diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:02:47 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:02:47 -0700 |
| commit | 653e6c783c7950efc7d40e63a4c41f75d0907ed6 (patch) | |
| tree | c4cac6665329a7150dd971492ddf524f73bb8cad | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 34972-0.txt | 4431 | ||||
| -rw-r--r-- | 34972-0.zip | bin | 0 -> 94439 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 4447 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/34972-0.txt b/34972-0.txt new file mode 100644 index 0000000..2be07b0 --- /dev/null +++ b/34972-0.txt @@ -0,0 +1,4431 @@ +The Project Gutenberg EBook of First Love, by Ioannis Kondylakis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: First Love + +Author: Ioannis Kondylakis + +Release Date: January 15, 2011 [EBook #34972] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK FIRST LOVE *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes +have been converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι +υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + +Ι. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ + + +ΠΡΩΤΗ +ΑΓΑΠΗ + +ΔΙΗΓΗΜΑ + + +ΕΚΔΟΤΗΣ Γ. Π. ΦΟΡΤΣΑΚΗΣ ΧΑΝΙΑ 1919 + + +ΣΤΟΝ + +ΑΡΙΣΤΟΝ ΚΑΜΠΑΝΗΝ +Τ' ΑΦΙΕΡΩΝΩ +Ι. Κ. + + + +ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ (1) + + + +Α + +Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών, αφ' ότου ωρισμένοι τύποι γυναικών μου +άρεσαν εξαιρετικά. Αλλά για μερικές απ' αυτές ήτο τόσο ξεχωριστή η +προτίμησή μου και τέτοια συγκίνηση αισθανόμουν όταν τις έβλεπα όταν +με επλησίαζαν, μου μιλούσαν και μάλιστα με χάιδευαν, ώστε σήμερα να +νιώθω πως η αγάπη μου γι' αυτές ήτο κάτι περισσότερο ή κάτι +διαφορετικώτερο από κοινή και απλή αγάπη. Στην αρχή αυτή η αγάπη ήτο +στην αίσθηση, προ πάντων στην αφή· γιατί μάρεσαν κατά προτίμηση οι +άσπρες και παχουλές. Το αίσθημα του αρμονικού συνόλου και της +έκφρασης φαίνεται ότι δεν το είχα στην αρχή ή το είχα πολύ αδύνατο, +ίσως και διαφορετικό. + +Αλλά πάλι, μεταξύ των γυναικών που μάρεσαν, η προτίμησή μου έπεφτε +στα κορίτσια κι αυτά μεγάλα, πάνω από δέκα πέντε και δεκάξη ετών, +πούσαν δηλαδή «κοπελιές», τέλεια διαμορφωμένες πεια. Τα μικρά +κορίτσια, μάλιστα τάνηβα, όχι μόνο δε μάρεσαν, αλλά θαρρώ μάλιστα πως +μούσαν και λίγο αντιπαθητικά. + +Την επανάσταση τον 1866 καταφύγαμε σ' ένα χωριό, ορεινώτερο από το +δικό μας, για να γλυτώσωμε από τους Τούρκους. Εκεί μας φιλοξένησε για +κάμποσο καιρόν ένας παπάς Σύγγελος· κ' ήμουν ευτυχής, γιατί μούδιδαν +μέλι και καρύδια, αλλά περισσότερο γιατί μάρεσαν οι θυγατέρες του +Συγγέλου, δυο κορίτσια λευκά κι αφράτα. + +Η αγάπη μου δεν ήτο προσωπική και δεν γνώριζε αποκλειστικότητες. +Πήγαινε γενικώς προς τα κορίτσια πούσαν του τύπου της αρέσκειάς μου. +Όταν γίνηκε αποκλειστική και σταμάτησε σένα και μόνο πρόσωπο, άλλαξε +και χαρακτήρα κι αίσθημα. Η αγάπη μου γίνηκε ψυχικώτερη. + +Ήρθε μέρα πούνιωσα πως απ' όλες που μάρεσαν μια αγαπούσα ξεχωριστά +και τόσο περισσότερο που κατάλαβα ότι μόνον αυτή αγαπούσα. Τη λέγανε +Βαγγελιό· ήτο μάλιστα κιακροσυγγένισσά μας. Και το Βαγγελιό δεν είχε +τον τύπο της έως τότε αρέσκειάς μου. Ήτο ψηλόλιγνη και μελαχροινή, +ηλικίας πάνω από τα δεκαοχτώ, ίσως και πάνω από τα είκοσι. + +Σαυτήν έβλεπα περισσότερο την έκφραση της ψυχής παρά της σάρκας την +άψυχη λευκότητα κι αβρότητα. Στο εξωτερικό σύνολο του Βαγγελιού, στη +στάση και στην κίνηση, στη φωνή, στο βλέμμα και το γέλιο +παρουσιαζότανε μια γλυκειά και πονετική ψυχή. Στα μαύρα της μάτια +έβλεπα μιαν αγίαν καλωσύνη, κάτι από το βλέμμα της Παναγίας· κι η +γλυκειά της φωνή, όταν ακόμη έλεγε ασήμαντα κι αδιάφορα, ήτο μουσική +πούφτανε στα βάθη της ψυχής μου κεγέμιζε τρυφερότητα την καρδιά μου. +Όσες φορές την έβλεπα, μούδιδε τη χαρά και την ευτυχία κ η φωνή και +το χαμόγελό της ήσαν τα φάρμακα για κάθε μου λύπη. Όταν μάγγιζαν, +όταν μεθώπευαν τα χέρια της ή με φιλούσαν τα χείλη της, χυνότανε στις +φλέβες μου ένα πραϋντικό φίλτρο, πούλυωνε κέδιωχνε κάθε πόνο. Και +πολλάκις θάθελα να κοιμηθώ κάτω από τα χάιδιά της, σεκείνη τη γλυκειά +κιάλυπη κατάσταση, και να μη ξυπνήσω ποτέ. Πολλές φορές πραγματικώς +κοιμήθηκα με τέτοια ευτυχία πάνω στα γόνατά της, όταν το βράδυ +ερχότανε σπίτι μας γι' αποσπερίδα. + +Οι δικοί μου δεν άργησαν να νιώσουν την εξαιρετική αγάπη μου στο +Βαγγελιό· κιάρχισαν να τη μεταχειρίζωνται ως σωφρονιστικό μέσο, για +να με ησυχάζουν, να καταπαύουν τις δυστροπίες μου. Κοντά δε στους +δικούς μου, έμαθαν κοι ξένοι την αδυναμία μου κέπαιζαν με τον πρώιμο +έρωτά μου. «Ποια θα πάρης, Γιωργιό;» με ρωτούσαν. Κεγώ πάντα έδιδα +την ίδια απάντηση: «Το Βαγγελιό». Κεπειδή ήσαν κιάλλες μαυτό το όνομα +στο χωριό, προσδιώριζα: «Το Βαγγελιό της θειας του Δεσποινιού». + +Εις το σπίτι μούλεγαν την απειλή: «Καλά, να το πω του Βαγγελιού, να +μη σ' αγαπά μπλειο!» (2) Και παρευθύς επαύανε και κλάματα και +αταξίες. + +Μια μέρα, πούπαιζα με άλλα παιδιά, έπεσα κέκαμα μεγάλη πληγή στο +μέτωπο. Αίματα έτρεχαν κέβαλα φωνές μεγάλες. Γυναίκες έτρεξαν +κεπροσπάθησαν να μου σταματήσουν το αίμα και να με κατασυχάσουν. Αλλά +μόνον όταν ήρθε το Βαγγελιό και μάγγιξε το χέρι της κιάκουσα τη φωνή +της, καταπραΰνθηκα με μιας. Μούβαλε κιαράχνη στην πληγή και το αίμα +σταμάτησε. Έπειτα με σήκωσε στην αγκαλιά της και με πήγε σπίτι. Τι +ευτυχία που μούδωκε κείνη η πληγή! + +Κ' ενώ με πήγαινε, με φιλούσε και μούλεγε: + + — Πονείς ακόμη, Γιωργιό μου; Δεν πονείς· αι;... Μα μπορείς να πονής +μπλειο 'κειά που σε φίλησα 'γώ; Πόσο μ' αγαπάς εδά; (3) + + — Πολλά, πολλά, της έλεγα κέκλεια τα μάτια μου από ευτυχία. + + — Να χαρώ εγώ!... + +Και μούδιδε νέα φιλιά. + +Όσες φορές αρρώσταινα, ο καλλίτερός μου γιατρός ήτο το Βαγγελλιό. Άμα +την έβλεπα, άμα το χέρι της άγγιζε το μέτωπό μου, όσο βαρειά κιαν +ήμουν άρρωστος, το χαμόγελο ανέβαινε στα χείλη μου. Κ' η παρουσία της +είχε τη μεγαλείτερη θεραπευτική δύναμη στις αρρώστειες μου. Αλλά και +τα πειο πικρά και δυσάρεστα φάρμακα τάπαιρνα, ευχάριστα μάλιστα, από +τα χέρια της. + +Η μεγάλη μου ευτυχία ήτο να με κρατή στην αγκαλιά της. Και σα +μέπαιρνε από κάτω και μεσήκωνε στο ύψος του αναστημάτου της, ήμουν +στα ουράνια. + +Για να γελούν άλλα κορίτσια, άρχισαν τάχα να κάνουν αντίπραξη του +Βαγγελιού και προσπαθούσαν με χάδια και δώρα να μαποσπάσουν από την +αγάπη της. Αλλ' εγώ ήμουν ακλόνητος. Κιόταν το Βαγγελιό μάκουε να λέω +πως μόνον αυτήν αγαπούσα και μέβλεπε να τραβιούμαι από τάλλα +κορίτσια, πούθελαν να με φιλήσουν, κέτρεχα σαυτήν, ενθουσιαζόταν +αληθινά, μέσφιγγε στην αγκαλλιά της και με καταφιλούσε. Μούμαθε και +μια πεισματική μαντινάδα (4) να τη λέω στις αντίζηλές της. + + Μιαν η γιαγάπη παγαπώ, μια 'νε μα το Θεό μου, + Και τσ' άλλες παίζω και γελώ, για να περνά ο καιρός μου. + +Αλλ' εις το περιβόλι της ευτυχίας μου εφύτρωσε κένα φαρμακερό αγκάθι, +που το λένε ζήλια. Και το πρώτο του κέντημα τώνιωσα μια μέρα πάκουσα +να λεν οι γυναίκες πως ο Γιάννης του Ραφτογιώργη, ένα ώμορφο και γερό +παλληκάρι είκοσι χρονών, αγαπούσε το Βαγγελιό και θα τη ζητούσε. + +Έπαιζα εκεί κοντά κιόταν άκουσα την ομιλία πετάχτηκα. + + — Και το Βαγγελιό αγαπά τονε; + + — Μπρε το ζηλιαρόκατο! είπεν η μάνα μου, πούτον με τις άλλες +γυναίκες. + + — Όι, (5) τη μούρη σ' αγαπά! είπε μια ξαδέρφη μου. Μωρέ νιός και +θέλγει κιαγαπητική! + +Εγώ πλησίασα πεισμωμένος και κτυπώντας τους γρόθους μου τον ένα στον +άλλο, είπα στη ξαδέρφη μου: + + — Ναι, ναι, εμέν' αγαπά. Α δε σ' αρέσω σένα, του Βαγγελιού ταρέσω. +Μου το λέει αυτή κείντα λες εσύ δεν τακούω. + + — Μωρέ μούτρα! είπε πάλιν η ξαδέρφη μου. + + — Καλλίτερα 'νε τα δικά σου; + + — Μωρέ, ό,τι κια λες δε σ' αγαπά. + + — Όι, εσέν' αγαπά! + +Η ξαδέρφη γέλασε: + + — Εμένα; Δε μου χρειάζεται η γιαγάπη τση. + +Από κείνη τη μέρα, για να ερεθίζουν τη ζήλια μου, μούλεγαν κάθε λίγο +πως το Βαγγελιό δε με ήθελε, γιατ' ήμουν μικρός, κιότι γλίγωρα +θάτρωγα τη χυλόπητα από το Γιάννη. Κ' εγώ πότε έκλαιγα, πότε θύμωνα +και πετούσα πέτρες κιό,τι πρόχειρο εύρισκα. + +Το χειρότερο είνε πως κιαυτό το Βαγγελιό, χωρίς να προσέχη στο κακό +που μούκανε, έλαβε μέρος σ' αυτό το παιγνίδι κεύρισκε αφορμές να μου +λέη: + + — Τότε δε σ' αγαπώ, θα πάρω το Γιαννάκο. + +Αν μπορούσα να ψυχολογήσω, θα μ' ανησυχούσε τόνομα ταντίζηλού μου, +όπως τώλεγε. Από το χάδι, πούδιδε σαυτό τόνομα, θα καταλάβαινα πως +δεν της ήτον αδιάφορος κιότι η αγάπη της για μένα ήτο παιγνίδι. + +Κοντά στους άλλους άρχισε να με πειράζη κιαυτός ο Γιάννης· κιόταν με +συναντούσε μούλεγε: + + — Γιάε, μωρέ, άντρας, και θέλει και γυναίκα! + + — Ντα δε θα μεγαλώσω κεγώ; τούπα μια μέρα απειλητικά. + + — Ώστε να μεγαλώσης εσύ, θα το πάρω 'γώ το Βαγγελιό. + +Να σκάσω εγώ από το θυμό κιαπό τη συναίσθηση της αδυναμίας μου. Αν +μπορούσα, θα τον σκότωνα· αλλά δε μπορούσα κέπρεπε να σκύψω στην +τυραννική του υπεροχή, γιατ' ήτον μεγαλείτερος κ' ισχυρώτερος. Μια +μέρα λέω στη μητέρα μου: + + — Γιάειντα, μα, δε μέκανες πλεια μεγάλο; + +Η μάνα μου γέλασε. + + — Όλοι, Γιώργη μου, γεννούνται μικιοί κύστερα μεγαλώνουνε. Και συ σα +γενής του καιρού του Γιάννη, θα γενής μεγάλος σαν αυτό. + + — Μα ώστε να μεγαλώσω, θα πάρ' ο Γιάννης το Βαγγελιό. + +Η μητέρα μου με πήρε στην αγκαλιά της και με χάδια προσπάθησε να με +παρηγορήση. + + — Ντα δε σούπε το Βαγγελιό πως εσένα μόνο αγαπά; + + — Ναι, μα ο Γιάννης μούπε, πως, ώστε να μεγαλώσω, αυτός θα τήνε +πάρη. + + — Κεχαθήκαν οι κοπελιές, υγιέ μου; Παίρνεις, σα μεγαλώσης, άλλη και +καλλίτερη. + + — Όι, εγώ το Βαγγελιό θέλω. Δε θέλω άλλη. + + — Αι καλά, κανακάρη μου, το Βαγγελιό θα πάρης· και μην ακούς είντα +σου λέει ο Γιάννης. + +Τι θάδιδα νάμουν μεγάλος να δη τότε ο Γιάννης! + +Σε κάμποσον καιρό γίνηκε ο γάμος μιας ξαδέρφης μου. Καλεσμένο το +Βαγγελιό, καλεσμένος κιο Γιάννης· εκεί κ' εγώ, που να μην είχα πάει. +Στο χορό βλέπω το Γιάννη να κρατή το Βαγγελιό κιανάβει η ζήλια μου. +Κεπειδή όλοι γνώριζαν την αγάπη μου, με κύταζαν με πονηρή περιέργεια. +Κένας απ' έξω από το χορό μούπε μια πειραχτική μαντινάδα: + + Ξανοίξετε(6) το μπόι του, δέτε και τη θωριά του, + Και θέλει κιαγαπητική, διάλε την αθρωπιά του. + + — Απηλοήσου του,(7) μου ψιθύρισε κάποιος από δίπλα μου. + +Και σιγά μου υπαγόρευσε την απάντηση: + + Μη με θωρείς κοντό κοντό και χαμηλοζωσμένο, + Απού τη γης δε φαίνομαι και τσι καρδιές μαραίνω. + +Αλλά το δίστιχο δε μάρεσε, ίσως διότι με πολυμίκραινε. Ήθελα να πω +κάτι τι πειο περήφανο, απειλητικό μάλιστα, Κι' αυτό μου υπαγόρευσε +άλλος. + + Μην παίρνεις την αγάπη μου, γιατί θα μεγαλώσω, + Και θα σου δώσω μπαλωτιά (8) στη γης να σε ξαπλώσω. + +Το πείσμα μούδωκε το θάρρος να πω το δίστιχο, μισό τραγούδι μισό +απαγγελία. Αλλά και το Βαγγελιό ήρθε στη βοήθειά μου· και με τη +γλυκειά της φωνή τραγούδησε για μένα: + + Θαρρείς πως είμ' εγώ μικιό πως δεν πονεί η καρδιά μου; + Σαν του μεγάλου καίουνται μέσα τα σωθικά μου. + +Κιόταν πιασμένη στο χορό πέρασε κοντά μου, έσκυψε μια στιγμή και με +φίλησε. Ο Γιάννης με κύταζε και χαμογελούσε πειραχτικά, σα να μου +φάνηκε· κεγώ άρχισα να κλαίω από πείσμα αδυναμίας. Το Βαγγελιό αφήκε +σε λίγο το χορό, ήρθε και κάθησε κοντά μου κιαφού με πήρε στα γόνατά +της, μούπε. + + — Γιάειντα κλαις, Γιωργιό μου; Δεν το κατές πως εσέν' αγαπώ; + + — Και το Γιάννη δεν τον αγαπάς; είπα μαναφιλητό. + +Αν δεν ήμουν τόσο μικρός, θα διάκρινα ίσως ένα μικρό δισταγμό ατή +φωνή της όταν μούπε: + + — Δεν τον αγαπώ... καθόλου. + +Το Βαγγελιό είπε ψέμα, γιατί το Γιάννη τον αγαπούσε. Ο Γιάννης όμως +δεν την αγαπούσε αληθινά ή άλλαξε γνώμη και μετά κάμποσον καιρόν +αρραβώνιασε άλλη. Τότε είδα κεγώ το Βαγγελιό να κλαίη· αλλ' αν κη +λύπη της πρόδιδε αγάπη για το Γιάννη, μέκαμε να τη συμπαθήσω +περισσότερο κιακόμη να μου γίνη πειο μισητός ο Γιάννης. + +Τα χρόνια περνούσαν, το Βαγγελιό δεν παντρευότανε κεγώ εξακολουθούσα +να την αγαπώ. Έτσι έγινα οχτώ ετών, έφτασα στα δέκα. Αλλά τότε έγινε +ανάγκη να πάω σανώτερο σχολείο στην πόλη, που απείχε μιας μέρας και +περισσότερο δρόμο από το χωριό μας. Εγώ δεν ήθελα να πάω. Ούτε +φιλοδοξία να μάθω περισσότερα είχα, ούτε να γνωρίσω άλλους τόπους +πεθυμούσα. Το χωριό, όπου 'τον το Βαγγελιό, οι δικοί μου κοι φίλοι +μου, ήτον αρκετό για την ευτυχία μου. Αλλά τι να κάμω; το μόνο που +μπορούσα ήτο να κλαίω κέκλαψα πολύ. Η μόνη μου παρηγοριά ήτο η σκέψη +ότι θα γύριζα μεγάλος, με γράμματα ανώτερα και με της χώρας τον αέρα, +ώστε να γίνω περισσότερο άξιος της αγαπημένης μου. + +Έκαμα δυο ή τρία χρόνια στην πόλη. Στις διακοπές έβγαινα στο χωριό· +και μόλις έφτανα, ο νους μου στο Βαγγελιό. Η μητέρα κη αδερφή μου +άρχισαν να πειράζουνται γιαυτή την προτίμηση. Τις έπιασε είδος +ζήλιας. Μα, καϋμένο παιδί, έλεγε η μάνα μου, μέλι 'χει αυτή η +κοπελιά; + +Εγώ τώξερα τι μέλι είχεν ή μάλλον τώρα άρχιζα να το νιώθω, διότι έως +τότε η αγάπη μου ήτο αίσθημα κατά πολλά αυτοαγνοούμενο και μιμητικό. +Τώρα όμως άρχιζε να καίη και να διαφωτά μέσα μου μια φωτιά που δε μ' +άφηνε να την αγνοώ. + +Αλλά σ' αυτή την αυτοανακάλυψη με βοήθησε και το Βαγγελιό. Ήμουν +μεταξύ δέκα τριών και δέκα τεσσάρων ετών όταν στις διακοπές του Πάσχα +πήγα στο χωριό. Στο σπίτι μας βρήκα το Βαγγελιό κη σκέψη πως είχεν +έρθει επίτηδες, γιατί με περίμενε, μέκαμε να πετάξω. Αλλ' όταν έφυγα +από την αγκαλιά της μάνας μου για να πάω σαυτήν, βρέθηκα σε μια +κατάσταση που δεν την είχα γνωρίσει έως τότε. Είχα παραλύσει κέτρεμα. + + — Κ'(9) αυτός εμεγάλωσε, γίνηκε άντρας! είπε το Βαγγελιό. Εγώ +φοβούμαι να τονε φιλήσω, σαν πρώτα. + +Αυτά τα λόγια με χαροποίησαν, αλλά μέφεραν κιάνω κάτω. Ήμουν +σαστισμένος. Κεγώ φοβόμουν, όχι να ορμήσω, όπως πριν, στην αγκαλιά +της, αλλά και μόνο να την πλησιάσω. Αλλ' όταν σένα λεπτό νίκησα το +δισταγμό μου και το Βαγγελιό μ' αγκάλιασε και με φίλησε, μου φάνηκε +ότι τώρα με φιλούσε διαφορετικά. Τα φιλιά της ήσαν λιγώτερα, αλλά και +διαρκέστερα κιόλα στο στόμα. Μου φάνηκαν ότι κέκαιγαν κ' αισθάνθηκα +ότι τα μάγουλά μου άναψαν. + +Το Βαγγελιό γύρισε κείπε στη μητέρα μου γελαστή: + + — Εδά που μάκρυνε(10) και μπορώ να τονε φτάνω, δίχως να σκύφτω, δεν +κάνει(11) μπλειο να τονε φιλιώ. + +Η μάνα μου δεν είπε τίποτε, ούτε και γέλασε. Κεγώ δεν τόλμησα να +ζητήσω εξήγηση, αν κιαυτό πούπε το Βαγγελιό δε μούτον ολότελα +ευκολονόητο. Η αποσβόλωσή μου αύξαινε από τις πολλές απορίες, +πούπεοαν διά μιας στο λογισμό μου. Γιατί τώρα δεν τολμούσα να κυτάξω +το Βαγγελιό στα μάτια; Γιατί την ντρεπόμουνα, σα να την έβλεπα πρώτη +φορά; Γιατί έλεγε πως τώρα που μεγάλωσα δεν έπρεπε να με φιλούν; Κεγώ +πούμουν τόσον ανυπόμονος να μεγαλώσω! Μήπως θα καταντούσα τώρα να το +θεωρώ δυστύχημα πως μεγάλωνα; Από τη ψυχρή σιωπή της μάνας μου +κατάλαβα πως περισσότερο κιαπό το Βαγγελιό ήτο της γνώμης ότι στην +ηλικία μου δεν μου ταίριαζαν πεια φιλιά και χάδια. Σήμερο σκέπτομαι +ότι το Βαγγελιό πέταξε κείνο το λόγο για να δη την εντύπωση και τη +γνώμη της μητέρας μου. Αλλ' επειδή κη μητέρα μου κατάλαβε το σκοπό +της σιώπησε. Κη σιωπή της όμως έλεγε τη σκέψη της, κιαπόφευγε συνάμα +να πη πράμματα δυσάρεστα, που δεν ήθελε να τα πη. + +Ταπόγεμα ήρθε μια θεια μου κιάκουσα τη μητέρα μου να της λέγη: + + — Ήρθε κη Βαγγελιά τον Δεσποινιού κήρχιξε το Γιωργή (12) τα φιλιά. +Ήθελα νάσουνε να δης πως ήκανε (13). Σα νάθελε να ρουφήξη το αίμα του +κοπελιού! (14) + +Η θεια μου σκέφθηκε λίγο κέπειτα είπε: + + — Δε θα παντρευτή μπλειο αυτή η κοπελιά; Αργεί να παντρευτή και +πρέπει (15) πως απού τη λαχτάρα τση παντριγιάς τσ' έρχεται σαν +κουζουλάδα. + + — Και στο παιδί μου μένα θα ξεθυμάνη η κουζουλάδα τση; + + — Η πυρωμάδα τση, άλλαξε τη λέξη η θεια μου και χαμήλωσε τη φωνή +της. + +Δεν άκουσα τη συνέχεια της ομιλίας, γιατ' η μάνα μου μ' έδιωξε. Αλλά +τη στιγμή που ξεπόρτιζα έφτασε σταυτιά μου μια λέξη της μάνας μου, +πρωάκουστη για μένα, πούμοιαζε με τη μυστηριώδη λέξη της θειας μου. +Αλλ' από τον τρόπο που 'πε η μάνα μου τη λέξη κείνη, «η πυρωμένη,» +κατάλαβα πως ήτον υβριστική και κακή. Εμάντευσα δε πως από 'δώ και +πέρα η αγάπη μου κιντύνευε· και προκαταβολικώς άρχισα νανησυχώ και να +λυπούμαι. + +Το Βαγγελιό δε μετάρθε στο σπίτι μας κάμποσες μέρες. + +Αλλ' ήτον και μεγάλη βδομάδα και την έβλεπα στην εκκλησία ή έξω. + +Τη μεγάλη Παρασκευή τα κορίτσια τον χωριού σκόρσαν στα περιβόλια και +στις ανθισμένες πλαγιές και χαρούμενα μάζευαν λουλούδια για τον +επιτάφιο. Κάθε μία έπρεπε να πάη μιαν ανθοδέσμη στον επιτάφιο της +ενορίας της κείχανε συνορισιό ποια να συνθέση την ωραιότερη. Εκεί π' +ανθολογούσαν, σιγοτραγουδούσαν κιόλα. Στο ξεστόλισμα του επιταφίου, +της κάθε μιας την ανθοδέσμη θα την άρπαζε κείνος που τη ρεγότανε' +κιαν ήσαν δυο ή τρεις οι εραστές, μπορούσε να γίνη και μάχη. Ώστε, +κοντά στο θρησκευτικό αίσθημα, ήτο και κάποιο άλλο αίσθημα, που +κινούσε τους διαλογισμούς των κοριτσιών. + +Μια π' αυτές τις κοριτσίστικες συντροφιές πήρε και μένα στο γύρο των. +Σ' αυτές, εννοείται, ήτο και το Βαγγελιό. Τα κορίτσια με ρωτούσαν πώς +πέρασα στη χώρα. + + — Και δεν ανεζήτηξες (16) το χωριό; μούπε μια. + +Με το κεφάλι έκαμα ναι, αλλά τα μάτια μου στράφηκαν στο Βαγγελιό. +Αυτό το κίνημά μου τώδαν τα κορίτσια και μια ξεφώνησε: + + — Μπρε τον πονηρό! Είδετε την αμματιά που τσ' ήρριξε; + +Γέλασαν κι' αυτή πούκαμε ταναφώνημα είπε στην αδερφή μου: + + — Άκου τα συ. Καλλίτερα 'πό σένα κιαπού τη μάνα του 'χει τη +Βαγγελιά. Δε ζηλεύγεις; + + — Γιάιντα να ζηλέψω; Εγώ 'μ' αδερφή του. Εσείς πρέπει να ζηλεύγετε, +που απ' όλες σας εδιάλεξε το Βαγγελιό. + + — Μα θαρρείς πως δε ζηλεύγομε; είπε άλλο κορίτσι με ειρωνία. Τέτοιο +ντελικανή (17) ποια δε θα τον ήθελε; Μα σα δε μάςε μπεγιεντίζει, (18) +να σκάσωμε μαθές; (19). Μόνο μικιός που μάςε πέφτει μια ολιά. (20) + +Τώρα, βλέπετε, ήμουν μικρός. + +Σαυτό το μεταξύ κάτι μουρμούρισε το Βαγγελιό που δεν τάκουσα, αλλά +μάντευσα ότι η ομιλία της ήτο δυσάρεστη. Έπειτα έτρεξε σε μια +κουφοξυλιά, καταστόλιστη με τα δαντελωτά λευκά της άνθη. Κ' ενώ +ψήλωνε, για να φτάξη το άνθος πούθελε να κόψη, έλεγε: + + — Τούτονέ θα βάλω στη μέση τση ροδαράς (21) μου και γύρου γύρου +τάλλα σειρές. + +Αλλά μάλλον φαίνεται πως ήθελε να κρύψη την κοκκινάδα πούχε χυθή στο +πρόσωπό της και να στρέψη αλλού την ομιλία. + +Σε λίγο ένα κορίτσι λέγει του Βαγγελιού: + + — Δεν είδες πως ήλλαξε η φωνή του Γιωργιού; + + — Πώς ήλλαξε; είπε το Βαγγελιό· φαίνεται όμως ότι πρώτη αυτή 'χε +παρατηρήσει αυτή τη μεταβολή κέκανε πως δεν καταλάβαινε. + + — Εχόντρινε η φωνή του. Μιλεί βραχνά, σαν τα πετειναράκια, όντε +πρωτοκράζουνε. + + — Αντροπατεί, εξήγησε η αδελφή μου, όπως άκουσε τη μητέρα να λέγη. +Εμεγάλωσε· δεν τονε θωρείς; + +Εγώ ο ίδιος δεν είχα προσέξει σ' αυτή τη μεταβολή της φωνής μου. Αυτή +δε η παρατήρηση και τα σχετικά που άκουσα μούδωκαν αφορμή κιάλλων +σκέψεων. Συλλογισμένο ήτο και το Βαγγελιό· κενώ τάλλα κορίτσια +τραγουδούσαν ή έψαλλαν τροπάρια του επιταφίου, αυτή σιωπούσε. Μια +στιγμή, σαν να αισθάνθηκα το βλέμμα της, στράφηκα και τα μάτια μας +αντικρύστηκαν. Με κύταζε μελαγχολική, γιατί 'νιωθε την ταραχή μιας +καρδιάς, πούτον ακόμη πολύ παιδική για τέτοια βάσανα· αλλά και διότι +στη δική της ψυχή γινότανε πολύ μεγαλείτερη τρικυμία από το αδύνατο +αίσθημα όπου την έρριξε η μοίρα της, κιάρχιζε να προβλέπη τα βάσανα +που την περίμεναν. Σα νάτο μαγνήτης, πάντα κοντά της βρισκόμουν· και +μια στιγμή πούχαμε μακρυνθή λιγάκι από τις άλλες, σιγοτραγούδησε μια +μαντινάδα, που μόνον εγώ άκουσα: + + Δεν είνε πόνος να πονή, πόνος να θανατόνη, + Σαν την αγάπη την κρυφή, όντε ξεφανερόνει. + +Έπειτα με κύταξε και το βλέμμα της έλεγε: «Σε καταλαβαίνω, καϋμένο +παιδί· μα συ πώς να με καταλάβης;» + +Κ' η σοβαρότη πούχε το πρόσωπό της τελείωσε σένα μελαγχολικό +χαμόγελο. + +Τα κορίτσια μιλούσαν για το ξεστόλισμα του Εχτάφιου, ως τον έλεγαν· +κι' αναμεταξύ των πειραζόντανε για τους αγαπητικούς των. Πείραζαν +περισσότερο και σκληρά μια άσχημη και παράωρη, (22) Και της απέδιδαν +ως εραστήν ένα τραυλό, βραδύγλωσσο κηλίθιο, λεγόμενο Δημήτρη +κεπιλεγόμενο περιπαιχτικά Φορδακό. (23) + + — Βγενιό, της είπε μία, να βάλης στη ροδαρά σου και καρδαμουλίδες. +(24) + + — Γιάειντα καρδαμουλίδες; ρώτησε άλλη. + + — Γιατί θαρέσουνε του Δημητρού. + + — Η καρδαμουλίδες ταρέσουνε; + + — Δεν αρέσουνε των αφορδακώ; + +Το Βγενιό θύμωσε. + + — Εκείνος που μ' αγαπά, μωρή, δεν είν' αφορδακός. Είνε καλλίτερος +από κείνο που θα πάρης εσύ. + +Δεν αφήκαν απείρακτο και το Βαγγελιό και μένα μαζή. + + — Μη ξεχάσης να βάλης χαμηλά τη ροδαρά σου, γιατί δε θα φτάξη το +Γιωργιό και θα τήνε πάρη κιανείς άλλος. + +Το Βαγγελιό έκαμε να γελάση, αλλά φαινότανε πως δεν είχε όρεξη. + +Στο πείσμα όμως κείνης πούθελε να με πειράξη γιατ' ήμουν μικρός, εγώ +στο ξεστόλισμα πήρα την ανθοδέσμη του Βαγγελιού. Αλλ' αν αυτό ήτο για +μένα θρίαμβος, πολύ φοβούμαι σήμερα ότι το Βαγγελιό θα αισθάνθηκε +κρυφή λύπη, γιατί δε βρέθηκε κάνεις νέος να πάρη την ανθοδέσμη της, +αλλά την αφήκαν σένα παιδί δέκα τεσσάρω χρονώ. + +Στη δεύτερη Ανάσταση ήρθ' έξω στην εκκλησία το Βαγγελιό κέκαμε το +Χριστός Ανέστη με τη μητέρα και την αδερφή μου. Ήρθε και σε μένα, +αλλά τα χείλη της πέρασαν από το μέτωπό μου, χωρίς να γκίξουν. + +Έμεινα και τη βδομάδα της Λαμπρής στο χωριό· αλλ' όλες αυτές τες +μέρες μια φορά μόνο ήρθε στο σπίτι μας το Βαγγελιό και μια φορά πήγα +στο δικό των. Όταν ήρθε, μούφερε αυγά κόκκινα και κουλούρια. Αλλά +πάλι δε με φίλησε. Άπλωσε μόνο το χέρι της και μου θώπευσε τα μαλλιά +κιαφού δεν έκαμε την αρχή, κεγώ δεν είχα το θάρρος. Ενώ όμως μιλούσε +με τη μάνα μου, πλησίασα στην καθέκλα της και πήρα στάση +παραπονετική. Διψούσα τα φιλιά της. Το κατάλαβε και ταγαπημένο της +χέρι απλώθηκε πάλι στο κεφάλι μου. Επήρα θάρρος και κινήθηκα προς την +αγκαλιά της· αλλά το ίδιο χέρι μέσπρωξε απαλά. + + — Όι, Γιωργή μου, δεν κάνει. Δεν τώπαμε πως εδά' σαι μεγάλος και δεν +είσαι μπλειο για φιλιά; + + — Καλά σου το λέει, ξενινιασμένε, είπε με θυμό η μάνα μου. Δεν πας +όξω να βρης τσι σόγκαιρούς (25) σου, μόνο κάθεσαι στο σπίτι με τσι +γυναίκες, σα νάσαι