summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/39073-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '39073-h')
-rw-r--r--39073-h/39073-h.htm2127
-rw-r--r--39073-h/images/cover.jpgbin0 -> 56218 bytes
2 files changed, 2127 insertions, 0 deletions
diff --git a/39073-h/39073-h.htm b/39073-h/39073-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..0dd5985
--- /dev/null
+++ b/39073-h/39073-h.htm
@@ -0,0 +1,2127 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN">
+<HTML>
+<HEAD>
+<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8">
+<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light">
+<TITLE>Χοηφόροι</TITLE>
+</HEAD>
+<BODY>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of The Libation Bearers, by Aeschylus
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Libation Bearers
+
+Author: Aeschylus
+
+Translator: Ioannis Gryparis
+
+Release Date: March 7, 2012 [EBook #39073]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE LIBATION BEARERS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to <BR>
+monotonic. The spelling of the book has not been changed <BR>
+otherwise. </p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε <BR>
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. </p>
+
+<IMG SRC="images/cover.jpg" WIDTH="453" HEIGHT="624" BORDER="0" ALT="Εξώφυλλο">
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΑΙΣΧΥΛΟΣ</h2>
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΟΡΕΣΤΕΙΑ</h2>
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΧΟΗΦΟΡΟΙ</h2>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<BR>
+I. Ν. Γ Ρ Υ Π Α Ρ Η</h3>
+
+<p>
+<BR>
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<BR>
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p>
+
+<p>ΑΙΣΧΥΛΟΥ</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΕΙΑ</p>
+
+<p>ΧΟΗΦΟΡΟΙ</p>
+
+<p>ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ</p>
+
+<p>I. Ν. Γ Ρ Υ Π Α Ρ Η</p>
+
+<p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ</p>
+
+<p>
+<BR>
+<h3 style="margin-top: 3em">Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ</h3>
+
+<p>
+<BR>
+Το δεύτερον δράμα της Ορεστείας, αι Χοηφόροι, περιέχουσι την <BR>
+κυρίαν πράξιν, δηλ. την μητροκτονίαν του Ορέστου επί της οποίας <BR>
+στηρίζεται το ηθικόν πρόβλημα της Τριλογίας.</p>
+
+<p>Η ένοχος Κλυταιμνήστρα ταρασσομένη από απαίσια όνειρα στέλλει την <BR>
+κόρην της Ηλέκτραν με συνοδείαν δούλων γυναικών (ο χορός) δια να <BR>
+εξευμενίση με νεκρωσίμους εκ μέρους της σπονδάς (χοάς) την σκιάν <BR>
+τον αδικοσκοτομένου Αγαμέμνονος. — Εκεί επί του τάφου, γίνεται η <BR>
+αναγνώρισις των δύο αδελφών, της Ηλέκτρας και του Ορέστου, όστις <BR>
+κρυφίως εκ της Φωκίδος είχεν έλθη μετά τον φίλον του Πυλάδου διά <BR>
+να λάβη εκδίκησιν του φόνου του πατρός του, συμφώνως με την <BR>
+επιτακτικήν διαταγήν του Απόλλωνος. Οι δύο αδελφοί ψάλλουσιν <BR>
+αμοιβαίον επιτάφιον θρήνον (κομμόν) επί τον τάφου του πατρός των, <BR>
+και σχεδιάζουσι την εκδίκησιν.</p>
+
+<p>Πράγματι ο Ορέστης εισάγεται διά δόλου, όπως απήτησεν ο χρησμός <BR>
+του δελφικού Θεού, εις το πατρικόν ανάκτορον, όπου φονεύει πρώτον <BR>
+τον Αίγισθον και κατόπιν επί του πτώματος αυτού την μητέρα του <BR>
+Κλυταιμνήστραν.</p>
+
+<p>Ακολούθως ανοίγει τας πύλας του ανακτόρου και επιδεικνύει εις τον <BR>
+λαόν τους νεκρούς των τιμωρηθέντων ενόχων και αφ' ετέρου τον <BR>
+πέπλον διά τον οποίον εκείνοι περιετύλιξαν τον πατέρα τον και τον <BR>
+εδολοφόνησαν. Αλλά συγχρόνως αρχίζει να ταράσσεται το λογικόν του, <BR>
+βλέπει ενώπιόν του τα φάσματα των τιμωρών Ερινύων, επικαλείται την <BR>
+μαρτυρίαν των Αργείων διά την αθωότητά τον και τρέπεται εις <BR>
+εκουσίαν εξορίαν.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">Π Ρ Ο Σ Ω Π Α</h3>
+
+<p>
+<BR>
+ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+ΠΥΛΑΔΗΣ<BR>
+ΧΟΡΟΣ<BR>
+ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+ΔΟΥΛΟΣ<BR>
+ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+ΤΡΟΦΟΣ<BR>
+ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΑΙΣΧΥΛΟΥ</h3>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΧΟΗΦΟΡΟΙ</h3>
+
+<p>
+<BR>
+ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ω χθόνιε Έρμη, της πατρικής μου αρχής προστάτη,<BR>
+σωτήρας, δέομαι, γίνε μου και σύμμαχος μου,<BR>
+τώρα που πίσω ο εξόριστος φτάνω στη γη μας</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>και κράζω του πατέρα μου, σ' αυτόν επάνω<BR>
+του τάφου του τον όχτο, να μ' ακούση . . </p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>. . . πλεξίδα πότρεφα του Ινάχου<BR>
+κι' αυτή την άλλη για το πένθος του πατρός μου.</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>γιατί δεν ήμουν μπρος να κλάψω το νεκρό σου,<BR>
+πατέρα, ουδέ στο ξόδι σου ν' απλώσω χέρι.</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>Α!</p>
+
+<p>τι 'ναι που βλέπω! σαν ποια νάναι η συνοδεία<BR>
+των γυναικών αυτών των μαυροφορεμένων,<BR>
+πόρχουνται δώθε; τι να φαντασθώ πως τρέχει;<BR>
+μη βρήκε νέα το σπίτι μας συμφορά πάλι;<BR>
+Ή δεν θα γελαστώ αν ειπώ πως του πατρός μου<BR>
+φέρνουν χοές που τους νεκρούς καλοκαρδίζουν;<BR>
+το δίχως άλλο! γιατί, νά, θαρρώ κ' η Ηλέκτρα<BR>
+έρχεται η αδερφή μου εδώ βαρυπενθούσα.<BR>
+Ω Δία, δόσε του πατέρα μου το φόνο <BR>
+να εκδικηθώ και γίνε πρόθυμος βοηθός μου!<BR>
+Πυλάδη, ας τραβηχτούμε, για να εξακριβώσω<BR>
+τι νάναι αυτών των γυναικών η λιτανεία.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+(πάροδος)</p>
+
+<p>Ήρθα σταλμένη συνοδειά<BR>
+χοές να φέρω απ' τα παλάτια<BR>
+γοργά τα στήθια μου χεροχτυπόντας·<BR>
+πρέπουν στα ματωμένα μάγουλά μου<BR>
+ξεγδάρματ' απ' το νιόκοπο σπάραγμα των νυχιών<BR>
+&nbsp;— όσο για θρήνους βόσκομαι καθημερνά μ' αυτούς.<BR>
+Των πέπλων μου τα λινά φάδια<BR>
+σχίστηκαν κ' έγιναν κουρέλια<BR>
+από τη λύπη μου, πάνω στα στήθια,<BR>
+που στόλιζαν, κομματιασμένα,<BR>
+από τα αγέλαστά μας πάθια.<BR>
+Γιατί φόβος ορθότριχος τρανός<BR>
+ονειρομάντης των σπιτιών, στον ύπνο<BR>
+φρουμάζοντας μ' οργή, στης νύχτας την καρδιά,<BR>
+έβαλ' ένα ξεφωνητό τρομάρας στα παλάτια<BR>
+στο γυναικίτη μέσα πέφτοντας βαρύς·<BR>
+κι αυτού του ονείρου οι εξηγητάδες<BR>
+είπαν, μ' εγγύησι θεϊκιά,<BR>
+πως τόχουν οι κατωκοσμίτες<BR>
+βαριά παρμένο στην καρδιά<BR>
+και κρατούν όργητα στους φονιάδες.</p>
+
+<p>Ζητόντας χάρι αχάριστη, ω μάννα γη,<BR>
+να στρέψη τούτα τα κακά απ' την κεφαλή της,<BR>
+μ' έστειλ' εμένα δω η άθεη η γυναίκα·<BR>
+όμως, φοβούμαι να τον πω το λόγο αυτό·<BR>
+γιατί ποιάν έχει γιατρειά το αίμα που θα χυθή;<BR>
+Αλλοί, σπίτι πανάθλιο,<BR>
+θεμελιοξεσπιτώματα,<BR>
+ανήλια ανθρωπομίσητα<BR>
+σκοτάδια σε σκεπάζουνε,<BR>
+με του κυρίου το θάνατο.</p>
+
+<p>Τώρα το πριν το σέβας ταπολέμητο<BR>
+κι ανίκητο κι αδάμαστο, που μέσ' απ' του λαού<BR>
+τ' αυτιά περνούσε και μέσ' απ' τα φρένα,<BR>
+χάθηκε· και καθείς τέτοια ευτυχία φοβάται<BR>
+πούναι θεός για τους θνητούς και κάτι πιο πολύ.<BR>
+Της δίκης η απόφασι αγρυπνά<BR>
+γι' άλλους γοργή καταμεσήμερα,<BR>
+γι άλλους φυλάει με τον καιρό<BR>
+την τιμωρία το σούρπωμα,<BR>
+κι άλλους κρατάει μεσάνυχτα.</p>
+
+<p>Για τα αίματα που χύθηκαν και τάπιε η μάννα γης<BR>
+μένει πηχτός κι ασκόρπιστος λύθρος εκδικητής·<BR>
+κ' η βασανίστρα εκδίκησι τον σέρνει εδώ κ' εκεί<BR>
+τον ένοχο, που πάσα αρρώστεια τυραγνεί.<BR>
+Και να κρυφτή σε νυφικό δεν έχει γλυτωμό<BR>
+κι όλοι ναρθούν οι ποταμοί<BR>
+απόνα δρόμο, για να πλύνουν χέρι αιματωμένο,<BR>
+του κάκου θε να ξεχειλίσουν.</p>
+
+<p>Μα εγώ αφού μου ωρίσανε οι θεοί<BR>
+διπλή πατρίδα, κι απ' τα σπίτια<BR>
+τα πατρικά με ρίξανε στην τύχη της σκλαβιάς — <BR>
+πρέπει σε δίκια κι άδικα<BR>
+των κύριων της ζωής μου<BR>
+σύμφωνη νάμαι, πνίγοντας<BR>
+την πικρήν έχθρα στην καρδιά μου·<BR>
+και σκέποντας το πρόσωπο δακρύζω<BR>
+του αφέντη μας την τυφλή τύχη<BR>
+κ' οι κρυφές λύπες με μαργώνουν.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Πιστές μου σκλάβες, των σπιτιών μας κυβερνήτρες,<BR>
+αφού μαζί μου έχετ' ερθή, της λιτανείας<BR>
+ετούτης συνοδεία, ζητώ τη συμβουλή σας,<BR>
+τώρα που αυτές τις νεκρικές χοές στο μνήμα<BR>
+του πατέρα μου χύνω, ποιαν ευχή να κάμω<BR>
+που να τούνε καλόδεχτη; να του πω τάχα<BR>
