summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--34972-0.txt4431
-rw-r--r--34972-0.zipbin0 -> 94439 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 4447 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/34972-0.txt b/34972-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..2be07b0
--- /dev/null
+++ b/34972-0.txt
@@ -0,0 +1,4431 @@
+The Project Gutenberg EBook of First Love, by Ioannis Kondylakis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: First Love
+
+Author: Ioannis Kondylakis
+
+Release Date: January 15, 2011 [EBook #34972]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK FIRST LOVE ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes
+have been converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι
+υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+Ι. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
+
+
+ΠΡΩΤΗ
+ΑΓΑΠΗ
+
+ΔΙΗΓΗΜΑ
+
+
+ΕΚΔΟΤΗΣ Γ. Π. ΦΟΡΤΣΑΚΗΣ ΧΑΝΙΑ 1919
+
+
+ΣΤΟΝ
+
+ΑΡΙΣΤΟΝ ΚΑΜΠΑΝΗΝ
+Τ' ΑΦΙΕΡΩΝΩ
+Ι. Κ.
+
+
+
+ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ (1)
+
+
+
+
+Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών, αφ' ότου ωρισμένοι τύποι γυναικών μου
+άρεσαν εξαιρετικά. Αλλά για μερικές απ' αυτές ήτο τόσο ξεχωριστή η
+προτίμησή μου και τέτοια συγκίνηση αισθανόμουν όταν τις έβλεπα όταν
+με επλησίαζαν, μου μιλούσαν και μάλιστα με χάιδευαν, ώστε σήμερα να
+νιώθω πως η αγάπη μου γι' αυτές ήτο κάτι περισσότερο ή κάτι
+διαφορετικώτερο από κοινή και απλή αγάπη. Στην αρχή αυτή η αγάπη ήτο
+στην αίσθηση, προ πάντων στην αφή· γιατί μάρεσαν κατά προτίμηση οι
+άσπρες και παχουλές. Το αίσθημα του αρμονικού συνόλου και της
+έκφρασης φαίνεται ότι δεν το είχα στην αρχή ή το είχα πολύ αδύνατο,
+ίσως και διαφορετικό.
+
+Αλλά πάλι, μεταξύ των γυναικών που μάρεσαν, η προτίμησή μου έπεφτε
+στα κορίτσια κι αυτά μεγάλα, πάνω από δέκα πέντε και δεκάξη ετών,
+πούσαν δηλαδή «κοπελιές», τέλεια διαμορφωμένες πεια. Τα μικρά
+κορίτσια, μάλιστα τάνηβα, όχι μόνο δε μάρεσαν, αλλά θαρρώ μάλιστα πως
+μούσαν και λίγο αντιπαθητικά.
+
+Την επανάσταση τον 1866 καταφύγαμε σ' ένα χωριό, ορεινώτερο από το
+δικό μας, για να γλυτώσωμε από τους Τούρκους. Εκεί μας φιλοξένησε για
+κάμποσο καιρόν ένας παπάς Σύγγελος· κ' ήμουν ευτυχής, γιατί μούδιδαν
+μέλι και καρύδια, αλλά περισσότερο γιατί μάρεσαν οι θυγατέρες του
+Συγγέλου, δυο κορίτσια λευκά κι αφράτα.
+
+Η αγάπη μου δεν ήτο προσωπική και δεν γνώριζε αποκλειστικότητες.
+Πήγαινε γενικώς προς τα κορίτσια πούσαν του τύπου της αρέσκειάς μου.
+Όταν γίνηκε αποκλειστική και σταμάτησε σένα και μόνο πρόσωπο, άλλαξε
+και χαρακτήρα κι αίσθημα. Η αγάπη μου γίνηκε ψυχικώτερη.
+
+Ήρθε μέρα πούνιωσα πως απ' όλες που μάρεσαν μια αγαπούσα ξεχωριστά
+και τόσο περισσότερο που κατάλαβα ότι μόνον αυτή αγαπούσα. Τη λέγανε
+Βαγγελιό· ήτο μάλιστα κιακροσυγγένισσά μας. Και το Βαγγελιό δεν είχε
+τον τύπο της έως τότε αρέσκειάς μου. Ήτο ψηλόλιγνη και μελαχροινή,
+ηλικίας πάνω από τα δεκαοχτώ, ίσως και πάνω από τα είκοσι.
+
+Σαυτήν έβλεπα περισσότερο την έκφραση της ψυχής παρά της σάρκας την
+άψυχη λευκότητα κι αβρότητα. Στο εξωτερικό σύνολο του Βαγγελιού, στη
+στάση και στην κίνηση, στη φωνή, στο βλέμμα και το γέλιο
+παρουσιαζότανε μια γλυκειά και πονετική ψυχή. Στα μαύρα της μάτια
+έβλεπα μιαν αγίαν καλωσύνη, κάτι από το βλέμμα της Παναγίας· κι η
+γλυκειά της φωνή, όταν ακόμη έλεγε ασήμαντα κι αδιάφορα, ήτο μουσική
+πούφτανε στα βάθη της ψυχής μου κεγέμιζε τρυφερότητα την καρδιά μου.
+Όσες φορές την έβλεπα, μούδιδε τη χαρά και την ευτυχία κ η φωνή και
+το χαμόγελό της ήσαν τα φάρμακα για κάθε μου λύπη. Όταν μάγγιζαν,
+όταν μεθώπευαν τα χέρια της ή με φιλούσαν τα χείλη της, χυνότανε στις
+φλέβες μου ένα πραϋντικό φίλτρο, πούλυωνε κέδιωχνε κάθε πόνο. Και
+πολλάκις θάθελα να κοιμηθώ κάτω από τα χάιδιά της, σεκείνη τη γλυκειά
+κιάλυπη κατάσταση, και να μη ξυπνήσω ποτέ. Πολλές φορές πραγματικώς
+κοιμήθηκα με τέτοια ευτυχία πάνω στα γόνατά της, όταν το βράδυ
+ερχότανε σπίτι μας γι' αποσπερίδα.
+
+Οι δικοί μου δεν άργησαν να νιώσουν την εξαιρετική αγάπη μου στο
+Βαγγελιό· κιάρχισαν να τη μεταχειρίζωνται ως σωφρονιστικό μέσο, για
+να με ησυχάζουν, να καταπαύουν τις δυστροπίες μου. Κοντά δε στους
+δικούς μου, έμαθαν κοι ξένοι την αδυναμία μου κέπαιζαν με τον πρώιμο
+έρωτά μου. «Ποια θα πάρης, Γιωργιό;» με ρωτούσαν. Κεγώ πάντα έδιδα
+την ίδια απάντηση: «Το Βαγγελιό». Κεπειδή ήσαν κιάλλες μαυτό το όνομα
+στο χωριό, προσδιώριζα: «Το Βαγγελιό της θειας του Δεσποινιού».
+
+Εις το σπίτι μούλεγαν την απειλή: «Καλά, να το πω του Βαγγελιού, να
+μη σ' αγαπά μπλειο!» (2) Και παρευθύς επαύανε και κλάματα και
+αταξίες.
+
+Μια μέρα, πούπαιζα με άλλα παιδιά, έπεσα κέκαμα μεγάλη πληγή στο
+μέτωπο. Αίματα έτρεχαν κέβαλα φωνές μεγάλες. Γυναίκες έτρεξαν
+κεπροσπάθησαν να μου σταματήσουν το αίμα και να με κατασυχάσουν. Αλλά
+μόνον όταν ήρθε το Βαγγελιό και μάγγιξε το χέρι της κιάκουσα τη φωνή
+της, καταπραΰνθηκα με μιας. Μούβαλε κιαράχνη στην πληγή και το αίμα
+σταμάτησε. Έπειτα με σήκωσε στην αγκαλιά της και με πήγε σπίτι. Τι
+ευτυχία που μούδωκε κείνη η πληγή!
+
+Κ' ενώ με πήγαινε, με φιλούσε και μούλεγε:
+
+ — Πονείς ακόμη, Γιωργιό μου; Δεν πονείς· αι;... Μα μπορείς να πονής
+μπλειο 'κειά που σε φίλησα 'γώ; Πόσο μ' αγαπάς εδά; (3)
+
+ — Πολλά, πολλά, της έλεγα κέκλεια τα μάτια μου από ευτυχία.
+
+ — Να χαρώ εγώ!...
+
+Και μούδιδε νέα φιλιά.
+
+Όσες φορές αρρώσταινα, ο καλλίτερός μου γιατρός ήτο το Βαγγελλιό. Άμα
+την έβλεπα, άμα το χέρι της άγγιζε το μέτωπό μου, όσο βαρειά κιαν
+ήμουν άρρωστος, το χαμόγελο ανέβαινε στα χείλη μου. Κ' η παρουσία της
+είχε τη μεγαλείτερη θεραπευτική δύναμη στις αρρώστειες μου. Αλλά και
+τα πειο πικρά και δυσάρεστα φάρμακα τάπαιρνα, ευχάριστα μάλιστα, από
+τα χέρια της.
+
+Η μεγάλη μου ευτυχία ήτο να με κρατή στην αγκαλιά της. Και σα
+μέπαιρνε από κάτω και μεσήκωνε στο ύψος του αναστημάτου της, ήμουν
+στα ουράνια.
+
+Για να γελούν άλλα κορίτσια, άρχισαν τάχα να κάνουν αντίπραξη του
+Βαγγελιού και προσπαθούσαν με χάδια και δώρα να μαποσπάσουν από την
+αγάπη της. Αλλ' εγώ ήμουν ακλόνητος. Κιόταν το Βαγγελιό μάκουε να λέω
+πως μόνον αυτήν αγαπούσα και μέβλεπε να τραβιούμαι από τάλλα
+κορίτσια, πούθελαν να με φιλήσουν, κέτρεχα σαυτήν, ενθουσιαζόταν
+αληθινά, μέσφιγγε στην αγκαλλιά της και με καταφιλούσε. Μούμαθε και
+μια πεισματική μαντινάδα (4) να τη λέω στις αντίζηλές της.
+
+ Μιαν η γιαγάπη παγαπώ, μια 'νε μα το Θεό μου,
+ Και τσ' άλλες παίζω και γελώ, για να περνά ο καιρός μου.
+
+Αλλ' εις το περιβόλι της ευτυχίας μου εφύτρωσε κένα φαρμακερό αγκάθι,
+που το λένε ζήλια. Και το πρώτο του κέντημα τώνιωσα μια μέρα πάκουσα
+να λεν οι γυναίκες πως ο Γιάννης του Ραφτογιώργη, ένα ώμορφο και γερό
+παλληκάρι είκοσι χρονών, αγαπούσε το Βαγγελιό και θα τη ζητούσε.
+
+Έπαιζα εκεί κοντά κιόταν άκουσα την ομιλία πετάχτηκα.
+
+ — Και το Βαγγελιό αγαπά τονε;
+
+ — Μπρε το ζηλιαρόκατο! είπεν η μάνα μου, πούτον με τις άλλες
+γυναίκες.
+
+ — Όι, (5) τη μούρη σ' αγαπά! είπε μια ξαδέρφη μου. Μωρέ νιός και
+θέλγει κιαγαπητική!
+
+Εγώ πλησίασα πεισμωμένος και κτυπώντας τους γρόθους μου τον ένα στον
+άλλο, είπα στη ξαδέρφη μου:
+
+ — Ναι, ναι, εμέν' αγαπά. Α δε σ' αρέσω σένα, του Βαγγελιού ταρέσω.
+Μου το λέει αυτή κείντα λες εσύ δεν τακούω.
+
+ — Μωρέ μούτρα! είπε πάλιν η ξαδέρφη μου.
+
+ — Καλλίτερα 'νε τα δικά σου;
+
+ — Μωρέ, ό,τι κια λες δε σ' αγαπά.
+
+ — Όι, εσέν' αγαπά!
+
+Η ξαδέρφη γέλασε:
+
+ — Εμένα; Δε μου χρειάζεται η γιαγάπη τση.
+
+Από κείνη τη μέρα, για να ερεθίζουν τη ζήλια μου, μούλεγαν κάθε λίγο
+πως το Βαγγελιό δε με ήθελε, γιατ' ήμουν μικρός, κιότι γλίγωρα
+θάτρωγα τη χυλόπητα από το Γιάννη. Κ' εγώ πότε έκλαιγα, πότε θύμωνα
+και πετούσα πέτρες κιό,τι πρόχειρο εύρισκα.
+
+Το χειρότερο είνε πως κιαυτό το Βαγγελιό, χωρίς να προσέχη στο κακό
+που μούκανε, έλαβε μέρος σ' αυτό το παιγνίδι κεύρισκε αφορμές να μου
+λέη:
+
+ — Τότε δε σ' αγαπώ, θα πάρω το Γιαννάκο.
+
+Αν μπορούσα να ψυχολογήσω, θα μ' ανησυχούσε τόνομα ταντίζηλού μου,
+όπως τώλεγε. Από το χάδι, πούδιδε σαυτό τόνομα, θα καταλάβαινα πως
+δεν της ήτον αδιάφορος κιότι η αγάπη της για μένα ήτο παιγνίδι.
+
+Κοντά στους άλλους άρχισε να με πειράζη κιαυτός ο Γιάννης· κιόταν με
+συναντούσε μούλεγε:
+
+ — Γιάε, μωρέ, άντρας, και θέλει και γυναίκα!
+
+ — Ντα δε θα μεγαλώσω κεγώ; τούπα μια μέρα απειλητικά.
+
+ — Ώστε να μεγαλώσης εσύ, θα το πάρω 'γώ το Βαγγελιό.
+
+Να σκάσω εγώ από το θυμό κιαπό τη συναίσθηση της αδυναμίας μου. Αν
+μπορούσα, θα τον σκότωνα· αλλά δε μπορούσα κέπρεπε να σκύψω στην
+τυραννική του υπεροχή, γιατ' ήτον μεγαλείτερος κ' ισχυρώτερος. Μια
+μέρα λέω στη μητέρα μου:
+
+ — Γιάειντα, μα, δε μέκανες πλεια μεγάλο;
+
+Η μάνα μου γέλασε.
+
+ — Όλοι, Γιώργη μου, γεννούνται μικιοί κύστερα μεγαλώνουνε. Και συ σα
+γενής του καιρού του Γιάννη, θα γενής μεγάλος σαν αυτό.
+
+ — Μα ώστε να μεγαλώσω, θα πάρ' ο Γιάννης το Βαγγελιό.
+
+Η μητέρα μου με πήρε στην αγκαλιά της και με χάδια προσπάθησε να με
+παρηγορήση.
+
+ — Ντα δε σούπε το Βαγγελιό πως εσένα μόνο αγαπά;
+
+ — Ναι, μα ο Γιάννης μούπε, πως, ώστε να μεγαλώσω, αυτός θα τήνε
+πάρη.
+
+ — Κεχαθήκαν οι κοπελιές, υγιέ μου; Παίρνεις, σα μεγαλώσης, άλλη και
+καλλίτερη.
+
+ — Όι, εγώ το Βαγγελιό θέλω. Δε θέλω άλλη.
+
+ — Αι καλά, κανακάρη μου, το Βαγγελιό θα πάρης· και μην ακούς είντα
+σου λέει ο Γιάννης.
+
+Τι θάδιδα νάμουν μεγάλος να δη τότε ο Γιάννης!
+
+Σε κάμποσον καιρό γίνηκε ο γάμος μιας ξαδέρφης μου. Καλεσμένο το
+Βαγγελιό, καλεσμένος κιο Γιάννης· εκεί κ' εγώ, που να μην είχα πάει.
+Στο χορό βλέπω το Γιάννη να κρατή το Βαγγελιό κιανάβει η ζήλια μου.
+Κεπειδή όλοι γνώριζαν την αγάπη μου, με κύταζαν με πονηρή περιέργεια.
+Κένας απ' έξω από το χορό μούπε μια πειραχτική μαντινάδα:
+
+ Ξανοίξετε(6) το μπόι του, δέτε και τη θωριά του,
+ Και θέλει κιαγαπητική, διάλε την αθρωπιά του.
+
+ — Απηλοήσου του,(7) μου ψιθύρισε κάποιος από δίπλα μου.
+
+Και σιγά μου υπαγόρευσε την απάντηση:
+
+ Μη με θωρείς κοντό κοντό και χαμηλοζωσμένο,
+ Απού τη γης δε φαίνομαι και τσι καρδιές μαραίνω.
+
+Αλλά το δίστιχο δε μάρεσε, ίσως διότι με πολυμίκραινε. Ήθελα να πω
+κάτι τι πειο περήφανο, απειλητικό μάλιστα, Κι' αυτό μου υπαγόρευσε
+άλλος.
+
+ Μην παίρνεις την αγάπη μου, γιατί θα μεγαλώσω,
+ Και θα σου δώσω μπαλωτιά (8) στη γης να σε ξαπλώσω.
+
+Το πείσμα μούδωκε το θάρρος να πω το δίστιχο, μισό τραγούδι μισό
+απαγγελία. Αλλά και το Βαγγελιό ήρθε στη βοήθειά μου· και με τη
+γλυκειά της φωνή τραγούδησε για μένα:
+
+ Θαρρείς πως είμ' εγώ μικιό πως δεν πονεί η καρδιά μου;
+ Σαν του μεγάλου καίουνται μέσα τα σωθικά μου.
+
+Κιόταν πιασμένη στο χορό πέρασε κοντά μου, έσκυψε μια στιγμή και με
+φίλησε. Ο Γιάννης με κύταζε και χαμογελούσε πειραχτικά, σα να μου
+φάνηκε· κεγώ άρχισα να κλαίω από πείσμα αδυναμίας. Το Βαγγελιό αφήκε
+σε λίγο το χορό, ήρθε και κάθησε κοντά μου κιαφού με πήρε στα γόνατά
+της, μούπε.
+
+ — Γιάειντα κλαις, Γιωργιό μου; Δεν το κατές πως εσέν' αγαπώ;
+
+ — Και το Γιάννη δεν τον αγαπάς; είπα μαναφιλητό.
+
+Αν δεν ήμουν τόσο μικρός, θα διάκρινα ίσως ένα μικρό δισταγμό ατή
+φωνή της όταν μούπε:
+
+ — Δεν τον αγαπώ... καθόλου.
+
+Το Βαγγελιό είπε ψέμα, γιατί το Γιάννη τον αγαπούσε. Ο Γιάννης όμως
+δεν την αγαπούσε αληθινά ή άλλαξε γνώμη και μετά κάμποσον καιρόν
+αρραβώνιασε άλλη. Τότε είδα κεγώ το Βαγγελιό να κλαίη· αλλ' αν κη
+λύπη της πρόδιδε αγάπη για το Γιάννη, μέκαμε να τη συμπαθήσω
+περισσότερο κιακόμη να μου γίνη πειο μισητός ο Γιάννης.
+
+Τα χρόνια περνούσαν, το Βαγγελιό δεν παντρευότανε κεγώ εξακολουθούσα
+να την αγαπώ. Έτσι έγινα οχτώ ετών, έφτασα στα δέκα. Αλλά τότε έγινε
+ανάγκη να πάω σανώτερο σχολείο στην πόλη, που απείχε μιας μέρας και
+περισσότερο δρόμο από το χωριό μας. Εγώ δεν ήθελα να πάω. Ούτε
+φιλοδοξία να μάθω περισσότερα είχα, ούτε να γνωρίσω άλλους τόπους
+πεθυμούσα. Το χωριό, όπου 'τον το Βαγγελιό, οι δικοί μου κοι φίλοι
+μου, ήτον αρκετό για την ευτυχία μου. Αλλά τι να κάμω; το μόνο που
+μπορούσα ήτο να κλαίω κέκλαψα πολύ. Η μόνη μου παρηγοριά ήτο η σκέψη
+ότι θα γύριζα μεγάλος, με γράμματα ανώτερα και με της χώρας τον αέρα,
+ώστε να γίνω περισσότερο άξιος της αγαπημένης μου.
+
+Έκαμα δυο ή τρία χρόνια στην πόλη. Στις διακοπές έβγαινα στο χωριό·
+και μόλις έφτανα, ο νους μου στο Βαγγελιό. Η μητέρα κη αδερφή μου
+άρχισαν να πειράζουνται γιαυτή την προτίμηση. Τις έπιασε είδος
+ζήλιας. Μα, καϋμένο παιδί, έλεγε η μάνα μου, μέλι 'χει αυτή η
+κοπελιά;
+
+Εγώ τώξερα τι μέλι είχεν ή μάλλον τώρα άρχιζα να το νιώθω, διότι έως
+τότε η αγάπη μου ήτο αίσθημα κατά πολλά αυτοαγνοούμενο και μιμητικό.
+Τώρα όμως άρχιζε να καίη και να διαφωτά μέσα μου μια φωτιά που δε μ'
+άφηνε να την αγνοώ.
+
+Αλλά σ' αυτή την αυτοανακάλυψη με βοήθησε και το Βαγγελιό. Ήμουν
+μεταξύ δέκα τριών και δέκα τεσσάρων ετών όταν στις διακοπές του Πάσχα
+πήγα στο χωριό. Στο σπίτι μας βρήκα το Βαγγελιό κη σκέψη πως είχεν
+έρθει επίτηδες, γιατί με περίμενε, μέκαμε να πετάξω. Αλλ' όταν έφυγα
+από την αγκαλιά της μάνας μου για να πάω σαυτήν, βρέθηκα σε μια
+κατάσταση που δεν την είχα γνωρίσει έως τότε. Είχα παραλύσει κέτρεμα.
+
+ — Κ'(9) αυτός εμεγάλωσε, γίνηκε άντρας! είπε το Βαγγελιό. Εγώ
+φοβούμαι να τονε φιλήσω, σαν πρώτα.
+
+Αυτά τα λόγια με χαροποίησαν, αλλά μέφεραν κιάνω κάτω. Ήμουν
+σαστισμένος. Κεγώ φοβόμουν, όχι να ορμήσω, όπως πριν, στην αγκαλιά
+της, αλλά και μόνο να την πλησιάσω. Αλλ' όταν σένα λεπτό νίκησα το
+δισταγμό μου και το Βαγγελιό μ' αγκάλιασε και με φίλησε, μου φάνηκε
+ότι τώρα με φιλούσε διαφορετικά. Τα φιλιά της ήσαν λιγώτερα, αλλά και
+διαρκέστερα κιόλα στο στόμα. Μου φάνηκαν ότι κέκαιγαν κ' αισθάνθηκα
+ότι τα μάγουλά μου άναψαν.
+
+Το Βαγγελιό γύρισε κείπε στη μητέρα μου γελαστή:
+
+ — Εδά που μάκρυνε(10) και μπορώ να τονε φτάνω, δίχως να σκύφτω, δεν
+κάνει(11) μπλειο να τονε φιλιώ.
+
+Η μάνα μου δεν είπε τίποτε, ούτε και γέλασε. Κεγώ δεν τόλμησα να
+ζητήσω εξήγηση, αν κιαυτό πούπε το Βαγγελιό δε μούτον ολότελα
+ευκολονόητο. Η αποσβόλωσή μου αύξαινε από τις πολλές απορίες,
+πούπεοαν διά μιας στο λογισμό μου. Γιατί τώρα δεν τολμούσα να κυτάξω
+το Βαγγελιό στα μάτια; Γιατί την ντρεπόμουνα, σα να την έβλεπα πρώτη
+φορά; Γιατί έλεγε πως τώρα που μεγάλωσα δεν έπρεπε να με φιλούν; Κεγώ
+πούμουν τόσον ανυπόμονος να μεγαλώσω! Μήπως θα καταντούσα τώρα να το
+θεωρώ δυστύχημα πως μεγάλωνα; Από τη ψυχρή σιωπή της μάνας μου
+κατάλαβα πως περισσότερο κιαπό το Βαγγελιό ήτο της γνώμης ότι στην
+ηλικία μου δεν μου ταίριαζαν πεια φιλιά και χάδια. Σήμερο σκέπτομαι
+ότι το Βαγγελιό πέταξε κείνο το λόγο για να δη την εντύπωση και τη
+γνώμη της μητέρας μου. Αλλ' επειδή κη μητέρα μου κατάλαβε το σκοπό
+της σιώπησε. Κη σιωπή της όμως έλεγε τη σκέψη της, κιαπόφευγε συνάμα
+να πη πράμματα δυσάρεστα, που δεν ήθελε να τα πη.
+
+Ταπόγεμα ήρθε μια θεια μου κιάκουσα τη μητέρα μου να της λέγη:
+
+ — Ήρθε κη Βαγγελιά τον Δεσποινιού κήρχιξε το Γιωργή (12) τα φιλιά.
+Ήθελα νάσουνε να δης πως ήκανε (13). Σα νάθελε να ρουφήξη το αίμα του
+κοπελιού! (14)
+
+Η θεια μου σκέφθηκε λίγο κέπειτα είπε:
+
+ — Δε θα παντρευτή μπλειο αυτή η κοπελιά; Αργεί να παντρευτή και
+πρέπει (15) πως απού τη λαχτάρα τση παντριγιάς τσ' έρχεται σαν
+κουζουλάδα.
+
+ — Και στο παιδί μου μένα θα ξεθυμάνη η κουζουλάδα τση;
+
+ — Η πυρωμάδα τση, άλλαξε τη λέξη η θεια μου και χαμήλωσε τη φωνή
+της.
+
+Δεν άκουσα τη συνέχεια της ομιλίας, γιατ' η μάνα μου μ' έδιωξε. Αλλά
+τη στιγμή που ξεπόρτιζα έφτασε σταυτιά μου μια λέξη της μάνας μου,
+πρωάκουστη για μένα, πούμοιαζε με τη μυστηριώδη λέξη της θειας μου.
+Αλλ' από τον τρόπο που 'πε η μάνα μου τη λέξη κείνη, «η πυρωμένη,»
+κατάλαβα πως ήτον υβριστική και κακή. Εμάντευσα δε πως από 'δώ και
+πέρα η αγάπη μου κιντύνευε· και προκαταβολικώς άρχισα νανησυχώ και να
+λυπούμαι.
+
+Το Βαγγελιό δε μετάρθε στο σπίτι μας κάμποσες μέρες.
+
+Αλλ' ήτον και μεγάλη βδομάδα και την έβλεπα στην εκκλησία ή έξω.
+
+Τη μεγάλη Παρασκευή τα κορίτσια τον χωριού σκόρσαν στα περιβόλια και
+στις ανθισμένες πλαγιές και χαρούμενα μάζευαν λουλούδια για τον
+επιτάφιο. Κάθε μία έπρεπε να πάη μιαν ανθοδέσμη στον επιτάφιο της
+ενορίας της κείχανε συνορισιό ποια να συνθέση την ωραιότερη. Εκεί π'
+ανθολογούσαν, σιγοτραγουδούσαν κιόλα. Στο ξεστόλισμα του επιταφίου,
+της κάθε μιας την ανθοδέσμη θα την άρπαζε κείνος που τη ρεγότανε'
+κιαν ήσαν δυο ή τρεις οι εραστές, μπορούσε να γίνη και μάχη. Ώστε,
+κοντά στο θρησκευτικό αίσθημα, ήτο και κάποιο άλλο αίσθημα, που
+κινούσε τους διαλογισμούς των κοριτσιών.
+
+Μια π' αυτές τις κοριτσίστικες συντροφιές πήρε και μένα στο γύρο των.
+Σ' αυτές, εννοείται, ήτο και το Βαγγελιό. Τα κορίτσια με ρωτούσαν πώς
+πέρασα στη χώρα.
+
+ — Και δεν ανεζήτηξες (16) το χωριό; μούπε μια.
+
+Με το κεφάλι έκαμα ναι, αλλά τα μάτια μου στράφηκαν στο Βαγγελιό.
+Αυτό το κίνημά μου τώδαν τα κορίτσια και μια ξεφώνησε:
+
+ — Μπρε τον πονηρό! Είδετε την αμματιά που τσ' ήρριξε;
+
+Γέλασαν κι' αυτή πούκαμε ταναφώνημα είπε στην αδερφή μου:
+
+ — Άκου τα συ. Καλλίτερα 'πό σένα κιαπού τη μάνα του 'χει τη
+Βαγγελιά. Δε ζηλεύγεις;
+
+ — Γιάιντα να ζηλέψω; Εγώ 'μ' αδερφή του. Εσείς πρέπει να ζηλεύγετε,
+που απ' όλες σας εδιάλεξε το Βαγγελιό.
+
+ — Μα θαρρείς πως δε ζηλεύγομε; είπε άλλο κορίτσι με ειρωνία. Τέτοιο
+ντελικανή (17) ποια δε θα τον ήθελε; Μα σα δε μάςε μπεγιεντίζει, (18)
+να σκάσωμε μαθές; (19). Μόνο μικιός που μάςε πέφτει μια ολιά. (20)
+
+Τώρα, βλέπετε, ήμουν μικρός.
+
+Σαυτό το μεταξύ κάτι μουρμούρισε το Βαγγελιό που δεν τάκουσα, αλλά
+μάντευσα ότι η ομιλία της ήτο δυσάρεστη. Έπειτα έτρεξε σε μια
+κουφοξυλιά, καταστόλιστη με τα δαντελωτά λευκά της άνθη. Κ' ενώ
+ψήλωνε, για να φτάξη το άνθος πούθελε να κόψη, έλεγε:
+
+ — Τούτονέ θα βάλω στη μέση τση ροδαράς (21) μου και γύρου γύρου
+τάλλα σειρές.
+
+Αλλά μάλλον φαίνεται πως ήθελε να κρύψη την κοκκινάδα πούχε χυθή στο
+πρόσωπό της και να στρέψη αλλού την ομιλία.
+
+Σε λίγο ένα κορίτσι λέγει του Βαγγελιού:
+
+ — Δεν είδες πως ήλλαξε η φωνή του Γιωργιού;
+
+ — Πώς ήλλαξε; είπε το Βαγγελιό· φαίνεται όμως ότι πρώτη αυτή 'χε
+παρατηρήσει αυτή τη μεταβολή κέκανε πως δεν καταλάβαινε.
+
+ — Εχόντρινε η φωνή του. Μιλεί βραχνά, σαν τα πετειναράκια, όντε
+πρωτοκράζουνε.
+
+ — Αντροπατεί, εξήγησε η αδελφή μου, όπως άκουσε τη μητέρα να λέγη.
+Εμεγάλωσε· δεν τονε θωρείς;
+
+Εγώ ο ίδιος δεν είχα προσέξει σ' αυτή τη μεταβολή της φωνής μου. Αυτή
+δε η παρατήρηση και τα σχετικά που άκουσα μούδωκαν αφορμή κιάλλων
+σκέψεων. Συλλογισμένο ήτο και το Βαγγελιό· κενώ τάλλα κορίτσια
+τραγουδούσαν ή έψαλλαν τροπάρια του επιταφίου, αυτή σιωπούσε. Μια
+στιγμή, σαν να αισθάνθηκα το βλέμμα της, στράφηκα και τα μάτια μας
+αντικρύστηκαν. Με κύταζε μελαγχολική, γιατί 'νιωθε την ταραχή μιας
+καρδιάς, πούτον ακόμη πολύ παιδική για τέτοια βάσανα· αλλά και διότι
+στη δική της ψυχή γινότανε πολύ μεγαλείτερη τρικυμία από το αδύνατο
+αίσθημα όπου την έρριξε η μοίρα της, κιάρχιζε να προβλέπη τα βάσανα
+που την περίμεναν. Σα νάτο μαγνήτης, πάντα κοντά της βρισκόμουν· και
+μια στιγμή πούχαμε μακρυνθή λιγάκι από τις άλλες, σιγοτραγούδησε μια
+μαντινάδα, που μόνον εγώ άκουσα:
+
+ Δεν είνε πόνος να πονή, πόνος να θανατόνη,
+ Σαν την αγάπη την κρυφή, όντε ξεφανερόνει.
+
+Έπειτα με κύταξε και το βλέμμα της έλεγε: «Σε καταλαβαίνω, καϋμένο
+παιδί· μα συ πώς να με καταλάβης;»
+
+Κ' η σοβαρότη πούχε το πρόσωπό της τελείωσε σένα μελαγχολικό
+χαμόγελο.
+
+Τα κορίτσια μιλούσαν για το ξεστόλισμα του Εχτάφιου, ως τον έλεγαν·
+κι' αναμεταξύ των πειραζόντανε για τους αγαπητικούς των. Πείραζαν
+περισσότερο και σκληρά μια άσχημη και παράωρη, (22) Και της απέδιδαν
+ως εραστήν ένα τραυλό, βραδύγλωσσο κηλίθιο, λεγόμενο Δημήτρη
+κεπιλεγόμενο περιπαιχτικά Φορδακό. (23)
+
+ — Βγενιό, της είπε μία, να βάλης στη ροδαρά σου και καρδαμουλίδες.
+(24)
+
+ — Γιάειντα καρδαμουλίδες; ρώτησε άλλη.
+
+ — Γιατί θαρέσουνε του Δημητρού.
+
+ — Η καρδαμουλίδες ταρέσουνε;
+
+ — Δεν αρέσουνε των αφορδακώ;
+
+Το Βγενιό θύμωσε.
+
+ — Εκείνος που μ' αγαπά, μωρή, δεν είν' αφορδακός. Είνε καλλίτερος
+από κείνο που θα πάρης εσύ.
+
+Δεν αφήκαν απείρακτο και το Βαγγελιό και μένα μαζή.
+
+ — Μη ξεχάσης να βάλης χαμηλά τη ροδαρά σου, γιατί δε θα φτάξη το
+Γιωργιό και θα τήνε πάρη κιανείς άλλος.
+
+Το Βαγγελιό έκαμε να γελάση, αλλά φαινότανε πως δεν είχε όρεξη.
+
+Στο πείσμα όμως κείνης πούθελε να με πειράξη γιατ' ήμουν μικρός, εγώ
+στο ξεστόλισμα πήρα την ανθοδέσμη του Βαγγελιού. Αλλ' αν αυτό ήτο για
+μένα θρίαμβος, πολύ φοβούμαι σήμερα ότι το Βαγγελιό θα αισθάνθηκε
+κρυφή λύπη, γιατί δε βρέθηκε κάνεις νέος να πάρη την ανθοδέσμη της,
+αλλά την αφήκαν σένα παιδί δέκα τεσσάρω χρονώ.
+
+Στη δεύτερη Ανάσταση ήρθ' έξω στην εκκλησία το Βαγγελιό κέκαμε το
+Χριστός Ανέστη με τη μητέρα και την αδερφή μου. Ήρθε και σε μένα,
+αλλά τα χείλη της πέρασαν από το μέτωπό μου, χωρίς να γκίξουν.
+
+Έμεινα και τη βδομάδα της Λαμπρής στο χωριό· αλλ' όλες αυτές τες
+μέρες μια φορά μόνο ήρθε στο σπίτι μας το Βαγγελιό και μια φορά πήγα
+στο δικό των. Όταν ήρθε, μούφερε αυγά κόκκινα και κουλούρια. Αλλά
+πάλι δε με φίλησε. Άπλωσε μόνο το χέρι της και μου θώπευσε τα μαλλιά
+κιαφού δεν έκαμε την αρχή, κεγώ δεν είχα το θάρρος. Ενώ όμως μιλούσε
+με τη μάνα μου, πλησίασα στην καθέκλα της και πήρα στάση
+παραπονετική. Διψούσα τα φιλιά της. Το κατάλαβε και ταγαπημένο της
+χέρι απλώθηκε πάλι στο κεφάλι μου. Επήρα θάρρος και κινήθηκα προς την
+αγκαλιά της· αλλά το ίδιο χέρι μέσπρωξε απαλά.
+
+ — Όι, Γιωργή μου, δεν κάνει. Δεν τώπαμε πως εδά' σαι μεγάλος και δεν
+είσαι μπλειο για φιλιά;
+
+ — Καλά σου το λέει, ξενινιασμένε, είπε με θυμό η μάνα μου. Δεν πας
+όξω να βρης τσι σόγκαιρούς (25) σου, μόνο κάθεσαι στο σπίτι με τσι
+γυναίκες, σα νάσαι κοπελιά; Δεν ντρέπεσαι μια ολιά!
+
+Όρμησα έξω, αλλά δεν πήγα μακριά· κιόταν σε λίγο έφευγε το Βαγγελιό,
+μείδε να κλαίω πίσ' από ένα δέντρο. Αλλ' ως να φοβήθηκε τη μάνα μου,
+πούχε προβάλει στην πόρτα, μούρριξε μόνο μια πονετική ματιά και
+πέρασε χωρίς να μου πη λέξη.
