summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/32852-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:58:22 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:58:22 -0700
commitfb7a4a832a1d20e7a09e740ac4fdbfd97f93fda8 (patch)
tree8bfd3e21793809f588bb07f2e69bac23416c9736 /32852-0.txt
initial commit of ebook 32852HEADmain
Diffstat (limited to '32852-0.txt')
-rw-r--r--32852-0.txt6271
1 files changed, 6271 insertions, 0 deletions
diff --git a/32852-0.txt b/32852-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..092fa20
--- /dev/null
+++ b/32852-0.txt
@@ -0,0 +1,6271 @@
+The Project Gutenberg EBook of Athanasis Diakos - Astrapogiannos, by
+Aristotelis Valaoritis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Athanasis Diakos - Astrapogiannos
+
+Author: Aristotelis Valaoritis
+
+Release Date: June 17, 2010 [EBook #32852]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ATHANASIS DIAKOS - ASTRAPOGIANNOS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George
+Canonis. Italian text was corrected by Carlo Traverso
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Words in italics have been included in _.
+Fotnotes have been cnverted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
+ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί
+σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο
+τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
+
+ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ
+
+ΥΠΟ
+ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ,
+
+
+ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΥΠΟ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ.
+
+ΑΘΗΝΑΙ,
+
+ΤΥΠΟΙΣ Χ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΩΣ.
+(Παρά τη πύλη της Αγοράς αριθ. 4)
+
+1867.
+
+
+
+
+ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
+ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟΙΣ.
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.
+
+
+
+ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ.
+
+
+
+ »Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη
+ Τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, που βγάν' η γη χορτάρι.»
+
+
+Ειδόν ποτε μητέρα οικτρώς οδυρομένην επί του τάφου του μονογενούς
+αυτής τέκνου, και σιωπηλώς και μετά σεβασμού υπό ανεκφράστου
+βαρυθυμίας κατεχόμενος ετόλμησα να προσέλθω επ' ελπίδι, ότι
+ήθελον δυνηθή μικράν τινα να προσενέγκω ανακούφισιν εις το
+αφόρητον άλγος της πενθούσης διά των τετριμμένων εκείνων
+παραινέσεων, δι' ων συνήθως πειρώμεθα να καταστείλωμεν τας
+ακαθέκτους εκρήξεις ηπηλπισμένης τινός καρδίας.
+
+Ούτε κυπάρισσοι ούτε ιτέαι ούτε πολύτιμα άνθη ούτε σιδηραί
+κιγκλίδες ούτε μάρμαρα περιεκόσμουν ή επεσκίαζον το τελευταίον
+εκείνο κατοικητήριον. Είς μόνος ανεξέργαστος λίθος εσημείου την
+κεφαλήν και επ' αυτού εκάπνιζεν ο νεκρολίβανος, καιόμενος εντός
+του κοιλώματος ευτελούς κεράμου. — Το χώμα προσφάτως ανασκαφέν
+εφαίνετο εξωγκωμένον και κύκλω ολίγη χλόη εχάραττε τα στενώτατα
+όρια, εν οις πάντα περικλείονται τα ανθρώπινα. — Ένθεν κακείθεν
+άλλα διεσπαρμένα μνήματα και έν τινι γωνία προσηλωμένον επί
+γηραιάς ελαίας το σήμαντρον του κοιμητηρίου, πολλαχώς εκ της
+σκωρίας πεποικιλμένον και μη κινούμενον παρά διά μακρού σχοινίου
+έρποντος σπειροειδώς περί τον απηρχαιωμένον κορμόν.
+
+Μετά θρησκευτικού φόβου προσεγγίσας και ιδών την γυναίκα
+γονυπετή, φέρουσαν επί του τραχήλου ατάκτως λελυμένην την κόμην,
+δρύπτουσαν διά των ονύχων τας παρειάς και αδιαλείπτως ποτέ μεν
+καταφιλούσαν την γην, ποτέ δε κλίνουσαν το ωτίον επί του μνήματος
+και ωσανεί ακροαζομένην της φωνής του τεθνεώτος, ησθάνθην εμαυτόν
+συντετριμμένον, και καταληφθείς υπό αφάτου συγκινήσεως έμεινα
+ασκεπής και όρθιος απέναντι του μητρικού πάθους μη τολμών να
+διαταράξω τον μυστηριώδη διάλογον, δι' ου προφανώς ετίθετο εις
+συγκοινωνίαν η ζώσα προς τον εν τω άδη πεφιλημένον αυτής υιόν.
+
+Ήκουσα τότε πρώτον, μετά βαθυτάτης κατανύξεως, τα κάλλιστα των
+ημετέρων μ ο ι ρ ο λ ο γ ί ω ν και έμεινα μέχρι τέλους απορροφών
+τας αναθυμιάσεις της νεκρικής εκείνης ποιήσεως, ίσως
+προαισθανόμενος ότι έμελλε να έλθη ποτέ ώρα, καθ' ην θρηνωδών κ'
+εγώ ήθελον δυνηθή ν' αποτίσω την οφειλήν μου προς εκείνους,
+οίτινες, αφού τα ιερά αυτών λείψανα διέσπειραν απανταχοΰ της
+Ελλάδος προς γονιμοποίησιν του πολυπαθούς ημών εδάφους, κείνται
+αμνημόνευτοι, αμοιρολόγητοι.
+
+Ούδ' έπαυον αι ολολυγαί της τρισαθλίας μητρός! Η θύελλα του
+κοπετού προέβαινεν αεννάως, οι δε στεναγμοί συνοδευόμενοι υπό
+οδυρμών και ραγδαίων δακρύων τηλικαύτην είχον λάβει επίτασιν,
+ώστε δεν εδυνάμην πλέον ούτε του μέτρου την αρμονίαν ούτε των
+ιδεών την συνάφειαν να παρακολουθήσω. Και όμως ανωτέρα τις και
+ακαταμάχητος δύναμις μ' εκράτει ακίνητον επί του εδάφους, όπου
+διεδραματίζετο το ελεεινόν θέαμα. Ο διάλογος ανεξάντλητος. Νέαι
+ερωτήσεις προεκάλουν νέας απαντήσεις, αφ' ενός η ζωή εκθέτουσα τα
+του κόσμου, αφ' ετέρου ο θάνατος αφηγούμενος τα του άδου, φοβερά
+και σπαραξικάρδιος συνέντευξις εμπνέουσα απερίγραπτον τρόμον αλλά
+συνάμα επιχέουσα απροσδοκήτους παραμυθίας διά του ύψους και της
+καλλονής των αισθημάτων άτινα εγείρονται εκ της πενθίμου εκείνης
+παραστάσεως.
+
+Μεταξύ των αδομένων ήκουσα ως παρά του νεκρού απαγγελλόμενον και
+το επί κεφαλής των προλεγομένων μου δίστιχον. Και αφ' ου επί
+πολύν χρόνον έμεινε τεθαμμένον εν τη καρδία μου, έκαστον δε αυτού
+στοιχείον, εκάστη συλλαβή υπήρξαν τα ψιχία, εξ ων πολλάκις
+ετράφησαν τα ποιητικά μου ονειροπολήματα, έρχεται πάλιν ακέραιον
+εν πάση τη αρχική αυτού καλλονή, τοιούτο οίον εξήλθε των χειλέων
+του ποιήσαντος αυτό, περιβεβλημένον την αμίμητον αρμονίαν και
+ώσπερ αναδεδυκός εκ του πελάγους των αισθημάτων, εν οις ευρέθη
+βεβυθισμένη η μεγαλουργός ψυχή του αγωνιώντος ποιητού, έρχεται,
+λέγω, πάλιν να με συνοδεύση κατά τον νέον διάπλουν ον επεχείρησα.
+
+Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο χάρος να με πάρει
+Τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά, που βγάζ' η γη χορτάρι!
+
+Το εύοσμον, το αειθαλές τούτο άνθος ομολογουμένως εβλάστησεν εκ
+των σπλάγχνων του Αθανασίου Διάκου, ουχί διότι βεβαιούται παρά
+των ιστορικών, (1) ούτε διότι η κοινή συνείδησις επεκύρωσε την
+παράδοσιν, αλλά διότι προς τους τα τοιαύτα μεμυημένους εν ταις
+ολίγαις εκείναις λέξεσι διασώζεται φωτογραφημένος ο ήρως, ο
+θεοσεβής αθλητής, το πρότυπον του ηθικού και φυσικού κάλλους, ο
+αληθής και γνήσιος γόνος του μεσαιωνικού αρματωλισμού, ο σεμνός
+μαχητής, ο απόστολος ο αποδεχόμενος εν πλήρει πνεύματος ηρεμία
+τας βασάνους του μαρτυρίου, αλλά και ομολογών πάσαν την πικρίαν
+ην παρήγαγεν εν αυτώ η συναίσθησις του θανάτου εν στιγμή, καθ' ην
+μετά της ανθοστεφούς ανοίξεως ήρχοντο αναφυόμενοι και οι πρώτοι
+βλαστοί της εθνικής αναγεννήσεως. Η διάγνωσις αύτη είναι
+ακράδαντος, ίσταται δε υπεράνω της μαρτυρίας των χρονογράφων και
+του κύρους της κοινής γνώμης. Άλλως προς τα όμματα εμού, οι δύο
+εκείνοι στίχοι τεταγμένοι παραλλήλως περιέχουσι τοσαύτην ευωδίαν
+και διεγείρουσιν εντυπώσεις τοσούτον θελκτικάς ώστε οσάκις στρέφω
+επ' αυτούς το βλέμμα, διακρίνω νοερώς ιχνογραφημένων την λάρνακα
+ένθα καθεύδει η καρδία του τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρες.
+
+Ουδεμία λοιπόν αμφιβολία περί της γνησιότητας του βραχύτατου αλλ'
+απεράντου εκείνου θρήνου. Είναι βαρύτιμον κληροδότημα
+μεταβιβασθέν παρά του Διάκου εις τους ποιητάς της νέας Ελλάδος,
+είναι κελάδημα ικανόν να συγκινήση τους ανυδροτέρους οφθαλμούς
+και τας τραχυτέρας καρδίας. Κατέστη δε τοσούτον δημοτικόν ώστε
+σπανίως παραλείπεται οσάκις στενώτατός τις εκ των οικείων λαλή
+αντί του τεθνεώτος και μέμφεται την μοίραν ήτις ηθέλησε να τον
+αφαρπάση ενώ μόλις σφριγών και νέος έθετε τον πόδα εντός των
+ανθώνων της ζωής και του κόσμου.
+
+Αλλ' ως αναντίρρητον ότι ποιητής αυτοσχέδιος της μυροβλήτου
+στροφής υπήρξεν ο Διάκος, ούτω και αληθές ότι αφότου ευτύχησα ν'
+ακούσω το νεκρώσιμον άσμα, εγεννήθη εν τη διανοία μου η ιδέα του
+επομένου στιχουργήματος, ουδ' έπαυσα διαλογιζόμενος τίνι τρόπω να
+εξυμνήσω επαξίως τον γίγαντα της Δωρίδος και πώς να τελέσω
+μνημόσυνον υπέρ ψυχής πληρούσης απ' άκρου εις άκρον της φαντασίας
+μου το στερέωμα.
+
+Η ιδέα αυτή μ' εβασάνιζεν ασχολούμενον περί τον καταρτισμόν του
+ημετέρου εθνικού μαρτυρολογίου. Σήμερον δε ότε παρίσταμαι ίνα
+καταθέσω επί της γης, ήτις έπιε το αίμα του αειμνήστου θύματος,
+το ευτελές θυμίαμά μου, σήμερον τρέμω μη αναδειχθώ ανάξιος και μη
+υπό το μέγεθος τηλικούτου επιχειρήματος αποκαλυφθή πάσα η
+μικρότης και η αδυναμία μου.
+
+Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης ο μεγάθυμος ήρως, ο εν μέσω των
+καταιγίδων του χειμώνος ευαρεστηθείς να συμβιώση μετ' εμού, ο επί
+μήνας ολοκλήρους επισκιάσας τον ύπνον μου, ο παρακολουθήσας τα
+διαβήματά μου εν ξηρά και θαλάσση, ο μετά στοργής ακροασάμενος
+των μυστικών μου θλίψεων επί του ερήμου σκοπέλου ένθα
+προσωρμίσθην.
+
+Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης!
+
+Μ α δ ο υ ρ ή.
+
+Περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος εγεννήθη εν
+Μουσουνίτζα της Παρνασσίδος ο Αθανάσιος Γραμματικός, προπάτωρ του
+ημετέρου ήρωος. — Νέος έτι την ηλικίαν ησπάσθη το στάδιον των
+όπλων και μεθ' ενός αδελφού κ' ενός πρωτεξαδέλφου κατετάχθη εις
+την αρματωλικήν συμμορίαν του εξ αγίας Ευθυμίας διαβοήτου
+Κωσταντάρα. — Περί του εν γενναίοις τούτου γενναίου κρίνω
+περιττήν πάσαν μνείαν, ου μόνον διότι φοβούμαι μη δικαίως μ'
+επικρίνη τις ως περιττολόγον, αλλά διότι και ακριβή βιογραφίαν
+αυτού εξέδωκε πρό τινος χρόνου ο αξιότιμος φίλος μου Κωνσταντίνος
+Σάθας (2), προς ον απευθύνω δημοσία χάριτας δι' ας μετά
+παραδειγματικής προθυμίας μοι έδωκε πολυτίμους ιστορικάς
+ειδήσεις, παραλαβών με συμμέτοχον του θησαυρού ον απεταμίευσεν
+ούτε θυσιών φειδόμενος ούτε μόχθων, αλλά νύχτα και ημέραν
+εργαζόμενος, όπως διασώση εκ του ολέθρου τα άθλα και τα ονόματα
+των υπέρ πίστεως και πατρίδος επί τέσσαρας όλους αιώνας
+αγωνισαμένων.
+
+Μετά τον θάνατον του Κωσταντάρα συνεκρότησεν ο Γραμματικός ίδιον
+σώμα δι' ου έβλαπτε συνεχώς τους εν Παρνασσίδι και Δωρίδι
+Οθωμανούς. Αλλά πεσόντος του αυταδέλφου έν τινι συμπλοκή και
+πολλών εκ των εταίρων διασκορπισθέντων, το μεν σώμα ταχέως
+διελύθη, ο δε Αθανάσιος τυχών αμνηστείας απεσύρθη εις την πατρίδα
+αυτού, όπου και ετελεύτησε καταλιπών τρεις υιούς τον Μήτρον, τον
+Κωστούλαν, τον Νίκον, και μίαν θυγατέρα την Στάμω.
+
+Ο Μήτρος και ο Κωστούλας συνεστράτευσαν και συνηγωνίσθησαν μετά
+του εκ Βουνιχώρας Βλαχοθανάση, ύστερον δε συνετάχθησαν τω
+Ανδρούτζω παραλαβόντι την αρχηγίαν, και παρηκολούθησαν πιστώς εις
+την τρικυμιώδη πνοήν της λαίλαπος εκείνης. — Και ο μεν Κωστούλας
+αξίως λόγου μαχόμενος έπεσε κατά την εν έτει 1796 αείμνηστον διά
+της Πελοποννήσου κάθοδον του Ανδρούτζου. Ο δε Μήτρος συμμαχήσας
+μετά του Λουκά Καλλιακούδα εφονεύθη και ούτος εν τη κατά το 1802
+μάχη της Καβρολίμνης. — Ο μόνος επιζήσας εκ των τριών αδελφών
+Νίκος αφιερωθείς παιδιόθεν εις τον ποιμαντικόν βίον, έζησεν εν
+Μουσουνίτζα, τελευτήσας δε εν έτει 1809 κατέλιπε δύο υιούς, τον
+Μήτρον επωνομαζόμενον Μασσαβέταν, ως υιοθετηθέντα παρά του
+Ιωάννου Μασσαβέτα ατέκνου συζύγου της εκ πατρός θείας αυτού
+Στάμως, και τον Α θ α ν ά σ ι ο ν. —
+
+Ούτος εγεννήθη κατά τινας μεν περί τα 1792 (3) κατά δε τον γηραιόν
+φίλον μου Ιωάννην Φιλήμονα, όστις μόνος εκ των ημετέρων
+ιστοριογράφων εκόσμησε το πολύτιμον Δοκίμιόν του διά βιογραφικών
+λεπτομερειών ικανών να δώσωσιν ακριβή τινα του Διάκου εικόνα,
+περί τα 1780. — Η διαφωνία αύτη ευκόλως εξηγείται εάν τις λάβη
+υπ' όψιν την αθλίαν κατάστασιν εν η διετέλει τότε χώρα
+διοικούμενη υπό αλλοφύλων ουδόλως ενδιαφερομένων περί τακτικής
+και επισήμου πιστοποιήσεως των γεννήσεων και των θανάτων.
+
+Ο Αθανάσιος μόλις έφηβος εισήχθη παρά του πατρός ως δόκιμος εις
+την παρά τον Ερινεόν, (Αρτοτίναν), μονήν του αγίου Ιωάννου του
+Προδρόμου όπου μετ' ολίγον και εχειροτονήθη Δ ι ά κ ο ν ο ς.
+
+Η πρώτη αύτη δοκιμασία βεβαίως συνέτεινε προς διάπλασιν της ψυχής
+του νεοφύτου και εις ταύτην οφείλει τις ν' αποδώση την κοσμιότητα
+του βίου, την παραδειγματικήν μετριοφροσύνην και την προς τον
+Θεόν απέραντον και ανεξάντλητον αυτού πίστιν. Τοιουτοτρόπως ο
+ιερατικός χαρακτήρ συνδυασθείς ύστερον μετά του πολεμικού
+πνεύματος κατέστησεν αυτόν πρότυπον θεοσεβείας και γενναιότητος.
+Ου μην αλλά και υπήρξεν η ασφαλεστέρα σανίς, ην ενηγκαλίσθη και
+δι' ης θαυμασίως εσώθη ότε διέπλευσε τον στενώτατον και
+πολυκύμαντον πορθμόν μεταβαίνων από του πελάγους της ζωής εις τον
+αχανή της αιωνιότητος ωκεανόν. Διό και απ' αρχής μέχρι τέλους του
+ποιήματός μου προσεπάθησα παντί σθένει να διατηρήσω σώαν την
+διπλήν ιδιότητα και να μη διαζεύξω ποτέ τα στοιχεία τα
+απαρτίζοντα την ψυχήν του Διάκου, την του μοναχού και την του
+στρατιώτου.
+
+Καίτοι περιφρουρουμένου εντός θείας ακροπόλεως περιλάλητος
+εγένετο η σπανία του νέου καλλονή και Φερχάτβεής τις εκ των
+αγάδων της Δωρίδος βαθύπλουτος και λάγνος επεθύμησε να ίδη εκ του
+πλησίον το άνθος όπερ έθαλλεν εν ταις αγκάλαις της εκκλησίας. —
+Εγκαίρως πληροφορηθείς ο Αθανάσιος, τη προτροπή του Ηγουμένου
+λάθρα ανεχώρησε (4) και κατέφυγεν εις την επί των ορέων της
+Δωρίδος ενδιαιτωμένην συμμορίαν του Δήμου Σκαλτζά και του Γούλα.
+Εκείθεν απηύθυνε προς τον αισχρόν Οθωμανόν απειλητικήν επιστολήν
+εν η περιέκλεισε και το ξυρισθέν γένειον ως σύμβολον του πολέμου
+ον εκήρυττεν έκτοτε προς τους εχθρούς της Ελλάδος. — Απεκδυθείς
+δε το ράσον, περιεβλήθη τον περιφανή των αρματωλών χιτώνα, έζωσεν
+επί τον μηρόν την ρομφαίαν και ούτω μετεσχηματισμένος έλαμψε
+κεραυνοβόλος ως αν ήθελεν ανατείλη επί του μετώπου του προφητικόν
+τι και ανέσπερον σέλας.
+
+Από της εποχής εκείνης προς ανάμνησιν της πρώτης του βίου του
+περιπετείας, παρήτησε το πατρογονικόν επώνυμον και ησπάσατο το
+του υπηρέτου της Εκκλησίας υπογραφόμενος αείποτε (ως προκύπτει εκ
+των πρωτοτύπων επιστολών αυτού) Α θ α ν ά σ η ς Δ ι ά κ ο ς. (5)
+
+Συναγωνιζόμενος μετά του Σκαλτζά και του Γούλα δεν εβράδυνεν ο
+πρωτόπειρος πολεμιστής να διακριθή επί συνέσει και τόλμη.
+Κράτιστος δε ανεδεικνύετο πάντων κατά την ποδωκίαν, την
+σκοπευτικήν και το άλμα. Αλλ' εκτός των φυσικών τούτων
+προτερημάτων διά της εμφύτου αγαθότητος και της μετριοπαθείας της
+ψυχής του εδυνήθη ο Διάκος να κατακτήση την αγάπην των αρχηγών,
+ώστε αναχωρών συνήθως ο Σκαλτζάς κατά τον χειμώνα εις Βάλτον προς
+περισσοτέραν εξασφάλισιν, παρέδιδε την αρχηγίαν προς τον
+Αθανάσιον, πεποιθώς ότι επανερχόμενος κατά την εαρινήν ώραν
+ακμαίαν έμελλε να παραλάβη και αρειμανή την φάλαγγά του.
+
+Διορισθέντος μετ' ου πολύ του Φερχάτου Βοεβόδα Σαλόνων, έπρεπε
+κατά το επικρατούν έθιμον πάντες της επαρχίας οι αρματωλοί να
+προσέλθωσι μετά δώρων και να συγχαρώσι τον άρχοντα. Μόνος ο
+Διάκος ως αντιπρόσωπος του Σκαλτζά δεν έστερξε να υποβληθή εις
+την υβριστικήν ταπείνωσιν. Ο δε Φερχάτης λαβών αφορμήν εκ τούτου
+έγραψε προς τον Αλή πασάν και χαρακτηρίσας τον Διάκον ως
+ταραξίαν, ως εχθρόν επικίνδυνον και καταστροφέα των εν τη Δωρίδι
+κτημάτων του, εξητήσατο και έλαβε την άδειαν ίνα τον φονεύση·
+εξήλθεν επομένως μετά εκλεκτού σώματος προς καταδίωξιν του εχθρού
+του, αλλ' επανήλθε καθημαγμένος. Εννοήσας τότε ότι διά των όπλων
+αδύνατον ήτο να τύχη του ποθουμένου, έπεισε τους αρματωλούς και
+τους προύχοντας ίνα πορευθώσι προς τον δυστροπούντα και
+υποδείξωσιν αυτώ τας θλιβεράς συνεπείας ας ήθελε προκαλέσει κατά
+του τόπου η παράλογος απείθεια και πεισμονή του. — Ο Διάκος
+υπεσχέθη μεταμέλειαν και έταξεν ημέραν καθ' ην ήθελε παρουσιασθή
+προς τον Βοεβόδαν. — Πλήρης χαράς έμαθεν ο Φερχάτης την απόφασιν
+του Διάκου και έσπευσεν επομένως να τοποθετήση καταλλήλως εκατόν
+εκ των δορυφόρων του, ίνα προσερχόμενον τον φονεύσωσιν. Αλλ' ο
+Αθανάσιος προαισθόμενος την απάτην, διά της οδού της Τέχολης μετά
+ογδοήκοντα συνεταίρων εισήλθεν εις Σάλονα. —
+
+Έντρομος ο Φερχάτης μαθών την απροσδόκητον άφιξιν διέταξε τους
+σωματοφύλακας ίνα καταλάβωσι την θύραν του Σεραγίου και
+πυροβολήσωσι κατά του Διάκου άμα ήθελε δώσει το σύνθημα. Αλλ'
+εκείνος προνοητικός αφού ετοποθέτησεν έξωθεν τους εβδομήκοντα
+παρέλαβε δέκα εκ των συντρόφων και μετ' αυτών ήλθε προς τον
+Βοεβόδαν. Ο δόλιος και δειλός Οθωμανός προσεπάθησε διά παντός
+τρόπου να τον απομονώση, προφασιζόμενος ότι είχεν ανάγκην κατά
+μόνας να συνδιαλεχθή μετά του αρχηγού. Αλλ' οι πιστοί φύλακες του
+Αθανασίου απεποιήθησαν ν' απομακρυνθώσιν εμπαικτικώς
+ισχυριζόμενοι ότι έμενον παρόντες ίνα κορέσωσι τα όμματά των
+ατενίζοντες εις πρόσωπον τοσούτω προσφιλές. — Ποτόν δε
+δηλητηριασμένον προσηνέχθη, αλλά και τούτο απεκρούσθη. Τέλος αφού
+προσέφερε τω Φερχάτη το ειθισμένον δώρον (ήτο δε άργυρούν
+ποτήριον, εφ' ου εν αναγλύφω απεικονίζετο η Μονή του Προδρόμου
+και ο Διάκος φέρων του Μοναχού το σχήμα) απήλθε σώος επί των
+ορέων του. —
+
+Μετά τινα χρόνον μιμούμενος το παράδειγμα των διασημοτέρων της
+Ελλάδος πολεμιστών, μετέβη εις Ιωάννινα και μέχρι του έτους 1816
+υπηρέτησεν εν τω λόχω των σωματοφυλάκων του Τεπελενλή. Η αυλή του
+τρομερού Βεζύρου είχε μεταμορφωθή εν ταις ημέραις εκείναις εις
+αληθή εφεδρείαν του Ελληνισμού, καθότι και πολιτικοί και
+πολεμικοί συνήρχοντο ώσπερ εκ συνθήματος κύκλω του αιμοχαρούς
+σατράπου, ως αν επρόκειτο περί εκτελέσεως προμεμελετημένου τινος
+σχεδίου, υποκρύπτοντος την ιδέαν της κατ' ολίγον απορροφήσεως
+πάντων των μέσων δι' ων ο περιβόητος Ελληνομάχος εδύνατο, χρείας
+τυχούσης, να καταθλίψη πάσαν ενέργειαν υπέρ της εθνικής
+ανεγέρσεως.
+
+Εν Ιωαννίνοις συνεσχετίσθη ο Διάκος μετά της ηρακλείου εκείνης
+γενεάς, ήτις επέπρωτο και το αίμα των πατέρων να εκδικήση και το
+ελληνικόν όνομα να σώση από του απειλουμένου ολέθρου. Εν μέσω των
+τρυφών και της εξαχρειώσεως, των δολοπλοκιών, της εσχάτης
+διαφθοράς, των καταστροφών και της δουλοφροσύνης διετήρησεν
+άμωμον την καρδίαν, ακηλίδωτον το μέτωπον, άσπιλον την ψυχήν,
+ώστε υποπτεύσας αυτόν ο Αλής, ο εκ συστήματος επιδιώκων την
+αμαύρωσιν των χαρακτήρων και την βεβήλωσιν πάσης παρθενίας,
+έδωκεν εντολήν προς τον Οδυσσέα να τον δολοφονήση. Αλλ' ο υιός
+του Ανδρούτζου αναδεχθείς πάσαν παρά τω Σατράπη ευθύνην, ούτε την
+διαταγήν εξετέλεσεν ούτε ποτε ωμολόγησε προς τον Διάκον την
+φιλικήν υπηρεσίαν.
+
+Κατά το 1816 ο Οδυσσεύς διορισθείς αρματωλός Λεβαδείας παρέλαβεν
+αυτόν ως πρωτοπαλλήκαρον και έκτοτε αδιάρρηκτοι δεσμοί
+αδελφότητος συνήνωσαν επ' αγαθώ της πατρίδος τους δύο τούτους
+σταυραετούς.
+
+Δύο έτη μετά ταύτα κατά το 1818 ο υιός του αειμνήστου Ανδρούτζου
+ώμοσεν επί του ιερού Ευαγγελίου τον υπέρ πίστεως και πατρίδος
+όρκον των φιλικών. Περί την εποχήν ταύτην κοινωνός του φοβερού
+μυστηρίου εγένετο και ο Διάκος κατηχηθείς και ούτος, ως πολλοί
+των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδος, παρά του Κωνσταντίνου
+Σακελλίωνος Κοκοσιώτου, και ούτω διά της δευτέρας ταύτης
+χειροτονίας προπαρεσκευάσθη ίνα προσέλθη σφάγιον επί του
+θυσιαστηρίου της πατρίδος.
+
+Ενσκήψαντος του πολέμου κατά του Αλή πασά και αναγκασθέντος του
+Οδυσσέως να παραιτήση την Βοιωτίαν προς αποφυγήν του Μπαμπά πασά,
+τα πρωτοπαλλήκαρα, επτά τον αριθμόν, κατά την αρματωλικήν
+παράδοσιν, ανηγόρευσαν ομοφώνως οπλαρχηγόν Λεβαδείας τον Διάκον
+και την εκλογήν ταύτην ανεγνώρισαν προθύμως οι πρόκριτοι,
+εσεβάσθη δε και τυπικώς εκύρωσεν η Τουρκική αρχή.
+
+Εύρε λοιπόν η επανάστασις τον Διάκον κατέχοντα επίκαιρον
+στρατιωτικήν θέσιν δυναμένην να συντέλεση ουκ ολίγον εις ευόδωσιν
+του εθνικού κινήματος. Ότι δε η ενέργεια αυτού υπήρξε σύντονος,
+μεγάλη η ετοιμότης δι' ης κατεπράυνε τους Τούρκους ανησυχούντας
+ήδη ένεκεν των εκ πολλού διαθρυλλουμένων και υποπτεύοντας πάντας
+διά την παράτολμον διαγωγήν του Βούσγου, έτι, μετά την εν τη μονή
+του Οσίου Λουκά σύσκεψιν, όπου εκτός πολλών παρευρέθησαν και ο
+επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο Αμφίσσης Ησαΐας, ταχέως διά
+της αποφασιστικότητος αυτού διεδόθη ανά πάσαν την Βοιωτίαν το πυρ
+της επαναστάσεως, εύκολον είναι προς πάντας τους περί τα τοιαύτα
+μετά πόθου ασχολουμένους καθαράν να λάβωσιν αντίληψιν, εάν
+διέλθωσι την ιστορίαν των ημερών εκείνων, ιδίως δε τας σελίδας
+ένθα ο Φιλήμων μετά θαυμαστής ακριβείας και νεανικού οίστρου
+κατέταξε και συνηρμολόγησε γεγονότα, ως εκ της επικρατούσης
+συγχύσεως πολλαχώς διαστραφέντα ή ολοσχερώς παραλειφθέντα.
+
+Ούδ' ήθελον παρενοχλήση τους αναγνώστας διά της διηγήσεως ταύτης
+αν δεν ενόμιζον αναγκαίαν αείποτε την λεπτομερή έρευναν των
+πρώτων εν τω κόσμω διαβημάτων του Αθανασίου Διάκου, ίνα ακριβώς
+εκτυπωθή και σαφώς προκύψη ο χαρακτήρ του ανδρός είτε καθ' ην
+στιγμήν ανεδέχθη να σώση εν Θερμοπύλαις την τιμήν της
+επαναστάσεως είτε καθ' ην ώραν εν μέσω απεριγράπτων περιφρονήσεων
+απεδέχετο μειδιών το φρικωδέστερον των μαρτυρίων.
+
+Παρέλαβον εν τω επομένω στιχουργήματι τον Διάκον κατά την
+παραμονήν της καταστροφής και εχωρίσθην απ' αυτού αφού ούτε ίχνος
+απέμενε πλέον εκ του σώματός του επί της γης. Ώφειλον επομένως να
+συμπληρώσω διά του πεζού λόγου ό,τι εξ ανάγκης παρέλιπεν η
+ποίησις, ίνα, ουχί εν προτομή αλλ' εν τη ολομελεία αυτού, ιδρυθή
+επί του βάθρου της ιστορίας ο ανδριάς του εθνομάρτυρος.
+
+Κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος, η σφαγή των φιλελλήνων εν Πέτα
+και η καταστροφή του Διάκου εν Θερμοπύλαις παρίστανται ως
+ουρανομήκεις μέλαιναι κυπάρισσοι παρά τη εισόδω του μεγάλου
+νεκροταφείου της επαναστάσεως. Αιτία της πρώτης υπήρξεν η
+προδοσία του Γώγου και ο παράκαιρος ιπποτισμός των φιλελλήνων,
+επήνεγκε την δευτέραν η αμφιταλάντευσις και η χαλαρά ενέργεια
+τινών εκ των μετά του Διάκου συναγωνισθέντων οπλαρχηγών.
+
+Ο Μήτζος Κοντογιάννης προφασιζόμενος ότι καθήκον είχε να μη
+εκθέση εις αναπόφευκτον εξόντωσιν επαρχίαν γεωγραφικώς
+τοποθετημένην ως εν εμπροσθοφυλακή, πράγματι δε θεωρών την
+εθνικήν ανέγερσιν ονειροπόλημα νοσούσης φαντασίας μη παρέχον
+ουδεμίαν ελπίδα ευοδώσεως και επιτυχίας, μόνος έμενεν αδρανής
+ούδ' έστεργε να ενδώση εις τας επιμόνους και πατριωτικάς
+προτροπάς του τε Διάκου, του Πανουριά και του Δυοβουνιώτου.
+Ένεκεν των συνεχών και στενών αυτού σχέσεων προς τους Οθωμανούς,
+και της ιδέας ην είχε περί της Τουρκικής δυνάμεως, ενόμιζεν
+εαυτόν ευτυχή εάν, εν μέσω των αεννάων περισπασμών της ελληνικής
+φυλής, εδύνατο διά της διαγωγής του να σώση το προσφιλές
+αρματωλίκιον. Όπως δήποτε η αδράνειά του παρέλυσεν επί πολύ τας
+προσπαθείας των άλλων, ενεθάρρυνε τους πολεμίους εν ανέσει
+προπαρασκευαζομένους, και το χείριστον πάντων εσάλευε τας
+πεποιθήσεις και ενέπνεεν ολεθρίους δισταγμούς.
+
+Προσκληθείς παρά των εν Κομποτάδαις συσκεπτομένων στρατηγών όπως
+συνεκστρατεύση, άπαξ, δις και τρις απεποιήθη και έμεινεν
+αμετάτρεπτος απέναντι των παραστάσεων και των δεήσεων του
+Γεωργίου Δεσποτοπούλου, του Δημητρίου Καλύβα και του Βακογιάννου,
+αποσταλέντων προς αυτόν ίνα διά παντός μέσου εξεγείρωσι την
+αναλγησίαν και ηλεκτρίσωσι τον πατριωτισμόν του. Μάτην. Ο
+Κοντογιάννης εκώφευεν ενώ ο χείμαρρος λάβρος προέβαινε και τα
+κύματα αυτού ήγον ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς και ο Ομέρ Βρυόνης. Τέλος
+ο Διάκος, ο Πανουριάς, ο Δυοβουνιώτης προαισθανόμενοι την
+καταιγίδα, απεφάσισαν να βαδίσωσι κατά της Υπάτης και τότε εκών
+άκων ο Κοντογιάννης ηναγκάσθη να υψώση την Ελληνικήν σημαίαν και
+να συναγωνισθή. — Αλλ' αι χρονοτριβαί ας παρενέβαλε διά της
+αξιομέμπτου διαγωγής του παρήγαγον αποτέλεσμα την μη έγκαιρον υπό
+των επαναστατών εκπόρθησιν της Υπάτης, διότι επιστρατευσάντων των
+Τουρκαλβανών, η πολιορκία διελύθη, και ο μεν Διάκος, Πανουριάς
+και Δυοβουνιώτης επανήλθον εις Κομποτάδαις όπως σκεφθώσι περί του
+πρακτέου, ο δε Κοντογιάννης βυθιζόμενος πάλιν εις την προτέραν
+απάθειαν κατέφυγε προς ασφάλειαν εν τη μονή της Αγάθωνας
+καραδοκών την εκατέρωθεν των πραγμάτων πορείαν.
+
+Τοιαύτη υπήρξεν η διαγωγή του γέροντος αρματωλού. Ουδεμία δε
+απομένει αμφιβολία ότι άλλως ήθελε διεξαχθή το δράμα των
+Θερμοπυλών αν απ' αρχής ενίσχυε διά των δυνάμεών του τους
+συναδέλφους του ή αν επί τέλους δεν απεσύρετο εντός του περιβόλου
+της Αγάθωνας.
+
+Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης, καί τοι μετά πολλής αυταπαρνήσεως
+αποδυθείς εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα και μεγάλας υπερνικήσας
+δυσχερείας όπως εν τη επαρχία αυτού συγκρατήση και γονιμοποιήση
+επ' αγαθώ της πατρίδος τα μικρά μέσα όσα εδύνατο να διαθέση, καί
+τοι ουδέ στιγμήν διστάσας να επιπέση ξιφήρης κατά των Οθωμανών
+και να τους αποκλείση εντός της Οπουντίου ακροπόλεως, εις ουδέν
+λογισθείς την ακροσφαλή θέσιν του πρωτοτόκου υιού του Γεωργίου,
+ομηρεύοντος παρά τω Αλή πασά, ουχ ήττον οφείλει τις να ομολογήση
+ότι ευρεθείς κατά την μάχην τοποθετημένος μετά τετρακοσίων
+μαχητών, εν οις και ο Λουκάς Κόκκαλης, προς φυλακήν της επί του
+Δύρα (Γοργοποτάμου) γεφύρας, ουδέ την επίθεσιν υπέμεινε του
+Βρυόνου, αλλ' υπεχώρησεν αμαχητί εις το Δέμα. Καταδιωχθείς δε και
+εκείθεν απήλθεν εις το χωρίον Δύο Βουνά τόπον της γεννήσεώς του.
+
+Η παρά πάσαν ελπίδα απροσδόκητος αύτη του Δυοβουνιώτου υποχώρησις
+εξέθηκεν εις προφανή κίνδυνον τον Πανουριάν, όστις είχε καταλάβει
+την Χαλκομμάταν, διά δε των αξιωματικών αυτού Παπά Ανδρέου
+Κοκοβιστιανού και Κομνά Τράκα Αγοργιανίτου, το χωρίον του
+Μουσταφάμπεη. Άπασα δε των αλβανών η στρατιά υπό την οδηγίαν του
+Βρυόνου ουδεμίαν παθούσα αποτριβήν ουδ' επί στιγμήν,
+ανακρουσθείσα υπό του Δυοβουνιώτου, έξαλλος και παράφρων επί τη
+αδοκήτω επιτυχία, μανιώδης επιπεσούσα κατεσπάραξε τους περί τον
+Πανουριάν προκινδυνεύσαντα γενναίως και την ζωήν αυτού αφειδώς
+εκθέσαντα προς εμψύχωσιν των συνεταίρων. — Έπεσεν εκεί ο
+επίσκοπος Ησαΐας και ο αδελφός αυτού Παπαγιάννης, αι δε κεφαλαί
+αυτών αποκοπείσαι και φερόμεναι υπό των προπορευομένων εμήνυσαν
+μακρόθεν προς τον Διάκον την προσέγγισιν της καταιγίδος ήτις
+απειλητική προέβαινεν όπως τον περικυκλώση διά των πτερύγων της.
+
+Διό ουδέν παράδοξον αν και οι περί τον Διάκον κατεστράφησαν.
+Παράδοξος και ακατανόητος είναι η μέχρι τέλους ακλόνητος επιμονή
+του ήρωος και η απόφασις αυτού ν' αποθάνη αφού εγίνωσκεν ότι
+περιττή απέβαινεν η θυσία και αφού συνησθάνετο βεβαίως ότι
+αναγκαία ήτο προς την πατρίδα η ζωή του. Αλλ' υπό αισθημάτων
+πάντη διαφόρων εμπνεόμενος ο Διάκος και θεωρών τας Θερμοπύλας
+προωρισμένας ανέκαθεν να ήναι του Ελληνισμού το αιματόφυρτον
+Γολγοθά, υπέμεινε μέχρι τέλους, απέκρουσε μετ' αγανακτήσεως τας
+δεήσεις των φίλων προτρεπόντων αυτόν εις φυγήν και επί τούτω
+προσαγαγόντων αυτώ την ίππον, και απεδέχθη το μαρτύριον συνειδώς
+ότι αι μεγάλαι ιδέαι βλαστάνουσι και καρποφορούσι ποτιζόμεναι διά
+του αίματος και τρεφόμεναι διά των βασάνων.
+
+Περιγράφων την εν Θερμοπύλαις μάχην προέκρινα πανταχού τας
+δοκούσας μοι ακριβεστέρας πληροφορίας, συνειδώς ότι η δημοτική
+Ελληνική ποίησις εκ των μυχών της ιστορίας εκπορευομένη κυρίως
+προτίθεται την ακριβή αφήγησιν των γεγονότων, περικοσμούσα μεν
+και χρωματίζουσα αυτά ποικιλοτρόπως προς εκφανεστέραν του θέματος
+διατράνωσιν, αλλ' ούτε την παραμόρφωσιν της αληθείας ανέχεται
+ούτε την αποσιώπησιν όταν δι' αυτών καταστρέφονται αι βάσεις εφ'
+ων εγείρονται οι ιδανικοί αυτής πύργοι. Απέκλινα επομένως τον
+ρωμαντισμόν εφ' ω κακή τύχη αγάλλονται πολλάκις και ενασμενίζουσι
+φαντασιοκόποι τίνες, μιμηταί ξένων εθίμων, ξένων παραδόσεων,
+ψευδαπόστολοι και εισηγηταί αλλοτρίων δογμάτων, πεποιθώς ότι
+σχετικώς προς την ηλικίαν και τας περιστάσεις του έθνους τοιαύται
+νεολογίαι πρέπει να καταδικάζωνται ως αναχρονισμοι και να
+εκλαμβάνωνται ως μιάσματα ικανά, διά της επιδράσεως αυτών,
+επικινδύνως να νοθεύσωσι και διαφθείρωσι τον αληθή οργανισμόν της
+ιθαγενούς γραμματολογίας. (6)
+
+Ιστορία λοιπόν τουτέστιν αλήθεια είναι η κυριωτέρα βάσις της
+Εθνικής ποιήσεως και οδυνηρόν και αξιοδάκρυτον είναι οσάκις εκ
+των περιστάσεων της εποχής ή της ολιγωρίας των χρονογράφων τινά
+εκ των σημαντικωτέρων γεγονότων εκτίθενται ανακριβώς και
+συγκεχυμένως· είναι αδύνατον να περιγράψη της την ανυπόφορον
+αδημονίαν εξ ης πάσχει ο ποιητής όταν εν μέσω του πυρετού της
+εμπνεύσεως αίφνης παρίστανται αυτώ τοιούτου είδους προσκόμματα·
+το ατύχημα τούτο συνέβη και προς εμέ ότε ανεκάλυψα σπουδαίαν
+μεταξύ των ιστοριογράφων της νεωτέρας Ελλάδος διαφωνίαν περί της
+εποχής καθ' ην συνεκροτήθη η καταστρεπτική σύγκρουσις. Μη δε
+νομίση τις ότι αλόγως επί μικροίς δυσχεραίνω, ή ότι ακαίρως
+υπερβοώ προκειμένου περί ασημάντου χρονικού λάθους. Έκαστον
+γεγονός σχετίζεται μυστηριωδώς προς άλλα και ούτε επιεικές είναι
+ούτε δίκαιον να βλέπη τις αίφνης διατεμνόμενον των ιδεών τον
+συνειρμόν και ριπτομένας εις το μέσον αμφιβολίας αίτινες
+διαταράττουσι της φαντασίας το δρομολόγιον.
+
+Πριν ή λάβω ανά χείρας την Ελληνικήν Ιστορίαν του Κυρίου
+Σπυρίδωνος Τρικούπη και το Δοκίμιον του Κυρίου Φιλήμονος, βαθέως
+είχε ριζωθή εις την μνήμην μου η αποφράς ημέρα της 14 Απριλίου,
+διότι και παρά του γηραιού Περραιβού και παρά του Κυρίου
+Σπηλιάδου είχον μάθει ότι εν εκείνη έπρεπε να μνημονεύηται η
+αγωνία, εν δε τη επιούση το μαρτύριον του Διάκου. Eρειδόμενος επί
+της διαβεβαιώσεως ταύτης ήρχισα ιχνηλατών τήδε κακείσε σύγχρονα
+δυστυχήματα όπως διά της συμπτώσεως και του συνδυασμού παραστήσω
+αυτά συνδεδεμένα και τοιουτοτρόπως ανεξίτηλος διασωθή εν τη μνήμη
+του έθνους η νεκρώσιμος εποχή. — Ησθάνθην δε ανέκφραστον
+αγαλλίασιν ότε εύρον τον κρίκον δι' ου συνεζεύγνυτο η
+φρικωδεστάτη του Διάκου τελευτή, μετά της απαγχονίσεως του
+Πατριάρχου Γρηγορίου και της εκ των σπλάγχνων του Βοσπόρου
+θαυμασίας αναδύσεως του ιερού εκείνου λειψάνου.
+
+Αίφνης αναδιφών τας σελίδας του Κυρίου Φιλήμονος παρετήρησα μετ'
+εκπλήξεως και ψυχικού άλγους ότι ουχί πλέον κατά την 14 αλλά κατά
+την 23 Απριλίου συνεκροτήθη η μάχη. — Η διαφωνία αύτη προς μεν
+την ιστορίαν ίσως ήτο αδιάφορος, προς δε την ποίησιν είχεν
+ακαταλόγιστον βαρύτητα. Κ' ενώ αφ' ενός δεν ήθελον να μεταβάλω το
+σχέδιον του τετάρτου άσματος, άφ' ετέρου ελυπούμην σφόδρα διά την
+ανακρίβειαν, ούδ' έστεργον να αρυσθώ εκ των απόρων απολογίας
+προσπίπτων εις την μακροθυμίαν της Π ο ι η τ ι κ ή ς Α δ ε ί α ς
+άν ποτε εδείκνυντο αληθείς αι ρήσεις του Κυρίου Φιλήμονος και
+Τρικούπη, εξηλέγχοντο δε ψευδείς και ανυπόστατοι αι των προ αυτών
+γραψάντων.
+
+Αλλά προς μείζονα ταλαιπωρίαν του νοός μου ο μεν Περραιβός, αφού
+εν τη εισαγωγή των πολεμικών αυτού απομνημονευμάτων ανηλεώς
+επιτίθεται κατ' εκείνων οίτινες εξ αγνοίας διαστρέφουσι την τε
+χρονολογίαν και τα άθλα της επαναστάσεως, περιγράφων την μάχην
+και θέλων εκ προθέσεως να σημειώση την αξιομνημόνευτον εποχήν,
+διαβεβαιοί μετά παρρησίας ότι αύτη συνέβη κατά την 14 Απριλίου,
+«π έ μ π τ η ν τ η ς δ ι α κ α ι ν ησ ί μ ο υ.» (7) Τούθ' όπερ
+και ο Κύριος Σπηλιάδης παρεδέχθη άνευ αντιρρήσεως. — Ο δε Φιλήμων
+αποτόμως διακηρύσσει ότι συνεκροτήθη τη 23η «η μ έ ρ α τ ο υ αγ ί
+ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ» — (8). Ο τελευταίος ούτος ισχυρισμός
+στηρίζεται εφ' όλης εν γένει της χρονολογίας του Ιστορικού
+Δοκιμίου, κυρίως δε επί της επιστολής του Νικολάου Νάκου, Ιωάννου
+Στάμου, Ιωάννου Φίλωνος και Βασιλείου Βούσγου προς τον Γεώργιον
+Κόκκινον και Νικόλαον Μανούσκον ημερολογημένης τη 19 Απριλίου,
+δι' ης αγγέλλεται η άλωσις της Υπάτης καθ' α έγραφεν εις αυτούς ο
+Διάκος, (9) Αν λοιπόν η επιστολή εγράφη τη τρίτη του Θωμά πώς
+είναι δυνατόν να συνέβη η εν Θερμοπύλαις καταστροφή κατά την
+πέμπτην της διακαινησίμου και να μη γίνεται περί αυτής λόγος εν
+τω εγγράφω;
+
+Εκτός τούτου διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τω Ιστορικώ Δοκιμίω ο
+παρά των προυχόντων Λεβαδειέων διορισμός του Βούσγου ως
+οπλαρχηγού, εις αντικατάστασιν του Διάκου, ημερολογημένος τη 23η
+Απριλίου, τουτέστι τη αυτή ημέρα καθ' ην συνέβαινε το δυστύχημα.
+Βεβαίως τοιαύται αποδείξεις είναι ικαναί να άρωσι πάσαν
+αμφιβολίαν μολονότι διεγείρει εις εμέ έκπληξιν ου μικράν η σπουδή
+μεθ' ης οι Λεβαδειείς προέβησαν εις την αναπλήρωσιν μη
+θελήσαντες, χάριν σεβασμού προς τον άνδρα, ν' αναβάλωσιν εις την
+επιούσαν τον διορισμόν άλλου, ότε την πράξιν ταύτην ήθελε
+δικαιώση ο θάνατος του προσφιλούς αυτοίς στρατηγού.
+
+Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας τρίβων περί τα τοιαύτα θεωρεί επίσης
+αναντίρρητον την χρονολογίαν του Κυρίου Φιλήμονος συνεπεία
+διαβεβαιώσεων συλλεχθεισών επί τόπου ένθα διασώζεται και η φήμη
+ότι ο αείμνηστος είδε κατ' όναρ και τον άγιον της ημέρας
+προτρέποντα αυτόν εις μάχην. Εις επίμετρον πάντων τούτων έρχεται
+τέλος επιστολή ανέκδοτος του Διάκου προς τους άρχοντας της
+Λεβαδείας ημερολογημένη τη 11η Απριλίου και υπάρχουσα εις χείρας
+του Κυρίου Φιλήμονος, εν η αναγγέλλεται παρ' αυτού του οπλαρχηγού
+η μετάθεσις του στρατοπέδου από Αλαμάνας εις Υπάτην.
+Τοιουτοτρόπως λύεται οριστικώς το ζήτημα και προκύπτει
+αναμφιλέκτως ότι καθ' ην ημέραν η ορθόδοξος ημών εκκλησία
+πανηγυρίζει την μνήμην του τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου,
+πάσα εθνική καρδία οφείλει να εορτάζη και την μνήμην του
+τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Αθανασίου Διάκου.
+
+Την επιστολήν ταύτην δημοσιεύω παρά πόδας ουχί μόνον προς
+ένδειξιν της αληθείας, αλλ' όπως ίδωσι και μάθωσιν οι
+μεταγενέστεροι διά τίνων μέσων ανεδέχθησαν οι λεοντοκάρδιοι της
+εποχής εκείνης ίνα εγείρωσιν εκ του τάφου την εθνικήν αυτονομίαν·
+πεισθώσι δε ότι ακράδαντος θέλησις στηριζομένη επί τυφλής προς
+τον Θεόν πίστεως είναι όπλον ακαταμάχητον και μοχλός πανίσχυρος
+ικανός αείποτε να ανατρέψη ετοιμόρροπα και σκωληκόβροτα
+οικοδομήματα (10),
+
+Επανερχόμενος εις το προκείμενον λέγω ότι, παραδεχθείς αδιστάκτως
+την χρονολογίαν του Ιστορικού Δοκιμίου και δι' αυτής επιγράψας το
+τέταρτον άσμα, επίστευσα θεμιτόν να συμπεριλάβω και τον θάνατον
+του Πατριάρχου καθ' όσον πρόκειται περί γεγονότος τετελεσμένου
+μεν προ δεκατριών ημερών αλλά μήπω συμπεπληρωμένου. Ουδείς ο
+αγνοών ότι καθ' ην ώραν παρεδίδετο εις τας φλόγας ο Διάκος, το
+λείψανον του Γρηγορίου διεπέρα σώον και άφθαρτον τον Εύξεινον
+Πόντον και ότι το μετακομίζον το ιερόν φορτίον πλοίον του εκ
+Κεφαλληνίας Ιωάννου Σκλάβου, μόνον κατά την 11 Μαΐου
+ηγκυροβόλησεν εις Οδησσόν.
