαρβαρότητος απαντώνται και εις τους +πλέον πολιτισμένους τόπους . . . </p> + +<p> — Μάλιστα, φίλτατε, απαντώνται· αλλ' απαντώνται ως εξαίρεσις, και +οσάκις απαντώνται αποδοκιμάζονται υπό της κοινής συνειδήσεως, καταδιώκονται +υπό της αρχής, και τιμωρούνται υπό της δικαιοσύνης.</p> + +<p> — Και μήπως εδώ; . . . </p> + +<p> — Διόλου! διέκοψεν ατίθασος ο φίλος μου, πριν ή περάνω την φράσιν +μου. Διόλου. Εδώ όχι μόνον οι πολλοί, αλλά και οι ολίγοι, οι κάπως πολιτισμένοι, τ' +ακούομεν και αδιαφορούμεν ως επί το πλείστον· η αρχή δεν τα καταδιώκει, και +οσάκις τα καταδιώξη θα ήτο καλλίτερον να μη τα κατεδίωκε, διότι η καταδίωξίς της +τελειόνει συνήθως εις την συνοπτικήν διαδικασίαν των ραπισμάτων· της δε +δικαιοσύνης ποσάκις δεν δεσμεύομεν πάλιν τας χείρας ημείς, οι δήθεν +πολιτισμένοι και ισχύοντες, εγώ ο δημοσιογράφος, συ ο βουλευτής . . . </p> + +<p> — Α! όσον δι' αυτό, διαμαρτύρομαι!</p> + +<p> — Αδιάφορον· αν δεν το κάμνεις συ, το κάμνει άλλος συναδελφός σου, +και είνε το ίδιον. Μη ζητής λοιπόν παραβολάς και ομοιότητας μεταξύ των εδώ +συμβαινόντων και των γινομένων αλλαχού του πολιτισμένου κόσμου. Ημείς εδώ, +φίλτατε, είμεθα ακόμη απολίτιστοι, και αν δεν είμεθα βάρβαροι εντελώς, είμεθα +ημιβάρβαροι, το οποίον είνε πολύ χειρότερον, διότι απατά.</p> + +<p> — Αλλά τέλος πάντων, ανέκραξα εν απογνώσει, δεν είμεθα όλοι. Είνε +και άνθρωποι . . . </p> + +<p> — Αληθώς πολιτισμένοι. Συμφωνότατος. Αλλ' ο πολιτισμός των +ανθρώπων αυτών, των πολύ ολίγων — σημείωσε — δεν είνε πολιτισμός εθνικός, +δεν είνε γέννημα της πατρίου γης ουδέ προϊόν πατρίου ατμοσφαίρας. Απεκτήθη +επί ξένης γης ως επί το πολύ, ή διά ξένης μορφώσεως, και ομοιάζει προς τα φυτά +των θερμοκηπίων, τα οποία θάλλουσιν εν μέσω του χειμώνος στεγόμενα υπό των +υέλων κατά του βορρά και του ψύχους και θαλπόμενα διά μυστικών θερμαγωγών +σωλήνων. Αποτελούσι και αυτά μέρος του κήπου, αλλ' ο κήπος κύκλω είνε +κατάξηρος και χέρσος.</p> + +<p> — Ω! δεν είνε πάλιν τόση η διαφορά . . . </p> + +<p> — Αν δεν είνε τόση ακριβώς, είνε σχεδόν τόση. Δι' αυτό γελώ, εγώ +τουλάχιστον, όταν ακούω τους πολιτισμένους αυτούς κυρίους να παραπονώνται +και ν' αγανακτούν, ότι δεν έχομεν αυτό και ότι στερούμεθα εκείνο, ότι μας λείπει +τον χειμώνα γαλλικόν θέατρον ή ότι δεν ευρίσκει τις εις τας Αθήνας τσάι της +προκοπής. Υποθέτουν ότι ο πολύς κόσμος αισθάνεται και πρέπει να αισθάνεται +τας ιδικάς των ανάγκας, και λησμονούν, ότι αυτοί μεν είνε εμπρός, πολύ εμπρός, +οι δε άλλοι οπίσω, διότι αυτοί μεν διήνυσαν την οδόν διά του σιδηροδρόμου, οι δε +άλλοι παρέπονται πεζοί.</p> + +<p>Ωμίλει έτι ο φίλος μου, ότε εισήλθομεν εις την πόλιν. Ήτο ήδη νυξ· ευάριθμος +δε νέων ομάς, αδόντων μεγαλοφώνως, επρόβαλλε την στιγμήν εκείνην εις την +λεωφόρον από πλαγίας οδού. Το βήμα των ήτο ασταθές και το άσμα των +όμοιον.</p> + +<p> — Ιδού, είπε σταματήσας ο συνοδός μου, έν πρόχειρον δείγμα του +πολιτισμού μας. Και όμως οι κύριοι αυτοί είνε του συρμού, διότι και στενάς +περισκελίδας φορούν και μυτερά υποδήματα.</p> + +<p>Και εχωρίσθημεν.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn16' id='ref16'>16</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Όστις πρωινός εξέρχεται του οίκου του εν Αθήναις έχει πολλάς διασκεδάσεις και +τέρψεις ποικίλας, τας οποίας στερούνται συνήθως οι μεσημβρίζοντες οκνηροί. +Αλλ' υπέρ πάσας όμως τας άλλας, υπέρ την ορθρίζουσαν μουσικήν των ερρίνων +κραυγών των σαλεπτζήδων και τας οξείας φωνασκίας των εφημεριδοπωλών, όπερ +το εύχαρι και πλήρες ζωής θέαμα των εις τα σχολεία ταχυβατούντων παιδίων και +κορασίων, και των από της αγοράς ερχομένων οψοκόμων, έν ιδίως ανεκλάλητον +και απερίγραπτον, αλλά τακτικώς όμως καθ' ημέραν επαναλαμβανόμενον θέαμα +ελκύει το βλέμμα του διαβάτου και ανακόπτει πολλάκις το βήμα του. Το θέαμα δε +τούτο το εξόχως διασκεδαστικόν, εν όλη αυτού τη κακόσμω πολλάκις ρυπαρία, +είνε το κατά πάσαν πρωίαν προ πάσης σχεδόν εξωθύρας των οικιών τελούμενον +πανηγυρικόν συμπόσιον των αστέγων και φερεοίκων σκύλων των Αθηνών. Της +κυνικής δε ταύτης πανδαισίας χορηγός μεν είνε πανταχού ρυπαρά τις και +λιπαρόχειρ μαγείρισσα, ευμενείς δε και ανεκτικοί προστάται και οιονεί +τραπεζοκόμοι η αστυνομία της πρωτευούσης και η δημοτική αρχή Αθηναίων.</p> + +<p>Πρωί, λίαν πρωί, μόλις χαράξη και ανοίξη η εξώθυρα του οίκου, θα ιδήτε, αν +έχετε διάθεσιν και είσθε πρωινός, προβάλλουσαν της θύρας νυσταλέαν τινά και +άνιπτον ανδρίαν ή ναξίαν μέγαιραν, κρατούσαν εις την ευτραφή και σπαργώσαν +αυτής αγκάλην ευμέγεθες εκ λευκοσιδήρου δοχείον. Το οκτάγωνον αυτό κιβώτιον +περιείχεν άλλοτε πετρέλαιον. Εταξείδευσε μακρόθεν, εξ Αμερικής, καθ' υψηλήν +κυβερνητικήν παραγγελίαν, εν πομπή και παρατάξει, σεσημασμένον με βασιλικάς +σφραγίδας, συνοδευόμενον κατά την πορείαν αυτού διά δηλωτικών και +πιστοποιήσεων απειραρίθμων, και εταμιεύθη εις αποθήκας δημοσίας, όθεν +εξήλθεν υπερήφανον επί τη πενταπλασία υπερτιμήσει της αξίας του περιεχομένου +του. Αλλά το πολύτιμον αυτού αίμα εξέρρευσε βαθμηδόν, φωτίσαν τις οίδε πόσας +αγρυπνίας και πόσην εργασίαν, πόσας χαράς ή αγωνίας και πόσα όργια ή πένθη, +το δε πρόστυχον αυτό κέλυφος, κενόν και περιφρονηθέν, αφού ερρίφθη από +γωνίας εις γωνίαν του μαγειρείου και εδέχθη εις τους κόλπους αυτού παν +κάθαρμα και πάντα φορυτόν, κατήντησεν επί τέλους το τακτικόν δοχείον των +σαριδίων του μαγειρείου και των αποτραπεζίων αυτού λειψάνων.</p> + +<p>Εκεί ταμιεύεται πλέον παν οστούν γυμνωθέν υπό τους οδόντας της οικοσίτου +γαλής, και παν άρτου κατάρρυπον θρύμμα, σαρωθέν από πάσης γωνίας του οίκου. +Εκεί παν λαχάνου εξώφυλλον και πάσα δαυκίου ουρά. Εκεί των κενών ωών τα +κελύφη και τα σπογγίσαντα το τηγάνιον τεμάχια χαρτιού. Εκεί τέλος παν +απόβλημα της τραπέζης και όλα των ερμαρίων τα περιττώματα. Και το πολύτιμον +αυτό ταμίευμα φυλάσσεται εις την γωνίαν εκεί, μέχρις ου σημάνη εκ της οδού ο +κώδων της δευτέρας αυτού παρουσίας εν τω κάρρω της αστυνομίας.</p> + +<p>Αλλ' ο καρραγωγεύς της καθαριότητος δεν είνε δυστυχώς πάντοτε και +πανταχού πρωινός. Τις οίδεν εις ποίον πρωινώτερον αυτού οινοπωλείον +καταγίνεται να στομώση τον στόμαχόν του προς τας μελλούσας αναθυμιάσεις του +κάρρου του. Άλλως δε και προς τι να σπεύση; Μήπως θα τιμωρηθή αν βραδύνη, ή +μήπως κινδυνεύει να επανέλθη κενός; Το φορτίον του είνε πάντοτε έτοιμον και τον +περιμένει. Ας περιμείνη λοιπόν. Το φορτίον όμως δεν τον περιμένει εις την γωνίαν +του, αλλ' εξέρχεται εις την οδόν.