+πως από μέρος της μητέρας μου τις φέρνω,<BR>
+της καλής του γυναίκας στον καλό της άντρα;<BR>
+Δεν έχω θάρρος αχ! και τι να πω δεν ξέρω,<BR>
+ενώ την προσφορά στον τάφο του θα χύνω. <BR>
+Ή να του δεηθώ, καθώς και νόμος είναι<BR>
+ανθρώπινος, να δώση αυτών, που του τις στέλλουν<BR>
+τις προσφορές, την πλερωμή που τους αξίζει;<BR>
+ή δίχως λόγο, ατίμητα, καθώς και κείνος<BR>
+εχάθηκε, να χύσω τις χοές στο χώμα,<BR>
+που θα τις πιή και να γυρίσω έτσι οπίσω<BR>
+σαν ένας που αφίνει καθαρμούς και φεύγει<BR>
+δίχως τα μάτια του να στρέψη να κοιτάξη;<BR>
+Και σεις την ίδια νάχετε, φίλες μου, γνώμη,<BR>
+αφού την ίδιαν έχουμε στο σπίτι έχθρα·<BR>
+ανοίξετέ μου δίχως φόβο την καρδιά σας,<BR>
+γιατί τ' όμοιο γραφτό της μοίρας περιμένει<BR>
+κ' ελεύθερο κι όποιος σε ξένα χέρια σκλάβος·<BR>
+λέγε μου, τίποτε καλύτερό μου αν ξέρης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Σέβομαι σα βωμό το μνήμα του πατρός σου<BR>
+κι αφού προστάζεις θα σου κρίνω απ' την καρδιά μου.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Καθώς τον τάφο του σεβάστηκες, και κρίνε.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Χύνε, κ' εύχου καλό για όσους τον αγαπούνε</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και ποιοί 'ναι οι φίλοι αυτοί που λες να ονοματίσω;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Εσένα πρώτα πες κι όσοι 'ναι εχθροί του Αιγίσθου.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Τότε για με και σε την ευχή λες να κάμω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μόνη σου πια κατάλαβε τι έχεις να κρίνης.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Ποιο λοιπόν άλλο μετά μάς να βάλω ακόμα;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τον Ορέστη μελέτησε, όμως κι αν λείπη.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Καλά λες, και τον έφερες και με στο νου μου.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τώρα θυμάμενη, γι' αυτούς που τον σκοτώσαν . . .</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Τι να πω; ξήγησέ μου της άμαθης να μάθω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Κάποιος γι' αυτούς άνθρωπος ή θεός να φτάση,</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και ποιο απ' τα δυο, κριτής των ή εκδικητής των;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τόσο φτάνει να πης, το αίμα να πάρη πίσω.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και μου είναι τούτο απ' τους θεούς συχωρεμένο;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πώς όχι, τον εχθρό με κακό να πλερώνης;</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Κήρυκα μέγιστε της γης και τουρανού,<BR>
+βοήθησέ μας, χθόνιε Ερμή, και στείλε μου τις<BR>
+αυτές μου τις ευχές κάτω στη γης, ν' ακούσουν<BR>
+του κάτω κόσμου οι θεοί, που το φυλάγουν<BR>
+το αίμα του πατέρα μου, κ' η Γη που όλα<BR>
+γεννά και θρέφει και το σπέρμα πίσω παίρνει.<BR>
+Και γω σκορπόντας στους νεκρούς τα δώρα τούτα<BR>
+λέω και κράζω «ελέησε και με, πατέρα,<BR>
+και τον Ορέστη, να τον φέρουμε στα σπίτια,<BR>
+που έτσι σαν πουλημένοι τώρα τριγυρνούμε<BR>
+απ' την ίδια τη μάννα μας· κι άλλαξεν άντρα<BR>
+τον Αίγιστο αντίς σε, το συνεργό του φόνου.<BR>
+Κ' είμαι σε τόπο δούλας τώρα εγώ· κι ο Ορέστης<BR>
+απ' τα δικά του εξόριστος, ενώ εκείνοι<BR>
+χαροκοπούν απόκοτα μέσα στο βιος σου.<BR>
+Μ' ας έρθη πια ο Ορέστης από κάποια τύχη,<BR>
+παρακαλώ σε, κι άκουσέ μου εσύ πατέρα·<BR>
+δόσε κ' εγώ πολύ πιο γνωστικιά να γίνω<BR>
+απ' τη μητέρα και μ' αγνότερα τα χέρια.<BR>
+Για μας αυτές οι ευχές· και στους εχθρούς μας πάλι <BR>
+λέω να φανή, πατέρα μου, εκδικητής σου,<BR>
+που τους φονιάδες με το δίκιο να σκοτώση·<BR>
+[αυτά στη μέση βάζω της καλής ευχής μου<BR>
+και λέω για κείνους την κακήν αυτή κατάρα· ]<BR>
+σε μας τα καλά στέλλε μας, με τη βοήθεια<BR>
+των θεών και της γης και της νικήτρας δίκης.<BR>
+Σε τέτοιες πάνω ευχές τις σπονδές τούτες χύνω,<BR>
+και σεις με μοιρολόγια στεφανώνετέ τις,<BR>
+ως είναι νόμος, ψάλλοντας νεκρικόν ύμνο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Χύνετε δάκρυα μαύρ' από σταμνιού<BR>
+ταδικοσκοτωμένου μας αφέντη,<BR>
+τώρα πόχει πιωμένες τις χοές<BR>
+αυτός ο τάφος των καλών η σκέπη<BR>
+και προστασία και φυλακτό<BR>
+για τα κακά τα ξωρκισμένα·<BR>
+κι άκου και δέξου, σεβαστέ,<BR>
+από τη μαύρη την καρδιά μου τις ευχές μας.<BR>
+Αχ, και ποιος να είταν χεροδύναμος<BR>
+νάρχονταν άντρας λυτρωτής μας,<BR>
+δίστροφα σειόντας βέλη σκυθικά στον πόλεμο,<BR>
+και στη δεξά καλόδετα μαχαίρια κυβερνόντας!</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Ήπιεν η γης κ' έχει ο πατέρας τις χοές μας,<BR>
+μα τώρα ακούστε μου κι αυτόν τον νέο το λόγο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πες μου. . . χοροπηδά απ' το φόβο μου η καρδιά μου.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Βλέπω στον τάφο την κομμένη αυτή πλεξίδα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ποιου τάχ' αντρός, ή ποιας χαμηλόζωστης κόρης;</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Καθένας εύκολα μπορεί να ταπεικάση . . .</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πώς από σε τη νεώτερή μου θε να μάθω;</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Άλλος, έξω από με, δεν μπόρειε να την κόψη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Γιατί 'ναι εκείνοι εχθροί πόπρεπε να πενθήσουν.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Κι όμως είν' ομοιότατη αυτή η πλεξίδα . . .</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Με ποια μαλλιά; αυτό ίσα ίσα να μου μάθης.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Με τα δικά μου να τα βλέπης πάρα μοιάζουν.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μην είναι τάχα κρυφό δώρο του Ορέστη;</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Πάρα πολύ μ' εκείνου μοιάζει τις πλεξίδες.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Και πώς εκείνος τόλμησε ναρθή εδωπέρα;</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Έστειλε τάμμα τα μαλλιά του στον πατέρα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Αυτά που λες μου φέρνουν τώρα κι άλλα δάκρια,<BR>
+αφού ποτέ δεν θα πατήση εδώ το πόδι.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και μένα στην καρδιά μου ανέβη πικρό κύμα<BR>
+χολής, σαν να με πέρασε σπαθί για πέρα,<BR>
+κι από τα μάτια μου καυτές μου πέφτουν στάλες<BR>
+αβάσταγες, σα χειμωνιάτικης πλημμύρας,<BR>
+ότι είδα την πλεξίδα αυτή· γιατί ποιανού άλλου<BR>
+να φανταστώ πως ειμπορεί νάν' αυτ' η κόμη;<BR>
+και βέβαια δεν την έκοψεν η φόνισσά του,<BR>
+η μάννα μας! που ταιριαστή δεν έχει γνώμη<BR>
+μ' αυτό η κακούργα τόνομα για τα παιδιά της.<BR>
+Μα και πώς πάλι να παραδεχθώ πως είναι<BR>
+του Ορέστη δώρο τακριβό στολίδι τούτο,<BR>
+του φίλτατού μας; κι αχ, με τυραγνά η ελπίδα,<BR>
+αλλοίμονο!<BR>
+δεν ήταν νάχε μίλημα και κρίσι ανθρώπου<BR>
+να μη στεκόμουν δίγνωμη στο ναι και στ' όχι,<BR>
+μα ή να μπορούσα μια καλή να την πετάξω<BR>
+αν είτανε κομμένη από κεφάλι εχθρού μας,<BR>
+ή αν ήταν πάλι από δικό, να κλαίη μαζί μου<BR>
+στόλισμα και τιμή σ' αυτό το μνήμα επάνω.<BR>
+Μα εσείς θεοί, που ξέρετε, μάρτυρες νάστε<BR>
+μέσα σε ποιους χειμώνες, σα θαλασσομάχοι,<BR>
+παραδέρνουμ' εμείς! μα αν είναι να σωθούμε<BR>
+τρανά θεμέλια από μικρή αφορμή στεριώνουν.<BR>
+Μα νά και πατησιές, δεύτερο αυτό σημάδι,<BR>
+γιατί είναι χνάρια δυο ποδιών στη γης γραμμένα<BR>
+του ίδιου εκείνου αυτά και κάποιου σύντροφού του,<BR>
+μετρώ και βρίσκω πως οι φτέρνες κ' οι πατούσες<BR>
+με των δικώ μου συμφωνούν ποδιών το μέτρος·<BR>
+ω πόνος που με παίρνει και του νου μου αντράλα!</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Γνώριζε στους θεούς των ευχών σου το τέλος<BR>