+
+Συνελθόντων των Λεβαδειέων κατά την θέσιν Αγίαν Παρασκευήν και
+καθαγιασθείσης της επαναστάσεως διά της ευλογίας και των ευχών
+του μητροπολίτου Αθηνών Διονυσίου και των επισκόπων Ταλαντίου και
+Αμφίσσης, Νεοφύτου και Ησαΐου, ανεκηρύχθησαν ομοφώνως παρά των
+αρχιερέων, των προυχόντων, του περιεστώτος λαού και των αποστόλων
+της Φιλικής εταιρίας Αθανασίου Ζαρείφη και Δήμου Αντωνίου,
+πεντακοσίαρχοι μεν ο Βούσγος, ο Λάππας, ο Τριανταφυλλίνας και ο
+Σιμαρέσης, αρχηγός δε των όπλων της επαρχίας ο Αθανάσιος Διάκος.
+Τότε ανεπέτασεν ούτος και την σημαίαν του, τα μεν άλλα λευκήν,
+φέρουσαν δε αφ' ενός την εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος
+Γεωργίου, και αφ' ετέρου την φοβεράν ρήτραν Ε λ ε υ θ ε ρ ί α ή
+Θ ά ν α τ ο ς. Αλλά σύμβολον αληθές της διανοίας του Διάκου και
+μονόγραμμα και προφητικός γρίφος περικαλύπτων πάσας τας
+απορρήτους ελπίδας, πάσας του έθνους τας πατροπαραδότους ευχάς,
+ήτο η πολεμική αυτού σφραγίς, ένθα διέλαμπεν εγκεχαραγμένος επί
+κεφαλής μεν ο Σταυρός, κάτωθεν δε ο δικέφαλος Βυζαντινός αετός
+κεκοσμημένος διά των κεφαλαίων Ο. Θ. Ν. Κ., τουτέστιν ο Θ ε ό ς
+ν ι κ ά»
+
+Τα σημεία ταύτα έφερον και άλλοι εκ των συγχρόνων οπλαρχηγών ως ο
+Πανουριάς. Αλλ' άξιον θαυμασμού είναι ότι διετηρήθησαν ανέκαθεν
+απαράλλακτα, αμεταποίητα, αμετάβλητα εις τας στιβαράς χείρας των
+αρματωλών καθ' όλην την διάρκειαν του μεσαιωνικού κατακλυσμού.
+Ανατραπέντος του θρόνου έδραξεν ο Ελληνισμός την Μεγάλην της
+Αυτοκρατορίας Σφραγίδα και μετ' αυτής εσώθη επί των χιονοστεφών
+ορέων εφ' ων το συμβολικόν πτηνόν εδύνατο να στήση την φωλεάν
+αυτού και να δορυφορηθή υπό ζώντων αληθών αετών, (11)
+
+Τοιουτοτρόπως το Ελληνικόν έθνος έζησεν εν μέσω της αβύσσου, έχον
+τουλάχιστον εν τη καρδία αυτού ένα όνειρον, έν δόγμα, ένα σκοπόν,
+θείον, ευγενή, μεγάλον, και τον επεδίωκεν ακαταπαύστως, εις ουδέν
+λογιζόμενον ούτε φυλακάς, ούτε μαστιγώσεις, ούτε απαγχονίσεις.
+Πεινών, διψών, γυμνητεύων εσύρετο ο Έλλην μαχητής από χαράδρας
+εις κρημνόν και από κρημνού εις υπόγεια και ζοφερά σπήλαια,
+μετακομίζων αείποτε τον μυστικόν θησαυρόν του και προσδοκών καθ'
+εκάστην ν' ακούση αντηχούν εις τας ακοάς του, το θυελλώδες
+πτερύγισμα του άνακτος των ορνέων και να ίδη επανερχομένην την
+βασιλείαν του Σταυρού του.
+
+Εύρον οι Φιλικοί την ιδέαν ταύτην βαθέως ερριζωμένην εν τοις
+σπλάγχνοις της φυλής και επεχείρησαν να την καλλιεργήσωσι
+καταβαλόντες προσπαθείας γιγαντώδεις προς πραγματοποίησιν αυτής.
+Όταν αναγινώσκη τις τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας
+ακαταλογίστους θυσίας, τους διηνεκείς κινδύνους, την απεριόριστον
+αυταπάρνησιν, τους αγώνας, τα τολμηρά σχέδια των συνεταίρων και
+συγκρίνη ταύτα προς την παρούσαν νέκρωσιν, προς την απάθειαν,
+προς την μικρότητα ημών των αμέσως διαδεχθέντων εκείνους,
+καταλαμβάνεται υπό ανεκφράστου απελπισίας. Τότε ωκεανός
+πολυτάραχος, αλλ' αχανής, τώρα λίμνη τεθολωμένη και νεκρά ύδατα.
+Τότε ήλιος διαλάμπων εν μέσω πορφυροχρόων νεφελών, τώρα λυχνία
+ημίσβεστος, αμυδράν εκπέμπουσα λάμψιν. (12)
+
+Υπό την έποψιν ταύτην η κατάρτισις του Ελληνικού Βασιλείου
+υπήρξεν αληθής δολοφονία της μεγάλης εθνικής ιδέας. Εφυλακίσθη το
+γένος εντός στενοχώρου ειρκτής, κατεσκευάσθη διά χειρών αλλοτρίων
+βάθρον ταπεινόν εφ' ου ετέθη εύθραστον θρονίον, εδωρήθη εις ημάς
+μανδύας ον ειρωνικώς απεκάλεσαν πορφύραν, εχαλκεύθη σκήπτρον
+κουφότερον καλάμου, εχαράχθησαν επ' αυτού τερατώδη σύμβολα, και
+ημείς νήπιοι επεκροτήσαμεν την θεατρικήν παράστασιν, και
+ανεπαύθημεν. Το πολεμικόν πνεύμα της φυλής εσβέσθη, κατέφαγεν η
+σκωρία τα αιμοβαφή όπλα των πατέρων, οι απόγονοι των διασημοτέρων
+αρματωλών μετεμορφώθησαν εις δικηγορίσκους και σήμερον αεννάως
+αλληλλομαχούντες και διαπληκτιζόμενοι, προήλθομεν εις τοσούτον
+ώστε να πιστεύωμεν ότι μεγάλας προσφέρομεν εις την Ελληνικήν
+εθνότητα υπηρεσίας, όταν μετά σφοδράν και δριμυτάτην πάλην
+επιτύχωμεν την καταδίκην πολιτικής τινος μερίδος και ταύτης εξ
+Ελλήνων συγκεκροτημένης και χαρακτηρίσωμεν αυτήν φαύλην,
+αντεθνικήν, διεφθαρμένην.
+
+Αλλά κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος εις ουδενός τον νουν, όσον
+στενόν και στείρον αν τον υποθέση τις, εχώρησεν η ιδέα τοιούτου
+Βασιλείου. Εμειδία προς πάντας η ελπίς της μεγάλης εθνικής
+αναγεννήσεως, της πλήρους ανακτήσεως των προγονικών δικαιωμάτων
+και επομένως ανάλογος προς το μέγεθος του σκοπού υπήρξεν η
+αυταπάρνησις, ο ενθουσιασμός, αι θυσίαι, η καρτερία, ανάλογα και
+τα σημεία εν οις η ανεγειρομένη φυλή διετύπονε το επιζητούμενον
+γέρας.
+
+Ο Διάκος, είς των θερμοτέρων αποστόλων του εθνικού τούτου
+δόγματος, αληθής ενσάρκωσις του αρματωλικού πνεύματος, επόμενον
+ήτο ότι έπρεπε να φέρη επί της σφραγίδος απεικονισμένον το
+αίνιγμα, όπερ είχεν ομόση ή διά της σπάθης να λύση ή διά του
+αίματος να καθαγιάση. Την ιδέαν ταύτην πολυειδώς και πολυτρόπως
+ηθέλησα να διατρανώσω και να εμφυσήσω εις το στιχούργημά μου
+θεωρών αυτήν ως την ψυχήν δι' ης ανέκαθεν εζωογονήθη το έθνος,
+υπέρ ης ηγωνίσθη, εμαρτύρησε, και ης τη αρωγή, θεού ευδοκούντος,
+θέλει πάλιν ανορθωθή.
+
+Αφαιρουμένης ταύτης η εθνική ποίησις, το Εγώ του Έλληνος, μένει
+νεκρόν γράμμα, και τα άθλα και τα βάσανα και αι προσδοκίαι
+τοσούτων αιώνων αποβάλλουσιν εκ μιας το ιδανικόν δι' ου
+περικοσμούνται και παρίστανται ως πελώριος όγκος ελεεινών
+ερειπίων, ασκόπως σεσωρευμένων και οικτρώς συνεχομένων διά μόνου
+του αίματος και της σαρκός απειραρίθμων γενεών. Τοιαύτη εξόμωσις
+της εθνικής πίστεως είναι ασυγχώρητον έγκλημα, τουλάχιστον προς
+τα όμματα εκείνων οίτινες πρεσβεύουσιν ότι εν πάση σελίδι της
+ημετέρας Ιστορίας καταφανής διαλάμπει ο δ ά κ τ υ λ ο ς του Υ ψ
+ί σ τ ο υ.
+
+Συνηγωνίσθησαν μετά του Διάκου τετρακόσιοι περίπου μαχηταί. Αλλ'
+εξ αυτών μόνοι τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα έμειναν μέχρι τέλους επί
+του πεδίου της μάχης· οι λοιποί πτοηθέντες εκ του μεγάλου όγκου
+των πολεμίων, ουδ' επιρρωννύμενοι έστω και εξ αμυδράς τινος
+ελπίδος επιτυχίας, έστρεψαν απ' αρχής τα νώτα. Πλην δε του
+αειμνήστου Ησαΐα και του εν Χριστώ αδελφού αυτού Ιερομονάχου
+Παπαγιάννη, πλην του Βακογιάννη και του Καλύβα οίτινες, αφού
+κατέστησαν απόρθητον ακρόπολιν το Χάνι της Αλαμάνας, έπεσαν
+ξιφήρεις εις μέσον των εχθρών και κατεκρεουργήθησαν, ονομαστί
+μνημονεύονται ο Κομνάς Τράκας εξ Αγόργιανης της Παρνασσίδος, ο
+Ιωάννης Μητρόπουλος και Νικόλαος Κίρκος, οπλαρχηγοί Γαλαξειδίου
+και ο Μήτρος Μασσαβέτας αυτάδελφος του Διάκου. Το πτώμα του
+Μασσαβέτα εχρησίμευσε μάλιστα ως τελευταίον οχύρωμα, διότι
+όπισθεν αυτού φυλαττόμενος ηγωνίσθη ο Διάκος τον τελευταίον αυτού
+αγώνα. Ο δε Μητρόπουλος, αφού επί ματαίω προσεπάθησε ν' αποσπάση
+εκείθεν τον αρχηγόν, απέκοψε την κεφαλήν του Μήτρου και απήλθε
+σώσας αυτήν εκ των ύβρεων.
+
+Εκ των παρά τω Διάκω μέχρις εσχάτης ώρας συμπολεμησάντων μόνον
+του αδελφού έκρινα εύλογον να διάμνημονεύσω το όνομα. Προετίμησα
+δε να θεραπεύσω τας ανάγκας της ποιήσεως δι' ενός ή δύο πλαστών
+ονομάτων, προς αποφυγήν δυσαρέστων αντιλογιών
+
+Προς τους ευαρίθμους τούτους μαχητάς αντεστράτευον ο Κιοσέ
+Μεχμέτ, Κεχαγιάμπεης του Χουρσήτ και ο Ομέρ Βριόνης. Τον πρώτον
+έκρινα ανάξιον πάσης προσοχής και μόνον εισήγαγον αυτόν ίνα τω
+αναθέσω το απεχθές έργον του δημίου, ότε ο Χαλήλμπεης προσπεσών
+εξητήσατο προσωπικήν ικανοποίησιν, τον παραδειγματικόν θάνατον
+του Διάκου.
+
+Αλλ' εν τω προσώπω του Ομέρ Βριόνου εύρον ανταγωνιστήν εφάμιλλον
+και προσεπάθησα να τον παραστήσω καθ' ην εμόρφωσα προ χρόνων
+ιδέαν περί του χαρακτήρος, περί της γενναιότητος, και καθόλου
+περί των προτερημάτων και των ελαττωμάτων της φύσεως αυτού, αφού
+πιστώς τον παρηκολούθησα καθ' όλην την διάρκειαν του πολεμικού
+του σταδίου.
+
+Είλκεν ούτος το γένος εκ των Παλαιολόγων Βριόνων, επί Βυζαντινής
+Αυτοκρατορίας δεσποτών της εν Αλβανία Μουζακίας. Υπάρχει δε
+αναντίρρητον ότι οι περιφανείς αυτού πρόγονοι ετήρησαν διαδοχικώς
+την ηγεμονίαν μέχρι της καταστροφής Γεωργίου του Καστριώτου. Τότε
+εκ των δύο της γενεάς διακλαδώσεων η μεν μία εβιάσθη εις
+εξόμωσιν, η δε άλλη εμμείνασα εις το πάτριον θρήσκευμα μετώκησεν
+αλλαχού. Εκ της πρώτης κατάγεται ο επί Αλή πασά μέγας και πολύς
+Χασνατάραγας (θησαυροφύλαξ), εκ της δευτέρας πηγάζουσιν αι εν
+Επτανήσω σωζόμεναι οικογένειαι των Βριόνων.
+
+Νεανίας έτι ο Ομέρ εδεικνύετο υπερήφανος και την έμφυτον ταύτην
+αγερωχίαν υπέθαλπεν η συναίσθησις της καταγωγής ήτις και τον
+παρέσυρε πολλάκις εις νεφελώδεις ρεμβασμούς. Ουδαμώς ανεχόμενος
+την ταπείνωσιν και βαρέως φέρων την υπερίσχυσιν του Ιμβραήμ,
+γαμβρού και διαδόχου του Κουρτ πασά, αμειλίκτου εχθρού του, εν τη
+σατραπεία του Βερατίου, ανεχώρησεν εις Αίγυπτον και προσήνεγκε τω
+Μεχμέτ Αλή την σπάθην, πολεμούντι τότε προς τους Κιολεμενίδας.
+Εύρεν εκεί ο Βριόνης ευρύ στάδιον προς την φιλοδοξίαν του. Εκεί
+εν μέσω των ερήμων διεπλάσθη το πνεύμα του καθ' ομοίωσιν των
+εκτάσεων ας διέτρεχε και του επισκέποντος απεράντου ουρανού·
+έκτοτε χρονολογείται και η διά βίου κατασχούσα την ψυχήν αυτού
+μανία να τρέφη τους ευγενεστέρους και θαρραλεωτέρους ίππους και
+οχούμενος να επιδεικνύη το αρρενωπόν ήθος.
+
+Ότε, έν τινι κατά του Σουλίου εκστρατεία συνοδεύων τον Αλήν,
+απώλεσε προσφιλεστάτην φορβάδα γένους περιφανούς, εξέθηκε την
+ζωήν του εις προφανή κίνδυνον, προχωρήσας μέχρι των προφυλακών
+του Σουλιωτικού στρατοπέδου όπως διαπραγματευθή την εξαγοράν,
+αποτυχών δε εγένετο φρενήρης εκ της απελπισίας.
+
+Κατακτήσας εν Αιγύπτω δόξαν και πλούτον μέγαν επανήλθεν εις
+Ήπειρον και εταύτισε την τύχην του μετά του Αλή, επ' ελπίδι ότι
+έμελλε να έλθη ώρα και τον Ιβραήμ να εκδικηθή και κυριάρχης εν τη
+πατρίδι αυτού ν' αναδειχθή. Ο Αλής εκτιμών την αξίαν του ανδρός
+και θεωρήσας αυτόν κατάλληλον προς εκπλήρωσιν των κατά της
+σατραπείας του Βερατίου κατακτητικών σκοπών του, κατέστησεν αυτόν
+θησαυροφύλακα και τω επέτρεψε να στρατολογήση εν τάχει και
+επιτεθή κατά του Ιβραήμ· Εξελθών ο Βριόνης κατετρόπωσε τον εχθρόν
+και τον εκράτει στενώς περιωρισμένον εντός του φρουρίου της
+πρωτευούσης του, ότε ο Αλής δραμών δήθεν όπως μεσιτεύση προς
+συνδιαλλαγήν των διαμαχομένων ήρπασεν, ως εικός, την περιουσίαν
+του Ιβραήμ και έδωκε προς τον Ομέρ να εννοήση ότι, ζώντος αυτού,
+εις ουδένα επετρέπετο να υψώνη τον τράχηλον.
+
+Αποκηρυχθέντος του Αλή, ο φιλόδοξος Ομέρ προβλέπων την
+καταστροφήν, ηνώθη μετά των Σουλτανικών αλλά εν τη αγερωχία αυτού
+μη ανεχόμενος να βλέπη εαυτόν συγχεόμενον μετά της τύρβης των
+πασάδων, εν τω κρυπτώ διελογίζετο διά τίνων μέσων να γίνη
+περιφανής και περίβλεπτος.
+
+Στενώς συνδεδεμένος προς πάντας σχεδόν τους διασημοτέρους της
+Ελλάδος οπλαρχηγούς, και μη στέρξας ουδέποτε να μολύνη τας χείρας
+εις τα Αληπασικά κακουργήματα, αφ' ετέρου εν γνώσει διατελών των
+ενεργειών της Φιλικής Εταιρίας και προαισθανόμενος την
+επικειμένην επαναστατικήν έκρηξιν, ήλθε τότε εις επαφήν προς τον
+αρματωλόν της Λεβαδείας και γενικόν οδοφύλακα της Στερεάς,
+Οδυσσέα Ανδρούτζον και επιδεικνύμενος συμπάθειαν υπέρ της
+αναξιοπαθούσης Ελλάδος, απεριόριστον δε σεβασμόν προς την
+ανδρείαν των τέκνων της, εφάνη διατεθειμένος να προτείνη φιλικήν
+χείρα προς ανόρθωσιν εκείνων ους εθεώρει, ως εκ της ταυτότητος
+της καταγωγής, αδελφούς και συμπατριώτας. Τότε συνωμολογήθη, επί
+τω όρω αυστηροτάτης εχεμυθίας, μεταξύ του Οδυσσέως και του
+Βριόνου η περίεργος εκείνη συμφωνία δι' ης οι συμβαλλόμενοι
+υπεχρεούντο αμοιβαίως να υποστηριχθώσι διά των όπλων προς
+αναστάτωσιν της Αλβανίας και της Στερεάς Ελλάδος, προβώσι δε μετά
+την επιτυχίαν εις την κατάρτισιν δύο αυτονόμων Κρατών, του μεν
+υπό την κυριαρχίαν του Ομέρ, του δε υπό την ηγεμονίαν του
+Οδυσσέως. (13)
+
+Και ο μεν Βριόνης, ίσως σπουδάζων ειργάσθη τα τοιαύτα, αλλ'
+ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το γενναίον τέκνον του διαβοήτου
+Ανδρούτζου προέβη εις το βήμα τούτο μόνον προς τον σκοπόν ν'
+αποσοβήση ή να ουδετερώση επ' αγαθώ της επαναστάσεως πάσαν
+αντενέργειαν εκ μέρους των Αλβανών.
+
+Εκ της διαθρυλληθείσης συμφωνίας ωφεληθέντες μετά ταύτα
+αρχολίπαροί τινες, προσωπικοί εχθροί του Οδυσσέως, υπέσκαψαν την
+επιρροήν του, παρέστησαν αυτόν προδότην και τέλος κατώρθωσαν διά
+χειρών Ελλήνων να δολοφονήσωσι τον ατρόμητον εκείνον λέοντα.
+
+Καταρτισθέντος του συμβολαίου υπέβαλεν ο Βριόνης, ως μέσον
+υπεκφυγής, παρατηρήσεις τινας σχετιζομένας προς την ιδιαιτέραν
+θέσιν του, και ωμολόγησεν ειλικρινώς ότι επεθύμει να θεωρήται
+απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως, αν τυχόν ο Σουλτάνος εκτιμών την
+βαρύτητά του, ήθελε τον αναγόρευση Πασάν επί τρισίν ουραίς.
+
+Εκραγείσης της επαναστάσεως και θέλων ο Χουρσήτ να καταπνίξη την
+φλόγα εν τη γενέσει αυτής, τον μεν Κιοσέ έταξεν επί κεφαλής του
+πρώτου κατά της Ελλάδος ορμήσαντος στρατού, καθιστών αυτόν
+Βεζίρην αντιπρόσωπόν του, τον δε Βριόνην υπέβαλεν εις τας αμέσους
+διαταγάς του.
+
+Λαμβάνων υπ' όψιν την έμφυτον αστασίαν του χαρακτήρος του Ομέρ,
+την άκρατον αυτού φιλοδοξίαν και θέτων αυτόν εις επαφήν προς τον
+Διάκον, ου μόνον απέβλεψα εις τον παραλληλισμόν, αλλ' ενόμισα
+παντός λόγου άξιον να διασώσω την απόρρητον ομολογίαν ήτις έλαβε
+χώραν μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως και να αναφέρω αυτήν ως
+προτεινομένην εκ νέου εις άνδρα προ πολλών ετών αδιασπάστως
+συνδεδεμένον μετά του οπλαρχηγού της Λεβαδείας και υποτιθέμενον
+εν γνώσει των κρυφιωτέρων αυτού διαλογισμών.
+
+Εκτός των ιστορικών τούτων ανταγωνισμών υπεράνω πάσης άλλης
+βασάνου, πάσης άλλης περιφρονήσεως, έθεσα πλησίον του Διάκου, αφ'
+ης στιγμής συνελήφθη μέχρι του μαρτυρίου, ανώνυμον και ειδεχθή
+δαίμονα τον Γ ύ φ τ ο ν.
+
+Άδεται ότι, άν ποτε επί πλοίου, εν μακραίς και υπερωκεανίοις
+θαλασσοπορίαις, ενσκήψη επιδημία, εκ δε των νοσούντων υπάρχη τις
+θανατηφόρως προσβεβλημένος, λάβρος, απαθής, αποτρόπαιος, εν
+αποστάσει τινί όπισθεν της πρύμνης, εμφανίζεται ο καρχαρίας,
+αλάνθαστος οιωνός του επικειμένου πένθους, μνήμα περιπλανώμενον,
+αδηφάγον, προσμένων να καταβροχθίση το πτώμα άμα παραδιδόμενον
+εις τα κύματα. Τοιούτος κατά τον μέγαν και φοβερόν διάπλουν του
+Ελληνισμού τυγχάνει ο Γύφτος.
+
+Υπήρξε το όργανον της στρεβλώσεως, ο βρόχος της αγχόνης, ο
+πολυμήχανος εφευρέτης των βασάνων εν ταις χερσί των κατακτητών
+και το έργον αυτού εξεπλήρωσεν εκθύμως, πιστώς, εντρυφών και
+αγαλλόμενος οσάκις εις τους όνυχας αυτού παρεδίδετο το σφάγιον.
+
+Αγνοώ αν η επικατάρατος αύτη φυλή, αρχαία ως ο Κάιν, κατά τας
+πολυειδείς φάσεις του μυστηριώδους βίου της, περιήλθέ ποτε εις
+την εξαχρείωσιν εις ην έφθασε διοδεύουσα την Ελληνικήν χώραν,
+προαιώνιος ακόλουθος της καταστροφής και του ολέθρου.
+
+Υπάρχουσιν έτι παρ' ημίν οι απαίσιοι ούτοι σκώληκες, αδιαπαύστως
+περιπλανώμενοι, πελιδνοί, δυσώδεις, ως αγέλαι ακατανομάστων
+κτηνών, οικτρά καταγώγια ρυπαρωτάτων διαδοχικών ασθενειών,
+φέροντες επί των ώμων, δίκην παμμεγέθους κοχλίου, τας ζοφεράς
+σκηνάς των και σύροντες μεθ' εαυτών τον άκμονα, την σφύραν, τας
+τανάγρας, την φύσσαν εκ δύο ασκών συγκεκροτημένην, τους άνθρακας,
+τεμάχιά τινα ακατεργάστου σιδήρου και σχεδόν πάντοτε λιμώττοντας
+κύνας, μέλανας αιλούρους ή αλυσιδέτους άρκτους προς επίδειξιν,
+όθεν πολλάκις Α ρ κ ο υ δ ό γ υ φ τ ο ι προσαγορεύονται.
+
+Μετέρχονται την χειρομαντείαν, και συνθέτουσι παράδοξα φάρμακα
+ουχί προς θεραπείαν ασθενειών ή τραυμάτων, αλλ' όπως δι' αυτών
+προκαλώσιν εξαμβλώσεις, τεκταίνωνται μαγγανίας και παντός είδους
+αθεμιτουργίας.
+
+Άθεοι, απάτορες, ακοινώνητοι, ουδέποτε μεριμνώντες περί της
+επιούσης, αγνοούντες πόθεν έρχονται ή πού πορεύονται, εν τη
+αποκτηνώσει αυτών ασεβώς εναγκαλιζόμενοι αντί της συζύγου την
+θυγατέρα· οσάκις προσέρχονται είς τινα εκ των ημετέρων πόλεων
+συνήθως διαμένουσι σκηνίται εκτός του περιβόλου, ωσανεί
+συναισθανόμενοι την απέχθειαν ην αείποτε διεγείρει η παρουσία
+των, ή μη αποτολμώντες να ίδωσι κατά μέτωπον την κοινωνίαν ην
+εβασάνισαν.
+
+Τοιούτου ανθρωπομόρφου τέρατος δεν ηθέλησα να παραλείψω την
+απεικόνισιν, εξορύξας συνάμα εκ των πολυτίμων της δημώδους
+γλώσσης μεταλλείων την κατάλληλον κυριολεξίαν προς καθιέρωσιν των
+ιδεών και των φράσεων δι' ων ήκουσα πολλάκις τον λαόν να
+χαρακτηρίζη και να περιγράφη εκείνα του άδου τα μιαρά εκβράσματα.
+
+Ταύτα έκρινα εύλογον να εκθέσω και προς διασάφησιν του θέματος
+και προς συμπλήρωσιν ιστορικών τινων γεγονότων, συγκεχυμένως πως
+αναφερομένων και ατάκτως τήδε κακείσε διεσπαρμένων. Λυπούμαι ότι
+ηναγκάσθην να εκταθώ πέραν του δέοντος και προβλέπω ότι δεν είναι
+δύσκολον να εφαρμοσθή κ' επί του βιβλιαρίου μου τούτου ο
+Διογένειος χαριεντισμός, ν' ακούσω δε και την παραίνεσιν
+μωμοσκόπου τινος ότι συμφέρει να φυλάξω το ποίημα μη τυχόν εξέλθη
+των μεγάλων της εισαγωγής πυλών.
+
+Αλλ' αι ταλαιπωρίαι και τα δυστυχήματα της φυλής και εν πεζώ λόγω
+ιστορούμενα είναι πάντοτε ποίησις· εάν δε απ' αρχής μέχρι τέλους
+παρακολουθήση τις εις τον βαθμιαίον εξελιγμόν του εθνικού
+δράματος και την αλληλουχίαν των περιστάσεων, εν αις
+συγκεφαλαιούται ο μυριετής αγών, ουδέν άλλο βλέπει, ειμή γενεάς
+επί γενεών ως επί δέλτου νεκρικού ημερολογίου στιχηδόν
+τεταγμένας, οιονεί πολυαρίθμους χορδάς γιγαντιαίας Αιολικής
+φόρμιγγος παράλογος μεν επί πλείστον αμνηστουμένης, αείποτε δε
+προσδοκώσης πεπειραμένους δακτύλους, ίνα διά της πρώτης αυτών
+κρούσεως εκπέμψη φθόγγους ηδίστους και εξαισίους υμνωδίας.
+
+Το περί γλώσσης ζήτημα παρέρχομαι όλως άθικτον, αποκλίνων και
+αύθις πάσαν περί αυτού κενήν λογομαχίαν. Ερριζώθη εν εμοί και
+εσαρκώθη ως δόγμα, ως σύμβολον ορθοδοξίας, όταν πρόκηται περί
+ποιήσεως. Προέβη δε εις τοσούτον η προκατάληψις ώστε και αυτά τα
+ένδοξα αρχαία ελληνικά ονόματα ασυμβίβαστα θεωρώ προς την
+αρμονίαν του στίχου και γράφων τον Αθανάσιον Διάκον ουδαμού του
+ποιήματος εδυνήθην να εισαγάγω ούτε τας Θερμοπύλας ούτε τον
+Λεωνίδαν. Απ' εναντίας τα ονόματα των δημίων της Ελλάδος
+παρετήρησα ότι αφομοιούνται πληρέστατα και συγχωνεύονται μετά της
+δημοτικής ποιήσεως, είτε διότι ο χρόνος και η επιμιξία συνέτειναν
+εις τούτο, είτε διότι αι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί
+υποκρύπτουσιν ανεπαίσθητα και αδιόρατα σημεία επαφής συντελούντα
+προς διάπλασιν των καλλιτεχνικών έργων.
+
+Τι δε είπωμεν περί θεμάτων λαμβανομένων εξ αλλοτρίας ιστορίας,
+και τι περί της οικτράς εξελληνίσεως των ηρωικών της Δύσεως,
+ονομάτων όταν κακή τύχη εισαγώγιμα γίνωνται εις την ημετέραν
+ποίησιν! Αλλά περί τούτου κρινέτωσαν άλλοι ήττον εμού
+προκατειλημμένοι· εν τέλει δε θέλει δικάση το μέλλον. Το κατ' εμέ
+θέλω προσπαθήση, όσον αι δυνάμεις μοι το επιτρέπουσιν, είτε
+εισερχόμενος εις την καλύβην του ποιμένος, είτε διατρέχων τα όρη
+και τας θαλάσσας, είτε παρευρισκόμενος όπου δήποτε η χαρά ή ο
+πόνος εκβιάζει την εκδήλωσιν των αισθημάτων, να συλλέγω και
+βαθμηδόν να διασώζω τα πολύτιμα κειμήλια της δημοτικής γλώσσης,
+πεποιθώς ότι εν αυτή λανθάνει άφθονος ύλη εις γλωσσολογικάς
+μελέτας, και αυτός ο απόρρητος σύνδεσμος ο δεικνύων την
+γνησιότητα της καταγωγής, ο μαρτυρών ότι ο πέλεκυς της
+ξενοκρατίας ουδέποτε επέτυχε να καταστρέψη την ενότητα της
+ημετέρας φυλής, θαυμασίως διασωθείσης τη παντοδυνάμω συνάρσει της
+ορθοδόξου ημών πίστεως εν τω απεράντω χαρτοφυλακείω των εθνικών
+παραδόσεων.
+
+ΣΗΜ. Ιστορικαί διασαφήσεις μετά τινων περί του λεκτικού
+παρατηρήσεων καταχωρίζονται εν τέλει εκάστου άσματος.
+
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
+
+
+
+
+ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
+
+
+
+
+Η Π Α Ρ Α Μ Ο Ν Η.
+
+ »Αναίβα, Μήτρε, στου βουνού κατάκορφα τη ράχη,
+ Πάρε το μάτι ταητού και ταλαφιού το πόδι
+ Και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι.
+ Κι' αν 'δής χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα,
+ Με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης,
+ Στάσου, πολέμα μοναχός. Κι' αν 'δής μες το φυσσάτο
+ Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη,
+ Πέτα, ροβόλα, κράξε με... Σύρε με την ευχή μου.»
+ Άστραψε απ' άγρια χαρά το μέτωπο του κλέφτη,
+ Εβρόντησαν τα χαϊμαλιά, ανέμισε η φλοκάτη,
+ Έλαμψε ο Μήτρος μια στιγμή κ' εσβύστηκε σαν άστρο.
+ Ο Διάκος τον συντρόφεψε για λίγο με το μάτι
+ Κ' ύστερα πέφτει καταγής γονατιστός στην πέτρα.
+
+ »Αδέρφια παλληκάρια μου! Ελάτε ολόγυρά μου
+ Και γονατίσετε μ' εμέ. Ο κόσμος στη χαρά του
+ Είν' ανθοστόλιστη εκκλησιά, κ' εδώ μας παραστέκει
+ Εκείνος που την έχτισε, για να τον προσκυνούμε.»
+
+ Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, η λαγκαδιαίς, τα δέντρα,
+ Η βρύσαις, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
+ Στέκουν βουβά ν' ακούσουνε, την προσευχή του Διάκου.
+
+ »Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
+ Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια,
+ Και μώλεγε να δεηθώ για κειούς που το χειμώνα
+ Σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά, με χιόνια, μ' αγριοκαίρια
+ Για να μη ζούνε στο ζυγό, ένοιωθα τη φωνή μου
+ Να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
+ Μου ετρέμανε τα γόνατα, σαν νάθελε η ψυχή μου
+ Να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.»
+
+ «Ύστερα μώλεγε κρυφά να σου ζητώ τη χάρη
+ Να μ' αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
+ Και να μην έρθη ο θάνατος να μ' εύρη, να με πάρη
+ Πριν πολεμήσω ελεύθερος, για σε πριν το ματώσω.
+ Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου
+ Μου φύτεψες μες την καρδιά, αγάπη, πίστη, ελπίδα,
+ Έδωκες μιαν αχτίδα σου, αθέρα στο σπαθί μου
+ Και μούπες, τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα.»
+
+ »Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαίς ακόμα
+ Και σβυόνται τ' άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
+ Τώμορφο γλυκοχάραμμα. Θα μου κλειστή το στόμα
+ Που εκελαδούσε στα βουνά, στη ρεμματιά, στη βρύση,
+ Θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα
+ Που μούταν αδερφοποιτή κι' οπού με εμέ στη φτέρη
+ Αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
+ Και 'ς τάψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.»
+
+ »Όλα τ' αφίνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
+ Και τώχω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα
+ Αυτήν την έρμη την πορειά με το κορμί να φράξω.
+ Ευχαριστώ σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
+ Και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
+ Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση
+ Και στοίχειωσε κάθε κλονί από τα χώματά μου
+ Να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.»
+
+ »Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε την αυρινή τη μέρα!
+ Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώγ' η ζήλια.
+ Θα χλημητάνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
+ Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια,
+ θα γενούν πάλαι τα Θερμιά, λαίμαργη καταβόθρα...
+ Χιλιάδαις ήρθαν θερισταί και χάρος οργοτόμος,
+ Μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πως δε θα μείνη λώθρα
+ 'Σ αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος»...
+
+ »Κ' εμείς θα πάμε με χαρά 'ς αυτόν τον καταρράχτη.
+ Επάνωθέ μας θάσαι συ, και τα πατήματά μας
+ Θα νάχουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη
+ Πώμεινε σπίθ' ακοίμητη βαθειά στα σωθικά μας.
+ Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση
+ Πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση
+ Τώρα με τα Μαγιάπριλα η δουλωμένη χώρα.
+ Ευλογημέν' η ώρα!»
+
+ Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
+ Κ' εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
+ Έβραζε μέσα του η καρδιά, και στα ματόκλαδά του
+ Καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
+ Χαρά ’ς το χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση!
+
+ Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Τα νειώτα, τη θωριά του
+ Τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφίνουν
+ Κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
+ Μοσχοβαλάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
+ 'Στον κόρφο της η άνοιξη, σαν νάτανε παιδί της.
+ Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπό του.
+ Χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη
+ Ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
+ Γλυκαίνει το χαμαίδρυο, ’ς του χαμαιλειού τη ρίζα
+ Αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι
+ Που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του
+ Αλλού στηλόνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
+ Τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
+ 'Σ τ' ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν
+ Στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
+
+ Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Του ύπνου του η ώραις
+ Όσο κι' αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
+ Ν' αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα
+ Του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην τη ρανίδα
+ Πώσταξ' από τα μάτια του, θα ξεπλυθή η μαυράδα
+ Που ελαίρονε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
+ Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη
+ Σαν αητός μες τη φωλειά, ολάκερο ένα γένος
+ Έκλωθ' εκείνην τη βραδειά. Όταν προβάλ' η μέρα
+ Θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια
+ Με θεριεμμένα τα φτερά ν' αρχίσουν το κυνήγι...
+ Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους
+ Πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, ΄ς τα δουλωμένα πλάγια
+ Να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
+
+
+«Κι' αν' δης χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα» σ.55
+
+_Άλογο_. Ενικώς, έχει ως και παρά τοις αρχαίοις η _ίππος_
+περιληπτικήν σημασίαν, ιππικόν. Εκφέρεται δε και πληθυντικώς
+_άλογα_, αλλά τότε προστίθεται το _πολλά, ολίγα_, ή
+προσδιορίζεται ο αριθμός, εν ω διά του πρώτου χαρακτηρίζεται το
+είδος των μαχητών.
+
+» Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη » σ. 55.
+
+_Πηλαλάει_. Όταν ο ίππος οιστρηλατήται χρεμετίζων και ορθούμενος.
+
+»Έδωκες μιαν αχτίδα σου αθέρα στο σπαθί μου » σ. 57.
+
+_Αθέρας_. Κυρίως ο αθήρ του στάχυος, καθόλου δε το ακρότατον, το
+λεπτότατον, το εκλεκτότατον. Επί κοπτερών όπλων το ακρότατον της
+ακμής του ξίφους. Τα ανώτατα στρώματα της θαλάσσης όθεν και
+_Αθερίνα_ είδος μικροτάτου ιχθύος διαιτωμένου εν τω αφρώ του
+πελάγους.
+
+»Αραχνιασμέν' η λύρα.» σ. 57.
+
+_Λύρα_. Η πιστή ακόλουθος του κλέφτου ραψωδού, απετέλει μέρος της
+πολεμικής αυτού συσκευής, ήτο δε το όργανον δι' ου ετονίζοντο τα
+ηρωικά ημών άσματα.
+
+»Αυτήν την έρμη την πορειά.» σ. 58.
+
+_Πορειά_. Στενή δίοδος, το μέρος περιπεφραγμένου τινος τόπου όπερ
+μένει ανοικτόν, και όχι τα παρά τη μονή της Δαμάστας Ποριά ων
+ποιείται μνείαν ο Κύριος Τρικούπης εν σελίδι 263 της Ιστορίας
+του, ούτως επονομασθέντα διότι ίσως υπάρχει εκεί και πλεονάζει το
+είδος του λίθου όπερ καλείται _Πωρί_. _Πωρί_ καλείται επίσης πάσα
+λιθοειδής υπόστασις προσαπτομένη τοις ένδον αγγείου, οχετού τινος
+ή υδραγωγείου.
+
+»Τ' άχαρα κόκκαλά μου.» σ. 58.
+
+_Άχαρα_. Σημαίνει ενταύθα οικτιρμόν, ταλανισμόν ως και το φτωχός
+και το δύστυχος και τα παραπλήσια. Ως εκφαυλιστικόν δε
+συνεκφέρεται συνήθως μετ' άλλης επεξηγητικής λέξεως ως π.χ.
+_άχαρος_ και _κακόμοιρος_.»
+
+Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια. σ.58
+
+ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας, έν τινι αξιολόγω πονηματίω
+επιγραφομένω «Η κατά τον ΙΖ'. αιώνα επανάστασις της ελληνικής
+φυλής» διατείνεται εν Σελ. 14 ότι το γνωστόν _Καρυοφύλλι_
+ωνομάσθη ούτω από του εν Βενετία, οπλοποιοϋ Carlo figlio (Καρόλου
+υιού)· Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις αλλ' ουδόλως
+ευάρεστος. Τολμώ μάλιστα να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται
+οιωδήποτε η διά τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων,
+δι' ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκηται να βασιλεύση επωφελής τις
+αλήθεια. Πού τώρα τα ποιητικώτατα και βαρύβρομα _καρυοφύλλια_ και
+πού τα πεζώτατα και άφωνα και παράχορδα _Καρλοφίλια_! Εκ μιας το
+διαβόητον αιθαλόεν όπλον των πατέρων μετεσχηματίσθη εις ευτελή
+σιδηρούν σωλήνα χαλκευθέντα εν Βενετία. Αύριον ίσως ο Κύριος
+Σάθας διανοείται να μας είπη πόθεν παράγεται και το _μιλλιώνι_
+και το _αρμούτι_, και σπεύδω ν' αναχαιτίσω ει δυνατόν την
+ακάθεκτον περί τα τοιαύτα ορμήν του. Το κατ' εμέ βεβαίως δεν θέλω
+στρέψη συμπαθές βλέμμα προς το νέον βάπτισμα του αρματωλικού
+πυροβόλου, ουδέ στέργω να παραδεχθώ την αγενή καταγωγήν. Απ'
+εναντίας επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα ωνομάσθησαν ούτω,
+διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδεί ζώνη, το ομώνυμον εύοσμον
+φυτόν, όπερ καλούμεν _Καρυοφύλλι_.
+
+Όταν παρά τινος τυμβωρύχου φιλολόγου ανεκαλύφθη και προέκυψεν ότι
+τα ποιήματα του Όσσιαν δεν ήσαν ειμή πλαστογραφίαι του
+Μακφερσώνος, διεσκεδάσθησαν δε εκ μιας ωσεί καπνός τα ιδανικά
+αυτών θέλγητρα, απερίγραπτος λύπη κατέλαβε πολλούς εκείνων,
+οίτινες είχον συνηθίσει να πιστεύωσιν εις την ύπαρξιν του Βάρδου
+πολεμιστού. Αν δε η μνήμη δεν με λανθάνη, ο μέγας Chateaubriant
+εθεώρησε την ανακάλυψιν αληθές δυστύχημα. Προτρέπω κ' εγώ τον
+φίλον Κύριον Σάθαν να μη επιζητή τοιαύτα, διότι αυτός πρώτος
+βλάπτεται εκ του μαρασμού των ανθέων της δημοτικής ποιήσεως.
+
+»Και χάρος οργοτόμος.» σ. 58.
+
+_Οργοτόμος_ ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει εν ταις
+αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς, ο χαράττων την
+γραμμήν ήτις τίθεται ως όριον εις τας γινομένας ανασκαφάς.
+_Όργος_ ή _οργός_ ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή.
+
+»Πως δε θα μείνη λώθρα.» σ. 58.
+
+_Λώθραι_, τα αποκοπτόμενα οξέα μέρη των ήλων δι' ων προσηλούνταν
+τα πέταλα τη οπλή των ίππων. Όθεν _λωθροκόβεται_ επί ζώου
+συγκρούοντος ένεκεν ελαττωματικού τινος βηματισμού, και
+τιτρώσκοντος τους αστραγάλους (κοινώς τα _πουλάκια_) εάν εξ
+ολιγωρίας, τα σιδερά ταύτα κέντρα μη αποκοπώσι. Μεταφορικώς,
+λώθρα, παν ό,τι ελάχιστον ευκαταφρόνητον, ουδεμιάς αξίας. Όθεν
+_Να μη μείνη λώθρα_ κατάρα εμφαίνουσα εξόντωσιν, καταστροφήν και
+όλεθρον μέχρι και αυτών των ευτελεστέρων περιτριμμάτων του οίκου.
+
+»'Σ αυτόν τον καταρράχτη.» σ. 58.
+
+_Καταρράχτης_, ως και παρά τοις αρχαίοις σημαίνει μέγαν όγκον
+υδάτων κρημνιζομένων από αποτόμου βράχου. Αλλά _καταρράχτης_ και
+η καταπακτή θύρα. Όταν δε επί τινων ευρέων παραθύρων συνήθως εν
+χρήσει παρά τοις εργαστηρίοις των καπήλων και καλουμένων
+_προβολών_ εφαρμόζεται ο _καταρράχτης_ τότε καλείται
+_καταπρόβολον_.
+
+»Θα νάχουνε για στήριγμα.»σ. 58.
+
+Το _στηρίζω_ και _υποστηρίζω_ εύχρηστα παρά τω λαώ ως εν τη
+κοινοτάτη φράσει «_το θέλω και το υποστηρίζω_» αλλά το _στήριγμα_
+σπανίως ακούεται και μόνον εκ στόματος των _γραμματισμένων_·
+νομίζω επομένως συγγνωστήν την χρήσιν εν τη παρούση περιπτώσει,
+καθόσον ο Διάκος υπηρετήσας εν τη εκκλησία πολλάκις αναμφιβόλως
+εξεφώνησε την λέξιν. Παρά τω Ελληνικώ λαώ συνήθως η ιδέα της
+ενισχύσεως, της υποστηρίξεως, δηλούται διά τοιούτων φράσεων
+αίτινες δεν αναφέρονται εις την εδραίαν και ασφαλή των ποδών
+στάσιν. Ούτω, λόγου χάριν, _έχει καλά πλευρά, τον επλεύρωσε_.
+Επικρατεστέρα δε όσα εμφαίνουσι περιφρούρησιν της κεφαλής,
+εννοείται μεταφορικώς, ως ο _ίσκιος «Καλό δένδρο τον ισκιάζει»_,
+τουτέστι έχει τις ισχυρόν προστάτην. «_Να ζήσω στον ίσκιο σου_»
+και τα τοιαύτα. Αλλά και το _κέραμος_ (κεραμίδι) χρησιμεύει
+πολλάκις εις ωραίας μεταφοράς. Ούτω περί βασιλέως ήκουσα, » _Ο
+Βασιλειάς είναι στη σκέπη (του οίκου) κεραμίδι_» Και _κεραμόνω_
+προφυλάττω, σκέπω τινά ή τι. Κλάδος δένδρου επισκιάζων την οδόν,
+«_κεραμόνει το δρόμο._» Και, «_όπου κεραμόνει τ' α όσκιο,_»
+σημαίνει την γραμμήν όπου φθάνει η σκιά των ορέων όταν ο ήλιος,
+κλίνη προς την δύσιν.
+
+Ο έρμος ο αζώηρος. σ. 60.
+
+_Αζώηρος ο ανάγυρος ή αναγύρις_ των αρχαίων. Anagyris foetida.
+Θάμνος δυσώδης εκ της οικογενείας των oσπριοειδών. Κατέχει θέσιν
+ευτελεστάτην εν τη κοινωνία των φυτών. Η αποφορά αυτού διαδίδεται
+και διά της ελαφροτέρας επαφής. Όθεν το των αρχαίων, «_Μη κινείν
+τον ανάγυρον_» και το δημώδες, «_Μην ξυπνάς τον αζώηρο ή μην
+ανακατόνης τον αζώηρο_. Λέγεται και _αζωήρι_. Ήκουσα δε
+προφερόμενον και _οζώηρον_ και τότε δεν είναι απίθανον ρίζα αυτού
+να ήναι το _Όζω_. Εν χρήσει παρά τω λαώ προς θεραπείαν του κατά
+την εαρινήν ώραν μαστίζοντος τα ποίμνια των προβάτων και τας
+αγέλας των βοών θανατηφόρου τυμπανίτου, προερχομένου εκ της
+βοσκής χόρτων τινων αναπτυσσόντων αέρια πολλά κατά την πέψιν. Εν
+τοιαύτη περιπτώσει οι ποιμένες, ημών λαμβάνουσι τα φύλλα του
+αναγύρου και δι' αυτών εντρίβουσι τον οισοφάγον, τον ουρανίσκον,
+την γλώσσαν του πάσχοντος ζώου μέχρις ου επέρχονται εκκενώσεις
+και εμετός, δι ων συνήθως οιωνίζεται η προσεχής παύσις του κακού.
+Την θαυμασίαν ενέργειαν του φαρμάκου τούτου είδον αυτός εγώ επί
+βαρυτίμου αγελάδος, αγγλικού γένους, αιφνιδίως προσβληθείσης υπό
+της νόσου αφού επί στιγμάς τινας είχε φάγει μετά λαιμαργίας
+τρίφυλλον κάθυγρον εκ της πρωινής δρόσου.
+
+Κατά τους τελευταίους χρόνους μεγάλαι εγένοντο εν Ευρώπη
+προσπάθειαι προς εύρεσιν δραστηρίου αντιφαρμάκου κατά νοσήματος
+επιφέροντος πολλάκις φθοράν μεγάλην εις τα πλούσια κατ' εξοχήν
+της Ελβετίας ποίμνια. Η παρακέντησις εις ην προσέδραμον πολλάκις
+οι ποιμένες ήτο μέσον λίαν επικίνδυνον και μετά πολλά και παντοία
+πειράματα θεωρείται σήμερον ως κατάλληλος η υγρά αμμωνιακή
+(ammoniaca liquida), αλλ' εγώ εύρον αυτήν ανωφελή. Ευχής έργον
+επομένως θα ήτο αν o περιφρονημένος _Aζώηρος_ απεδεικνύετο
+ειδικόν φάρμακον, καθ' όσον απροσδοκήτως ήθελεν αναβιβασθή εις
+υψηλοτάτην περιωπήν εν χώραις όπου η κτηνοκομία φέρει πλούτον
+μέγαν.
+
+»Η ποταπή η λαψάνα.» σ. 60.
+
+_Λαψάνα_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Lapsana stellata. Ποταπή δε
+διά το ταπεινόν και χαμαίζηλον αυτής.
+
+»Γλυκαίνει το χαμαίδρυο. » σ. 60.
+
+_Χαμαίδρυο_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Teucrium Chamaedrys.
+Πικρότατον· εν χρήσει δε προς ίασιν στομαχικών νοσημάτων.
+
+»Στου χαμαιλειού τη ρίζα»... σ. 60.
+
+_Χαμαιλειός_ ο χαμαιλέων των αρχαίων. Carlina Acaulis, ανήκει εις
+την οικογένειαν των κυναροκεφάλων. Η ρίζα, φυματώδης, επιμήκης,
+πλήρης οπού λευκού, όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πηγνύεται και
+γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η
+γεύσις της ρίζας υπόγλυκος, έχει αποφοράν βαρείαν ως την του
+κωνίου. Εκ του καρπού ή της κυνάρας αυτού εξάγεται ο ιξός. Πρό
+τινων ετών ολόκληρος οικογένεια εκ του χωρίου Σύβρου,
+περιλαμβανομένου, σήμερον εις τον δήμον Ευγηραίων, απατηθείσα, εκ
+της ευαρέστου γεύσεως της ρίζης, απώλετο εν τη πατρίδι μου. Τα
+φύλλα αυτού ακανθώδη ποικιλόχροα, όθεν βεβαίως και το όνομα.
+
+ Και το περιπλοκάδι
+Που πάντα κρύβεται δειλό, και τ' άπλερο κορμί του
+Αλλού στηλόνει το φτωχό... σ. 60.
+
+_Περιπλοκάδι_. Χαριέστατον φυτόν διά των λεπτοτάτων αυτού νεύρων
+περιπλεκόμενον εις τα στελέχη των παρ' αυτώ φυομένων θάμνων.
+Ευρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον εν ταις αιμασιαίς. Άπλερο δε
+ένεκεν της ευλυγιστίας και της αδυναμίας αυτού, τουτέστι μη
+πλήρες. Αντίθετον του _άπλερος_ είναι το _μεστός, σταλωμένος.
+Άπλερα_ λέγονται επίσης και ζώα ή πτηνά γεννώμενα προ καιρού και
+τότε είναι συνώνυμον του _Απασπάλωτα_ τουτέστι έχοντα σώμα
+άμορφον.
+
+
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
+
+
+
+
+ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
+
+
+
+Ο I Τ Ρ Ε Ι Σ.
+ΔΙΑΚΟΣ, ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ, ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ.