+
+Η μητέρα μου ήρθε 'κεί πούκλαιγα και μούπε, με χλευαστική φωνή τώρα:
+
+ — Γιάε (26) κλαίει και δεν ντρέπεται! Γιάε άντρας! Και δε μου λες
+γιάειντα κλαις; Γιατί δε σ' αφήκα να κάνης τον μωρό, να σε
+χαϊδεύουνε, σαν όνταν εκατουργιούσουν απάνω σου; Είδες, μωρέ, άλλο τω
+χρονώ σου να τόνε βάνουν οι κοπελιές στην ποδιά τως; Δε θωρείς το
+μπόι σου; Εσύ 'σαι, μωρέ, μπλειο ντελικανής και θα σε παίζουν ακόμ'
+οι κοπελιές, σα μωρό, να σου λένε πως σαγαπούνε και πως θα τσι πάρης;
+Κρίμας και τα γράμματα πούχεις μαθωμένα! Δεν πας να παίζης τσι
+κουτσούνες(27) μετά κοπελιδάκια; Μα η Βαγγελιά δεν είνε δα και
+κοπελιδάκι. Κοσιεφτά κοσιοχτώ χρονώ 'νε. Αν ήτονε παντρεμένη τον
+καιρόν τση, θάχε παιδιά, σαν εσένα. Μάνα σου πέφτει, μωρέ, και συ
+κάθεσαι και λες πως την αγαπάς και πως θα τήνε πάρης. Μα ώστε να
+φτάξης εσύ τον καιρό τση παντριγιάς, αύτη θάνε γρα, ζαρωμένη και
+φαφούτα. Και δε θωρρείς, μωρέ μπουντάλακα, πως από 'δα δεν τηνε θέλει
+κιανείς και θαπομείνη στο ράφι; θα γεράση απάντρευτη. Μα είδες εσύ,
+μωρέ, άντρα κιανένα να πάρη γυναίκα μεγαλείτερή του; Κεσύ λες πως
+αγαπάς μια γεροντοκόρη, απού σε περνά δέκα πέντε χρόνους κοντά.
+
+Αυτά τα λόγια, αντί να φέρουν το αποτέλεσμα πούθελε η μητέρα μου,
+έφεραν μάλλον το ανάποδο. Κιαν δε μίσησα τη μητέρα μου, για την κακία
+που φανέρωναν τα λόγια της, πάντα θύμωσα πολύ γιαυτήν.
+
+Ως τόσο δε μπορώ να πω, ότι από τη λάσπη πούρριξε έμεινε αλέρωτη
+κιαπαραμόρφωτη η ζωγραφιά πούχα στην καρδιά μου. Αλλά κείνο που πρώτα
+πρώτα ένιωθα την ώρα κείνη ήτον ένας βαθύς πόνος για κείνο που
+μάθαινα, ότι την αγαπημένη μου περίμενε μια μεγάλη δυστυχία, να
+γεράση ανύπαντρη.
+
+Ήμουν πρόθυμος να κάμω κάθε θυσία για να της εμποδίσω κάθε δυστυχία.
+Και πόσον θα ήθελα να πάω να την παρηγορήσω. Να της πω πως ήτο
+πικραμένη και δύστυχη, γιατί περνά ο καιρός και δεν παντρεύεται· μα
+μένα γιατί δε με λογάριαζε; Αν ήμουν ακόμη μικρός (αν και δε μπορούσα
+να βεβαιωθώ αν ήμουν μικρός ή μεγάλος), θα μεγάλωνα· και τότε θα την
+έπαιρνα εγώ. Ας ήτο μεγάλη· η αγάπη μου θάταν πάντα η ίδια.
+
+Αλλά πώς να της πω τέτοια πράμματα, που, και μόνο να τα σκέπτωμαι,
+ντρεπόμουνα και μου φαίνοντανε τεράστια;
+
+Η μέρα που θάφευγα για την πόλη πλησίαζε κήμουν περίλυπος. Όταν προ
+δυο βδομάδων ήρθα στο χωριό, ήμουν τόσο χαρούμενος, με τόσες ελπίδες
+ευτυχίας, και τώρα είχα την απελπισία στη ψυχή. Κη μελαγχολία μου
+φάνηκε στη μορφή μου. Ωχρίαζα κιαδυνάτιζα, ως έλεγεν η μητέρα μου,
+κιαυτό το μεταχειρίστηκε ως πρόφαση εναντίο του Βαγγελιού. Αυτή, με
+τις πρόωρες ιδέες που μούβαλε στο κεφάλι, τάραξε τη γαλήνη της
+παιδικής μου ψυχής και μέβαλε σε λογισμούς αταίριαστους στην ηλικία
+μου.
+
+Την εντύπωση ότι χλώμιανα κιότι έπασχα έκαμα και στο Βαγγελιό, όταν
+μια 'πό τις τελευταίες μέρες συναντηθήκαμε κάτω στα λιόφυτα.
+Βρεθήκαμε σε δρόμο ασύχναστο, που τον σκέπαζαν μεγάλες ελιές.
+
+ — Γιάειντα, Γιωργιό μου, είπε, εχλώμιανες, απού 'σουν σαν
+ταπριλιάτικο ρόδο, όντεν ήρθες απού τη χώρα;
+
+ — Γιατί δεν έρχεσαι μπλειο στο σπίτι μας...και φοβούμαι πως δε...
+
+ — Πώς δε σαγαπώ; Αυτό θες να' πης;
+
+ — Ναι.
+
+ — Όι, Θέλω να μου το πης ο ίδιος. Θέλω να τακούσω απού το χρυσό σου
+στόμα.
+
+ — Φοβούμαι πως δε μαγαπάς μπλειο.
+
+Έπεσε πάνω μου, ως θύελλα, κιάρχισε να με φιλά αχόρταγα κιατέλιωτα
+στο στόμα, στα μάγουλα, στα μαλλιά. Και τόσο μέσφιγγε στην αγκαλιά
+της, που θα πονούσα αν μάφηνε η ευτυχία μου να αισθανθώ πόνο. Έκανε
+σαν τρελλή και με κάθε φιλί μούλεγε και μια φράση πύρινη. Μια στιγμή
+μάλιστα, που μούδωκε στο στόμα ένα φιλί, αισθάνθηκα στα χείλη μου και
+μια ελαφρά δαγκωματιά.
+
+ — Εγώ δε σαγαπώ, εγώ, καρδιά τση καρδιάς μου, εγώ φως των αμματιώ
+μου; Εγώ που χάνομαι, που θα χαθώ για σένα; Αχ! να μπόρουνα να
+σανοίξω την καρδιά μου. Μα θα με καταλάβης;...Εγώ, Γιωργή μου, δε
+σαγαπώ, εγώ, εγώ;
+
+Το κεφάλι της έπεσ' έπειτα στον ώμο μου κάμποσα λεπτά. Η αναπνοή της
+ήτο βίαιη, σαν να κουράστηκε πολύ, κη καρδιά της κτυπούσε δυνατά.
+
+Έπειτα άρχισε να κλαίη και τα δάκρυά της έπεσαν στο πρόσωπό μου.
+Κείπε με φωνή περίλυπη:
+
+ — Μα δε θέλουνε, πουλί μου, να σαγαπώ.
+
+ — Ποιοι;
+
+Αντί να μου δώση απάντηση, με ρώτησε:
+
+ — Εσύ θα μαγαπάς;
+
+ — Ναι.
+
+ — Παντοτεινά;
+
+ — Παντοτεινά.
+
+ — Θέλουνε και δε θέλουνε;
+
+ — Θέλουνε και δε θέλουνε.
+
+Δεν ήτο δύσκολο να καταλάβω ότι η μάνα μου ήτο που δεν ήθελε να
+μαγαπά το Βαγγελιό. Μήπως αλλοιώτικα δεν τώξερα; Η μητρική μου αγάπη
+κη αγάπη μου για το Βαγγελιό πιάστηκαν κείνη την ώρα σε φοβερή πάλη.
+Αλλά σ' αυτό ακούστηκαν βήματα κιομιλίες. Το Βαγγελιό ταράχτηκε και
+μούπε σιγά και βιαστικά:
+
+ — Δεν κάνει να μάςε δούνε μαζή, μόνο φύγε.
+
+Και τραβήξαμε, αυτή προς το χωριό, εγώ προς τα κάτω. Ήμουν πολύ
+συγκινημένος κ' αισθανόμουν σα διαφορετικός άνθρωπος. Στο φανέρωμα
+της φλογερής γυναικίας αγάπης ωρίμασα διά μιας. Και καθώς η πεταλούδα
+βγαίνει από το κουκούλι της και πετά, βρέθηκα σε νέο κόσμο και σε νέο
+φως έβλεπα τον εαυτό μου και την αγάπη μου. Νόμιζα ότι σε μια στιγμή
+από παιδί έγινα άντρας και στα μάτια της ψυχής μου ανοίχτηκαν
+μυστήρια. Κιέξω από την εριστική παραφορά, δε βοήθησε σαυτή τη
+μεταβολή λίγο κι η ταραχή πούδειξε και μούπε το Βαγγελιό, όταν
+ακούστηκαν βήματα, ότι δεν έπρεπε να μας δουν μαζή. Ο φόβος κείνος
+μούλεγε πως ήμουν αρκετά μεγάλος, ώστε να σκανδαλισθούν όσοι θα
+μέβλεπαν σε μέρος ερημικό μένα κορίτσι. Κιόπως οι νέοι, πούχουν
+μουστάκια, ήτο φόβος κεγώ να εκθέσω μαφορμή τέτοια ένα κορίτσι. Το
+χέρι μου πήγε στο πάνω χείλος μου κεχάδεψε ανύπαρκτο μουστάκι. Χωρίς
+άλλο όμος δεν ήμουν όπως προ μισής ώρας. Στην ήσυχή μου παιδική σάρκα
+τώρα άρχιζαν να συνταράσσουνται και να χοχλάζουν ηφαίστεια. Η
+ανάμνηση του γυναικείου κόρφου, π' άγγιζε και πιεζότανε πάνω μου,
+άναβε το αίμα μου και στη φαντασία μου παρουσιάζοντο απόρρητα της
+ζωής, που, έως τελευταία μόλις υπώπτευα κι' ακόμη μούμεναν σκοτεινά
+και μυστηριώδη.
+
+Τη δευτέρα του Θωμά έφυγα για την πόλη, Κι' αυτή τη φορά η λύπη μου
+ήτο μεγαλείτερη παρά την πρώτη αναχώρησή μου. Διότι το Βαγγελιό δεν
+ήρθε να μαποχαιρετήση τώρα που το πεθυμούσα περισσότερο. Αλλ' όταν
+μάκρυνα λίγο από το χωριό, φάνηκε το σπίτι της θειας του Δεσποινιού
+στο πάνω μέρος του χωριού, ένα κάτασπρο δίπατο σπίτι με γάστρες στα
+ψηλά του παράθυρα και μια μεγάλη πορτοκαλιά στην αυλή. Μου φάνηκε πως
+σένα παράθυρο πρόβαλλε το Βαγγελιό. Ήτον εκεί και περίμενε να με δη
+όταν θα παρουσιαζόμουν στ' ανοιχτό μέρος τον δρόμου. Πολλές φορές
+στράφηκα κι' αποχαιρετούσα το σπίτι της αγαπημένης μου, που τη
+φανταζόμουν να κλαίη ανάμεσα στ' άνθη· κη καρδιά μου μέσα έλεγε τα
+τρυφερότερά της λόγια. Αλλ' όταν ο δρόμος απογύρισε κένα ύψωμα έκρυψε
+το χωριό, μου φάνηκε ότι το βουνό κείνο καταπλάκωσε τη ψυχή μου.
+
+Έκλαψα πολύ στο δρόμο κιόταν έφτασα στην πόλη μού φάνηκε μαύρη. Πώς
+θάχα την υπομονή να περάσω τους μήνες πούμεναν ακόμη έως τις θερινές
+διακοπές; Και πώς θάχα νου να μελετώ και να παρακολουθώ την παράδοση;
+Άμα έπιανα βιβλίο, έμπαινε ανάμεσα της σελίδας και της προσοχής μου
+ένα πρόσωπο με μαύρα λυπημένα μάτια κι άκουα την αγαπημένη φωνή να
+μου λέγη. «Θέλουνε και δε θέλουνε, θα μ' αγαπάς;»
+
+Έτσι περνούσα τις σελίδες αφηρημένος, σαν νάσαν χαρτί άγραφο. Οι
+καθηγητές μου μαγαπούσαν έως τότε και με θεωρούσαν από τους
+καλλίτερους στην τάξη μου. Και τώρ' απορούσαν και μούλεγαν:
+
+ — Τι έπαθες, παιδί μου; Στο χωριό τον αφήκες το νου σου;
+
+Ο αγωγιάτης, που μ' επήγε στην πόλη με το μουλάρι του, ήτο χωριανός
+μας με τόνομα Δρακογιώργης. Όταν μαφήκε να γυρίση στο χωριό, μούπε:
+
+ — Και δε θα μου κάμης εδά, Γιωργιό, κιαμιά παραγγελιά για το χωριό;
+Δε θα πω χαιρετίσματα σε κιανένα;
+
+ — Σόλους να πης, τούπα ανόρεξα.
+
+ — Και σε κιαμιά ψυχή ξεχωριστά; ξαναρώτησε με πονηρό χαμόγελο.
+
+Κύμα θυμού ανέβηκε στο λαιμό μου. Μου φάνηκε πως αυτός ο χωριάτης
+έβαλε τα χοντρά και λερωμένα χέρια του στην καρδιά μου και βεβήλωσε
+τάγια των αγίων. Εγώ που άλλοτε έλεγα σόποιο με ρωτούσε ποιαν αγαπώ
+και ποια θα πάρω, τώρα ήθελα να κρύβω την αγάπη μου στα κατάβαθα της
+καρδιάς μου.
+
+ — Σε κιαμμιά, είπα απότομα.
+
+ — Καλά· θα μαρτυρήσω κεγώ του Βαγγελιού (κατές το δα πως είμεστα
+γειτόνοι) πως είπα του Γιωργιού αν έχη να πέψη στο χωριό ξεχωριστά
+χαιρετίσματα κιαυτός μούπε με μάνιτα (28) πως δεν έχει. Θες να τση το
+πω;
+
+Μιλιά εγώ. Αλλ' όταν ο αγωγιάτης δευτέρωσε την ερώτηση του, δεν
+κρατήθηκα κείπα όχι μένο ζωηρό ανασήκωμα του κεφαλιού.
+
+Ο Δρακογιώργης γέλασε.
+
+ — Πονηρέ! κρουφό τώχεις, αι; Πότ' έγιν' η κολοκύθα, πότ' εμάκρυν' ο
+λαιμός τση!
+
+Μέπιασε μια ανησυχία, γιατί φοβόμουνα τι θα πήγαινε να πη στο
+Βαγγελιό ο Δρακογιώργης. Επειδή τον γνώριζα, ότ' ήθελε να κάνη
+αστεία, ίσως θα πήγαινε να πη στο Βαγγελιό πως δεν την αγαπούσα, για
+να κλέψη κιαπ' αυτήν το μυστικό. Και σκέφθηκα να της γράψω γράμμα·
+αλλ' αμέσως μετανόησα. Αφού δεν ήξερε γράμματα η φτωχή, πως θα το
+διάβαζε και σάλλον πώς να εμπιστευθή να της το διαβάση;
+
+Ως τόσο κάθησα κέγραψα ένα γράμμα. Σαυτό τη βεβαίωνα για την αγάπη
+μου και τη λύπη μου που δε την είδα να την αποχαιρετήσω όταν έφευγα.
+Αλλά και γιαυτό φοβόμουν μήπως πήγαινε κανείς να της πη ψέμματα πως
+έπαψα να την αγαπώ. Της εξηγούσα τι συνέβηκε με τον Δρακογιώργη· και
+την έκανα προσεκτική να μη της πη ψέμματα ο αγωγιάτης και γελαστή
+κιαυτή. Τελείωσα έπειτα το γράμμα με όσες μαντινάδες του χωρισμού
+ήξερα.
+
+Τον «Ερωτόκριτο» γνώριζα έως τότε από τις χειμωνιάτικες
+αποσπερίδες(29), όπου τον διάβαζαν με μια τραγουδιστή απαγγελία. Τον
+γνώριζα κιαπό τα μέρη που τραγουδούσαν στο χορό. Αλλά μόνον τότε
+μούτυχε το βιβλίο και το διάβασα ολόκληρο. Και τόσο βρήκα τον πόνο
+μου στους στίχους του αποχαιρετισμού, ώστε έκλαιγα ενώ τους διάβαζα.
+Μούρθε μάλιστα και ιδέα να κάμω κι' εγώ ένα παρόμοιο ποίημα και να
+περιγράψω τα ερωτικά μου βάσανα. Αλλ' η στιχουργική μου επιχείρηση
+δεν πήγε πολύ μακριά. Την αφήκα γρήγωρα. Δεν αφήκα όμως και τα
+γράμματα. Σχεδόν κάθε μέρα έγραφα ένα κατά τη ψυχική μου διάθεση. Και
+τα φύλαγα με τη σκέψη να τα διαβάσω τον Βαγγελιού όλα μαζή, όταν το
+καλοκαίρι θα πήγαινα στο χωριό.
+
+Μετά καιρό είδα και πάλι τον αγωγιάτη στην πόλη. Αλλ' αυτή τη φορά
+δεν μαστειεύθηκε για το Βαγγελιό. Μούφερε δυσάρεστα νέα.
+
+ — Η Βαγγελιά, η καϋμένη, δε μπορεί.
+
+ — Είντα 'χει; ρώτησα μ' ανησυχία, που δε φρόντισα να κρύψω.
+
+ — Κιανείς δεν κατέει. Όλο ανήμπορη κιαρρωσταρά νε. Δε μπορεί καλά
+καλά να σηκώση το σταμνί να πάη στη βρύση.
+
+Και με τη μάνα σου' νε στα μαχαίρια, μα είντα 'χουνε δε μπόρεσα να
+καταλάβω. Η μάνα σου δε θέλει να τη δη στα μάτια τση και λέει και
+κακά λόγια για την καϊμένη την κοπελιά. Μ' αυτή δεν ανοίγει το στόμα
+τση. Ποτέ δεν την ήκουσα να πη κακό για τη μάνα σου. Μα σάμπως λέει
+αυτή ποτέ για κιανένα και στραβά πατεί; Δεν ήθελε και να μάθης πως η
+μάνα σου τήνε κατατρέχει· και μου διπλοπαράγγερνε να μη σου πω
+πράμμα.(30) Μα γιάειντα να μη σου τα πω να τα κατές; Εγώ τση
+χωράτευγα και τσ' ήλεα(31) πως έτσα τα τσιγκρίζουνε πάντα η πεθερές
+και νυφάδες, μα τα καϋμέχαρο(32) το Βαγγελιό δεν έχει όρεξη για
+γέλια. Εσένα μου παράγγερνε να σε χαιρετώ και μούδωκε κένα χαιρετισμό
+να σου βαστώ· κάμποσα κουλουράκια να τρως την ταχυνή(33) όντε πας στο
+σκολειό να τση θυμάσαι. Ύστερα μούπε πως αν τύχη κέμαθες από άλλο πως
+η μάνα σου τη μάχεται να μη θαρρέψης, λέει, πως κιαυτή 'χει όχθριτα
+τση μάνας σου, γιατί ό,τι κιαν τση λέη, αυτή δε θέλει το κακόν τση.
+
+Το Βαγγελιό του διπλοπαράγγειλε, γιατί γνώριζε τη ψυχή μου και
+καταλάβαινε ότι θα γινόμουνα δυστυχής όταν θα μάθαινα πως η μητέρα
+μου ήτον άδικη και κακή. Ο χωριάτης όμως από μοχθηρία, ασυνείδητη
+ίσως, μου 'πε τα όσα γίνηκαν. Και με τέτοια μορφή κακίας μου
+παρουσίασαν την μητέρα μου, που γύρισα πέρα το πρόσωπο. Μούτον
+ανυπόφορο να βλέπω έτσι κείνη που μεγέννησε καισθανόμουν ντροπή μαζή
+και θλίψη νανακαλύπτω ότι κείνη, που της έδιδα την καλωσύνη της
+Παναγίας, ήτο τόσο άδικη και σκληρή για μια κοπελιά, σαν το Βαγγελιό.
+
+Η λύπη κη αγανάχτησή μου ξεθύμανε, όσο μπορούσε να ξεθυμάνη, σένα
+γράμμα από κείνα που δε θα πήγαιναν. Σαυτά τα γράμματα χρωστώ μεγάλη
+χάρη, γιατί με την παρηγοριά και την ανακούφιση που μούδωκαν στις
+τρικυμίες κείνες της εφηβικής μου καρδιάς, με στήριξαν και με
+βοήθησαν να περάσω τον καιρό που μούμενε μέχρι των εξετάσεων και των
+θερινών διακοπών. Δε μπόρεσαν όμως να με βοηθήσουν και στα μαθήματα
+και τη χρονιά κείνη με δυσκολία τα κατάφερα να προβιβασθώ.
+
+Με τι ανακατωμένα αισθήματα γύρισα τότε στο χωριό. Με τι πόθο να δω
+το Βαγγελιό, αλλά προ πάντων με τι ονειροπολήματα, που είχε κτίσει η
+περιέργειά μου από την τελευταία μας συνάντηση. Και πάλι όμως
+φοβόμουν ότι η νέα ευτυχία, που άρχιζα να νιώθω στην αγάπη της
+γυναίκας, να ναυαγούσε στην έχθριτα της μητέρας μου. Και σ' αυτά,
+πόθους και φόβους, μπλεκόταν ένας δισταγμός. Άρχιζα να καταλαβαίνω το
+αταίριαστο της ηλικίας του Βαγγελιού και της δικής μου. Τα λόγια της
+μητέρας μου, αν κήθελα να μη τα πιστεύω δεν έμειναν άκαρπα· τα
+δυνάμωσε κη πείρα της ζωής. Μερικοί φίλοι, πούχα κάμει στο γυμνάσιο,
+διηγούντο ότι είχαν ερωμένες και παρατηρούσα ότι όλοι αγαπούσαν
+κορίτσια ίσης περίπου μ' αυτούς ηλικίας. Με ρώτησαν αν είχα κεγώ
+ερωμένη, αλλ' εγώ δε φανέρωσα τον έρωτά μου. Για να δω όμως την
+εντύπωσή των, διηγήθηκα για ένα παιδί στο χωριό μας παγαπούσε μια
+κοπελιά, μεγαλείτερη απ' αυτό πολλά χρόνια.
+
+ — Πόσα;
+
+ — Περισότερα από δώδεκα, ίσως και δέκα τέσσερα.
+
+ — Κιαυτός πόσω χρονώ νε;
+
+ — Δέκα τεσσάρω.
+
+Γενικό αναφωνητό μου απάντησε:
+
+ — Μαυτή 'νε μάνα του, μωρέ! Ώστε να μεγαλώση αυτός, κείνη θάνε γρα!
+Θάνε κιάσκημη, για ναπομείνη τόσο χρονώ απάντρευτη.
+
+ — Δεν είν' άσκημη, βιάστηκα να πω.
+
+Καισθανόμουν τόση ντροπή, ως νάχα μολογήση πως εγώ ήμουν που την
+αγαπούσα.
+
+Αλλά κατά τον τελευταίο μήνα της διαμονής μου στην πόλη έτυχε και
+κάτι άλλο που τάραξε τους λογισμούς μου. Στο απέναντι μου σπίτι ήτον
+ένα ξανθό παχουλό κορίτσι, δέκα πέντε ή δέκα έξη ετών, που μούκανε
+προκλητικές εμφάνισες, όπως νόμισα τουλάχιστον. Το κορίτσι κείνο
+μούδωκε αφορμές να σκεφθώ· αλλ' η αγάπη που με περίμενε στο χωριό
+βρήκε τη δύναμη να διώξω τον πειρασμό.
+
+Στο χωριό έφτασα δειλινό κεπειδή σε λίγο φάνηκα έτοιμος να ξεπορτίσω,
+η μάνα μου μούπε με θυμωμένο παράπονο:
+
+ — Χόρτο να μην κόψης εδά, (34) μόνο (35) να σφίξης (36) στση
+Βαγγελιάς. Εμάς, πρέπει, μάςε βαριέσαι.
+
+ — Ποιος σούπε πως θα πάω 'κειά;(37)
+
+ — Δεν το θωρώ πως ο νους σου 'ν' εκειά;
+
+Στα χείλη μου ήρθε μια αυθάδεια. «Όπου θέλω θα πάω,» αλλά δεν τη
+ξεστόμισα.
+
+ — Δεν ντρέπεσαι, μωρέ, μια ολιά; είπε η μητέρα μου. Μος (38) έφταξες
+και δίχως καλά καλά να δης και να χαιρετήξης τη μάνα σου και την
+αδερφή σου, θες να σφίξης στη γειτονιά. (39) Είντα θα πουν οι
+γιαθρώποι; Κοντζά μου άντρας εγίνηκες μωρέ, και δε μπορείς να ξεχάσης
+τα παιδίστικα. Ακόμη θαρρείς πως είσαι μωρό για να σε χορεύγουνε στα
+γόνατα. Άλλο δε λείπει παρά να λες και τρευλά, έτσα που μίλιες
+μικιός. Εγώ αβαπώ Γκελιό.
+
+Αν και στενοχωρημένος, γέλασα.
+
+ — Γελάς; είπε η μητέρα μου. Μα θα γελά κιο κόσμος να σε θωρή να
+ξετρέχης μια γεροντοκοπελιά. Μα κιαυτή να μη ντρέπεται τσ' αθρώπους!
+Είντα θέλει από σένα, που τση πέφτεις παιδί τση; Άντρα σε θέλει γ ή
+καύκο; (40) Κουζουλάδα, πρέπει, την πιάνει την κακομοίρα, απού τον
+καϋμό τση, γιατί δε βρίσκει άντρα. Καλά το λέει κ' η θεια σου το
+Καλιό. Μα δε θα την αφήσω γω να ξεμυαλίση το παιδί μου και να το κάμη
+ανεμπαίγνιδο του χωριού. Τση τάπα 'γώ, καιρός περασμένος, τα όσα τση
+πρέπουνε κιαπό τότες δεν εμιλήσαμε· κια δε σύρη χέρι απού το παιδί
+μου, θα τήνε κάμω να φύγη απού το χωριό. Εγώ τηνε λυπούμαι έτσα που
+κατάντησε και δεν πιάνει άθρωπος χρουσό μήλο από τα χέρια τση, μα δεν
+ντρέπεται και καθόλου.
+
+Πετάχτηκα έξω, περισσότερο για να μην ακούω τα σκληρά λόγια της μάνας
+μου. Έξω βρήκα τη Δρακογιώργαινα και μούπε πως το Βαγγελιό ήτον ακόμη
+άρρωστη κιόλο στο χειρότερο πήγαινε. Πετσί και κόκαλο είχε γίνει, Από
+κείνο που μούπε η μάνα μου, ότι δεν πιάνει άθρωπος χρυσό μήλο από τα
+χέρια τση κιαπ' όσα μούπε η γυναίκα του Δρακογιώργη, το Βαγγελιό
+παρουσιαζότανε στη φαντασία μου σε θλιβερώτατη κατάσταση. Κίτρινη,
+αδυνατισμένη και ζαρωμένη, αληθινή γριά, όπως την έλεγαν, απόρριμα
+τον κόσμου, σα ρόδο μαραμένο και πεταμένο στο δρόμο, που κανείς δε
+στρέφεται να το κυτάξη. Κέτσι όπως τη φανταζόμουν, τη λυπόμουν
+περισσότερο, αλλά και δεν την αγάπησα περισσότερο. Ενώ με τόσο πόθο
+ερχόμουν να τη βρω, τώρα φοβόμουν να τη δω. Ήρθε μάλιστα στιγμή που
+κάποια οργή άναψε στον εγωισμό μου, γιατ' η αρρώστεια κη μεταβολή της
+γίνονταν εμπόδιο στα ονειροπολήματα της νέας μου αγάπης, με κείνα που
+ήρθα στο χωριό.
+
+Αν κείχα κάμει απόφαση να παρακούσω τη μάνα μου και την άλλη μέρα
+τραβούσα προς το σπίτι της θειας του Δεσποινιού, πήγαινα ανόρεξα. Στο
+δρόμο βλέπω το Βαγγελιό και κατέβαινε με το καλάθι στον άγκωνα.
+Θαρρώ και πως μείδε κίσως για να μαποφύγη μες στο χωριό, πήρε ένα
+πλάγιο δρόμο. Εγώ γύρισα πίσω και βιαστικά προχώρησα έξω από το
+χωριό. Κεπειδή καταλάβαινα προς πού θα πήγαινε και ποιό δρόμο
+θάπαιρνε, προσπέρασα, μπήκα σένα παράστρατο κεκεί την περίμενα. Σε
+λίγο φάνηκε κιόταν ξαφνικά μείδε σαπόσταση, στάθηκε, είτε από
+συγκίνηση, είτε γιατί φοβήθηκε να μη τη δουν μαζή μου.
+
+Η ιδέα που μούχαν δώσει για την κατάστασή της δεν ήτο και πολύ
+υπερβολική. Ήτο σχεδόν αγνώριστη. Αδύνατη και κατάχλωμη και τα μαύρα
+της μάτια, που φαινόντανε μεγαλείτερα, είχαν την αγωνία πουλιού
+πληγωμένου. Αλλ' αυτά τα μάτια ήσαν εκείνα π' αγαπούσα κιόταν
+ταντίκρυσα, το κρύωμα της καρδιάς μου πέρασε κιάρχισαν παλμοί στο
+στήθος μου.
+
+Κιόταν ήρθε κοντά μου κιάκουσα τη φωνή της, δεν έβλεπα πεια την
+παραμόρφωση της αρρώστειας. Στα μάτια και τη φωνή της βρήκα το
+Βαγγελιό που λαχταρούσα κιόλη η αγάπη μου άναψε. Έτρεξα και την
+αγκάλιασα πρώτος κιαυτή με φίλησε, με φίλησε τρελλά. Και μούπε, χωρίς
+να μαφήση από την αγκαλιά της:
+
+ — Το κάτεχα Γιώργο μου, πως θαρχόσουνε και σανήμενα. Μα 'γώ η
+μαυρομοίρα σανήμενα απού τη Δεύτερη του Θωμά, όντεν έφυγες. Σε
+θώρουνα τότες απού το παραθύρι ώστε που φαινόσουν. Εσύ με 'δες;
+
+ — Όλο στα παραθύρια σας θώρουνα, μα μπόρουν να σε δω, πούτουνε τα
+μάτια μου θελωμένα 'που τα δάκρυα;
+
+Το Βαγγελιό ενθουσιάστηκε.
+
+ — Όμορφα 'που τα λες! Έκλαιες, παιδί μου;
+
+ — Έκλαια σόλη τη στράτα.
+
+ — Έκλαιες για το χωρισμό μας;
+
+ — Ναι. Για το χωρισμό μας βρήκα το Ρετόκριτο και τον εδιάβαζα.
+
+ — Πώς ήθελα να μου τόνε διάβαζες και μένα! Μα δε μας αφήνουν,
+αλοίμονό μου!
+
+Της είπα δύο ή τρεις στίχους του Ερωτόκριτου, που θυμόμουνα, κιαυτή,
+ενθουσιασμένη που τους άκουε από το στόμα μου, έλεγε:
+
+ — Χαρώσε πώς τα λες, ζαχαρένιε μου!
+
+Τότε κεγώ, αποκότισα και τη φίλησα για πρώτη φορά, αφ' ότου μεγάλωσα.
+
+Και το Βαγγελιό:
+
+ — Να, είπε, εδά' σαι άντρας! Κείντα γλυκιά που φιλείς, κανακάρη μου!
+
+Με κύταξε καλά καλά, για να δη, φαίνεται, τη μεταβολή πούχα πάρει από
+την ηλικία, κατά το διάστημα πούλειπα. Και μουρμούρισε, σα να
+μονολογούσε:
+
+ — Όλο και μεγαλόνει.
+
+Έπειτα ευθύς μούπε:
+
+ — Οψές, όνταν ήμαθα πως ήρθες, ανήμενα να φανής, αν και κάτεχα πως
+δε θαρχόσου...γιατί δε θα σαφήνανε ναρθής. Δε σούπανε να μη μου
+μιλής;
+
+Αντί ναπαντήσω στην ερώτησή της, τη ρώτησα κεγώ:
+
+ — Μα εμαλώσετε, λέει, με τη μάνα μου;
+
+ — Ποιος σου τώπε;
+
+ — Ο κιρατζής (41) ο Δρακογιώργης, ο γείτονάς σας.
+
+ — Εγώ, γυιέ μου, δεν εμάλωσα με κιανένα, είπε με πίκρα το Βαγγελιό.
+Εμένα με μαλώσανε, γιατί, λέει, σε βγάνω απού το νου σου.
+
+Κιαφού σώπασε λίγο:
+
+ — Μα μπορεί, είπε, νάχουνε και δίκιο. Ίσως η γιαγάπη μου να σου κάνη
+κακό. Κατέω κεγώ; Γιαυτό είπα με το νου μου...
+
+Δεν τέλειωσε τη φράση.
+
+ — Δε μου λες, Γιώργο μου, ενεζήτας με στη χώρα; Με θυμούσουνε;
+
+ — Μερονυχτού.
+
+ — Εκάτεχά το, γιατί, τσι περισσότερες βολές που σε 'δα στόνειρό μου,
+σε θώρου δακρυσμένο. Εσύ με νειρεύτηκες κιαμιά βολά;
+
+ — Πολλές βολές.
+
+Το πρόσωπό της πήρε μια παράξενη έκφραση;
+
+ — Και με 'δες στον ύπνο σου ποθαμένη;
+
+ — Μια βολά.
+
+Δεν περίμενε, φαίνεται, τη βεβαιωτική απάντηση κέκαμε μικρό
+ανατίναγμα. Έπειτα έμεινε συλλογισμένη για κάμποσες στιγμές.
+
+ — Και σούφερε ο κιρατζής το χαιρετισμό που σέπεψα;
+
+ — Τα κουλουράκια; Ναι.
+
+ — Τα ζύμωσα με τα χέρια μου, για να σου πούνε κιαυτά την αγάπη που
+σούχω, Γιωργή μου.
+
+ — Κεγώ σούγραφα γράμματα.
+
+ — Γράμματα; είπε με χαρούμενη έκπληξη, που αμέσως γύρησε σ'
+ανησυχία. Κείντα γενήκαν αυτά τα γράμματα; Εμένα δε μου φέρανε
+κιανένα. Μην πα κη μάνα σου...
+
+ — Ήγραφά τα, μα δεν τάπεμπα.
+
+ — Γιατί δεν κατέω να τα διαβάσω;
+
+ — Εφοβούμουνα να μην πέσουν σε ξένα χέρια και τανοίξουνε.
+
+Το Βαγγελιό σκέφθηκε.
+
+ — Κρίμας, είπε, να μη μου τα πέψης! Θα μου κάνανε μεγάλο καλό. Ίσως
+και να μην αρρώσταινα.
+
+ — Ήμαθα πως ήσουν αρρωσταρά.
+
+ — Είμαι, παιδί μ', ακόμη. Δεν το θωρείς;
+
+ — Μα είντά 'χεις;
+
+ — Κατέω κεγώ; Έτσα λυόνω και πάω και το γιατρικό μου δε βρίσκεται.
+Κρυφόθερμες λένε πως έχω. Μα δε μούπες, είντα τάκανες τα γράμματα που
+μούγραφες. Ήσκιζές τα;
+
+ — Όι, εστέρευγα (42) τα κέχω τα όλα.
+
+ — Κρίμα να μη μου τα πέμπης! Εγώ, και χωρίς να κατέω γράμματα, θα
+καταλάβαινα είντα λέγανε. Θα τως έδιδα φιλιά και θα μουλέγανε μοναχά
+τως είντα τως επαράγγειλε ο Γιώργος μου να μου πούνε. Μάφτανε και
+μόνο τη μυρωδιά σου να μου φέρνανε. Κρίμας, κρίμας! θάσανε το
+καλλίτερο γιατρικό για μένα.
+
+ — Τάφερα να σου τα διαβάσω. Και το ίδιο θα σε γιατρέψουνε.