+κ' ευχήσου και τα επίλοιπα σε καλό νάβγουν.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Πώς τάχα τι από χάρι τους καλό με βρήκε;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Βλέπεις εμπρός σου αυτόν, που από καιρόν ευχόσουν</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και ποιον απ' τους ανθρώπους ξέρεις πως καλούσα;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ξέρω πως τον Ορέστη πάρα ελαχταρούσες.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και σε τι τάχα εισακουστήκανε οι ευχές μου;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Εγώ είμ' αυτός! κι άλλον πιο φίλο μη γυρεύης.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Μα δόλους τώρα εδώ πλέκεις για μένα, ξένε;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Τότε στον εαυτό μου πάει να πη τους πλέκω.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Μα τάχα θες ναναγελάς στις συμφορές μου;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Και στις δικές μου τότε, αφού στις εδικές σου.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Να λέω λοιπόν πως είν' ο Ορέστης που μου κρίνει;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ενώ τον ίδιο βλέπεις, όμως αμφιβάλλεις·<BR>
+μα όταν την πένθιμη κουρά των μαλλιών είδες<BR>
+και των ποδιώ μου αναμετρούσες τα σημάδια,<BR>
+σαν νάβλεπες εμένα πέταξε η καρδιά σου·<BR>
+σίμωσε την πλεξίδα αυτή στην κεφαλή μου<BR>
+και ιδές με τα μαλλιά πώς μοιάζει ταδερφού σου·<BR>
+νά και τούτο το φόρεμα, έργο των χεριώ σου<BR>
+και της σαΐτας σου διάσιμο τα ξόμπλια τούτα.<BR>
+Κράτα το νου σου· κ' η χαρά σου ας μη ξεσπάση<BR>
+γιατί πικροί μας είναι, ξέρω — οι φίλτατοί μας.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Ω εσύ, του πατρικού σπιτιού γλυκύτατη έγνοια,<BR>
+πολύκλαυτη της σωτηρίας μας ελπίδα,<BR>
+θαρρεύοντας στη δύναμί σου θε να πάρης<BR>
+πίσω το θρόνο του πατέρα μας· ω μάτια,<BR>
+γλυκύτατά μου μάτια, πόχετε για μένα<BR>
+τέσσερ' αγάπης μερδικά, γιατί έχω χρέος<BR>
+πατέρα μου να σ' ονομάζω, και μιας μάννας<BR>
+που ολόδικα μισώ, σε σένα πέφτει η αγάπη,<BR>
+και της θυσιασμένης άσπλαχν' αδερφής μου·<BR>
+αλήθεια αδέρφι μου πιστό, τιμή μου φέρνεις.<BR>
+Μόνον η Δύναμι κ' η Δίκη με τον τρίτο<BR>
+το Δία τον πανυπέρτατον ας σου συντρέξουν.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ναι, Δία, στρέψε τα μάτια σου στις συμφορές μας, <BR>
+και ιδές την ορφανή γενεά αητού πατέρα,<BR>
+που μέσα στα σφιχτά ξεψύχησεν αρπάγια<BR>
+καταραμένης όχεντρας· και τα ορφανά του<BR>
+πείνα τρανή μας έσφιξε· γιατί δεν μπόρειου<BR>
+άγρη στην πατρική φωλιά να φέρνω ακόμα.<BR>
+Κ' έτσι νά μας, κ' εγώ και τούτη εδώ η Ηλέκτρα,<BR>
+καθώς μας βλέπεις, ορφανούς από πατέρα,<BR>
+κι αποδιωγμένους μέσ' από το γονικό μας·<BR>
+και σαν εμάς, τανήλικα πουλιά, μας πήρες<BR>
+πατέρα που σου θύσιαζε και σε τιμούσε,<BR>
+τέτοιων δώρων τιμές από ποιο χέρι θάχης;<BR>
+ούτ' αν τη γέννα φτείρης ταητού θε νάχης<BR>
+να στέλλης μαντικά σημάδια στους ανθρώπους,<BR>
+κι' ουδ' απ τη ρίζα αν μαραθή το αρχαίο το δέντρο<BR>
+για τους βωμούς σου θα φελά στα πανηγύρια.<BR>
+Βόηθα! κι απ' το τίποτα μπορείς να υψώσης<BR>
+σπίτι ψηλό που για καλά τόχουν πεσμένο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ω τέκνα, ω της πατρικής εστίας σωτήρες,<BR>
+σωπάτε μήπως και κανείς σάς νοιώση, ω τέκνα,<BR>
+και πάει με γλώσσα έτσι άκριτη και πη τα πάντα<BR>
+στους άρχοντες μας· που είθε να τους δω μια μέρα<BR>
+νεκρούς μες τους πισσένιους τους ατμούς της φλόγας.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Δεν θα προδώση ο αλάθευτος χρησμός του Φοίβου,<BR>
+που μ' έσπρωξε σ' αυτό τον κίντυνο και τόσο<BR>
+με ξεσήκωσε λέγοντας φριχτές φοβέρες<BR>
+και ψυχρές μπόρες μέσα στα ζεστά μου σπλάχνα,<BR>
+αν έτσι αφήσω τους φονιάδες του πατρός μου<BR>
+κι αν μ' όποιο τρόπο σκότωσαν δεν τους σκοτώσω,<BR>
+με μια άγρια λύσσα, που άλλη πλερωμή δε στρέγει·<BR>
+αλλιώς θαν το πλερώσω εγώ με τη ψυχή μου,<BR>
+μ' όσα πολλά κι αγλύκαντα θα μ' εύρουν πάθια·<BR>
+γιατί οι οργές των χολιασμένων απ' τον άδη<BR>
+είπε πως στους δικούς θέλουνε προξενήση<BR>
+φριχτές αρρώστειες, μ' άγριες να τραβούν σαγόνες<BR>
+τις σάρκες, και λειχήνες που θα τις σπαράζουν<BR>
+και θα κάνουν παράλλαμα την πρώτην όψι,<BR>
+ως που να βγουν μ' άσπρα μαλλιά 'πό την αρρώστεια·<BR>
+κι άλλες των Εριννύων πληγές μόλεγε ακόμα<BR>
+που θα με βρουν από το αγδίκητο το γαίμα.</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>Γιατί των σκοτωμένων συγγενών, που θέλουν<BR>
+εκδίκησι, το μαύρο βέλος απ' τον Άδη<BR>
+η λύσσα κι ο νυχτερινός ο μάταιος φόβος<BR>
+σειεί και ταράζει κι όξω από τη χώρα διώχτει<BR>
+με χαλκή μάστιγα κορμί παραδαρμένο·<BR>
+και δεν μπορούν οι τέτοιοι μήτε σε τραπέζια<BR>
+μήτε σε γιορτινές σπονδές να λάβουν μέρος·<BR>
+κι' απ' τους βωμούς, αθώρητος, μακριά τον διώχτει<BR>
+ο χολιασμένος του πατέρας· και κανένας<BR>
+ουδέ στέγη του δίνει, μ' ουδέ και βοήθεια,<BR>
+όσο που τέλος έρμος, καταφρονεμένος<BR>
+κακήν του κακού, άθλιος να τον τυλίξη χάρος.<BR>
+Πώς να μη μπιστευτώ λοιπόν σε χρησμούς τέτοιους,<BR>
+που κι αν δεν μπιστευτώ, μα πρέπει να το πράξω;<BR>
+γιατί πολλές μαζί αφορμές σ' ένα συντρέχουν:<BR>
+η θεϊκιά η διαταγή, και του πατρός μου<BR>
+το μέγα πένθος, κ' η ανέχεια με στενεύει,<BR>
+για να μη μένη ένας λαός, γενναίος μες σ' όλους,<BR>
+παφάνισεν από προσώπου γης την Τροία,<BR>
+σκλάβος σε δυο γυναίκες· γιατ' αλήθεια εκείνος<BR>
+γυναίκεια 'χει καρδιά . . . ειδέ ταχιά θα μάθη</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Αλλ' ω Μοίρες μεγάλες, ας δώση ο θεός ένα τέλος καλό<BR>
+εκεί πόχουν το δίκιο μαζί τους.<BR>
+«Με γλώσσα κακιά η γλώσσα η κακιά<BR>
+να πλερώνεται πρέπει» φωνάζει τρανά<BR>
+που ξοφλά τα χρωστούμενα η Δίκη.<BR>
+«Κι αντίς φόνου πληγή πάλι φόνου πληγή,<BR>
+να πλερώνεται· κάμεις θα βρης»<BR>
+ο παμπάλαιος ο μύθος φωνάζει.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ω πατέρα τρισάμοιρε,<BR>
+τι τάχα να πω ή να κάμω<BR>
+που ήθε σου καλοσυντύχη<BR>
+στη γη που κοιμάσαι;<BR>
+Χώρια 'ν' το φως και χώρια το σκότος,<BR>
+έτσι κλεισμένη κ' η χάρι των θρήνων<BR>
+για τους αρχηγούς του σπιτιού μας<BR>
+τους πρώτους Ατρείδες.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τέκνον, το πνεύμα του νεκρού δεν το δαμάζει<BR>
+η φλογερή η φάουσα της φωτιάς<BR>
+και κάπου φανερώνει την οργή του·<BR>
+θρηνολογιέται ο πεθαμένος,<BR>
+βγαίνει στη μέση ο εκδικητής του·<BR>
+κι αν οι πατέρες γίνουν στάχτη<BR>
+μπαίνει με βια και τους γυρεύει<BR>
+μέσα στη γης το μοιρολόγι</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Άκου λοιπόν στη σειρά μου και μένα, πατέρα,<BR>
+πολύκλαυτα πένθη·<BR>
+των δυο των παιδιώ σου σε κλαίει επιτάφιος θρήνος <BR>
+και ικέτες μαζί κ' εξορίστους <BR>
+μας δέχεται αυτό σου το μνήμα·<BR>
+τι καλόν έχομε; ποιο κακό λείπει;<BR>
+δεν είν' απολέμητη η μαύρη μας μοίρα;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μ' αν θέλη ο θεός, ακόμη μπορεί κι απ' αυτά<BR>
+να δώση τραγούδια γιομάτα χαρά·<BR>
+κι' αντίς για επιτάφιους θρήνους<BR>
+στου βασιλιά τα παλάτια, παιάνες<BR>
+καινούργια να στήσουν κροντήρια χαράς.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Καν νάπεφτες νεκρός<BR>
+κάτω στην Τροία, πατέρα,<BR>
+απ' το κοντάρι κάποιου Τρωαδίτη,<BR>
+δόξα στα σπίτια αφίνοντας<BR>
+και κάνοντας στους δρόμους των παιδιώ σου <BR>
+ζωή καλοπερπάτητη,<BR>
+τάφο θε νάχες ψηλοστοίβαχτο<BR>
+στη χώρα την περατινή<BR>
+κ' υποφερτό για μας θε να είταν.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Φίλος στους φίλους πόπεσαν γενναία πέρα εκεί <BR>
+θε νάπρεπες ξεχωριστός και κάτω από τη γης,<BR>
+αφέντης πολυοτιμημένος,<BR>
+κ' υπουργός πλάι στους δυνατούς<BR>
+του κάτω κόσμου βασιλιάδες·<BR>
+γιατ' ήσουν και σαν ζούσες βασιλιάς<BR>
+και τέτοιον κλήρον έλαχες από τη μοίρα<BR>
+να κυβερνάς με δύναμι και σκήπτρο τους λαούς.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Μα ουδέ και κάτω από τα Τρωικά<BR>
+πατέρα μου, τα κάστρα σκοτωμένος<BR>
+μάλλους που το κοντάρι δάμασε λαούς<BR>
+νάσουν πλάι στο Σκάμαντρο θαμμένος.<BR>
+Κάλλιο πριν έτσι να είχαν σκοτωθή<BR>
+εκείνοι που σε σκότωναν και κάποιος<BR>
+&lt;από μακριά&gt; να την εμάθαινε<BR>
+τη φονικιά τη συντυχιά τους<BR>
+ξένος σ' αυτές τις συμφορές.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πιο καλές κι απ το μάλαμα είν' αυτές σου οι ευχές <BR>
+κι απ των Υπερβορείων τη μεγάλη ευτυχία<BR>
+πολύ ανώτερ' ακόμη· κ' είν' αυτό που μπορείς.<BR>
+Αλλά τώρα ως εκεί φτάνει ο χτύπος βαρύς<BR>
+της διπλής σας της μάστιγας· κ' είναι στη γης<BR>
+οι προστάτες σας μέσα· ενώ αυτοί που κρατούν<BR>
+την αρχήν, έχουν χέρια λερά, κι απ' αυτούς<BR>