+
+ — Διάκε, χαρά ’ς τον ύπνο σου!
+
+ — Καλώς το Δυοβουνιώτη,
+ Καλή σου μέρα, Πανουριά.. Μη με προπήρ' η ώρα;
+ Εξέχασα, εγελάστηκα, γλυκά κρυφομιλώντας
+ Αδέρφια, με τη μάνα μου πούρθε να μ' εύρη απόψε.
+
+ — Θανάση, αν δε σου ζήλεψα τα νειώτα, την ανδριά σου,
+ Τ' άρματα τ' αξετίμωτα, το μάτι, το τραγούδι,
+ Ζηλεύω αυτήν τη ξαστεριά πώχει το μέτωπό σου!
+ Έστησε ’ς το κατώφλι μας το νεκροκρέββατό του
+ Ο Χάρος και μας καρτερεί. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
+ Μανάδαις αναρίθμηταις με κουφωμένα στήθια
+ Φεύγουν ’ς τα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια.
+ Τα όρνια εμυριστήκανε το σκοτωμό που θάρθη
+ Και γρούζουν ανυπόμονα τροχίζοντας τα νύχια,
+ Και συ, κοιμάσαι σαν αρνί!... Θανάση, σε ζηλεύω!..
+
+ — Δεν έχω πέτρινη ψυχή. Του κόσμου τη λαχτάρα
+ Μέσα στη φλέβα της καρδιάς σα σίδερο λυωμένο
+ Τη νοιώθω π' αναδεύεται και με σαρακοτρώγει.
+ Συχώρεσέ με, Πανουριά. Πρώτη φοράν απόψε
+ Αφ' ότου ζώνω τ' άρματα μ' εξάφνισε τ' Αστέρι.
+ Μη μώχετε βαρύγνωμο. Ποιος ξέρει μην η μοίρα,
+ Αδέρφια, μ' αποκοίμισε για να με συνειθίση
+ 'Σ του τάφου το τρισκόταδο. Εγώ κι' ο γέρο Χάρος
+ Εψές λογαριαστήκαμε, και ’ς το κατάστιχό του
+ Ένα μικρό καταιβατό μένει άγραφο για μένα.
+ Γνοιαστήτ' εσείς τους ζωντανούς. Εγώ θα πολεμήσω
+ Για τα παληά μας κόκκαλα. Στη φλόγα του πολέμου,
+ Σα μέσα 'ς ένα θυμιατό, θα ρίξω το κορμί μου
+ Να γένω νεκρολίβανο ’ς το φοβερό τρισάγιο.
+
+ — Μην τα ξεσυνερίζεσαι του Πανουριά τα λόγια.
+ Θυμήσου, Διάκε, μοναχά πως άδειασεν η φλέβα
+ Του δύστυχου του γένους μας, και μια ρανίδα τώρα,
+ Αν στάξη από το αίμα μας ’ς τη γη χωρίς ελπίδα,
+ Αντί νάναι μνημόσυνο, μπορεί νάναι κατάρα.
+ Ξέρω τι κρύβεις 'ς την καρδιά, γνωρίζω τι θα κάμης....
+
+ — Ποιος μ' εμαρτύρησε 'ς εσάς;
+
+ — Κανένας, μη θυμόνης...
+ Είδα κ' εγώ τη μάνα σου απόψε ’ς τώνειρό μου
+ Και μούπε νάρθω να σ' ευρώ και να σού 'πώ, Θανάση,
+ Που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάση ο κόσμος
+ Και θα χουμήση η Αρβανιτιά πυκνή σαν την ακρίδα,
+ Και τάλογο του Ομέρπασα ποιος θα τ' αποστομώση;
+
+ — Ο γυιός του Ανδρούτζου 'ς τη Γραβιά!!...
+
+ Τι θέλεις, Δυοβουνιώτη;
+ Να πάη το Γοργοπόταμο, θολό κ' εντροπιασμένο
+ Να 'πή στην άγρια θάλασσα, πως δεν ευρέθηκ' ένας
+ Τα ξακουσμένα του νερά, με δύο ρανίδαις αίμα
+ 'Σ αυτό το πρώτο βάφτιμα, ν' αγιάση να μυρώση;
+ Κ' η θάλασσα μουγκρίζοντας να τρέξη ’ς ' ακρογιάλια,
+ Σα φοβερός διαλαλητής, κι' Ανατολή και Δύση
+ Να μάθουν πώς γηορτάζομε τη νεκρανάστασή μας;...
+ Νάναι ο Βριόνης στα Θερμιά και να μην εύρη εμπρός του
+ Δέκα κουφάρια ξαπλωτά για να σκοντάψη επάνω!
+ Να μη βαφή το πέταλο στου αλόγου του το νύχι!...
+ Αδέρφια, ταποφάσισα και μοναχός αν μείνω,
+ Θ' απλώσω οργυιά τα χέρια μου, τα πόδια θα ριζώσω,
+ Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε κι' αν δε με κατακόψουν,
+ Δε θα με διώξουν απεκεί, δε θα μου ιδούν τη φτέρνα.
+ Και συ τι λέγεις, Πανουριά;
+
+ — Μ' εθάμπωσε η αχτίδα,
+ Παστράφτει από τα μάτια σου. Τριγύρω 'ς τα μαλλιά σου
+ Παίζει το γλυκοχάραμμα. Μου φαίνεσαι μεγάλος,
+ Ψηλός ωσάν τον Όλυμπο και στέκω και προσμένω
+ Εμπρός σου ακίνητος, βουβός, Διάκε, να ιδώ τον ήλιο,
+ Πώραν την ώρα θα προβή απ' τ' αντικέφαλό σου.
+
+ — Τί λόγος, γέρο Πανουριά, τι φοβερή βλαστήμια
+ Ξαγλίστρησ' απ' τα χείλη σου! Αυτό το φως που βλέπεις
+ Ας μη το σκοτειδιάσωμε... Εσύ στη Χαλκομμάτα
+ Σύρε να ρίξης θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία
+ Να πάη στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνά τον Τράκα.
+ Και πριν αρχήση ο πόλεμος, θυμήσου, ο Ησαΐας
+ Να βγη ψηλά 'ς το ξέφαντο κ' εκείθε να κηρύξη
+ Το φοβερόν τον όρκο μας, για να γνωρίση ο κόσμος
+ Ότι το ράσο του παπά κ' η μίτρα του Δεσπότη
+ θα γένουν Χάρου φλάμπουρο και σκιάχτρο και σκοτάδι
+ Και κατασάρκι μελανό στην Άγια Τράπεζά μας,
+ Όσο σ' αυτά τα χώματα δαφνοστεφανωμένη
+ Η Βουλωμένη εκκλησιά το μέτωπο δε δείξη.
+
+ — Δεν είμαι, Διάκε, Πανουριάς, νάμαι γυναίκα χήρα
+ Και να με πνίξη το ψωμί που εφάγαμε ’ς τα πλάγια
+ Αν λησμονήσω σήμερα το βάφτισμα, τον όρκο.
+
+ — Εσύ το Γοργοπόταμο θα πιάσης, Δυοβουνιώτη,
+ Και πολεμώντας τον εχθρό λησμόνησε πως έχεις
+ Κλεισμένο μες τα Γιάννινα το Γεώργο, το παιδί σου.
+ Βλέπε το ρέμμα του νερού, κάμε το ν' αρμυρίση
+ Με δάκρυ της Αρβανιτιάς. Στείλε το ματωμένο
+ Στα μακρυνά τ' αδέρφια μας τον τρύγο σου να φέρη
+ Ωσάν πρωτόλουβον καρπό, μαζύ με τώνομά σου.
+ Ο Βακογιάννης στα ριζά, και πλεύρα ’ς το γεφύρι
+ Της Αλαμάνας, Πανουριά, θα στήσω τον Καλύβα.
+ Εις τη Δαμάστα μένω εγώ, σας το ζητώ για χάρη,
+ Κι' όταν αρχίσουνε... Σιωπή!... μου κάστηκε πως είδα
+ Σαν έναν ίσκιο να διαβή... Εσ' είσαι, μωρέ Μήτρε;
+
+ — Εγώμαι, καπετάνε μου.
+
+ — Πατείς βουβά τη νύχτα
+ Και δε σ' εγνώρισα με μιας. Με δίκηο νυχτοπούλι
+ Σε κράζουν οι συντρόφοι μας. Τι φέρνεις παλληκάρι;
+
+ — Εκίνησε ο Ομέρπασας από το Λιανοκλάδι.
+
+ — Πέτα, ροβόλα, Πανουριά... Στάρματα, Δυοβουνιώτη...
+ Χριστός ανέστη αδέρφια μου! Καλώς ν' ανταμωθούμε
+ Απόψε πάλε νικηταί. Κι' αν δε με μεταϊδήτε,
+ Δεν θέλω να με κλάψετε, θέλω σαν πολεμάτε
+ Την πρώτη σας την τουφεκιά, το πρώτο σας το βόλι
+ Για μένα να το ρίχνετε, για την ψυχή του Διάκου.
+
+ Εφιληθήκανε και οι τρεις. Τα χείλη του Θανάση
+ Ελουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολούν τα μάτια.
+ Στο κρυό ταγέρι του βουνού καπνίζει ο ανασασμός του,
+ Λες ότι από το στόμα του ορμούν και ξεθυμαίνουν
+ Σαν από βράχου σχισματιά η ακοίμηταις η φλόγαις,
+ Όπου κρυφόβραζαν βαθειά ’ς του γένους μας τα σπλάχνα.
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
+
+
+
+_Πανουριάς_ και _Πανουργιάς Ξηροτύρης_ το επώνυμον. Άδεται ότι ο
+ανάδοχος αυτού, κελεύσαντος του ιερέως ίνα προσκαλέση το νήπιον,
+εν ω ετελείτο το βάπτισμα, απήντησε, Πανώρηα, ως εάν το
+βαπτιζόμενον ήτο θήλυ. Άλλα νοήσας παραχρήμα το λάθος μετέτρεψε
+το όνομα αυθαιρέτως εις το Πανουριάς.
+
+Εγεννήθη περί τα 1759 εις Ντρέμισαν της Παρνασσίδος και έζησε
+μέχρι τινος βίον ποιμαντικόν. Ύστερον συνεστράτευσε μετά του
+Ανδρούτζου και του Καλλιακούδα. Εν έτει δε 1817 πορευθείς εις
+Ιωάννινα, προσεκύνησε τω Αλή, και περί τα 1820 διωρίσθη αρματωλός
+Παρνασσίδος. Ήτο πελώριος το σώμα, απλοϊκός και υπέρ το δέον
+ευτράπελος, (Όρα Φιλήμονος. Ιστορ. δοκ. Τόμος 3. Σελ. 68).
+
+_Δυοβουνιώτης Ιωάννης, εκ Δύο Βουνών της Φθιώτιδος_. Υπηρέτησεν
+υπό τον Καλλιακούδαν, υπήρξε συνοπαδός του Αλεξίου Καλογήρου και
+εύρεν αυτόν η επανάστασις αρματωλόν Σαλόνων. (Όρα Φιλήμονος
+Ιστορ. Δοκ. 3. Σελίς 88).
+
+Μ' εξάφνισε τ' Αστέρι, σ. 74.
+
+_Αστέρι_. Όταν εκφέρεται ενικώς είναι ταυτόσημον του Αυγερινού
+Εωσφόρου, Η Ανατολή αυτού ήτο παρά τοις ορεσιβίοις μαχηταίς η
+συνήθης ώρα της εκ του ύπνου ανεγέρσεως.
+
+Ο γυιός του Ανδρούτζου στη Γραβιά, σελ. 75.
+
+Η εις το Χάνι της _Γραβιάς_ πολύκροτος μάχη του Οδυσσέως έλαβε
+χώραν εις εποχήν μεταγενεστέραν, κατά την 8 Μαΐου. Προφητικώς
+επομένως αναγγέλλει ο Διάκος το κατόρθωμα εκείνο, ωσανεί
+πρααισθανόμενος ότι αδύνατον ήτο ο υιός του Ανδρούτζου να μη
+νικήση καταλαμβάνων την Γραβιάν, τας δευτέρας ταύτας της Ελλάδος
+Θερμοπύλας.
+
+»Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε.» σ. 76.
+
+_Ξεχωνιάζω, ξεχώνιασμα_. Η βαθεία ανασκαφή ακαλλιεργήτου εδάφους.
+
+»Θυμήσου ο Ησαΐας.» σ. 77.
+
+_Ησαΐας_. Υιός του ιερέως Παπαστάθη εκ Δεσφίνης της Παρνασσίδος.
+Εγεννήθη περί τα 1779, εσπούδασεν εν τη σχολή των Σαλόνων,
+διευθυνομένη υπό του ιερομονάχου Γερασίμου Λύτζικα. Δεκαοκταετής
+εισήλθεν εις την εν Δεσφίνη μονήν του Προδρόμου και περί τα 1818,
+εχειροτονήθη επίσκοπος Σαλόνων. Ήτο δε λόγιος, έγραψεν
+εκκλησιαστικούς λόγους σωζομένους ανεκδότους και χρονολογίαν τινα
+της Ρούμελης απολεσθείσαν. Υπήρξεν ο αείμνηστος είς των
+θερμοτέρων αγωνιστών κατά τον βραχύτατον αυτού πολεμικόν βίον και
+εφονεύθη μετά του Παπαγιάννη εν Χαλκομμάτα προτιμήσας τον θάνατον
+της φυγής.
+
+Ευτυχώς διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τη αξιολόγω συλλογή του Κυρίου
+Γ. Π. Αγγελοπούλου (τα κατά τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού
+των Ελλήνων αγώνος Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον έ.
+Αθήναις 1865) επιστολή του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής
+εκκλησίας προς τον Ησαΐαν, ην ευχαρίστως αντιγράφω προς
+επικόσμησιν των σημειώσεών μου. Εκ ταύτης προκύπτει εναργώς η
+υπέρ της εθνικής αναγεννήσεως διαπρύσιος μέριμνα του μεγάλου
+Πατριάρχου· εξαφανίζονται δε αι στυγεραί συκοφαντίαι, αίτινες
+εξυφάνθησαν κατά της διαγωγής του Γρηγορίου, προς αιωνίαν τιμήν
+του ανωτέρου ημών κλήρου και προς καταισχύνην και όνειδος των
+κατηγόρων.
+
+ ΤΩ ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΣΑΛΟΝΩΝ.
+
+ Θεοφιλέστατε επίσκοπε και αδελφέ Ησαΐα
+
+ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ κτλ.
+
+Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς διά του αγαθού πατριώτου καπετάνου
+Φούντα Γαλαξειδιώτου ασφαλώς εδεξάμην και των εν αυταίς τιμίων
+σου λόγων έγνων.
+
+Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα,
+οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και
+μοχθηρών ζύμη, αφ' ης, ως ψωραλέου προβάτου, φυλάττεσθε. Κακόν
+γάρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα.
+
+Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις
+πατριώταις, τα εχεμυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται οις συνεχώς
+επιστέλλεις μοι, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ' ων έγνων
+αδύνατον αντί παντός τιμίου ούδ' ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων
+φυγείν· ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα
+κομίζουσί μοι.
+
+Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια,
+κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν,
+εν φανερώ δ' άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ' ότε κ' επίκρινε τοις
+θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία Πράυνον τον Βεζύρην
+λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα.
+
+Άσπασαι συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων
+εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ως περ
+λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε εστί
+το του Σωτήρος πάσχα.
+
+Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου, αδελφέ μου
+Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεωργία δώσει σοι ο Πανύψιστος.
+
+Κωνσταντινουπόλει 28 Δεκεμβρίου 1820.
+
+ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
+
+»Και σκιάχτρο και σκοτάδι.» σ. 77.
+
+_Σκιάχτρα_. Κυρίως τα φόβητρα διά ων εκφοβίζουσιν οι γεωργοί τα
+πτηνά όταν επιπίπτωσι φθοροποιά και πειναλέα.
+
+»Και κατασάρκι μελανό.» σ. 77.
+
+_Κατασάρκι_. Το κατά την εγκαινίασιν της αγίας Τραπέζης πρώτον
+επιτιθέμενον αυτή ύφασμα.
+
+»Και να με πνίξη το ψωμί.» σ. 77.
+
+Κατάρα συνηθεστάτη ριπτομένη συνήθως κατα προδότου, ή αγνώμονος.
+«Θα σηκωθή το ψωμί που σώδωκα και θα σε πνίξη,» Απευθύνεται προς
+τους λησμονούντας ταχέως τας χάριτας και τας περιθάλψεις.
+
+»Ωσάν πρωτόλουβον καρπό.» σ. 78.
+
+_Πρωτόλουβος καρπός_. Ο πρώτος ωριμάζων. Λέγεται και
+_πρωτολάτης_.
+
+Με δίκηο νυχτοπούλι.» σ. 78.
+
+Τα νυκτερινά πτηνά καίτοι μεγάλας έχοντα πτέρυγας διέρχονται εν
+τη σκοτία αψοφητί. Αντί _νυχτοπούλι_ έγραψα απ' αρχής _γιδοβύζι_
+καθόσον τούτο περιφέρεται κυρίως περί το λυκαυγές και διά πολλών
+ελιγμών και μετά πολλής ταχύτητος διώκει τα έντομα χωρίς ν'
+ακούεται ουδόλως το πτερύγισμά του. Αλλά αντικατέστησα
+γενικωτέραν έκφρασιν προς το ευπρεπέστερον. Πιστεύεται υπό του
+λαού ότι το _γιδοβύζι_ προβαίνει λάθρα μέχρι των μαστών της αιγός
+και υποκλέπτει το γάλα θηλάζον. Εκ της ιδέας ταύτης προήλθε και
+το όνομα αναντιρρήτως. Το αυτό τούτο νυκτερόβιον πτηνόν κοινώς
+ονομάζεται και ιταλιστί tetta-vacche, όπερ μεθερμηνευόμενον εν τη
+δημοτική γλώσση ήθελεν αντιστοιχεί προς το _γελαδοβύζι_. Φαίνεται
+επομένως ότι η αυτή πρόληψις υπάρχει και παρά τω συγγενεί Ιταλικώ
+λαώ πλην ότι αντί της αιγός τίθεται η αγελάς. Αποβαίνουσιν εις
+εμέ λίαν ευάρεστοι αι συναντήσεις αύται και παρέχουσιν
+αντικείμενον εις εθνολογικάς ερεύνας. Επειδή δε το _γιδοδύζι_
+πλανάται συνήθως πέριξ των μερών όπου αγελάζονται τα ποίμνια,
+ίσως προς αφθονωτέραν άγραν ζωαρίων γεννωμένων εν ταις μάνδραις,
+βεβαίως προήλθεν ο περί αυτού θρυλλούμενος μύθος εκ της
+περιστάσεως ταύτης.
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
+
+
+
+ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ
+
+ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ
+
+ Μνήμη τον Αγίου και Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος
+
+ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ.
+
+ Λαλούν η πέρδικες, γλυκά κι' ο ήλιος ’ς τη χαρά του
+ Απλόνει μιαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης
+ Τα παρδαλά τα στήθια τους κι' αυταίς αναγαλλιάζουν.
+ Κατάκορφα ’ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης
+ Ταητού πρωτοπαλλήκαρο, να βάψη τα φτερούγια
+ Μες ’ς τον αθέρα της αυγής πριν έβγη ’ς την παγάνα.
+ Πλένουν τα φύλλα στη δροσιά χαρούμενα ταρείκη,
+ Και ’ς το ελαφρό το φύσημα του αγέρα που διαβαίνει
+ Συναπαντούσε φιλικά με τον ανασασμό του
+ Το θρούμπι, την αληφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα.
+ Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια ’ς το λιοπύρι,
+ Ακούοντ' η νεροσυρμαίς από εγκρεμό σε βράχο
+ Να παραδέρνουνε γοργά και λες με τη γαργάρα
+ Πανάκραζαν την κλεφτουριά και την αποζητούσαν.
+ Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρά του ζευγολάτη,
+ Και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν' ένα στάχυ
+ Και έγερν' εδώ, κ' έγερν' εκεί, το τρυφερό κεφάλι
+ Ωσάν να παραμόνευε να ιδή κι' αυτό το Διάκο.
+
+ Κι' ωστόσο ανθρώπινη φωνή μέσα σ' αυτόν τον κόσμο
+ Που φαίνετ' ολοζώντανος, καμμιά δεν αγροικιέται.
+ Ούτε φλογέρα ποιστικού, ούτε χαράς τραγούδι
+ Ούτ' αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ' όλη η φύσις
+ Λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα
+ Όπου εγεννήθηκε βουβή κι' όπου την παραστέκει
+ Η μαυρισμέν' η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξη
+ Μαζύ μ' ένα χαμόγελο ’ς τα χείλη κ' η λαλιά της.
+
+ Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω ’ς τη Δαμάστα
+ Άλλοι στρωμένοι κατά γης, άλλοι το διπλοπόδι,
+ Περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι αντρειωμένοι.
+ Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
+ Ανέμιζε τρομαχτικό, και ΄ς το ξεδίπλωμά του
+ Λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γηώργης
+ Με τ' άγριό του τ' άλογο κρατώντας καρφωμένο
+ Τ' άσπλαχνο το κοντάρι του ΄ς το διάπλατο λαρύγκι
+ Του φοβερού του δράκοντα που δέρνεται ΄ς το χώμα.
+ Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη
+ Κ' επάνω της εξέσερνε γοργά το δάχτυλό του,
+ Ποιος επελέκαε τεχνικά τη στουρναρόπετρά του
+ Στο λύκο του καρυοφυλλιού, ποιος τρίβει τα παφήλια
+ Συγνεφιασμέν' από νοτιά και ποιος για να ξεδώση
+ Εθόλωνε με τον αχνό του μαχαιριού τη λάμψη.
+
+ Κανένας δεν ανάσαινε. Σ' ένα κοντρί μονάχος
+ Κυττάζει ο Διάκος σιωπηλός κατά το Λιανοκλάδι.
+ Έξυπνος κι' ονειρεύεται. Από το ριζοβούνι
+ Αναίβηκε κ' η καταχνιά, ψιλός αφρός του αγέρα,
+ Και μια στιγμή τον έκρυψε ’ς τη δροσερή αγκαλιά της,
+ Λες ότι εκείνην την αυγή λησμονημέν' αχνάρια
+ Έσμιξαν σ' ένα σύγνεφο κ' ήρθαν από τον Άδη
+ Να μυριστούν το σκοτωμό, να ιδούνε το Θανάση.
+
+ Μες ΄ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα,
+ Μαρμάρα, φίδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει
+ Στρωμένη, ετοιμοπόλεμη. Την είχε πάρει ο Διάκος
+ Χρονιάρικη ’ς τα Γιάννινα κι' από τ' αστέρι πούχε
+ Καταμεσής ’ς το μέτωπο την έκραζεν Α σ τέ ρ ω.
+
+ Έβραζ' ο πόλεμος μακρά και κούφια τη βοή του
+ Την έφερν' ο αντίλαλος σα μούγκρισμα πελάγου.
+ Όλοι προσμένουνε βουβοί... Κανένας πεζοδρόμος
+ 'Σ το ξάγναντο δε φαίνεται... ο Μήτρος, πουν' ο Μήτρος;
+
+ — Γέρο Διαμάντη, δε μιλείς, δε μας καλημερίζεις;
+ Όλος ο κόσμος χαίρεται για την ανάστασή μας
+ Και στολισμένος μας θωρεί. Σε λίγο το σπαθί σου,
+ Που εσκούριασε ’ς τη θήκη του θα πιη να ξεδιψάση,
+ Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι
+ Εκλείδωσες τα χείλη σου;.. Τί σ' έπιασε, Διαμάντη;
+
+ — Σαράντα χρόνια πολεμώ. Απ' την κορφή ΄ς τα νύχια
+ Μ' έγδαρε, με ξεφλούδισε το βόλι, το λεπίδι...
+ Μ' έφαγε η γύμνια κ' η ερμιά... Έβαψε τα παλιούρια
+ Η ξεσχισμένη φτέρνα μου... Μ' έδειρε το χαλάζι...
+ Έστρωσα το κρεββάτι μου μες ’ς τη μονιά του λύκου...
+ Κυνηγημένος σα θεριό τη νύχτα ’ς τα λαγκάδια
+ Έβγαινα κ' έβοσκ' αρπαχτά τα κούφια βελανίδια
+ Που εσέποντο ’ς τα χώματα, κ' εζούσα μ' αποφάγια
+ Π' αφίναν τ' αγριογούρουνα... Κι' όταν τον αλωνάρη
+ Μούχαν πιασμένα τα νερά και μ' έφριγεν η δίψα,
+ Ακούστε το, μωρές παιδιά, εζύμονα ’ς τα δόντια
+ Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι,
+ Και δε θυμούμαι νάνοιωσα ποτέ μου τη λαχτάρα
+ Όπου με σφάζει σήμερα, και σα μονομερίδα
+ Απών' αρμό ’ς τον άλλονε, κρυφά κρυφά χωνεύει
+ Και μου ρουφάει τη δύναμη και με νεκρόνει, Λάμπρε.
+
+ — Γέροντα, τ' είναι πώπαθες!.. Ανάθεμα την ώρα
+ Που ο Γούμενος τ' Άη Γιαννιού από την Αρτοτίνα
+ Το λαμπριάτικο τ' αρνί, θυμήθηκε να στείλη.
+ Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι
+ Σου εδείξανε την πλάτη του!.. Πες μας τι γράφ' η μοίρα;
+
+ Εστρώθηκαν ’ς τη χλωρωσά τριγύρω ’ς το Διαμάντη
+ Ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι του. Άπλωσε ο γέρο κλέφτης
+ Κ' επήρε από τη ζώστρα του το φοβερό το χτένι,
+ Το πέρασε δυο τρεις φοραίς, απώνα χέρι σ' άλλο,
+ Με φόβο το ψηλάφισε, το κύτταξε ’ς τον ήλιο,
+ Κ' ύστερα σαν να ευρέθηκε με μιας σε ξένον κόσμο
+ Σαν να λησμόνησε με μιας σκοντάμματα και πάθη,
+ Ένα προς ένα εδιάβαζε τα μυστικά σημάδια
+ Και τα παιδιά ακουρμένονται. Τους έδειξε μια φλέβα
+ Μες ’ς τη διχάλα, κόκκινη.. Δεξιά, ζερβιά, μαυρύλαις
+ Σαν κυπαρίσια νεκρικά, κ' εδώ κ' εκεί λειψάδαις
+ Και σκοτεινά κοιλώματα. Τους έδειξε μια σκλήθρα
+ Κ' είπε πως ήτανε κεντρί.. Κι' όταν ο γέρο μάντης
+ Εξάνοιξε ’ς την αγκωνή, μελαχρινή λουρίδα,
+ Που πρόβαινε σα σερπετό, του θόλωσαν τα μάτια,
+ Που πιάστηκε η αναπνοά, του αχνίσανε τα χείλη,
+ Βαρειά, βαρειά αναστέναξε κ' εκόπηκε η φωνή του...
+
+ — Διαμάντη, τι σ' εξάφνισε;...
+
+ — Οχιά με τον οσκρό της.
+
+ Αρχίζει πάλ' ο γέροντας το πρώτο διάβασμά του,
+ Και μέσ' απώνα σύγνεφο τους έκραξε να ιδούνε
+ Όπου ξεφύτρωνε πουλί πούχε διπλό κεφάλι...
+ Πλατειά φτερούγια ολάνοιχτα. Στη μια την απαλάμη
+ Βαστούσε δίστομο σπαθί και με την άλλη σφίγγει
+ Στεφανωμένονε Σταυρό. Ολόγυρά του αχτίδαις
+ Και ξημερώματα γλυκά, και ξαστεριά και λάμψη...
+
+ Ταπίστευτο το θέαμα, γυρτοί, συμπυκνωμένοι,
+ Εκύτταζαν αχόρταγα ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι,
+ Κ' εν ω με χίλιαις ξέλεξαις επνίγανε το μάντη
+ Ακούσανε που εφρύμαζε συχνά συχνά η Αστέρω
+ Σαν κάτι νάθελε να 'πή κ' εχτύπαε το ποδάρι,
+ Κι' όλοι φωνάζουνε με μιας — Ο Μήτρος!... Το ξηφτέρι.
+
+ — Στ' άρματ' αδέρφια, ’ς τ' άρματα! Κ' επλάκωσ' ο
+ [Βριόνης.
+
+ — Και συ πώς είσαι, Μήτρε, αχνός;...Από την τραχηλιά σου
+ Ρένε τα αίματα στη γη... Πού σ' έχουνε βαρέση;
+
+ — Μάγλειψε, Διάκε, ξώδερμα το βόλι ένα παγίδι
+ Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι...
+ Θανάση, μας εχάλασαν...
+
+ — Πάψε... Γέρο Διαμάντη,
+ Δος μου το μήλι σου να ιδώ.. Μην κρένης... ξεστηθώσου..
+ Καλά σου την εφύτεψαν... Ο χάρος από τρίχα...
+ Ξανθό.. Φρυμμένη πηγανιά... Ό,τ' είναι... Τώρα πες μου.
+
+ — Θανάση, μας εχάλασαν... Δεν είχε σκάση ο ήλιος,
+ Που εχύθηκε ο Ομέρπασας... Χτυπάει το Δυοβουνιώτη
+ Και τόνε πέρνει 'ς το φτερό.. Δεν έπαιξε λεπίδι...
+
+ — Θάχε το νου του 'ς το παιδί... Κήτανε τετρακόσοι!...
+ Είδες εκεί τον Κόκκαλη;
+
+ — Εθόλωσε το φως μου,
+ Μ' επήρε το παράπονο κ' εδάκρυσα... δεν είδα...
+ Ακούστηκ' ένα ρυάσιμο από τη Χαλκομμάτα,
+ Και ρίχνονται του Πανουριά... Πρώτη φωτιά κ' εσμίξαν.
+ Εζήλεψα κ' εχούμησα... Το ράσο του Δεσπότη
+ Αντάρα, μαύρη θάλασσα... Εκεί κι' ο Παππαγιάννης...
+ Ολόγυρά τους σκοτωμός... αθεμωνιά κουφάρια...
+ Βόσκει του Γούρα το σπαθί... αστροπελέκι, χάρος...
+ Οι λαβωμένοι σφάζονται 'ς το χώμα με το δόντι...
+ Μας έπνιξε η Αρβανιτιά... Τάλογο του Βριόνη
+ Ανεμοστρόβιλος, οργή... Τα δυο του τα ρουθούνια
+ Ξερνούν αντάρα και καπνό... πλακόνουν κι' άλλοι... κι'
+ [άλλοι...
+ Λες κι' αναβράνε από τη γη... Δριμόχολο, τρομάρα...
+ Με κράζει ο γέρο Πανουριάς: — «Τρέχα να πης του Διάκου,
+ Που αν ήμαι ακόμα ζωντανός δε φταίω 'γώ... το βόλι» ..
+ Κ' εμούγκριζε σα δράκοντας... Τον άρπαξε ο Μανίκας..
+ Εκείνος ανδρειεύεται... του πέφτει κι' ο Καπλάνης...
+ Οι δυο τους τον ελύγισαν... Φεύγουνε πολεμώντας...
+ Ριπίζω... μ' εκυνήγησαν... ματώνομαι... με χάνουν.
+
+ — Τον είδες τον Παπαντρειά;
+
+ — Με τον Κομνά τον Τράκα
+ Κρατούν του Μουσταφάμπεη.
+
+ — Και τον Κιοσέ Μεχμέτη;
+
+ — Τον είχα ιδή που εμούδιασε. Του μύρισ' ο Καλύβας
+ 'Σ της Αλαμάνας τα νερά. Του Βακογιάννη ο ίσκιος
+ Είναι βαρύς, θανατερός κι' όποιος περάση εκείθε
+ Σκοτάδι κι' αποκάρωμα. θα τώμαθε και μένει
+ Ναρθή με τον Ομέρπασα.
+
+ — Καλώς νανταμωθούμε...
+ Δεν ειν' αλήθεια, αδέρφια μου; Εψές 'ς την προσευχή μας
+ Το τάξαμε 'ς τον Πλάστη μας... 'Σ τη θέση του καθένας...
+ Νερό να μη διψάσετε... Κανείς σας δε θα ρίξη
+ Πριν δώσω εγώ την προσταγή, θέλω μια τέτοια μέρα
+ Να μετρηθούν τα βόλια μου με τόσους σκοτωμένους.
+ Μη σημαδεύετε ψηλά... Κι' αν πέσω, θυμηθήτε,
+ Τ' άρματα, το κεφάλι μου... Ας τάχη ο γυιός τ' Ανδρούτζου
+ Να μη τα πάρη η Αρβανιτιά... 'Σ τον κόρφο κρεμασμένο
+ Όποιος μου ψάξη το κορμί, θαυρή το φυλαχτό μου...
+ Μου τώχει ρίξη στο λαιμό η μάνα μου τη νύχτα
+ Που εβγήκα κλέφτης 'ς τα βουνά... Πάραυτα να το πάτε
+ 'Σ το μοναστήρι τ' Άη Γιαννιού... Θέλω το δαχτυλίδι
+ θέλω να μείνη μαρτυριά ς' το χέρι το δεξί μου,
+ Να με γνωρίση ο Ομέρπασας. Εκεί θαυρή γραμμένη
+ Την πίστη μας 'ς ένα Σταυρό, τώνειρο, την ελπίδα
+ 'Σ ένα δικέφαλο πουλί... Τούπε ο Θεός θα γένη...
+ Σήμερ' αρχίζει ο κάματος. Ήρθαν τα πρωτοβρόχια,
+ Θάμεθα 'μείς η προοιμιά. Άφαντος ζευγολάτης
+ Που δε δελιάζει 'ς τη σπορά, κρατεί το χερουλάτη.
+ Ταλέτρι τρίζει 'ς τώργωμα ... Ήταν η γη χερσάδα
+ Και το γενί θαμπή βαθειά... Το γήμορο δικό μας...
+ Ψυχή, παιδιά μου, 'ς τ' άρματα!.. Τούπε ο Θεός θα γένη!
+ Να μη σας λείψη το νερό... Γέρο Διαμάντη, Μήτρε,
+ Σταθήτε σεις εδώ μ' εμέ ... 'Σ τη θέση του καθένας.
+
+ Εσκόρπισαν ολόγυρα. Ποιος πιάνει ένα θυμάρι
+ Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά, τ' αφωρεσμένο δέντρο.
+ Τα καρυοφύλλια δείχνουνε μες 'ς τα κλαριά το στόμα
+ Σαν άγρυπναις δεντρογαλιαίς. Εδώθ' εκείθ' αστράφτουν
+ Άγρια μάτια φλογερά, ανάμεσα 'ς τα φύλλα,
+ Λες κ' ήταν θράκια σκεπαστά. Πρώτη πνοή θ' ανάψουν.
+
+ Ένοιωθε κι' αναγάλλιαζε τη δύναμή του ο Διάκος.
+
+ Μένει με μιας ακίνητος. Εσταύρωσε τα χέρια
+ Και κατά την Αγάθωνα το πρόσωπό του στρέφει.
+ 'Σ το μέτωπό του το πλατύ που το φωτίζ' ο ήλιος
+ Επέρασ' ένα σύγνεφο. Το μάτι του κατάρα...
+ Από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε η πικράδα
+ 'Σ τα δροσερά τα χείλη του και του τα φαρμακεύει
+ Σαν νάχε πιή την αλοή...
+
+ — Αχ! Μήτζε Κοντογιάννη,
+ 'Σ τον άδη που θα καταιβώ, αν μ' εύρη ο γέροντάς σου
+ Και με ρωτήση, τι θα 'πώ;... Πως μ' έν' αρματωλίκι..
+
+ Είπε και στέναξε βαρειά. Εδιάβηκε η μαυρύλα
+ Κ' έρχεται πάλαι η ξαστεριά. Θολός, συγνεφιασμένος
+ Δε μένει τέτοιος ουρανός, ώρα πολλή δε μένει.
+
+ — Καπνούρα, Μήτρε, καταχνιά... δε μας χασομεράνε.
+ Όθε περάσουν, ερημιά, μένει το χώμα στείρο.
+
+ — Έρχετ' εμπρός η Λιαπουριά με τον Ομέρ Βριόνη..
+ Διαμάντη, κύτταξε και συ, σαν και να σταματήσαν.
+
+ — Χωρίστηκε ο Κιοσέ πασάς.. Χτυπάει την Αλαμάνα...
+ Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι!...
+ Να μην πεθάνω εδώ με σας, αν δεν ην' του Καλύβα.
+ Τούχα γνωρίση 'ς τ' 'Αγραφα... Πούσαι καϋμένε, Δίπλα,
+ Να ιδής που δεν εβράχνιασεν ο λάρυγγάς του ακόμα!..
+ Έψησ', εμαύρισε καρδιαίς... Θα εδάγκασε κουφάρι..
+ Το βόλι δεν εδιάβηκε ... Γονάτισ' ένας ... πέφτει...
+ Καλή αρχή... ματώθηκαν... ανάφτει το γεφύρι...
+ Πώς πολεμούνε τα σκυλιά!... Διάκε; ...καπνός... δε βλέπω.
+
+ — Καλήτερα για σένανε. Τους βλέπω εγώ, Διαμάντη
+ 'Σ του Βακογιάννη τα πλευρά, 'ς τα στήθια του Καλύβα
+ Χτυπάει το κύμα και σκορπά. Τους έζωσε η πλημμύρα
+ Και δε σπαράζουν απεκεί. Τρέχα να πης του Λάμπρου
+ Να πάη μ' εξήντα διαλεχτούς... Φτερά... κ' η ώρα σφίγγει.
+ Μήτρε μου! Το μιλλιόνι μου... Μας είδανε... Ο δερβίσης
+ Στάθηκ' εμπρός και ρυάζεται... Κρατεί και δυο κεφάλια!..
+
+ — Εδώθε του Δεσπότη μας, ζερβιά του Παπαγιάννη.
+
+ — Δε μούπες πως τους έκοψαν!... Νάχωμε την ευχή τους...
+ Κύτταξε, Μήτρε, το σκυλί, για να μας φοβερίση,
+ Τώρα τα πέταξε 'ς τη γη και τα ποδοκυλάει...
+ Τα πήρε παραμάσχαλα... Επρόβαλ' ένας άλλος...
+ Αναίβηκε 'ς το ψήλωμα.... Διαλαλητής... Τί θέλει;...
+
+ — Θανάση Διάκε;... Εισ' αυτού;... (14)
+
+ — Εδώμαι.... Ποιος με κράζει;
+
+ — Ο αφέντης ο Ομέρπασας...
+
+ — Στη γη δεν έχω αφέντη.
+ Κι' όθε περάση ο ίσκιος μου, ορίζω εγώ... Το ξέρει.
+
+ — Δόσε μας διάβα, κι' ό,τι πης, τιμαίς... και βιο... και
+ [χάραις.
+
+ — Πόλεμο θέλω... πόλεμο... Ποιος είσαι συ που κρένεις;
+
+ — Πιστεύω, ό,τι πιστεύετε...
+
+ — Αφωρεσμένος νάσαι
+ Πώχεις ψυχή 'ς τη γλώσσα μας, 'ς αυτόν τον Άγιον Τάφο
+ Να βλαστημήσης προδοσαίς... Αφωρεσμένος νάσαι...
+
+ Κι' ο αντίλαλος εφτά φοραίς από σπηληαίς σε βράχους
+ Από βουνά σε λαγκαδιαίς φαρμάκεψε ταγέρι
+ Μ' εκείνον τον αφορεσμό. Τα χείλη του Ησαΐα
+ Αραχνιασμένα και βουβά 'ς τον ύπνο τους σπαράζουν
+ Και μουρμουρίζουνε βραχνά: — » Αφωρεσμένος νάναι» ...
+ Έφτυσεν αίμα καταγής του Παπαγιάννη η γλώσσα
+ Κι' ανταποκρίθηκε κι' αυτή: — » Αμήν... αφωρεσμένος.» —
+ Εχάθηκ' ο διαλαλητής... ανατριχύλα... τρόμος.
+
+ Μηρμύγκιαζε η Αρβανιτιά. Τάλογο του Βριόνη
+ Τους διαχωρίζει εδώ κ' εκεί και τους δαγκάει την πλάτη.
+ Σαλάγα τους Ομέρπασα! Σπρώχνε, βορειά, το κύμα
+ Να φάη την πέτρα του γιαλού. Θα ξαφνιστής μια μέρα
+ Να ιδής τη νεκροθάλασσα το βράχο ν' αγαπήση.
+ Θαγκαλιαστούν τα δυο θεριά και τότε αδερφωμένα
+ Θα χλημητίσουν φοβερά, κι' ο άνεμος θα πέση.
+ Σαλάγα τους Ομέρπασα! Μάτονε τη βουκέντρα
+ Να τρέχουν τα καματερά. Θα νάρθη εκείν' η ώρα
+ Που αγριεμένα θα τα ιδής. Θα ν' αντιστηλωθούνε
+ Θα να τινάξουν το ζυγό, θα φύγουν με τ' αλέτρι
+ Και θάρθουνε μουγκρίζοντας 'ς το πρώτο βουκολειό τους.
+ Σαλάγα τους!... Σαλάγα τους!... Τάλογο πάντ' αστράφτει.
+ Μέσα 'ς τη μαύρη συγνεφιά... Εμπρός τα δυο κεφάλια.
+
+ Ακούστηκε σα μια βροντή... 'Σ τα σωθικά του Διάκου
+ Κρυφά λες κ' είχαν σωριαστή, φαρμακεμμένοι πόνοι,
+ Χίλιων χρονών εκδίκησαις, στείραις ευχαίς, ορφάνια,
+ Του βρόχου το λαχτάρισμα, τυραγνισμένη φτώχια,
+ Κατάραις, ψυχομάχημα, βάσανα, μοιρολόγια,
+ Κ' εξέσπασε με μια φωνή το βογκητό του γένους: —
+ » Αδέρφια μου!.. Φωτιά . .. Φωτιά» ...
+
+ Το βόλι του Θανάση
+ Δε θέλει σάρκα ανθρωπινή. Γυρεύει ν' απαντήση
+ Τάλογο πανδρειεύεται. θέλει να πιη τη φλόγα
+ Πώβραζε μες τη φλέβα του και 'ς τ' άγριο πέρασμά του
+ Του χάραξε το λάρυγγα, του θέρισε το σφάχτη
+ Του ρούφηξε τη λεβεντιά, του σβει την περηφάνεια
+ Και μεθυσμένο από χαρά φυσσομανάει και φεύγει.
+ Το άτι αναστηλώθηκε, στερνή παλληκαριά του,
+ Τα λάγανά του αιμάτωσαν, λυγάνε η κλείδωσαίς του
+ Και ροβολά νεκρό 'ς τη γη. Ψυχομαχάει κι' ακόμα
+ Κρατεί τ' αυτιά του τεντωτά...
+
+ Ομέρπασα Βριόνη
+ Σου στέλνει χαιρετίσματα του Διάκου το μιλλιόνι.
+
+ — Μήτρε, τα μετωρίσματα, παλληκαριά δεν είναι,
+ Όπου είν' ο χάρος Βασιλειάς... Διαμάντη!...Τον δερβίση.
+
+ — Θανάση, ως τώρα τρεις φοραίς τον έβαλα 'ς το μάτι
+ Και δε μου δείχνει μέτωπο. Θα να τον τρώγη το αίμα.
+
+ — Νάτος... Εξεσκεπάστηκε... Φωτιά... Διαμάντη... ρίξε...
+
+ Βογκάει τ' αρμούτι το παληό... Ερρέκαξε ο Δερβίσης
+ Απλώθηκε ταπίστομα κι' ακόμα με τα νύχια
+ Κρατεί σφιχτ' από τα μαλλιά τα δυο του τα κεφάλια.
+
+ — Μήτρε, μην επαράδραμα;
+
+ — Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη,
+ Του ξήλωσες τα καύκαλα. — Τάνοιξες τρίτο μάτι
+ Για να διαβαίνη θαρρετά, να περβατή 'ς τον Άδη.
+
+ — Μήτρε, μ' αρέσει να μ' ακούς... κ' εγώ το θάνατό του.
+
+ Λυσσομανάει η αρβανιτιά τριγύρω 'ς το κουφάρι.
+ Βάφουν 'ς το αίμα τα σπαθιά... Παραδαρμός, φοβέραις.
+ Βουβάλια πού αγριέψανε... Τρώγονται συνατοί τους...
+ Στέκουν και ξεδιαλέγονται... αθέρας... ένας κ' ένας...
+ Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς.... Ότι και ξεφυτρώναν
+ Της νειότης τα τριαντάφυλλα. Λουλούδια, βλασταράκια,
+ Τα κύλησε η νεροποντή και 'ς τον καταποτήρα
+ Τα παρασέρνει ο ποταμός. Παιδιά, τα πήρε η τύφλα
+ Και χύνονται μες 'ς τη φωτιά... Του Διάκου τα λιθάρια
+ Με τα λεπίδια πελεκούν να τα ξεθεμελιώσουν.
+ Αρπάζουνε για ν' αναιβούν την πέτρα με τα νύχια
+ Κι' ότι φανούν τα δάχτυλα, το σίδερο θερίζει.
+ Τρεις ώραις ανδρειεύονται... Πλακόνει κι' ο Βριόνης
+ Σα μαύρη βαρυχειμωνιά... Χαλάζι το μολύβι...
+ Σκάφτουν το χώμα τάλογα... Σίφουνας, συντελεία...
+ Χνώτο με χνώτο πολεμούν... Αδερφωμένο βρέχει
+ Το αίμα ταρβανίτικο τη γη με το δικό μας...
+ Έχουν την ίδια τη βαφή... Αν σμίγουν πεθαμένα
+ Πώς δε θα σμίξουν ζωντανά;..
+
+ — Διαμάντη, τι με θέλεις;
+ Πώς άφησες το σκοτωμό και πώς με την Αστέρω
+ Μου πέρνεις τα πατήματα;...
+
+ — Θανάση;.. Με γνωρίζεις..
+ Δεν παρακάλεσα ποτέ... Κ' εμπρός σου... γονατίζω.
+
+ — Πες μου, τι θέλεις;... γρήγορα..
+
+ — Αυτό το έρμο χώμα
+ Αν ήν' αλήθεια παγαπάς, Θανάση... γλύτωσέ το...
+
+ — Σου φαίνεται να δείλιασα;
+
+ — Φύγε, Θανάση, φύγε.
+
+ — Μη φαρμακεύης, γέροντα, το ψυχομάχημά μου.
+
+ — Δε βλέπεις πόσοι εμείναμε;... 'Σ το Χάνι ο Βακογιάννης
+ Με τον Καλύβα εκλείστηκαν ...
+
+ — Κ' εγώ... χειρότερός τους;
+
+ — Όχι, Θανάση, μένω εγώ, πώφαγα το ψωμί μου
+ Και δε μ' αποζητάει κανείς... Μένει μ' εμέ κι' ο Μήτρος,
+ Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου
+ Και δε θα σ' εντροπιάσωμε ...
+
+ — Πώς είπες;... Τώνομά μου;...
+ Δε θα κοτήση ο θάνατος, Διαμάντη, να το πάρη
+ Και σεις θα μου το κλέψετε;
+
+ — Θανάση, σχώρεσέ μας.
+
+ — Εσείς μ' εμέ, κ' εγώ με σάς... Συχωρεμένοι νάσθε.
+
+ Κ' εκεί που ο ανεμοστρόβιλος μουγκρίζει του πολέμου
+ Πηδούν οι λειονταρόψυχοι και κολυμπούν μιαν ώρα
+ Μες 'ς τη φωτιά, μες 'ς τη σφαγή... Παράδερνε η
+ [Αστέρω..;
+
+ — Όσοι είστε ακόμα ζωντανοί, ελάτε ολόγυρά μου ...
+
+ Φωνάζει ο Διάκος, κ' έρχονται... Δε μένουν παρά δέκα.
+ Ο ήλιος στέκει για να ιδή. Κάδε στιγμή πού φεύγει
+ Τους έσφιγγε στενά στενά 'ς την αγκαλιά του ο Χάρος.
+
+ Μέσα σε τέτοιο πέλαγο, βαθύ μελανιασμένο,
+ Έν' ακρογιάλι μακρυνό, το μάτι του Θανάση
+ Ξανοίγει που τους έκραζε . — «Παιδιά, ς' το Μοναστήρι...»
+ Και δρασκελίζουν πεταχτά τη σιδερένια φράχτη
+ Πωλόγυρά τους έπηξε... Σεισμός το πέρασμά τους.
+ Τα όρνηα αναφτερούγιασαν... Τους κυνηγούν... προφτάνουν
+ Και πλημμυρίζουν την αυλή... Η εκκλησιά 'ς τη μέση
+ Παραιτημένη, ολόκλειστη... Ιδρόνει ο τοίχος αίμα...
+ Τρίζουνε τα κονίσματα ... Τα βόλια που ανεμίζουν
+ Εδέρνανε τα σήμαντρα και τα βουβά γλωσσίδια
+ Ξυπνούν, λαλούνε νεκρικά... Λες κ' είχε να περάση
+ Κανένα λείψανο απεκεί...
+
+ — Θανάση!... Παραδόσου...
+ Επέσανε οι συντρόφοι σου... Δε σώμεινε κανένας.
+
+ — Θα παραδώσω την ψυχή, τ' άρματα δεν τα δίνω.
+ Αν δεν το ξέρης, μάθε το... Ποιος είσαι;.. τη φωνή σου...
+
+ — Θανάση, είμ' ο διαλαλητής...
+
+ — Προδότη, αφωρεσμένε!...
+ Μη μου πατής τα μνήματα... Ακόμα ζης εμπρός μου;...
+
+ Και τη στερνή του πιστολιά, τη ρίχνει αστροπελέκι
+ Και του βουβαίνει την καρδιά... Πέφτουνε τα κοράκια
+ Να τόνε φάνε ζωντανόν... Στηλόνει 'ς τάγιο Βήμα
+ Την πλάτη ο Διάκος... καρτερεί... Δεν τώμεινε 'ς το χέρι
+ Παρά μια σπιθαμή σπαθί... Τον έχουν 'ς το σημάδι...
+ Το πρόσωπό του ανάσταση... Εμπρός του αγκαλιασμένα
+ Δύο λείψανα ξαπλωταριά... Ο Μήτρος κι' ο Διαμάντης...
+ Δεν τον αφίνουν ούτ' εκεί. . Κανένας δε σιμόνει...
+ Τ' ανδρειωμένα κόκκαλα συντρίβουν τα μολύβια,
+ Και ο πύργος μένει πάντα ορτός... Το μάτι του άλλος
+ [κόσμος...
+ Τον τουφεκίζουνε με μιας... Ταδειάζουνε τη φλέβα
+ Και χίλιοι τον αρπάζουνε... Δεμένο το λειοντάρι
+ Τώχουν 'ς τη γη και το πατούν... Του στρίφουνε τα χέρια
+ Πιστάγκωνα με την τριχιά... Προβαίνουνε 'ς τον ώμο
+ Η σχίζαις απ' την κλείδωση... Αίμα ρονιά... μεδούλι...
+ Κ' ενώ τον εμαρτύρευαν κρυφά, κρυφά το στόμα
+ Απλόνει ο Διάκος και φιλεί το Μήτρο, το Διαμάντη.
+
+ Χιλιάδαις τόνε σέρνουνε. Εμπρός τους λαβωμένη
+ Εμούγκριζε η φοράδα του... Την ανακράζει ο Διάκος
+ Κι' αυτή μ' ένα χλημήτισμα τον χαιρετάει και πέφτει.