+
+ — Να μου τα διαβάσης; είπε συλλογισμένη. Μα πού; Δε σούπα πως δε
+θέλουνε να σου μιλιώ; Κεπαέ που στέκομε να μάςε δούνε και να το μάθη
+η μάνα σου, δε θάν' ο στεμός (43) μου στο χωριό...Ναρθής στο σπίτι
+μας, είπε σε λίγο.
+
+Αλλ' ευθύς μετάνιωσε.
+
+ — Όι, όι, δε θέλω λόγια· φθάνουν τα όσα έχω ακουσμένα.
+
+Μα κη μάνα μου θα στενοχωρηθή.
+
+Άρχισε να κλαίη και σπόγγισε τα δάκρυα με την ποδιά της. Έπειτα
+μούπε:
+
+ — Άιντε, Γιωργή μου, πήνε(44) να πάω κεγώ στη δουλειά μου. Δε θέλω
+να μάςε δούνε. Και θα σου πω 'γώ πού θα τα διαβάσωμε τα γράμματα.
+
+Πριν να χωριστούμε, αναστέναξε κείπε:
+
+Ας κάτεχα γράμματα!...
+
+Όση ώρα ήμουν μαζή με το Βαγγελιό, η αγάπη μου ήτο τόσο θερμή, που τη
+μεταβολή, που της έκαμε η αρρώστεια, δεν την έβλεπα. Άμα έμεινα
+μόνος, μ' έπιασε μια ψυχρή απογοήτευση. Ένιωθα ότι όσα μούτασσε η νέα
+μου αγάπη βρίσκαν τόσα εμπόδια, που φαίνονταν αδύνατα. Και τώρα που
+δεν την έβλεπα και δεν την άκουα, δυνάμωναν όσα δυσάρεστα είχ'
+ακούσει γιαυτήν από τη μάνα μου κιάλλους. Και χωρίς να το θέλω, στη
+φαντασία μου άρχισε να γίνεται μια σύγκριση μεταξύ του Βαγγελιού και
+της ξανθής γειτονοπούλας στην πόλη. Εκείνη ήτον ολόδροσο κορίτσι
+δεκάξη χρονών, με μάτια γαλανά, με μια πλεξούδα στην πλάτη. Και το
+Βαγγελιό δεν ήτο πεια νέα ή τουλάχιστο γρήγωρα θα γερνούσε κήτον
+μαραμένη κιαδύνατη, μόνο κόκαλα.
+
+Περίεργο, όσο ήμουν στη χώρα μακριά της, η αγάπη της είχε τόση
+δύναμη, που με κυρίευε αποκλειστικά. Στο χωριό γίνηκε το αντίθετο.
+Όταν προτήτερα ήμουν κοντά της, την αγαπούσα, περισσότερο ίσως κι'
+από πριν. Αλλά μόλις έφυγα από κοντά της, εξασθένησε η αγάπη της
+κιαφήκε να εισβάλουν στο νου μου εχθρικοί λογισμοί. Η μέθη τω φιλιώ
+της, τω ματιώ και της φωνής της το μάγεμα ξεθύμαιναν μακριά της
+κιάφηναν να θυμούμαι δυσάρεστες λεπτομέρειες. Όσο θυμόμουνα μάλιστα
+το αδυνάτισμά της, το ξανθό κορίτσι πλησίαζε να νικήση στη σύγκριση.
+
+Η νέα μου αγάπη, που βγήκε από το ξύπνημα τω σαρκικώ μου πόθω, ήτο
+υλικώτερη της παλαιάς· κήσαν γιαυτήν αδύνατη τροφή τα ισχνά κάλλη.
+Πεθυμούσα καμπυλότητες κιαβρότητες, σαν κείνες πούβλεπα κεφανταζόμουν
+στα πλούσια νειάτα του ξανθού κοριτσιού. Τώρα σκεπτόμουν ότι η
+αγκαλιά του Βαγγελιού ήτον κάπως ξερή κιότι στους αγκαλιασμούς της
+αισθανόμουν πολύ τα κόκαλα. Και θυμούμενος τη γειτονοπούλα της χώρας,
+φανταζόμουνα τι θησαυρούς θαύρισκαν οι εφηβικοίμου πόθοι στην αγκαλιά
+της κόρης κείνης με το γεμάτο κόρφο.
+
+Αλλά μόλις πέρασαν από το νου μου αυτοί οι άπιστοι λογισμοί, μ'
+έπιασε τέτοια μεταμέλεια, ώστε μούρθε ορμή να σπάσω το κεφάλι μου
+σένα τοίχο. Σα νάβλεπε όλος ο κόσμος κιαυτό το Βαγγελιό τους
+στοχασμούς μου, μ' έπιανε πικρότατη ντροπή και μου φαινόταν πως ήμουν
+ένας ουτιδανός, που ούτε οι άνθρωποι, ούτε ο Θεός θα συγχωρούσαν.
+
+Αλλά πάλιν είνε βέβαιον πως η αγάπη μου δε στεκότανε καλά στα πόδια
+της. Κήρθε στιγμή που ζήτησα και μια συμβιβαστική λύση στην αμηχανία
+μου. Δε μπορούσα ν' αγαπώ και τις δυο; Η χωρητικότητα της καρδιάς μου
+αύξαινε τώρα τόσον, που φαινόταν ότι θα χωρούσε και περισσότερες από
+δυο.
+
+Μια βραδιά πούχε νυκτώσει, ύστερα από κάμποσες μέρες, συναντηθήκαμε
+με το Βαγγελιό μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η πλατεία
+της εκκλησίας ήτον έρημη και το Βαγγελιό στάθηκε και μούπε:
+
+ — Έλα την τρίτη ταπομεσήμερα στου Ντερβίση τα Χαράκια και βάστα και
+τα γράμματα. Στην κερατιά (45) να μ' ανημένης.
+
+Κευθύς έφυγε κιαπόγυρε στη γωνιά της εκκλησίας.
+
+Την τρίτη τ' απόγεμα ήμουν στου Ντερβίση τα Χαράκια, ένα βράχο
+μεγάλο, σαρκετή απόσταση από το χωριό. Ο βράχος από τη μια μεριά
+κοβότανε απότομα και σχημάτιζε γκρεμό φοβερό. Κάτω στο βάθος έτρεχε
+μικρό ποτάμι, ανάμεσα σε πλατάνια, μυρτιές και βάτους, και σένα μέρος
+γκρεμιζότανε μαφρούς και βοή κεσχημάτιζε καταρράχτη. Από το δώθε
+μέρος ο βράχος χαμήλωνε κήτον εύκολο νανέβη κανείς και να προχωρήση
+έως την κορυφή.
+
+Σε μια σχισμάδα χαμηλά στο βράχο, είχε φυτρώσει μια χαρουπιά με
+πολλές παραφυάδες και σκέπαζε πολλή έκταση. Κάθησα κάτω από το
+δέντρο, με τρόπο που να με κρύβουν οι παραφυάδες.
+
+Η ιδέα ότι θαρχότανε το Βαγγελιό να με συναντήση, διάλυσε τους
+άπιστούς μου λογισμούς και την περίμενα με συγκίνηση, σα να μην είχε
+ταράξει και ψυχράνη τίποτε την αγάπη μου. Αλλά δεν περίμενα πολύ. Σε
+λίγο φάνηκε το Βαγγελιό. Ανέβαινε τον ανήφορο και κάθε λίγο στεκότανε
+ν' ανασάνη· και τη λυπήθηκα που φανταζόμουνα την κούρασή της.
+Κρατούσε καλάθι, ώστε να φαίνεται σα να χορτολογούσε ή, πως πήγαινε
+σένα λαχανόκηπο δικό των, πούταν, παραπάνω.
+
+Σηκώθηκα πίσω από τα παράκλαδα της χαρουπιάς για να με δη. Κη καρδιά
+μου αληθινά σκιρτούσε, σα νάθελε να τρέξη σε προϋπάντησή της. Όταν
+έφτασε στο κάτω μέρος τον βράχον, κάθησε ξεψυχισμένη κέβλεπα το
+στήθος της νανατινάσεται με αγωνία. Έτρεξα να πάω κοντά της, αλλά
+μούγνεψε με το χέρι να μείνω εκεί πούμουν.
+
+Έμεινε κάμποση ώρα στην ίδια θέση κέπειτα σιγά σιγά ανέβηκε το λίγο
+μέρος του βράχον, για να φτάση έως στο δέντρο.
+
+ — Δε μπορώ, παιδί μου, είπε με φωνή πολύ αδύνατη και κομμένη. Εγώ,
+πρέπει, δεν είμαι μπλειο για ζωή. Πολλές φορές είπα πως θάβγαιν' η
+ψυχή μου, ώστε να φτάξω. Και πιάσε να δης πως καίομαι.
+
+Άπλωσε ταδυνατισμένο χέρι της και τώπιασα.
+
+ — Πως καις, αλήθεια!
+
+Πέρασαν κάμποσα λεπτά για να βρη τη δύναμη να μου μιλήση πάλι.
+
+ — Για πε μου, Γιώργο, αν αποθάνω, θα με κλάψης;
+
+ — Αν αποθάνης; Μα γιάειντα θαποθάνης; Εγώ δε θέλω ναποθάνης...είπα
+με παιδιάτικη θλίψι, σα, νάμουν έτοιμος να κλάψω. Δε θέλω, γιατί....
+
+ — Γιατί; ρώτησε το Βαγγελιό, για να πω κείνο παποσιώπησα.
+
+Συνάμα έσκυψε λίγο και με κύταζε κατάματα με τα μεγάλα της μάτια
+πούλαμπαν από πυρετό.
+
+Της είπα.
+
+ — Γιατί σαγαπώ κύστερα είντα θα γενώ;
+
+ — Αγάπη μου!
+
+Μέσυρε στην ποδιά της, με κάθησε στα γόνατά της, σαν όταν ήμουν μικρό
+παιδί, και με καταφίλησε. Κιόπως αντίκρυζα το πρόσωπό της, έβλεπα
+ναντιφέγγη στα μάγουλά της η φωτιά που την έκαιε.
+
+Νέα διακοπή κέπειτα μούπε:
+
+ — Έλα 'δα να μου διαβάσης τα γράμματα.
+
+Σηκώθηκα κέβγαλα το δέμα από το στήθος μου. Είχα βάλει τα γράμματα σε
+χρονολογική σειρά· κιόλα είχαν το στερεότυπο προοίμιο περί της
+υγείας. Στα περισσότερα έκανα και προσπάθειες «πεπαιδευμένου» και
+παράχωνα κάπου κάπου καμμιά λέξη η φράση από τα βιβλία που διάβαζα.
+Άρχισα με το πρώτο πούχα γράψει:
+
+«Αγαπημένο μου Βαγγελιό,
+«Πρώτον έρχομαι, να ερωτήσω δια το αίσιον της υγείας σου. Αν ερωτάς
+και δι' εμέ, κλαίω, κλαίω, αφ' ότου έφυγα από το χωριό. Και ποιος να
+με παρηγορήση εδώ που είμαι ξένος στα ξένα; Κλαίω κιόλο τόνομά σου
+έχω στο νου μου και στο στόμα μου.
+
+ Κοιμούμαι και θυμούμαι σου, ξυπνώ στο νου μου σέχω
+ και στόνειρό μου σε θωρώ κιαγκαλιασμένη σέχω.
+
+Όπου δεν είσαι του λόγου σου, ο κόσμος μου φαίνεται έρμος και
+σκοτεινός. Πιάνω να διαβάσω και δε μπορώ να συμμαζέψω το νου μου. Ο
+νους μου γίνηκε νερό κιόλο σε σένα τρέχει....»
+
+Το Βαγγελιό μούκοψε το διάβασμα κείπε:
+
+ — Γιάε το πονηρό, μαντινάδες απού τσι κατέει! Και πώς τσι ταιριάζει
+όπου πρέπει!
+
+«Πώς θα τόνε περάσω τόσον καιρό, που θα κάνω να σε δω. Η μέρες μου
+φαίνουνται χρόνοι. Και θαρρώ πως μιαν ημέρα θα παραιτήσω και τα
+γράμματα και τους καθηγητάς και θαρθώ στο χωριό. Ω πως τανεζητώ!...»
+
+ — Θωρείς εδά; είπε πάλι το Βαγγελιό. Αν εκάτεχα γράμματα θα σούγραφα
+κεγώ να σε παρηγορήσω, για να μην τύχη και φύγης απού το σκολειό και
+θάτονε πολύ κακό για σένα.
+
+Τάλλα γράμματα δεν έλεγαν πολύ διαφορετικά πράγματα. Το Βαγγελιό όμως
+τάκουε με πολλή σοβαρότη και δεν άφηνε να χάση λέξη. Σένα γράμμα
+έλεγα ότι, όπως ήτονε πάντα στο νου μου, συνείθιζα λίγο κατά λίγο να
+νομίζω πως ήτο μαζή μου πραγματικά κι ότι με συντρόφευε στο διάβασμα·
+κέτσι εύρισκα όρεξη να διαβάζω.
+
+ — Πούνε γραμμένο αυτό; είπε με πολλή ζωηράδα το Βαγγελιό.
+
+Της έδειξα το μέρος κιαυτή πήρε την επιστολή και φίλησε την περικοπή
+κείνη.
+
+Σένα γράμμα, που της έλεγα πως έμαθα την αρρώστεια της, έγραφα πως
+λυπήθηκα που δεν ήμουν κοντά της «να φανώ γιατρός στον πόνο της», ως
+λέει κη μαντινάδα. Το Βαγγελιό αναστέναξε και μαποκρίθηκε με άλλη
+μαντινάδα:
+
+ Ο πόνος μου 'ν' αγιάτρευτος, μάνε στο πόδι πάνω·
+ Μια μέρα που θα περπατώ θα πέσω ναποθάνω.
+
+Κατόπιν άρχισε να κλαίη και τα δάκρυά της δεν έπαψαν έως ότου
+τελείωσαν τα γράμματα.
+
+ — Αν εκάτεχα γράμματα, είπε τότε, είντα δε θάχω να σου γράψω,
+πουλάκι μου! Πόσα πράμματα δεν τα λέει κιανείς καλλίτερα με την πένα!
+
+Η βοή του καταρράχτη έφθανεν έως στο μέρος που καθώμεστα. Και το
+Βαγγελιό, αφού σπόγγισε τα μάτια της, είπε:
+
+ — Πάμε να δούμε τον εγκρεμό και τη ρίχτρα; (46)
+
+Ανεβήκαμε και φτάσαμε στην κορυφή του βράχου. Μέσα από μια μεγάλη
+σχισμάδα προβάλαμε στο χάος και τα πρόσωπά μας δρόσισε του ποταμού η
+αναπνοή. Το Βαγγελιό σύρθηκε πίσω με κίνημα φόβου:
+
+ — Μάνα μου! να πέση κιανείς από 'παέ, η φανιά του δε θα 'βρεθή(47).
+
+Όταν σε λιγάκι κατεβήκαμε και μπήκαμε στο λιόφυτο, το Βαγγελιό
+δίπλωσε τα χέρι της και μούπε:
+
+ — Για πιάσε πάλι να δης πως καίω.
+
+Πραγματικώς το χέρι της έκαιε τώρα περισσότερο και τα μάγουλά της
+ήτανε φωτιά.
+
+Περπατήσαμε λίγο κάτω από τις ελιές σιωπηλοί και συλλογισμένοι. Εγώ
+συλλογιζόμουν με κάποια κρυφή δυσαρέσκεια πως πολύ έκλαιε το Βαγγελιό
+κιότι τα κλάμματα δεν την ωμόρφαιναν. Αλλά γενικώς το κλάψιμμο δε
+μάρεσε τώρα, γιατί μου θύμιζε τα μικρά παιδιά με τις μύξες των. Μια
+γυναίκα πούκλαιε, κιόταν ακόμη μου κινούσε συμπάθεια, μου φαινόταν
+πως ξέπεφτε, πως γινόταν ζώο δειλό και κακομοιριασμένο.
+
+Μπροστά μας άνοιξαν οι ελιές και φάνηκε μακριά το φαράγγι, μια βαθειά
+σχισμάδα του βουνού. Το άνοιγμά του φαινότανε μαύρο· αλλά στο πάνω
+μέρος γελούσε λίγη μακρυνή θάλασσα.
+
+ — Επήες ποτέ σου στο φαράγγι; με ρώτησε το Βαγγελιό.
+
+ — Επέρασα κοντά, μα εκειά ίδια δεν επήα.
+
+ — Εγώ 'πήα. Κατές βάθος απού τώχει; τρεις φορές σαν τον εγκρεμό
+πούδαμε. Και κάτω στου πάτο τρέχει ένα νερό. Σα ξανοίξης από πάνω
+κάτω, ζαλίζεσαι και θαρρείς πως σε ρουφά το φαράγγι και πως θα σε
+καταπιή.
+
+ — Ήκουσα πως οι νεράιδες έχουν εκειά μέσα κατοικητήριο.
+
+ — Έτσα λένε... Εσύ ζαλίζεσαι σα ξανοίξης σεγκρεμό;
+
+ — Όχι, είπα.
+
+ — Εγώ ζαλίζομαι και θαρρώ πως έτσα θα πέσω να σκοτωθώ κιαμιάν ημέρα.
+Γιατί μαρέση να θωρώ στσ' εγκρεμούς.
+
+Άξαφνα μου λέει:
+
+ — Να σου πω, Γιώργο· θαρρώ πως η μάνα σου 'χει δίκιο, απού σου λέει
+να μη μου σιμόνης. Και να κάμης ό,τι σου λέει η μάνα σου. Δεν κάνει
+και να παρακούς σεκείνη που σ' εγέννησε, παιδί μου. Είνε μεγάλο
+κρίμα.
+
+Είχε σταθή στη σκιά μιας ελιάς και στήριζε το χέρι της σένα χαμηλό
+κλάδο. Μια ήλιου αχτίνα σχημάτιζε σαν άστρο πάνω από το μέτωπό της.
+Και το πρόσωπό της ήτο ωχρό, σχεδόν σαν κέρινο, κείχε σοβαρή γαλήνη
+αγίας. Ποτέ δεν την είχα δη έτσι.
+
+ — Δεν κάνει.... εξακολούθησε, δεν ταιριάζει να μαγαπάς... σα
+μεγάλος, γιατί 'σαι πολύ μικιός για μένα! Εγώ 'μαι μεγάλη... Κοντεύγω
+να... γεράσω. Κιωςτε να γενής εσύ άντρας σωστός, εγώ θάμαι...
+
+Το στήθος της ανασειόταν από λυγμούς, που δεν τους άφηνε να
+ξεσπάσουν. Αλλά με την τελευταία λέξη δε μπόρεσε πεια να περιορίση
+την τρικυμία της ψυχής της. Κιάρχισε να κλαίη.
+
+Τη λυπόμουν, αλλά και δεν καταλάβαινα πολύ αυτές τις κλάψες κιάρχιζα
+να τις βαριούμαι, γιατί, ως είπα, και δε μάρεσαν. Εγώ ήθελα να την
+αγαπώ, όχι να τη λυπούμαι.
+
+Πάνω στο κλάμα την έπιασε κένας βήχας δυνατός, που την έσειε τη
+δυστυχισμένη, σαν καλάμι. Αφού ησύχασε μου λέγει:
+
+ — Ήκουσες, Γιώργο μου, είντα σούπα; Να κάμης κατά πως σ'
+αρμηνεύγει(48) η μάνα σου. Αυτή κατέει καλλίτερα το καλό σου και
+θέλει το καλό σου περισσότερο από κάθε άλλο.
+
+ — Κιαπό τουλόγου σου;
+
+ — Κιαπό μένα, είπε αποφασιστικά το Βαγγελιό. Δε σούπα πως η δική μου
+αγάπη δε μπορεί νάνε για καλό σου;
+
+ — Και μου λες να μη σ' αγαπώ μπλειο;
+
+Με κύταξε κάμποσα δευτερόλεπτα και τα μάτια της θόλωσαν από νέα
+δάκρυα.
+
+ — Εγώ, χρυσέ μου, δε θέλω να μαγαπάς;...Ντα μπορώ να ζήσω χωρίς;...
+Ω η κακομοίρα, φωτιά πούρριξα πάνω μου!
+
+Ταναφυλλητό της έπνιξε τη φωνή και με δυσκολία κατάφερε να μου πη
+τακόλουθα:
+
+ — Όι να μ' αγαπάς, παιδί μου, ως μαγαπούσες πρώτα, σα δεύτερη μάνα
+σου, σα μεγάλη αδερφή. Μα να μην ταποδείχνης. Να μαγαπάς μέσ' στην
+καρδιά σου. Δε σου ζητώ άλλο πράμμα. Έλα 'δα να σε φιλήσω, για
+υστερνή βολά, γιατί φοβούμαι πως θα μάςε χωρίσουνε παντοτεινά και δε
+θέλω να σε θωρώ κρυφά, σαν κλέφτρα.
+
+Κιως να είχε σβυσθή το πάθος πούχαν έως τότε τα φιλιά της, ως να
+εξαγνίσθη στον πόνο η αγάπη της και γύρισε στην πρώτη αθωότητα,
+μούδωκε ένα ήρεμο, μητρικό ασπασμό στο μέτωπο. Έπειτα άπλωσε το χέρι
+της στα μαλιά μου κιη χειρονομία κείνη ήτο μάλλον ευλογία παρά
+θωπεία.
+
+Σήκωσα τα μάτια μου και την είδα. Μου φάνηκε ψηλότερη και τώρα το φως
+της ήλιου κύκλωνε το πρόσωπο της με φωτοστέφανο αγίας.
+
+ — Άιντε να πιαίνης, Γιώργο, μούπε, κιο Θεός νάνε μαζή σου. Και μια
+ψυχή που σαγαπά θα σου παραστέκεται όπου κι αν πας, όπου κια
+βρίσκεσαι.
+
+Η τελευταία της φράση έτρεμε· και τώρα το αποκέρωμα του προσώπου της
+ήτο τέλεια νέκρα. Μόνο στα μάτια της, θαρρούσες, έμενε ζωή ακόμη. Μια
+στιγμή νόμισα ότι θα πέση κη ίδια στηρίχτηκε στο δέντρο. Έπειτα είπε
+με φωνή που μόλις ακούστηκε:
+
+Εγώ θα πάω πάνω, στο κηπούλι μας. Εσύ να πάρης κάτω.
+
+Τράβηξα κάτω, χωρίς να πω τίποτε. Αλλά σαν πήγα κάμποσα βήματα,
+γύρισα και την κύταξα. Ήτον ακόμη στην ίδια θέση, σα να μην είχε τη
+δύναμη να ξεκινήση. Σε λίγο άρχισε κιανέβαινε σιγά σιγά· κέβηχε ένα
+μικρό ξερό βήχα. Έπειτα την έκρυψαν τα δέντρα και δεν την έβλεπα
+πεια· άκουα όμως το βήχα της, ως όπου κιατός έπαψε νακούεται.
+
+Τις τελευταίες στιγμές που στεκότανε στη σκιά του δέντρου μούδωκε μια
+βαθύτατη συγκίνηση, ένα αίσθημα σα θρησκευτικό. Τώρα τη λυπόμουνα και
+ψιθύρισα: «Κακορρίζικο Βαγγελιό!» Αλλά σε τέτοια στιγμή τ' ήθελε ν'
+ανακατευθή το κορίτσι με την ανοιξιάτικη άνθηση και τη ξανθή
+πλεξούδα; Πολεμούσα να το διώξω από τη φαντασία μου, αλλά τίποτε· από
+'δω το 'διωχνα, από κεί' παρουσιαζότανε, με παιχνιδιάρικο γέλιο, σα
+να μούπαιζε το κρυφτούλι. Όπως πήγαινε πάνω το Βαγγελιό, είχα δη τις
+δυο πλεξούδες της κάτω από το τσεμπέρι, κήσαν ισχνές, σαν αυτή. Τι
+αξιολύπητα πράμματα ήσαν κείνα τα μαλιά, συγκρινόμενα με το πλεγμένο
+χρυσάφι, πούπαιζε μελιγμούς φιδιού στην πλάτη της άλλης! Δεν ήθελα να
+κάνω τέτοιες σύγκρισες, αλλά και δε μπορούσα να τις αποφύγω. Το σπίτι
+σου μπορείς να το κλείσης στους ενοχλητικούς επισκέπτες, αλλά όχι και
+το νου σου. Κιο ξανθός πειρασμός είχε μια επιμονή τον διαόλου.
+
+Από το άλλο μέρος η μάνα μου δεν ησύχαζε, αλλά φαίνεται ότι μέρα και
+νύχτα ο νους της δούλευε για ναύρη τρόπο να μαποσπάση από το Βαγγελιό
+για πάντα. Τα λόγια δεν της φαινόντανε αρκετά.
+
+Μια μέρα μου λέει:
+
+ — Τα ωζά (49) μας είνε στον Αμαλό. Δεν πας και συ να περάσης μάκιες
+μέρες, να δης πως διάγουν οι βοσκοί; Θα χορτάσης και γαλατερά που
+ταγαπάς. Σε μια δυο μέρες θα πάη ο ξάδερφός σου ο Βασίλης του παπά
+για να κυνηγήση. Τούπα να πάτε μαζή και τάκουσε με πολλή του χαρά. Θα
+σου βρη, λέει, κέναν τσιφτέ (50) να σε μάθη να κυνηγάς. Κιο Βασίλης,
+ως θάκουσες, έχει γενεί καλός κυνηγός. Ποτέ δε γυρίζει χωρίς λαγό.
+
+Η ιδέα της μητέρας μου μενθουσίασε. Το τουφέκι και το κυνήγι ήσαν από
+τους μεγάλους μου πόθους.
+
+ — Θες να πας; με ρώτησε η μητέρα μου.
+
+ — Μα θα μου δώση το τουφέκι να τώχω 'γώ;
+
+ — Κιαμέ; Όσες μέρες θάστε στον Αμαλό, το τουφέκι θάνε δικό σου.
+Νάχης μόνο το νου σου να μη σε σβολώση.(51)
+
+Ο Βασίλης θα σ' αρμηνεύγη κιότι (52) νάρθη να μου πη πως ήμαθες να
+παίζης, (53) θα σαγοράσω, κανακάρη, μου, ένα τουφέκι νάνε μοναχικό
+σου και να πιαίνης να κυνηγάς, όντε θες.
+
+Ο Βασίλης που τον είδα ταπόγεμα μου βεβαίωσε τα λόγια της μάνας μου.
+Είχ' ένα δίκαννο ελαφρό, που θα μου τώδιδε να κυνηγώ όλες τις μέρες
+που θα μέναμε στον Αμαλό.
+
+ — Και πότε θα πάμε;
+
+ — Ύστερ' από δυο μέρες, το σαββάτο πούρχεται.
+
+Εγώ θα ήθελα να πάμε την άλλη μέρα ευθύς, αλλ' ο Βασίλης δεν
+ευκαιρούσε τόσο γρήγωρα.
+
+Τις δυο μέρες πέρασα σε πυρετό προσδοκίας και στον πυρετό κείνο,
+μπορώ να πω, λησμόνησα ολότελα κάθε άλλο. Ανυπομονούσα να πάρω στο
+χέρι μου το τουφέκι κέκανα όνειρα για τα κυνήγια που θάκανα.
+
+Μετά τρεις μέρες ανεβήκαμε στον Αμαλό. Ο Βασίλης ήτο μεγαλείτερός μου
+κάμποσα χρόνια, νέος πλέον τέλειος.
+
+Όταν την αυγή ήρθε και με πήρε, είδα ότι είχε μόνο ένα τουφέκι
+κεφοβήθηκα πως με γελούσαν.
+
+ — Και το δικό μου τουφέκι πούνε; Δε μούπες πως θα μου δώσης ένα
+τουφέκι να τώχω μοναχικό;
+
+ — Το δικό σου θα το βρης στη μάντρα. Τώχω αφητό απού την άλλη βολά
+που πήα στον Αμαλό, εδά και δέκα μέρες.
+
+ Εσείς με γελάτε, είπα με δυσπιστία, κυτάζοντας πότε το Βασίλη, πότε
+τη μάνα μου.
+
+ — Γιάειντα να σε γελάσουμε; είπε ο Βασίλης. Για να πας στον Αμαλό;
+Σα δε θες, μη 'ρθής. Μα σα θες να βαστάς τουφέκι, να το δικό μου.
+
+ — Εγώ να το βαστώ;
+
+ — Είνε βαρύ και θα σε κουράση, μα σα θες, βάστα το σόλη τη στράτα.
+
+ — Δε με κουράζει μένα.
+
+Ένα πράμμα τόσο επιθυμητό, μπορούσε να με κουράση;
+
+ — Στ' ανέβασμα, μούπε ο Βασίλης, θα παίξης και την πρώτη σου
+τουφεκιά.
+
+Δε χρειαζότανε περισσότερο για να παύσουν οι δυσπιστίες κ' οι
+δισταγμοί μου. Ο δρόμος ήτον όλος ανήφορος, τριών περίπου ωρών, και
+το τουφέκι ήτο βαρύ για την ηλικία μου. Σε κάμποση ώρα άρχισε να πονή
+ο νώμος μου, αλλ' υπόφερα χωρίς παράπονο το βάρος. Έρριξα και σένα
+πουλί στο δρόμο, αλλ' απότυχα. Ο Βασίλης όμως με βεβαίωσε πως το
+βρήκαν άκρη μερικά σκάγια κιότι είδε φτερά πούφυγαν στον αέρα. Κέτσι
+η πρώτη μου βολή ήτο μισή επιτυχία.
+
+Ο Αμαλός είνε οροπέδιο σε μεγάλο ύψος. Από το ένα μέρος, το νότιο, το
+κλειούν υψώματα με πρίνους, μεγάλα και δυνατά δέντρα· από το βόρειο
+μέρος ήτον ο Αφέντης, μαδάρα,(54) γυμνή και κατάξερη. Ανάμεσα στους
+πρίνους ήσαν πολλά μιτάτα(55) κιαπ' όλες τις μεριές αντηχούσαν
+κουδουνίσματα και σφυριές.
+
+Κάτω στην άκρη του κάμπου ήτον ένα εκκλησιδάκι τ' Αγιού Πνεμάτου. Από
+το ιερό τον πήγαζε νερό κατάκρυο. Τον κάμπο σκέπαζε χόρτο παχύ, αλλά,
+ως άκουσα να λέγουν οι βοσκοί, δεν άφηναν τα πρόβατα να βόσκουν στο
+υγρό μέρος, γιατί το χόρτο είχε βδέλες.
+
+Όταν φθάναμε, άκουσα παράξενες κραυγές πουλιών κιο Βασίλης μούπε πως
+ήσαν κολιακούδες. Τις είδα και να περνούν στον αέρα κοπάδια κιο
+Βασίλης μούπε:
+
+ — Θες να τώςε παίξης;
+
+ — Μα τσι τρώνε;
+
+ — Δεν τσι τρώνε, γιατ' είνε λέει, όξυνο, το κριάς τως. Μα συ θα
+παίξης για να μάθης.
+
+Μου είπε πώς να σκοπεύσω κιόταν περνούσαν σε καλή απόσταση, έσυρα τη
+σκαντάλη. Δεν περιγράφεται η συγκίνηση κη χαρά μου όταν είδα μια
+κολιακούδα να στριφογυρίζεται στον αέρα και να πέφτη.
+
+ — Μωρέ, ζωή νάχης Γιωργιό! Εσύ θα γενής μεγάλος κυνηγός. Όλοι
+αρχίζουν απού τα καθιστά και συ την πρώτη σου πετυχιά την έκαμες στα
+πεταχτά!
+
+Έτρεξα κεπήρα το πουλί και το περιεργαζόμουν· κιδιαίτερη χαρά μούκαμε
+ότι τα πόδια της ήσαν κόκκινα. Ο θρίαμβός μου έτσι γινότανε
+μεγαλείτερός με τη σκέψη ότι το πουλί που' σκότωσα ήτον έχταχτο
+πουλί.
+
+Έφτασα 'στο μιτάτο μας, κρατώντας θριαμβευτικά το θήραμά μου· κιόταν
+ο γέρο τυροκόμος που βρήκαμε 'κεί άκουσε πως σκότωσα την κολιακούδα
+στο φτερό κήτον η πρώτη μου τουφεκιά, έδειξε μεγάλο θαυμασμό. Εγώ
+πετούσα από περηφάνεια και περισσότερο παρά σάλλη περίσταση είχα το
+συναίσθημα πως ήμουν άντρας πλέον.
+
+Γιαυτό κιόταν σε λίγο κατάλαβα πως ο Βασίλης με μεταχειρίστηκε σαν
+παιδί πειράχτηκα πολύ. Το δίκαννο που μούχε πη ότι θαύρισκα στην
+μάντρα δεν ήτον εκεί. Μούπε πως τάχα το είχε πάρει κάποιος βοσκός,
+πούλειπε, αλλά γω κατάλαβα πως μούχε 'πη ψέματα κιότι το δίκαννο που
+μούταξε ήτον ανύπαρχτο. Ο Βασίλης όμως βρήκε τρόπο να με ικανοποιήση.
+
+ — Μπρε παιδί μου, εσύ τουφέκι δε θες; Να τουφέκι. Όσες μέρες θα
+κάνωμε στον Αμαλό το τουφέκι μου θάνε δικό σου. Θα πιαίνωμε μαζή στο
+κυνήγι και βάστα το συ το τουφέκι. Α θες μου το δίδεις και μένα πότε
+πότε να παίζω κιανενούς πουλιού. Δε σαρέσ' έτσα;
+
+Είχα τόση μανία για το κυνήγι, που θα δεχόμουνα κάθε συμβιβασμό,
+αρκεί να κυνηγούσα. Έτσι μάλιστα θάχα κοντά μου και το Βασίλη για να
+μου δίδη οδηγίες· γιατί όσο κι αν με μέθυσε η πρώτη επιτυχία,
+καταλάβαινα πως αυτή η δουλειά είχε και τέχνη, που δεν την ήξερα. Εγώ
+ούτε να γεμίσω το τουφέκι δεν τα κατάφερνα.
+
+Η επόμενη μέρα μούφερε μια μεγάλη απογοήτευση. Θάρριξα δέκα πέντε
+τουφεκιές, χωρίς να χτυπήσω τίποτε, ενώ ο Βασίλης σκότωσε τρεις
+πέρδικες. Γύρισα στη μάντρα μελαγχολικός, αλλά με παρηγόρησαν. Αυτό,
+έλεγαν, μπορεί να συμβή και στον καλλίτερο κυνηγό. Το κυνήγι κι ο
+κυνηγός έχουνε μέρες. Πραγματικώς την άλλη μέρα σκότωσα δύο
+μικρόπουλα. Βγήκε και μια πέρδικα μπροστά μου, αλλά τόσο μετάραξε ο
+θόρυβός της, που, όσο να συνέλθω, είχε πάει πολύ μακριά. Το ίδιο
+έπαθα και μένα λαγό. Τον έβγαλε ο σκύλος του ξάδερφου.
+
+ — Θες να του παίξης; μούπε ο Βασίλης και μούδιδε το τουφέκι. Α δεν
+τόνε πιάση ο σκύλος, θα μας τόνε σιμώση και τότε του παίζεις.
+
+Ετοιμάστηκα, αλλ' όταν ο λαγός πέρασε κοντά μου, λησμόνησα την
+ετοιμασία μου. Κιαν ερχότανε κατά πάνω μου, φοβούμαι πως θα έβαζα στα
+πόδια. Αλλ' ο σκύλος κατάφερε να τον πιάση.
+
+Και πάλιν ο Βασίλης βρήκε τρόπο να με παρηγορήση:
+
+ — Καλά 'καμες και δεν τούπαιξες, γιατ' ήτονε φόβος να σκοτώσης το
+σκύλο. Επιαίνανε πολύ κοντά.
+
+Οι αποτυχίες, αντί να εξασθενούν, δυνάμωναν το πάθος μου στο κυνήγι.
+Κάθε βράδυ κοιμώμουνα με την ελπίδα ότι την επόμενη θα γύριζα
+φορτωμένος κυνήγια.
+
+Αλλά κιαν δεν χτυπούσα τίποτε, οι περιπέτειες του κυνηγιού
+μευχαριστούσαν τόσον, ώστε να μη μαπογοητεύουν οι άκαρποι μου κόποι.