+ποιος μισήθηκε πιότερο απ' όλους;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ <BR>
+Σαν σαϊτιά πέρα και πέρα χτύπησε<BR>
+την ακοή μου αυτός σου ο λόγος.<BR>
+Ω Δία, ω Δία, που κάτω από τη γης<BR>
+στέλλεις την αργοτιμωρούσα Δίκη<BR>
+στο χέρι, που όλα τα κακά τολμά<BR>
+να τα πλερώση όμως με τον τόκο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Άμποτε να ταξιωθώ<BR>
+πικρόχολο να κελαδήσω μοιρολόγι<BR>
+πάνου του εκεί που θα τον σφάζουνε<BR>
+και πάνω της που θα την κόβουν·<BR>
+γιατί πώς να το κρύψω αυτό<BR>
+που μες στα φρένα μου πετά;<BR>
+και μου χτυπάει κατάπρωρα<BR>
+σαν άνεμος δριμύς,<BR>
+η βράσι της καρδιάς<BR>
+και το θεόργητό μου μίσος.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Μα πότε κι ο προστάτης μας<BR>
+το χέρι του θα βάλη ο Δίας<BR>
+και τα κεφάλια τους θα σχίση;<BR>
+Στη χώρα μας η πίστις ας γυρίση,<BR>
+το δίκιο από τους άδικους ζητώ<BR>
+κι ακούσετέ μου, σεβαστές<BR>
+του κάτω κόσμου εσείς Θεές.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μα είναι νόμος, των αιμάτων οι στάλες<BR>
+που στο χώμα χυθούν να ζητούν κι άλλο αίμα<BR>
+γιατί κράζει εκδίκησι ο φόνος,<BR>
+για να φέρη, από κείνους που χάθηκαν πριν,<BR>
+άλλο πάθος στο πρώτο το πάθος.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Αλλοίμονο, του κάτω κόσμου βασιλιάδες,<BR>
+δέτε, κατάρες παντοδύναμες<BR>
+των σκοτωμένων,<BR>
+δέτε και ταποδέλοιπα των Ατρειδών<BR>
+έρμα κι απελπισμένα, δίχως στέγη·<BR>
+πού να στραφή, θε μου, κανείς;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πάλι ραγίζει μου η καρδιά<BR>
+νακούω αυτά τα μοιρολόγια<BR>
+και χάνω καθ' ελπίδα,<BR>
+μαυρίζουν μου τα σωτικά<BR>
+στα λόγια που γρικώ·<BR>
+μα όταν σε βλέπω πάλι ν' αντρειεύεσαι<BR>
+το θάρρος μου ξανάρχεται και διώχτει<BR>
+το φόβο απ την καρδιά μου κατ' ανέμου.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Πώς να τα πη κανείς σωστά; να πη τις συμφορές<BR>
+που πάθαμ' από κείνη που μας 'γέννα;<BR>
+καλόπιανε τις όσο θες,<BR>
+μ' αυτές δεν είναι να μερέψουν·<BR>
+γιατί είναι λύκος κακοτράχηλος<BR>
+που δεν μερεύει με τα χάδια<BR>
+η λύσσα, που κρατώ της μάννας μου.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Άριον θρήνο εμοιρολόγησα<BR>
+σε νόμο Κισσιανής μοιρολογήτρας<BR>
+κ' έβλεπες μαλλιοτράβηγμα και πάνω πανωτά<BR>
+χέρι το χέρι, εδώ και κει, να συχνοπέφτη <BR>
+κι από τους χτύπους βούυζε<BR>
+το βροντημένο μου πανάθλιο το κεφάλι.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Ωιμέ ωιμένα φόνισσα<BR>
+κακούργα μάννα!<BR>
+σαν νάταν ξόδι ενός εχθρού<BR>
+και δίχως νακλουθά ο λαός<BR>
+την εκφορά του βασιλιά του,<BR>
+το βάσταξ' η καρδιά σου αθρήνητο<BR>
+τον άντρα σου να θάψης.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Είπες την πάσα, ωιμέ, ατιμία της<BR>
+μα βέβαια και θα την πλερώση<BR>
+την καταφρόνια του πατέρα μας·<BR>
+πρώτα ο θεός κ' έπειτ' αυτό<BR>
+το χέρι το δεξί μου,<BR>
+θα την σκοτώσω κι ας χαθώ.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Το λείψανό του το ερεζίλεψαν,<BR>
+μάθε και τούτο ακόμα<BR>
+κ' έτσι σ' αυτό το χάλι τόνε θάψανε,<BR>
+τέτοια ατιμία ανυπόφερτη<BR>
+ζητόντας να κολλήσουν στη ζωή σου·<BR>
+άκουσες του πατέρα σου τάτιμα πάθη.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Είδες την τύχη του πατέρα μας·<BR>
+κ' εγώ από μακριά εστεκόμουν<BR>
+για τίποτε άξια, περιφρονημένη<BR>
+σαν δαγκανιάρικο σκυλλί<BR>
+σ' ένα κατώι μαντρισμένη·<BR>
+κλάιμα από γέλοια πιο άτιμο<BR>
+μ' ανέβαινε, και στα κρυφά<BR>
+πολύθρηνη βογγούσα·<BR>
+μα εσύ τα τόσα πάκουσες<BR>
+γράφε τα μες στο νου σου.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Κι ας τριβελίσουνε τα δυο σου αυτιά<BR>
+τα λόγια αυτά και να κατασταλάξουν<BR>
+στα ήσυχα βάθη της ψυχής σου·<BR>
+έτσι είναι όπως μας τάκουσες<BR>
+κ' έχεις λαχτάρα να τα μάθης<BR>
+και τώρα πια μ' αλύγιστη<BR>
+τη γνώμη τράβα εμπρός.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Κράζω σου με το μέρος μας νάσαι, πατέρα.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και γω μαζί, στα δάκρυά μου πνιγμένη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Με μια φωνή κ' εμείς όλες μαζί,<BR>
+άκου, σου κράζουμε κ' έβγα στο φως<BR>
+και στάσου αντίκρυ στους εχθρούς, δίπλα με μας.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Θαρθούν στα χέρια ο Άρης με τον Άρη<BR>
+κ' η Δίκη με τη Δίκη.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Και σεις πια φέρτε τα, ω θεοί,<BR>
+όπως το δίκιο ορίζει.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τρέμω π' ακούω αυτές σας τις ευχές·<BR>
+το τι θα γίνη στέκει από καιρό,<BR>
+μ' άμποτε καθώς εύχεσθε ναρθή.<BR>
+Ωιμέν' αρρώστεια από γενιάς<BR>
+και συμφοράς παράχορδη<BR>
+πληγή αιματωμένη·<BR>
+ω πένθη βαρυστέναχτα κι αβάσταγα<BR>
+και πάθος που δε λέει να λουφάξη.<BR>
+Γιατ' είν' η αρρώστεια ριζωμένη<BR>
+στα σπίτια αυτά, κι όχι παρμένη<BR>
+απόξω απ' άλλους, μα απ των ίδιων<BR>
+την έχθρα, που αίμα δε χορταίνει.</p>
+
+<p>Στις θεές του κάτω κόσμου αυτός ο ύμνος!<BR>
+Μ' ακούσετε μου, εσείς θεοί της γης,<BR>
+αυτή μας την ευχή, και στα παιδιά<BR>
+στείλτε βοήθεια πρόθυμη για να νικήσουν.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Πατέρα, που δεν πέθανες σα βασιλέας,<BR>
+δόσε να πάρω κατοχή των παλατιώ σου.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Τέτοια κ' εγώ παράκλησι κάνω, πατέρα,<BR>
+δος να σωθώ, μ' αφού τον Αίγιστο σκοτώσω.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Κ' έτσι μόνο τα νόμιμα δείπνα θε νάχης<BR>
+της γης, αλλιώς, μες στους καλόδειπνους τους άλλους<BR>
+νεκρούς, έμπυρα κνισωτά θε να στερείσαι.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Χοές κ' εγώ, στους γάμους μου, θε να σου φέρω<BR>
+απ' όλη μου των πατρικών σπιτιών την προίκα<BR>
+και πρώτο απ' όλ' αυτόν τον τάφο θα τιμήσω.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Άφις τον, Γη, να βγη να ιδή τον πόλεμό μας.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Κι ω Περσεφόνη, δόσε νίκη ευτυχισμένη!</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Θύμας πατέρα τα λουτρά που σε σκοτώσαν!</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Θύμας και κείνο που εγκαινίασες το δίχτυ!</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Σαν πιάστηκες στ' αχάλκευτά τους τα πεδούκλια.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Στ' άτιμα που σοφίστηκαν σκεπάσματά τους.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Τέτοιες ντροπές δε σε σηκώνουνε, πατέρα;</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Δεν σηκώνεις τάχα ορθό το αγαπητό κεφάλι;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Καν στείλε στους δικούς τη Δίκη σύμμαχό τους<BR>
+κ' έτσι όμοια δος να λάβουνε ταπίχειρά τους,<BR>
+αν θες μια που νικήθηκες ναντινικήσης.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Άκου κι αυτήν, πατέρα, τη στερνή βουή μου·<BR>
+μας βλέπεις τα πουλιά σου αυτά πάνω στον τάφο<BR>
+κ' ελέησε του γυιού τους θρήνους και της κόρης.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Και των Πελοπιδών το σπέρμ' αυτό μη σβύσης,<BR>
+γιατ΄ έτσι κι αν απέθανες δε θα πεθάνης.</p>
+
+<p>ΗΛΕΚΤΡΑ<BR>
+Αφού απ' αλήθεια ο πεθαμένος ζη και μένει<BR>
+στόνομα των παιδιώ, που σα φελλοί κρατούνε<BR>
+απ' το βυθό το κλώστινο του διχτυού νήμα.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Άκου, κ' είναι για σέν' αυτά τα μοιρολόγια·<BR>
+συ 'σαι που θα σωθής τα λόγι' αυτ' αν τιμήσης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μ' όλα τα δίκια σας αυτός ο πολύς θρήνος,<BR>
+τιμή του τάφου για την άκλαυτή του μοίρα·<BR>
+και τώρα, μια που τη βουλή σου έχεις στεριώση,<BR>
+καιρός να δοκιμάζης στη δουλειά την τύχη.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Θα γίνη· μα δεν βλάβει ναρωτήσω ακόμα:<BR>
+πόθε και πώς να στείλη τις χόες; ποιος λόγος<BR>
+να θυμηθή τώρα στερνά ταγιάτρευτο κακό,<BR>
+και πήε την άθλια χάρι σε νεκρό να στείλη,<BR>
+που δεν αιστάνεται; και γω δε ξέρω τι να πω<BR>
+γι' αυτά τα δώρα· μα 'ναι πάντ' από το κρίμα<BR>
+μικρότερα· γιατ' όσους θησαυρούς κι αν δώσης<BR>
+για το ένα το αίμα πόχυσες, του κάκου ο κόπος·<BR>
+λοιπόν, αν ξέρης, πες μου ό,τι ζητώ να μάθω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ <BR>