+
+ Εστάθηκαν να τόνε ιδούν... Τους φαίνεται σαν ψέμμα.
+ 'Σ την Αλαμάνα ο πόλεμος δεν έπαψεν ακόμα,
+ Το Χάνι το τοιμόρροπο σ έναν Κιοσέ Μεχμέτη
+ Δε θέλει να παραδοθή. Απ' τη χαρά του ο Διάκος
+ Νοιώθει βαθειά 'ς τα σωθικά την πρώτη δύναμή του
+ Που αναγεννήθηκε με μιας...
+
+ — Καλύβα!... Βακογιάννη!...
+ Δέκα χιλιάδες με κρατούν... Σχωράτε με... πεθαίνω.
+
+ Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο
+ Πούχανε βγη τα δυο θεριά και τάχε αρπάξει η φλόγα.
+ Κρύβεται ο ήλιος 'ς τα βουνά. Τα πλάγια σκοτειδιάζουν
+ Και μένουν έρμα τα Θερμιά... Νεκρύλα... βουβαμάρα.
+ Δε σειέται φύλλο 'ς τα κλαριά... Κανένα νυχτοπούλι
+ Μοιρολογάει το σκοτωμό και κάπου κάπου οι λύκοι
+ Που ανάμεσό τους γρούζουνε ποιος να πρωτοχορτάση
+ Με τα πηχτά τα αίματα... Εδώ κ' εκεί κουφάρια
+ Και ροχχαλιάσματα βαθειά...
+
+ 'Σ ταγέρι κρεμασμένα
+ Ωσάν καντήλια τ' ουρανού, αποβραδής δύο φώτα
+ Εφάνηκαν 'ς τη σκοτεινιά... Κάνεις δεν τάχε ανάψη...
+ Κ' ένας που επέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης,
+ Κ' είδε το θάμμα κ' έδραμε, 'ς τη λάμψη δύο κεφάλια
+ Ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά... Τώνα του Παπαγιάννη
+ Και τάλλο του Δεσπότη του. — Γονατιστός εμπρός τους
+ Έμειν' ο γέρος κ' έκλαψε... Τους έρριξε τρισάγιο,
+ Τα φίλησε 'ς το μέτωπο και με το δοκανίκι
+ Έσκαψε λάκκο κ' έθαψε τ' αχώριστα τ' αδέρφια.
+ Βλογάει το χώμα τρεις φοραίς... Έκαμε το σταυρό του
+ Και χάνεται στην ερημιά... Εσβύστηκαν τα φώτα.
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
+
+Λαλούν η πέρδικαις γλυκά κι' ο ήλιος 'ς τη χαρά του» σ.89
+
+Το χαριέστατον τούτο πτηνόν καθήμενον κατά τας πρώτας εωθινάς
+ώρας επί των αποτομωτέρων βράχων τέρπεται στρέφον προς τον ήλιον
+ως αν επιδεικνύμενον το ποικιλόχρουν και αβρόν στήθος. Ότι δε η
+πέρδιξ είναι εκ των συμπαθεστέρων ορνέων μαρτυρεί και το
+_περδικοστήθω_ επίθετον λεγόμενον επί παρθένου καλόν εχούσης και
+οίον επανεστηκότα τον κόλπον.
+
+«Κατάκορφα 'ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης.» σ. 89
+
+_Πετρίτης, είδος ιέρακος εκ των αγριωτέρων_. Εκλέγει συνήθως τας
+υψηλοτέρας πέτρας κ' εκείθεν αρειμανίως κατασκοπεύει και
+επιτίθεται, όθεν και η παραγωγή του ονόματος. Εν χρήσει προς
+έπαινον νεανίου έχοντος πολεμικόν το ήθος.
+
+»Πριν έβγη 'ς την παγάνα» σ. 89
+
+_Παγάναι_· Συνήθως αι εκδρομαί αίτινες γίνονται εις τα δάση προς
+κυνηγεσίαν. Αλλά κυρίως εμφαίνει τους ελιγμούς και τας
+περιστροφάς του κυνηγού πλανωμένου ένθεν κακείθεν προς ανακάλυψιν
+της ποθητής άγρας, όθεν και το ρήμα _παγανίζω_.
+
+» Χαρούμενα τ' αρείκη » σ. 90.
+
+_Ερείκη ή ρείκη_ Erica vulgaris. Πάντοτε πληθυντικώς.
+
+Το θρούμπι, την αλιφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα. σ.90
+
+_Θρούμπι — Θύμβρα_. Thymbra capitala.
+_Αλιφασκιά. Ελελίφασκος_. Salvia Pomifera.
+_Σφελαχτός_. — Spartium scorpius. Θάμνος ακανθώδης, εκ των πρώτων
+φυτών άτινα αναγγέλλουσι το έαρ διά των ωραίων κίτρινων ανθέων
+των.
+
+Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια 'ς το λιοπύρι. σ. 90
+
+_Απάρθενα - Αειπάρθενα. Λιοπύρι_, η ηλιακή θερμότης.
+
+Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη. σ.91
+
+Όστις έτυχε να συναντηθή μετά πολεμικής τινος εταιρίας είδε
+βεβαίως πώς δαπανώνται αι ώραι της αναπαύσεως. Ευελπιστώ ότι
+πιστώς απεικόνισα τα έθιμα των ορεσιβίων μαχητών της Ελλάδος
+γενόμενος ουχί εφευρέτης, αλλ' απλούς αντιγραφεύς.
+
+_Συντυχαίνω — συντυγχάνω_, συνομιλώ.
+
+_Παφήλια_ — αι εκ μετάλλου πολυτίμου ή ευτελούς ζώναι των
+πυροβόλων. Η στρατιωτική τιμή επέβαλλεν επί ποινή καταισχύνης,
+την άκραν καθαριότητα των όπλων. Αλλά προς ισοστάθμισιν της
+τοιαύτης απαιτήσεως ουδεμία αξίωσις υπήρχεν ως προς την λευκότητα
+της _φουστανέλλας_ διό έβλεπέ τις απαστράπτοντα τα όπλα επί του
+ζοφερού χιτώνος ως αστέρας επί μέλανος ουρανού.
+
+Μες 'ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα,
+Μαρμάρα, φίδι φτερωτό.. σ. 92.
+
+_Τριφύλλι_. Το γνωστόν τρίφυλλον κληθέν ούτως από των τριών
+φύλλων, εξ ων απαρτίζεται έκαστος αυτού κλαδίσκος. Αν δέ ποτε
+ευρεθή έχον, ως εξ ιδιοτροπίας της φύσεως, τέσσαρα φύλλα,
+θεωρείται επιτήδειον εις μαγείας.
+
+_Σιδέρικη_. Η χροιά αυτή της τριχός συνιστά πολύ παρά τω λαώ τον
+ίππον, και θεωρείται ως σημείον αλάνθαστον γενναιότητος,
+προσαπτομένων εις το ζώον πάντων των χαρακτηριστικών του σιδήρου,
+όθεν και το επίθετον. Και τούτο μεν συντελεί εις υπερτίμησιν ήτις
+όμως έτι μάλλον επαυξάνεται όταν ο ίππος φέρη προσέτι επί του
+μετώπου και λευκόν αστέρα.
+
+_Μαρμάρα. Στείρα ίππος_, Αγνοώ πόθεν προέρχεται η λέξις αύτη.
+Εκτός αν έχη κοινόν τι προς το μάρμαρον όπερ παραλαμβάνεται εις
+πολλάς μεταφοράς προς χαρακτηρισμόν νεκρών, αναισθήτων, ή ψυχρών
+πραγμάτων. Ούτω λ.χ. «_Έμεινε μάρμαρο» = έμεινεν ακίνητος_. Και ο
+περί τινος εν συμπλοκή πληγέντος ερωτώμενος εάν έπεσεν,
+αποκρίνεται, _Μάρμαρο = Νεκρός_ (raide mort). Επειδή δε η
+γονιμότης των ζώων αποδίδεται εις ζωτικήν τινα θερμότητα
+αναπτυσσομένην εν τη μήτρα κατά τινας ώρας του έτους, και ταύτην
+χαρακτηρίζει ο λαός διά του _φωτιά_, δεν είναι απίθανον να ελήφθη
+κατ' αρχάς η λέξις _μάρμαρα_ εις δήλωσιν της ψυχρότητος του
+αίματος εικαζομένης εκ της αδρανείας των γεννητικών οργάνων.
+
+» Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι» σ.99
+
+Οι αλέκτορες και εν γένει πάντα τα πτηνά τα προαναγγέλλοντα την
+αρχήν της ημέρας ήσαν τα ξυπνητήρια των επί των ορέων
+διαιτωμένων.
+
+_Ορνίθι_ και πληθυντικώς ορνίθια τα κατοικίδια πτηνά. Αλλ' όταν
+θέλη τις να δηλώση τας καθ' ωρισμένας νυκτερινάς ώρας φωνάς του
+αλέκτορος, τότε συνηθέστερον ενικώς λ.χ. » _Ελάλησε τωρνίθι_. »
+
+Έβαψε τα παλιούρια, σ. 93.
+Παλίουρος το γνωστόν ακανθώδες φυτόν.
+
+Μες τη μονιά του λύκου. σ. 93.
+
+_Μονιά επί τετραπόδων ζώων_. Φωλεά επί πτηνών, όθεν _μονιάς_ ο
+λαγωός, ο λύκος, ο άγροιόχοιρος ή άλλο τι των θηρίων εκ γήρατος,
+ή χαρακτήρος αγρίου μη στέργοντος την μετά των ομοφύλων
+συμβίωσιν.
+
+»Τα κούφια βελανίδια. » σ. 93.
+
+Αι καταπίπτουσαι από της δρυός βάλανοι, αι διακρινόμεναι διά της
+λέξεως _χαμάδα_, είναι η κυριωτέρα τροφή των αγριοχοίρων.
+
+»Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι.» σ.93
+
+Πιστεύεται κοινώς ότι τεμάχιον μολύβδου στρεφομένου διά της
+γλώσσης εντός του στόματος, πραΰνει την δίψαν. Προς τούτο
+θεωρείται κατάλληλος και μικρός τις θαλάσσιος λίθος, όστις και
+_δίψα_ ονομάζεται.
+
+» Και σαν μονομερίδα » σ. 93.
+
+_Μονομερίδα_. Όφις μικρός, θανατηφόρος. Εκ δε της αμβλύτητος της
+ουράς προήλθεν η ιδέα ότι δικέφαλον είναι το ερπετόν τούτο.
+Εμποιεί τρόμον η ζοφερά αυτού χροιά, και καθίσταται λίαν
+επικίνδυνον ως εκ της μικρότητος αυτού. Προς τον επιμόνως
+αρνούμενον την εκτέλεσιν επανειλημμένης προσταγής και εντόνως
+εκφωνούντα, _όχι_, εκτοξεύεται το, » _Οχιά και μονομερίδα_.» Το
+μεν πρώτον ως παρήχησιν του όχι και ως εμφαίνον άλλον όφιν επίσης
+θανατηφόρον, το δε δεύτερον προς επίτασιν της κατάρας.
+
+Εκτός των δύο τούτων, επικίνδυνοι θεωρούνται παρ' ημίν ο
+_αστρίτης_ και το _ακονάκι_ περί ου και το δημώδες
+
+ Αν σε φάη τακονάκι
+ Το τζαπί και το φτιαράκι.
+
+Η _δενδρογαλιά, ο σαπίτης, ο τυφλίτης, το σαΐτάρι_ θεωρούνται
+ακίνδυνα. Ως φάρμακον εις ουδετέρωσιν του ιού των όφεων παρέχεται
+λευκή τις κόνις κατασκευαζομένη έκ τινος φυτού όπερ και
+_φιδοχόρτι_ καλείται. Τινές πιστεύουσιν ότι την αυτήν θαυμασίαν
+ιδιότητα έχει και η δρακοντία (άρον, δρακόντιον, των αρχαίων,
+Arum Italicum) φυτόν περικλείον εντός πρασινωπής θήκης καυλόν
+ερυθροειδή κοινώς λεγόμενον _γκάρδην_. Ο καυλός ούτος
+αποτεφρούμενος είναι το αντιφάρμακον. Αρκεί να πίη τις την κόνιν
+δις εντός εβδομάδος, αλλά μόνον κατά την τετράδην και την
+παρασκευήν, μόλις εγειρόμενος του ύπνου και προ πάσης εδωδής και
+πόσεως. Η θεραπεία αύτη καλείται _πότισμα_ και _ποτισμένος_ ο διά
+του τρόπου τούτου καταστάς άτρωτος. Ο σίελος αποκτά τότε
+καταπληκτικήν ιδιότητα ώστε διά της απλής επιθέσεως αυτού όχι
+μόνον ο όφις καταλαμβάνεται υπό νάρκης, αλλά θεραπεύονται τα
+τραύματα και εκλείπουσι τα φαινόμενα της δηλητηριάσεως.
+
+Απώνα αρμό 'ς τον άλλονε. σ. 93.
+
+_Αρμός ή άρθρωσις_. Όθεν και η συνήθης απειλή. » _Θα σε κόψω από
+αρμό 'ς αρμό._»
+
+ Ανάθεμα την ώρα,
+Που ο Γούμενος τ' άη 'Γιαννιού από την Αρτοτίνα σ. 93
+
+Καθ' όσον εν τη μονή ταύτη είχε χειροτονηθή ο Διάκος.
+
+Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι
+Σου εδείξανε την πλάτη του.. σ. 94.
+
+Ότε απεφάσισα μετ' ακριβείας να μάθω τα περί της οιωνοσκοπείας
+ταύτης θρυλλούμενα, επορεύθην πρός τινα υπερεκατοντούτην
+βλαχοποιμένα, και εύρων αυτόν εν ώρα χειμώνος θερμαινόμενον υπό
+τον ήλιον και επιτηρούντα μακρόθεν το ποίμνιον,
+
+ — Καλώς τα κάνεις, γέροντα.
+
+ — Καλώς το το παιδί μου.
+
+ — Τα χρόνια σε βαρένουνε... Πώς απερνάς; ..Πώς είσαι;
+
+ — Μου φαίνεται πως ήρθα χθες. Εμπήκ' από μια θύρα
+Κι' από μιαν άλλη θα να βγω. — Πώς είμαι θες να μάθης;
+
+ Η βρύσαις εκινήσανε,
+ Οι μύλοι εσταματήσανε,
+ Και τα βουνά εχιονίσανε
+ Και τα δυο γινήκαν τρία.
+
+Προσκληθείς δε υπ' εμού ίνα εξηγήση το αίνιγμα, απήντησεν ότι εκ
+του γήρατος οι οφθαλμοί έρρεον δάκρυα, οι οδόντες είχον πέσει, η
+κόμη επολιώθη και ότι αντί δύο είχε προσλάβει και τρίτον πόδα την
+βακτηρίαν. Μετά την εισαγωγήν ταύτην αφού επί μακράν ώραν διά
+μυρίων ελιγμών αφήρπασα εκ του στόματός του αρχαία τινα
+διηγήματα, ήλθον εις το ποθούμενον θέμα. Ήκουσα παρ' αυτού αληθώς
+τεράστια· ομολογώ δε ότι η πεποίθησις μεθ' ης εξεφράζετο ο
+οιωνοσκόπος, κατελάμβανε βαθμηδόν και εμέ, ώστε μοι μετέδωκε την
+πίστιν και τας δοξασίας του.
+
+Αλλά μη αρκούμενος ο γέρων εις γενικάς παρατηρήσεις και εις το
+κύρος της μακροχρονίου αυτού πείρας, έβαλε την χείρα εις την
+ζώνην και εξήγαγε δύο ή τρία πεπαλαιωμένα οστά, εφ' ων μοι
+εδίδαξε την ανάγνωσιν των σημείων εν πρωτοτύπω. Εκ της
+διδασκαλίας εκείνης επορίσθην τα εν τω αποσπάσματι τούτω του
+στιγουργήματός μου καταχωρισθέντα.
+
+Ο αμνός του Πάσχα και ο κατά την εορτήν του αγίου Γεωργίου
+θυόμενος περιέχει σχεδόν πάντοτε αλανθάστους προφητείας. Κατά δε
+το αρματωλικόν έθιμον οσάκις παρετίθετο κριός ή αμνός (λειάνωμα)
+και κατεκερματίζετο, η ωμοπλάτη ανήκε δικαιωματικώς εις τον
+αρχηγόν, όστις και δεν παρέλειπεν ακριβώς να εξετάση τα εν αυτή
+σημεία.
+
+Εκτός της ωμοπλάτης και το ήπαρ και ο σπλήν και τα έγκατα εν
+γένει χρησιμεύουσι πολλάκις εις προφητικάς διαγνώσεις. Αλλά περί
+τούτων ουδεμίαν ηυτύχησα να συλλέξω ακριβή πληροφορίαν. Είναι
+ακατονόητον πόσον φείδονται των εξηγήσεων οι δημοτικοί μάντεις
+και πόσον αποποιούμενοι πολλάκις αδράς αμοιβάς αρνούνται ν'
+αποκαλύπτωσι τα μυστήρια της προπατορικής επιστήμης.
+
+» Τους έδειξε μια φλέβα. » σ. 94.
+
+Σημείον αιματοχυσίας, καθώς αι σκιαί, αίτινες παρατηρούνται επί
+του οστού, (όπερ ιδίως καλείται _χτένι_) προμηνύουσι πένθος· Αι
+_λειψάδαις_ και τα _κοιλώματα_ εικονίζουσι μνήματα ανεωγμένα.
+
+Η λέξις _λειψάδα_ εκ του _λείπω_ σημαίνει κενόν σχηματισθέν εκ
+της αφαιρέσεως τεμαχίου τινός από στερεού σώματος. Το δε
+_κοίλωμα_ φυσικόν βαθύλωμα. Η αυτή της ελλείψεως έννοια άλλως
+τροπολογηθείσα φαίνεται και εν τοις _λειψός, λειψή_. Εντεύθεν και
+τηγανίταις _λειψαίς και αναιβαταίς_, αι μεν άζυμοι, αι δε
+ένζυμοι.
+
+Εξάνοιξε 'ς την αγκωνή μελαχρινή λουρίδα
+Που πρόβαινε σα σερπετό. σ. 94.
+
+_Λουρίδα, λωρίον_. Σημαίνει ενταύθα γραμμήν μέλαιναν δίκην
+έρποντος όφεως καμπτομένην.
+
+_Σερπετό και ερπετό_. Επροτίμησα το πρώτον προς διατήρησιν της
+περιέργου ταύτης διαλεκτικής διαφοράς.
+
+Του πιάστηκε η αναπνοά. σ. 94.
+
+Μη πιστεύση τις ότι κατά λάθος έγραψα _αναπνοά_ αντί _αναπνοή_,
+ηθέλησα εκ προθέσεως να τηρήσω τον περισωθέντα τούτον
+αιολοδωρικόν πλατειασμόν.
+
+» Οχιά με τον οσκρό της. σ. 95.
+
+_Οσκρός το κέντρον_ του σφηκός και της μελίσσης λεγόμενον και επί
+της γλώσσης του όφεως. Σύμβολον έριδος και εμφυλίων σπαραγμών.
+
+Ακούσανε που εφρύμαζε. σ. 95.
+
+_Εφρύμαζε_. Το άγριον φύσημα του ίππου σημαίνον έκπληξιν
+ή τρόμον.
+
+» Ξώδερμα, Διάκε, μάγλειψε το βόλι ένα παγίδι. σ. 96.
+
+_Του γλείφω_ γίνεται χρήσις εις δήλωσιν επιπολαίου τραύματος διά
+σφαίρας.
+
+_Παγίδι και παγίδια_, αι πλευραί.
+
+» Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι » σ. 96.
+
+Το ξανάφτω επί ερεθισμού και φλογώσεως των τραυμάτων.
+
+» Δος μου το μήλι σου να ιδώ. » σ. 96.
+
+Το _μήλι_. Η μήλη των αρχαίων ήτο το μόνον ίσως χειρουργικόν
+εργαλείον των αρματωλών δι' ου κατεμετρείτο το βάθος των πληγών.
+
+Ξανθο ..φρυμμένη πηγανιά. » σ. 96.
+
+Εκ των προχείρων μέσων προς κατάπαυσιν της αιμορραγίας
+συνηθέστατον ήτο ο αποτεφρωμένος πήγανος, ο φλοιός αγρίας συκής,
+ο μοτός και άλλα.
+
+» Δεν έπαιξε λεπίδι » σ. 96.
+
+Φράσις πολεμική σημαίνουσα συμπλοκήν εκ του συστάδην. Καθώς και
+το: _Τόνε πέρνει στο φτερό_, σημαίνει νίκην προερχομένην εκ της
+φυγής των εναντίων άνευ τινος αντιστάσεως.
+
+» Δριμόχολο, τρομάρα.» σ. 97.
+
+_Δριμόχολο_, αιφνίδιος, ορμητικώτατος βορειοανατολικός άνεμος,
+επικίνδυνος εν θαλάσση και καταστρέφων τους καρπούς της γης.
+
+» Ριπίζω .. με κυνήγησαν» σ. 97.
+
+Το _ριπίζω_ κυρίως διασκορπίζω, αλλά και εν χρήσει προς δήλωσιν
+ορμητικής φυγής.
+
+Τον είχα ιδεί που εμούδιασε» σ. 98.
+
+Εμούδιασε ενταύθα σημαίνει μεταφορικώς νάρκην ηθικήν.
+
+Αν πέσω θυμηθήτε, — Τάρματα, το κεφάλι μου. σ. 98.
+
+Θέλω λάβει αφορμήν εν τοις επομένοις να είπω τινα σχετιζόμενα
+προς τας ιδέας των αρματωλών όταν επρόκειτο περί προφυλάξεως της
+κεφαλής αυτών από των εχθρικών ύβρεων. Γνωσταί δε υπάρχουσιν αι
+περιφρονήσεις εις ας απέκειτο το ευγενές τούτο μέλος του
+ανθρωπίνου σώματος, η καθέδρα της διανοίας, οσάκις περιέπιπτεν
+εις των εχθρών τας χείρας.
+
+» Σήμερ' αρχίζει ο κάματος, κ.τ.λ. 99.
+
+Το ημέτερον άροτρον διατηρηθέν σώον ως το παρέδωκε τοις προγόνοις
+ημών ο καλός Τριπτόλεμος σύγκειται εκ των επομένων μερών.
+
+_Αλέτρι, ζυγός, κέρος ή σύβαλμα, γενί ή ινί, αλετροπόδα, φτερά,
+σπάθη, σταβάρι, χερουλάτης, ζεύλαις, ασκάλι, κλειδί, βουκέντρα,
+σπαθότρυπα και αλπός_ αι δύο οπαί αίτινες υπάρχουσιν επί της
+_αλετροπόδας_.
+
+_Προοιμιαίς_ αι κατά την χειμερινήν ώραν γινόμεναι _σποραί_.
+
+_Οψιμιαίς_ αι κατά την εαρινήν.
+
+_Κάματος_. Η των αροτήρων βοών και η του ζευγηλάτου εργασία. Και
+το εκ της εργασίας ταύτης προϊόν.
+
+_Χερσάδα_. Η γη ήτις από πολλών ετών μένει χέρσος, ακαλλιέργητος.
+
+Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά τ' αφωρεσμένο δένδρο. σ. 99
+
+_Λοιδοριά και αλλοιδοριά_. Δρυς αειθαλής, Quercus illex. Το είδος
+τούτο της δρυός θεωρείται υπό του λαού, κατηραμένον. Μυθολογείται
+δε ότι θαυμασίως πως και μυστηριωδώς διαδοθείσης της καταδίκης
+του Ιησού Χριστού, έντρομα συνήλθον εις νυκτερινόν συνέδριον
+πάντα τα φυτά και συσκέψεως γενομένης, παρεδέχθησαν ομοθυμαδόν ν'
+αρνηθώσι το ξύλον αυτών προς κατασκευήν του σταυρού, εφ' ου
+επέπρωτο να προσηλωθεί ο υιός του Θεού. Αλλ' ως εν μέσω των
+Αποστόλων είχεν ευρεθή ο Ιούδας, ούτω και μεταξύ των δένδρων
+παρέστη η _Λοιδορία_ ήτις μόνη εδήλωσεν ότι ουδόλως διενοείτο να
+υποκύψη εις την γενομένην απόφασιν. Η βδελυρά αύτη διαγωγή
+εστιγματίσθη διά φοβερού αναθέματος υπο τών βουλευομένων και ούτω
+παρεδόθη εις τας αράς των αιώνων ως ένοχον φρικαλέας προδοσίας το
+αποτρόπαιον φυτόν.
+
+Επελθούσης της ώρας καθ' ην Ιουδαίοι τεχνίται διετάχθησαν να
+κατασκευάσωσι το όργανον του μαρτυρίου, παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως
+ότι ουδέν εκ των γνωστών ξύλων έστεργε να τηρήση την συνήθη
+απάθειαν, αλλ' ως αν εν τω οργανισμώ αυτού εφώλευε μυστηριώδες τι
+πνεύμα, διερρηγνύετο πανταχόθεν, και απεσκίρτα συστρεφόμενον και
+διακρούον την μανιώδη καταφοράν και παραλύον των εργατών τα
+τεχνάσματα. Αφ' ου εκ περιτροπής εβασανίσθησαν άπαντα, μόνη η
+_Λοιδορία_ προσηνέχθη φιλικώς και ούτω μετά πολλούς αγώνας
+κατηρτίσθη το πολύμοχθον έργον.
+
+Του δένδρου τούτου ο φλοιός, οι κλάδοι, τα φύλλα και εν γένει
+πάσα η κατασκευή διεγείρει ανεξήγητον αποστροφήν είτε διότι
+φαίνεται ως ειδεχθές έκτρωμα εν τη οικογενεία εις ην ανήκει, είτε
+διότι εις του λαού τα βλέμματα παρίσταται φέρον ανεξίτηλον το
+προαιώνιον στίγμα.
+
+Οι δε επί των ορέων ξυλευόμενοι παραγκωνίζουσιν αυτό εκ
+συστήματος, φοβούμενοι μη τον πέλεκυν μολύνωσι, κυρίως δε μη την
+αγνότητα της φλογός μιάνωσιν, εισάγοντες αυτό εις την
+οικογενειακήν εστίαν. Ότι δε ο Ελληνικός λαός αποδίδει
+θρησκευτικόν σεβασμόν εις το πυρ, μαρτύριον έστω η καταρίθμησις
+αυτού μεταξύ των κυριωτέρων δυνάμεων της φύσεως και η διατύπωσις
+ιδιαιτέρας ορκομωσίας απαγγελλομένης συνήθως εν κρισίμοις
+περιστάσεσι και συνοδευομένης διά σχήματος όπερ εκτελεί τις ψαύων
+ταχέως διά του δείκτου και του λιχανού την φλόγα εκ των κάτωθεν
+προς τα άνω. ο τύπος του όρκου διαφέρει πολλάκις κατά την φράσιν,
+είναι δε πάντοτε ο αυτός ως προς την έννοιαν. » Μα το φως που μας
+φωτίζει. » — » Μα τη φωτιά που μας παραστέκει. »
+
+Την φλόγα του πυρός θεωρεί επίσης ο λαός ως εξαγνίζουσαν και
+απομακρύνουσαν τα πονηρά πνεύματα άτινα δολίως πολιορκούσι τον
+άνθρωπον. Ούτω λ.χ. εντός του θαλάμου όπου κείται η λεχώ, αρτίως
+απαλλαχθείσα των ωδίνων του τοκετού, ουδείς εκ των έξωθεν του
+οίκου εισέρχεται νύχτωρ πριν ή διασκελίση ή ψαύση διά των
+δακτύλων την φλόγα.
+
+Και αυτή της βασκανίας η διάγνωσις τελείται διά πεπυρωμένων
+ανθράκων, βαλλομένων εις ψυχρόν ύδωρ. Τότε ο μαντευόμενος
+προφέρει συγχρόνως το όνομα του πάσχοντος και αν αληθώς υπάρχη
+βασκανία, είς των ανθράκων κρημνίζεται μετά πολλού του ψόφου εις
+τον πυθμένα. Εννοείται οίκοθεν ότι η πράξις αύτη συνοδεύεται υπό
+μυστικών εξορκισμών. Τούτου πραχθέντος νίπτεται ο πάσχων διά του
+ύδατος του χρησιμεύσαντος εις την εκπλήρωσιν του μυστηρίου, πίνει
+και θεραπεύεται αυθωρεί.
+
+Αλλ' επανερχόμενος επί το προκείμενον, λέγω, ότι τοιαύτης ούσης
+της περί _λοιδορίας_ δημώδους παραδόσεως, έκρινα εύλογον να
+εισαγάγω αυτήν εις την διαδραματιζομένην σκηνήν, ως διά της
+παρουσίας αυτής προοιωνίζουσα την επικειμένην καταστροφήν.
+
+Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι.
+Να μην πεθάνω εδώ με σας κ.τ.λ. σ. 101
+
+Διασήμων τίνων όπλων η φωνή υπήρχε γνωστή, και δεν ήτο σπάνιον εν
+μέσω απείρων πυροβολισμών, γεγυμνασμένον ωτίον να διακρίνη εκ της
+εκπυρσοκροτήσεως, αν εκεί εμάχετο γνωστός τις φίλος ή εχθρός.
+Τούτο συνέβη και εν τη περιστάσει ταύτη, καθ' ην ο Διαμάντης
+αναγνωρίζει εκ του ήχου το όπλον του διαβοήτου Δίπλα, του γνωστού
+τούτου συνεταίρου του Κατζαντώνη.
+
+Ότι δε το καρυοφύλλι (πώς να μη καταρασθώ την ανακάλυψιν του
+φίλου μου Κυρίου Σάθα!) εφημίζετο ως υπέρ παν άλλο ηχητικόν και
+βροντοφώνον δηλοί σαφώς το κλέφτικον αξίωμα,
+
+ Αρμούτι έβγα 'ς τον πόλεμο, νταλιάνι 'ς το σημάδι
+ Και καρυοφύλλι 'ς τη φωνή, σαν άξιο πολληκάρι.
+
+» Βάσανα, μοιρολόγια. » σ. 105
+
+Κρίνω εύλογον να σημειώσω ότι κυρίως μοιρολόγι σημαίνει θρήνος
+μετά νεκρικού άσματος. Απλαί δε οιμωγαί και ολολυγμοί, δι' ων
+αγγέλλεται τραγικόν τι συμβάν, λέγοντας _απόφωνα_.
+
+» Τα λάγανά του αιμάτωσαν» σ. 105
+
+_Λάγανα_. Τα έσωθεν των οδόντων ούλα των ίππων. Ταύτα οσάκις
+εξογκούνται εμποδίζουσι το ζώον να βοσκήση. Το δε νόσημα τούτο
+σημαίνεται διά της φράσεως. » Έχει τα _λάγανα_.»
+
+» Και δε μου δείχνει μέτωπο» σ. 106
+
+Όταν δεν παρουσιάζεται τις κατά πρόσωπον. Οι περίφημοι δε
+σκοπευταί δεν έστεργον να εμβάλωσι την σφαίραν άλλοτε ειμή εις το
+μέσον του μετώπου (καλούμενον _σταυρός — αστέρι_) ή της καρδίας.
+Διό και παρακατιών φοβούμενος ο Διαμάντης μετά τον πυροβολισμόν
+μη παρέδραμεν, ερωτά περί τούτου τον Μήτρον.
+
+» Θα να τον τρώγη το αίμα. σ. 106
+
+Φράσις εμφαίνουσα κακόν τι προαίσθημα και επικείμενον δυστύχημα.
+
+» Ερρέκαξε ο δερβίσης.» σ. 106
+
+Το _ρεκάζω_, σημαίνει εκπέμπω φωνήν απότομον προκαλουμένην υπό
+σφοδροτάτου και αιφνιδίου άλγους. Είναι στεναγμός του
+προσβαλλομένου υπό απροσδοκήτου θανάτου. Συνηθέστερον επί ζώων,
+κυρίως, αιγών ή τράγων, όταν σφαδάζωσιν υπό την μάχαιραν.
+«_Τώδωσε όσο που ερρέκαζε» — Θα σε κάμω να ρεκάξης_» =
+Εμαστίγωσεν αυτόν μέχρι θανάτου. Θέλω σε εξοντώση, καταστρέψη.
+
+ Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη,
+Του ξήλωσες τα καύκαλα. κ.τ.λ. σ. 106
+
+_Ραφή_, η ραφή ήτις συνδέει τα δύο ημικράνια. _Καύκαλα και
+κούτελο_ το έμπροσθεν μέρος του κρανίου.
+
+» Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς. » σ. 107
+
+Στρατολογήσας εν βία ο Ομέρ Βριόνης είχε παραλάβει πολλούς
+νεανίσκους αλβανούς και περί τούτων γίνεται λόγος ενταύθα,
+
+«Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου» σ. 109
+
+ο Δίπλας, ιδών ποτε τον Κατζαντώνην προκινδυνεύοντα, τους δε
+πολεμίους αθρόους επιπεσόντας επ' αυτόν άμα εξαγγείλαντα το ίδιον
+όνομα, και ελπίζοντας να τον ζωγρήσωσιν ή αποκτείνωσιν εισορμήσας
+εκραύγασε. »_Μη τον πιστεύετε, εγώ είμαι ο Κατζαντώνης. Αν σας
+βαστά, βαρείτε μου._» Τότε δη στρέψαντες οι εχθροί κατ' αυτού τα
+όπλα εθανάτωσαν τον εκουσίως εαυτόν προσενεγκόντα θύμα υπέρ της
+φιλίας.
+
+» Παιδιά, 'ς το μοναστήρι. σ. 110
+
+Εννοείται η μονή της Δαμάστας όπου ο Διάκος πολεμών απεσύρθη και
+έμεινε μέχρι τελευταίας στιγμής, η θέσις αύτη, κατα τον Κύριον
+Τρικούπη καλείται _Ποριά_.
+
+ Δεν τώμεινε 'ς το χέρι,
+Παρά μια σπιθαμή σπαθί. κ.τ.λ. σ. 111
+
+Υπάρχει αναντίρρητον ότι τότε μόνον συνελήφθη ο Διάκος αφ' ου και
+το πυροβόλον διερράγη και το ξίφος αυτού εθραύσθη. Επίσης
+διαβεβαιούσι πάντες ότι είχε τραυματισθή καιρίως κατά τον ώμον.
+
+Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο σ. 112
+Πούχανε βγει τα δυο θεριά και τάχε αρπάξη η φλόγα.
+
+0 Καλύβας και ο Βαχογιάννης αντέσχον σχεδόν μόνοι κατά
+πολυαρίθμων εχθρών ωχυρωμένοι εντός του μικρού ξενοδοχείου της
+Αλαμάνας. Αλλ' ότε είδον τον αρχηγόν αιχμάλωτον, τότε ξιφήρεις
+πεσόντες κατά των πολεμίων εθανατώθησαν. Βλέπων αυτούς μακρόθεν ο
+Διάκος και εκτιμών την απαραδειγμάτιστον γενναιότητα ανέκραξε
+
+ Δέκα χιλιάδας με κρατούν
+
+τουτέστι με κωλύουσι να δράμω προς βοήθειαν.
+
+Και μένουν έρμα τα Θερμιά. 113
+
+Μετά την νίκην ο Τουρκαλβανικός στρατός επανήλθεν εις Ζητούνι
+φέρων εν θριάμβω τας κεφαλάς των φονευθέντων και δέσμιον τον
+Διάκον. Τα εν τοις επομένοις άσμασιν ιστορούμενα θεωρούνται
+επομένως ως συμβάντα εν Λαμία. Εφ' άπαξ δε οφείλω να διαδηλώσω
+ότι, εάν προς ταις ιστορικαίς σημειώσεσιν αναγκαίον έκρινα να
+προσθέσω και διαλεκτικά τινα, ουχί σχολαστικής επιδείξεως χάριν
+ήλθον εις τοιαύτας διατριβάς, αλλ' ίνα ερμηνεύων λέξεις και
+φράσεις ουχί συνήθεις παρά πάσι τοις Έλλησι, παράσχω αφορμήν εις
+ερεύνας δυστυχώς μέχρι τούδε παραμεληθείσας, επί βλάβη της
+εθνικής ημών γλώσσης, ήτις αδιασπάστως συνδέεται μετά της
+ιστορίας των Ελληνικών γραμμάτων.
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.
+
+
+
+ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
+ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.
+
+ Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη,
+ Μες 'ς την πυκνή τη χλωρωσά. Τόσαις χιλιάδαις κόσμος,
+ Κι' ούτ' ένα όνειρο γλυκό, ούτ' ένα καρδιοχτύπι!
+ 'Σ του ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδαις,
+ Δε φέγγει πόθος μακρυνός. 'Σ τα μάτια της μαυρύλα
+ Και 'ς την καρδιά της ερημιά. Τανθρώπινα κοπάδια
+ Απ' το βαρύν τον κάματο, βουβά, αποκαρωμένα,
+ Μες 'ς τα λουλούδια ταπριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν,
+ Σαν νάτανε συντρίμματα, χορταριασμέναις πέτραις
+ Όπου είχε πάρη ο χαλασμός από κανέναν πύργο
+ Και τάχε σπείρη εδώ κ' εκεί με του σεισμού το χέρι.
+
+ Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα
+ Τωρνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη
+ Το δρέπανο του φεγγαριού 'ς ενός βουνού τη ράχη
+ Εστάθηκε για μια στιγμή και πικραμένο ρίχνει
+ Την ύστερή του τη ματιά 'ς το έρμο το Ζητούνι.
+ Εμαύρισαν η λαγκαδιαίς. 'Σ το μελανό του κύμα
+ Ταγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια,
+ Γένονται θάλασσα η στερηαίς, λες ότι αυτό το βράδυ
+ Ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι' αργεί να ξημερώση.
+
+ Μες 'ς το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι
+ Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομάνητό του.
+ Στοιχειό της γης περήφανο, βουλήθηκε να φτάση
+ Τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον άδη με τη ρίζα,
+ Και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος
+ Τούχε φωλιάση 'ς την καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι
+ Δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του.
+
+ Εις το βαρύν τον ίσκιο του, περίχαρο λουλούδι
+ Ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι
+ Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι
+ Και δρακοντιαίς φαρμακεραίς. 'Σ το χώμα κάπου κάπου
+ Σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τάχε ξεσαρκώση
+ Ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι,
+ Εσέποντο χωρίς ταφή. Κι' ανίσως πλανεμένος
+ Κανείς εδιάβαινε απ' εκεί κ' ένοιωθε τα σαράκια
+ Να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια,
+ Κι' ολονυχτύς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του
+ Κι' ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο,
+
+ 'Σ τη μαύρην την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος,
+ Γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
+ Ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι.
+ Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάχνα
+ Έχθρα κρυφή, παντοτεινή, για τάνθη, για ταστέρια
+ Για του παιδιού την ευμορφιά, κ' έτρωγε με το μάτι
+ Ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη.
+ Έκλωθε τη σαπύλα του στρωμένος 'ς τα ξεσκλίδια
+ Που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα.
+ Αχώριστοί του σύντροφοι, σφυριά, τριχιαίς, αμμώνι,
+ Στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδαις,
+ Μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα.
+ Κανένας δεν εγνώριζε 'ς τη Λιβαδειά πώς ήρθε.
+ Τον είχε ρίξη σύγνεφο;... Τον είχανε ξεράση
+ Τα χώματα του ρουπακιού;... Κανένας δεν το ξέρει.
+ Όταν τη νύχτα 'ς τον τροχό τα σύνεργα επερνούσε
+ Κι' ανάδευε τα χέρια του κ' έτρεμε το κεφάλι,
+ Παρασαρκίδα αφύσικη μες 'ς την κοιλιά του δέντρου,
+ Εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο
+ Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που πρόσμενε κυνήγι
+ Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του,
+
+ 'Σ αυτόν το λάκκο από βραδύς θαμμένος είν' ο Διάκος,
+ Ταστροπελέκι του βουνού σβυέται 'ς αυτό το μνήμα.
+ Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι
+ Και του βυζαίνει την ψυχή. Ξεραίς παλαμονίδαις
+ Του στρόνει μέσα 'ς τη σπηλειά και τόνε ρίχνει επάνω.
+ Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει
+ Και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια,
+ Χαλκά του σφίγγει 'ς το λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει
+ Μ' έν' αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει
+ Και τα τινάζει επάνω του... Ύστερα, διπλοπόδι,
+ Τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε
+ Κι' αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους.
+ Ακοίμητο, αγρυπνούσ' εκεί και του Θεού το μάτι.
+
+ Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση
+ Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο
+ Με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους,
+ Και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν.
+ 'Σ τη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμέναις,
+ Απλόνουν τα φτερούγια τους κ' επάνωθέ του ανοίγουν
+ Βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν
+ Μ' αθάναταις ενθύμησαις, μοσχοβολιαίς του τάφου.
+
+ Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό 'ς το χέρι
+ Και λιβανίζει κ' ευλογά. Μαζύ του κι' ο Δημήτρης
+ Κρατώντας 'ς το δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη
+ Ταγαπημένα λείψανα, σαν να ζητούσε ναύρη
+ Λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μιαν άκρη
+ Πα να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας,
+ Πλατύς ψηλός σαν έλατος κι' ο Πάνος Μεϊντάνης
+ Με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη.
+ Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη,
+ Με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα
+ Γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν νάφτανε τρεχάτος
+ Ψηλ' από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας.
+ Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος,
+ Θαλασσοπούλι πώσταζεν αφρούς απ' την Κασσάνδρα.
+ Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας,
+ Πούχε παράπονο κρυφό γιατ' ήτον πεθαμένος
+ Και δεν μπορούσε μια φορά να μαρτυρήση ακόμα
+ Για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος.
+ Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης
+ Και δείχνει τ' Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη
+ 'Στήν αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι' ο Αμπελογιάννης
+ Με τρεις θηλειαίς που εσφίγγανε τον άγριο το λαιμό του.
+ Ο Κωσταντάρας πώφερνε 'ς τον ώμο το παιδί του
+ Σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα,
+ Γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε, τάρματα, τη γενειά του.
+ Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γέρο Κώστα Πάλλας,
+ Ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης,
+ Τ' Ανδρούτζου τάσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι
+ Με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση,
+ Λειοντάρια που δεν άφιναν τον άδη 'ς ησυχία.
+ Ο Λιάκος απ' τον Όλυμπο. Εκεί κι' ο Κοντογιάννης
+ Που γύρευε συχώρεση να πάρη για το Μήτζο.
+ Ο Κατζαντώνης πώδειχνε με κρυφοπερηφάνια
+ 'Σ τα κόκκαλά του το σφυρί... Ο Δίπλας 'ς το πλευρό του.
+ Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι,
+ Αχώριστοι 'ς το σκοτωμό, 'ς το μνήμ' αδερφωμένοι.
+ Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας.
+ Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος
+ Εμπρός 'ς το Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης.
+ Κρατεί 'ς τη ζώνη τα κλειδιά που πήρε από το Κούγγι
+ Όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδαις τα μαλλιά του
+ Τα γένεια σπίθαις και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι
+ 'Σ τον ώμο τους τονέ βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω
+ 'Σ το φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια,
+ Αγράμπελαις που εφύτρωσαν 'ς το βράχο του Ζαλόγγου,
+ Καθένα τούχε η μάνα του 'ς την τραχηλιά της ρόδο.
+ Κι' ανάμεσό τους φαίνεται ο γέρο πολεμάρχος
+ Σαν περατάρης γερανός που σέρνει 'ς τα φτερούγια
+ Τα χηλιδόνια του Μαρτιού δαρμέν' απ' την αντάρα.
+
+ Μ' ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος
+ Το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση,
+ Κ' επίστεψεν από μακρά ότ' είδε το λημέρι
+ Που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του
+ Βαθύτερα 'ς τα σωθικά, του φώλιασε 'ς τα μάτια
+ Γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φως του
+ Κι' αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν
+ 'Σ τ' αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι' ο γύφτος,
+ Η φύσις όλη εσίγησε, λες κ' ήθελε ν' αφήση
+ Ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου.
+
+ ***
+
+ Κ' ιδού του κάστηκε με μιας ότ' είδε την κουφάλα
+ Του δέντρου ν' αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα
+ Να πέσουν όλα καταγής, να μεταμορφωθούνε
+ Να γένουν σάρκαις ζωνταναίς, και τάψυχο το ξύλο
+ Να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της
+ Χωρίζει, ξεδιπλόνεται, και τότε με το χέρι,
+ Το σιωπηλό το φάντασμα που στέκει επάνωθέ του,
+ Τη σήκωσε, την έρριξε 'ς την πλάτη του σα ράσο,
+ Κ' έμειν' εμπρός του ακίνητο... Τριγύρω 'ς το λαιμό του
+ Χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν νάθελε περάση
+ Εκείθε η κόψη του σπαθιού...
+
+ — Χριστός ανέστη, Διάκε!...
+
+ — Παπά, τι θέλεις από με;... πούθ' έρχεσαι;... ποιος
+ [είσαι;...
+
+ — Ποιος είμαι, Διάκε;... και ρωτάς;... κύτταξε... ο
+ [Ησαΐας.
+ Έλα μαζύ μου γρήγορα μη μας προλάβ' η μέρα.
+
+ — Δεσπότη μου, μ' εδέσανε ... Τα σίδερά μου κόψε.
+
+ — Θανάση, μην είσ' άπιστος ...Δε σε κρατεί κανένας.
+
+ Ανέβηκαν μεισουρανύς. Πετούν... Πετούν ακόμα ..
+ Αφίνουν πίσω τους βουνά και πέλαγα κι' αστέρια.
+ Τρυγόνια διαβατάρικα που πήγαιναν 'ς τη Δύση
+ Τους απαντούν 'ς τα σύγνεφα και τους καλημερίζουν.
+ Ο Διάκος τα χαιρέτησε, ταυλόγησε ο Δεσπότης
+ Και τα ρωτά πού θα σταθούν να ξεκαλοκαιρέψουν,
+ Κ' εκείν' απηλογήθηκαν: — » 'Σ τα Σάλονα, 'ς την Κιόνα,
+ 'Στη Λιάκουρα τη δροσερή, 'ς της Γούρας τ' ακροβούνια» —
+ — » Αλλάξετε το δρόμο σας, πουλιά μου ευλογημένα,
+ » Συρέτε αλλού να ζήσετε και να ζευγαρωθήτε.
+ » Εκεί εθολώσαν τα νερά, είναι φωτιά ταγέρι,
+ » Και δε θαυρήτε για φωλειά ούτε κλωνί χορτάρι.» —
+
+ Η δυο ψυχαίς πάντα, πετούν... Πετούν ολίγο ακόμα
+ Και φτάνουν 'ς ένα ψήλωμα...
+
+ — Θανάση, στάσου τώρα
+ Κι' ολόγυρά σου κύτταξε.
+
+ — Δεσπότη!... Ποια είν' εκείνη
+ Η χώρα που μαυρολογά, χτισμένη 'ς εφτά ράχαις;..
+ Μου φαίνεται άγρια θάλασσα, και το ροχχάλιασμά της
+ Τακούω που φτάνει ως εδώ;...
+
+ — Προσκύνησε το θρόνο
+ Του πρώτου μας του Βασιλειά, το μνήμα του στερνού μας..
+ Πώς τρέμεις, Διάκε; Γιατί κλαις;.. Θανάση!... είναι δική
+ [μας
+
+ — Ελεημοσύνη... Ένα σπαθί... Πριν φέξη τήνε πέρνω.
+
+ — Διάκε, δεν ήρθ' η ώρα μας. Θα βαφτιστούμε πρώτα
+ 'Σ το αίμα, 'ς τα παθήματα και κοφτερά στουρνάρια
+ 'Σ το μετερίζι του βουνού το γόνα μας θα τρίψουν.
+ Θα πιούμε τον ιδρώτα μας. Θα μείνη μαύρη χήρα
+ Η γη μας η ταλαίπωρη και τα κοιλόρφανά της.
+ Θα μάθουν να χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδαις,
+ Και του νερού τα κάρδαμα, παρά να τα σαρκόνη
+ Του ξένου το άτιμο ψωμί, πώχει προζύμι πάντα
+ Φαρμάκια, καταφρόνεσαις, περίγελα και δάκρυ.
+ Τότε θαρθή περήφανο το γένος να χτυπήση
+ Τη θύρα της Αγιάς Σοφιάς με του σπαθιού τη φούχτα,
+ Τα σιδερένια μάνταλα, 'ς την προσταγή θα πέσουν,
+ Κ' εκεί που τώρ' ανάσκελα, μ' ολόρθα δαγκανάρια
+ Με το λαρύγγι διάπλατο, θρασομανάει και χάσκει
+ Το μισοφέγγαρο χρυσό, σαν νάθελε με πείσμα
+ Αφ' ου μας έφαγε τη γη, να πιη τον ουρανό μας,
+ Ο Σταυρωμένος θα σταθή... Μην κλαις... είναι δική μας.
+
+ — Κ' εμείς, πατέρα μου, οι φτωχοί, θάμεθα πεθαμμένοι;...
+
+ — Θα να χτιστή με κόκκαλα το μακρυνό γεφύρι.
+
+ Μην ήσαι, Διάκε, αχόρταγος. Κύτταξ' εκεί ποιος άλλος
+ Με το κορμί τα θέμελα θα να στοιχειώση τώρα.
+ Θανάση μου! Γονάτισε ... κρεμούν τον Πατριάρχη.
+
+ Εγονατίσανε βουβοί. Κ' ευθύς 'ς την έρμη χώρα
+ Έβρεξε φως από ψηλά και τήνε πλημμυρίζει.
+ Και κόσμον είδανε πολύν, σιμά 'ς το περιγιάλι
+ Να μερμηγκιάζη ανήσυχος και μέσ' απώνα ξύλο,
+ Όπου είχε αράξη βιαστικά, το Γέρο να προβάλη
+ Με τ' απανωκαλύμμαυκο, με το ραβδί 'ς το χέρι.
+ Τα βάσανά του, η αγρυπνιαίς, τα χρόνια του, η νηστείαις,
+ Το φοβερό το μυστικό, που εκράτει κλειδωμένο
+ Βαθειά ς' τα φυλλοκάρδια του, τον είχανε συντρίψη
+ Κ' είναι το πάτημά του αργό. Φονειάδες λυσσασμένοι
+ Τον έσπρωχναν να περπατή και τα γεράματά του
+ Περιγελούσανε σκληρά: — » Τη λαγουριά σου χτύπα...
+ «Εμπρός... κ' οι λύκοι, ποιστικέ, θα φαν τα πρόβατά σου.»
+—
+ Τον έσυραν 'σε μια αδειά... Πέφτει 'ς τη γη... Σταυρόνει
+ Τα χέρια να τον κόψουνε... «Εμπρός... εμπρός... Δεσπότη
+ Δεν έχεις σβέρκο για σπαθί... Ακαίρηος θα πεθάνεις.» —
+
+ Μουγκρίζει ο ανεμοστρόβιλος. Σφιχτά τον αγκαλιάζουν
+ Και τόνε διώχνουν παρεμπρός: «Μόχτα.. Δεσπότη... μόχτα
+ »Και 'ς το πατριαρχείο σου θαυρής να ξαποστάσης.»
+ — Κι' ανεμοδέρνει ταλαφρό, το μαραμμένο φύλλο.
+ Αφ' ου τον έφεραν εκεί κι' αφ' ου τον παραδώκαν
+ Εβουβαθήκανε με μιας. Ένας 'ς τον άλλο επάνω
+ Λαχομανούν, αφρίζουνε.. 'Σ τη μεσινή τη θύρα
+ Σε λίγο τρίζει το σχοινί... Αλλαλαγμός, κατάραις...