+
+Δέκα πέντε μέρες περάσαμε στον Αμαλό και τις θεωρώ από τις πειο
+ευχάριστες της ζωής μου. Η όρεξη μου είχε αποθηριωθή κέτρωγα σα
+λύκος. Το βράδυ ανάβαμε φωτιά, γιατί έκανε κρύο στην καρδιά του
+καλοκαιριού. Κιαν τη μέρα δε σκότωνα τίποτα, τη νύκτα στα όνειρα μου
+έκανα θραύση. Καμμιά φορά μάλιστα ονειρευόμουν πως τουφέκιζα θηρία
+που γνώριζα μόνο από τη φυσική ιστορία ή από τα παραμύθια.
+
+Οι βοσκοί έκαναν ευχάριστη συντροφιά αν κήσαν απλοϊκοί διάπυροι του
+κόσμου. Είνε ζήτημα αν τρεις φορές το χρόνο πήγαιναν στο χωριό και
+κανείς των ίσως δεν είχε πάει στην πόλη. Οι περισσότεροι ήσαν
+ολιγόλογοι, συνειθισμένοι όπως ήσαν να ζουν με τα ζώα στις ερημιές.
+Αλλ' ο γέρο τυροκόμος ήξερε πολλά πράμματα. Τραγουδούσε παλαιικά
+τραγούδια κέλεγε διάφορα παρατσάφαρα, δηλαδή αινίγματα και
+καθαρογλωσσίδια. Από τα τελευταία θυμούμαι ένα:
+
+ — Για πε Γιωργιό, μα γλίγωρα γλίγωρα «ο καβρός αυγά 'γλυφε».
+
+Εγώ τώλεγα και γελούσαν, γιατί έμπλεκε η γλώσσα μου.
+
+Θυμότανε και διάφορα επεισόδια των επαναστάσεων και τα διηγότανε
+ωραία.
+
+Στις κυνηγιτικιές μου εκδρομές δε μέτερπαν μόνον του κυνηγιού οι
+περιπέτειες, αλλά και τάγνωστα κιωραία μέρη πούβλεπα. Και γνώρισα όλα
+τα μέρη στην περιοχή του Αμαλού. Ο Βασίλης πούχε πολλές φορές
+κυνηγήσει εκεί πάνω, μούταν οδηγός μου. Διότι δε μάφηνέ ποτε να
+πηγαίνω μόνος, από φόβο μην πάθω τίποτε. Αυτός ήξερε πούτον πηγή ή
+αρόλιθος(56). Ήξερε και τα βάραθρα που διατηρείται χιόνι το
+καλοκαίρι.
+
+Άλλη ηδονή για μένα ήτον η θέα και το αίσθημα του ύψου. Όταν από κεί
+πάνω έβλεπα πόσον χαμηλά ήσαν κάτω η γη κη θάλασσα, νόμιζα πως
+πετούσα, σαν νάμουν ανώτερος από άνθρωπος. Στα ύψη κείνα μου
+φαινότανε πως ήσαν ελαφρότερα τα μέλη μου. Αργότερα, όταν θυμόμουν
+αυτά τα αισθήματα, εξηγούσα τη ψυχολογία των ορεινών, πούνε πειο
+περήφανοι από τους πεδινούς. Και χαρακτηριστικό είνε κείνα που
+λέγεται στη δυτική Κρήτη. Μια μέρα που καθόντανε κάμποσοι Ριζίτες
+(57) σε μια κορυφή και παρατηρούσαν κάτω στα πεδινά μέρη, ένας απ'
+αυτούς είπε: Άραγες, μωρέ, κιαυτοί οι κατωμερίτες έχουνε ψυχή;
+
+Μια μέρα φθάσαμε ανατολικώτερα σάλλη κοιλάδα που τη λένε Λάπαθο. Άλλη
+μέρα κάναμε κάτι δυσκολώτερο και τολμηρότερο· ανεβήκαμε στον Αφέντη.
+Η μαδάρα κείνη είνε η ψηλότερη και πειο κεντρική κορυφή της Δίκτης·
+κεπειδή ξεπερνά στο ύψος όλο τα γύρω βουνά, το θέαμα που παρουσιάσθη
+μπροστά μας ήτο διάπλατο και μέγιστο. Η Κρήτη φαινότανε στη
+μεγαλείτερη της επιμήκη έκταση, ανάμεσα σε δυο θάλασσες, το Κρητικό
+και το Λιβυκό πέλαγος. Στη μέση στεκόταν ο κωνικός όγκος του
+Ψηλορείτη κια δε μας εμπόδιζαν νέφη, θα βλέπαμε ίσως και τα Λευκά Όρη
+δυτικώτερα. Ο κάμπος της Μεσσαράς απλώνεται στο μεταξύ της Ίδης και
+Δίκτης διάστημα· και στη βορεινή παραλία διακρινότανε, σαν ασπριδερή
+κηλίδα, το Ηράκλειο κιαπέναντί του το νησί Δία. Ανατολικά μια διαδοχή
+βουνών και κοιλάδων· κέπειτα τελείωνε η Κρήτη στη Σητεία· κιάλλη
+θάλασσα παρουσιαζόταν από 'κεί με δυο νησιά, την Κάσσο και την
+Κάρπαθο.
+
+Απ' όλα όμως αυτά τα θεάματα τη ζωηρότερη εντύπωση μούκαμε το μεγάλο
+οροπέδιο του Λασιθίου, όπου κατέβαιναν οι βορινές πλευρές τον Αφέντη.
+Τοροπέδιο τον Λασιθιού, πούχει μεγάλη δόξα στην ιστορία της Κρήτης,
+είνε χαμηλότερα του Αμαλού, αλλ' είνε πολύ μεγαλείτερο και
+κατοικημένο. Ένας κάμπος, αιγοειδής στο σχήμα, που τον κλείουν απ'
+όλα τα μέρη βουνά, είνε ομαλός σα χαρτί, που το ριγόνουν
+διασταυρωμένα χαντάκια πολυάριθμα· και γύρω τα χωριά, ασπριδερά στο
+πράσινο πλαίσιο που σχηματίζουν αμπέλια και δέντρα. Το χειμώνα η
+ορεινή αυτή πεδιάδα θα γινόταν λίμνη, αν δεν είχε στη δυτική της άκρη
+το χώνο, μια καταβόθρα, όπου τα χαντάκια οδηγούν τα νερά και
+καταπίνονται.
+
+Είχα ακούσει για ταγρίμια τω βουνώ μας, είδος άγριες αίγες,
+μεγαλείτερες από τις ήμερες, που τρέχουν σα λάφια και πηδούν βάραθρα
+φοβερά, αλλά δεν έτυχα να δω. Τότε ήσαν ακόμη, αλλ' έως σήμερο
+λιγόστεψαν πολύ, με τη μεγάλη καταδίωξη που τους έκαμαν οι κυνηγοί.
+Δεν είδα κανένα κείχα απελπιστή αν θάβλεπα. Αλλά την τελευταία μέρα
+της διαμονής μου στον Αμαλό, ενώ ξεκουραζόμουνα με το Βασίλη κάτω,
+σέναν πρίνο, άκουσα θόρυβο κείδα να περνά σταντικρυνό πλάι και σε
+μικρή απόστασι ένας τράγος.
+
+Αγρίμι, Γιώργη! μούπε σιγανά ο ξάδερφος, Θωρείς το;
+
+Σαν νάκουσε τη φωνή ο τράγος, στάθηκε μια στιγμή κείδα πολύ μεγάλα
+κέρατα, γυρτά προς τα πίσω. Έπειτα έφυγε τρέχοντας κέγινε άφαντος μες
+στους πρίνους και τους βράχους.
+
+ — Αν του παίζαμε 'δα, είπα του Βασίλη, δε θα το φτάνανε, τα σκάγια;
+
+ — Δεν θα το φτάνανε, μα κιάνε το φτάνανε, δε θα του κάνανε πράμμα.
+Ταγρίμι θέλει μπάλλα για να πέση.
+
+Οι κυνηγετικές μου επιτυχίες, μετά την πρώτη, ήσανε λιγοστές και
+μικρές· κιόμως γύρισα στο χωριό με την όρεξη και την επιμονή να
+εξακολουθήσω το κυνήγι. Μάναψε και περισσότερο τη μανία του κυνηγιού
+ο Βασίλης με τις υπερβολές πούλεγε για μένα. Η μητέρα μου φαινότανε
+χαρούμενη, δεν έκαμε όμως την υπόσχεση που μούχε δώσει για το
+δίκαννο. Ήθελε, ως έλεγε, να μαγοράση ένα τσιφτέ ελαφρό, για τα χέρια
+μου· κεπειδή τέτοιος δε βρισκότανε στο χωριό, θα παράγγελνε να μου το
+φέρουν από την πόλη. Ως τόσο θάτον στη διάθεσή μου το τουφέκι του
+Βασίλη. Μούπε κι ο ξάδερφος ότι όσες φορές θα πηγαίναμε στο κυνήγι θα
+κρατούσα εγώ το τουφέκι του κιαυτός θάπαιρνε δανεικό. Κέτσι θάχα δικό
+μου τουφέκι.
+
+Πρώτη φορά που γύρισα στο χωριό από απουσία χωρίς να δείξω
+ανυπομονησία να δω το Βαγγελιό· κη μητέρα μου τώχε κρυφή και μεγάλη
+χαρά, αλλά κιαπόφυγε να μου πη τίποτε.
+
+Μόνο για το κυνήγι μιλούσα και σκεπτόμουνα. Το πάθος του κυνηγιού
+φαινόταν ότι αποτελείωσε την κρυάδα πούχε ριχτεί στην αγάπη μου. Και
+σκεπτόμουν πως αφού η ίδια με συμβούλευε να μη την συναντώ και να την
+αποφεύγω, τι να κάμω κεγώ; Κέτσι μούδωκε μια πρόφαση, που και μόνος
+μου ίσως θαύρισκα, για να φαίνωμαι θυμωμένος κιαδικημένος και να της
+ρίχτω τις αιτίες. Φταίω 'γώ σα δε θέλει να τήνε θωρώ; έλεγα με το νου
+μου.
+
+Αλλά κι από κάτι λόγια π' άκουα στο διάβα μου καταλάβαινα πως η
+μοχθηρία κι η κακογλωσσιά του χωριού είχε πάρει δρόμο κατά πάνω μας.
+Μια γυναίκα, που φημιζόταν ως η χειρότερη γλώσσα του χωριού, ψιθύρισε
+σάλλες γυναίκες, μια βραδιά που περνούσα: «Ο γαμπρός! ο γαμπρός!»
+Άλλη φορά άκουσα να λεν περιπαιχτικά πως το Βαγγελιό αρρώστησε από
+τον καϋμό της, γιατί δεν την ήθελε η πεθερά. «Και τι κρίμα ναποτύχη
+ένα τόσο ταιριαστό αντρόγυνο!» Σ' άλλη συντροφιά γυναικών μου φάνηκε
+πως μώπαν «καύκο», με μια λέξη πούχ' ακούσει κιαπό τη μάνα μου, κιαν
+δεν τη καταλάβαινα, μάντευα πως ήτον κακή. Έτσι άρχιζα να νιώθω
+κείνο, που μούχε πη η μητέρα μου, πως θα γινόμουν τανεμπαίγνιδο του
+χωριού. Αλλ' η κακογλωσσιά καταδίωκε περισσότερο το Βαγγελιό κεμένα
+με θεωρούσαν θύμα της, για να την κατακρίνουν περισσότερο. Τώρα
+έβλεπα και γιατί αυτή η δύστυχη τόσο φοβότανε τη γλώσσα του κόσμου.
+Αλλ' αντί γιαυτό να τη συμπαθώ, εύρισκα νέα πρόφαση για το
+αποτράβηγμά μου.
+
+Αλλά και το κυνήγι μάφηνε νου για τίποτε άλλο, έξω από τις φροντίδες
+του; Όλη μέρα βρισκόμουν έξω από το χωριό και το βράδυ έφτανα
+κατάκοπος και κοιμώμουνα ύπνο χωρίς όνειρα. Πήγα με το Βασίλη και στο
+γιαλό και περάσαμε μέρες. Κυνηγήσαμε πολύ· κιόταν γύρισα στο χωριό,
+ήμουν μαύρος σαν αράπης από τον ήλιο.
+
+Για το Βαγγελιό άκουα πως ήτον πάντα άρρωστη. Η μάνα μου δε μούλεγε
+τίποτε· αλλ' η αδερφή μου, που δεν είχε πάψει, φαίνεται, να τη
+συμπαθά λίγο, μούπε πως η κατάστασή της ήτο πολύ άσχημη. Ο πυρετός
+κιο βήχας δεν την άφηναν νύκτα και μέρα και στην εκκλησία, που
+πήγαινε σπάνια, της ερχόντανε λιγομάρες κέφευγε στη μέση της
+λειτουργίας ή του σπερνού. Τώρα έβγαινε πολύ λιγοστά από το σπίτι.
+
+Αισθάνθηκα κάποιο πόνο, αλλ' η σκέψη μου δε χρονοτρίβησε πολύ στο
+Βαγγελιό και τις αρρώστειες της. Ωχ! αδερφέ, κι αυτή όλο άρρωστη
+θάνε; Τι να τον κάνω 'γώ το βήχα και τις κλάψες της; Η αρρώστεια της,
+πούγινε εμπόδιο στα νέα μου ονειροπολήματα, άρχιζε να μου πειράζη τα
+νεύρα.
+
+Σαυτή τη ψυχική μου κατάσταση, κείνη π' αγαπούσα μου φαινόταν σαν
+απομακρυσμένη και κείνη πούμενε με τόνομά της ήτο μια άγνωστη, ένα
+κατάντημα αγνώριστο κιαξιολύπητο του παλαιού Βαγγελιού. Τι σχέση
+λοιπόν είχα μαυτή την άγνωστη, που με την κακομοιριά της στάθηκε, σαν
+εμπόδιο, στο δρόμο των εφηβικώ μου ονείρων;
+
+Η μητέρα μου έβλεπε ότι πέτυχε να με τραβήξη από το Βαγγελιό κιότι
+στο πάθος του κυνηγιού η μητρική της εξουσία βρήκε καλό σύμμαχο. Αλλά
+για καλό και για κακό, ίσως και για να δοκιμάση το βαθμό της
+επιτυχίας της, σκέφθηκε και να μ' απομακρύνη ολότελα για κάμποσον
+καιρόν από το χωριό. Έτσι θα περνούσε κιο περισσότερος καιρός των
+διακοπών και να γυρίσω έπειτα στην πόλη. Μια μέρα λοιπόν μου πρότεινε
+να πάμε μαζή στον Άγιο Θωμά, ένα μακρυνό χωριό, όπου ήτον παντρεμένη
+η μεγαλείτερή της αδερφή.
+
+Η πρόταση μάρεσε, γιατί είχ' ακούσει πως ο Άγιος Θωμάς ήτον από τα
+ωραιότερα χωριά. Ακόμη θαύρισκα εκεί και δυο φίλους μου από το
+γυμνάσιο. Έτσι θα ικανοποιούσα και τη ζωηρή περιέργεια της ηλικίας
+μου να ίδω νέα μέρη. Δεν παράλειψαν να μου πούνε ότι θαύρισκα στον
+Άγιο Θωμά και δυο ξαδέρφια, κυνηγούς, και μαυτούς θα εξακολουθούσα τα
+κυνήγια μου. Αλλ' η μεγαλείτερη παρακίνηση για το ταξίδι τ' Αγίου
+Θωμά ήτο κάτι που μούπε η μάνα μου. Ήτο ταμένη στην Παναγία την
+Καλυβιανή και θα μέπαιρνε να πάμε μαζή. Η Καλυβιανή φημιζότανε τότε
+πως έκανε θαύματα. Εκτός άλλων, είχε κάμει καλά και μια δαιμονιζόμενη
+από το χωριό μας.
+
+Η παιδική μου φαντασία ήτο θαμβωμένη από τα όσα ήκουα για τα θαύματα
+της Καλυβιανής· κείχα μεγάλη περιέργεια, αλλά και ζήλο θρησκευτικό να
+τα δω και να προσκυνήσω την εικόνα τη θαυματουργή.
+
+Το ταξίδι δεν άργησε να γίνη. Για να πάμε στον Άη Θωμά, περάσαμε πολύ
+μέρος τον κάμπου της Μεσαράς σε φοβερή κάψα. Ο Άγιος Θωμάς δε μου
+φάνηκε κατώτερος της φήμης του. Μεγάλο κιωραίο χωριό με νερά και
+περιβόλια. Ο θείος μου ήτον πλούσιος και το σπίτι του είχεν όλα
+ταγαθά. Οι ξαδέρφοι μου ήσαν νέοι μεγάλοι· είχαν και δυο αδερφές
+μικρότερες. Όλοι μου κάμανε μεγάλες χαρές και δε ξέρανε πως να με
+ευχαριστήσουν. Πραγματικώς δε οι ξαδέρφοι ήσαν κυνηγοί· και σαν
+άκουσαν πως μάρεσε το κυνήγι, μούπαν πως είχαν καλούς σκύλους κένα
+τουφέκι ελαφρό κατάλληλο για μένα να πηγαίνω μαζή των.
+
+Μια μέρα ξεκουραστήκαμε κέπειτα πήγαμε στην Καλυβιανή. Δυστυχώς δεν
+ήτο, φαίνεται, εποχή κατάλληλη για θαύματα. Οι προσκυνητές κοι
+άρρωστοι ήσαν λίγοι. Κήκουσα πολλές ιστορίες θαυμάτων, αλλά θαύμα δεν
+είδα. Από τους άρρωστους ήτον ένας νέος τρελλός ή δαιμονιζόμενος, ως
+τον έλεγαν οι παπάδες. Στη λειτουργία τον ξάπλωναν μπρος στην ωραία
+πύλη· κιόταν έβγαζαν τάγια, ο παπάς τον πατούσε. Ο τρελλός φώναζε κιο
+παπάς έλεγε στο δαίμονα, πούτον, ως υπόθεταν, μέσα στον άρρωστο: —
+«Έβγα θεοκατάρατε, από τον άνθρωπο, να πας στα τάρταρα του Άδου, το
+κατοικητήριό σου!» Ο άρρωστος αποκρινόταν, αντί του δαίμονα: — «Από
+πού να βγω; — Από τανύχι του μικιού του δακτυλιού, να μην του κάμης
+κακό.»
+
+Τότε ο άρρωστος γελούσε αληθινό σατανικό γέλιο κέλεγε:
+
+ — Κιαμέ δε θα βγω; Α δε βαριέσαι, ανήμενε.
+
+Κεγώ που πίστευα πως ο ίδιος ο δαίμονας μιλούσε, αισθανόμουν στο σώμα
+μου ανατριχίλλες. Αυτός ο διάλογος φαίνεται πως είχε πολλάκις
+επαναληφθή κιο δαίμονας αντί νάβγη, κορόιδευε. Ήτο από τα πειο πονηρά
+πνεύματα, ως έλεγαν οι παπάδες. Κιαφού με το καλό δεν υπάκουε,
+πολεμούσαν να τον αναγκάσουν με το ξύλο. Έδερναν τον κακομοίρη τον
+τρελλό, κεπίστευαν πως έδερναν το διάβολο.
+
+Εγώ πίστευα όσα ήκουα· αλλά συνάμα μου ερχότανε η απορία, τι
+ευχαρίστηση είχεν ο δαίμονας και με τόση επιμονή ήθελε να κατοικά
+στην κοιλιά ενός ανθρώπου, σένα μέρος τόσο στενόχωρο κεπί τέλους όχι
+καθαρό. Αν τουλάχιστον ο άρρωστος ήτο κανένα ώμορφο κορίτσι, θα
+τώνιωθα. Δεν έφτανα όμως σε κανένα συμπέρασμα απιστίας. Μόνον ανόητη
+μου φαινόταν του διαβόλου η διαγωγή· αλλ' αν δεν ήτον ανόητος, πώς
+διαρκώς θ' ανακατευότανε σε ξένες δουλειές;
+
+Στον Άγιο Θωμά βρισκόμουν διαρκώς σένα κύκλο αγάπης. Η θεία μου
+εύρισκε του πουλιού το γάλα να μευχαριστή· κοι ξαδέρφες μούδειχναν
+την τρυφερότερη αγάπη και αφοσίωση. Όλοι για μένα φρόντιζαν, για μένα
+μιλούσαν· Να μη μου λείψη τίποτε, να μη στενοχωρηθώ από τίποτε. Κ' η
+μεγαλείτερή μου ξαδέρφη έλεγε:
+
+ — Κρίμα που το Γιωργιό 'νε πρώτος ξάδερφός μου. Ποιόν άλλο θάπαιρνα
+καλλίτερο;
+
+Αμφιβάλλω όμως πως, κιαν δεν είχαμε τόση στενή συγγένεια, θα
+συμφωνούσα κεγώ στην προτίμησή της, γιατ' η ξαδέρφη δεν ήτον ώμορφη.
+Αλλά κη μητέρα της έκαμε μιαν άλλην επιφύλαξη.
+
+ — Έπρεπε νάνε και μεγαλείτερος στσοι χρόνους γη σκιάς σόγκαιρος(58).
+
+Όταν δεν πήγαινα κυνήγι με τους ξαδέρφους μου, έκανα διάφορα
+παιγνίδια αθλητικά με τους πολλούς φίλους που απόκτησα στον Άγιο
+Θωμά. Εκεί γνώρισα και το καρτέρι του λαγού· κέτσι έκαμα τη
+μεγαλείτερή μου κυνηγετική επιτυχία· μια νύχτα σκότωσα λαγό.
+
+Στη Μεσαρά χόρτασα να βλέπω κι άλογα, πούσαν πολύ σπάνια στ' ορεινό
+μας χωριό. Ίση δε και μάλιστα μεγαλείτερη από το κυνήγι ηδονή μούδιδε
+η ιππασία. Κιο θείος μου, πούτον καλός καβαλάρης και με τους εφίππους
+του Κόρακα είχε πολεμήσει κατά τα τρία χρόνια της περασμένης
+επανάστασης, είχε καλά άλογα. Οι ξάδερφοι μέμαθαν να ιππεύω και μαζή
+γυρίσαμε τη Μεσαρά. Πήγαμε στους Άγιους Δέκα και φτάσαμε έως στο
+Τυμπάκι. Αλλά και με το στρωτό βάδισμα των κρητικών ίππων(59) η
+ιππασία δεν είνε δύσκολη.
+
+Η θεία κοι άλλοι ήθελαν να μας κρατήσουν έως το Δεκαπενταύγουστο, να
+πάμε και στο πανηγύρι της Καλυβιανής. Αλλ' η μητέρα δεν ήθελε να
+μείνωμε περισσότερο. Έπειτα δεν είχαμε μείνει και λίγο καιρό· αρκετό
+βάρος, έλεγε η μητέρα μου, εδώκαμε στους συγγενείς μας. Ας έρθουν
+κιαυτοί να περάσουν, καμπόσον καιρό στο χωριό μας. Η θεια κοι λοιποί
+ήθελαν να κρατήσουν τουλάχιστον εμένα. Αλλ' η μητέρα μου, αν και
+φαίνεται της άρεσε λίγο το πράμμα, επέμενε να με πάρη μαζή της.
+Φοβότανε μήπως μου συμβή τίποτε στην επιστροφή, γιατί θα περνούσαμε
+από τουρκοχώρια. Έπειτα είχα ρεμπελέψει· έπρεπε και να διαβάσω λίγο.
+
+Θα μας συντρόφευε ο μεγάλος ξάδερφος· κιο θείος είπε γελαστός της
+μητέρας μου:
+
+ — Θα περάσης από τούρκικα χωριά· μα με τα δυο παλληκάρια, που θα σε
+συντροφεύγουνε, δεν έχεις να φοβηθής. Εγώ κιόλας για καλλίτερη
+σιγουριά θαρματώσω το Γιωργή. Θα του χαρίσω το τουφέκι πούπαιρνε στο
+κυνήγι, γιατ' είδα πως ταρέσει.
+
+Έτσι έκαμα την οδοιπορία της επιστροφής οπλισμένος, μένα ελαφρό
+μονόκαννο τουφέκι, δικό μου, κη χαρά μου ήτο μεγάλη.
+
+Στο δρόμο δε μας έτυχε τίποτε· αλλ' όταν φθάσαμε στο χωριό, μάθαμε
+πολύ δυσάρεστα πράμματα για το Βαγγελιό.
+
+Στην απουσία μας είχεν έρθει από την πόλη ένας γιατρός. Τον κάλεσαν
+να δη την κόρη του Δεσποινιού, κιαφού την εξέτασε, είπε στους δικούς
+της ότι η αρρώστεια της ήτον απελπιστική κιότι λίγον καιρό είχε να
+ζήση. Αυτά είχε μάθει η αδερφή μου· αλλ' η μητέρα μου, που τάχα τώρα
+λυπότανε για την άμοιρη κοπελιά· μούπε πειο ορισμένα πράμματα. Το
+Βαγγελιό είχε χτικιό, αρρώστεια που δε γλυτόνει άθρωπος. Ο πυρετός
+την έλυονε νύχτα μέρα, ο βήχας την έπνιγε κέβγαζε καίμα από το
+στήθος.
+
+ — Εγώ, είπε η μητέρα μου, θα σου 'λεα να πας να τη δης, μα η
+γιαρρώστεια τση, παιδί μου, είνε κολλητική και φοβούμαι. Θα πάω 'γώ
+και φτάνει. Δεν μπορώ να μην πάω. Στο ύστερο δικολογιά (60) μας είνε.
+
+ — Και θ' αποθάνη; είπα συλλογισμένος γιαυτό το μυστήριο του θανάτου,
+που πρώτη φορά το αντίκρυζα τόσο πλησίον με τη φοβερή κιαδυσώπη του
+δύναμη.
+
+Η μητέρα μου πήγε πραγματικώς, αλλά φαίνεται πως η θεια το Δεσποινιό
+της έκαμε κακή υποδοχή, γιατί γύρισε με μούτρα κατεβασμένα, μαύρη από
+θυμό και πείσμα, σαν να την είχαν μουντζουρώσει με το τηγάνι. Κιόταν
+τη ρωτήσαμε για την άρρωστη, ο θυμός της ξέσπασε:
+
+ — Γραφές μαζόνει. Μα ο Θεός δεν είν' Αρβανίτης και καθενούς του
+δίδει κατά τα έργατά του και κατά τη ψυχή του. Εγώ, ο Θεός το κατέει,
+την ελυπήθηκα κεπήα να τήνε παρηγορήσω. Αθρώποι 'μεστα. Μα η μάνα τση
+εθάρρεψε, πρέπει, πως επήα να τώσε πέσω. (61) Δε φταιν αυτοί, μα εγώ
+πούσφαλα κεθάρρεψα πως είν' αθρώποι και πως αξίζουν να τσοι
+ψυχοπονέση άθρωπος.
+
+Έπειτα, σαν να ήτον όνειδος η αρρώστεια, μας έδωκε τη φρικτότερη
+εικόνα για την κατάσταση της άρρωστης. Δεν είχε πεια πνοή, παρά για
+να βήχη. Και τόσο την έπνιγε καμμιά φορά ο βήχας, που μελάνιαζε και
+φοβόσουν πως θα τελείωνε. Η εξάντληση κη χλωμάδα της ήτο τόση, που,
+αν δεν έβηχε, θα την έπαιρνες για πεθαμένη. Μόνο το κερί της έλειπε
+από το στόμα. Από την αρρώστια είχε καμπουριάσει, τα μάτια και τα
+μάγουλά της είχανε βουλιάξει και τη θαρρούσες για γριά εξήντα χρονών.
+Ούτε του σκύλου να μη καταραστή κανείς τέτοιο κατάντημα! Και το
+χειρότερο ήτο πως κιντύνευαν κιάλλοι από την αρρώστια της, όσοι
+πήγαιναν και την πλησίαζαν, γιατ' η αρρώστια της, Θε μου φύλαξε, ήτο
+κολλητική, σα φωτιά. Ο γιατρός είπε να μην τη σιμόνουνε παιδιά και,
+σα θα ποθάνη, να κάψουν και τα ρούχα που φορεί και τα ρούχα που
+κοιμάται. Τώρα πήγαιναν μερικές γυναίκες και την έβλεπαν· μα κι αυτές
+σα μάθαιναν τείπε ο γιατρός, θάπαυαν και θάμενε ναποθάνη έρημη, σαν
+πανουκλιασμένη.
+
+ — Θ' αποθάνη; μουρμούρισα πάλιν συλλογισμένος.
+
+ — Είντα 'πες; ρώτησε η μάνα μου.
+
+ — Πράμμα.
+
+Τη νύχτα κείνη είδα στόνειρό μου το Βαγγελιό. Όπως την παράστησε η
+μητέρα μου, με κρατούσε στα γόνατά της καισθανόμουν ότι το σώμα της
+κάτω από τα φορέματα ήτο μόνο κόκκαλα, σκελετός άσαρκος. Το πρόσωπό
+της το αποσουρωμένο είχε του θανάτου το χρώμα. Φρίκη με κρατούσε
+κήθελα να φύγω από κοντά της, αλλά δεν είχα τη δύναμη. Τα χέρια της,
+πούσαν σα μεμβράνες ξερές και ζαρωμένες, με κρατούσαν σα σιδερένια
+μάγκανα. Μέσφιγγε στην αγκαλιά της και τα κόκαλα της τρίζανε. Με
+φιλούσε και τα χείλη της ήσαν κρύα· συνάμα η πνοή της μύριζε λιβάνι.
+Έπειτα την έπιασε τρομερός βήχας κοι πνοές της έπεφταν υγρές στο
+πρόσωπό μου. Σε λίγο είδα ναναβλύζη αίμα με το βήξιμο από το
+παθιασμένο στήθος της κέβαψε κόκκινα τα χείλη της.
+
+Και σαυτό το ματωμένο στόμα σχηματιζόταν ένα φρικτό χαμόγελο.
+
+Έβαλα τότε όλα μου τα δυνατά να φύγω από την αγκαλιά της, αλλ' η
+άρρωστη μέσφιξε δυνατώτερα, τόσον που λίγυσε το σώμα μου προς τα
+πίσω. Κενώ με κρατούσε έτσι, έσκυψε και μούπε με το φριχτό της
+χαμόγελο:
+
+ — Σιχαίνεσαί με, αι; Σιχαίνεσαί με;
+
+Κόλλησε το ματωμένο της στόμα στο δικό μου. Αλλά τότε, αντί ν'
+αντισταθώ, αφέθηκα κοι βυθίσθηκα σε μια ηδονή, που όμοια δεν είχα
+αισθανθή έως τότε. Και τ' όνειρό μου σβύστηκε στην παράδοξη ηδονή
+κείνη.
+
+Μετά το όνειρο κείνο, έπεσα σε μια αλλόκοτη κατάσταση. Σαν κάτι
+νάλλαξε στη ψυχή μου, σα νάγινα άλλος άνθρωπος σχεδόν διά μιας. Το
+πάθος του κυνηγιού σβύστηκε και διάφορα άλλα αντικείμενα πάρχιζαν να
+μ' ενδιαφέρουν έγιναν αδιάφορα. Το Βαγγελιό ξαναγύριζε στην καρδιά
+μου κιόπως ήτο, άρρωστη κι' ασχημισμένη, φρικτή μάλιστα, κατά την
+εικόνα που μούδωκαν κείδα, την αγαπούσα πάλιν. Αλλά και πάλιν ήτο
+διαφορετική η αγάπη μου. Αγάπη από πόνο. Την αγαπούσα τώρα διότι
+έπασχε, διότι είχαν μαραθή η νιότη κη ωμορφιά της και σε λίγον καιρό
+θα πέθαινε. Κι' αυτά εξ αιτίας της μάνας μου, εξ αιτίας εμένα του
+ίδιου. Η μάνα μου την επρόσβαλε, την εσυκοφάντηοε, την εμίσησε
+αγριώτατα, όταν εκείνη δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της να πη κακό
+γιαυτήν. Αλλά κεγώ δεν την έφερα ολιγώτερο στο θάνατο με την
+αδιαφορία μου. Για το κυνήγι απαρνήθηκα κείνην που τόσο μαγάπησε και
+τόσο μαγαπούσε. Για πρώτη φορά παρουσιαζόταν στη ψυχή μου
+ξεκαθαρισμένο το αίσθημα της ανδρικής τιμής και ντρεπόμουν ως
+άνανδρος και τιποτένιος για μια γυναίκα. Τι εγωιστής, τι δειλός και
+σκληρός φάνηκα σε κείνην που θυσιάστηκε για μένα και χανότανε εξ
+αιτίας μου!
+
+Κιόσο φανταζόμουν ότι η αρρώστια του Βαγγελιού θα τελείωνε μετά ένα ή
+δύο μήνες στο θάνατο, μούσφιγγε απελπισία την καρδιά. Ναποθάνη και να
+νομίζη πως δεν την αγαπώ, πως τη σιχάθηκα και τη μίσησα ίσως; Δε θα
+τονε προτιμότερο ναποθάνω κεγώ μαζή της;
+
+Ναποθάνη και να μη τη ξαναϊδώ σ' αυτόν τον κόσμο!...
+
+Μα ήτο τόσο βέβαιον, ήτο άφευκτο ναποθάνη; Η φοβερή ιδέα που
+σχημάτιζα περί του ανίκητου θανάτου αύξαινε τον πόνο που μαζευόταν
+στην καρδιά μου κιαναδημιουργούσε την αγάπη μου, μια νέα αγάπη προς
+τη ψυχή από τη ψυχή. Το μυστήριο του θανάτου, π' απασχολούσε το νου
+μου τώρα, απομάκρυνε τους υλικούς λογισμούς κελέπτυνε το αίσθημά μου.
+Κέπεφτα σένα ρομαντισμό, όπου το αντικείμενο της αγάπης μου γινόταν
+χωρίς σάρκα, σχεδόν άυλο.
+
+Σε τούτο το μεταξύ μέπιασε μεγάλη κεπίμονη μελαγχολία. Έγινα
+λιγομίλητος και στο σπίτι μόνο δυστροπίες και θυμούς γνώριζαν τώρα
+από μένα. Πήγαινα στο κυνήγι, μόνο για να ζω στη μοναξιά και
+λησμονούσα το τουφέκι που κρατούσα. Στην πύλη είχα μάθει κάτι θλιβερά
+τραγούδια της εποχής και στις ερημιές πούτρεχα τα σιγοτραγουδούσα.
+Αλλ' απ' όλο ταίριαζε στη ψυχική μου διάθεση η «φαρμακωμένη» του
+Σολωμού. Κιόταν την τραγουδούσα, πάντοτε γέμιζαν δάκρυα τα μάτια μου.
+Το Βαγγελιό σαν τη φαρμακωμένη θα πήγαινε.
+
+Μια βραδιά πούχα πάει στον Βασίλη, αντί να γυρίσω πίσω στο σπίτι μας,
+τράβηξα προς το πάνω μέρος του χωριού και σε λιγάκι βρέθηκα κοντά
+σταυλιδάκι με την πορτοκαλιά. Είχα πάει με την απόφαση να δω την
+άρρωστη να της μιλήσω και να μείνω κοντά της. Τόση ήτον η ανάγκη μου
+να τη δω, που δε λογάριαζα τους φόβους που μούχε πη η μάνα μου. Μια
+στιγμή μόνο έμεινα διστακτικός, γιατί φοβήθηκα μη μαποπάρη η θεια το
+Δεσποινιό, όπως ήτο θυμωμένη με τη μάνα μου.
+
+Εκεί που δίσταζα, άκουσα βήχα και κατάλαβα πως η άρρωστη ήτον στην
+αυλή. Πραγματικώς όταν πλησίασα, διάκρινα στα σκοτεινά κάποιο που
+καθόταν κάτω από την πορτοκαλιά. Ήτον πολύ ζεστή η βραδιά κιη άρρωστη
+είχε βγη και καθίσει έξω. Πλησίασα στην εξώπορτα και σιγά σιγά είπα
+τόνομά της:
+
+ — Βαγγελιό! Βαγγελιό!
+
+Το μαύρο σχήμα, που φαινόταν κάτω από την πορτοκαλιά, κινήθηκε ζωηρά:
+
+ — Γιωργιό!.., Εσύ σαι, Γιωργιό μου; είπεν η φωνή της.