κοπελιά; Δεν ντρέπεσαι μια ολιά! + +Όρμησα έξω, αλλά δεν πήγα μακριά· κιόταν σε λίγο έφευγε το Βαγγελιό, +μείδε να κλαίω πίσ' από ένα δέντρο. Αλλ' ως να φοβήθηκε τη μάνα μου, +πούχε προβάλει στην πόρτα, μούρριξε μόνο μια πονετική ματιά και +πέρασε χωρίς να μου πη λέξη. + +Η μητέρα μου ήρθε 'κεί πούκλαιγα και μούπε, με χλευαστική φωνή τώρα: + + — Γιάε (26) κλαίει και δεν ντρέπεται! Γιάε άντρας! Και δε μου λες +γιάειντα κλαις; Γιατί δε σ' αφήκα να κάνης τον μωρό, να σε +χαϊδεύουνε, σαν όνταν εκατουργιούσουν απάνω σου; Είδες, μωρέ, άλλο τω +χρονώ σου να τόνε βάνουν οι κοπελιές στην ποδιά τως; Δε θωρείς το +μπόι σου; Εσύ 'σαι, μωρέ, μπλειο ντελικανής και θα σε παίζουν ακόμ' +οι κοπελιές, σα μωρό, να σου λένε πως σαγαπούνε και πως θα τσι πάρης; +Κρίμας και τα γράμματα πούχεις μαθωμένα! Δεν πας να παίζης τσι +κουτσούνες(27) μετά κοπελιδάκια; Μα η Βαγγελιά δεν είνε δα και +κοπελιδάκι. Κοσιεφτά κοσιοχτώ χρονώ 'νε. Αν ήτονε παντρεμένη τον +καιρόν τση, θάχε παιδιά, σαν εσένα. Μάνα σου πέφτει, μωρέ, και συ +κάθεσαι και λες πως την αγαπάς και πως θα τήνε πάρης. Μα ώστε να +φτάξης εσύ τον καιρό τση παντριγιάς, αύτη θάνε γρα, ζαρωμένη και +φαφούτα. Και δε θωρρείς, μωρέ μπουντάλακα, πως από 'δα δεν τηνε θέλει +κιανείς και θαπομείνη στο ράφι; θα γεράση απάντρευτη. Μα είδες εσύ, +μωρέ, άντρα κιανένα να πάρη γυναίκα μεγαλείτερή του; Κεσύ λες πως +αγαπάς μια γεροντοκόρη, απού σε περνά δέκα πέντε χρόνους κοντά. + +Αυτά τα λόγια, αντί να φέρουν το αποτέλεσμα πούθελε η μητέρα μου, +έφεραν μάλλον το ανάποδο. Κιαν δε μίσησα τη μητέρα μου, για την κακία +που φανέρωναν τα λόγια της, πάντα θύμωσα πολύ γιαυτήν. + +Ως τόσο δε μπορώ να πω, ότι από τη λάσπη πούρριξε έμεινε αλέρωτη +κιαπαραμόρφωτη η ζωγραφιά πούχα στην καρδιά μου. Αλλά κείνο που πρώτα +πρώτα ένιωθα την ώρα κείνη ήτον ένας βαθύς πόνος για κείνο που +μάθαινα, ότι την αγαπημένη μου περίμενε μια μεγάλη δυστυχία, να +γεράση ανύπαντρη. + +Ήμουν πρόθυμος να κάμω κάθε θυσία για να της εμποδίσω κάθε δυστυχία. +Και πόσον θα ήθελα να πάω να την παρηγορήσω. Να της πω πως ήτο +πικραμένη και δύστυχη, γιατί περνά ο καιρός και δεν παντρεύεται· μα +μένα γιατί δε με λογάριαζε; Αν ήμουν ακόμη μικρός (αν και δε μπορούσα +να βεβαιωθώ αν ήμουν μικρός ή μεγάλος), θα μεγάλωνα· και τότε θα την +έπαιρνα εγώ. Ας ήτο μεγάλη· η αγάπη μου θάταν πάντα η ίδια. + +Αλλά πώς να της πω τέτοια πράμματα, που, και μόνο να τα σκέπτωμαι, +ντρεπόμουνα και μου φαίνοντανε τεράστια; + +Η μέρα που θάφευγα για την πόλη πλησίαζε κήμουν περίλυπος. Όταν προ +δυο βδομάδων ήρθα στο χωριό, ήμουν τόσο χαρούμενος, με τόσες ελπίδες +ευτυχίας, και τώρα είχα την απελπισία στη ψυχή. Κη μελαγχολία μου +φάνηκε στη μορφή μου. Ωχρίαζα κιαδυνάτιζα, ως έλεγεν η μητέρα μου, +κιαυτό το μεταχειρίστηκε ως πρόφαση εναντίο του Βαγγελιού. Αυτή, με +τις πρόωρες ιδέες που μούβαλε στο κεφάλι, τάραξε τη γαλήνη της +παιδικής μου ψυχής και μέβαλε σε λογισμούς αταίριαστους στην ηλικία +μου. + +Την εντύπωση ότι χλώμιανα κιότι έπασχα έκαμα και στο Βαγγελιό, όταν +μια 'πό τις τελευταίες μέρες συναντηθήκαμε κάτω στα λιόφυτα. +Βρεθήκαμε σε δρόμο ασύχναστο, που τον σκέπαζαν μεγάλες ελιές. + + — Γιάειντα, Γιωργιό μου, είπε, εχλώμιανες, απού 'σουν σαν +ταπριλιάτικο ρόδο, όντεν ήρθες απού τη χώρα; + + — Γιατί δεν έρχεσαι μπλειο στο σπίτι μας...και φοβούμαι πως δε... + + — Πώς δε σαγαπώ; Αυτό θες να' πης; + + — Ναι. + + — Όι, Θέλω να μου το πης ο ίδιος. Θέλω να τακούσω απού το χρυσό σου +στόμα. + + — Φοβούμαι πως δε μαγαπάς μπλειο. + +Έπεσε πάνω μου, ως θύελλα, κιάρχισε να με φιλά αχόρταγα κιατέλιωτα +στο στόμα, στα μάγουλα, στα μαλλιά. Και τόσο μέσφιγγε στην αγκαλιά +της, που θα πονούσα αν μάφηνε η ευτυχία μου να αισθανθώ πόνο. Έκανε +σαν τρελλή και με κάθε φιλί μούλεγε και μια φράση πύρινη. Μια στιγμή +μάλιστα, που μούδωκε στο στόμα ένα φιλί, αισθάνθηκα στα χείλη μου και +μια ελαφρά δαγκωματιά. + + — Εγώ δε σαγαπώ, εγώ, καρδιά τση καρδιάς μου, εγώ φως των αμματιώ +μου; Εγώ που χάνομαι, που θα χαθώ για σένα; Αχ! να μπόρουνα να +σανοίξω την καρδιά μου. Μα θα με καταλάβης;...Εγώ, Γιωργή μου, δε +σαγαπώ, εγώ, εγώ; + +Το κεφάλι της έπεσ' έπειτα στον ώμο μου κάμποσα λεπτά. Η αναπνοή της +ήτο βίαιη, σαν να κουράστηκε πολύ, κη καρδιά της κτυπούσε δυνατά. + +Έπειτα άρχισε να κλαίη και τα δάκρυά της έπεσαν στο πρόσωπό μου. +Κείπε με φωνή περίλυπη: + + — Μα δε θέλουνε, πουλί μου, να σαγαπώ. + + — Ποιοι; + +Αντί να μου δώση απάντηση, με ρώτησε: + + — Εσύ θα μαγαπάς; + + — Ναι. + + — Παντοτεινά; + + — Παντοτεινά. + + — Θέλουνε και δε θέλουνε; + + — Θέλουνε και δε θέλουνε. + +Δεν ήτο δύσκολο να καταλάβω ότι η μάνα μου ήτο που δεν ήθελε να +μαγαπά το Βαγγελιό. Μήπως αλλοιώτικα δεν τώξερα; Η μητρική μου αγάπη +κη αγάπη μου για το Βαγγελιό πιάστηκαν κείνη την ώρα σε φοβερή πάλη. +Αλλά σ' αυτό ακούστηκαν βήματα κιομιλίες. Το Βαγγελιό ταράχτηκε και +μούπε σιγά και βιαστικά: + + — Δεν κάνει να μάςε δούνε μαζή, μόνο φύγε. + +Και τραβήξαμε, αυτή προς το χωριό, εγώ προς τα κάτω. Ήμουν πολύ +συγκινημένος κ' αισθανόμουν σα διαφορετικός άνθρωπος. Στο φανέρωμα +της φλογερής γυναικίας αγάπης ωρίμασα διά μιας. Και καθώς η πεταλούδα +βγαίνει από το κουκούλι της και πετά, βρέθηκα σε νέο κόσμο και σε νέο +φως έβλεπα τον εαυτό μου και την αγάπη μου. Νόμιζα ότι σε μια στιγμή +από παιδί έγινα άντρας και στα μάτια της ψυχής μου ανοίχτηκαν +μυστήρια. Κιέξω από την εριστική παραφορά, δε βοήθησε σαυτή τη +μεταβολή λίγο κι η ταραχή πούδειξε και μούπε το Βαγγελιό, όταν +ακούστηκαν βήματα, ότι δεν έπρεπε να μας δουν μαζή. Ο φόβος κείνος +μούλεγε πως ήμουν αρκετά μεγάλος, ώστε να σκανδαλισθούν όσοι θα +μέβλεπαν σε μέρος ερημικό μένα κορίτσι. Κιόπως οι νέοι, πούχουν +μουστάκια, ήτο φόβος κεγώ να εκθέσω μαφορμή τέτοια ένα κορίτσι. Το +χέρι μου πήγε στο πάνω χείλος μου κεχάδεψε ανύπαρκτο μουστάκι. Χωρίς +άλλο όμος δεν ήμουν όπως προ μισής ώρας. Στην ήσυχή μου παιδική σάρκα +τώρα άρχιζαν να συνταράσσουνται και να χοχλάζουν ηφαίστεια. Η +ανάμνηση του γυναικείου κόρφου, π' άγγιζε και πιεζότανε πάνω μου, +άναβε το αίμα μου και στη φαντασία μου παρουσιάζοντο απόρρητα της +ζωής, που, έως τελευταία μόλις υπώπτευα κι' ακόμη μούμεναν σκοτεινά +και μυστηριώδη. + +Τη δευτέρα του Θωμά έφυγα για την πόλη, Κι' αυτή τη φορά η λύπη μου +ήτο μεγαλείτερη παρά την πρώτη αναχώρησή μου. Διότι το Βαγγελιό δεν +ήρθε να μαποχαιρετήση τώρα που το πεθυμούσα περισσότερο. Αλλ' όταν +μάκρυνα λίγο από το χωριό, φάνηκε το σπίτι της θειας του Δεσποινιού +στο πάνω μέρος του χωριού, ένα κάτασπρο δίπατο σπίτι με γάστρες στα +ψηλά του παράθυρα και μια μεγάλη πορτοκαλιά στην αυλή. Μου φάνηκε πως +σένα παράθυρο πρόβαλλε το Βαγγελιό. Ήτον εκεί και περίμενε να με δη +όταν θα παρουσιαζόμουν στ' ανοιχτό μέρος τον δρόμου. Πολλές φορές +στράφηκα κι' αποχαιρετούσα το σπίτι της αγαπημένης μου, που τη +φανταζόμουν να κλαίη ανάμεσα στ' άνθη· κη καρδιά μου μέσα έλεγε τα +τρυφερότερά της λόγια. Αλλ' όταν ο δρόμος απογύρισε κένα ύψωμα έκρυψε +το χωριό, μου φάνηκε ότι το βουνό κείνο καταπλάκωσε τη ψυχή μου. + +Έκλαψα πολύ στο δρόμο κιόταν έφτασα στην πόλη μού φάνηκε μαύρη. Πώς +θάχα την υπομονή να περάσω τους μήνες πούμεναν ακόμη έως τις θερινές +διακοπές; Και πώς θάχα νου να μελετώ και να παρακολουθώ την παράδοση; +Άμα έπιανα βιβλίο, έμπαινε ανάμεσα της σελίδας και της προσοχής μου +ένα πρόσωπο με μαύρα λυπημένα μάτια κι άκουα την αγαπημένη φωνή να +μου λέγη. «Θέλουνε και δε θέλουνε, θα μ' αγαπάς;» + +Έτσι περνούσα τις σελίδες αφηρημένος, σαν νάσαν χαρτί άγραφο. Οι +καθηγητές μου μαγαπούσαν έως τότε και με θεωρούσαν από τους +καλλίτερους στην τάξη μου. Και τώρ' απορούσαν και μούλεγαν: + + — Τι έπαθες, παιδί μου; Στο χωριό τον αφήκες το νου σου; + +Ο αγωγιάτης, που μ' επήγε στην πόλη με το μουλάρι του, ήτο χωριανός +μας με τόνομα Δρακογιώργης. Όταν μαφήκε να γυρίση στο χωριό, μούπε: + + — Και δε θα μου κάμης εδά, Γιωργιό, κιαμιά παραγγελιά για το χωριό; +Δε θα πω χαιρετίσματα σε κιανένα; + + — Σόλους να πης, τούπα ανόρεξα. + + — Και σε κιαμιά ψυχή ξεχωριστά; ξαναρώτησε με πονηρό χαμόγελο. + +Κύμα θυμού ανέβηκε στο λαιμό μου. Μου φάνηκε πως αυτός ο χωριάτης +έβαλε τα χοντρά και λερωμένα χέρια του στην καρδιά μου και βεβήλωσε +τάγια των αγίων. Εγώ που άλλοτε έλεγα σόποιο με ρωτούσε ποιαν αγαπώ +και ποια θα πάρω, τώρα ήθελα να κρύβω την αγάπη μου στα κατάβαθα της +καρδιάς μου. + + — Σε κιαμμιά, είπα απότομα. + + — Καλά· θα μαρτυρήσω κεγώ του Βαγγελιού (κατές το δα πως είμεστα +γειτόνοι) πως είπα του Γιωργιού αν έχη να πέψη στο χωριό ξεχωριστά +χαιρετίσματα κιαυτός μούπε με μάνιτα (28) πως δεν έχει. Θες να τση το +πω; + +Μιλιά εγώ. Αλλ' όταν ο αγωγιάτης δευτέρωσε την ερώτηση του, δεν +κρατήθηκα κείπα όχι μένο ζωηρό ανασήκωμα του κεφαλιού. + +Ο Δρακογιώργης γέλασε. + + — Πονηρέ! κρουφό τώχεις, αι; Πότ' έγιν' η κολοκύθα, πότ' εμάκρυν' ο +λαιμός τση! + +Μέπιασε μια ανησυχία, γιατί φοβόμουνα τι θα πήγαινε να πη στο +Βαγγελιό ο Δρακογιώργης. Επειδή τον γνώριζα, ότ' ήθελε να κάνη +αστεία, ίσως θα πήγαινε να πη στο Βαγγελιό πως δεν την αγαπούσα, για +να κλέψη κιαπ' αυτήν το μυστικό. Και σκέφθηκα να της γράψω γράμμα· +αλλ' αμέσως μετανόησα. Αφού δεν ήξερε γράμματα η φτωχή, πως θα το +διάβαζε και σάλλον πώς να εμπιστευθή να της το διαβάση; + +Ως τόσο κάθησα κέγραψα ένα γράμμα. Σαυτό τη βεβαίωνα για την αγάπη +μου και τη λύπη μου που δε την είδα να την αποχαιρετήσω όταν έφευγα. +Αλλά και γιαυτό φοβόμουν μήπως πήγαινε κανείς να της πη ψέμματα πως +έπαψα να την αγαπώ. Της εξηγούσα τι συνέβηκε με τον Δρακογιώργη· και +την έκανα προσεκτική να μη της πη ψέμματα ο αγωγιάτης και γελαστή +κιαυτή. Τελείωσα έπειτα το γράμμα με όσες μαντινάδες του χωρισμού +ήξερα. + +Τον «Ερωτόκριτο» γνώριζα έως τότε από τις χειμωνιάτικες +αποσπερίδες(29), όπου τον διάβαζαν με μια τραγουδιστή απαγγελία. Τον +γνώριζα κιαπό τα μέρη που τραγουδούσαν στο χορό. Αλλά μόνον τότε +μούτυχε το βιβλίο και το διάβασα ολόκληρο. Και τόσο βρήκα τον πόνο +μου στους στίχους του αποχαιρετισμού, ώστε έκλαιγα ενώ τους διάβαζα. +Μούρθε μάλιστα και ιδέα να κάμω κι' εγώ ένα παρόμοιο ποίημα και να +περιγράψω τα ερωτικά μου βάσανα. Αλλ' η στιχουργική μου επιχείρηση +δεν πήγε πολύ μακριά. Την αφήκα γρήγωρα. Δεν αφήκα όμως και τα +γράμματα. Σχεδόν κάθε μέρα έγραφα ένα κατά τη ψυχική μου διάθεση. Και +τα φύλαγα με τη σκέψη να τα διαβάσω τον Βαγγελιού όλα μαζή, όταν το +καλοκαίρι θα πήγαινα στο χωριό. + +Μετά καιρό είδα και πάλι τον αγωγιάτη στην πόλη. Αλλ' αυτή τη φορά +δεν μαστειεύθηκε για το Βαγγελιό. Μούφερε δυσάρεστα νέα. + + — Η Βαγγελιά, η καϋμένη, δε μπορεί. + + — Είντα 'χει; ρώτησα μ' ανησυχία, που δε φρόντισα να κρύψω. + + — Κιανείς δεν κατέει. Όλο ανήμπορη κιαρρωσταρά νε. Δε μπορεί καλά +καλά να σηκώση το σταμνί να πάη στη βρύση. + +Και με τη μάνα σου' νε στα μαχαίρια, μα είντα 'χουνε δε μπόρεσα να +καταλάβω. Η μάνα σου δε θέλει να τη δη στα μάτια τση και λέει και +κακά λόγια για την καϊμένη την κοπελιά. Μ' αυτή δεν ανοίγει το στόμα +τση. Ποτέ δεν την ήκουσα να πη κακό για τη μάνα σου. Μα σάμπως λέει +αυτή ποτέ για κιανένα και στραβά πατεί; Δεν ήθελε και να μάθης πως η +μάνα σου τήνε κατατρέχει· και μου διπλοπαράγγερνε να μη σου πω +πράμμα.(30) Μα γιάειντα να μη σου τα πω να τα κατές; Εγώ τση +χωράτευγα και τσ' ήλεα(31) πως έτσα τα τσιγκρίζουνε πάντα η πεθερές +και νυφάδες, μα τα καϋμέχαρο(32) το Βαγγελιό δεν έχει όρεξη για +γέλια. Εσένα μου παράγγερνε να σε χαιρετώ και μούδωκε κένα χαιρετισμό +να σου βαστώ· κάμποσα κουλουράκια να τρως την ταχυνή(33) όντε πας στο +σκολειό να τση θυμάσαι. Ύστερα μούπε πως αν τύχη κέμαθες από άλλο πως +η μάνα σου τη μάχεται να μη θαρρέψης, λέει, πως κιαυτή 'χει όχθριτα +τση μάνας σου, γιατί ό,τι κιαν τση λέη, αυτή δε θέλει το κακόν τση. + +Το Βαγγελιό του διπλοπαράγγειλε, γιατί γνώριζε τη ψυχή μου και +καταλάβαινε ότι θα γινόμουνα δυστυχής όταν θα μάθαινα πως η μητέρα +μου ήτον άδικη και κακή. Ο χωριάτης όμως από μοχθηρία, ασυνείδητη +ίσως, μου 'πε τα όσα γίνηκαν. Και με τέτοια μορφή κακίας μου +παρουσίασαν την μητέρα μου, που γύρισα πέρα το πρόσωπο. Μούτον +ανυπόφορο να βλέπω έτσι κείνη που μεγέννησε καισθανόμουν ντροπή μαζή +και θλίψη νανακαλύπτω ότι κείνη, που της έδιδα την καλωσύνη της +Παναγίας, ήτο τόσο άδικη και σκληρή για μια κοπελιά, σαν το Βαγγελιό. + +Η λύπη κη αγανάχτησή μου ξεθύμανε, όσο μπορούσε να ξεθυμάνη, σένα +γράμμα από κείνα που δε θα πήγαιναν. Σαυτά τα γράμματα χρωστώ μεγάλη +χάρη, γιατί με την παρηγοριά και την ανακούφιση που μούδωκαν στις +τρικυμίες κείνες της εφηβικής μου καρδιάς, με στήριξαν και με +βοήθησαν να περάσω τον καιρό που μούμενε μέχρι των εξετάσεων και των +θερινών διακοπών. Δε μπόρεσαν όμως να με βοηθήσουν και στα μαθήματα +και τη χρονιά κείνη με δυσκολία τα κατάφερα να προβιβασθώ. + +Με τι ανακατωμένα αισθήματα γύρισα τότε στο χωριό. Με τι πόθο να δω +το Βαγγελιό, αλλά προ πάντων με τι ονειροπολήματα, που είχε κτίσει η +περιέργειά μου από την τελευταία μας συνάντηση. Και πάλι όμως +φοβόμουν ότι η νέα ευτυχία, που άρχιζα να νιώθω στην αγάπη της +γυναίκας, να ναυαγούσε στην έχθριτα της μητέρας μου. Και σ' αυτά, +πόθους και φόβους, μπλεκόταν ένας δισταγμός. Άρχιζα να καταλαβαίνω το +αταίριαστο της ηλικίας του Βαγγελιού και της δικής μου. Τα λόγια της +μητέρας μου, αν κήθελα να μη τα πιστεύω δεν έμειναν άκαρπα· τα +δυνάμωσε κη πείρα της ζωής. Μερικοί φίλοι, πούχα κάμει στο γυμνάσιο, +διηγούντο ότι είχαν ερωμένες και παρατηρούσα ότι όλοι αγαπούσαν +κορίτσια ίσης περίπου μ' αυτούς ηλικίας. Με ρώτησαν αν είχα κεγώ +ερωμένη, αλλ' εγώ δε φανέρωσα τον έρωτά μου. Για να δω όμως την +εντύπωσή των, διηγήθηκα για ένα παιδί στο χωριό μας παγαπούσε μια +κοπελιά, μεγαλείτερη απ' αυτό πολλά χρόνια. + + — Πόσα; + + — Περισότερα από δώδεκα, ίσως και δέκα τέσσερα. + + — Κιαυτός πόσω χρονώ νε; + + — Δέκα τεσσάρω. + +Γενικό αναφωνητό μου απάντησε: + + — Μαυτή 'νε μάνα του, μωρέ! Ώστε να μεγαλώση αυτός, κείνη θάνε γρα! +Θάνε κιάσκημη, για ναπομείνη τόσο χρονώ απάντρευτη. + + — Δεν είν' άσκημη, βιάστηκα να πω. + +Καισθανόμουν τόση ντροπή, ως νάχα μολογήση πως εγώ ήμουν που την +αγαπούσα. + +Αλλά κατά τον τελευταίο μήνα της διαμονής μου στην πόλη έτυχε και +κάτι άλλο που τάραξε τους λογισμούς μου. Στο απέναντι μου σπίτι ήτον +ένα ξανθό παχουλό κορίτσι, δέκα πέντε ή δέκα έξη ετών, που μούκανε +προκλητικές εμφάνισες, όπως νόμισα τουλάχιστον. Το κορίτσι κείνο +μούδωκε αφορμές να σκεφθώ· αλλ' η αγάπη που με περίμενε στο χωριό +βρήκε τη δύναμη να διώξω τον πειρασμό. + +Στο χωριό έφτασα δειλινό κεπειδή σε λίγο φάνηκα έτοιμος να ξεπορτίσω, +η μάνα μου μούπε με θυμωμένο παράπονο: + + — Χόρτο να μην κόψης εδά, (34) μόνο (35) να σφίξης (36) στση +Βαγγελιάς. Εμάς, πρέπει, μάςε βαριέσαι. + + — Ποιος σούπε πως θα πάω 'κειά;(37) + + — Δεν το θωρώ πως ο νους σου 'ν' εκειά; + +Στα χείλη μου ήρθε μια αυθάδεια. «Όπου θέλω θα πάω,» αλλά δεν τη +ξεστόμισα. + + — Δεν ντρέπεσαι, μωρέ, μια ολιά; είπε η μητέρα μου. Μος (38) έφταξες +και δίχως καλά καλά να δης και να χαιρετήξης τη μάνα σου και την +αδερφή σου, θες να σφίξης στη γειτονιά. (39) Είντα θα πουν οι +γιαθρώποι; Κοντζά μου άντρας εγίνηκες μωρέ, και δε μπορείς να ξεχάσης +τα παιδίστικα. Ακόμη θαρρείς πως είσαι μωρό για να σε χορεύγουνε στα +γόνατα. Άλλο δε λείπει παρά να λες και τρευλά, έτσα που μίλιες +μικιός. Εγώ αβαπώ Γκελιό. + +Αν και στενοχωρημένος, γέλασα. + + — Γελάς; είπε η μητέρα μου. Μα θα γελά κιο κόσμος να σε θωρή να +ξετρέχης μια γεροντοκοπελιά. Μα κιαυτή να μη ντρέπεται τσ' αθρώπους! +Είντα θέλει από σένα, που τση πέφτεις παιδί τση; Άντρα σε θέλει γ ή +καύκο; (40) Κουζουλάδα, πρέπει, την πιάνει την κακομοίρα, απού τον +καϋμό τση, γιατί δε βρίσκει άντρα. Καλά το λέει κ' η θεια σου το +Καλιό. Μα δε θα την αφήσω γω να ξεμυαλίση το παιδί μου και να το κάμη +ανεμπαίγνιδο του χωριού. Τση τάπα 'γώ, καιρός περασμένος, τα όσα τση +πρέπουνε κιαπό τότες δεν εμιλήσαμε· κια δε σύρη χέρι απού το παιδί +μου, θα τήνε κάμω να φύγη απού το χωριό. Εγώ τηνε λυπούμαι έτσα που +κατάντησε και δεν πιάνει άθρωπος χρουσό μήλο από τα χέρια τση, μα δεν +ντρέπεται και καθόλου. + +Πετάχτηκα έξω, περισσότερο για να μην ακούω τα σκληρά λόγια της μάνας +μου. Έξω βρήκα τη Δρακογιώργαινα και μούπε πως το Βαγγελιό ήτον ακόμη +άρρωστη κιόλο στο χειρότερο πήγαινε. Πετσί και κόκαλο είχε γίνει, Από +κείνο που μούπε η μάνα μου, ότι δεν πιάνει άθρωπος χρυσό μήλο από τα +χέρια τση κιαπ' όσα μούπε η γυναίκα του Δρακογιώργη, το Βαγγελιό +παρουσιαζότανε στη φαντασία μου σε θλιβερώτατη κατάσταση. Κίτρινη, +αδυνατισμένη και ζαρωμένη, αληθινή γριά, όπως την έλεγαν, απόρριμα +τον κόσμου, σα ρόδο μαραμένο και πεταμένο στο δρόμο, που κανείς δε +στρέφεται να το κυτάξη. Κέτσι όπως τη φανταζόμουν, τη λυπόμουν +περισσότερο, αλλά και δεν την αγάπησα περισσότερο. Ενώ με τόσο πόθο +ερχόμουν να τη βρω, τώρα φοβόμουν να τη δω. Ήρθε μάλιστα στιγμή που +κάποια οργή άναψε στον εγωισμό μου, γιατ' η αρρώστεια κη μεταβολή της +γίνονταν εμπόδιο στα ονειροπολήματα της νέας μου αγάπης, με κείνα που +ήρθα στο χωριό. + +Αν κείχα κάμει απόφαση να παρακούσω τη μάνα μου και την άλλη μέρα +τραβούσα προς το σπίτι της θειας του Δεσποινιού, πήγαινα ανόρεξα. Στο +δρόμο βλέπω το Βαγγελιό και κατέβαινε με το καλάθι στον άγκωνα. +Θαρρώ και πως μείδε κίσως για να μαποφύγη μες στο χωριό, πήρε ένα +πλάγιο δρόμο. Εγώ γύρισα πίσω και βιαστικά προχώρησα έξω από το +χωριό. Κεπειδή καταλάβαινα προς πού θα πήγαινε και ποιό δρόμο +θάπαιρνε, προσπέρασα, μπήκα σένα παράστρατο κεκεί την περίμενα. Σε +λίγο φάνηκε κιόταν ξαφνικά μείδε σαπόσταση, στάθηκε, είτε από +συγκίνηση, είτε γιατί φοβήθηκε να μη τη δουν μαζή μου. + +Η ιδέα που μούχαν δώσει για την κατάστασή της δεν ήτο και πολύ +υπερβολική. Ήτο σχεδόν αγνώριστη. Αδύνατη και κατάχλωμη και τα μαύρα +της μάτια, που φαινόντανε μεγαλείτερα, είχαν την αγωνία πουλιού +πληγωμένου. Αλλ' αυτά τα μάτια ήσαν εκείνα π' αγαπούσα κιόταν +ταντίκρυσα, το κρύωμα της καρδιάς μου πέρασε κιάρχισαν παλμοί στο +στήθος μου. + +Κιόταν ήρθε κοντά μου κιάκουσα τη φωνή της, δεν έβλεπα πεια την +παραμόρφωση της αρρώστειας. Στα μάτια και τη φωνή της βρήκα το +Βαγγελιό που λαχταρούσα κιόλη η αγάπη μου άναψε. Έτρεξα και την +αγκάλιασα πρώτος κιαυτή με φίλησε, με φίλησε τρελλά. Και μούπε, χωρίς +να μαφήση από την αγκαλιά της: + + — Το κάτεχα Γιώργο μου, πως θαρχόσουνε και σανήμενα. Μα 'γώ η +μαυρομοίρα σανήμενα απού τη Δεύτερη του Θωμά, όντεν έφυγες. Σε +θώρουνα τότες απού το παραθύρι ώστε που φαινόσουν. Εσύ με 'δες; + + — Όλο στα παραθύρια σας θώρουνα, μα μπόρουν να σε δω, πούτουνε τα +μάτια μου θελωμένα 'που τα δάκρυα; + +Το Βαγγελιό ενθουσιάστηκε. + + — Όμορφα 'που τα λες! Έκλαιες, παιδί μου; + + — Έκλαια σόλη τη στράτα. + + — Έκλαιες για το χωρισμό μας; + + — Ναι. Για το χωρισμό μας βρήκα το Ρετόκριτο και τον εδιάβαζα. + + — Πώς ήθελα να μου τόνε διάβαζες και μένα! Μα δε μας αφήνουν, +αλοίμονό μου! + +Της είπα δύο ή τρεις στίχους του Ερωτόκριτου, που θυμόμουνα, κιαυτή, +ενθουσιασμένη που τους άκουε από το στόμα μου, έλεγε: + + — Χαρώσε πώς τα λες, ζαχαρένιε μου! + +Τότε κεγώ, αποκότισα και τη φίλησα για πρώτη φορά, αφ' ότου μεγάλωσα. + +Και το Βαγγελιό: + + — Να, είπε, εδά' σαι άντρας! Κείντα γλυκιά που φιλείς, κανακάρη μου! + +Με κύταξε καλά καλά, για να δη, φαίνεται, τη μεταβολή πούχα πάρει από +την ηλικία, κατά το διάστημα πούλειπα. Και μουρμούρισε, σα να +μονολογούσε: + + — Όλο και μεγαλόνει. + +Έπειτα ευθύς μούπε: + + — Οψές, όνταν ήμαθα πως ήρθες, ανήμενα να φανής, αν και κάτεχα πως +δε θαρχόσου...γιατί δε θα σαφήνανε ναρθής. Δε σούπανε να μη μου +μιλής; + +Αντί ναπαντήσω στην ερώτησή της, τη ρώτησα κεγώ: + + — Μα εμαλώσετε, λέει, με τη μάνα μου; + + — Ποιος σου τώπε; + + — Ο κιρατζής (41) ο Δρακογιώργης, ο γείτονάς σας. + + — Εγώ, γυιέ μου, δεν εμάλωσα με κιανένα, είπε με πίκρα το Βαγγελιό. +Εμένα με μαλώσανε, γιατί, λέει, σε βγάνω απού το νου σου. + +Κιαφού σώπασε λίγο: + + — Μα μπορεί, είπε, νάχουνε και δίκιο. Ίσως η γιαγάπη μου να σου κάνη +κακό. Κατέω κεγώ; Γιαυτό είπα με το νου μου... + +Δεν τέλειωσε τη φράση. + + — Δε μου λες, Γιώργο μου, ενεζήτας με στη χώρα; Με θυμούσουνε; + + — Μερονυχτού. + + — Εκάτεχά το, γιατί, τσι περισσότερες βολές που σε 'δα στόνειρό μου, +σε θώρου δακρυσμένο. Εσύ με νειρεύτηκες κιαμιά βολά; + + — Πολλές βολές. + +Το πρόσωπό της πήρε μια παράξενη έκφραση; + + — Και με 'δες στον ύπνο σου ποθαμένη; + + — Μια βολά. + +Δεν περίμενε, φαίνεται, τη βεβαιωτική απάντηση κέκαμε μικρό +ανατίναγμα. Έπειτα έμεινε συλλογισμένη για κάμποσες στιγμές. + + — Και σούφερε ο κιρατζής το χαιρετισμό που σέπεψα; + + — Τα κουλουράκια; Ναι. + + — Τα ζύμωσα με τα χέρια μου, για να σου πούνε κιαυτά την αγάπη που +σούχω, Γιωργή μου. + + — Κεγώ σούγραφα γράμματα. + + — Γράμματα; είπε με χαρούμενη έκπληξη, που αμέσως γύρησε σ' +ανησυχία. Κείντα γενήκαν αυτά τα γράμματα; Εμένα δε μου φέρανε +κιανένα. Μην πα κη μάνα σου... + + — Ήγραφά τα, μα δεν τάπεμπα. + + — Γιατί δεν κατέω να τα διαβάσω; + + — Εφοβούμουνα να μην πέσουν σε ξένα χέρια και τανοίξουνε. + +Το Βαγγελιό σκέφθηκε. + + — Κρίμας, είπε, να μη μου τα πέψης! Θα μου κάνανε μεγάλο καλό. Ίσως +και να μην αρρώσταινα. + + — Ήμαθα πως ήσουν αρρωσταρά. + + — Είμαι, παιδί μ', ακόμη. Δεν το θωρείς; + + — Μα είντά 'χεις; + + — Κατέω κεγώ; Έτσα λυόνω και πάω και το γιατρικό μου δε βρίσκεται. +Κρυφόθερμες λένε πως έχω. Μα δε μούπες, είντα τάκανες τα γράμματα που +μούγραφες. Ήσκιζές τα; + + — Όι, εστέρευγα (42) τα κέχω τα όλα. + + — Κρίμα να μη μου τα πέμπης! Εγώ, και χωρίς να κατέω γράμματα, θα +καταλάβαινα είντα λέγανε. Θα τως έδιδα φιλιά και θα μουλέγανε μοναχά +τως είντα τως επαράγγειλε ο Γιώργος μου να μου πούνε. Μάφτανε και +μόνο τη μυρωδιά σου να μου φέρνανε. Κρίμας, κρίμας! θάσανε το +καλλίτερο γιατρικό για μένα. + + — Τάφερα να σου τα διαβάσω. Και το ίδιο θα σε γιατρέψουνε. + + — Να μου τα διαβάσης; είπε συλλογισμένη. Μα πού; Δε σούπα πως δε +θέλουνε να σου μιλιώ; Κεπαέ που στέκομε να μάςε δούνε και να το μάθη +η μάνα σου, δε θάν' ο στεμός (43) μου στο χωριό...