+ Σπαράζει τάγιο λείψανο... Ταχόρταγα τα όρνεια
+ Ολόγυρά του σφίγγονται... Του ξέσχιζαν τα ράσα...
+ ξεγύμνωσαν τα στήθια του κ' εφάνηκε 'ς τον ήλιο
+ Απόκρυφη λαβωματιά... Πλευρόνουν την κρεμάλα
+ Γρηαίς αρκουδογύφτισαις και με τα δοκανίκια
+ Του δέρνουνε το πρόσωπο... Πλακώσαν κ' οι Εβραίοι
+ Και ξεκρεμάσαν το νεκρό... Αρπάζουν την τριχιά του,
+ Δαιμονισμένοι τρέχουνε... Οπίσωθε αλυχτούσαν
+ Χιλιάδαις σκύλοι νηστηκοί... Εφτάσαν 'ς τακρογιάλι...
+ 'Σ του Πατριάρχη το λαιμό, δένουν σφιχτά μια πέτρα
+ Και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό που τάκουσαν οι τάφοι
+ Και τα παιδιά μες 'ς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν
+ Και τον πετούν 'ς την θάλασσα.,. Νυχτόνει... ο πεθαμμένος
+ Προβαίνει 'ς την αστροφεγγιά... Σιωπηλά ταγέρι
+ Φυσσά μες 'ς τάσπρα του μαλλιά... Το λείψανο αρμενίζει.
+ Τακολουθούν τα κύματα... Η νεκροσυνοδεία
+ Σένα καράβι σταματά... Του μάρτυρα τα πόδια
+ Χτυπούν τη πρύμμη μια φορά... χτυπούν πάλαι την πλώρη
+ Ετρύξανε η ξυλοδεσαίς ... Ξυπνούν ... τον ανεβάζουν
+ Εμπρός του γονατίζουνε... Ο πρωτοσύγκελλός του
+ Τόνε γνωρίζει... του φιλεί το μέτωπο, τα χέρια...
+ Σηκόνουνε το σίδερο... Με τα πανιά απλωμένα
+ Σχίζει την άβυσσο ο νεκρός 'ς το ξυλοκρέββατό του...
+
+ — Θανάση μου, ενικήσαμε!... το ψυχομάχημά του
+ Μεταλαβή κι' αντίδωρο...
+
+ — Πατέρα, δε θα νάρθη
+ Για μας, που προοιμίζομε, Δευτέρα Παρουσία
+ 'Σ αυτήν την ακροπελαγιά;... Αυτό το έρμο χώμα
+ Δε θα το ιδούν ελεύθερο μια μέρα οι πεθαμμένοι;
+
+ — Πίστευε, Διάκε, 'ς του θεού την παντοδυναμία.
+
+ — Δεσπότη μου!... πνευματικέ!... 'Σ του δέντρου την
+ [κουφάλα
+ Πριν ξημερώση να με πας... Και μη με παραιτήσης...
+
+ — Θα σούναι πάντα 'ς το πλευρό μ' εμέ κι' ο Πατριάρχης.
+
+ Απλόνουν πάλαι τα φτερά. Συχνά, συχνά ο Θανάσης
+ Πετώντας έστρεφε να ιδή, 'ς τη νεκρωμένη χώρα
+ Το θόλο της Αγιάς Σοφιάς, όπου φεγγοβολούσε
+ 'Σ το πρώτο γλυκοχάραμμα, όσο που λίγο, λίγο
+ Τον έχασε απ' τα μάτια του. ... Ελάλησε τωρνίθι
+ Και τώνειρό του εσβύστηκε... Ξυπνά και βλέπει ακόμα
+ Το γύφτο που ροχχάλιαζε κ' επάνωθέ του μαύρα
+ Του φοβερού του ρουπακιού, τα φύλλα, τα κλωνάρια.
+
+
+
+Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.
+
+
+
+«Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά» σ. 137
+
+Μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην επανήλθεν ο Τουρκαλβανικός στρατός
+εις Λαμίαν (Ζητούνι) ολίγον απέχουσαν εκείθεν παρίστανται δε οι
+εχθροί διεσπαρμένοι, και υπνώττοντες κατά τους εκτός της πόλεως
+αγρούς.
+
+«Χιλιόχρονο ρουπάκι» σ. 138
+
+Ρουπάκι είδος δρυός. Quercus robur. Εκ των ωραιοτέρων και
+ρωμαλαιοτέρων της μεγάλης ταύτης οικογενείας διακλαδώσεων. Η
+κυρίως _δρυς_ καλείται _δένδρον_, ίσως ως το κατ' εξοχήν φυτόν
+καθώς και _άλογον_ ο ίππος. Η δε μακροβιότης του _ρουπακιού_
+κατήντησε παροιμιώδης.
+
+«Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομανητό του » σ. 138
+
+_Αγριομανώ_ ως το υλημανώ των αρχαίων εις δήλωσιν υπερβαλλούσης
+βλαστήσεως όθεν και το «_όταν αι σποραί αγριομανούν, θρέφουν του
+εαυτού των._» Σημειώ δε την φράσιν διά την παράδοξον σύνταξιν του
+_θρέφω_ μετά γενικής και την ουχ ήττον παράδοξον έννοιαν ότι τα
+υλημανούντα φυτά δεν φέρουσι καρπόν ως αναλισκομένης πάσης της
+ζωτικής αυτών ουσίας εις διατροφήν των φύλλων. Τούτο συμβαίνει
+συνήθως όταν ο σπόρος ρίπτεται εις τόπους αρτίως καλλιεργηθέντας,
+αλλά εκ πολλού μείναντας χέρσους. Υπάρχουσι δε και άλλα ομοίως
+συντεθειμένα ρήματα, εν οις το δεύτερον της συνθέσεως μέρος
+επιτείνει την σημασίαν του πρώτου.
+
+«Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. σ. 138
+
+_Κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά_. Κυκλάμινος των αρχαίων.
+Cyclamen ouropaeum. Χαριέστατον άνθος αναφυόμενον κατά τας πρώτας
+ημέρας του φθινοπώρου. Τα φύλλα αυτής έχουσι χρώμα πράσινον βαθύ,
+μαρμαροειδές, όθεν και το επίθετον _χολάτη_.
+
+Η ρίζα φυματώδης, μελανή έξωθεν, ερυθροειδής έσωθεν. Οι αλιείς,
+όταν δεν δύνανται άλλως να ελκύσωσιν έξω του κατοικητηρίου του
+τον πολύποδα προσαρμόζουσιν αυτήν εις μακρόν κάλαμον, και
+εισάγουσιν εις την κοίτην του ζώου. Προς τοιαύτην δοκιμασίαν ουδ'
+ο ισχυρογνωμονέστερος πολύπους αντέχει, αλλ' εξέρχεται βιαίως και
+τότε τιτρώσκεται διά του αλιευτικού όπλου όπερ καλείται _διγόφι_.
+Το μηχάνημα τούτο εν τη φρασιολογία των αλιέων λέγεται «_βάλλω
+φωτιά_» ίσως διά την βιαίαν εξόρμησιν του πολύποδος ώσπερ
+φεύγοντος το πυρ.
+
+Οι χοίροι λαιμάργως καταβιβρώσκουσι την ρίζαν όθεν πολλάκις η
+_κυκλαμιά_ καλείται _γουρουνοχόρτι_.
+
+«Ολόγυρά του σπλόνοι. » σ. 138
+
+_Σπλόμος_, ο φλόμος των αρχαίων. Verbascum Thapsus. Και διά της
+ρίζης του φυτού τούτου δηλητηριάζοντες οι αλιείς τα θαλάσσια
+ύδατα συλλαμβάνουσι τους προστυγχάνοντας ιχθύας. Το άνθος αυτού
+κιτρινωπόν, ουδεμίαν έχει γνωστήν παρά τω λαώ χρήσιν. Υπάρχει και
+ρήμα _σπλονίζω_ εις δήλωσιν της διά του φυτού τούτου γινομένης
+δηλητηριάσεως. _Σπλονίζει_ δε και _σπλομανάει ή σπλονομανάει το
+μάτι_ ταυτόν τω άλλεται ο οφθαλμός.
+
+Γράφων περί των φυτών τούτων οφείλω να εκδηλώσω την λύπην ην
+αισθάνομαι βλέπων όλως παρημελημένην την έρευναν, δι' ης ήθελον
+συναχθή πολλά ονόματα ικανά να διαφωτίσωσι την αρχαίαν
+βοταναλογίαν και να προσθέσωσιν εις την θεραπευτικήν πλούτον ουχί
+ευκαταφρόνητον. Εκτός των εν κοινοτάτη χρήσει ανάξια προσοχής δεν
+είναι και τα επόμενα. _Αγιανίτης, αγιόκλιμα, αγκλέουρας,
+αδεσκιαμός, αζώηρος, βλίτον, βοϊδόγλωσσος, γουργογιάννης,
+γριπάρι, ζόγγος, ζόχος, κορκόνδυλος, κρίτανον, κούλιανδρος,
+καπνίδι, λοβοδιά, λύκος, λάπατον, μελιός, νεροκράτης, οβρυά,
+πεντενεύρι, περδικάκι, πρικάγγουρο, σκολύμπρι, στεκούλι, σταρίδα,
+σμέρνα, σαρκοθρέφτης, τριβόλι, φράξος, φελίκι, φορδοκοκήλα,
+φλισκούνι, χύμελη, ίλακας, σκορπίδι, σπάρτο, καταποδάκι,
+αλογουρά, αλωπουρά, παπύρι, λεύκα, πρισμάκι, λαγωγρίδα, αχάλι,
+αύκος, σκορδαψός, χορτάρι της Παναγιάς_, και μυρία άλλα ή όλως
+άγνωστα προς εμέ ή κατά την στιγμήν ταύτην μη παριστάμενα εις την
+μνήμην μου.
+
+Υπάρχουσιν ευτυχώς εν Ελλάδι δύο αξιόλογοι βοτανικοί ο Κύριος
+Θεόδωρος Ορφανίδης όστις προς τοις άλλοις διά της ποιητικής του
+ευφυίας ηδύνατο ευστόχως να διαδώση γράφων μέγα μέρος του
+δημώδους των φυτών ονοματολογίου, και ο εκ Λευκάδος Πέτρος
+Βριόνης όστις και μεγάλας κατέβαλε προσπαθείας εις καταρτισμόν
+του Ελληνικού βοτανολογίου και πολλά της Ελλάδος διέτρεξεν όρη,
+αδρώς μισθοδοτούμενος υπό του επιστήμονος Βρετανού Κυρίου William
+Herbert, Deen of Manchester, αδελφού του Κόμητος της Κορνουάλης
+(15)
+
+Αλλ' ενώ πάντες αγωνιώσι προς εύρεσιν του αρχαίου ονόματος ή του
+αντιστοιχούντος λατινικού, ας ασχοληθώσιν απ' εναντίας
+ιχνηλατούντες την δημώδη κυριολεξίαν, ιδίως δε την χρήσιν
+εκάστου φυτού παρά τω λαώ. Φρονώ και αδιστάκτως διαβεβαιώ,
+ορμώμενος εκ της μικράς μου πείρας, ότι πολλά μυστήρια θέλουσιν
+ανακαλυφθή διά ταύτης της ερεύνης και θέλει προκύψη ότι συν τοις
+άλλοις ο ελληνικός λαός διατελεί εισέτι ο πιστός φύλαξ της
+θεραπευτικής επιστήμης των αρχαίων προγόνων του.
+
+Αποτεινόμενος δε προς τον φίλον Βριόνην λέγω, ότι άν ποτε στέρξη
+τοιαύτην τινα αληθώς εθνοφελή να παράσχη υπηρεσίαν, θέλει
+αναμφιβόλως ευεργετήση την δημοτικήν ποίησιν και ταυτοχρόνως
+θέλει δώση πλήρη και δικαίαν ικανοποίησιν εις πάντα τα τρυφερά
+άνθη, όσα σκληρώς συνέθλασαν και κατεμάραναν οι πόδες του
+αρειμάνιου Ομέρ, ομαίμονος συγγενούς αυτού, και καταγομένου εκ
+των πάλαι δεσποσάντων της Μουζακίας Παλαιολόγων.
+
+« Κ' ένοιωθε τα σαράκια. » σ. 139
+
+_Σαράκι_. Το γνωστόν έντομον το νύχτα και ημέραν εργαζόμενον και
+διά της επιμονής αυτού τρίβον αρχαία ξύλα ή οστά. Πάντες βεβαίως
+γινώσκουσι τον μονότονον και έρρυθμον τρυγμόν του ζωυφίου τούτου
+και την δυσάρεστον εντύπωσιν ην προξενεί ιδίως εν ώρα νυκτός.
+_Σαράκι_, μεταφορικώς κρυφία θλίψις φθείρουσα ηθικώς τον
+άνθρωπον. «_Τώχω σαράκι 'ς την καρδιά._»
+
+Στη μαύρην τη κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος. σ.159
+
+_Κουφάλα_. Το εκ παλαιότητος εν τω στελέχει δένδρου τινος
+κοίλωμα. _Εμόνιασε_ εκ του _μονιάζω_, λεγομένου επί θηρίων
+οικούντων εν φωλεοίς. Επί ανθρώπων δε αποσυρομένων εκ του κόσμου
+όχι _μονιάζω_ αλλά _μονάζω_.
+
+Γέροντας, κακοτράχαλος. σ. 139
+
+_Κακοτράχαλος_ δεν σημαίνει τον κακόν ή σκληρόν έχοντα τον
+τράχηλον, αλλά την κατασκευήν όλου του σώματος αθλίαν και
+ραχιτικήν.
+
+Παρασαρκίδ' αφύσικη. σ. 140
+
+_Παρασαρκίδαις ή παρασαρκώματα_ λέγονται και αι τερατώδεις και
+παρά φύσιν εξογκώσεις του φλοιού παλαιών δένδρων.
+
+«Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που επρόσμενε κυνήγι
+Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.» σ. 140
+
+_Χταπόδι_, ο πολύπους.
+
+_Θαλάμη και αθαλάμη_. Είναι περίεργον ότι ενώ η δημοτική γλώσσα
+δεν διετήρησε το _θάλαμος_, επί της συνηθεστέρας χρήσεως διέσωσε
+το _θαλάμη_, περιστείλασα όμως την σημασίαν ιδίως επί της κοίτης
+του πολύποδος.
+
+Τοιαύτη του σημαινομένου περιστολή παρατηρείται και επ' άλλων
+λέξεων. Ούτε λ.χ. ο _αλιεύς_ ούτε το _αλιεύω_ διετήρησαν την
+γενικήν αυτών σημασίαν. Αλλά το _αλιάς_ και _αλεύω_ ή _αλιεύω_
+περιωρίσθησαν εις δήλωσιν μόνον των ασχολουμένων εις την άγραν
+του πολύποδος, των θαλασσίων οστράκων (άτινα εν παρόδω ο ποιητής
+λαός αποκαλεί _αγνά_) των σπόγγων και των τοιούτων. Τούτων δε των
+αλιέων τον οπλισμόν απαρτίζουσι μόνον ο _πιννολόγος, η ξύστρα, το
+διγόφι_ καί τινα άλλα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Τα δε πλοιάρια
+αυτών, οιαςδήποτε κατασκευής και αν ήναι καλούνται _αλιάτικα_.
+
+Οι βραχίονες ή πόδες του πολύποδος λέγονται, _αποκλαμοί_.
+
+Πόσον θησαυρόν λέξεων και φράσεων ηδύνατό τις να συλλέξη ερευνών
+και τούτο το τμήμα του δημώδους γλωσσολογικού αρχειοφυλακείου,
+και πόσον ήθελε φανή αξία θαυμασμού η ακατανόητος διαφύλαξις της
+πατρικής περιουσίας!
+
+Εντός του ευτελούς και πενιχρού _μονοξύλου_ του Έλληνος αλιέως
+ήθελεν ευρεθή ο _πεζόβολος, ο γρίπος και το πεζογρίπι, η ψάθα, τα
+καλαμωτά, το καμάκι, η πρυά (πυρά), ο ολκός ή βολκός, η πόχα, ο
+δόλος, η τονιά, τα φελούρια, η συρτή_. Καθώς ήθελεν ευρεθή
+άθικτος και αβλαβής εν τοις κόλποις του αλιευτικού κοφίνου, ο
+_χάνος, η πέρκα, η χελούδα, η δράκαινα, η σμέρνα, ο ολφός, ο
+σαργός, το μελανούρι, ο πιννοτήρας, η μαρίδα, ο όρκυνας, ο
+κέφαλος, ο αχινιός ή αχινός, το μύδι, ο προσφορίτης, ο κοχλιός, η
+ριχτιά, το μηλοκόπι, ο σπάρος, το λαυράκι, η ρίνα, το σαλάχι_,
+(ούτινος το κέντρον επιζήτητον εις παρακέντησιν του φλέγμονος εξ
+ου προσβάλλονται τα κτήνη), _η μουδιάστρα, ο σκύλος, η μαινίδα, η
+φώκα, η αιθερίνα, ο δάκτυλος, η σουλήνα, το σταυρίδι, ο κολιός, ο
+λεθρίνος, ο μουρμουράς_, ο αποτρόπαιος _πορφύρας_ και πλήθος
+άλλων λίαν περιέργων είτε ένεκεν των διαλεκτικών παραμορφώσεων ας
+υπέστησαν είτε ένεκεν της εντελούς αυτών διατηρήσεως.
+
+Εν γένει παρετήρησα ότι αι τάξεις, αίτινες δεν διεφθάρησαν εκ της
+προς τους ξένους επιμιξίας, αλλ' ένεκεν του βίου, ον διήγον,
+έμειναν κεχωρισμέναι, διέσωσαν τον αρχαίον πλούτον. Τοιαύται
+λογίζονται κυρίως αι τάξεις των ποιμένων, των αλιέων, των
+γεωργών, των πολεμιστών. Πρέπει λοιπόν εκείσε να προσδράμη τις
+και να σταχυολογήση πριν ή η πλημμύρα του νέου πολιτισμού εισβάλη
+μέχρι των κρυψώνων εκείνων και παρασύρη και πνίξη παν ό,τι
+ανελπίστως και θαυμασίως διεσώθη.
+
+«Ξεραίς παλαμονίδαις...» σ. 140
+
+_Παλαμονίδα_ είδος σκληράς ακάνθης. Όνωνις των αρχαίων Ononis
+spinosa.
+
+Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι. σ.140
+
+_Σφαλάγγι_. Το φαλάγγιον των αρχαίων.
+
+Τα σερπετά μαυλίζει. σ. 140
+
+Το _μαυλίζω_ δεν λαμβάνεται ενταύθα επί της φαύλης σημασίας ην
+είχε παρά τοις αρχαίοις. Κυρίως σημαίνει, κράζω δι' ιδιαιτέρου
+τινος φθόγγου τα κατοικίδια πτηνά ή κτήνη. Τοιουτοτρόπως
+_μαυλίζει_ τις ή _μαυλά_ τας όρνιθας, τον αίλουρον, τον κύνα.
+Μαυλίζει τις και τον _γονόν_ των μελισσών, όπως τον εφελκύση
+εντός του κοσκίνου του παρασκευασθέντος πρότερον διά του
+μελισσοχόρτου. Έκαστον _μαύλισμα_ τελείται δι' ιδιαιτέρας φωνής.
+Μεταξύ των πολλών λίαν περιέργων εθεώρησα το εις πρόσκλησιν των
+ορνίθων απειράκις επαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον, _γυψ ... γυψ...
+γυψ_, ωσανεί επρόκειτο διά της εκφωνήσεως του ονόματος επιφόβου
+ορνέου να βιάση τις την επάνοδον αυτών. Περιεργότερον δε το των
+ποιμένων, όταν προπορευόμενοι του ποιμνίου αδιαλείπτως και
+βραδέως αναβοώσιν _οβς, οβς, οβς_. Μα την αλήθειαν, όταν τους
+ακούη τις, πιστεύει ότι ψιττακίζουσι το αρχαίον _όις_, όθεν
+πασιφανώς και το των Λατίνων ovis.
+
+Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση
+Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο, σ. 141
+
+Αι αναγκαίαι ιστορικαί σημειώσεις προς κατάληψιν των επομένων
+στίχων εκτίθενται καθ' ην τάξιν διαμνημονεύονται εν τω κειμένω τα
+ονόματα των τεθνεώτων ηρώων και ουχί καθ' ην απαιτεί η όλως
+ασήμαντος και ουχί βεβαίως εξηκριβωμένη διαφορά της χρονολογίας.
+
+ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΥΡΜΑΣ.
+
+Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς, οίτινες διετάραξαν
+την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της
+δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη
+διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684
+μέχρι του έτους 1715.
+
+Δεν προτίθεμαι βεβαίως να διεξέλθω πάντα τα αιματηρά επεισόδια,
+δι ων εβάφησαν αι σελίδες της ιστορίας εκείνης. Ο κύριος
+Κωνσταντίνος Σάθας εν συντόμω περιγράψας την επανάστασιν του ΙΖ'
+αιώνος και διανοούμενος να επανέλθη εις το θέμα τούτο, δεν ήθελεν
+ανεχθή αλλοτρίαν επέμβασιν. Αλλά χάριν διασαφήσεως των εν τω
+ποιήματι μνημονευομένων, επιτραπήτω μοι να αρυσθώ εκ του
+πονήματός του, τας ειδήσεις δι' ων μάλλον ευκατάληπτος αποβαίνει
+η οπτασία του Διάκου.
+
+Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας
+κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη
+αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της
+Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών,
+Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας,
+υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν.
+Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε
+κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας
+Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος
+εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι.
+
+Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου
+στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν
+εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να
+καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της
+φίλης πατρίδος.
+
+Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε
+πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και
+γενναίαν ψυχήν. Η ως εκ θαύματος διασωθείσα διαθήκη του
+αυταδέλφου αυτού Δημητρίου Χαριτοπούλου, περιουσία ανεκτίμητος
+και πολιτικόν ευαγγέλιον περιέχον εν τη απλοϊκωτέρα αυτού
+διατυπώσει το σύμβολον της εθνικής πίστεως, μαρτυρεί περί πάντων
+τούτων. Ασμένως δε καί τοι δημοσιευθείσαν καταχωρίζω ενθάδε,
+αΐδιον μεν του διαθέτου μνημόσυνον καλόν δε παράδειγμα προς ημάς
+απαραίτητον έχοντας ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας, κόσμον δε του
+βιβλιαρίου μου τούτου.
+
+Συγχρόνως επί των ορέων της δυτικής Ελλάδος ηγείροντο
+κεραυνοβόλοι οι αρματωλοί Αγγέλης Σουμήλας επονομαζόμενος Βλάχος,
+Χρήστος Βαλαωρίτης ο ημέτερος γενάρχης μετά του μονογενούς αυτού
+υιού Μόσχου, ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο
+Σπαθόγιαννος.
+
+Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους
+εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών
+προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των
+εχθρών δύναμιν. Εκ του δουκικού διατάγματος δι' ου ο Σουμήλας,
+προσφυγών εις Λευκάδα μετά του Χρήστου και Μόσχου των Βαλαωριτών,
+εις αμοιβήν των θυσιών και των αγώνων του απήλαυσε τον χρυσούν
+του Αγίου Μάρκου σταυρόν, προκύπτει ότι ο αθλητής ούτος, ιδίαις
+δαπάναις καθ' όλην του πολέμου την διάρκειαν, διετήρησε σώμα εκ
+χιλίων και επέκεινα μαχητών διατρέχων εφ' όλην εικοσαετίαν
+Στερεάν και Πελοπόννησον και καταπλήττων απανταχού τους
+πολεμίους. Είς αδελφός αυτού και είς πρωτεξάδελφος εθανατώθησαν
+εν ταις εκδρομαίς εκείναις, ηκρωτηριάσθη δε και ο Μόσχος
+Βαλαωρίτης, κατά την εν Καβοράκλι μάχην, τον αριστερόν βραχίονα,
+εφ' ου και τεθειμένον ύστερον προσήγαγε προς τον τότε διοικητήν
+υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού.
+
+Ούτε του Σουμήλα ούτε των Βαλαωριτών τα ονόματα, ανέκαθεν
+αδιασπάστως συνδεδεμένα διά τε των δεσμών της συγγενείας και του
+υπέρ πατρίδος χυθέντος αίματος, ηθέλησα να μνημονεύσω απτόμενος
+της εποχής εκείνης, ίνα μη τις μοι προστρίψη μώμον ως δήθεν εκ
+προθέσεως περιαυτολογούντι. Ουχ ήττον ομολογώ ότι πολλάκις μοι
+επήλθε τοιούτος φιλοτιμίας πειρασμός.
+
+Ο Σουμήλας απολαβών παρά της Βενετικής Δημοκρατίας πολλά κτήματα
+κατώκησεν εν Λευκάδι ένθα και κατέλυσε τον βίον διατηρήσας μέχρι
+τέλους πολλήν εν τη νήσω βαρύτητα, προελθούσαν μάλιστα επί
+τοσούτον ώστε οι οπωςδήποτε και υπ’ αυτής της αρχής διωκομένοι
+εσώζοντο εισελθόντες άπαξ εις την οικίαν αυτού. Εντεύθεν και το
+δημώδες «_επιάστηκε από το χαλκά του Καπετάν Αγγέλη._» Εν Σιβίστα
+κωμοπόλει του εν Αιτωλία δήμου Μακρυνίας διεσώθησαν οι πέντε
+πρώτοι στίχοι δημοτικού άσματος αναγομένου βεβαίως εις την
+ηρωικήν εκείνην εποχήν, εν ω μνημονεύονται τα ονόματα του Αγγέλη
+Σουμήλα και Χρήστου Βαλαωρίτου.
+
+ΑΓΓΕΛΗΣ ΣΟΥΜΗΛΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΩΡΑΣ,
+
+Σαν τι μεγάλη καταχνιά 'ς τη Σίβιστα 'ς τη ράχη.
+Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας
+Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις ή δέκα
+Μόν' είν' χιλιάδες δεκατρείς, χιλιάδες δεκαπέντε.
+Τζαφέρμπεης εχούγιαξε κι' ο Αγγέλης πηλογιέται...
+
+Οι Βαλαωρίται, αφ' ου επί τινα χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το
+αρματωλίκιον του Βάλτου, λαβόντες επίσης γαίας εις αμοιβήν της
+καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον και ούτοι εις Λευκάδα, όπου
+και διέμειναν, ο δε οικογενειακός αυτών τάφος υπάρχει εν τω ναώ
+του Σωτήρος.
+
+0 Μόσχος Βαλαωρίτης μετά την καταστροφήν της επαναστάσεως είχε
+περιέλθει εις εσχάτην πενίαν· σώζεται δε παρ' ημίν επιστολή αυτού
+ιδιόγραφος προς τους εν τη Στερεά φίλους (αιτήσαντας ως φαίνεται
+χρηματική τινα παρ' αυτού βοήθειαν,) εν η διαβεβαιοί ότι ουδέν
+έτερον υπελείπετο πλέον αυτώ ειμή τα όπλα.
+
+Το ξίφος του Σουμήλα περίδοξον και πολύτιμον, κατακτηθέν εν
+πολέμω υπ' αυτού του Αγγέλη ιδίαις χερσί φονεύσαντος πασάν τινα,
+διετηρήθη εν τη οικογενεία μέχρις ου αλβανός τις διάσημος (ο Βελή
+Γκέκας νομίζω ή ο Βεκήρ Ζουγαδούρος) ηγόρασεν αυτό και απέστειλε
+δώρον προς τον Αλή πασάν. Ενομίζετο δε ότι το ξίφος τούτο είχε
+προς τοις άλλοις την δύναμιν να διαλύη τας επιδέσεις και να
+ουδετερώνη την ενέργειαν των πονηρών πνευμάτων.
+
+Ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος έπεσαν
+εν πολέμω.
+
+Προς επιβεβαίωσιν δε όσων προηγουμένως ερρέθησαν περί Μόσχου
+Βαλαωρίτου και προς διάψευσιν των λοιδοριών, ας μετά ιδιαζούσης
+χαριτολογίας και αληθώς αξιοθαυμάστου ιστορικής ακριβείας
+εξετόξευεν άλλοτε κατά της Ελλάδος, ιδίως δε κατά τινων εκ των
+σημαντικοτέρων της Επτανήσου οικογενειών ο Βρετανός Whyte Jervis,
+εν αις περιλαμβάνει και την ημετέραν, αποδίδων αυταίς ξενικήν
+καταγωγήν, παραθέτομεν ενθάδε τα δύο δουκικά διατάγματα δι' ων
+ανεγνωρίσθησαν αι πολεμικαί αυτού υπηρεσίαι, προς δε καί τινα
+αποσπάσματα εκ του προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπομνήματος αυτού
+και της εκθέσεως του τότε διοικητού συνιστώντος θερμώς την
+παραδοχήν των αιτήσεων του πενομένου αρματωλού και επικαλουμένου
+υπέρ αυτού την μεγαλοδωρίαν της Κυβερνήσεως (16)
+
+Επισυνάπτομεν προς τούτοις και έτερον δίπλωμα, δι' ου ο Ανδρέας
+Πισάνης Βενετός ναύαρχος μαρτυρεί περί της ανδρείας, ην ο
+Γεώργιος Βαλαωρίτης, υιός του Μόσχου, έδειξεν ως εθελοντής κατά
+την αιματηράν προς τους Οθωμανούς ναυμαχίαν εν τω Κερκυραϊκώ
+πορθμώ, τη 8 Ιουλίου 1716. Αυτός ούτος διεκρίθη και κατά την
+εκπόρθησιν της Βονίτζης, ως προκύπτει εκ του υπομνήματος, δι ου ο
+Πισάνης εξαιτείται παρά της Δημοκρατίας δωρεάν κτημάτων εις
+αμοιβήν των υπηρεσιών αυτού.
+
+
+Alivisius Mocenico, dei gratia, Dux Venetiae, Nob[ilissi]mi et
+sap[ientissi]mi Viri Johanni Pizzamano, Proved[ito]re. Nostro
+straordinario.
+
+Sopra l'istanzia che troverete unita con l'informazione di essa
+del prov. del'isola, dei cap[ita]ni Mosco di Cristo dale terre di
+Luro ed Apostoli Anifandi, dal territorio di Comboti sotto
+l'Arta, che si sono nella guerra accorsa sognalati contro Turchi,
+siamo persuasi d'esprimervi, che confermandosegli le case a loro
+spese fabricate nelle quali sono al presente le famiglie d'essi
+collocate nel Borgo di codesta Piazza e nella terra di Lefcada
+abbiasi poi con le solite annuali corrisponsioni in cassa Publica
+ad assegnarli tanti de' terreni inculti già di ragione de' Turchi
+che possano coltivati rendergli quaranta in cinquanta Reali per
+cadaunno all'anno così trovandosi proprio e conveniente
+verso la loro fede e distinte benemerenze.
+
+Alivisius Mocenigo, Dei gratia, Dux Venetiae Nob[ilissi]mi, et
+Sap[ientissi]mi Viri Iohanni Pizzamano.
+
+Concorsi con le antecedenti Ducali de dì 24 Settembre ad
+assegnare in retribuzione de' servizii resi alla Signoria Nostra
+dal Capitano Cristo Mosco ed altro suo compagno, terreni inculti
+in quella quantita che poi coltivati possano rendere per cadauno
+quaranta in cinquanta Reali all'anno. Hora esprimendosi il
+Capitano Mosco sudetto riuscirgli impossibile per trovarsi privo
+di un braccio perduto in battaglia C a v o r a c l i per la sua
+povertà farli coltivare vi diciamo che per questo straordinario e
+compatibile caso habbiate ad assegnarli di questi coltivati per
+la rendita annuale predetta di quaranta in cinquanta Reali non
+che però si levino ad altri che ne fossero legalmente al
+possesso, così trovando proprio e conveniente.
+
+Εκ του υπομνήματος όπερ προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπέβαλεν ο
+Μόσχος Βαλαωρίτης.
+
+ (παραλείπονται)
+
+Αναλαβόντες μετά της ημετέρας πολυαρίθμου στρατιωτικής ακολουθίας
+την περιφρούρησιν των χριστιανών κατοίκων της τε Λευκάδος και
+Πρεβέζης και δι' επισήμων διπλωμάτων των υμετέρων αντιπροσώπων
+αναγνωρισθέντες _Αρματωλομπασίδες_ τουτέστι πρόμαχοι της ζωής και
+της περιουσίας τών υπηκόων υμών, ανεδείχθημεν άξιοι της υμετέρας
+εμπιστοσύνης και παρέσχομεν αναντίρρητα τεκμήρια πίστεως,
+εκτελούντες τας ανωτέρας διαταγάς, ιδίως δε ότε ανετέθη ημίν η
+είσπραξις των δημοσίων προσόδων και ότε συνεχώς συμπλεκόμενοι
+προς τους Οθωμανούς, συνελαμβάνομεν και παρεδίδομεν στρατιώτας
+λειποτάκτας δραπετεύοντας εκ των φρουρίων και συνασπιζομένους
+μετά των εχθρών.
+
+Έκαστος ημών είδεν αποσφαζομένους υπό των βαρβάρων αδελφούς και
+συγγενείς. Αλλ' εγώ ο οπλαρχηγός Μόσχος μετά πολυχρονίους
+αιματηράς θυσίας απώλεσα μαχόμενος και τον αριστερόν βραχίονα·
+αφ' ου όμως πολεμών ηυτύχησα πρώτον ν' αρπάσω εκ των χειρών του
+εχθρού τους εν δουλεία συρομένους χριστιανούς αιχμαλώτους και να
+τρέψω εις φυγήν και να εξοντώσω την στρατιάν των αλλοφύλων, ως
+εναργώς προκύπτει εκ των παρ' ημίν ενδεικτικών, δι' ων οι
+υμέτεροι στρατηγοί περί πάντων τούτων μαρτυρούσι.
+
+_Εκ της εκθέσεως, δι ης ο προβλεπτής Κορρέρ συνιστά την παραδοχήν
+των αιτήσεων του οπλαρχηγού Μόσχου Βαλαωρίτου_
+
+ (παραλείπονται)
+
+Οι προμνησθέντες οπλαρχηγοί, αφού απέλιπον την οθωμανικήν χώραν,
+έλαβον μετά της πολυαρίθμου ακολουθίας των αρματωλών των
+υπηρεσίαν υπό την Βενετικήν σημαίαν, και μεγάλη προήλθεν ωφέλεια
+εκ της υποστηρίξεως ταύτης κατά την μακράν διάρκειαν του πολέμου.
+Προς πολλούς δε εξ αυτών διεπιστεύθημεν την ασφάλειαν των εν τω
+Ξηρομέρω ημετέρων επαρχιών, ας και έσωσαν διά του ιδίου αίματος
+και της θυσίας των αδελφών, από των αδιαλείπτων εχθρικών
+επιδρομών.
+
+Ούτε ήθελόν ποτε εξασφαλισθή, άνευ της αρωγής των όπλων των, αι
+πολυάριθμοι οικογένειαι αίτινες προσέφυγαν εις τα προάστεια της
+Λευκάδος και της Πρεβέζης, ότε δε δι' αιφνιδίων νυκτερινών
+επιθέσεων επετύγχανον ενίοτε οι εχθροί ν' αρπάσωσι χριστιανούς
+αιχμαλώτους και κτήνη εν τοις αγροίς βόσκοντα, οι οπλαρχηγοί
+ούτοι, άμα τη εκπυρσοκροτήσει του πρώτου τηλεβόλου των φρουρίων,
+εν ακαρεί συνησπίζοντο και μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου,
+προλαμβάνοντες τους οθωμανούς, ενέδρευον εν σκοτειναίς κρύπταις
+και επιπίπτοντες κατέσφαζαν αυτούς ανηλεώς, διέσωζαν τα λάφυρα
+και απέδιδον προς τους αθλίους αιχμαλώτους την προτέραν
+ελευθερίαν. (facevano d'essi sanguinosa stragge, ricuperavano le
+depredate spoglie, et armenti, ridonando a' miserabili schiavi la
+pristina libertà.)
+
+NOI ANDREA PISANI
+
+DELLA SERRENISSIMA REPUBLICA DI VENEZIA
+
+Capitan General.
+
+Imbarcatosi Giorgachi Valagoriti sopra la publica nave, T e r r o r,
+in qualita di volontario ha nell'occasione del combattimento
+seguito li 8 Luglio passato nel canal di Corfù, dato prove del
+suo coragio e fede come viene comprobato dalle attestazioni
+dell'Illustrissino Proveditor Correr, gradendo noi le dimostrazioni
+benemerite del medesimo lo accompagniamo con le presenti a ciò li
+facino scorta al conseguimento delle publiche grazie.
+
+Galera Cap[ita]nia Generale
+
+Li 25 Novembre 1716 S. N.
+
+ PORTO CLIMENÒ
+
+ΔΙΑΘΗΚΗ
+Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Υ Χ Α Ρ I Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ,
+
+Εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι.
+
+Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν
+και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
+
+Εδώ κάνω κατάγραμμο της δυστυχισμένης φαμίλιας μας που
+καταγώμαστε σκλιτάδα και σκλιτάδα από τη Ρούμελη και ήρθαμε σε
+τούτο το νησί της Ζακύνθου από κατατρεμμό και όχι από άλλο.
+
+Ο πατέρας μας, που ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του, ελέγονταν Γιάννης
+και ήτον από την χώραν Αγιθυμιά, και η μάνα μας, που ο θεός να τη
+σχωράη, Σαλονίτισα, και ελέγονταν Βιολέτα. Γεννηθήκαμε τέσσαρα
+αδέρφια. Ο μεγαλήτερος ελέγονταν Φίλιππος και καλογερεύοντας
+επήρε όνομα Φιλόθεος και είναι, ο Δεσπότης, ο δούλος του Θεού,
+που να έχω την αγίαν του ευχή εγώ και πας άλλος χριστιανός,
+αγκαλά και απεθαμένος. Ύστερα έρχομαι στην αράδα εγώ, και η
+αδερφή μου η Μάρω και το αδέρφι μου ο Γηώργης. Και ο πατέρας μου
+πέθανε χρόνωνε ογδοήντα με θάνατο χριστιανικό, σαν καλός
+χριστιανός οπού ήτανε, κάνοντας ψυχικά, και ποτέ στο ζύγι μην
+αγελώντας, και αξιώθηκε να τον εβγάλη ο Φιλόθεος ο Δεσπότης που
+του έδωκε και την αγίαν του ευχή. Και η μάνα μας πέθανε από τη
+λοιμική που μας ηφέρανε οι Βενετζιάνοι και πολύς κόσμος εχάθηκε,
+χρόνωνε εξήντα τρία.
+
+Ο Φιλόθεος είχε γραμματαλλαγή με τους Βενετζιάνους, να το
+βαρέσουνε λευθερόνοντας το σκλαβωμένο γένος μας και αγροικόταν με
+τους Καπεταναίους και δεσποτάδες της Ρούμελης. Κατά καιρό που
+κατέβηκε η αρμάδα στα νησιά, ούλη η Ρούμελη εδούλεψε σπαθί, και
+εκλάδεψαν πάσα ψυχή αλλόπιστων αγαρηνών. Τότε ήτονε καπετάνιος
+Σάλονα και Λοιδορίκη ο Καπετάν Κούρμας και με πεντακόσιους
+αρματολούς επήρε Σάλονα, Λοιδορίκη και Έπαχτο, και περίττο από
+δυο χιλιάδες Τούρκων έσφαξαν.
+
+Ύστερα σε λίγο μας ήρθε η λοιμική και πολύς κόσμος εχάθη. Τότε
+και η μάνα μας η μακαρίτισσα, ο Θεός να την σχωράη, πέθανε, και η
+αδερφή μου Μάρω χρονών είκοσι οκτώ.
+
+Σάμπως ήρθαν οι Τούρκοι, οι Βενετζιάνοι εμπήκαν στα κάτεργα και
+αφήσαν εμάς τους δύστυχους. Και ο Καπετάν Κούρμας με τετρακόσους
+εβγήκε και τους ετζάκισε σε τέσσεραις πάνταις. Ήρθε και ο
+Φιλόθεος που ο Καπετάν γκενεράλες τον είχε μαζή του, γιατί είχε
+υπόληψι και στίμα και ακουόνταν απ' όλους τους Ρουμελιώταις και
+έκαμαν με τον Καπετάν Κούρμα βουλή να πάρουνε και το Ζητούνι. Μα
+δε μπόρεσαν, γιατί εκλείστηκαν οκτώ πασάδες, και έκαψαν και τη
+Θήβα, εκτυπήσαν και το ορδί του Τούρκου κοντά στο Πατραντζίκι,
+και το Ταλάντι επήραν και ο Κούρμας λαβώθηκε. Ήρθε ο Λιμπεράκης
+να πάρη το Σάλονα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο
+Καρπενήσι και σε τρίχα να τόνε πιάση και ολοζώντανο. Ο δεσπότης ο
+Φιλόθεος εβαρέθη στο λαιμό, στον πόλεμο, και σε δέκα μέραις
+επρίστηκε και πέθανε και ο Κούρμας εσκοτώθη.
+
+Ήρθαν οι Τούρκοι και έδιωξαν τους Βενετσιάνους και εγώ με άλλους
+πολλούς αγκαλά και μας έταξαν οι Τούρκοι με όρκο να μη μας
+πειράξουν, έφυγα με το αδέρφι μου το Γηώργη και με κάτεργο του
+καπετάν Στάθη Βλαστού ήρθα σε τούτο το νησί της Ζακύνθου.
+
+Σαν αληθινός χριστιανός χρήζοντας να ήμαι έτοιμος σε πάσα ώρα και
+στιγμή να παρουσιαστώ εις το τρομερό και φρικτό του Θεού
+κριτήριον, ερεγολάρησα τα πράγματά μου. Και πρώτο συχωράω πάσα
+άνθρωπο που με έβλαψε και ζητάω απ' ούλα τ' αδέρφια μου τους
+χριστιανούς συγχώρεσι σε ό,τι τους επίκρανα και τους εζημίωσα.
+Αφίνω το τίποτές μου εις το αδέρφι μου το Γηώργη και θέλω να με
+θάψη, χωρίς καμμία εξόδευσι και κοσμοπομπή. Να μου αφίση μονάχα
+το βρακί και το μαύρο ποκάμισο και τίποτας άλλο, και να με ρίξη
+σ' ένα ταφί. Και αν δώση ο πανάγαθος και πανοικτήρμονας Θεός και
+καπιτάρει να ελευθερωθή το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό
+και αντίχριστο και ανελεήμονα αγαρηνόν, να ξεθάψη τα κόκκαλά μου,
+και τα κόκκαλα του μακαρίτου αδερφού μου Φιλόθεου που τα έχω
+κρυμμένα σε μια σακκούλα στην σπηλιάν που εγνωρίζει και να τα
+θάψη μαζή και κοντά στα κόκκαλα των γονηών μας εις την εκκλησιά
+της πατρίδος μας· μα, το ξαναλέγω, _σαν ελευθερωθή και όχι τώρα
+που είμαστε σκλάβοι_. Και αν κάμη έτζι νάχη την ευχή του Φιλόθεου
+και εμένα, αλλέως τη κατάρα μας· _γιατί έτζι με ώρκησε στο
+Ευαγγέλιο ο μακαρίτης Φιλόθεος ωσάν εξεψύχου_.
+
+Αφίνω ακόμα διάτα και τόνε βάνω σε όρκο φρικτό εις το όνομα του
+Θεού, του Χριστού, της Παρθένος, εις τα κόκκαλα των γονηών μας
+και του αδερφού μας Φιλόθεου, και εξορκίζω τον αδερφό μας Γηώργη,
+το σταυρό το μαλαματένιο να μην τόνε πειράξη· να τον απιθώση σε
+μια εκκλησιά να λειτουργιέται και να κάμη κολάγι και τόνε στείλη
+στην πατρίδα μας του Παπαθανάση να τον απίθώση στην εκκλησιά μας,
+γιατί άνθρωποι είμαστε και πέφτομε σε λάθο· αυτός ο σταυρός είναι
+του μακαρίτου αδερφού μας Φιλόθεου και νάχης την ευχή του, Γηώργη
+μου, να τον φυλάξης.
+
+Αφίνω και στον αδερφό μου Μήτρο να δώση 30 τζεκίνια στην κάσα για
+ελευθέρωμα σκλαβών, και 10 στο οσπιτάλε και χωρίς άλλο να το
+κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και
+υστερινή μου θέλησι.
+
+ΔΗΜ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ.
+
+Επληρώθη άραγε η παραγγελία του αειμνήστου φιλοπάτριδος ή τα οστά
+αυτού κείνται εισέτι κεχωρισμένα των του Φιλόθεου και των γονέων
+αυτού;...
+
+ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ.
+
+Ήκμασε περί τα μέσα τις παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Συνηγωνίσθη
+μετά των αδελφών Μήτρου και Λάμπρου Τζεκούρα. Εμβαλών εις Ήπειρον
+εισήλθε ξιφήρης εις Άρταν και ηχμαλώτισε τον κατήν και δύο
+αγάδας. Το ανθραγάθημα τούτο προυκάλεσε Σουλτανικόν φιρμάνιον,
+δι' ου διετάττετο η σύντονος αυτού καταδίωξις. Τότε ο εν
+Ακαρνανία δερβέναγας, Μουχτάρ Κλεισούρας, μετά του προεστώτος
+Πάνου Μαυρομμάτου, εξεστράτευσαν μεν κατ' αυτού, αλλά
+καταληφθέντες υπό φόβου ενήργουν μετά πολλής αδρανείας και
+απέφευγον πάσαν συνάντησιν. Διαφθείραντες ύστερον Σουλεϊμάνην
+τινα φίλον στενώτατον τω Μηλιόνη, ενετείλαντο αυτώ την
+δολοφονίαν. Πορευθείς ούτος προς τον αρματωλόν έτυχεν αδελφικής
+δεξιώσεως ώστε σκληρώς ελεγχόμενος υπό του συνειδότος εδήλωσε τον
+σκοπόν της αποστολής του, ελπίζων ότι οικειοθελώς έμελλε να
+παραδοθή ο γενναίος εκείνος· Αλλ' ο Μηλιόνης αφ' ου απήντησε,
+
+_Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει_
+
+έδραξε το πυροβόλον και εξελθών εμονομάχησε προς τον Σουλεϊμάνην.
+
+Με το τουφέκι ετρέξανε ένας να φάη τον άλλο
+Φωτιάν εδώκαν 'ς τη φωτιά πέφτουν κ' οι δύο 'ς τον τόπο.
+
+ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ.
+
+Γιος του Δήμου, ωρμάτο εκ Σακαρετζίου του Βάλτου, διέπρεψε δε
+μαχόμενος διά βίου προς τους Οθωμανούς. Αλλ' εν έτει 1767 επί
+κεφαλής 300 αρματωλών κατετρόπωσε τον Μούρτο Χούσον πάππον του
+Αλήπασα, σταλέντα παρά του Κουρτ πασά προς καταδίωξιν αυτού, εν
+τη εν Κερασόβω μάχη. Συνέδραμαν αυτόν τότε και ο Σταθάς και ο
+Καρακίτζος και ο Κοντογιάννης και ο Στουρνάρης, αλλά την ανωτέραν
+διεύθυνσιν είχεν ο Μπουκουβάλας και προς αυτόν οφείλεται η εν
+τοις δημοτικοίς ημών άσμασι διασαλπιζομένη εκείνη νίκη. Ύστερον
+κατέβαλε την οφρύν των εχθρών πάλιν εις _Χοτένια_ και τέλος
+μετέσχε της περί το 1769 άλλης εθνικής επαναστάσεως.
+
+Μετ' αυτού συνηγωνίσθη πολλάκις και ο εξ Ευρυτανίας Μητρομάρας,
+πρωτοπαλλήκαρον του διαβοήτου Τζόλκα, όστις διαπρέψας κατά γην
+ανεδείχθη τρομερός και κατά θάλασσαν πειρατής και πολλήν επήνεγκε
+βλάβην εις τας νήσους του Αιγαίου τας μη μετασχούσας της
+επαναστάσεως. Συνεκρότησεν ύστερον πολλάς κατά ξηράν μάχας υπό
+Μοσχοβητικήν σημαίαν· ενίκησεν εν Αθήναις και εν Μεγάροις τους
+Τούρκους και πληγωθείς περί την Ελευσίνα απεβίωσεν εν Σαλαμίνι.
+
+Επεξερχόμενος πολλάκις την αξιόλογον συλλογήν του Κυρίου Πασσόβ
+μετά λύπης παρετήρησα ότι εκτός προφανεστάτων αναχρονισμών, εκτός
+πολλών αμαρτημένων στίχων, ουδεμία υπάρχει εν εκάστω άσματι, ούτε
+προτεταγμένη ούτε επιτεταγμένη ιστορική διασάφησις. Εντεύθεν
+σκότος μέγα επικρατεί και ακατανόητος αποβαίνει η διήγησις ιδίως
+προς τους ξένους. Αισθάνομαι ότι το έργον τούτο απόκειται εις
+ημάς και ότι πρέπει όπως δήποτε να ευγνωμονώμεν προς τον Κύριον
+Πασσόβ και να αποδίδωμεν αυτώ χάριτας επί τω γιγαντιαίω έργω όπερ
+επεχείρησε. Αλλ' ομολογώ ότι έλλειψις αποβαίνει επαισθητή και
+ευχής άξιον εάν εθεραπεύετο όσον τάχιον.
+
+ΣΤΑΘΑΣ.
+
+Σταθάς Γεροδήμος εκ Βάλτου ήκμασε περί τα μέσα της παρελθούσης
+εκατονταετηρίδος. Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745
+κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν
+ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των
+Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο
+Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο
+Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε
+κατά την επανάστασιν των 1769. Κατά το έτος 1772 συνεκρότησε την
+εν Κασσάνδρα της Μακεδονίας περιλάλητον ναυμαχίαν, το δε εις την
+νίκην εκείνην αναφερομένον άσμα ημαρτημένως ανάγεται υπό του
+Κυρίου Πασσόβ εις την μεταξύ του 1750 και του 1760 διαγενονομένην
+δεκαετίαν. Κατέφυγεν ύστερον μετά του Ορλώφ εις Ρωσσίαν όπου και
+έλαβε βαθμόν λοχαγού εν τω στρατώ. Οι εν τω Βάλτω απόγονοι αυτού
+δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι το αρματωλίκιον, περιελθόν μετά
+ταύτα εις τον συγγενή αυτού Ίσκον.
+
+ΖΗΔΡΟΣ.
+
+Η οικογένεια του Ζήδρου εκ των αρχαιοτέρων και ρωμαλεωτέρων του
+Πίνδου παραφυάδων, ήκμασεν ως απόλυτος κυρίαρχος εν Ελασσώνι περί
+τα διακόσια έτη. Αλλ' ο Πάνος Ζήδρος περί τας αρχάς του δεκάτου
+ογδόου αιώνος, δι' ακαταπαύστων πολέμων εξέτεινε την γραμμήν και
+τα όρια του προγονικού αρματωλικίου, ανεκηρύχθη δε διά
+Σουλτανικού φιρμανίου έξαρχος Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο τίτλος
+ούτος αναφερομένος εν τω δημοτικώ άσματι τω παρά τω Κυρίω Πασσόβ
+δημοσιευθέντι υπ' αριθμόν XVI εγράφη ημαρτημένως και χρήζει
+διορθώσεως.