+
+Έτρεξα μέσα κέπεσα στην αγκάλη της. Αλλ' αυτή με ταδύνατα χέρια της,
+που τα αισθανόμουν να τρέμουν, με κράτησε σαπόσταση και μέβαλε να
+καθήσω σένα σκαμνί δίπλα της. Κέπειτα μούπε:
+
+ — Γιάειντα, παιδί μου, ήρθες; Για να με 'βρούνε κιάλλα βάσανα; Δε
+φτάνουν τα όσα 'χω συρμένα κιόσα σύρνω;
+
+ — Ήμαθα πως είσ' αρρωσταρά. Ήθελες να μην ερθώ;
+
+Δίστασε ναποκριθή· έπειτα έβαλε προσπάθεια για να πη:
+
+ — Δεν ήθελα... δεν έκανε ναρθής.
+
+Της έκοψε τη φωνή ο βήχας. Έπειτα είπε:
+
+ — Ντα μπορώ 'γώ να θέλω ό,τι πεθυμώ;...Μα καλά ήκαμες, Γιωργή μου,
+κήρθες. Καλά 'καμες κιόλας κήρθες νύχτα, να μη δης πως έχω
+καταντήσει.
+
+Σώπασε και κατάλαβα πως σιγόκλαιγε.
+
+ — Κιαν ο λοϊσμός μου, είπε σε λίγο, ήλεγε να μην ερθής, η καρδιά μου
+ελαχτάριζε να σε δω. Πάντ' ανήμενα κιώρπιζα πως θα σε δω, πριχού(62)
+ναποθάνω, και καλά 'καμες κήρθες, γιατί ποιος κατέει...
+
+ — Όι δε θαποθάνης. Εγώ δε θέλω, δε θαφήσω ναποθάνης, είπα και
+πετάχτηκα πάλι να την αγκαλιάσω, αλλά πάλι μαπομάκρυνε.
+
+ — Κ' εγώ, είπε με βαθύ αναστεναγμό, δε θέλω ναποθάνω, μα η μοίρα μου
+ταποφάσισε, χωρίς να χαρώ τον κόσμο. Ο γιατρός δε μούδωκε ζωή. Δε μου
+το φανερώσανε, μα δεν το καταλαβαίνω και μοναχή μου; Η ζωή μου φεύγει
+και τρεμοσβύνει, σαν το λύχνο, που ταποσώθηκε το λάδι. Και κατές πότε
+θαποθάνω; Όντε θα πέφτουνε τω δεντρώ τα φύλλα. Σαν έν' απ' αυτά τα
+μαραμένα φύλλα, κεγώ θα πέσω και τανέμου το φύσημα θα με πάρη.
+
+ — Μα δε σούπα να μην τα λες αυτά; Εγώ στην Καλυβιανή, που πήα, την
+επαρακάλεσα και θα σε γιάνη. Και κάθ' αργά (63) στην προσευχή μου για
+του λόγου σου παρακαλώ Μα γιατί να μην πας κη ίδια στην Καλυβιανή,
+απού κάνει μεγάλα θαύματα;
+
+ — Δε μπορώ, παιδί μου... Με την αδυναμία πούχω, θαποθάνω στη στράτα.
+
+ — Αλήθεια είνε πολύ αλάργο (64) και στον κάμπο κάνει μεγάλη κάψα.
+
+ — Είπανε να με πάνε και στο μοναστήρι τση Φανερωμένης, μα κεκεί 'ν'
+αλάργο. Ας με κάνη ο Θεός ό,τι θέλει. Μα για πε μου πότε θα πας στη
+χώρα;
+
+ — Τω πρώτες του Σετέμπρη.
+
+ — Το Σετέμπρη; μουρμούρισε. Τότε αρχινούνε τα φύλλα και πέφτουνε...
+Άκου, πριχού να φύγης, θέλω να σε δω.
+
+ — Εγώ, όσον καιρό θάμαι στο χωριό, θάρχωμαι να σε θωρώ.
+
+ — Και δε φοβάσαι τη μάνα σου;
+
+ — Δε φοβούμαι κιανένα. Εγώ 'μαι 'δα μεγάλος και θα κάνω ό,τι θέλω.
+
+ — Ήκουσα πως πας και στο κυνήγι, είπε σχεδόν χαρούμενο το Βαγγελιό.
+
+ — Πάω, μα δε μαρέσει μπλειο.
+
+ — Γιάειντα;
+
+ — Δε μαρέσει. Κατέω κεγώ;
+
+ — Άκουσε, Γιώργο· είπες πως θάρχεσαι να με θωρής. Να μην έρχεσαι.
+Θέλω να μην έρχεσαι και θέλω για το καλό σου να μην έρχεσαι. Δε σου
+το λέω, γιατί φοβούμαι τση μάνας σου και του κόσμου τα λόγια. Εδά
+μπλειο δε φοβούμαι πράμμα.
+
+Και τόσο χαμήλωσε τη φωνή της, που μόλις άκουσα την επόμενη φράση:
+
+ — Εγώ δεν είμαι μπλειο σ' αυτό τον κόσμο.
+
+ — Μα φοβούμαι, εξακολούθησε, την αμαρτία. Είν' αμαρτία να σε βγάνω
+απού τη βουλή κεινής που σε γέννησε κέχω να δώσω λόγο εκειά που θα
+πάω. Φοβούμαι περισσότερο για σένα· γιατί καταλαβαίνω πως η
+γιαρρωστιά μου 'νε κολλητική. Κια σαφήνω νάρχεσαι κοντά μου, είνε σα
+να θέλω το κακό σου. Και μπορώ 'γώ να θέλω το κακό σου; Είντα μεγάλες
+αμαρτίες έχω, που δεν τσι κατέχω, και μούδωκε η μοίρα μου
+(άρχισε να κλαίη) ένα κακό, απού 'νε θόνατος και για μένα και για
+κείνους παγαπώ και μαγαπούνε! Πρέπει να μαποφεύγουνε και να με
+φοβούνται όλοι, ακόμη κη μάνα που μεγέννησε, και ναποθάνω έρημη.
+
+ — Εγώ δε φοβούμαι, Βαγγελιό, της είπα.
+
+Και ήμουν ειλικρινής.
+
+ — Σε πιστεύω, μα δε φοβάσαι συ, εγώ φοβούμαι. Να γενώ αφορμή ν'
+αρρωστήσης και τέτοια αρρωστιά; Θεός φυλάξοι, καλλίτερα ν' αποθάνω
+εγώ δέκα θανάτους. Κεκειά που θα πάω, δε θα βρω ποτε ανάπαψη. Εγώ
+θέλω, παιδί μου, να ζήσης και να καλοπεράσης τη ζωή σου. Μόνο τότε
+θάμαι κεγώ χαρούμενη στον άλλον κόσμο. Εγώ ένα πράμμα θέλω από σένα,
+να με θυμάσαι. Να θυμάσαι μια άχαρη κοπελιά, που σαγάπα και θα πάρη
+την αγάπη της και στον άλλον κόσμο. Γιαυτή μου την αγάπη δε θέλω και
+νάρχεσαι κοντά μου. Να περνάς πότε πότε να σε θωρώ απ' αλάργο, ναι·
+και μόνο τσι μέρες που θα πας στη χώρα νάρθης να μαποχαιρετήξης.
+Ποιος κατέει α θα ξαναδωθούμε;
+
+Μαζή με την τελευταία φράση σηκώθηκε· κιόπως είχε ριγμένο πάνω της
+ένα μαύρο καπότο, το όλο της μου φάνηκε θλιβερώτερο παρ' όταν την
+έβλεπα να κάθεται.
+
+ — Πρέπει να πάω μέσα, είπε. Η μάνα μου κοιμάται. Με τα βάσανά μου
+δεν την αφήνω την κακορίζικη να κοιμηθή νύχτα και μέρα κιόπου βρεθή
+την παίρνει ο ύπνος. Δε θέλω να ξυπνήση, να δη πως είμ' όξω και
+στενοχωρηθή. Άμε στο καλό, Γιωργή μου, κια μαγαπάς να κάμης έτσα που
+σούπα.
+
+Το χέρι της ταδύνατο μάγγιξε στο κεφάλι μου και πριν να ταποσύρη
+πρόφταξα, τάρπαξα και το κατεφίλησα. Κιόταν βρέθηκα έξω και τραβούσα
+κατά το σπίτι μας, τόσο θολωμένα ήσαν τα μάτια μου από δάκρυα, ώστε
+και, στη διαφάνεια της θερινής νύχτας δε διάκρινα πού πατούσα και πού
+πήγαινα.
+
+Παραδόξως ό,τι διάκρινα από το πρόσωπο του Βαγγελιού, όταν συνείθισα
+στο σκότος της αυλής, μου φάνηκε θλιβερό, αλλ' όχι κιαποκρουστικό.
+Μάλιστα η κέρινη μορφή της μούδιδε θέλγητρο ωμορφιάς άλλης. Και με το
+νοσηρό αυτό θέλγητρο δε φαίνεται να ήτον άσχετο τ' όνειρο το
+προημερνό.
+
+Τη νύχτα κείνη δε μπόρεσα να κοιμηθώ. Δε μαφήκαν οι θλιβεροί
+λογισμοί, που στρηφογύριζαν στο κεφάλι μου, όπως το σώμα μου γύριζε
+στην αγωνία της αϋπνίας.
+
+Κιαπό τις σκέψες που δε μάφηναν να κοιμηθώ η ποιο επίμονη ήτο ότι,
+αντί ν' αποφεύγω το Βαγγελιό για να μην πάρω την αρρώστεια της,
+έπρεπε αντιθέτως να την επιδιώκω, για ναποθάνωμε μαζή. Τώρα μου
+φαινόταν περισσότερο τερατώδης η αδιαφορία πούχα δείξει γιαυτήν τον
+τελευταίο καιρό, ενώ αυτή 'τον όλη αγάπη για μένα. Έπρεπε να υποφέρω
+και ν' αποθάνω ακόμη για την αναισθησία και την αχαριστία μου.
+
+Μα γιατί ναποθάνη; Γιατί ήτο τόσο βέβαιον ότι θα πέθαινε από την
+αρρώστια της; Πώς τόσοι άλλοι που αρρώσταιναν εγίνοντο καλά, κιαυτή
+θα πέθαινε; Τι αν το είπε ο γιατρός, όταν ο Θεός έχει τη δύναμη και
+νεκρούς νανασταίνη; Με τις θρησκευτικές ιδέες, πούχα τότε, όλα τα
+θαύματα θεωρούσα δυνατά. Και θάφηνε η δικαιοσύνη του Θεού κη άπειρη
+καλωσύνη της Παναγίας να γίνη ένα τόσο μεγάλο άδικο; Τόσοι κακοί
+άνθρωποι ζούσαν και θα πέθαινε τόσο σκληρά μια κοπελιά που δεν έκαμε
+κακό ανθρώπου;
+
+Πόσες φορές αργότερα μου δόθηκεν αφορμή να κάμω αυτό το συλλογισμό,
+έως όπου έφτασα στην ανυπαρξία ανώτερης δικαιοσύνης, αλλά και χωρίς
+να πάψω να πιστεύω στην ανώτερη αξία της καλωσύνης!
+
+Στον πυρετό τέτοιων σκέψεων επήρα μια μεγάλη απόφαση. Να σώσω εγώ την
+άρρωστη. Με την πίστη πούχα τότε τίποτε δε μου φαινόταν αδύνατο. Από
+τα ιερά βιβλία γνώριζα και πίστευα ότι όχι μόνον οι άρρωστοι όλων των
+λογιών μπορούσαν να θεραπευθούν, αλλά κοι νεκροί να γυρίσουν στη ζωή.
+Και γιαυτά τα θαύματα ήτον αρκετή μόνον η πίστη. Γιατί λοιπόν να μη
+γίνη καλά και το Βαγγελιό με την πίστη; Αυτή τη δύναμη επίστευα ότι
+είχα.
+
+Στην απόφαση που πήρα να θυσιασθώ για να σώσω την άρρωστη, αποφάσιζα
+χωρίς δισταγμό να γίνω μοναχός ή και ασκητής και να προσεύχωμαι νύχτα
+και μέρα για τη ζωή του Βαγγελιού. Αλλά μοναστήρι, δεν ήτο στην
+επαρχία μας. Εγνώριζα όμως ένα ερημοκλήσι της Παναγίας σε τόπο
+απόμερο και σε απόσταση όχι μεγάλη από το χωριό. Σπανίως το
+λειτουργούσαν, αλλά γνώριζα ότι το κλειδί ήτο στο υπέρθυρο και
+μπορούσε καθένας να μπαίνη και να προσκυνά. Τώκρινα κατάλληλο για το
+σκοπό μου. Κάθε μέρα λοιπόν με την πρόφαση τον κυνηγιού τραβούσα προς
+το εκκλησιδάκι κιεκεί μέσα περνούσα μια ώρα περίπου. Κενώ έκανα
+σταυρούς και γονυκλισίες, τα χείλη μου ψιθύριζαν στην Παναγία τις
+θερμότερες μου ικεσίες για την υγεία της αγαπημένης. Στην Παναγία
+μιλούσα ως μητέρα σπλαχνική και πανάγαθη πούξερε από ανθρώπινο πόνο.
+Και, τόσον αληθινή, τόσον ειλικρινής ήτον η παρακάλεσή μου, τόσον
+έφτανα να αισθάνωμαι την παρουσία της Παναγίας, ώστε τα δάκρυα μου
+έτρεχαν.
+
+Το κυνήγι τώχα ως πρόφαση να πηγαίνω για την προσευχή μου στο
+ρημοκλήσι. Μου φαινόταν κιάτοπο να διασκεδάζω σε καιρό που κείνη
+τόσον έπασχε.
+
+Σε τέτοια εκστατική κατάσταση έφτανα καμμιά φορά μπροστά στην εικόνα
+της Παναγίας, που νόμιζα μια στιγμή ότι κινούσε τα χείλη της κιότι
+χαμόγελο αγαθών υποσχέσεων χυνόταν στο άγιο της πρόσωπο.
+
+Στο αναμεταξύ περνούσα, κατά την υπόσχεση πούχα δώσει, από το δρόμο
+τον Βαγγελιού. Κιαν μέβλεπε αυτή από το βάθος του σπιτιού δεν ξέρω·
+εγώ όμως δεν την έβλεπα και μόνο κάποτε ήκουα τον απαίσιο της βήχα.
+Από τη μητέρα της έμαθα πως από το κακό στο χειρότερο πήγαινε. Αλλά
+κιαυτή δεν παράλειψε να μου πη ότι δεν ήθελε να μπω στο σπίτι, για να
+μην έχη νέα λόγια και την έφταναν τα βάσανά της.
+
+Πραγματικώς η μητέρα μου είχεν αρχίσει πάλιν νανησυχή. Και τα
+περάσματά μου από το δρόμο της άρρωστης έμαθε και τη ψυχική μου
+μεταβολή έβλεπε. Κάθε φορά που φίλοι μου με καλούσαν στο κυνήγι
+έδειχνα ανορεξιά ή απόφευγα. Κιόχι μόνο μελαγχολικός φαινόμουν, αλλά
+κιαδυνάτιζα κέχανα το χρώμα μου.
+
+Μια μέρα μου λέει:
+
+ — Γιώργη παιδί μου, δε μαφουκράσαι και θα με σκάσης. Δε σούπα να μην
+πηαίνης στση Βαγγελιάς;
+
+ — Αι, σούπε κιανείς πώς πάω; είπα με αυθάδεια.
+
+ — Είπανέ μου πως συχνοπερνάς κίσως μπαίνεις και στο σπίτι.
+
+ — Κιάνεν περνώ; κιάνε μπαίνω; είπα προκλητικά.
+
+Η μητέρα μου μ' ατένισε με κατάπληξη, αλλά δεν έδειξε θυμό.
+
+ — Πού την έμαθες να τη βγάνης αυτή τη γλώσσα; θες να πης πως δε με
+λογαριάζεις και πας στση Βαγγελιάς;
+
+ — Εγώ, παιδί μου, είπε με ημερώτερο τρόπο, δε σου τώπα για το κακό
+σου. Ποιος άλλος σαγαπά καλλίτερα 'πό μένα που σ' εγέννησα και
+σενέθρεψα; Σούπα να μη πιαίνης στσ' αρρωσταράς, γιατί 'χει κακό και
+κολλητικό πάθος· κιάνεν πάθης ο Θεός να σε βλέπη(65) — ποιος θα καή
+παρά η μάνα σου; Μα αν, πρέπει, θαρρείς πως θέλω το κακό σου κιό,τι
+σου λέω να μην το κάνης το κάνεις στο πεισματικό μου.
+
+Θυμήθηκα τα λόγια του Βαγγελιού, πως ήτο αμαρτία να παρακούω της
+μητέρας μου. Αλλά και για το χατίρι της άρρωστης, ενώ άρχισα με
+απόφαση ανταρσίας, κρατήθηκα. Και της μάνας μου όμως ο γλυκός τρόπος
+μαφώπλισε ολότελα.
+
+ — Μια φορά πήα και την είδα, είπα, κιαυτή μεμπόδισε να τση σιμώσω,
+για να μην πάρω, λέει, την αρρώστια τση. Μούπε κιόλας να μη ξαναπάω
+παρά μια φορά, να την αποχαιρετήξω όντε θα φύγω στη χώρα.
+
+ — Και θα πας;
+
+ — Θα πάω, είπ' αποφασιστικά.
+
+ — Κιάνε σου πω να μην πας;
+
+ — Μη μου το πης, γιατί θα πάω. Δε μπορώ να μην πάω.
+
+Ο θυμός κοκκίνησε το πρόσωπο της μητέρας μου. Αλλά πάλιν κρατήθηκε
+και μούπε με φωνή μάλλον ήρεμη:
+
+ — Κιάνε σου κολλήση την αρρώστια τση, άνε χτικιάσης;
+
+ — Θαποθάνω. Πώς θαποθάνη το Βαγγελιό; Ας αποθάνω κεγώ.
+
+ — Και δε σε γνοιάζει για τη μάνα σου, απού σέχει μονάκριβο ασερνικό
+κιάνε σε χάση θα κουζουλαθή; Δε λυπάσαι την αδερφή σου; Κια δε
+λυπάσαι τσ' άλλους, δε λυπάσαι τη νιότη και τη ζωή που θα χάσης;
+
+ — Γιάειντα να γνοιάζωμαι, σα(66) δε θα πάθω πράμμα;(67) Το Βαγγελιό
+δε θαποθάνη· δε θέλω' γώ ν' αποθάνη.
+
+ — Μαν είνε γραφτό ναποθάνη, είντα μπορείς εσύ να κάμης;
+
+ — Και πώς το κατές τουλόγου σου πως τσ' είνε γραφτό ναποθάνη;
+
+ — Ο γιατρός τώπε. Μα κι ολοφάνερο 'νε πως έχει χτικιό κιαπ' αυτό το
+πάθος δε γλυτόνει άθρωπος.
+
+ — Μα σα θέλει ο Θεός;
+
+ — Δε λέω, σα θέλει ο Θεός ο μεγαλοδύναμος...
+
+ — Αι; σου λέω κεγώ πως ο Θεός δε θέλει ναποθάνη το Βαγγελιό. Εμένα
+μου τώπε...
+
+ — Ποιος σου τώπε;
+
+ — Εγώ κατέω ποιος μου τώπε.
+
+ — Δε μου το λες κεμένα να το μάθω;
+
+Εδίστασα λίγο· έπειτα είπα:
+
+ — Αι, σα θες να μάθης, η Παναγία μου τώπε. Στον ύπνο μου προθές
+εφανερώθηκε και μούπε πως αν έχω πίστη, το Βαγγελιό θα γιάνη(68).
+Κεγώ 'χω μεγάλη πίστη πως ο Θεός θα τήνε γιατρέψη.
+
+Τέτοιο όνειρο δεν είχα δη, αλλά και δεν έλεγα ολότελα ψέμα, αφού αυτή
+την υπόσχεση μούδιδε το χαμόγελο της Παναγίας.
+
+Η απάντησή μου έφερε σαμηχανία τη μητέρα μου, που σαν όλες οι
+γυναίκες, πίστευε τα όνειρα.
+
+ — Είδες το αληθινά αυτό το όνειρο;
+
+ — Τώδα, σου λέω.
+
+ — Μα σούπε κ' η Παναγία πως άνε πηαίνης στση Βαγγελιάς δεν είνε
+φόβος να πάρης το χτικιό; Είπε σου το αυτό;
+
+ — Δε μου τώπε.
+
+ — Μα σου το λέω 'γώ κιαυτό φοβούμαι. Μαγάρι να γιάνη η κακομοίρα η
+Βαγγελιά. Ο Θεός το κατέει άνεν το θέλω. Μα έτσα που δεν τση φταίω
+'γώ, δε θέλω να μου φταίξη κιαυτή, να κάψη το παιδί μου. Για σένα 'γώ
+φοβούμαι, Γιώργη μου.
+
+ — Εγώ δε φοβούμαι.
+
+ — Μην το λες αυτό, Γιώργη, γιατί εσύ δεν κατές. Θες να γενής έτσα
+πούν' η Βαγγελιά, να κιτρινίσης και να λυόσης σαν το κερί, να βήχης
+και να ξερνάς αίμα, να μη μπορής να σύρης τα πόδια σου από την
+αδυναμιά, να φοβούνται οι αθρώποι να σου σιμόνουν και στο ύστερο ν'
+αποθάνης, χωρίς να χαρής τον κόσμο;
+
+Το θάρρος μου βρέθηκε απροετοίμαστο ναντιμετωπίση τον κίντυνο, όπως
+τον παρουσίασε σε μια φοβερή εικόνα η μητέρα μου. Έως τότε ο νους μου
+δεν πήγαινε πολύ μακρότερα των λέξεων, όταν έλεγα πως δε φοβόμουν να
+κολλήσω το νόσημα του Βαγγελιού και να πεθάνω τον ίδιο θάνατο. Αλλά
+τώρα έβλεπα τη φοβερή πραγματικότητα καισθάνθηκα να περνά από πάνω
+μου ως κρυερό φύσημα θανάτου. Τόσον δε ζωηρή ήτον η εντύπωση, ώστε
+άρχισα να βήχω, πράμμα πούδωκε μεγάλη ανησυχία στη μητέρα μου:
+
+ — Γιάειντα βήχεις, παιδί μου; με ρώτησε. Πονείς ποθές;
+
+ — Όι, αποκρίθηκα, δεν πονώ ποθές.
+
+Ο φόβος μου όμως δεν κράτησε πολύ και το πείσμα μου ξανάρθε με την
+αυθάδειά μου. Κείπα στη μητέρα μου:
+
+ — Μη μου λες να μην πάω να την αποχαιρετήξω. Αυτό που θες δεν είνε
+καλό κιάνε μου το ξαναπής, θαρχίξω να πιαίνω κάθα μέρα να τση κάνω
+συντροφιά.
+
+ — Συντροφιά!.. Παναγία Παρθένα! Θες να με κουζουλάνης, υγιέ μου, και
+μου τα λες αυτανά; Για μια ξένη, μωρέ, τυραννάς έτσα τη μάνα σου;
+
+ — Δεν είνε ξένη. Με τόση αγάπη που μούχει μπορώ να τη θωρώ ξένη;
+Έτσα που μαγαπά την αγαπώ κ' εγώ, ετόλμησα και είπα. Κιο ενθουσιασμός
+για το θάρρος μου μούδωκε την έμπνευση μιας σκέψης ανώτερης της
+ηλικίας μου:
+
+ — Κεγώ την αγαπώ όχι μόνο γιατί μαγαπά, αλλά και γιατί με την
+αγγελική της ψυχή μέμαθε κεμένα να γενώ καλλίτερος.
+
+Αυτή τη φορά ο θυμός της μητέρας μου ξέσπασε:
+
+ — Είνε ντροπή σου κείνε κιαμαρτία να με βάνης εμένα την μάνα σου
+στην ίδια σειρά μαυτή την.... αξετσύπωτη. Αυτή, που για να μη βρίσκη
+άντρα, ευρήκε 'να μωρό, ένα παιδί αθώο να ξεθυμαίνη τον πυρωμό τση;
+Γιαυτό κιο Θεός την παιδεύγει. Εάν δεν καταλαβαίνεις είντα κουμάσι
+'ν' αυτή μα σα μεγαλώσης, θα καταλάβης και θα θυμηθής τση μάνας σου
+τα λόγια.
+
+ — Όσο την ατιμάζεις(69) και την κακοθελάς(70),τόσο περισσότερο την
+αγαπώ και τη λυπούμαι, γιατί κατέω πως δεν έχει κανένα ψεγάδι απ' όσα
+τση λες.
+
+ — Είντα κατές, εσύ, κακορρίζικο παιδί; Και πώς μπορείς να καταλάβης
+τσι διαολιές μιας διαστρεμμένης γυναίκας.
+
+ — Εγώ κατέω πως αυτή δε λέει κακό για μας και του λόγου σου όλο τη
+γλωσσοτρώς.
+
+ — Αυτή σου ταρμήνεψε, μωρέ, αυτά τα λόγια, για να με σκάσης;
+
+ — Ναι· εκατό φορές μούχει πωμένο να μη πιαίνω ενάντια στη βουλή σου
+και μόν' ό,τι μου λες να κάνω.
+
+ — Ψώματα το λες! Αυτή η χτικιαρά σου λέει να μακούς; Ψώματα! Αυτή
+σου βάνει όλες τσι φτιλιές(71) για να με βγάλης απού την αγάπη και
+την απακοή μου; Κιάνε σούπε τέτοιο πράμμα, ψώμα τώπε, για να σε φέρη
+ευκολώτερα στα νερά τση. Έτσα σέκαμε και να πιστεύγης πως έχει
+αγγελική ψυχή κιαυτή 'χει δέκα δαιμόνους μέσα τση. Κεδά σαν είδε πως
+το χτικιό τση χάλασε τσι διαολιές τση και πως θαποθάνη, εβάρθηκε να
+σου κολλήση την αρρωστιά τση, για να σε πάρη μαζή τση στον Άδη.
+Τέτοια ψυχή έχει αυτός ο άγγελος και τόση αγάπη σούχει. Έτσα θέλει να
+κάμη και μένα το μεγαλείτερο κακό που μπορεί να μου κάμη άθρωπος,
+γιατί κατέει πως ζω με τη ζωή σου (Η μητέρα μου άρχισε να κλαίη).
+Είντα παιδί 'σαι συ, μωρέ, και γίνεσ' ένα με τσ' οχτρούς τση μάνας
+σου; Μα 'γώ δε θα την αφήσω τη χτικιασμένη να βάλη φωτιά στο σπίτι
+μου. Καλή 'μαι να πάω να τση βγάλω τα μάτια τση. Φτάνουνε τα όσα
+μούχει αξωμένα. (72) Να μάθω 'γώ άλλη φορά πως επέρασες το κατώφιλο
+του σπιτιού τση και θα δη είντα θα τση κάμω! Μουδέ το χάλη τση θα
+λογαριάσω, μουδ' είντα θα πη ο κόσμος. Για πε μου θα πας;
+
+ — Μια βολά, δε σούπα; Όντε θα πάω στη χώρα. Κιως τόσο θα γιάνη.
+
+ — Κιαμέ δε θα γιάνη; Οι ποθαμένοι γιάνουνε; Αυτή 'ν' από' δα
+ποθαμένη. Δεν την είδες;
+
+ — Ο Θεός, απ' ανασταίνει νεκρούς, σα θέλη, θα τη γιάνη. Και θα τη
+γιάνη, γιατ' είνε άκακη και καλόγνωμη.
+
+Η μητέρα μου με κύταξε άναυδη. Έπειτα μου είπε κιο θυμός έτρεμε στη
+φωνή της:
+
+Θωρώ τα όσα σούπα τάβαλες απού το 'ν' αυτί και τάβγαλες απού τάλλο.
+Αυτή 'νε, μωρέ μπουνταλά, η γιάκακη, απού 'χει όλους τσοι δαιμόνους
+μέσα τση; Άκουσ' είντα σου λέω κ' εγώ. Δε θα πας· μουδέ μια βολά,
+μουδέ μισή βολά. Κιάνε κάμης δίχως τη βουλή μου, θα σου δώσω την
+κατάρα μου.
+
+ — Μια και τσ' έταξα, δε μπορώ να φύγω χωρίς να την αποχαιρετήξω.
+Λυπούμαι τη.
+
+Η μητέρα μου άρχισε πάλι να κλαίη και να παραπονάται του Θεού που την
+αφήκε χήρα μένα παιδί ανεπήκουο. Ήξερε αυτή τι μου χρειαζότανε, μα
+ντρεπότανε στην ηλικία πούχα φτάσει. Έπρεπε νάχω πατέρα, για να με
+φέρη στα λοϊκά μου. Μάτον άτυχη και τον επήρ' ο Θεός το μακαρίτη
+γλίγωρα. Δεν ήθελε να μαθαίνη ο κόσμος τσι ντροπές μας· μαν εκρατούσα
+τον ίδιο δρόμο, θάλεγε στους θείους μου να με φέρουνε σε θεογνωσία.
+Θα πήγαινε και στο Δεσπότη και στο Μουντίρη (73) ακόμη «να σκίση τα
+ρούχα της».
+
+ — Ας είνε, σα δε θες να πάω να τη δω μια βολά, θα πάω πολλές, της
+είπα, κιάμε να το πης και του Δεσπότη και του Μουντίρη και του Θεού
+μαγάρι. Από σήμερα θα πηαίνω κάθα μέρα. Κιας με πιάση και το χτικιό,
+για να μην έχης τότε αφορμή να μεμποδίζης.
+
+Αφού είδεν ότι οι φοβερισμοί δεν έφερναν αποτέλεσμα, άλλαξε γλώσσα:
+
+ — Κάνε ό,τι θες. Μα δε λυπάσαι, παιδί μου, τη μάνα και την αδερφή
+σου, δε λυπάσαι τη νιότη σου; Δε συλλογάσαι πως κατασταίνεσαι ένας
+απού τσ' ωμορφότερους νιους; και με τα γράμματα που μαθαίνεις και την
+κατάσταση (74) πούχομε θάσαι παντού παρακαλετός να πάρης την
+καλλίτερη κοπελιά. Σανημένει μια ζωή ευτυχισμένη και συ θες να πέσης
+στη φωτιά να καής. Δεν είν' αυτή σωστή κουζουλάδα; Κ' είντα θα πη ο
+κόσμος, σα μάθη τα λόγια και τα φερσίματά σου; Όλοι σε παινούνε κη
+κακομοίρα η μάνα σου τώχει κρυφό καμάρι. Και να κατέχανε ποιες πρίκες
+με ποτίζεις και τρομάρες μου δίδεις με τα πεισματικά σου! Εγώ η
+μαυρομοίρα ώρπιζα πως θα μου φέρης μιαν καλή κιώμορφη νύφη και θα μου
+κάμης γκονάκια, χαρά για τα γερατειά μου· μα συ θες ν' αποθάνης από
+χτικιό και να με σκάσης και μένα Άχι! Θε μου, αυτό μου μελλότανε στα
+γερατειά μου;
+
+Είπε και άλλα τέτοια κέθιξε όλες τις χορδές της ευαισθησίας μου. Εις
+τα λόγια πρόσθεσε και χάδια. Αφού είδεν όμως πως δε μπορούσε να
+πιτύχη το μεγάλο σκοπό, γίνηκε συμβιβαστική.
+
+ — Καλά, παιδί μου, να πας να την αποχαιρετήξης, μα νάχης το νου σου.
+Να μη φας πράμμα από τα χέρια τση και να μην αφήσης να σε φιλήση. Την
+άλλη βολά που πήες, μην πα και σούδωκε πράμμα κήφαες; μην πα και
+σεφίλησε;
+
+ — Δε σούπα πως δε μαφήκε να τση σιμώσω και πως μου παράγγειλε να μη
+ξαναπάω παρά μια βολά γι' αποχαιρετισμό;
+
+ — Εγώ, παιδί μου Γιώργη, μόνο για τη ζωή σου φοβούμαι· μα σαν κατέω
+πως θάχης το νου σου, να πας, παιδί μου. Δε σεμποδίζω. Μόνο να θυμάσαι
+να μην κάτσης πολιώρα.
+
+Μείναμε σύμφωνοι, αλλά την άλλη μέρα μούπε ξάφνου:
+
+ — Κατές είντα συλλογούμαι απ' οψές; Αν ήθελες να πας πάλι στον Άη
+Θωμά. Εδά, που δε θάχουνε πολλές δουλειές, θα περάσης καλλίτερ' απού
+την άλλη βολά. Κοντεύγει κιο δεκαπεντάγουστος και θα πας στη χάρη τση
+να παρακαλέσης..
+
+Επειδή όσο θάμενα στο χωριό, θάτον φόβος νάρθω σε συνάφεια με την
+άρρωστη, η μητέρα μου σκέφθηκε, για μεγαλείτερη ασφάλεια και για νάχη
+το κεφάλι της ήσυχο, να με στείλη στη Μεσαρά. Έτσι θα ματαίωνε και τη
+συνάντηση του αποχαιρετισμού, διότι ο κρυφός σκοπός τση ήτο να πάω
+από του Άη Θωμά στην πόλη, χωρίς επιστροφή στο χωριό μας.
+
+Απ' αυτή την πρόταση το πειο ελκυστικό ήτο ότι θα πήγαινα στο
+πανηγύρι της Καλυβιανής, ότι θάβλεπα θαύματα κιότι πιθανώς ένα απ'
+αυτά να ήτο και το γιάτρεμα του Βαγγελιού. Με τόση καρδιά θα
+παρακαλούσα την Παναγία, που θεωρούσα βέβαιο ότι θα με εισήκουε.
+
+ — Αι; ρώτησε η μητέρα μου· είντα λες; πας;
+
+ — Πάω, της είπα. Θαρθής και τουλόγου σου;
+
+ — Όι, παιδί μου, δε μπορώ 'γώ. Είνε μεγάλη κούραση για μένα. Μα
+είντα με θες εμένα; Εκειά θάχης τη θεια σου, το μπάρμπα σου και τα
+ξαδέρφια σου. Θαρθή κιο Βασίλης ίσα 'κειά να σου κάνη συντροφιά.
+
+Υποπτευόμουν λίγο το κρυφό σχέδιο της μάνας μου και γιαυτό είπα:
+
+ — Κύστερα πάλι θα γυρίσω στο χωριό τσι πρώτες του Σετέμπρη να πάω
+στη χώρα. Αι;
+
+ — Ναι, γυιέ μου. Δε σου τώπα;
+
+Αποφασίστηκε να φύγω μετά τρεις μέρες. Και το βράδυ πως να κρατηθώ να
+μην πάω να πω του Βαγγελιού ότι θα πήγαινα στην Καλυβιανή να την
+παρακαλέσω γιαυτήν κιότι πίστευα να γίνη το θαύμα; Πρέπει να
+επαναλάβω ότι ο φόβος της αρρώστειας δε μπορούσε να με κυριεύση. Δεν
+πίστευα ως πραγματικό αυτόν τον κίντυνο, γιατί και δεν τον ένιωθα·
+πολλάκις κιολότελα το λησμονούσα.
+
+Πάλι βρήκα την άρρωστη το βράδυ κάτω από την πορτοκαλιά καθισμένη και
+με το καπότο στις πλάτες.
+
+Έκαμε νανασηκωθή, άμα μείδε, και μούπε μανησυχία:
+
+ — Είντα! μισεύγεις από 'δα στη χώρα;
+
+ — Όι, θα πάω στον Άη Θωμά κήρθα να σου το πω. Μα θα γιαγείρω (75)
+πάλι στο χωριό, μη θαρρείς.
+
+Κείντα θα κάμης πάλι στον Άη Θωμά; είπε το Βαγγελιό· και φάνηκε πως
+δεν της άρεσε αυτό το ταξίδι, γιατί καταλάβαινε το σχέδιο της μάνας
+μου.
+
+Μα πάλι δεν είπε τίποτε για τη μάνα μου.
+
+ — Αν ήτονε, της είπα, να πάω μόνο στον Άη Θωμά, δε θα πήαινα. Μόνο
+θα πάω και στην Καλυβιανή, να βρεθώ 'κειά τση Παναγίας να την
+παρακαλέσω για την υγειά σου.
+
+Εκινήθη να μαγκαλιάση, αλλ' ευθύς τραβήχτηκε.
+
+ — Όι, δεν κάνει, δεν κάνει, ψιθύρισε.
+
+Έπειτα είπε:
+
+ — Από σένα, Γιώργο μου, πούχεις ψυχή άδολη και καθαρή, θακούσ' η
+χάρη τση.