+Ξέρω, παιδί μου, τι 'μουν μπρος: αλλαλιασμένη<BR>
+απ' όνειρα και νυχτοπλάνητες τρομάρες<BR>
+έστειλε αυτά τα δώρα η άθεη η γυναίκα.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Μη μάθατε και τόνειρο να μου το πήτε;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Φαντάστηκε πως γέννησ' έναν όφιο λέει.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Κ' έπειτα τι; ποιο τέλος είχε τόνειρό της;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Στα σπάργανα τον τύλιξε σαν να είταν βρέφος.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Τι ζήταε το νιογέννητο θεριό να φάη;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Αυτή βυζί του πρόσφερε μες στόνειρό της.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Και τάφησε το σερπετό ασπάραχτο έτσι;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τράβηξε με το γάλα της και κόμπον αίμα.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Λοιπόν θα πη πως τόνειρο δε θάν' του κάκου.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Κ' έκραξ' εκείνη από τον ύπνο τρομαγμένη<BR>
+και πλήθος φώτα, τυφλωμένα στο σκοτάδι,<BR>
+ξανάφτουνε για χάρι της μες στα παλάτια·<BR>
+και στέλλει ευθύς τα νεκρικά τα δώρα ετούτα<BR>
+θαρρόντας πως μ' αυτά το κακό θα γιατρέψη.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Μα εγώ παρακαλώ τη Γη κι αυτό το μνήμα<BR>
+σε καλό τέλος τόνειρο να βγη για μένα·<BR>
+κ' έτσι το κρίνω αλήθεια νάναι ταιριασμένο:<BR>
+Αφού απ την ίδια την κοιλιά βγήκε με μένα<BR>
+και κουλουριάστηκε στα σπάργανά μου ο όφης<BR>
+κι άνοιξε στόμα στο βυζί που μ' έχει θρέψη<BR>
+κι ανάμιξε στο γάλα μου μια στάλα αίμα<BR>
+κι έντρομη εκείνη ωλόλυξε γι' αυτό το πάθος<BR>
+πρέπει λοιπόν, ως τόθρεψε τάγριο το τέρας,<BR>
+να ποθάνη με βιά· και γω θα γίνω ο δράκος<BR>
+καθώς το λέει και τόνειρο να τη σκοτώσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ονειροκρίτη το λοιπόν γι' αυτά σε παίρνω<BR>
+κ' έτσι ας γενή· για τάλλα τώρα οδήγησέ με<BR>
+τι έχει να κάμη ο ένας κι ο άλλος να μην κάμη.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Απλός ο λόγος: πρώτ' αυτή να πάη στο σπίτι,<BR>
+και θέλω όσα μιλήσαμε κρυφά να μένουν,<BR>
+κι όπως με δόλο εσκότωσαν τον τίμιον άντρα<BR>
+έτσι με δόλο να πιαστούν, και στα όμοια βρόχια<BR>
+να σκοτωθούν καθώς το πρόσταξε κι ο Φοίβος<BR>
+ο άναξ Απόλλων, μάντις αψευδής ως τώρα.<BR>
+Λοιπόν ντυμένος στην εντέλεια ωσάν ξένος<BR>
+θα πάω μ' αυτόν εδώ που βλέπεις τον Πυλάδη<BR>
+στην πόρτα της αυλής σα φίλος σπιτικός των,<BR>
+όπου κ' οι δυο, σαν νάμαστ' απ τα μέρη τάχα<BR>
+του Παρνασού, θα κρένομε τη γλώσσα εκείνη<BR>
+δίνοντας προφορά Φωκέικια στη φωνή μας·<BR>
+πρόθυμοι βέβαια οι θυρωροί δε θα μας 'νοίξουν<BR>
+γιατί δαιμόνου πείραξι βαστάει το σπίτι·<BR>
+μα εμείς εκεί θα μείνουμε, ώσπου περνόντας<BR>
+από κει κάποιος μας ιδή κ' έτσι μιλήση:<BR>
+«Γιατί ναφήνη τον ικέτη έξω απ την πόρτα<BR>
+ο Αίγιστος, αν είναι μέσα και το ξέρη;»<BR>
+Μ' αν θα περάσω μια της πόρτας το κατώφλι<BR>
+και νάβρω εκείνον στου πατέρα μου το θρόνο,<BR>
+ή και κατόπι βγη μπροστά μου και σηκώση<BR>
+τα μάτια καταπάνω μου — να το γνωρίζης,<BR>
+πριν να προφτάση να μου πη «πούθεν ο ξένος;»<BR>
+νεκρό με μια γοργή σπαθιά σου τον ξαπλώνω.<BR>
+Κ' η Ερινύα, που δεν της λείβουνται σκοτώσια,<BR>
+τρίτο ποτήρι θε να πιή άκρατον αίμα.<BR>
+Εσύ λοιπόν το νου σου νάχης μες στο σπίτι,<BR>
+για νάρθουν όλα βολικά τόνα με τάλλο·<BR>
+και σεις διακριτικιά τη γλώσσα να κρατάτε,<BR>
+λέγοντας όσα πρέπει κι όσα μη σιωπόντας.<BR>
+Για τάλλα, τον θεόν καλώ να τα φροντίση<BR>
+που μ' άμπωσε σ' αυτούς τους φονικούς αγώνες.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p><i>ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ</i><BR>
+Θρέφει κ' η γη πολλές<BR>
+σκιάχτρων φριχτών τρομάρες,<BR>
+οι αγκαλιές της θάλασσας<BR>
+τέρατ' ανθρωπομάχα βράζουν·<BR>
+κι ανάμεσα γης κι ουρανού<BR>
+φωτιές επάνωθέ μας 'γγιάζουν.<BR>
+Πετούμενα και στεριανά<BR>
+έχουν να πουν<BR>
+τις άγριες μπόρες σαν μανιάζουν.</p>
+
+<p>Μα ποιος θα πη του αντρός<BR>
+τη δίχως όρια τόλμη<BR>
+και των ξωφρένων γυναικών<BR>
+τις άγριες αγάπες,<BR>
+που μες στις συμφορές μας βόσκουν;<BR>
+Ο θηλυκός ο έρωτας,<BR>
+ο ανέρωτας, που δε λογιάζει<BR>
+ταντρογυνοζευγάρωμα,<BR>
+θηρία και μπόρες παρομοιάζει.</p>
+
+<p>Κι ας μάθη ναναθυμηθή<BR>
+όποιος το νου δεν έχει κούφιο,<BR>
+το τι σοφίστηκε η πανάθλια<BR>
+κακούργα μάννα, του Θεστίου η κόρη,<BR>
+που πήε να κάψη το δαυλό<BR>
+το συνομήλικο του γυιού της,<BR>
+που αφόντας απ' τον κόλφο της<BR>
+πέφτοντας εκελάδησε, η ζωή του<BR>
+ήταν δεμένη όλη μ' αυτόν<BR>
+ως τη μοιρόγραφτή του μέρα.</p>
+
+<p>Κι ανάθεμα την άλλη που ιστορούν<BR>
+την κόρη την κακούργα,<BR>
+που χάλασε τον ίδιο τον πατέρα της<BR>
+για έναν εχθρό, γιατί το νου της<BR>
+ξεσήκωσαν τα κρητικά<BR>
+του Μίνου δώρα, τα χρυσά γιορτάνια,<BR>
+κ' έκοψε Νίσου του πατέρα της<BR>
+που αξέγνοιαστα εκοιμόνταν<BR>
+την τρίχα, η σκύλλα, την αθάνατη<BR>
+κι άρπαξε τη ψυχή του ο χάρος.</p>
+
+<p>Πρώτο λογιέται μέσα σ' όλα τα κακά<BR>
+της Λήμνου, κ' έχουν να το λένε<BR>
+με σιχαμό το πομπιασμένο,<BR>
+τόσο που και την ίδια συμφορά<BR>
+«Λημνία» της έχουν όνομα δοσμένο·<BR>
+από ένα κρίμα θεομίσητο<BR>
+κάθε καμάρι ανθρώπινο πάει χαμένο·<BR>
+γιατ' ό,τι εχθρεύουνται οι Θεοί κανείς δεν προσκυνά·<BR>
+σε τι δεν έχω δίκιο απ' όλα αυτά;</p>
+
+<p>Και μια που πάθη ανήμερα μελέτησα,<BR>
+δεν έχει εδώ τον τόπο του και τούτων των σπιτιών<BR>
+τάνομο το ζευγάρωμα το ξορκισμένο,<BR>
+κι ο άπιστος δόλος του γυναίκειου της μυαλού<BR>
+για άντρα πολεμιστή αρματοζωσμένο<BR>
+για άντρα που τούχαν ως κ' οι εχθροί του σέβας;<BR>
+και να ψηφώ σπιτιών αθέρμαντη γωνιά,<BR>
+την άναντρη εξουσία μιας γυναίκας;</p>
+
+<p>Της Δίκης στέκουν τα θεμέλια στερεά<BR>
+και τον χαλκό από πριν δουλεύει η Μοίρα<BR>
+που φτιάνει τα σπαθιά·<BR>
+και μες στα σπίτια μπάζει το παιδί<BR>
+των αρχαίων αιμάτων, για να εκδικηθή<BR>
+με τον καιρό το κρίμα<BR>
+η δοξαστή βαθύβουλη Ερινύς.</p>
+
+<p>Το κοφτερό πικρότατο σπαθί<BR>
+κοντά στο ψυχικό τη δίνει<BR>
+πέρα και πέρα τη λαβωματιά του<BR>
+σε κείνον, που στα πόδια του πατεί<BR>
+ανίερα κι άνομα τη Δίκη<BR>
+και δεν ψηφάει το σεβαστό<BR>
+του Δία το νόμο ταθανάτου.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Παιδί, αι παιδί, άκω η αυλόπορτα βροντάει,<BR>
+ποιος είναι μέσα; αι παιδί, ματά σου κράζω·<BR>
+νά, που φωνάζω τρεις φορές για να βγη κάποιος<BR>
+αν είν το σπίτι του Αίγιστου ανοικτό στον ξένο.</p>
+
+<p>ΔΟΥΛΟΣ<BR>
+Καλά. Ακούω. Ποιος και πούθεν είν' ο ξένος;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Δόσε στ' αφεντικά σου είδησι, όπου ήρθα<BR>
+ξάργου γι' αυτούς κάτι μαντάτα να τους φέρω — <BR>
+και βιάσου, γιατί βιάζεται θωρείς κ' η νύχτα<BR>
+με τα μαύρα της τάλογα, κ' οι στρατολάτες<BR>
+ώρα να ρίξουν άγκυρα σε κάποιο χάνι — <BR>
+πες νάρθη εδώ η νοικοκερά έξω στην πόρτα<BR>
+του παλατιού· μα πιο καλά θα ταίριαζε άντρας,<BR>
+γιατ' η ντροπή δεν κάνει σκεπαστά τα λόγια<BR>
+πόχει να πη και θαρρετά τα λέει ο άντρας<BR>
+στον άντρα κ' έτσι καθαρά τα ξεδιαλύνει.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Λέγετε, ξένοι, ότι χρειάζεσθε· γιατί όλα<BR>
+υπάρχουν όσα πρέπει τέτοιο σπίτι νάχη,<BR>
+θερμά λουτρά κι ανάπαψι του κουρασμένου,<BR>
+κρεββάτι και δικαίων ματιών η παρουσία·<BR>
+αν όμως σπουδαιότερη σας φέρνη ανάγκη<BR>
+αυτό 'ναι των άντρων δουλειά κ' ειδοποιούμε.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ξένος είμαι, Δαυλιώτης από τη Φωκίδα·<BR>
+καθώς ξεκίναγα για τ' Άργος, φορτωμένος<BR>
+τα πράματά μου μόνος μου, έτσι όπως ήρθα,<BR>
+μ' εσίμωσ' ένας, που δε γνώριζα — κατόπι<BR>
+τόμαθ' απ την κουβέντα: Στρόφιος Φωκιδιώτης — <BR>
+κι αφού για πού με ρώτησε κ' είπε και κείνος<BR>
+μου λέει «αφού έτσι κ' έτσι, ξένε, πας για τ' Άργος,<BR>
+θύμας να πης για τον Ορέστη στους γονιούς του<BR>
+πως πέθανε· και κοίταξε μην ταμελήσης·<BR>
+κ' είτε κρίνουν εκεί να στείλουν να τον πάρουν,<BR>
+είτ' εδώ να ταφή ξένος κ' έρμος στα ξένα,<BR>
+μας λες στο γυρισμό σου τις παραγγελιές των·<BR>
+τώρα το χάλκινο λεβέτι στα πλευρά του<BR>
+κρύβει του νιου, που καλά κλάψαμε, τη στάχτη».<BR>
+Είπα εγώ κείνα πάκουσα· τώρα δεν ξέρω<BR>