+
+ Ήσουν και πρώτος _έπαρχος_ 'ς όλα τα μοναστήρια
+αντί
+ Ήσουν και πρώτος _έξαρχος_...
+
+Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς
+τας Επαρχίας των, ούδ' ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, Οθωμανός να θέση
+τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω
+και θέλων ν' ανταμείψη τους μετ' αυτού αγωνισθέντας απένειμεν
+εκτεταμένα _κόλια_ (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά
+του και διώρισε τον Βλαχάβαν εις Χάσια, τον Λάζον εις
+Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζώτην εις Βέρροιαν,
+τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους
+αλλαχόσε.
+
+Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του
+εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον
+εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό
+την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο
+και απεφάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού
+ζητήματος.
+
+Έζησεν ο Ζήδρος έτη 128 ή 130 και συνήψε πρώτον γάμον ότε ήτο
+υπερεννεντηκοντούτης. Κατέλιπε δε ένα μόνον υιόν τον Φώτον,
+δολοφονηθέντα περί τα 1768. Τοιουτοτρόπω αποσβεσθείσης της
+διασήμου γενεάς, παρέλαβε την ήδη κατακερματισθείσαν κληρονομίαν
+ο επί θυγατρί γαμβρός του Πάνου Ζήδρου, Πάνος Τζάρας, πάππος του
+διαβοήτου Νίκου Τζάρα.
+
+Έξαρχοι, εκτός του Ζήδρου, υπήρχον και ο Μάρκο-Πούλιος εν Ηπείρω,
+ο Τριμπούκης εν Ακαρνανία, ο Τζόλκας εν Ευρυτανία και Φθιώτιδι,
+ο Βρυκόλακας εν Παρνασσίδι, Δωρίδι και Ναυπακτία.
+
+Οι έξαρχοι ούτοι, ως προείπον, εκυβέρνων διά τοπαρχών, εδίκαζον
+πολιτικάς και θρησκευτικάς διαφοράς, επώπτευον τα μοναστήρια,
+είχον ιδίαν σημαίαν και σωματοφυλακήν.
+
+ΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ.
+
+Υιός του Αθανασίου, αρματωλού των Χασίων. Προς συμπλήρωσιν δε
+όσων περί αυτού έγραψα εν τοις Μνημοσύνοις, προστεθήτω ότι την
+υπ' αυτού κινηθείσαν επανάστασιν εν έτει 1808 προέδωκαν οι εκ
+Μετζόβου οπλαρχηγοί Δεληγιάννης και Βλαχοθώδωρος. Ο Ευθύμιος μετά
+την αποτυχίαν επειράθη να στρατολογήση εν Επτανήσω και εν Ηπείρω
+νέας δυνάμεις, αλλά συλληφθείς παρεδόθη τω Αλή και εστέφθη διά
+του μαρτυρίου. Ο υιός αυτού Φλώρος κληρονομήσας το πατρικόν
+αίσθημα, προσεπάθησε να αναστατώση την Θεσσαλίαν κατά το 1814,
+αλλά προδοθείς και ούτος παρά των εν Χασίοις _καπητανευόντων_
+Ψιραίων συνελήφθη, παρεδόθη τω Αλή και ετελεύτησεν, ως ο αοίδιμος
+αυτού πατήρ, εν βασάνοις.
+
+ΒΛΑΧΑΡΜΑΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ.
+
+Αρματωλός εκ Μαυρολιθαρίου, είς εκ των γενναίων οίτινες ύψωσαν
+την σημαίαν της επαναστάσεως κατά το 1750 — 1760 εν Παρνασσίδι
+και εν Δωρίδι. Βαρέως πληγωθείς εν τη παρά τω χωρίω Δεσφίνα
+γενομένη συμπλοκή κατέφυγεν εις το εν Δαυλία μετόχιον του
+μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, κείμενον παρά τοις Δελφοίς. Διωκόμενος δε
+προσέφυγεν είς τι παρακείμενον σπήλαιον αλλά προδοθείς υπέστη
+σκληρότατον θάνατον. Το πτώμα αυτού εσύρθη επί της πετρώδους
+οδού, ήτις άγει εκ Δελφών προς το Κρισσαίον πεδίον και
+κατακερματισθέν ανεστηλώθη επί πασσάλων κατά το διασταύρωμα των
+προς Χρυσόν και Σάλονα οδών.
+
+ΗΛΙΑΣ ΒΙΔΑΒΙΩΤΗΣ.
+
+Κατά τα 1770 νέα απόπειρα εκ μέρους των αρματωλών εγένετο προς
+ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας. Προεξήρχον δε ο Βλαχοθανάσης εκ
+Βουνιχώρας, ο Αλέξης Καλόγερος εκ Χρυσού, ο Κώστας Σουσμάνης εκ
+Γαλαξειδίου, ο Μήτρος Δενδούσης εξ Αγίας Ευθυμίας, ο Νίκος
+Μαραβέλης εκ Σιγδίτζης και ο Ηλίας Βιδαβιώτης. Απαντες οι
+γενναίοι ούτοι είτε εν πολέμω, είτε εν βασάνοις κατέλυσαν τον
+πολυτάραχον βίον, παράδειγμα γενόμενοι μοναδικής καρτερίας και
+τόλμης απαραμίλλου. Τα κατά την επαναστατικήν ταύτην απόπειραν
+αιματηρά συμβάντα ακριβώς εξιστορούνται υπό του κυρίου Σάθα εν τω
+_ανεκδότω_ αυτού _Χρονικώ του Γαλαξειδίου_.
+
+ΛΑΜΠΕΤΗΣ — ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ
+
+Εκ των ωραιοτέρων επεισοδίων δι' ων πενθηφορούσαι κοσμούνται αι
+αιμοσταγείς σελίδες της ιστορίας του μεσαιωνικού αρματωλισμού,
+αφόβως δύναται να υποστηρίξη τις ότι τα περί Αστραπογιάννου και
+Λαμπέτη δίδουσιν ακριβή ιδέαν των αισθημάτων, υφ' ων ενεπνέοντο
+αι ψυχαί των ακαταδαμάστων εκείνων πολεμιστών.
+
+Κατήγετο ο Αστραπόγιαννος εκ του χωρίου Αγίας Ευθυμίας και ήκμασε
+περί τα μέσα του παρελθόντος αιώνος. Υπηρέτησε κατά πρώτον ως
+απλούς κλέφτης υπό την σημαίαν των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου
+Τζεκούρα και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά τον σκληρόν θάνατον
+τούτων συνεκρότησεν ο Αστραπόγιαννος ίδιον σώμα και επιβληθείς
+διά των όπλων ανεγνωρίσθη επισήμως αρματωλός της Δωρίδος και
+χρόνον τινα ησύχασε. Αλλά του Δερβέναγα των Σαλόνων Μίρτζα,
+βιάσαντος γυναίκα τινα υπαγομένην εις το αρματωλίκιον αυτού, μη
+ανεχόμενος την ύβριν, ήλθεν εις ρήξιν και μάχη πεισματώδης
+συνήφθη έξω του Γαλαξειδίου, εν η κατεστράφησαν οι οθωμανοί. Όσοι
+δε εκ των πολεμίων ώρμησαν προς την θάλασσαν ζητούντες διέξοδον
+και σωτηρίαν, έπεσον και ούτοι υπό την μάχαιραν του φοβερού
+αρματωλού μη φεισθέντος μηδενός.
+
+Οι επομένοι στίχοι, οι μόνοι διασωθέντες έκ τινος δημοτικού
+άσματος, μαρτυρούσι περί τούτων. Λυπηρόν δε είναι ότι δεν
+διεφυλάχθη ακεραία η διήγησις.
+
+Ο Μίρτζας εξεκίνησε κατά το Γαλαξείδι
+Πιάνει και γράφει μια γραφή, πικρή φαρμακεμμένη:
+ « Σε σέ μώρ' Αστρατόγιαννε, ναρθής να φιληθούμε
+ » Και μη γυρεύεις πόλεμο και μη ζητείς τουφέκι,
+ » Συμπάθησέ με....
+
+Πρωτοπαλλήκαρον αυτού υπήρξεν ο Λαμπέτης εκ Βουνιχώρας. Έν τινι
+δε συμπλοκή θανατηφόρως πληγωθείς ο Αστραπόγιαννος, εστράφη προς
+τον πιστόν τούτον συναγωνιστήν και εξητήσατο παρ' αυτού να
+αποκόψη την κεφαλήν και απαλλάξη αυτήν από των ύβρεων των
+πολεμίων. Υπακούσας ο φίλος εξετέλεσε την σκληράν διαταγήν και
+λαβών την προσφιλή του αρχηγού του κεφαλήν, κατέθεσεν αυτήν εντός
+δισακκίου και εσώθη φεύγων. Διωκόμενος ακαταπαύστως υπό των
+εχθρών και μη στέργων να παραιτήση την πολύτιμον παρακαταθήκην,
+έτρεχεν επί πολλάς ημέρας, εν μέσω κρημνών και βράχων, ζητών
+απόκεντρον και άγνωστον τινα κρύπτην, όπως ασφαλώς ενταφιάση το
+πεφιλημένον λείψανον. Κατά την νεκρώσιμον ταύτην περιοδείαν,
+οσάκις ο Λαμπέτης, ασθμαίνων, κεκμηκώς, ανεπαύετο παρά ταις
+πηγαίς υπό την σκιάν των δένδρων, ετοποθέτει απέναντι αυτού την
+τάλαιναν κεφαλήν, και αφού την περιέβρεχε διά των δακρύων του,
+εδιχοτόμει τον επιούσιον αυτού άρτον, και απένεμεν εις τον νεκρόν
+το σιτηρέσιον, εδρόσιζε τα άφωνα χείλη διά καθαρού ύδατος, την
+κατέθετε πάλιν εντός του σάκκου και εβάδιζεν. Η ακατανόητος αύτη
+και υπερανθρώπινος καρτερία παρετάθη μέχρις ου αι σάρκες ήρξαντο
+καταρρέουσαι υπό σήψεως και απογυμνούσαι το κρανίον. Τότε ο
+Λαμπέτης αλλά τότε μόνον, απεφάσισε να χωρισθή από του νεκρού και
+φθάσας εις Παλάτια άνωθεν του χωρίου Πέντε Ορίων, ανέσκαψε την
+γην παρά τους πόδας αποτόμου πέτρας και ενεταφίασε την κάραν.
+Εκεί καθ' εκάστην πορευομένος ησπάζετο το χώμα και διελέγετο προς
+τον φίλον.
+
+Αλλά φονευθέντος του Αστραπογιάννου, διωρίσθη αρματωλός και
+πληγωθείς καιρίως επί του όρους Τρικόρφου, ήδη επιθάνατος ων,
+διήλθεν έρπων από θάμνου εις θάμνον, μακράν και δύσβατον οδόν,
+μέχρις ου φθάσας επί του προσφιλούς μνήματος και επιθέσας τον
+τελευταίον ασπασμόν εξέπνευσεν ο λεοντοκάρδιος.
+
+Είναι αδύνατον νομίζω το αίσθημα της φιλίας να λάβη ποτέ
+ευρυτέραν ανάπτυξιν και ποιητικωτέραν εκδήλωσιν!
+
+Μνημονεύονται δε και άλλαι περιστάσεις, δι' ων αποδεικνύεται
+τίνων θυσιών και παθημάτων ελογίζετο αξία η κεφαλή των εν πολέμω
+πιπτόντων συμμαχητών και συναδέλφων.
+
+Ο εκ Δωρίδος αρματωλός Λουκάς Καλλιακούδας εφονεύθη, ως γνωστόν,
+εν τη μάχη της Καβρολίμνης. Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος
+Σάκος, ο εξ Ακαρνανίας, κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού
+απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων,
+περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλλας και υπεχώρει μαχομένος
+διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς τον Μήτζου
+Μπόνου. Αλλ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος
+κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής
+ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των αλβανών, ένθεν δε μόνου του
+Σάκου. Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις, αλλ' επί τέλους
+πληγωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν'
+ανακτήση το πολύαθλον γέρας, εκτραπέν υπό των εχθρικών
+λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραφε το ξίφος, επέπεσε
+μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ' ην στιγμήν έψαυε διά
+των δακτύλων την κόμην του Καλλιακούδα.
+
+Ο εξ Αγράφων αρματωλός Κώστας Χρήστος συναντηθείς μετά των
+οθωμανών έξω του Καρπενησίου, εννόησε μετά την νίκην ότι οι
+φυγάδες εχθροί είχον αποκόψη και λάβει την κεφαλήν ενός των
+συνεταίρων, ην μετακομίσαντες εις Καρπενήσιον κατέπηξαν επί δοκού
+και έστησαν εν τη αγορά προς επίδειξιν ενταυτώ και τρόμον. Ο
+Κώστας Χρήστος μη ανεχομένος την ύβριν, εισήλασε νύχτωρ εις
+Καπερνήσιον, εφόνευσε τας τουρκικάς περιπόλους μεθ' ων συνηντήθη,
+ανέκτησε την κεφαλήν και βαλών πυρ εις το Σεράγιον απήλθε σώος.
+
+Ο αρματωλός Γηώργος Σιγδίτζας στενώς επολιόρκησε τα Σάλονα
+εκζητών την απόδοσιν της κεφαλής φονευθέντος συντρόφου.
+
+Ο Χρόνης Λευκαδίτης, κλέφτης περίφημος εκ Λοιδορικίου, συλληφθείς
+διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω, την δε κεφαλήν αυτού έστησαν
+οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά
+παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον
+Ανδρούτζον εζητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του
+Χρόνη. Ο Ανδρούτζος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην
+απήτησε την παράδοσιν των φονέων. Επειδή δε, ο μεν είς εξ αυτών
+είχεν αποθάνει, συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού
+την έστησεν εκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθή η του Χρόνη. Μετά τούτο
+πορευθείς εις Λεβαδείαν, όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων,
+απήτησε και αυτού την παράδοσιν. Αλλ' ούτος προειδοποιηθείς
+εδραπέτευσεν, οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μη επιτρέψωσιν
+ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον.
+
+ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΝ.
+
+Κατά τον χειμώνα του 1865, ενώ η ληστεία ελυμαίνετο τας επαρχίας
+του Βάλτου και της Ακαρνανίας, εγώ και άλλοι τινες φίλοι τεθέντες
+υπό την άμεσον οδηγίαν του ταγματάρχου Ηλία Δημητρακαράκου
+εξήλθομεν χάριν κυνηγεσίας εις Χελογίβαρον. Αφ' ου δε διετρέξαμεν
+τα ωραιότατα δάση τα περικυκλούντα την λίμνην, διενυκτερεύσαμεν
+εν τη συνοικία των Βλαχοποιμένων αδελφών Φερεντίνου.
+
+Όσον και αν ζήσω δεν θέλω λησμονήση τας τερπνοτάτας εντυπώσεις
+της εκδρομής εκείνης!
+
+Συνελθόντες εντός πενιχράς, αλλά καθαροτάτης καλύβης και
+ευχαρίστως επαναλαμβάνοντες κύκλω σφριγώντος πυρός τας
+περιπετείας της ημέρας, αφού κατά το πατρώον έθιμον
+κατεβροχθήσαμεν αμνόν ανεκτίμητον προσενεχθέντα ακέραιον,
+εξηντλήσαμεν δε τας συνήθεις προπόσεις και επολιτικολογήσαμεν
+μέχρι κόρου, κεκμηκότες εκ της επιπόνου οδοιπορίας, χαύνοι, ενώ
+παρεσκευαζόμεθα να παραδοθώμεν εις τας αγκάλας του ύπνου, ήλθε
+και παρεκάθησε μεθ' ημών ο Αθανασούλας Φερεντίνος, επανακάμπτων
+εκ Βονίτζης. Ήρξατο και ούτος διηγούμενος περί ληστών, περί της
+μαστιζούσης τα ποίμνια επιζωοτίας, περί βουλής, περί συντάγματος,
+εκφέρων παρατόλμους δοξασίας ουδέν συναδούσας (λυπούμαι να το
+είπω) προς τας ομολογίας των εν τη πρωτευούση ελευθεροφρόνων
+δογματολόγων, μέχρις ου, επελθούσης γενικής ναρκώσεως, παρελύθη
+ολοσχερώς η συνδιάλεξις και την επικρατούσαν σιγήν μόλις εκ
+διαλειμμάτων διέκοπτον αρνητικά ή καταφατικά τινα μονοσύλλαβα
+τυχαίως ριπτόμενα εν τω μέσω προς τιμήν του ευφραδούς και
+φιλοξένου οικοδεσπότου.
+
+Οι λύκοι ωρύοντο μακρόθεν, εβληχώντο τα ποίμνια, οι φρουρούντες
+αυτά κύνες υλάκτουν ακαταπαύστως, και η μοναδική και απερίγραπτος
+αύτη αρμονία, ενώ πολλούς εκ των συνεταίρων απεκοίμιζεν
+ευχαρίστως, διήγειρεν εν εμοί ακάθεκτον επιθυμίαν ν' ακούσω και
+μάθω αρχαίαν τινα ιστορίαν σχετιζομένην προς την φυσικήν τάσιν
+του πνεύματός μου.
+
+Εκδηλώσας τον πόθον τούτον, είδον μετ' αγαλλιάσεως τον φίλον
+Θανασούλαν πρόθυμον να με ικανοποιήση και επί παρουσία του Κυρίου
+Ηλία Δημητρακαράκου διοικητού του εν Λευκάδι εδρεύοντος τάγματος,
+του αυταδέλφου μου Ξενοφώντος, του Νικολάου Σικελιανού και του
+γαμβρού μου Δημητρίου Σούντια, ήκουσα τα κατά Αμπελογιάννην και
+ιδού παραδίδω εις τας σημειώσεις ταύτας την περί αυτού φημηγορίαν
+(legende) χαίρων ότι δύναμαι να προσθέσω σελίδα μικράν εις την
+ογκώδη βίβλον των αρματωλικών παραδόσεων.
+
+Ο Αμπελογιάννης ή Μπελογιάννης, μονογενής υιός και κληρονόμος
+πατρός κτηνοκόμου, διήνυσε τον πρώτον αυτού νεανικόν βίον
+περιθάλπων και επιτηρών τα ποίμνια. Αλλ' εν μέσω των ερήμων
+διαιτώμενος και αδιαπαύστως συναντώμενος μετά φιλοπολέμων
+συνεταίρων, τυχών δε του βαπτίσματος των καταιγίδων και την ψυχήν
+αυτού αναθρέψας νηπιόθεν εν μέσω των απεριγράπτων καλλονών
+αειπαρθένου και σοβαράς φύσεως, ησθάνθη ταχέως εαυτόν
+προωρισμένον να διατρέξη άλλο παρά το ποιμαντικόν στάδιον και
+βαθμιαίως αναπτυσσομένην εν τη καρδία του ακατάσχετον ορμήν προς
+τον πολεμικόν βίον.
+
+Εμφορούμενος υπό τοιαύτης ιδέας, είδε κατ' όναρ ότι ευρέθη όρθιος
+εν μέσω της κοίτης του Αχελώου και ότι έχων τα νώτα εστραμμένα
+προς τας εκβολάς αυτού αντιπαρέταττε το στήθος προς την ορμήν των
+ρευμάτων μηδόλως πτοούμενος εκ της μεγάλης των υδάτων εξογκώσεως.
+
+Ενώ δε το κύμα του ποταμού ανυψούμενον συνεστρέφετο ήδη περί τον
+τράχηλον και τον πώγωνα και τα χείλη περιέβρεχεν απειλητικόν και
+επίφοβον, ηνέωξεν αυτομάτως το στόμα και ησθάνθη ότι εντός του
+λάρυγγος αυτού, ως εις αχανές βάραθρον βυθιζομένης της πλημμύρας,
+ο κίνδυνος βαθμηδόν ηλαττούτο, οι δε πόδες αυτού εκραταιούντο και
+αι δυνάμεις επηύξανον. Το απροσδόκητον φαινόμενον διήρκεσεν επί
+πολλήν ώραν, μεθ' ο κατενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι είχεν
+απορροφήση πάντα τα νάματα του καταπληκτικού Αχελώου μέχρι
+παντελούς αποξηράνσεως.
+
+Εγερθείς του ύπνου προς ουδένα έφρασε την οπτασίαν, αλλ' αύτη επί
+τρεις κατά συνέχειαν νύχτας επανήλθε και σπουδαίαν ενεποίησε τότε
+εντύπωσιν εις την παράθερμον του νεανίου διάνοιαν. Ουχ ήττον
+ετήρησε πάλιν αυστηράν εχεμυθίαν και προσεπάθει μόνος, άνευ της
+αρωγής ονειροκρίτου τινος να εξηγήση το καταπληκτικόν όνειρον.
+
+Επήλθεν εν τοσούτω η ημέρα, καθ' ην οι ποιμένες εορτάζουσι την
+μνήμην του αγίου Γεωργίου. Ο δε Αμπελογιάννης σφάξας τον αμνόν
+αυτού ανέγνωσε και επί της ωμοπλάτης σημεία αναντίρρητα,
+επιβεβαιούντα και σχολιάζοντα το δράμα. Γενομένου δε κατά την
+στιγμήν εκείνην ραγδαίου υετού, έρριψε την καταβραχείσαν κάπαν
+επί τινα θάμνον και ρεμβάζων εφύλαττεν έως ο εμφανισθείς ήλιος
+την αποξηράνη. Αίφνης εγείρεται τότε θύελλα και ορμητικός
+στρόβιλος ανήρπασεν εν τη δίνη αυτού την μηλωτήν, ήτις
+μετεωρισθείσα μέχρι νεφελών κατέπεσε μετ' ολίγον επί τους ώμους
+του ποιμένος.
+
+Ενταύθα η διήγησις προς στιγμήν διεκόπη, και ο απλοήθης φημηγόρος
+αναλαβών σοβαρώτερον ήθος, προσέθηκε μετ' αφελείας ότι εκ της
+θαυμασίας εκείνης της _κάπας_ καταπτώσεως προήλθεν ο πολεμικός
+των αρματωλών τίτλος _καπετάνος_, ως αν ήθελε σπουδάζων ν'
+ανασκευαστή την περί της ξενοφωνίας ταύτης επικρατούσαν δόξαν
+(capetano) προκειμένου λόγου περί του εθνοπαραδότου εκείνου
+συμβόλου της στρατιωτικής ισχύος, περί της πορφύρας δι' ης
+περιεβάλλετο ανέκαθεν ο βασιλεύς των ορέων, ο ακαταδάμαστος και
+άσπονδος εχθρός της οθωμανικής κατακτήσεως, ο αήττητος μαχητής, ο
+κλέφτης.
+
+Μετά τοσαύτα και τοιαύτα σημεία πορευθείς ο Αμπελογιάννης προς
+τον γηραιόν πατέρα ανήγγειλεν αυτώ ην είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν
+να παραιτήση τον ποιμαντικόν βίον και να επιδοθή εις το πολεμικόν
+στάδιον. Ματαίως εδάκρυσε γονυπετής ο γέρων, πειρώμενος ίνα τον
+μεταπείση. Ο Αμπελογιάννης ησπάσατο την χείρα του γεννήτορος και
+απήλθε.
+
+Ήτο τότε η ώρα καθ' ην οι ποιμένες απολείποντες τας πεδιάδας
+άγουσι τα ποίμνια εις τας ακρωρείας, και ελθών εις την γέφυραν
+της Τατάρνας όθεν συνήθως διέρχονται, είδε πολλούς εκ των
+ομηλίκων και εκθέσας αυτοίς τα γενόμενα εστρατολόγησε και
+επέπεσεν αμέσως κατά των πολεμίων.
+
+Η φήμη αυτού εμεγαλύνθη εν βραχυτάτω χρόνω και το όνομα του
+Αμπελογιάννου αντηχούν απ' άκρου εις άκρον, διέσπειρεν απελπισίαν
+και τρόμον παρά τοις οθωμανοίς, οίτινες βλέποντες καταστρεφομένην
+την κυριαρχίαν αυτών συνεκέντρωσαν μεγάλας δυνάμεις και
+επετέθησαν φοβούμενοι μη εκ του παραδείγματος εκείνου προκύψη
+παντελής όλεθρος. Διήρκεσεν ο αγών επί πολύ αιματηρός,
+φονικώτατος. Αλλά εξαντληθέντων των μέσων του αρματωλού καί τινων
+εκ των συνεπαρχιωτών αντιφερθέντων κατ' αυτού, ενόησεν ο
+Αμπελογιάννης ότι ώφειλε προς στιγμήν να διακόψη τας εχθροπραξίας
+και να αναβάλη εις άλλην καταλληλοτέραν ώραν την επανάληψιν του
+πολέμου.
+
+Απέστειλε λοιπόν τον Μούρτον και τον Βλαχογηωργάκην, εκ των
+ανδρειοτέρων και πιστοτέρων αυτού συναγωνιστών, τον μεν εις
+Ακαρνανίαν, τον δε εις Λευκάδα, αυτός δε μόνος επορεύθη εις τα
+Μετέωρα της Θεσσαλίας, ένθα εύρεν άσυλον παρά τινι των εκεί
+Ηγουμένων. Εξαγορεύσας δε το όνομα και τα πολλά παθήματα,
+αφιέρωσε πάντα τον πλούτον εις την μονήν και λαβών του μοναχού το
+σχήμα, ησύχασεν εν τη ιερά εκείνη ακροπόλει.
+
+Νοσήσαντος μετ' ου πολύ χαλεπήν νόσον, κατέρρευσεν εκ μιας η εκ
+της ηλικίας και των δεινών αγώνων ήδη πολιωθείσα κόμη και μετ'
+αυτής ο μύσταξ και το γένειον. Το σύμπτωμα τούτο θεωρηθέν
+θανάσιμον έπεισε τον Ηγούμενον να εισέλθη παρά τω αγωνιώντι και
+λάβη την τελευταίαν αυτού εξομολόγησιν.
+
+Αλλ' ώ του θαύματος! Ενώ ο Αμπελογιάννης παρεσκευάζετο εις
+μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων, αίφνης ανθηρά, μέλαινα,
+ανηβλάστησεν επί της κεφαλής η κόμη, ανεφύησαν οι μύστακες και το
+γένειον, η χροιά μετεβλήθη και εν ακαρεί μετεμορφώθη ο επιθάνατος
+εις ακμαίον και θάλλοντα νεανίαν υπό τα όμματα του πνευματικού.
+
+Το απροσδόκητον θαύμα υπέλαβεν ο Ηγούμενος κατόρθωμα σατανικόν,
+οιωνόν αποτρόπαιον, όθεν δραμών λάθρα εις Λαμίαν κατήγγειλε τον
+πρόσφυγα και παρέδωκεν αυτόν δέσμιον εις τους δημίους.
+
+Καταδικασθέντα εις τον δι' αγχόνης θάνατον, ήγαγον αυτόν οι
+οθωμανοί εις τον τόπον της εκτελέσεως, αλλ' άπαξ και δις
+αναρτήσαντες αυτόν είδον μετά τρόμου ρηγνύμενον το σχοινίον και
+τον Αμπελογιάννην μετέωρον επί τινα ώραν διαμένοντα ώς περ
+ερειδομένον επί αφανούς τίνος βάθρου. Η δε αρχή προς ην ηγγέλθη
+το γενόμενον αναστείλασα την εκτέλεσιν έπεμψεν έκτακτον
+ταχυδρόμον εις Κωνσταντινούπολη εκθέτουσα το συμβάν και αιτούσα
+οδηγίας.
+
+Εν τοσούτω διεθρυλλήθη το θαύμα και τις εξ Ακαρνανίας Κυρ
+Σταμούλης, μέγας και πολύς τω καιρώ εκείνω, αδιάλλακτος του
+αρματωλού εχθρός, επορεύθη εις Λαμίαν και χλευάσας τους οθωμανούς
+επί τη μικροψυχία αυτών ητήσατο και έλαβε την άδιαν ίνα ιδίαις
+χερσί διαπράξη την απαγχόνισιν. Παραδοθέντος του ήρωος εις τας
+χείρας του ομοπίστου και ομοφύλου εκείνου αλιτηρίου ετελέσθη η
+καταδίκη, ενώ δε κατεβιβάζετο ο νεκρός από της αγχόνης, έφθανεν
+εκ Κωνσταντινουπόλεως και η χάρις.
+
+Ο επιτυχής δήμιος εξελθών της Λαμίας επορεύθη εις Λευκάδα και
+μεγαλαυχών ανήγγειλε το στυγερόν κατόρθωμα προς τον
+Βλαχογεωργάκην. Συνάμα δε ηπείλησεν αυτόν και τω προείπε την
+αυτήν τύχην άν ποτε επανήρχετο εις το αρχαίον στάδιον.
+
+Ο Βλαχογεωργάκης υπεκρίθη μεν μεταμέλειαν αλλά μαθών την ημέραν
+καθ' ην ο φονεύς του προσφιλούς αρχηγού του έμελλε να επιστρέψη
+εις τα ίδια, εξήλθε μετά των συνεταίρων και κατέλαβε δίοδόν τινα
+στενήν παρά τη πηγή της Πλαγιάς. Εκεί επιπεσών εφόνευσε τους
+συνοδεύοντας τον Σταμούλην οθωμανούς, συλλαβών δε ζώντα τον
+βδελυρόν δήμιον απήγαγεν επί την κορυφήν του λόφου και τεταρτίσας
+αυτόν, εκρέμασε σταυροειδώς τα τεμάχια επί τεσσάρων δένδρων και
+έκτοτε η θέσις εκείνη επωνομάσθη Σταυροί.
+
+Ο Μούρτος διωκόμενος ακαταπαύστως και θέλων να μεταβή εις Βάλτον
+ενέπεσεν εις ενεδρεύουσαν τινα εχθρικήν συμμορίαν και μονομαχήσας
+προς τον φιλοπόλεμον αυτής αρχηγόν εφόνευσε μεν τον αντίπαλον
+αλλά τρωθείς θανατηφόρως εζωγρήθη υπό των πολεμίων και παρέδωκε
+το πνεύμα εν βασάνοις.
+
+0 προπάππος του Θανασούλα Φερεντίνου ήτο αυτάδελφος του Μούρτου.
+Αφού δε παρηκολούθησεν απ' αρχής την ανύψωσιν του Αμπελογιάννου,
+είδε δε μετά ταύτα την παντελή καταστροφήν αυτού τε και των
+συνεταίρων, εν ώρα θανάτου, προσεκάλεσε τα τέκνα, εξέθηκεν αυτοίς
+τα γενόμενα και εφ' όρω φοβεράς κατάρας παρήγγειλεν αυτοίς να μη
+επιδοθώσι ποτέ εις τον κλέφτικον βίον. Διό και από του χρόνου
+εκείνου οι απόγονοι αυτού έχοντες υπ' όψιν την ιστορίαν ταύτην
+και του προπάτορος την αράν, διαδοχικώς ασχολούνται εις την
+καλλιέργειαν των πολλών αυτών ποιμνίων.
+
+Ότε η διήγησις ετελείωσεν ο παρακολουθών τον φίλον Δημητρακαράκον
+σαλπιγκτής, εσάλπισε το εωθινόν εγερτήριον και συγχρόνως πεζός
+ταχυδρόμος καταφθάσας εκ Βονίτζης ανήγγειλε προς ημάς ότι
+μεταβατικόν τι απόσπασμα είχε συγκρουσθή μετά της ληστρικής
+συμμορίας του Μαριώλη και του Κρίκα κατά τα απέναντι ημών
+υψούμενα Σκλάβενα.
+
+ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑΣ.
+
+Κρίνω όλως περιττήν πάσαν μνείαν περί του διαβοήτου τούτου
+αρματωλού, αφού εν εκτάσει τον βίον αυτού συνέγραψε και εξέδωκεν
+ήδη, ο Κύριος Σάθας εν τη Χρυσαλλίδι (φυλλάδ. ΞΑ'. — ΞΒ'.). Αλλά
+προς ευχερεστέραν κατάληψιν των εις αυτόν αναγομένων στίχων μου,
+νομίζω απαραίτητον να υπενθυμίσω ότι ο σιδηροκάρδιος ούτος
+γίγας, ο διά των όπλων αναδειχθείς το φόβητρον των οθωμανών και
+θέσας την πολεμικήν τιμήν του ονόματός του υπεράνω και αυτών των
+τρυφερωτέρων και αγιωτέρων της καρδίας αισθημάτων, αφού έλαβε το
+ατύχημα να ίδη φονευμένους τους δύο υιούς του, έμαθε δε παρά του
+Χρόνη, υπό την σημαίαν αυτού υπηρετούντος, ότι ο τρίτος και
+τελευταίος καθ' ον χρόνον εν τω νησιδρίω του αγίου Κωνσταντίνου
+τω κειμένω εν τω Κρισσαίω κόλπω, εμαθήτευεν έν τινι
+γραμματοδιδασκαλείω, είχεν εξοκείλει εις πολλά χαμερπή ατοπήματα,
+καταισχύνων ούτω το ευκλεές πατρικόν όνομα, ιδίαις χερσίν
+εθυσίασεν αυτόν, προτιμών να γίνη παιδοκτόνος παρά να ίδη
+στιγματιζομένην την αρματωλικήν δόξαν του εν τω προσώπω του
+απογόνου.
+
+Το τραγικόν τούτο γεγονός διεσώθη έν τινι δημοτικώ άσματι εσχάτως
+δημοσιευθέντι, εξ ου και παραθέτω μόνον τους τελευταίους πέντε
+στίχους.
+
+ Κι ο Κωσταντάρας τάκουσε βαρυά του κακοφάνη.
+ » Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγγόνι
+ » Μου ντρόπιασες την λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια,
+ « Κάλλιο να κλάψω μια φορά, παρά να κλαίγω πάντα. »
+ Το γιαταγάνι ετράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.
+
+ΛΑΖΟΣ.
+
+Ανήκεν εις αρχαίαν αρματωλικήν οικογένειαν εξ Αικατερίνης του
+Ολύμπου. Συλληφθείς διά προδοσίας υπό του Βελή πασά κατά το 1818
+υπέστη μετά της πολυπληθούς αυτού οικογενείας και των αδελφών
+Κώστα και Τόλια τον δι' ανασκολοπισμού θάνατον.
+
+ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ.
+
+Προκάτοχος του Κωσταντάρα, επονομασθείς ούτως εκ της μελανωπής
+του προσώπου χροιάς. Ωρμάτο εξ αγίας Ευθυμίας και ανήκεν εις την
+γενεάν των Κατζώνων, όθεν εβλάστησε μετά ταύτα και ο διαβόητος
+Λάμπρος Κατζώνης.
+
+Αι ρωμαντικαί περιπέτειαι του δημοτικωτάτου τούτου αρματωλού
+περιέχονται εν τω πρώτω μέρει της βιογραφίας του Κωσταντάρα.
+Αρκεί μόνον να είπη τις ότι διά των κατορθωμάτων αυτού επιβληθείς
+εις τας τουρκικάς αρχάς, ανεγνωρίσθη διά Σουλμανικού φιρμανίου
+αυτόνομος δεσπότης ευρυτάτης επαρχίας συμπεριλαμβανούσης και το
+Γαλαξείδιον επί τη μόνη υποχρεώσει να πέμπη κατ' έτος δώρον εις
+την Υψηλήν Πύλην ένα ιέρακα (σαΐνι),
+
+ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΛΑΣ.
+
+Περί του αρματωλού τούτου ακμάσαντος κατά το 1730 διασώζεται
+μόνον το επόμενον ανέκδοτον δημοτικόν άσμα.
+
+Κλαίν' τα βουνά με τη χιονιά, κ' οι κάμποι το χειμώνα,
+Κλαίγει κι ο Πάλλας κλαίγεται, παρηγοριά δεν έχει.
+Δεν έχει χέρι για σπαθί, μάτι για το τουφέκι
+Αρματωλού παλληκαριά και κλέφτικο καμάρι,
+» Μην κλαίτε μαύρα μου παιδιά, καϋμένα παλληκάρια!
+» Εξήντα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης
+» Να κυνηγάω την Τουρκιά να πελεκάω πασάδες.
+» Μόν' τώχω ντέρτι 'ς την καρδιά, τώχω βαρύ μαράζι
+» Πως σαν το μάθουν οι άπιστοι θα μπουν 'ς το σύνορό μου,
+» Θα μου πατήσουν τα χωριά, το πατρικό μου κόλι.
+» Για κόφτε το κεφάλι μου, βάλτε το 'ς την κοτρόνα
+» Να καταιβούνε τα πουλιά να το μοιρολογήσουν,
+» Να καταιβούν κ' οι σταυραητοί 'ς τα νύχια να το πάρουν.
+» Να πάνε να το στήσουνε ταμπούρι 'ς τη φωλειά τους.
+» Και σαν οι Τούρκοι καταιβούν 'ς το σύνορο του Πάλλα
+» Να πάνε να το ρίξουνε ανάμεσα 'ς τ' ασκέρια,
+» Για να το ιδούν οι άπιστοι και πίσω να γυρίσουν. »
+
+ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑΣ.
+
+Εκ Λοιδορικίου, πρωτοπαλλήκαρον του Ανδρούτζου μεθ' ου και
+συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω. Διορισθείς αρματωλός, έπεσε
+μαχόμενος κατά την εν Καβρολίμνη της Αιτωλίας μάχην.
+
+ΧΡΟΝΗΣ.
+
+Αρματωλός της Δωρίδας υπηρέτησεν υπό τον Κωσταντάραν. Ο Αλή
+Τζεκούρας Δερβέναγας συλλαβών διά προδοσίας τα τέκνα του
+κατέσφαξεν αυτά. Εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου περί τα 1791. Εις
+ανάμνησιν της σφαγής των τέκνων διεσώθη το υπ' αριθμόν XLVIΙΙ εν
+τη συλλογή του Κυρίου Πασσόβ αναγινωσκόμενον άσμα.
+
+Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλλιόνια, καρυοφύλλια,
+Αλή Τζεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι.
+Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδή πηγαίνοντας 'ς το σπήτι·
+» Πολλά τα έτ' μπουλούκμπαση» — «Καλώς τονε το Χρόνη.
+» Πώς τάχεις Χρόνη τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;»
+«Σε προσκυνούν μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια,
+» Δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω.
+ — » Αν θέλης Χρόνη μου να ιδής ώμορφα κεφαλάκια,
+» Τήραξε μέσα τον τορβά να ιδής αγγελουδάκια.
+Ο Χρόνης ανατρίχιασε τον έφαε μαύρο φίδι.
+Πάει τηράζει 'ς τον τορβά, τηράζει και τι βλέπει;
+Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλληκαράκι.
+Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλια του παγώνουν·
+Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι
+Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,
+Σφάζει αρβανίτας δώδεκα και δυο μπουλουκμπασίδες.
+Αλή Τζεκούρας έπεσε και τρεις επανωθειό του.
+
+ΓΥΦΤΑΚΗΣ.
+
+Γυφτάκης και Καλέμης αυτάδελφοι, ανεψιοί εκ μητρός του Μήτζου
+Κοντογιάννη. Εφονεύθησαν περί το 1802 έξω της Υπάτης πολεμούντες
+κατά του Ιουσούφ Αράπη.
+
+ΑΝΔΡΟΥΤΖΟΣ.
+
+Ανδρέας Βερούσης εκ του χωρίου Λιβανάταις της Αταλάντης, πατήρ
+του διαβοήτου Οδυσσέως. Φοβούμενος μη προσβάλλω την μνήμην του
+μεγαλουργού και μεγαλεπηβόλου τούτου αθλητού περικλείων το
+Ηράκλειον όνομά του εντός των στενωτάτων ορίων περιληπτικής
+σημειώσεως, αποφεύγω εκ προθέσεως να είπω τι περί του
+καταπληκτικού βίου του.
+
+Συλληφθείς διά προδοσίας των Βενετών παρεδόθη τοις οθωμανοίς,
+οίτινες και έπνιξαν αυτόν εν ταις ειρκταίς της
+Κωνσταντινουπόλεως, ως μετά ταύτα διά χειρών ανόμων επνίγη και ο
+υιός αυτού Οδυσσεύς εν τη ειρκτή της Αθηναϊκής ακροπόλεως.
+
+Δημοτικόν άσμα πρωτοτύπου ωραιότητος, εν ω παρίστανται τα όρη της
+στερεάς Ελλάδος διαπληκτιζόμενα προς τας πεδιάδας και εκζητούντα
+δι απειλών την απόδοσιν του Ανδρούτζου προσκαίρως παραιτήσαντος
+αυτά, δίδει εν συνάψει ακριβή ιδέαν της μεγάλης του οπλαρχηγού
+τούτου βαρύτητος.
+
+
+ Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά παρηγοριά δεν έχουν.
+ Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
+ Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κ' η Λιάκουρα της Γκιόνας:
+ «Βουνί πούσαι ψηλότερο, και πλειο ψηλ' αγναντεύεις,
+ »Ανδρούτζος τι να γίνηκε, η λεβεντιά πού νάναι;
+ »Τι να σου 'πω βουνάκι μου, τι να σου πω βουνί μου,
+ »Τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμέν' οι κάμποι,
+ »'Σ τους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν 'ς το
+ [σημάδι
+ »Τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια.»
+ Κ' η Λιάκουρα σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνη.
+ Τηράει δεξιά, τηράει ζερβιά, τηράει κατά τη Σκάλα,
+ «Βρε κάμπε αρρωστιάρηκε, βρε κάμπε μαραζάρη,
+ »Με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις;
+ »Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου,
+ »Μη λυώσ' όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω.»
+
+Το άσμα τούτο, εξ ου απορρέει κρουνηδόν ο πλαστικός οπός της
+δημοτικής ποιήσεως, εποιήθη περί τα 1789, ότε ο μεν Ανδρούτζος
+μετά πεντακοσίων πολεμιστών καταβάς από των ορέων αναπεπταμένας
+έχων τας σημαίας, περιέτρεχε νικηφόρος την Στερεάν και την
+Πελοπόννησον, το δε Γαλλικόν έθνος ανέτρεπεν εκ θεμελίων το
+σαθρόν οικοδόμημα του μεσαιωνικού απολυτισμού και διεκήρυττε τ'
+αθάνατα και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.
+
+ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ.
+
+Εκ Βουνιχώρας της Παρνασσίδος, _ψυχοπατέρας_ του Ανδρούτζου,
+αγαπών αυτόν ως ίδιον τέκνον, πρώτος τον καθωδήγησεν εις το
+πολεμικόν στάδιον. Διατηρηθείς ακμαίος μέχρις εσχάτου γήρατος και
+ουδέποτε απαυδήσας μαχόμενος, έπεσεν ο γενναίος πλησίον της
+Ναυπάκτου, ότε ξιφήρης ώρμησεν εις μέσον των πολεμίων ίνα
+συμπλακή προς τον διοικητήν αυτής Μουχτάρ πασάν. Εν τη ορμητική
+ταύτη εφόδω μόλις επρόφθασε να τον ακολουθήση ο Ιωάννης
+Ξυλικιώτης, όστις και εφονεύθη παρά τω πολιώ αρματωλώ. Μάχη
+πεισματώδης συνήφθη μετά ταύτα προς κατάκτησιν της κεφαλής του
+Βλαχοθανάση. Υπερισχύσαντες δε οι Αλβανοί ήρπασαν αυτήν και αφού
+εν θριάμβω την περιέφερον ένθεν κακείθεν, την επώλησαν επί αδρά
+αμοιβή προς τον βέην των Σαλόνων, όστις και διέταξε να στηθή επί
+τινος κοπρώνος.
+
+Ο Ανδρούτζος θρηνών τον θάνατον του Βλαχοθανάση είπε:
+
+ Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση,
+ Πέντε πλευρά μου τζάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη.
+
+ΛΙΑΚΟΣ ΚΟΥΤΑΒΑΣ.
+
+Αρματωλός του Ολύμπου περί ου και το υπ' αριθμόν LXXXIX εν τη
+Πασσοβίω συλλογή δημοτικόν άσμα όπου διαλάμπουσιν οι τρεις
+επόμενοι στίχοι.
+
+ Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το Βηζύρη.
+ Όσο είν' ο Λιάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει·
+ Πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βηζύρη το τουφέκι.
+
+ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ.
+
+Ιωάννης Κοντογιάννης εκ Χαλικιοπούλων του Βάλτου, αρματωλός
+Υπάτης. Παρευρέθη και διέπρεψε κατά την εν Κερασόβω μάχην. Επειδή
+δε ο Κουρτ πασάς βαρέως φέρων την ήτταν διέταξε τον Μούρτο
+Χούσον, ίνα διά νέων δυνάμεων επιπέση κατά του Μπουκουβάλλα,
+ειδοποιηθέντες οι αρματωλοί συνεξεστράτευσαν πάντες, και ταύτην
+την φοράν αναθέσαντες την αρχηγίαν εις τον Κοντογιάννην
+επορεύθησαν προς συνάντησιν των πολεμίων. Ο Κοντογιάννης απ'
+αρχής απέφυγε την συμπλοκήν μέχρις ου, διά στρατηγημάτων
+εφελκύσας τους Αλβανούς εις Χόνια, σύμφυτον και αδιέξοδον χώρον
+εν Βάλτω, επέπεσε κατ' αυτών και τους κατέστρεψε. Παρίσταται ο
+αείμνηστος ούτος εν τω στιχουργήματι σκυθρωπάζων και εξαιτούμενος
+συγγνώμην παρά του Διάκου υπέρ του απογόνου αυτού Μήτζου. (όρα
+προλεγόμενα).
+
+ΚΑΤΖΑΝΤΩΝΗΣ.
+
+Ευχαρίστως επανέρχομαι εις το προσφιλές τούτο όνομα ου μόνον
+διότι απ' αρχής του ποιητικού μου σταδίου συνηντήθην μετ' αυτού,
+υπό την σκιάν του εν Ιωαννίνοις αιμοχαρούς πλατάνου, αλλά διότι
+στενώς διατελεί συνδεδεμένον μετά της φίλης μου Λευκάδος.
+
+Αναδιφών την ιστορίαν των χρόνων εκείνων, καθ' ους, αφ' ενός μεν
+Αλής ο Τεπελενλής διενοήθη να καταστρέψη το τελευταίον του
+Ηπειρωτικού αρματωλισμού καταφύγιον, αφ' ετέρου δε οι
+διασημότεροι των ημετέρων πολεμιστών απεφάσισαν αντί οιαςδήποτε
+θυσίας να το διασώσωσι και διεξερχόμενος τα έγγραφα τα
+επιμαρτυρούντα τας θυσίας ας υπέστη ο λαός της πατρίδος μου, τους
+κινδύνους ους διέτρεξε, τας κακουχίας, την ακαταμάχητον
+καρτερίαν, αγάλλομαι ενδομύχως βλέπων ανά πάσαν στιγμήν τον μεν
+Κατζαντώνην επισκιάζοντα την ακρόπολιν ταύτην του Ελληνισμού διά
+της κεραυνοβόλου σπάθης του, τον δε Ιωάννην Καποδίστριαν δι'
+ακαταλογίστων προσπαθειών παρηγορούντα τους θλιβομένους και
+αεννάως μεριμνώντα υπέρ της αγωνιώσης Λευκάδος.
+
+Μεθ' όσα εδημοσίευσεν ο Κύριος Επαμινώνδας Φραγγίστας υιός ενός
+των γενναιοτέρων του Κατζαντώνη συναγωνιστών, μεθ' όσα κ' εγώ
+εσημείωσα εν τοις Μνημοσύνοις, περιττή απέβαινε, πάσα περαιτέρω
+έρευνα αν δεν ησθανόμην βαρείαν του συνειδότος τύψιν παρασιωπών
+τας σπουδαίας υπηρεσίας ας παρέσχε τότε τη πατρίδι, ο φιλόπατρις
+ημών κλήρος έχων επί κεφαλής τον δημοτικώτατον αυτού ιεράρχην,
+τον διά του ιδίου παραδείγματος αδιαλείπτως διεγείροντα εις τας
+ψυχάς απάντων την εθνικήν φιλοτιμίαν, τον απ' αρχής μέχρι τέλους
+της μακράς εκείνης πολιορκίας γενναίως προκινδυνεύσαντα, τον μη
+φεισθέντα ούτε αγώνων ούτε μόχθων προς ματαίωσιν των εθνοκτόνων
+βουλών του τρομερού Βεζύρου.
+
+Ο Μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης έσχε τότε την τιμήν
+να υποδεχθή τον Αρτης Ιγνάτιον, ηυτύχησε δε τας ευλογίας αυτού να
+επιδαψιλεύση και επί της αρειμανίου κεφαλής του Κατζαντώνη,
+δραμόντος προς ενίσχυσιν των διακινδυνευόντων αδελφών του. Ακμαία
+διατηρείται εισέτι εν τη μνήμη των γερόντων η ιστορία των ημερών
+εκείνων, διασώζεται δε ζωηροτάτη και η εθνική και απαράμιλλος
+διαγωγή του Παρθενίου. Μετά την αποσόβησιν του κινδύνου ο Κόμης
+Ιωάννης Καποδίστριας, ο έκτακτος απεσταλμένος της Ιονίου
+Κυβερνήσεως, θέλων να επισημοποιήση τα διατρέξαντα απηύθυνε προς
+τον ιεράρχην ευχαριστήριον επιστολήν, ην ασμένως δημοσιεύω,
+καθόσον εξ αυτής προκύπτουσι γεγονότα τότε μεν επαξίως
+εκτιμηθέντα, σήμερον δε εις ουδέν λογιζόμενα επί μεγάλη βλάβη των
+συμφερόντων του Ελληνισμού.
+
+Επίσης δημοσιεύω επίσημον δίπλωμα, δι' ου ο Κόμης Γεώργιος
+Μοτζενίγος εκφράζει προς τον Λευκάδος μητροπολίτην την
+ευγνωμοσύνην της Κυβερνήσεως, και επιστολήν του Παρθενίου προς
+τον Ιγνάτιον, εν η μετά χριστιανικής μετριοφροσύνης και
+σεμνότητος αποδίδεται πάσα της επιτυχίας η τιμή εις τας
+ενδελεχείς προσπαθείας του διασήμου εκείνου πρόσφυγος.
+
+Ο ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ
+
+Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος.
+
+Τη 23 Αυγούστου 1807.
+
+Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω εις Κέρκυραν. Αλλά
+κοινοποιών υμίν, Πανιερώτατε, την αγγελίαν ταύτην δεν δύναμαι να
+μη εκδηλώσω συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου προς υμάς, εν
+δυσχερεστάταις περιστάσεσιν ευαρεστηθέντας ίνα μοι παράσχητε
+συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ην εξασκείτε επί της ψυχής
+του λαού τούτου ανέκαθεν εκτιμήσαντος τας αρετάς, δι' ων
+περικοσμείσθε, και δικαίως ανυψώσαντος υμάς εις την υψηλήν έδραν,
+ην κατέχετε.
+
+Γλυκυτάτην θέλω φέρει μετ' εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ'
+ην, πιστώς υπηρετούντες τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα
+κατασκευαζόμενα υπό την βολήν των εχθρικών τηλεβόλων,
+παριστάμενοι εντός των τάφρων δι' ων περιεζώσθη η πόλις. Ούτε
+θέλω λησμονήση τας ημέρας καθ' ας περιτρέχοντες τα όρη της Νήσου
+ενεπνέετε εις τας καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν
+υπέρ Πατρίδος και πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και
+του υμετέρου παραδείγματος ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους
+και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας (fatiche e incessanti dispendii
+gravosissimi) αυτοί δ' εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως
+ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων, προέταξαν εν ώρα
+κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων, και ο
+βάρβαρος και αυθάδης εχθρός όστις μας ηπείλει ωχρίασεν ενώπιόν
+των, (ed all'uopo quei stessi che sostennero il peso dei
+travagli, si presentarono nelle esteriori trinciere a far
+impallidire il prepotente ed il barbaro nemico che ei
+minacciava).