+
+ — Εγώ πιστεύω, Βαγγελιό, και πρέπει νάχης και συ πίστη. Το Ευαγγέλιο
+λέει ότι κι ως ένα σπόρο του συναπιού πίστη αν έχωμε, μπορούμε να
+μετακινήσωμε βουνό. Κεγώ έχω πίστη όχι όσο ο σπόρος του συναπιού,
+αλλά σα βουνό. Πίστευε και συ πως θα σε κάμη καλά η Παναγία και το
+θαύμα θα γενή χωρίς άλλο.
+
+ — Ας με λυπηθή, μπλειο η χάρη τση, είπε μαναστεναγμό η άρρωστη. Πάλι
+και δε θέλει να με γιάνη, ας με πάρη σκιάς(76) γλίγωρα, να πάψουνε τα
+βάσανά μου.
+
+ — Θα πάψουνε. Η Παναγία θα μου δώση την υγεία σου να σου τη φέρω.
+Και με πόση χαρά θαρθώ! Θα πετάξω.
+
+ — Και πόσον καιρό θα κάμης στη Μεσαρά;
+
+ — Η μάνα μου θέλει να μείνω ώστε να φτάσουν η μέρες να πάω στη χώρα·
+μα γω θα γιαγείρω μος περάση τση Παναγίας. Μα μπορώ ναργήσω, που θα
+σου φέρνω την υγειά σου;
+
+Στην τελευταία λέξη κόπηκε η φωνή μου και το Βαγγελιό ψιθύρισε
+τρομαγμένη:
+
+ — Ω Χριστέ μου!
+
+Μια φωνή γυναίκας, βραχνή από θυμό, είχε φωνάξει από το δρόμο:
+
+ — Γιώργη!
+
+ — Όρισε, αποκρίθηκα στη φωνή, φίλησα την άρρωστη, πριν προφτάση να
+μεμποδίση, κιόταν γύρισα να φύγω διάκρινα το κεφάλι της μητέρας μου
+πάνω από το χαμηλό αυλόγυρο.
+
+ — Επαδά 'σαι, μωρέ, πάλι; είπε η φωνή της μάνας μου πειο ξαγριωμένη.
+
+ — Μη φοβάσαι, Βαγγελιό, πράμμα, είπα σιγά στην άρρωστη.
+
+Έπειτα έτρεξα έξω και στο δρόμο βρέθηκα μπροστά στη μάνα μου. Κάτι
+άρχισε να λέη, αλλά την έπιασα δυνατά από το χέρι και της είπα
+έντονα:
+
+ — Σώπα! μην 'πής κακό, γιατί μα το θεό θανεβώ σε κειονέ το χαράκι
+και θα πέσω κάτω.
+
+Κοντά στο σπίτι του Δεσποινιού ήτον ένας ψηλός βράχος με κισσό, που
+στο σκοτάδι φάνταζε σαν πελώριος αράπης. Κέδειχνα ότι ήμουν έτοιμος
+να πάω να γκρεμιστώ από κει πάνω.
+
+ — Όι, παιδί μου, δε θα πω πράμμα, μούπε η μητέρα μου με φωνή
+μερωμένη. Μόνο έλα να πάμε στο σπίτι.
+
+Την ακολούθησα, κ' ενώ φεύγαμε μου φάνηκε πως ήκουσα της άρρωστης το
+βήχα, σαν αναφυλλητό και βήχα μαζή. Και ποτέ ο θανάσιμος εκείνος
+βήχας δε μούδωκε τόσο σπαρακτικό αντίκτυπο στη ψυχή.
+
+Ήμουν σε μεγάλη νευρική ταραχή κένας κεφαλόπονος, που με κρατούσε από
+νωρίς, δυνάμωσε.
+
+ — Έχω δα δίκιο γη δεν έχω; μούπε η μητέρα μου όταν φτάσαμε στο
+σπίτι. Δε μούπες;...
+
+ — Ας σούπα, της έκοψα την ομιλία με θυμό κιαυθάδεια. Ό,τι θέλω θα
+κάνω.
+
+ — Καλά, γυιέ μου, είπε η μητέρα μου μεγκαρτέρηση.
+
+Η βραδιά ήτο ζεστή, αλλ' εγώ αισθανόμουν υπερβολική ζέστη και
+στενοχώρια· και, σαν πλάγιασα, η ζέστη γίνηκε σφοδρός πυρετός κιόλη
+τη νύχτα κοιμώμουν και παραμιλούσα σένα φριχτό εφιάλτη. Η μάνα μου
+πέρασε τη νύχτα άγρυπνη στο προσκέφαλό μου να μου βάζη βρεμμένα πανιά
+στο μετωπο και να μου κάνη διάφορα γιατρικά. Και μες στις ζάλες μου
+την είδα μια στιγμή να κλαίη.
+
+Ο νυχτερινός πυρετός κείνος μαφήκε τρομερή εξάντληση και το επόμενο
+βράδυ μούρθε πάλι.
+
+Στο χωριό μας, αν και ορεινό, δεν έλειπε το βλάβος, δηλαδή η
+ελονοσία· κιαν δεν ήτον η αρρώστεια του Βαγγελιού, ο νους της μητέρας
+μου θα πήγαινε αμέσως στο ρίγο, δηλαδή τον κοινό πυρετό· και θα
+μεταχειριζότανε σε μένα τις συνειθισμένες θεραπείες του πυρετού. Θα
+καλούσε λόγου χάρη ένα γραμματισμένο «να μου γράψη το ρίγο», δηλαδή
+να γράψη ένα ξόρκι και το χαρτί θα το κρεμούσα στο λαιμό μου, ως
+φυλαχτάρι. Ίσως μάλιστα θα έλυωναν το χαρτί μένα τέτοιο ξορκισμό και
+τη διάλυση θα μούδιδαν να πιω. Ως φάρμακο, θα μούδιδαν αφέψημα
+αψιθιάς κιάλλων χόρτων, που θεωρούνται αντιπυρετικά, κιως τελευταίο
+ίσως το κινίνο, που δεν ήτον ακόμη σε μεγάλη διάδοση και χρήση. Αν
+πάλιν επίμενε ο πυρετός, η μητέρα μου θα πήγαινε να μου δέση το ρίγο
+στον Άγιο Γιάννη το Ριγολόγο. Πίστευαν ότι τη δύναμη να διώχνη τους
+πυρετούς είχεν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Και πήγαιναν όπου ήτο
+ναός του κέδεναν κλωστές στα μανουάλια του και στα τέμπλα.
+
+Αλλά τόσον είχε κυριευμένο το πνεύμα της μητέρας μου ο φόβος της
+αρρώστειας του Βαγγελιού, ώστε δεν την αφήκε να σκεφθή τίποτε άλλο
+κιαπό τα πειο πρόχειρα και τα πιθανώτερα. Και φοβήθηκε από κάθε άλλη
+αυτή την αρρώστεια, γιατί προ λίγης ώρας ήμουν κοντά στη χτικιασμένη.
+
+Στις επαρχίες της Κρήτης σε κείνη την εποχή γιατροί δεν ήσαν, παρά
+μόνον πραχτικοί. Στις πόλεις ακόμη επιστήμονες γιατροί ήσαν λιγοστοί.
+Κι' από τους πραχτικούς οι περισσότεροι ήσαν μοιράρηδες, δηλαδή μάγοι
+και γιατροί μαζή. Αυτοί, αντί να ζητούν τη διάγνωση της αρρώστειας
+στα συμπτώματα και τη γενική κατάσταση του άρρωστου, τη ζητούσαν στα
+μοιροχάρτια των, πούχαν ανακατεμένη τη θεραπευτική και τη μαγεία.
+
+Ένα τέτοιο γιατρό κάλεσε η μητέρα μου να μεξετάση. Κήρθε μένα χοντρό
+χειρόγραφο βιβλίο, με τις γωνίες λερωμένες και φθαρμένες από το
+πολυχρόνιο φυλλομέτρημα. Μόλις με κύταξε μένα τον άρρωστο. Ούτε το
+σφυγμό μούπιασε, ούτε τη γλώσσα μου κύταξε. Η μάνα μου τούπε πως είχα
+ζέστη μεγάλη, ιδρώτες τις βραδυνές ώρες και παραμιλητά· αλλ' αυτά
+τάκουε ως περιττές για την τέχνη του πληροφορίες. Ρώτησε μόνο ποιο
+μήνα και ποια μέρα γεννήθηκα. Άνοιξε κατόπιν το βιβλίο του· κενώ
+γύριζε τις σελίδες παρουσιάζοντο πεντάλφες, κύκλοι κιάλλα μαγικά
+σχήματα. Σένα κατεβατό σταμάτησε και μούπε να θέσω το δέχτυλό μου
+τυχαίως σένα σημείο. Μετ' αυτό άρχισε μια άφωνη ανάγνωση και σάλευαν
+τα χείλη του. Σε λίγα λεπτά έβγαλε τη διάγνωσή του. Είχα βαρειά
+«βιστιρά», δηλαδή προσβολή από πονηρά πνεύματα, αλλ' ίσως κιαπ'
+ανθρώπου αφορμή και συνέργεια. Το χαρτί δεν το ξεδιάλυνε καθαρά.
+
+ — Μάγια; είπε η μητέρα μου.
+
+ — Ίσως ναι, ίσως κιόχι. Δε σούπα πως δε ξεκαθαρίζεται; Μα θα του
+περάση, άνε του κάμης ό,τι θα σου πω.
+
+Από τη βούργια,(77) που φύλαγε το μοιροχάρτι του, έβγαλε μια λουρίδα
+χαρτί, γραμμένη έτοιμη, κείπε της μητέρας μου:
+
+ — Αυτό το φυλαχτάρι να το τυλίξης με κεροπάνι, να το ράψης και να
+του το κρεμάσης στο λαιμό. Να το κρατή κατάσαρκα.
+
+Παράγγειλε να μού κάμουν και κάμποσες κρυφές λειτουργιές να μαζέψουν
+συνάμα διάφορα χόρτα, να πάρουν νερό από μια βρύση ανατολική, να τα
+βράσουν κιαφού αφήσουν μια νύχτα όξω το αφέψημα «ναστρονομιστή» να
+μου το δώσουν το πρωί να το πιώ νηστικός.
+
+Η μητέρα μου φαινότανε ότι και κάτι ακόμη είχε να πη στο μοιράρη,
+αλλά δεν ήθελε να τακούσω εγώ. Κιόταν έφευγε, τον ακολούθησε και
+τούπε:
+
+ — Δε μου λες, δάσκαλε, κιαμιά γυναίκα δε φαίνεται στα χαρτιά σου
+κοντά στο παιδί μου;
+
+ — Δεν ήθελα, μπρε, να σου το πω· μα μια και με ρωτάς, θα σου πω την
+πάσαν αλήθεια. Κοντά στη μοίρα του παιδιού σου είδα να στέκη μια
+γυναίκα, μακρά κιαδύναμη.
+
+Ο μοιράρης, ως χωριανός, βέβαια κάτι θάξερε για το μάλωμα της μάνας
+μου και της κόρης του Δεσποινιού. Κατάλαβε λοιπόν που σημάδευε το
+ρώτημα κιάρπαξε την ευκαιρία μιας μαντικής επιτυχίας.
+
+ — Και δεν τήνε γνώρισες ποια είνε; ρώτησε ακόμη η μητέρα μου.
+
+ — Ήτονε σ' ασκιανάδα (78) και δεν εξεκαθάρισα τα πιθέματά (79) τση.
+
+ — Μελαχροινή δεν ήτονε;
+
+ — Έτσα μου φάνηκε.
+
+ — Αι τη σκύλα! έκαμε με υπόκωφο μουγκρητό η μάνα μου· αι, τη σκύλα,
+κήφαε το παιδί μου!
+
+Όταν η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι, ήτο σαν τρελλή από ανησυχία
+κιαγανάχτηση. Σε μένα όμως δε φανέρωσε τίποτε, για να μη με ταράξη
+και χειροτερέψη την κατάστασή μου. Τα μάγια και τα γιατρικά του
+δασκάλου γίνηκαν· αλλ' ωφέλεια δε μούκαμαν καμμία. Ο πυρετός έγινε
+καθημερνός. Σηκωνόμουν, πήγαινα μάλιστα και λίγο έξω, αλλ' ήμουν
+φοβερά εξασθενημένος, όρεξη δεν είχα κιόλα μου φαινόταν άνοστα.
+
+Έτσι το ταξίδι τ' Αγίου Θωμά και της Καλυβιανής κιντύνευε να
+ματαιωθή. Η εορτή της Παναγίας πλησίαζε και το κακόμοιρο το Βαγγελιό
+περίμενε να της φέρω την υγεία της. Αντί δε να της φέρω την υγεία
+της, έχασα και τη δική μου.
+
+Όλες οι γυναίκες, ξένες και συγγένισες, πούρχοντο να με βλέπουν,
+είχαν κένα τουλάχιστο γιατρικό να συστήσουν της μάνας μου. Κεγώ
+πειθήνια έπινα κέτρωγα λογής λογιών αηδίες, για να γίνω το ταχύτερο
+καλά, να πάω στην Καλυβιανή.
+
+Βρεθήκαν όμως και γυναίκες, που όταν μείδαν στον παροξυσμό του
+πυρετού, αναγνώρισαν με πεποίθηση πως ήτο συνειθισμένος ρίγος. Η μάνα
+μου έκλινε να το πιστέψη, αλλά και δε μπορούσε να το παραδεχθή. Η
+φοβερή υποψία του κολλητικού κακού είχε καρφωθή στο κεφάλι της. Αλλ'
+ίσως σαυτή την επιμονή της δεν έλειπε κη έχθρα της για την άρρωστη.
+Σα νάθελε, θαρρούσες, να την ενοχοποίηση μαυτό τον τρόπο και να
+δικαιολογήση το μίσος της. Και συνάμα έτρεμε μήπως βεβαιωθή αυτό που
+επίμενε να φοβάται.
+
+Κοντά στάλλα, η μητέρα μου έβαλε και μου διάβασαν τον Κυπριανό, ένα
+βιβλίο θρησκευτικό και μαγικό μαζή. Κάλεσε και γητεύτρες, Ρωμιές και
+Τούρκισσες, και μούπαν διάφορα ξόρκια. Αλλ' η κατάστασή μου όλο στο
+χειρότερο πήγαινε. Ο πυρετός μέλυωνε· είχα μείνει ο μισός. Έτσι
+πέρασε ο Δεκαπεντάγουστος κιαυτό με πίκρανε περισσότερο κ' εβάρυνε
+την αρρώστειά μου.
+
+Από το άλλο μέρος δεν έπασχε και δεν αδυνάτιζε λιγώτερο η μητέρα μου.
+Απόφευγε να μου φανερώση τη σκέψη που την έτρωγε. Αλλά και μόνη της
+μούρθε η φοβερή υποψία. Τόσα μούχαν πη για την κολλητικότητα του
+χτικιού, ώστ' επόμενον ήτο, άμ' αρρώστησα και μάλιστα με πυρετό, να
+μου γεννηθή ο φόβος ότι κόλλησα την ασθένεια που λυόνει ζωντανούς
+τους ανθρώπους και τους κάνει πτώματα πριν ναποθάνουν. Ο φόβος αυτός
+είχεν αρχίσει να φανερόνεται στα παραμιλητά μου· κη μάνα μου, που
+μάκουε στη σιωπή της νύχτας, έπαιρνε τα λόγια του πυρετού σαν
+αλήθειες ή της ψυχής αποκάλυψες. Και τρελλαινόταν η δυστυχισμένη από
+την τρομάρα και την απελπισία της.
+
+Η φθίση στο χωριό μας ήτο γνωστή μόνο με δυο ονόματα, χτικιό και
+βαρέμι, κιόχι με περισσότερα παραδείγματα, παλαιότερα κίσως αμφίβολα.
+Μια συγγένισά μας όμως, πούχε ζήσει στην πόλη, είχε κάμει μ' αυτό το
+νόσημα μεγαλείτερη γνωριμία. Και μαζή μάλλα πούλεγε σχετικά, ανάφερε
+κιως χαρακτηριστικό του χτικιού, ότι οι φθισικοί έχουν τη μανία να
+μεταδίδουν στους άλλους την αρρώστειά των. Δίδουν να πίνουν ταποπίδι
+των ή να τρώγουν ταποφάγια των.
+
+Αυτό έγινε τρομερή αποκάλυψη για τη μητέρα μου. Η φθισική τραβούσε
+κοντά της το παιδί, για να ικανοποιήση τη μοχθηρή μανία της
+αρρώστειας της και συνάμα να εκδικηθή για τις προσβολές που της είχε
+κάμει η μάνα του. Και σχεδόν δεν έμεινε πεια αμφιβολία στη μητέρα
+μου, ότι η χτικιάρα μούδωκε το θανατηφόρο μόλυσμα. Μήπως ο μάγος δεν
+την είδε να στέκεται κοντά στη μοίρα του παιδιού; Και μήπως το βράδυ
+παρρώστησε το παιδί της δεν είχε πάει εκεί;
+
+Οι συλλογισμοί κείνοι φέραν σαπελπισία και φρένιασμα τη μητέρα μου.
+Κενώ ως τότε φοβότανε και στον εαυτό της να μολογήση τη φρικτή της
+υποψία, τώρα άρχισε να λέγη στους πειο σχετικούς πως η χτικιάρα είχε
+δώσει στο παιδί της την αρρώστεια της επίτηδες για να την κάψη.
+Εφανέρωνε συνάμα τους άτιμους σκοπούς, πούχε για να με τραβά κογτά
+της η φθισική, και την έχθρα τη μεγάλη ενάντιο της, γιατί δεν την
+άφηνε να εξαχρειώση το παιδί της.
+
+Έπειτα από τους δικούς, άρχισε και σε ξένους να λέγη τα ίδια. Όσο δ'
+έλεγε, τόσο περισσότερο ερεθιζόταν. Και μια μέρα πήγε και στην
+άρρωστη και την είπε κακούργα και μαύρη ψυχή, που, αφού πολέμησε να
+δώση του παιδιού της τη ψυχική της αρρώστεια, τούδωκε την αρρώστεια
+της τη σωματική, την αγιάτρευτη· και τώρα ο γυιός της ο μονάκριβος
+ήτο του θανατά. Αν είχε γι' αυτή έχθριτα, γιατί δεν έμπηγε στην
+καρδιά της ένα μαχαίρι, αλλά μαζή μαυτή θανάτωνε κενά παιδί αθώο;
+
+Η άρρωστη ήτο μόνη στο σπίτι και στο κρεβάτι πλαγιασμένη. Ανασηκώθηκε
+λίγο το νεκρικό της κεφάλι και τα μάτια της ήσαν γεμάτα θλίψη και
+φόβο.
+
+ — Μα όσα μούδωκε η μοίρα μου, είπε, δε φτάνουνε; Έχω κιάλλα να σύρω;
+
+ — Δεν είν' η μοίρα σου. είπε η μητέρα μου, είν' η κακία σου. Είσαι
+κακή και διαστρεμμένη και κατά τα έργα σου έχεις και ταποδόματα(80)
+σου. Α δεν ήσουν διαστρεμμένη, θα ξέτρεχες ένα παιδί ανήλικο κιως το
+τέλος τώφερες στο θάνατο; Είντα θα πης, μωρή, του Θεού που θα
+παρουσιαστής, γιαυτή τη μεγάλη αμαρτία; Πώς τόσονε βάρος θα το
+βαστάξη η ψυχή σου εκειά που θα πάη;
+
+Η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κιαντίκρυσε τη μητέρα μου, με μια
+έκφραση στο πρόσωπο φόβου και πόνου. Τα μάτια της ρωτούσαν μ'
+ανησυχία και άπειρη θλίψη: «Αλήθεια είνε άρρωστος βαρειά ο Γιώργος;»
+Αλλ' η φωνή της είπε άλλο.
+
+ — Στην ώρα κείνη και στη ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό, σου λέω και
+να με πιστέψης, πως ποτέ του παιδιού και του λόγου σου κακό δεν ήβαλα
+στο νου μου. Μάρτυρας μ' ο Θεός, απού θα με κρίνη, πως ήκαμα ό,τι μου
+'τονε μπορετό και πάντα τούλεγα να μη σιμόνη στη φωτιά που με
+κεντά.(81)
+
+ — Κατά την αλήθεια που λες να βρης και σωτηρία. Ντα δεν το θωρώ,
+μωρή, πως εσύ τώφερες στο θάνατο το παιδί μου; Εσύ μούρριξες στο
+σπίτι μου φωτιά και το μεγάλο κακό που μούκαμες ο Θεός να σου το
+δώση. Σαυτόν τον κόσμο το βρήκες· να το βρης και στον άλλον κόσμο. Ο
+Θεός να σου δώση όλο το μεγάλο κακό κιάδικο που μούκαμες.
+
+Τα μάτια της άρρωστης ήσαν γεμάτα δάκρυα.
+
+ — Και τουλόγου σου δε φοβάσαι, θεια, είπε στη μάνα μου, πως και μένα
+μου κάνεις μεγάλο άδικο μ' αυτά που μου λες;
+
+Σα να μη άκουσε η μητέρα μου, τράβηξε προς τη θύρα και ξανάλεγε την
+κατάρα της:
+
+ — Ο Θεός να σου δώση στη ψυχή σου το μεγάλο κακό που μούκαμες!
+
+Κιούτε γύρισε νακούση το φοβερό λόγο που της ήρθε στην πόρτα από το
+κρεβάτι της φθισικής:
+
+ — Δεν πιστεύγεις, θεια, τα λόγια μιας ποθαμένης;
+
+Αλλά κιαπό την αυλή ήρθε της μάνας μου η κατάρα:
+
+ — Στη ψυχή σου να το βρης το μεγάλο κακό που μούκαμες!
+
+Το Βαγγελιό ήτο σε μεγάλη εξασθένηση· μετά δε την παραπάνω σκηνή
+έπεσε σε τέτοια κρίση, ώστε φάνηκε πως έφτασε το τέλος της. Αρκετές
+μέρες δε μπόρεσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Στο διάστημα τούτο ρώτησε
+συχνά τη μητέρα της για την κατάστασή μου, αλλά δεν είπε τίποτε για
+τη σκηνή που της έκαμε η μάνα μου. Μια μέρα όμως έδειξε απροσδόκητη
+καλλιτέρεψη. Μπόρεσε μάλιστα να βγη και να καθήση στην αυλή.
+
+Η μητέρα της είχε πάει έξω κιόταν γύρισε και την είδε, νόμισε πως
+έβλεπε νεκρανάσταση.
+
+ — Καλά 'σαι σήμερο; αι, κανακαρά μου;
+
+ — Μάκι (82) καλλίτερά 'μαι, είπε η άρρωστη με φωνή άτονη και λίγο
+βραχνή.
+
+ — Καλά μου τώπε τόνειρό μου!
+
+ — Κείντα όνειρο 'δες, μα;(83)
+
+ — Προθές τη νύχτα σε 'δα στον ύπνο μου κιεφόριες κατακόκκινα. Ήσουνε
+πολλά ώμορφη, σαν τσοι καλλίτερους καιρούς, πούχες την υγειά σου. Σε
+θώρουνα σένα ψηλό χαράκι.(84) Με ξάνοιγες(85) και μούκανες
+νοήματα(86) πως είσ' ευχαριστημένη. Φαινόσουνε πολλά χαρούμενη. Μα το
+χαράκι εψήλωνε, όλο κεψήλωνε που σε μάκη ώρα δε σε διαντέριζα.(87)
+Ήσουνε μική, μική,(88) σαν ένα πουλί. Κι αληθινά είχες φτερούγες· σε
+λίγη ώρα επέταξες κιαπάνω σ'αυτό εξύπνησα.
+
+ — Κείντα να λέη αυτό τόνειρο, μα; είπε η άρρωστη.
+
+ — Το χαράκι 'νε δύναμη· τα φτερά και το πέταμα δίδουν υγειά και
+κάλλη· και το κόκκινο 'νε γλίγωρο. Γιαυτό τόνειρο πήα στου Ταχτικού
+και μου το ξεδιάλυνε. Θωρείς εδά πως γλίγωρα θα δυναμώσης και θα βρης
+την υγειά σου και τα κάλλη σου, σαν και πρώτα;
+
+Η άρρωστη άκουε μένα αδύνατο καινιγματικό χαμόγελο, που η μάνα της το
+πήρε για χαρά.
+
+ — Ναι, μάνα μου, είπε, έτσα θα γενή. Αλλά θαρρώ πως καλλίτερο θάτονε
+να γενή κειονέ που φάνηκε στόνειρο.
+
+ — Πώς;
+
+ — Να πετάξω και να μη γυρίσω. Είντα να κάνω σαυτό τον κόσμο; Δε λένε
+πως είνε καλλίτερος ο άλλος;
+
+ — Είνε καλλίτερος, θυγατέρα μου, μα να πας ότι(89) νάρθη ο καιρός
+σου. Μα μη μου λες τέτοια λόγια, γιατί με θανατόνεις.
+
+ — Κουζουλάδες, κουζουλάδες, μάνα μου, είπε η άρρωστη και προσπάθησε
+να γελάση. Μην ακούς. Ό,τι 'πε τόνειρο θα γενή.
+
+ — Κάθα πως θα ξηγήση τόνειρο ο Ταχτικός έτσα βγαίνει.
+
+ — Μα δε σούπα πως άρχιξα και καλλιτερεύγω; Και θαρρώ πως γλίγωρα θα
+μπορέσω να πάω κίσα στα Λιβάδια. Μα περισσότερο πεθυμώ να πάω στην
+Καβαλαρά να δω το κηπούλι μας.
+
+ — Είνε πολλά πάνω και θα κουραστής, παιδί μου.
+
+ — Μα δε λέω κεγώ σήμερο. Σα δυναμώσω περισσότερο.
+
+Σκέφθηκε μερικά λεπτά, έπειτα ρώτησε.:
+
+ — Δε μου λες, μα, ήκουσες αν είνε καλλίτερα ο Γιωργής;
+
+ — Ήκουσα πως είνε τα ίδια. Μα είντα το θες, παιδί μου, και
+ταναθιβάλλεις(90) αυτό το κοπέλι; Λίγα βάσανά 'χεις συρμένα
+συναφορμάς(91) του;
+
+ — Εγώ δε φοβούμαι μπλειο πράμμα και κιανένα. Απής(92) μεσίμωσ' ο
+Χάρος, θαρρώ σα να μην είμαι μπλειο σε τούτο τον κόσμο και δε
+λογαριάζω είντα λένε κείντα κάνουν οι γιαθρώποι, γη κακό, γη καλό
+λένε. Σήμερο μπορώ να βγω στο ψηλότερο δώμα και να φωνιάξω στο χωριό
+τη ντροπή μου και την κουζουλάδα μου, γιατ' αφορμές δεν έχω να
+ντρέπωμαι. Έχω μιαν αγάπη, που δε μου ταιριάζει. Είν' η μεγάλη μου
+και μοναχή μου χαρά, μα κιο μεγάλος κιαγιάτρευτος πόνος τση ζωής μου.
+Ο κόσμος έπρεπε να με λυπάται. Δεν το ζήτηξα· μα κια με κατακρίνουνε,
+μουδέ φοβούμαι, μουδέ ντρέπομαι. Ο Θεός, που δε θωρεί σαν τσαθρώπους
+θα με κρίνη. Και θα βρη την κορδιά μου καθαρή.
+
+Η Δεσποινιώ την κύταζε χωρίς να καταλαβαίνη πολύ απ' όσα ήκουε, αλλά
+κιαρκετά καταλάβαινε και διαισθανότανε ώστε νανησυχή. Και είπε:
+
+ — Μα γιάειντα τα λες αυτά, θυγατέρα μου; για να χαλάσης τη χαρά που
+μούκαμες με την καλλιτεράδα σου;
+
+ — Έχεις δίκιο, μάνα μου, και δε θα ξαναπώ τέτοια πράμματα. Κιαπό 'δα
+και πέρα όλο θα πολεμώ να σευχαριστώ.
+
+Τωόντι την άλλη μέρα είπε πως πάλι ήτο καλά και πάλι σηκώθηκε· κη
+καλλιτέρεψη της υγείας της κράτησε μέρες.
+
+Με προσοχή, που από τη χαρά δεν είχε η μάνα της, θα διάκρινε κανείς
+ότι η σωματική δύναμη της ήτο στην ίδια εξάντληση κιότι μόνο με
+προσπάθεια ψυχική υπεράνθρωπη κρατούσε στα πόδια του το μισοπεθαμένο
+κορμί της και κάπου κάπου έφερνε σταναιμικά της χείλη ένα χαμόγελο.
+Κιαπ' αυτά τα εξωτερικά φαινόμενα τόσος ήτον ο ενθουσιασμός του
+Δεσποινιού, ώστε πίστευε πως η κόρη της άρχιζε να παχαίνη, να βήχη
+λιγώτερο και σόλα η ζωή της ν' αναγεννάται.
+
+Αλλά και της άρρωστης η ψυχική δύναμη έφτασε να γίνη σωματική. Μια
+μέρα βγήκε κιαπό το σπίτι και πήγε στην Άγια Πελαγιά, ένα κλησιδάκι,
+πούτον στο πάνω μέρος του χωριού· κιόχι πολύ από το σπίτι των. Στο
+δρόμο συνάντησε γυναίκες κιάντρες κιόλοι τη χαιρέτησαν χαρούμενοι,
+αλλά και με κάποια επιφύλαξη στο πλησίασμά των από το φόβο της
+αρρώστειας. Ως τόσο της είπαν ότι καλά την έβλεπαν κιότι πολύ γλίγωρα
+θα γύριζε στα πρώτα της, με τη βοήθεια του Θεού.
+
+Στο Δεσποινιό δεν έμεινεν αμφιβολία πεια ότι η κόρη της εγλύτωσε·
+κεπήρε το θάρρος να πηγαίνη κέξω από το χωριό, να βλέπη τα χτήματά
+της, που τόσον καιρό με την αρρώστεια της κόρης της είχε αμελήσει
+ολότελα. Αλλά κη άρρωστη ξεπόρτιζε σχεδόν κάθε μέρα. Και κάθε φορά
+σταματούσε σένα μέρος, κιαπό κεί φαινότανε το σπίτι μας. Είχε την
+ελπίδα να με δη από μακριά. Ήμουν ακόμη άρρωστος και με φοβερή
+εξάντληση. Έβγαινα λίγο, αλλά και δεν πήγαινα μακριά 'πό το σπίτι
+μας.
+
+Μια μέρα στο μέρος 'κείνο συνάντησε μια γειτονοπούλα μας, ένα πολύ
+νέο κορίτσι, και το ρώτησε για μένα.
+
+ — Το ίδιο είνε, είπε το κορίτσι. Κάθα μέρα τόνε τινάσει(93) και δεν
+απόμεινε ο εμισός. Ανέγνωρο γίνηκε το κακορρίζικο απού την αδυναμία.
+
+ — Κείντα λένε πως έχει;
+
+ — Χτικιό 'κουσα πως έχει.
+
+ — Χτικιό που του τούδωκα 'γώ, ψιθύρισε με στεναγμό η άρρωστη. Κ' εγώ
+ζω ακόμη!
+
+Εκύταξε πάλι προς το σπίτι μας κείπε:
+
+ — Ω, ας τόνε θώρουνα!
+
+Την άλλη μέρα το απόγεμα ο Δρακογιώργης έσκαβε σένα του λιόφυτο πάνω
+στην Καβαλαρά. Σε μια διακοπή της δουλειάς του, το βλέμμα του έπεσε
+χαμηλότερα στου Δερβίση τα Χαράκια, το μεγάλο βράχο, οπού διάβασα στο
+Βαγγελιό τα γράμματα προ καιρού. Κοντά στο βράχο είδε μια γυναίκα·
+κεπειδή δεν ήτο μεγάλη απόσταση, διάκρινε πως ήτο το Βαγγελιό. Και
+τόσο παράδοξο το θεώρησε, ώστε δεν πίστευε τα μάτια του. Ήτο δυνατό
+αυτή η τόσο άρρωστη, πούλεγαν κάθε τόσο πως πεθαίνει, να φτάση 'κεί
+πάνω; Κιόμως αυτή ήτο· την έβλεπε αρκετά καθαρά. Αλλά και τι ήθελε σε
+κείνο το μέρος;
+
+Τη στιγμή κείνη είχε καθήσει κάτω από τη χαρουπιά κιακούμπησε το
+κεφάλι της στα χέρια. Σαυτή τη στάση έμεινε ώρα πολλή. Ο δρόμος θα
+την είχε ξεθεώσει τη δυστυχισμένη στην κατάσταση που ήτονε. Και πόση
+ώρα θάχε κάμει για να φτάση από το χωριό έως εκεί. Ο Δρακογιώργης,
+φανταζόμενος την αγωνία τον στήθους της, την ελυπότανε.
+
+Ως τόσο εξακολούθησε την εργασία του, αλλά και δεν έπαψε να
+παρακολουθή την άρρωστη και συνάμα να σκέπτεται τήθελε να πάη σαυτό
+το μέρος. Έπειτα την είδε να σηκωθή από την πέτρα που καθότανε
+κεμάντευε από μια κίνηση του χεριού της ότι έκλαιε.
+
+Η άρρωστη άρχισε νανεβαίνη στο βράχο κιο Δρακογιώργης αφήκε πάλι τη
+δουλειά τον και μουρμούρισε:
+
+ — Είντα πάει 'κειά πάνω να κάμη; Εκουζουλάθηκε; Να πάω θέλω 'γώ να
+δω.
+
+Αλλά πονηρός διαλογισμός τον μπόδιαε με άλλη και πειο δυνατή
+περιέργεια. Επειδή γνώριζε την αγάπη της σ' εμένα και τα όσα έλεγε η
+μάνα μου, σκέφθηκε μήπως μεπερίμενε νανταμωθούμε κροφά· κι' ανέβαινε,
+φαίνεται, στο βράχο για να 'δη ανυπόμονη αν ερχότανε ο μικρός
+εραστής.
+
+Πολλές φορές κάθησε, ως όπου να φτάση πάνω και πάνω στο βράχο. Εκεί
+πάλι κάθησε κέσκυψε με στάση Νιόβης.
+
+Κλαίει πάλι; μουρμούρισε ο Δρακογιώργης. Μα είντα 'ν' αυτά; Να πάω
+θέλω να 'δω.
+
+Αλλά μόλις κίνησε για κάτω, είδε την άρρωστη να σηκωθή. Κιόπως ήτο
+ψιλόλιγνη και μαυροφορεμένη πάνω στον άσπρο βράχο, παρουσίαζε το
+πένθιμο σχήμα κυπαρισιού.
+
+Ο Δρακογιώργης σταμάτησε πάλι· κη άρρωστη φάνηκε σαν νάστρεφε το
+βλέμμα της στο γύρω θέαμα των αγαπημένω της μερώ. Έπειτα έκαμε μια
+χερονομία μεγάλη προς το χωριό, σα ναποχαιρετούσε. Και σε μια στιγμή
+ο χωρικός φώναξε με τρομάρα:
+
+ — Παναγία μου! Παναγία μου!
+
+Η μαυροφόρα έγυρε στον γκρεμό κέπεσε στο χάος. Το αίμα του χωρικού
+πάγωσε· και τόσον παράλυσε το σώμα του από την τρομάρα, που όταν
+έτρεξε προς τα κάτω, τα πόδια τον δεν τον άκουαν. Στη σάστιση του νου
+του μια σκέψη συστρεφότανε: «Μα είνε το Βαγγελιό ή άλλη;»
+
+Ήτο το Βαγγελιό, ως την είχε γνωρίσει από μακριά. Όταν έφθασε κάτω
+στο ποτάμι, είδε με φρίκη στις πέτρες της ακροποταμιάς ένα σώμα
+ξεκλειδωμένο και κομματιασμένο, σχεδόν λυωμένο· κιόλα τα γύρω
+ματωμένα.
+
+ — Ω Χριστέ μου! είπεν ο χωρικός κέτρεμε μπροστά στο φρικτό θέαμα.
+
+Και μ' ένα βλέμμα, που μετρούσε το ύψος, είδε το τσεμπέρι της
+πεθαμένης νανεμίζεται κρεμασμένο στα μέσα του γκρεμού. Στο πέσιμο το
+ελαφρό κεφαλομάντηλο ξέφυγε κέμπλεξε σε μιαγριοσυκιά. Κεκεί σειότανε
+μαργή και θλιβερή κίνηση, σα σημαία πένθιμη πάνω στο τραγικό λείψανο.