</p> + +<p>Η μαγείρισσα επρόβαλεν εις την θύραν, κατεσκόπησε δεξιά και αριστερά την +οδόν, ουχί μήπως ανακαλύψη ερχόμενον το αμάξιον της καθαριότητος, αλλά +μήπως ίδη που κοκκινίζοντα πρωινόν τινα κλητήρα, και αφού επείσθη, ότι πάντα +ηρεμούσιν, ότι ουδέν εχθρικόν βλέμμα την κατοπτεύει, ανέτρεψε διά μιας τον +τενεκέν της — όχι προ της εξωθύρας του οίκου εν ώ υπηρετεί, αλλά προ της +γειτονικής συνήθως, ίνα σώση οπωςδήποτε την φιλοτιμίαν των κυρίων της — και +εξηφανίσθη ταχεία εις τα βάθη της οικίας.</p> + +<p>Δεν επρόφθασε να στρωθή η ύπαιθρος τράπεζα, κ' επέδραμον ήδη οι +συνδαιτυμόνες, ως εξ αοράτου τινος αλλ' ουχί και αόσμου συνθήματος +συνεννοηθέντες. Οι πλείστοι εξ αυτών είνε τακτικοί πελάται του πρωινού αυτού +συσσιτίου, Stammgåste, ως λέγουσιν οι γερμανοί, της πενιχράς εκείνης ευωχίας, +δι' ης κατορθούσιν οι ταλαίπωροι να συγκρατώσι την λιπότριχα αυτών επιδερμίδα +επί των ατροφικών των οστών. Αλλ' είνε όμως πού και πού μεταξύ αυτών και +έκτακτοι ξένοι, διαβάται τυχηροί, ων είλκυσε τον βουλιμιώντα στόμαχον η οσμή, ή +παρέτρεψε το πλανητικόν βήμα η όψις του απροσδοκήτου θηράματος. Όρμησαν +όλοι διά μιας συνωθούμενοι και γρύζοντες επί τον σωρόν, και ο σωρός +διεσκορπίσθη αμέσως εις σκύβαλα και εκάλυψε την οδόν, υπό τον τριγμόν των +σιαγόνων και τον βρυγμόν των οδόντων του πειναλέου εκείνου σκυλολογίου. +Ουδείς εξ αυτών εστρώθη κατά γης, διότι πού να ευρεθή εκεί τεμάχιον άξιον +χρονιωτέρας ασχολίας και καθιστικής καταναλώσεως!</p> + +<p>Καταβροχθίζουσιν όλοι όρθιοι και βιαστικοί, σπεύδοντες να τελειώσωσι, πριν ή +— ως συμβαίνει δυστυχώς ενίοτε — αιφνίδιον λάκτισμα διακόψη την πανδαισίαν +αυτών ή ράβδου επιφοίτησις ταράξη την χώνευσίν των. Σκαλίζουσιν ανυπόμονοι +τον φορυτόν διά των ονύχων των, εκλέγουσι τούτο, περιφρόνούσιν εκείνο, — διότι +είχεν η μαγείρισσα την κακοήθειαν να ταμιεύση εντός του τενεκέ και πράγματα +άξια της περιφρονήσεώς των — αναπνέουσι μόνον και πνευστιώσι θορυβωδώς, +αλλ' ουδεμία διακόπτει υλακή την φοβεράν των σιαγόνων των λειτουργίαν.</p> + +<p>Εκτός μόνον αν συμπέσωσι δύο ή και τρεις πολλάκις επί το αυτό οστούν. Τότε . +. . . χαίρε πλέον συμπόσιον και χαίρε ευωχία! Την ειρήνην διεδέχθη ο πόλεμος, το +ανενόχλητον κοκκάλισμα ρήξις αιματηρά, την κατανυκτικήν σιγήν υλακαί οργής +και απειλών, και οι οδόντες καρφόνονται εις των εχθρών τας ράχεις, όσοι +φρονιμώτεροι δεν ετράπησαν εις φυγήν, εκ του φόβου μεγαλειτέρων +συμφορών.</p> + +<p>Τι απομένει εις την οδόν, ευκόλως το φαντάζεταί τις, αν δεν το είδε.</p> + +<p>Το κάρρον της καθαριότητος παρέρχεται μετ' ολίγας ώρας — ενίοτε και μετ' +ολίγας ημέρας — και αναλαμβάνει τα σαπρά λείψανα του συμποσίου των σκύλων, +αφού έμειναν εκεί τόσον χρόνον, όσος ακριβώς εχρειάζετο διά να αρωματίσωσι +την οδόν.</p> + +<p>Και του συμποσίου τούτου, ως ελέγομεν εν αρχή, επίσημοι τραπεζοκόμοι είνε +αφ' ενός μεν ο δήμος Αθηναίων, όστις πληρόνει μόνον τα αμάξια της +καθαριότητος, αλλά δεν έχει, φαίνεται, και το δικαίωμα να τα εξελέγχη, και η +αστυνομία των Αθηνών, ήτις τα επιτηρεί μεν και τα εξελέγχει, αλλά δεν έχει και το +δικαίωμα να τα πληρόνη μεν, όταν καθαρίζωσι την πόλιν, να μη τα πληρόνη δε, +όταν αφίνωσι τα καθάρματα της πόλεως εις ύπαιθρον συμπόσιον των σκύλων +της.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΤΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΙ ΚΥΡΙΑΙ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn17' id='ref17'>17</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Τίποτε δεν τας πτοεί, ούτε τας αναχαιτίζει.</p> + +<p>Ούτε το δριμύ ψύχος των ημερών αυτών, το μεταβάλλον εις άμορφα κουβάρια +τους διαβάτας, ούτε η ακατάσχετος μανία του βορρά, η απειλούσα κατά παν +αυτών βήμα να ανατρέψη τα ελαφρά των και ευλύγιστα σώματα.</p> + +<p>Αν εξέρχεσθε πρωί εις τας οδούς, θα τας απαντήσητε, και το βράδυ, αργά, όταν +επιστρέφετε εις τας οικίας σας, τας επαναβλέπετε πάλιν.</p> + +<p>Διατρέχουσι συνήθως έν μέγα τρίγωνον, αρχόμενον από της πλατείας της +Ομονοίας, αναβαίνον διά της οδού Σταδίου προς την πλατείαν του Συντάγματος, +καταβαίνον διά της οδού Ερμού προς την αοίδιμον Ωραίαν Ελλάδα, και καταλήγον +πάλιν προς την πλατείαν της Ομονοίας διά της οδού Αιόλου.</p> + +<p>Ομοιάζουσι πολλάκις — τόσον παρακολουθούσι πυκναί η μία την άλλην, +μόναι, ή ανά δύο, ή κατά συστάδας — τους εις θήραν τροφής εκστρατεύοντας +μύρμηκας· μόνον ότι δεν τρίβουσιν, ως εκείνοι, προς αλλήλας τας πορφυράς εκ +του βορρά ρίνας των. Σταματώσιν όμως, οσάκις συναντήσωσιν ομοφύλους και +γνωρίμους, αδιαφορούσαι προς την κρυεράν αναπνοήν της Πάρνηθος, ήτις +κυματίζει τας εσθήτας των, και προδίδει τους μικρούς καμπύλους των πόδας, και +βάπτει ιανθίνους τας δροσεράς των παρειάς. Ανταλλάσσουσιν έν μειδίαμα και +μίαν χειραψίαν, ερωτώσιν η μία την άλλην πόθεν έρχεται και πού υπάγει, και +αποχωρίζονται φαιδραί και σπεύδουσαι εις εκπλήρωσιν της υψηλής αυτών +αποστολής.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Πόθεν έρχονται και πού υπάγουσιν; </p> + +<p>Ως να μη το εγνώριζον!</p> + +<p>Έρχονται από τας οικίας των, όπου αφήκαν πρωί πρωί το θάλπος και τα +κλειστά παράθυρα, την ανημμένην εστίαν και τον διαρραφή των κοιτωνίτην, και +εξήλθον εις τους παγερούς δρόμους και τας αναπεπταμένας πλατείας, άλλαι με +τας σισύρας και τα βαρέα των περιώμια και τους πτιλωτούς των<span class="sp"> βόας</span>, και άλλαι, +ευσταλέστεραι εξ ανάγκης ή φιλαρεσκείας, επιδεικνύουσαι ασκεπή την γλαφυράν +των οσφύν και αψηφώσαι το δριμύ πνεύμα του ανέμου, εν πλήρει πεποιθήσει εις +την αντοχήν των τοσάκις αγωνισθέντων ώμων των.</p> + +<p>Πηγαίνουσι δε όλαι, ή σχεδόν όλαι, εις . . τα εμπορικά! Εις του Βουγά και του +Χουτοπούλου, εις του Κατελούζου και του Πατσιφά, και εις όλων των άλλων +φιλομειδών και επιχαρίτων βαλαντιοσκόπων τας ελκυστικάς και πολυωνύμους +παγίδας, όσας έχει στήσει ο συρμός εκατέρωθεν των μεγάλων εμπορικών +αρτηριών της πρωτευούσης.</p> + +<p>Πηγαίνουσιν ίσως — θα υποθέσετε όσοι τας βλέπετε μεν αλλά δεν τας +γνωρίζετε — διά να αγοράσωσιν;</p> + +<p>Ενίοτε ναι, αλλ' ως επί το πλείστον όχι, — ευτυχώς!