Ναρθής στο σπίτι +μας, είπε σε λίγο. + +Αλλ' ευθύς μετάνιωσε. + + — Όι, όι, δε θέλω λόγια· φθάνουν τα όσα έχω ακουσμένα. + +Μα κη μάνα μου θα στενοχωρηθή. + +Άρχισε να κλαίη και σπόγγισε τα δάκρυα με την ποδιά της. Έπειτα +μούπε: + + — Άιντε, Γιωργή μου, πήνε(44) να πάω κεγώ στη δουλειά μου. Δε θέλω +να μάςε δούνε. Και θα σου πω 'γώ πού θα τα διαβάσωμε τα γράμματα. + +Πριν να χωριστούμε, αναστέναξε κείπε: + +Ας κάτεχα γράμματα!... + +Όση ώρα ήμουν μαζή με το Βαγγελιό, η αγάπη μου ήτο τόσο θερμή, που τη +μεταβολή, που της έκαμε η αρρώστεια, δεν την έβλεπα. Άμα έμεινα +μόνος, μ' έπιασε μια ψυχρή απογοήτευση. Ένιωθα ότι όσα μούτασσε η νέα +μου αγάπη βρίσκαν τόσα εμπόδια, που φαίνονταν αδύνατα. Και τώρα που +δεν την έβλεπα και δεν την άκουα, δυνάμωναν όσα δυσάρεστα είχ' +ακούσει γιαυτήν από τη μάνα μου κιάλλους. Και χωρίς να το θέλω, στη +φαντασία μου άρχισε να γίνεται μια σύγκριση μεταξύ του Βαγγελιού και +της ξανθής γειτονοπούλας στην πόλη. Εκείνη ήτον ολόδροσο κορίτσι +δεκάξη χρονών, με μάτια γαλανά, με μια πλεξούδα στην πλάτη. Και το +Βαγγελιό δεν ήτο πεια νέα ή τουλάχιστο γρήγωρα θα γερνούσε κήτον +μαραμένη κιαδύνατη, μόνο κόκαλα. + +Περίεργο, όσο ήμουν στη χώρα μακριά της, η αγάπη της είχε τόση +δύναμη, που με κυρίευε αποκλειστικά. Στο χωριό γίνηκε το αντίθετο. +Όταν προτήτερα ήμουν κοντά της, την αγαπούσα, περισσότερο ίσως κι' +από πριν. Αλλά μόλις έφυγα από κοντά της, εξασθένησε η αγάπη της +κιαφήκε να εισβάλουν στο νου μου εχθρικοί λογισμοί. Η μέθη τω φιλιώ +της, τω ματιώ και της φωνής της το μάγεμα ξεθύμαιναν μακριά της +κιάφηναν να θυμούμαι δυσάρεστες λεπτομέρειες. Όσο θυμόμουνα μάλιστα +το αδυνάτισμά της, το ξανθό κορίτσι πλησίαζε να νικήση στη σύγκριση. + +Η νέα μου αγάπη, που βγήκε από το ξύπνημα τω σαρκικώ μου πόθω, ήτο +υλικώτερη της παλαιάς· κήσαν γιαυτήν αδύνατη τροφή τα ισχνά κάλλη. +Πεθυμούσα καμπυλότητες κιαβρότητες, σαν κείνες πούβλεπα κεφανταζόμουν +στα πλούσια νειάτα του ξανθού κοριτσιού. Τώρα σκεπτόμουν ότι η +αγκαλιά του Βαγγελιού ήτον κάπως ξερή κιότι στους αγκαλιασμούς της +αισθανόμουν πολύ τα κόκαλα. Και θυμούμενος τη γειτονοπούλα της χώρας, +φανταζόμουνα τι θησαυρούς θαύρισκαν οι εφηβικοίμου πόθοι στην αγκαλιά +της κόρης κείνης με το γεμάτο κόρφο. + +Αλλά μόλις πέρασαν από το νου μου αυτοί οι άπιστοι λογισμοί, μ' +έπιασε τέτοια μεταμέλεια, ώστε μούρθε ορμή να σπάσω το κεφάλι μου +σένα τοίχο. Σα νάβλεπε όλος ο κόσμος κιαυτό το Βαγγελιό τους +στοχασμούς μου, μ' έπιανε πικρότατη ντροπή και μου φαινόταν πως ήμουν +ένας ουτιδανός, που ούτε οι άνθρωποι, ούτε ο Θεός θα συγχωρούσαν. + +Αλλά πάλιν είνε βέβαιον πως η αγάπη μου δε στεκότανε καλά στα πόδια +της. Κήρθε στιγμή που ζήτησα και μια συμβιβαστική λύση στην αμηχανία +μου. Δε μπορούσα ν' αγαπώ και τις δυο; Η χωρητικότητα της καρδιάς μου +αύξαινε τώρα τόσον, που φαινόταν ότι θα χωρούσε και περισσότερες από +δυο. + +Μια βραδιά πούχε νυκτώσει, ύστερα από κάμποσες μέρες, συναντηθήκαμε +με το Βαγγελιό μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η πλατεία +της εκκλησίας ήτον έρημη και το Βαγγελιό στάθηκε και μούπε: + + — Έλα την τρίτη ταπομεσήμερα στου Ντερβίση τα Χαράκια και βάστα και +τα γράμματα. Στην κερατιά (45) να μ' ανημένης. + +Κευθύς έφυγε κιαπόγυρε στη γωνιά της εκκλησίας. + +Την τρίτη τ' απόγεμα ήμουν στου Ντερβίση τα Χαράκια, ένα βράχο +μεγάλο, σαρκετή απόσταση από το χωριό. Ο βράχος από τη μια μεριά +κοβότανε απότομα και σχημάτιζε γκρεμό φοβερό. Κάτω στο βάθος έτρεχε +μικρό ποτάμι, ανάμεσα σε πλατάνια, μυρτιές και βάτους, και σένα μέρος +γκρεμιζότανε μαφρούς και βοή κεσχημάτιζε καταρράχτη. Από το δώθε +μέρος ο βράχος χαμήλωνε κήτον εύκολο νανέβη κανείς και να προχωρήση +έως την κορυφή. + +Σε μια σχισμάδα χαμηλά στο βράχο, είχε φυτρώσει μια χαρουπιά με +πολλές παραφυάδες και σκέπαζε πολλή έκταση. Κάθησα κάτω από το +δέντρο, με τρόπο που να με κρύβουν οι παραφυάδες. + +Η ιδέα ότι θαρχότανε το Βαγγελιό να με συναντήση, διάλυσε τους +άπιστούς μου λογισμούς και την περίμενα με συγκίνηση, σα να μην είχε +ταράξει και ψυχράνη τίποτε την αγάπη μου. Αλλά δεν περίμενα πολύ. Σε +λίγο φάνηκε το Βαγγελιό. Ανέβαινε τον ανήφορο και κάθε λίγο στεκότανε +ν' ανασάνη· και τη λυπήθηκα που φανταζόμουνα την κούρασή της. +Κρατούσε καλάθι, ώστε να φαίνεται σα να χορτολογούσε ή, πως πήγαινε +σένα λαχανόκηπο δικό των, πούταν, παραπάνω. + +Σηκώθηκα πίσω από τα παράκλαδα της χαρουπιάς για να με δη. Κη καρδιά +μου αληθινά σκιρτούσε, σα νάθελε να τρέξη σε προϋπάντησή της. Όταν +έφτασε στο κάτω μέρος τον βράχον, κάθησε ξεψυχισμένη κέβλεπα το +στήθος της νανατινάσεται με αγωνία. Έτρεξα να πάω κοντά της, αλλά +μούγνεψε με το χέρι να μείνω εκεί πούμουν. + +Έμεινε κάμποση ώρα στην ίδια θέση κέπειτα σιγά σιγά ανέβηκε το λίγο +μέρος του βράχον, για να φτάση έως στο δέντρο. + + — Δε μπορώ, παιδί μου, είπε με φωνή πολύ αδύνατη και κομμένη. Εγώ, +πρέπει, δεν είμαι μπλειο για ζωή. Πολλές φορές είπα πως θάβγαιν' η +ψυχή μου, ώστε να φτάξω. Και πιάσε να δης πως καίομαι. + +Άπλωσε ταδυνατισμένο χέρι της και τώπιασα. + + — Πως καις, αλήθεια! + +Πέρασαν κάμποσα λεπτά για να βρη τη δύναμη να μου μιλήση πάλι. + + — Για πε μου, Γιώργο, αν αποθάνω, θα με κλάψης; + + — Αν αποθάνης; Μα γιάειντα θαποθάνης; Εγώ δε θέλω ναποθάνης...είπα +με παιδιάτικη θλίψι, σα, νάμουν έτοιμος να κλάψω. Δε θέλω, γιατί.... + + — Γιατί; ρώτησε το Βαγγελιό, για να πω κείνο παποσιώπησα. + +Συνάμα έσκυψε λίγο και με κύταζε κατάματα με τα μεγάλα της μάτια +πούλαμπαν από πυρετό. + +Της είπα. + + — Γιατί σαγαπώ κύστερα είντα θα γενώ; + + — Αγάπη μου! + +Μέσυρε στην ποδιά της, με κάθησε στα γόνατά της, σαν όταν ήμουν μικρό +παιδί, και με καταφίλησε. Κιόπως αντίκρυζα το πρόσωπό της, έβλεπα +ναντιφέγγη στα μάγουλά της η φωτιά που την έκαιε. + +Νέα διακοπή κέπειτα μούπε: + + — Έλα 'δα να μου διαβάσης τα γράμματα. + +Σηκώθηκα κέβγαλα το δέμα από το στήθος μου. Είχα βάλει τα γράμματα σε +χρονολογική σειρά· κιόλα είχαν το στερεότυπο προοίμιο περί της +υγείας. Στα περισσότερα έκανα και προσπάθειες «πεπαιδευμένου» και +παράχωνα κάπου κάπου καμμιά λέξη η φράση από τα βιβλία που διάβαζα. +Άρχισα με το πρώτο πούχα γράψει: + +«Αγαπημένο μου Βαγγελιό, +«Πρώτον έρχομαι, να ερωτήσω δια το αίσιον της υγείας σου. Αν ερωτάς +και δι' εμέ, κλαίω, κλαίω, αφ' ότου έφυγα από το χωριό. Και ποιος να +με παρηγορήση εδώ που είμαι ξένος στα ξένα; Κλαίω κιόλο τόνομά σου +έχω στο νου μου και στο στόμα μου. + + Κοιμούμαι και θυμούμαι σου, ξυπνώ στο νου μου σέχω + και στόνειρό μου σε θωρώ κιαγκαλιασμένη σέχω. + +Όπου δεν είσαι του λόγου σου, ο κόσμος μου φαίνεται έρμος και +σκοτεινός. Πιάνω να διαβάσω και δε μπορώ να συμμαζέψω το νου μου. Ο +νους μου γίνηκε νερό κιόλο σε σένα τρέχει....» + +Το Βαγγελιό μούκοψε το διάβασμα κείπε: + + — Γιάε το πονηρό, μαντινάδες απού τσι κατέει! Και πώς τσι ταιριάζει +όπου πρέπει! + +«Πώς θα τόνε περάσω τόσον καιρό, που θα κάνω να σε δω. Η μέρες μου +φαίνουνται χρόνοι. Και θαρρώ πως μιαν ημέρα θα παραιτήσω και τα +γράμματα και τους καθηγητάς και θαρθώ στο χωριό. Ω πως τανεζητώ!...» + + — Θωρείς εδά; είπε πάλι το Βαγγελιό. Αν εκάτεχα γράμματα θα σούγραφα +κεγώ να σε παρηγορήσω, για να μην τύχη και φύγης απού το σκολειό και +θάτονε πολύ κακό για σένα. + +Τάλλα γράμματα δεν έλεγαν πολύ διαφορετικά πράγματα. Το Βαγγελιό όμως +τάκουε με πολλή σοβαρότη και δεν άφηνε να χάση λέξη. Σένα γράμμα +έλεγα ότι, όπως ήτονε πάντα στο νου μου, συνείθιζα λίγο κατά λίγο να +νομίζω πως ήτο μαζή μου πραγματικά κι ότι με συντρόφευε στο διάβασμα· +κέτσι εύρισκα όρεξη να διαβάζω. + + — Πούνε γραμμένο αυτό; είπε με πολλή ζωηράδα το Βαγγελιό. + +Της έδειξα το μέρος κιαυτή πήρε την επιστολή και φίλησε την περικοπή +κείνη. + +Σένα γράμμα, που της έλεγα πως έμαθα την αρρώστεια της, έγραφα πως +λυπήθηκα που δεν ήμουν κοντά της «να φανώ γιατρός στον πόνο της», ως +λέει κη μαντινάδα. Το Βαγγελιό αναστέναξε και μαποκρίθηκε με άλλη +μαντινάδα: + + Ο πόνος μου 'ν' αγιάτρευτος, μάνε στο πόδι πάνω· + Μια μέρα που θα περπατώ θα πέσω ναποθάνω. + +Κατόπιν άρχισε να κλαίη και τα δάκρυά της δεν έπαψαν έως ότου +τελείωσαν τα γράμματα. + + — Αν εκάτεχα γράμματα, είπε τότε, είντα δε θάχω να σου γράψω, +πουλάκι μου! Πόσα πράμματα δεν τα λέει κιανείς καλλίτερα με την πένα! + +Η βοή του καταρράχτη έφθανεν έως στο μέρος που καθώμεστα. Και το +Βαγγελιό, αφού σπόγγισε τα μάτια της, είπε: + + — Πάμε να δούμε τον εγκρεμό και τη ρίχτρα; (46) + +Ανεβήκαμε και φτάσαμε στην κορυφή του βράχου. Μέσα από μια μεγάλη +σχισμάδα προβάλαμε στο χάος και τα πρόσωπά μας δρόσισε του ποταμού η +αναπνοή. Το Βαγγελιό σύρθηκε πίσω με κίνημα φόβου: + + — Μάνα μου! να πέση κιανείς από 'παέ, η φανιά του δε θα 'βρεθή(47). + +Όταν σε λιγάκι κατεβήκαμε και μπήκαμε στο λιόφυτο, το Βαγγελιό +δίπλωσε τα χέρι της και μούπε: + + — Για πιάσε πάλι να δης πως καίω. + +Πραγματικώς το χέρι της έκαιε τώρα περισσότερο και τα μάγουλά της +ήτανε φωτιά. + +Περπατήσαμε λίγο κάτω από τις ελιές σιωπηλοί και συλλογισμένοι. Εγώ +συλλογιζόμουν με κάποια κρυφή δυσαρέσκεια πως πολύ έκλαιε το Βαγγελιό +κιότι τα κλάμματα δεν την ωμόρφαιναν. Αλλά γενικώς το κλάψιμμο δε +μάρεσε τώρα, γιατί μου θύμιζε τα μικρά παιδιά με τις μύξες των. Μια +γυναίκα πούκλαιε, κιόταν ακόμη μου κινούσε συμπάθεια, μου φαινόταν +πως ξέπεφτε, πως γινόταν ζώο δειλό και κακομοιριασμένο. + +Μπροστά μας άνοιξαν οι ελιές και φάνηκε μακριά το φαράγγι, μια βαθειά +σχισμάδα του βουνού. Το άνοιγμά του φαινότανε μαύρο· αλλά στο πάνω +μέρος γελούσε λίγη μακρυνή θάλασσα. + + — Επήες ποτέ σου στο φαράγγι; με ρώτησε το Βαγγελιό. + + — Επέρασα κοντά, μα εκειά ίδια δεν επήα. + + — Εγώ 'πήα. Κατές βάθος απού τώχει; τρεις φορές σαν τον εγκρεμό +πούδαμε. Και κάτω στου πάτο τρέχει ένα νερό. Σα ξανοίξης από πάνω +κάτω, ζαλίζεσαι και θαρρείς πως σε ρουφά το φαράγγι και πως θα σε +καταπιή. + + — Ήκουσα πως οι νεράιδες έχουν εκειά μέσα κατοικητήριο. + + — Έτσα λένε... Εσύ ζαλίζεσαι σα ξανοίξης σεγκρεμό; + + — Όχι, είπα. + + — Εγώ ζαλίζομαι και θαρρώ πως έτσα θα πέσω να σκοτωθώ κιαμιάν ημέρα. +Γιατί μαρέση να θωρώ στσ' εγκρεμούς. + +Άξαφνα μου λέει: + + — Να σου πω, Γιώργο· θαρρώ πως η μάνα σου 'χει δίκιο, απού σου λέει +να μη μου σιμόνης. Και να κάμης ό,τι σου λέει η μάνα σου. Δεν κάνει +και να παρακούς σεκείνη που σ' εγέννησε, παιδί μου. Είνε μεγάλο +κρίμα. + +Είχε σταθή στη σκιά μιας ελιάς και στήριζε το χέρι της σένα χαμηλό +κλάδο. Μια ήλιου αχτίνα σχημάτιζε σαν άστρο πάνω από το μέτωπό της. +Και το πρόσωπό της ήτο ωχρό, σχεδόν σαν κέρινο, κείχε σοβαρή γαλήνη +αγίας. Ποτέ δεν την είχα δη έτσι. + + — Δεν κάνει.... εξακολούθησε, δεν ταιριάζει να μαγαπάς... σα +μεγάλος, γιατί 'σαι πολύ μικιός για μένα! Εγώ 'μαι μεγάλη... Κοντεύγω +να... γεράσω. Κιωςτε να γενής εσύ άντρας σωστός, εγώ θάμαι... + +Το στήθος της ανασειόταν από λυγμούς, που δεν τους άφηνε να +ξεσπάσουν. Αλλά με την τελευταία λέξη δε μπόρεσε πεια να περιορίση +την τρικυμία της ψυχής της. Κιάρχισε να κλαίη. + +Τη λυπόμουν, αλλά και δεν καταλάβαινα πολύ αυτές τις κλάψες κιάρχιζα +να τις βαριούμαι, γιατί, ως είπα, και δε μάρεσαν. Εγώ ήθελα να την +αγαπώ, όχι να τη λυπούμαι. + +Πάνω στο κλάμα την έπιασε κένας βήχας δυνατός, που την έσειε τη +δυστυχισμένη, σαν καλάμι. Αφού ησύχασε μου λέγει: + + — Ήκουσες, Γιώργο μου, είντα σούπα; Να κάμης κατά πως σ' +αρμηνεύγει(48) η μάνα σου. Αυτή κατέει καλλίτερα το καλό σου και +θέλει το καλό σου περισσότερο από κάθε άλλο. + + — Κιαπό τουλόγου σου; + + — Κιαπό μένα, είπε αποφασιστικά το Βαγγελιό. Δε σούπα πως η δική μου +αγάπη δε μπορεί νάνε για καλό σου; + + — Και μου λες να μη σ' αγαπώ μπλειο; + +Με κύταξε κάμποσα δευτερόλεπτα και τα μάτια της θόλωσαν από νέα +δάκρυα. + + — Εγώ, χρυσέ μου, δε θέλω να μαγαπάς;...Ντα μπορώ να ζήσω χωρίς;... +Ω η κακομοίρα, φωτιά πούρριξα πάνω μου! + +Ταναφυλλητό της έπνιξε τη φωνή και με δυσκολία κατάφερε να μου πη +τακόλουθα: + + — Όι να μ' αγαπάς, παιδί μου, ως μαγαπούσες πρώτα, σα δεύτερη μάνα +σου, σα μεγάλη αδερφή. Μα να μην ταποδείχνης. Να μαγαπάς μέσ' στην +καρδιά σου. Δε σου ζητώ άλλο πράμμα. Έλα 'δα να σε φιλήσω, για +υστερνή βολά, γιατί φοβούμαι πως θα μάςε χωρίσουνε παντοτεινά και δε +θέλω να σε θωρώ κρυφά, σαν κλέφτρα. + +Κιως να είχε σβυσθή το πάθος πούχαν έως τότε τα φιλιά της, ως να +εξαγνίσθη στον πόνο η αγάπη της και γύρισε στην πρώτη αθωότητα, +μούδωκε ένα ήρεμο, μητρικό ασπασμό στο μέτωπο. Έπειτα άπλωσε το χέρι +της στα μαλιά μου κιη χειρονομία κείνη ήτο μάλλον ευλογία παρά +θωπεία. + +Σήκωσα τα μάτια μου και την είδα. Μου φάνηκε ψηλότερη και τώρα το φως +της ήλιου κύκλωνε το πρόσωπο της με φωτοστέφανο αγίας. + + — Άιντε να πιαίνης, Γιώργο, μούπε, κιο Θεός νάνε μαζή σου. Και μια +ψυχή που σαγαπά θα σου παραστέκεται όπου κι αν πας, όπου κια +βρίσκεσαι. + +Η τελευταία της φράση έτρεμε· και τώρα το αποκέρωμα του προσώπου της +ήτο τέλεια νέκρα. Μόνο στα μάτια της, θαρρούσες, έμενε ζωή ακόμη. Μια +στιγμή νόμισα ότι θα πέση κη ίδια στηρίχτηκε στο δέντρο. Έπειτα είπε +με φωνή που μόλις ακούστηκε: + +Εγώ θα πάω πάνω, στο κηπούλι μας. Εσύ να πάρης κάτω. + +Τράβηξα κάτω, χωρίς να πω τίποτε. Αλλά σαν πήγα κάμποσα βήματα, +γύρισα και την κύταξα. Ήτον ακόμη στην ίδια θέση, σα να μην είχε τη +δύναμη να ξεκινήση. Σε λίγο άρχισε κιανέβαινε σιγά σιγά· κέβηχε ένα +μικρό ξερό βήχα. Έπειτα την έκρυψαν τα δέντρα και δεν την έβλεπα +πεια· άκουα όμως το βήχα της, ως όπου κιατός έπαψε νακούεται. + +Τις τελευταίες στιγμές που στεκότανε στη σκιά του δέντρου μούδωκε μια +βαθύτατη συγκίνηση, ένα αίσθημα σα θρησκευτικό. Τώρα τη λυπόμουνα και +ψιθύρισα: «Κακορρίζικο Βαγγελιό!» Αλλά σε τέτοια στιγμή τ' ήθελε ν' +ανακατευθή το κορίτσι με την ανοιξιάτικη άνθηση και τη ξανθή +πλεξούδα; Πολεμούσα να το διώξω από τη φαντασία μου, αλλά τίποτε· από +'δω το 'διωχνα, από κεί' παρουσιαζότανε, με παιχνιδιάρικο γέλιο, σα +να μούπαιζε το κρυφτούλι. Όπως πήγαινε πάνω το Βαγγελιό, είχα δη τις +δυο πλεξούδες της κάτω από το τσεμπέρι, κήσαν ισχνές, σαν αυτή. Τι +αξιολύπητα πράμματα ήσαν κείνα τα μαλιά, συγκρινόμενα με το πλεγμένο +χρυσάφι, πούπαιζε μελιγμούς φιδιού στην πλάτη της άλλης! Δεν ήθελα να +κάνω τέτοιες σύγκρισες, αλλά και δε μπορούσα να τις αποφύγω. Το σπίτι +σου μπορείς να το κλείσης στους ενοχλητικούς επισκέπτες, αλλά όχι και +το νου σου. Κιο ξανθός πειρασμός είχε μια επιμονή τον διαόλου. + +Από το άλλο μέρος η μάνα μου δεν ησύχαζε, αλλά φαίνεται ότι μέρα και +νύχτα ο νους της δούλευε για ναύρη τρόπο να μαποσπάση από το Βαγγελιό +για πάντα. Τα λόγια δεν της φαινόντανε αρκετά. + +Μια μέρα μου λέει: + + — Τα ωζά (49) μας είνε στον Αμαλό. Δεν πας και συ να περάσης μάκιες +μέρες, να δης πως διάγουν οι βοσκοί; Θα χορτάσης και γαλατερά που +ταγαπάς. Σε μια δυο μέρες θα πάη ο ξάδερφός σου ο Βασίλης του παπά +για να κυνηγήση. Τούπα να πάτε μαζή και τάκουσε με πολλή του χαρά. Θα +σου βρη, λέει, κέναν τσιφτέ (50) να σε μάθη να κυνηγάς. Κιο Βασίλης, +ως θάκουσες, έχει γενεί καλός κυνηγός. Ποτέ δε γυρίζει χωρίς λαγό. + +Η ιδέα της μητέρας μου μενθουσίασε. Το τουφέκι και το κυνήγι ήσαν από +τους μεγάλους μου πόθους. + + — Θες να πας; με ρώτησε η μητέρα μου. + + — Μα θα μου δώση το τουφέκι να τώχω 'γώ; + + — Κιαμέ; Όσες μέρες θάστε στον Αμαλό, το τουφέκι θάνε δικό σου. +Νάχης μόνο το νου σου να μη σε σβολώση.(51) + +Ο Βασίλης θα σ' αρμηνεύγη κιότι (52) νάρθη να μου πη πως ήμαθες να +παίζης, (53) θα σαγοράσω, κανακάρη, μου, ένα τουφέκι νάνε μοναχικό +σου και να πιαίνης να κυνηγάς, όντε θες. + +Ο Βασίλης που τον είδα ταπόγεμα μου βεβαίωσε τα λόγια της μάνας μου. +Είχ' ένα δίκαννο ελαφρό, που θα μου τώδιδε να κυνηγώ όλες τις μέρες +που θα μέναμε στον Αμαλό. + + — Και πότε θα πάμε; + + — Ύστερ' από δυο μέρες, το σαββάτο πούρχεται. + +Εγώ θα ήθελα να πάμε την άλλη μέρα ευθύς, αλλ' ο Βασίλης δεν +ευκαιρούσε τόσο γρήγωρα. + +Τις δυο μέρες πέρασα σε πυρετό προσδοκίας και στον πυρετό κείνο, +μπορώ να πω, λησμόνησα ολότελα κάθε άλλο. Ανυπομονούσα να πάρω στο +χέρι μου το τουφέκι κέκανα όνειρα για τα κυνήγια που θάκανα. + +Μετά τρεις μέρες ανεβήκαμε στον Αμαλό. Ο Βασίλης ήτο μεγαλείτερός μου +κάμποσα χρόνια, νέος πλέον τέλειος. + +Όταν την αυγή ήρθε και με πήρε, είδα ότι είχε μόνο ένα τουφέκι +κεφοβήθηκα πως με γελούσαν. + + — Και το δικό μου τουφέκι πούνε; Δε μούπες πως θα μου δώσης ένα +τουφέκι να τώχω μοναχικό; + + — Το δικό σου θα το βρης στη μάντρα. Τώχω αφητό απού την άλλη βολά +που πήα στον Αμαλό, εδά και δέκα μέρες. + + Εσείς με γελάτε, είπα με δυσπιστία, κυτάζοντας πότε το Βασίλη, πότε +τη μάνα μου. + + — Γιάειντα να σε γελάσουμε; είπε ο Βασίλης. Για να πας στον Αμαλό; +Σα δε θες, μη 'ρθής. Μα σα θες να βαστάς τουφέκι, να το δικό μου. + + — Εγώ να το βαστώ; + + — Είνε βαρύ και θα σε κουράση, μα σα θες, βάστα το σόλη τη στράτα. + + — Δε με κουράζει μένα. + +Ένα πράμμα τόσο επιθυμητό, μπορούσε να με κουράση; + + — Στ' ανέβασμα, μούπε ο Βασίλης, θα παίξης και την πρώτη σου +τουφεκιά. + +Δε χρειαζότανε περισσότερο για να παύσουν οι δυσπιστίες κ' οι +δισταγμοί μου. Ο δρόμος ήτον όλος ανήφορος, τριών περίπου ωρών, και +το τουφέκι ήτο βαρύ για την ηλικία μου. Σε κάμποση ώρα άρχισε να πονή +ο νώμος μου, αλλ' υπόφερα χωρίς παράπονο το βάρος. Έρριξα και σένα +πουλί στο δρόμο, αλλ' απότυχα. Ο Βασίλης όμως με βεβαίωσε πως το +βρήκαν άκρη μερικά σκάγια κιότι είδε φτερά πούφυγαν στον αέρα. Κέτσι +η πρώτη μου βολή ήτο μισή επιτυχία. + +Ο Αμαλός είνε οροπέδιο σε μεγάλο ύψος. Από το ένα μέρος, το νότιο, το +κλειούν υψώματα με πρίνους, μεγάλα και δυνατά δέντρα· από το βόρειο +μέρος ήτον ο Αφέντης, μαδάρα,(54) γυμνή και κατάξερη. Ανάμεσα στους +πρίνους ήσαν πολλά μιτάτα(55) κιαπ' όλες τις μεριές αντηχούσαν +κουδουνίσματα και σφυριές. + +Κάτω στην άκρη του κάμπου ήτον ένα εκκλησιδάκι τ' Αγιού Πνεμάτου. Από +το ιερό τον πήγαζε νερό κατάκρυο. Τον κάμπο σκέπαζε χόρτο παχύ, αλλά, +ως άκουσα να λέγουν οι βοσκοί, δεν άφηναν τα πρόβατα να βόσκουν στο +υγρό μέρος, γιατί το χόρτο είχε βδέλες. + +Όταν φθάναμε, άκουσα παράξενες κραυγές πουλιών κιο Βασίλης μούπε πως +ήσαν κολιακούδες. Τις είδα και να περνούν στον αέρα κοπάδια κιο +Βασίλης μούπε: + + — Θες να τώςε παίξης; + + — Μα τσι τρώνε; + + — Δεν τσι τρώνε, γιατ' είνε λέει, όξυνο, το κριάς τως. Μα συ θα +παίξης για να μάθης. + +Μου είπε πώς να σκοπεύσω κιόταν περνούσαν σε καλή απόσταση, έσυρα τη +σκαντάλη. Δεν περιγράφεται η συγκίνηση κη χαρά μου όταν είδα μια +κολιακούδα να στριφογυρίζεται στον αέρα και να πέφτη. + + — Μωρέ, ζωή νάχης Γιωργιό! Εσύ θα γενής μεγάλος κυνηγός. Όλοι +αρχίζουν απού τα καθιστά και συ την πρώτη σου πετυχιά την έκαμες στα +πεταχτά! + +Έτρεξα κεπήρα το πουλί και το περιεργαζόμουν· κιδιαίτερη χαρά μούκαμε +ότι τα πόδια της ήσαν κόκκινα. Ο θρίαμβός μου έτσι γινότανε +μεγαλείτερός με τη σκέψη ότι το πουλί που' σκότωσα ήτον έχταχτο +πουλί. + +Έφτασα 'στο μιτάτο μας, κρατώντας θριαμβευτικά το θήραμά μου· κιόταν +ο γέρο τυροκόμος που βρήκαμε 'κεί άκουσε πως σκότωσα την κολιακούδα +στο φτερό κήτον η πρώτη μου τουφεκιά, έδειξε μεγάλο θαυμασμό. Εγώ +πετούσα από περηφάνεια και περισσότερο παρά σάλλη περίσταση είχα το +συναίσθημα πως ήμουν άντρας πλέον. + +Γιαυτό κιόταν σε λίγο κατάλαβα πως ο Βασίλης με μεταχειρίστηκε σαν +παιδί πειράχτηκα πολύ. Το δίκαννο που μούχε πη ότι θαύρισκα στην +μάντρα δεν ήτον εκεί. Μούπε πως τάχα το είχε πάρει κάποιος βοσκός, +πούλειπε, αλλά γω κατάλαβα πως μούχε 'πη ψέματα κιότι το δίκαννο που +μούταξε ήτον ανύπαρχτο. Ο Βασίλης όμως βρήκε τρόπο να με ικανοποιήση. + + — Μπρε παιδί μου, εσύ τουφέκι δε θες; Να τουφέκι. Όσες μέρες θα +κάνωμε στον Αμαλό το τουφέκι μου θάνε δικό σου. Θα πιαίνωμε μαζή στο +κυνήγι και βάστα το συ το τουφέκι. Α θες μου το δίδεις και μένα πότε +πότε να παίζω κιανενούς πουλιού. Δε σαρέσ' έτσα; + +Είχα τόση μανία για το κυνήγι, που θα δεχόμουνα κάθε συμβιβασμό, +αρκεί να κυνηγούσα. Έτσι μάλιστα θάχα κοντά μου και το Βασίλη για να +μου δίδη οδηγίες· γιατί όσο κι αν με μέθυσε η πρώτη επιτυχία, +καταλάβαινα πως αυτή η δουλειά είχε και τέχνη, που δεν την ήξερα. Εγώ +ούτε να γεμίσω το τουφέκι δεν τα κατάφερνα. + +Η επόμενη μέρα μούφερε μια μεγάλη απογοήτευση. Θάρριξα δέκα πέντε +τουφεκιές, χωρίς να χτυπήσω τίποτε, ενώ ο Βασίλης σκότωσε τρεις +πέρδικες. Γύρισα στη μάντρα μελαγχολικός, αλλά με παρηγόρησαν. Αυτό, +έλεγαν, μπορεί να συμβή και στον καλλίτερο κυνηγό. Το κυνήγι κι ο +κυνηγός έχουνε μέρες. Πραγματικώς την άλλη μέρα σκότωσα δύο +μικρόπουλα. Βγήκε και μια πέρδικα μπροστά μου, αλλά τόσο μετάραξε ο +θόρυβός της, που, όσο να συνέλθω, είχε πάει πολύ μακριά. Το ίδιο +έπαθα και μένα λαγό. Τον έβγαλε ο σκύλος του ξάδερφου. + + — Θες να του παίξης; μούπε ο Βασίλης και μούδιδε το τουφέκι. Α δεν +τόνε πιάση ο σκύλος, θα μας τόνε σιμώση και τότε του παίζεις. + +Ετοιμάστηκα, αλλ' όταν ο λαγός πέρασε κοντά μου, λησμόνησα την +ετοιμασία μου. Κιαν ερχότανε κατά πάνω μου, φοβούμαι πως θα έβαζα στα +πόδια. Αλλ' ο σκύλος κατάφερε να τον πιάση. + +Και πάλιν ο Βασίλης βρήκε τρόπο να με παρηγορήση: + + — Καλά 'καμες και δεν τούπαιξες, γιατ' ήτονε φόβος να σκοτώσης το +σκύλο. Επιαίνανε πολύ κοντά. + +Οι αποτυχίες, αντί να εξασθενούν, δυνάμωναν το πάθος μου στο κυνήγι. +Κάθε βράδυ κοιμώμουνα με την ελπίδα ότι την επόμενη θα γύριζα +φορτωμένος κυνήγια. + +Αλλά κιαν δεν χτυπούσα τίποτε, οι περιπέτειες του κυνηγιού +μευχαριστούσαν τόσον, ώστε να μη μαπογοητεύουν οι άκαρποι μου κόποι. + +Δέκα πέντε μέρες περάσαμε στον Αμαλό και τις θεωρώ από τις πειο +ευχάριστες της ζωής μου. Η όρεξη μου είχε αποθηριωθή κέτρωγα σα +λύκος. Το βράδυ ανάβαμε φωτιά, γιατί έκανε κρύο στην καρδιά του +καλοκαιριού. Κιαν τη μέρα δε σκότωνα τίποτα, τη νύκτα στα όνειρα μου +έκανα θραύση. Καμμιά φορά μάλιστα ονειρευόμουν πως τουφέκιζα θηρία +που γνώριζα μόνο από τη φυσική ιστορία ή από τα παραμύθια. + +Οι βοσκοί έκαναν ευχάριστη συντροφιά αν κήσαν απλοϊκοί διάπυροι του +κόσμου. Είνε ζήτημα αν τρεις φορές το χρόνο πήγαιναν στο χωριό και +κανείς των ίσως δεν είχε πάει στην πόλη. Οι περισσότεροι ήσαν +ολιγόλογοι, συνειθισμένοι όπως ήσαν να ζουν με τα ζώα στις ερημιές. +Αλλ' ο γέρο τυροκόμος ήξερε πολλά πράμματα. Τραγουδούσε παλαιικά +τραγούδια κέλεγε διάφορα παρατσάφαρα, δηλαδή αινίγματα και +καθαρογλωσσίδια. Από τα τελευταία θυμούμαι ένα: + + — Για πε Γιωργιό, μα γλίγωρα γλίγωρα «ο καβρός αυγά 'γλυφε». + +Εγώ τώλεγα και γελούσαν, γιατί έμπλεκε η γλώσσα μου. + +Θυμότανε και διάφορα επεισόδια των επαναστάσεων και τα διηγότανε +ωραία. + +Στις κυνηγιτικιές μου εκδρομές δε μέτερπαν μόνον του κυνηγιού οι +περιπέτειες, αλλά και τάγνωστα κιωραία μέρη πούβλεπα. Και γνώρισα όλα +τα μέρη στην περιοχή του Αμαλού. Ο Βασίλης πούχε πολλές φορές +κυνηγήσει εκεί πάνω, μούταν οδηγός μου. Διότι δε μάφηνέ ποτε να +πηγαίνω μόνος, από φόβο μην πάθω τίποτε. Αυτός ήξερε πούτον πηγή ή +αρόλιθος(56). Ήξερε και τα βάραθρα που διατηρείται χιόνι το +καλοκαίρι. + +Άλλη ηδονή για μένα ήτον η θέα και το αίσθημα του ύψου. Όταν από κεί +πάνω έβλεπα πόσον χαμηλά ήσαν κάτω η γη κη θάλασσα, νόμιζα πως +πετούσα, σαν νάμουν ανώτερος από άνθρωπος. Στα ύψη κείνα μου +φαινότανε πως ήσαν ελαφρότερα τα μέλη μου. Αργότερα, όταν θυμόμουν +αυτά τα αισθήματα, εξηγούσα τη ψυχολογία των ορεινών, πούνε πειο +περήφανοι από τους πεδινούς. Και χαρακτηριστικό είνε κείνα που +λέγεται στη δυτική Κρήτη. Μια μέρα που καθόντανε κάμποσοι Ριζίτες +(57) σε μια κορυφή και παρατηρούσαν κάτω στα πεδινά μέρη, ένας απ' +αυτούς είπε: Άραγες, μωρέ, κιαυτοί οι κατωμερίτες έχουνε ψυχή; + +Μια μέρα φθάσαμε ανατολικώτερα σάλλη κοιλάδα που τη λένε Λάπαθο. Άλλη +μέρα κάναμε κάτι δυσκολώτερο και τολμηρότερο· ανεβήκαμε στον Αφέντη. +Η μαδάρα κείνη είνε η ψηλότερη και πειο κεντρική κορυφή της Δίκτης· +κεπειδή ξεπερνά στο ύψος όλο τα γύρω βουνά, το θέαμα που παρουσιάσθη +μπροστά μας ήτο διάπλατο και μέγιστο. Η Κρήτη φαινότανε στη +μεγαλείτερη της επιμήκη έκταση, ανάμεσα σε δυο θάλασσες, το Κρητικό +και το Λιβυκό πέλαγος. Στη μέση στεκόταν ο κωνικός όγκος του +Ψηλορείτη κια δε μας εμπόδιζαν νέφη, θα βλέπαμε ίσως και τα Λευκά Όρη +δυτικώτερα. Ο κάμπος της Μεσσαράς απλώνεται στο μεταξύ της Ίδης και +Δίκτης διάστημα· και στη βορεινή παραλία διακρινότανε, σαν ασπριδερή +κηλίδα, το Ηράκλειο κιαπέναντί του το νησί Δία. Ανατολικά μια διαδοχή +βουνών και κοιλάδων· κέπειτα τελείωνε η Κρήτη στη Σητεία· κιάλλη +θάλασσα παρουσιαζόταν από 'κεί με δυο νησιά, την Κάσσο και την +Κάρπαθο. + +Απ' όλα όμως αυτά τα θεάματα τη ζωηρότερη εντύπωση μούκαμε το μεγάλο +οροπέδιο του Λασιθίου, όπου κατέβαιναν οι βορινές πλευρές τον Αφέντη. +Τοροπέδιο τον Λασιθιού, πούχει μεγάλη δόξα στην ιστορία της Κρήτης, +είνε χαμηλότερα του Αμαλού, αλλ' είνε πολύ μεγαλείτερο και +κατοικημένο. Ένας κάμπος, αιγοειδής στο σχήμα, που τον κλείουν απ' +όλα τα μέρη βουνά, είνε ομαλός σα χαρτί, που το ριγόνουν +διασταυρωμένα χαντάκια πολυάριθμα· και γύρω τα χωριά, ασπριδερά στο +πράσινο πλαίσιο που σχηματίζουν αμπέλια και δέντρα. Το χειμώνα η +ορεινή αυτή πεδιάδα θα γινόταν λίμνη, αν δεν είχε στη δυτική της άκρη +το χώνο, μια καταβόθρα, όπου τα χαντάκια οδηγούν τα νερά και +καταπίνονται. + +Είχα ακούσει για ταγρίμια τω βουνώ μας, είδος άγριες αίγες, +μεγαλείτερες από τις ήμερες, που τρέχουν σα λάφια και πηδούν βάραθρα +φοβερά, αλλά δεν έτυχα να δω. Τότε ήσαν ακόμη, αλλ' έως σήμερο +λιγόστεψαν πολύ, με τη μεγάλη καταδίωξη που τους έκαμαν οι κυνηγοί. +Δεν είδα κανένα κείχα απελπιστή αν θάβλεπα. Αλλά την τελευταία μέρα +της διαμονής μου στον Αμαλό, ενώ ξεκουραζόμουνα με το Βασίλη κάτω, +σέναν πρίνο, άκουσα θόρυβο κείδα να περνά σταντικρυνό πλάι και σε +μικρή απόστασι ένας τράγος. + +Αγρίμι, Γιώργη! μούπε σιγανά ο ξάδερφος, Θωρείς το; + +Σαν νάκουσε τη φωνή ο τράγος, στάθηκε μια στιγμή κείδα πολύ μεγάλα +κέρατα, γυρτά προς τα πίσω. Έπειτα έφυγε τρέχοντας κέγινε άφαντος μες +στους πρίνους και τους βράχους. + + — Αν του παίζαμε 'δα, είπα του Βασίλη, δε θα το φτάνανε, τα σκάγια; + + — Δεν θα το φτάνανε, μα κιάνε το φτάνανε, δε θα του κάνανε πράμμα. +Ταγρίμι θέλει μπάλλα για να πέση. + +Οι κυνηγετικές μου επιτυχίες, μετά την πρώτη, ήσανε λιγοστές και +μικρές· κιόμως γύρισα στο χωριό με την όρεξη και την επιμονή να +εξακολουθήσω το κυνήγι. Μάναψε και περισσότερο τη μανία του κυνηγιού +ο Βασίλης με τις υπερβολές πούλεγε για μένα. Η μητέρα μου φαινότανε +χαρούμενη, δεν έκαμε όμως την υπόσχεση που μούχε δώσει για το +δίκαννο. Ήθελε, ως έλεγε, να μαγοράση ένα τσιφτέ ελαφρό, για τα χέρια +μου· κεπειδή τέτοιος δε βρισκότανε στο χωριό, θα παράγγελνε να μου το +φέρουν από την πόλη. Ως τόσο θάτον στη διάθεσή μου το τουφέκι του +Βασίλη. Μούπε κι ο ξάδερφος ότι όσες φορές θα πηγαίναμε στο κυνήγι θα +κρατούσα εγώ το τουφέκι του κιαυτός θάπαιρνε δανεικό. Κέτσι θάχα δικό +μου τουφέκι. + +Πρώτη φορά που γύρισα στο χωριό από απουσία χωρίς να δείξω +ανυπομονησία να δω το Βαγγελιό· κη μητέρα μου τώχε κρυφή και μεγάλη +χαρά, αλλά κιαπόφυγε να μου πη τίποτε. + +Μόνο για το κυνήγι μιλούσα και σκεπτόμουνα. Το πάθος του κυνηγιού +φαινόταν ότι αποτελείωσε την κρυάδα πούχε ριχτεί στην αγάπη μου. Και +σκεπτόμουν πως αφού η ίδια με συμβούλευε να μη την συναντώ και να την +αποφεύγω, τι να κάμω κεγώ; Κέτσι μούδωκε μια πρόφαση, που και μόνος +μου ίσως θαύρισκα, για να φαίνωμαι θυμωμένος κιαδικημένος και να της +ρίχτω τις αιτίες. Φταίω 'γώ σα δε θέλει να τήνε θωρώ; έλεγα με το νου +μου. + +Αλλά κι από κάτι λόγια π' άκουα στο διάβα μου καταλάβαινα πως η +μοχθηρία κι η κακογλωσσιά του χωριού είχε πάρει δρόμο κατά πάνω μας. +Μια γυναίκα, που φημιζόταν ως η χειρότερη γλώσσα του χωριού, ψιθύρισε +σάλλες γυναίκες, μια βραδιά που περνούσα: «Ο γαμπρός! ο γαμπρός!» +Άλλη φορά άκουσα να λεν περιπαιχτικά πως το Βαγγελιό αρρώστησε από +τον καϋμό της, γιατί δεν την ήθελε η πεθερά. «Και τι κρίμα ναποτύχη +ένα τόσο ταιριαστό αντρόγυνο!» Σ' άλλη συντροφιά γυναικών μου φάνηκε +πως μώπαν «καύκο», με μια λέξη πούχ' ακούσει κιαπό τη μάνα μου, κιαν +δεν τη καταλάβαινα, μάντευα πως ήτον κακή. Έτσι άρχιζα να νιώθω +κείνο, που μούχε πη η μητέρα μου, πως θα γινόμουν τανεμπαίγνιδο του +χωριού. Αλλ' η κακογλωσσιά καταδίωκε περισσότερο το Βαγγελιό κεμένα +με θεωρούσαν θύμα της, για να την κατακρίνουν περισσότερο. Τώρα +έβλεπα και γιατί αυτή η δύστυχη τόσο φοβότανε τη γλώσσα του κόσμου. +Αλλ' αντί γιαυτό να τη συμπαθώ, εύρισκα νέα πρόφαση για το +αποτράβηγμά μου. + +Αλλά και το κυνήγι μάφηνε νου για τίποτε άλλο, έξω από τις φροντίδες +του; Όλη μέρα βρισκόμουν έξω από το χωριό και το βράδυ έφτανα +κατάκοπος και κοιμώμουνα ύπνο χωρίς όνειρα. Πήγα με το Βασίλη και στο +γιαλό και περάσαμε μέρες. Κυνηγήσαμε πολύ· κιόταν γύρισα στο χωριό, +ήμουν μαύρος σαν αράπης από τον ήλιο. + +Για το Βαγγελιό άκουα πως ήτον πάντα άρρωστη. Η μάνα μου δε μούλεγε +τίποτε· αλλ' η αδερφή μου, που δεν είχε πάψει, φαίνεται, να τη +συμπαθά λίγο, μούπε πως η κατάστασή της ήτο πολύ άσχημη. Ο πυρετός +κιο βήχας δεν την άφηναν νύκτα και μέρα και στην εκκλησία, που +πήγαινε σπάνια, της ερχόντανε λιγομάρες κέφευγε στη μέση της +λειτουργίας ή του σπερνού. Τώρα έβγαινε πολύ λιγοστά από το σπίτι. + +Αισθάνθηκα κάποιο πόνο, αλλ' η σκέψη μου δε χρονοτρίβησε πολύ στο +Βαγγελιό και τις αρρώστειες της. Ωχ! αδερφέ, κι αυτή όλο άρρωστη +θάνε; Τι να τον κάνω 'γώ το βήχα και τις κλάψες της; Η αρρώστεια της, +πούγινε εμπόδιο στα νέα μου ονειροπολήματα, άρχιζε να μου πειράζη τα +νεύρα. + +Σαυτή τη ψυχική μου κατάσταση, κείνη π' αγαπούσα μου φαινόταν σαν +απομακρυσμένη και κείνη πούμενε με τόνομά της ήτο μια άγνωστη, ένα +κατάντημα αγνώριστο κιαξιολύπητο του παλαιού Βαγγελιού. Τι σχέση +λοιπόν είχα μαυτή την άγνωστη, που με την κακομοιριά της στάθηκε, σαν +εμπόδιο, στο δρόμο των εφηβικώ μου ονείρων; + +Η μητέρα μου έβλεπε ότι πέτυχε να με τραβήξη από το Βαγγελιό κιότι +στο πάθος του κυνηγιού η μητρική της εξουσία βρήκε καλό σύμμαχο. Αλλά +για καλό και για κακό, ίσως και για να δοκιμάση το βαθμό της +επιτυχίας της, σκέφθηκε και να μ' απομακρύνη ολότελα για κάμποσον +καιρόν από το χωριό. Έτσι θα περνούσε κιο περισσότερος καιρός των +διακοπών και να γυρίσω έπειτα στην πόλη. Μια μέρα λοιπόν μου πρότεινε +να πάμε μαζή στον Άγιο Θωμά, ένα μακρυνό χωριό, όπου ήτον παντρεμένη +η μεγαλείτερή της αδερφή. + +Η πρόταση μάρεσε, γιατί είχ' ακούσει πως ο Άγιος Θωμάς ήτον από τα +ωραιότερα χωριά. Ακόμη θαύρισκα εκεί και δυο φίλους μου από το +γυμνάσιο. Έτσι θα ικανοποιούσα και τη ζωηρή περιέργεια της ηλικίας +μου να ίδω νέα μέρη. Δεν παράλειψαν να μου πούνε ότι θαύρισκα στον +Άγιο Θωμά και δυο ξαδέρφια, κυνηγούς, και μαυτούς θα εξακολουθούσα τα +κυνήγια μου. Αλλ' η μεγαλείτερη παρακίνηση για το ταξίδι τ' Αγίου +Θωμά ήτο κάτι που μούπε η μάνα μου. Ήτο ταμένη στην Παναγία την +Καλυβιανή και θα μέπαιρνε να πάμε μαζή. Η Καλυβιανή φημιζότανε τότε +πως έκανε θαύματα. Εκτός άλλων, είχε κάμει καλά και μια δαιμονιζόμενη +από το χωριό μας. + +Η παιδική μου φαντασία ήτο θαμβωμένη από τα όσα ήκουα για τα θαύματα +της Καλυβιανής· κείχα μεγάλη περιέργεια, αλλά και ζήλο θρησκευτικό να +τα δω και να προσκυνήσω την εικόνα τη θαυματουργή. + +Το ταξίδι δεν άργησε να γίνη. Για να πάμε στον Άη Θωμά, περάσαμε πολύ +μέρος τον κάμπου της Μεσαράς σε φοβερή κάψα. Ο Άγιος Θωμάς δε μου +φάνηκε κατώτερος της φήμης του. Μεγάλο κιωραίο χωριό με νερά και +περιβόλια. Ο θείος μου ήτον πλούσιος και το σπίτι του είχεν όλα +ταγαθά. Οι ξαδέρφοι μου ήσαν νέοι μεγάλοι· είχαν και δυο αδερφές +μικρότερες. Όλοι μου κάμανε μεγάλες χαρές και δε ξέρανε πως να με +ευχαριστήσουν. Πραγματικώς δε οι ξαδέρφοι ήσαν κυνηγοί· και σαν +άκουσαν πως μάρεσε το κυνήγι, μούπαν πως είχαν καλούς σκύλους κένα +τουφέκι ελαφρό κατάλληλο για μένα να πηγαίνω μαζή των. + +Μια μέρα ξεκουραστήκαμε κέπειτα πήγαμε στην Καλυβιανή. Δυστυχώς δεν +ήτο, φαίνεται, εποχή κατάλληλη για θαύματα. Οι προσκυνητές κοι +άρρωστοι ήσαν λίγοι. Κήκουσα πολλές ιστορίες θαυμάτων, αλλά θαύμα δεν +είδα. Από τους άρρωστους ήτον ένας νέος τρελλός ή δαιμονιζόμενος, ως +τον έλεγαν οι παπάδες. Στη λειτουργία τον ξάπλωναν μπρος στην ωραία +πύλη· κιόταν έβγαζαν τάγια, ο παπάς τον πατούσε. Ο τρελλός φώναζε κιο +παπάς έλεγε στο δαίμονα, πούτον, ως υπόθεταν, μέσα στον άρρωστο: — +«Έβγα θεοκατάρατε, από τον άνθρωπο, να πας στα τάρταρα του Άδου, το +κατοικητήριό σου!» Ο άρρωστος αποκρινόταν, αντί του δαίμονα: — «Από +πού να βγω; — Από τανύχι του μικιού του δακτυλιού, να μην του κάμης +κακό.» + +Τότε ο άρρωστος γελούσε αληθινό σατανικό γέλιο κέλεγε: + + — Κιαμέ δε θα βγω; Α δε βαριέσαι, ανήμενε. + +Κεγώ που πίστευα πως ο ίδιος ο δαίμονας μιλούσε, αισθανόμουν στο σώμα +μου ανατριχίλλες. Αυτός ο διάλογος φαίνεται πως είχε πολλάκις +επαναληφθή κιο δαίμονας αντί νάβγη, κορόιδευε. Ήτο από τα πειο πονηρά +πνεύματα, ως έλεγαν οι παπάδες. Κιαφού με το καλό δεν υπάκουε, +πολεμούσαν να τον αναγκάσουν με το ξύλο. Έδερναν τον κακομοίρη τον +τρελλό, κεπίστευαν πως έδερναν το διάβολο. + +Εγώ πίστευα όσα ήκουα· αλλά συνάμα μου ερχότανε η απορία, τι +ευχαρίστηση είχεν ο δαίμονας και με τόση επιμονή ήθελε να κατοικά +στην κοιλιά ενός ανθρώπου, σένα μέρος τόσο στενόχωρο κεπί τέλους όχι +καθαρό. Αν τουλάχιστον ο άρρωστος ήτο κανένα ώμορφο κορίτσι, θα +τώνιωθα. Δεν έφτανα όμως σε κανένα συμπέρασμα απιστίας. Μόνον ανόητη +μου φαινόταν του διαβόλου η διαγωγή· αλλ' αν δεν ήτον ανόητος, πώς +διαρκώς θ' ανακατευότανε σε ξένες δουλειές; + +Στον Άγιο Θωμά βρισκόμουν διαρκώς σένα κύκλο αγάπης. Η θεία μου +εύρισκε του πουλιού το γάλα να μευχαριστή· κοι ξαδέρφες μούδειχναν +την τρυφερότερη αγάπη και αφοσίωση. Όλοι για μένα φρόντιζαν, για μένα +μιλούσαν· Να μη μου λείψη τίποτε, να μη στενοχωρηθώ από τίποτε. Κ' η +μεγαλείτερή μου ξαδέρφη έλεγε: + + — Κρίμα που το Γιωργιό 'νε πρώτος ξάδερφός μου. Ποιόν άλλο θάπαιρνα +καλλίτερο; + +Αμφιβάλλω όμως πως, κιαν δεν είχαμε τόση στενή συγγένεια, θα +συμφωνούσα κεγώ στην προτίμησή της, γιατ' η ξαδέρφη δεν ήτον ώμορφη. +Αλλά κη μητέρα της έκαμε μιαν άλλην επιφύλαξη. + + — Έπρεπε νάνε και μεγαλείτερος στσοι χρόνους γη σκιάς σόγκαιρος(58). + +Όταν δεν πήγαινα κυνήγι με τους ξαδέρφους μου, έκανα διάφορα +παιγνίδια αθλητικά με τους πολλούς φίλους που απόκτησα στον Άγιο +Θωμά. Εκεί γνώρισα και το καρτέρι του λαγού· κέτσι έκαμα τη +μεγαλείτερή μου κυνηγετική επιτυχία· μια νύχτα σκότωσα λαγό. + +Στη Μεσαρά χόρτασα να βλέπω κι άλογα, πούσαν πολύ σπάνια στ' ορεινό +μας χωριό. Ίση δε και μάλιστα μεγαλείτερη από το κυνήγι ηδονή μούδιδε +η ιππασία. Κιο θείος μου, πούτον καλός καβαλάρης και με τους εφίππους +του Κόρακα είχε πολεμήσει κατά τα τρία χρόνια της περασμένης +επανάστασης, είχε καλά άλογα. Οι ξάδερφοι μέμαθαν να ιππεύω και μαζή +γυρίσαμε τη Μεσαρά. Πήγαμε στους Άγιους Δέκα και φτάσαμε έως στο +Τυμπάκι. Αλλά και με το στρωτό βάδισμα των κρητικών ίππων(59) η +ιππασία δεν είνε δύσκολη. + +Η θεία κοι άλλοι ήθελαν να μας κρατήσουν έως το Δεκαπενταύγουστο, να +πάμε και στο πανηγύρι της Καλυβιανής. Αλλ' η μητέρα δεν ήθελε να +μείνωμε περισσότερο. Έπειτα δεν είχαμε μείνει και λίγο καιρό· αρκετό +βάρος, έλεγε η μητέρα μου, εδώκαμε στους συγγενείς μας. Ας έρθουν +κιαυτοί να περάσουν, καμπόσον καιρό στο χωριό μας. Η θεια κοι λοιποί +ήθελαν να κρατήσουν τουλάχιστον εμένα. Αλλ' η μητέρα μου, αν και +φαίνεται της άρεσε λίγο το πράμμα, επέμενε να με πάρη μαζή της. +Φοβότανε μήπως μου συμβή τίποτε στην επιστροφή, γιατί θα περνούσαμε +από τουρκοχώρια. Έπειτα είχα ρεμπελέψει· έπρεπε και να διαβάσω λίγο. + +Θα μας συντρόφευε ο μεγάλος ξάδερφος· κιο θείος είπε γελαστός της +μητέρας μου: + + — Θα περάσης από τούρκικα χωριά· μα με τα δυο παλληκάρια, που θα σε +συντροφεύγουνε, δεν έχεις να φοβηθής. Εγώ κιόλας για καλλίτερη +σιγουριά θαρματώσω το Γιωργή. Θα του χαρίσω το τουφέκι πούπαιρνε στο +κυνήγι, γιατ' είδα πως ταρέσει. + +Έτσι έκαμα την οδοιπορία της επιστροφής οπλισμένος, μένα ελαφρό +μονόκαννο τουφέκι, δικό μου, κη χαρά μου ήτο μεγάλη. + +Στο δρόμο δε μας έτυχε τίποτε· αλλ' όταν φθάσαμε στο χωριό, μάθαμε +πολύ δυσάρεστα πράμματα για το Βαγγελιό. + +Στην απουσία μας είχεν έρθει από την πόλη ένας γιατρός. Τον κάλεσαν +να δη την κόρη του Δεσποινιού, κιαφού την εξέτασε, είπε στους δικούς +της ότι η αρρώστεια της ήτον απελπιστική κιότι λίγον καιρό είχε να +ζήση. Αυτά είχε μάθει η αδερφή μου· αλλ' η μητέρα μου, που τάχα τώρα +λυπότανε για την άμοιρη κοπελιά· μούπε πειο ορισμένα πράμματα. Το +Βαγγελιό είχε χτικιό, αρρώστεια που δε γλυτόνει άθρωπος. Ο πυρετός +την έλυονε νύχτα μέρα, ο βήχας την έπνιγε κέβγαζε καίμα από το +στήθος. + + — Εγώ, είπε η μητέρα μου, θα σου 'λεα να πας να τη δης, μα η +γιαρρώστεια τση, παιδί μου, είνε κολλητική και φοβούμαι. Θα πάω 'γώ +και φτάνει. Δεν μπορώ να μην πάω. Στο ύστερο δικολογιά (60) μας είνε. + + — Και θ' αποθάνη; είπα συλλογισμένος γιαυτό το μυστήριο του θανάτου, +που πρώτη φορά το αντίκρυζα τόσο πλησίον με τη φοβερή κιαδυσώπη του +δύναμη. + +Η μητέρα μου πήγε πραγματικώς, αλλά φαίνεται πως η θεια το Δεσποινιό +της έκαμε κακή υποδοχή, γιατί γύρισε με μούτρα κατεβασμένα, μαύρη από +θυμό και πείσμα, σαν να την είχαν μουντζουρώσει με το τηγάνι. Κιόταν +τη ρωτήσαμε για την άρρωστη, ο θυμός της ξέσπασε: + + — Γραφές μαζόνει. Μα ο Θεός δεν είν' Αρβανίτης και καθενούς του +δίδει κατά τα έργατά του και κατά τη ψυχή του. Εγώ, ο Θεός το κατέει, +την ελυπήθηκα κεπήα να τήνε παρηγορήσω. Αθρώποι 'μεστα. Μα η μάνα τση +εθάρρεψε, πρέπει, πως επήα να τώσε πέσω. (61) Δε φταιν αυτοί, μα εγώ +πούσφαλα κεθάρρεψα πως είν' αθρώποι και πως αξίζουν να τσοι +ψυχοπονέση άθρωπος. + +Έπειτα, σαν να ήτον όνειδος η αρρώστεια, μας έδωκε τη φρικτότερη +εικόνα για την κατάσταση της άρρωστης. Δεν είχε πεια πνοή, παρά για +να βήχη. Και τόσο την έπνιγε καμμιά φορά ο βήχας, που μελάνιαζε και +φοβόσουν πως θα τελείωνε. Η εξάντληση κη χλωμάδα της ήτο τόση, που, +αν δεν έβηχε, θα την έπαιρνες για πεθαμένη. Μόνο το κερί της έλειπε +από το στόμα. Από την αρρώστια είχε καμπουριάσει, τα μάτια και τα +μάγουλά της είχανε βουλιάξει και τη θαρρούσες για γριά εξήντα χρονών. +Ούτε του σκύλου να μη καταραστή κανείς τέτοιο κατάντημα! Και το +χειρότερο ήτο πως κιντύνευαν κιάλλοι από την αρρώστια της, όσοι +πήγαιναν και την πλησίαζαν, γιατ' η αρρώστια της, Θε μου φύλαξε, ήτο +κολλητική, σα φωτιά. Ο γιατρός είπε να μην τη σιμόνουνε παιδιά και, +σα θα ποθάνη, να κάψουν και τα ρούχα που φορεί και τα ρούχα που +κοιμάται. Τώρα πήγαιναν μερικές γυναίκες και την έβλεπαν· μα κι αυτές +σα μάθαιναν τείπε ο γιατρός, θάπαυαν και θάμενε ναποθάνη έρημη, σαν +πανουκλιασμένη. + + — Θ' αποθάνη; μουρμούρισα πάλιν συλλογισμένος. + + — Είντα 'πες; ρώτησε η μάνα μου. + + — Πράμμα. + +Τη νύχτα κείνη είδα στόνειρό μου το Βαγγελιό. Όπως την παράστησε η +μητέρα μου, με κρατούσε στα γόνατά της καισθανόμουν ότι το σώμα της +κάτω από τα φορέματα ήτο μόνο κόκκαλα, σκελετός άσαρκος. Το πρόσωπό +της το αποσουρωμένο είχε του θανάτου το χρώμα. Φρίκη με κρατούσε +κήθελα να φύγω από κοντά της, αλλά δεν είχα τη δύναμη. Τα χέρια της, +πούσαν σα μεμβράνες ξερές και ζαρωμένες, με κρατούσαν σα σιδερένια +μάγκανα. Μέσφιγγε στην αγκαλιά της και τα κόκαλα της τρίζανε. Με +φιλούσε και τα χείλη της ήσαν κρύα· συνάμα η πνοή της μύριζε λιβάνι. +Έπειτα την έπιασε τρομερός βήχας κοι πνοές της έπεφταν υγρές στο +πρόσωπό μου. Σε λίγο είδα ναναβλύζη αίμα με το βήξιμο από το +παθιασμένο στήθος της κέβαψε κόκκινα τα χείλη της. + +Και σαυτό το ματωμένο στόμα σχηματιζόταν ένα φρικτό χαμόγελο. + +Έβαλα τότε όλα μου τα δυνατά να φύγω από την αγκαλιά της, αλλ' η +άρρωστη μέσφιξε δυνατώτερα, τόσον που λίγυσε το σώμα μου προς τα +πίσω. Κενώ με κρατούσε έτσι, έσκυψε και μούπε με το φριχτό της +χαμόγελο: + + — Σιχαίνεσαί με, αι; Σιχαίνεσαί με; + +Κόλλησε το ματωμένο της στόμα στο δικό μου. Αλλά τότε, αντί ν' +αντισταθώ, αφέθηκα κοι βυθίσθηκα σε μια ηδονή, που όμοια δεν είχα +αισθανθή έως τότε. Και τ' όνειρό μου σβύστηκε στην παράδοξη ηδονή +κείνη. + +Μετά το όνειρο κείνο, έπεσα σε μια αλλόκοτη κατάσταση. Σαν κάτι +νάλλαξε στη ψυχή μου, σα νάγινα άλλος άνθρωπος σχεδόν διά μιας. Το +πάθος του κυνηγιού σβύστηκε και διάφορα άλλα αντικείμενα πάρχιζαν να +μ' ενδιαφέρουν έγιναν αδιάφορα. Το Βαγγελιό ξαναγύριζε στην καρδιά +μου κιόπως ήτο, άρρωστη κι' ασχημισμένη, φρικτή μάλιστα, κατά την +εικόνα που μούδωκαν κείδα, την αγαπούσα πάλιν. Αλλά και πάλιν ήτο +διαφορετική η αγάπη μου. Αγάπη από πόνο. Την αγαπούσα τώρα διότι +έπασχε, διότι είχαν μαραθή η νιότη κη ωμορφιά της και σε λίγον καιρό +θα πέθαινε. Κι' αυτά εξ αιτίας της μάνας μου, εξ αιτίας εμένα του +ίδιου. Η μάνα μου την επρόσβαλε, την εσυκοφάντηοε, την εμίσησε +αγριώτατα, όταν εκείνη δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της να πη κακό +γιαυτήν. Αλλά κεγώ δεν την έφερα ολιγώτερο στο θάνατο με την +αδιαφορία μου. Για το κυνήγι απαρνήθηκα κείνην που τόσο μαγάπησε και +τόσο μαγαπούσε. Για πρώτη φορά παρουσιαζόταν στη ψυχή μου +ξεκαθαρισμένο το αίσθημα της ανδρικής τιμής και ντρεπόμουν ως +άνανδρος και τιποτένιος για μια γυναίκα. Τι εγωιστής, τι δειλός και +σκληρός φάνηκα σε κείνην που θυσιάστηκε για μένα και χανότανε εξ +αιτίας μου! + +Κιόσο φανταζόμουν ότι η αρρώστια του Βαγγελιού θα τελείωνε μετά ένα ή +δύο μήνες στο θάνατο, μούσφιγγε απελπισία την καρδιά. Ναποθάνη και να +νομίζη πως δεν την αγαπώ, πως τη σιχάθηκα και τη μίσησα ίσως; Δε θα +τονε προτιμότερο ναποθάνω κεγώ μαζή της; + +Ναποθάνη και να μη τη ξαναϊδώ σ' αυτόν τον κόσμο!... + +Μα ήτο τόσο βέβαιον, ήτο άφευκτο ναποθάνη; Η φοβερή ιδέα που +σχημάτιζα περί του ανίκητου θανάτου αύξαινε τον πόνο που μαζευόταν +στην καρδιά μου κιαναδημιουργούσε την αγάπη μου, μια νέα αγάπη προς +τη ψυχή από τη ψυχή. Το μυστήριο του θανάτου, π' απασχολούσε το νου +μου τώρα, απομάκρυνε τους υλικούς λογισμούς κελέπτυνε το αίσθημά μου. +Κέπεφτα σένα ρομαντισμό, όπου το αντικείμενο της αγάπης μου γινόταν +χωρίς σάρκα, σχεδόν άυλο. + +Σε τούτο το μεταξύ μέπιασε μεγάλη κεπίμονη μελαγχολία. Έγινα +λιγομίλητος και στο σπίτι μόνο δυστροπίες και θυμούς γνώριζαν τώρα +από μένα. Πήγαινα στο κυνήγι, μόνο για να ζω στη μοναξιά και +λησμονούσα το τουφέκι που κρατούσα. Στην πύλη είχα μάθει κάτι θλιβερά +τραγούδια της εποχής και στις ερημιές πούτρεχα τα σιγοτραγουδούσα. +Αλλ' απ' όλο ταίριαζε στη ψυχική μου διάθεση η «φαρμακωμένη» του +Σολωμού. Κιόταν την τραγουδούσα, πάντοτε γέμιζαν δάκρυα τα μάτια μου. +Το Βαγγελιό σαν τη φαρμακωμένη θα πήγαινε. + +Μια βραδιά πούχα πάει στον Βασίλη, αντί να γυρίσω πίσω στο σπίτι μας, +τράβηξα προς το πάνω μέρος του χωριού και σε λιγάκι βρέθηκα κοντά +σταυλιδάκι με την πορτοκαλιά. Είχα πάει με την απόφαση να δω την +άρρωστη να της μιλήσω και να μείνω κοντά της. Τόση ήτον η ανάγκη μου +να τη δω, που δε λογάριαζα τους φόβους που μούχε πη η μάνα μου. Μια +στιγμή μόνο έμεινα διστακτικός, γιατί φοβήθηκα μη μαποπάρη η θεια το +Δεσποινιό, όπως ήτο θυμωμένη με τη μάνα μου. + +Εκεί που δίσταζα, άκουσα βήχα και κατάλαβα πως η άρρωστη ήτον στην +αυλή. Πραγματικώς όταν πλησίασα, διάκρινα στα σκοτεινά κάποιο που +καθόταν κάτω από την πορτοκαλιά. Ήτον πολύ ζεστή η βραδιά κιη άρρωστη +είχε βγη και καθίσει έξω. Πλησίασα στην εξώπορτα και σιγά σιγά είπα +τόνομά της: + + — Βαγγελιό! Βαγγελιό! + +Το μαύρο σχήμα, που φαινόταν κάτω από την πορτοκαλιά, κινήθηκε ζωηρά: + + — Γιωργιό!.., Εσύ σαι, Γιωργιό μου; είπεν η φωνή της. + +Έτρεξα μέσα κέπεσα στην αγκάλη της. Αλλ' αυτή με ταδύνατα χέρια της, +που τα αισθανόμουν να τρέμουν, με κράτησε σαπόσταση και μέβαλε να +καθήσω σένα σκαμνί δίπλα της. Κέπειτα μούπε: + + — Γιάειντα, παιδί μου, ήρθες; Για να με 'βρούνε κιάλλα βάσανα; Δε +φτάνουν τα όσα 'χω συρμένα κιόσα σύρνω; + + — Ήμαθα πως είσ' αρρωσταρά. Ήθελες να μην ερθώ; + +Δίστασε ναποκριθή· έπειτα έβαλε προσπάθεια για να πη: + + — Δεν ήθελα... δεν έκανε ναρθής. + +Της έκοψε τη φωνή ο βήχας. Έπειτα είπε: + + — Ντα μπορώ 'γώ να θέλω ό,τι πεθυμώ;...