+
+Αν κήτο παραμορφωμένο το σώμα, ο Δρακογιώργης αναγνώρισε το Βαγγελιό.
+Και σαν να εξάγνισε τη ψυχή του ο φόβος και το μυστήριο του θανάτου
+από τα ποταπά αισθήματα, αισθάνθηκε μια πικρότατη μεταμέλεια, γιατί
+κιαυτός είχε κακολογήσει με τους άλλους τη δυστυχισμένη κοπελιά και
+λίγο προτήτερα είχε περάσει από το νου του ένας πονηρός διαλογισμός.
+
+Το κεφάλι του έκλινε από σεβασμό και στη βοή του καταρράχτη έρριξε
+λίγα λόγια με συγκίνηση:
+
+ — Ο Θεός να σαναπάψη, άχαρη κοπελιά, γιατί μόνο βάσανα και πρίκες
+εγνώρισες σε τούτο τον άδικο κόσμο. Ο Θεός να σ' αναπάψη!
+
+Η μητέρα μου προσπάθησε να μη μάθω το θάνατο του Βαγγελιού. Ταπόγεμα
+που τη θάψανε, ήμουν βυθισμένος στις ζάλες του πυρετού. Και κάμποσες
+μέρες κρατήθηκε το μυστικό.
+
+Έπειτα τώμαθα. Στην αρχή δεν το πίστεψα· κιόταν βεβαιώθηκα δεν
+έκλαψα. Ο καϋμός μου μαζεύτηκε και κλείστηκε στη ψυχή μου, να μείνη
+εκεί για όλη μου τη ζωή. Έπειτα ήτο τόσο μεγάλο και σοβαρό πράμμα ο
+θάνατος κείνος, που δεν τον πήγαιναν τα δάκρυά μου, δάκρυα έως τότε
+παιδιάτικα, που μόνον για μικρά κιασήμαντα είχαν κλάψει.
+
+Ένα μόνο λόγο είπα στη μάνα μου:
+
+ — Θωρείς τα 'δα;
+
+Η μάνα μου δεν είπε λέξη.
+
+Ύστερ' από λίγες μέρες μαφήκε κιο πυρετός, όχι από θαύμα, αλλά με το
+κινίνο. Ένας χριστιανός, ούτε γιατρός, ούτε μάγος, βρέθηκε κείπε να
+μου δίδουν κινίνο κάμποσες μέρες γραμμή.
+
+Σαν έγινα εντελώς καλά κείδε η μητέρα μου ότι άδικα είχε φοβηθή για
+την αρρώστεια μου, μου φανέρωσε την υποψία που τη βασάνισε και την
+έκαμε να φανή τόσο σκληρή στην άρρωστη. Έπειτα είπε με ειλικρίνεια:
+
+ — Μεγάλο βάρος έχω στη ψυχή μου, μα ο Θεός θα με συχωρέση, γιατ'
+είμαι μάνα.
+
+
+
+Ο ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗΣ (93α)
+
+
+
+Τα πρώτα γράμματα έμαθα από πολλούς δασκάλους. Ο πρώτος ήτον ένας
+φραγκοφορεμένος με τόνομα Ηρακλής. Έξω από τόνομά του δε θυμούμαι γι'
+αυτόν πολλά πράμματα. Η αλήθεια είνε ότι και πολύ γλίγωρα τον χάσαμε.
+Ένα πρωί μάθαμε πως έκλεψε τη Μαγδαληνή κέφυγε. Ήτο δε η Μαγδαληνή
+κόρη ενός γιατρού Κερκυραίου, που δεν ξέρω ως είχε ξεπέσει εκεί κάτω
+σένα χωριό της Κρήτης απόκεντρο. Και θυμούμαι τους χωριανούς πως,
+συναθροισμένοι στα δώματα, κύταζαν πάνω στη Ρούσα Κεφάλα, στο μέρος
+που νόμιζαν πως είχαν τραβήξει οι φευγάτοι.
+
+Τον είχαμε δεν τον είχαμε δυο μήνες αυτόν το δάσκαλο. Τίποτε ίσως δεν
+έμαθα απ' αυτόν· του διατηρώ όμως μια γλυκειά ανάμνηση. Στο σχολείο
+του με πήγαν σηκωτό, διότι δεν ήθελα να πάω· κέκλαιγα κεσφάδαζα σόλο
+το δρόμο. Αλλ' ο δάσκαλος μένα κομμάτι καντιοζάχαρη εγλύκανε τη
+φοβερή ιδέα πούχα για το σχολείο.
+
+Αντικαταστάτη του Ηρακλή μας φέραν ένα παλιό δάσκαλο ονομαζόμενο
+Ράλιο. Η φιλοδοξία των χωριανών ήτο να εισάξουν νέα γράμματα και νέα
+μέθοδο, αν και γιαυτά είχαν πολύ αόριστη ιδέα, αγράμματοι ως ήσαν και
+μακριά του πολιτισμού. Αλλ' αφού έφυγεν ο νέος δάσκαλος,
+αναγκασθήκανε να ξαναφέρουν τον παλιό, που δίδασκε τα λεγόμενα Κοινά
+ή κολυβογράμματα. Αυτά τα γράμματα άρχιζαν από τη φυλλάδα, πούτον το
+αλφαβητάριο τότε· κι' από τη φυλλάδα περνούσαν στον Οκτώηχο, στο
+Ψαλτήρι και σάλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αλλ' ο Οκτώηχος είχε στην
+αρχή του το κεφαλαίο και το μικρό αλφάβητο κέτσι ο μαθητής μπορούσε
+να περάση και χωρίς ιδιαίτερη φυλλάδα, με τη βοήθεια του δασκάλου και
+την παρακίνηση της βίτσας του.
+
+Ο Ράλιος δεν ήτο μόνο παλαιικός στη μάθηση, αλλά και παλιός στην
+ηλικία. Γέρος και λίγο παραλυτικός· και στο περπάτημα έσυρνε τα πόδια
+του. Κ' οι μαθητές εμιμούμεθα το βάδισμά του για περίπαισμα, από
+μίσος και για το ξύλο που μας έδιδε, και για την ελευθερία που μας
+στερούσε. Από τη διδασκαλία του Ράλιου θυμούμαι τον παράξενο τρόπο
+πούχε για να μαθαίνωμε το αλφάβητο. Λέγαμε το πρώτο και το τελευταίο
+γράμμα μαζή, έπειτα το δεύτερο και το πρωτελευταίο κ' έτσι όλα. Άλφα
+- ω, Βήτα - ψι, Γάμα - χι.
+
+Αλλά το χωριό μας, αν και μόλις είχαμε βγη από μια επανάσταση μεγάλη
+και καταστρεπτική, εδίψα πρόοδο και άμα βρέθηκε άλλος δάσκαλος, ο
+παλιός ρίχτηκε πάλι στην αχρηστία.
+
+Αυτός πούρθε ήτον ένας αρχιμαντρίτης από τη σχολή της Χάλκης, ως
+λέγανε. Τ' όνομά του Νικόδημος, 30 - 35 ετών, καλοκαμωμένος άντρας,
+με κομψότητα στο ντύσιμό του ασυνείθιστη σε μας για ιερωμένο.
+
+Ο Νικόδημος μας έφερε την Αλληλοδιδακτική Μέθοδο· και στις μέρες του
+κτίστηκε και σχολείο, γιατί έως τότε τα μαθήματα γινόντανε στο σπίτι
+του δασκάλου ή σε άλλο σπίτι που το νοίκιαζε το Κοινό. Το νέο σχολείο
+στολίστηκε με πίνακες αναγνωστικούς, μαυροπινάκους και χάρτες
+γεωγραφικούς. Κάμανε και θρανία και μια ψηλή έδρα για το δάσκαλο.
+
+Μαζή με την Αλληλοδιδακτική μας έφερε ο Νικόδημος και την κανονική
+εκκλησιαστική μουσική. Κι ο ίδιος ήτο καλόφωνος, κέψαλλε στην
+εκκλησία από βιβλίο με παράξενα σημεία, και τους καλόφωνους μαθητές
+διάλεξε κιάρχισε και δίδασκε την παρασημαντική και τους τέσσερους
+ήχους. Έτσι το χωριό γέμισε από παβουγά κιαναγνωστάκια, διότι σόλους
+τους μαθητευόμενους ψάλτες η κοινή γνώμη του χωριού έδωκε αυτόν τον
+τίτλον.
+
+Αλλά κιο αρχιμαντρίτης έμεινε μόνο δυο χρόνια. Αφού μας ίδρυσε, εκτός
+του δημοτικού, κ' Ελληνικές τάξες, τον πήραν με πλειοδοσία σένα
+πλουσιώτερο χωριό, στις Αρχάνες.
+
+Τότε μας ήρθε ο πραγματικός νεωτεριστής, ως αντικαταστάτης του
+Νικόδημου. Αλλά την ιστορία του θα διηγηθώ λίγο ανάποδα.
+
+Το 1896 κατέβηκα στα Χανιά από την Αθήνα με δημοσιογραφική αποστολή.
+Γενικός Διοικητής της Κρήτης ήτο τότε ο Γιωργάκης πασάς Βέροβιτς,
+Αλβανός, που προηγουμένως είχε χρηματίσει Μουτεσαρίφης ή διοικητής
+του νομού μας. Πήγα να τον επισκεφθώ στο σεράγιο των Χανιών κιόταν
+άκουσε ποιος ήμουν, είπε με την αλβανική του προφορά:
+
+ — Ώστε είσαι από τη Β.;
+
+ — Μάλιστα.
+
+ — Και με θυμάσαι μένα; Ήρθα στο χωριό σας. Θάνε είκοσι χρόνοι και
+πάνω.
+
+ — Σας θυμούμαι πολύ καλά, εξοχώτατε. Ήμουν μαθητής.
+
+ — Στο σκολειό ήσουν; είπε με ζωηρό ξεφώνημα ο πασάς.
+
+Και το ωχρό και μελαγχολικό του πρόσωπο σα να κοκκίνησε.
+
+Έπειτα γέλασε:
+
+ — Και τι γίνηκε κείνος ο τρελλός δάσκαλος, που είχατε;
+
+ — Ο Καπετανάκης; Πέθανε.
+
+ — Καπετανάκη τώλεγαν; Αλλάχ ραμέτ εϋλεσί!(94) Μα θυμάσαι τι πήγατε
+να μου κάμετε; Να μου σπάσετε το κεφάλι εσείς τα σκολιαρούδια. Εσείς
+οι Κρητικοί και μικροί νάστε διάολοι είστε. (Τη φράση του συνόδευσε
+χαμόγελο καλοκάγαθο, για να δείξη ότι δεν τώλεγε για να κατηγορήση).
+Μα το φταίξιμο ήτονε του δασκάλου σας. Αυτός, τζάνεμ, θεότρελλος
+ήτονε. Βρήκα το μπελλά μου από τους Τούρκους του χωριού. Αναφορές
+πάνω στσ' αναφορές μούπεμπαν γιαυτόν. Έλεγαν πως ήτο ασής(95) και
+ζητούσαν να τον κάνω σιργούνι.(96) Στην Πόλη έφταξε το πράμμα.
+
+ — Δεν ήτο τρελλός, παρατήρησα. Είχε πολύ ενθουσιασμό.
+
+ — Πώς το είπες αυτό; ρώτησε ο πασάς; που λίγο γνώριζε τα Ελληνικά
+και πολλές φορές σταματούσε για να βρη τη φράση που θάλεγε ή για να
+καταλάβη τι τούλεγαν.
+
+ — Είχε ενθουσιασμό πατριωτικό.
+
+Το λίγο που κατάλαβε ο πασάς από τη φράση μου τον έκαμε να κυτάξη με
+ανησυχία προς τη θύρα της αίθουσας που ήμεθα. Και για να σταματήσω
+στην ελευθερία που πήρα να μιλώ περί κρητικού πατριωτισμού σένα
+αντιπρόσωπο τον Σουλτάνου, είπε:
+
+ — Νε ίσα.(97)
+
+Και άλλαξε ομιλία.
+
+Ο δάσκαλος, που τέτοια εντύπωση είχε κάμει στον πασά, ήτο κιαυτός
+νέος άνθρωπος και ζωηρός, με πυρρόξανθα γένια, χωρισμένα στη μέση.
+Γιαυτό και ψαλιδογένη τον έλεγαν οι χωρικοί. Φορούσε στενά κέλεγαν
+πως είχε κάμει στην Αθήνα.
+
+Έψαλλε κιαυτός· αλλ' αντί των βυζαντινών αργοφωνιών, αντί των
+τερερισμών, των ναι - ναι και να - να του Νικόδημου που δεν τάξερε,
+επιχειρούσε να ψάλη με αρμονία τάχα ευρωπαϊκή που την ήξερε λιγώτερο.
+Με τα πειο καλόφωνα παιδιά του σκολειού σχημάτισε κιαυτός χορό
+κιέψαλαν μαζή μια πολυφωνία, που δεν εγγυούμαι πως είχε τίποτε το
+αρμονικό. Το μόνο βέβαιον είνε ότι έψαλλαν με νέο και παράξενο τρόπο·
+και μαυτό πετύχαινε ο δάσκαλος το σκοπό του, δηλαδή να φανή ότι
+έφερνε κάτι περισσότερο και νεωτεριστικώτερο από τον προκάτοχό του. Η
+δύναμη του ήτο στο «Άγιος ο Θεός». Εκεί έβαζε κάτι φωνάρες, που
+έτρεμε ο θόλος της εκκλησίας. Έτρεμαν από την προσπάθεια και τα γένια
+του δασκάλου, σαν την ουρά της σεισοράδας.
+
+Εις ταντίφωνα ο δάσκαλος άρχιζε με βαθειά φωνή «Και μετά του
+πνεύματός σου» κετελείωνεν ο παιδικός χορός «Ο Θεός ημών» με οξύφωνη
+συνέχεια, η οποία από τους ψηλούς τόνους χαμήλωνε κιαπλωνότανε σαν
+κύμα, πράμμα που δεν τούλειπε μεγαλοπρέπεια και χρωματισμός με
+υποβολή.
+
+Αλλ' ο μεγαλείτερος και σπουδαιότερος νεωτερισμός του Καπετανάκη ήσαν
+τα στρατιωτικά γυμνάσια. Ήθελε να μας κάμη στρατιώτες, για να
+υπηρετήσωμεν, ως έλεγε, μια μέρα την πατρίδα, ως τακτικοί πλέον κιόχι
+άτακτοι κιασύντακτοι. Αλλ' ο ταλαίπωρος άνθρωπος είχε μόνο την καλή
+προαίρεση. Τα εφόδιά του ήσαν πολύ λίγα. Ό,τι ήξερε ήτο να βαδίζωμε
+με το έν - δυο και να κάνωμε μεταβολή τρίχρονη με τρία παραγγέλματα:
+
+ — Πους δεξιός προς αριστερόν! Πους αριστερός προς δεξιόν! Πους
+δεξιός παρ' αριστερόν!
+
+Αυτό ήτον όλο. Άρχιζαν δε αυτά τα σπουδαία γυμνάσια με το «μαρς!»
+κετελείωναν με το «αλτ!» Λησμόνησα να πω ότι κιο χαιρετισμός μας
+έγινε στρατιωτικός. Αλλ' ο δάσκαλος αυτόν το χαιρετισμό τον έλεγε
+σχήμα και το σχετικό παράγγελμα ήτο «Κάμετε σχήμα!» Μας έμαθε και
+διάφορα πατριωτικά τραγούδια και τα τραγουδούσαμε όταν μια φορά τη
+βδομάδα μας οδηγούσε κάτω στα λιβάδια και περνούσαμε απόγεμα με
+γυμναστικά παιγνίδια.
+
+Όταν ήρθε είδηση ότι ο πασάς του νομού μας, πούτον ο Βέροβιτς,
+θαρχόταν να επισκεφθή την επαρχία μας, ο δάσκαλος εσύνθεσε ποίημα να
+το ψάλωμε στην υποδοχή. Κενώ θα το λέγαμε στον αντιπρόσωπο του
+Σουλτάνου, ήτο γεμάτο από Ελλάδα κ' ελευθερία. Έλεγεν, όμως τον πασάν
+«ένθερμον προστάτην της παιδείας» κιότι «άπας ο λαός τον υπεδέχετο
+μετά παλμών καρδίας».
+
+Οι χωριανοί μας Τούρκοι, όταν είδαν τον ψαλιδογένη να διδάσκη τα
+παιδιά των Ρωμιών «ταλίμια» στρατιωτικά, εσκανδαλίστηκαν κεζήλεψαν.
+Φαίνεται δε ότι έκαμαν παρατηρήσεις στο δικό των το Χόντζα, ένα
+κακομοίρη που μόλις ήξερε ανάγνωση, κιαπαίτησαν να κάνη κιαυτός
+στρατιωτικά γυμνάσια στα Τουρκάκια. Αλλ' αν ο δάσκαλος ήξερε πολύ
+ολίγα, ο χόντζας δε σκάμπαζε τίποτε. Θάχε 'δη, φαίνεται, νιζάμηδες να
+γυμνάζουνται, αλλά δεν είχε πάρει τίποτε. Αφού όμως του απαίτησαν να
+κάνη όπως όπως στρατιωτικά γυμνάσια, έβαλλε στη γραμμή τα παιδιά,
+ξυπόλυτα τα περισσότερα, όπως ήμεθα και μεις, και τους έλεγε «μπιρ
+ικί» και κάτι παραγγέλματα, για να κάνουν κινήσεις χωρίς ρυθμό και
+σκοπό. Μόνον που σήκωναν τη σκόνη με τα πόδια των. Από τα
+παραγγέλματά του μου μένει στη μνήμη ένα «Αλτσάτ!», που δεν ανήκει σε
+καμμιά γνωστή γλώσσα.
+
+Ετοιμασίες λοιπόν εμείς, ετοιμασίες κιο Χόντζας για την υποδοχή του
+πασά. Τη μέρα που περιμέναμε το Μουτεσαρίφη, ο δάσκαλος μας πήγε πάνω
+από το χωριό, σένα ανώμαλο κιανηφορικό μέρος και μας παράταξε κιαπό
+τα δυο μέρη του δρόμου. Αλλ' ενώ περιμέναμε, φάνηκε από ψηλά ένας
+βοσκός χριστιανός και φώναξε:
+
+ — Δάσκαλε, αι δάσκαλε! Είντα κάθεσ' ατουδά κιο Χόντζας πήε πλεια
+πάνω με τα Τουρκάκια; Είνε στον Άη Γιάννη.
+
+Τα ψαλιδωτά γένια, ανατρίχιασαν. Ο δάσκαλος μουρμούρισε μια βρισιά,
+έπειτα γύρισε και μας είπεν, ως θα μας έδιδε το παράγγελμα
+«Γεμίστε!».
+
+ — Πάρετε πέτρες!
+
+Αφού κάμαμε καθένας μια προμήθεια από πέτρες κεπανήλθαμε στην
+παράταξη, ο Δάσκαλος μπήκε μπρος και φώναξε «μαρς!» Τον ακολουθήσαμε
+και σε λίγο είδαμε το Χόντζα και τα Τουρκάκια. Είχαν παραταχθή δίπλα
+σένα εξωκλήσι.
+
+ — Τον άτιμο! μουρμούρισε ο δάσκαλος. Εβεβήλωσε και την εκκλησία.
+
+Όταν πλησίασε ο Καπετανάκης, φώναξε στο Χόντζα:
+
+ — Είντα πήες τόσο πάνω, μωρέ μουλά;(98) Τα πρωτεία θες να πάρης; Και
+δεν εσυλλογίστηκες πως δε θα σ' αφήσω να κάτσης στην κεφαλή μας πάνω;
+Γιανιτσαριά δεν είνε μπλειο στην Κρήτη: Έλα κάτω, γιατί θα σε
+κατεβάσωμε θες και δε θες.
+
+Και 'μεις τόσο συμφωνούσαμε στην ιδέα του δασκάλου μας, ώστε μόνο το
+σύνθημα περιμέναμε για να μην αφήσωμε τούρκικο κεφάλι γερό. Ο Χόντζας
+όμως υποχώρησε αμέσως· κιόταν ήρθε κοντά δικαιολογήθηκε:
+
+ — Βαλλαΐ,(99) κύριε δάσκαλε, δεν τώκαμα αξαργιτού,(100) μόνο δεν το
+'κάτεχα πως ήστε χαμηλότερα. Το σωστό βέβια είνε να πάτε του λόγου
+σας πλειο ομπρός, γιατί και περισσότεροι στε, κείνε δα κιο παχιάς
+χριστιανός. Ορίστε παραπάνω τουλόγου σας.
+
+Προχωρήσαμε 'μεις και Τούρκοι ήρθαν κάτω.
+
+Σε λίγο έφτασε ο πασάς, συντροφευμένος από υπαλλήλους κέφιππους
+ζαπτιέδες. Τον βάλαμε στη μέση κιαρχίσαμε το άσμα μας. Αλλ' ενώ το
+άσμα έλεγεν ότι τον υποδεχότανε «άπας ο λαός», εκτός των μαθητών
+είχαν έρθει μόνον πέντε δέκα πρόσωπα της τοπικής εξουσίας και οι
+προύχοντες του χωριού κιάλλοι τόσοι περίεργοι. Όταν η συνοδεία του
+πασά έφτασε και στο Χόντζα, ακούστηκε το «Αλτσάτ!» κιάρχισαν και τα
+Τουρκάκια κάτι να ψάλλουν. Έπειτα ανακατευτήκαμε και πηγαίναμε όλοι
+μαζή. Αλλά σε λίγο κάτι είπαν ένα δικό μας παιδί κένα Τουρκάκι
+κιαρπάχτηκαν· και σε μια στιγμή η συμπλοκή γενικεύτηκε. Βροχή οι
+πέτρες και στη μέση ο πασάς. Οι έφιπποι χωροφύλακες κινήθηκαν να μας
+χωρίσουν, αλλά το μέρος ήτο πολύ ανώμαλο κιαπό τις πέτρες τάλογα
+αφηνίασαν. Μόνον η φωνή του Δασκάλου μας, που διάταξε «Παύσατε πυρ!»,
+έδωκε τέλος στη μάχη. Κιαληθινά ο Βέροβιτς κιντύνεψε ή να πέση από
+τάλογο ή να του σπάσουν οι πέτρες το κεφάλι. Ήτον όμως καλοκάγαθος
+και δεν έδωκε σημασία στο επεισόδιο. Αλλά και μετά τόσα έτη δεν τώχε
+λησμονήσει κέτσι μου θύμησε το δάσκαλό μου.
+
+Ο Καπετανάκης δε φρόντιζε μόνο για τη σωματική μας ενίσχυση, αλλά και
+για να μας αναπτύξη το θάρρος και την τόλμη. Κιαυτά για να γίνωμεν,
+ως έλεγεν, αντάξιοι και καλλίτεροι των προγόνων κέτσι να τελειώσωμε
+το έργο των, την απελευθέρωση της πατρίδας. Για να κάμωμε κορμιά
+γερά, μας παρακινούσε στα γυμναστικά παιγνίδια. Για να κάμωμε καρδιές
+ατρόμητες και ναψηφούμε τους κινδύνους, βρήκε άλλη άσκηση. Να
+πολεμούμε με τις σφήκες. Και μεις πρόθυμοι ζητούσαμε σφηκιές, τις
+«ξεμυγίζαμε», κιοπλισμένοι με φουντωτούς κλάδους πολεμούσαμε με τις
+σφήκες που ξορμούσαν ερεθισμένες.
+
+Πολλούς από μας τους κέντρωναν, αλλά κανείς δεν υποχωρούσε, αν δεν
+ενικούσαμε πλήρη νίκη, δηλαδή το εξόντωμα της σφηκιάς. Και κάθε φορά
+αυτό το αποτέλεσμα μας έδιδε την ικανοποίηση και την περηφάνεια
+αληθινού θριάμβου.
+
+Εξαιρετική ήτον η δόξα των λαβωμένων, κείνων που κεντρόνοντο στη
+μάχη. Έπειτα στο σχολείο αναφέραμε τις περιπέτειες του αγώνα κιο
+δάσκαλος άκουε με σοβαρό ενδιαφέρο και παινούσε κείνους πούχαν
+ανδραγαθήσει.
+
+Προβίβαζε μάλιστα και κείνους πανδραγαθούσαν. Των έδιδε την άδειαν να
+πηγαίνουν στο βιτσιλοπόλεμο, δηλαδή πόλεμο με τα όρνια. Κεπειδή αυτός
+ήτο πειο επικίντυνος, τον έκαναν οι μεγαλείτεροι και ανδρειότεροι.
+
+Σε κάμποση από το χωρίο απόσταση ήτο μια βαθειά χαράδρα, όπου οι
+χωριανοί έρριχταν τα ζώα που ψοφούσαν. Εκεί κατέβαιναν γυπαετοί, που
+τους λέγουν βιτσίλες, κιάλλα όρνια κέτρωγαν τα ψοφίμια. Αλλ' άμα
+παραχόρταιναν, βάραιναν τόσο, που δεν μπορούσαν να πετάξουν. Έπρεπε
+ναύρουν ψήλωμα και στο μεταξύ βρίσκαμε καιρό και τα κτυπούσαμε με
+πέτρες, ή ξύλα και πολλά σκοτώναμε.
+
+Αλλ' αν τα όρνια στις στιγμές αυτές δε μπορούσαν να πετάξουν,
+αναπηδούσαν όμως αγριεμένα κ' επιθετικά. Αυτός ήτο ο κίντυνος, γιατ'
+είχαν ράμφη και νύχια φοβερά και μπορούσαν να βγάλουν μάτια ή κόψουν
+σάρκες. Είχαν δε και κάτι μάτια πρασινωπά, που προξενούσαν τρόμο με
+τανάβλεμμά των.
+
+Αλλ' ο ψαλιδογένης είχε κένα ελάττωμα πολύ αντιπαιδαγωγικό
+κιωρισμένως αντίθετο στη προσπάθειά του να μας κάμη άφοβους
+πολεμιστές. Ήτο οξύθυμος κέδιδε ξύλο πολύ. Αλλά μας γλύτωσε η χήρα
+μητέρα ενός συμμαθητού μας, μια αντρογυναίκα. Από ένα χαστούκι,
+πούδωκε στο παιδί της ο δάσκαλος, τούμεινε μια βοή σταυτί. Η μητέρα
+φοβήθηκε πως το παιδί της θα κουφαθή και μια μέρα ήρθε αγριεμένη στο
+σχολείο.
+
+ — Άκου δάσκαλε, είπε του Καπετανάκη, εγώ το παιδί μου, τώβαλα στο
+σκολιό για να ξεστραβωθή. όι να μου το κουφάνης. Δε θέλω να το
+δέρνης. Σαν κάμη πράμμα, να μου το λες εμένα κεγώ το δέρνω. Γιατί, μα
+το Θεό πούν' από πάνω μας; άνεν το ξαναδείρης θαρθώ με το κόπανο!
+
+Από τη μέρα κείνη ο διδάσκαλος μετρίασε πολύ το ξύλο για όλους.
+
+Αλλ' ως μου είπεν ο πασάς, οι Τούρκοι του χωριού δεν τον εχώνευαν·
+και συχνά τον κατάγγελλαν ότι εδίδασκεν επαναστατικές ιδέες και ότι
+παρασκεύαζε τους μαθητές να γίνουν αντάρτες κατά του Σουλτάνου.
+Κείχε, φαίνεται, φύγει από το νομό μας ο Βέροβιτς, όταν ήρθε διαταγή
+από τα Χανιά να συλληφθή. Τον ξώρισαν στην Τρίπολη της Μπαρμπαριάς
+κεκεί τράβηξε μεγάλα βάσανα. Στον καιρό του Φωτιάδη, οι βουλευτές της
+Κρήτης τον ζήτησαν μαζή μάλλους εξόριστους. Γύρισε στην Κρήτη, αλλά
+πτώμα. Ήρθε φθισικός κύστερα από λίγον καιρό πέθανε.
+
+Τις τελευταίες τον ώρες έγραψε σένα φύλλο χαρτί τα εξής, σαν
+πατριωτική του διαθήκη:
+
+Σ τ ο ν τ ύ ρ α ν ν ο,
+
+Είπε το κλήμα στον τράγο, που τώτρωγε: «Κιως τη ρίζα να με φας, πάλι
+θα βλαστήσω και θα δώσω το κρασί να χαροκοπήσουν κείνοι που θα σε
+βάλουνε στη σούβλα.
+ Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ
+
+
+
+ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ (110)
+
+
+
+Λίγα χρόνια προ του 1821 στο Κράσι της Πεδιάδας.
+
+Ο Σιφογιάννης βγήκε από το σπίτι του κιαπό πίσω η γυναίκα του φάνηκε
+στην πόρτα και τούπε:
+
+ — Καλιά 'χα 'γώ να μην πας, η μέρα πούνε.
+
+ — Μα δε θα κάμω δα κιαμμιά δουλειά, ευλοημένη. Δε σου τώπα; Θα πάω
+να δω αν είνε καιρός για διπλοσκάφισμα.
+
+ — Ο Θεός μαζή σου, μια που δε μ' ακούς. Λες πως δε θα δουλέψης· μα
+μπορείς τουλόγου σου να πας στα γονικά σου και να μην κάμης κιαμμιά
+δουλειά, και Λαμπρή νάνε;
+
+Ο γάιδαρος περίμενε μπροστά, στην πόρτα στρωμένος, κιο Σιφογιάννης,
+ενώ τον έλυνε, είπε στην γυναίκα του με λίγο νεύρωμα:
+
+ — Μα σου τώπα δα, σου τώπα, πως δε θα δουλέψω. Πόσες φορές πρέπει να
+σου το πω;
+
+ — Εγώ 'πρεπε να σου το πω, γιατί 'νε βαρά σκόλη, και 'ξά σου. (102)
+
+ — Καλά, καλά, είπεν ο Σιφογιάννης κιαφού έκαμε το σταυρό του,
+ανέβηκε στο γαϊδούρι και τον φώναξε «σε!» για να ξεκινήση.
+
+Η γυναίκα του έμεινε κάμποσα λεπτά στην πόρτα και τον έβλεπε ν'
+απομακρύνεται. Στο αναμεταξύ μουρμούρισε:
+
+ — Μα σαν πάει μόνο για να δη, γιάειντα τον επήρε τον κλαδεύτηρο;
+
+Ο Σιφογιάννης ήτο εξηντάρης και πάνω. Αλλά σαν αυτό δουλευτής δεν
+ήτον άλλος στο χωριό. Γιαυτό, αν κ' ήτο θεοφοβούμενος, η μεγάλη
+φιλοπονία του τον τραβούσε καμμιά φορά και τις εορτές να μη μένη
+αργός. Αλλ' ως ελάφρωμα στη συνείδησή του είχε την πρόφαση ότι δεν
+έκανε βαρειές δουλιές τις εορτές. Διόρθωνε κανένα τράφο,(103) πούχε
+χαλάσει, λευτέρωνε δέντρα από παρακλάδια ή ξεράδια, καθάριζε το
+χωράφι από πέτρες ή ξεχόρτιζε και κουβαλούσε το βράδυ στο σπίτι χόρτα
+για τα ζώα του ή ξύλα.
+
+Κιόταν μια φορά ο παπάς τούκαμε την παρατήρηση και τούπε πως ήτο πολύ
+«ταμακιάρης», δηλαδή πλεονέκτης, ενώ, ως άτεκνος που ήτο, δεν είχε
+πολλές ανάγκες, ο Σιφογιάννης κύταξε γύρω, για να μην ακούση κανείς
+κείνο που θάλεγε, κέπειτα σιγά:
+
+ — Δε θωρείς τα πλούτη μου, γέροντα; είπε. Δουλεύγω και σάλιο δεν έχω
+στο στόμα. Δεν έχω παιδιά, μάχω αφεντικά. Πρέπει να δουλεύγω, για
+νάχω να πλερόνω το χαράτσι και τάλλα δοσίματα. Και σαν έχω να
+χορταίνω τον Αγά και το Σούμπαση(104) και κάθα γιανίτσαρο που μου
+ζητά, γλυτόνω σκιάς απού τσι ξυλιές και χερότερα. Δουλεύγω, σα
+σκλάβος, για τη σκλαβιά μου.
+
+Ο παπάς αναστέναξε:
+
+ — Και ποιος χριστιανός δεν είνε σκλάβος και δε δουλεύγει για τη
+σκλαβιά του;
+
+Στο κεφάλι του ο Σιφογιάννης φορούσε μαύρη πέτσα(105). Οι Ρωμιοί τότε
+απόφευγαν τα ζωηρά χρώματα και φρόντιζαν να φαίνωνται ταπεινοί, για
+να μη θεωρούνται επιδεικτικοί, ότε μπορούσαν να θεωρηθούν από τους
+Τούρκους προκλητικοί. Με το βάδισμα του γαϊδουριού, σειότανε η άκρη
+της πέτσας του Σιφογιάννη. Ήτον καθισμένος στο σαμάρι δίπλα, με
+ρωμαίικη καβάλα, όπως την έλεγαν τότε και την λέγουν ακόμη. Οι Ρωμιοί
+καβαλούσαν έτσι, για να είνε έτοιμοι να πεζέψουν, άμα φαινότανε
+Τούρκος. Χωρίς αυτή την έγκαιρη δουλική ταπείνωση, το μικρότερο
+πούχαν να υποφέρουν ήτο το ξύλο.
+
+Σαυτή την ανάγκη βρέθηκε ο Σιφογιάννης, μόλις απομακρύνθηκε λίγο από
+το χωριό. Και το συναπάντημα, που τούρθε, ήτον από τα πειο επίφοβα
+που μπορούσαν να του τύχουν. Αντίθετα ερχόταν ένας Τούρκος έφιππος.
+
+Από μακριά τον γνώρισε. Και ποιος δεν τον γνώριζε; Ήτον ο Αγάς του
+Μοχού, που λεγότανε Μόχογλους.
+
+Την ίδια στιγμή ο Σιφογιάννης κατέβηκε από το γαϊδούρι, έσυρε το ζώο
+στην άκρη του δρόμου, το κράτησε 'κεί ακίνητο και στάθηκε κιο ίδιος
+δίπλα να περιμένη τη διάβα του Αγά. Μετά πέντε λεπτά ο Μόχογλους
+έφτανε μένα ψαρό άλογο. Θάτονε σαράντα πέντε ετών, αλλά φαινότανε
+γεροντώτερος. Ήτονε παχύς, αλλ' η κιτρινάδα τον προσώπου του
+μαρτυρούσε πως το πάχος τον ήτον αρρωστιάρικο. Στο βλέμμα του το
+άτονο και θολό φαινότανε κούραση, αλλ' η κούραση του βέβαια δεν ήτον
+από εργασία. Είχεν όμως στιγμές που σαυτά τα ψόφια μάτια άναβε φοβερή
+φλόγα ο θυμός κη τυραννική παραφροσύνη.
+
+Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι
+άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι.
+
+Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού
+και της περιοχής του. Κιως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των
+περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής
+αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς,
+χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα.
+
+Ο Μόχογλους δεν ήτο από τους χειρότερους Τούρκους. Είχε κάμει φοβερά
+πράμματα, αλλ' είχε και καλές στιγμές. Είχε σκοτώσει Ρωμιούς, για
+ψύλλου πήδημα ή για τίποτε εντελώς, αλλ' είχε σκοτώσει και
+καπανταΐδες Τούρκους που πείραξαν Ρωμιούς στην περιοχή του, τους
+ραγιάδες του, ως τους έλεγε. Αλλά την προστασία του άπλωνε κέξω από
+την περιοχή του, σε Ρωμιούς πούχε πάρει στο χαρέμι των αδερφές των ή
+κόρες των. Ενδεχόμενον όμως ήτο να σκοτώση μετά κάμποσον καιρόν και
+κείνον που έσωσε.
+
+Είχε μια νέα υπηρέτρια χριστιανή και μια μέρα της λέει:
+
+ — Θες, μωρή, να σε παντρέψω;
+
+ — Θέλω, αγά.
+
+ — Διάλεξε τον καλλίτερο Ρωμιό ντεληκανή να σου τόνε βλοήσω.