+
+
+Τηλικαύται υπηρεσίαι μεγάλως τιμώσαι την υμετέραν Πανιερότητα και
+την πατρίδα, ήτις ευτύχησε να έχη υμάς, αναντιρρήτως συνέτειναν
+προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής ην ανεδέχθην ως
+έκτακτος απεσταλμένος της εκλαμπροτάτης Γερουσίας εν ταύτη τη
+Νήσω.
+
+Διό παρακαλώ υμάς ίνα αποδεχθήτε τας εν τω επισήμω τούτω εγγράφω
+κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοι επιτρέψητε δε συγχρόνως
+ίνα μετά της αυτής ειλικρινείας υποβάλω τη εκλαμπροτάτη Γερουσία
+τας πατριωτικάς υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της
+ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων άτινα οφείλονται προς την υμετέραν
+Πανιερότητα.
+
+Εύχομαι ίνα η χειρ του Υψίστου, η προστατεύσασα αείποτε, την
+νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα
+κίνδυνον εκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν
+αυτής εις αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινε (a cui ha diritto
+di aspirare dopo le sventure sofferte).
+
+Η ευχή αύτη ην εγώ απευθύνω προς τον παντοδύναμον, εμπνεόμενος
+υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος και
+γνωρίζων, κακή τύχη, την οικτράν κατάστασιν εις ην περιήλθεν η
+Νήσος, εξέρχεται εκ των μυχών της καρδίας μου.
+
+Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων, να
+εμπνεύσητε τω λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν,
+παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του υμετέρου βλέμματος.
+
+Δέξασθε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης υπολήψεώς μου.
+
+Κόμης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.
+
+
+ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ.
+Κόμητος Γεωργίου Μοτζενίγου.
+Επειδή προκύπτει ημίν εξ επισήμων διαβεβαιώσεων, η ενδελεχής
+συνδρομή του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος Παρθενίου υπέρ
+της αισίας διεξαγωγής της επιχειρήσεως, ην από κοινού ανεδέχθησαν
+ότε Ρωσσικός στρατός και η Ιονική Κυβέρνησις προς σωτηρίαν και
+ασφάλειαν της Λευκάδος κατά την διάρκειαν του πολέμου, παρέχομεν
+αυτώ την παρούσαν εις ένδειξιν της υμετέρας ευγνωμοσύνης και της
+πλήρους ευαρεσκείας της Σεπτής Αυτοκρατορικής ημών αυλής.
+
+Πεποίθαμεν ότι η πατρίς του αγαθωτάτου ποιμενάρχου εκτιμώσα τας
+αρετάς και τας υπηρεσίας δι' ων κατέκτησε την συμπάθειαν των
+Ρωσσικών όπλων και της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλει και εν τω
+μέλλοντι αποδίδει αυτώ αγάπην αμετάτρεπτον προς αμοιβήν του ιερού
+χαρακτήρος, των αρετών δι' ων περικοσμείται, και των εξόχων
+υπηρεσιών ας προσήνεγκε. (17)
+
+Κερκύρα τη 15 Αυγούστου 1807.
+ Κόμης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΤΖΕΝΙΓΟΣ.
+
+
+ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ.
+
+_Πανιερώτατε και θεοπρόβλητε Δέσποτα._
+
+Είναι γνωστόν και ομολογούμενον από όλους σχεδόν και τους
+εγκρίτους της πόλεως και τους κατοίκους ταύτης της Νήσου, πόσος
+ήτον ο κίνδυνος του τόπου τούτου και ο μέγας φόβος, οπού δι'
+αυτόν περιείχε δικαίως τας ψυχάς όλων των εντοπίων, και πόσον εξ
+εναντίας ενεψύχωσεν όλους η παρουσία της υμετέρας Πανιερότητος.
+
+Οι ελλόγιμοι και πατρικοί αυτής λόγοι, τα γενναία και ηρωικά
+κατορθώματα του εκλάμπρου υποκειμένου της, οπού διά φυσικήν αυτής
+καλοκαγαθίαν και ζήλον ένθερμον πατριωτισμού κατά συνέχειαν και
+πόνοις και ιδρώσιν εις όλους εδείκνυε, δεν εδυνήθησαν παρά να
+αποδιώξωσι κάθε κίνδυνον και να δώσωσι ψυχήν και εις τους πλέον
+αψύχους.
+
+Όθεν όλοι κοινώς δι' εμού του ελαχίστου αυτών ποιμένος
+απονέμουσιν εις την ιεράν και ευεργετικήν αυτής ψυχήν τας διά
+λόγου οφειλομένας χάριτας, ομολογούντες απανταχού το μέγεθος των
+προτερημάτων της.
+
+Δέξαι λοιπόν, πανιερώτατε Δέσποτα, εις απόδειξιν της ευχαρίστου
+προς αυτήν ημών διαθέσεως την παρούσαν ομολογίαν, οπού δι εμού
+γίνεται, δεομένου του παντοδυνάμου Θεού υπέρ της υγείας και
+παντός άλλου αγαθού της υμετέρας Πανιερότητος.
+
+
+Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και αγίας Μαύρας.
+
+ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ.
+
+
+ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ.
+
+Νέος έτι εισήλθεν ως μοναχός εν τη μονή του προφήτου Ηλιού. Η
+σπανία αυτού καλλονή τον υπεχρέωσε ν' αποδυθή εις το πολεμικόν
+στάδιον, όπως διαφύγη τας αισχράς των οθωμανών καταδιώξεις. Προς
+ανάμνησιν δε του καλογηρικού του βίου προσηγορεύθη _Καλόγερος_,
+ενώ της οικογενείας αυτού το επώνυμον ήτο _Ρουμάνης_. Υπηρέτησεν
+υπό τον Ανδρούτζον. Συλληφθείς δε διά προδοσίας εφονεύθη εις
+Σάλονα.
+
+ΚΑΤΖΙΚΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ.
+
+Την δραματικοτάτην ιστορίαν της οικογενείας ταύτης ευχαρίστως
+αναφέρω εν ταις σημειώσεις μου, ου μόνον διότι αδίκως μέχρι τούδε
+παρεσιωπήθησαν αι σπουδαίαι υπηρεσίαι, ας προσήνεγκε τη πατρίδι,
+αλλά και διότι εκ των πολλών επιστολών, αίτινες διασώζονται εν τω
+χαρτοφυλακείω της Λευκάδος, προκύπτει η ακατανόητος επιμονή, αφ'
+ενός μεν του Αλή πασά προς εξόντωσιν αυτής, αφ' ετέρου δε των
+εγχωρίων αρχών της πατρίδος μου, όπως την διαφυλάξωσιν.
+
+Κατά το έτος 1802 και 1803 οι αδελφοί Χρήστος και Απόστολος
+Κατζικογιάνναι κατείχον το καπιτανάτον της Ακαρνανίας. Αμφότεροι
+ούτοι, εξαιρέτως δε ο Χρήστος, κηρυχθέντες κατά του σατράπου των
+Ιωαννίνων, επί πολλά έτη εβασάνισαν αυτόν επιπίπτοντες κατά των
+αλβανών Δερβεναγάδων, οίτινες ανηλεώς τους κατεδίωκον.
+
+Νοήσας ο Αλής ότι αδύνατον ήτο να τους εξολοθρεύση διά του
+πολέμου, απεφάσισε να προστρέξη εις την στυγερωτέραν των
+προδοσιών. Προσεκάλεσε τον Βεκήρ Τσουγαδούρον, _αδελφοποιητόν_
+του Χρήστου και του Αποστόλου, και ενετείλατο αυτώ την
+δολοφονίαν, αφού διεφήμισεν ότι λησμονών τα παρελθόντα, έπεμπε
+τον διαβόητον τούτον αλβανόν, όπως διαβιβάση προς τους παλαιούς
+φίλους του την διαβεβαίωσιν της πατρικής στοργής του.
+
+Ο Βεκήρ παραλαβών εκλεκτήν συνοδείαν μετέβη εις Ακαρνανίαν και
+μαθών ότι οι Κατζικογιάνναι διέμενον κατά τας ημέρας εκείνας εις
+Πλαγιάν, έδραμεν αυθωρεί, παραγγείλας προς τους παρακολουθούντας
+αυτόν να πυροβολήσωσι κατ' εκείνων, ους ήθελεν ασπασθή.
+
+Αφού οι δύο αδελφοί έμαθον την άφιξιν του αρχαίου φίλου εξήλθον
+εις προϋπάντησιν αυτού. Τον υπεδέχθησαν δε περιπαθώς και
+φιλοφρόνως υπό την σκιάν της πλατάνου παρά τη πηγή της Πλαγιάς·
+εκεί ο Ισκαριώτης εναγκαλισθείς αυτούς, υπέδειξε τα θύματα, και
+οι αλβανοί πυροβολήσαντες εκ των νώτων εφόνευσαν αμφοτέρους.
+
+Μετ' ου πολύ έφθασεν επιστολή εκ Πρεβέζης, δι' ης ο Κάσκαρης,
+στενός αυτών συγγενής, έγραφε προς τους δολοφονηθέντας την εις
+Ακαρνανίαν μετάβασιν του Τσουγαδούρου, και αινιγματωδώς
+εσυμβούλευεν εν τη συναντήσει αυτών μετά του αλβανού δερβέναγα,
+να προσέχουν ώστε, «_όπου είναι ο Χριστός να μην ήναι και ο
+Απόστολος,_» υποδεικνύων ούτω πως την τεκταινομένην προδοσίαν και
+προειδοποιών περί αυτής τον Χρήστον και τον Απόστολον. Αλλ' ότε η
+αγγελία έφθασεν, ο φόνος είχεν εκτελεσθή και ο Βεκήρ επανήρχετο
+τροπαιοφόρος άγων μετ' αυτού και τας πενθηφορούσας οικογενείας
+των προδοθέντων φίλων του. Κατά την οδοιπορίαν ταύτην η σύζυγος
+του Αποστόλου, επί επιμόνω αυτής αιτήσει, έλαβε τας δύο κεφαλάς
+ταριχευμένας ήδη, και εγκολπωθείσα αυτάς τας μετέφερε μεχρις
+Ιωαννίνων.
+
+Ο Αλής προσεποιήθη βαθυτάτην λύπην επί τη αυθαιρέτω, ως έλεγε,
+διαγωγή του Τσουγαδούρου, αλλά μη δυνάμενος να επανορθώση το
+κακόν ηθέλησε διά πολλών περιποιήσεων να δείξη προς τας
+οικογενείας των φονευθέντων την εύνοιαν και την αγάπην του, και
+διέταξεν ίνα αρμόδιον κατάλυμα χορηγηθή αυταίς εν τοις ιδίοις
+σεραγίοις.
+
+0 Χρήστος αφήκεν υιούς τον Μήνιον φονευθέντα κατά τον ιερόν αγώνα
+εις τον Ανηφορίτην πλησίον των Θηβών, τον Σπύρον φονευθέντα
+επίσης κατά τα 1821 εις Καγκέλια, τον Στάθην προαχθέντα
+συνταγματάρχην και αποθανόντα κατά το 1836 και μίαν θυγατέρα την
+Μπήλιω.
+
+Ενώ η οικογένεια διέμενεν εν Ιωαννίνοις ηράσθη αυτής ο Βεζύρης
+και επειράθη να την εισαγάγη εντός του Χαρεμίου του, αλλ' ο
+αδελφός αυτής Μήνιος μη ανεχόμενος την ατιμίαν, ιδίαις χερσί την
+εφόνευσε.
+
+Ο δε Απόστολος αφήκε τον Κωστούλαν φονευθέντα εις Βλαχίαν υπό την
+σημαίαν του Υψηλάντου, τον Αποστόλην πεσόντα εν τη ακροπόλει των
+Αθηνών, και τον Πρέβαν αποθανόντα εις Πάτρας επί Κυβερνήτου.
+
+Ο Συνταγματάρχης Ευστάθιος Κατζικογιάννης αριθμείται μεταξύ των
+γενναίων εκείνων, οίτινες υπό την αρχηγίαν του Οδυσσέως
+εκλείσθησαν εις το χάνι της Γραβιάς, και διά της περιφανεστέρας
+ανδραγαθίας αντεστάθμισαν την ήτταν των Θερμοπυλών.
+
+ΓΡΙΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.
+
+Κατά τινα νεωτέραν ανακάλυψιν περί ης εν εκτάσει πραγματεύεται ο
+Κύριος Σάθας εν τω κατά την στιγμήν ταύτην εκδιδομένω πονήματι
+αυτού, «_Ανδραγαθήματα Μπούα,_» η αρειμανής των Γριβών οικογένεια
+αριθμείται μεταξύ των πολλών παραφυάδων, οίτινες ανεβλάστησαν εκ
+του περιφανούς των Μπουκίων γένους όθεν ανεφύησαν και οι Σπάται,
+και οι Σγούροι και άλλοι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ηγεμόνες
+της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Ακαρνανίας.
+
+Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοπονήσω οθωμανικήν
+εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού
+Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια
+εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις
+την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν.
+
+Σίμος Γρίβας Μπούας αρματωλός της Ακαρνανίας περί τα τέλη του
+ΙΖ'. αιώνος κατέφυγεν εις Λευκάδα και τον μοναχικόν ασπασάμενος
+βίον ετελεύτησεν εκεί κατά το 1622 και ετάφη εν τη μονή του αγίου
+Ιωάννου του Προδρόμου.
+
+Ο συγγενής αυτού Θεόδωρος ανέκτησε διά του ξίφους το αρματωλίκιον
+του Σίμου και απέθανε κατά το 1653 δολοφονηθείς κατά την θέσιν
+ήτις σήμερον εισέτι καλείται «_του Μπούα ταυλάκι._»
+
+Δράξας την ευκαιρίαν ταύτην ο εκ Βάλτου Τζεκούρας εισήλασεν εις
+Ακαρνανίαν και ήρπασε περί το 1680 το κληρονομικόν των Γριβαίων
+αξίωμα. Ολίγον ύστερον ο Απόστολος Γρίβας, όστις διέμενεν εις
+Τόσκεσι του Σουλίου, επέπεσε μετά 100 οπαδών κατά του Τζεκούρα
+και ανακτήσας το αρματωλίκιον κατώκησεν εν Περατιά της Ακαρνανίας
+παρά τους πρόποδας του όρους Λάμιας. Τούτον διεδέχθη ο υιός του
+Χρήστος, τον δε Χρήστον ο ομώνυμος τω πάππω Απόστολος και τον
+Απόστολον ο εν τη οπτασία του Διάκου εμφανιζόμενος Χρήστος όστις
+και συνήψε γάμον μετά νεάνιδος εκ του οίκου των Κατζικογιανναίων.
+
+Κατά την επανάστασιν του 1769 ανέλαβεν ούτος την αρχηγίαν πάντων
+των εν τη δυτική Ελλάδι αρματωλών και εξεστράτευσε κατά του
+Βραχωρίου, αλλ' αποτυχών υπεχώρησεν εις _άγιον Ηλίαν_ του
+Αγγελοκάστρου ένθα και υπέμεινε τους επελθόντας πολυαρίθμους
+εχθρούς προς ους και συνεπλάκη. Εν τω διαβοήτω τούτω αγώνι έπεσεν
+ο γενναίος και το απαίσιον εκείνο πεδίον της μάχης, βαπτισθέν διά
+του αίματός του, προσηγορεύθη έκτοτε «_τα κόκκαλα του Γρίβα._»
+
+Αλλ' ό,τι πλήττει την φαντασίαν εμού γινώσκοντος ακριβώς πάσας
+τας αιματηράς θυσίας ας οι Γρίβαι προσήνεγκον τη πατρίδι από
+διακοσίων και επέκεινα ετών, είναι η περίεργος σύμπτωσις καθ' ην
+εκ μακρών διαλειμμάτων παρίσταται ο προφήτης Ηλίας, ώς περ
+επιθεώμενος τους διαπρεπεστέρους άθλους της φιλοπολέμου ταύτης
+οικογενείας.
+
+Εν αγίω Ηλία του Αγγελοκάστρου έπεσε μαχόμενος ο Χρήστος Γρίβας.
+
+Εν αγίω Ηλία της Ακαρνανίας ήρατο περιφανεστάτην νίκην ο
+περιώνυμος αυτού απόγονος στρατάρχης Θεόδωρος, ότε ανακρούσας τα
+κύματα της πρώτης Αλβανικής εισβολής, κατώρθωσε να σώση τα
+απανθρώπως εκ Καλάμου εξελασθέντα γυναικόπαιδα.
+
+Εν αγίω Ηλία της Αργολίδος ο υιός του Στρατάρχου Δημήτριος
+αντετάχθη προς τον βασιλικόν στρατόν και έσωσε προκινδυνεύων την
+στρατιωτικήν τιμήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αναδειχθείς άξιος
+απόγονος του περιλαλήτου Χρήστου και υιός εφάμιλλος του πατρός
+αυτού Θεοδώρου.
+
+Επειδή δε τα περί της οικογενείας ταύτης απαιτούσι λίαν
+διεξοδικήν αφήγησιν υπερβαίνουσαν τα στενά όρια βραχείας,
+σημειώσεως, αναγκάζομαι και άκων να περιστείλω τον λόγον εις μόνα
+τα προς τον εν τω κειμένω μνημονευόμενον Χρήστον αναφερόμενα.
+
+ΣΑΜΟΥΗΛ.
+
+Ο γνωστός πολέμαρχος, ο θεόπνευστος προφήτης, ο εν τη εκκλησία
+της αγίας Παρασκευής πυρίκαυστος γινόμενος, ο διά της θυσίας
+αυτού απαθανατίσας το Κούγγι, έρχεται τελευταίος εν τη οπτασία
+του Διάκου συνοδευόμενος υπό των πέντε συνεταίρων αυτού, και της
+χορείας των νηπίων, άτινα καθηγίασαν διά του αθώου αίματός των
+τον βράχον του Ζαλόγγου, ότε αι μητέρες αυτών προς αποφυγήν της
+επικειμένης καταισχύνης πρώτον μεν εξεσφενδόνισαν αυτά κατά του
+κρημνού, ύστερον δε τα παρηκολούθησαν πίπτουσαι μία μετά την
+άλλης εις τα βάθη του αχανούς βαράθρου. (όρα Μνημόσυνα).
+
+Λαθύρια, βρακανίδαις. σ. 147.
+
+_Λαθύρια_ όσπριον εκ των ευτελεστέρων. _Βρακανίδα_, αγριολάχανον
+περιφρονούμενον ως και η _βρούβα_.
+
+Κρεμούν τον Πατριάρχη, σ. 148.
+
+Παρηκολούθησα πιστώς τας ακριβεστέρας πληροφορίας περιγράφων το
+μαρτύριον του αειμνήστου εθνομάρτυρος Γρηγορίου.
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
+
+
+
+ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ
+
+ΟΜΕΡ ΒΡΙΟΝΗΣ.
+
+«Όπου αγαπά — Συχναπαντά.»
+
+ Ο ύπνος, πούναι της ψυχής κρυφό περιβολάκι
+ Με χίλια μύρια βότανα για να γιατρεύη πόνους,
+ Είχε γλυκάνη την καρδιά του Ομέρπασα Βριόνη
+ Και τούχε σβύση τη χολή, την άγρια την αψάδα
+ 'Σ τ' ανδρειωμένα σωθικά. Καμμιά φορά 'ς το νου του
+ Το διάνεμα γοργά γοργά του αλόγου του επερνούσε,
+ Τάκουε που χλημήτιζε... 'ς το φυσσομανητό του
+ Ταντιβοούσανε ταυτιά, του ξάναφταν τα μάτια,
+ Κ' ύστερα πάλ' επλάκωνε με τη χαρά της νίκης
+ Κάθε πικρό συλλογισμό, κι άφινε να φωτίζουν
+ Το μέτωπό του το τραχύ παράδοξαις ελπίδαις.
+ Αντραγαθήματα παληά, χρυσοπλασμένα γνέφη,
+ Μ' ένα χαμόγελο πικρό για τον Κιοσέ Μεχμέτη.
+ Τα περασμένα χρόνια του, τώνα σιμ' από τάλλο,
+ Μισοσβυσμένα, σκοτεινά, χωρίς να τα φωτίζη
+ Της νειότης το ξημέρωμα, τη μνήμη του χτυπούνε
+ Με το νεκρό τους τον αφρό. — Θυμήθηκε την ώρα
+ Που θρονιασμένος βασιλειάς 'ς του αλόγου του τη ράχη,
+ Μ' ένα με δυο πηδήματα, βορειάς, ανεμοζάλη,
+ Πετάχτηκε 'ς την Αραπιά. — Τα σωθικά του τότε
+ Δεν τα φαρμάκευαν κρυφοί και φλογισμένοι πόθοι,
+ Ούτε του κόσμου ψεύτικαις αναλαμπαίς και δόξαις.
+ Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του
+ Μες 'ς την πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια,
+ Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη
+ Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση.
+ Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέρι
+ 'Σ το νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία,
+ Κ' επήρε τον ανήφορο... Αναίβαινε τρεχάτος...
+ Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει
+ Να τον αφήση να διαβή. Γλιστρά... γυρίζει πίσω,
+ Με λίγο χιόνι 'ς τα μαλλιά, με καταχνιά 'ς την όψη.
+ Περνούν η μέραις σα νερό ... Ανέλπιστο λιοβόρι
+ Τη φλόγα του Τεπελενλή τη σβει, τη συνεπέρνει.
+ Πόλεμος πάντα πόλεμος... 'Σ τάρματα μέρα νύχτα ...
+ Τότε για τον Αλήπασα. Τώρα... για ποιόνε τώρα;... ·
+ Η μοίρα τον εγλύκαινε με ταγκαλιάσματά της.
+ Και φιλενάδα του πιστή εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα
+ Τώστρωσε δάφναις να διαβή... Αν έσφιγγε τα φρύδια
+ 'Σ το θέλημά του η Αρβανιτιά με τρόμο επροσκυνούσε
+ Κρατεί 'ς τα χέρια του σφιχτά δεμένο το λειοντάρι.
+ Που τούχε φράξη τα Θερμιά... Γιατί, γιατί θα νάναι
+ Πάντοτε ίσκιος κι' όχι φως;.... Μ' αυτούς που πολεμούσε
+ Γνωρίζει ότι τον έδεναν, παληαίς αδερφοσύναις.
+ Πως μια φορά κ' έναν καιρό, μια μόν' ήταν η ρίζα
+ Και χίλια τ' αντιρίμματα... 'Στα στήθια του αναβράζουν
+ Σα 'ς το κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση,
+ Αμέτρητα φαντάσματα, και πότε ο λογισμός του,
+ Ανήμερο αγριοπούλαρο, πετιέται, λειβαδεύει
+ Και βόσκει μες 'ς τα ονείρατα, πότε του παραστένει
+ Την άβυσσο, που ερούφηξε το βράχο πούχε χτίση
+ Με στοιχειωμένα ριζιμιά 'ς τα Γιάννινα ο Βηζύρης,
+ Και τότ' ενύχτονε η χαρά με μιας 'ς το μέτωπό του
+ Επίκραιναν τα χείλη του, κι' ανατριχύλαις κρύαις
+ Του ράγιζαν τα κόκκαλα και τώκοβαν το αίμα.
+
+ Τεντόνει το παράθυρο. Βλέπει πασπρογαλιάζει
+ Το χάραμμα 'ς τον ουρανό, και τάστρα λίγο λίγο
+ Να κρύβωνται, να φεύγουνε, καθώς κατακαθίζουν
+ Βαθειά 'ς τα φυλλοκάρδια του και σβυόνται της ψυχής του
+ Τα κούφια ταστραπόβροντα... Ξανοίγει το ρουπάκι...
+ Χτυπά τα χέρια τρεις φοραίς: «Οσμάν!..Οσμάν!..το Διάκο!»
+
+ — Λεβέντη, η περηφάνεια σου, το φτερωτό σου μάτι
+ Σε λεν παιδί της Ρούμελης... Σ' είσ' ο Θανάσης Διάκος;
+
+ — Όλος... Με ξέρει η Αρβανιτιά, κ' η πέτραις με
+ [γνωρίζουν.
+
+ — Και πώς επιάστης ζωντανός;
+
+ — Δέκα χιλιάδαις κ' ένας.
+ Ο Χάρος μ' απαρνήθηκε και το στερνό μου βόλι,
+ Όπου το φύλαγα για με, σας τώδωκα κ' εκείνο.
+
+ — Αν έπεφτα 'ς τα χέρια σου τ' ήθες με κάμει, Διάκε;
+
+ — Θα σου φορούσα τάρματα να ματωθούμε πάλε.
+
+ — Μην αγριεύεσαι μ' εμέ. Πριν σ' εύρω 'ς τη Δαμάστα,
+ Σ' απάντησα 'ς τα Γιάννινα. 'Σ τον ίσκιο του Βηζύρη
+ Δεν ελημέριασες και συ;
+
+ — Ομέρπασα Βριόνη,
+ Πνίγει το δέντρο κι' ο κισσός με ταγκαλιάσματά του.
+
+ — Κι' όταν το δέντρο ξεραθή και γύρη ταντιστύλι
+ Θανάση Διάκε, κι' ο κισσός, το ξέρεις, γονατίζει.
+
+ — Όχι, μα την ανάσταση του γένους μου, δεν πέφτει.
+ Τη γη που τον ανάθρεψε με τα βλαστάρια ζώνει,
+ Κι' όπου απαντήση ριζιμιό κι' όπου εύρη χαραμάδα
+ Γενειάζει εκεί βαθειά, βαθειά, κ' υφαίνει τον πλοκό του
+ Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κι' αιώνια φράχτη,
+ Για κείνους που συνείθισαν... να παρασυνορίζουν.
+
+ — Θανάση, θα λησμόνησες!... Εχτές 'ς την Αλαμάνα
+ Εγώ δεν άνοιξα πορειά;
+
+ — Ομέρπασα, φυλάξου
+ 'Σ το γύρισμά σου μην ευρής ορθά τα κόκκαλά μου
+ Και σ' εμποδίσουν να διαβής.
+
+ — Να μη γυρίζω πίσω
+ Τώμαθα πάντ' από παιδί, και τα μαθηταρούδια
+ Τ' Αλήπασα δεν σκιάζονται, Θανάση, βρυκολάκους.
+ Συ το γνωρίζεις, πολεμώ, γιατί τροφή, χαρά μου,
+ Ειν' ο καπνός του τουφεκιού. Με σας δεν έχω πάθος.
+ Μαρέσει μέσα 'ς τη φωτιά να βλέπω το σπαθί μου
+ Να φέγγη, να σπιθοβολή, να μη θολόνη εμπρός σας.
+ Ζηλεύω την παλληκαριά, δεν τη φθονώ σαν άλλους...
+ Κι' όταν εγώ 'ς τα Γιάννινα, εσέ, το υιό τ' Ανδρούτζου,
+ Του Καραΐσκου το παιδί, το Θώδωρο το Γρίβα,
+ Με τάλογά σας έβλεπα να λάμπετε 'ς τον ήλιο,
+ Ν' ανεμοστροβιλίζετε, σας εχαιρόμουν, Διάκε,
+ Κ' έλεγα μέσα μου κρυφά, ένας Θεός το ξέρει,
+ Νάμουν εγώ το σύγνεφο και σεις ταστροπελέκια...
+ Καλός καιρός οπούτανε!... Τώρα και σας κ' εμένα
+ Μας άρπαξε το σύφλογο και ξεζευγαρωμένους
+ Μας δέρν' η ανεμοριπή... Θέλεις να ζήσης, Διάκε;...
+
+ — Ένας μωρίζει τη ζωή, ό,τ' είπε θα να γένη.
+ Πώς με ρωτάς, Ομέρπασα;... Το χέρι το δεξί μου
+ Τώχασα χτες μες 'ς τη φωτιά. Με τάλλο ωρφανεμένο
+ Δε θα χορταίνω σκοτωμό.
+ Με φτάνει το ζερβί σου.
+ Αν είχες δυο δε σ' ήθελα... Ζύγωσε κι' άκουσέ με...
+ Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος
+ Με χιόνια, με τρισκότειδο, 'ς το σπήτι του Κροκίδα
+ Κλεφτά σας εσυμάζονε, κι' άγρυπνοι κάθε βράδυ
+ Εδιαλογίζεστε μαζύ πώς να την καταπιήτε
+ Του Αλήπασα τη δύναμη, τα μάτια του Ταχήρη
+ Πιστά σας παραμόνευαν κ' εφέγγαν 'ς το πλευρό σας
+ Ακοίμητα σαν τα κεριά, που ανάφτετε την ώρα
+ Οπού σας ώρκιζε ο πάπας 'ς το τετραβάγγελό σας.
+ Μια μέρα μ' έκραξε ο Αλής... Τα φρύδια του μαχαίρια,
+ Το στόμα τάφος ανοιχτός... Μου λέγει... «Ομέρ Βριόνη
+ »Απόψε τα κεφάλια τους...» Και βγάνει ένα δεφτέρι
+ Οπού είχε μες 'ς τον κόρφο του. Μου τώδωκε και φεύγει.
+ Τανοίγω κ' ανατρίχιασα... Δεν έλειπε κανένας...
+ Αστράψανε τα μάτια μου, η γλώσσα μου φαρμάκι...
+ Εγώ φονειάς;... Και μ' απιστιά;... Εγώ, Θανάσης
+ [Βάγιας!...
+ Διαβάζω ακόμα... τι να ιδώ;... Με τον Αλέξη Νούτζο,
+ Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο...
+ Έτρεξα 'ς τη Βασιλική... Πέφτει 'ς τα γόνατά του
+ Και το λειοντάρι ημέρεψε... Πες μου, Θανάση Διάκε,
+ Ξέρεις γιατί σας έσωσα;...
+
+ — Δε θέλω να το μάθω.
+
+ — Θυμήθηκα τον πάππο μου, που 'ς τα γεράματά του
+ Μώδινε πάντα μιαν ευχή, ποτέ να μην ξεχάσω...
+ Ότ' είμαι... βασιλόπουλο..
+
+ — Μας τούπε και ο Κυρ Μάνθος.
+
+ — Κι' ότι η γενειά μου μια φορά της Μουζακιάς το
+ [θρόνο...
+
+ — Χριστιανή κι ορθόδοξη κληρονομιά τον είχε...
+
+ — Θανάση, δε σ' ερώτησα. Μη μ' αντικόβης, πάψε...
+ Εκάθηκε ο Αλήπασας και με το χαλασμό του
+ Ο σπόρος, που εκοιμότουνε κρυφά μες 'ς την καρδιά μου,
+ Ανάδωκε κ' εγέννησε ταγκαθερό λουλούδι,
+ Που μέρα νύχτα με κεντά... Είδες το γυιο τ' Ανδρούτζου;
+
+ — Θα τον ευρής 'ς το δρόμο σου.
+
+ — Θανάση, θα γνωρίζης
+ Ότ' είμεθα σαν αδερφοί. Το μυστικό που σούπα
+ Μας δένει τώρ' από καιρό... Σπαθί, φωτιά, τουφέκι,
+ 'Σ τους ξένους οπού επάτησαν τα χώματά μας, Διάκε.
+ Εμέ με φτάνει η Αρβανιτιά, και τάλλα, απ' άκρη 'ς άκρη
+ Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα, κλαρί και πέτρα.
+
+ — Κι' αφού σ' εκάμανε πασά, με μιας τα ονείρατά σου,
+ Βριόνη, τα λησμόνησες και δούλος του Μεχμέτη
+ Σκοτώνεις τους συντρόφους σου...
+
+ — Διάκε, νερό κι αλάτι...
+ Εσ' είσαι ακόμα ζωντανός, και τον Κιοσέ Βεζήρη
+ Τον έχομε 'ς τα νύχια μας, μ' ένα σου λόγο, σβυέται...
+ Δεν ξέρω παρακάλεσαις, δε διακονεύω σχώρια...
+ Στοχάσου... η ώραις φεύγουνε... και πες μου, ναι ή όχι;
+
+ — Εψές τα παλληκάρια σου, Ομέρπασα Βριόνη,
+ Το δαχτυλίδι μάρπαξαν και το φορείς 'ς το χέρι..
+ Πριν απαντήσω... το φιλείς;
+
+ — Και τι σημάδια φέρνει;
+
+ — Εκείνα πούχαν μια φορά, Βριόνη, οι γέροντές σου.
+ Ένα δικέφαλο αητό με τα φτερ' απλωμένα
+ Κ' επανωθέ του το Σταυρό...
+
+ — Θανάση... ναι ή όχι;
+
+ — Όχι... δε δίνω σ' άπιστον ούτε μια φούχτα χώμα
+ Από τη γη μου τη γλυκειά, ούτ' από τα νερά μου
+ Δε δίνω μια σταλαματιά.
+
+ — Το κρίμα στο λαιμό σου...
+ Οσμάν!... πώς ήρθες;... τι θα πης;
+
+ — Ομέρπασα, ο Βεζήρης,
+ Ακούστηκ' έξω αναβρασμός, φωναίς ξαγριωμέναις
+ Κι αλόγωνε ποδοβολή... Δειλιάζει, ανατριχιάζει
+ Ο λύκος της Αρβανιτιάς... τρέμ' η φωνή του... αχνίζει.
+
+ — Θανάση, το κεφάλι μου...
+
+ — Μη σκιάζεσαι. Μαζί μου
+ Το μυστικό σου θα ταφή ...τώχω βαθειά κρυμμένο.
+ Και συ τι θέλεις από με;... 'Σ τον κόσμο κάτι ορίζω.
+
+ — Δος μου, το δαχτυλίδι μου.
+
+ — 'Σ τα χέρια σου, Θανάση,
+ Αλυσωμένα, θα φανή και θα με μαρτυρήση.
+
+ — Εδώ... 'ς το στόμα... γρήγορα... φέρε το...πίθωσέ το.
+
+ Του τώδωκε ο Ομέρπασας. 'Σ τη φλογερή χαρά του
+ Ταρπάζει εκείνος, το φιλεί, δεν το χορταίνει ο Διάκος.
+ Ακόμα τανασπάζεται και κοινωνιά στερνή του
+ Το καταπίνει λαίμαργα, λες κ' ήθελε να σώση
+ 'Σ το είδωλό του το γλυκό τα σπλάχνα του κιβούρι.
+
+ Πλακόνει ωστόσο κι ο Κιοσές. Μαύρη, θολή πλημμύρα
+ Το πάτημά του ακολουθεί, σαν νάταν ένα κύμα
+ Πώσερνε φύκη 'ς το γιαλό. Τασπράδι του ματιού του
+ Έσταζεν αίμα και χολή...
+
+ — Ομέρπασα Βριόνη,
+ Μα τώνας είναι του Θεού ο φοβερός προφήτης,
+ Αν έλειπαν τα σίδερα 'ς αυτό ταγριοπούλι,
+ Θα πίστευα πώς είσαι συ, κατάδικος και φταίστης...
+ Τόσο σε βλέπω ανόρεχτον! .. Εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα
+ Δε σου πονούσεν η καρδιά να βλέπης τάλογό σου
+ Κουφάρια να ποδοπατή, 'ς το αίμα να βαλτόνη
+ Και τώρα σαν κ' εμούδιασες!
+
+ — Βεζήρη, οι αρβανίταις,
+ Εχθρούς δεμένους δε κτυπούν.
+
+ — Και μάλιστα όταν λάχη
+ Νάναι παληοί των σύντροφοι... Εμείς, ανατολίταις,
+ Σύγνεφα διαβατάρικα, όταν περνούμ' εδώθε,
+ Ομέρ Βριόνη, μάθε το, χαλάζι φορτωμένοι
+ Κι' αστροπελέκια φλογερά, δεν έχομε 'ς το νου μας
+ Παρά πώς να πλατύνωμε την ερημιά, το μνήμα.
+ Ούτε το σπόρο μες 'ς τη γη, ούτε κλαρί 'ς το λόγγο,
+ Ούτε παιδί μες 'ς την κοιλιά θ' αφήσωμε να ζήση.
+ Ως τα θεμέλια ο χαλασμός. Για πεντακόσια χρόνια
+ 'Σ αυτά τα στειρολίθαρα, πώσο και αν έχουν χώμα
+ Ταπόχτησανε τρώγοντας από τα κόκκαλά μας,
+ Μάτι ποτέ δεν έκλεισεν ούτ' ένας Μουσουλμάνος
+ Χωρίς να ιδή 'ς τον ύπνο του να λάμψη ένα τουφέκι
+ Ή να σφυρίξη ένα σπαθί. Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος,
+ Θα ξεχωνιάσω αυτήν τη γη. Θα ιδώ 'ς τα σωθικά της
+ Ποιος δαίμονας εφώλιασε. Και αλλοίμονον 'ς εκείνον
+ Που μ' αντικόψη, Ομέρπασα, και που τον εύρω εμπρός μου...
+ Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη; Κι όσοι πιστοί, τι λέτε;
+
+ — Βεζήρη, εχάθηκε η Τουρκιά. Πενήντα παληοκλέφταις
+ Μας εζεμάτισαν. Αμάν! Θέρισε, σώριασέ τους
+ 'Σ ένα ρογό και κάψε τους. Πελέκα αυτούς τους λύκους·
+ Ξεσπέρμεψέ τους απ' εδώ, κ' η στάχτη τους, Βεζήρη,
+ Ας ριπιστή 'ς τον άνεμο να μη ματαφυτρώσουν.
+
+ — Όχι, δε χάνετ' η Τουρκιά. Να κλαίτε το μερμήγκι
+ Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια
+ Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά, ή 'ς το νερό θα πέση,
+ (Δεν είν' αλήθεια, Ομέρπασα;) και θαυρεθή πνιμμένο,
+ Ή θα ταρπάξη το πουλί... Πούναι το παλληκάρι
+ Που χτες μ' ανδρειευότουνε;
+
+ — Εδώμαι, και σ' ακούω.
+
+ — Ποιος είσ' εγώ δεν το ρωτώ. Για με τα ονόματά σας
+ θα να σβυστούν όλα με μιας κ' είναι καιρός χαμένος
+ Εμείς να τα μαθαίνωμε. Θέλεις να προσκυνήσης
+ Και να δεχτής την πίστη μου;
+
+ — Κιοσέπασα δε θέλω.
+
+ — Θα να σε ψήσω ζωντανόν.
+
+ — Εμείς οι παληοκλέφταις
+ Έχομε σάρκα κάκοψη.
+
+ — Χαλήλμπεη!.. δικός σου.
+
+***
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
+
+
+
+» Με χίλια μύρια βότανα. » σ. 219
+
+_Βότανα_, χόρτα κατέχοντα ιαματικάς ιδιότητας, όθεν και το
+δημώδες.
+
+ Τα βότανα της γης γιατρεύουνε τα πάθη.
+
+» Την άγρια την αψάδα. » σ. 219
+
+_Αψάδα_, κυρίως επί δριμέων υγρών, μεταφορικώς δε σημαίνει
+_θυμόν. Αψής_ θυμοειδής. Συνηθέστατον επί ίππων.
+
+» Το διάνεμα γοργά γοργά. » σ. 219
+
+_Διάνεμα_, σκιά φεύγουσα ταχέως, αστραπηδόν.
+
+» Αναλαμπαίς και δόξαις. » σ. 220
+
+_Αναλαμπή_ η εκ μεγάλης πυρκαϊάς προκύπτουσα λάμψις, αλλά και
+αυτή η θερμότης της φλογός.
+
+» Ανέλπιστο λιοβόρι. » σ. 221
+
+_Λιοβόρι_ βορειανατολικός άνεμος πνιγηρός και καυστικός.
+
+» Και χίλια τ' αντιρίμματα. σ. 221
+
+_Αντιρίμματα_ οι περί την ρίζαν δένδρου τινος φυόμενοι βλαστοί.
+
+Σα στο κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση. σ. 221
+
+_Κυβέρτι_ το κύβεθρον, η κυψέλη.
+_Γονός_ η νέα γενεά των μελισσών η κατά το έαρ απολείπουσα τον
+γενέθλιον οίκον και μεταναστεύουσα αλλαχόσε.
+
+Όστις παρετήρησεν εκ του πλησίον τα πολύτιμα ταύτα έντομα δεν
+παρέλειψε βεβαίως να σημειώση τον απερίγραπτον βόμβον, όστις
+επικρατεί εντός της κυψέλης ολίγην ώραν πριν ή εξέλθη ο _γονός_.
+Ήθελεν είπη τις, ότι αι μητέρες και οι πατέρες θρηνούσι συνάμα
+και χαίρουσιν επί τη εξόδω των τέκνων.
+
+Ο _γονός_ εξερχομένος πρώτην φοράν εις το φως της ημέρας πλανάται
+προς ολίγον ένθεν κακείθεν και προσκολλάται μετά ταύτα επί τινος
+αποτόμου πέτρας, ή κάθηται επί κλαδίσκου τινός δένδρου. Αν δε
+αμελήση τις να τον παραλάβη και τοποθετήση εντός κυψέλης,
+απέρχεται προπορευομένης της _Ανάσσης_. Την αποχώρησιν ταύτην ως
+και την πρώτην έξοδον του _γονού_ εκ της κυψέλης ήκουσα να
+χαρακτηρίζωσιν οι ημέτεροι χωρικοί διά των λέξεων, »_Εκίνησεν ο
+λαός._» Και μα την αλήθειαν δεν εδυνήθην να μη ενθυμηθώ την
+διαβόητον Ομηρικήν παρομοίωσιν ένθα το «έθνεα πολλά μελισσάων»
+αντιστοιχεί πληρέστατα προς το _λαός_.
+
+»Και τώκοβαν το αίμα.» σ. 222
+
+Φράσις εμφαίνουσα την νευρικήν κατάπτωσιν ήτις προέρχεται ένεκα
+φόβου αιφνιδίου. Πιστεύεται δε υπό του λαού ότι επί τοιούτων
+περιστάσεων το αίμα αποσυντίθεται. Το αυτό ρήμα εν χρήσει επί
+γάλακτος αποσυντεθειμένου. « _Έκοψε το γάλα._»
+
+Βλέπει πασπρογαλιάζει. σ. 222
+
+_Ασπρογαλιάζει_ και _ασπρογάλιασμα_, το υπόλευκον χρώμα του
+ουρανού και της θαλάσσης κατά το λυκαυγές της ημέρας.
+
+»Το φτερωτό σου μάτι.» σ. 223
+
+Οφθαλμός περικυκλούμενος υπό μακρών και πυκνών βλεφαρίδων ή
+επισκιαζόμενος υπό δασέων οφρύων, εθεωρείτο ως τεκμήριον ανδρείας
+ψυχής και συνδυαζόμενον μετ' άλλων τινων προσόντων, καθωδήγει εις
+εύστοχον εκλογήν των _παλληκαρίων_.
+
+Κι όπου απαντήση ριζιμιό κι όπου εύρη χαραμάδα,
+Γενειάζει εκεί βαθειά βαθειά κ' υφαίνει τον πλοκό του
+Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κ' αιώνια φράχτη
+Για κείνους που συνείθισαν να παρασυνορίζουν. σ.224
+
+_Ριζιμιό_, πέτρα ερριζωμένη, κατ' αντίθεσιν προς το »_πέτρα
+πλεούμενη._»
+
+_Χαραμάδα_ τα σκίσματα εν γένει.
+
+_Γενειάζει_ επί φυτών, όταν βάλλωσι τας πρώτας οιονεί τριχοειδείς
+ρίζας. Επί κισσού, όταν προσκολλάται διά των ελαστικωτάτων
+νεύρων, άτινα αναφύονται εκ των απείρων αυτού γονάτων.
+
+_Πλοκός_ σύμπλεγμα εκ κλάδων προς ανακοπήν των υδάτων. Η εργασία
+αύτη δηλούται διά του _υφαίνω_.
+
+_Γεροβολιά_ Κλείσμα, φραγμός κυκλοειδής διά καλαμών
+κατασκευαζόμενος δι' ου πολιορκούνται οι ιχθύες ένθα
+ενδιαιτώνται. Μεταφορικώς παν περίκλεισμα ασφαλές, ανυπέρβλητον.
+
+Μας άρπαξε το σύφλογον. σ. 225
+
+_Σύφλογο_ η δίνη η προερχομένη εκ της συναντήσεως φλογών πρώην
+κεχωρισμένων. Συνήθης κατάρα· »_Να σε πάρη το σύφλογο.» Μ' επήρε
+το σύφλογο»!_
+
+Μας δέρν' η ανεμοριπή. σ. 225
+_Ανεμοριπή_ ορμή ανέμου παρασύροντος παν το προστυχόν, και τούτο
+προς δήλωσιν καταστροφής. »_Μας επήρε η ανεμοριπή._»
+
+Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος
+Με χιόνια με τρισκότειδο 'ς το σπήτι του Κροκίδα
+Κλεφτά σας εσυμάζονε. σ. 226
+
+Αποφασισθείσης υπό του Σουλτάνου της καταστροφής του Αλή πασά οι
+έφοροι της φιλικής εταιρίας απέστειλαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις
+Ιωάννινα τον Χριστόδουλον Οικονόμου ίνα κατηχήση τον αδελφόν
+αυτού Μάνθον, τον εξ απορρήτων του Βεζύρου, μεγάλην χαίροντα εν
+Ηπείρω επιρροήν και υπόληψιν, τον Αλέξην Νούτζον, τον Ίσκον, τον
+Στράτον, τους Φαρμάκιδες και άλλους τοιούτους. Ο δε Ασημάκης
+Κροκίδας προς τον σκοπόν τούτον παρέσχε την εν τη πρωτευούση του
+Τεπελενλή οικίαν του ήτις καθά διαβεβαιοί και ο Φιλήμων, εν ταις
+ημέραις εκείναις ωμοίαζε προς άλλον μυστηριώδη και τρομερόν
+στρατώνα, όπου κατά πάσαν νύχτα συνήρχοντο και συνεσκέπτοντο μετά
+του απεσταλμένου των φιλικών Χριστοδούλου Οικονόμου, γαμβρού του
+Κροκίδα, Ιωαννίται, Ζαγορίσιοι, Ακαρνάνες, Σουλιώται.
+
+ Με τον Αλέξη Νούτσο
+
+Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο.
+Έτρεξα 'ς τη Βασιλική. 226
+
+Ο Αλέξης Νούτσος ενέμετο σχεδόν αποκλειστικώς επί πολύν χρόνον
+την εύνοιαν του Αλή όστις και απεκάλει αυτόν παιδί του.
+
+ΒΑΣΙΛΙΚΗ.
+
+_Κίτσος Κονταξής_ εκ των προυχόντων της κωμοπόλεως Πλεισοβίτζας,
+υπήρξεν ο πατήρ της εν τοις Αληπασικοίς χρονικοίς τοσούτον
+σπουδαίαν κατεχούσης θέσιν διαβοήτου επί καλλονή και συνέσει
+Βασιλικής. Ως εκ των γενεθλίων και της δεδοκιμασμένης αυτού
+ανδρείας απελάμβανεν ούτος γενικής υπολήψεως παρά τοις
+συμπολίταις αυτού δι' ο και ύποπτος γενόμενος σκληρώς κατεδιώχθη
+υπό του αιμοχαρούς Βεζύρου.
+
+Εν ταις ημέραις εκείναις Μαρίνα τις, εκ της αυτής κωμοπόλεως
+ορμωμένη, αντί μικράς ευεργεσίας έλαβε παρά του Αλή την εντολήν
+να κλέψει και τω παραδώση την επταετή κόρην του Κίτζου, και το
+μιαρόν γύναιον προσοικειωθέν τη συζύγω του Κονταξή μυρία ήρξατο
+να τεκταίνεται προς πραγματοποίησιν του βδελυρού σχεδίου.
+
+Αποθανόντος δέ τινος των εν Φιλιάταις βέηδων ο Κίτζος μετέβη μετά
+της συνεύνου Αναστασίας, όπως συλλυπηθή την χήραν του απελθόντος
+φίλου, και κατά την απουσίαν αυτού η Μαρίνα παραλαβούσα δι'
+απάτης εις την εαυτής οικίαν, την Βασιλικήν, έσπευσε να
+ειδοποιήση τον Σατράπην, όστις αποστείλας αμέσως εις ορισθέν τι
+μέρος ίππους ταχυδρομικούς και ένοπλον συνοδίαν, απήγαγε το
+κοράσιον.
+
+Επανελθών ο Κίτζος και πληροφορηθείς παρά των κατοίκων, εν όπλοις
+διατελούντων και υπισχνουμένων εκδίκησιν, τα περί απαγωγής της
+προσφιλούς αυτώ θυγατρός, περιήλθεν εις τοιαύτην αδημονίαν ώστε
+σχεδόν παρεφρόνησε. Και την μεν περιουσίαν κατηνάλωσεν αφειδώς
+διανείμας αυτήν προς πάντας όσοι εκμεταλλευόμενοι την πατρικήν
+στοργήν επηγγέλλοντο αυτώ την ανάκτησιν του τέκνου, αυτός δε
+καταβληθείς υπό της λύπης ώρυξε τάφον εν τω υπογείω της οικίας,
+απέβαλε τον οπλισμόν, εζώσθη σχοινίον και εν νηστείαις και
+στερήσεσι διανυκτερεύων επεκαλείτο την Θεομήτορα υπέρ της
+επανόδου της Βασιλικής.
+
+Εκ των τελαιπωριών τούτων και του ψυχικού άλγους προσβληθείς υπό
+στηθικού νοσήματος, απεβίωσε μετ' ολίγον χωρίς να δυνηθή να
+ασπασθή την θυγατέρα. Καί τοι προσκληθείς πολλάκις υπό του Αλή,
+ουδέποτε έστερξε να συναντηθή μετά ασπόνδου εχθρού, του παραιτίου
+της καταστροφής του. Αλλά περί τα τέλη του βίου ενδώσας εις τας
+προτροπάς των συγγενών και ηττηθείς υπό του προς την θυγατέρα
+φίλτρου, μετέβη εις Ιωάννινα, και παρεστάθη ενώπιον του
+αιμοχαρούς Σατράπου. Ο Βεζήρης αφ' ου φιλοφρόνως τον υπεδέχθη,
+διανοούμενος βεβαίως τίνι τρόπω και εν αυτή τη παραμονή του
+θανάτου εδύνατο να καταστήση σκληροτέραν την αγωνίαν, ηρώτησεν
+αυτόν ποίαν τινα χάριν ήθελε να τω απονείμη προς παραμυθίαν των
+παθημάτων του. Ο δε Κίτζος δελεασθείς υπό της ψευδούς ταύτης
+ευνοίας, συντετριμμένος την καρδίαν έπεσε κατά γης γονυπετής και
+ανεβόησε δακρύων·» τα μάτια μου! Το φως μου! Το παιδί μου!» Τότε
+εμβλέψας ο Αλής μειδιών προς τον γέροντα τω ηρνήθη αποτόμως και
+μόνον τω επέτρεψε να ίδη μακρόθεν, αν ήθελε, το περιπόθητον
+τέκνον.
+
+Είναι ανατίρρητον ότι ο Αλής, ο ανήμερος εκείνος λύκος, ηγάπησε
+την Βασιλικήν μόλις παραδοθείσαν εις χείρας του, είτε διότι
+προησθάνετο ποίον ευωδέστατον άνθος έμελλε να εκφανισθή εκ του
+κάλυκος εκείνου, είτε διότι απ' αρχής τον κατεγοήτευσεν η έμφυτος
+αφέλεια της επταετούς παρθένου. Διό και επειράτο παντί σθένει να
+υπερνικήση διά των περιθάλψεων την προς αυτόν αμείλικτον
+αντιπάθειαν του κορασίου.