Μα καλά ήκαμες, Γιωργή μου, +κήρθες. Καλά 'καμες κιόλας κήρθες νύχτα, να μη δης πως έχω +καταντήσει. + +Σώπασε και κατάλαβα πως σιγόκλαιγε. + + — Κιαν ο λοϊσμός μου, είπε σε λίγο, ήλεγε να μην ερθής, η καρδιά μου +ελαχτάριζε να σε δω. Πάντ' ανήμενα κιώρπιζα πως θα σε δω, πριχού(62) +ναποθάνω, και καλά 'καμες κήρθες, γιατί ποιος κατέει... + + — Όι δε θαποθάνης. Εγώ δε θέλω, δε θαφήσω ναποθάνης, είπα και +πετάχτηκα πάλι να την αγκαλιάσω, αλλά πάλι μαπομάκρυνε. + + — Κ' εγώ, είπε με βαθύ αναστεναγμό, δε θέλω ναποθάνω, μα η μοίρα μου +ταποφάσισε, χωρίς να χαρώ τον κόσμο. Ο γιατρός δε μούδωκε ζωή. Δε μου +το φανερώσανε, μα δεν το καταλαβαίνω και μοναχή μου; Η ζωή μου φεύγει +και τρεμοσβύνει, σαν το λύχνο, που ταποσώθηκε το λάδι. Και κατές πότε +θαποθάνω; Όντε θα πέφτουνε τω δεντρώ τα φύλλα. Σαν έν' απ' αυτά τα +μαραμένα φύλλα, κεγώ θα πέσω και τανέμου το φύσημα θα με πάρη. + + — Μα δε σούπα να μην τα λες αυτά; Εγώ στην Καλυβιανή, που πήα, την +επαρακάλεσα και θα σε γιάνη. Και κάθ' αργά (63) στην προσευχή μου για +του λόγου σου παρακαλώ Μα γιατί να μην πας κη ίδια στην Καλυβιανή, +απού κάνει μεγάλα θαύματα; + + — Δε μπορώ, παιδί μου... Με την αδυναμία πούχω, θαποθάνω στη στράτα. + + — Αλήθεια είνε πολύ αλάργο (64) και στον κάμπο κάνει μεγάλη κάψα. + + — Είπανε να με πάνε και στο μοναστήρι τση Φανερωμένης, μα κεκεί 'ν' +αλάργο. Ας με κάνη ο Θεός ό,τι θέλει. Μα για πε μου πότε θα πας στη +χώρα; + + — Τω πρώτες του Σετέμπρη. + + — Το Σετέμπρη; μουρμούρισε. Τότε αρχινούνε τα φύλλα και πέφτουνε... +Άκου, πριχού να φύγης, θέλω να σε δω. + + — Εγώ, όσον καιρό θάμαι στο χωριό, θάρχωμαι να σε θωρώ. + + — Και δε φοβάσαι τη μάνα σου; + + — Δε φοβούμαι κιανένα. Εγώ 'μαι 'δα μεγάλος και θα κάνω ό,τι θέλω. + + — Ήκουσα πως πας και στο κυνήγι, είπε σχεδόν χαρούμενο το Βαγγελιό. + + — Πάω, μα δε μαρέσει μπλειο. + + — Γιάειντα; + + — Δε μαρέσει. Κατέω κεγώ; + + — Άκουσε, Γιώργο· είπες πως θάρχεσαι να με θωρής. Να μην έρχεσαι. +Θέλω να μην έρχεσαι και θέλω για το καλό σου να μην έρχεσαι. Δε σου +το λέω, γιατί φοβούμαι τση μάνας σου και του κόσμου τα λόγια. Εδά +μπλειο δε φοβούμαι πράμμα. + +Και τόσο χαμήλωσε τη φωνή της, που μόλις άκουσα την επόμενη φράση: + + — Εγώ δεν είμαι μπλειο σ' αυτό τον κόσμο. + + — Μα φοβούμαι, εξακολούθησε, την αμαρτία. Είν' αμαρτία να σε βγάνω +απού τη βουλή κεινής που σε γέννησε κέχω να δώσω λόγο εκειά που θα +πάω. Φοβούμαι περισσότερο για σένα· γιατί καταλαβαίνω πως η +γιαρρωστιά μου 'νε κολλητική. Κια σαφήνω νάρχεσαι κοντά μου, είνε σα +να θέλω το κακό σου. Και μπορώ 'γώ να θέλω το κακό σου; Είντα μεγάλες +αμαρτίες έχω, που δεν τσι κατέχω, και μούδωκε η μοίρα μου +(άρχισε να κλαίη) ένα κακό, απού 'νε θόνατος και για μένα και για +κείνους παγαπώ και μαγαπούνε! Πρέπει να μαποφεύγουνε και να με +φοβούνται όλοι, ακόμη κη μάνα που μεγέννησε, και ναποθάνω έρημη. + + — Εγώ δε φοβούμαι, Βαγγελιό, της είπα. + +Και ήμουν ειλικρινής. + + — Σε πιστεύω, μα δε φοβάσαι συ, εγώ φοβούμαι. Να γενώ αφορμή ν' +αρρωστήσης και τέτοια αρρωστιά; Θεός φυλάξοι, καλλίτερα ν' αποθάνω +εγώ δέκα θανάτους. Κεκειά που θα πάω, δε θα βρω ποτε ανάπαψη. Εγώ +θέλω, παιδί μου, να ζήσης και να καλοπεράσης τη ζωή σου. Μόνο τότε +θάμαι κεγώ χαρούμενη στον άλλον κόσμο. Εγώ ένα πράμμα θέλω από σένα, +να με θυμάσαι. Να θυμάσαι μια άχαρη κοπελιά, που σαγάπα και θα πάρη +την αγάπη της και στον άλλον κόσμο. Γιαυτή μου την αγάπη δε θέλω και +νάρχεσαι κοντά μου. Να περνάς πότε πότε να σε θωρώ απ' αλάργο, ναι· +και μόνο τσι μέρες που θα πας στη χώρα νάρθης να μαποχαιρετήξης. +Ποιος κατέει α θα ξαναδωθούμε; + +Μαζή με την τελευταία φράση σηκώθηκε· κιόπως είχε ριγμένο πάνω της +ένα μαύρο καπότο, το όλο της μου φάνηκε θλιβερώτερο παρ' όταν την +έβλεπα να κάθεται. + + — Πρέπει να πάω μέσα, είπε. Η μάνα μου κοιμάται. Με τα βάσανά μου +δεν την αφήνω την κακορίζικη να κοιμηθή νύχτα και μέρα κιόπου βρεθή +την παίρνει ο ύπνος. Δε θέλω να ξυπνήση, να δη πως είμ' όξω και +στενοχωρηθή. Άμε στο καλό, Γιωργή μου, κια μαγαπάς να κάμης έτσα που +σούπα. + +Το χέρι της ταδύνατο μάγγιξε στο κεφάλι μου και πριν να ταποσύρη +πρόφταξα, τάρπαξα και το κατεφίλησα. Κιόταν βρέθηκα έξω και τραβούσα +κατά το σπίτι μας, τόσο θολωμένα ήσαν τα μάτια μου από δάκρυα, ώστε +και, στη διαφάνεια της θερινής νύχτας δε διάκρινα πού πατούσα και πού +πήγαινα. + +Παραδόξως ό,τι διάκρινα από το πρόσωπο του Βαγγελιού, όταν συνείθισα +στο σκότος της αυλής, μου φάνηκε θλιβερό, αλλ' όχι κιαποκρουστικό. +Μάλιστα η κέρινη μορφή της μούδιδε θέλγητρο ωμορφιάς άλλης. Και με το +νοσηρό αυτό θέλγητρο δε φαίνεται να ήτον άσχετο τ' όνειρο το +προημερνό. + +Τη νύχτα κείνη δε μπόρεσα να κοιμηθώ. Δε μαφήκαν οι θλιβεροί +λογισμοί, που στρηφογύριζαν στο κεφάλι μου, όπως το σώμα μου γύριζε +στην αγωνία της αϋπνίας. + +Κιαπό τις σκέψες που δε μάφηναν να κοιμηθώ η ποιο επίμονη ήτο ότι, +αντί ν' αποφεύγω το Βαγγελιό για να μην πάρω την αρρώστεια της, +έπρεπε αντιθέτως να την επιδιώκω, για ναποθάνωμε μαζή. Τώρα μου +φαινόταν περισσότερο τερατώδης η αδιαφορία πούχα δείξει γιαυτήν τον +τελευταίο καιρό, ενώ αυτή 'τον όλη αγάπη για μένα. Έπρεπε να υποφέρω +και ν' αποθάνω ακόμη για την αναισθησία και την αχαριστία μου. + +Μα γιατί ναποθάνη; Γιατί ήτο τόσο βέβαιον ότι θα πέθαινε από την +αρρώστια της; Πώς τόσοι άλλοι που αρρώσταιναν εγίνοντο καλά, κιαυτή +θα πέθαινε; Τι αν το είπε ο γιατρός, όταν ο Θεός έχει τη δύναμη και +νεκρούς νανασταίνη; Με τις θρησκευτικές ιδέες, πούχα τότε, όλα τα +θαύματα θεωρούσα δυνατά. Και θάφηνε η δικαιοσύνη του Θεού κη άπειρη +καλωσύνη της Παναγίας να γίνη ένα τόσο μεγάλο άδικο; Τόσοι κακοί +άνθρωποι ζούσαν και θα πέθαινε τόσο σκληρά μια κοπελιά που δεν έκαμε +κακό ανθρώπου; + +Πόσες φορές αργότερα μου δόθηκεν αφορμή να κάμω αυτό το συλλογισμό, +έως όπου έφτασα στην ανυπαρξία ανώτερης δικαιοσύνης, αλλά και χωρίς +να πάψω να πιστεύω στην ανώτερη αξία της καλωσύνης! + +Στον πυρετό τέτοιων σκέψεων επήρα μια μεγάλη απόφαση. Να σώσω εγώ την +άρρωστη. Με την πίστη πούχα τότε τίποτε δε μου φαινόταν αδύνατο. Από +τα ιερά βιβλία γνώριζα και πίστευα ότι όχι μόνον οι άρρωστοι όλων των +λογιών μπορούσαν να θεραπευθούν, αλλά κοι νεκροί να γυρίσουν στη ζωή. +Και γιαυτά τα θαύματα ήτον αρκετή μόνον η πίστη. Γιατί λοιπόν να μη +γίνη καλά και το Βαγγελιό με την πίστη; Αυτή τη δύναμη επίστευα ότι +είχα. + +Στην απόφαση που πήρα να θυσιασθώ για να σώσω την άρρωστη, αποφάσιζα +χωρίς δισταγμό να γίνω μοναχός ή και ασκητής και να προσεύχωμαι νύχτα +και μέρα για τη ζωή του Βαγγελιού. Αλλά μοναστήρι, δεν ήτο στην +επαρχία μας. Εγνώριζα όμως ένα ερημοκλήσι της Παναγίας σε τόπο +απόμερο και σε απόσταση όχι μεγάλη από το χωριό. Σπανίως το +λειτουργούσαν, αλλά γνώριζα ότι το κλειδί ήτο στο υπέρθυρο και +μπορούσε καθένας να μπαίνη και να προσκυνά. Τώκρινα κατάλληλο για το +σκοπό μου. Κάθε μέρα λοιπόν με την πρόφαση τον κυνηγιού τραβούσα προς +το εκκλησιδάκι κιεκεί μέσα περνούσα μια ώρα περίπου. Κενώ έκανα +σταυρούς και γονυκλισίες, τα χείλη μου ψιθύριζαν στην Παναγία τις +θερμότερες μου ικεσίες για την υγεία της αγαπημένης. Στην Παναγία +μιλούσα ως μητέρα σπλαχνική και πανάγαθη πούξερε από ανθρώπινο πόνο. +Και, τόσον αληθινή, τόσον ειλικρινής ήτον η παρακάλεσή μου, τόσον +έφτανα να αισθάνωμαι την παρουσία της Παναγίας, ώστε τα δάκρυα μου +έτρεχαν. + +Το κυνήγι τώχα ως πρόφαση να πηγαίνω για την προσευχή μου στο +ρημοκλήσι. Μου φαινόταν κιάτοπο να διασκεδάζω σε καιρό που κείνη +τόσον έπασχε. + +Σε τέτοια εκστατική κατάσταση έφτανα καμμιά φορά μπροστά στην εικόνα +της Παναγίας, που νόμιζα μια στιγμή ότι κινούσε τα χείλη της κιότι +χαμόγελο αγαθών υποσχέσεων χυνόταν στο άγιο της πρόσωπο. + +Στο αναμεταξύ περνούσα, κατά την υπόσχεση πούχα δώσει, από το δρόμο +τον Βαγγελιού. Κιαν μέβλεπε αυτή από το βάθος του σπιτιού δεν ξέρω· +εγώ όμως δεν την έβλεπα και μόνο κάποτε ήκουα τον απαίσιο της βήχα. +Από τη μητέρα της έμαθα πως από το κακό στο χειρότερο πήγαινε. Αλλά +κιαυτή δεν παράλειψε να μου πη ότι δεν ήθελε να μπω στο σπίτι, για να +μην έχη νέα λόγια και την έφταναν τα βάσανά της. + +Πραγματικώς η μητέρα μου είχεν αρχίσει πάλιν νανησυχή. Και τα +περάσματά μου από το δρόμο της άρρωστης έμαθε και τη ψυχική μου +μεταβολή έβλεπε. Κάθε φορά που φίλοι μου με καλούσαν στο κυνήγι +έδειχνα ανορεξιά ή απόφευγα. Κιόχι μόνο μελαγχολικός φαινόμουν, αλλά +κιαδυνάτιζα κέχανα το χρώμα μου. + +Μια μέρα μου λέει: + + — Γιώργη παιδί μου, δε μαφουκράσαι και θα με σκάσης. Δε σούπα να μην +πηαίνης στση Βαγγελιάς; + + — Αι, σούπε κιανείς πώς πάω; είπα με αυθάδεια. + + — Είπανέ μου πως συχνοπερνάς κίσως μπαίνεις και στο σπίτι. + + — Κιάνεν περνώ; κιάνε μπαίνω; είπα προκλητικά. + +Η μητέρα μου μ' ατένισε με κατάπληξη, αλλά δεν έδειξε θυμό. + + — Πού την έμαθες να τη βγάνης αυτή τη γλώσσα; θες να πης πως δε με +λογαριάζεις και πας στση Βαγγελιάς; + + — Εγώ, παιδί μου, είπε με ημερώτερο τρόπο, δε σου τώπα για το κακό +σου. Ποιος άλλος σαγαπά καλλίτερα 'πό μένα που σ' εγέννησα και +σενέθρεψα; Σούπα να μη πιαίνης στσ' αρρωσταράς, γιατί 'χει κακό και +κολλητικό πάθος· κιάνεν πάθης ο Θεός να σε βλέπη(65) — ποιος θα καή +παρά η μάνα σου; Μα αν, πρέπει, θαρρείς πως θέλω το κακό σου κιό,τι +σου λέω να μην το κάνης το κάνεις στο πεισματικό μου. + +Θυμήθηκα τα λόγια του Βαγγελιού, πως ήτο αμαρτία να παρακούω της +μητέρας μου. Αλλά και για το χατίρι της άρρωστης, ενώ άρχισα με +απόφαση ανταρσίας, κρατήθηκα. Και της μάνας μου όμως ο γλυκός τρόπος +μαφώπλισε ολότελα. + + — Μια φορά πήα και την είδα, είπα, κιαυτή μεμπόδισε να τση σιμώσω, +για να μην πάρω, λέει, την αρρώστια τση. Μούπε κιόλας να μη ξαναπάω +παρά μια φορά, να την αποχαιρετήξω όντε θα φύγω στη χώρα. + + — Και θα πας; + + — Θα πάω, είπ' αποφασιστικά. + + — Κιάνε σου πω να μην πας; + + — Μη μου το πης, γιατί θα πάω. Δε μπορώ να μην πάω. + +Ο θυμός κοκκίνησε το πρόσωπο της μητέρας μου. Αλλά πάλιν κρατήθηκε +και μούπε με φωνή μάλλον ήρεμη: + + — Κιάνε σου κολλήση την αρρώστια τση, άνε χτικιάσης; + + — Θαποθάνω. Πώς θαποθάνη το Βαγγελιό; Ας αποθάνω κεγώ. + + — Και δε σε γνοιάζει για τη μάνα σου, απού σέχει μονάκριβο ασερνικό +κιάνε σε χάση θα κουζουλαθή; Δε λυπάσαι την αδερφή σου; Κια δε +λυπάσαι τσ' άλλους, δε λυπάσαι τη νιότη και τη ζωή που θα χάσης; + + — Γιάειντα να γνοιάζωμαι, σα(66) δε θα πάθω πράμμα;(67) Το Βαγγελιό +δε θαποθάνη· δε θέλω' γώ ν' αποθάνη. + + — Μαν είνε γραφτό ναποθάνη, είντα μπορείς εσύ να κάμης; + + — Και πώς το κατές τουλόγου σου πως τσ' είνε γραφτό ναποθάνη; + + — Ο γιατρός τώπε. Μα κι ολοφάνερο 'νε πως έχει χτικιό κιαπ' αυτό το +πάθος δε γλυτόνει άθρωπος. + + — Μα σα θέλει ο Θεός; + + — Δε λέω, σα θέλει ο Θεός ο μεγαλοδύναμος... + + — Αι; σου λέω κεγώ πως ο Θεός δε θέλει ναποθάνη το Βαγγελιό. Εμένα +μου τώπε... + + — Ποιος σου τώπε; + + — Εγώ κατέω ποιος μου τώπε. + + — Δε μου το λες κεμένα να το μάθω; + +Εδίστασα λίγο· έπειτα είπα: + + — Αι, σα θες να μάθης, η Παναγία μου τώπε. Στον ύπνο μου προθές +εφανερώθηκε και μούπε πως αν έχω πίστη, το Βαγγελιό θα γιάνη(68). +Κεγώ 'χω μεγάλη πίστη πως ο Θεός θα τήνε γιατρέψη. + +Τέτοιο όνειρο δεν είχα δη, αλλά και δεν έλεγα ολότελα ψέμα, αφού αυτή +την υπόσχεση μούδιδε το χαμόγελο της Παναγίας. + +Η απάντησή μου έφερε σαμηχανία τη μητέρα μου, που σαν όλες οι +γυναίκες, πίστευε τα όνειρα. + + — Είδες το αληθινά αυτό το όνειρο; + + — Τώδα, σου λέω. + + — Μα σούπε κ' η Παναγία πως άνε πηαίνης στση Βαγγελιάς δεν είνε +φόβος να πάρης το χτικιό; Είπε σου το αυτό; + + — Δε μου τώπε. + + — Μα σου το λέω 'γώ κιαυτό φοβούμαι. Μαγάρι να γιάνη η κακομοίρα η +Βαγγελιά. Ο Θεός το κατέει άνεν το θέλω. Μα έτσα που δεν τση φταίω +'γώ, δε θέλω να μου φταίξη κιαυτή, να κάψη το παιδί μου. Για σένα 'γώ +φοβούμαι, Γιώργη μου. + + — Εγώ δε φοβούμαι. + + — Μην το λες αυτό, Γιώργη, γιατί εσύ δεν κατές. Θες να γενής έτσα +πούν' η Βαγγελιά, να κιτρινίσης και να λυόσης σαν το κερί, να βήχης +και να ξερνάς αίμα, να μη μπορής να σύρης τα πόδια σου από την +αδυναμιά, να φοβούνται οι αθρώποι να σου σιμόνουν και στο ύστερο ν' +αποθάνης, χωρίς να χαρής τον κόσμο; + +Το θάρρος μου βρέθηκε απροετοίμαστο ναντιμετωπίση τον κίντυνο, όπως +τον παρουσίασε σε μια φοβερή εικόνα η μητέρα μου. Έως τότε ο νους μου +δεν πήγαινε πολύ μακρότερα των λέξεων, όταν έλεγα πως δε φοβόμουν να +κολλήσω το νόσημα του Βαγγελιού και να πεθάνω τον ίδιο θάνατο. Αλλά +τώρα έβλεπα τη φοβερή πραγματικότητα καισθάνθηκα να περνά από πάνω +μου ως κρυερό φύσημα θανάτου. Τόσον δε ζωηρή ήτον η εντύπωση, ώστε +άρχισα να βήχω, πράμμα πούδωκε μεγάλη ανησυχία στη μητέρα μου: + + — Γιάειντα βήχεις, παιδί μου; με ρώτησε. Πονείς ποθές; + + — Όι, αποκρίθηκα, δεν πονώ ποθές. + +Ο φόβος μου όμως δεν κράτησε πολύ και το πείσμα μου ξανάρθε με την +αυθάδειά μου. Κείπα στη μητέρα μου: + + — Μη μου λες να μην πάω να την αποχαιρετήξω. Αυτό που θες δεν είνε +καλό κιάνε μου το ξαναπής, θαρχίξω να πιαίνω κάθα μέρα να τση κάνω +συντροφιά. + + — Συντροφιά!.. Παναγία Παρθένα! Θες να με κουζουλάνης, υγιέ μου, και +μου τα λες αυτανά; Για μια ξένη, μωρέ, τυραννάς έτσα τη μάνα σου; + + — Δεν είνε ξένη. Με τόση αγάπη που μούχει μπορώ να τη θωρώ ξένη; +Έτσα που μαγαπά την αγαπώ κ' εγώ, ετόλμησα και είπα. Κιο ενθουσιασμός +για το θάρρος μου μούδωκε την έμπνευση μιας σκέψης ανώτερης της +ηλικίας μου: + + — Κεγώ την αγαπώ όχι μόνο γιατί μαγαπά, αλλά και γιατί με την +αγγελική της ψυχή μέμαθε κεμένα να γενώ καλλίτερος. + +Αυτή τη φορά ο θυμός της μητέρας μου ξέσπασε: + + — Είνε ντροπή σου κείνε κιαμαρτία να με βάνης εμένα την μάνα σου +στην ίδια σειρά μαυτή την.... αξετσύπωτη. Αυτή, που για να μη βρίσκη +άντρα, ευρήκε 'να μωρό, ένα παιδί αθώο να ξεθυμαίνη τον πυρωμό τση; +Γιαυτό κιο Θεός την παιδεύγει. Εάν δεν καταλαβαίνεις είντα κουμάσι +'ν' αυτή μα σα μεγαλώσης, θα καταλάβης και θα θυμηθής τση μάνας σου +τα λόγια. + + — Όσο την ατιμάζεις(69) και την κακοθελάς(70),τόσο περισσότερο την +αγαπώ και τη λυπούμαι, γιατί κατέω πως δεν έχει κανένα ψεγάδι απ' όσα +τση λες. + + — Είντα κατές, εσύ, κακορρίζικο παιδί; Και πώς μπορείς να καταλάβης +τσι διαολιές μιας διαστρεμμένης γυναίκας. + + — Εγώ κατέω πως αυτή δε λέει κακό για μας και του λόγου σου όλο τη +γλωσσοτρώς. + + — Αυτή σου ταρμήνεψε, μωρέ, αυτά τα λόγια, για να με σκάσης; + + — Ναι· εκατό φορές μούχει πωμένο να μη πιαίνω ενάντια στη βουλή σου +και μόν' ό,τι μου λες να κάνω. + + — Ψώματα το λες! Αυτή η χτικιαρά σου λέει να μακούς; Ψώματα! Αυτή +σου βάνει όλες τσι φτιλιές(71) για να με βγάλης απού την αγάπη και +την απακοή μου; Κιάνε σούπε τέτοιο πράμμα, ψώμα τώπε, για να σε φέρη +ευκολώτερα στα νερά τση. Έτσα σέκαμε και να πιστεύγης πως έχει +αγγελική ψυχή κιαυτή 'χει δέκα δαιμόνους μέσα τση. Κεδά σαν είδε πως +το χτικιό τση χάλασε τσι διαολιές τση και πως θαποθάνη, εβάρθηκε να +σου κολλήση την αρρωστιά τση, για να σε πάρη μαζή τση στον Άδη. +Τέτοια ψυχή έχει αυτός ο άγγελος και τόση αγάπη σούχει. Έτσα θέλει να +κάμη και μένα το μεγαλείτερο κακό που μπορεί να μου κάμη άθρωπος, +γιατί κατέει πως ζω με τη ζωή σου (Η μητέρα μου άρχισε να κλαίη). +Είντα παιδί 'σαι συ, μωρέ, και γίνεσ' ένα με τσ' οχτρούς τση μάνας +σου; Μα 'γώ δε θα την αφήσω τη χτικιασμένη να βάλη φωτιά στο σπίτι +μου. Καλή 'μαι να πάω να τση βγάλω τα μάτια τση. Φτάνουνε τα όσα +μούχει αξωμένα. (72) Να μάθω 'γώ άλλη φορά πως επέρασες το κατώφιλο +του σπιτιού τση και θα δη είντα θα τση κάμω! Μουδέ το χάλη τση θα +λογαριάσω, μουδ' είντα θα πη ο κόσμος. Για πε μου θα πας; + + — Μια βολά, δε σούπα; Όντε θα πάω στη χώρα. Κιως τόσο θα γιάνη. + + — Κιαμέ δε θα γιάνη; Οι ποθαμένοι γιάνουνε; Αυτή 'ν' από' δα +ποθαμένη. Δεν την είδες; + + — Ο Θεός, απ' ανασταίνει νεκρούς, σα θέλη, θα τη γιάνη. Και θα τη +γιάνη, γιατ' είνε άκακη και καλόγνωμη. + +Η μητέρα μου με κύταξε άναυδη. Έπειτα μου είπε κιο θυμός έτρεμε στη +φωνή της: + +Θωρώ τα όσα σούπα τάβαλες απού το 'ν' αυτί και τάβγαλες απού τάλλο. +Αυτή 'νε, μωρέ μπουνταλά, η γιάκακη, απού 'χει όλους τσοι δαιμόνους +μέσα τση; Άκουσ' είντα σου λέω κ' εγώ. Δε θα πας· μουδέ μια βολά, +μουδέ μισή βολά. Κιάνε κάμης δίχως τη βουλή μου, θα σου δώσω την +κατάρα μου. + + — Μια και τσ' έταξα, δε μπορώ να φύγω χωρίς να την αποχαιρετήξω. +Λυπούμαι τη. + +Η μητέρα μου άρχισε πάλι να κλαίη και να παραπονάται του Θεού που την +αφήκε χήρα μένα παιδί ανεπήκουο. Ήξερε αυτή τι μου χρειαζότανε, μα +ντρεπότανε στην ηλικία πούχα φτάσει. Έπρεπε νάχω πατέρα, για να με +φέρη στα λοϊκά μου. Μάτον άτυχη και τον επήρ' ο Θεός το μακαρίτη +γλίγωρα. Δεν ήθελε να μαθαίνη ο κόσμος τσι ντροπές μας· μαν εκρατούσα +τον ίδιο δρόμο, θάλεγε στους θείους μου να με φέρουνε σε θεογνωσία. +Θα πήγαινε και στο Δεσπότη και στο Μουντίρη (73) ακόμη «να σκίση τα +ρούχα της». + + — Ας είνε, σα δε θες να πάω να τη δω μια βολά, θα πάω πολλές, της +είπα, κιάμε να το πης και του Δεσπότη και του Μουντίρη και του Θεού +μαγάρι. Από σήμερα θα πηαίνω κάθα μέρα. Κιας με πιάση και το χτικιό, +για να μην έχης τότε αφορμή να μεμποδίζης. + +Αφού είδεν ότι οι φοβερισμοί δεν έφερναν αποτέλεσμα, άλλαξε γλώσσα: + + — Κάνε ό,τι θες. Μα δε λυπάσαι, παιδί μου, τη μάνα και την αδερφή +σου, δε λυπάσαι τη νιότη σου; Δε συλλογάσαι πως κατασταίνεσαι ένας +απού τσ' ωμορφότερους νιους; και με τα γράμματα που μαθαίνεις και την +κατάσταση (74) πούχομε θάσαι παντού παρακαλετός να πάρης την +καλλίτερη κοπελιά. Σανημένει μια ζωή ευτυχισμένη και συ θες να πέσης +στη φωτιά να καής. Δεν είν' αυτή σωστή κουζουλάδα; Κ' είντα θα πη ο +κόσμος, σα μάθη τα λόγια και τα φερσίματά σου; Όλοι σε παινούνε κη +κακομοίρα η μάνα σου τώχει κρυφό καμάρι. Και να κατέχανε ποιες πρίκες +με ποτίζεις και τρομάρες μου δίδεις με τα πεισματικά σου! Εγώ η +μαυρομοίρα ώρπιζα πως θα μου φέρης μιαν καλή κιώμορφη νύφη και θα μου +κάμης γκονάκια, χαρά για τα γερατειά μου· μα συ θες ν' αποθάνης από +χτικιό και να με σκάσης και μένα Άχι! Θε μου, αυτό μου μελλότανε στα +γερατειά μου; + +Είπε και άλλα τέτοια κέθιξε όλες τις χορδές της ευαισθησίας μου. Εις +τα λόγια πρόσθεσε και χάδια. Αφού είδεν όμως πως δε μπορούσε να +πιτύχη το μεγάλο σκοπό, γίνηκε συμβιβαστική. + + — Καλά, παιδί μου, να πας να την αποχαιρετήξης, μα νάχης το νου σου. +Να μη φας πράμμα από τα χέρια τση και να μην αφήσης να σε φιλήση. Την +άλλη βολά που πήες, μην πα και σούδωκε πράμμα κήφαες; μην πα και +σεφίλησε; + + — Δε σούπα πως δε μαφήκε να τση σιμώσω και πως μου παράγγειλε να μη +ξαναπάω παρά μια βολά γι' αποχαιρετισμό; + + — Εγώ, παιδί μου Γιώργη, μόνο για τη ζωή σου φοβούμαι· μα σαν κατέω +πως θάχης το νου σου, να πας, παιδί μου. Δε σεμποδίζω. Μόνο να θυμάσαι +να μην κάτσης πολιώρα. + +Μείναμε σύμφωνοι, αλλά την άλλη μέρα μούπε ξάφνου: + + — Κατές είντα συλλογούμαι απ' οψές; Αν ήθελες να πας πάλι στον Άη +Θωμά. Εδά, που δε θάχουνε πολλές δουλειές, θα περάσης καλλίτερ' απού +την άλλη βολά. Κοντεύγει κιο δεκαπεντάγουστος και θα πας στη χάρη τση +να παρακαλέσης.. + +Επειδή όσο θάμενα στο χωριό, θάτον φόβος νάρθω σε συνάφεια με την +άρρωστη, η μητέρα μου σκέφθηκε, για μεγαλείτερη ασφάλεια και για νάχη +το κεφάλι της ήσυχο, να με στείλη στη Μεσαρά. Έτσι θα ματαίωνε και τη +συνάντηση του αποχαιρετισμού, διότι ο κρυφός σκοπός τση ήτο να πάω +από του Άη Θωμά στην πόλη, χωρίς επιστροφή στο χωριό μας. + +Απ' αυτή την πρόταση το πειο ελκυστικό ήτο ότι θα πήγαινα στο +πανηγύρι της Καλυβιανής, ότι θάβλεπα θαύματα κιότι πιθανώς ένα απ' +αυτά να ήτο και το γιάτρεμα του Βαγγελιού. Με τόση καρδιά θα +παρακαλούσα την Παναγία, που θεωρούσα βέβαιο ότι θα με εισήκουε. + + — Αι; ρώτησε η μητέρα μου· είντα λες; πας; + + — Πάω, της είπα. Θαρθής και τουλόγου σου; + + — Όι, παιδί μου, δε μπορώ 'γώ. Είνε μεγάλη κούραση για μένα. Μα +είντα με θες εμένα; Εκειά θάχης τη θεια σου, το μπάρμπα σου και τα +ξαδέρφια σου. Θαρθή κιο Βασίλης ίσα 'κειά να σου κάνη συντροφιά. + +Υποπτευόμουν λίγο το κρυφό σχέδιο της μάνας μου και γιαυτό είπα: + + — Κύστερα πάλι θα γυρίσω στο χωριό τσι πρώτες του Σετέμπρη να πάω +στη χώρα. Αι; + + — Ναι, γυιέ μου. Δε σου τώπα; + +Αποφασίστηκε να φύγω μετά τρεις μέρες. Και το βράδυ πως να κρατηθώ να +μην πάω να πω του Βαγγελιού ότι θα πήγαινα στην Καλυβιανή να την +παρακαλέσω γιαυτήν κιότι πίστευα να γίνη το θαύμα; Πρέπει να +επαναλάβω ότι ο φόβος της αρρώστειας δε μπορούσε να με κυριεύση. Δεν +πίστευα ως πραγματικό αυτόν τον κίντυνο, γιατί και δεν τον ένιωθα· +πολλάκις κιολότελα το λησμονούσα. + +Πάλι βρήκα την άρρωστη το βράδυ κάτω από την πορτοκαλιά καθισμένη και +με το καπότο στις πλάτες. + +Έκαμε νανασηκωθή, άμα μείδε, και μούπε μανησυχία: + + — Είντα! μισεύγεις από 'δα στη χώρα; + + — Όι, θα πάω στον Άη Θωμά κήρθα να σου το πω. Μα θα γιαγείρω (75) +πάλι στο χωριό, μη θαρρείς. + +Κείντα θα κάμης πάλι στον Άη Θωμά; είπε το Βαγγελιό· και φάνηκε πως +δεν της άρεσε αυτό το ταξίδι, γιατί καταλάβαινε το σχέδιο της μάνας +μου. + +Μα πάλι δεν είπε τίποτε για τη μάνα μου. + + — Αν ήτονε, της είπα, να πάω μόνο στον Άη Θωμά, δε θα πήαινα. Μόνο +θα πάω και στην Καλυβιανή, να βρεθώ 'κειά τση Παναγίας να την +παρακαλέσω για την υγειά σου. + +Εκινήθη να μαγκαλιάση, αλλ' ευθύς τραβήχτηκε. + + — Όι, δεν κάνει, δεν κάνει, ψιθύρισε. + +Έπειτα είπε: + + — Από σένα, Γιώργο μου, πούχεις ψυχή άδολη και καθαρή, θακούσ' η +χάρη τση. + + — Εγώ πιστεύω, Βαγγελιό, και πρέπει νάχης και συ πίστη. Το Ευαγγέλιο +λέει ότι κι ως ένα σπόρο του συναπιού πίστη αν έχωμε, μπορούμε να +μετακινήσωμε βουνό. Κεγώ έχω πίστη όχι όσο ο σπόρος του συναπιού, +αλλά σα βουνό. Πίστευε και συ πως θα σε κάμη καλά η Παναγία και το +θαύμα θα γενή χωρίς άλλο. + + — Ας με λυπηθή, μπλειο η χάρη τση, είπε μαναστεναγμό η άρρωστη. Πάλι +και δε θέλει να με γιάνη, ας με πάρη σκιάς(76) γλίγωρα, να πάψουνε τα +βάσανά μου. + + — Θα πάψουνε. Η Παναγία θα μου δώση την υγεία σου να σου τη φέρω. +Και με πόση χαρά θαρθώ! Θα πετάξω. + + — Και πόσον καιρό θα κάμης στη Μεσαρά; + + — Η μάνα μου θέλει να μείνω ώστε να φτάσουν η μέρες να πάω στη χώρα· +μα γω θα γιαγείρω μος περάση τση