</p> + +<p>Αλλοίμονον, εις τους αθηναίους, αν όλαι αυταί αι αθηναίαι μετέβαινον εις τα +εμπορικά, ίνα κενώσωσι τα βαλάντιά των! Τα δυστυχή αυτά, τα ρικνά και χρόνιον +ατροφίαν πάσχοντα βαλάντια προ καιρού ήδη πολλού θα είχον εντελώς κενωθή, +πολύ έτι πριν επιτείλη το σύστημα των οικονομικών συνδυασμών εις τον ελληνικόν +ορίζοντα, πολύ πριν ή ανακηρυχθώσι χωρίς ποτέ να βασιλεύσωσι τα περιλάλητα +ισοζύγια, πολύ πριν ή σημάνη η πρώτη Δεκεμβρίου 1893 το<span class="sp"> Δι' ευχών</span> των αγίων +εις τας ελληνικάς περιουσίας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Όχι, ευτυχώς!</p> + +<p>Δεν πηγαίνουσιν αι αθηναίαι εις τα εμπορικά διά να αγοράσωσιν.</p> + +<p>Αγοράζουσιν ενίοτε, αλλ' εν παρέργω ή εν εσχάτη ανάγκη· ένα πήχυν ίσως +ταινίας οιασδήποτε ή ημίσειαν δωδεκάδα κομβίων, αν μετά δίωρον βάσανον του +δυστυχούς εμπόρου και ατελείωτον λογοκοπίαν αισθανθώσι το ερύθημα της +εντροπής· ή ακριβώς μεν εκείνο, διό εξεκίνησαν πρωί από της οικίας των, αλλά +μετά πεντάωρον ριζικήν ανασκάλευσιν όλων των εμπορικών καταστημάτων από +του πρώτου μέχρι του τελευταίου.</p> + +<p>Αι κυρίαι των Αθηνών μεταβαίνουσι κυρίως εις τα εμπορικά διά να +διασκεδάσωσιν. Η εκδρομή των είνε είδος τι περιπάτου, είδος τι<span class="sp"> αλεπούς</span>, της +οποίας η σύλληψις γίνεται πολλάκις παραδόξως εις το ζαχαροπλαστείον του +Γιαννάκη, είδος τι προσκυνήματος εις τας προθήκας των εμπορικών, ων η +εξωτερική λατρεία, ελκύει μεν ως επί το πολύ τας ευλαβεστέρας και εις τα +ενδότερα του τεμένους, αλλ' όχι πάντοτε και εις απόθεσιν του οβολού των εις τον +κορβανάν των ιερέων του Ερμού.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τι να κάμωσι το πρωί εις την οικίαν των; Τα παιδία των, αν έχουν, επήγαν ήδη +εις το σχολείον· η μαγείρισσα επέστρεψεν από την αγοράν· το μυθιστόρημά των +θα το αναγνώσωσι το εσπέρας· η υπηρέτρια ήνοιξε τα παράθυρα της οικίας και +ξεσκονίζει.</p> + +<p>Ο οίκος των είνε αυτόχρημα ακατοίκητος.</p> + +<p>Έπειτα, τι απίθανον να έφερε διά του τελευταίου ατμοπλοίου κανέν νέον +ύφασμα ο Πατσιφάς ή κανέν νέον κόσμημα της αιθούσης ο Χουτόπουλος; Είνε +δίκαιον να μη το ίδωσι, και το βράδυ, όταν συναντηθώσι που περί το μικρόν +τραπέζιον του τεΐου ή την μεγαλειτέραν τράπεζαν του<span class="sp"> Μάους</span>, να φανώσιν +αυταί διδασκόμεναι παρ' άλλων τα νέα;</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τας γνωρίζουσιν όλας οι δυστυχείς έμποροι, τας γνωρίζουσιν εκ μακράς, +ορθίας και κοπιώδους πείρας.</p> + +<p>Δι' αυτό εκφράζει ανεκλάλητον χριστιανικήν εγκαρτέρησιν το οξύμωρον εκείνο +μειδίαμα, το οποίον διαστέλλει τα προσηνή των χείλη, οσάκις νέα προσκυνήτρια +προσέλθη, αυξάνουσα το άλλο πλήθος των συνηγμένων ήδη εντός του τεμένους +εκείνου του συρμού. </p> + + +<p>Τας γνωρίζουσι· και εν τούτοις τας υποδέχονται προσκλίνοντες την +σπονδυλικήν αυτών στήλην, προσφέροντες εις αυτάς κάθισμα, και ερωτώντες +γλυκερώτατα·</p> + +<p> — Τι προστάζετε;</p> + +<p>Αλλ' εις την ερώτησιν αυτήν σπανίως δίδεται απάντησις. Η νέηλυς κάθηται εν +πρώτοις, εξάγει κατόπιν το ρινόμακτρόν της και σπογγίζει την ρίνα της — ήτις, +όσον γυναικεία και αν ήνε, είνε όμως ρις ανθρωπίνη — και αρχίζει έπειτα +ατελείωτον διάλογον προς τας παρακαθημένας της·</p> + +<p> — Τι κάμνετε;</p> + +<p> — Πώς είσθε;</p> + +<p> — Πόσον καιρόν έχω να σας ιδώ!</p> + +<p> — Πώς είνε τα παιδιά;</p> + +<p> — Το μικρό ήτον ολίγον κρυωμένο. Τώρα είνε καλλίτερα. . . . +Ευχαριστώ. Και ο κύριος αδελφός σας;</p> + +<p> — Και η νύμφη σας;</p> + +<p> — Καλέ θα φύγετε, έμαθα! μ' αυτόν τον καιρόν;</p> + +<p> — Δεν απεφασίσαμεν ακόμη τίποτε. Ίσως μετά τας εορτάς, . . Και +σιγώτερα, εις το ους·</p> + +<p> — Καλέ, πώς σας εφάνη; η κυρία Κ . . . ν' αφήση τον άνδρα της! . . . </p> + +<p> — Η κυρία Α . . . θέλετε να ειπήτε.</p> + +<p> — Μπα! και η κυρία Α . . . ; περίεργον. Και πώς αυτό;</p> + +<p> — Πολλά λέγονται . . . . . </p> + +<p>Και λέγονται αληθώς πολλά, αναρίθμητα, ατελείωτα. </p> + +<p>Έχουσι, βλέπετε, και αι κυρίαι τα καφενεία των, ως οι άνδρες.</p> + +<p>Τα δε ταλαίπωρα<span class="sp"> γαρσόνια</span> ίστανται εκεί όρθια προ των καταφόρτων +τραπεζών, όπου υπό τους δυσκόλους δακτύλους των ανορέκτων πελατίδων +ανεπτύχθησαν ήδη μεταξωτά και μάλλινα, επίκροκα και ταινίαι, στηθόδεσμοι και +περιτραχήλια, εις μάτην προσμένοντα την εκλογήν των.</p> + +<p>Ανοίγει τέλος το στόμα της η νέηλυς, αφού είπεν όσα είχε και ήκουσεν όσα +ήθελε, και ζητεί κάτι, αλλ' εική, ασκόπως, ως θα εζήτει ο,τιδήποτε άλλο. Αι +χάρτιναι θήκαι καταβαίνουσι ταχείαι από των θέσεών των, οι υπάλληλοι αρχίζουσι +τον πανηγυρισμόν του περιεχομένου των, και αι μικραί της κυρίας χείρες +αναδιφώσι, παραμερίζουσι, σκαλεύουσι, πασπατεύουσι, και καθ' ην στιγμήν +εφάνη σαν τέλος ότι κάτι εξέλεξαν, και ηκτινοβόλησε του υπαλλήλου ο οφθαλμός, +και προσέκλινεν ο καταστηματάρχης επιδοκιμάζων την καλαισθησίαν της εκλογής, +αι μικραί χείρες αποσύρονται αδρανείς, η κυρία εγείρεται, — αφού εξεκουράσθη +ήδη εντελώς — και λέγει χαριέστατα μειδιώσα·</p> + +<p> — Ευχαριστώ . . . . θα ξαναπεράσω!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και ξαναπερνά δυστυχώς, ως τοσάκις ήδη εξαναπέρασε.</p> + +<p>Και το προσκύνημα αυτό το ατελείωτον επαναλαμβάνεται καθ' εκάστην· +αρχίζει την πρωίαν και λήγει την μεσημβρίαν ή και την εσπέραν πολλάκις, χωρίς +ποτέ να κουρασθώσιν αι προσκυνήτριαι, χωρίς να βαρυνθώσι, χωρίς να +πεινάσωσιν, όταν σημαίνη μεσημβρία, χωρίς να πτοηθώσι το σκότος, όταν +ανάπτωνται πλέον οι σπάνιοι φανοί των οδών.</p> + +<p>Και επιστρέφουσιν εις τας οικίας των, κατευχαριστημέναι ότι +καταδιεσκέδασαν, ενώ οι ταλαίπωροι σύζυγοι, οι αδελφοί ή οι πατέρες των +αναμένουσι πεινώντες την επιστροφήν των, ίνα καθίσωσιν εις την τράπεζαν.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΑΝΑ ΤΑΣ ΟΔΟΥΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn18' id='ref18'>18</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Ας μην ανησυχήση ο κύριος Δήμαρχος Αθηναίων.</p> + +<p>Δεν έχομεν σκοπόν να επιθεωρήσωμεν τας οδούς της πόλεως.