+αν τάπα σ' όποιους έπρεπε και σε δικούς του,<BR>
+μα βέβαια πρέπει να το μάθουν οι γονιοί του.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Ωιμέ, ποιος κατακέφαλα χαμός μας βρήκε!<BR>
+Ω ανίκητη των παλατιών αυτών κατάρα,<BR>
+πόσο πολλά, καλά καθούμενα, μακρυάθε<BR>
+μ' αλάθευτες ματίζεις σαϊτιές και βρίσκεις!<BR>
+όλους μου απομαδάς τους φίλους της τρισάθλιας·<BR>
+και τώρα ο Ορέστης, πούχε την καλή την τύχη<BR>
+νάν' έξω απ την κατάρατην αυτή τη λάσπη,<BR>
+η μόνη ελπίδα πόμενε να μας γιατρέψη<BR>
+απ το καλό μας χαροκόπι — πάει τανέμου!</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Εγώ σε ξένους τόσο καλοτυχισμένους<BR>
+από καλύτερη αφορμή να γνωριζόμουν<BR>
+θάθελα και στο σπίτι τους να φιλευόμουν·<BR>
+γιατί ποιος το καλό του ξένου του δε θέλει;<BR>
+όμως αμάρτημα θα τόχα στη ψυχή μου<BR>
+σε φίλους τέτοιο πράμα να μη φανερώσω,<BR>
+μια πόδωκα το λόγο μου και με φιλεύουν.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Δε θάχης από μας πιο λίγο απ' ότι αξίζεις<BR>
+κι ουδέ πιο λίγο φίλος του σπιτιού θα γένης·<BR>
+τ' όμοιο ένας άλλος θάρχονταν τα νέα να φέρη.<BR>
+Μα είναι καιρός οι ξένοι, που όλη την ημέρα<BR>
+σε δρόμο επέρασαν μακρύ, ναναπαυθούνε·<BR>
+οδήγησέ τον στο φιλόξενο ανδρωνίτη<BR>
+κι αυτόν που τον ακολουθεί το σύντροφό του·<BR>
+και να φροντίσης τίποτε να μην τους λείψη,<BR>
+γιατί με σένα, ξέρε το, θάχω να κάμω.<BR>
+Κ' εγώ στον άρχοντα του παλατιού θα φέρω<BR>
+την είδησι· και δόξα ο Θεός έχομε φίλους<BR>
+για να σκεφθούμε όσο γι' αυτά που μας ευρήκαν.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Λοιπόν πότε, γυναίκες πιστές του σπιτιού,<BR>
+θενά δείξομ' εμείς<BR>
+των ευχών μας τη δύναμι για τον Ορέστη;<BR>
+Ω γη σεβαστή και χώμα ιερό<BR>
+του τάφου του τώρα κρατεί το κορμί<BR>
+βασιλιά του στολάρχου,<BR>
+τώρ' απάκουσε τώρα βοήθεια ναρθής,<BR>
+γιατί τώρα καιρός να κατέβουν μαζί<BR>
+η δολία η Πειθώ και ο νύχτιος Ερμής<BR>
+να επιβλέψουν σ' αυτές<BR>
+των σπαθιών τις σκληρόψυχες μάχες.</p>
+
+<p>Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<BR>
+Κάτι κακό μου φαίνεται σκαρώνει ο ξένος·<BR>
+βλέπω του Ορέστη τη βυζάστρ' αυτή κλαμμένη·<BR>
+για πού πηγαίνεις, Κίλισσα, έξω απ τις θύρες<BR>
+και λύπη, ακόλουθο άμισθο, σέρνεις μαζί σου;</p>
+
+<p>Η ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Τον Αίγισθο η βασίλισσα πρόσταξε αμέσως<BR>
+να τρέξω για τους ξένους που ήρθαν να καλέσω,<BR>
+για νάρθη και πιο ξάστερα σαν άντρας πούναι<BR>
+το νέο αυτό το μήνυμα καλοεξετάση.<BR>
+Και μπρος στους δούλους κάνοντας τη λυπημένη<BR>
+κρύβει μες στα πικρά της μάτια τη χαρά της,<BR>
+για την καλή τη συντυχιά, που ήρθε για κείνη,<BR>
+μα συμφορά τρισάμοιρη γι' αυτό το σπίτι,<BR>
+απ' το σωστό το μήνυμα που οι ξένοι εφέραν.<BR>
+Α! πως θα ευφράνη βέβαια τη ψυχή του εκείνος<BR>
+σα μάθη αυτή την είδησι, αλλοίμονό μου!<BR>
+πόσο οι παλιές και τόσες συμφορές που ετύχαν<BR>
+αβάσταγες μες στα παλάτια αυτά του Ατρέα<BR>
+μου σπάραξαν τα σωτικά μέσα στα στήθια!<BR>
+μα άλλη μια τέτοια δε δοκίμασα ως τα τώρα,<BR>
+γιατί με υπομονή τα τράβηξα όλα τάλλα·<BR>
+μα τον Ορέστη, της ψυχής μου γλυκειάν έγνοια,<BR>
+π' από μάννας κοιλιά δέχτηκα κ' έθρεψά τον — <BR>
+πόσα ξενύχτια ορθή στο πόδι απ τις φωνές του<BR>
+και πόσα βάσαν' ανωφέλευτα για μένα<BR>
+δεν πέρασα! γιατί σαν δεν αιστάνεσαι, είσαι<BR>
+σα ζώο, που πρέπει με το νου κανείς να βρίσκη<BR>
+ό,τι χρειάζεται, και μες στα σπάργανά του <BR>
+το βρέφος δε μιλεί για να σου πη αν έχη<BR>
+ή πείνα ή δίψα ή άλλη προς νερού του ανάγκη,<BR>
+μα μόνη της δουλεύεται η κοιλιά του βρέφου.<BR>
+Εγώ όλ' αυτά τα πρόβλεπα, μα πάντα βέβαια<BR>
+γελιόμουν και πολλές φορές κ' έπρεπε τότε<BR>
+πλύστρα μαζί λουτράρισα και βάγια νάμαι·<BR>
+κι αυτές επάνω μου έχοντας τις διπλές τέχνες<BR>
+του ανάθρεψα του βασιλιά μας τον Ορέστη·<BR>
+τώρα μαθαίνω η άμοιρη το θάνατό του!<BR>
+και πάω να 'βρω αυτόν πόχει ρημάξει τούτα<BR>
+τα σπίτια· αχ, τι χαρά θα κάμη σαν το ακούση!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Και πώς του παραγγέλνει νάρθη ετοιμασμένος;</p>
+
+<p>ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Τι πώς; ξηγήσου καθαρώτερα να νοιώσω;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τάχα με τους στρατιώτες του, ή μοναχός του;</p>
+
+<p>ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Μαζί και δορυφόρους του μηνάει να πάρη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Λοιπόν αυτό μην του το πης, αν του έχης έχθρα,<BR>
+αλλά μόνος ναρθή, μην έμπη σε υποψία,<BR>
+πες του το γρηγορότερο, χαρούμενη έτσι·<BR>
+σαν θέλη κάνει ο μηνυτής το στραβό ίσιο.</p>
+
+<p>ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Τάχεις σωστά; κατόπι απ' αυτά τα νέα;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μ' αν τέλος θέλη ο Ζευς ναλλάξη πια την τύχη;</p>
+
+<p>ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Και πώς; ο Ορέστης, των σπιτιών η ελπίδα, πάει.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ακόμη! όποιος το πη μάντις κακός θε νάταν.</p>
+
+<p>ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Τι λες; μη ξέρεις τίποτε χώρια 'πό τάλλα;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πήγαιν' εκεί που σ' έστειλαν, το χρέος σου κάμε<BR>
+και για όσα γνοιάζεται ο θεός την έγνοια του έχει.</p>
+
+<p>ΒΥΖΑΣΤΡΑ<BR>
+Τραβώ και καταπώς μ' ορμήνεψες θα πράξω,<BR>
+κι' άμποτ' ο θεός ότι 'ν' το πιο καλό ας μας δίνη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p><i>ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ</i><BR>
+Τώρα σου δέομαι, των Ολύμπιων<BR>
+θεών πατέρα Δία,<BR>
+εμείς που λαχταρούμε το καλό μ' ευλάβεια, <BR>
+δόσε να δούμε αλήθεια ευδία·<BR>
+το δίκιο η κάθ' ευχή μας σου ζητά,<BR>
+εσύ να τον φυλάγης, Δία.<BR>
+Ναι, κάμε, ω Δία, νικητής,<BR>
+μες στα παλάτια, των εχθρών να γίνη<BR>
+κι αν τον υψώσης συ τρανό,<BR>
+διπλή τριπλή την οφειλή<BR>
+πρόθυμα θα σου δίνη.</p>
+
+<p>Φίλου σου ανθρώπου ταρφανό<BR>
+πουλάρι, γνώριζέ το,<BR>
+σ' έν' άρμα συμφορών εζεύχτηκε<BR>
+και στο τρεχιό του βάλε συ ένα μέτρο·<BR>
+ποιο βήμα τρέχοντας με τόση ορμή<BR>
+σ' έδαφος τέτοιο να φυλάη το μέτρο;<BR>
+Ναι, κάμε, ω Δία, νικητής,<BR>
+μες στα παλάτια, των εχθρών να γίνη<BR>
+κι αν τον υψώσης συ τρανό,<BR>
+διπλή τριπλή την οφειλή<BR>
+πρόθυμα θα σου δίνη.</p>
+
+<p>Και σεις, που μέσα στο παλάτι, τάδυτα<BR>
+χαίρεσθε με τα πλούτη τα φαιδρά των,<BR>
+ακούστε μας, ομόγνωμοι θεοί,<BR>
+και με την νέα στερνήν εκδίκησι<BR>
+των πρωτινών ξεπλύνετε το αίμα κριμάτων^<BR>
+και πια εδώ μέσ' ας μη ακλουθήση<BR>
+ο γέρος φόνος να γεννοβολήση.<BR>
+Συ που την τρίσβαθη σπηλιά<BR>
+την ώριαν έχεις κατοικία,<BR>
+κάμε το σπίτι τούτο ναναβλέψη<BR>
+και λαμπρό φως ελευθεριάς<BR>
+να δη με μάτια χαρωπά<BR>
+μες απ τη σκοτεινή του σκέπη.</p>
+
+<p>Κι άμποτ' ο Ερμής, της Μαίας ο γυιός,<BR>
+κ' είναι το δίκιο — χέρι να του δώση,<BR>
+γιατ' είν' ο μόνος οπού δύνεται<BR>
+μια πράξι αν θέλη να καταβοδώση·<BR>
+κάτι σαν αίνιγμα θα πω:<BR>
+στα μάτια και τη νύχτα σκότος χύνει<BR>
+και την ημέρα πιότερο φως δεν αφίνει.<BR>
+Συ που την τρίσβαθη σπηλιά<BR>
+την ώριαν έχεις κατοικιά,<BR>
+κάμε το σπίτι τούτο ναναβλέψη<BR>
+και λαμπρό φως ελευθεριάς<BR>
+να δη με μάτια χαρωπά<BR>
+μέσ απ τη σκοτεινή του σκέπη.</p>
+
+<p>Και τότε πια φανερά<BR>
+θα διώξω φόβους μακριά<BR>
+και με γυναίκεια τραγούδια<BR>
+φαιδρό θα στήσω χορό,<BR>
+και όχι στριγγά μοιρολόγια<BR>
+θε να κινήσω να πω·<BR>
+πλέομε πρίμα, δική μου χαρά,<BR>
+μακριά απ τους φίλους η συμφορά.<BR>
+Και συ με θάρρος σαν έρθη<BR>
+του έργου η ώρα κι ακούσης<BR>
+να σου φωνάζη «παιδί μου! » <BR>
+τόνομα πες του πατέρα σου<BR>
+και τάψογο τέλειωνε κρίμα.</p>
+
+<p>Σαν του Περσέα καρδιά<BR>
+κάμε στα στήθη σκληρά<BR>
+και για τους φίλους που κάτω<BR>
+κ' επάνω είναι στη γης<BR>
+ξόφλησε τέλος το χρέος<BR>
+της άτιμής του σφαγής,<BR>
+να τρέξη το αίμα του μέσα ρονιά<BR>
+και να ξεκάμης άθλιο φονιά.<BR>
+Και συ με θάρρος σαν έρθη<BR>
+του έργου η ώρα κι ακούσης<BR>
+να σου φωνάζη «παιδί μου! »<BR>
+τόνομα πες του πατέρα σου<BR>
+και τάψογο τέλειωνε κρίμα</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ<BR>
+Μήνυμα μόστειλαν κι ακάλεστος δεν ήρθα·<BR>