+
+Η υπηρέτρια εδιάλεξε τον καλλίτερο νέο από τ' Αβδού, πούτον χωριό
+της· κιο Αγάς τον έστειλε παραγγελία να πάρη την υπηρέτρια του· τον
+έστειλε μαζή κένα φυσέκι, που σήμαινε «αν αρνηθής, θα σκοτωθής». Ο
+νέος, εννοείται, δέχτηκε κιο γάμος έγινε. Κουμπάρος ο Μόχογλους με
+αντιπρόσωπο. Μετά μια δυο μέρες πήγε η νύφη να χαιρετήση τον Αγά. Κιο
+Μόχογλους της είπε:
+
+ — Αρέσει σου, μωρή, ο γαμπρός;
+
+ — Αρέσει μου, αγά.
+
+Μια πιστολιά τον Αγά την ξάπλωσε κάτω σκοτωμένη.
+
+Αυτή όμως η ψυχική ανωμαλία του Μόχογλου δεν προερχότανε μόνον από
+τυραννική παραφροσύνη, αλλά, φαίνεται, κιαπό το πιοτό. Οι Μπουρμάδες,
+δηλαδή οι Κρητικοί πούχαν γίνει κιόλο γινόντανε Τούρκοι, είχαν
+συμβιβάσει στην Κρήτη το μωαμεθανισμό με το κρασί κήσαν πολλοί που
+κρυφά ή φανερά παράβαιναν την απαγόρευση του Μουχαμέτη. Ο Μόχογλους
+έπινε κρυφά, αλλά δεν έπινε για τούτο και το λιγώτερο.
+
+Στα πέντε λεπτά, που περίμενε ο Σιφογιάννης, συλλογιζότανε σε τι
+διάθεση θαύρισκε άρα γε τον Αγά. Κιαν ήτο στα δαιμόνιά του, τι κακό
+να τον περίμενε. Θυμότανε τα λόγια της γυναίκας του και μετανοούσε
+που δεν την άκουσε. Ίσως η αμαρτία να δουλέψη μέρα εξαιρέσιμη (γιατ'
+η αλήθεια είνε ότι κάποια δουλειά πήγαινε να κάμη), τούφερε στο δρόμο
+του το Μόχογλου να τον τιμωρήση.
+
+Ο Μοχόγλους όταν έφτασε, αντί να περάση, σταμάτησε το άλογό του
+μπροστά στο Σιφογιάννη και τούπε:
+
+ — Πού πας, μωρέ;
+
+ — Στσ' ορισμούς σου αγά. Πάω σταμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά.
+
+ — Και σήμερο δεν έχετε σκόλη, εσείς οι Ρωμιοί;
+
+Ο Σιφογιάννης άρχισε να τρέμη.
+
+ — Ναίσκε, αγά.
+
+ — Οϊλέσα,(106) μωρέ, είνε κρίμα να δουλεύγη τέτοια μέρα ένας Ρωμιός;
+
+ — Ναίσκε, αγά, αποκρίθηκε ο Σιφογιάννης κέτρεμε περισσότερο.
+
+ — Το ζιμιός(107) εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός.
+
+ — Δεν είμαι, πρέπει, αγά.
+
+ — Σα δεν είσαι καλός Ρωμιός, θα σε κάμω Τούρκο.
+
+Ο Σιφογιάννης έκαμε να παρακαλέση, αλλ' από την τρομάρα του τραύλιζε:
+
+ — Για το Θεό, αγά...και να χαρής τα παιδιά σου...
+
+Ο Μόχογλους άγγιξε τη μπιστόλα και τούπε:
+
+ — Δε θες; Καλλίτερος είσαι συ, γκιαούρη, από 'μένα πούμαι Τούρκος;
+
+ — Όι, αγά.
+
+ — Αι, να πης και γλίγωρα τση μπιστόλας, γιατί ανημένει.
+
+Και την ίδια στιγμή τράβηξε τη μπιστόλα.
+
+ — Ό,τι θες, αγά. Ό,τι ορίζεις. Δικός σου είμαι.
+
+Χωρίς να βάλη στη μέση τον τη μπιστόλα, ο Μόχογλους τούπε:
+
+ — Έβγα σαυτονέ τον τράφο, μωρέ!
+
+Ο Μόχογλους είχε στο στόμα ένα σαρδώνιο γέλιο· μαπό το σαστισμό του ο
+Σιφογιάννης κιαπό το δουλικό φόβο που δεν τον άφηνε να σηκώση το
+βλέμμα στο πρόσωπο του Αγά, δεν είδε τίποτε. Ανέβη ως τόσο στον
+ξερότοιχο με αρκετή δυσκολία από την τρομάρα που τον κρατούσε σ' όλα
+του τα μέλη. Τουρτούριζε ο κακομοίρης και τα δόντια του κτυπούσαν.
+Τότε ο Μόχογλους του είπε:
+
+ — Ό,τι σου λέω να λες!
+
+Είτε από το σαστισμό του, είτε διά να γίνη ευάρεστος στον Τούρκο,
+είπε στην απόκρισή τον μια τούρκικη λέξη από τις ολίγες πούξερε:
+
+ — Πεκ έυ, αγά, (Πολύ καλά).
+
+Ο Μόχογλους άρχισε ν' απαγγέλη με τόνον ιερατικής ευχής:
+
+ Τούρτουρος και τουρτουρίνα!
+
+Ο Σιφογιάννης επανάλαβε:
+
+ Τούρτουρος και τουρτουρίνα!
+
+Κιο Μόχογλους εσυμπλήρωσε:
+
+ Και μεγάλη Τουρκαρίνα!
+
+Αφού επανάλαβε και τη δεύτερη φράση ο χωρικός, ο Αγάς του είπε:
+
+ — Αγνάντισες(108) εδά, μωρέ, είντα γίνηκε;
+
+Με δειλό νεύμα φανέρωσε ο Σιφογιάννης πως δεν κατάλαβε.
+
+ — Θα σου το πω, εγώ, είπεν ο Μόχογλους. Ετούρκεψά σε. Και να μου
+γνωρίζης και χάρη που σεγλύτωσα από το σουνέτι.(109) Από σήμερο και
+πέρα είσαι Τούρκος. Θα παίρνης αμπτέστι(110) και θα προσκυνάς, σαν
+Τούρκος.
+
+Ο Σιφογιάννης έκλινε την κεφαλήν.
+
+ — Στσ' ορισμούς σου, αγά...μα...
+
+ — Μα και μα δεν έχει! Είσαι Τούρκος. Σου δίδω κιόνομα τούρκικο·
+Τζαφέρης.
+
+Έκλινε πάλιν την κεφαλήν τον ο χωρικός, χωρίς να πη λέξη.
+
+ — Άιντε δα, είπεν ο Μόχογλους, και να μην ακούσω πως πίνεις κρασί.
+Κατές πως ο προφήτης μας είπε να μην πίνωμε κρασί. Εγώ που θωρείς δεν
+το βάνω ποτέ στο στόμα μου. Είνε μεγάλο κρίμα. Ντοαλέρ(111), Τζαφέρ
+αγά!
+
+Ο Μόχογλους, αφού έβαλε την μπιστόλα στη μέση του, εφτέρνισε τάλογό
+τον κέφυγε· κιο Σιφογιάννης έμεινε στο δρόμο μόνος με την απελπισία
+του. Το χοντρό και μαύρο του χέρι σπόγγισε ίδρωτα αγωνίας από το
+μέτωπό του.
+
+ — Α! γυναίκα, γυναίκα, είπε μαναστεναγμό, καλά που μούλεγες και δε
+σάκουσα. Να η αμαρτία που μέφερε, Κεδά είντα θα κάμω;
+
+Μια στιγμή κίνησε για να γυρίση στο χωριό· αλλ' ευθύς άλλαξε γνώμη
+και τράβηξε κάτω προς ταμπέλι, όπου πήγαινε. Στο κεφάλι του ήτο ένα
+φοβερό κιαξέμπλεχτο ανακάτωμα. Μια φορά που ο Μόχογλους τούπε να γίνη
+Τούρκος, πώς μπορούσε να παρακούση; Η τιμωρία του θα ήτο θάνατος,
+αφού και χωρίς αιτία σκότωνε. Αλλά και να χάση την πίστη του έτσι; Ο
+πατέρας του κοι πρόγονοί τον με τόσα που υπόφεραν εφύλαξαν τη
+θρησκεία των· κιαυτός για μια φοβέρα θαλλαξοπίστιζε; Πάλι όμως δεν
+εύρισκε μέσα του αυταπάρνηση μαρτυρική· κι άμα έφτανε στη σκέψη να
+παρακούση τον τύραννο κιας πέθαινε για τη πίστη του, ξέφευγε και
+ζητούσε τρόπο να σώση και την πίστη και τη ζωή του. Να πάη στον Αγά
+και να πέση στα πόδια του; Ούτε θα τον άφηναν να μπη στο κονάκι του.
+Αλλά και πάλι η μπιστόλα θα του μιλούσε. Να βάλη άλλον να μεσιτέψη;
+Ποιόν; Αλλά κιαφού μπροστά στο Μόχογλου δέχτηκε ο ίδιος να γίνη
+Τούρκος, μαρτύρησε πίστη στο Μουχαμέτη. Και τώρα αν έμενε χριστιανός,
+ήτο ως να γύριζε από την τουρκική στη χριστιανική θρησκεία. Κιαυτό θα
+ήτο η εσχάτη προσβολή κατά των Τούρκων και της θρησκείας των. Μια
+μόνη διέξοδο έβλεπε· να είνε στο φανερό τούρκος και στο κρυφό
+χριστιανός.
+
+Οι περισσότεροι στην Κρήτη πούχαν τουρκέψει και τούρκευαν, αυτή την
+απόφαση έπαιρναν. Γιαυτό κιαλλαξοπίστιζαν όλοι μαζή οι κάτοικοι των
+χωριών. Αλλ' είτε κοι ίδιοι, είτε οι απόγονοί των, σε μια ή δυο
+γενεές, συνείθιζαν να ζουν ως Τούρκοι και τότε αληθινά απαρνούντο την
+καταδιωγμένη θρησκεία των. Ήτο όμως και πολύ δύσκολο, πολλάκις
+κιαδύνατο να κρατήσουν την απόφασή των, να κάνουν κρυφά τους τύπους
+της χριστιανικής λατρείας και φανερά να περνούν ως Τούρκοι.
+
+Ο Σιφογιάννης πέρασε όλο ταπόγεμα σταμπέλι του· κιόλη την ώρα
+καταγινότανε σε διάφορες μικροδουλιές, αλλά πραγματικώς δούλευε το
+μυαλό του και βασανιζότανε νάβγη από το φοβερό αδιέξοδο, που τον είχε
+βάλει ο Μόχογλους. Και τρόπο να γλυτώση δεν εύρισκε.
+
+Μόνο μια ελπίδα είχε· ότι ο Αγάς ήτο μεθυσμένος, ότι το μεθύσι του
+τον έβγαλε σαυτό που τούκαμε κιότι την άλλη μέρα θα το λησμονούσε.
+Πώς μπορούσε νάνε σοβαρό ένα τέτοιο τούρκεμα; Είχε ακούσει πως
+κιάλλους χριστιανούς είχαν προ ετών τουρκέψει μόνο με λίγα λόγια ενός
+ιμάμη,(112) αλλά σαυτή την περίσταση ήτο τουλάχιστον ένας
+αντιπρόσωπος της μωαμεθανικής θρησκείας. Πώς να θεωρηθή λοιπόν
+αληθινό το τούρκεμα πούγινε στο δρόμο κιαπό τούρκο που δεν είχε
+κανένα ιερατικό αξίωμα; Αλλ' αν το πράμμα δεν είχε τυπικό κύρος, είχε
+όμως πραγματικό. Αφού τώθελε ο Μόχογλους κη μπιστόλα του να γίνη
+τούρκος, ήτον αναγκασμένος να γίνη. Και δεν ήτο το ίδιο; Δεν θα
+πήγαινε πεια στην εκκλησία, αλλά στο τζαμί, δεν θα λεγότανε Γιάννης,
+αλλά Τζαφέρης. Και πάντα θα κολαζότανε. Μπορούσε να παραβή την
+προσταγή τον τυράννου και χωρατά αν του τώκαμε;
+
+Ενώ έτσι σκεπτότανε, αναστέναζε κέλεγε:
+
+ — Άχι! Θε μου, δε λυπάσαι μπλειο τσοι χριστιανούς; Εξέχασές μας τσοι
+κακομοίριδες; Κιάρχισε κέκλαιγε.
+
+Σε λίγες ώρες απογέρασε από τη ψυχική του αγωνία. Και τόσο αποχυμένο
+και χλωμό ήτο το πρόσωπό του όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι, που η
+γυναίκα του νόμισε πως ήταν άρρωστος.
+
+ — Όι, δεν είμ' αρρωστάρης, της είπε· μόνο εκουράστηκα.
+
+Σκεπτότανε να μην πη στη γυναίκα του τη συνάντησή του με το Μόχοχλου
+και τα όσα ακολούθησαν, έως ότου θάβλεπε τρόπο να ξεμπλέξη.
+
+ — Εκουράστηκες; είπεν η Σιφογιάννενα. Θωρείς τα δα; Καλά το
+φοβούμουνε 'γώ. Μα, καλορρίζικε άθρωπε, δε φοβάσαι την αμαρτία,
+τέτοια σκόλη πούνε;
+
+ — Αι, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, είπεν ο Σιφογιάννης κέπεσε σένα πεζούλι
+του σπιτιού. Άλλη φορά δε θα το κάμω. Μα ο Θεός το κατέει πως α δε
+δουλεύγω και καματερές και σκόλες, δε θα προφτάνω να μπουκόνω
+τσαγάδες, να μαφήνουνε να ζω.
+
+Η Σιφογιάννενα είχε ανάψει φωτιά κ' ετοιμαζότάνε να μαγειρέψη. Δίπλα
+της στην πυροστιά ήτο ένα κιούπι, σκεπασμένο και δεμένο με πανί.
+
+ — Κ' είντα χαζιρεύγεσαι(113) να μαγερέψης; ρώτησε ο Σιφογιάννης.
+
+ — Σύγλυνα (114). Αυτά που μούπεψε τσι προημερνές η συντέκνισα απού
+το Λασίθι.
+
+ — Σύγλυνα; ξεφώνησε με τρομάρα ο Σιφογιάννης.
+
+ — Γιάειντα; Φοβάσαι να μη μας έρθη κιανείς Τούρκος μουσαφίρης; Θε
+μου, βλέπε μας!
+
+ — Εγώ χοιρινό δεν μπορώ μπλειο να τρώω.
+
+ — Γιάειντα;
+
+ — Γιατί 'μαι Τούρκος.
+
+Η γυναίκα τον παρατήρησε με απορία. Τρελλάθηκε ή χωράτευε;
+
+ — Τούρκος; Είντα λόγια 'ν' αυτά, νοικοκύρη μου;
+
+Αποφάσισε και της διηγήθηκε πως στο δρόμο τον τούρκεψε ο Μόχογλους.
+
+Η Σιφογιάννενα έμεινε.
+
+ — Κεδά; είπε με μισή φωνή.
+
+ — Είντα μπορούμε να κάμωμε; Τούρκο με θέλει τούρκος θα γενώ.
+
+ — Νουσουμπέτι(115) να τουρθή! καταράστηκε η Σιφογιάννενα, αλλά και
+φρόντισε να χαμηλώση τη φωνή της.
+
+ — Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές είντα θα γενή.
+
+Με βαθύ αναστεναγμό η γυναίκα είπε:
+
+ — Ω Χριστέ μου!
+
+Έπειτα:
+
+ — Κείντα θα κάμης εδά;
+
+ — Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέωμαι Γιάννης και θα λέωμαι Τζαφέρης. Θα
+φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι
+τούρκος.
+
+Μείνανε συλλογισμένοι κάμποσα λεπτά. Έπειτα η γυναίκα είπε:
+
+ — Δεν πας να το πης και του παπά;
+
+ — Κείντα μπορεί να μου κάμη κιο κακορρίζικος ο παπάς; Να βρη το
+μπελλά του κιαυτός;
+
+ — Μια βουλή θα σου δώση.
+
+Ο Σιφογιάννης πήγε την ίδια βραδιά και ζήτησε γνώμη του παπά. Αλλ' ο
+παπάς, ένας καλός και με θάρρος χριστιανός, του υποσχέθηκε κάτι
+περισσότερο· τη μεσολάβησή του:
+
+ — Θα πάω 'γώ να τόνε δω· κιο Θεός να δώση να τόνε βρω στσι καλές
+του. Μάνεν τόνε βρω στα δαιμόνια του, και για σένα δε θα κάμω πράμμα
+κεμένα μπορεί να μου δώση κιαμιά μπιστολιά. Η γιαλήθεια είνε πως
+όντεν έρχεται στο χωριό δε μου αγριγιομιλεί. Να σου πω κιόλας πολλά
+κακός δεν είνε...(είπε σταυτί τον Σιφογιάννη) μάνε κουζουλός... θαρρώ
+πως πίνει κιόλας.
+
+Όσο να περιμένη την απάντηση του παπά, ο Σιφογιάννης δε βγήκε από το
+σπίτι του. Αν έβγαινε, έπρεπε να βγάλη τη μαύρη πέτσα και ναρχίση να
+κάνη εξωτερικώς τον Τούρκο. Αφήκε μια μέρα και τη δεύτερη πήγε ο
+πάπας στο Μοχό νάβρη τον Αγά. Κιόταν το βράδυ γύρισε, είπε στη
+Σιφογιάννενα από την πόρτα:
+
+ — Ανεζινιό, είν' ακόμ' από κεινά τα Λασιθιώτικα σύγλυνα; Να τα
+τηγανήσης μαυγά να τα φάμε μαζή.
+
+Κιαφού μπήκε κέσπρωξε την πόρτα, είπε:
+
+ — Φέρε και κρασί. Ο αγάς μου παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά
+του.
+
+ — Καλό μουζντέ(116) μάςε φέρνεις, ευλοημένε; είπε η γυναίκα. Δόξα
+σοι ο Θεός!
+
+ — Δοξασμένο νάνε τόνομά του! είπε κιο Σιφογιάννης κέκαμε το σταυρό
+του.
+
+ — Ο Θεός αλήθεια έκαμε και τον εβρήκα στα καλά του, είπεν ο παπάς.
+Και κατές είντα μούπε; Σε 'δε, λέει, πως δεν είσαι καλός χριστιανός,
+γιατί πήαινες να δουλέψης μέρα σκόλη, και γιαυτό 'βαλε στο νου του να
+σε κάμη Τούρκο.
+
+ — Η αμαρτία, μουρμούρισε η Σιφογιάννενα.
+
+ — Δε σας είπα πως ο Μόχογλους δεν είνε κακός; Μαγάρι νάσαν κιάλλοι
+Τούρκοι σαν κιαυτόν. Μόνο να μην είνε στα μεράκια και τα μπουριά του.
+Ώστε να με δη, ένιωσε γιατί πήα κιάρχιξε να γελά. Στο ύστερο μου
+λέει: «Σαν τόνε θες, εσύ παπά, χριστιανό, χάρισμά σου. Ας μείνη στην
+πίστη σας. Και καλά 'καμες κήρθες γλίγωρα, γιατί, α μαθητευότανε πως
+ετούρκεψε, δε θα μπόριε μπλειο να ξετουρκέψη.
+
+Τόσο βάρος έφυγε από το στήθος του Σιφογιάννη και τόση χάρη γνώριζε
+για το γλυτωμό του, που ευχήθηκε για τον τύρανο:
+
+ — Ο Θεός να του δώση τσοι χρόνους που μούκοψε!
+
+
+
+Ο ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ
+
+
+
+Ο Δριμομιχελής έπινε χρόνια και μόνον όταν αρρώστησε έπαψε να πίνη.
+Τότε ησύχασε και το χωριό από τις βλαστήμιες και τις κακίες του. Το
+κρασί, που στους πολλούς φέρνει ευθυμία, χωρατά και τραγούδια, σαυτόν
+έφερνε νεύρα και θυμούς, βρισιές και βλαστήμιες. Κ' επειδή προ ετών
+είχε κάμει έξω, είχε πλουτίσει εκεί το υβρεολόγιό του· κήτο απ'
+αυτούς που τα τελευταία έτη έφεραν στην Κρήτη τις βλαστήμιες για το
+Χριστό, την Παναγία και το Σταυρό, πούσαν άγνωστες στην Κρήτη.
+
+Για να πάψη να πίνη, έπρεπε νάχη αρρωστήσει βαρειά. Φαινότανε
+πουντιασμένος. Έβηχε κείχε πυρετό και δύσπνοια.
+
+Στο χωριό του κάμανε τα συνειθισμένα για το κρυολόγημα, τριψίματα,
+ζεστά, βεντούζες και τα τέτοια· αλλ' η κατάστασή του χειροτέρευε.
+Τότε στο παραλήρημα του πυρετού άρχισε να ζητά κρασί· κεπειδή δεν
+τούδιδαν, βλαστημούσε όλη την ώρα κέλεγε πως, όταν θα σηκωνότανε,
+θάσφαζε τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
+
+Στο μικρό του χωριό γιατρό δεν είχαν και τον πήγαν με μουλάρι στο
+κεφαλοχώρι πούταν η πρωτεύουσα της επαρχίας. Εκεί είχε συγγενικό
+σπίτι, όπου να μένη και να τον βλέπη γιατρός. Μπορούσαν να καλέσουν
+το γιατρό στο χωριό, αλλά έκριναν οικονομικώτερο να πάνε τον άρρωστο
+στο γιατρό. Η ιδέα ότι θα ξόδευαν λιγώτερα δεν τους αφήκε και να
+λογαριάσουν ότι ο δρόμος, όσο λίγος κιαν ήτο, θα χειροτέρευε τον
+άρρωστο.
+
+Ο γιατρός που τον κάλεσαν να τον κυτάξη είπε πως είχε πνευμονία. Είδε
+συνάμα πως η μύτη του ήτον κόκκινη και ρώτησε αν έπινε.
+
+ — Ου! αποκρίθηκαν οι δικοί του, σταμνιά πίνει.
+
+Ο γιατρός έκαμε μορφασμό που σήμαινε: «Διάολε! αυτό 'νε κακό».
+
+Τον βαλαν εκδόρια, μα η πνευμονία είχε προχωρήσει κιο γιατρός δεν
+είχε πολλές ελπίδες. Ο άρρωστος στην αγωνιώδη κατάσταση πούτονε βρήκε
+τη δύναμη να πη του γιατρού:
+
+ — Εγώ, θαρρώ, γιατρέ, πως, α μου δώσουνε να πιώ τσικουδιά, θα με
+κάμη καλά.
+
+ — Ο Θεός φυλάξοι! είπεν ο γιατρός. Σταλιά. Μήτε ρακή, μήτε κρασί.
+
+Ο Δριμομιχελής μουρμούρισε μια βλαστήμια.
+
+Μετά τρεις μέρες ήτο τέτοια η κατάστασή του, που ο γιατρός είπε ότι
+δεν είχε πεια καμμιά ελπίδα. Μόνο για παρηγοριά αφήκε μερικές
+παραγγελίες κέφυγε γιατί τον ζητούσαν βιαστικά σένα μακρυνό χωριό.
+
+Κοντά το μεσημέρι έπαθε ο άρρωστος ένα τέτοιο παροξυσμό της
+αρρώστειάς του, που σε λίγη ώρα τελείωσε. Πρόφτασε όμως την τελευταία
+τον στιγμή να πη μια βλαστήμια.
+
+Αφού τελείωσε, τι να τον περιμένουν; Άρχισαν ετοιμασίες για την
+κηδεία. Πρόφτασαν και κάλεσαν από το χωριό και τους δικούς του, όσοι
+δεν ήσαν κοντά του. Και στις τρεις ήτο σαβανωμένος. Αλλά μες στα
+μοιρολόγια των γυναικών κενώ ετοιμάζοντο να τον σηκώσουν, ο πεθαμένος
+κινήθηκε κιάνοιξε τα μάτια του. Αυτοί πούσκυβαν να τον σηκώσουν
+σύρθηκαν πίσω κιο θρήνος έπαψε.
+
+ — Είντα νε, μωρέ, τούτονέ; είπε με τρομερή φωνή ο πεθαμένος.
+Ζωντανό, μωρέ κερατάδες, θέλετε να με θάψετε, και μου βάλετε τα
+λαζάρια;
+
+Συνάμα σηκώθηκε, λευτέρωσε τα χέρια του από τα σάβανα, πετάχτηκε πάνω
+κέτρεξε σε μια ξιφολόγχη πούτον κρεμασμένη στον τοίχο.
+
+Το δωμάτιο άδειασε. Όλοι έτρεξαν έξω και στον πανικό των ακούστηκε
+πως ο πεθαμένος εβρυκολάκιασε.
+
+ — Εκαταχάνεψε.
+
+Μόλις πετάχτηκαν έξω οι τρομαγμένοι, φάνηκε κατόπιν κιο Δριμομιχάλης
+με τα σάβανα σκισμένα και με τη ξιφολόγχη στο χέρι.
+
+ — Σταθήτε, άτιμοι, φώναξε, να δήτε αν απόθανα γη ζω!
+
+Έμοιαζε με μανιακό, πούχε φύγει από τα δεσμά του φρενοκομείου. Τα
+μάτια τον ήσαν τρομερά και τα κινήματά του φανέρωναν τη νευρική
+υπερένταση της μανίας. Προχωρούσε με το άσταθο βήμα λυσσάρικου
+σκυλιού· αλλά όλος ο κόσμος έφυγε μπροστά του και μόνον από παράθυρα
+τον είδαν μερικοί κιαυτοί μόλις πρόβαλαν λιγάκι τα κεφάλια των.
+
+Μπροστά σένα μαγαζί, που τώχε κλείσει ο πανικός, στεκόταν ένα
+μουλάρι, στρωμένο με μια πατανία. Ο καταχανάς ανέβηκε σένα πεζούλι
+δίπλα και πήδηξε στο μουλάρι. Πήρε το χαλινάρι κέδωκε δρόμο του
+μουλαριού. Το μουλάρι θα τρόμαξε βέβαια από τον αλλόκοτο αναβάτη,
+αλλά και με τέτοια μανία το κτυπούσε ο καταχανάς με τη ξιφολόγχη, που
+το ζώον άρχισε να τρέχη σαν τρελλό. Ο καταχανάς όμως στεκότανε καλά
+στο σαμάρι.
+
+Κατόπιν του έτρεξε κένα πλήθος, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι τον
+κεφαλοχωρίου. Άλλοι από συγγενικό ενδιαφέρο, άλλοι από περιέργεια
+κένας από συμφέρο. Ο χωρικός πούχε το μουλάρι. Αυτός πήγαινε πρώτος.
+
+Ο καταχανάς τραβούσε προς το χωριό του· κιόταν έφτασε πέζεψε και
+μπήκε στο σπίτι του, όπου 'χε μείνει μόνο μια γριά μισόστραβη,
+συγγένισσά του. Ανέβηκε στο ανώγι· κιόταν μπήκαν στο χωριό κείνοι που
+τον ακολουθούσαν και φάνηκαν στις γωνιές των δρόμων, γιατί δεν είχαν
+το θάρρος να πλησιάσουν και να προβάλλουν φανερά, ο καταχανάς φάνηκε
+σένα παράθυρο. Κρατούσε δίκανο και φώναξε:
+
+ — Κιως επαέ, μωρέ γεβεντισμένοι, με ζυγώνετε για να με θάψετε
+ζωντανό;
+
+Τους λόγους τον ακολούθησαν δύο πυροβολισμοί. Κανείς δεν έπαθε
+τίποτε· αλλά κιο καταχανάς αποσύρθηκε από το παράθυρο. Ποιος όμως να
+μπη μέσα να δη τι απόγινε;
+
+Μόνο το βράδυ βράδυ πήρε αυτό το θάρρος ένας και βρήκε τον καταχανά
+πεθαμένο και δίπλα του μια κανάτα αδειασμένη και σπασμένη. Αυτή τη
+φορά ήτο σωστά πεθαμένος.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+1) Σαυτό το διήγημα προσπάθησα να εφαρμώσω τις ιδέες μου περί
+νεοελληνικής πεζογραφίας. Μεταχειρίζομαι τα κυριώτερα και
+θεμελιωδέστερα στοιχεία από την νέαν γλώσσαν, αλλά και στοιχεία της
+αρχαίας, τα οποία με την καθαρεύουσαν εισήλθαν και ανέζησαν εις τον
+προφορικόν λόγον και μάλιστα αντικαθιστούν ξένες λέξες, αλλά και δεν
+είνε αταίριαστα με το τυπικόν της νέας Ελληνικής. Ο διάλογος είνε στο
+ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης, όπου αναφέρεται η διήγηση.
+
+2) Μπλειο, πεια, πλέον.
+
+3) Εδά (ήδη) τώρα.
+
+4) Μαντινάδα, δίστιχο.
+
+5) Όι, όχι.
+
+6) Ξανοίγω, τηρώ, παρατηρώ, κυτάζω.
+
+7) Απηλογούμαι = αποκρίνομαι, απαντώ.
+
+8) Μπαλωτιά, τουφεκιά.
+
+9) Κα (καλέ).
+
+10) Μακρύς, ψηλός. Μακραίνω, ψηλόνω.
+
+11) Κάνει, πρέπει, αρμόζει.
+
+12) Γιωργής, υποκοριστικό σοβαρώτερο από το Γιωργιό.
+
+13) Στην ανατολική Κρήτη η αύξηση όπου τονίζεται, γίνεται χρονική και
+το ε γίνεται η· ήκανα, αλλά εκάμαμε.
+
+14) Κοπέλι, παιδί.
+
+15) Πρέπει, φαίνεται.
+
+16) Αναζητώ = ποθώ, νοσταλγώ. Η α ν ά εις τα σύνθετα διατηρείται
+στη δυτική Κρήτη· αλλά στην ανατολική Κ. γίνεται α ν ε.
+
+17) Ντελικανής (Τουρκ) νέος, λεβέντης.
+
+18) Μτεγεντίζω (Τουρκ) προτιμώ, μου αρέσει ένας ή κάτι.
+
+19) Λοιπόν.
+
+20) Λίγο.
+
+21) Ροδαρά, ανθοδέσμη.
+
+22) Παράωρος και παράουρος σ'την Κρήτη σημαίνει τον εξαμβλωματικό,
+τον κακοπλασμένο.
+
+23) Φορδακός κιαφορδακός, ο βάτραχος.
+
+24) Κάρδαμα των ποταμών.
+
+25) Ομήλικους.
+
+26) Και γ ι ά δ ε = ιδού, ορίστε, κυτάχτε.
+
+27) Κούκλες.
+
+28) Μάνιτα, θυμός. Μανίζω = θυμόνω.
+
+29) Βεγγέρες του χωριού.
+
+30) Σαρνητικές φράσες, πράμμα σημαίνει τίποτε. Δεν έχω πράμμα.
+
+31) Της έλεγα
+
+32) Καϋμέχορος και Καψούρης ευφημιστικώτερα του Καϋμένου.
+
+33) Ταχυνή, πρωί.
+
+34) Χόρτο δεν κόβγω = δε χάνω στιγμή.
+
+35) Μόνο = αλλά.
+
+36) Σφίγγω = τρέχω.
+
+37) Εκειά, 'κειά = εκεί.
+
+38) Μος = μόλις.
+
+39) Στη γειτονιά = επίσκεψη.
+
+40) Καύκος = εραστής, κυρίως μοιχός.
+
+41) Κ ι ρ α τ ζ ή ς (κιράς = μίσθωμα) αγωγιάτης. (Τουρκ)
+
+42) Στερεύγω, φυλάω.
+
+43) Δεν είν' ο στεμός μου = Δε θα μπορώ να μείνω.
+
+44) Πήγαινε.
+
+45) Κερατιά, η χαρουπιά. Την λέγουν και Ξυλοκερατιά.
+
+46) Ρίχτρα, καταρράχτης.
+
+47) Η φανιά τον δε θα βρεθή ή δε θακουστή = δε θα μείνη τίποτε.
+
+48) Αρμηνεύγω και Ορμηνεύγω, συμβουλεύω.
+
+49) Ωζά, ζώα, τα γιβοπρόβατα.
+
+50) Τσιφτές (τουρκ.). δίκαννο.
+
+51) Σβολώνω, σακατεύω.
+
+52) Ότι, ότι.
+
+53) Παίζω, πυροβολώ, σκοπεύω.
+
+54) Μαδάρα ψηλή κορυφή, γυμνή.
+
+55) Μιτάτο, στάνη. Και μάντρα.
+
+56) Αρόλιθος, πέτρα με κοίλωμα, όπου διατηρείται το νερό της βροχής.
+
+57) Ριζίτης, ορεινός. Κατωμερίτης και καμπίτης, ο πεδινός.
+
+58) Τουλάχιστο ίσης ηλικίας.
+
+59) Λέγεται γιοργάς.
+
+60) Δικός και δικολογιά, συγγενής.
+
+61) Πεφτω, προσπίπτω.
+
+62) Πριχού, πριν.
+
+63) Κάθ' αργά, κάθε βράδυ.
+
+64) Αλάργο, μακριά.
+
+65) Να σε φυλάττη.
+
+66) Αφού.
+
+67) Τίποτε.
+
+68) Θα θεραπευθή.
+
+69) Τη βρίζεις.
+
+70) Εχθρεύεσαι.
+
+71) Ραδιουργίες. Από το φτίλι = ψιτίλι.
+
+72) Αξώνα και Αξιώνω = βασανίζω, προξενώ κακά.
+
+73) Τούρκος ειρηνοδίκης ή αστυνόμος.
+
+74) Περιουσία.
+
+75) Γιαγέρνω και γαέρνω = επιστρέφω. (Μεσαιωνικό Διεγείρω).
+
+76) Τουλάχιστον.
+
+77) Βρύργια, βουργίδι και βουργιάλι, σακκίδιο, πήρα.
+
+78) Σκιά.
+
+79) Χαρακτηριστικά.
+
+80) Αποτελέσματα, κατάντια.
+
+81) Καίει, φλέγει.
+
+82) Μάκι [δαμάκι), λιγάκι.
+
+83) Κλητική στη λέξη μάνα.
+
+84) Βράχος.
+
+85) Ξανοίγω, παρατηρώ.
+
+86) Νεύματα.
+
+87) Διαντερίζω, διακρίνω.
+
+88) Μικιός (και μιτσός) μικρός, μική, μικιό.
+
+89) Ότι, ότι.
+
+90) Αναθιβάλω, θυμούμαι, αναφέρω.
+
+91) Εξ αιτίας.
+
+92) Και απήτις = αφού.
+
+93) Λέγεται για τον πυρετό. Με τινάσει = με πιάνει ρίγος.
+
+93α) Αναμνήσεις
+
+94) (Τουρκ.) Ο Θεός να τον συχωρέση.
+
+95) Ασής (Τουρκ.) επαναστάτης.
+
+96) Σιργούνι (Τουρκ.) εξορία.
+
+97) Ας είνε. (Τουρκ.)
+
+98) Μουλάς, τίτλος γραμματισμένου Τούρκου.
+
+99) Μα το Θεό (Τουρκ.)
+
+100) Επίτηδες.
+
+101) Από ένα ιστορικό επεισόδιο.
+
+102) Ό,τι θέλεις
+
+103) Τράφος, ξερότοιχος, ξερολιθιά.
+
+104) Αντιπρόσωπος ή επιστάτης του Αγά, τύραννος φοβερώτερος και του
+Αγά.
+
+105) Στενή οθόνη, που τύλισε την κεφαλή.
+
+106) Τουρκ. Δηλαδή.
+
+107) Λοιπόν.
+
+108) Αγναντίζω (Τουρκ.) καταλαβαίνω.
+
+109) Περιτομή.
+
+110) Πλύσιμο για την προσευχή.
+
+111) Στο καλό. (Τουρκ.)
+
+112) Ιμάμης, ιερεύς μωαμεθανός.
+
+113) Χαζιρεύγομαι Τουρκ. ετοιμάζομαι.
+
+114) Χοιρινά κρέατα διατηρημένα στο λίπος των.
+
+115) Τουρκ. Αποπληξία, (Λεγότανε και Νταμουλάς, κιαυτό τουρκικά).
+
+116) Μουζντές (Τουρκ.) χαμπάρι, άγγελμα.
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of First Love, by Ioannis Kondylakis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK FIRST LOVE ***
+
+***** This file should be named 34972-0.txt or 34972-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/4/9/7/34972/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/34972-0.zip b/34972-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..0007c72
--- /dev/null
+++ b/34972-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..d5a68e5
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #34972 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34972)