</p> + +<p>Την επιθεώρησιν αυτών θα επιχειρήσωμεν ίσως άλλην τινά ημέραν, όταν +παρέλθη ο καιρός των βροχών και του βορβόρου, και καταστή ούτως ακίνδυνος +οπωσδήποτε η ευσυνείδητος του έργου ημών εκπλήρωσις. Δεν θα αναμείνωμεν, +εννοείται, τον κονιορτόν του θέρους, διότι θα έχωμεν ανάγκην κάτι να ίδωμεν +χωρίς να τυφλωθώμεν. Θα εκλέξωμεν μίαν των σπανίων ημερών, καθ' ην να μη +υπάρχη κονιορτός μήτε βόρβορος. Επειδή δε αι ημέραι αύται είνε σπάνιαι, +σπανιώταται εν Αθήναις, διότι και όταν ήνε κονιορτός, ηξεύρουσι την τέχνην οι +καταβρέκται του Δήμου να μεταβάλλωσιν αυτόν εις βόρβορον, μειδιά ήδη +βεβαίως εν μακαριότητι ο κύριος Δήμαρχος, συλλογιζόμενος ότι μακρόν καιρόν θα +αναμείνωμεν την ανατολήν της εξαιρετικής εκείνης ημέρας,</p> + +<p>Αι! τις οίδεν; Ο μέγας της Ελλάδος θεός, ο θεός ο δωρήσας εις τους Έλληνας το +κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και το γαλλικόν θέατρον, ο εισαγαγών παρ' ημίν το +θείον δώρον του χρηματιστηρίου και πολιτίσας ημάς μέχρι του Κυνηγίου της +Αλώπεκος και των bals calicot, θα ευδοκήση να χαρίση και εις τας Αθήνας μίαν +ημέραν άνευ βορβόρου και άνευ κονιορτού. </p> + +<p>Δεν την περιμένομεν, βλέπετε, από τους ανθρώπους, αλλά την περιμένομεν +από τον θεόν, όστις σήμερον τουλάχιστον, εκεί όπου κατηντήσαμεν, αφού δεν +ευδοκεί να μας βρέξη ολίγον χρυσόν διά τα τοκομερίδια, ημπορεί επί τέλους και +να παύση βρέχων νερόν δι' ολίγας ημέρας.</p> + +<p>Μίαν από τας ημέρας αυτάς θα επιθεωρήσωμεν και ημείς τας οδούς της +πρωτευούσης και την κατάστασιν αυτών.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Σήμερον σκοπόν μόνον έχομεν να μεταδώσωμεν εις τους αναγνώστας ημών +ολίγας εκ των προχείρων διασκεδάσεων και τέρψεων, τας οποίας παρέχουσι +δωρεάν αι οδοί των Αθηνών εις πάντα κάτοικον ή διαβάτην, αστόν ή ξένον, +επαρχιώτην ή αλλοδαπόν.</p> + +<p>Διά να τας απολαύση τις όλας, δεν είνε πάντοτε ανάγκη να εξέλθη εις την οδόν. +Ενσκήπτουσιν αύται από της οδού κατά του μόλις εξυπνήσαντος ή και κοιμωμένου +έτι ακάκου θνητού, απαράλλακτα όπως κατά την οθωμανικήν παροιμίαν +μεταβαίνει το βουνόν προς τον Μωάμεθ, οσάκις αυτός δεν ευκαιρεί να μεταβή +προς εκείνο.</p> + +<p>Ας παρέλθωμεν τους δυστυχείς σαλεποπώλας, οίτινες, αν δεν ανήκουσιν ήδη +εις το παρελθόν, είνε όμως αναντιρρήτως εκπεσούσα πλέον μεγαλειότης. +Ηνάγκασε και αυτούς ο προβαίνων ολονέν πολιτισμός των Αθηναίων να γείνωσι +πολύχειρες και πολυτεχνίται, να προσθέσωσιν εις το αρχικόν και πατριαρχικόν των +επιτήδευμα πολλά άλλα, να μεταβληθώσιν από πλανοδίων πωλητών εις +καθιστικούς εμπόρους, να γείνωσι χαλβαδοπώλαι και βουτυροπώλαι, να ανοίξωσι +τέλος εμπορικά καταστήματα και να γείνωσιν επιτηδευματίαι φορολογούμενοι, +προς αγαλλίασιν του οικονομικού εφόρου, αφού δεν ηδύναντο άλλως να +κερδήσωσι τον ολιγαρκή και πενιχρόν αυτών βίον. Διότι . . . . τις πίνει πλέον σαλέπι +εν Αθήναις, όπου και αυτός ο καφές κινδυνεύει να εκθρονισθή υπό του τεΐου; +Μόλις που βρογχοπαθής τις γραία, ή μαθητής επαρχιώτης προσκείμενος εις τα +παλαιά, ουδ' αποτριβείς έτι την μικροπολιτικήν σκωρίαν υπό του θεάτρου των +Ποικιλιών.</p> + +<p>Δι' αυτό και σπανία, βραχνή, δειλή και εξησθενημένη ακούεται από της οδού η +φωνή του εωθινού σαλεποπώλου.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' αντ' αυτής όμως ποία — Θεέ και Κύριε! — είνε η φοβερά εκείνη κραυγή, η +σχίζουσα τα ώτα ως μελωδικόν κορύφωμα νεοβαγνερικής μουσικής, και +καλύπτουσα τον κυλιόμενον πάταγον των τροχών παρελαύνοντος αμαξίου; Είνε +σάλπισμα δαίμονος κρυολογημένου, ή απαίσιος ήχος σχιζομένου πανίου; είνε +ροκάνας υπερμεγέθους κρωγμός ή υλακή θηρίου τινός της Αποκαλύψεως; Είνε +ζώου μυκηθμός ή παράφρονος άναρθρος κραυγή;</p> + +<p>Τίποτε απ' όλ' αυτά.</p> + +<p>Είνε απλούστατα η μουσική πρόσκλησις του αρτοπώλου της οικίας.</p> + +<p>Ο οιονεί από θριαμβικού δίφρου και δίκην γηίνου τοποτηρητού της θείας +προνοίας περιφέρων εις των πελατών του τους οίκους τον επιούσιον αυτών άρτον +εσταμάτησε προ της θύρας σας τον ταχύν τριποδισμόν του ασθματικού του +ιππαρίου, και φυσά φυσίγναθος την ορειχαλκίνην του βυκάνην. Δεν ομοιάζει +αυτός τον ράθυμον καραγωγέα της καθαριότητος, όστις αδιαφορεί εντελώς αν +ακουσθή· θέλει τουναντίον να τον ακούσωσιν όλοι, και ο οξύς του φοβερού του +σαλπίσματος ήχος, κλονίζων τας υέλους των παραθύρων, σχίζων τα ώτα των +ενοίκων, παροξύνων εις σπαρακτικάς ωρυγάς τον σκύλον της οικίας και εις +αγωνίας κακαρίσματα τας όρνιθας της αυλής, φθάνει τέλος διάτορος εις το +μαγειρείον,</p> + +<p>Εσώθημεν! Η μαγείρισσα εξήλθεν εις την οδόν και παρέλαβε το σιτηρέσιον της +οικίας.</p> + +<p>Ο σαλπιστής παρήλθε, και η παράφωνος ηχώ της σάλπιγγός του ακούεται +περαιτέρω αναστατούσα την γειτονίαν.</p> + +<p>Και όμως υπάρχει που άρθρον του ποινικού Νόμου, τιμωρούν την διατάραξιν +της οικιακής ειρήνης των πολιτών.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Να μείνωμεν ακόμη εντός του οίκου, διά να ακούσωμεν αλληλοδιαδόχως τας +ποικίλας κραυγάς του αγοράζοντος<span class="sp"> +μποτί...λιαις</span>, του ζητούντος<span class="sp"> χαλκώματα +να γανώση</span> και του ισχνού γυρολόγου, του πανηγυρίζοντος δι' ερρίνου +ψαλμωδίας το περιεχόμενον του ονοφορήτου εμπορικού του καταστήματος;</p> + +<p>Ας μας λείψη.</p> + +<p>Αρκετά ήδη μας εξεκώφανεν ο αρτοφόρος. Ας εξέλθωμεν εις τας οδούς, όπου +άλλαι και πολλαί μας περιμένουσι ψυχαγωγίαι.</p> + +<p>Εν πρώτοις αδύνατον είνε να μη απαντήσωμεν κάπου νωπήν τινα τάφρον +ανορυσσομένην προ των ποδών μας.</p> + +<p>Οι αθηναίοι εσυνείθισαν εκ μακράς ανοχής των αρχών να θεωρώσι τους +δρόμους της πόλεως των ως ιδιόκτητον αγρόν, τον οποίον αροτριώσι και +άνασκάπτουσι και διβολίζουσιν, ως αν επρόκειτο να τον φυτεύσωσιν όλον +σπαράγγια. Ο είς εδώ ανοίγει χάνδακα, διά να φέρη εις την οικίαν του το ύδωρ ή +το φωταέριον, ο άλλος παρέκει ανοίγει μεγαλείτερον διά να μεταγγίση εις τας +γηραιάς και απωστεωμένας πλέον αρτηρίας των υπονόμων της πόλεως τας +περιττάς ευωδίας του μαγειρείου και . . . . άλλων μερών του οίκου του.</p> + +<p>Και όλα αυτά γίνονται ελευθέρως, ακωλύτως, όπως θέλει και κρίνει +πρόσφορον έκαστος συνταγματικός πολίτης των Αθηνών, δικαίαν αξίωσιν έχων, ως +τακτικώς ψηφοφορών και ατάκτως πληρόνων τους φόρους του, να ασκή +ανεξελέγκτως όσα νομίζει ελευθέρου πολίτου δικαιώματα.</p> + +<p>Αν μετά τινας ημέρας παρέλθετε πάλιν εκεί προ της τάφρου, θα ίδετε αντ' +αυτής ένα λόφον βορβόρου, και μετά τινας άλλας ημέρας, ότε τον βόρβορον +απεκόμισαν ήδη των διαβατών οι πόδες ή απέπλυνεν η βροχή, ευρύ ρυπαρόν +αυλάκιον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ας προχωρήσωμεν.