+
+Ημέραν τινα η Βασιλική επισκεπτομένη τας κρύπτας των σεραγίων
+εύρεν έν τινι γωνία την εικόνα της Θεομήτορος και λαβούσα αυτήν
+έδραμε και προσπεσούσα τω Αλή εξητήσατο την χάριν ίνα εν τω ιδίω
+θαλάμη καταθέση το παρήγορον εύρημα. Ο Βεζήρης επαινέσας τον
+θρησκευτικόν αυτής ζήλον, έστερξε προθύμως και ούτω χάριν της
+Βασιλικής εν αυτή τη φωλεά του θηρίου κατηρτίσθη πολύτιμον
+προσευκτήριον, όπου πολλάκις και το ανθρωπόμορφον εκείνο τέρας εν
+ταις μεγάλαις αυτού δυσχερείαις προσήρχετο ικετεύων.
+
+Δεκαπενταετή ήδη ενυμφεύθη αυτήν ο Αλής κατά το οθωμανικόν
+θρήσκευμα και έκτοτε την ηγάπησε μανιωδώς καί τοι γέρων. Ουδεμία
+δε υπάρχει αμφιβολία ότι εις την μεγάλην επιρροήν αυτής επί την
+ψυχήν του τυράννου πρέπει ν' αποδοθή η σωτηρία πολλών.
+
+Αλλ' όσον ο Βεζήρης ηγάπα την Βασιλικήν τόσον εμίσει τον αδελφόν
+αυτής Γεώργιον Κίτζον, τον όντως μεγαλοπρεπή και ωραιότατον
+οπλαρχηγόν της Πλεσσοβίτζας, τον διά της ανδρείας αυτού
+απαθανατίσαντα μετά ταύτα την αιματόφυρτον του Μεσολογγίου
+Λουνέταν. Μη ανεχόμενος ο ζηλότυπος Σατράπης την υπεροχήν ην
+απήλαυεν εν τη αυλή των Ιωαννίνων ως γυναικάδελφος αυτού
+απεφάσισε να τον δολοφονήση, και πρώτον επεχείρησε την εκπλήρωσιν
+του μελετωμένου κακουργήματος προπαρασκεύασας διά κωνίου φύλλα
+νικοτιανής· αλλ' απέτυχεν ειδοποιηθέντος του Κίτζου υπό του
+Ιωάννου Κωλέτου. Ύστερον προσεκάλεσεν αυτόν εις μέγα τι
+κυνηγέσιον και διέταξε δύο εκ των πιστών δημίων να πυροβολήσωσι
+κατ' αυτού. Εν τη δευτέρα ταύτη αποπείρα επληγώθη βαρέως ο Κίτζος
+και ήθελεν ίσως αποθάνη νοσηλευόμενος υπό των ιατρών του Αλή, αν
+η Βασιλική επί τω απαισίω ακούσματι δεν απήτει την ίασίν του και αν
+δεν κατετρόμαζεν αυτόν διά της απειλής ότι ήθελεν
+αυτοχειριαζομένη συναποθάνη μετά του αδελφού. Έντρομος ο Αλής ου
+μόνον εφρόντισε να αναθέση την σωτηρίαν του τραυματίου εις τον
+ικανώτερον των χειρουργών του, αλλά και αυτοπροσώπως επετήρει την
+θεραπείαν προς εξιλασμόν της προσφιλούς συζύγου.
+
+Ούτω διήλθε τας τελευταίας ημέρας του βίου του τυμβογέρων ήδη ο
+Αλής· κατά την μαρτυρίαν των επιζησάντων προκύπτει ότι απέναντι
+της φοβεράς μεταβολής της τύχης, της προδοσίας των τέκνων του,
+της λειποταξίας των διασημοτέρων οπλαρχηγών του, της επικειμένης
+τιμωρίας των κακουργημάτων του, όταν κατέκλινε το πολιόν και
+θυελώδες μέτωπον επί των αβρών γονάτων της Βασιλικής, εκ μιας
+ελησμόνει τα πάντα και παρεδίδετο εις τας αγκάλας του ύπνου, ως
+αν επίστευεν αδύνατον την καταστροφήν εν τοις κόλποις τοιούτου
+παραδείσου.
+
+Ύστερον δε ότε απεκλείσθη εν τη λίμνη των Ιωαννίνων και έβλεπε
+προεγγίζοντα τον αναπόφευκτον όλεθρον, εν ω την ακαταδάμαστον
+αυτού ψυχήν δεν κατέβαλεν ο φόβος του θανάτου, την κατεσπάραττεν
+η ιδέα ότι η Βασιλική έμελλε να περιέλθη εις χείρας των εχθρών
+του. Όθεν εν τη απογνώσει αυτού, προσκαλέσας τον Αθανάσιον Βάγιαν
+ενετείλατο να φονεύση την γυναίκα εάν ποτε ως εκ των περιπετειών
+του πολέμου ήθελεν ιδεί αυτόν ζωγρηθέντα ή πεσόντα υπό το ξίφος
+των πολεμίων.
+
+Ότε λοιπόν ο Αλής θανασίμως πληγείς απήτησε την εκτέλεσιν της
+εντολής, εξελθών ο Βάγιας του δωματίου ένθα εν τω ιδίω αίματι
+εκυλίετο ήδη ο αγωνιών λέων, επυροβόλησεν ασκόπως και επανακάμψας
+ανήγγειλε προς τον θνήσκοντα την εκπλήρωσιν του τελευταίου πόθου
+του. Τότε επί των ωχρών χειλέων του επήνθισεν έσχατον μειδίαμα
+και χαίρουσα εξεδήμησεν η αγρία αυτού ψυχή.
+
+Η Βασιλική αιχμαλωτισθείσα επέμφθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του
+αδελφού της Σίμου βέη, και εκείθεν εξωρίσθη εις Προύσαν. Κατά δε
+το 1830 ελευθερωθείσα ήλθεν εις Μεσολόγγιον και κατώκησεν εν τη
+Κωμοπόλει Κατοχή, οπόθεν μετά τον θάνατον του αδελφού,
+καταβληθείσα υπό της λύπης και ασθενήσασα βαρέως μετέστη επί
+θεραπεία εις Αιτωλικόν, ένθα και κατέλυσε τον βίον εν έτει 1835.
+
+Επειδή δε εκ της βιογραφίας ταύτης γίνεται δήλον ότι διά της
+προστασίας της Βασιλικής πολλοί πολλάκις εσώθησαν των
+κινδυνευόντων χριστιανών ουχί παραλόγως αποδίδεται εις αυτήν εν
+τω ποιήματι η σωτηρία των Φιλικών, ων οι αγώνες και ο σκοπός
+αναντιρρήτως δεν ελάνθανον την οξυδέρκειαν του Αλή.
+
+Μας τούπε κι' ο Κύρ Μάνθος. σ. 227
+
+Υπήρξε καιρός καθ' ον τοιαύτη ήτο η υπόληψις ην έχαιρεν εν Ηπείρω
+ο γνωστός ούτος επί συνέσει γραμματεύς του Αλή πασά, ώστε
+παροιμιώδης κατήντησεν η αλήθεια των λόγων του. » _Τούπε ο Κυρ
+Μάνθος_» εταυτίζετο προς το _αυτός έφα_. Ο Μάνθος καθ' ην στιγμήν
+απεκλείσθη ο Αλής συνελήφθη υπό των Σουλτανικών και εκαρατομήθη
+εν Μετζόβω.
+
+Και τ' άλλα απ' άκρη 'ς άκρη.
+
+Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα κλαρί και πέτρα. σ. 228
+
+Το »_απ' άκρη ς' άκρη_» και το _χώμα κλαρί και πέτρα_, ήσαν
+ρήτραι δι' ων συνήθως εν τοις παλαιοίς συμβολαίοις παρεχωρείτο η
+απόλυτος κατοχή κτήματός τινος.
+
+Διάκε νερό κι' αλάτι. σ. 228
+
+_Νερό κι αλάτι_ φράσις δημώδης, δι' ης εμφαίνεται η επανάληψις
+φιλίας διακοπείσης ένεκεν σοβαρού τίνος λόγου.
+
+Το κρίμα 'ς το λαιμό σου.
+
+Άλλο δημώδες λόγιον δι' ου ανατίθεται ευθύνη εις τον μη στέργοντα
+να παραδεχθή σπουδαίαν τινα πρότασιν. Ταυτόσημον τω »_Νίβομαι, κι
+απονίβομαι,» »Έξω από το κρίμα νάμαι._» Και τα παραπλήσια.
+
+Φέρε το... πίθωσέ το. σ. 230
+
+_Πίθωσε_ είναι το επίθεσον. Η μετά προσοχής και αβρότητος
+τοποθέτησις πράγματός τινος.
+
+Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, σ. 232
+
+Δηλοί, έφθασεν η ώρα καθ' ην η βία θέλει λύση το ζήτημα
+
+Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη. σ. 232
+
+Ο μοχθηρός ούτος εκ των εγχωρίων αγάδων, υπήρξεν η αληθής ίσως δε
+και η μόνη αιτία της καταδίκης του Διάκου. Παρουσιασθείς προς τον
+Κιοσέ Μεχμέτ πασάν προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και μετά
+δακρύων εζητήσατο παραδειγματικόν θάνατον προς τιμωρίαν ανδρός
+θεωρουμένου τότε κινδυνωδεστάτου.
+
+'Σ ένα ρογό και κάψε τους. σ. 232
+
+_Ρογός_ το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών οπού
+αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός ο σωρός του σίτου.
+
+ Να κλαίτε το μερμήγγι.
+Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια
+Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά. σ. 232 — 233
+
+Δημώδης παροιμία στηριζομένη επί της ακριβούς παρατηρήσεως της
+περιέργου παραμορφώσεως ην πάσχει ο μύρμηγξ, όταν αναφύωνται τα
+πτερά επί των νώτων αυτού και μεταβάλλεται εις πτηνόν.
+
+Εδώμαι και σ' ακούω. σ 233
+
+Το «_και σ' ακούω_» εν τοιαύταις περιπτώσεσιν έχει απειλιτικήν
+και περιφρονητικήν έννοιαν. Εν τη Λακωνική εκείνη φράσει
+περιέχεται πάσα η αηδεία και αγανάκτησις ην διήγειρεν εν τη
+καρδία του Διάκου η θρασύτης των οθωμανών.
+
+Έχομε σάρκα κάκοψη. σ. 233
+
+_Κάκοψος_ περί οσπρίων σκληρών, αντίθετον του _κάλοψος_. Τραχύς,
+αντέχων εις την ενέργειαν του πυρός.
+
+
+
+
+ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
+
+
+
+ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ
+
+ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ.
+
+ Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νειώτη
+ Κ' η περηφάνεια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα
+ Κ' η λευθεριά του ξηφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα
+ Τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω
+ 'Σ το Διάκο που ψυχομαχά. Τυφλή και μανιωμένη
+ Τον εκοιλούσε η Λιαπουριά. — Κεχρί παραδομένο
+ 'Σ τα δόντια του νερόμυλου, τριμμόψυχα ριμμένη
+ Μες 'ς το λαρύγκι ενός θεριού, προσάναμμα, αποκλάδι,
+ Χλωροκομμένο φρύγανο, που τώβοσκεν η φλόγα,
+ Ολόγυρά του εκύτταζε, σαν νάθελεν ακόμα
+ Να καταπιή με μια ματιά, να κρύψη 'ς την ψυχή του
+ Την έρμη την πατρίδα του κ' εκεί 'ς τον άλλον κόσμο
+ Να τήνε πάρη συντροφιά. — Επέρασε απ' το νου του
+ Φτωχή, κακογεράματη κ’ η δύστυχή του η μάνα
+ Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση,
+ Και μην πεθάνη νηστική. Επάγωσε η καρδιά του
+ Κ' ένα κελάδημα γλυκό, πλασμένο μ' όλα τ' άνθη,
+ Που τρέφ' ο κήπος της ζωής, του φύτρωσε 'ς τα χείλη.
+
+ »_Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη
+ »Τώρα πανθίζουν τα κλαριά που βγαίν' η γη χορτάρι._»
+
+ Λες κ' ήθελε πριν αναιβή 'ς του Πλάστη του τον κόρφο,
+ Τη ραγισμένη του καρδιά να σχίση για να φύγουν
+ Της νειότης του ταρώματα, που δε χωρούν 'ς το μνήμα.
+
+ Τον επατούσαν τάλογα κι άγρια μεθυσμένα
+ Τόνε δαγκούν 'ς το πρόσωπο. Ταγέρι φορτωμένο
+ Φοβέραις και περίγελα και φλογισμένα χνώτα
+ Τριγύρω του εκουφόβραζε... Κανένα χηλιδόνι
+ Δε φαίνεται 'ς τον ουρανό να τον παρηγορήση...
+ Ο δρόμος ατελείωτος!.. Δεξιά, ζερβιά του τοίχος
+ Ανταριασμένοι οι Γκέγκιδες... τους ανακράζει ο Διάκος...
+ »Δεν είν' κανένας από σας καθάριος Αρβανίτης
+ »Να εντρέπεται τη γύμνια μου, την καταφρόνεσή μου,
+ »Να μου φυτέψη ψυχικό 'ς το μέτωπο ένα βόλι;... »
+
+ Βουβοί δεν εταράχτηκαν, τόνε θωρούν με τρόμο.
+ Εφούσκονε ο κατακλυσμός... 'Σ το διάβα του ένας χτύπος
+ Ακούστηκε μικρός.. μικρός, σαν νάθε ξεροσκάση
+ Του λύκου τανασήκωμα, σαν νάθε απλώσει χέρι
+ 'Σ του πιστολιού το σκάνδαλο... Ανάμεσ' από τόσους
+ Μήπως εξύπνησε κανείς, όπου ήταν παλληκάρι;..
+ Ξαφνίστηκε ο Χαλήλμπεης..
+
+ — Σκυλί, όποιος κι αν ήσαι
+ Τον έχω λάβει χάρισμα... είναι δικό μου ψώνι..
+ Μάθε το... κάτου τ' άρματα...
+
+ Και σαν τη νυχτερίδα
+ Κολλάει 'ς του Διάκου τα μαλλιά. Ξανάφτουνε οι φονιάδες.
+ Αψόνει πάλ' ο θόρυβος. Τρέχουν, πηδούνε, σκούζουν
+ Κι' αποσταμένοι πλακωτοί 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο
+ Αράζουνε και στέκονται. Ακίνητος ο γύφτος
+ Το φοβερό το σύνεργο 'ς τα χέρια του εκρατούσε,
+ Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι.
+ Εμπρός του, πίσω του βαθειά, διχαλωτοί δύο ψήσταις
+ Μπηγμένοι βρίσκονται 'ς τη γη. Ο πρώτος 'ς το κεφάλι,
+ Ο δεύτερος 'ς την ποδαριά. Σωρός χλωρά κλονάρια,
+ Και θράκια που ξεσπίθιζαν... Το δένδρο παραστάτης.
+
+ »Πλάστη μεγαλοδύναμε! Χριστέ! παράλαβέ με.
+ »Βρέξε 'ς τη φλόγα μου δροσιά και κάμε αυτήν τη στάχτη
+ »Που θα ν' αφίση το κορμί του δούλου σου, Πατέρα,
+ »Να μη την πάρη ο άνεμος και να μη μείνη στείρα.»
+
+ Είπε και παραδόθηκε. Δεμένος 'ς το δρομάρι
+ Ο μάρτυρας σιγά σιγά, παρακαλεί τη φλόγα
+ Με τον καπνό τη σάρκα του, πούταν γυμνή να κρύψη.
+
+ Γυρίζει ο γύφτος το σουβλί... Το χέρι του ανεμίδι...
+ Κι' όταν εμένανε νεκρά καμμιά φορά από δείλια
+ Ταφωρεσμένα δάχτυλα και τάφρυγεν η πύρη,
+ Τότε ξυλιαίς και σάλαγος, κεντήματα και πέτραις.
+ Φωνάζει κι' ο Χαλήλμπεης...
+
+ — Παληόγερε, ανδρειέψου...
+ Μέριασε εκείνο το δαυλί... για ιδές, ανάθεμά το
+ Τι γλώσσαις όπου επέταξε, και πώς τον έχει ζώση!...
+ Θα τον ρουφήξη γρήγορα... Ταράξου.. μέριασέ το...
+
+ Κι' όσο κι' αν έσπρωχνε ο φονειάς το μυστικό το ξύλο
+ Τόσο ο καπνός τον έπνιγε, τόσο θεριεύει η φλόγα.
+ Διώχνει το γύφτο η αναλαμπή κι' ο κόσμος τρομασμένος
+ Φεύγει το στόμα του στοιχειού. Ανάφτουν τα δεμάτια
+ Πούσαν τριγύρω σωριαστά... Του ρουπακιού τα φύλλα
+ Φωτοκαμμένα ρεύουνε... Κανένας δεν ξανοίγει
+ Πούναι του Διάκου το κορμί 'ς αυτήν τη καταβόθρα.
+
+ Κατακαθίζουν η φωτιαίς... τρέχουν σιμά με φόβο..
+ Άφαντο τάγιο λείψανο!.. Σκαλίζουνε τη στάχτη
+ Μην εύρουν ένα κόκκαλο, μη ιδούν ένα σημάδι...
+ Τίποτε!.. δεν πιστεύουνε... Σκάφτουνε, ξεδιαλέγουν
+ Τα πεθαμένα κάρβουνα... Τίποτε!.. χτύπα, κέντα,
+ Μια σπίθ' αστράφτει από τη γη... Σηκόνουνε τα μάτια
+ Και βλέπουν ένα φτερωτό, χρυσό δαχτυλιδάκι
+ Που ανέβαινε 'ς τον ουρανό... Πότε, Θανάση, πότε;
+ Θα νάρθη πάλε να μας βρη και ποιος θα το φορέση
+ Το φυλαχτό σου τακριβό;.. Πότε, Θανάση, πότε;...
+
+ Ρυάζονται, φεύγουν τα θεριά. Κλεφτά, κλεφτά κι' ο γύφτος
+ Χωνεύει 'ς την κουφάλα του. Κανείς δεν απομένει
+ Παρ' η αχτίδες του ηλιού, που ασπάζονται το μνήμα.
+
+
+
+Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.
+
+
+
+Προσάναμμα, αποκλάδι. σ. 251
+
+_Προσάναμμα_ ξηροί λεπτότατοι κλαδίσκοι, δι' ων ανάπτει τις
+φλόγα.
+
+_Αποκλάδια_ κυρίως αι των αμπέλων κλαδευόμεναι ράβδοι και
+χρησιμεύουσαι εις τον αυτόν σκοπόν.
+
+Χλωροκομμένο φρύγανο, σ. 251
+
+_Φρύγανον_, φύλλα, κλαδίσκοι, σχίζαι, όταν αναμεμιγμένα
+παραδίδωνται εις το πυρ.
+
+ Επέρασε απ' το νου του
+Φτωχή, κακογεράματη, κ' η δύστυχή του η μάνα
+Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση. σ. 252
+
+Η μήτηρ του Διάκου προ ολίγων μόνον ετών ετελεύτησε. Καθ' ην δα
+έλαβον διαβεβαίωσιν, ο ηρωισμός του υιού της αντημείφθη διά
+ισοβίου δωδεκαδράχμου συντάξεως!!!
+
+Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι. σ. 254
+
+_Παραβλάσταρο_ ταυτόσημον τω _αντιρρίματι_, παραφυάς.
+
+_Σημαδούρι_, εν γένει παν το τιθέμενον και μακρόθεν διακρινόμενον
+προς διάγνωσιν επικινδύνου τινος μέρους. Κυρίως δε τα βωτία δι'
+ων σημειούνται αι ύφαλοι χάριν των διαπλεόντων τας θαλάσσας.
+
+Διχαλωτοί δυο ψήσταις. σ. 254
+
+_Διχάλα_ ξύλον αυτοφυώς σχιζόμενον εις δύο διεστώτα μέρη.
+_Ψήστης_, σιδηρούν ή ξύλινον εργαλείον υπερείδον τον οβελόν,
+
+Δεμένος 'ς το δρομάρι. σ. 254
+
+_Δρομάρι_ παν επίμηκες ξύλον εν είδει λεπτής δοκού.
+
+Και τάφρυγεν η πύρη. σ. 254
+
+Η εκ του πλησίον λίαν επαισθητή θερμότης καλείται _πύρη_, η δε
+υπερβάλλουσα της φλογός λάμψις, _αναλαμπή_.
+
+Φωτοκαμμένα ρεύουνε. σ. 255
+
+_Ρεύω_ επί φύλλων, ανθέων ή τρυφερών καρπών όταν έκ τινος
+ατμοσφαιρικής επιρροής αιφνιδίως καταπίπτωσι. Λέγεται δε
+μεταφορικώς και περί ανθρώπων από χρονίας και μακράς νόσου
+τηκομένων.
+
+Χτύπα, κέντα. σ. 255
+
+Παραλαμβάνονται εις τον λόγον εις δήλωσιν επιμόνου και
+επιτεινομένης ενεργείας. Τοιαύτα και τα, »_Δώσε, δώσε._» »_Χτύπα,
+βάρει_» και τα παραπλήσια.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ.
+
+
+
+ΑΣΤΡΑΠΟΓ1ΑΝΝΟΣ
+
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.
+
+
+
+Η υπόθεσις του επομένου στιχουργήματος εύρηται εν ταις σημειώσεσι
+του τετάρτου άσματος. Σελ. 182 υπό την επιγραφήν «Αστραπόγιαννος
+— Λαμπέτης.»
+
+
+
+
+ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ
+
+
+
+ »Λαμπέτη, εδείλιασα!... Τα σωθικά μου
+ Άσπλαχνο εθέρισε βόλι, πικρό.
+ Νεκρά 'ς το σκάνδαλο τα δάχτυλά μου
+ Βλέπεις επάγωσαν... Δος μου νερό...»
+
+ »Λαμπέτη, εσβύστηκα... Ώραν την ώρα
+ Φεύγ' ανυπόμονη, πετά η ψυχή.
+ 'Σ τα κρύα τα χείλη μου στέκεται τώρα
+ Σκύψε και πιέ τηνε μ' ένα φιλί.»
+
+ »Λαμπέτη, χόρτασε τη δύναμή μου.
+ Μέσα 'ς τα στήθια σου θέλω ναυρώ
+ Στερνό λημέρι μου, θέλω η πνοή μου
+ Ναυρή 'ς τα σπλάχνα σου τον ουρανό.»
+
+ »Μόχτα κ' επλάκωσαν σαν άγριοι σκύλοι
+ Για το κεφάλι μου... τι καρτερείς;...
+ Φορτώσου τάρματα, το καρυοφύλλι,
+ Κόψε με γρήγορα... μη μ' αρνηθής.»
+
+ »Λαμπέτη, σφόγγισε, τρίψε με χώμα
+ Το γιαταγάνι σου, κ' είναι θολό...
+ Πώς κλαις;.. τι δέρνεσαι;.. Τρίψε το ακόμα,
+ Μην τρέμεις... ζύγωσε... Δος μου να ιδώ.»
+
+ »Το αίμα τάπιστο με το δικό μου
+ Δε θέλω επάνω του νανταμωθή,
+ Φαρμάκι αγλύκαντο μες 'ς το λαιμό μου
+ Δε θέλω σύντροφο κάτου 'ς τη γη.»
+
+ »Χτύπα, Λαμπέτη μου!.. Άπλωσε, πιάσε,
+ Σφίξε 'ς τα δάχτυλα τάσπρα μαλλιά...
+ Τα χέρια εσταύρωσα... Μη με φοβάσαι.
+ Κόψε με, πάρε με 'ς την αγκαλιά.»
+
+ Ολόρθο επέταξε τάξιο λεπίδι,
+ Ταγέρι εξέσκισε πέρνει φτερό
+ Άστραψ' εσφύριξε γοργό σα φίδι,
+ Το δέντρο ελύγισε 'ς τη γη νεκρό.
+
+ Βαρειά σπαράζει φοβερή 'ς το χέρι του Λαμπέτη
+ Η κάρα τ' Αστραπόγιαννου. Το μάτι ανταριασμένο
+ Του σκοτωμένου τρεις φοραίς αναιβοκατεβαίνει
+ Και βασιλεύει σκοτεινό. 'Σ το μέτωπό του η νύχτα
+ Ξαπλώθηκε αξημέρωτη. Δεν άφηκε η ψυχή του
+ Άλλο σημάδι οπίσω της παρά 'ς ταχνό το στόμα,
+ Σα μιαν αχτίδα φεγγαριού 'ς το μάρμαρο του τάφου,
+ Ένα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο
+ 'Σ του γέροντα ταρματωλού τα κάτασπρα τα γένεια.
+
+ Σπρώχνει 'ς τη θήκη κόκκινο το γιαταγάνι ο κλέφτης,
+ Κι' αρπάζει το δισάκκι του! 'Σ τη μια μεριά φορτόνει
+ Το κρίθινό του το ψωμί, 'ς την άλλη ματωμένο
+ Το λείψανό του τακριβό. Το δάχτυλό του βάφει
+ 'Σ το αίμα πάφριζε 'ς τη γη, σταυρόνει το κουφάρι
+ Και χάνεται 'ς τη λαγκαδιά... Καπνός ο πεζοδρόμος.
+
+ Τρέχουνε πίσω του ξαγριωμένοι
+ Πενήντα Λιάπιδες, τον κυνηγούν.
+ Ο ίσκιος έφευγε, πετά, διαβαίνει...
+ Η νύχτα επλάκονε, λυσσομανούν.
+
+ 'Σ τη ράχη εμαύρισε σα συγνεφάκι...
+ Αδειάζουν τάρματα... στέκουν να ιδούν
+ Βροχή τα βόλια τους μες 'ς το δισάκκι
+ Τον Αστραπόγιαννο ψόφια χτυπούν.
+
+ Ο κλέφτης άνοιξε το πάτημά του,
+ Πηδά χαλάσματα και λαγκαδιαίς,
+ Πέρνει το λείψανο 'ς την αγκαλιά του...
+ Κάλλιο 'ς την πλάτη του χίλιαις βολιαίς.
+
+ Αγριοπρίναρα, παλούρια, βάτοι,
+ Τη σάρκα τώτρωγαν, όθε διαβή.
+ Το αίμα του έβαφε το μονοπάτι,
+ Εμπρός τρισκότειδο, και πίσω εχθροί.
+
+ 'Σ το χιόνι εβάλτονε το παλληκάρι,
+ Τη γλώσσα τώφρυγε δίψα σκληρή,
+ Νύχτα θεότυφλη χωρίς φεγγάρι
+ Και δεν απόσταινε, πάντα πατεί.
+
+ Περνούν μεσάνυχτα κ' η Πούλια σβυέται,
+ Τα πλάγια ασπρίζουνε, σιμόν' η Αυγή.
+ Στέκει.. ακουρμένεται... δεν αγροικιέται
+ Κανένα πάτημα... παντού σιγή.
+
+ Ξύπνούν η πέρδικαις 'ς το χαραμέρι.
+ 'Στο λόγγο ερρίχτηκε, γύρω θωρεί...
+ Γνωρίζει ανέλπιστα παληό λημέρι,
+ Τη βρύση εξάνοιξε πώτρεχ' εκεί.
+
+ Πάλ' ακουρμαίνεται... γέρνει ταυτιά του.
+ Πέφτει ταπίστωμα, τη γη ρωτά...
+ Χτύπο δεν άκουσε... Μόν' η καρδιά του
+ Μέσα 'ς τα στήθιά του, βαρεί, πετά.
+
+ Του φάνηκε ότι εξέφυγε... Εμέτρησ' ένα ένα
+ Τάρματα τ' Αστραπόγιαννου, δεν έχασε κανένα
+ Το μαύρο το κλεφτόπουλο 'ς το φοβερό του δρόμο.
+ Σιμά 'ς τη βρύση εκάθισε, καταίβασε απ' τον ώμο
+ Το έρμο το δισάκκι του... Το μάτι του έχει αντάρα.
+ Απλόνει μες 'ς το σάβανο το χέρι με λαχτάρα...
+ Σφίγγει τα κρύα τα μαλλιά... Ο νους του ανεμοζάλη...
+ Ξεσέρνει το κεφάλι,
+
+ Μ' ανατριχύλα το θωρεί. 'Σ τα χόρτα το καθίζει
+ Πέρνει 'ς τη φούχτα του νερό, το νίβει, το χτενίζει,
+ Ζερβιά του βάνει το σπαθί, δεξιά το καρυοφύλλι,
+ Πλένει το στόμα το βουβό και 'ς τα νεκρά τα χείλη
+ Βρίσκει ο Λαμπέτης άσβυστο σαν νάταν πετρωμένο
+ Του γέρου το χαμόγελο γλυκ' αποκοιμημένο.
+ Τότε εξαλάφρωσε η καρδιά, τότ' ένα δάκρυ πέφτει
+ 'Σ το πρόσωπο του κλέφτη.
+
+ Έννοιωσ' ότ' είχε την ευχή ταρματωλού μαζί του
+ Και ξεσυγνέφιασε με μιας η θολερή ψυχή του.
+ Του φάνηκε ολοζώντανος εκεί με τάρματά του
+ Ο γέροντάς του νηστικός ότ' έστεκε σιμά του.
+ Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τη φτέρη ξεφυλλίζει
+ Πέρνει ένα κρίθινο ψωμί 'ς τη μέση το χωρίζει
+ Και τη μια σφήνα από ταις δυο τη δίνει 'ς το κεφάλι
+ Κι' αυτός κρατεί την άλλη.
+
+ »Ξύπν' Αστραπόγιαννε, γλυκοχαράζει,
+ Γιατί εκοιμήθηκες τόσο βαρειά;
+ Ξύπνα ο Λαμπέτης σου γλυκά σε κράζει
+ Να ιδής τα φράξα σου, τα κρύα νερά.»
+
+ »Τα μάτια σου άνοιξε, ψυχοπατέρα,
+ Να ιδής πού σ' έφερα σε μια βραδειά.
+ Μες 'ς το λημέρι σου μ' ηύρηκ' η μέρα,
+ Τώχω, Αστραπόγιαννε, κρυφή χαρά.»
+
+ »Θυμάσαι, ανήλικο μ' είχε πετάξη
+ 'Σ το δρόμο η μοίρα μου, μικρό, μικρό,
+ Τη μάνα οι άπιστοι μούχανε σφάξη
+ 'Σ το λόγγο εκρύφτηκα γυμνό, ορφανό.»
+
+ Εδώ επρωτώρθαμε... Μ' ακούς πατέρα;...
+ Εδώ μ' ανάστησες νεκρό, φτωχό.
+ Εδώ με πότισες δροσιά κι' αγέρα
+ Μ' έκαμες έλατο, πατέρα εδώ.»
+
+ «Πρώτος συ μώδειξες του εχθρού την όψη
+ Και συ μ' εβάφτισες μες 'ς τη φωτιά.
+ Ποιος να σου τώλεγε πως θα σε κόψη
+ Το χέρι πώμαθες να πολεμά;»
+
+ »Ξύπν' Αστραπόγιαννε, και κύτταξέ με
+ Φάγε μ' εμένανε λίγο ψωμί.
+ Φόρεσε τάρματα, χαιρέτησέ με
+ Ξύπνα, ζωντάνεψε κ' ήρθ' η αυγή.»
+
+ »Εσύ επρωτόδινες ψηλά 'ς το βράχο
+ Το καλημέρισμα 'ς τον αητό,
+ συ πρώτος έδειχνες 'ς εμέ, 'ς το Ζάχο
+ Το γλυκοχάραμμα 'ς τον ουρανό.»
+
+ »Τότ' εξεφύτρωνες σαν κυπαρίσσι
+ 'Σ τα καταράχια μας τρομαχτικό,
+ Τον ίσκιο σου έστελνες να φοβερίση
+ Κάτου τα Σάλονα ... και τώρα εδώ.»
+
+ »Ο Ζάχος έπεσε .. κήταν γραμμένο
+ Εγώ, Αστραπόγιαννε, πάλ' ορφανό
+ Το ξυλοκρέββατο για σε να γένω
+ Για σε, πατέρα μου, γη να ζητώ.»
+
+ Κ' εκεί που ο δύστυχος μοιρολογούσε
+ Με μιας αυτιάζεται... κ' ένα σκυλί
+ Μακρά του φάνηκε σαν κι' αλυχτούσε,
+ Κούφια σαν κι' άκουσε ποδοβολή.
+
+ Τα δέντρα εσείστηκαν, τα χαμοκλάδια,
+ Σκιασμένα επρόβαιναν συχνά συχνά
+ Πλατώνια, αγριόπουλα, λαγοί, ζαρκάδια...
+ Μην επαγάνιζεν η Λιαπουριά;...
+
+ Σκύφτει, ακουρμαίνεται... σιμόν' η αντάρα...
+ Τούβραν το πάτημα 'ς το χιόνι οι εχθροί.
+ Αρπάζει τάρματα, κρύβει την κάρα
+ Πετά, αναλήφτηκε σαν αστραπή.
+
+ Τρέχει εδώθ', εκείθε γέρνει
+ Η έρμη φτέρνα 'ς το βουνό,
+ Μαύρο κύμα ανεμοδέρνει
+ Και δε βρίσκει ένα γιαλό.
+
+ Τον επήρε γι' αγωγιάτη
+ Χάρος άγρυπνος, σκληρός...
+ Σαλαγάει, βαρεί την πλάτη
+ Πάντα πίσω του ο νεκρός.
+
+ 'Σ το τυφλό το τρέξιμό του
+ Μες 'ς τη φούχτα του αρπαχτά
+ Για να βρέξη το λαιμό του
+ Πίνει πάχνη και περνά.
+
+ Τον εθέριζε άγρια πείνα
+ Και δεν έχει άλλο ψωμί...
+ 'Σ το σακκί του μέν' η σφήνα
+ Τ' Αστραπόγιανου ξερή.
+
+ 'Σ ταχαμνά τα δάχτυλά του
+ Την επήρε μια φορά..
+ Θολωμέν' είν' η ματιά του
+ Και τα χείλη του ανοιχτά.
+
+ Όλος έτρεμε... 'ς το στόμα
+ Την εζύγωσε σκιαχτά...
+ Δεν αμάρτησε, όχι, ακόμα...
+ Αναστέναξε βαρειά.
+
+ Με μιας τώφυγ' ένα δάκρυ,
+ Την εφίλησε γλυκά,
+ Και 'ς τον κόρφο σε μιαν άκρη
+ Την εγώνιασε βαθειά.
+
+ Πόσαις μέραις και πού τρέχει
+ Πόσαις νύχταις δε μετρά,
+ Μέσα ο νους του πάντα βρέχει
+ 'Σ την ψυχή του συγνεφιά.
+
+ Μες 'ς το λόγγο αν σταματήση
+ Για να πάρη ανασασμό,
+ Κάποιος λύκος θα χουμήση
+ Για ν' αρπάξη το νεκρό.
+
+ Καλιακούδαις και κοράκοι
+ Το κεφάλι κυνηγούν,
+ Με τα νύχια απ' το δισάκκι
+ Να το κλέψουν πολεμούν.
+
+ Ανδρειεύεται η καρδιά του
+ Τρέχει ακόμα λίγο εμπρός,
+ Μια κρυφή βρίσκει σπηλειά του,
+ Μέσα ρίχνεται ο φτωχός.
+
+ Ξεφορτόνεται, δειλιάζει,
+ Γέρνει αναίσθητος 'ς τη γη,
+ Κλει τα μάτια του, πλαγιάζει
+ Και το λείψανο κρατεί.
+
+ Κ' εκεί πούτανε θαμμένος
+ Μες 'ς του ύπνου τη νυχτιά,
+ Σ' το πλευρό του ο σκοτωμένος
+ Ανταριάζεται, ξυπνά.
+
+ Στέκει εμπρός του... Τα δυο μάτια
+ Κούφια χάσκουνε πλατειά.
+ Πέφτ' η σάρκα του κομμάτια
+ Τα δυο χείλη λαγγαδιά.
+
+ Το γλυκό χαμόγελό του
+ Λίγο λίγο είχε σβυστή
+ Και περνούν 'ς το μέτωπό του
+ Μαύρα γνέφη εδώ κ' εκεί.
+
+ »Παιδί μου, εγέρασε το λείψανό μου
+ Τόσα μερόνυχτα χωρίς ταφή
+ Ο Χάρος έφαγε το πρόσωπό μου
+ Δος μου, Λαμπέτη μου, μια φούχτα γη.»
+
+ «Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος
+ Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ
+ Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος
+ Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.»
+
+ »Βλέπεις μυρίστηκαν το σκοτωμό μου
+ Όρνεια ανυπόμονα, μαύρα πουλιά,
+ Πριν με ξεσκίσουνε 'ς το σάβανό μου
+ Παιδί μου, κρύψε με 'ς τη γη βαθειά.»
+
+ »Τώρα που εκόρνιασαν κι' ολόγυρά μου
+ Σκοτάδι τρίδιπλο με πλημμυρεί
+ Πάρ' το δισάκκι σου, πάρ' τάρματά μου,
+ Ξύπνα να φύγωμε πριν έρθ' η αυγή.»
+
+ »Θέλω το χάραμμα, πώβγαινε πρώτο
+ Και μου καμάρονε τη λεβεντιά,
+ Ταγέρι πώτρεχε, χνώτο με χνώτο,
+ Και μου ζωντάνευε τα σωθικά.»
+
+ »Η αριαίς, τα πεύκα μου, τα κρύα νερά μου,
+ Θέλω Λαμπέτη μου, να μη με ιδούν,
+ Να μη γνωρίσουνε την ασκημιά μου...
+ Έλα να φύγωμε, μην πικραθούν.»
+
+ »Τώρα που μ' έφερες ως τα Παλάτια,
+ Σκάψε το λάκκο μου 'ς αυτήν τη γη.
+ Εδώ δε φτάνουνε του εχθρού τα μάτια
+ Δεν αναιβαίνουνε παρά αητοί.»
+
+ »Λαμπέτη, χώσε με με τάρματά μου
+ Ολόρθα, στήσε τα, δεξιά ζερβιά.
+ Νάναι 'ς το μνήμα μου κεροδοσά μου,
+ Πρωτοπαλλήκαρα 'ς την ερημιά.»
+
+ »Κ' όταν, Λαμπέτη μου, με χωματίσης
+ Έβγα 'ς το Τρίκορφο γοργά, γοργά
+ Να πης πως σ' έστειλα να πολεμήσης
+ Πες χαιρετίσματα 'ς την κλεφτουριά.»
+
+ »Εχτές επιάστηκε κ' εκεί τουφέκι
+ 'Σ τον ύπνο μου άκουσα το βογγητό
+ Εγώ αποσβύστηκα κι' αστροπελέκι
+ Λαμπέτη, μώμεινες εσύ στερνό.»
+
+ «Μη μου πικραίνεσαι, κ' είναι γραμμένο
+ Μ' εμένα γρήγορα νανταμωθής,
+ Τρέχα πολέμησε και σε προσμένω
+ 'Σ το μνήμα μου άλυωτος όσο ναρθής.»
+
+ Ξυπνά, αλαφιάζεται ο νους του ανάφτει
+ Βουβός επέρασε μια λαγγαδιά.
+ Βρίσκει έν' απόγωνο, το χώμα σκάφτει
+ Τα χείλη επέτρωσαν, πάντα βουβά.
+
+ Τό νύχι αιμάτωνε μες 'ς το στουρνάρι
+ Έχωσε τάρματα και το ψωμί
+ 'Σ το λείψανο έστρωσε χλωρό γρυπάρι,
+ Το μνήμα εσφράγισε, σκύφτει, φιλεί.
+
+ Βαστά το δάκρυ του, το καταπίνει
+ Δεν εξανάσαινε μην προδοθή,
+ Κυττάζει ολόγυρα, πετιέται, χύνει,
+ Τρέμει 'ς τον πόλεμο μη δε βρεθή.
+
+ Βλέπει το Τρίκορφο σφίγγεται, φτάνει
+ Το λιανοτούφεκο πέφτει πυκνό.
+ Σέρνει 'ς τα δόντια του το γιαταγάνι
+ Ρουφά ανυπόμονα φλόγα, καπνό.
+
+ Πούθε να πλάκωσε παρόμοια αντάρα
+ Παρόμοιος σίφουνας, ο εχθρός ρωτά.
+ Το χέρι εδούλευε και βουβαμάρα
+ Πάντα τα χείλη του κρατεί κλειστά.
+
+ Χάρος ανέλπιστος περνά θερίζει
+ Αναστηλώθηκε κ' η κλεφτουριά.
+ Ρυάζετ' η Ρούμελη 'ς το μετερίζι
+ Ρίχνεται πίσω του παύει η φωτιά.
+
+ Δεν τον επρόφταιναν... Τον ανακράζουν
+ Δεν αποκρένεται, διαβαίνει εμπρός.
+ Τα χέρια του άκοπα χτυπούνε, σφάζουν
+ Σκορπά, ανταριάζεται, φεύγει ο εχθρός.
+
+ 'Σ το δρόμο του άξαφνα του λύεται η χαίτη
+ 'Σ την πλάτη ανέμισε σα δυο φτερά
+ Τότε του φώναξαν. — «Στάσου, Λαμπέτη,
+ «Άφησε κ' ένανε γι' άλλη φορά.»
+
+ Κι' αυτός δεν ένοιωθε ποιος τόνε κράζει
+ Πάντα εσαλάγαγε τη Λιαπουριά,
+ Ταγέρι εθόλωσε, ξεμοναχιάζει...
+ Άστραψ' εβρόντησε μια πιστολιά,
+
+ Τον ελαβώσανε... 'Σ το χώμα γέρνει,
+ Το βόλι εχώνεψε μες 'ς τα πλευρά.
+ Πέφτει ταπίστομα σιγά ξεσέρνει
+ Σα φίδι κρύβεται μες 'ς τα κλαριά.
+
+ Έβοσκε ο θάνατος τα σωθικά του
+ Κ' εκείνος έτρεχεν ολονυχτύς
+ Πατεί, σωριάζεται, σβυέτ' η καρδιά του...
+ Πούσ' Αστραπόγιαννε να τόνε ιδής;...
+
+ Διαβαίνει ανήφορους και μονοπάτια,
+ Βράχους απάτητους, νεροσυρμαίς,
+ Εξημερώθηκε μες 'ς τα Παλάτια,
+ Εψυγομάχησε χίλιαις φοραίς.
+
+ Το μνήμα επρόσμενε ...Λιγάκι ακόμα
+ Να φτάση τώλειπε... πετιέται ορθός.
+ Πηδά, ανδρειεύεται... το έρμο χώμα
+ Σφίγγει 'ς τα δόντια του, πέφτει νεκρός.
+
+ Το βράδυ ανέλπιστα πιάνει το χιόνι
+ Κι' ο τάφος κρύβεται βαθειά βαθειά.
+ Λες κ' εσαβάνωσαν 'ς ένα σεντόνι
+ Τα δυο τα λείψανα σφιχτά σφιχτά.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ.
+
+
+
+
+1) Όρα Σπυρ. Τρικούπη, ιστορίαν της Ελλ. Επαναστάσεως· — Τόμος
+Α', σελίς 265.
+
+2) Όρα Χρυσαλλίδα — Τομ. Γ' — Φυλλάδιον ΞΑ' — ΞΒ'.
+
+3) Την χρονίαν ταύτην εξάγω εκ των σημειώσεων του Κυρίου Σάθα, την
+δε δευτέραν εκ του Ιστορικού Δοκιμίου του Κυρίου Φιλήμονος (Τομ.
+3. Σελ. 197) όπου μνημονεύεται η ηλικία του Διάκου.
+
+4) Διατείνεται ο Περραιβός εν τοις Πολεμικοίς απομνημονεύμασι Σελ.
+54 ότι ο Διάκος εφόνευσε τον Φερχάτην, αλλα τούτο διαψεύδεται εκ
+του μετά ταύτα διορισμού του Φερχάτου ως Βοεβόδα. —
+
+5) Ενόμισα καθήκον να διατηρήσω αμεταποίητον το προσφιλές όνομα
+και εν τη επιγραφή του ποιήματός μου.
+
+6) Ο ημέτερος Νικόλαος Θωμασαίος (λέγω δε ημέτερος καθ' όσον μέρος
+της ευγενούς αυτού ψυχής εκ πολλού ανήκει εις την Ελλάδα) ο
+ημέτερος Θωμασαίος, ο γνωστός ούτος διδάσκαλος και τελετάρχης
+πάντων των ιερών της καρδίας μυστηρίων, ο μετά πατρικής στοργής
+παραθαρρύνας με κατά το ουχί ευδιάνυτον της δημοτικής ποιήσεως
+στάδιον, ο ουδέποτε απαυδήσας, κατά τον πολυτάραχον και
+μαρτυρικόν αυτού βίον, μεριμνών περί του μέλλοντος της Ελληνικής
+νεολαίας, ουδ' απαξιώσας τα ευτελή της φαντασίας μου προϊόντα να
+εισαγάγη εις την αδελφήν Ιταλίαν ενδεδυμένα την κομψήν εσθήτα του
+ευφραδούς λόγου του, ο Νικόλαος Θωμασαίος απευθύνας μοι εσχάτως
+τας φιλικάς συμβουλάς του, με προτρέπει να φοβώμαι και να φεύγω
+όσον ένεστι τον Ασιανόν ερωτολόγον ως ολεθριώτερον του Παρισινού.
+«Tema il damerino Asiatico ch'e piu pernizioso del Parigino»
+υπαινιττόμενος βεβαίως σκηνάς τινας εκ των εν τη Κυρά Φροσύνη.
+
+7) Όρα. Πολεμικά απομνημονεύματα Περραιβού Σελίς 59.
+
+8) Όρα — Ιστορικόν Δοκίμιον — Φιλήμονος — Σελίς 193.
+
+9) Όρα σελίδα 439 του αυτού Ιστορικού Δοκιμίου εν ταις σημειώσεσι
+και εγγράφοις του γ'. τόμου. —
+
+10) Ιδού η επιστολή.
+
+ Των ευγενέστατων αρχόντων Ληβαδειάς.
+ Προσκινητός.
+
+ Εις Ληβαδεία.
+
+Την ευγενείαν σας προσκινώ.
+
+Σας ειδοποιώ ότι μας υπεσχέθησαν εις του Μαυρήλου να μας
+προφθάσουν 80 οκάδες παρούτι και σήμερις εστείλαμε τα άσπρα διά
+να μας την φέρουν. Διά τούτο από αυτού την ίδια ώρα οπού λάβετε
+το γράμμα μου να φορτώσετε δύο φορτώματα βόλια και με σίγουρον
+άνθρωπον να μας τα στείλτε εις Πατραντζήκι και από αυτού μην
+αμελείτε διά τζεπ-χανέ. Κάμετε κάθε λογής τρόπους όπου να μην
+κόβεται ο τζεπ-χανές. Επί τούτοις να βάλτε σφίξη χώρα και χωριά
+όπου να μας ξεκινήσετε ανθρώπους ότι εδώ δεν έμεινε κανένας.
+Έφυγαν πίσω. Τώρα άλλη δουλειά δε σας έμεινε μόνον αυτή η
+φροντίδα των ανθρώπων και του τζεπ-χανέ. — Ημείς ξεκινήσαμε διά
+Πατραντζίκι και με την δύναμι του Θεού αύριο τρίτη το βαρούμε.
+Κατά παρόν νέο από κανένα μέρος δεν έχομε οπού να σας γράψω.
+Ταύτα και μένω.
+
+ ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.
+
+Στείλτε μαζύ με μολήβια και 600 κόλλας χαρτί διά να δέσωμε
+φουσέκια. — Στείλτε μας κάμποση ξερή μελάνι· Δώστε του και 8
+γρόσια διά τον κόπον του.
+
+ (Η σφραγίς αυτού)
+821 Απριλίου 11 — Αλαμάνα Χάνι.
+
+11) Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν τω Χρονικώ του Γαλαξειδίου
+Σελίς 162 εδημοσίευσεν ήδη την παρά τω φίλω μου Παύλω Λάμπρω
+ευρισκομένην σφραγίδα του αρματωλού Χρήστου Μηλιόνη φέρουσαν
+επίσης τον αετόν. Πόσοι και ποίοι θα περιεφρόνησαν ίσως τον
+πολύτιμον δακτυλιόλιθον πριν ή λάβη την τύχην να λιμενισθή εις
+τας Ελληνικωτάτας και αληθώς πατριωτικάς χείρας του Παύλου
+Λάμπρου!
+
+12) Ταύτα εγράφησαν καθ' ην εποχήν λυσιμελής νάρκη εφαίνετο
+κατέχουσα το έθνος και πριν ή αναφανή ο ευγενής οργασμός υφ' ου
+εξ ολίγου χρόνου ελαύνεται άπασα η Ελληνική φυλή.
+
+13) Όρα την εν τοις φυλλαδίοις ΝΖ'. — ΝΗ'. — ΝΣΤ' της Χρυσαλλίδος
+δημοσιευθείσαν αξιόλογον βιογραφίαν του Οδυσσέως Ανδρούτζου υπό
+του Κ. Σάθα.
+
+14) Διά των στιγμών τούτων δηλούται η παράτασις του τελευταίου
+φθόγγου γινομένη συνήθως υπο των μακρόθεν μεγάλη τη φωνή
+διαλεγομένων.
+
+15) Ο Κύριος Ηerbert εδημοσίευσεν ήδη κατά το έτος 1845 εν Λονδίνω
+την περιήγησιν του Βριόνου επί των ορέων της Στερεάς Ελλάδος
+επιγράφας το έργον αυτού· «Μονογραφίαν των ιριδοειδών.» Δευτέραν
+άλλην περιοδείαν του Βριόνου εν Πελοποννήσω δεν επρόφθασεν ο
+σοφός Βρετανός να δημοσιεύση καταληφθείς υπό αιφνιδίου θανάτου.
+Εν ταύτη περιεγράφετο αυτόν τι εκ της οικογενείας των Κ ο λ χ ι κ
+ώ ν όπερ ο Ηerbert διενοείτο ν' αποκαλέση Β ρ ι ό ν ε ι ο ν
+διατεινόμενος ότι πρώτην φοράν ανεκαλύπτετο.
+
+16) The Ionian Islands during the present century by captain Whyte
+Jervis M.P. 1863 London. Σελίς 115,
+
+»Travellers tell us that, as late as the sixteenth century Athens
+was but a castle with a small village; and that Sparta divided by
+two tribes of the Slavi, the Ezertiti and the Millingi, had not
+only lost her ancient name but it was impossible to recognize the
+site on which she had stood of old.
+
+»As to the Ionian Islands for hundreds of years they have had no
+connection with Greece. The Volterra' s and Solomos' s of Zante,
+the Loverdos’ s, Metaxa’s, Tibaldo’s and Focca’s of Cephalonia,
+the Zambelli and V a l a o r i t i of Santa Maura, the Bulgari,
+Dandolo’s of Corfu are all of Italian origin.
+
+17) Η τε επιστολή του Κόμητος Καποδιστρίου και το ευχαριστήριον
+του Μοτζενίγου μετεφράσθησαν εκ των εις χείρας της οικογενείας
+Κονιδάρη σωζομένων Ιταλικών πρωτοτύπων.
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Athanasis Diakos - Astrapogiannos, by
+Aristotelis Valaoritis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ATHANASIS DIAKOS - ASTRAPOGIANNOS ***
+
+***** This file should be named 32852-0.txt or 32852-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/2/8/5/32852/
+
+Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George
+Canonis. Italian text was corrected by Carlo Traverso
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+