+καινούριαν είδησι έμαθα πως κάποιοι ξένοι<BR>
+ήρθαν απόξω κ' έφεραν, όπου καθόλου<BR>
+δεν είν' ευχάριστη, το θάνατο του Ορέστη·<BR>
+και τούτο ακόμη να μας βρη, γι' αυτό το σπίτι·<BR>
+θα είταν αιματοστάλαχτη πληγή, στις πρώτες<BR>
+που ακόμα δεν εκλείσανε και μας πονούνε·<BR>
+πώς είναι τάχα και σωστά να το πιστέψω;<BR>
+ή λόγια γυναικών που τόχουν να φοβούνται,<BR>
+μαζώματα του ανέμου και στο βρόντο σβύνουν;<BR>
+τι έχεις να πης γι' αυτά και μένα να φωτίσης;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τακούσαμε και μεις μα κάλλιο να περάσης<BR>
+μέσα και να ξετάσης μόνος σου τους ξένους·<BR>
+γιατί καμιά το μήνυμα δεν έχει αξία,<BR>
+όσο αν τα μάθης απ' αυτούς τα πάντα ο ίδιος.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ<BR>
+Θέλω να ιδώ και νανακρίνω αυτό το ξένο<BR>
+αν είτανε παρών που πέθανε κοντά του,<BR>
+ή αν έτσι τόχει απ' ακουστά, λόγια τ' αέρα·<BR>
+εμένα μάτια έχει ο νους και δε γελιέμαι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ω Δία, ω Δία, τι να πω κι από πού<BR>
+ναρχινήσω ευλογίες να λέω κ' ευχές<BR>
+και πώς λέγοντας πέρα να βγάλω<BR>
+όσα θέλ' η καρδιά μου γι' αυτόν;<BR>
+Γιατί έφθασ' η ώρα ταντρόφονα ξίφη<BR>
+με την κόψι βαμμένη στο αίμα,<BR>
+ή για πάντα τα σπίτια του Ατρείδη<BR>
+από πρόσωπο γης ναφανίσουν,<BR>
+ή φως και φωτιά για τη λευτεριά<BR>
+στους βωμούς μας επάνω ν' ανάψη<BR>
+και στα χέρια του πίσω τα σκήπτρα να πάρη<BR>
+και τους πατρικούς θησαυρούς του.<BR>
+Τέτοιο αγώνα μονάχος του έφεδρος έχει<BR>
+ο ανδρείος Ορέστης με δύο να παλέψη<BR>
+κι ο θεός πια ας του δίνη τη νίκη.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>(Φωνή από μέσα).</p>
+
+<p>Ώι, ώι, συμφορά μου!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Άκου, άκου· πώς νάγινε;<BR>
+πώς το πράμα να τέλειωσε μέσα;<BR>
+Μ' ας τραβηχτούμε κι ότι νάναι παίρνει τέλος,<BR>
+για να μην πέση επάνω μας καμιά υποψία <BR>
+όσο γι' αυτά· γιατ' έχει πια κριθή ο αγώνας.</p>
+
+<p>ΔΟΥΛΟΣ<BR>
+Αλοί και πάλι αλοίμονο! πάει ο αφέντης<BR>
+και τρεις φορές αλοίμονο ξανά φωνάζω·<BR>
+τέλειωσε πάει ο Αίγισθος· ανοίξετέ μας<BR>
+ευτύς αμέσως· ξεμπαρώσετε τις πόρτες<BR>
+του γυναικείου· μα εδώ χρειάζεται άντρας κι άντρας,<BR>
+όχι γι' αυτόν, τι τόφελος; πάει δουλειά του . . .</p>
+
+<p>Ε, σεις, ε σεις!</p>
+
+<p>Βροντώ σε κουφού πόρτα κι άγνοιαστοι κοιμούνται·<BR>
+του κάκου κράζω· πούν' η Κλυταιμνήστρα, πούναι;<BR>
+Μα θαρρώ τώρα κρέμεται κοπίδι επάνω<BR>
+στο σβέρκο της να πέση δίκια χτυπημένος.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Τι τρέχει; τι 'ν' αυτή που σήκωσες η αντάρα;</p>
+
+<p>ΔΟΥΛΟΣ<BR>
+Το ζωντανό σκοτώνουν, λέω, οι πεθαμένοι.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Ωιμέ!<BR>
+κατάλαβα τι παν να πουν τα αινίγματά σου<BR>
+καθώς με δόλο εσφάξαμε και θα σφαγούμε·<BR>
+μα ένα μπαλτά ας μου δώσουν γρήγορ' αντροφόνο,<BR>
+να δούμε αν θα νικήσομε ή θα νικηθούμε,<BR>
+αφού ως εδώ κατάντησε νάρθη το πράμα.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Σένα και 'γω ζητώ· όσο γι' αυτόν, καλά ναι.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Ωιμένανε! νεκρός, Αίγισθε φίλτατέ μου!</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Τον αγαπάς αυτόν; λοιπόν στον ίδιο τάφο<BR>
+μαζί, δε θα τον χωριστής νεκρόν ποτέ σου.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Στάσου, παιδί· και ντράπου καν ετούτο, γυιέ μου,<BR>
+το στήθος, που πολλές φορές σ' αυτό υπνωμένος<BR>
+άρμεξες με τα γούλια σου θραψερό γάλα.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Πυλάδη, τι να κάνω; πώς να σφάξω μάννα;</p>
+
+<p>ΠΥΛΑΔΗΣ<BR>
+Πού είναι λοιπόν οι επίλοιποι χρησμοί του Φοίβου<BR>
+απ τους Δελφούς κ' οι ορκοδεμένες συμφωνίες;<BR>
+πιο φίλο απ' τους θεούς κανένα μη νομίζης.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Κρίνω πως έχεις δίκιο και σωστά ορμηνεύεις·<BR>
+ακλούθα μου· δίπλα του θέλω να σε σφάξω·<BR>
+και ζώντας τον προτίμησες απ τον πατέρα,<BR>
+κοίμου λοιπόν πλάι του νεκρή, αφού αγαπούσες<BR>
+αυτόν και κείνον, που είταν ναγαπάς, μισούσες.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Σ' έθρεψα εγώ, μαζί σου θέλω να γεράσω.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Μαζί μου, του πατρός μου φόνισσα, να ζήσης;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Η μοίρα, γυιέ μου, σ' όλ' αυτά είν' η αιτία.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Λοιπόν η μοίρα ετοίμασε κι αυτόν το φόνο.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Παιδί μου, δεν ψηφάς διόλου κατάρες μάννας;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Στη δυστυχία μ' εγέννησες για να με ρίξης.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Σε χέρια φιλικά μονάχα σε είχα ρίξη.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ελεύθερος εγώ, πουλήθηκα έξω σκλάβος.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Και πού 'ναι η πλερωμή που δέχτηκα για σένα;</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ντρέπομαι φανερά και τούτο να σου βρίσω.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Μη, μόνον πες και τάδικα και του πατρός σου.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ.<BR>
+Μην κρίνης το ξωμάχο εσύ, που μένεις σπίτι.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Τρώει τις γυναίκες ο καϋμός του αντρός να λείπη.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Μέσα στα σπίτια αυτές, του αντρός τις θρέφει ο κόπος.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Τόχεις το βλέπω απόφασι να με σκοτώσης.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Συ, κι όχι εγώ, τον εαυτό σου θα σκοτώσης.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Φυλάξου από τις μάννας σου τις άγριες σκύλλες.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Κι απ του πατέρα μου, πώς θα σωθώ αν σ' αφήσω;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Θαρρώ του κάκου ζωντανή κλαίω μπρος στον τάφο.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Σου ορίζει αυτό το θάνατο του αντρός σου η μοίρα.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ<BR>
+Ωιμένα, εγώ τον γέννησα κ' έθρεψα φίδι·<BR>
+ω πόσο αληθινός του ονείρου βγήκε ο φόβος!</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Σκότωσες τόν δεν έπρεπε· και τ' όμοιο πάθε.</p>
+
+<p>Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<BR>
+Σπλαχνίζομαι κι αυτών των δυο τη μαύρη μοίρα·<BR>
+μ' αφού στα τόσα τα αίματα έβαλεν άκρη<BR>
+ο άθλιος ο Ορέστης, πιο καλά τουλάχιστο έχω<BR>
+να μη χαθή για πάντα του σπιτιού το μάτι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p><i>ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ</i><BR>
+Ήρθε στους Πριαμίδες η Δίκη με καιρό<BR>
+βαρύδικη ποινή·<BR>
+ήρθε και στο παλάτι του Αγαμέμνονος<BR>
+διπλό λιοντάρι, Άρης διπλός·<BR>
+πέρα για πέρα τόβγαλεν<BR>
+ο εξόριστος, που ανάγγειλε η Πυθώ<BR>
+και την ορμή του ωδήγησεν η γνώμη των θεών.<BR>
+Τραγούδια ψάλλετε χαράς<BR>
+που γλύτωσε ταρχοντικό το σπίτι και το βιoς<BR>
+από τα νύχια της φθοράς,<BR>
+από τους δυο ιερόσυλους — κακό τους ριζικό.</p>
+
+<p>Ήρθε κι ο που της μάχης γνοιάζεται της κρυφής<BR>
+τη δολερή ποινή·<BR>
+και τούπιασε το χέρι στη μάχ' η αληθινή<BR>
+του Δία η κόρη — Δίκη εμείς<BR>
+το βρήκαμε με πιτυχιά<BR>
+τόνομα που της δίνομ' οι θνητοί,<BR>
+και που έχθρα πνέει θανάσιμη για όσους της είν' εχθροί.<BR>
+Τραγούδια ψάλλετε χαράς<BR>
+που γλύτωσε ταρχοντικό το σπίτι και το βιος<BR>
+από τα νύχια της φθοράς,<BR>
+από τους δυο ιερόσυλους — κακό τους ριζικό.<BR>
+Εκείνα που ο Λοξίας, από τον Παρνασό,<BR>
+πόχει το μέγα σπήλαιο στης γης τον ομφαλό,<BR>
+εμάντευσε, τους βρήκαν<BR>
+για το άπιστό τους κρίμα πόγινε χρονιακό·<BR>
+ποτέ η θεία η δύναμις<BR>
+δε βοηθάει κακούς·<BR>
+δόξα στη δικαιοσύνη της ψηλά στους ουρανούς.<BR>
+Τέλος μπορείς να δης το φως και των σπιτιών<BR>
+βγήκε ο ζυγός ο βαρύς.<BR>
+Σήκω παλάτι ορθό· πάρα πολύν καιρό<BR>
+χαμωπεσμένο στη γης.</p>
+
+<p>Ταχιά ο Καιρός, που σ' όλα βάζει τέλος,<BR>
+την όψι θε ναλλάξη κι αυτών των παλατιών,<BR>
+όταν το μίασμα ξορκιστή<BR>
+απ τη γωνιά με καθαρμούς, που διώχτουν το κακό·<BR>
+κ' η τύχη ιλαροπρόσωπη γυρνάει κατά μας<BR>
+νακούη που θενά ψάλλομε:<BR>
+«ο ξένος που σπιτώθηκε καιρός να βγη απεδώ».<BR>