</p> + +<p>Θέλετε το πεζοδρόμιον ή την οδόν;</p> + +<p>Αλλ' εκείνο είνε δυστυχώς ονόματι μόνον πεζοδρόμιον, πράγματι δε ό,τι άλλο +θέλετε.</p> + +<p>Εκεί έχει σωρεύσει προ της θύρας του όλας αυτού τας κοφίνους ο +οπωροπώλης, και ο παντοπώλης όλα του τα σαρδελλοβάρελα. Εκεί έχει παρατάξει +ο καφεπώλης τα σιδηρά του τραπεζάκια και τας χωλάς του καθέδρας. Εκεί +πολλάκις το θέρος αναπτύσσονται εν υπαίθρω ολόκληρα εστιατόρια. Εκεί θα +προσκρούσετε ίσως προς το κομψόν χειραμάξιον, εφ' ου η τροφός διακεκριμένου +οίκου εξάγει εις περίπατον το μαμμόθρεπτον νήπιον. Εκεί θ' ανακόψη παν βήμα +σας όμιλος αργών διερωτούντων αλλήλους τα νέα της ημέρας. Εκεί κινδυνεύετε +να κρημνισθήτε πολλαχού εις τα ταρτάρεια βάθη των υπογείων αποθηκών των +εμπορικών καταστημάτων, ων την χαίνουσαν καταπακτήν ελησμόνησε να κλείση ο +υπηρέτης, ή να ανατραπήτε υπό γιγαντιαίας κενής κιβωτού, όθεν προ μικρού +εξήχθησαν οι τελευταίοι νεωτερισμοί των Παρισίων. Τα πεζοδρόμια +χρησιμεύουσιν εν Αθήναις εις πάντα και πάντας· μόνον εις τους πεζούς διαβάτας +δεν χρησιμεύουσιν. Άπορον δε είνε αληθώς, πώς εξέφυγον μέχρι τούδε την +προσοχήν των ποδηλατών. Δεν εννοώ τι θα τους εμπόδιζε να εισβάλωσι και εις +αυτά. Ίσως τους αποθαρρύνει κάπως η ιδέα, ότι καλλίτερον είνε να +<span class="sp"> πέφτη κανείς εις τα μαλακά</span>.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Δόξα τω Θεώ!</p> + +<p>Ιδού τέλος και έν πεζοδρόμιον κενόν.</p> + +<p>Παρέρχεσθε αργά, βραδυπατών, ελευθέρως αναπνέων. Είσθε αμέριμνος, +συλλογίζεσθε τις οίδε τι ωραία πράγματα, αναπάλλετε ησύχως το ραβδίον σας, και +ροφάτε ηδονικώς τον καπνόν του σιγάρου σας, ότε αίφνης . . .<span class="sp"> Πραφ</span>! διά μιας +αφ' υψηλού, τρία βήματα εμπρός σας — αν είσθε τυχηρός — ή επί της κεφαλής +σας αυτής αν είσθε ατυχής, χύνεται βαρύς και ρυπαρός Νιαγάρας. Κατάπληκτος, +διάβροχος και βλασφημών υψούτε το βλέμμα, και βλέπετε υψηλά εκεί φαιδράν +και γυμνόποδα υπηρέτριαν, σφογγαρίζουσαν τον εξώστην της οικίας και +βρέχουσαν αμερίμνως επί της κεφαλής σας τον υγρόν αυτής βόρβορον. Φωνάζετε, +αν είσθε τολμηρός, και ακούετε εις απάντησιν τους γέλωτάς της, συνοδευόμενους +πολλάκις εν χορώ υπό των παρερχομένων διαβατών. Σιωπάτε, αν είσθε δειλός, και +παρέρχεσθε, μακαρίζοντες την πρωτεύουσαν και τας αρχάς της. Δεν είσθε ο +πρώτος, ούτε θα ήσθε ο τελευταίος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Δεν ειξεύρω, τι θα κάμη από πρώτης Ιανουαρίου η στρατιωτική αστυνομία. +Αλλ' ό,τι έκαμε μέχρι τούδε η διοικητική, διά να καταστήση τας οδούς της +πρωτευούσης εν ασφαλεία προσιτάς εις τους κατοίκους αυτής, δεν παρέχει +βεβαίως ύλην εις επικόν ποίημα ή εις λόγον πανηγυρικόν. Ίσως τις των νεωτέρων +συμβολιστών αντλήση εξ αυτών το θέμα βαθείας τινός αλληγορίας. Το βέβαιον +όμως είνε, ότι η παροιμιακή δόξα της ελευθέρας Κερκύρας ωχρίασεν από πολλού +προ της αίγλης των Αθηνών.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΙ ΤΟΝ ΟΔΩΝ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn19' id='ref19'>19</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Δεν ειξεύρω πότε ανεκάλυψε και πώς δικαιολογεί η νεωτέρα ψυχολογία την +ανακάλυψιν, ότι το άσμα είνε ενδόμυχος ανάγκη και αυτόματος ούτως ειπείν +έκχυσις τοιαύτης τινός ή τοιαύτης ψυχικής καταστάσεως, ιδίως δε των δύο άκρως +αντιθέτων, της φαιδρότητος και της μελαγχολίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι τον +μελαγχολώντα Έλληνα — δεν εννοώ τον περισσότερον ή ολιγώτερον +εξευρωπαϊσμένον, τον ερρύθμως στενάζοντα προς την σελήνην και υποκώφως +διακιθαρίζοντα την ψυχικήν αυτού βαρυθυμίαν, αλλά τον γνήσιον και +ανεπίπλαστον και ημιβάρβαρον μεν αλλ' ελληνίστατον Έλληνα του λαού +σπανιώτατα ή μάλλον ειπείν ουδέποτε κινεί εις άσμα η μελαγχολία. Άλλως η Ελλάς +ολόκληρος θα είχεν από πολλών ήδη μηνών μεταβληθή εις απέραντον ύπαιθρον +ωδείον, οπού οι ελέω<span class="sp"> οικονομικών συνδυασμών </span>πτωχυνθέντες και +λιμοκτονηθέντες Έλληνες θα εξεθύμαινον εις ήχον μάλλον ή ήττον βαρύν την +μελανήν χολήν του στήθους των.</p> + +<p>Ο ελληνικός λαός ψάλλει συνήθως όταν ήνε εύθυμος. Επειδή δε τούτο, +σήμερον ιδίως, σπανίως του συμβαίνει, αναζητεί την ευθυμίαν εντός του πλήρους +οίνου ποτηρίου, και όταν την εύρη — πράγμα όχι δύσκολον — την διαλαλεί +μεγαλοφώνως και μουσικώς, είτε δι' ενός αμανέ είτε διά μιας καντάδας, αναλόγως +πλέον της καταγωγής αυτού, της μουσικής του ανατροφής, της καλαισθησίας του +ή της ειδικωτέρας ψυχικής του καταστάσεως. Την διαλαλεί δε τότε οξυφωνότατα +αληθώς και παταγωδέστατα, ξελαρυγγιζόμενος αυτόχρημα και ογκούμενος +μάλλον ή άδων. Έχει βεβαίως την ιδέαν ότι τραγουδεί, αλλά κραυγάζει μόνον και +ουδέν άλλο.</p> + +<p>Ο Έλλην δεν επλάσθη υπό της φύσεως μουσικός. Τούτο είνε λυπηρά αλήθεια, +της οποίας μόνον χάριν της επικρατούσης προλήψεως και προς αποφυγήν +μακρολογίας δύναταί τις να παραδεχθή τους Επτανησίους ως εξαιρέσεις. Ο Έλλην +δεν έχει δυστυχώς ούτε το ους μουσικόν ούτε την φωνήν μουσικήν. Πλην δε +σπανίων εξαιρέσεων ξεφωνίζει μεν συνήθως άδων, παραφωνεί δε ως επί το +πλείστον ως ραγισμένος οξύαυλος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και οσάκις μεν ο έλλην τραγουδιστής εκχύνει εις τόνους μάλλον ή ήττον +αμούσους και τραχείς και εις κραυγάς μάλλον ή ήττον οξείας την τεχνητήν αυτού +φαιδρότητα εκεί όπου την ηγόρασε, τουτέστι παρά την τράπεζαν του οινοπωλείου, +meno male, ως λέγουσιν οι Ιταλοί· το κακόν είνε υποφερτόν. Τραγουδισταί και +ακροαταί είνε συνήθως οι αυτοί, ή, αν ήνε διάφοροι, ισοπεδούνται όμως ταχέως +υπό του ρητινίτου και ώτα και φωναί, η συναυλία ευρύνεται, και όσοι δεν +ψάλλουσιν, υποκρούουσιν επί τέλους διά των ποτηρίων ή των γρόνθων αυτών επί +της τραπέζης. Όλοι των είνε προδήλως ευχαριστημένοι, και υπέρ πάντας +αναντιρρήτως ο οινοπώλης, ο εκ μακράς πείρας γινώσκων, αν μη υπό του +Ευαγγελίου διδαχθείς, πότε συνήθως εξοδεύεται<span class="sp"> ο ελάσσων </span>οίνος.</p> + +<p>Αλλ' όταν όμως οι ατμοί του οίνου γεμίσωσι τας κεφαλάς των τραγουδιστών, +και θερμανθή κατ' ολίγον μέχρι πνιγμού η ατμοσφαίρα του οινοπωλείου, και +στενοχωρηθέντες οι οινόφλυγες ψάλται ποθήσωσιν ύπαιθρον δροσερόν αέρα και +εκχυθώσιν εις τας οδούς εν ώρα μεσονυκτίου, τότε — οίμοι! — αρχίζει το βάσανον +των ειρηνικών κατοίκων της πόλεως.