Παναγίας. Μα μπορώ ναργήσω, που θα +σου φέρνω την υγειά σου; + +Στην τελευταία λέξη κόπηκε η φωνή μου και το Βαγγελιό ψιθύρισε +τρομαγμένη: + + — Ω Χριστέ μου! + +Μια φωνή γυναίκας, βραχνή από θυμό, είχε φωνάξει από το δρόμο: + + — Γιώργη! + + — Όρισε, αποκρίθηκα στη φωνή, φίλησα την άρρωστη, πριν προφτάση να +μεμποδίση, κιόταν γύρισα να φύγω διάκρινα το κεφάλι της μητέρας μου +πάνω από το χαμηλό αυλόγυρο. + + — Επαδά 'σαι, μωρέ, πάλι; είπε η φωνή της μάνας μου πειο ξαγριωμένη. + + — Μη φοβάσαι, Βαγγελιό, πράμμα, είπα σιγά στην άρρωστη. + +Έπειτα έτρεξα έξω και στο δρόμο βρέθηκα μπροστά στη μάνα μου. Κάτι +άρχισε να λέη, αλλά την έπιασα δυνατά από το χέρι και της είπα +έντονα: + + — Σώπα! μην 'πής κακό, γιατί μα το θεό θανεβώ σε κειονέ το χαράκι +και θα πέσω κάτω. + +Κοντά στο σπίτι του Δεσποινιού ήτον ένας ψηλός βράχος με κισσό, που +στο σκοτάδι φάνταζε σαν πελώριος αράπης. Κέδειχνα ότι ήμουν έτοιμος +να πάω να γκρεμιστώ από κει πάνω. + + — Όι, παιδί μου, δε θα πω πράμμα, μούπε η μητέρα μου με φωνή +μερωμένη. Μόνο έλα να πάμε στο σπίτι. + +Την ακολούθησα, κ' ενώ φεύγαμε μου φάνηκε πως ήκουσα της άρρωστης το +βήχα, σαν αναφυλλητό και βήχα μαζή. Και ποτέ ο θανάσιμος εκείνος +βήχας δε μούδωκε τόσο σπαρακτικό αντίκτυπο στη ψυχή. + +Ήμουν σε μεγάλη νευρική ταραχή κένας κεφαλόπονος, που με κρατούσε από +νωρίς, δυνάμωσε. + + — Έχω δα δίκιο γη δεν έχω; μούπε η μητέρα μου όταν φτάσαμε στο +σπίτι. Δε μούπες;... + + — Ας σούπα, της έκοψα την ομιλία με θυμό κιαυθάδεια. Ό,τι θέλω θα +κάνω. + + — Καλά, γυιέ μου, είπε η μητέρα μου μεγκαρτέρηση. + +Η βραδιά ήτο ζεστή, αλλ' εγώ αισθανόμουν υπερβολική ζέστη και +στενοχώρια· και, σαν πλάγιασα, η ζέστη γίνηκε σφοδρός πυρετός κιόλη +τη νύχτα κοιμώμουν και παραμιλούσα σένα φριχτό εφιάλτη. Η μάνα μου +πέρασε τη νύχτα άγρυπνη στο προσκέφαλό μου να μου βάζη βρεμμένα πανιά +στο μετωπο και να μου κάνη διάφορα γιατρικά. Και μες στις ζάλες μου +την είδα μια στιγμή να κλαίη. + +Ο νυχτερινός πυρετός κείνος μαφήκε τρομερή εξάντληση και το επόμενο +βράδυ μούρθε πάλι. + +Στο χωριό μας, αν και ορεινό, δεν έλειπε το βλάβος, δηλαδή η +ελονοσία· κιαν δεν ήτον η αρρώστεια του Βαγγελιού, ο νους της μητέρας +μου θα πήγαινε αμέσως στο ρίγο, δηλαδή τον κοινό πυρετό· και θα +μεταχειριζότανε σε μένα τις συνειθισμένες θεραπείες του πυρετού. Θα +καλούσε λόγου χάρη ένα γραμματισμένο «να μου γράψη το ρίγο», δηλαδή +να γράψη ένα ξόρκι και το χαρτί θα το κρεμούσα στο λαιμό μου, ως +φυλαχτάρι. Ίσως μάλιστα θα έλυωναν το χαρτί μένα τέτοιο ξορκισμό και +τη διάλυση θα μούδιδαν να πιω. Ως φάρμακο, θα μούδιδαν αφέψημα +αψιθιάς κιάλλων χόρτων, που θεωρούνται αντιπυρετικά, κιως τελευταίο +ίσως το κινίνο, που δεν ήτον ακόμη σε μεγάλη διάδοση και χρήση. Αν +πάλιν επίμενε ο πυρετός, η μητέρα μου θα πήγαινε να μου δέση το ρίγο +στον Άγιο Γιάννη το Ριγολόγο. Πίστευαν ότι τη δύναμη να διώχνη τους +πυρετούς είχεν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Και πήγαιναν όπου ήτο +ναός του κέδεναν κλωστές στα μανουάλια του και στα τέμπλα. + +Αλλά τόσον είχε κυριευμένο το πνεύμα της μητέρας μου ο φόβος της +αρρώστειας του Βαγγελιού, ώστε δεν την αφήκε να σκεφθή τίποτε άλλο +κιαπό τα πειο πρόχειρα και τα πιθανώτερα. Και φοβήθηκε από κάθε άλλη +αυτή την αρρώστεια, γιατί προ λίγης ώρας ήμουν κοντά στη χτικιασμένη. + +Στις επαρχίες της Κρήτης σε κείνη την εποχή γιατροί δεν ήσαν, παρά +μόνον πραχτικοί. Στις πόλεις ακόμη επιστήμονες γιατροί ήσαν λιγοστοί. +Κι' από τους πραχτικούς οι περισσότεροι ήσαν μοιράρηδες, δηλαδή μάγοι +και γιατροί μαζή. Αυτοί, αντί να ζητούν τη διάγνωση της αρρώστειας +στα συμπτώματα και τη γενική κατάσταση του άρρωστου, τη ζητούσαν στα +μοιροχάρτια των, πούχαν ανακατεμένη τη θεραπευτική και τη μαγεία. + +Ένα τέτοιο γιατρό κάλεσε η μητέρα μου να μεξετάση. Κήρθε μένα χοντρό +χειρόγραφο βιβλίο, με τις γωνίες λερωμένες και φθαρμένες από το +πολυχρόνιο φυλλομέτρημα. Μόλις με κύταξε μένα τον άρρωστο. Ούτε το +σφυγμό μούπιασε, ούτε τη γλώσσα μου κύταξε. Η μάνα μου τούπε πως είχα +ζέστη μεγάλη, ιδρώτες τις βραδυνές ώρες και παραμιλητά· αλλ' αυτά +τάκουε ως περιττές για την τέχνη του πληροφορίες. Ρώτησε μόνο ποιο +μήνα και ποια μέρα γεννήθηκα. Άνοιξε κατόπιν το βιβλίο του· κενώ +γύριζε τις σελίδες παρουσιάζοντο πεντάλφες, κύκλοι κιάλλα μαγικά +σχήματα. Σένα κατεβατό σταμάτησε και μούπε να θέσω το δέχτυλό μου +τυχαίως σένα σημείο. Μετ' αυτό άρχισε μια άφωνη ανάγνωση και σάλευαν +τα χείλη του. Σε λίγα λεπτά έβγαλε τη διάγνωσή του. Είχα βαρειά +«βιστιρά», δηλαδή προσβολή από πονηρά πνεύματα, αλλ' ίσως κιαπ' +ανθρώπου αφορμή και συνέργεια. Το χαρτί δεν το ξεδιάλυνε καθαρά. + + — Μάγια; είπε η μητέρα μου. + + — Ίσως ναι, ίσως κιόχι. Δε σούπα πως δε ξεκαθαρίζεται; Μα θα του +περάση, άνε του κάμης ό,τι θα σου πω. + +Από τη βούργια,(77) που φύλαγε το μοιροχάρτι του, έβγαλε μια λουρίδα +χαρτί, γραμμένη έτοιμη, κείπε της μητέρας μου: + + — Αυτό το φυλαχτάρι να το τυλίξης με κεροπάνι, να το ράψης και να +του το κρεμάσης στο λαιμό. Να το κρατή κατάσαρκα. + +Παράγγειλε να μού κάμουν και κάμποσες κρυφές λειτουργιές να μαζέψουν +συνάμα διάφορα χόρτα, να πάρουν νερό από μια βρύση ανατολική, να τα +βράσουν κιαφού αφήσουν μια νύχτα όξω το αφέψημα «ναστρονομιστή» να +μου το δώσουν το πρωί να το πιώ νηστικός. + +Η μητέρα μου φαινότανε ότι και κάτι ακόμη είχε να πη στο μοιράρη, +αλλά δεν ήθελε να τακούσω εγώ. Κιόταν έφευγε, τον ακολούθησε και +τούπε: + + — Δε μου λες, δάσκαλε, κιαμιά γυναίκα δε φαίνεται στα χαρτιά σου +κοντά στο παιδί μου; + + — Δεν ήθελα, μπρε, να σου το πω· μα μια και με ρωτάς, θα σου πω την +πάσαν αλήθεια. Κοντά στη μοίρα του παιδιού σου είδα να στέκη μια +γυναίκα, μακρά κιαδύναμη. + +Ο μοιράρης, ως χωριανός, βέβαια κάτι θάξερε για το μάλωμα της μάνας +μου και της κόρης του Δεσποινιού. Κατάλαβε λοιπόν που σημάδευε το +ρώτημα κιάρπαξε την ευκαιρία μιας μαντικής επιτυχίας. + + — Και δεν τήνε γνώρισες ποια είνε; ρώτησε ακόμη η μητέρα μου. + + — Ήτονε σ' ασκιανάδα (78) και δεν εξεκαθάρισα τα πιθέματά (79) τση. + + — Μελαχροινή δεν ήτονε; + + — Έτσα μου φάνηκε. + + — Αι τη σκύλα! έκαμε με υπόκωφο μουγκρητό η μάνα μου· αι, τη σκύλα, +κήφαε το παιδί μου! + +Όταν η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι, ήτο σαν τρελλή από ανησυχία +κιαγανάχτηση. Σε μένα όμως δε φανέρωσε τίποτε, για να μη με ταράξη +και χειροτερέψη την κατάστασή μου. Τα μάγια και τα γιατρικά του +δασκάλου γίνηκαν· αλλ' ωφέλεια δε μούκαμαν καμμία. Ο πυρετός έγινε +καθημερνός. Σηκωνόμουν, πήγαινα μάλιστα και λίγο έξω, αλλ' ήμουν +φοβερά εξασθενημένος, όρεξη δεν είχα κιόλα μου φαινόταν άνοστα. + +Έτσι το ταξίδι τ' Αγίου Θωμά και της Καλυβιανής κιντύνευε να +ματαιωθή. Η εορτή της Παναγίας πλησίαζε και το κακόμοιρο το Βαγγελιό +περίμενε να της φέρω την υγεία της. Αντί δε να της φέρω την υγεία +της, έχασα και τη δική μου. + +Όλες οι γυναίκες, ξένες και συγγένισες, πούρχοντο να με βλέπουν, +είχαν κένα τουλάχιστο γιατρικό να συστήσουν της μάνας μου. Κεγώ +πειθήνια έπινα κέτρωγα λογής λογιών αηδίες, για να γίνω το ταχύτερο +καλά, να πάω στην Καλυβιανή. + +Βρεθήκαν όμως και γυναίκες, που όταν μείδαν στον παροξυσμό του +πυρετού, αναγνώρισαν με πεποίθηση πως ήτο συνειθισμένος ρίγος. Η μάνα +μου έκλινε να το πιστέψη, αλλά και δε μπορούσε να το παραδεχθή. Η +φοβερή υποψία του κολλητικού κακού είχε καρφωθή στο κεφάλι της. Αλλ' +ίσως σαυτή την επιμονή της δεν έλειπε κη έχθρα της για την άρρωστη. +Σα νάθελε, θαρρούσες, να την ενοχοποίηση μαυτό τον τρόπο και να +δικαιολογήση το μίσος της. Και συνάμα έτρεμε μήπως βεβαιωθή αυτό που +επίμενε να φοβάται. + +Κοντά στάλλα, η μητέρα μου έβαλε και μου διάβασαν τον Κυπριανό, ένα +βιβλίο θρησκευτικό και μαγικό μαζή. Κάλεσε και γητεύτρες, Ρωμιές και +Τούρκισσες, και μούπαν διάφορα ξόρκια. Αλλ' η κατάστασή μου όλο στο +χειρότερο πήγαινε. Ο πυρετός μέλυωνε· είχα μείνει ο μισός. Έτσι +πέρασε ο Δεκαπεντάγουστος κιαυτό με πίκρανε περισσότερο κ' εβάρυνε +την αρρώστειά μου. + +Από το άλλο μέρος δεν έπασχε και δεν αδυνάτιζε λιγώτερο η μητέρα μου. +Απόφευγε να μου φανερώση τη σκέψη που την έτρωγε. Αλλά και μόνη της +μούρθε η φοβερή υποψία. Τόσα μούχαν πη για την κολλητικότητα του +χτικιού, ώστ' επόμενον ήτο, άμ' αρρώστησα και μάλιστα με πυρετό, να +μου γεννηθή ο φόβος ότι κόλλησα την ασθένεια που λυόνει ζωντανούς +τους ανθρώπους και τους κάνει πτώματα πριν ναποθάνουν. Ο φόβος αυτός +είχεν αρχίσει να φανερόνεται στα παραμιλητά μου· κη μάνα μου, που +μάκουε στη σιωπή της νύχτας, έπαιρνε τα λόγια του πυρετού σαν +αλήθειες ή της ψυχής αποκάλυψες. Και τρελλαινόταν η δυστυχισμένη από +την τρομάρα και την απελπισία της. + +Η φθίση στο χωριό μας ήτο γνωστή μόνο με δυο ονόματα, χτικιό και +βαρέμι, κιόχι με περισσότερα παραδείγματα, παλαιότερα κίσως αμφίβολα. +Μια συγγένισά μας όμως, πούχε ζήσει στην πόλη, είχε κάμει μ' αυτό το +νόσημα μεγαλείτερη γνωριμία. Και μαζή μάλλα πούλεγε σχετικά, ανάφερε +κιως χαρακτηριστικό του χτικιού, ότι οι φθισικοί έχουν τη μανία να +μεταδίδουν στους άλλους την αρρώστειά των. Δίδουν να πίνουν ταποπίδι +των ή να τρώγουν ταποφάγια των. + +Αυτό έγινε τρομερή αποκάλυψη για τη μητέρα μου. Η φθισική τραβούσε +κοντά της το παιδί, για να ικανοποιήση τη μοχθηρή μανία της +αρρώστειας της και συνάμα να εκδικηθή για τις προσβολές που της είχε +κάμει η μάνα του. Και σχεδόν δεν έμεινε πεια αμφιβολία στη μητέρα +μου, ότι η χτικιάρα μούδωκε το θανατηφόρο μόλυσμα. Μήπως ο μάγος δεν +την είδε να στέκεται κοντά στη μοίρα του παιδιού; Και μήπως το βράδυ +παρρώστησε το παιδί της δεν είχε πάει εκεί; + +Οι συλλογισμοί κείνοι φέραν σαπελπισία και φρένιασμα τη μητέρα μου. +Κενώ ως τότε φοβότανε και στον εαυτό της να μολογήση τη φρικτή της +υποψία, τώρα άρχισε να λέγη στους πειο σχετικούς πως η χτικιάρα είχε +δώσει στο παιδί της την αρρώστεια της επίτηδες για να την κάψη. +Εφανέρωνε συνάμα τους άτιμους σκοπούς, πούχε για να με τραβά κογτά +της η φθισική, και την έχθρα τη μεγάλη ενάντιο της, γιατί δεν την +άφηνε να εξαχρειώση το παιδί της. + +Έπειτα από τους δικούς, άρχισε και σε ξένους να λέγη τα ίδια. Όσο δ' +έλεγε, τόσο περισσότερο ερεθιζόταν. Και μια μέρα πήγε και στην +άρρωστη και την είπε κακούργα και μαύρη ψυχή, που, αφού πολέμησε να +δώση του παιδιού της τη ψυχική της αρρώστεια, τούδωκε την αρρώστεια +της τη σωματική, την αγιάτρευτη· και τώρα ο γυιός της ο μονάκριβος +ήτο του θανατά. Αν είχε γι' αυτή έχθριτα, γιατί δεν έμπηγε στην +καρδιά της ένα μαχαίρι, αλλά μαζή μαυτή θανάτωνε κενά παιδί αθώο; + +Η άρρωστη ήτο μόνη στο σπίτι και στο κρεβάτι πλαγιασμένη. Ανασηκώθηκε +λίγο το νεκρικό της κεφάλι και τα μάτια της ήσαν γεμάτα θλίψη και +φόβο. + + — Μα όσα μούδωκε η μοίρα μου, είπε, δε φτάνουνε; Έχω κιάλλα να σύρω; + + — Δεν είν' η μοίρα σου. είπε η μητέρα μου, είν' η κακία σου. Είσαι +κακή και διαστρεμμένη και κατά τα έργα σου έχεις και ταποδόματα(80) +σου. Α δεν ήσουν διαστρεμμένη, θα ξέτρεχες ένα παιδί ανήλικο κιως το +τέλος τώφερες στο θάνατο; Είντα θα πης, μωρή, του Θεού που θα +παρουσιαστής, γιαυτή τη μεγάλη αμαρτία; Πώς τόσονε βάρος θα το +βαστάξη η ψυχή σου εκειά που θα πάη; + +Η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κιαντίκρυσε τη μητέρα μου, με μια +έκφραση στο πρόσωπο φόβου και πόνου. Τα μάτια της ρωτούσαν μ' +ανησυχία και άπειρη θλίψη: «Αλήθεια είνε άρρωστος βαρειά ο Γιώργος;» +Αλλ' η φωνή της είπε άλλο. + + — Στην ώρα κείνη και στη ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό, σου λέω και +να με πιστέψης, πως ποτέ του παιδιού και του λόγου σου κακό δεν ήβαλα +στο νου μου. Μάρτυρας μ' ο Θεός, απού θα με κρίνη, πως ήκαμα ό,τι μου +'τονε μπορετό και πάντα τούλεγα να μη σιμόνη στη φωτιά που με +κεντά.(81) + + — Κατά την αλήθεια που λες να βρης και σωτηρία. Ντα δεν το θωρώ, +μωρή, πως εσύ τώφερες στο θάνατο το παιδί μου; Εσύ μούρριξες στο +σπίτι μου φωτιά και το μεγάλο κακό που μούκαμες ο Θεός να σου το +δώση. Σαυτόν τον κόσμο το βρήκες· να το βρης και στον άλλον κόσμο. Ο +Θεός να σου δώση όλο το μεγάλο κακό κιάδικο που μούκαμες. + +Τα μάτια της άρρωστης ήσαν γεμάτα δάκρυα. + + — Και τουλόγου σου δε φοβάσαι, θεια, είπε στη μάνα μου, πως και μένα +μου κάνεις μεγάλο άδικο μ' αυτά που μου λες; + +Σα να μη άκουσε η μητέρα μου, τράβηξε προς τη θύρα και ξανάλεγε την +κατάρα της: + + — Ο Θεός να σου δώση στη ψυχή σου το μεγάλο κακό που μούκαμες! + +Κιούτε γύρισε νακούση το φοβερό λόγο που της ήρθε στην πόρτα από το +κρεβάτι της φθισικής: + + — Δεν πιστεύγεις, θεια, τα λόγια μιας ποθαμένης; + +Αλλά κιαπό την αυλή ήρθε της μάνας μου η κατάρα: + + — Στη ψυχή σου να το βρης το μεγάλο κακό που μούκαμες! + +Το Βαγγελιό ήτο σε μεγάλη εξασθένηση· μετά δε την παραπάνω σκηνή +έπεσε σε τέτοια κρίση, ώστε φάνηκε πως έφτασε το τέλος της. Αρκετές +μέρες δε μπόρεσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Στο διάστημα τούτο ρώτησε +συχνά τη μητέρα της για την κατάστασή μου, αλλά δεν είπε τίποτε για +τη σκηνή που της έκαμε η μάνα μου. Μια μέρα όμως έδειξε απροσδόκητη +καλλιτέρεψη. Μπόρεσε μάλιστα να βγη και να καθήση στην αυλή. + +Η μητέρα της είχε πάει έξω κιόταν γύρισε και την είδε, νόμισε πως +έβλεπε νεκρανάσταση. + + — Καλά 'σαι σήμερο; αι, κανακαρά μου; + + — Μάκι (82) καλλίτερά 'μαι, είπε η άρρωστη με φωνή άτονη και λίγο +βραχνή. + + — Καλά μου τώπε τόνειρό μου! + + — Κείντα όνειρο 'δες, μα;(83) + + — Προθές τη νύχτα σε 'δα στον ύπνο μου κιεφόριες κατακόκκινα. Ήσουνε +πολλά ώμορφη, σαν τσοι καλλίτερους καιρούς, πούχες την υγειά σου. Σε +θώρουνα σένα ψηλό χαράκι.(84) Με ξάνοιγες(85) και μούκανες +νοήματα(86) πως είσ' ευχαριστημένη. Φαινόσουνε πολλά χαρούμενη. Μα το +χαράκι εψήλωνε, όλο κεψήλωνε που σε μάκη ώρα δε σε διαντέριζα.(87) +Ήσουνε μική, μική,(88) σαν ένα πουλί. Κι αληθινά είχες φτερούγες· σε +λίγη ώρα επέταξες κιαπάνω σ'αυτό εξύπνησα. + + — Κείντα να λέη αυτό τόνειρο, μα; είπε η άρρωστη. + + — Το χαράκι 'νε δύναμη· τα φτερά και το πέταμα δίδουν υγειά και +κάλλη· και το κόκκινο 'νε γλίγωρο. Γιαυτό τόνειρο πήα στου Ταχτικού +και μου το ξεδιάλυνε. Θωρείς εδά πως γλίγωρα θα δυναμώσης και θα βρης +την υγειά σου και τα κάλλη σου, σαν και πρώτα; + +Η άρρωστη άκουε μένα αδύνατο καινιγματικό χαμόγελο, που η μάνα της το +πήρε για χαρά. + + — Ναι, μάνα μου, είπε, έτσα θα γενή. Αλλά θαρρώ πως καλλίτερο θάτονε +να γενή κειονέ που φάνηκε στόνειρο. + + — Πώς; + + — Να πετάξω και να μη γυρίσω. Είντα να κάνω σαυτό τον κόσμο; Δε λένε +πως είνε καλλίτερος ο άλλος; + + — Είνε καλλίτερος, θυγατέρα μου, μα να πας ότι(89) νάρθη ο καιρός +σου. Μα μη μου λες τέτοια λόγια, γιατί με θανατόνεις. + + — Κουζουλάδες, κουζουλάδες, μάνα μου, είπε η άρρωστη και προσπάθησε +να γελάση. Μην ακούς. Ό,τι 'πε τόνειρο θα γενή. + + — Κάθα πως θα ξηγήση τόνειρο ο Ταχτικός έτσα βγαίνει. + + — Μα δε σούπα πως άρχιξα και καλλιτερεύγω; Και θαρρώ πως γλίγωρα θα +μπορέσω να πάω κίσα στα Λιβάδια. Μα περισσότερο πεθυμώ να πάω στην +Καβαλαρά να δω το κηπούλι μας. + + — Είνε πολλά πάνω και θα κουραστής, παιδί μου. + + — Μα δε λέω κεγώ σήμερο. Σα δυναμώσω περισσότερο. + +Σκέφθηκε μερικά λεπτά, έπειτα ρώτησε.: + + — Δε μου λες, μα, ήκουσες αν είνε καλλίτερα ο Γιωργής; + + — Ήκουσα πως είνε τα ίδια. Μα είντα το θες, παιδί μου, και +ταναθιβάλλεις(90) αυτό το κοπέλι; Λίγα βάσανά 'χεις συρμένα +συναφορμάς(91) του; + + — Εγώ δε φοβούμαι μπλειο πράμμα και κιανένα. Απής(92) μεσίμωσ' ο +Χάρος, θαρρώ σα να μην είμαι μπλειο σε τούτο τον κόσμο και δε +λογαριάζω είντα λένε κείντα κάνουν οι γιαθρώποι, γη κακό, γη καλό +λένε. Σήμερο μπορώ να βγω στο ψηλότερο δώμα και να φωνιάξω στο χωριό +τη ντροπή μου και την κουζουλάδα μου, γιατ' αφορμές δεν έχω να +ντρέπωμαι. Έχω μιαν αγάπη, που δε μου ταιριάζει. Είν' η μεγάλη μου +και μοναχή μου χαρά, μα κιο μεγάλος κιαγιάτρευτος πόνος τση ζωής μου. +Ο κόσμος έπρεπε να με λυπάται. Δεν το ζήτηξα· μα κια με κατακρίνουνε, +μουδέ φοβούμαι, μουδέ ντρέπομαι. Ο Θεός, που δε θωρεί σαν τσαθρώπους +θα με κρίνη. Και θα βρη την κορδιά μου καθαρή. + +Η Δεσποινιώ την κύταζε χωρίς να καταλαβαίνη πολύ απ' όσα ήκουε, αλλά +κιαρκετά καταλάβαινε και διαισθανότανε ώστε νανησυχή. Και είπε: + + — Μα γιάειντα τα λες αυτά, θυγατέρα μου; για να χαλάσης τη χαρά που +μούκαμες με την καλλιτεράδα σου; + + — Έχεις δίκιο, μάνα μου, και δε θα ξαναπώ τέτοια πράμματα. Κιαπό 'δα +και πέρα όλο θα πολεμώ να σευχαριστώ. + +Τωόντι την άλλη μέρα είπε πως πάλι ήτο καλά και πάλι σηκώθηκε· κη +καλλιτέρεψη της υγείας της κράτησε μέρες. + +Με προσοχή, που από τη χαρά δεν είχε η μάνα της, θα διάκρινε κανείς +ότι η σωματική δύναμη της ήτο στην ίδια εξάντληση κιότι μόνο με +προσπάθεια ψυχική υπεράνθρωπη κρατούσε στα πόδια του το μισοπεθαμένο +κορμί της και κάπου κάπου έφερνε σταναιμικά της χείλη ένα χαμόγελο. +Κιαπ' αυτά τα εξωτερικά φαινόμενα τόσος ήτον ο ενθουσιασμός του +Δεσποινιού, ώστε πίστευε πως η κόρη της άρχιζε να παχαίνη, να βήχη +λιγώτερο και σόλα η ζωή της ν' αναγεννάται. + +Αλλά και της άρρωστης η ψυχική δύναμη έφτασε να γίνη σωματική. Μια +μέρα βγήκε κιαπό το σπίτι και πήγε στην Άγια Πελαγιά, ένα κλησιδάκι, +πούτον στο πάνω μέρος του χωριού· κιόχι πολύ από το σπίτι των. Στο +δρόμο συνάντησε γυναίκες κιάντρες κιόλοι τη χαιρέτησαν χαρούμενοι, +αλλά και με κάποια επιφύλαξη στο πλησίασμά των από το φόβο της +αρρώστειας. Ως τόσο της είπαν ότι καλά την έβλεπαν κιότι πολύ γλίγωρα +θα γύριζε στα πρώτα της, με τη βοήθεια του Θεού. + +Στο Δεσποινιό δεν έμεινεν αμφιβολία πεια ότι η κόρη της εγλύτωσε· +κεπήρε το θάρρος να πηγαίνη κέξω από το χωριό, να βλέπη τα χτήματά +της, που τόσον καιρό με την αρρώστεια της κόρης της είχε αμελήσει +ολότελα. Αλλά κη άρρωστη ξεπόρτιζε σχεδόν κάθε μέρα. Και κάθε φορά +σταματούσε σένα μέρος, κιαπό κεί φαινότανε το σπίτι μας. Είχε την +ελπίδα να με δη από μακριά. Ήμουν ακόμη άρρωστος και με φοβερή +εξάντληση. Έβγαινα λίγο, αλλά και δεν πήγαινα μακριά 'πό το σπίτι +μας. + +Μια μέρα στο μέρος 'κείνο συνάντησε μια γειτονοπούλα μας, ένα πολύ +νέο κορίτσι, και το ρώτησε για μένα. + + — Το ίδιο είνε, είπε το κορίτσι. Κάθα μέρα τόνε τινάσει(93) και δεν +απόμεινε ο εμισός. Ανέγνωρο γίνηκε το κακορρίζικο απού την αδυναμία. + + — Κείντα λένε πως έχει; + + — Χτικιό 'κουσα πως έχει. + + — Χτικιό που του τούδωκα 'γώ, ψιθύρισε με στεναγμό η άρρωστη. Κ' εγώ +ζω ακόμη! + +Εκύταξε πάλι προς το σπίτι μας κείπε: + + — Ω, ας τόνε θώρουνα! + +Την άλλη μέρα το απόγεμα ο Δρακογιώργης έσκαβε σένα του λιόφυτο πάνω +στην Καβαλαρά. Σε μια διακοπή της δουλειάς του, το βλέμμα του έπεσε +χαμηλότερα στου Δερβίση τα Χαράκια, το μεγάλο βράχο, οπού διάβασα στο +Βαγγελιό τα γράμματα προ καιρού. Κοντά στο βράχο είδε μια γυναίκα· +κεπειδή δεν ήτο μεγάλη απόσταση, διάκρινε πως ήτο το Βαγγελιό. Και +τόσο παράδοξο το θεώρησε, ώστε δεν πίστευε τα μάτια του. Ήτο δυνατό +αυτή η τόσο άρρωστη, πούλεγαν κάθε τόσο πως πεθαίνει, να φτάση 'κεί +πάνω; Κιόμως αυτή ήτο· την έβλεπε αρκετά καθαρά. Αλλά και τι ήθελε σε +κείνο το μέρος; + +Τη στιγμή κείνη είχε καθήσει κάτω από τη χαρουπιά κιακούμπησε το +κεφάλι της στα χέρια. Σαυτή τη στάση έμεινε ώρα πολλή. Ο δρόμος θα +την είχε ξεθεώσει τη δυστυχισμένη στην κατάσταση που ήτονε. Και πόση +ώρα θάχε κάμει για να φτάση από το χωριό έως εκεί. Ο Δρακογιώργης, +φανταζόμενος την αγωνία τον στήθους της, την ελυπότανε. + +Ως τόσο εξακολούθησε την εργασία του, αλλά και δεν έπαψε να +παρακολουθή την άρρωστη και συνάμα να σκέπτεται τήθελε να πάη σαυτό +το μέρος. Έπειτα την είδε να σηκωθή από την πέτρα που καθότανε +κεμάντευε από μια κίνηση του χεριού της ότι έκλαιε. + +Η άρρωστη άρχισε νανεβαίνη στο βράχο κιο Δρακογιώργης αφήκε πάλι τη +δουλειά τον και μουρμούρισε: + + — Είντα πάει 'κειά πάνω να κάμη; Εκουζουλάθηκε; Να πάω θέλω 'γώ να +δω. + +Αλλά πονηρός διαλογισμός τον μπόδιαε με άλλη και πειο δυνατή +περιέργεια. Επειδή γνώριζε την αγάπη της σ' εμένα και τα όσα έλεγε η +μάνα μου, σκέφθηκε μήπως μεπερίμενε νανταμωθούμε κροφά· κι' ανέβαινε, +φαίνεται, στο βράχο για να 'δη ανυπόμονη αν ερχότανε ο μικρός +εραστής. + +Πολλές φορές κάθησε, ως όπου να φτάση πάνω και πάνω στο βράχο. Εκεί +πάλι κάθησε κέσκυψε με στάση Νιόβης. + +Κλαίει πάλι; μουρμούρισε ο Δρακογιώργης. Μα είντα 'ν' αυτά; Να πάω +θέλω να 'δω. + +Αλλά μόλις κίνησε για κάτω, είδε την άρρωστη να σηκωθή. Κιόπως ήτο +ψιλόλιγνη και μαυροφορεμένη πάνω στον άσπρο βράχο, παρουσίαζε το +πένθιμο σχήμα κυπαρισιού. + +Ο Δρακογιώργης σταμάτησε πάλι· κη άρρωστη φάνηκε σαν νάστρεφε το +βλέμμα της στο γύρω θέαμα των αγαπημένω της μερώ. Έπειτα έκαμε μια +χερονομία μεγάλη προς το χωριό, σα ναποχαιρετούσε. Και σε μια στιγμή +ο χωρικός φώναξε με τρομάρα: + + — Παναγία μου! Παναγία μου! + +Η μαυροφόρα έγυρε στον γκρεμό κέπεσε στο χάος. Το αίμα του χωρικού +πάγωσε· και τόσον παράλυσε το σώμα του από την τρομάρα, που όταν +έτρεξε προς τα κάτω, τα πόδια τον δεν τον άκουαν. Στη σάστιση του νου +του μια σκέψη συστρεφότανε: «Μα είνε το Βαγγελιό ή άλλη;» + +Ήτο το Βαγγελιό, ως την είχε γνωρίσει από μακριά. Όταν έφθασε κάτω +στο ποτάμι, είδε με φρίκη στις πέτρες της ακροποταμιάς ένα σώμα +ξεκλειδωμένο και κομματιασμένο, σχεδόν λυωμένο· κιόλα τα γύρω +ματωμένα. + + — Ω Χριστέ μου! είπεν ο χωρικός κέτρεμε μπροστά στο φρικτό θέαμα. + +Και μ' ένα βλέμμα, που μετρούσε το ύψος, είδε το τσεμπέρι της +πεθαμένης νανεμίζεται κρεμασμένο στα μέσα του γκρεμού. Στο πέσιμο το +ελαφρό κεφαλομάντηλο ξέφυγε κέμπλεξε σε μιαγριοσυκιά. Κεκεί σειότανε +μαργή και θλιβερή κίνηση, σα σημαία πένθιμη πάνω στο τραγικό λείψανο. + +Αν κήτο παραμορφωμένο το σώμα, ο Δρακογιώργης αναγνώρισε το Βαγγελιό. +Και σαν να εξάγνισε τη ψυχή του ο φόβος και το μυστήριο του θανάτου +από τα ποταπά αισθήματα, αισθάνθηκε μια πικρότατη μεταμέλεια, γιατί +κιαυτός είχε κακολογήσει με τους άλλους τη δυστυχισμένη κοπελιά και +λίγο προτήτερα είχε περάσει από το νου του ένας πονηρός διαλογισμός. + +Το κεφάλι του έκλινε από σεβασμό και στη βοή του καταρράχτη έρριξε +λίγα λόγια με συγκίνηση: + + — Ο Θεός να σαναπάψη, άχαρη