+Τέλος μπορείς να δης το φως και των σπιτιών<BR>
+βγήκε ο ζυγός ο βαρύς.<BR>
+Σήκω παλάτι ορθό· πάρα πολύν καιρό<BR>
+χαμωπεσμένο στη γης.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Ιδέτε τους διπλούς της χώρας μας τυράννους<BR>
+φονιάδες του πατρός μου και ξεσπιτωτήδες·<BR>
+ομόγνωμοι είχαν και σαν κάθονταν στο θρόνο,<BR>
+φίλοι και τώρα, όπως μπορείς να συμπεράνης,<BR>
+στη συμφορά τους και πιστοί στον όρκο που είπαν^<BR>
+γιατ' είχαν συμφωνήση μ' όρκο να σκοτώσουν<BR>
+τον άθλιο τον πατέρα μου και ναποθάνουν<BR>
+κ' οι δυο μαζί — και κράτησαν καλά τον όρκο.<BR>
+Και ιδέτε ακόμα, οι μάρτυρες των κακών τούτων,<BR>
+τη μηχανή τους, δέσιμο του αθλίου πατρός μου,<BR>
+τα χεροπέδουκλα και τα ποδόλουρά του·<BR>
+ξεδίπλωστέ το κι ολοτρόγυρα στεκόντας<BR>
+δείχτε το ανθρωποδόκανο, να ιδή ο πατέρας,<BR>
+όχι ο δικός μου, μα που όλ' αυτά επιβλέπει,<BR>
+ο Ήλιος, της μητέρας μου τανόσια έργα,<BR>
+για νάναι μάρτυρας στη δίκη μου μια μέρα<BR>
+πως με το δίκιο μου έπραξα τούτο το φόνο<BR>
+της μάννας μου — γιατί του Αιγίσθου ούτε τον λέω· <BR>
+έχει τη δίκη ο ατιμαστής, που θέλει ο νόμος·<BR>
+μα αυτή που το θεομίσητο κακό εσοφίστη<BR>
+για τον άντρα, που βάσταξε κάτου απ τη ζώνη<BR>
+το βάρος των παιδιώνε του, γλυκό της βάρος<BR>
+έναν καιρό, μα τώρα, ως δείχνει, μισημένο,<BR>
+πώς την νομίζεις; σμέρνα ή αμβίσβαινα, που μόνου <BR>
+να 'γγίξη κάποιο εσάπισε κι αν δεν δαγκώση;<BR>
+τι να την πω και στο σωστό να μη αστοχήσω;<BR>
+βροχόλουρα θεριού; ή σκέπασμα ως τα πόδια<BR>
+ενός νεκρού στον κράβατο; μα βέβαια δίχτυ<BR>
+και βρόχια να την πης μπέρδεμα για τα πόδια.<BR>
+Τέτοιο και νάχε ένας ληστής, τρόμος των ξένων,<BR>
+που έχει για ζήση την κλεψιά, με τέτοιο δόλο<BR>
+πολλούς σκοτώνοντας, χρυσές δουλειές που θάχε!<BR>
+Παρά τέτοια συντρόφισσα στο σπιτικό μου<BR>
+κάλλιο άκλερος ας δώσουν οι θεοί να σβύσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Αλλοίμονο, τι φοβερά κακά!<BR>
+τον βρήκε θάνατος φριχτός·<BR>
+μα και για κείνον πάργησεν, ιδού,<BR>
+ανθίζει τώρα η συμφορά.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Έπραξεν ή δεν έπραξε; μάρτυραν έχω<BR>
+το έντυμ' αυτό, πόβαψε του Αίγισθου το ξίφος·<BR>
+σημάδι κ' οι πολυκαιρνές του αιμάτου οι βούλλες,<BR>
+που πολλά χρώματα έφθειραν από τα ξόμπλια·<BR>
+τώρα εγκωμιάζω το έργο μου και τώρ' αμέσως<BR>
+το κλαίομαι πάλι, κ' ενώ λέω αυτό το ρούχο<BR>
+του πατρός μου φονιά, τα κρίματα πονιούμαι,<BR>
+τα πάθη μας κι όλη μας τη γενιά — κρατόντας<BR>
+ταζήλευτα μιάσματα μιας τέτοιας νίκης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Κανείς άνθρωπος δίχως κακό τη ζωή του<BR>
+ως το τέλος αζημίωτος δε θα περάση,<BR>
+αλλοί του!<BR>
+τώρα η μια συμφορά, κ' η άλλη αμέσως θα φτάση.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Μα για να μάθης — γιατί που θα βγη δεν ξέρω,<BR>
+κι όξω απ τον ίσιο δρόμο σαν πως να με τρέχουν<BR>
+ταλόγατα, γιατί με σέρνει αθέλητά μου<BR>
+που δεν ακούει γκέμι ο νους, και στην καρδιά μου<BR>
+έτοιμη κοντοστέκ' η μάνητα να ψάλη<BR>
+κι απίκου από το φόβο της να ορχιέται εκείνη —<BR>
+μα όσο που ακόμα είμαι καλά, στους φίλους λέω<BR>
+και διαλαλώ πως σκότωσα, μα με το δίκιο,<BR>
+τη μάννα μου τη φόνισσα και θεών κατάρα·<BR>
+κι αυτής της τόλμης την αποθυμιά καυχιούμαι<BR>
+πως μόβαλε ο πυθόμαντις Λοξίας, που μούπε<BR>
+όξω από κάθε φταίξιμο θάμαι αν το πράξω<BR>
+κι αν ταμελήσω — δεν το λέω το τι θα πάθω,<BR>
+ουδ' είν να βάλη ανθρώπου νους τις συμφορές μου·<BR>
+και με βλέπετε τώρα πως ετοιμασμένος<BR>
+μ' αυτούς τους κλώνους της ελιάς και τα στεφάνια<BR>
+θα φτάσω στο μεσόμφαλο ιερό του Φοίβου,<BR>
+τάσβυστο φέγγος της φωτιάς καθώς το λένε,<BR>
+απ το συγγενικό διωγμένος αίμα, κι ούδε<BR>
+σ' άλλο βωμό να σύρω μ' άφησε ο Λοξίας.<BR>
+Γι' αυτό σας θέλω μιαν ημέρα όλ' οι Αργείτες<BR>
+πως με ηύραν τούτα τα κακά να μαρτυράτε·<BR>
+μα εγώ πλανήτης ξένος και χωρίς πατρίδα<BR>
+ζωντανός και νεκρός τόνομ' αυτό θαφήσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Μα όλα καλά 'ναι, και στο στόμα σου μην παίρνης<BR>
+λόγια κακομελέτητα και γλωσσοτρώεσαι·<BR>
+ξεσκλάβωσες τη χώρα πάσα των Αργείων<BR>
+πόκοψες τολμηρά των δυο φιδιώ την κάρα.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Α, α!<BR>
+Πιστές μας δούλες, να τες κείνες σα Γοργόνες<BR>
+σταχτόμαυρα ντυμένες, πλοκαμοζωσμένες<BR>
+μ' αρμαθιές φίδια· δε μπορώ πια να βαστάξω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ποιες φρεναπάτες πολυαγάπητε σε δέρνουν;<BR>
+Θάρρος· κι ας μη σε παρακυριεύει ο φόβος.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Δεν είναι φρεναπάτες των ματιών μου ετούτες,<BR>
+μα οι οργισμένες, φανερά, σκύλλες της μάννας.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Γιατί 'ν' νωπό το αίμα των χεριώ σου ακόμα<BR>
+κι αυτό 'ναι που σου φέρνει ταραγμό στο νου σου.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Άναξ Απόλλων! πώς πληθαίνουν αυτές τώρα<BR>
+και στάζει από τα μάτια τους μισητόν αίμα!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Υπάρχουν καθαρμοί και 'γγίζοντάς σε ο Απόλλων<BR>
+από τις συμφορές αυτές θα σε γλυτώση.</p>
+
+<p>ΟΡΕΣΤΗΣ<BR>
+Εσείς δε θα τις βλέπετε· μα εγώ τις βλέπω<BR>
+και δρόμο παίρνω· δε μπορώ πια να βαστάξω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Πήγαινε στην ευχή! κι ο Θεός καλόσκεπός σου<BR>
+ας σε φυλάη σ' αυτές τις τύχες που σε βρήκαν.</p>
+
+<p>Ιδού πάλιν επλάκωσε ο τρίτος χειμώνας<BR>
+σηκωμένος σ' αυτά 'πό γενιάς τα παλάτια·<BR>
+πρώτην έκανε αρχή του πανάθλιου Θυέστη<BR>
+το φριχτό παιδοφάγωμα εκείνο·<BR>
+δεύτερο ήρθε το πάθημα του βασιλιά μας<BR>
+που μες στο λουτρό σκοτωμένος επήγε,<BR>
+ο αντρείος αρχηγός των Ελλήνων·<BR>
+τώρα πάλ' ήρθε τρίτο από κάπου κι αυτό<BR>
+και πώς να το πω; σωτηρία ή χαμό;<BR>
+μα πού τάχα θα βγη και πού θα σταθή<BR>
+ησυχία να βρη αυτ' η άγρια η λύσσα;</p>
+
+<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας<BR>
+σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά<BR>
+στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,<BR>
+φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε<BR>
+δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,<BR>
+στην πιό σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο.<BR>
+Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο<BR>
+Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο<BR>
+Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ προσφέρονται και σήμερα, στις<BR>
+κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη,<BR>
+Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη Βάρναλη, Αυγέρη,<BR>
+Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου<BR>
+κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης<BR>
+γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p>
+
+<p>Χοηφόροι. Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας·. Περιέχει την κυριώτερη <BR>
+πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και που πάνω της <BR>
+στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την «Ορέστεια»: ο Ορέστης <BR>
+θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του· ο νους του σαλεύεται και <BR>
+καταδιωκόμενος από τα φάσματα των Ερινύων παίρνει τον δρόμο της <BR>
+εξορίας.</p>
+
+<p>Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<BR>
+ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 </p>
+
+<p>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+
+<p>
+Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» <br>
+ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p>
+<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<BR>
+ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+<p>ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Libation Bearers, by Aeschylus
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE LIBATION BEARERS ***
+
+***** This file should be named 39073-h.htm or 39073-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/9/0/7/39073/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</BODY>
+</HTML>
+
+
diff --git a/39073-h/images/cover.jpg b/39073-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..c7c8938
--- /dev/null
+++ b/39073-h/images/cover.jpg
Binary files differ