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Επεστρέψατε αργά εις την οικίαν σας, αφού ημέραν όλην, από πρωίας μέχρι +βαθείας πολλάκις νυκτός, ηγωνίσθητε τον ατερπή και βαρύμοχθον αγώνα του +βίου. Μόλις το δείπνον κατορθοί να διαλύση κάπως την δυσθυμίαν σας, και τις +οίδε ποίαι σκέψεις και ποίαι περί της αύριον μέριμναι παρακολουθούσι τας έλικας +του καπνού, τας αναδιδομένας υπό του σιγάρου, το οποίον ανάπτετε μηχανικώς. +Ποθείτε ανακούφισιν, ανάπαυσιν. Το αισθάνεσθε, και κατακλίνεσθε τέλος, +καλούντες εκ μέσης ψυχής τον παρήγορον ύπνον επί τα βλέφαρά σας. Αργεί να +έλθη, αλλά τέλος έρχεται, και αρχίζετε ήδη να αισθάνεσθε την ευχάριστον εκείνην +έκλυσιν των σωματικών σας δυνάμεων, την ποθητήν εκείνην σύγχυσιν των ιδεών, +ήτις τον προαγγέλλει, ότε . . . . . αίφνης φοβερά φωνασκία μουσολήπτων +δαιμόνων αντηχεί από της οδού. Δεν είνε είς, κλαυθμηρίζων ερρίνως, ως άλλοτε, +τον αμανέν του. Είνε πολλοί, είνε συμμορία ολόκληρος, είνε χορός αποτελών +συναυλίαν, και αναμιγνύων εις σπαρακτικόν των ώτων σας κράμα πάσαν δυνατήν +και αδύνατον ζώου φωνήν, από του βαρέος ογκηθμού γεγηρακότος όνου μέχρι της +οξείας υλακής δερομένου κυναρίου, από του μυκηθμού του βοός μέχρι του +γρυλλισμού του χοιριδίου. Άλλοι εξ αυτών είνε δήθεν βαθύφωνοι και άλλοι +μεσόφωνοι, άλλοι βαρύτονοι και άλλοι, οι νεώτεροι και αμύστακες, παρωδούσιν +απαισίως γυναικείας φωνάς, συστέλλοντες εις οξύν συριγμόν τον οινοβραχή των +λάρυγγα. Άδουσι δήθεν εν τετραφωνία, και μέλπουσιν, ως φρονούσιν, +ευρωπαϊκούς σκοπούς. Είνε οι πλείστοι εξ αυτών θαμισταί των ωδικών καφενείων, +και εξ αυτών εταμίευσεν η μουσική των μνήμη όσα βρυχάται το άμουσον αυτών +στόμα.</p> + +<p>Ανασκιρτάτε σπασμωδικώς επί της κλίνης σας, ως από φοβερού εφιάλτου +εγειρόμενοι, αγανακτείτε, βλασφημείτε, συλλογίζεσθε ότι πληρόνετε τακτικώτατα +τους φόρους σας, και ότι επομένως έχετε αναμφήριστον το δικαίωμα της οικιακής +ειρήνης και ασφαλείας, στέλλετε μυριάκις εις τον διάβολον τους νυκτερινούς +συναυλητάς και τους νεοφωτίστους αστυφύλακας, αλλά μ' όλα ταύτα ή μάλλον +ειπείν δι' όλα ταύτα ο ύπνος σας επέταξε. Μένετε μ' ανοικτούς οφθαλμούς, . . . και +ελπίζετε ίσως ότι θα παρέλθη ταχύς ο φοβερός εκείνος μουσικός χείμαρρος προ +των παραθύρων σας, και θα μεταβή τέλος περαιτέρω, να εξυπνήση και άλλον +άκακον χριστιανόν. Αλλ' οι συμμορίται παραμένουσι και ξελαρυγγίζονται +εναμίλλως, τις οίδεν εις τίνος σκληράς μαγειρίσσης την άτεγκτον καρδίαν +προσφέροντες τον μουσικόν λιβανωτόν των ακαταπονήτων λαρύγγων των.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' ίσως δεν κοιμάσθε, ότε αντήχησεν έξωθεν της οικίας σας </p> + +<p class="poem">il rauco suon della tartarea tromba</p> + +<p>Εργάζεσθε όμως, ή προσπαθείτε καν να εργασθήτε. Ανάψαντες τον λύχνον σας +εστρώσατε τον χάρτην εμπρός σας, ελάβατε τον κάλαμον εις χείρας, και ηρχίσατε +κάπως να συγκεντρόνετε τας ιδέας σας, . . . ότε εκρήγνυται διά μιας της μεθύσου +ομάδος ο απροσδιόνυσος πάταγος. Συμμαζεύσατε τότε πλέον τας ιδέας σας, αν +ημπορείτε! Έφυγαν όλαι μικραί και μεγάλαι, και μένετε με τον κάλαμον εις την +μίαν χείρα και με την άλλην χείρα ξύουσαν την άγονον πλέον και ανέλπιδα +κεφαλήν σας.</p> + +<p>Αλλ' ίσως έχετε το ατύχημα μήτε να κοιμάσθε, μήτε να εργάζεσθε, αλλά να +ασθενήτε, ή να έχετε πλησίον σας εκεί ασθενούντα ένα των οικείων σας. +Στενάζετε, ή βλέπετ' εκείνον στενάζοντα υπό τον πυρετόν, τυραννούμενον υπό της +αϋπνίας και κυλιόμενον εν αγωνία, επί της κλίνης του. Φαντάσθητε δε, — και διατί +να το φαντασθήτε, αφού πολλάκις βεβαίως το επάθετε — το φοβερόν επί του +ασθενούς αποτέλεσμα της αιφνιδίας εκείνης των μαινομένων λύκων ωρυγής!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και διατί ταύτα πάντα;</p> + +<p>Διά να μη προσβληθή ίσως η συνταγματική ελευθερία του έλληνος +πολίτου;</p> + +<p>Ή διά να μη παρακωλυθή η ανάπτυξις της μουσικής εν Αθήναις;</p> + +<p>Ή διά να διασκεδάζωσιν ελευθέρως οι αθηναίοι ψηφοφόροι, αποσπώμενοι +πάσης άλλης πολιτικής σκέψεως και μερίμνης περί της αύριον;</p> + +<p>Δι' ουδέν τούτων βεβαίως, αλλ' απλώς και μόνον διά να μη κοπιάζωσιν +υπερανθρώπως τα αστυνομικά όργανα.</p> + +<p>Ενθυμούμεθα εν τούτοις τα<span class="sp"> καϋμένα </span>τα ευζωνάκια του εν μακαρία τη +λήξει Μπαϊρακτάρη, άτινα επί μήνας πολλούς είχον αληθώς ειρηνεύσει τας +αθηναϊκάς νύκτας, αδυσωπήτως συλλέγοντες από πάσης αγυιάς και λεωφόρου και +ρύμης της πρωτευούσης πάσαν μεγαλόφωνον μουσικήν συμμορίαν, και +ευσυνειδήτως ταμιεύοντες τα παραπαίοντα μέλη της εντός των δροσερών +κατωγείων των αστυνομικών κρατητηρίων, . . . και ευλογούμεν την ωραίαν εκείνην +εποχήν.</p> + +<p>Είνε τόσον δύσκολον άραγε να απαγορευθή αυστηρώς εν Αθήναις δι' +αστυνομικής διατάξεως ό,τι εις ουδεμίαν, ούτε πρωτεύουσαν ούτε δευτερεύουσαν +ούτε τριτεύουσαν πόλιν του πολιτισμένου κόσμου επιτρέπεται, και η αστυνομική +αυτή διάταξις να μη μείνη απλώς επί του χάρτου;</p> + +<p>Είνε άραγε υπερβολική η αξίωσις των φιλησύχων αστών της πόλεως να +τεθώσιν αν μη εν κρείττονι αλλ' εν ίση καν μοίρα προς τους φιλοταράχους, και να +καταστώσιν ελεύθεροι να κοιμώνται, να εργάζωνται ή και ν' ασθενώσιν εν ειρήνη, +όπως εκείνοι δύνανται κάλλιστα ν' αφεθώσιν ελεύθεροι να ξεφωνίζωσι και να +ξελαρυγγίζωνται όπου αλλού θέλουσιν, αλλ' όχι ανά τας οδούς της πόλεως και υπό +τα παράθυρα των οικιών; Ας σκεφθή, παρακαλούμεν, περί τούτου κατά τας ώρας +της σχολής αυτής η στρατιωτική αστυνομία.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Η ΚΥΡΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn20' id='ref20'>20</a></span>) +<br /><br /></h3> + +<p> +<br /> +Δέχεται δηλαδή άπαξ της εβδομάδος διαρκούντος του χειμώνος, εις ώραν +ωρισμένην, από της πέμπτης συνήθως μέχρι της εβδόμης· έχει τουτέστι την +ημέραν της, son jour, ως λέγουσιν οι γάλλοι, κατά την οποίαν κάθηται εις την +οικίαν της, είτε βρέχει είτε δεν βρέχει, είτε ωραίος καιρός είνε ή παγετώδης +βορράς.