κοπελιά, γιατί μόνο βάσανα και πρίκες +εγνώρισες σε τούτο τον άδικο κόσμο. Ο Θεός να σ' αναπάψη! + +Η μητέρα μου προσπάθησε να μη μάθω το θάνατο του Βαγγελιού. Ταπόγεμα +που τη θάψανε, ήμουν βυθισμένος στις ζάλες του πυρετού. Και κάμποσες +μέρες κρατήθηκε το μυστικό. + +Έπειτα τώμαθα. Στην αρχή δεν το πίστεψα· κιόταν βεβαιώθηκα δεν +έκλαψα. Ο καϋμός μου μαζεύτηκε και κλείστηκε στη ψυχή μου, να μείνη +εκεί για όλη μου τη ζωή. Έπειτα ήτο τόσο μεγάλο και σοβαρό πράμμα ο +θάνατος κείνος, που δεν τον πήγαιναν τα δάκρυά μου, δάκρυα έως τότε +παιδιάτικα, που μόνον για μικρά κιασήμαντα είχαν κλάψει. + +Ένα μόνο λόγο είπα στη μάνα μου: + + — Θωρείς τα 'δα; + +Η μάνα μου δεν είπε λέξη. + +Ύστερ' από λίγες μέρες μαφήκε κιο πυρετός, όχι από θαύμα, αλλά με το +κινίνο. Ένας χριστιανός, ούτε γιατρός, ούτε μάγος, βρέθηκε κείπε να +μου δίδουν κινίνο κάμποσες μέρες γραμμή. + +Σαν έγινα εντελώς καλά κείδε η μητέρα μου ότι άδικα είχε φοβηθή για +την αρρώστεια μου, μου φανέρωσε την υποψία που τη βασάνισε και την +έκαμε να φανή τόσο σκληρή στην άρρωστη. Έπειτα είπε με ειλικρίνεια: + + — Μεγάλο βάρος έχω στη ψυχή μου, μα ο Θεός θα με συχωρέση, γιατ' +είμαι μάνα. + + + +Ο ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗΣ (93α) + + + +Τα πρώτα γράμματα έμαθα από πολλούς δασκάλους. Ο πρώτος ήτον ένας +φραγκοφορεμένος με τόνομα Ηρακλής. Έξω από τόνομά του δε θυμούμαι γι' +αυτόν πολλά πράμματα. Η αλήθεια είνε ότι και πολύ γλίγωρα τον χάσαμε. +Ένα πρωί μάθαμε πως έκλεψε τη Μαγδαληνή κέφυγε. Ήτο δε η Μαγδαληνή +κόρη ενός γιατρού Κερκυραίου, που δεν ξέρω ως είχε ξεπέσει εκεί κάτω +σένα χωριό της Κρήτης απόκεντρο. Και θυμούμαι τους χωριανούς πως, +συναθροισμένοι στα δώματα, κύταζαν πάνω στη Ρούσα Κεφάλα, στο μέρος +που νόμιζαν πως είχαν τραβήξει οι φευγάτοι. + +Τον είχαμε δεν τον είχαμε δυο μήνες αυτόν το δάσκαλο. Τίποτε ίσως δεν +έμαθα απ' αυτόν· του διατηρώ όμως μια γλυκειά ανάμνηση. Στο σχολείο +του με πήγαν σηκωτό, διότι δεν ήθελα να πάω· κέκλαιγα κεσφάδαζα σόλο +το δρόμο. Αλλ' ο δάσκαλος μένα κομμάτι καντιοζάχαρη εγλύκανε τη +φοβερή ιδέα πούχα για το σχολείο. + +Αντικαταστάτη του Ηρακλή μας φέραν ένα παλιό δάσκαλο ονομαζόμενο +Ράλιο. Η φιλοδοξία των χωριανών ήτο να εισάξουν νέα γράμματα και νέα +μέθοδο, αν και γιαυτά είχαν πολύ αόριστη ιδέα, αγράμματοι ως ήσαν και +μακριά του πολιτισμού. Αλλ' αφού έφυγεν ο νέος δάσκαλος, +αναγκασθήκανε να ξαναφέρουν τον παλιό, που δίδασκε τα λεγόμενα Κοινά +ή κολυβογράμματα. Αυτά τα γράμματα άρχιζαν από τη φυλλάδα, πούτον το +αλφαβητάριο τότε· κι' από τη φυλλάδα περνούσαν στον Οκτώηχο, στο +Ψαλτήρι και σάλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αλλ' ο Οκτώηχος είχε στην +αρχή του το κεφαλαίο και το μικρό αλφάβητο κέτσι ο μαθητής μπορούσε +να περάση και χωρίς ιδιαίτερη φυλλάδα, με τη βοήθεια του δασκάλου και +την παρακίνηση της βίτσας του. + +Ο Ράλιος δεν ήτο μόνο παλαιικός στη μάθηση, αλλά και παλιός στην +ηλικία. Γέρος και λίγο παραλυτικός· και στο περπάτημα έσυρνε τα πόδια +του. Κ' οι μαθητές εμιμούμεθα το βάδισμά του για περίπαισμα, από +μίσος και για το ξύλο που μας έδιδε, και για την ελευθερία που μας +στερούσε. Από τη διδασκαλία του Ράλιου θυμούμαι τον παράξενο τρόπο +πούχε για να μαθαίνωμε το αλφάβητο. Λέγαμε το πρώτο και το τελευταίο +γράμμα μαζή, έπειτα το δεύτερο και το πρωτελευταίο κ' έτσι όλα. Άλφα +- ω, Βήτα - ψι, Γάμα - χι. + +Αλλά το χωριό μας, αν και μόλις είχαμε βγη από μια επανάσταση μεγάλη +και καταστρεπτική, εδίψα πρόοδο και άμα βρέθηκε άλλος δάσκαλος, ο +παλιός ρίχτηκε πάλι στην αχρηστία. + +Αυτός πούρθε ήτον ένας αρχιμαντρίτης από τη σχολή της Χάλκης, ως +λέγανε. Τ' όνομά του Νικόδημος, 30 - 35 ετών, καλοκαμωμένος άντρας, +με κομψότητα στο ντύσιμό του ασυνείθιστη σε μας για ιερωμένο. + +Ο Νικόδημος μας έφερε την Αλληλοδιδακτική Μέθοδο· και στις μέρες του +κτίστηκε και σχολείο, γιατί έως τότε τα μαθήματα γινόντανε στο σπίτι +του δασκάλου ή σε άλλο σπίτι που το νοίκιαζε το Κοινό. Το νέο σχολείο +στολίστηκε με πίνακες αναγνωστικούς, μαυροπινάκους και χάρτες +γεωγραφικούς. Κάμανε και θρανία και μια ψηλή έδρα για το δάσκαλο. + +Μαζή με την Αλληλοδιδακτική μας έφερε ο Νικόδημος και την κανονική +εκκλησιαστική μουσική. Κι ο ίδιος ήτο καλόφωνος, κέψαλλε στην +εκκλησία από βιβλίο με παράξενα σημεία, και τους καλόφωνους μαθητές +διάλεξε κιάρχισε και δίδασκε την παρασημαντική και τους τέσσερους +ήχους. Έτσι το χωριό γέμισε από παβουγά κιαναγνωστάκια, διότι σόλους +τους μαθητευόμενους ψάλτες η κοινή γνώμη του χωριού έδωκε αυτόν τον +τίτλον. + +Αλλά κιο αρχιμαντρίτης έμεινε μόνο δυο χρόνια. Αφού μας ίδρυσε, εκτός +του δημοτικού, κ' Ελληνικές τάξες, τον πήραν με πλειοδοσία σένα +πλουσιώτερο χωριό, στις Αρχάνες. + +Τότε μας ήρθε ο πραγματικός νεωτεριστής, ως αντικαταστάτης του +Νικόδημου. Αλλά την ιστορία του θα διηγηθώ λίγο ανάποδα. + +Το 1896 κατέβηκα στα Χανιά από την Αθήνα με δημοσιογραφική αποστολή. +Γενικός Διοικητής της Κρήτης ήτο τότε ο Γιωργάκης πασάς Βέροβιτς, +Αλβανός, που προηγουμένως είχε χρηματίσει Μουτεσαρίφης ή διοικητής +του νομού μας. Πήγα να τον επισκεφθώ στο σεράγιο των Χανιών κιόταν +άκουσε ποιος ήμουν, είπε με την αλβανική του προφορά: + + — Ώστε είσαι από τη Β.; + + — Μάλιστα. + + — Και με θυμάσαι μένα; Ήρθα στο χωριό σας. Θάνε είκοσι χρόνοι και +πάνω. + + — Σας θυμούμαι πολύ καλά, εξοχώτατε. Ήμουν μαθητής. + + — Στο σκολειό ήσουν; είπε με ζωηρό ξεφώνημα ο πασάς. + +Και το ωχρό και μελαγχολικό του πρόσωπο σα να κοκκίνησε. + +Έπειτα γέλασε: + + — Και τι γίνηκε κείνος ο τρελλός δάσκαλος, που είχατε; + + — Ο Καπετανάκης; Πέθανε. + + — Καπετανάκη τώλεγαν; Αλλάχ ραμέτ εϋλεσί!(94) Μα θυμάσαι τι πήγατε +να μου κάμετε; Να μου σπάσετε το κεφάλι εσείς τα σκολιαρούδια. Εσείς +οι Κρητικοί και μικροί νάστε διάολοι είστε. (Τη φράση του συνόδευσε +χαμόγελο καλοκάγαθο, για να δείξη ότι δεν τώλεγε για να κατηγορήση). +Μα το φταίξιμο ήτονε του δασκάλου σας. Αυτός, τζάνεμ, θεότρελλος +ήτονε. Βρήκα το μπελλά μου από τους Τούρκους του χωριού. Αναφορές +πάνω στσ' αναφορές μούπεμπαν γιαυτόν. Έλεγαν πως ήτο ασής(95) και +ζητούσαν να τον κάνω σιργούνι.(96) Στην Πόλη έφταξε το πράμμα. + + — Δεν ήτο τρελλός, παρατήρησα. Είχε πολύ ενθουσιασμό. + + — Πώς το είπες αυτό; ρώτησε ο πασάς; που λίγο γνώριζε τα Ελληνικά +και πολλές φορές σταματούσε για να βρη τη φράση που θάλεγε ή για να +καταλάβη τι τούλεγαν. + + — Είχε ενθουσιασμό πατριωτικό. + +Το λίγο που κατάλαβε ο πασάς από τη φράση μου τον έκαμε να κυτάξη με +ανησυχία προς τη θύρα της αίθουσας που ήμεθα. Και για να σταματήσω +στην ελευθερία που πήρα να μιλώ περί κρητικού πατριωτισμού σένα +αντιπρόσωπο τον Σουλτάνου, είπε: + + — Νε ίσα.(97) + +Και άλλαξε ομιλία. + +Ο δάσκαλος, που τέτοια εντύπωση είχε κάμει στον πασά, ήτο κιαυτός +νέος άνθρωπος και ζωηρός, με πυρρόξανθα γένια, χωρισμένα στη μέση. +Γιαυτό και ψαλιδογένη τον έλεγαν οι χωρικοί. Φορούσε στενά κέλεγαν +πως είχε κάμει στην Αθήνα. + +Έψαλλε κιαυτός· αλλ' αντί των βυζαντινών αργοφωνιών, αντί των +τερερισμών, των ναι - ναι και να - να του Νικόδημου που δεν τάξερε, +επιχειρούσε να ψάλη με αρμονία τάχα ευρωπαϊκή που την ήξερε λιγώτερο. +Με τα πειο καλόφωνα παιδιά του σκολειού σχημάτισε κιαυτός χορό +κιέψαλαν μαζή μια πολυφωνία, που δεν εγγυούμαι πως είχε τίποτε το +αρμονικό. Το μόνο βέβαιον είνε ότι έψαλλαν με νέο και παράξενο τρόπο· +και μαυτό πετύχαινε ο δάσκαλος το σκοπό του, δηλαδή να φανή ότι +έφερνε κάτι περισσότερο και νεωτεριστικώτερο από τον προκάτοχό του. Η +δύναμη του ήτο στο «Άγιος ο Θεός». Εκεί έβαζε κάτι φωνάρες, που +έτρεμε ο θόλος της εκκλησίας. Έτρεμαν από την προσπάθεια και τα γένια +του δασκάλου, σαν την ουρά της σεισοράδας. + +Εις ταντίφωνα ο δάσκαλος άρχιζε με βαθειά φωνή «Και μετά του +πνεύματός σου» κετελείωνεν ο παιδικός χορός «Ο Θεός ημών» με οξύφωνη +συνέχεια, η οποία από τους ψηλούς τόνους χαμήλωνε κιαπλωνότανε σαν +κύμα, πράμμα που δεν τούλειπε μεγαλοπρέπεια και χρωματισμός με +υποβολή. + +Αλλ' ο μεγαλείτερος και σπουδαιότερος νεωτερισμός του Καπετανάκη ήσαν +τα στρατιωτικά γυμνάσια. Ήθελε να μας κάμη στρατιώτες, για να +υπηρετήσωμεν, ως έλεγε, μια μέρα την πατρίδα, ως τακτικοί πλέον κιόχι +άτακτοι κιασύντακτοι. Αλλ' ο ταλαίπωρος άνθρωπος είχε μόνο την καλή +προαίρεση. Τα εφόδιά του ήσαν πολύ λίγα. Ό,τι ήξερε ήτο να βαδίζωμε +με το έν - δυο και να κάνωμε μεταβολή τρίχρονη με τρία παραγγέλματα: + + — Πους δεξιός προς αριστερόν! Πους αριστερός προς δεξιόν! Πους +δεξιός παρ' αριστερόν! + +Αυτό ήτον όλο. Άρχιζαν δε αυτά τα σπουδαία γυμνάσια με το «μαρς!» +κετελείωναν με το «αλτ!» Λησμόνησα να πω ότι κιο χαιρετισμός μας +έγινε στρατιωτικός. Αλλ' ο δάσκαλος αυτόν το χαιρετισμό τον έλεγε +σχήμα και το σχετικό παράγγελμα ήτο «Κάμετε σχήμα!» Μας έμαθε και +διάφορα πατριωτικά τραγούδια και τα τραγουδούσαμε όταν μια φορά τη +βδομάδα μας οδηγούσε κάτω στα λιβάδια και περνούσαμε απόγεμα με +γυμναστικά παιγνίδια. + +Όταν ήρθε είδηση ότι ο πασάς του νομού μας, πούτον ο Βέροβιτς, +θαρχόταν να επισκεφθή την επαρχία μας, ο δάσκαλος εσύνθεσε ποίημα να +το ψάλωμε στην υποδοχή. Κενώ θα το λέγαμε στον αντιπρόσωπο του +Σουλτάνου, ήτο γεμάτο από Ελλάδα κ' ελευθερία. Έλεγεν, όμως τον πασάν +«ένθερμον προστάτην της παιδείας» κιότι «άπας ο λαός τον υπεδέχετο +μετά παλμών καρδίας». + +Οι χωριανοί μας Τούρκοι, όταν είδαν τον ψαλιδογένη να διδάσκη τα +παιδιά των Ρωμιών «ταλίμια» στρατιωτικά, εσκανδαλίστηκαν κεζήλεψαν. +Φαίνεται δε ότι έκαμαν παρατηρήσεις στο δικό των το Χόντζα, ένα +κακομοίρη που μόλις ήξερε ανάγνωση, κιαπαίτησαν να κάνη κιαυτός +στρατιωτικά γυμνάσια στα Τουρκάκια. Αλλ' αν ο δάσκαλος ήξερε πολύ +ολίγα, ο χόντζας δε σκάμπαζε τίποτε. Θάχε 'δη, φαίνεται, νιζάμηδες να +γυμνάζουνται, αλλά δεν είχε πάρει τίποτε. Αφού όμως του απαίτησαν να +κάνη όπως όπως στρατιωτικά γυμνάσια, έβαλλε στη γραμμή τα παιδιά, +ξυπόλυτα τα περισσότερα, όπως ήμεθα και μεις, και τους έλεγε «μπιρ +ικί» και κάτι παραγγέλματα, για να κάνουν κινήσεις χωρίς ρυθμό και +σκοπό. Μόνον που σήκωναν τη σκόνη με τα πόδια των. Από τα +παραγγέλματά του μου μένει στη μνήμη ένα «Αλτσάτ!», που δεν ανήκει σε +καμμιά γνωστή γλώσσα. + +Ετοιμασίες λοιπόν εμείς, ετοιμασίες κιο Χόντζας για την υποδοχή του +πασά. Τη μέρα που περιμέναμε το Μουτεσαρίφη, ο δάσκαλος μας πήγε πάνω +από το χωριό, σένα ανώμαλο κιανηφορικό μέρος και μας παράταξε κιαπό +τα δυο μέρη του δρόμου. Αλλ' ενώ περιμέναμε, φάνηκε από ψηλά ένας +βοσκός χριστιανός και φώναξε: + + — Δάσκαλε, αι δάσκαλε! Είντα κάθεσ' ατουδά κιο Χόντζας πήε πλεια +πάνω με τα Τουρκάκια; Είνε στον Άη Γιάννη. + +Τα ψαλιδωτά γένια, ανατρίχιασαν. Ο δάσκαλος μουρμούρισε μια βρισιά, +έπειτα γύρισε και μας είπεν, ως θα μας έδιδε το παράγγελμα +«Γεμίστε!». + + — Πάρετε πέτρες! + +Αφού κάμαμε καθένας μια προμήθεια από πέτρες κεπανήλθαμε στην +παράταξη, ο Δάσκαλος μπήκε μπρος και φώναξε «μαρς!» Τον ακολουθήσαμε +και σε λίγο είδαμε το Χόντζα και τα Τουρκάκια. Είχαν παραταχθή δίπλα +σένα εξωκλήσι. + + — Τον άτιμο! μουρμούρισε ο δάσκαλος. Εβεβήλωσε και την εκκλησία. + +Όταν πλησίασε ο Καπετανάκης, φώναξε στο Χόντζα: + + — Είντα πήες τόσο πάνω, μωρέ μουλά;(98) Τα πρωτεία θες να πάρης; Και +δεν εσυλλογίστηκες πως δε θα σ' αφήσω να κάτσης στην κεφαλή μας πάνω; +Γιανιτσαριά δεν είνε μπλειο στην Κρήτη: Έλα κάτω, γιατί θα σε +κατεβάσωμε θες και δε θες. + +Και 'μεις τόσο συμφωνούσαμε στην ιδέα του δασκάλου μας, ώστε μόνο το +σύνθημα περιμέναμε για να μην αφήσωμε τούρκικο κεφάλι γερό. Ο Χόντζας +όμως υποχώρησε αμέσως· κιόταν ήρθε κοντά δικαιολογήθηκε: + + — Βαλλαΐ,(99) κύριε δάσκαλε, δεν τώκαμα αξαργιτού,(100) μόνο δεν το +'κάτεχα πως ήστε χαμηλότερα. Το σωστό βέβια είνε να πάτε του λόγου +σας πλειο ομπρός, γιατί και περισσότεροι στε, κείνε δα κιο παχιάς +χριστιανός. Ορίστε παραπάνω τουλόγου σας. + +Προχωρήσαμε 'μεις και Τούρκοι ήρθαν κάτω. + +Σε λίγο έφτασε ο πασάς, συντροφευμένος από υπαλλήλους κέφιππους +ζαπτιέδες. Τον βάλαμε στη μέση κιαρχίσαμε το άσμα μας. Αλλ' ενώ το +άσμα έλεγεν ότι τον υποδεχότανε «άπας ο λαός», εκτός των μαθητών +είχαν έρθει μόνον πέντε δέκα πρόσωπα της τοπικής εξουσίας και οι +προύχοντες του χωριού κιάλλοι τόσοι περίεργοι. Όταν η συνοδεία του +πασά έφτασε και στο Χόντζα, ακούστηκε το «Αλτσάτ!» κιάρχισαν και τα +Τουρκάκια κάτι να ψάλλουν. Έπειτα ανακατευτήκαμε και πηγαίναμε όλοι +μαζή. Αλλά σε λίγο κάτι είπαν ένα δικό μας παιδί κένα Τουρκάκι +κιαρπάχτηκαν· και σε μια στιγμή η συμπλοκή γενικεύτηκε. Βροχή οι +πέτρες και στη μέση ο πασάς. Οι έφιπποι χωροφύλακες κινήθηκαν να μας +χωρίσουν, αλλά το μέρος ήτο πολύ ανώμαλο κιαπό τις πέτρες τάλογα +αφηνίασαν. Μόνον η φωνή του Δασκάλου μας, που διάταξε «Παύσατε πυρ!», +έδωκε τέλος στη μάχη. Κιαληθινά ο Βέροβιτς κιντύνεψε ή να πέση από +τάλογο ή να του σπάσουν οι πέτρες το κεφάλι. Ήτον όμως καλοκάγαθος +και δεν έδωκε σημασία στο επεισόδιο. Αλλά και μετά τόσα έτη δεν τώχε +λησμονήσει κέτσι μου θύμησε το δάσκαλό μου. + +Ο Καπετανάκης δε φρόντιζε μόνο για τη σωματική μας ενίσχυση, αλλά και +για να μας αναπτύξη το θάρρος και την τόλμη. Κιαυτά για να γίνωμεν, +ως έλεγεν, αντάξιοι και καλλίτεροι των προγόνων κέτσι να τελειώσωμε +το έργο των, την απελευθέρωση της πατρίδας. Για να κάμωμε κορμιά +γερά, μας παρακινούσε στα γυμναστικά παιγνίδια. Για να κάμωμε καρδιές +ατρόμητες και ναψηφούμε τους κινδύνους, βρήκε άλλη άσκηση. Να +πολεμούμε με τις σφήκες. Και μεις πρόθυμοι ζητούσαμε σφηκιές, τις +«ξεμυγίζαμε», κιοπλισμένοι με φουντωτούς κλάδους πολεμούσαμε με τις +σφήκες που ξορμούσαν ερεθισμένες. + +Πολλούς από μας τους κέντρωναν, αλλά κανείς δεν υποχωρούσε, αν δεν +ενικούσαμε πλήρη νίκη, δηλαδή το εξόντωμα της σφηκιάς. Και κάθε φορά +αυτό το αποτέλεσμα μας έδιδε την ικανοποίηση και την περηφάνεια +αληθινού θριάμβου. + +Εξαιρετική ήτον η δόξα των λαβωμένων, κείνων που κεντρόνοντο στη +μάχη. Έπειτα στο σχολείο αναφέραμε τις περιπέτειες του αγώνα κιο +δάσκαλος άκουε με σοβαρό ενδιαφέρο και παινούσε κείνους πούχαν +ανδραγαθήσει. + +Προβίβαζε μάλιστα και κείνους πανδραγαθούσαν. Των έδιδε την άδειαν να +πηγαίνουν στο βιτσιλοπόλεμο, δηλαδή πόλεμο με τα όρνια. Κεπειδή αυτός +ήτο πειο επικίντυνος, τον έκαναν οι μεγαλείτεροι και ανδρειότεροι. + +Σε κάμποση από το χωρίο απόσταση ήτο μια βαθειά χαράδρα, όπου οι +χωριανοί έρριχταν τα ζώα που ψοφούσαν. Εκεί κατέβαιναν γυπαετοί, που +τους λέγουν βιτσίλες, κιάλλα όρνια κέτρωγαν τα ψοφίμια. Αλλ' άμα +παραχόρταιναν, βάραιναν τόσο, που δεν μπορούσαν να πετάξουν. Έπρεπε +ναύρουν ψήλωμα και στο μεταξύ βρίσκαμε καιρό και τα κτυπούσαμε με +πέτρες, ή ξύλα και πολλά σκοτώναμε. + +Αλλ' αν τα όρνια στις στιγμές αυτές δε μπορούσαν να πετάξουν, +αναπηδούσαν όμως αγριεμένα κ' επιθετικά. Αυτός ήτο ο κίντυνος, γιατ' +είχαν ράμφη και νύχια φοβερά και μπορούσαν να βγάλουν μάτια ή κόψουν +σάρκες. Είχαν δε και κάτι μάτια πρασινωπά, που προξενούσαν τρόμο με +τανάβλεμμά των. + +Αλλ' ο ψαλιδογένης είχε κένα ελάττωμα πολύ αντιπαιδαγωγικό +κιωρισμένως αντίθετο στη προσπάθειά του να μας κάμη άφοβους +πολεμιστές. Ήτο οξύθυμος κέδιδε ξύλο πολύ. Αλλά μας γλύτωσε η χήρα +μητέρα ενός συμμαθητού μας, μια αντρογυναίκα. Από ένα χαστούκι, +πούδωκε στο παιδί της ο δάσκαλος, τούμεινε μια βοή σταυτί. Η μητέρα +φοβήθηκε πως το παιδί της θα κουφαθή και μια μέρα ήρθε αγριεμένη στο +σχολείο. + + — Άκου δάσκαλε, είπε του Καπετανάκη, εγώ το παιδί μου, τώβαλα στο +σκολιό για να ξεστραβωθή. όι να μου το κουφάνης. Δε θέλω να το +δέρνης. Σαν κάμη πράμμα, να μου το λες εμένα κεγώ το δέρνω. Γιατί, μα +το Θεό πούν' από πάνω μας; άνεν το ξαναδείρης θαρθώ με το κόπανο! + +Από τη μέρα κείνη ο διδάσκαλος μετρίασε πολύ το ξύλο για όλους. + +Αλλ' ως μου είπεν ο πασάς, οι Τούρκοι του χωριού δεν τον εχώνευαν· +και συχνά τον κατάγγελλαν ότι εδίδασκεν επαναστατικές ιδέες και ότι +παρασκεύαζε τους μαθητές να γίνουν αντάρτες κατά του Σουλτάνου. +Κείχε, φαίνεται, φύγει από το νομό μας ο Βέροβιτς, όταν ήρθε διαταγή +από τα Χανιά να συλληφθή. Τον ξώρισαν στην Τρίπολη της Μπαρμπαριάς +κεκεί τράβηξε μεγάλα βάσανα. Στον καιρό του Φωτιάδη, οι βουλευτές της +Κρήτης τον ζήτησαν μαζή μάλλους εξόριστους. Γύρισε στην Κρήτη, αλλά +πτώμα. Ήρθε φθισικός κύστερα από λίγον καιρό πέθανε. + +Τις τελευταίες τον ώρες έγραψε σένα φύλλο χαρτί τα εξής, σαν +πατριωτική του διαθήκη: + +Σ τ ο ν τ ύ ρ α ν ν ο, + +Είπε το κλήμα στον τράγο, που τώτρωγε: «Κιως τη ρίζα να με φας, πάλι +θα βλαστήσω και θα δώσω το κρασί να χαροκοπήσουν κείνοι που θα σε +βάλουνε στη σούβλα. + Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ + + + +ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ (110) + + + +Λίγα χρόνια προ του 1821 στο Κράσι της Πεδιάδας. + +Ο Σιφογιάννης βγήκε από το σπίτι του κιαπό πίσω η γυναίκα του φάνηκε +στην πόρτα και τούπε: + + — Καλιά 'χα 'γώ να μην πας, η μέρα πούνε. + + — Μα δε θα κάμω δα κιαμμιά δουλειά, ευλοημένη. Δε σου τώπα; Θα πάω +να δω αν είνε καιρός για διπλοσκάφισμα. + + — Ο Θεός μαζή σου, μια που δε μ' ακούς. Λες πως δε θα δουλέψης· μα +μπορείς τουλόγου σου να πας στα γονικά σου και να μην κάμης κιαμμιά +δουλειά, και Λαμπρή νάνε; + +Ο γάιδαρος περίμενε μπροστά, στην πόρτα στρωμένος, κιο Σιφογιάννης, +ενώ τον έλυνε, είπε στην γυναίκα του με λίγο νεύρωμα: + + — Μα σου τώπα δα, σου τώπα, πως δε θα δουλέψω. Πόσες φορές πρέπει να +σου το πω; + + — Εγώ 'πρεπε να σου το πω, γιατί 'νε βαρά σκόλη, και 'ξά σου. (102) + + — Καλά, καλά, είπεν ο Σιφογιάννης κιαφού έκαμε το σταυρό του, +ανέβηκε στο γαϊδούρι και τον φώναξε «σε!» για να ξεκινήση. + +Η γυναίκα του έμεινε κάμποσα λεπτά στην πόρτα και τον έβλεπε ν' +απομακρύνεται. Στο αναμεταξύ μουρμούρισε: + + — Μα σαν πάει μόνο για να δη, γιάειντα τον επήρε τον κλαδεύτηρο; + +Ο Σιφογιάννης ήτο εξηντάρης και πάνω. Αλλά σαν αυτό δουλευτής δεν +ήτον άλλος στο χωριό. Γιαυτό, αν κ' ήτο θεοφοβούμενος, η μεγάλη +φιλοπονία του τον τραβούσε καμμιά φορά και τις εορτές να μη μένη +αργός. Αλλ' ως ελάφρωμα στη συνείδησή του είχε την πρόφαση ότι δεν +έκανε βαρειές δουλιές τις εορτές. Διόρθωνε κανένα τράφο,(103) πούχε +χαλάσει, λευτέρωνε δέντρα από παρακλάδια ή ξεράδια, καθάριζε το +χωράφι από πέτρες ή ξεχόρτιζε και κουβαλούσε το βράδυ στο σπίτι χόρτα +για τα ζώα του ή ξύλα. + +Κιόταν μια φορά ο παπάς τούκαμε την παρατήρηση και τούπε πως ήτο πολύ +«ταμακιάρης», δηλαδή πλεονέκτης, ενώ, ως άτεκνος που ήτο, δεν είχε +πολλές ανάγκες, ο Σιφογιάννης κύταξε γύρω, για να μην ακούση κανείς +κείνο που θάλεγε, κέπειτα σιγά: + + — Δε θωρείς τα πλούτη μου, γέροντα; είπε. Δουλεύγω και σάλιο δεν έχω +στο στόμα. Δεν έχω παιδιά, μάχω αφεντικά. Πρέπει να δουλεύγω, για +νάχω να πλερόνω το χαράτσι και τάλλα δοσίματα. Και σαν έχω να +χορταίνω τον Αγά και το Σούμπαση(104) και κάθα γιανίτσαρο που μου +ζητά, γλυτόνω σκιάς απού τσι ξυλιές και χερότερα. Δουλεύγω, σα +σκλάβος, για τη σκλαβιά μου. + +Ο παπάς αναστέναξε: + + — Και ποιος χριστιανός δεν είνε σκλάβος και δε δουλεύγει για τη +σκλαβιά του; + +Στο κεφάλι του ο Σιφογιάννης φορούσε μαύρη πέτσα(105). Οι Ρωμιοί τότε +απόφευγαν τα ζωηρά χρώματα και φρόντιζαν να φαίνωνται ταπεινοί, για +να μη θεωρούνται επιδεικτικοί, ότε μπορούσαν να θεωρηθούν από τους +Τούρκους προκλητικοί. Με το βάδισμα του γαϊδουριού, σειότανε η άκρη +της πέτσας του Σιφογιάννη. Ήτον καθισμένος στο σαμάρι δίπλα, με +ρωμαίικη καβάλα, όπως την έλεγαν τότε και την λέγουν ακόμη. Οι Ρωμιοί +καβαλούσαν έτσι, για να είνε έτοιμοι να πεζέψουν, άμα φαινότανε +Τούρκος. Χωρίς αυτή την έγκαιρη δουλική ταπείνωση, το μικρότερο +πούχαν να υποφέρουν ήτο το ξύλο. + +Σαυτή την ανάγκη βρέθηκε ο Σιφογιάννης, μόλις απομακρύνθηκε λίγο από +το χωριό. Και το συναπάντημα, που τούρθε, ήτον από τα πειο επίφοβα +που μπορούσαν να του τύχουν. Αντίθετα ερχόταν ένας Τούρκος έφιππος. + +Από μακριά τον γνώρισε. Και ποιος δεν τον γνώριζε; Ήτον ο Αγάς του +Μοχού, που λεγότανε Μόχογλους. + +Την ίδια στιγμή ο Σιφογιάννης κατέβηκε από το γαϊδούρι, έσυρε το ζώο +στην άκρη του δρόμου, το κράτησε 'κεί ακίνητο και στάθηκε κιο ίδιος +δίπλα να περιμένη τη διάβα του Αγά. Μετά πέντε λεπτά ο Μόχογλους +έφτανε μένα ψαρό άλογο. Θάτονε σαράντα πέντε ετών, αλλά φαινότανε +γεροντώτερος. Ήτονε παχύς, αλλ' η κιτρινάδα τον προσώπου του +μαρτυρούσε πως το πάχος τον ήτον αρρωστιάρικο. Στο βλέμμα του το +άτονο και θολό φαινότανε κούραση, αλλ' η κούραση του βέβαια δεν ήτον +από εργασία. Είχεν όμως στιγμές που σαυτά τα ψόφια μάτια άναβε φοβερή +φλόγα ο θυμός κη τυραννική παραφροσύνη. + +Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι +άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι. + +Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού +και της περιοχής του. Κιως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των +περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής +αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς, +χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα. + +Ο Μόχογλους δεν ήτο από τους χειρότερους Τούρκους. Είχε κάμει φοβερά +πράμματα, αλλ' είχε και καλές στιγμές. Είχε σκοτώσει Ρωμιούς, για +ψύλλου πήδημα ή για τίποτε εντελώς, αλλ' είχε σκοτώσει και +καπανταΐδες Τούρκους που πείραξαν Ρωμιούς στην περιοχή του, τους +ραγιάδες του, ως τους έλεγε. Αλλά την προστασία του άπλωνε κέξω από +την περιοχή του, σε Ρωμιούς πούχε πάρει στο χαρέμι των αδερφές των ή +κόρες των. Ενδεχόμενον όμως ήτο να σκοτώση μετά κάμποσον καιρόν και +κείνον που έσωσε. + +Είχε μια νέα υπηρέτρια χριστιανή και μια μέρα της λέει: + + — Θες, μωρή, να σε παντρέψω; + + — Θέλω, αγά. + + — Διάλεξε τον καλλίτερο Ρωμιό ντεληκανή να σου τόνε βλοήσω. + +Η υπηρέτρια εδιάλεξε τον καλλίτερο νέο από τ' Αβδού, πούτον χωριό +της· κιο Αγάς τον έστειλε παραγγελία να πάρη την υπηρέτρια του· τον +έστειλε μαζή κένα φυσέκι, που σήμαινε «αν αρνηθής, θα σκοτωθής». Ο +νέος, εννοείται, δέχτηκε κιο γάμος έγινε. Κουμπάρος ο Μόχογλους με +αντιπρόσωπο. Μετά μια δυο μέρες πήγε η νύφη να χαιρετήση τον Αγά. Κιο +Μόχογλους της είπε: + + — Αρέσει σου, μωρή, ο γαμπρός; + + — Αρέσει μου, αγά. + +Μια πιστολιά τον Αγά την ξάπλωσε κάτω σκοτωμένη. + +Αυτή όμως η ψυχική ανωμαλία του Μόχογλου δεν προερχότανε μόνον από +τυραννική παραφροσύνη, αλλά, φαίνεται, κιαπό το πιοτό. Οι Μπουρμάδες, +δηλαδή οι Κρητικοί πούχαν γίνει κιόλο γινόντανε Τούρκοι, είχαν +συμβιβάσει στην Κρήτη το μωαμεθανισμό με το κρασί κήσαν πολλοί που +κρυφά ή φανερά παράβαιναν την απαγόρευση του Μουχαμέτη. Ο Μόχογλους +έπινε κρυφά, αλλά δεν έπινε για τούτο και το λιγώτερο. + +Στα πέντε λεπτά, που περίμενε ο Σιφογιάννης, συλλογιζότανε σε τι +διάθεση θαύρισκε άρα γε τον Αγά. Κιαν ήτο στα δαιμόνιά του, τι κακό +να τον περίμενε. Θυμότανε τα λόγια της γυναίκας του και μετανοούσε +που δεν την άκουσε. Ίσως η αμαρτία να δουλέψη μέρα εξαιρέσιμη (γιατ' +η αλήθεια είνε ότι κάποια δουλειά πήγαινε να κάμη), τούφερε στο δρόμο +του το Μόχογλου να τον τιμωρήση. + +Ο Μοχόγλους όταν έφτασε, αντί να περάση, σταμάτησε το άλογό του +μπροστά στο Σιφογιάννη και τούπε: + + — Πού πας, μωρέ; + + — Στσ' ορισμούς σου αγά. Πάω σταμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά. + + — Και σήμερο δεν έχετε σκόλη, εσείς οι Ρωμιοί; + +Ο Σιφογιάννης άρχισε να τρέμη. + + — Ναίσκε, αγά. + + — Οϊλέσα,(106) μωρέ, είνε κρίμα να δουλεύγη τέτοια μέρα ένας Ρωμιός; + + — Ναίσκε, αγά, αποκρίθηκε ο Σιφογιάννης κέτρεμε περισσότερο. + + — Το ζιμιός(107) εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός. + + — Δεν είμαι, πρέπει, αγά. + + — Σα δεν είσαι καλός Ρωμιός, θα σε κάμω Τούρκο. + +Ο Σιφογιάννης έκαμε να παρακαλέση, αλλ' από την τρομάρα του τραύλιζε: + + — Για το Θεό, αγά...