</p> + +<p>Μη τυχόν υποθέσετε όσοι δεν παρακολουθείτε την εν Ελλάδι εξέλιξιν του +δυτικού πολιτισμού, ούτε διατελείτε ενήμεροι εις τας εν Αθήναις προόδους του, +ότι η Κυρία μένει εξαιρετικώς την ημέραν αυτήν εις την οικίαν της, διότι έχει — ως +άλλοτε εις χρόνους βαρβαρότητος η μήτηρ αυτής ή προμήτωρ — να φροντίση περί +των εν τω οίκω, να επιστατήση εις την παρασκευήν του γεύματος, να εποπτεύση +την μελέτην των τέκνων της, ή να ευτρεπίση την ιματιοθήκην των. Αυτά είνε +γηραιάς εποχής παρωχημένα ασχολήματα, μόλις που σήμερον μνημονευόμενα +υπό των παλαιών· είνε αναμνήσεις ευρωτιώσαι καιρών παρελθόντων, καθ' ας αι +κυρίαι ελέγοντο επί το προστυχώτερον οικοκυραί, και ιδρύουσαι οίκον διά του +γάμου των ήσαν υπερήφανοι διοικούσαι αυτόν ως σύζυγοι και μητέρες.</p> + +<p>Σήμερον αι κυρίαι — αι πολιτισμέναι, εννοείται, αι αναγινώσκουσαι τον +Bourget και τον Delpit, αι έχουσαι λεύκωμα και ομιλούσαι αταράχως περί +πραγμάτων, άτινα δεν ετόλμων να ακούσωσιν αι μητέρες των, — έχουσιν άλλα +πολύ μεγαλείτερα καθήκοντα προς τον κόσμον και την εν αυτώ κοινωνικήν των +θέσιν. Ζώσι διά τον κόσμον μάλλον ή διά τον οίκον των και τους εν αυτώ. Και αυτό +δε το κάλλιστον του οίκου των μέρος, η αίθουσα, ήτις από τινος απέκτησε μάλιστα +και τέκνον — το<span class="sp"> σαλονάκι</span>, αν αγαπάτε — είνε διά τον κόσμον ιδίως και την +υποδοχήν αυτού παρεσκευασμένη. Εκεί έχουσι συμφορηθή πάντα του οίκου τα +ανάκλιντρα και τραπεζάκια· εκεί τα μεταξωτά ή βελούδινα μικρά προσκεφάλαια, +άτινα εκέντησαν κατά τας ώρας της αφθόνου σχόλης των η οικοδέσποινα ή αι +θυγατέρες της, και τα χρυσοποίκιλτα παλαιά υφάσματα, περιδεδεμένα +καλλιτεχνικώς περί τας φωτογραφίας των οικείων και φίλων· εκεί επί παντός +τραπεζίου παντοία μικρολογήματα, κρυστάλλινα αγγεία κλονιζόμενα προς παν +βήμα, λαμπτήρες μικροσκοπικοί περιστεφόμενοι υπό των εκ τριχάπτου σκιαδίων +των, ανθοδοχεία ναννοφυή μόλις χωρούντα έν ίον, βιβλία εδώ, λευκώματα εκεί, +και φόρτος παντοίος βαρύτερος της ράχεως των βασταζόντων αυτόν τραπεζίων, +και κινδυνεύων να ανατραπή χαμαί εις άμορφον σωρόν κατά την πρώτην +αποτόμου επαφήν αγκώνος ή κνήμης. Εκεί τέλος παν κόσμημα και παν στολίδιον +δυνάμενον να καλλύνη το οπλοστάσιον αυτό του συρμού, όπου αναμένει από της +πέμπτης μετά μεσημβρίαν ώρας η οικοδέσποινα, πάνοπλος προς πάσαν +ενδεχομένην μάχην φιλαρεσκείας, κενολογίας ή πνεύματος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εις γωνίαν τινά της αιθούσης αυτής — ήτις παρέχει πολλάκις εν συνόλω την +όψιν βιομηχανικού μουσείου ή συμμιγούς παλαιοπωλείου — αχνίζει επί κομψής +λευκοστρώτου τραπέζης ή τεϊοδόχη, και παρ' αυτήν παρατάσσονται πινάκια +ποικιλομεγέθη, άλλο μεν με το φοβερόν εκείνο Cake, το απαραίτητον πλέον διά +πάσαν οικοδέσποιναν σεβομένην εαυτήν και τους ξένους της, άλλο με +σακχαροπήκτους καρπούς, και άλλα με παντοία τραγήματα, εις καλλιτέχνους +πυραμίδας συντεταγμένα, ων την συμμετρίαν ελαθροχείρησαν πού και πού, +παρεισφρήσαντες προ της ώρας, οι δίποδες ποντικοί της οικίας.</p> + +<p>Να εισέλθωμεν ημείς πρώτοι εις επίσκεψιν της κυρίας, καθ' ην ώραν αναμένει +έτι τους ξένους της, και τείνει έμπλεον προσδοκίας το βλέμμα προς την θύραν, και +προσέχει ανυπόμονον το ους προς πάντα κρότον του κώδωνος της θύρας;</p> + +<p>Καλλίτερα όχι. Δεν είνε ευχάριστον να περιμένη τις, και ακόμη ολιγώτερον να +βλέπη άλλον περιμένοντα. Ενθυμηθήτε τον ταλαίπωρον Σουφλερύ, όσοι δεν +ηκούσατε τον Λεπορέλλον ψάλλοντα το αμίμητον εκείνο Aspettare e non venire. +Είνε στιγμαί αγωνίας πολλάκις αι στιγμαί εκείναι, καθ' ας η κυρία, μάτην +περιμένουσα και μάτην κατασκοπούσα από του παραθύρου της τον καιρόν και +τους διαβάτας, αναμετρεί εν συντριβή πόσων γνωρίμων της συναδέλφων τας η μ +έ ρ α ς παρημέλησεν, εις πόσους των ξένων της δεν εμειδίασεν επαρκώς κατά την +παρελθούσαν Πέμπτην ή Παρασκευήν, όπως τους ενθαρρύνη εις εξακολούθησιν +του προσκυνήματος, και συγκυκά εν τη αεικινήτω φαντασία της πολυποίκιλα και +συγκρουόμενα σχέδια μετανοίας ή εκδικήσεως.</p> + +<p>Το θέαμα θα ήτο ίσως ψυχολογικώς ενδιαφέρον, αλλ' όχι και ευχάριστον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ας βραδύνωμεν ολίγον, και ας εισέλθωμεν in medias res, ως πράττουσιν οι +μυθιστοριογράφοι, οι συμμορφούμενοι προς του Ορατίου τα παραγγέλματα. Ας +εισέλθωμεν εις την πλήθουσαν ήδη αίθουσαν, θερμήν από των αχνιζόντων +κυπέλλων και ζωηράν από της συνομιλίας. Μη φοβήσθε. Δεν θα ταράξωμεν +κανένα. Η μεν γενική ομιλία δεν έχει ούτε αρχήν ούτε τέλος, ούτε αντικείμενον +ωρισμένον, οι δε κατ' ιδίαν εις τας γωνίας των ανακλίντρων συνημμένοι διάλογοι +δεν θα διακοπώσι προς χάριν μας. Θα δυσκολευθώμεν ίσως μόνον να εύρωμεν +θέσιν, αλλά θα το κατορθώσωμεν επί τέλους, προσέχοντες, εννοείται, μη +ανατρέψωμεν κανέν τραπέζιον και τον επ' αυτού λαμπτήρα, και διολισθαίνοντες +διά μέσου σκαμνίων και γονάτων μέχρι της κενής εκείνης καθέδρας.</p> + +<p>Εκαθίσαμεν τέλος, επήραμεν εκόντες άκοντες το τσάι μας, και φαιδρύναντες +ευσυνειδήτως το πρόσωπον ημών διά του ιλαρωτάτου των μειδιαμάτων, +αποπειρώμεθα να μετάσχωμεν και ημείς της συνομιλίας. Το πράγμα δεν είνε +τόσον εύκολον, όσον φαίνεται. Αν μάλιστα η πλειονοψηφία της ομηγύρεως είνε, +ως συνήθως συμβαίνει, γυναικεία, μακρά θα ήνε η απόπειρα και ίσως μάταιος επί +τέλους ο κόπος. Ομιλούσι τόσον ευχαρίστως αι γυναίκες! Έπειτα δε και προς τι +άλλο δέχεται η κυρία, παρά διά να ομιλήση και ν' ακούση; Τέλος κατορθόνομεν +και ημείς ν' αρπάσωμεν έν άκρον ενός οιουδήποτε μίτου της συνομιλίας, και +συμπαρασυρόμεθα μετά των άλλων εις τον συμμιγή εκείνον βόμβον λέξεων, +φωνών, γελώτων, επιφωνήματων, — ενίοτε και ιδεών.</p> + +<p>Τι λέγουσι και τι λέγομεν!