και να χαρής τα παιδιά σου... + +Ο Μόχογλους άγγιξε τη μπιστόλα και τούπε: + + — Δε θες; Καλλίτερος είσαι συ, γκιαούρη, από 'μένα πούμαι Τούρκος; + + — Όι, αγά. + + — Αι, να πης και γλίγωρα τση μπιστόλας, γιατί ανημένει. + +Και την ίδια στιγμή τράβηξε τη μπιστόλα. + + — Ό,τι θες, αγά. Ό,τι ορίζεις. Δικός σου είμαι. + +Χωρίς να βάλη στη μέση τον τη μπιστόλα, ο Μόχογλους τούπε: + + — Έβγα σαυτονέ τον τράφο, μωρέ! + +Ο Μόχογλους είχε στο στόμα ένα σαρδώνιο γέλιο· μαπό το σαστισμό του ο +Σιφογιάννης κιαπό το δουλικό φόβο που δεν τον άφηνε να σηκώση το +βλέμμα στο πρόσωπο του Αγά, δεν είδε τίποτε. Ανέβη ως τόσο στον +ξερότοιχο με αρκετή δυσκολία από την τρομάρα που τον κρατούσε σ' όλα +του τα μέλη. Τουρτούριζε ο κακομοίρης και τα δόντια του κτυπούσαν. +Τότε ο Μόχογλους του είπε: + + — Ό,τι σου λέω να λες! + +Είτε από το σαστισμό του, είτε διά να γίνη ευάρεστος στον Τούρκο, +είπε στην απόκρισή τον μια τούρκικη λέξη από τις ολίγες πούξερε: + + — Πεκ έυ, αγά, (Πολύ καλά). + +Ο Μόχογλους άρχισε ν' απαγγέλη με τόνον ιερατικής ευχής: + + Τούρτουρος και τουρτουρίνα! + +Ο Σιφογιάννης επανάλαβε: + + Τούρτουρος και τουρτουρίνα! + +Κιο Μόχογλους εσυμπλήρωσε: + + Και μεγάλη Τουρκαρίνα! + +Αφού επανάλαβε και τη δεύτερη φράση ο χωρικός, ο Αγάς του είπε: + + — Αγνάντισες(108) εδά, μωρέ, είντα γίνηκε; + +Με δειλό νεύμα φανέρωσε ο Σιφογιάννης πως δεν κατάλαβε. + + — Θα σου το πω, εγώ, είπεν ο Μόχογλους. Ετούρκεψά σε. Και να μου +γνωρίζης και χάρη που σεγλύτωσα από το σουνέτι.(109) Από σήμερο και +πέρα είσαι Τούρκος. Θα παίρνης αμπτέστι(110) και θα προσκυνάς, σαν +Τούρκος. + +Ο Σιφογιάννης έκλινε την κεφαλήν. + + — Στσ' ορισμούς σου, αγά...μα... + + — Μα και μα δεν έχει! Είσαι Τούρκος. Σου δίδω κιόνομα τούρκικο· +Τζαφέρης. + +Έκλινε πάλιν την κεφαλήν τον ο χωρικός, χωρίς να πη λέξη. + + — Άιντε δα, είπεν ο Μόχογλους, και να μην ακούσω πως πίνεις κρασί. +Κατές πως ο προφήτης μας είπε να μην πίνωμε κρασί. Εγώ που θωρείς δεν +το βάνω ποτέ στο στόμα μου. Είνε μεγάλο κρίμα. Ντοαλέρ(111), Τζαφέρ +αγά! + +Ο Μόχογλους, αφού έβαλε την μπιστόλα στη μέση του, εφτέρνισε τάλογό +τον κέφυγε· κιο Σιφογιάννης έμεινε στο δρόμο μόνος με την απελπισία +του. Το χοντρό και μαύρο του χέρι σπόγγισε ίδρωτα αγωνίας από το +μέτωπό του. + + — Α! γυναίκα, γυναίκα, είπε μαναστεναγμό, καλά που μούλεγες και δε +σάκουσα. Να η αμαρτία που μέφερε, Κεδά είντα θα κάμω; + +Μια στιγμή κίνησε για να γυρίση στο χωριό· αλλ' ευθύς άλλαξε γνώμη +και τράβηξε κάτω προς ταμπέλι, όπου πήγαινε. Στο κεφάλι του ήτο ένα +φοβερό κιαξέμπλεχτο ανακάτωμα. Μια φορά που ο Μόχογλους τούπε να γίνη +Τούρκος, πώς μπορούσε να παρακούση; Η τιμωρία του θα ήτο θάνατος, +αφού και χωρίς αιτία σκότωνε. Αλλά και να χάση την πίστη του έτσι; Ο +πατέρας του κοι πρόγονοί τον με τόσα που υπόφεραν εφύλαξαν τη +θρησκεία των· κιαυτός για μια φοβέρα θαλλαξοπίστιζε; Πάλι όμως δεν +εύρισκε μέσα του αυταπάρνηση μαρτυρική· κι άμα έφτανε στη σκέψη να +παρακούση τον τύραννο κιας πέθαινε για τη πίστη του, ξέφευγε και +ζητούσε τρόπο να σώση και την πίστη και τη ζωή του. Να πάη στον Αγά +και να πέση στα πόδια του; Ούτε θα τον άφηναν να μπη στο κονάκι του. +Αλλά και πάλι η μπιστόλα θα του μιλούσε. Να βάλη άλλον να μεσιτέψη; +Ποιόν; Αλλά κιαφού μπροστά στο Μόχογλου δέχτηκε ο ίδιος να γίνη +Τούρκος, μαρτύρησε πίστη στο Μουχαμέτη. Και τώρα αν έμενε χριστιανός, +ήτο ως να γύριζε από την τουρκική στη χριστιανική θρησκεία. Κιαυτό θα +ήτο η εσχάτη προσβολή κατά των Τούρκων και της θρησκείας των. Μια +μόνη διέξοδο έβλεπε· να είνε στο φανερό τούρκος και στο κρυφό +χριστιανός. + +Οι περισσότεροι στην Κρήτη πούχαν τουρκέψει και τούρκευαν, αυτή την +απόφαση έπαιρναν. Γιαυτό κιαλλαξοπίστιζαν όλοι μαζή οι κάτοικοι των +χωριών. Αλλ' είτε κοι ίδιοι, είτε οι απόγονοί των, σε μια ή δυο +γενεές, συνείθιζαν να ζουν ως Τούρκοι και τότε αληθινά απαρνούντο την +καταδιωγμένη θρησκεία των. Ήτο όμως και πολύ δύσκολο, πολλάκις +κιαδύνατο να κρατήσουν την απόφασή των, να κάνουν κρυφά τους τύπους +της χριστιανικής λατρείας και φανερά να περνούν ως Τούρκοι. + +Ο Σιφογιάννης πέρασε όλο ταπόγεμα σταμπέλι του· κιόλη την ώρα +καταγινότανε σε διάφορες μικροδουλιές, αλλά πραγματικώς δούλευε το +μυαλό του και βασανιζότανε νάβγη από το φοβερό αδιέξοδο, που τον είχε +βάλει ο Μόχογλους. Και τρόπο να γλυτώση δεν εύρισκε. + +Μόνο μια ελπίδα είχε· ότι ο Αγάς ήτο μεθυσμένος, ότι το μεθύσι του +τον έβγαλε σαυτό που τούκαμε κιότι την άλλη μέρα θα το λησμονούσε. +Πώς μπορούσε νάνε σοβαρό ένα τέτοιο τούρκεμα; Είχε ακούσει πως +κιάλλους χριστιανούς είχαν προ ετών τουρκέψει μόνο με λίγα λόγια ενός +ιμάμη,(112) αλλά σαυτή την περίσταση ήτο τουλάχιστον ένας +αντιπρόσωπος της μωαμεθανικής θρησκείας. Πώς να θεωρηθή λοιπόν +αληθινό το τούρκεμα πούγινε στο δρόμο κιαπό τούρκο που δεν είχε +κανένα ιερατικό αξίωμα; Αλλ' αν το πράμμα δεν είχε τυπικό κύρος, είχε +όμως πραγματικό. Αφού τώθελε ο Μόχογλους κη μπιστόλα του να γίνη +τούρκος, ήτον αναγκασμένος να γίνη. Και δεν ήτο το ίδιο; Δεν θα +πήγαινε πεια στην εκκλησία, αλλά στο τζαμί, δεν θα λεγότανε Γιάννης, +αλλά Τζαφέρης. Και πάντα θα κολαζότανε. Μπορούσε να παραβή την +προσταγή τον τυράννου και χωρατά αν του τώκαμε; + +Ενώ έτσι σκεπτότανε, αναστέναζε κέλεγε: + + — Άχι! Θε μου, δε λυπάσαι μπλειο τσοι χριστιανούς; Εξέχασές μας τσοι +κακομοίριδες; Κιάρχισε κέκλαιγε. + +Σε λίγες ώρες απογέρασε από τη ψυχική του αγωνία. Και τόσο αποχυμένο +και χλωμό ήτο το πρόσωπό του όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι, που η +γυναίκα του νόμισε πως ήταν άρρωστος. + + — Όι, δεν είμ' αρρωστάρης, της είπε· μόνο εκουράστηκα. + +Σκεπτότανε να μην πη στη γυναίκα του τη συνάντησή του με το Μόχοχλου +και τα όσα ακολούθησαν, έως ότου θάβλεπε τρόπο να ξεμπλέξη. + + — Εκουράστηκες; είπεν η Σιφογιάννενα. Θωρείς τα δα; Καλά το +φοβούμουνε 'γώ. Μα, καλορρίζικε άθρωπε, δε φοβάσαι την αμαρτία, +τέτοια σκόλη πούνε; + + — Αι, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, είπεν ο Σιφογιάννης κέπεσε σένα πεζούλι +του σπιτιού. Άλλη φορά δε θα το κάμω. Μα ο Θεός το κατέει πως α δε +δουλεύγω και καματερές και σκόλες, δε θα προφτάνω να μπουκόνω +τσαγάδες, να μαφήνουνε να ζω. + +Η Σιφογιάννενα είχε ανάψει φωτιά κ' ετοιμαζότάνε να μαγειρέψη. Δίπλα +της στην πυροστιά ήτο ένα κιούπι, σκεπασμένο και δεμένο με πανί. + + — Κ' είντα χαζιρεύγεσαι(113) να μαγερέψης; ρώτησε ο Σιφογιάννης. + + — Σύγλυνα (114). Αυτά που μούπεψε τσι προημερνές η συντέκνισα απού +το Λασίθι. + + — Σύγλυνα; ξεφώνησε με τρομάρα ο Σιφογιάννης. + + — Γιάειντα; Φοβάσαι να μη μας έρθη κιανείς Τούρκος μουσαφίρης; Θε +μου, βλέπε μας! + + — Εγώ χοιρινό δεν μπορώ μπλειο να τρώω. + + — Γιάειντα; + + — Γιατί 'μαι Τούρκος. + +Η γυναίκα τον παρατήρησε με απορία. Τρελλάθηκε ή χωράτευε; + + — Τούρκος; Είντα λόγια 'ν' αυτά, νοικοκύρη μου; + +Αποφάσισε και της διηγήθηκε πως στο δρόμο τον τούρκεψε ο Μόχογλους. + +Η Σιφογιάννενα έμεινε. + + — Κεδά; είπε με μισή φωνή. + + — Είντα μπορούμε να κάμωμε; Τούρκο με θέλει τούρκος θα γενώ. + + — Νουσουμπέτι(115) να τουρθή! καταράστηκε η Σιφογιάννενα, αλλά και +φρόντισε να χαμηλώση τη φωνή της. + + — Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές είντα θα γενή. + +Με βαθύ αναστεναγμό η γυναίκα είπε: + + — Ω Χριστέ μου! + +Έπειτα: + + — Κείντα θα κάμης εδά; + + — Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέωμαι Γιάννης και θα λέωμαι Τζαφέρης. Θα +φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι +τούρκος. + +Μείνανε συλλογισμένοι κάμποσα λεπτά. Έπειτα η γυναίκα είπε: + + — Δεν πας να το πης και του παπά; + + — Κείντα μπορεί να μου κάμη κιο κακορρίζικος ο παπάς; Να βρη το +μπελλά του κιαυτός; + + — Μια βουλή θα σου δώση. + +Ο Σιφογιάννης πήγε την ίδια βραδιά και ζήτησε γνώμη του παπά. Αλλ' ο +παπάς, ένας καλός και με θάρρος χριστιανός, του υποσχέθηκε κάτι +περισσότερο· τη μεσολάβησή του: + + — Θα πάω 'γώ να τόνε δω· κιο Θεός να δώση να τόνε βρω στσι καλές +του. Μάνεν τόνε βρω στα δαιμόνια του, και για σένα δε θα κάμω πράμμα +κεμένα μπορεί να μου δώση κιαμιά μπιστολιά. Η γιαλήθεια είνε πως +όντεν έρχεται στο χωριό δε μου αγριγιομιλεί. Να σου πω κιόλας πολλά +κακός δεν είνε...(είπε σταυτί τον Σιφογιάννη) μάνε κουζουλός... θαρρώ +πως πίνει κιόλας. + +Όσο να περιμένη την απάντηση του παπά, ο Σιφογιάννης δε βγήκε από το +σπίτι του. Αν έβγαινε, έπρεπε να βγάλη τη μαύρη πέτσα και ναρχίση να +κάνη εξωτερικώς τον Τούρκο. Αφήκε μια μέρα και τη δεύτερη πήγε ο +πάπας στο Μοχό νάβρη τον Αγά. Κιόταν το βράδυ γύρισε, είπε στη +Σιφογιάννενα από την πόρτα: + + — Ανεζινιό, είν' ακόμ' από κεινά τα Λασιθιώτικα σύγλυνα; Να τα +τηγανήσης μαυγά να τα φάμε μαζή. + +Κιαφού μπήκε κέσπρωξε την πόρτα, είπε: + + — Φέρε και κρασί. Ο αγάς μου παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά +του. + + — Καλό μουζντέ(116) μάςε φέρνεις, ευλοημένε; είπε η γυναίκα. Δόξα +σοι ο Θεός! + + — Δοξασμένο νάνε τόνομά του! είπε κιο Σιφογιάννης κέκαμε το σταυρό +του. + + — Ο Θεός αλήθεια έκαμε και τον εβρήκα στα καλά του, είπεν ο παπάς. +Και κατές είντα μούπε; Σε 'δε, λέει, πως δεν είσαι καλός χριστιανός, +γιατί πήαινες να δουλέψης μέρα σκόλη, και γιαυτό 'βαλε στο νου του να +σε κάμη Τούρκο. + + — Η αμαρτία, μουρμούρισε η Σιφογιάννενα. + + — Δε σας είπα πως ο Μόχογλους δεν είνε κακός; Μαγάρι νάσαν κιάλλοι +Τούρκοι σαν κιαυτόν. Μόνο να μην είνε στα μεράκια και τα μπουριά του. +Ώστε να με δη, ένιωσε γιατί πήα κιάρχιξε να γελά. Στο ύστερο μου +λέει: «Σαν τόνε θες, εσύ παπά, χριστιανό, χάρισμά σου. Ας μείνη στην +πίστη σας. Και καλά 'καμες κήρθες γλίγωρα, γιατί, α μαθητευότανε πως +ετούρκεψε, δε θα μπόριε μπλειο να ξετουρκέψη. + +Τόσο βάρος έφυγε από το στήθος του Σιφογιάννη και τόση χάρη γνώριζε +για το γλυτωμό του, που ευχήθηκε για τον τύρανο: + + — Ο Θεός να του δώση τσοι χρόνους που μούκοψε! + + + +Ο ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ + + + +Ο Δριμομιχελής έπινε χρόνια και μόνον όταν αρρώστησε έπαψε να πίνη. +Τότε ησύχασε και το χωριό από τις βλαστήμιες και τις κακίες του. Το +κρασί, που στους πολλούς φέρνει ευθυμία, χωρατά και τραγούδια, σαυτόν +έφερνε νεύρα και θυμούς, βρισιές και βλαστήμιες. Κ' επειδή προ ετών +είχε κάμει έξω, είχε πλουτίσει εκεί το υβρεολόγιό του· κήτο απ' +αυτούς που τα τελευταία έτη έφεραν στην Κρήτη τις βλαστήμιες για το +Χριστό, την Παναγία και το Σταυρό, πούσαν άγνωστες στην Κρήτη. + +Για να πάψη να πίνη, έπρεπε νάχη αρρωστήσει βαρειά. Φαινότανε +πουντιασμένος. Έβηχε κείχε πυρετό και δύσπνοια. + +Στο χωριό του κάμανε τα συνειθισμένα για το κρυολόγημα, τριψίματα, +ζεστά, βεντούζες και τα τέτοια· αλλ' η κατάστασή του χειροτέρευε. +Τότε στο παραλήρημα του πυρετού άρχισε να ζητά κρασί· κεπειδή δεν +τούδιδαν, βλαστημούσε όλη την ώρα κέλεγε πως, όταν θα σηκωνότανε, +θάσφαζε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. + +Στο μικρό του χωριό γιατρό δεν είχαν και τον πήγαν με μουλάρι στο +κεφαλοχώρι πούταν η πρωτεύουσα της επαρχίας. Εκεί είχε συγγενικό +σπίτι, όπου να μένη και να τον βλέπη γιατρός. Μπορούσαν να καλέσουν +το γιατρό στο χωριό, αλλά έκριναν οικονομικώτερο να πάνε τον άρρωστο +στο γιατρό. Η ιδέα ότι θα ξόδευαν λιγώτερα δεν τους αφήκε και να +λογαριάσουν ότι ο δρόμος, όσο λίγος κιαν ήτο, θα χειροτέρευε τον +άρρωστο. + +Ο γιατρός που τον κάλεσαν να τον κυτάξη είπε πως είχε πνευμονία. Είδε +συνάμα πως η μύτη του ήτον κόκκινη και ρώτησε αν έπινε. + + — Ου! αποκρίθηκαν οι δικοί του, σταμνιά πίνει. + +Ο γιατρός έκαμε μορφασμό που σήμαινε: «Διάολε! αυτό 'νε κακό». + +Τον βαλαν εκδόρια, μα η πνευμονία είχε προχωρήσει κιο γιατρός δεν +είχε πολλές ελπίδες. Ο άρρωστος στην αγωνιώδη κατάσταση πούτονε βρήκε +τη δύναμη να πη του γιατρού: + + — Εγώ, θαρρώ, γιατρέ, πως, α μου δώσουνε να πιώ τσικουδιά, θα με +κάμη καλά. + + — Ο Θεός φυλάξοι! είπεν ο γιατρός. Σταλιά. Μήτε ρακή, μήτε κρασί. + +Ο Δριμομιχελής μουρμούρισε μια βλαστήμια. + +Μετά τρεις μέρες ήτο τέτοια η κατάστασή του, που ο γιατρός είπε ότι +δεν είχε πεια καμμιά ελπίδα. Μόνο για παρηγοριά αφήκε μερικές +παραγγελίες κέφυγε γιατί τον ζητούσαν βιαστικά σένα μακρυνό χωριό. + +Κοντά το μεσημέρι έπαθε ο άρρωστος ένα τέτοιο παροξυσμό της +αρρώστειάς του, που σε λίγη ώρα τελείωσε. Πρόφτασε όμως την τελευταία +τον στιγμή να πη μια βλαστήμια. + +Αφού τελείωσε, τι να τον περιμένουν; Άρχισαν ετοιμασίες για την +κηδεία. Πρόφτασαν και κάλεσαν από το χωριό και τους δικούς του, όσοι +δεν ήσαν κοντά του. Και στις τρεις ήτο σαβανωμένος. Αλλά μες στα +μοιρολόγια των γυναικών κενώ ετοιμάζοντο να τον σηκώσουν, ο πεθαμένος +κινήθηκε κιάνοιξε τα μάτια του. Αυτοί πούσκυβαν να τον σηκώσουν +σύρθηκαν πίσω κιο θρήνος έπαψε. + + — Είντα νε, μωρέ, τούτονέ; είπε με τρομερή φωνή ο πεθαμένος. +Ζωντανό, μωρέ κερατάδες, θέλετε να με θάψετε, και μου βάλετε τα +λαζάρια; + +Συνάμα σηκώθηκε, λευτέρωσε τα χέρια του από τα σάβανα, πετάχτηκε πάνω +κέτρεξε σε μια ξιφολόγχη πούτον κρεμασμένη στον τοίχο. + +Το δωμάτιο άδειασε. Όλοι έτρεξαν έξω και στον πανικό των ακούστηκε +πως ο πεθαμένος εβρυκολάκιασε. + + — Εκαταχάνεψε. + +Μόλις πετάχτηκαν έξω οι τρομαγμένοι, φάνηκε κατόπιν κιο Δριμομιχάλης +με τα σάβανα σκισμένα και με τη ξιφολόγχη στο χέρι. + + — Σταθήτε, άτιμοι, φώναξε, να δήτε αν απόθανα γη ζω! + +Έμοιαζε με μανιακό, πούχε φύγει από τα δεσμά του φρενοκομείου. Τα +μάτια τον ήσαν τρομερά και τα κινήματά του φανέρωναν τη νευρική +υπερένταση της μανίας. Προχωρούσε με το άσταθο βήμα λυσσάρικου +σκυλιού· αλλά όλος ο κόσμος έφυγε μπροστά του και μόνον από παράθυρα +τον είδαν μερικοί κιαυτοί μόλις πρόβαλαν λιγάκι τα κεφάλια των. + +Μπροστά σένα μαγαζί, που τώχε κλείσει ο πανικός, στεκόταν ένα +μουλάρι, στρωμένο με μια πατανία. Ο καταχανάς ανέβηκε σένα πεζούλι +δίπλα και πήδηξε στο μουλάρι. Πήρε το χαλινάρι κέδωκε δρόμο του +μουλαριού. Το μουλάρι θα τρόμαξε βέβαια από τον αλλόκοτο αναβάτη, +αλλά και με τέτοια μανία το κτυπούσε ο καταχανάς με τη ξιφολόγχη, που +το ζώον άρχισε να τρέχη σαν τρελλό. Ο καταχανάς όμως στεκότανε καλά +στο σαμάρι. + +Κατόπιν του έτρεξε κένα πλήθος, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι τον +κεφαλοχωρίου. Άλλοι από συγγενικό ενδιαφέρο, άλλοι από περιέργεια +κένας από συμφέρο. Ο χωρικός πούχε το μουλάρι. Αυτός πήγαινε πρώτος. + +Ο καταχανάς τραβούσε προς το χωριό του· κιόταν έφτασε πέζεψε και +μπήκε στο σπίτι του, όπου 'χε μείνει μόνο μια γριά μισόστραβη, +συγγένισσά του. Ανέβηκε στο ανώγι· κιόταν μπήκαν στο χωριό κείνοι που +τον ακολουθούσαν και φάνηκαν στις γωνιές των δρόμων, γιατί δεν είχαν +το θάρρος να πλησιάσουν και να προβάλλουν φανερά, ο καταχανάς φάνηκε +σένα παράθυρο. Κρατούσε δίκανο και φώναξε: + + — Κιως επαέ, μωρέ γεβεντισμένοι, με ζυγώνετε για να με θάψετε +ζωντανό; + +Τους λόγους τον ακολούθησαν δύο πυροβολισμοί. Κανείς δεν έπαθε +τίποτε· αλλά κιο καταχανάς αποσύρθηκε από το παράθυρο. Ποιος όμως να +μπη μέσα να δη τι απόγινε; + +Μόνο το βράδυ βράδυ πήρε αυτό το θάρρος ένας και βρήκε τον καταχανά +πεθαμένο και δίπλα του μια κανάτα αδειασμένη και σπασμένη. Αυτή τη +φορά ήτο σωστά πεθαμένος. + + + +ΤΕΛΟΣ + + +1) Σαυτό το διήγημα προσπάθησα να εφαρμώσω τις ιδέες μου περί +νεοελληνικής πεζογραφίας. Μεταχειρίζομαι τα κυριώτερα και +θεμελιωδέστερα στοιχεία από την νέαν γλώσσαν, αλλά και στοιχεία της +αρχαίας, τα οποία με την καθαρεύουσαν εισήλθαν και ανέζησαν εις τον +προφορικόν λόγον και μάλιστα αντικαθιστούν ξένες λέξες, αλλά και δεν +είνε αταίριαστα με το τυπικόν της νέας Ελληνικής. Ο διάλογος είνε στο +ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης, όπου αναφέρεται η διήγηση. + +2) Μπλειο, πεια, πλέον. + +3) Εδά (ήδη) τώρα. + +4) Μαντινάδα, δίστιχο. + +5) Όι, όχι. + +6) Ξανοίγω, τηρώ, παρατηρώ, κυτάζω. + +7) Απηλογούμαι = αποκρίνομαι, απαντώ. + +8) Μπαλωτιά, τουφεκιά. + +9) Κα (καλέ). + +10) Μακρύς, ψηλός. Μακραίνω, ψηλόνω. + +11) Κάνει, πρέπει, αρμόζει. + +12) Γιωργής, υποκοριστικό σοβαρώτερο από το Γιωργιό. + +13) Στην ανατολική Κρήτη η αύξηση όπου τονίζεται, γίνεται χρονική και +το ε γίνεται η· ήκανα, αλλά εκάμαμε. + +14) Κοπέλι, παιδί. + +15) Πρέπει, φαίνεται. + +16) Αναζητώ = ποθώ, νοσταλγώ. Η α ν ά εις τα σύνθετα διατηρείται +στη δυτική Κρήτη· αλλά στην ανατολική Κ. γίνεται α ν ε. + +17) Ντελικανής (Τουρκ) νέος, λεβέντης. + +18) Μτεγεντίζω (Τουρκ) προτιμώ, μου αρέσει ένας ή κάτι. + +19) Λοιπόν. + +20) Λίγο. + +21) Ροδαρά, ανθοδέσμη. + +22) Παράωρος και παράουρος σ'την Κρήτη σημαίνει τον εξαμβλωματικό, +τον κακοπλασμένο. + +23) Φορδακός κιαφορδακός, ο βάτραχος. + +24) Κάρδαμα των ποταμών. + +25) Ομήλικους. + +26) Και γ ι ά δ ε = ιδού, ορίστε, κυτάχτε. + +27) Κούκλες. + +28) Μάνιτα, θυμός. Μανίζω = θυμόνω. + +29) Βεγγέρες του χωριού. + +30) Σαρνητικές φράσες, πράμμα σημαίνει τίποτε. Δεν έχω πράμμα. + +31) Της έλεγα + +32) Καϋμέχορος και Καψούρης ευφημιστικώτερα του Καϋμένου. + +33) Ταχυνή, πρωί. + +34) Χόρτο δεν κόβγω = δε χάνω στιγμή. + +35) Μόνο = αλλά. + +36) Σφίγγω = τρέχω. + +37) Εκειά, 'κειά = εκεί. + +38) Μος = μόλις. + +39) Στη γειτονιά = επίσκεψη. + +40) Καύκος = εραστής, κυρίως μοιχός. + +41) Κ ι ρ α τ ζ ή ς (κιράς = μίσθωμα) αγωγιάτης. (Τουρκ) + +42) Στερεύγω, φυλάω. + +43) Δεν είν' ο στεμός μου = Δε θα μπορώ να μείνω. + +44) Πήγαινε. + +45) Κερατιά, η χαρουπιά. Την λέγουν και Ξυλοκερατιά. + +46) Ρίχτρα, καταρράχτης. + +47) Η φανιά τον δε θα βρεθή ή δε θακουστή = δε θα μείνη τίποτε. + +48) Αρμηνεύγω και Ορμηνεύγω, συμβουλεύω. + +49) Ωζά, ζώα, τα γιβοπρόβατα. + +50) Τσιφτές (τουρκ.). δίκαννο. + +51) Σβολώνω, σακατεύω. + +52) Ότι, ότι. + +53) Παίζω, πυροβολώ, σκοπεύω. + +54) Μαδάρα ψηλή κορυφή, γυμνή. + +55) Μιτάτο, στάνη. Και μάντρα. + +56) Αρόλιθος, πέτρα με κοίλωμα, όπου διατηρείται το νερό της βροχής. + +57) Ριζίτης, ορεινός. Κατωμερίτης και καμπίτης, ο πεδινός. + +58) Τουλάχιστο ίσης ηλικίας. + +59) Λέγεται γιοργάς. + +60) Δικός και δικολογιά, συγγενής. + +61) Πεφτω, προσπίπτω. + +62) Πριχού, πριν. + +63) Κάθ' αργά, κάθε βράδυ. + +64) Αλάργο, μακριά. + +65) Να σε φυλάττη. + +66) Αφού. + +67) Τίποτε. + +68) Θα θεραπευθή. + +69) Τη βρίζεις. + +70) Εχθρεύεσαι. + +71) Ραδιουργίες. Από το φτίλι = ψιτίλι. + +72) Αξώνα και Αξιώνω = βασανίζω, προξενώ κακά. + +73) Τούρκος ειρηνοδίκης ή αστυνόμος. + +74) Περιουσία. + +75) Γιαγέρνω και γαέρνω = επιστρέφω. (Μεσαιωνικό Διεγείρω). + +76) Τουλάχιστον. + +77) Βρύργια, βουργίδι και βουργιάλι, σακκίδιο, πήρα. + +78) Σκιά. + +79) Χαρακτηριστικά. + +80) Αποτελέσματα, κατάντια. + +81) Καίει, φλέγει. + +82) Μάκι [δαμάκι), λιγάκι. + +83) Κλητική στη λέξη μάνα. + +84) Βράχος. + +85) Ξανοίγω, παρατηρώ. + +86) Νεύματα. + +87) Διαντερίζω, διακρίνω. + +88) Μικιός (και μιτσός) μικρός, μική, μικιό. + +89) Ότι, ότι. + +90) Αναθιβάλω, θυμούμαι, αναφέρω. + +91) Εξ αιτίας. + +92) Και απήτις = αφού. + +93) Λέγεται για τον πυρετό. Με τινάσει = με πιάνει ρίγος. + +93α) Αναμνήσεις + +94) (Τουρκ.) Ο Θεός να τον συχωρέση. + +95) Ασής (Τουρκ.) επαναστάτης. + +96) Σιργούνι (Τουρκ.) εξορία. + +97) Ας είνε. (Τουρκ.) + +98) Μουλάς, τίτλος γραμματισμένου Τούρκου. + +99) Μα το Θεό (Τουρκ.) + +100) Επίτηδες. + +101) Από ένα ιστορικό επεισόδιο. + +102) Ό,τι θέλεις + +103) Τράφος, ξερότοιχος, ξερολιθιά. + +104) Αντιπρόσωπος ή επιστάτης του Αγά, τύραννος φοβερώτερος και του +Αγά. + +105) Στενή οθόνη, που τύλισε την κεφαλή. + +106) Τουρκ. Δηλαδή. + +107) Λοιπόν. + +108) Αγναντίζω (Τουρκ.) καταλαβαίνω. + +109) Περιτομή. + +110) Πλύσιμο για την προσευχή. + +111) Στο καλό. (Τουρκ.) + +112) Ιμάμης, ιερεύς μωαμεθανός. + +113) Χαζιρεύγομαι Τουρκ. ετοιμάζομαι. + +114) Χοιρινά κρέατα διατηρημένα στο λίπος των. + +115) Τουρκ. Αποπληξία, (Λεγότανε και Νταμουλάς, κιαυτό τουρκικά). + +116) Μουζντές (Τουρκ.) χαμπάρι, άγγελμα. + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of First Love, by Ioannis Kondylakis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK FIRST LOVE *** + +***** This file should be named 34972-0.txt or 34972-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/4/9/7/34972/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/34972-0.zip b/34972-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0007c72 --- /dev/null +++ b/34972-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..d5a68e5 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #34972 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34972) |