</p> + +<p>Δυσκολώτατον είνε να το αντιληφθή τις καθαρώς, και αδύνατον να το +σημειώση στενογράφος. Εδώ μιας φράσεως αρχή, και εκεί το τέλος άλλης. Εδώ +ερώτησις μένουσα χωρίς απάντησιν, διότι δεν ηκούσθη, και εκεί απάντησις εις +ερώτησιν μη γενομένην. Εδώ επιφωνήματα θαυμασμού προς ευφυολογίαν την +οποίαν κανείς δεν εννόησε, και παρέκει διήγησις την οποίαν κανείς δεν ακούει. +Εδώ απαγγέλλει τις αίφνης, οιονεί εν υπνωτισμώ μονολογών, δύο στίχους του +Κοππέ από του παρακειμένου χρυσοδέτου τομιδίου, και άλλη παρ' αυτόν +συγχρόνως μεγαλοφωνεί έν βαθύσοφον απόφθεγμα από του λευκώματος της +οικοδεσποίνης. Εδώ ψιθυρισμοί και εκεί γέλωτες. Εδώ επιτιμήσεις και αιτήσεις +συγγνώμης, και παρέκει φιλοφροσύναι και μετριόφρονες διαμαρτυρήσεις. Και εν +μέσω του συμμιγούς αυτού βόμβου, του αναμιμνήσκοντος αμυδρώς το +συγχορδιστικόν προανάκρουσμα πολυπληθούς ορχήστρας, τολμά τις ενίοτε +αφελής να διηγηθή την υπόθεσιν του τελευταίου μυθιστορήματος το οποίον +ανέγνωσεν, ή να αναλύση το κωμειδύλλιον του φίλου του ως αν ήτο εχθρός του, ή +να περιγράψη την ενδυμασίαν της κυρίας δείνα εις τον τάδε χορόν. Η τελευταία +του αυτή απόπειρα επιτυγχάνει κάπως περισσότερον, και αι κυρίαι τουλάχιστον +σιωπώσι προς στιγμήν. Αλλοίμονον, αν καθίση αίφνης μία εξ αυτών προ του +κλειδοκυμβάλου, ή αν νεαρός τις ποιητής αρχίση παρακληθείς την απαγγελίαν του +τελευταίου του αριστουργήματος! Ευτυχώς συμβαίνουσιν ενίοτε και τα δύο +συγχρόνως, . . . πολλάκις δε της φαιδράς ομηγύρεως τα χειροκροτήματα δεν +περιμένουσιν ούτε της μιας ούτε του άλλου το τέλος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εις τας γωνίας της αιθούσης, απομεμονωμένοι σχεδόν ανά δύο, ψιθυρίζουσιν +ατάραχοι οι νεώτεροι και αι νεώτεραι. Ομιλούσι σιγά, αλλ' ακούονται μεταξύ των, +διότι δεν ακούουσι τον θόρυβον. Ημείς δεν είνε δυνατόν να τους ακούσωμεν, αλλά +και αν τους ηκούαμεν δεν ηθέλαμεν ίσως τους εννοήσει. Έχουσι την ευδαίμονα +ηλικίαν του ονείρου και της ελπίδος, και πλάττουσι δι' αυτών ακόπως και +προχείρως τόσα ωραία πράγματα, και μειδιά το χείλος αυτών το νεαρόν, και +ακτινοβολούσιν οι διαυγείς των οφθαλμοί, τους οποίους δεν εθόλωσεν ακόμη της +σκέψεως το σύννεφον.</p> + +<p>Δι' αυτούς είνε αληθής τέρψις και απόλαυσις αι πέμπται της οικοδεσποίνης. +Κρατούσι σειράν, τας ενθυμούνται, τας περιμένουσι, και συνεχίζουσιν εις την +επομένην ό,τι δεν ετελείωσαν κατά την παρελθούσαν.</p> + +<p>Τις οίδε δε; ίσως κατά βάθος οι νεώτεροι αυτοί και αι νεώτεραι είνε ο κύριος +λόγος δι' ον η<span class="sp"> Κυρία </span>δέχεται. <br /></p> +<hr></hr> + +<p id="fn1">1) Εδημοσιεύθη το πρώτον υπό αλλοίαν πως μορφήν εν τη<span class="sp"> Πανδώρα </span>της 15 Σεπτεμβρίου 1867.<a href="#ref1" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn2">2) Εδημοσιεύθησαν το πρώτον εν τω<span class="sp"> Αθηναϊκώ Ημερολογίω </span> +(Δ. Κορομηλά) του έτους 1874.<a href="#ref2" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn3">3) Εδημοσιεύθησαν το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εστία </span>του έτους 1883. 4) Το +διήγημα τούτο, υπό αλλοίαν όλως μορφήν, εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Πανδώρα </span>του έτους 1860.<a href="#ref3" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn4">4) Το διήγημα τούτο, υπό αλλοίαν όλως μορφήν, εδημοσιεύθη το +πρώτον εν τη<span class="sp"> Πανδώρα </span>του έτους 1860.<a href="#ref4" title="πίσω">↩ +</a></p> + +<p id="fn5">5) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εστία </span>του έτους 1884.<a +href="#ref5" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn6">6) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εστία </span>του έτος 1886.<a href="#ref6" +title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn7">7) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εστία </span>του έτους 1885.<a +href="#ref7" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn8">8) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span> +της 8 Δεκεμβρίου 1893.<a href="#ref8" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn9">9) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span> +της 11 Δεκεμβρίου 1893.<a href="#ref9" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn10">10) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τω Ημερολογίω<span class="sp"> Ποικίλη Στοά </span>του +έτους 1884.<a href="#ref10" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn11">11) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Εστία </span>του έτους 1878.<a +href="#ref11" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn12">12) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τω<span class="sp"> Ημερολογίω +</span>της<span class="sp"> Ε σ τ ί α ς </span>του +έτους 1887.<a href="#ref12" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn13">13) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Ακροπόλει </span>της 25 Δεκεμβρίου +1885.<a href="#ref13" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn14">14) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> Ακροπόλει </span>της 4 και 5 +Φεβρουαρίου 1886.<a href="#ref14" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn15">15) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τω ημερολογίω<span class="sp"> Ποικίλη Στοά </span>του +έτους 1887.<a href="#ref15" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn16">16) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> + Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span> της +18 Δεκεμβρίου 1893.<a href="#ref16" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn17">17) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> +Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span> της +20 Δεκεμβρίου 1893.<a href="#ref17" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn18">18) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> +Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span> της +24 Δεκεμβρίου 1893.<a href="#ref18" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn19">19) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> +Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span> της +30 Ιανουαρίου 1894<a href="#ref19" title="πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn20">20) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη<span class="sp"> +Εφημερίδι </span>των<span class="sp"> Συζητήσεων </span>της +31 Δεκεμβρίου του έτους 1893.<a href="#ref20" title="πίσω">↩</a></p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Analecta Volume 1, by Angelos Vlahos + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANALECTA VOLUME 1 *** + +***** This file should be named 37868-h.htm or 37868-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/8/6/37868/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + diff --git a/37868-h/images/1stpage.jpg b/37868-h/images/1stpage.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..78a38ea --- /dev/null +++ b/37868-h/images/1stpage.jpg |
